Κανείς χριστιανός δεν πρέπει να καταφεύγει σε μαντείες δηλ. να πηγαίνει στα μέντιουμ, τις «χαρτορίχτρες», τις «καφετζούδες», τις «μάντισσες» που κυττούν τα χέρια, και γενικά ο πιστός χριστιανός δεν πρέπει να δίνει προσοχή σε όλα αυτά που είναι διαβολικά τεχνάσματα για να τον παρασύρουν.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται προσοχή, γιατί πολλές γυναίκες που μαντεύουν, κάνουν το έργο αυτό λέγοντας θρησκευτικά λόγια και προσευχές. Έτσι όταν κάποιος ακούσει πως είναι σατανικά τεχνάσματα οι μαντείες προβάλλει την εξής ένσταση: αφού αυτά είναι σατανικά τεχνάσματα, τότε πως συμβιβάζονται με τα άγια λόγια που λέγει η μάντισσα; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγοντας τα εξής: «Η μεγαλύτερη απάτη είναι η εξής: όταν συμβουλεύουμε τους χριστιανούς να μην πηγαίνουν στα μαντεία και τους αποτρέπουμε απ’ αυτά, αυτοί απολογούμενοι ισχυρίζονται ότι η μάντισσα είναι χριστιανή και δεν χρησιμοποιεί τίποτε άλλο από το όνομα του Θεού. Γι’ αυτό αποστρέφομαι πολύ περισσότερο αυτή τη γυναίκα, διότι χρησιμοποιεί το όνομα του Θεού με ασέβεια λέγοντας ότι είναι χριστιανή ενώ επιδεικνύει με τις πράξεις της την ειδωλολατρεία. Και οι δαίμονες επρόφεραν το όνομα του Θεού, αλλά ήσαν δαίμονες και έλεγαν στο Χριστό σε γνωρίζουμε ποιος είσαι, είσαι ο άγιος του Θεού. Και όμως ο Χριστός τους επιτίμησε και τους έδιωξε. Γι’ αυτό σας παρακαλώ να μείνετε καθαροί απ’ αυτή την απάτη και το ολίσθημα» (Κατήχηση Ι΄).
Δεν έχουμε λοιπόν το δικαίωμα να καταφεύγουμε στις μαντείες για να παρηγορηθούμε ή για να γλυτώσουμε από κάποιο κακό. Ούτε σε όνειρα πρέπει να πιστεύουμε. Τα όνειρα είναι απατηλά. Ελάχιστες φορές μιλά ο Θεός δι’ αυτών. Όλες τις άλλες ομιλεί ο διάβολος, ο οποίος τα χρησιμοποιεί ως όπλα είτε για να μας μολύνει την ψυχική καθαρότητα, είτε για να μας ξεγελάσει. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας συνιστά: «Κανείς να μη σκέφτεται την ημέρα όσα είδε στον ύπνο του, διότι και αυτός είναι σκοπός των δαιμόνων να μας μολύνουν στον ξύπνιο μας με το περιεχόμενο των ονείρων» (Λόγος ΙΕ΄). Τα όνειρα πρέπει να τα λησμονεί κανείς και να μην τα θυμάται.
Όσον αφορά στα όνειρα του Θεού, ας είμαστε επιφυλακτικοί. Ο Θεός θα βρει τρόπο να φανερώσει το θέλημά Του. Εκείνος που πιστεύει στα όνειρα, λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος «μοιάζει με αυτόν που κυνηγά τη σκιά του και προσπαθεί να την πιάσει» (Λόγος γ΄). Όταν δώσουμε προσοχή στα όνειρα, δίνουμε το δικαίωμα στους δαίμονες να μας πειράζουν και όταν δεν κοιμόμαστε. «[...] Αυτός που πιστεύει στα όνειρα είναι τελείως ανόητος, ενώ αυτός που δεν δίνει σημασία σ’ αυτά είναι φιλόσοφος» (Λόγος γ΄).
Προσοχή επίσης στις προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Είναι όπλα στα χέρια του διαβόλου που μας καθιστούν άβουλα όργανά του. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ταξιδεύουν ημέρα Τρίτη, δεν κοιμούνται σε δωμάτιο με αριθμό 13, ανησυχούν με την κραυγή της κουκουβάγιας, με το ούρλιασμα του σκύλου, [...] . Όλοι αυτοί, χωρίς να το θέλουν και χωρίς να το εννοούν, εμπίπτουν στις διαβολικές παγίδες και εξαρτούν τη ζωή τους, την πρόοδο και ευτυχία τους από πρόσωπα ή γεγονότα που δεν έχουν καμμία λογική σχέση με την ευτυχία τους.
Γι’ αυτό και ο Ιερός Χρυσόστομος, επικρίνων αυτούς γράφει: «Βλέπεις άνθρωπο και σε κυριεύει δεισιδαιμονία και δεν βλέπεις τη διαβολική παγίδα πως σε βάζει σε έχθρα με κάποιον που δεν σου έκανε κανένα κακό. Πως σε έκανε εχθρό με τον αδελφό χωρίς καμμία δίκαια πρόφαση; Και δεν καταλαβαίνεις πόσο γελοίος γίνεσαι, πόση ντροπή για σένα, το χειρότερο όμως πόσος κίνδυνος εμφωλεύει;» (Κατήχηση Ι΄). Και ο ίδιος ο πατήρ θέλοντας να αποδείξει πόσο βλαβερές είναι οι προλήψεις και ότι προέρχονται από τον διάβολο, παρατηρεί: «Πολλές φορές βγαίνοντας κάποιος από το σπίτι του βλέπει ένα άνθρωπο αλλοίθωρο ή ανάπηρο και τον κυριεύει δεισιδαιμονία. Αυτό είναι σατανική ενέργεια, διότι δεν γίνεται άσχημη η ημέρα από την συνάντηση οποιουδήποτε ανθρώπου, άλλα το να ζει κανείς στην αμαρτία. Όταν βγεις από το σπίτι σου ένα μόνο να φυλάξεις· το να μην σε συναντήσει η αμαρτία. Αυτή μόνο μας ρίχνει κάτω ηθικά. Όταν δεν υπάρχει αυτή ούτε ο διάβολος μπορεί να μας βλάψει» (Κατήχηση 7).
Εύκολα μπορεί κάποιος τώρα να εννοήσει, πόσο δόλια ενεργεί ο διάβολος. Κι ενώ η Αγ. Γραφή καταδικάζει κάθε είδους μαντείας (Γ΄Βασιλ. 22, 20), και ενώ είναι γνωστό ότι ο διάβολος είναι ο πατέρας του ψεύδους, (Ιω.8, 44) βρίσκονται εν τούτοις χριστιανοί, οι οποίοι παρασύρονται σε μαντείες, μάγια, όνειρα, προλήψεις και δεισιδαιμονίες κι αφήνουν το διάβολο να κατευθύνει τη ζωή τους. Και όλα αυτά ενώ σαν Χριστιανοί έχουν υποσχεθεί το «αποτάσσομαι σοι σατανά» «Αυτή γαρ η φωνή -παρατηρεί ο Ι. Χρυσόστομος- συνθήκη προς τον Δεσπότην εστίν». Κι ερχόμαστε εμείς να παραβιάσουμε τη συνθήκη και να δώσουμε πίστη στα διαβολικά τεχνάσματα, που μας καθιστούν «δούλους και υπηρέτας» του διαβόλου (ΒΕΠΕΣ 3, 167).
Αλλά όχι. Δεν πρέπει να παραδοθούμε στον ύπουλο εχθρό μας. Μακριά μας κάθε σατανικό όργανο μαγείας, μαντείας, κληδονισμού. Για μας αξία έχει ο Κύριος μας. Είναι ο Λυτρωτής και ο Σωτήρας μας. Μόνο Αυτόν εμπιστευόμαστε, τον Σταυρό Του έχουμε ως όπλο.
Πόλεμος κατά του σατανά, Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος,
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
Όσους ο διάβολος δεν μπορεί να αγκιστρώσει με άλλους τρόπους το κάνει με μαντείες, προλήψεις, όνειρα, δεισιδαιμονίες, πράγματα δηλαδή που ενώ εκ πρώτης όψεως φαίνονται στους πολλούς αθώα, στην ουσία αποτελούν διαβολικά όπλα για την ψυχική μας υποδούλωση.
Κι ας αρχίσουμε από τις μαντείες που στις ημέρες μας εμφανίζονται με τη μορφή χειρομαντευμάτων, μέντιουμ κ.λπ. Όλα αυτά έρχονται να ικανοποιήσουν την περιέργεια ή την ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίσει τα μέλλοντα. Ο Θεός με πολλή σοφία απέκρυψε από τον άνθρωπο το μέλλον του. Το έκανε για να του αφαιρέσει μια φοβερή πηγή ανησυχίας και δυστυχίας. Του χάρισε σε αντιστάθμισμα, την ελπίδα και τον κάλεσε να αφεθεί στη στοργική πρόνοιά Του με εμπιστοσύνη παιδιού προς πατέρα. Άλλα ο διάβολος θέλοντας να μειώσει αυτή την εμπιστοσύνη, δόλια εκμεταλλεύεται το γεγονός επειδή σαν πνεύμα μπορεί κι αυτός, όπως και οι άγγελοι, να γνωρίζει ορισμένα πράγματα που ο άνθρωπος αγνοεί σε σχέση με το μέλλον. Μη λησμονούμε άλλωστε ότι ο άνθρωπος είναι «βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένος» (Εβρ. 2, 7).
Οι δαίμονες λοιπόν χωρίς να είναι παντογνώστες, διότι η παντογνωσία είναι ιδιότητα μόνο του Θεού, γνωρίζουν εν τούτοις μερικά γεγονότα που πρόκειται να γίνουν. Φέρουμε ένα παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Μ. Αθανάσιος. Οι δαίμονες, λέει, σαν πνεύματα που είναι, βλέπουν ότι βρέχει τώρα τις καταρακτώδεις ινδικές βροχές, και την ίδια στιγμή φανερώνονται και στην Αίγυπτο και με μαντεύματα και όνειρα προλαβαίνουν το φούσκωμα των υδάτων του Νείλου που έπειτα από λίγο πρόκειται να συμβεί εξ αιτίας των ινδικών βροχών και το λένε στους ανθρώπους. Έτσι όταν πράγματι πλημμυρίσει ο Νείλος, οι άνθρωποι θα εκπλαγούν για την ακρίβεια της πληροφορίας και θα πιστέψουν στα μαντεύματα και τα όνειρα (ΒΕΠΕΣ 35, 129-130).
Το ίδιο μπορεί να συμβεί με οιαδήποτε πληροφορία όπως π.χ. ότι ο αδελφός σου που απουσιάζει στην Αμερική σου στέλνει επιστολή ότι είναι ασθενής κ.λπ. Έτσι εκμεταλλευόμενοι οι δαίμονες μία ιδιότητά τους «προσποιούνται μαντεύεσθαι και προλέγειν τα μεθ’ ημέρας ερχόμενα» (ΒEΠΕΣ 33,24) όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Μ. Αθανάσιος. «Προσποιούνται μαντεύεσθαι» δηλ. ενώ στην ουσία δεν μαντεύουν τίποτε, εκείνοι κάνουν ότι μαντεύουν και οι άνθρωποι πιστεύουν στις μαντείες τους, που βέβαια δεν λένε πάντοτε αλήθεια, αφού ο διάβολος «ψεύδεται και ουδέν όλως αληθές λαλεί» (ΒΕΠΕΣ 33, 24). Τροφή του διαβόλου είναι το ψεύδος. Κι όταν ακόμη λέγει την αλήθεια, το κάνει για να παρασύρει και να αιχμαλωτίσει.
«Πολλές φορές -γράφει ο Δίδυμος Αλεξανδρείας- ο δαίμονας επιθυμώντας να εξαπατήσει τους ανθρώπους αναμειγνύει με το ψέμα και κάποια αλήθεια ως δελέαρ» (ΒΕΠΕΣ 44, 12). Γι’ αυτό το λόγο κι εμείς δεν πρέπει να πιστεύουμε στον διάβολο ούτε όταν λέγει αλήθεια, μιμούμενοι τον Κύριο και τους Αποστόλους, οι οποίοι δεν δέχονταν τα όσα αληθινά μάντευε το δαιμόνιο, αφού προερχόταν από τον διάβολο. Ο Κύριος τον διάβολο, ο οποίος ομολογούσε γι’ αυτόν ότι είναι Υιός Θεού, απέκρουσε (Ματθ. 4, 11) ενώ αυτό ήταν αλήθεια.
Το ίδιο έκανε και ο απόστολος Παύλος με την έχουσα πνεύμα πίθωνος νεανίδα των Φιλίππων, ήτις «εργασίαν πολλήν παρείχε τοις κυρίοις αυτής μαντευομένη». Όταν η παιδίσκη φώναξε για τον Παύλο και τον Σίλα «ούτοι οι άνθρωποι δούλοι του Θεού του Υψίστου εισίν...» (Πραξ. 16, 17) είπε την αλήθεια. Όμως ο Παύλος δεν δέχθηκε τις συστάσεις αυτές που προέρχονταν από τον πονηρό. Έτσι μας έδωσε το παράδειγμα να είμαστε προσεκτικοί και να μη δίδουμε πίστη στις μαντείες που είναι των δαιμόνων έργο «...μήπως οι δαίμονες μαζί με την μερική αλήθεια σπείρουν μέσα μας και την κακία τους και για να μας συνετίσουν να μην προσέχουμε τους δαίμονες ποτέ και αν ακόμη φαίνονται ότι λένε αλήθεια. Ακόμη δεν είναι σωστό να έχουμε τις Άγιες Γραφές και την ελευθερία που μας χάρισε ο Χριστός και να διδασκόμεθα από το διάβολο, ο οποίος δεν τήρησε την τάξη που τον τοποθέτησε ο Θεός, αλλά σκέφθηκε άλλα αντ’ άλλων» καθώς ωραία λέγει ο Μ. Αντώνιος (ΒΕΠΕΣ 33, 25).
Πόλεμος κατά του σατανά, Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος,
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
Ο Μ. Αθανάσιος περιγράφοντας το βίο του μεγάλου ασκητού και καθηγητού της ερήμου Αντωνίου διηγείται ότι εκείνοι που τον επισκέπτονταν στο ασκητήριό του, παρέμεναν επί ημέρες έξω από την καλύβα του περιμένοντας να τους δεχθεί και άκουγαν από μέσα οχλαγωγία και φωνές, σαν να ήταν πολλοί άνθρωποι στο κελλί.
Και στην αρχή μεν νόμιζαν ότι είχαν εισέλθει εκεί μερικοί άνθρωποι κακοί με σκάλες από το παράθυρο και μάλωναν με τον Άγιο. Κατόπιν όμως αντιλήφθηκαν ότι οι θόρυβοι και οι φωνές προέρχονταν από τα πονηρά πνεύματα που επείραζαν τον Άγιο.
Αλλά φωνές και ομιλίες τα ζωντανά ανθρώπινα σώματα προσφέρουν. Πώς να μιλήσει κάποιος που δεν έχει γλώσσα; Επομένως ο διάβολος μιλούσε εκεί με το στόμα του. Είχε σάρκα. Είχε μετασχηματισθεί σε άνθρωπο. Ο βίος του Μ. Αντωνίου είναι γεμάτος από περιστατικά, που ο διάβολος έπαιρνε διάφορες αισθητές μορφές για να τον εξαπατήσει. Ο ίδιος ο Άγιος διηγείται: «κτύπησε κάποιος στο μοναστήρι την πόρτα του κελλιού μου και βγαίνοντας έξω είδα κάποιον πολύ ψηλό άνθρωπο και αφού τον ρώτησα ποιος είσαι; μου απάντησε. Εγώ είμαι ο Σατανάς» (ΒΕΠΕΣ 33). Κατά τον όσιο πατέρα ο διάβολος μετασχηματίζεται σε άνθρωπο, σε στρατιώτη με πανοπλία, σε γυναίκα που σκανδαλίζει, σε ευλαβή μοναχό που ψάλλει. Επίσης σε ζώο, δηλαδή θηρίο ή ερπετό που φοβερίζει, λιοντάρι άγριο, φίδι τρομερό κ.λπ.
Αλλά πώς είναι δυνατόν να γίνει αυτό; Για να δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει ν’ ανοίξουμε την Αγ. Γραφή. Εκεί θα δούμε το διάβολο να ομιλεί σαν φίδι προς την Εύα. Θα τον δούμε να συνομιλεί με το Θεό για τον Ιώβ. Να λαμβάνει φωνή και να συνδιαλέγεται με τον Κύριο. Να εισέρχεται στους χοίρους των Γεργεσηνών.
Και είναι δυνατόν γιατί και οι άγγελοι έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν το ανθρώπινο σώμα. Θυμηθείται τους τρεις αγγέλους που φιλοξενήθηκαν από τον Αβραάμ. Ενώ ήταν άγγελοι φαινόταν άνθρωποι. Το ίδιο συμβαίνει με τον άγγελο που συνόδευε τον Τωβία. Το ίδιο με όλες τις περιπτώσεις αγγελοφάνειας της Π. και Κ. Διαθήκης. Ιδίωμα των αγγέλων είναι να φαίνονται ενίοτε ως άνθρωποι. Κι ο διάβολος που δεν παύει, παρά την πτώση του να έχει τις ιδιότητες των αγγέλων, πλην της αγαθότητος και υπακοής στο Θεό, διατηρεί και τη δυνατότητα να αλλάζει μορφές.
Γι’ αυτό και η Αγ. Γραφή μας προειδοποιεί ότι ο διάβολος όχι μόνο μετασχηματίζεται, αλλά μπορεί να εμφανισθεί σαν άγγελος. «Μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» (Β΄Κορ. 11, 14). Αυτό το κάνει για να μας παραπλανήσει και να απατήσει τους ανθρώπους. Αυτό το εννοούμε καλύτερα αν θυμηθούμε από τον Μ. Αντώνιο ότι «ο διάβολος υπέμεινεν ο άθλιος και ως γυνή σχηματίζεσθαι νυκτός και πάντα τρόπο μιμείσθαι, μόνο ίνα τον Αντώνιον απατήση» (ΒΕΠΕΣ 33, 14). Κι ακόμη μετασχηματίζεται σε άνθρωπο ευσεβή. Κάθε τι, που είναι δυνατόν να φαντασθεί κανείς, οι δαίμονες μπορούν να το μιμηθούν. Η μέθοδος αυτή, όσο και αν φαίνεται περίεργη και ίσως αδύνατη στην εφαρμογή της, εν τούτοις αποτελεί τέχνασμα του διαβόλου. [...] Τα πατερικά βιβλία, η Φιλοκαλία, ο Ευεργετινός κ.α. είναι γεμάτα από ιστορίες και διηγήσεις τέτοιων αισθητών εμφανίσεων των πονηρών πνεύματων, που άλλοτε μιλούν την ανθρώπινη γλώσσα, άλλοτε μιμούνται διάφορα ζώα και άλλοτε έκαναν να ακούγονται ποδοβολητά, σφυρίγματα, βλασφημίες και αισχρολογίες.
Και όλα αυτά με ένα απώτερο σκοπό: την παραπλάνηση και τον εκφοβισμό του ευσεβούς. Διηγούνται για κάποιον ευλαβή κληρικό του καιρού μας, πως την ώρα της προσευχής του άκουγε ποδοβολητά στην εξωτερική σκάλα του σπιτιού του. Έβγαινε και δεν έβλεπε κανένα. Δεν άργησε να καταλάβει ότι αυτό ήταν διαβολικό τέχνασμα για να απασχολείται και να μην προσεύχεται.
Έχοντας υπόψη μας όλα αυτά πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Ο Μ. Αντώνιος μας συμβουλεύει ότι «ου χρη προσέχειν αυτοίς...» (P.G. 26, 881) δηλ. δεν πρέπει να δίνουμε στον διάβολο σημασία. Κατ΄ ουσίαν οι δαίμονες «ουδέν εισίν, άλλα και ταχέως αφανίζονται εάν μάλιστα τη πίστει και τω σημείω του σταυρού εαυτόν τις περιφράττη» (ΒΕΠΕΣ 33,23). Με την επίκληση του ονόματος του Θεού και με το σημείο του Σταυρού κάθε επιβολή των δαιμόνων εξαφανίζεται και ο άνθρωπος διατελεί υπό την προστατευτική σκιά του Κυρίου. Δεν πρέπει λοιπόν να φοβόμαστε ούτε να δειλιάζουμε, αλλά με αμυντικά όπλα την πίστη, την προσευχή, και το σημείο του Σταυρού να αντιτασσόμαστε στις παγίδες του διαβόλου.
Πόλεμος κατά του σατανά, Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος,
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
Αυτή τη φράση την ακούμε συχνά εντός μας. Ιδίως όταν έπειτα από ένα σφάλμα, ή από μία υπόδειξη προς μετάνοια αρχίζουμε να συζητούμε με τον εαυτό μας αυτή τη λύση. Επί έτη τώρα αφήσαμε να γίνουμε παιγνίδι στα χέρια του διαβόλου. Του κάναμε το χατίρι. Ζήσαμε βίο αμαρτωλό. Καθώς ο χρόνος κυλούσε, εμείς κυλιόμαστε στη λάσπη των παθών. Αλλά τώρα μια αφορμή μας δόθηκε για να σταματήσει ο κατήφορος. Κάποιο κόκκινο φως άναψε για να εμποδίσει την ασεβή μας πορεία. Συναισθανόμαστε τη οικτρή μας κατάσταση. Βλέπουμε βέβαιη την καταστροφή. Ο Θεός μας καλεί κοντά Του και εμείς αποφασίζουμε προς στιγμή να επιστρέψουμε.
Και τότε επεμβαίνει ο διάβολος. Βλέπει ότι αν δεν κινηθεί, θα μας χάσει. Αν πραγματοποιήσουμε την απόφασή μας θα πάψουμε να του ανήκουμε. Και γι’ αυτό δρα. Ενεργεί με την ιδέα της αναβολής, με το «έχεις καιρό». Δεν απορρίπτει την μετάνοια. Απλώς την αναβάλλει, γνωρίζοντας όμως καλά ότι η αναβολή πολύ συχνά σημαίνει ματαίωση. Έτσι επιτυγχάνει εκείνο που θέλει. Χωρίς να έρθει σε φανερή ρήξη μαζί μας, αποτρέπει τη σωτηρία μας.
Η ιδέα της αναβολής! Όπλο ύπουλο και επικίνδυνο. Συμμαχεί με την αμέλεια και εμποδίζει το έργο της χάριτος του Θεού. «Έχεις καιρό», μας ψιθυρίζει ο διάβολος. Χρειάζεται άραγε να το τονίσουμε εδώ πόσο ψεύτικος είναι αυτός ο ισχυρισμός; Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος, ούτε για τις διαθέσεις του προς μετάνοια στο μέλλον, ούτε και γι’ αυτό το μέλλον. Ο θάνατος καιροφυλακτεί. Ανά πάσα στιγμή είναι δυνατόν να μας επισκεφτεί. Το μέλλον δεν μας ανήκει. [...] Κάθε άλλη λύση είναι πνευματικά ασύμφορη.
Κι ενώ όλα αυτά και λογικά είναι και γνωστά, εν τούτοις ο διάβολος σημειώνει μεγάλη επιτυχία με το όπλο της αναβολής. Και μας πείθει με όσα ψευδή φέρνει στο νου μας, να αφήσουμε δήθεν γι’ άλλο χρόνο τη μετάνοιά μας. Κι εμείς τον ακούμε. Γιατί αυτό μας συμφέρει. Συμφέρει τον κακό μας εαυτό. Η μετάνοια θα πρέπει να μας οδηγήσει στην εξομολόγηση. Εκεί θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τα σφάλματά μας, να ταπεινωθούμε ομολογώντας την ενοχή μας. Ό,τι έγινε θα ανήκει πλέον στο παρελθόν. Από τη στιγμή αυτή εγκαινιάζουμε μία νέα πορεία. Αυτό όμως συνιστά μια βαρύτατη θυσία, που ο διάβολος εκμεταλλεύεται με το να μας ωθήσει στην αναβολή. [...] Η μετάνοια αναβάλλεται και η ευκαιρία της σωτηρίας μας χάνεται.
Και τα πάθη μας σταθεροποιούνται και γιγαντώνονται με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολη η εξαφάνισή τους στο μέλλον, εάν και όταν θελήσουμε να τα εκριζώσουμε. Τα μικροτραύματα έχουν γίνει τότε χρόνιες καταστάσεις που δύσκολα θεραπεύονται «Όταν το τραύμα είναι πρόσφατο και ζεστό, είναι εύκολο να γιατρευτεί, γιατί τα χρόνια σαν παραμελημένα και χερσωμένα (όπως το χωράφι) είναι δύσκολο να γιατρευτούν και χρειάζονται πολύ κόπο και εργαλεία και φωτιά ακόμη» όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος (Λόγος ε’).
Αλλά όχι. Την απόφασή σου αδελφέ, προς μετάνοια θέσε την αμέσως σε εφαρμογή. Τώρα άρχισε την επιστροφή σου. Όχι αύριο, όχι άλλοτε. Τώρα. Δεν έχεις χρόνο. «Ο καιρός συνεσταλμένος εστί» (Α’ Κορ. 7, 29). Εκμεταλλεύσου το παρόν. Κλείσε τ’ αυτιά σου στην πονηρή πρόταση του διαβόλου ότι δήθεν έχεις καιρό. Δεν έχεις καιρό. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια, που ο διάβολος διαστρέφει. Μη του δίνεις τη χαρά της νίκης. Αντίθετα αμέσως τώρα ξεκίνησε. Το «έχεις καιρό» είναι παγίδα. Απόφυγέ την με κάθε μέσο.
Πόλεμος κατά του σατανά, Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος,
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
[...] (ο διάβολος) Θέλει να μας βυθίσει περισσότερο στην αμαρτία, να καταστήσει την ψυχή μας σπήλαιο ληστών και να μας απομακρύνει από το Θεό. «Και αυτά είναι τα λόγια του διαβόλου -συμπληρώνει ο Ιερός Χρυσόστομος- αλλά τα δικά μου αντίθετα. Χάθηκες; Μπορείς να σωθείς. Εμοίχευσες; Μπορείς να ελευθερωθείς από την ενοχή. Έπεσες; Μπορείς να σηκωθείς. Μικρή η μετάνοιά σου, μεγάλη η φιλανθρωπία του Δεσπότου Χριστού». Πραγματικά. Μεγάλο κακό η αμαρτία, αλλά και το έλεος του Θεού είναι μεγάλο. Επομένως δεν υπάρχει θέση για απελπισία.
Ο ίδιος Ιερός Πατήρ, που περισσότερο παντός άλλους τόνισε την αξία της μετανοίας, και την αποφυγή της απογνώσεως, λέγει ότι δεν είναι τόσο τρομερό το να «αμαρτήσει κανείς, όσο το να απελπισθεί. Γιατί η μεν αμαρτία διορθώνεται με τη μετάνοια, ενώ η απελπισία ματαιώνει την μετάνοια και καταδικάζει την ψυχή σε θάνατο. Πολύ χαρακτηριστικά ο Ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι «η απελπισία δεν αφήνει τον πεσμένο άνθρωπο να σηκωθεί και συνηθίζει να τον αποστερεί από τα αγαθά που απέκτησε με τον αγώνα του. Ακόμη τον οδηγεί στην άβυσσο της κακίας» και καταλήγει με την εξής αποκαλυπτική φράση: «Κανένα όπλο δεν είναι τόσο δυνατό όσο η απελπισία. Γι’ αυτό δεν του προκαλούμε τόση ευφροσύνη όταν αμαρτάνουμε, όση όταν απελπιζόμαστε» (Περί μετανοίας).
Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη από παραινέσεις προς μετάνοια και διδάγματα που τονίζουν τη μεγάλη αξία της. Η παραβολή του Ασώτου Υιού, των δύο οφειλετών, του Τελώνου και Φαρισαίου, η συγχώρηση του αμαρτωλού, του ληστού, του Πέτρου, δεν μας λέγουν τίποτε άλλο παρά το μέγεθος της αγάπης του Θεού για τον αμαρτωλό. Κι αυτή η αγάπη διαλύει το φόβο, που δικαιολογημένα κυριεύει την ψυχή του αμαρτωλού. Ο Θεός είναι πάντοτε έτοιμος να δεχθεί κάθε αμαρτωλό που επιστρέφει. Για την απόγνωση δεν υπάρχει, δεν πρέπει να υπάρχει θέση. Και όμως! Πολλοί άνθρωποι με συναίσθηση των σφαλμάτων τους, αντί να οδηγηθούν στη μετάνοια, παίρνουν την οδό που οδηγεί στην απόγνωση και καταστρέφονται.
Ο μυσαρός διάβολος κινεί κάθε πέτρα να μας ρίξει στην απόγνωση. Αντίθετα η Αγ. Γραφή και οι Πατέρες προσπαθούν να μας πείσουν πόσο αγαθός και φιλάνθρωπος είναι ο Θεός, να μας δώσουν θάρρος να σηκωθούμε από την πτώση. Κάθε φορά που διστάζουμε να μετανοήσουμε και μένουμε απελπισμένοι, χαροποιούμε το διάβολο, γινόμαστε αιχμάλωτοί του, πέφτουμε στην παγίδα του. Καιρός είναι να το πάρουμε απόφαση. Πρέπει να «ανανήψουμε εκ της του διαβόλου παγίδος» (Β’ Τιμ. 2, 26) και να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν έχουμε δικαίωμα να κυριευόμαστε από την απελπισία.
Η απελπισία γεννιέται είτε «εκ πλήθους αμαρτημάτων και συνειδότος βάρους και αφορήτου λύπης...» είτε «εξ υπερηφανείας και οιήσεως» καθώς λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος (Λογ. κστ΄). Ούτε ο Θεός, ούτε η Γραφή, ούτε η Εκκλησία, ούτε οι Πατέρες μας δίδουν τέτοιο δικαίωμα. Μόνο ο διάβολος ευνοεί αυτή την κατάσταση. Μην αμφιβάλλουμε λοιπόν. Κάθε σκέψη απογνώσεως «εκ του πονηρού εστί» (Ματθ. 5, 37). Και ο άγ. Ιωάννης της Κλίμακος βροντοφωνάζει: «Ουδέν των του Θεού οικτιρμών ίσον ή μείζον υπάρχει· διόπερ ο απογινώσκων (=ο απελπισμένος) εαυτόν έσφαξε» (Λόγος ε΄).
Πόλεμος κατά του σατανά, Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος,
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
Το να αμαρτήσει κανείς είναι εύκολο και συνηθισμένο. Δύσκολο είναι το να μετανοήσει και να σωθεί. Και σπάνιο. Πολλοί λόγοι συμβάλλουν σ’ αυτό. Πότε η αμέλεια, πότε η ντροπή, πότε η αδιαφορία, και ο άνθρωπος παραμένει στην πτώση, μακριά από τη σωτηρία του. Αυτό βέβαια θέλει κι ο διάβολος. Δεν περιορίζεται όμως στο να εκμεταλλευθεί κατάλληλα μόνο τους λόγους τους οποίους απαριθμήσαμε προηγουμένως για να μας εξασφαλίσει την αμετανοησία και, κατά συνέπεια, και την καταστροφή μας. Αλλά προχωρεί περισσότερο και με όπλο την απόγνωση, προσπαθεί να μας καταστήσει μόνιμη την πτώση μας και να αποτρέψει τη μετάνοιά μας.
Η μετάνοια, ως γνωστόν στηρίζεται επάνω στην ελπίδα ότι ο Θεός με την μεγαλοψυχία Του και το έλεός Του θ’ ανοίξει στοργικά την αγκαλιά Του και θα δεχθεί τον επιστρέφοντα άσωτο υιό. Όταν λείψει αυτή η ελπίδα, ο άνθρωπος αισθάνεται εγκαταλελειμένος από το Θεό και ανίσχυρος να σηκώσει το βάρος που τον καταπιέζει. Γονατίζει τότε κάτω από το βάρος των αμαρτιών του και δεν μπορεί να συνεχίσει το δρόμο του.
Αλλά η κατάσταση αυτή δεν διατηρείται έτσι για πολύ. Σιγά σιγά χειροτερεύει. Και το βάρος αυξάνεται. Και ο άνθρωπος πάσχει. Τον έχει κυριεύσει η απελπισία, η οποία δεν του επιτρέπει να σταθεί στα πόδια του. Το «αναστάς πορεύσομε προς τον πατέρα μου» (Λουκ. 15, 18) που είπε ο άσωτος, δεν επιτρέπει να το προφέρουν η καρδιά και τα χείλη του αμαρτωλού. Μαζί με την ελπίδα χάνεται γι’ αυτόν και η σωτηρία. Θα μείνει για πάντα δέσμιος της αμαρτίας, δούλος του σατανά, παρ’ όλη την καλή διάθεση του Θεού, όστις «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2, 4)
Να λοιπόν γιατί ο διάβολος δίνει μεγάλη προσοχή σ’ αυτό το όπλο. Είναι πολύ αποτελεσματικό. Δεν αφήνει περιθώρια αποτυχίας. Η απελπισία γίνεται για τον άνθρωπο σύμβουλος κακός. Δεν τον αφήνει να σκεφθεί λογικά. Του κλείνει το δρόμο της επιστροφής. Τον αναγκάζει να μείνει στο τέλμα. Ο Ιερός Χρυσόστομος, αποκαλύπτοντας αυτή τη μέθοδο του διαβόλου, μας εφιστά την προσοχή. Πώς ενεργεί ο διάβολος; Να πως. Ψιθυρίζει στο αυτί του κάθε αμαρτωλού «όλη την νεότητά σου κατήσχυνας, όλον τον βίον σου ηνάλωσας πρότερον μετά πόρνης, μετά ταύτα ήρπασας, επλεονέκτησας, εψεύσω, επιόρκησας, εβλασφήμησας. Ποια σωτηρίας ελπίς; απώλου· λοιπόν απόλαυε και του παρόντος βίου. Ταύτα του διαβόλου τα ρήματα» (P.G. 96, 1250). Βλέπεις αδελφέ μου το τέχνασμα του σατανά; Μας φέρνει στο νου όχι μόνο το αμάρτημα της στιγμής, αλλά και όλα τα προηγούμενα, τα υπενθυμίζει με κακεντρέχεια και χαιρεκακία. «Ντρόπιασες -μας λέγει- τα νιάτα σου με όσα αισχρά διέπραξες. Όλη σου τη ζωή την πέρασες ξοδεύοντας την εδώ κι εκεί· ξεχνάς πόσες φορές έπεσες στο αμάρτημα της πορνείας, της πλεονεξίας, του ψεύδους, της επιορκίας, της βλασφημίας; Βέβαια! Για σένα χάθηκε κάθε ελπίδα σωτηρίας. Τι σου απομένει τώρα να κάνεις; Ένα και μόνο. Αφού έτσι κι αλλοιώς είσαι χαμένος, τουλάχιστον φρόντισε να ζήσεις τη ζωή σου, να απολαύσεις τον κόσμο».
Πόλεμος κατά του σατανά, Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος,
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
Η αμέλειά μας γύρω από την κατάσταση της ψυχής μας, γίνεται ισχυρότατο όπλο στα χέρια του διαβόλου, που το στρέφει εναντίον μας. Ο Ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί σχετικά: «Ο διάβολος δεν παύει να χτυπά μέχρι εσχάτης αναπνοής, όταν βρει την ψυχή ξαπλωμένη και να καταφρονεί τις πληγές που της έχουν προκληθεί από την αμαρτία» (Περί ιερωσύνης). «Ψυχήν υπτίαν» δηλ. ψυχή που μοιάζει με άνθρωπο ξαπλωμένο στη γη, ανάσκελα, αμέριμνο και ήσυχο. Ψυχή που δεν νοιάζεται για την πνευματική της κατάσταση, είτε γιατί έχει δώσει αλλού την προσοχή της είτε γιατί δεν την απασχολεί το αιώνιο μέλλον της, είτε γιατί δήθεν ξεκουράζεται από τον αγώνα.
Στην πραγματικότητα όμως έχει πέσει στην παγίδα των δαιμόνων, οι οποίοι, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, όταν μας αντιληφθούν να είμαστε κουρασμένοι από τον πνευματικό αγώνα, από κάποια πτώση «οι δαίμονες όταν αντιληφθούν την κόπωσή μας αφού αρπάξουν την ευκαιρία παρουσιάζοντας εύλογη την αφορμή ενώ είναι άλογη μας συνιστούν την ανάπαυση. Σκοπός των εχθρών είναι να προσθέσουν τραύμα επάνω στο πτώμα, δηλαδή ενώ είμαστε πεσμένοι να μας χτυπήσουν ακόμη περισσότερο για να αχρηστευτούμε τελείως» (Λόγος δ΄).
Εχθρός μέγιστος η αμέλεια. Η πνευματική ζωή είναι διαρκής αγώνας. Κάθε μέρα που περνά χωρίς αγώνα είναι κι ένα βήμα προς τα πίσω. Κόπους ετών για την καλλιέργειά μας, είναι δυνατόν μια στιγμή αμελείας να τους αχρηστεύσει. Η αμέλεια ρίχνει σκόνη πάνω στη στιλπνότητα της ψυχής μας, της αφαιρεί τη λαμπρή εσθήτα, της προσδίδει την όψη παλαιάς και έρημης οικίας. Τι γίνεται ένα σπίτι έρημο; Καταφύγιο αραχνών και άλλων ζώων, πτηνών και ερπετών. Τι γίνεται ένας αγρός ακαλλιέργητος; Φυτώριο ακανθών και χέρσα γη. Έτσι και η ψυχή. Με την αμέλεια καταντά άγονη και χέρσα. Γίνεται δηλαδή ό,τι ο διάβολος θέλει. Και μάλιστα με το παραπάνω. Γιατί ο διάβολος αφ’ εαυτού του κινείται να μας προσεταιρισθεί. Φαντασθείτε όμως πόσο διευκολύνεται στην επιδίωξή του όταν η αμέλειά μας του παραχωρεί ελεύθερο το έδαφος για να δράσει καταστρεπτικά.
Ποιο είναι εδώ το αντίδοτο; Η αντιμετώπιση με ζήλο των πνευματικών μας αναγκών. Δεν είναι άνθρωπος τέλειος και ολοκληρωμένος εκείνος που αμελεί για τα πνευματικά θέματα. Άνθρωπος, όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, δεν είναι εκείνος που έχει σάρκα, οστά και αίμα μόνο. Αλλά εκείνος που έχει ενδιαφέροντα ψυχικά, που εργάζεται την αρετή, που αγωνίζεται για τον πνευματικό του καταρτισμό. Αυτός που αδιαφορεί γίνεται ένοχος όχι μόνο απέναντι στον εαυτό του αλλά και απέναντι στο Θεό. Ο λόγος του Αγ. Πνεύματος είναι σαφής: «επικατάρατος ο ποιών τα έργα Κυρίου αμελώς» (Ιερ. 31, 10). Και όχι μόνο αυτό. Ο αμελής και ράθυμος γίνεται εύκολη λεία του Σατανά που τρίβει τα χέρια του από ικανοποίηση για το νέο του θύμα.
Καθήκον μας λοιπόν είναι να αποδιώξουμε την αμέλεια από την ψυχή μας. Μας το συνιστά ο κατανυκτικός υμνογράφος των Παθών: «Ραθυμίαν άπωθεν (=μακριάν) ημών βαλώμεθα». Να αποκτήσουμε πνευματικά ενδιαφέροντα, να κυττάξουμε να φυλάττουμε τις πύλες της ψυχής μας από τις προσβολές του διαβόλου, ώστε να μην βρίσκει αυτός το δρόμο ανοιχτό για να εισχωρεί μέσα μας και να αιχμαλωτίζει την ψυχή μας.
Πόλεμος κατά του σατανά, Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος,
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
[...] Διαπιστώνω ότι εγώ, παρόλο που είμαι ιερέας του Θεού, λησμονώ συχνά ότι υπηρετώ το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων και ότι ο Χριστός σταυρώθηκε για μένα και τους αδελφούς μου. Και γι’ αυτό ζω μέσα σε μία ανυπόφορη μοναξιά. Υπάρχουν ωστόσο και άλλες ώρες, όπου τα μάτια της ψυχής μου βλέπουν τον Εσταυρωμένο και όλα μεταβάλλονται. Εμφανίζεται η ανατολή, το φως της, η αισιοδοξία, η όρεξη για δραστηριότητα και μου δημιουργείται η αίσθηση ότι δεν είμαι μόνος, ότι έχω Κάποιον, ο οποίος ενδιαφέρεται για μένα και με προστατεύει.
Προσπαθώ να αυξήσω αυτές τις μυστικές ώρες, για να έχω το Χριστό περισσότερο κοντά μου, για να σταθεροποιείται μέσα μου η ελπίδα της σωτηρίας.
Ο νους μου γυρίζει και στους αδελφούς, οι οποίοι, ενώ έχουν καλή διάθεση και θέλουν να πληροφορούνται σχετικά με τη σωτηρία τους, αγνοούν βασικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής. Ελπίζω να μη μείνουν μόνο στην αναζήτηση. Πρέπει να προχωρήσουν. Η ζωή τους δεν πρέπει να βυθίζεται στις βιοτικές μέριμνες, ούτε να θεωρούν μοναδικό τους σκοπό την ικανοποίηση των διαφόρων επιθυμιών που έχουν. Γνωρίζω τη δυσκολία τους στο να κάνουν τα πρώτα σταθερά βήματα προς το Θεό, να πάρουν δηλαδή την οριστική απόφαση ότι στη ζωή τους οδηγός και φάρος θα είναι το Ευαγγέλιο. Πολύ θα τους βοηθήσει σ’ αυτό η επικοινωνία τους με ανθρώπους, οι οποίοι βαδίζουν ανυπόκριτα στο δρόμο του Θεού και έχουν σχετική εμπειρία. Μετά από αυτή την αλλαγή τα πράγματα παίρνουν άλλες διαστάσεις και τα γεγονότα της ζωής τους χρονολογούνται με βάση αυτή τη στροφή τους προς το Θεό, θα λέγαμε. Όπως για τα ιστορικά γεγονότα λέμε ότι άλλα έγιναν τόσα χρόνια προ Χριστού και άλλα τόσα μετά Χριστόν, έτσι και τα γεγονότα της προσωπικής τους ζωής τα προσδιορίζουν χρονικά με βάση την απόφασή τους αυτή.
Το Χριστό τον γνωρίζουμε, ή καλύτερα αρχίζουμε να τον γνωρίζουμε, από τη στιγμή που αποδεχόμαστε τον τρόπο ζωής που μας υποδεικνύει. Η πρωτινή μας γνώση για το Χριστό ήταν μία πληροφόρηση, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα.
Η γνωριμία του ανθρώπου με το Χριστό πρέπει να εξελιχθεί σε προσωπική σχέση, στην οποία δεν χωράει τρίτο πρόσωπο. Αυτός και ο Χριστός. Οι άλλοι απλώς βοηθούν και καθοδηγούν. Χρειάζεται όμως να επισημάνω το μεγάλο κίνδυνο. Δεν είναι λίγοι οι χριστιανοί, που νομίζουν ότι μπορούν να εξουσιοδοτήσουν κάποιον κληρικό ή και λαϊκό, για να προσεύχεται γι’ αυτούς και αυτό το θεωρούν ως εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Λένε συνήθως: «Για μένα προσεύχεται ο τάδε άγιος κληρικός ή ο τάδε άγιος γέροντας. Η προσευχή του είναι θεοπειθής». Οι ίδιοι όμως συνεχίζουν να βρίσκονται σε ραθυμία και αδυνατούν να πάρουν κάποια απόφαση. Άλλοι αγιοποιούν τους γέροντές τους και θαρρούν ότι βρίσκονται μπροστά στην είσοδο του παραδείσου, καθώς ζουν με ψευδαισθήσεις. Τους φαντάζονται ως ένσαρκους άγγελους, που στοργικά τους προστατεύουν κάτω από τα φτερά τους. Βλέπουν επίσης με τη φαντασία τους φωτοστέφανο στα κεφάλια τους και ελπίζουν, οι δυστυχείς, ότι λίγο φως θα πάει και σ’ αυτούς... Τα λόγια τους τα απολυτοποιούν και τα δέχονται ως φωνή του Θεού και όχι σπάνια και τα όνειρά τους τα θεωρούν ως αποκαλύψεις του Θεού ή καλύτερα ως πιστοποιήσεις των πράξεων και των λόγων τους από τον ίδιο το Θεό. [...]
Προσοχή, αδελφοί. Προσοχή, αδελφοί, από τους «αδελφούς»! Μπορεί να σας ανοίξουν δυσθεράπευτες πληγές, οι οποίες, όταν θα τις αντιληφθείτε, είναι πιθανό να σας οδηγήσουν μακριά από την Εκκλησία, δηλαδή μακριά από τη σωτηρία.
Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008
Ο χριστιανός πιστεύει ότι η ζωή του δεν τελειώνει με το θάνατο, αλλά θα συνεχιστεί και μετά από αυτόν, στον παράδεισο ή στην κόλαση, ανάλογα με το πως θα ζήσει πάνω στη γη. Γι’ αυτό και το ενδιαφέρον του πρέπει να στρέφεται στον τρόπο τήρησης των εντολών του Θεού.
Τη σωτηρία του ο χριστιανός δεν την πετυχαίνει μόνος του. Δεν είναι δυνατό αυτό. Χρειάζεται τη βοήθεια του Θεού. Ο ίδιος αποφασίζει ότι θα αγωνιστεί για τη σωτηρία του, αλλά η υλοποίηση της απόφασής του είναι έργο της θείας χάρης, της μυστικής δηλαδή βοήθειας του Θεού προς τον άνθρωπο. Ίσως η έννοια της θείας χάρης να μην είναι τόσο γνωστή στους πολλούς, όμως αυτή εξασφαλίζει τη σωτηρία στο χριστιανό.
Ας σημειώσω κάτι περισσότερο για το τι εννοούμε ακριβώς, όταν λέμε θεία χάρη. Όλα ξεκινούν από την ενανθρώπηση του Σωτήρος Χριστού και τη σταυρική του θυσία. Δηλαδή ο Χριστός έρχεται στη γη, γεννιέται στη Βηθλεέμ, γίνεται άνθρωπος, διδάσκει, θαυματουργεί, σταυρώνεται, θυσιάζεται και ανασταίνεται. Και λαβαίνουν χώρα αυτά για τη σωτηρία των ανθρώπων. Αν αυτό το ιστορικό γεγονός το πιστεύει ο άνθρωπος και το στοχάζεται, αν το πιστεύει θερμά και το στοχάζεται με ευγνώμονα διάθεση, προσελκύει τη βοήθεια του Θεού. Με άλλα λόγια αν ο Εσταυρωμένος Κύριος είναι το καθημερινό του μέλετημα, θα έχει άγια συναισθήματα και θα είναι αφοσιωμένος στο Σωτήρα του, κάτι που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να δεχτεί το απολυτρωτικό έργο του Κυρίου. Μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί. Βοηθούμενος όμως από το Θεό μπορεί να πετύχει τη σωτηρία του. Ο ίδιος βέβαια αποφασίζει και επιθυμεί τη σωτηρία του, ο Κύριος όμως τον βοηθάει. Αυτή ακριβώς η βοήθεια, η αγάπη και η εύνοια που εκδηλώνει ο Θεός στον άνθρωπο προκειμένου να πετύχει τη σωτηρία του, λέγεται θεία χάρη και «πηγάζει από τη σταυρική θυσία του Υιού».
Η θεία χάρη μεταδίδεται στον άνθρωπο με το λόγο του Θεού, με την προσευχή, αλλά κυρίως με τα ιερά μυστήρια, τις ιερές δηλαδή ακολουθίες που όλοι γνωρίζουμε. [...]
Θαυμάζω, θαυμάζω πολύ, τη φιλανθρωπία του Θεού. Μεγάλη και απερίγραπτη είναι η αγάπη Του. Μας προσφέρει τη σωτηρία, ζητώντας από μας ένα μικρότατο αγώνα. Θαυμάζω ακόμη το γεγονός ότι ο Θεός δεν με εκβιάζει. Σέβεται, θα έλεγα, την ελευθερία μου, το αυτεξούσιό μου. Με καλεί στη σωτηρία, μου προσφέρει τη σωτηρία, αλλά δική μου επιλογή και απόφαση η αποδοχή της. Και αυτό έχει πολύ μεγάλη πνευματική αξία. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι το δρόμο της σωτηρίας βαδίζουν οι ελεύθεροι άνθρωποι και αυτοί φτάνουν στο τέρμα. Και είναι βέβαιο ότι θα φτάσουν στο τέρμα, γιατί όλες τους οι δυνάμεις, σωματικές και πνευματικές, συμβάλλουν στην επίτευξη του ιερού σκοπού. Αντίθετα οι άνθρωποι που ωθούνται και σέρνονται στο δρόμο της σωτηρίας από άλλους συνανθρώπους τους, δήθεν θρησκευτικούς, οι οποίοι εκβιάζουν τη θέλησή τους, δεν προοδεύουν και δεν εξασφαλίζουν τη σωτηρία τους, παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις των εκβιαστών τους. [...]
Μακαρίζω τους χριστιανούς, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή μπορούν να καταφεύγουν στον ιερέα και να αποθέτουν όλες τις αμαρτίες τους. Τους μακαρίζω, γιατί μπορούν να ελευθερώνουν το νου και την καρδιά τους από το μαρτύριο των τύψεων, από τη θλίψη και τη στεναχώρια, από το οδυνηρά αποτελέσματα των αμαρτιών τους. Δεν είναι μικρή υπόθεση αυτό. Φαντάζομαι πόσο υποφέρουν οι παραβάτες του ποινικού κώδικα και πόση αγωνία έχουν, όταν οδηγούνται στους δικαστές για να τιμωρηθούν. Είναι ψυχικά ράκη. Και η κατάσταση χειροτερεύει, όταν η μεταμέλειά τους δεν αλλάζει την απόφαση των δικαστών. Στην εξομολόγηση συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Χωρίς δικογραφίες, χωρίς μάρτυρες και συνηγόρους, χωρίς προσπάθειες για συγκάλυψη της αλήθειας και των πραγματικών γεγονότων, οι χριστιανοί καταφεύγουν στον πνευματικό και ομολογούν τις αμαρτίες τους. Και αυτή η ομολογία και μεταμέλειά φτάνει για να συγχωρεθούν. Όταν οι χριστιανοί συνειδητοποιήσουν την αξία της εξομολόγησης, δεν πρόκειται ποτέ να πέσουν στην απογοήτευση ή να εγκαταλείψουν τον πνευματικό τους αγώνα.
Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008
[...] Αυτό είναι το τέχνασμα του διαβόλου. [...] Στην αρχή, πριν να την κάνουμε (την αμαρτία) μας την εμφανίζει μικρή και ασήμαντη, όπως ένα μυρμήγκι. Χωρίς σημασία και χωρίς συνέπειες. Το κάνει αυτό για να μας πείσει ότι δεν είναι και τόσο σοβαρό πράγμα η διάπραξή της. Μόλις όμως πεισθούμε και την διαπράξουμε, τότε αλλάζει πρόσωπο. Την εξογκώνει στα μάτια μας κι από μυρμήγκι την παρουσιάζει μεγάλη σαν λιοντάρι. Και τούτο για να μας ρίξει στην απελπισία, να μας πείσει ότι δεν σωζόμαστε για ένα τόσο σοβαρό παράπτωμα κι έτσι να μας εξασφαλίσει τη διαρκή παραμονή μας στην πτώση και την αμετανοησία. «Οι δαίμονες πριν την πτώση, μας παρουσιάζουν το Θεό φιλάνθρωπο, όμως μετά την πτώση μας Τον παρουσιάζουν αυστηρό» κατά τον Ιωάννη της Κλίμακος (Λόγος ε΄).
Η πανουργία του σατανά δεν έχει όρια. Το σχέδιο «μυρμηκολέων» έγκαιρα το επεσήμαναν οι Πατέρες της Εκκλησίας και μας ειδοποίησαν. Χωρίς περιστροφές. Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος διδάσκει ότι «πριν οι άνθρωποι διαπράξουν την αμαρτία, ο διάβολος τους την μικραίνει στα μάτια τους πολύ. Όταν όμως την διαπράξουν την μεγαλώνει, φέρνοντάς τους κύματα λογισμών, με σκοπό να τους οδηγήσει στην απόγνωση» (Ευεργετινός Α΄ 622).
Ποιος δεν έχει δοκιμάσει αυτό το όπλο του διαβόλου; Σου βάλλει τον λογισμό να παραβείς μια εντολή, π.χ. το «ου μοιχεύσης». Αρχίζει συστηματικά την προσβολή. Εσύ αντιδράς; Εκείνος τότε θέτει σε ενέργεια το σχέδιο «Δε βαριέσαι καημένε! Ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος είσαι. Κι έπειτα σπουδαίο πράγμα! Κύτταξε, σήμερα όλοι το ίδιο κάνουν. Ένας περισσότερος εσύ! Δεν είναι δα και τόσο σοβαρό! Κι έπειτα αν θέλεις μετανοείς!» Κάτι τέτοιες σκέψεις υποβάλλει ο διάβολος για να σμικρύνει τη βαρύτητα του σφάλματος, που πρόκειται να διαπράξεις. Επιμένει στο αυτό μοτίβο. «Άλλοτε αυτό εθεωρείτο ίσως σοβαρό παράπτωμα. Σήμερα όμως... Ο κόσμος άλλαξε. Προχώρησε χωρίς να φοβάσαι. Δεν πρόκειται και για κανένα έγκλημα. Απλό είναι...»
Κι όλα αυτά μέχρι να μας πείσει. Μόλις το κατορθώσει και η αμαρτία τελεσθεί τότε αρχίζει άλλη μέθοδο. «Πω! πω τι έκανες! Φοβερό. Κανείς δεν τολμούσε. Είσαι ασυγχώρητος. Η εντολή του Θεού είναι σαφής. Εσύ την παρέβηκες. Θα τιμωρηθείς. Δεν υπάρχει για σένα έλεος». Έτσι επιδιώκει να μας ρίξει σε απόγνωση, ώστε να μην ζητήσουμε συγχώρηση και να μη σωθούμε.
Για τούτου χρειάζεται και εδώ μεγάλη προσοχή. Αμαρτήματα μικρά και μεγάλα, ελαφρά και σοβαρά δεν υπάρχουν κατ’ ουσίαν. Όλα τα αμαρτήματα είναι αμαρτήματα. Είναι παράβαση εντολής του Θεού. Και «όστις πταίσει εν ενί γέγονε πάντων ένοχος» (Ιακώβ 2, 10). Επομένως δεν πρέπει να θεωρούμε ορισμένα αμαρτήματα χωρίς σημασία και άλλα σοβαρά. Αυτή η μέθοδος του διαχωρισμού των παραπτωμάτων είναι του διαβόλου.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λυπόταν περισσότερο και φοβόταν για τα μικρά θεωρούμενα αμαρτήματα και λιγότερο για τα σοβαρά. Γιατί τα λεγόμενα μικρά οι άνθρωποι δεν τα υπολογίζουν και αυτό αποβαίνει εις βάρος τους. Και έλεγε: «Γι’ αυτό είναι μεγάλα κακά αυτά που θεωρούνται μικρά, επειδή φαίνονται ότι είναι αδιάφορα και δεν υπάρχει μεγάλη φροντίδα γι’ αυτά. Το μεγάλο κακό εξαφανίζεται γιατί γίνεται προσπάθεια και αγώνας, ενώ αυτό που φαίνεται μικρό κακό και για τούτο καταφρονείται, στη συνέχεια γίνεται μεγάλο» (Κατήχηση ΙΑ΄).
Όλα λοιπόν τα αμαρτήματα συνιστούν προσβολή κατά του Θεού. Αλλά και για όλα ο Θεός είναι έτοιμος να παράσχει τη συγγνώμη Του, εφ’ όσον ο αμαρτωλός μετανοήσει και επιστρέψει. Ο Ιερός Χρυσόστομος μας συμβουλεύει να έχουμε πάντοτε ελπίδα στην αγάπη του Θεού για τη συγχώρησή μας: «όσο βρισκόμαστε σ’ αυτή τη ζωή να έχουμε βέβαια ελπίδα και να φροντίζουμε για την μέλλουσα ζωή και να επιδιώκουμε το βραβείο της άνω κλήσεως του Θεού» (Κατήχηση Ι).
Κάθε παράβαση είναι αμαρτία. Αλλά και για κάθε αμαρτία, υπάρχει το άπειρο έλεος του Θεού. Αυτό είναι το σωστό. Επομένως ούτε πριν την αμαρτία υποτίμηση, ούτε έπειτα απ’ αυτήν υπερτίμηση. Καλό είναι να μην αμαρτάνουμε γιατί κάθε αμαρτία λυπεί το Θεό. Εάν όμως πέσουμε, ας σηκωθούμε αμέσως. Το έλεος του Θεού είναι άπειρο.
Πόλεμος κατά του σατανά, Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος,
Εκδόσεις Χρυσοπηγή