Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης
E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.


Δυστυχώς δεν έχω καταφέρει να πάω στο Άγιο Όρος ούτε να μιλήσω με άγιους Γέροντες που πολύς κόσμος αναζητά! Να πω την αλήθεια όμως δε μου λείπει και τόσο, όσο κι αν θαυμάζω το ασκητικό τους φρόνημα, τα θεόπνευστα λόγια τους και την αγάπη τους για το Χριστό μας! Μ’αξίωσε ο Κύριος να ζω πνευματικά σε μια ενορία με πολλούς αδελφούς, που για μένα είναι άγιοι. Μικροί ή μεγάλοι ο Κύριος το ξέρει! Όλοι μας, απ’το Δεσπότη μας και τους Γέροντες μέχρι και τον ‘τελευταίο’ πιστό, ανήκουμε στο ίδιο σώμα, στο Σώμα του Χριστού!
Αν σε κάποιον του έχει δοθεί αποστολή να είναι το μάτι και την φέρει εις πέρας, θα πάρει το μισθό του. Ομοίως και αυτός που έχει την αποστολή να είναι η βλεφαρίδα. Γι’αυτό δεν μπορεί το μάτι να υπερηφανεύεται στη βλεφαρίδα, ούτε η βλεφαρίδα να απογοητεύεται που δεν είναι μάτι! Αλλά όλοι να δοξολογούμε το Θεό που ανήκουμε σ’Αυτόν και να κάνουμε ό τι καλύτερο μπορούμε, συνεργαζόμενοι με αγάπη! Θαύμαζα και πάντα θα θαυμάζω την απόφαση του Αποστόλου Πέτρου να περπατήσει πάνω στα άγρια κύματα, για να είναι μαζί με τον Κύριο Του! Ομοίως θαυμάζω τους αδελφούς μου που δεν τους ξέρει σχεδόν κανείς και περπατούν πάνω στη φουρτουνιασμένη θάλασσα των παθών τους, των δυσκολιών του βίου τους και των δοκιμασιών που παραχωρεί ο Κύριος, για να είναι μαζί Του.
Θαυμάζω την απόφαση τους να ζουν εν παρθενία και αγνότητα, χωρίς προγαμιαίες σχέσεις, παρά την επιθυμία της σαρκός και τη νεότητα τους, σε έναν κόσμο που η αμαρτία είναι τόσο εύκολη και οι πειρασμοί τόσοι πολλοί! Που έχουν υπομονή και ελπίδα στο Χριστό για να κάνουν το θέλημα Του και όχι το θέλημα των γονιών και του κόσμου… Έχω σκουπίσει άγια δάκρυα αδελφών μου που απορρίφθηκαν επειδή ήταν ‘της Εκκλησίας’, και δεν ήθελαν προγαμιαίες σχέσεις. Ή που ήταν πράοι και ειρηνικοί και όχι ‘μάγκες’.
Θαυμάζω τα αδέλφια μου, που με τόσες δυσκολίες, παράλογα για τον κόσμο, φέρνουν στον κόσμο πολλά παιδιά, και τα ανατρέφουν χριστιανικά! Που αποφασίζουν να παντρευτούν χωρίς να τα έχουν όλα στρωμένα, αλλά έχουν στρώσει στην ψυχή τους χαλί να πατήσει ο Κύριος! Χαίρομαι που στην εργασία τους, δεν είναι της λογικής του ‘ ο θάνατος σου, η ζωή μου’, του ‘ φταίει ο άλλος’, της κολακείας για να ανέβουν σε υψηλές θέσεις, αλλά σκεπάζουν τις αδυναμίες των άλλων, και εργάζονται ευχόμενοι, σκληρά και ταπεινά και με υπομονή, γνωρίζοντας ότι για το Χριστό εργάζονται! Αγαλλιάζει η καρδιά μου που έχω δίπλα μου αδελφούς που όταν βλέπουν τον αδελφό τους να έχει πρόβλημα, θα τρέξουν δίπλα του να τον βοηθήσουν, να τον ακούσουν, να τον αγκαλιάσουν, ακόμη κι αν την προηγούμενη μέρα ήταν τσακωμένοι. Που επιλέγουν την αγάπη από τη λογική και το φόβο, την προσφορά από τη μνησικακία! Θαυμάζω και τιμώ τα αδέλφια μου που ενώ έχουν σοβαρότατα προβλήματα υγείας, έχουν πάντα το χαμόγελο στα χείλη και την ελπίδα στο Χριστό μας, που δεν το βάζουν κάτω ποτέ, ανθρώπους με σοβαρά ψυχικά τραύματα, να είναι εκεί, παρόντα ‘παρά τους πόδας του Ιησού’, στη Λειτουργία, στις ομιλίες, στις συγκεντρώσεις! Αδέλφια που έχασαν δικούς τους ανθρώπους, γονείς, συζύγους, παιδιά, και δεν κλονίστηκαν, αλλά αντίθετα έγιναν πιο δυνατοί.
Αδέλφια που αν και πέθαναν, είναι πιο ζωντανά από ποτέ! Ζήλευα τους Αποστόλους που έζησαν τρία χρόνια δίπλα στο Χριστό, τους αγωνιστές της πίστεως που πολεμούσαν τις αιρέσεις, τους μεγάλους Αββάδες του Γεροντικού… και να πω την αλήθεια ακόμη τους ζηλεύω, όπως ζηλεύω και όλους τους Αγίους! Όμως είναι μεγάλη παρηγοριά που σίγουρα θα τη ζήλευαν πολλοί να είμαι ανάμεσα σε τόσους αδελφούς που έχουν τις μικρές άγιες στιγμές τους!
Όλες αυτές τις στιγμές τις κρατώ μέσα στην καρδιά μου, σε ένα θησαυροφυλάκιο με την ετικέτα ‘ χαρά και ελπίδα’! Χαρά μου που τους γνώρισα και ελπίδα ότι ίσως κάποτε να τους μοιάσω έστω και λίγο…Μπορεί να μην έχω περπατήσει ακόμη στους Αγίους Τόπους αλλά δόξα τω Θεώ ‘περπάτησα’ πάνω σε αυτές τις άγιες καρδιές!  (Κ.Β.)


Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους: “ὡς μὴ ἐρχομένου δέ μου πρὸς ὑμᾶς ἐφυσιώθησάν τινες·” ( Α’Κορ.4 , 18). Για ποιο λόγο υπερηφανεύτηκαν; Ο θείος απόστολος απουσίαζε πολύ καιρό και μεταξύ των χριστιανών της Κορίνθου έγινε αυτό που συνήθως γίνεται όταν το ποίμνιο μένει χωρίς καλό ποιμένα, όταν αφήνεται στην τύχη του.
Βρέθηκαν στο ποίμνιο του Χριστού άτομα που είχαν ξεχάσει την ταπείνωση, την πραότητα και την αγάπη, είχαν ξεχάσει όλα όσα δίδασκε ο Ποιμήν ο Καλός, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και άρχισαν να ακολουθούν τη δική τους λογική. Βρέθηκαν μεταξύ των Κορινθίων άνθρωποι που άρχισαν να κατηγορούν τον απόστολο Παύλο να λένε οτι δεν είναι δυνατός στο λόγο ,οτι δεν είναι καλός ομιλητής. Θεωρούσαν τον εαυτό τους καλύτερο από αυτόν και έλεγαν οτι έχει πολλά ελατώματα.Όλο και περισσότερο φούσκωναν από υπερηφάνεια.
“ἐλεύσομαι δὲ ταχέως πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ γνώσομαι οὐ τὸν λόγον τῶν πεφυσιωμένων, ἀλλὰ τὴν δύναμιν· οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ἐν δυνάμει.” Α’ Κορ. 4.19 – 20) . Ο θείος Παύλος δοκιμάζει την καρδιά αυτών των υπερηφάνων, όχι από τα λόγια , αλλά από τη δύναμή τους.Λέει οτι θα δει αν υπάρχει στην καρδιά τους η δύναμη του Χριστού. Αν είναι κενά τα λόγια τους η έχουν δύναμη.
“οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ἐν δυνάμει”.Ποιά είναι αυτή η Βασιλεία του Θεού για την οποία μιλάει; Είναι η Βασιλεία του Θεού η οποία υπάρχει μέσα μας, η οποία αποκαλύπτεται στην ψυχή κάθε γνήσιου χριστιανού ήδη εδώ στη γή και όχι μόνο μετά τη Φοβερά Κρίση του Κυρίου. Γι αυτή λοιπόν την Βασιλεία του Θεού μιλάει εδώ ο θείος απόστολος. Και αυτή η Βασιλεία του Θεού μέσα στην καρδιά μας “οὐ γὰρ ἐν λόγῳ… ἀλλ᾿ἐν δυνάμει”. Και αυτό σημαίνει οτι όχι από τα λόγια μας γίνεται φανερό αν μετέχουμε η όχι στη θεία και αιώνια ζωή αλλά από την πνευματική δύναμη. Και αν έχουμε η όχι αυτή τη δύναμη το δείχνει η ζωή μας, οι πράξεις μας.
Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι “ρήτορες” που φαίνονται δυνατοί εν λόγω, που με την ευγλωττία τους σαγηνεύουν τις καρδιές των ανθρώπων. Αλλά ποιών ανθρώπων; Αυτών που γοητεύονται από τα εξωτερικά σχήματα. Διότι μόνο σχήματα υπάρχουν στα λόγια τέτοιων “ρητόρων” , μόνο σχήματα και όχι δύναμη, η δύναμη δεν υπάρχει καθόλου.
Την δύναμή του, την γνήσια πνευματική δύναμη που μπαίνει βαθιά στην καρδιά των ανθρώπων, ο ανθρώπινος λόγος, την αποκτά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μόνο ο λόγος των ανθρώπων που ζουν εν Αγίω Πνεύματι έχει αυτή την αληθινή δύναμη που αιχμαλωτίζει την καρδιά αυτών που τον ακούνε. Είναι η δύναμη του Θεού, η δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Οι άνθρωποι όταν γίνονται μετοχοι αυτής της δύναμης αγιάζονται, αποκτούν καθαρή καρδιά, την αγάπη προς το καλό και την αλήθεια και μισούν το κακό και το ψεύδος. Μόνο στην καρδιά τέτοιων ανθρώπων αποκαλύπτεται η δύναμη του Θεού και η δύναμη του Αγιου Πνεύματος που κατοικεί μέσα τους.
Αυτή η δύναμη αιχμαλωτίζει την καρδιά των ανθρώπων. Μπορεί κανείς να είναι πάντα σιωπηλός, να μη μιλάει, να μην κυρήττει. Μπορεί να μην έχει την ικανότητα του λόγου και ταυτόχρονα να αγγίζει την καρδιά των ανθρώπων, να μπαίνει βαθιά μέσα της. Και χωρίς να έχουμε την ικανότητα του λόγου, μέσα στη σιωπή, αν οι πράξεις μας φανερώνουν την καλωσύνη μας, την ταπείνωση της καρδιάς, την δύναμη της πίστεως και την αγάπη, τότε εκπέμπουμε τέτοια ευωδία σαν το τριαντάφυλλο.
Το τριαντάφυλλο δεν μιλάει αλλά μοσχοβολάει δυνατά. Το ίδιο και εμείς πρέπει να μοσχοβολάμε, να εκπέμπουμε την πνευματική ευωδία, την ευωδία του Χριστού. Να ακούγεται από μακρυά το άρωμα των πράξεών μας,καλών, καθαρών, δίκαιων και γεμάτων αγάπη.Μόνο έτσι μπορεί να φανερωθεί η Βασιλεία του Θεού, η οποία υπάρχει μέσα στην καρδιά μας, να φανερωθεί όχι εν λόγων αλλά εν δυνάμει. Αμήν.
(πηγή : από το βιβλίο Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980) .Έκδοσις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ)

Τις προάλλες διάβαζα ένα βιβλίο της γερόντισσας Γαβριηλίας και έλεγε πως αν δεν σπάσεις το εγώ και το αδειάσεις, πώς θα κάνεις χώρο να έρθει ο Θεός; Και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος [ Κατά Ιωάννην 3,30] μας λέει...΄Εκείνος πρέπει να αυξάνει, εγώ δε να ελαττώνομαι΄.Και σκεφτόμουν πως ο εγωισμός είναι από τα σημαντικότερα αναχώματα της συνεύρεσης μας με τον Κύριο! Ακούω πολλούς ανθρώπους να ρωτάνε πώς θα βρουν το Χριστό, πώς θα νιώσουν το Χριστό, πώς θα ακούσουν το Χριστό! Αν δεν γονατίσει η καρδιά μας, αν δεν ξεφουσκώσουμε την αλαζονεία, τον εγωισμό και την αυτοπεποίθηση μας, είναι απίθανο να συνευρεθούμε με το Θεό! Άγαπάτε, υπομένετε, παραβλέπετε, μην εξάπτεσθε, αλληλοσυγχωρείτε για να ομοιάσετε του Χριστού μας και να αξιωθείτε να είστε κοντά Του εις την Βασιλείαν Του΄.[ γέροντας Εφραίμ Φιλοθείτης]
Βέβαια η μετάβαση από την πεποίθηση στον εαυτό μας, στην πεποίθηση στο Θεό είναι συνήθως επώδυνη γιατί μας φέρνει σε διαμάχη με τα πάθη και τις αδυναμίες μας! Αχ! Και αυτά τα πάθη αντιστέκονται σθεναρά στην εξέλιξη μας!
Σε κοιτώ πάνω στο Σταυρό και βλέπω και τον κενό Σου Τάφο και η Αγάπη Σου με συγκλονίζει! Άφησες τη Δόξα Σου και ενανθρώπησες για μας! Η θυσία Σου με κινητοποιεί να θυσιάσω κι εγώ κάτι από τον εαυτό μου και όλον να Σου τον δώσω, να τον ακουμπήσω στα πόδια Σου, να τον κάνεις ό,τι θες! Να έρθεις μέσα μου, να φύγω εγώ! Τί είμαι άλλωστε εγώ χωρίς Εσένα; Μα δεν το έχω δει τόσα χρόνια; Όταν ήμουν άρρωστη με παρηγόρησες και με θεράπευσες, όταν οι σχέσεις μου νοσούσαν τις γιάτρεψες, όταν δεν είχα να φάω με τάισες, όταν δεν είχα ρούχα με έντυσες….
Στα σκοτάδια με φωτίζεις, στις θλίψεις με ανακουφίζεις, στις λύπες με κάνεις να χαμογελώ! Εσύ! Όλα Εσύ! Πριν μόνη μου βυθιζόμουν στα κύματα της ταραγμένης ζωής μου, τώρα μαζί Σου, απολαμβάνω τη διακριτική αύρα της Παρουσίας Σου!
Και όλα αυτά γιατί Σου έκανα χώρο να μπεις στην καρδιά μου, να μπεις στη ζωή μου! Δεν είναι παραχώρηση, δεν είναι υποχώρηση, δεν είναι ήττα η έλευση Σου στη ζωή μου! Είναι νίκη, γιατί είσαι ο Νικητής! Είναι ελευθερία, γιατί είσαι ο Λυτρωτής! Είναι έμπνευση, γιατί έστειλες το Πνεύμα το Άγιο! Είναι ελπίδα, γιατί είσαι η Ανάσταση!
Ας προσευχόμαστε καθημερινά να ζούμε κάθε μας στιγμή μέσα στην παρουσία του Θεού, να λιγοστεύουμε εμείς και να αυξάνει Εκείνος, γιατί αυτή η αναλογία θα μας οδηγήσει στη Βασιλεία των Ουρανών! Αμήν!


"Αν δεν γίνητε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις τη Βασιλεία των Ουρανών"!
…Και κάπου εκεί στην εφηβεία, αντίο αθωότητα, αντίο ανεμελιά, αντίο ξεγνασιά! Και όσο προχωράει η ενηλικίωση αφήνουμε ολοένα και πιο πίσω το παιδί που έπαιζε με τις κούκλες και τα αυτοκινητάκια, που εξερευνούσε με τα γεμάτα αθωότητα μάτια του τα πάντα γύρω του, που με το γέλιο του γέμιζε το σπίτι χαρά!
Τώρα, βάρυναν οι ώμοι από τα προβλήματα, βάρυνε η καρδιά από το άγχος, έφυγε το χαμόγελο από τα χείλη, έφυγε η αθωότητα από το βλέμμα! Ενήλικες… άνθρωποι κουρασμένοι, θλιμμένοι, αγχωμένοι, ζούμε με χιλιάδες νευρώσεις και την αγωνία του σήμερα και του αύριο! Με μια καρδιά που ασφυκτιά μέσα στα προβλήματα της καθημερινότητας και που έχει ξεχάσει πλέον να χτυπά στο ρυθμό της χαμένης παιδικότητας!
Οι μέριμνες πήραν τη θέση του παιχνιδιού, οι υποχρεώσεις δεν αφήνουν χρόνο για ονειροπόληση και φαντασία, οι γρήγοροι ρυθμοί δεν επιτρέπουν την αναπόληση των παιδικών χρόνων και την ενθύμηση της ύπαρξης κάποτε ενός παιδιού που ήταν πολύ χαρούμενο και ειρηνικό, ενός παιδιού που στην πορεία της ζωής το ξεχάσαμε κάπου εκεί βαθιά μέσα μας και δεν ασχοληθήκαμε ποτέ ξανά μαζί του!
Κι όμως, αυτό το παιδί υπάρχει ακόμα εκεί! Ας γυρίσουμε πίσω να το ξαναβρούμε!
Ας ψάξουμε μέσα στην καρδιά μας να το ανακαλύψουμε! Και τότε θα πούμε ‘Γιατί άφησα να μεγαλώσω; Πώς ξεγελάστηκα;’ Αυτό το παιδί θα μας διασφαλίσει τη χαρά, την ειρήνη, την ισορροπία… αυτό το παιδί θα μας οδηγήσει και θα μας συνδέσει με το Χριστό! Να είμαστε παιδιά όλη μας τη ζωή! Τι ευτυχία! Φοβερή κατάκτηση στον αδυσώπητο αιώνα τούτο που κατασπαράζει κάθε τι αγνό, φωτεινό και αθώο!
Να είμαστε παιδιά στην καρδιά, όχι στο μυαλό! Αθώοι, όχι χαζοί… ανέμελοι, όχι αναίσθητοι… απλοί, όχι αφελείς… χαρωποί, όχι χαζοχαρούμενοι… ταπεινοί, όχι ταπεινολόγοι… με πίστη απλή και άδολη, με φως να αντανακλά στο πρόσωπο, με διάθεση και κέφι για ζωή!
Κι εμείς οι χριστιανοί οφείλουμε να αναζητήσουμε και να αφυπνίσουμε το παιδί που υπάρχει μέσα μας και έτσι με μια καρδιά γεμάτη φως, ελπίδα, πίστη και χαρά να αντανακλούμε τον Αναστημένο Χριστό γιατί τελικά αυτό το παιδί που ο καθένας έχει μέσα του μπορεί να ακούσει το Χριστό!
‘Αφήστε τα παιδιά να έρχονται σε Μένα και μην τα σταματάτε, επειδή η Βασιλεία του Θεού ανήκει σε εκείνους που μοιάζουν με αυτά!’

(Α.Β)

Το Αγιο Πνεύμα,ο όσιος Σεραφείμ & ο Μοτοβίλωφ.
Ἡ συγκλονιστική συνομιλία & εμπειρία τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μὲ τὸν Μοτοβίλωφ

(Ὁ κτηματίας Νικόλαος Μοτοβίλωφ, πού τό 1831 θεραπεύθηκε θαυματουργικά ἀπό σοβαρή ἀσθένεια μέ τήν προσευχή τοῦ ὁσίου Σεραφείμ, ἀπέκτησε τήν εὔνοιά του καί ἀξιώθηκε νά συζητήση πολύ μαζί του γύρω ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Τή συζήτησί του αὐτή κατέγραψε σέ σημειώσεις, οἱ ὁποῖες παρέμειναν στή μονή Ντιβέγιεβο περισσότερο ἀπό ἑξῆντα χρόνια. Τό 1902 τίς παρέλαβε ὁ Σ.Α. Νεῖλος ἀπό τή γερόντισσα Ἑλένα Νικαλάεβνα, χήρα τοῦ Μοτοβίλωφ, καί μέ τήν ἄδεια τῆς ἡγουμένης Μαρίας τίς ἔφερε στό φῶς τῆς δημοσιότητος τό 1903 στά «Μοσχοβίτικα χρονικά» τοῦ Ἰουλίου μέ τόν τίτλο: «Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀναπαυόταν φανερά στόν πατέρα Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, στή συζήτησί του γιά τόν σκοπό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς».
Ἀργότερα οἱ σημειώσεις αὐτές ἀναδημοσιεύθηκαν ἀπό τόν Λ. Ντενίσωφ στό βιβλίο του «Ὁ βίος τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ» καί ἀπό τόν πατέρα Π. Φλορένσκυ στό ἔργο του «Στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας».)
Α. Η αποκαλυπτική συζήτηση
Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας
«Ἦταν Πέμπτη. Ἡ μέρα ἦταν σκοτεινή. Τὸ χιόνι, περίπου 25 πόντοι, σκέπαζε τὴ γῆ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐξακολουθοῦσαν νὰ πέφτουν πυκνὲς νιφάδες χιονιοῦ, ὅταν ὁ στάρετς (γέροντας) Σεραφεὶμ ἄρχισε νὰ συνομιλεῖ μαζί μου. Μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω σ’ ἕνα κορμὸ δένδρου ποὺ μόλις εἶχε κόψει, καὶ ὁ ἴδιος κάθησε ἀπέναντί μου. Βρισκόμασταν στὸ δάσος πλάι στὸ ἐρημητήρι του στὸ βουνὸ ποὺ κατεβαίνει μέχρι τὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Σάρωφκα.
— Ὁ Κύριος μοῦ ἀπεκάλυψε, εἶπε ὁ μεγάλος στάρετς, ὅτι ἀπὸ τὰ παιδικά σου χρόνια ζητᾶς μὲ φλογερὸ πόθο νὰ μάθεις ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ ὅτι πολλὲς φορὲς ρώτησες γι' αὐτὸ διάφορους πνευματικοὺς ἀνθρώπους.
— Πραγματικά, ἀπάντησα, ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνιά μου μὲ ἀπασχολοῦσε ἐπίμονα αὐτὴ ἡ σκέψη καὶ ἀπευθύνθηκα σὲ πολλὰ πνευματικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ οἱ ἀπαντήσεις δὲν μὲ ἱκανοποιοῦσαν.
— Ναὶ συνέχισε ὁ στάρετς, γιατί κανεὶς δὲν σοῦ ἔδωσε ὁριστικὴ ἀπάντηση. Σοῦ ἔλεγαν: «Πήγαινε στὴν Ἐκκλησία, προσευχήσου στὸ Θεό, ἐφάρμοσε τὶς ἐντολές Του, κᾶνε τὸ καλό. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς». Μερικοί, μάλιστα δυσανασχετοῦσαν μαζί σου γιατί ἔδειχνες μία περιέργεια ποὺ δὲν θὰ ἄρεσε στὸ Θεό (!). «Μὴ ζητᾶς πράγματα ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις σου», σοῦ ἔλεγαν. Αὐτὲς οἱ ἀπαντήσεις ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ σὲ ἱκανοποιήσουν.
Ἐγώ, ὁ φτωχὸς Σεραφείμ, θὰ σοῦ ἐξηγήσω τώρα ποιὸς εἶναι πραγματικὰ αὐτὸς ὁ σκοπός. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ ἄσκηση καὶ ὅποιο χριστιανικὸ ἔργο, ὅσο καλὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτὸ καθαυτό, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, μολονότι εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ. Δὲν μπορεῖ, λοιπόν, τὸ μέσο νὰ γίνει σκοπός.
Πραγματικὸς σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Πρέπει νὰ γνωρίζεις, συνέχισε ὁ στάρετς, ὅτι ὁποιοδήποτε χριστιανικὸ ἔργο, μόνον ὅταν γίνεται ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστό, φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ὅλα τὰ ἄλλα καλὰ ἔργα, ποὺ γίνονται χάριν τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο μέσα γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποκτήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; ρώτησα τὸ στάρετς. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω καλὰ αὐτό.
— Ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μοιάζει λίγο μὲ τὸ ἐμπόριο. Ἀποκτῶ, σημαίνει μαζεύω, συγκεντρώνω, ἀπάντησε ὁ στάρετς. Ἐσὺ γνωρίζεις σίγουρα τί σημαίνει ἀποκτῶ χρήματα. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Σκέψου, λοιπόν, τὴ σημασία τῆς λέξης «ἀποκτῶ» μὲ τὴν κοσμική, τὴ γήινη ἔννοια. Οἱ ἄνθρωποι σκοπεύουν στὴν ἀπόκτηση χρημάτων, τιμῶν, διακρίσεων καὶ ἄλλων ἀνταμοιβῶν γιὰ τὶς προσφερόμενες ὑπηρεσίες τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἕνα «κεφάλαιο» γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ ὁποίου ἀγωνίζεται ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι ὅμως ἕνα «κεφάλαιο» αἰώνιο, μοναδικό, ἀστείρευτο καὶ εὐλογημένο. Ἀποκτᾶται μὲ τοὺς ἴδιους περίπου τρόπους, ὅπως τὸ χρηματικὸ κεφάλαιο ἢ τὰ διάφορα ἀξιώματα.
Γήινα ἐμπορεύματα εἶναι τὰ καλὰ ἔργα ποὺ γίνονται ἀπὸ ἀγάπη στὸ Χριστὸ καὶ φέρνουν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Κάθε καλὸ ἔργο ποὺ γίνεται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φέρνει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Περισσότερο ὅμως ἀπ' ὅλα μᾶς τὴ φέρνει ἡ προσευχή, γιατί εἶναι πάντα στὰ χέρια μας σὰν ἕνα εὔχρηστο ὅπλο. Εἶναι προσιτὴ στὸν πλούσιο, στὸ φτωχό, στὸ σοφό, στὸν ἁπλοϊκό, στὸ δυνατό, στὸν ἀδύνατο, στὸ γερό, στὸν ἀσθενῆ, στὸ δίκαιο καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς. Περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο μέσο, εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς φέρει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ βρίσκεται πάντα στὴ διάθεση τοῦ καθενός, θὰ εἴμαστε μακάριοι, ἂν μᾶς βρεῖ ὁ Κύριος ἄγρυπνους, ἐν προσευχῇ, μέσα στὴν πληρότητα τῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Γέροντα, τοῦ εἶπα, μιλᾶς συνεχῶς γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς σκοπὸ τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ πῶς καὶ ποῦ μπορῶ νὰ τὸ δῶ; Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι ὁρατά. Ἄραγε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ γίνει ὁρατό; Πῶς μπορῶ νὰ ξέρω ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι μαζί μου;
— Στὶς μέρες μας, ἀποκρίθηκε ὁ στάρετς, ὑπάρχει γενικὴ ψυχρότητα γιὰ τὴν ἁγία πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὴ θεία Πρόνοια ποὺ ἐνεργεῖ τὰ πάντα γιὰ νὰ μᾶς φέρει κοντά Του. Ἡ ψυχρότητα καὶ ἡ ἀδιαφορία διέκοψαν τὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ μᾶς ἀπομάκρυναν σχεδὸν ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. Στὴν Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, συχνὰ ἀναφέρεται ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Μερικοὶ λένε: «Τὰ χωρία αὐτὰ εἶναι ἀκατανόητα. Πῶς μποροῦν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια νὰ δοῦν τὸ Θεό»; Τίποτε ὅμως ἀκατανόητο δὲν ὑπάρχει ἐδῶ. Ἡ δυσκολία προέρχεται ἀπὸ τὴ δική μας ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Θεό. Γίναμε ἀδιάφοροι γιὰ τὴ σωτηρία μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἑρμηνεύουμε λανθασμένα πολλὰ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης μπήκαμε σὲ τέτοιο σκοτάδι ἄγνοιας ὥστε μᾶς φαίνονται ἀκατανόητα ὅσα γιὰ τοὺς παλιοὺς ἦταν προσιτὰ καὶ κατανοητά. Ἐκεῖνοι δὲν ἔβρισκαν καθόλου παράδοξη τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά τους. Ἔβλεπαν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὄχι στὸν ὕπνο τους ἢ σὲ φανταστικὲς ἐκστάσεις, ἀλλὰ καθαρὰ καὶ ἀληθινά.
Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φιλόθεε, δίνεται σὲ ὅλους μας κατὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Στὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Χρίσματος ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς σφραγίζει μυστηριακὰ μὲ τὴ χρίση τῶν βασικῶν ὀργάνων τοῦ σώματός μας, ὅπως ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία, ὁ αἰώνιος φύλακας αὐτῆς τῆς χάρης. Κατὰ τὴ χρίση λέμε: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ ἄνθρωποι συνήθως σφραγίζουμε τὰ θησαυροφυλάκια ποὺ περιέχουν κάποιο θησαυρό. Ἀλλὰ ποιὸς θησαυρὸς μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλύτερος καὶ πολυτιμότερος ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ὁποία μᾶς προσφέρονται κατὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα; Ἡ χάρη αὐτὴ εἶναι τόσο μεγάλη, βαθιὰ καὶ ἀπαραίτητη, ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν πλανεμένο ἄνθρωπο δὲν τοῦ ἀφαιρεῖται μέχρι τὸ θάνατό του.
— Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ξέρω, ρώτησα τὸν Γέροντα, ἂν βρίσκομαι καὶ ἐγὼ στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
— Εἶναι πολὺ ἁπλό, μοῦ ἀπάντησε. Ὁ Κύριος λέει ὅτι ὅλα εἶναι ἁπλὰ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἀποκτάει τὴ γνώση. Τὸ δυστύχημα γιὰ μᾶς εἶναι ὅτι δὲν ζητᾶμε αὐτὴ τὴ θεϊκὴ γνώση ἡ ὁποία δὲν κάνει θόρυβο, γιατί δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν αὐτὴ τὴ γνώση καὶ καταλάβαιναν ἂν εἶχαν μαζί τους τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἢ ὄχι. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ τὸ «ἔδοξε τῷ Ἁγίω Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. 15:28). Βλέπεις, λοιπόν, ἀγαπητέ μου, ὅτι τὸ πράγμα εἶναι ἁπλό;
Β. Η συγκλονιστική εμπειρία & αποκάλυψη
— Παρ' ὅλα αὐτὰ δὲν καταλαβαίνω πῶς μπορῶ νὰ εἶμαι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι βρίσκομαι στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Πῶς μπορῶ νὰ διακρίνω τὴν πραγματική Του παρουσία στὴ ζωή μου;
— Σοὺ εἶπα, φιλόθεε, ὅτι αὐτὸ εἶναι πολὺ ἁπλὸ καὶ σοῦ διηγήθηκα λεπτομερειακὰ πῶς μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ γεμίσουν μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ πῶς μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν παρουσία του μέσα μας. Τί περισσότερο ζητᾶς;
— Θέλω νὰ τὰ καταλάβω αὐτὰ πολὺ καλά, ἀπάντησα.
Τότε ὁ στάρετς Σεραφεὶμ μὲ ἔπιασε δυνατὰ ἀπὸ τοὺς ὤμους καὶ μοῦ εἶπε:
— Τώρα βρισκόμαστε, παιδί μου, καὶ οἱ δύο μέσα στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί δὲν μὲ κοιτᾶς;
— Δὲν μπορῶ νὰ σὲ κοιτάξω, Γέροντα, γιατί ἀπὸ τὰ μάτια σου βγαίνουν λάμψεις. Τὸ πρόσωπό σου ἔγινε φωτεινότερο καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὰ μάτια μου κλείνουν ἀπὸ τὸν πόνο.
— Μὴ φοβᾶσαι, φιλόθεε. Τώρα καὶ ἐσὺ ἔχεις γίνει φωτεινὸς ὅπως ἐγώ. Ἔχεις καὶ ἐσὺ πληρωθεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ μὲ δεῖς ἔτσι ὅπως μὲ βλέπεις.
Καὶ σκύβοντας κοντά μου μοῦ εἶπε ψιθυριστά:
— Παρακαλοῦσα τὸν Κύριο μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ σὲ ἀξιώσει νὰ δεῖς φανερὰ καὶ μὲ τὰ σωματικά σου μάτια τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ νά, ἀγαπητέ μου, ὁ Κύριος ἱκανοποίησε τὴν ταπεινὴ παράκληση τοῦ φτωχοῦ Σεραφείμ. Πῶς νὰ μὴν Τὸν εὐγνωμονοῦμε καὶ οἱ δύο γιὰ τὴν ἀνέκφραστη αὐτὴ δωρεά Του! Εὐχαρίστησε Τὸν, φιλόθεε, γιατί παρηγόρησε τὴν καρδιά σου μὲ τὴ θεία χάρη Του ὅπως ἡ φιλόστοργη μάνα θάλπει τὰ παιδιά της. Λοιπόν, παιδί μου, γιατί δὲν μὲ κοιτᾶς στὰ μάτια; Κοίταξέ με ἁπλὰ καὶ μὴ φοβᾶσαι. Ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας.
Ὕστερα ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τὸν κοίταξα στὸ πρόσωπο. Συγκλονίστηκα κυριολεκτικά. Μὲ πλημμύρισε δέος. Φαντασθεῖτε τὸν ἥλιο στὴν πιὸ δυνατὴ λάμψη τῆς μεσημβρινῆς ἀκτινοβολίας του καὶ στὸ κέντρο τοῦ ἥλιου νὰ κοιτάζετε τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ὁποῖο συνομιλεῖτε. Βλέπετε τὶς κινήσεις τῶν χειλιῶν του, τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του, ἀκοῦτε τὴ φωνή του, αἰσθάνεστε τὰ χέρια του ἁπλωμένα γύρω ἀπὸ τοὺς ὤμους σας, ἀλλὰ δὲν βλέπετε οὔτε αὐτὸ τὸ χέρι, οὔτε τὸ σχῆμα του, οὔτε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σας. Δὲν βλέπετε παρὰ μόνο τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς ποὺ ἁπλώνεται παντοῦ γύρω σας καὶ φωτίζει μὲ τὴ λάμψη του τὸ χιόνι ποὺ καλύπτει τὸ ξέφωτο καὶ τὶς χιονοστιβάδες ποὺ πέφτουν τριγύρω. Εἶναι ἀδύνατο νὰ φανταστεῖ κανεὶς αὐτὰ ποὺ ἔζησα ἐκεῖνες τὶς στιγμές!
— Τί αἰσθάνεσαι τώρα; μὲ ρώτησε ὁ στάρετς Σεραφείμ.
— Ἐξαιρετικὰ καλά, εἶπα.
— Δηλαδή, πές μου συγκεκριμένα, τί νιώθεις;
— Νιώθω τέτοια γαλήνη καὶ εἰρήνη ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω μὲ λόγια!, ἀπάντησα.
— Αὐτὴ φιλόθεε, εἶπε ὁ στάρετς, εἶναι ἡ εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία μίλησε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές Του: «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω. 14, 27). Σ' αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ κόσμος μισεῖ ἀλλὰ ὁ Θεὸς «φιλεῖ», δίνει ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν εἰρήνη ποὺ τώρα ἐσὺ αἰσθάνεσαι. Τί ἄλλο νιώθεις;
— Μιὰ ἀσυνήθιστη γλυκύτητα, ἀπάντησα.
— Αὐτὴ εἶναι ἡ γλυκύτητα γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ἡ Ἁγία Γραφή: «μεθυσθήσονται ἀπὸ ποιότητος οἴνου σου, καὶ τὸν χειμάρρουν τῆς τρυφῆς σου ποτιεῖς αὐτοὺς» (Ψαλμ. 35:9). Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ γλυκύτητα πλημμυρίζει τώρα τὶς καρδιές μας καὶ ξεχύνεται σ' ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας σὰν μία ἀνέκφραστη εὐφροσύνη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ γλυκύτητα οἱ καρδιὲς μας μοιάζει νὰ λιώνουν. Νιώθουμε καὶ οἱ δύο μας τόση εὐτυχία, ποὺ καμμιὰ γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει. Τί ἄλλο αἰσθάνεσαι;
— Μιὰ ἀνείπωτη χαρά.
— Καὶ αὐτὴ ἡ χαρά, παιδί μου, εἶναι μηδαμινὴ ὅταν συγκριθεῖ μὲ κείνη τὴ χαρὰ γιὰ τὴν ὁποία ἔχει γραφτεῖ: «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβει, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτὸν» (Α! Κορινθ. 2:9). Τώρα σὲ μᾶς δίνεται ἡ πρόγευση αὐτῆς τῆς χαρᾶς. Καὶ ἂν νιώθουμε τόση γλυκύτητα καὶ εὐφροσύνη τώρα, τί νὰ ποῦμε τότε γιὰ τὴ χαρὰ ἐκείνη ποὺ ἑτοιμάστηκε γι' αὐτοὺς ποὺ κοπιάζουν ἐδῶ στὴ γῆ; Καὶ σύ, παιδί μου, ἀρκετὰ ὑπέφερες στὴ ζωή σου. Κοίταξε ὅμως μὲ ποιὰ χαρὰ τώρα σὲ παρηγορεῖ ὁ Κύριος! Τί ἄλλο αἰσθάνεσαι;
— Μιὰ ἐξαιρετικὴ θερμότητα, ἀπάντησα.
— Τί θερμότητα, παιδί μου; Βρισκόμαστε στὴν καρδιὰ τοῦ χειμώνα καὶ καθόμαστε ἔξω στὸ δάσος, πατᾶμε στὸ χιόνι καὶ οἱ χιονονιφάδες συνεχίζουν νὰ πέφτουν πάνω μας καὶ μᾶς ἔχουν σχεδὸν σκεπάσει. Τί εἴδους θερμότητα μπορεῖ νὰ αἰσθάνεσαι;
— Ὅπως ὅταν λούζομαι στὸ λουτρὸ μὲ ζεστὸ νερὸ καὶ μὲ περιτυλίγουν οἱ ἀτμοί.
— Μήπως αἰσθάνεσαι καὶ τὴ μυρωδιὰ τοῦ λουτροῦ;
— Ὄχι, ἀπάντησα. Στὴ γῆ δὲν ὑπάρχει παρόμοια εὐωδία. Κανένα ἄρωμα ἀπ' ὅσα ἔχω χρησιμοποιήσει δὲν δίνει τέτοια εὐωδία.
— Ξέρω, ξέρω, εἶπε ἐκεῖνος. Ἔτσι εἶναι ἀκριβῶς ὅπως τὸ λές. Σὲ ρώτησα ἐπίτηδες γιὰ νὰ δῶ ἂν καὶ ἐσὺ αἰσθάνεσαι τὸ ἴδιο. Πραγματικά. Ἡ πιὸ εὐχάριστη εὐωδία πάνω στὴ γῆ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ αὐτὴ ποὺ νιώθουμε τώρα, γιατί μᾶς πλημμυρίζει ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ποιὰ ἐπίγεια εὐωδία μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μ' αὐτή; Εἶπες, θεόφιλε, ὅτι γύρω μας ὑπάρχει θερμότητα ὅπως καὶ στὸ λουτρό. Κοίτα ὅμως! Τὸ χιόνι δὲν ἔλιωσε πάνω μας οὔτε στὴ γῆ ποὺ πατᾶμε. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θερμότητα δὲν βρίσκεται στὴν ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ μέσα μας. Εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς κάνει «τῷ πνεύματι ζέωντες» (Ρωμ, 12:1). θερμαινόμενοι ἀπὸ αὐτὴ τὴ θερμότητα οἱ ἐρημίτες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, δὲν φοβόταν τὴν παγωνιὰ τοῦ χειμώνα. Ἔνιωθαν σὰν νὰ ἦταν ντυμένοι μὲ ζεστὲς γοῦνες. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ μᾶς τώρα, γιατί μέσα μας ἀναπαύεται ἡ θεία χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθὼς εἶπε ὁ Κύριος: «ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστὶ» (Λουκ. 17:21). Ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ βρίσκεται τώρα μέσα μας καὶ μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς θερμαίνει, εὐφραίνει τὶς αἰσθήσεις μας καὶ γεμίζει τὶς καρδιές μας. Νὰ τί σημαίνει νὰ βρίσκεται κανεὶς μέσα στὴν πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος γράφει: «ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι γεμάτος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Μ' αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γέμισε τώρα καὶ μᾶς τοὺς φτωχοὺς ὁ Κύριος. Δὲν νομίζω πὼς τώρα πιὰ θὰ ξαναρωτήσεις, φιλόθεε, μὲ ποιὸ τρόπο ἀποκτοῦν οἱ ἄνθρωποι τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Θὰ θυμᾶσαι τὴν ἀνέκφραστη εὐσπλαχνία τοῦ θεοῦ ποὺ μᾶς ἐπισκέφθηκε σήμερα;
— Δὲν ξέρω, Γέροντα, ἂν μὲ ἀξιώσει ὁ θεὸς νὰ θυμᾶμαι τόσο ζωντανὰ καὶ καθαρὰ ὅσα ἔζησα σήμερα.
— Ἐγὼ πιστεύω, ἀπάντησε ὁ στάρετς, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει νὰ κρατήσεις γιὰ πάντα στὴ μνήμη σου αὐτὴ τὴ φανέρωση. Γιατί διαφορετικὰ δὲν θὰ ἀπαντοῦσε ἡ ἀγαθότητά Του τόσο γρήγορα στὴν ταπεινὴ παράκληση τοῦ φτωχοῦ Σεραφείμ. Ἀκόμα δέ, γιατί ὅλα αὐτὰ δὲν δόθηκαν ἀποκλειστικὰ σὲ σένα μόνο, ἀλλὰ διὰ σοῦ σ' ὅλο τὸν κόσμο ὥστε καὶ ἐσὺ νὰ στερεωθεῖς στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλους νὰ ὠφελήσεις. Ὁ,τιδήποτε, λοιπὸν φιλόθεε, ζητήσεις ἀπὸ τὸν Κύριο θὰ τὸ λάβεις ἀρκεῖ νὰ ἀποβλέπει στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ καλό τοῦ πλησίον. Γιατί ὁ Θεὸς δὲν ξεχωρίζει τὸ καλό τοῦ πλησίον μας ἀπὸ τὴ δόξα Του. Ἀλλὰ καὶ ἂν ζητήσεις κάτι γιὰ προσωπικό σου ὄφελος μὴν ἀμφιβάλεις ὅτι θὰ σοῦ τὸ δώσει πρόθυμα ἀρκεῖ αὐτὸ ποὺ ζητᾶς νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖο. Σοῦ εἶπα καὶ σοῦ ἔδειξα στὴ πράξη ὅλα ὅσα ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία Μητέρα Του θέλησαν νὰ σοῦ ποῦν καὶ νὰ σοῦ δείξουν μέσα ἀπὸ μένα τὸ φτωχὸ Σεραφείμ. Τώρα «πορεύου ἐν εἰρήνῃ». Ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία ἂς εἶναι μαζί σου.
Ὅταν ξεκίνησα νὰ φύγω τὸ ὅραμα δὲν εἶχε σταματήσει. Ὁ Γέροντας βρισκόταν στὴν ἴδια θέση ποὺ εἶχε στὴν ἀρχὴ τῆς συνομιλίας μας καὶ τὸ Ἄρρητο Φῶς ποὺ εἶχα δεῖ μὲ τὰ μάτια μου συνέχιζε νὰ τὸν περιβάλλει».
Πηγή:http://www.agiazoni.gr/

(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανίας).
Τζαϊνισμός ή Τζινισμός. Ινδικό θρήσκευμα ασκητικών, δυαλιστικών και αθεϊστικών αρχών. Οι Τζαϊνιστές υποστηρίζουν ότι ακολουθούν την αρχαϊκή ινδική Θρησκεία, από την οποία παρέκκλιναν οι Βραχμάνοι. Θεωρούν τη θρησκεία τους αιώνια. Παρά το μικρό ποσοστό τους, επί 2.500 χρόνια διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του ινδικού πολιτισμού και αναγνωρίζονται ως διακεκριμένο θρήσκευμα της Ινδίας. Ο όρος Τζάιν (Jain ή Jin) προέρχεται από τη λέξη Τζίνα (Jina), που σημαίνει νικητής, κατακτητής• αποδίδεται ειδικότερα σε 24 μεγάλους δασκάλους, οι οποίοι, χωρίς υπερφυσική βοήθεια, κατόρθωσαν να σπάσουν τα δεσμά της φυσικής ύπαρξης και να απελευθερωθούν από τον κλοιό των συνεχών γεννήσεων. Διαμορφωτής του Τζαϊνισμού θεωρείται ο Μαχαβίρα (Mahavira).
Οι Τζαϊνιστές διακρίνονται σε δύο βασικούς κλάδους, τους Σβετάμπαρα (Svetambara), τους «λευκοντυμένους» και τους Ντιγκάμπαρα (Digambara), τους «ντυμένους τον ουρανό», δηλ. γυμνούς. Υπάρχουν ακόμη ορισμένα παρακλάδια πχ οι Στανακβάσιν (Sthanakvasin) (βλ. Ιστορική διαδρομή). Βάση και σκοπός του Τζαϊνισμού είναι η αυστηρή άσκηση. Εντούτοις οι ασκητές αποτελούν μικρό μόνο ποσοστό του συνόλου των Τζαϊνιστών, ενώ η πλειοψηφία είναι λαϊκοί, με σαφή όμως ασκητικά ιδεώδη και ήθη.
Πηγές. Στο θέμα των ιερών κειμένων δεν υπάρχει συμφωνία. Οι Σβετάμπαρα αποδέχονται ως κανονική ιερή Γραφή τη «Σιντάντα»• συλλογή από 45 βιβλία γραμμένα στην Πράκριτ (Praktit), ομάδα αρχαϊκών ινδικών τοπικών διαλέκτων. Το παλαιότερο τμήμα του κανόνα αυτού συνιστούν οι 12 Angas, που περιλαμβάνουν αρχαία ασκητικά κείμενα, κηρύγματα και διαλόγους του Μαχαβίρα. Οι Στανακβάσιν ανακήρυξαν αυθεντικά 32 μόνο βιβλία της «Σιντάντα». Οι Ντιγκάμπαρα ισχυρίζονται ότι οι ιερές Τζαϊνικές Γραφές καταστράφηκαν το 789 μ.Χ. και ως ιερή συλλογή αναγνωρίζουν την «Ανουγιόγκα» (Anuyoga. δηλ Εκθέσεις), που πυρήνα της έχει δύο παλαιά κείμενα στο γλωσσικό ιδίωμα Πράκριτ και συμπληρώνεται με υπομνήματα και άλλα μεταγενέστερα κείμενα. Υπάρχει μια δεύτερη κατηγορία τζαϊνικών κειμένων στη Σανσκριτική. Τα τελευταία περιλαμβάνουν υπομνήματα στα παλιότερα ιερά βιβλία καθώς επίσης φιλοσοφικά, διδακτικά και κοσμοθεωριακά έργα. Υπάρχει τέλος και τρίτη κατηγορία πηγαίου υλικού για τον Τζαϊνισμό, έργα γραμμένα σε νεότερες ινδικές γλώσσες και, τον τελευταίο αιώνα στην Αγγλική.
Διδασκαλία. Ο πυρήνας της τζαϊνικής διδασκαλίας διαμορφώθηκε τον 6ο αι. π.Χ. από τον Βαρνταμάνα Τζναπιούτρα Μαχαβίρα (Vardhama – na Jnatputra Mahavira)• το τελευταίο όνομα είναι τιμητικός τίτλος. Ο Μαχαβίρα γεννήθηκε το 599 π.Χ. στη Β.Α. Ινδία και ανήκε στην κάστα των Ξάτριγυα (πολεμιστών). Στα 30 του εγκατέλειψε τον κοινωνικό βίο και άρχισε την περιπλάνηση ως επαίτης ασκητής. Ύστερα από 12 χρόνια φοβερών στερήσεων και έντονης περισυλλογής πέτυχε, κατά την παράδοση, την πλήρη απόσπαση από τις κοσμικές επιθυμίες, τη γνώση της φύσης του σύμπαντος και δίδαξε επί 30 χρόνια, συγκεντρώνοντας χιλιάδες οπαδούς, τους οποίους οργάνωσε άρτια. Πέθανε, κατά την τζαϊνική έκφραση, «εισήλθε στη Νιρβάνα», το 527/526 π.Χ. και το χρονικό αυτό σημείο αποτελεί την έναρξη της τζαϊνικής χρονολογίας. (Σύμφωνα με άλλη άποψη, ο θάνατος του συνέβη έναν αιώνα αργότερα).
Οι Τζαϊνιστές απορρίπτουν την ύπαρξη Θεού ή θεών. Το μόνο υπερβατικό που παραδέχονται είναι οι Τιρτάμκαρα (Tirthamkara), δηλ. οι τέλειοι, αλλά αυτοί δεν θεωρούνται θεία όντα• υπήρξαν ενάρετοι άνθρωποι που έφτασαν στην τελειότητα και η τιμή και ο σεβασμός που τους αποδίδονται, στηρίζονται στα πρότυπα της απάρνησης, τα οποία προσφέρουν. Για τον Τζαϊνισμό, το σύμπαν υπήρξε ανέκαθεν και θα παραμένει πάντα διηρημένο σε δύο απόλυτες αρχές, αιώνιες, ανεξάρτητες, τις jiva (καταχρηστικά θα τις αποκαλούσαμε ψυχές) και τα ajiva (άψυχα όντα). Οι Τζίβα δεν προέρχονται από ενιαία πηγή, ούτε συγχωνεύονται ή διαλύονται μέσα σε κάτι άλλο. Δεν υπάρχει υπέρτατο Τζίβα. Μέσα σ’ αυτό το αθεϊστικό και δυαλιστικό πλαίσιο έχει αναπτυχθεί μια πολυσύνθετη μεταφυσική. Ο Τζαϊνισμός επιμένει ότι η ουσιαστική πραγματικότητα είναι η αλλαγή. Το σύμπαν αποτελείται από 5 οντότητες (αστικάγια - astikaya): ψυχές (τζίβα), ύλη (πουντγκάλα- pudgala), διάστημα (ακάσα - akasa), κίνηση (ντάρμα - dharma), ανάπαυση (αντάρμα - adharma). Σ' αυτές μερικές σχολές προσθέτουν το χρόνο. Όλα είναι αιώνια. Τα 2 πρώτα είναι απειράριθμα τα υπόλοιπα απλά.
Τα ζώντα όντα είναι συνθέσεις ψυχής και ύλης, που συντίθενται από το Κάρμα, του οποίου υπάρχουν 8 είδη με πολλαπλές υποδιαιρέσεις το καθένα. Στον Τζαϊνισμό αντίληψη περί Κάρμα έχει ορισμένες ιδιομορφίες, που τη διακρίνουν από την αντίστοιχη του Iνδουισμού. Το κάρμα θεωρείται λεπτή μορφή ύλης. Η πουντγκάλα (ύλη) εφοδιάζει τις ψυχές με διάφορα σώματα, το οποία είναι 5 ειδών, καθένα με διαφορετικές λειτουργίες. Όλα τα ενσώματα όντα έχουν τουλάχιστον 2 «σώματα», το πύρινο και το καρμικό. Το τελευταίο προέρχεται από προηγούμενες υπάρξεις• προσκολλάται ενδόμυχα στην τζίβα, τη δεσμεύει και έτσι την οδηγεί στην ανακύκληση των μεταβιώσεων. Υπάρχουν 4 μορφές ύπαρξης, ανθρώπινη, θεία, ζωική και καταχθόνια. Για την επίτευξη της διάλυσης του δεσμού μεταξύ τζίβα και κάρμα επιβάλλεται απόλυτη απάρνηση από κάθε τι που δεν είναι τζίβα. Δεν αρκεί η απλή νοητική ή πνευματική άσκηση• απαιτείται άμεση φυσική στέρηση.
Η τζαϊνική αντίληψη περί κόσμου (λόκα - loka), πλησιάζοντας, χωρίς όμως να ταυτίζεται, την παραδοσιακή βραχμανική, υποστηρίζει ότι ο κόσμος αποτελείται από 3 μέρη: Το κατώτερο, που περιλαμβάνει 7 περιοχές Άδη, όπου συνωστίζονται και υποφέρουν όντα που έζησαν με σκληρότητα• το μεσαίο χώρο, που μοιάζει, με λεπτό δίσκο, όπου ζουν οι άνθρωποι και όπου μπορεί να επιτευχθεί η πνευματική ανάνηψη και λύτρωση• και τον άνω κόσμο, που αρχίζει στο διάστημα πάνω από τα άστρα και έχει διάφορα επίπεδα τα οποία βαθμηδόν γίνονται καθαρότερα. Στο υψηλότερο συναθροίζονται οι τέλειοι, οι απελευθερωμένες ψυχές.
Οι Τζαϊνιστές μιλούν για κύκλους εξέλιξης και διάλυσης, που ο καθένας έχει 6 εποχές. Δύο κύκλοι διαμορφώνουν μια μεγάλη χρονική περίοδο Γιούγκα: Ο πρώτος είναι η ουτσαρπίνη (utsarpini), ο ανοδικός κύκλος, κατά το διάστημα του οποίου τόσο οι άνθρωποι όσο και όλος ο κόσμος αρχίζουν άσχημα και εξελίσσονται προς το καλύτερο. Ο άλλος κύκλος, η αβασαρπίνι (avasarpini), είναι καθοδικός• τα πράγματα προχωρούν στο χειρότερο, οι άνθρωποι γεννιώνται μικρόσωμοι, πεθαίνουν γρηγορότερα. Η σύγχρονη περίοδος είναι η προτελευταία φάση της αβασαρπίνι. Σε κάθε κύκλο εμφανίζονται 24 Τζίνα ή Τιρ- τάμκαρα. Οι Τζίνα του παρόντος κύκλου έχουν ήδη εμφανιστεί και τα ονόματα τους είναι γνωστά. Ο πρώτος υπήρξε ο Ρισάμπα (Rsabha). Ο 22ος, ονομαζόμενος Νέμι (Nemi), θεωρείται ότι έζησε στα 5500 περίπου χρόνια π.Χ. Ο 23ος ήταν ο Πάρσβα (Parsva. θάν 776 π.Χ.). και 24ος ο Μαχαβίρα.
Ο υπέρτατος σκοπός, η σωτηρία (moksa), τον οποίο ένας Τζαϊνιστής επιδιώκει, με διανοητική και ηθική πειθαρχία, είναι η απελευθέρωση από τα υλικά δεσμά, από τα περιβλήματα που κρατούν αιχμάλωτη την ψυχή• είναι η Νιρβάνα η κατάσταση της μη-σύνθεσης, στην οποία δεν υπάρχει πλέον πόνος, ενσαρκώσεις, αλλά ζωή απόλυτης μακαριότητας. Η αντίληψη αυτή περί Νιρβάνα δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη ινδουιστική, δεδομένου ότι είναι ανύπαρκτη η έννοια του Θείου, του Βράχμαν και για τους Τζαϊνιστές η ατομικότητα παραμένει αιώνια.
Μοναχισμός. Η τζαϊνική κοινότητα (σάμγκα - samgha) είναι «τετράπλευρη». Αποτελούμενη από μοναχούς, μοναχές, λαϊκούς άνδρες και γυναίκες. Τους συνδέουν τα «τρία κοσμήματα» (τριράτνα - triratna): ορθή πίστη, ορθή γνώση, ορθή συμπεριφορά. Ο Τζαϊνισμός τονίζει απερίφραστα, περισσότερο από τον Ινδουισμό και το Βουδδισμό, την υπεροχή του ασκητικού βίου. Μόνο ο μοναχός ο «ελεύθερος από δεσμά» (νιργκράντα - nirgratha) μπορεί να λυτρωθεί από την ανακύκληση των μεταβιώσεων, αλλά και γι' αυτό θα απαιτηθούν πολλές ζωές σκληρής άσκησης.
Μοναχοί και λαϊκοί δίνουν επίσημες υποσχέσεις, οι οποίες καθορίζουν την ηθική τους στάση. Η όλη πορεία προς τη λύτρωση - η διαδοχική αποδέσμευση της τζίβα από τα καρμικά δεσμά και η ανάκτηση όλων των ενδογενών δυνατοτήτων της - συντελείται σε 14 φάσεις (γκουναστάνα - gunasthana). Μόλις στην 4η φάση αποκτά κανείς την αναγκαία πρώτη αποδέσμευση, ώστε να ζήσει ως ευλαβής λαϊκός Τζαϊνιστής. Στην 6η φάση αρχίζει η μοναστική πορεία. Κατόπιν ανοίγονται εμπρός στον ασκητή άλλα διακεκριμένα πεδία ασκητικού αγώνα. Η είσοδος στην 6η γκουναστάνα καθορίζεται με μοναστικές υποσχέσεις (μαχαβράτα - mahavrata) και επισφραγίζεται με τελετή μύησης, κατά την οποία ο μοναχός παίρνει νέο όνομα. Έκτοτε οφείλει να τηρεί με κάθε αυστηρότητα τις 5 βασικές υποσχέσεις: Να μη βλάπτει οποιοδήποτε ζωντανό• να αποφεύγει το ψέμμα την κλοπή• τις γενετήσιες σχέσεις και την κατοχή οιουδήποτε αντικειμένου.
Ο Τζαϊνιστής ασκητής ζει σε μοναστήρι ή ως περιοδεύων επαίτης. Απαγορεύεται να απευθύνει λόγο σε γυναίκα ή να την κοιτάξει από κοντά. Μια φορά το χρόνο ξυρίζει τα μαλλιά του. Οφείλει να είναι απόλυτα συγκροτημένος όταν μιλάει, τρώει βαδίζει χρησιμοποιεί κάποιο αντικείμενο• να μην επιθυμεί τίποτε, να μην προσκολλάται σε τίποτε. Πολλοί ασκητές, φτάνοντας σε γεροντική ηλικία και έχοντας την πεποίθηση ότι πολλές ακόμη ζωές απαιτούνται για την επίτευξη του τελικού σκοπού, αποφασίζουν να διακόψουν την παρούσα ζωή με μια τελετουργική νηστεία μέχρι θανάτου τη σαμλεκάνα (samlekhana).
Ηθικότητα - Ασκητικότητα των λαϊκών. Θεμέλιο της τζαϊνικής Ηθικής είναι η Αχίμσα, η μη βία, το μη βλάπτειν. Η βία (χίμσα - himsa) θεωρείται το σοβαρότερο από το 18 βασικά αμαρτήματα. Η Αχίμσα απαιτεί τη μη πρόκληση κακού σε οποιοδήποτε ον - άνθρωπο, ζώο, έντομο κλπ., διότι όλων η ζωή είναι εξίσου ιερή - και επεκτείνεται στην αποφυγή κάθε μορφής επιθετικότητας. Άμεση συνέπεια της αρχής αυτής είναι ότι οι Τζαϊνιστές, μοναχοί και λαϊκοί, είναι χορτοφάγοι και αντιτίθενται έντονα στη σφαγή ζώων. Οι αυστηρότεροι διυλίζουν το νερό που πίνουν και φέρουν μπροστά στο στόμα ένα μικρό πέπλο, για να μην καταπιούν κατά λάθος έντομα. Σήμερα στην Ινδία διατηρούν άσυλα προοριζόμενα για ηλικιωμένα ή άρρωστα ζώα. Η Αχίμσα δεν αποτελεί για τους Τζαϊνιστές ηθικό μόνο σκοπό, αλλ' ακόμη μεταφυσική αρχή, καθοριστική της πορείας προς τη λύτρωση.
Η τζαϊνική παράδοση διαμόρφωσε διάφορους πίνακες επιταγών - συνήθως αναφέρονται 52 για τους μοναχούς και 35 για τους λαϊκούς. Θεμελιώδεις πάντως είναι οι 5 ανουβράτα (anuvrata), «μικρές υποσχέσεις» που τηρούνται από όλους. Μη φονεύεις και κατ' επέκταση, μη συμμετέχεις σε ό,τι απειλεί τη ζωή. Μην ψεύδεσαι για οποιοδήποτε λόγο. Μην κλέβεις, με οποιοδήποτε τρόπο. Να κυριαρχείς στη γενετήσια ορμή. Περιόρισε στο ελάχιστο τις προσωπικές σου ανάγκες. Ακολουθούν 3 «ενισχυτικές υποσχέσεις» και 4 «υποσχέσεις πνευματικής πειθαρχίας», από τις οποίες η τελευταία είναι η ντάνα (dana) η συμπάθεια, η ελεημοσύνη (με πρώτους αποδέκτες τους ασκητές). Άλλες υποχρεώσεις, που μπορούν όλοι να αποδεχθούν, σχετίζονται με περιορισμούς στην κίνηση του σώματος, τον αριθμό των προσώπων που θα συναντήσουν, τη χρήση αντικειμένων, την ένταση της προσοχής στη σκέψη, στα λόγια, στις ενέργειες, την άσκηση σε μακρά περισυλλογή ή ακινησία, παρατεταμένη νηστεία, προσφορά φιλοξενίας κ.ά.
Οι λαϊκοί υποχρεούνται να εξασκούν έντιμο επάγγελμα στο οποίο να μην υπάρχει περίπτωση να σκοτώσουν κάτι. Οφείλουν να είναι απλοί στην ενδυμασία και τη συμπεριφορά τους, να παντρεύονται περιοριζόμενοι στις συζυγικές σχέσεις, να διαβάζουν καθημερινά τις Τζαϊνικές Γραφές και να αγαθοεργού ν. Στον κοινωνικό τομέα οι Τζαϊνιστές έχουν υιοθετήσει κοινωνική δομή, που θυμίζει τις ινδουιστικές «κάστες». Αλλά αυτές στην τζαϊνική κοινότητα δεν εμφανίζονται τόσο ως ιεραρχικές διακρίσεις όσο ως παράγοντες οικογενειακής σταθερότητας.
Λατρεία. Υπάρχει πλήθος από τζαϊνικούς Ναούς σ' όλη την Ινδία. Ακόμη και μικρές κοινότητες διαθέτουν ένα ή και περισσότερους. Ο άξονας της Λατρείας στο Ναό είναι η έκφραση του σεβασμού στα αγάλματα των Τιρτάμκαρα, οι οποίοι απεικονίζονται σε στάση βαθιάς περισυλλογής, καθιστοί ή όρθιοι, ακίνητοι με τα χέρια στα πλάγια. Στο άγαλμα προσφέρεται ένα είδος λατρείας (puja), που περιλαμβάνει δοξολογικές εκφράσεις (πχ. «Τιμή στους Τζίνα, τιμή στις ψυχές που έχουν επιτύχει την απολύτρωση»), προσφορές 8 πραγμάτων, που συμβολίζουν θρησκευτικές αρετές, απαγγελία των ονομάτων των 24 Τιρτάμκαρα κ.ά. Οι Τζαϊνιστές δεν έχουν ιδιαίτερο Ιερατείο. Η Λατρεία σε Ναούς βρίσκεται στην αρμοδιότητα των λαϊκών. Δεν υπηρετούν εκεί μοναχοί και μοναχές, ούτε καν είναι επιθυμητή η παρουσία τους κατά την τέλεση της πούτζα. Ιδιαίτεροι πόλοι έλξης για τους Τζαϊνιστές είναι διάφοροι προσκυνηματικοί τόποι που συνδέονται με την επίτευξη της απολύτρωσης από κάποιο Τιρτάμκαρα ή άλλο ιερό πρόσωπο του Τζαϊνισμού (π.χ. Shatrun-jaya στο Gujarat, στην Karnataka και Sameta, Sikhara και Pavapuri στο Bihar και Sravana-Belgola), (όπου, στην κορυφή ενός λόφου, υψώνεται ένα κολοσσιαίο άγαλμα 17,37 μ., που κατασκευάστηκε περίπου το 980 μ.Χ.).
Οι Τζαϊνιστές έχουν πολύπλοκο ετήσιο σύστημα Εορτών, που καθορίζεται από γεγονότα της ζωής των Τιρτάμκαρα. Η ημέρα της γέννησης του Μαχαβίρα (Μάρτιος / Απρίλιος) και της λύτρωσής του (Οκτώβριος / Νοέμβριος) εορτάζονται από όλους τους Τζαϊνιστές. Σημαντική είναι η λεγάμενη «Αθάνατη Τρίτη», που τελείται την 3η ημέρα του σεληνιακού μήνα Βαϊσάκ (Απρίλιος / Μάιος). Σ' αυτήν τονίζεται η αρετή της ελεημοσύνης και βοήθειας στους ασκητές, με αφορμή την ανάμνηση της πρώτης προσφοράς στον πρώτο Τιρτάμκαρα. Αλλά η πιο σπουδαία εορταστική περίοδος είναι η Παρυουσάνα (Paryushana) την εποχή των βροχών (Αύγουστος / Σεπτέμβριος), οπότε οι ασκητές βρίσκονται σε μακρά περισυλλογή. Διαρκεί για τους Σβετάμπαρα 8 ημέρες και για τους Ντιγκάμπαρα 10.
Σε παλαιότερη εποχή δεν υπήρχαν τζαϊνικές τελετουργίες για τους βασικούς σταθμούς της ανθρώπινης ζωής. Καθορίστηκαν στα μέσα της 1ης χιλιετίας μ.Χ. με τη νέα άνθιση του Τζαϊνισμού και είναι αντίστοιχες των ινδουιστικών μυήσεων (samskara). Από αυτές 22 αναφέρονται στη ζωή του οικογενειάρχη, ενώ 31 στο στάδια μετά την απάρνηση της οικογενειακής ζωής και την ασκητική πορεία προς τη λύτρωση. Συνήθως όμως οι Τζαϊνιστές υιοθετούν 16 τελετουργίες, που καλύπτουν όλο τον κύκλο του ανθρώπινου βίου• δεν τηρούν όμως μεταθανάτιες ιερουργίες, όπως οι ινδουιστές. Οι καθιερωμένες τελετές τερματίζονται με την καύση του νεκρού.
Ιστορική διαδρομή. Η πρώτη περίοδος του Τζαϊνισμού, από τον 6ο αι. π.Χ. ως τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, υπήρξε διαμορφωτική με κέντρο τη μοναχική κοινότητα. Για τη σταθεροποίηση της τζαϊνικής παράδοσης και των ιερών κειμένων συνήλθαν αρκετές Σύνοδοι. Οι μαθητές του Μαχαβίρα διέδωσαν τη διδασκαλία του από τις ΒΑ. ως τις ΒΔ. περιοχές της Α. Ινδίας. Κατά τον 3ο αι. π.Χ. ο Τζαϊνισμός διείσδυσε στην Κεντρική και Ν. Ινδία. Η ανάπτυξη του Τζαϊνισμού περιορίστηκε στην ινδική χερσόνησο.
Η τζαϊνική κοινότητα χωρίστηκε (79 μ.Χ.) στους Σβετάμπαρα και στους Ντιγκάμπαρα. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι ένας τέλειος Άγιος είναι απόλυτα ελεύθερος από κάθε τι γι’ αυτό δεν πρέπει να κατέχει ούτε ένα κουρέλι. Για να προσεγγίσουν αυτό το ιδανικό, οι μοναχοί δεν φορούν τίποτε. Ακόμη και οι λαϊκοί παλαιότερα περιφέρονταν γυμνοί, ώσπου οι Μουσουλμάνοι τους επέβαλαν ένα κόσμιο ένδυμα. Σήμερα και αυτοί φορούν έναν απλό, λευκό χιτώνα αλλά η παλαιά διάκριση παραμένει. Υπάρχουν ακόμη και άλλες διαφορές, που σταθεροποιούν αυτό το Σχίσμα. Οι Ντιγκάμπαρα π.χ. πιστεύουν ότι μία γυναίκα δεν μπορεί να σωθεί, όσον καιρό παραμένει στις επίγειες ενσαρκώσεις γυναίκα και θεωρούν απόκρυφες τις ιερές Γραφές που αναγνωρίζει ο άλλος κλάδος. Στο Σχίσμα αυτά συνέβαλαν, εκτός των θρησκευτικών, και λόγοι γλωσσικοί, τοπικιστικοί κ.ά. Οι δύο κλάδοι των Τζαϊνιστών αναπτύχθηκαν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές: Οι Σβετάμπαρα κυρίως στο βόρειο και το δυτικό τμήμα της χώρας, οι Ντιγκάμπαρα στην Κεντρική και Ν. Ινδία.
Η δεύτερη περίοδος, από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ως το 12ο αι. χαρακτηρίζεται από γενικότερη ανθοφορία και μεγαλύτερη συμμετοχή των λαϊκών στην ανάπτυξη του Τζαϊνισμού. Συγκεκριμένες δομές για την κοινότητα των λαϊκών διαμορφώθηκαν τον 5ο αι. μ.Χ.
Στην τρίτη περίοδο, 12ος αι μ.Χ. παρατηρούνται τάσεις μεταρρυθμίσεων και νέων ανελίξεων. Κάτω από την πίεση αναγεννητικών θεϊστικών κινημάτων του Ινδουισμού (12ος αι μ.Χ.) και στη συνέχεια κάτω από την προέλαση του Ισλάμ άρχισε η συρρίκνωση. Από το 1500 σταθεροποιείται η κατανομή των Τζαϊνιστών σε διάφορες επαρχίες της Ινδίας. Πολλές ανανεωτικές κινήσεις εμφανίστηκαν μέσα στον Τζαϊνισμό. Από τους Σβετάμπαρα προήλθαν το 1653 οι Στανακβάσιν και το 1761 οι Τεραπάντιν (Terapanthin) διαμαρτυρόμενοι για την προσφερόμενη τιμή στα αγάλματα και γενικότερα για το λατρευτικό τυπικό στους Ναούς.
Στην εποχή μας οι Τζαϊνιστές ανέπτυξαν αξιόλογες προσπάθειες στο χώρο των κοινωνικών αναζητήσεων. Ο ίδιος ο Μαχάτμα Γκάντι επηρεάστηκε από τη διδασκαλία και το ήθος τους. Οι Τζαϊνιστές σήμερα στην Ινδία υπολογίζονται στο 3.000.000 (κατά την απογραφή του 1981, 2,6). που αντιστοιχούν σε λιγότερο από 0.5% του ινδικού πληθυσμού. Τα 50% των Τζαϊνιστών ζουν σε αστικά κέντρα και είναι ως επί το πλείστον ευκατάστατοι και με κοινωνική επιρροή. Οι μοναχοί και μοναχές το 1977 υπολογίζονταν σε 5.500. Ο Τζαϊνισμός παρουσίασε μεγάλη ανθεκτικότητα. Η ιστορία του μέσα στην Ινδία υπήρξε συνεχής -πράγμα που δεν πέτυχε π.χ. ο Βουδδισμός.
Γράμματα-Τέχνες. Ο Τζαϊνισμός καλλιέργησε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα γράμματα, σε διάφορες τοπικές ινδικές γλώσσες (π.χ. τον 5ο αι. οι Ντιγκάμπαρα στην Κεντρική και Ν. Ινδία, και μερικούς αιώνες αργότερα οι Σβετάμπαρα στη Β. και Δ. Ινδία). Από τα μεσαιωνικά χρόνια θεωρούνταν ιδιαίτερα αξιόμισθο έργο η αντιγραφή ενός ιερού κειμένου. Οι τζαϊνικές βιβλιοθήκες περιέχουν πολύτιμους θησαυρούς τζαϊνικών και μη χειρογράφων. Σήμερα, με χορηγία Τζαϊνιστών, λειτουργούν σημαντικοί εκδοτικοί οίκοι και πολλά κέντρα μελέτης και έρευνας.
Οι Τζαϊνιστές φημίζονται στο χώρο της αρχιτεκτονικής. Ως έκφραση ευλάβειας ανεγείρουν επιβλητικούς και περίτεχνους Ναούς. Μερικοί από τους ωραιότερους Ναούς στην Ινδία οικοδομήθηκαν για να στεγάσουν αγάλματα των Τιρτάμκαρα, όπως στα όρη Girnar και Abu (όπου ένας από τους παλαιότερους Ναούς ανεγέρθηκε το 1032 και πολλοί χτίστηκαν με λευκό, φροντισμένο μάρμαρο). Οι Τζαϊνιστές καλλιτέχνες διακρίθηκαν επίσης στη γλυπτική με τα επιβλητικά αγάλματα, που δημιούργησαν από λίθο, μάρμαρο, τερρακότα ή μέταλλο (ένα άγαλμα στο Αμπού ζυγίζει περισσότερο από 4 τόνους)• επίσης στην ξυλογλυπτική, που καλλιεργήθηκε εντυπωσιακά στις περιοχές του Ρατζαστάν και Γκουτζαράτ, και στη ζωγραφική, η οποία χρησιμοποιήθηκε για διακόσμηση των Ναών, και ιδιαίτερα των πολλών χειρογράφων.
Η τζαϊνική τέχνη, παρά τα πολυτελή μέσα που χρησιμοποιεί, προσπαθεί να εκφράσει το ασκητικό ιδεώδες, τονίζοντας ότι η πραγμάτωση της φύσης των ανθρώπων πρέπει να αναζητηθεί στην απάρνηση.

(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανίας)
Σικχισμός. Μονοθεϊστικό θρήσκευμα, που προήλθε από τους κόλπους της ινδικής θρησκευτικότητας. Ο πυρήνας του διαμορφώθηκε στα τέλη του 15ου αι. μ.Χ., στην επαρχία Πουντζάμπ, Β.Δ. του Δελχί, και αργότερα διαδόθηκε σε διάφορα μέρη της Ινδίας και αρκετές περιοχές του κόσμου. Ο όρος προέρχεται από τη λέξη sikkha = μαθητής. (Ο φθόγγος kh είναι κ δασύ πριν από το ελληνικό ι τον αποδίδουμε καταχρηστικά ως κχι). Ο Σικχισμός υπήρξε για άλλους ανανεωτική ινδική θρησκευτική κίνηση, ανάλογη με την Μπάκτι, συνέχεια της παράδοσης ‘σαντ΄, που αναπτύχθηκε στη Β. Ινδία για άλλους εκφράζει μια κίνηση συμφιλίωσης διαφόρων θρησκευτικών αντιλήψεων. για άλλους αποτελεί απόπειρα σύνθεσης Ινδουισμού και Ισλάμ. Οι ίδιοι οι οπαδοί του υποστηρίζουν ότι ο Σικχισμός αποτελεί νέα Αποκάλυψη, υπέρβαση τόσο του Ινδουισμού, όσο και του Ισλάμ.
Πηγές. Ο Σικχισμός ανέβλυσε από τη θεοκεντρική εμπειρία και διδασκαλία του Γκουρού Νάνακ (βλ.λ. Νάνακ, στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό), και διαμορφώθηκε με τη συμβολή σειράς άλλων 9 Γκουρού. Οι ύμνοι του Νάνακ αποτέλεσαν το θεμέλιο της ιερής βίβλου των Σικ, της γνωστής ως «Άντι Γκρανθ» (Adi Granth = Πρώτο βιβλίο). Το βιβλίο αυτό αποτελείται από ύμνους και θρησκευτικές διδασκαλίες σε ποιητική ως επί το πλείστον μορφή, που συνέταξαν οι 5 πρώτοι και ο 9ος Γκουρού. Περιλαμβάνει επίσης στίχους μουσουλμάνων και ινδουιστών διδασκάλων (π.χ. του Kabir). Η πρώτη συλλογή σχηματίστηκε το 1603 - 1604 με την εποπτεία του 5ου Γκουρού Αρτζάν (Arjan) και η οριστική διάπλαση του Ιερού βιβλίου έγινε το 1706 από τον 10ο Γκουρού, τον Γκομπίντ Σινγκ (Gobind Singh), ο οποίος τελικά το ανακήρυξε διάδοχό του το 1708. Από τότε η «Άντι Γκρανθ» ονομάζεται και «Γκουρού Γκρανθ Σαχίμπ» (Guru Granth Sahib). Για τους Σικ το κείμενο αυτό περιέχει την απόλυτη αλήθεια και καθορίζει όλο το ρυθμό της ζωής τους. Στην τυπωμένη μορφή, που σήμερα είναι γενικά αποδεκτή, εκτείνεται σε 1.430 σελίδες. Το Ιερό κείμενο δεσπόζει στο χώρο συγκέντρωσης των Σικ, την γκουρντουάρα, την οποία επισκέπτονται ατομικά ή οικογενειακά για να προσφέρουν χρήματα, τρόφιμα και ν΄ ακούσουν αναγνώσματα από τη Γραφή τους.
Ο Νάνακ συνέθεσε τους ύμνους του στη γλώσσα πουντζάμπι αργότερα καταγράφηκαν με το ιδιαίτερο αλφάβητο, το γνωστό ως γκουρμούκχι (gurmukhi), που δημιούργησε ο 2ος Γκουρού, ο Άννκαντ (Angad).
Διδασκαλία. Ο Σικχισμός τονίζει το ενιαίο του Θεού και την αδελφοσύνη των ανθρώπων. Ένας μόνο Θεός (ο Όνκαρ- Onkar) υπάρχει, υπερβατικός, προσωπικός, δημιουργός του σύμπαντος. Ενός ύμνος του Νάνακ, που επαναλαμβάνεται σε επίσημες λατρευτικές συνάξεις των Σικ (γνωστός ως μουλ μάντρα - mul mantra), συνοψίζει: «Υπάρχει ένας Θεός, το όνομά του είναι αιώνια αλήθεια. / Είναι ο Δημιουργός των πάντων,/ το τα πάντα πληρούν Πνεύμα / Άφοβος και χωρίς μίσος, άχρονος και άμορφος. Πέρα από γέννηση και θάνατο, είναι αυτόφωτος. Γνωρίζεται δια της χάριτος του γκουρού» Τη μονοθεϊστική αυτή παράδοση είχαν ήδη καλλιεργήσει στη Β. Ινδία σειρά διδασκάλων και Μυστικών από το 14ο αι.
Η Δημιουργία, το σύμπαν, είναι το Όνομα του Θεού {Ναμ - Nam). Δύο από τα βασικά θεία ονόματα είναι: Ακάλ Πουράκ (Akal Purakh), δηλ. ο Αιώνιος, και Σατνάμ (Satnam), το Αληθές Ονομα. Η λέξη Sat δηλώνει συγχρόνως την αλήθεια και την πραγματικότητα. Ο Θεός αποκαλείται ακόμη Πατέρας (Pita), Κύριος (Khasam, Sahib, Malik), Μέγας Δωρεοδότης (Data), πολύ συχνά Δοξασμένος (Wahiguru). Το τελευταίο άρχισε ως δοξολογική αναφώνηση (Wah guru) και αργότερα εξελίχθηκε σε βασικό θείο όνομα. Ο Θεός, κατά τον Νάνακ, άλλαξε τη φύση και τον τρόπο ενέργειάς του μετά τη δημιουργία του κόσμου. Πριν από αυτή ήταν χωρίς ιδιώματα (nirguna), σε βαθιά περισυλλογή (sunya samadhi). Μετά τη Δημιουργία όμως συγκέντρωσε όλες τις ιδιότητες (saguna). Είναι πρόξενος ακόμη και της δυαδικότητας και της πλάνης. Το καλό όσο και το κακό εκπηγάζουν από το Θεό και ο άνθρωπος καλείται να διαλέξει το ένα και να αποφύγει το άλλο. Μολονότι ο Θεός δεν έχει μορφή (ninankar), η παρουσία του γίνεται αισθητή στο φωτισμένο άνθρωπο, διότι ο Θεός ενυπάρχει σ΄ ολόκληρη τη Δημιουργία.
Η αντίληψη των Σικ περί Θεού έχει ποτιστεί από ένα είδος Πανθεϊσμού, όπως είχε καλλιεργηθεί από τη «Βαγκαβατγκίτα» και τις διάφορες βισνουιστικές σχολές. Ο Θεός είναι υπερκόσμια προσωπικότητα, συγχρόνως όμως διαπερνά τα πάντα, είναι η ενεργούμενη αιτία του υλικού κόσμου και των ψυχών. Κάθε τι που υπάρχει, είναι μία μορφή του Θεού, ένα κύμα μέσα στον θείο Ωκεανό. Τελικά ο κόσμος καταντά οφθαλμαπάτη. Στο Θεό περιέχονται τα πάντα.
Η ουσία του Θεού είναι πέρα από την κατανόηση και την ανθρώπινη γνώση, δεν περιγράφεται με εικόνες. Αλλά ο ίδιος ο Θεός επικοινωνεί με την ανθρωπότητα και της αποκαλύπτεται με το λόγο του. Όποιος συνειδητοποιήσει την εσωτερική αυτή ενέργεια του Θεού και απαντήσει στη φωνή του με υπακοή, επιτυγχάνει τη λύτρωση ήδη σ' αυτή τη ζωή. Μετά το θάνατο, το πνεύμα θα ζήσει ενώπιον του Θεού, χωρίς άλλη μετενσάρκωση. Όλη αυτή η λυτρωτική πορεία είναι αποτέλεσμα όχι ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά της Θείας θέλησης και χάρης.
Οι Σικ απορρίπτουν την ινδουιστική διδασκαλία περί Αβατάρα (ενσαρκώσεων του Θεού), τις θυσίες, το μεσολαβητικό ρόλο των Βραχμάνων, την αυθεντικότητα των «Bεδών», τον Ασκητισμό, την αυτοτιμωρία, την αντίληψη περί θρησκευτικής μόλυνσης, τα Προσκυνήματα, τα λουτρά στους ιερούς ποταμούς, τις κάστες και οποιαδήποτε άλλη διάκριση μεταξύ των ανθρώπων. Από την ινδική παράδοση ο Νάνακ κράτησε, με ορισμένες τροποποιήσεις, τις έννοιες του «Κάρμα», της «Σαμσάρα», της «Μάγια» και της «Νιρβάνα». Ακόμη πολλές από τις ινδουιστικές θεότητες θεωρούνται κατώτερα οντά, κάτι σαν Άγγελοι. Ως προς την Κοσμογονία, δέχεται την ινδική αντίληψη για την πληθώρα των κόσμων και την ανακύκλησή τους.
Κατά τον Νάνακ η καλοσύνη είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Όλοι κρύβουν μέσα τους απόθεμα αγαθοσύνης, κάτι σαν μαργαριτάρι, που περιμένει να ανοίξει το όστρακο. Μοίρα και απόλυτος προορισμός παραμερίζονται η ανθρώπινη θέληση μπορεί να θριαμβεύσει.
Από τις πιο τυπικές θέσεις του Σικχισμού είναι η διδασκαλία περί του Γκουρού, του «γέροντα», του δάσκαλου. Σικ, κατά τον προσδιορισμό των ίδιων, είναι όσοι πιστεύουν στον Ακάλ Πουράκ, στους 10 Γκουρού και την «Γκρανθ Σαχίμπ». Όποιος επιθυμεί λύτρωση, αναζητεί τη σωστή εκπαίδευση στα πόδια ενός καλά καταρτισμένου Γκουρού. Στο Σικχισμό όμως Γκουρού δεν νοείται ο καταρτισμένος στις «Βέδες» βραχμάνας, αλλά εκείνος ο οποίος είχε προσωπική εμπειρία φωτισμού, δώρο που προέρχεται κατευθείαν από το Θεό. Οι 10 Γκουρού του Σικχισμού τόνισαν με θέρμη και σαφήνεια ότι ο Θεός είναι ο δάσκαλος - ο Άντι Γκουρού (ο Πρώτος δάσκαλος) ή ο Σατ Γκουρού (ο θείος, ο αληθινός δάσκαλος) - και ότι η δική τους σημασία έγκειται μόνο στο ότι υπήρξαν πιστοί πρεσβευτές του, που αποκάλυψαν και κήρυξαν το λόγο του. Αυτή η βεβαιότητα τονίστηκε επίσημα, όταν ο 10ος Γκουρού επέβαλε την «Άντι Γκρανθ» ως τον Γκουρού της σικχικής κοινότητας. Ο τελευταίος Γκουρού δημιούργησε επίσης το 1699 τη σικχική κοινότητα, την Κάλσα (Khalsa), την Αδελφότητα των καθαρών, και τη χαρακτήρισε ως το άλλο του εγώ, τονίζοντας τον καθοδηγητικό της χαρακτήρα. Τον 20ό αι., η ιδιότητα αυτή του τελικού δασκάλου συγκεντρώθηκε στους 10 Γκουρού και τη Γραφή.
Ηθική. Οι υποχρεώσεις, που επιβάλλει ο Σικχισμός, συνοψίζονται σε 3 φράσεις: Ναμ τζάπνα (nam japna), συνεχής μνεία του ονόματος του Θεού κιρτ κάρνι (kirt karni), επιβίωση με τίμια μέσα και βαντ τσάκνα (vand chakna), προσφορά καλοσύνης, ελεημοσύνη. Οι 5 κακές παρορμήσεις, που οι Σικ πρέπει να αποφεύγουν, είναι η ηδυπάθεια, η απληστία, η προσκόλληση στα υλικά αγαθά, ο θυμός και η αλαζονεία. Αντίθετα, η καλοκάγαθη εξυπηρέτηση του πλησίον, η σέβα (seva), θεωρείται ιδιαίτερα ευλογημένη αρετή. Η φοβερότερη δύναμη είναι το εγώ όποιος το νικήσει, έλεγε ο Νάνακ, σώζεται, ενώ ακόμη βρίσκεται σ' αυτή τη ζωή. Γενικά ο Σικχισμός ζητεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την εγωκεντρικότητα και την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και να τον κάνει θεοκεντρικό, πιστό στο θείο θέλημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει εγκατάλειψη της κοινωνικής ζωής και έμφαση στην ασκητικότητα, όπως βλέπομε σε άλλες ινδικές θρησκευτικές τάσεις, αλλ’ αντίθετα αποδοχή της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής, εξάσκηση ενός έντιμου επαγγέλματος, συμμετοχή υπεύθυνη και ενάρετη στα κοινά. Η αφοσίωση στο Θεό εκφράζεται με τη φιλαλήθεια, την αγαθοεργία, την εθελοντική εργασία για το κοινό καλό. Οι Σικ αποφεύγουν το οινοπνευματώδη και τον καπνό, προσπαθώντας να ζουν λιτά. Από το 17ο αι, με πρωτοβουλία του 6ου Γκουρού, του Χαργκομπίντ (Hargobind), εγκατέλειψαν τη χορτοφαγία. Στην πράξη πάντως οι Σικ δεν φαίνεται να απελευθερώθηκαν πλήρως από τις ινδουιστικές παραδόσεις (π.χ. στη σύναψη γάμων), και παρά τη θεωρητική απόρριψη της ινδουιστικής αντίληψης περί θρησκευτικής μόλυνσης, διατηρούν συνήθειες Καθαρμών, εξαγνισμών (π.χ. ενός οικοδομήματος) και, ορισμένοι, τη χορτοφαγία.
Λατρεία. Σκοπός του Σικ είναι να διαποτιστεί ολόκληρη η ύπαρξή του από την παρουσία του Θεού, να (δια)φωτιστεί η συνείδησή του από αυτόν, να ξεπεραστεί κάθε ψευδαίσθηση δυαρχίας. Η πνευματική ανέλιξη και ανάπτυξη του ανθρώπου πραγματοποιείται με την περισυλλογή, ιδιαίτερα με τη ναμ σιμράν (nam simran), που σημαίνει διαρκή μνήμη του ονόματος του Θεού. Mε την επανάληψη του Ονόματος, όπως πίστευε ο Νάνακ, μπορεί κανείς να νικήσει το μέγιστο κακό: το εγώ. Ο Σικχισμός, απορρίπτοντας τα αισθησιακά λατρευτικά έθιμα του Ινδουισμού και τις διάφορες μορφές Έκστασης, διαμόρφωσε απέριττη Λατρεία, τονίζοντας την Προσευχή με αγνή καρδιά. Το καθημερινό λατρευτικό τυπικό των Σικ συνίσταται σε ορθρινό ξύπνημα, ψυχρό λουτρό, περισυλλογή με κέντρο το όνομα του Θεού, απαγγελία, πρωί και βράδυ, ορισμένων προσευχών, μελέτη του Ιερού τους βιβλίου.
Οι Σικ δεν έχουν Ιερατείο ούτε καθορισμένη ιερή ημέρα στην εβδομάδα. Ο χώρος, όπου γίνεται η σύναξη, ονομάζεται γκουρντουάρα (gurdwara), δηλ. η θύρα του Γκουρού. Το όνομα αυτό χρησιμοποιείται ακόμη και για το ειδικό δωμάτιο που έχουν στις οικίες τους. Το βασικό συστατικό του ιερού χώρου είναι η παρουσία του Ιερού βιβλίου. Το σημαντικότερο Ιερό των Σικ θεωρείται ο Χρυσός Ναός (Hari Mandir = Ναός του Θεού) στο Αμριτσάρ. Η δημόσια Λατρεία καθορίζεται ανάλογα με το ρυθμό ζωής της κοινότητας. Ως ειδική ημέρα Λατρείας θεωρείται συνήθως η 11η του σεληνιακού μήνα, η οποία ονομάζεται εκαντάσι (ekadashi), όπως επίσης η σανγκράντ (sangrand). Πολλοί Σικ επισκέπτονται, ατομικά ή οικογενειακά, την κοινοτική γκουρντουάρα οποιαδήποτε μέρα προσφέρουν χρήματα, φρούτα, γάλα κλπ. και ακούν αναγνώσματα από τη Γραφή τους.
Οι επέτειοι γέννησης και θανάτου κάθε Γκουρού, οι Γκουρπούμπ (Gurpub), αποτελούν τυπικές Εορτές των Σικ. Άλλες Εορτές, π.χ. Ντιουάλι (Diwali). Χολά Μοχάλα (Hola Mohalla), έχουν ινδουιστική καταγωγή. Άξονας της ζωής τους, βασικός οδηγός και δάσκαλός τους, είναι ο «Γκουρού Γκρανθ Σαχίμπ». Η Λατρεία περιλαμβάνει ομαδική υμνωδία από ιερά κείμενα με τη συνοδεία ενόργανης μουσικής, ανάγνωση και εξήγηση των Γραφών. Οι ευσεβείς Σικ συνηθίζουν να μελετούν καθημερινά την «Άντι Γκρανθ», ιδιαίτερα το βράδυ. Όλες οι φάσεις της ζωής αγιάζονται με την παρουσία της και σφραγίζονται με ανάγνωση ιερών κειμένων: Η ονοματοδοσία ενός παιδιού, ο γάμος (το ζεύγος περιφέρεται 4 φορές γύρω από τη Γραφή, ενώ ψάλλονται 4 στίχοι από το γαμήλιο ύμνο του Γκουρού Ραμ Ντας), η κηδεία. Πριν από καθοριστικές αποφάσεις (π.χ. νέα εργασία), καθώς επίσης και στις περισσότερες Εορτές, γίνεται ανάγνωση ολόκληρης της «Άντι Γκρανθ», που διαρκεί 46 περίπου ώρες ή, με διακοπές, 1 ή 2 εβδομάδες. Την ανάγνωση συνοδεύει ορισμένη προσευχή, που ένα μέλος της κοινότητας διαβάζει μπροστά στο Ιερό βιβλίο. Επίσης διανέμεται σ΄ όλα τα μέλη ζεστός χυλός από αλεύρι, σιμιγδάλι, νερό, ζάχαρη γνωστός ως καρά πρασάντ (karah prasad). Έτσι συμβολικά τονίζεται η ισότητα.
Ιδιαίτερη τελετή μύησης των Σικ είναι η Αμρίτ Παχούλ ή Κάντε κα ΑμρΙτ (Amrit Pahul ή Khande Ka Amrit). Εγκαινιάστηκε με την ίδρυση της Κάλσα (Khalsa). Όσοι μυούνται, δίνουν ορισμένους όρκους, υιοθετώντας τα λεγόμενα πέντε «Κ». Πρόκειται για 5 Σύμβολα, τα οποία στην πουντζάμπι γλώσσα αρχίζουν από Κ: kesh (ακούρευτη κόμη), kangha (ατσάλινη χτένα), kirpan (ξίφος), kara (ατσάλινο βραχιόλι), kachch (κοντό πανταλόνι). Αποτελούν τα διακριτικά των Σικ. Οι άντρες φορούν επιπλέον στο κεφάλι ένα τουρμπάνι. Η μύηση γίνεται μπροστά στον «Γκουρού Γκρανθ Σαχίμπ». Πέντε άντρες, μέλη της Κάλσα, φορώντας τα 5 Κ, διαλύουν ζάχαρη σε νερό με τη βοήθεια ενός δίκοπου ξίφους, ενώ ψέλνουν ορισμένους ύμνους. Οι μυούμενοι πίνουν από το υγρό αυτό και χρίονται στα μάτια και στα μαλλιά. Κατόπιν ορκίζονται ότι θα τηρούν τον επιβαλλόμενο κώδικα πειθαρχίας, γνωστό ως Ραχίτ (Rahit) και επαναλαμβάνουν τα λόγια της συνοπτικής ομολογίας Πίστης, της μουλ μάντρα. Οι μυημένοι άντρες αντικαθιστούν το όνομα της κάστας τους με τη λέξη Σινγκ (Singh), που σημαίνει λιοντάρι, ενώ οι γυναίκες με την Καούρ (Kaur = πριγκίπισσα), ανεβαίνοντας έτσι στο επίπεδο της τάξης των πολεμιστών. Δεν εντάσσονται όλοι οι Σικ στην Κάλσα και συνεπώς δεν έχουν όλοι τον επίζηλο τίτλο του Σινγκ. Αρκετοί εμπνέονται κυρίως από το ειρηνιστικό πνεύμα του Νάνακ και ονομάζονται Νάνακ πάνθι (Nanak panthi), αποκλίνοντος μάλλον προς το ινδουιστικό ήθος. Όσοι έχουν μυηθεί στην Κάλσα ονομάζονται αμρίτ ντάρι (amrit dhari), ενώ όσοι σέβονται βέβαια τους 10 Γκουρού και την ιερή Γραφή, αλλά δεν μυήθηκαν, ονομάζονται σαχάτζ ντάρι (sahaj dhari).
Ιστορική διαδρομή. Από πλευράς θρησκευτικής διακρίνεται μια πρώτη περίοδος, από το 15ο ως τις αρχές του 18ου αι., διαμορφωτική του Σικχισμού, με πρωταγωνιστές τους 10 Γκουρού, και μια δεύτερη, από το 18ο αι. και εξής, που ως απόλυτο κέντρο της έχει την ιερή Γραφή. Από πλευράς κοινωνικοπολιτικής η θρησκευτική κίνηση που αρχίζει με τον Νάνακ στην πρώτη της φάση (15ος - 16ος αι.) υπήρξε «ευσεβιστική» στη δεύτερη όμως φάση της (17ος αι. εξ.) εξελίχθηκε σε μαχητική. Η οριστική μεταμόρφωση του Σικχισμού από ειρηνιστική κίνηση σε αγωνιστική Αδελφότητα ολοκληρώθηκε με τον τελευταίο Γκουρού. Οι 10 Γκουρού των Σικ είναι 1ος, Nanak, 1469 - 1539. 2ος Angad, 1504 - 52 (Γκουρού 1539 - 52). 3ος Amar Das, 1479 - 1574 (Γκουρού 1552 - 74). 4ος Ram Das, 1534 - 81 (Γκουρού 1574 - 81). 5ος Arjan, 1563 - 1606 (Γκουρού 1581 - 1606). 6ος Hargobind, 1595 - 1644(Γκουρού 1606 - 44). 7ος Har Rai, 1630 - 61 (Γκουρού 1644 - 61). 8ος Har Krishan, 1656 - 64 (Γκουρού 1661 - 64), 9ος Tegh Bahadur, 1621 - 75 (Γκουρού 1664 - 75). 10ος Goblnd Singh, 1666 - 1708 (Γκουρού 1675 - 1708). Όλοι προήλθαν από την Κάτρι τζάτι (Khatri jati), εμπορική υποκάστα, που οι Σικ υποστηρίζουν ότι ανήκε στην ευρύτερη κάστα των Ξάτριγυα. Από τον 4ο Γκουρού η διαδοχή έγινε κληρονομική. Ο Σικχισμός αποδίδει και στους 10 Γκουρού την ίδια αξία. Η δεύτερη περίοδος του Σικχισμού αρχίζει το 1709. 0 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται από σκληρούς ανταγωνισμούς μεταξύ Σικ και Μογγόλων. Αργότερα ο Σικ μαχαραγιάς Ranjit Singh, ίδρυσε ανεξάρτητο κράτος στο Πουντζάμπ (1799 - 1849) το οποίο ο διάδοχός του DaΙip Singh παρέδωσε στους Βρεταννούς. Στο τέλος του 19ου αι., άνθισε η αναγεννητική κίνηση Σινγκ Σάμπχα (Singh Sabha) ως αντίδραση στη χριστιανική διείσδυση και στις ινδουιστικές προσηλυτιστικές δραστηριότητες. Η αναγέννηση του Σικχισμού επιδιώχθηκε με εκπαιδευτικές και φιλολογικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα με τη δημιουργία του Khalsa College (1892) στο Αμριτσάρ. Οι Σικ έλαβαν μέρος στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Κατά τραγικό όμως τρόπο, το 1947 η περιοχή Πουντζάπ, όπου γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Σικχισμός, διαμοιράστηκε από την Ινδία και το Πακιστάν. Επανειλημμένα οι Σικ, διαμαρτυρόμενοι τόσο κατά των Μουσουλμάνων όσο και κατά των Ινδουιστών, έχουν καταφύγει σε μαχητικές κινητοποιήσεις. Το 1966 ιδρύθηκε η Πουντζάμπι Σούμπα (Punjabi Suba), επικράτεια που συμπεριέλαβε το 85% των Σικ της Ινδίας και έχει επίσημη γλώσσα την πουντζάμπι. Αυτό εξασφάλισε κάποια αυτονομία, όχι όμως και την ποθητή ανεξαρτησία.
Από το τέλος του 19ου αι. άρχισε μεγάλη αποδημητική κίνηση των Σικ. Πολλοί από αυτούς που υπηρέτησαν (1870 - 1947) στο βρεταννικό στρατό εκτός Ινδίας, μετά την αποστράτευσή τους εγκαταστάθηκαν στο Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη άλλοι μετανάστευσαν για λόγους οικονομικούς στην Α. Αφρική και αλλού. Σήμερα αναπτύσσονται πολλές κοινότητες Σίκ σε αγγλόφωνες περιοχές, κυρίως της Βρεταννικής Κοινοπολιτείας. Τελευταία, ανεπίσημη στατιστική (1991) ανεβάζει τους Σικ σε 18.000.000 (ενώ στις αρχές του αιώνα ήταν 3 και το 1987 12 εκατ.).
Στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών δεν παρουσιάστηκε κάποια ιδιαίτερη ακτινοβολία του Σικχισμού. Η συμμετοχή των Σικ υπήρξε ενεργός κυρίως στον κοινωνικό χώρο. Ο Σικχισμός καλλιέργησε τη δημοκρατική συνείδηση και συνηγόρησε για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων και των λαών.
Βιβλιογραφία. Μεταφράσεις τον ιερού βιβλίου του Σικχισμού: Sri Guru-Granth Sahib, Gopal Singh: Deληi, Gur Das Kapur 1962. Sri Guru-Granth Sahib, Mannohan Singh: Shiromani Gurdwara Parbandhak Committee. Amritsar 1969. Ανθολόγηση και μετάφραση στην αγγλική: Selections from the Sacred Writings of the Sikhs (tr. Trilochasn Singh et al.): London, Alien & Unwin- New York, Macmillan 1960. W.H. McLeod. Sources for the Study of Sikhism: Manchester, University Press 1984.
Μονογραφίες: W.O. Cole, The Guru in Sikhism: London, Darton 1982. W.O. Cole. Sikhism snd its Indian Context, 1469 - 1708: London, Darton 1982. W.O Cole-P. S. Sambhi, The Sikhs: Their Religious Beliefs and Practices: London-Boston Mass., Routledge 1978. D. Cunnigham, A History of the Sikhs: (1849) επανεκδ. Delhl 1966. S.S. Johar. Handbook on Sikhism: Delhi, Vivek 1977. M.A. Macauliffe, The Sikh Religion 1-6 Oxford, Clarendon Press 1909, Delhl, Chand 1970 W.H. Mcleod. Guru Nanak and

(Ζιάκα Γρηγορίου, Το Ισλάμ, εκδ. Πουρναρα,Θεσσαλονικη 2004 σελ.80-89).
Η πρώτη αποκάλυψις.
Περί του σταδίου της εσωτερικής προετοιμασίας, η οποία εσημειώθη εις τον Μωάμεθ πριν ή ούτος εμφανισθή εις τον λαόν του ως απόστολος του Θεού και προφήτης, δεν γνωρίζομεν πολλά. Κατά τας ευσεβείς δοξασίας της μουσουλμανικής παραδόσεως, ουδεμία εσωτερική προετοιμασία εσημειώθη εις τον Μωάμεθ, διότι ούτος εκλήθη αιφνιδίως εις το προφητικόν του αξίωμα δια τινος οράματος, κατά την διάρκειαν του οποίου ο Θεός εξαπέστειλεν εις αυτόν την πρώτην αποκάλυψιν. Πράγματι όμως η περί προφητικής του αποστολής συνείδησις ανεπτύχθη και εστερεώθη βαθμιαίως μέσα του. Εάν λάβωμεν υπόψιν τας μαρτυρίας της μουσουλμανικής παραδόσεως, ο Μωάμεθ ήτο τεσσαράκοντα ετών ή και ολίγον ακόμη μεγαλύτερος, όταν εδέχθη την πρώτην αποκάλυψιν και ενεφανίσθη δημοσία κηρύττων. Τούτο σημαίνει ότι μέχρι της ωρίμου ηλικίας του παρέμεινε πιστός εις την ειδωλολατρικήν πίστην των πατέρων του.
Κατά το Κοράνιον ο Θεός τον εύρε κάποτε εις την οδόν της πλάνης και τον καθωδήγησε (93,7). Η καθοδήγησις αυτή υποδηλοί ότι πριν ή ο Μωάμεθ συνειδητοποιήση την προφητικήν του αποστολήν, διήλθε ωρισμένον τινά χρόνον εσωτερικής προεργασίας και περισυλλογής. Κατά τον χρόνον αυτόν ησχολήθη συνειδητώς ή ασυνειδήτως με θρησκευτικά προβλήματα. Κατά το χρονικόν τούτο διάστημα αι χριστιανικαί και ιουδαϊκαί διδασκαλίαι, τας οποίας κατά καιρούς ήκουσε, εδημιούργησαν εντός του δυσπιστίαν προς την πατρώαν ειδωλολατρικήν θρησκείαν. Ούτω συν τω χρόνω προητοιμάζετο μία εσωτερική αλλαγή μέσα του, η οποία εκορυφώθη κάποτε με ένα συνταρακτικόν όραμα «κλήσεώς» του, το οποίον υπήρξεν αποφασιστικός σταθμός δι’ όλην την μετέπειτα δράσιν του. Το όραμα τούτο περιγράφεται παραστατικώτατα εις το Κοράνιον και σχολιάζεται ιδιαιτέρως υπό της μουσουλμανικής παραδόσεως. Δίδεται εις την σούραν 96, 1-5, η οποία θεωρείται υπό της μουσουλμανικής παραδόσεως ως η πρώτη κορανική αποκάλυψις. Παραλλαγή του αυτού οράματος δίδεται εις σούραν 74,1-7.
Κατά τας ειδήσεις των χωρίων τούτων και της μουσουλμανικής παραδόσεως ο Μωάμεθ εκάθητο κάποιαν νύκτα εν περισυλλογή εντός του αγαπητού του σπηλαίου του όρους Χίρα (Hira’) πλησίον της Μέκκας όπου πολλάκις ηρέσκετο να αποσύρεται και να αφοσιώνεται εν ηρεμία εις θεωρίας. Αίφνης ήκουσε φωνήν άνωθεν καλούσαν αυτόν να γίνη προφήτης του Θεού. Κάποιον υπερβατικόν ον, το οποίον αρχικώς ο Μωάμεθ ωνόμαζε «ένδοξον μηνυτήν», «πιστόν πνεύμα» ή «άγιον πνεύμα» (ruh al-quds) και αργότερον, κατά την εν Μεδίνη δράσιν του, εταύτισε προς τον αρχάγγελον Γαβριήλ, απεκάλυψεν εν οράματι εις αυτόν την πρώτην αποκάλυψιν και τον διέταξε να αναγνώση τους πέντε πρώτους στίχους του 96ου κεφαλαίου του Κορανίου. Ο άγγελος του είπε˙
«iqra’ = ανάγνωθι (απάγγειλον) εν ονόματι του Κυρίου σου όστις έκτισε (τα πάντα˙ ο οποίος έπλασε τον άνθρωπον εκ θρόμβου αίματος (δηλαδή εξ ενός εμβρύου). Ανάγνωθι: Ο Κύριός σου είναι ο γενναιότατος απάντων των επί της γης. (Αυτός) ο οποίος εδίδαξε την χρήσιν της γραφίδος, εδίδαξε τον άνθρωπον ό,τι (πρότερον) ηγνόει».
Κατά την μουσουλμανικήν παράδοσιν, ο Μωάμεθ κατ’ αρχάς εξεπλάγη, διότι ήτο αναλφάβητος, και δις ηρώτησε τον άγγελον τί έπρεπε να αναγνώση και πώς ηδύνατο να αναγνώση, αφού δεν εγνώριζε ανάγνωσιν! Τότε ο Άγγελος επίεσε τον λαιμόν του μέχρι πνιγμονής και ο Μωάμεθ εξαναγκασθείς, ήρχισε να αναγινώσκη.
Κατά την μουσουλμανικήν παράδοσιν μετά την αποστολήν άνωθεν της αποκαλύψεως ταύτης τρόμος και θλίψις κατέλαβε τον Μωάμεθ. Λέγεται ότι κατά την στιγμήν της αποκαλύψεως ο Μωάμεθ κατελήφθη υπό παροξυσμού, κατά τρόπον ώστε αφρός εξήλθεν εκ του στόματος αυτού, η κεφαλή του έκλινε, το πρόσωπόν του ωχρίασε ή ερυθρίασε, ο ιδρώς έτρεχεν ακατασχέτως και ούτος εκραύγαζεν ως «πώλος καμήλου». Ο παροξυσμός ούτος καλείται από δύο σπουδαίους συλλογείς της μουσουλμανικής παραδόσεως, τον Bakhari και τον Waqidi, «πυρετός» (buraha’). Εκ των μαρτυριών τούτων παρακινηθέντες οι βυζαντινοί συγγραφείς ωμίλησαν εις την κατά του Ισλάμ πολεμικήν των περί επιληψίας, η οποία κατείχε τον Μωάμεθ, και τας απόψεις αυτών επαναλαμβάνει ο δυτικός βιογράφος του Μωάμεθ Gustav Weil (Das Leben Muhammeds, Stuttgart 1864, 42).
Αι ερμηνείαι όμως αύται δεν έχουν ιστορικά ερείσματα και αγνοούν την διαδικασίαν εμπνεύσεως, την οποίαν μετήρχοντο οι εκστασιαζόμενοι μάντεις και οραματισταί της ειδωλολατρικής Αραβίας. Αν λάβωμεν υπόψιν τας μαρτυρίας των χωρίων 73,1 εξ. και 74,1 εξ., ένθα ο Μωάμεθ εντέλλεται να εγερθή κατά την διάρκειαν της νυκτός και να προσευχηθή, πρέπει να υποθέσωμεν ότι ούτος προητοιμάζετο διά την παραλαβήν της αποκαλύψεως. Η προετοιμασία φαίνεται ότι εγίνετο κατ’ αρχάς κατά τα πρότυπα των αρχαίων Αράβων μάντεων και οραματιστών. Εις τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι οι εχθροί του εις Μέκκαν τον απεκάλουν «δαιμονιζόμενον» (majnun) ή έχοντα δαιμόνιον (jinn) εντός του. «Δαιμονιζόμενοι» όμως ή εμπνεόμενοι από τους δαίμονας, τα jinn, εθεωρούντο και οι Άραβες μάντεις και ποιηταί. Το δαιμόνιον εδώ δεν έχει έννοιαν βιβλικήν, αλλά την σημασίαν περίπου την οποίαν η λέξις είχεν εις την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν. Ήτο θεϊκόν τι ον, το οποίον ενέπνεε τους μάντεις ή ποιητάς του αρχαίου αραβικού κόσμου, συνήθως προς το καλόν της φυλής. Ο ποιητής, ο οποίος δια των ποιημάτων του υπηρέτει την λατρείαν της φυλής του, εθεωρείτο ότι ευρίσκετο κατά την ώραν της συνθέσεως υπό την επήρειαν του εντός αυτού κατοικούντος «δαιμονίου». Διά τούτο μάντεις και ποιηταί εκαλούντο «majnun», «μαινόμενοι» ή «δαιμονιζόμενοι».
Δεν φαίνονται συνεπώς αληθείς αι απόψεις ότι ο Μωάμεθ ήτο «επιληπτικός». Από τον τρόπον όμως της εκστάσεώς του δυνάμεθα να συναγάγωμεν άλλα σπουδαία συμπεράσματα. Να ιδούμε δηλαδή ότι εις τον εξωχριστιανικόν τρόπον εκστάσεως επικρατεί έντασις και ταραχή, αντιθέτως προς την έμπνευσιν και έκστασιν αγίων προσώπων εν τη χριστιανική πίστει, όπου επικρατεί ηρεμία, γαλήνη και πληρότης. Το «φως ιλαρόν», που αποτελεί ύμνον της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας, είναι το χαρακτηριστικόν γνώρισμα του προσώπου, το οποίον δια της προσευχής αίρεται εις τας υπερβατικάς σφαίρας και κοινωνεί μετά του προσωπικού Θεού. Η γαλήνη και η ηρεμία πληρούν την ψυχήν του και «φως ιλαρόν» εκπέμπει το πρόσωπόν του.
Αντιθέτως εις την εξωχριστιανικήν έκστασιν επικρατεί συνήθως η έντασις. Ακόμη και εις μορφάς εκστάσεως του βουδδισμού, όπου συνήθως η περισυλλογή εσωτερικεύει τον άνθρωπον εις σημείον ώστε οι οφθαλμοί του να μένουν απλανείς, ουδέν εκφράζοντες, ακόμη και εκεί παρατηρείται εις πολλάς μορφάς εκστάσεως έντασις. Διά τούτο όχι μόνον εις τον βουδδισμόν, αλλά και εις τον Ινδοϊσμόν γενικώς απαγορεύεται να ασκείται η Yoga άνευ της παρουσίας του διδασκάλου, ο οποίος, όταν αρχίσει η έκστασις (κυρίως προκειμένου περί του Ζεν βουδδισμού) έχει ραβδίον, με το οποίον κτυπά ελαφρώς εν αρχή την πλάτην του εκστασιαζομένου, και όσον περισσότερον ανεβαίνει η έντασις, τόσον περισσότερον τα κτυπήματα δυναμώνουν, και εις το τέλος γίνονται τόσον ισχυρά, ώστε, αν ο εκστασιαζόμενος ευρίσκετο εν νηφαλία καταστάσει, θα εκραύγαζεν εκ του πόνου. Αυτό όμως γίνεται διά να χαλαρώνη η έντασις του νευρικού συστήματος, το οποίον υπάρχει κίνδυνος να υποστή βλάβην, να σπάσουν κατά το κοινώς λεγόμενον τα νεύρα του εκστασιαζομένου και να μείνη διανοητικώς ή σωματικώς ανάπηρος κατά την υπόλοιπον ζωήν του. Και υπάρχουν πολλά τοιαύτα παραδείγματα.
Παρόμοιας μορφάς εκστάσεως παρατηρούμεν εις ωρισμένους ορχουμένους δερβίσσας του Ισλάμ, όπου οι εκστασιαζόμενοι ρίπτουν αναμμένα κάρβουνα εις το στόμα των η εμπηγνύουν αιχμηρά αντικείμενα εις τους βραχίονας και εις άλλα μαλακά μέρη του σώματος. Εις μεγάλης μάλιστα εντάσεως εκστάσεις χρησιμοποιούνται πυρακτωμένα σίδηρα, τα οποία εναποτίθενται επί του δέρματος, διά να κατευνάσουν την έντασιν των νεύρων και να επαναφέρουν τον εκστασιαζόμενον εις την ομαλήν του κατάστασιν. Ούτως δύναται να εξηγηθή και το γνωστόν παρ’ ημίν φαινόμενον των Ανασταινάρηδων, οι οποίοι διά να επιτύχουν το βάδισμα επί της πυράς, εκστασιάζονται.
Τοιαύτα λοιπόν φαινόμενα εκστάσεως είναι ξένα εις την χριστιανικήν μυστικήν εμπειρίαν, όπου η μετά του Θεού κοινωνία φέρει γαλήνην, πλήρωμα εσωτερικόν, και «φως ιλαρόν», που σημαίνει ότι πληροί τον άνθρωπον με χαράν και φαιδρότητα.
Διάφορος λοιπόν της χριστιανικής εκστάσεως ήτο και η έκστασις του Μωάμεθ: Κατά τας περιγραφάς της μουσουλμανικής παραδόσεως και τους υπαινιγμούς του Κορανίου, ο Μωάμεθ μετά το πέρας του οράματος κατελήφθη υπό φόβου και εξάψεως, η οποία του έφερε ρίγος και θέρμην συγχρόνως. Διά τούτο επέστρεψεν εσπευσμένως εις την γυναίκα του Χαντίτζια και εφώναξε˙ «κάλυψόν με δι’ ενός μανδύου (dithar), και ρίψον επ’ εμοί ψυχρόν ύδωρ» (Sura 73,1 και 74,1).
Το αιφνίδιον και συνταρακτικόν αυτό όραμα επροξένησε τοιαύτην φρίκην εις τον Μωάμεθ, ώστε επί αρκετόν χρόνον μετά ταύτα έπαυσε τελείως να δέχεται περαιτέρω αποκαλύψεις. Η μουσουλμανική παράδοσις αναφέρει ότι εσημειώθη επί τρία έτη διακοπή (fatra) εις το κήρυγμά του. Την φρίκην, η οποία κατέλαβε τον Μωάμεθ μετά την συνταρακτικήν αυτήν εμπειρίαν της αποκαλύψεώς του, περιγράφουν παραστατικώτατα οι πρώτοι στίχοι του 74ου κορανικού κεφαλαίου. Οι στίχοι αυτοί θεωρούνται υπό της μουσουλμανικής παραδόσεως ως η αμέσως μετά την διακοπήν της πρώτης αποκαλύψεώς επακολουθήσασα αποκάλυψις, η οποία εκάλεσε τον Μωάμεθ να εγερθή και να συνέχιση το κήρυγμά του.
«'Ώ συ, όστις εκάλυψας εαυτόν διά μανδύου (dithar). Εγέρθητι και προειδοποίησον (τους ανθρώπους της χώρας σου διά την τιμωρίαν του Θεού). Και αίνει τον Κύριόν σου! Κάθαρον τα ιμάτιά σου και απόφευγε το βδέλυγμα (της ειδωλολατρίας)».
Πάντα ταύτα δηλούν α)  ότι κατ’ αρχάς ο Μωάμεθ δεν είχε συνειδητοποιήσει την «αποστολήν» του. Η συνείδησις ότι είναι απόστολος του Θεού, μάλιστα δε η πρόθεσίς του να παρουσίαση εαυτόν ως προφήτην δεν ήτο το αρχικόν εις την συνείδησιν του σχέδιον. Είναι περισσότερον ορθόν να υποθέσωμεν, όπως πράττει ο Caetani, ότι έφθασεν εις την σύλληψιν των ιδεών του τούτων μόνον διστάζων και ψηλαφών. Καίτοι ο άγγελος εγνωστοποίησεν εις αυτόν ότι ήτο ο εκλεγείς προφήτης του Θεού, ο Μωάμεθ ημφέβαλλε περί της αληθείας του οράματός του. Εφοβείτο μάλιστα μήπως είχε καταληφθή υπό του δαίμονος και είναι θύμα διαβολικής απάτης και επενεργείας. Κατά την μουσουλμανικήν παράδοσιν η περίοδος της απομονώσεώς του διήρκεσε περί τα τρία έτη. Αίφνης όμως η περίοδος αύτη έληξε και ο χείμαρρος των θείων αποκαλύψεων ήρχισε να κατακλύζη αδιακόπως αυτόν μέχρι τέλους της ζωής του.
β)  Συνάγεται επίσης ότι η προφητική του Μωάμεθ συνείδησις διαμορφούται αρχικώς επί τη βάσει των αρχεγόνων παραστάσεων του λαού του. Την πρώτην βεβαίως αμυδράν περί προφητείας έννοιαν συνέλαβεν ούτος επί τη βάσει των ολίγων βιβλικών διδασκαλιών, τας οποίας ήκουσεν, αλλά ταύτην συνενέμειξε μετά μαγικών και μαντικών παραστάσεων του αυτοχθόνου αραβικού περιβάλλοντος. Τα λεκτικά σχήματα, το ύφος και ο έμμετρος λόγος των αρχικών του αποκαλύψεων φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των χρησμών και αφορισμών των αρχαίων αράβων μάντεων και οραματιστών (kuhhan).
Εν αρχή ούτος δεν εγνώριζε πολλά περί προφητείας. Περί των προφητών της Π. Διαθήκης ενημερώθη αργότερον και ελλιπώς. Άρα κατά την αρχικήν περίοδον των οραματισμών του, δεν ήτο δυνατόν ούτοι να αποτελέσουν τα καθοδηγητικά του πρότυπα. Μέχρις ου αναχθή εις την πεποίθησιν ότι είναι «απόστολος του Θεού», παρήλθε χρόνος, του οποίου την έκτασιν δεν δυνάμεθα να προσδιορίσωμεν ακριβώς. Αι περί προφητείας και αποκαλύψεως ιδέαι υπό την βιβλικήν αυτών έννοιαν ήσαν ξέναι εις τους Άραβας. Η ιδέα επίσης περί υπάρξεως οιουδήποτε ανθρώπου φορέως θείας αποκαλύψεως, εις τον οποίον ο Θεός εμπιστεύεται την θείαν επαγγελίαν, ίνα κομίση αυτήν εις τον λαόν του, δεν ήτο οικεία εις τους συγχρόνους αυτού Άραβας. Αντιθέτως ούτοι εγνώριζον τους εν μέσω αυτών υπάρχοντας «μάντεις» (kahin) και τους «οραματιζομένους ποιητάς» (sha‘ir), οι οποίοι τη επηρεία αγαθών δαιμόνων (jinn ή jann), εξ ων κατελαμβάνοντο, ηδύναντο να προφητεύσουν και να δώσουν χρησμούς περί των μυστηρίων του μέλλοντος. Ο «ποιητής» (sha‘ir) ετοποθετείτο επί του αυτού μετά του «μάντεως (kahin) επιπέδου και εθεωρείτο άνθρωπος του οποίου τα οράματα και τα σημεία ήσαν πλήρη σημασίας, διότι προέλεγον τα μέλλοντα. Κατά την εποχήν εκείνην ο άραψ ποιητής είχε τελείως μαγικόν χαρακτήρα και οι Άραβες επίστευον ότι ώφειλε την έμπνευσίν του εις τι δαιμόνιον, το οποίον εισήρχετο εν αυτώ. Ούτω sha‘ir εσήμαινε τον «γνώστην οραματιστήν». Ο δαίμων, ο οποίος εισήρχετο εις τον sha‘ir, δεν εισήρχετο ίνα εμπνεύση εις αυτόν ωραίους λόγους και ιδέας, αλλ’ ίνα διαφωτίση αυτόν περί των πραγμάτων εκείνων, των οποίων δεομένη η φυλή κατέφευγεν εις την πνευματικήν του βοήθειαν.
Άρα είναι φυσικόν να υποθέσωμεν ότι αρχικώς ο Μωάμεθ, πιεζόμενος εκ των εσωτερικών του παρορμήσεων και οραμάτων, εξεφράζετο κατά τον τρόπον οραματισμού των Αράβων μάντεων. Όπως οι μάντεις και οι οραματισταί, ούτω και αυτός είχε να είπη τι το σπουδαίον. Πράγματι, κατά τινα παράδοσιν την οποίαν αναφέρει ο Ibn Sa‘d, στηρίζων αυτήν επί του αρχαιοτέρου αξιοπίστου μάρτυρος της μουσουλμανικής παραδόσεως, του Urwa Ibn az-Zubair, ο Μωάμεθ παρουσιάζεται ειπών ποτέ εις την σύζυγον αυτού Khatija «Βλέπω φώς τι και ακούω φωνήν τινα. Φοβούμαι αληθώς μη τυχόν είμαι τις kahin».
Αι μετά των kahin ομοιότητες του Μωάμεθ παρουσιάζονται κυρίως εις τον τρόπον εκφοράς των αρχικών κορανικών αποκαλύψεων. Όπως οι χρησμοί του μάντεως ήσαν ιδιόμορφοι, ούτως είναι και αι αρχικαί αυτού αποκαλύψεις. Προς εκφοράν των χρησμών του ο μάντις εχρησιμοποίει τον ομοιοκατάληκτον έμμετρον και πεζόν ομού λόγον (το ομοιοκατάληκτον «πεζοτράγουδον»), τον αποκαλούμενον saj', ο οποίος αποτελείτο από βραχείας ρυθμικάς προτάσεις, διαφόρους όμως εκείνων της πραγματικής ποιήσεως. Υπ’ αυτήν ακριβώς την μορφήν του saj' εκφέρονται ου μόνον τα παλαιότερα (2), αλλ’ άπαντα τα κεφάλαια του Κορανίου (3). Κατά τα πρώτα όμως βήματα του κηρύγματός του ο Μωάμεθ ομιλών κατά τα εκστατικά πρότυπα των αράβων οραματιστών, εξέφραζε τας αποκαλύψεις του υπό μορφήν βραχέων και ελλειπτικών αφορισμών και είχε την εντύπωσιν ότι ενεπνέετο υπό θείου τινός πνεύματος (4), το οποίον αργότερον εταύτισε μετά του αγγέλου Γαβριήλ (5). Όπως δε οι μάντεις, επιθυμούντες να καταστήσουν πιστευτούς τούς χρησμούς των, ωρκίζοντο εις τον ουρανόν και την γην, εις το φώς και το σκότος, εις ζώα και φυτά, ούτω και ο Μωάμεθ εις το αρχικόν του κήρυγμα ομνύει εις την νύκτα, την ημέραν, τον εωθινόν, το όρος (Σινά), εις τον ουρανόν και τους αστέρας κ.λ.π. (6). Υπ’ αυτάς τας προϋποθέσεις δυνάμεθα να κατανοήσωμεν τους όρκους του αρχικού κηρύγματος του Μωάμεθ, οι οποίοι εκφέρονται αορίστως, άνευ λογικής συναφείας προς το ακολουθούν κείμενον. Έχοντες υπ’ όψει τους χρησμούς των μάντεων αυτών οι σύγχρονοι του Μωάμεθ Μεκκίται εταύτισαν αυτόν μετά των μάντεων τούτων (7).
Σημειωσεις
(2) Χαρακτηριστικά παραδείγματα των αρχικών κατά έμμετρον λόγον εκφερομένων αποκαλύψεων είναι τα κεφάλαια 90, 1- 16˙ 96, 1-8.
(3) Αι εικασίαι του Bell, καθ’ άς αι αρχικώταται εκφράσεις του Μωάμεθ δεν ήσαν έμμετροι, δεν φαίνονται πιθαναί (Muhammed’s Call, 13 - 19 και Muhammad’s Visions 145 - 154).
(4) Sura 16, 104 (102)˙ 26, 193.
(5) Sura 2, 91 (97).
(6) Sura 93, 1 εξ.˙ 103, 1˙ 84, 16 - 18˙ 74, 35 - 37˙ 92,1 - 3˙ 89, 1 - 4˙ 53, 1˙ 86,1˙ πρβλ. 81, 15- 18˙ 56, 74 εξ., 86, 11 εξ.˙ 91, 1- 8.
(7) Sura 52, 29˙ 69, 42.
Αι ομοιότητες όμως και αι επιρροαί αύται δεν πρέπει να υπερτονισθούν, διότι το κορανικόν κήρυγμα καθ’ εαυτό ελαχίστην έχει σχέσιν προς τους αφορισμούς των αράβων μάντεων. Πολύ ενωρίς ο Μωάμεθ κατεπολέμησε την ιδέαν της μετά των kahin και sha'ir ταυτίσεώς του. Τα περί kahin και sha'ir ομιλούντα κορανικά χωρία σκοπούν να άρουν τας κατά του Μωάμεθ κατηγορίας και να δηλώσουν απεριφράστως την πλήρη προς αυτούς αντίθεσίν του (1). Ήδη αι αμφιβολίαι του μήπως είναι kahin δηλούν ότι εξ αρχής διέστελλεν εαυτόν και το κήρυγμά του εκ της μαντικής επενεργείας. Ενωρίς αι αόριστοι περί τας βιβλικάς αληθείας γνώσεις του ωδήγησαν αυτόν μακράν των μάντεων. Διά τούτο τονίζει ότι έρχεται ως απλούς απόστολος του Θεού, ο οποίος δεν ζητεί μισθόν ως οι μάντεις, δεν θέλει να έχη σχέσιν προς τους δαίμονας της πολυθεΐας, αλλά προς τον μόνον Θεόν. Ούτω φαίνεται ότι εξ αρχής είχεν αποκτήσει ασαφή τινα περί προφητείας αντίληψιν, και προς αυτήν συνεχώς έτεινε. Βεβαίως κατ’ αρχάς εις τον τρόπον εκφοράς των αποκαλύψεών του έχει υπ’ όψει τους μαντικούς χρησμούς, καθ’ ους δεν ομιλεί ο μάντις, αλλά το πνεύμα, ο δε μάντις ακούει και ανακοινώνει. Το αυτό ποιεί και ο Μωάμεθ˙ ακούει τον ουράνιον μηνυτήν και ανακοινώνει τας αποκαλύψεις του. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι παραμένει συνεχώς εις τον πρωτόγονον τρόπον εμπνεύσεως. Αντιθέτως φαίνεται ότι πολύ ενωρίς επηρεάσθη εκ της βιβλικής παραδόσεως, αλλά και εξ αναλόγων γνωστικών αντιλήψεων.
Ήδη εις την Παλαιάν Διαθήκην η ακοή είναι αίσθησις προηγουμένη της οράσεως. Ο Θεός απεκαλύφθη εις τους προφήτας δι’ ακροάσεων και όχι δι’ οράσεων. Ο Θεός προσκαλεί τον Μωυσή επί του όρους Σινά και ομιλεί μετ’ αυτού˙ αλλ’ όταν ο Μωυσής παρακαλή τον Θεόν να εμφανίση εις αυτόν το πρόσωπόν του, ο Θεός απαντά˙ «ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου˙ ου γάρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται» (2) . Η ιστορία αύτη της Βίβλου αποδίδεται, διά τινων κατά μυθικόν τρόπον εκφερομένων παραλλαγών, και εις το Κοράνιον (3) . Άπαντα τα οράματα του Μωάμεθ σχετίζονται προς τον άγγελον του Θεού, όχι προς αυτόν τον Θεόν (4) .
Αν αρχικώς επίστευσεν ότι είδε τον ίδιον τον Θεόν, τούτο ήτο πεποίθησις, την οποίαν έζησεν υπό τον πυρετόν του αρχικού του οίστρου και των οραμάτων. Συν τω χρόνω όμως ούτος γίνεται νηφαλιώτερος και αι εμπνεύσεις του πραγματοποιούνται τη επηρεία του αγγέλου.Sura 52, 29 εξ.˙ 69, 41 εξ.˙ 37, 35 (36)˙ 21,5. Έξοδος 33, 18 εξ.
Sura 7, 139 (143). Πρβλ. περί των βιβλικών πηγών, εξ ων ηντλήθησαν αι ανάλογοι κορανικαί απόψεις, Speyer, Die bibl. Erzahl. im Qoran, 141. Πρβλ. Ηοrovitz, εν Der Islam 9 (1919) 159 – 160.

Ν.Π.Βασιλειάδη.
Bαθύτατη επίδραση στην όλη Θρησκευτική εξέλιξη του Μωάμεθ άσκησε ο εξάδελφος της Κατίτζας ο Ουάρακας. Ο Ουάρακας ήταν κατ’ άλλους μεν Εβραίος κατ’ άλλους δε hanif. Άλλοι νομίζουν ότι ήταν διανοούμενος τον οποίο δεν ικανοποιούσε η παλιά θρησκεία. Υπάρχει και η άποψη ότι ήταν χριστιανός και «εκ περισσού αστρολόγος». Γνώστης της εβραϊκής και της ελληνικής ο Ουάρακας μετέφρασε στην αραβική αποσπάσματα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Ο εξάδελφος της Κατίτζας έδωσε στον Μωάμεθ πολλές πληροφορίες περί της Παλαιάς και της καινής Διαθήκης καθώς επίσης και περί των εβραϊκών παραδόσεων της Μίσνας και του Ταλμούδ, τις οποίες ο Μωάμεθ μετέφερε κατόπιν στο Κοράνιο.
Όλες αυτές οι γνώσεις τις οποίες ο Μωάμεθ αποθησαύριζε στην αφάνταστα ισχυρή μνήμη του αύξησαν τη δυσμένειά του κατά της ποταπής και πολυωνύμου ειδωλολατρίας των διαφόρων αραβικών φυλών. Και αποφάσισε να προχωρήσει σε θρησκευτική αναμόρφωση με βάση τις αρχές του Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού. Τις υψηλές όμως αρχές των δύο αυτών μονοθεϊστικών θρησκειών άρχισε να τις συγχωνεύει με δικές του σκέψεις και στοχασμούς. Διότι ο Μωάμεθ ήταν μεν αγράμματος αλλά πολύ ευφυής. Διέθετε δε πνεύμα οργανωτικό και νεωτεριστικό. Οι θαυμαστές του έλεγαν ότι ήταν απαίδευτος μεν αλλά σοφότατος. Σκοπός του ήταν να ανατρέψει την ειδωλολατρία και να συνενώσει τους Άραβες σε ένα λαό με μία μονοθεϊστική θρησκεία και κάτω από μία πολιτική εξουσία.
Είχε ήδη πεισθεί ότι η αληθινή θρησκεία απεκαλύφθη στον Αδάμ. Αλλά, κατά την άποψη του Μωάμεθ, ο οποίος διέθετε ισχυρό νου, ευφράδεια, θέληση, επιμονή, προσεκτική ζωή και πλούτο πολύ, η πίστη εκείνη είχε παρανοηθεί και διαφθαρεί από την ειδωλολατρία. Γι’ αυτό ο Θεός έστειλε στον κόσμο προφήτες, όπως π.χ. τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Ιησούν Χριστόν. Όμως οι άνθρωποι αποστάτησαν και πάλιν. Έπρεπε, συνεπώς, να επανέλθουν στο δρόμο της αλήθειας. Προς τον σκοπό αυτό χρειαζόταν, κατά την αντίληψη του Μωάμεθ, ένας νέος προφήτης απεσταλμένος από τον Θεόν.
Όλα αυτά είχαν βυθίσει τον Μωάμεθ σε βαθειά συλλογή. Άρχισε να απομονώνεται σε ερημικό τόπο και να στοχάζεται. Ήταν τότε σαράντα ετών. Ιδιαίτερα κατέφευγε σε μια σπηλιά, που ονομαζόταν Χίρα (Hira) ή Χαράα και απείχε περίπου τρία χιλιόμετρα από τη Μέκκα. Κατά τον Washington Irving (Ουάσιγκτων Έρβιγκ) «τόσον έντονος απασχόλησις της διανοίας του επί ενός ζητήματος δεν ήτο δυνατόν παρά να επιδράση επ' αυτού, ο Μωάμεθ δε ήρχισε να πίπτη εις εκστάσεις και να έχη κρίσεις καταλήψιας. Πολλάκις έχανε την συναίσθησιν των πέριξ και έπιπτε κατά γης αναίσθητος»(18). Όταν η Κατίτζα, γεμάτη ανησυχία, θέλησε να μάθει την αιτία των παροξυσμών αυτών, ο Μωάμεθ απαντούσε με υπεκφυγές.
Για τις παραισθήσεις και τους παροξυσμούς του Μωάμεθ έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς διάφορες γνώμες.
«Τινές των εχθρών του αποδίδουν τας κρίσεις αυτάς εις επιληψίαν, αλλ’ οι πιστοί Μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι αύται ήσαν προπαρασκευαστικοί της μελλούσης προφητικής αποστολής του. Διότι έκτοτε — λέγουν οι πιστοί (Μουσουλμάνοι) — η θέλησις του Υψίστου ήρχισεν αποκαλυτπομένη, καίτοι αορίστως εις αυτόν»(19).
Ο δρ. Γουσταύος Βάϊλ στο έργο του «Μωάμεθ ο προφήτης» εξετάζει εκτενώς το ζήτημα των επιληπτικών κρίσεων του Μωάμεθ. «Γενικώς επιστεύετο, ότι εχαρακτήρισαν ως επιληπτικόν τον Μωάμεθ οι εχθροί του και Χριστιανοί τινες συγγραφείς. Εν τούτοις, φαίνεται ότι τα περί ασθενείας του προφήτου εβεβαιώθησαν υπο τινων εκ των παλαιοτέρων Μουσουλμάνων συγγραφέων, επί τη βάσει των λεχθέντων υπό των οικείων του. Κατ' αρχάς, λέγουν ούτοι, ο Μωάμεθ κατελαμβάνετο υπό τρόμου και έπιπτεν εις αναισθησίαν σπασμών ενώ δε το μέτωπόν του ίδρωνεν οσονδήποτε ψυχρός και αν ήτο ο καιρός και από του στόματός του εξήρχετο αφρός, αυτός έμενε με κλειστούς τους οφθαλμούς, εκβάλλων ανάρθρους κραυγάς. Η Αϊσά, μία των συζύγων του, και ο Ζεΐδ, εις των μαθητών του, αναφέρονται ως μαρτυρήσαντες περί της ασθενείας του. Οι πιστοί του εφρόνουν ότι κατά τας κρίσεις ταύτας απεκαλύπτοντο εις τον Μωάμεθ αι θείαι αλήθειαι. Βέβαιον όμως είναι ότι ο Μωάμεθ είχε τοιαύτας κρίσεις εν Μέκκα προ της αποκαλύψεως του Κορανίου εις αυτόν. Η Κατίτζα εφοβείτο, ότι ο σύζυγός της κατείχετο υπό κακοποιών πνευμάτων και ήθελε να καταφύγη εις εξορκιστάς, αλλ’ ο σύζυγός της την ημπόδισε, διότι δεν ήθελε να τον βλέπουν όταν υπέφερεν» (20).
Ο George W. Gilmore (Τζώρτζ Ούιλλιαμ Γκίλμορ) αναφέρει, ότι ο Μωάμεθ «εκληρονόμησε από τη μητέρα του μια νευρική, ευέξαπτη ιδιοσυγκρασία και μια ροπή προς την επιληψία, που είχε εκδηλωθεί με ένα σπασμό (παροξυσμό) στην ηλικία των τεσσάρων και εξ ετών και αργότερα με επανειλημμένες υποτροπές σε μια καταληπτική κατάσταση, που τελικά τέθηκε υπό έλεγχο»(21).
Οι Βυζαντινοί, όπως ο Θεοφάνης (+917) στη «Χρονογραφία» του, ο Γεώργιος Αμαρτωλός στο «Χρονικό» του, ο Βαρθολομαίος ο Εδεσσηνός και ο Ευθύμιος ο Ζιγαβηνός, υποστηρίζουν την περί επιληψίας άποψη. Προσθέτουν μάλιστα και στοιχεία, που είναι προσφιλή στη σύγχρονη ψυχανάλυση. Διότι ομιλούν και περί συζυγικών δυσκολιών με τη σύζυγό του, ένεκα της επιληψίας του Μωάμεθ, και περί μεσολαβήσεως ενός φίλου του Χριστιανού αιρετικού μοναχού, ο όποιος ήταν «εξόριστος εις εκείνα τα μέρη δια κακοπιστίαν». Αυτός «εξ υποθήκης του Μωάμεθ», δηλαδή κατόπιν συμβουλής και προτροπής του Μωάμεθ, επληροφόρησε την Κατίτζαν ότι ο σύζυγός της δεν πάσχει από συνήθη ασθένειαν. Αλλά κάθε φορά, που «βλέπει» τον αρχάγγελο Γαβριήλ, μη μπορώντας να υποφέρει «την φοβερόν επιφάνειαν» (=εμφάνιση, λάμψη) πέφτει σ’ αυτό «το πάθος» (= το νόσημα, την ασθένειαν)(22)!...
Έτσι εξήγησε ο εξόριστος αιρετικός μοναχός την οπτασία, που ισχυριζόταν ότι είδε κατά τη μόνωσή του ο Μωάμεθ στο σπήλαιο Χίρα (ή Χαράα) το 610 μ.Χ. (κατ’ άλλους το 609 μ.Χ.).

Ο Μωάμεθ βρισκόταν τότε — τον μήνα του ραμαζανίου (23) — ξα-πλωμένος στο σπήλαιο. Εκεί, κατά τον ισχυρισμό του, τον πλησίασε ένας άγγελος με... 700 φτερούγες(!), ο όποιος του παρουσιάσθη υπό μορφή ανθρώπου, ξεδίπλωσε ένα μετάξινο ύφασμα πάνω στο όποιο υπήρχαν γράμματα και τον διέταξε:
«Διάβασε»! «Δεν μπορώ», απάντησε ο Μωάμεθ, «δεν γνωρίζω ανάγνωση». Τότε ο άγγελος τον κράτησε και του επανέλαβε: «Ανάγνωσε! Ανάγνωσε! Ανάγνωσε!». Ο άγγελος άρχισε να αναγινώσκει και ο Μωάμεθ επανελάμβανε (24). Εκείνη ήταν η πρώτη «αποκάλυψη», που δέχτηκε ο Μωάμεθ, ο όποιος καθ’ υπαγόρευση του αγγέλου εδιάβασε τους πρώτους πέντε στίχους του Κορανίου: «Διάβασε με το όνομα του Κυρίου σου, που δημιούργησε. Έπλασε τον άνθρωπο από ένα (απλό) θρόμβο πηκτού αίματος. Διάβαζε! Και ο Κύριός σου είναι ο πλέον Γενναιόδωρος, που δίδαξε (τη χρήση) της Γραφίδας (της πέννας), δίδαξε τον άνθρωπο, ό,τι δεν ήξερε» (Στάδιο 96, Διάβασε, η Προκήρυξε η ο θρόμβος πηκτού αίματος, εδάφ. 1 - β)(25).
Το επόμενο πρωί ο Μωάμεθ γεμάτος δέος, και βασανιζόμενος από προβληματισμούς, διηγήθηκε το περιστατικό στη σύζυγό του. Η Κατίτζα, που τον υπεραγαπούσε και εφ’ όσον είχε πείσθει από τον αιρετικό μοναχό, ότι ο άγγελος που εμφανίστηκε στον Μωάμεθ ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, εβεβαίωσε τον ταραγμένο σύζυγό της ότι το πρόσωπο, που του είχε εμφανιστεί, ήταν πράγματι ο αρχάγγελος αυτός! Η σύζυγός του, που ως τότε ανησυχούσε υπερβολικά, και η όποια «είχε πίστιν, ήτις συνεδυάζετο προς την ευπιστίαν αγαπώσης συζύγου, είδε εις την εμφάνισιν του αγγέλου την πλήρωσιν των πόθων του ανδρός της και το τέλος των παροξυσμών και των στερήσεων»(26).
Αφού η Κατίτζα βοήθησε το σύζυγό της να καθησυχάσει, ανακοίνωσε το περιστατικό και στον εξάδελφό της Ουάρακα, τον μεταφραστή των Γραφών και σύμβουλο του Μωάμεθ στα ζητήματα της θρησκείας. Ο Ουάρακας με τη σειρά του εβεβαίωσε και αυτός τον Μωάμεθ ότι το άγγελμα προερχόταν από τον Θεόν, κομιστής του δε ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ! Ο Μωάμεθ έκανε λόγο για την «αποκάλυψη» αυτή και στον πιστό δούλο του Ζεΐντ, ο όποιος επίστευσε. Έτσι οι πρώτοι, που πίστεψαν ότι ο Μωάμεθ ήταν ήδη προ¬φήτης, ήσαν η σύζυγός του, ο Ιουδαιοχριστιανός αιρετικός Ουάρακας και ο Ζεΐντ. Αργότερα προσετέθη στους πιστούς του Μωάμεθ και άλλος συγγενής του, ο Αμπού Μπέκρ (Abu Bakr). Ο τελευταίος προσηλύτισε στη νέα πίστη και άλλους πέντε αρχηγούς της Μέκκας- αποτέλεσε δε μαζί μ’ αυτούς ομάδα των «έξι συντρόφων» του Μωάμεθ, των όποιων τα απομνημονεύματα αποτέλεσαν τις παραδόσεις του Ισλάμ.
Μετά από μακρά διακοπή — ίσως και τριών ετών — οι αποκαλύψεις επανελήφθησαν. Όμως η κοινοποίησή τους προκαλούσε, ανάλογα με το ακροατήριο, συμπάθεια ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του Μωάμεθ. Τα πρώτα βήματα του Μωάμεθ ήσαν δειλά και διατακτικά, οι δε προσχωρήσεις στη νέα θρησκεία περιορισμένες. Οι προσήλυτοι, που δεν είχαν υπερβεί τους 40, συνέρχονταν μυστικά για να προσευχηθούν. Ωστόσο οι φανατικοί ειδωλολάτρες τους είχαν ανακαλύψει. Ακόμη και συγγενείς του Μωάμεθ ήσαν εξοργισμένοι εναντίον του• από δε τους πιο αμείλικτους εχθρούς του ήταν ο θείος του Αμπού Λάχαμπ. Ο Μωάμεθ έγινε πολύ σκεπτικός, αφαιρείτο, το δε βλέμμα του ήταν βλοσυρό. Οι φίλοι του ανησυχούσαν για την υγεία του, ενώ οι εχθροί του διέδιδαν ότι παρεφρόνησε(27).
Παραπομπές:
18 ΟΥΑΣΙΓΚΤΩΝ ΕΡΒΙΓΚ, Μωάμεθ..., σελ. 42. 19 ΟΥΑΣΙΓΚΤΩΝ ΕΡΒΙΓΚ, Μωάμεθ..., όπ.π.
20 ΟΥΑΣΙΓΚΤΩΝ ΕΡΒΙΓΚ, Μωάμεθ..., όπ.π. σελ.45-46, 21 βλ.Αρθρο Mohammed, Mohammedanism, στη The NS-HE of R N.vol VII p.436. 22 Θεοφάνους Χρονογραφία έκδ. C de Bour (1883) ,Γεωργ. Αμαρτωλού «Χρονικόν» βιβλ.Δ235 pg110 865 BC Eυθυμίου του Ζιγαβηνού, πανοπλια δογματική pg 130 1333B ΠΡΒΛ. Βαρθολομαίου Εδεσσηνού Έλεγχος Αγαρηνού pg 104 1428BC . Νεότεροι συγγραφείς δέχονται την άποψη περί επιληψίας του Μωάμεθ ο οποίος παρέδωσε το Κοράνιο στους ανθρώπους σε επιληπτική κατάσταση.
23 Ραμαζάνι: Ένας από τους μήνες της Αραβικής σεληνιακής χρονιάς. Κατά τον μήνα αυτόν άρχισε η «άποκάλυψη» του Κορανίου. Στη συνέχεια ο μήνας αυτός ορίσθηκε επίσημα από το Κοράνιο ως μήνας νηστείας . 24. Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Επισκόπου Ανδρούσης Ισλάμ σελ.77
25. Κοράνιο σελ.931. 26. Ουάσιγκτον Ερβιγκ Μωάμεθ σελ.44. 27. Ουάσιγκτον Ερβιγκ Μωάμεθ σελ.48
(Ν. Π. Βασιλειάδη, Ορθοδοξία Ισλάμ και Πολιτισμός, εκδ. ο Σωτήρ, 2007, σελ. 21-26)

1ο Κείμενο   (Οι Θρησκείες, Εκδοτική Αθηνών). 
Μετεμψύχωση ή Μετενσάρκωση ή Μετενσωμάτωση. Η σύμφωνη με τις θρησκευτικές δοξασίες ορισμένων λαών μετάβαση της ψυχής, μετά το θάνατο από ένα σώμα σε άλλο, σε μία νέα ή περισσότερες διαδοχικές υπάρξεις, που μπορεί να είναι άνθρωποι, ζώα ή φυτά. Σύμφωνα με απόκρυφες διδασκαλίες, ως μετενσάρκωση νοείται η επάνοδος του ανθρώπινου πνεύματος στο φυσικό πεδίο σαν συνέχεια μιας ή περισσότερων υλικών υποστάσεων, δεδομένης της πίστης ότι κάθε ανθρώπινη οντότητα είναι μέρος του Υπέρτατου όντος. Έτσι ο άνθρωπος ως πνεύμα απορρέει από το θείο πνεύμα και με σειρά υλικών υπάρξεων αποκτά τη γνώση μέσω της εμπειρίας και αναπτύσσει τις εν δυνάμει θείες ιδιότητές του ως το στάδιο του τέλειου ανθρώπου. Η θεοσοφική διδασκαλία, επηρεασμένη από το Βουδδισμό, τον Ινδουισμό και ρεύματα του Αποκρυφισμού, υποστηρίζει ότι, για να φτάσει ο άνθρωπος στην τελειότητα, απαιτείται να περάσει από πολλές μετενσαρκώσεις.
Σε Πρωτόγονες θρησκείες είναι διαδεδομένη η πίστη σε πολλαπλές ψυχές, δηλ. πιστεύεται ότι η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα από το στόμα ή τη μύτη και ξαναγεννιέται σαν πουλί, πεταλούδα, έντομο κλπ. Ορισμένες φυλές της Αφρικής πιστεύουν ότι το λιοντάρι είναι φορέας ψυχών βασιλέων, ενώ άλλες δέχονται μόνο μια νέα γέννηση, δηλ. ότι η ψυχή ενός ανθρώπου εμφανίζεται σ' ένα παιδί, πιθανώς της επόμενης γενιάς.
Στην αρχαία Ελλάδα τις παραπάνω διδασκαλίες εκπροσώπησαν κυρίως οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι. Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο, 8,77 Long, ο Εμπεδοκλής (5ος αι. π.Χ.) δίδασκε ότι και την ψυχήν παντοία είδη ζώων και φυτών ενδύεσθαι φησί γούν ήδη γάρ ποτ' έγώ γενόμην κουρός τε κόρη τε / θάμνος τ' οιωνός τε και έξαλος έμπυρος ιχθύς. Ο Πλάτων αναφέρει την ιδέα της μετενσωμάτωσης των ψυχών, και στο διάλογό του Φαίδων, στηρίζει αυτή την αντίληψη, επικαλούμενος από τη μια ένα νόμο των αντιθέτων, σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον ο θάνατος προέρχεται από τη ζωή, πρέπει και η ζωή να γεννιέται από το θάνατο, και από την άλλη τη θεωρία του για την ανάμνηση, σύμφωνα με την οποία «το να μαθαίνει κανείς σημαίνει να θυμάται, να επαναφέρει στη μνήμη του ό,τι γνώρισε σε προηγούμενη ύπαρξη (προβεβιωμένους βίους)». Αυτές οι αντιλήψεις καλλιεργήθηκαν αργότερα στις διδασκαλίες των Νεοπυθαγορείων και των Νεοπλατωνικών.
Οι σημαντικότερες θρησκείες, που περιέχουν την πίστη στη μετενσωμάτωση, είναι οι ασιατικές και κυρίως ο Ινδουισμός, ο Τζαϊνισμός, ο Βουδδισμός και ο Σικχισμός. Βασικός άξονας της διδασκαλίας αυτών των θρησκειών είναι το δόγμα του Κάρμα, ως νόμου αιτίας και αποτελέσματος, το οποίο δηλώνει ότι κάθε πράξη της παρούσας ζωής θα επηρεάσει αρνητικά ή θετικά τη μετέπειτα ζωή.
Στον Ινδουισμό θεωρείται ότι η διαδικασία των μετενσωματώσεων είναι ατέλειωτη και κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τον τροχό της ζωής (Σαμσάρα), την ανακύκληση των μεταβιώσεων, και ν' αποκτήσει τελικά τη σωτηρία (Μόξα), παρά μόνο εφόσον συνειδητοποιήσει ότι η ατομική ψυχή (Άτμαν) και η απόλυτη ψυχή (Βράχμαν) ταυτίζονται.
Κατά το Βουδδισμό η ανθρώπινη ζωή συνεχίζεται μετά το θάνατο σε νέες, ανώτερες ή κατώτερες, μορφές ύπαρξης, σύμφωνα με το νόμο του Κάρμα. Κερδίζοντας την απάθεια μέσω πειθαρχίας και διαλογισμού, μπορεί κανείς ν' απελευθερωθεί από τον κύκλο των διαδοχικών γεννήσεων και να φτάσει στη Νιρβάνα.
Ο Τζαϊνισμός περιλαμβάνει την πίστη σε μια απόλυτη ψυχή και υποστηρίζει ότι η «πυκνότητα» του Κάρμα επηρεάζεται από τις πράξεις των προσώπων, δηλ. ότι το βάρος του παλαιού Κάρμα προστίθεται στο νέο Κάρμα, που αποκτάται κατά την προσεχή ύπαρξη, ώσπου η ψυχή να απελευθερωθεί μέσω διαφόρων θρησκευτικών επιταγών και να λυτρωθεί οριστικά.
Ο Σικχισμός βασίζεται στην ινδουιστική θεώρηση του κόσμου, αλλά διδάσκει επί πλέον ότι μετά την έσχατη κρίση οι ψυχές, οι οποίες έχουν μετενσωματωθεί σε διάφορες υπάρξεις, θ' απορροφηθούν από το Θεό.
Ανάλογες αντιλήψεις για μετενσωμάτωση των ψυχών φαίνεται ότι υπήρχαν στους Δρυίδες της Δ. Ευρώπης, ενώ στις ιρλανδικές παραδόσεις αναφέρεται η εκ νέου γέννηση των ηρώων. Επίσης, σύμφωνα με το Βιβλίο των νεκρών των Μάγιας, ο θάνατος είναι απλώς μια εξελικτική φάση της κυκλικής πορείας από τη ζωή στο θάνατο και από το θάνατο στη ζωή, μέσω των μετενσωματώσεων.
Γενικά η μετεμψύχωση και η μετενσάρκωση δεν είναι αποδεκτές από τον Ιουδαϊσμό (αν και γίνονται σαφείς υπαινιγμοί στην Καββάλα), από το Χριστιανισμό και από το Ισλάμ όπου, κατά το σχετικό Βιβλίο των νεκρών, ο θάνατος είναι η αρχή νέας ζωής, ανεξάρτητα από την ενσώματη ζωή, που αποτελεί απλώς ένα σταθμό στο μεγάλο ταξίδι της ψυχής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: G. Adler, Wiedergeboren nach dam Tode?. Frankfurt 1977. W.D. O'Flaherty (εκδ), Karma and Rebirth in Classical Indian Traditions: Berkeley 1980 R. Passian, Wiedergeburt: Munchen 1985. (Γ. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΥ)
2ο Κείμενο     (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια,τόμος 8, εκδ. Α. Μαρτίνος)
MΕΤΕΜΨΥΧΩΣΙΣ  Καλείται ούτως η πίστις ότι η ψυχή του ανθρώπου εισέρχεται μετά θάνατον εις διάφορα σώματα, ανθρώπων ή ζώων και διανύει και άλλην ζωήν προκειμένου να καθαρθή ηθικώς ή να τιμωρηθή δια τας αμαρτίας της. Πολλάκις πρόκειται περί αιωνίας ανακυκλήσεως υπάρξεων, περί διαδοχικών μετενσωματώσεων, μέχρις ου επέλθη μία πλήρης κάθαρσις της ψυχής. Τας μορφάς των μετενσωματώσεων καθορίζει πάντοτε ο βαθμός των αμαρτιών. Η μετεμψύχωσις καλείται επίσης μετενσάρκωσις, μετενσωμάτωσις ή και ενσάρκωσις. Ορθότερον πάντως είναι να καλήται αύτη μετενσωμάτωσις ή μετενσάρκωσις και όχι μετεμψύχωσις, διότι δεν πρόκειται περί «εμψυχώσεως» της ψυχής, αλλά περί εισόδου αυτής εις διάφορα εκάστοτε σώματα.

Η πίστις εις την μετενσωμάτωσιν είναι πολύ παλαιά. Απαντάται το πρώτον παρ’ Ινδοίς, πολύ προ του Βουδδισμού, εις τα κείμενα των Ουπανισάδων. Εις ένα απ’ αυτά αναγινώσκομεν: «Όπως μία κάμπη, όταν φθάση εις το άκρον του ψύλλου, μίαν άλλην αρχήν πιάνει και προς τα εκεί το σώμα της σύρει, ούτως επίσης και η ψυχή, όταν αποτινάξη το σώμα και απαλλαγή από την άγνοιαν, συλλαμβάνει μίαν άλλην αρχήν και προς τα εκεί οδηγεί εαυτήν. Όπως ένας χρυσοχόος λαμβάνει από ένα έργον τέχνης το υλικόν και απ’ αυτό σφυρηλατεί μίαν νέαν, διαφορετικήν, ωραιοτέραν μορφήν, ούτω και η ψυχή, αφού αποτινάξη το σώμα και απαλλαγή από την άγνοιαν, δημιουργεί δια τον εαυτόν της μίαν άλλην, νέαν, ωραιοτέραν μορφήν, είτε των προγόνων... είτε των θεών... είτε άλλων όντων...».
Ο λόγος των μετενσωματώσεων κατά τα βραχμανιστικά αυτά κείμενα είναι η άγνοια ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι εν με την ψυχήν του παντός, η άγνοια της ταυτότητος Άτμαν και Βράχμαν. Ο βραχμανιστής πιστεύει ότι δια των καλών έργων του δύναται να μεταβή από μίαν κατωτέραν μορφήν υπάρξεως εις μίαν ανωτέραν. Επειδή όμως θεωρεί την ζωήν πλήρη θλίψεως και πόνου, προτιμά το τελειωτικόν σταμάτημα των μετενσωματώσεων και το βύθισμα εις την κοσμικήν ψυχήν.
Η βασική εξ άλλου πλάνη και αμαρτία του ανθρώπου είναι η ιδέα ότι είναι κάτι διαφορετικόν και ανεξάρτητον από την ψυχήν του κόσμου, και η αντίληψις ακριβώς αυτή προκαλεί τας ατελευτήτους μετενσωματώσεις και κατ’ ακολουθίαν την διαιώνισιν του πόνου. Εις τον Βουδδισμόν η ιδέα της μετενσωματώσεως αποτελεί βασικόν δόγμα. Επεξηγείται μάλιστα το φαινόμενον, θεωρούμενον ως αποτέλεσμα της τάσεως προς την ζωήν. Η βούλησις προς την ζωήν είναι ακριβώς εκείνη, η οποία ως αναγκαστική αιτία προκαλεί την νέαν ζωήν, την νέαν γέννησιν και ενσάρκωσιν.
Επί ελληνικού εδάφους συναντώμεν την θεωρίαν της μετενσωματώσεως εις τον Πυθαγόραν, ο οποίος, κατά την έκθεσην του Ηροδότου, παρέλαβε ταύτην εκ των Αιγυπτίων: «πρώτοι.., τόνδε τον λόγον Αιγύπτιοί είσιν οι ειπόντες ως ανθρώπου ψυχή αθάνατός έστι, του σώματος δε καταφθίνοντος εις άλλο ζώον αεί γινόμενον εσδύεται, επέαν δε πάντα περιέλθη τα χερσαία και τα θαλάσσια και τα πετεινά, αύτις ές ανθρώπου σώμα γινόμενον εσδύνειν, την περιήλυσιν δε αυτή γίνεσθαι εν τρισχιλίοισι έτεσι. Τούτω τω λόγω εισίν, οι Ελλήνων εχρήσαντο, οι μεν πρότερον, οι δε ύστερον, ως ιδίω εαυτών εόντι..» (Ήροδ., Ίστορ. II, 123).
Εκ του Πυθαγόρου παραλαμβάνει την θεωρίαν της μετενσωματώσεως ο Πλάτων. Εις τον Φαίδωνά του γράφεται: «Ενδούνται δε (αι ψυχαί των φαύλων), ώσπερ εικός, εις τοιαύτα ήθη οποί’ άττ' αν και μελετηκυίαι τύχωσιν εν τω βίω... Οίον τας μεν γαστριμαργίας τε και ύβρεις και φιλοποσίας μεμελετηκότας και μη διευλαβημένους εις τα των όνων γένη και των τοιούτων θηρίων εικός ενδύεσθαι... τους δε γε αδικίας τε και τυραννίδας και αρπαγάς προτετιμηκότας εις τα των λύκων τε και ιεράκων και ικτίνων γένη... οι την δημοτικήν και πολιτικήν αρετήν επιτετηδευκότες...εικός εστίν εις τοιούτον πάλιν αφικνείσθαι πολιτικόν τε και ήμερον γένος, ή που μελιττών ή σφηκών ή μυρμήκων, ή και εις ταυτόν γε πάλιν το ανθρώπινον γένος, και γίγνεσθαι εξ αυτών άνδρας μετρίους» (XXXI).
Μόνον ο φιλόσοφος, ο οποίος είναι καθαρός από τας επιθυμίας του σώματος και τας επιδράσεις των αισθήσεων, απαλλάσσεται αυτής της περιπέτειας, αξιούμενος ευθύς μετά τον θάνατον «της του θείου τε και καθαρού και μονοειδούς συνουσίας».
Σημειωτέον όμως ότι η περί μετενσωματώσεως θεωρία παρά Πλάτωνι ευρίσκεται εις τα περιθώρια της φιλοσοφίας του μαζί με τον ασκητισμόν του, αμφοτέρων ανατολικών επιδράσεων. Πάντως εις τον Πλάτωνα φθάνουν δια της πυθαγορείου φιλοσοφίας, η οποία φέρει αρκετά θρησκευτικά στοιχεία. Περαιτέρω μετά τον Πλάτωνα η δοξασία της μετενσωματώσεως φιλοξενείται εις το φιλοσοφικόν σύστημα του Πλωτίνου, το οποίον έχει μεταβληθή σχεδόν εις θρησκείαν.
Οπωσδήποτε η ιδέα της μετενσωματώσεως μετά των ασκητικών προϋποθέσεών της είναι ανατολικής προελεύσεως και ξένη προς τον ορθολογιστικόν χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Είναι, καθώς παρετηρήθη, «ξένη σταγών εις ελληνικόν αίμα». Η είσοδός της εις τον ελληνικόν χώρον συνετελέσθη δια του Ορφισμού και του Πυθαγορισμού.
Σήμερον την αντίληψιν περί μετενσωματώσεων συναντώμεν μεταξύ των φαντασιοκοπημάτων της Θεοσοφίας και του Πνευματισμού, παρά τω οποίω η μετενσωμάτωσις είναι και πάλιν μέσον καθάρσεως, ενώ συγχρόνως υφίσταται και ως λαϊκή δοξασία αορίστου μορφής. Η πίστις εις την μετενσωμάτωσιν είναι οπωσδήποτε μία απλή εικασία, όχι απλώς πιθανή, αλλ’ εντελώς φανταστική, διότι ελλείπουν εντελώς αι ενδείξεις, αι οποίαι θα ηδύναντο να καταστήσουν πιθανήν την ύπαρξιν ενός τοιούτου φαινομένου. Παρά ταύτα η δοξασία αύτη δεν πρέπει να θεωρηθή ως εν αυθαίρετον δημιούργημα της φαντασίας. Αντιθέτως πρέπει να εξετασθούν οι λόγοι, οι οποίοι ωδήγησαν εις την σύλληψιν της ιδέας ταύτης.
Οι λόγοι ούτοι είναι καθαρώς ηθικοί, είναι δηλ. η ανάγκη καθάρσεως της ανθρωπίνης ψυχής. Η κάθαρσις αύτη θεωρείται επιτυγχανομένη δια συνεχών μετενσωματώσεων, δια των οποίων παρέχεται η ευκαιρία αναθεωρήσεως του βίου και ηθικής μεταβολής. Συγχρόνως είναι και εν είδος ταλαιπωρίας και τιμωρίας, διότι η ψυχή υποβάλλεται εις τον κόπον των συνεχών ενσαρκώσεων, αντί να τακτοποιηθή η θέσις της οριστικώς εις το υπερπέραν.
Εν τούτοις δέον να σημειωθή ότι η θεωρία της μετενσωματώσεως αίρει η ιδία τας προϋποθέσεις της ηθικής βελτιώσεως, όταν θέλη τους ανθρώπους μεταμορφουμένους ακόμη και εις ζώα. Από τα ζώα ελλείπει ως γνωστόν και η ηθική κρίσις και η ελευθερία, αι οποίαι είναι αι προϋποθέσεις ηθικού βίου. Αλλά και η μεταμόρφωσις εις άνθρωπον πρέπει να έχη ως αναγκαίον συνακολούθημα την συναποκόμισιν όλης της προηγούμενης εμπειρίας και των καταστάσεων της προηγούμενης ζωής, ακόμη δε και την διατήρησιν της ενότητος και ταυτότητος της συνειδήσεως, ώστε να καταστή δυνατή η αναθεώρησις και η μεταβολή του βίου. Τοιαύτα όμως γεγονότα ελλείπουν εντελώς, αν εξαιρέση κανείς μόνον την εντύπωσιν μερικών ατόμων, ότι έζησαν και μίαν άλλην ζωήν εις το παρελθόν, εντύπωσιν προερχομένην είτε από ασαφείς παραστάσεις εκ της παιδικής ζωής είτε και από διχασμόν της προσωπικότητος.
Έπειτα η έννοια της δια των μετενσωματώσεων καθάρσεως παρίσταται εντελώς διαφορετικά από το κάθε θρησκευτικόν ή φιλοσοφικόν σύστημα. Ούτω κατά τον Βραχμανισμόν ο σκοπός και ο λόγος των συνεχών μετενσωματώσεων είναι να καταλάβη επί τέλους ο άνθρωπος ότι δεν είναι αυτοτελές ον, αλλ’ είναι εν μετά της κοσμικής ψυχής (του Βράχμαν). Από την στιγμήν, κατά την όποιαν θα καταλάβη την μεγάλην αυτήν αλήθειαν, λυτρούται, όπερ σημαίνει εξαφανίζεται μέσα εις την κοσμικήν ψυχήν και σταματά το μαρτύριον των μετενσωματώσεων.
Κατά τον Βουδδισμόν εξάλλου αι μετενσωματώσεις προκαλούνται από την ορμήν προς την ζωήν και σταματούν όταν ο άνθρωπος νεκρώση την ορμήν αυτήν και περιπέση εις το Νιρβάνα. Είναι φανερόν λοιπόν ότι η ιδέα της μετενσωματώσεως εις τον Βραχμανισμόν και τον Βουδδισμόν φέρει ένα μεταφυσικόν χαρακτήρα, είναι συνδεδεμένη με μεταφυσικάς προϋποθέσεις, με την σχέσιν του ανθρώπου έναντι της ψυχής του παντός και έναντι της ζωής. Ο ηθικός χαρακτήρ σχεδόν εξαφανίζεται, διότι τα καλά έργα δεν παίζουν τόσην σημασίαν, όσην η αναγνώρισις των ανωτέρω βασικών αληθειών, έπειτα δε γίνεται λόγος όχι περί καθάρσεως, αλλά κυρίως περί λυτρώσεως.
Αντιθέτως εις την περί μετενσωματώσεως θεωρίαν του Πυθαγόρου, του Πλάτωνος και του Πλωτίνου υπόκειται ως βάσις μία ιδιαιτέρα ηθική εκδοχή, η οποία θα ηδύνατο να ονομασθή «ασκητική ηθική», όχι βεβαίως υπό την έννοιαν της βουδδιστικής αρνήσεως της ζωής ως βιολογικού φαινομένου, αλλά της θεωρήσεως της ύλης και της απολαύσεως αυτής ως τίνος αμαρτωλού και φύσει ακαθάρτου. Κατά τους ανωτέρω εκείνων αι ψυχαί μετενσωματούνται, οι οποίοι δεικνύουν εις την ζωήν μίαν ιδιαιτέραν κλίσιν προς τας κατ' αίσθησιν ηδονάς και απολαύσεις. Κατά τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνον ιδία, ο οποίος διδάσκει ένα απόλυτον πνευματικισμόν και χωρισμόν της ύλης από το πνεύμα, η αγάπη της ανθρωπίνης ψυχής προς το σώμα και τας σωματικάς ηδονάς είναι εκείνη η οποία ρίπτει πάλιν την ψυχήν εις τα δεσμά του σώματος, ήτοι εις εν νέον σώμα μετά την καταστροφήν του παλαιού.
Ώστε λοιπόν—δια να σύρωμεν την ειδοποιόν διαφοράν, η οποία χωρίζει την ινδικήν από την ελληνικήν αντίληψιν περί μετενσωματώσεως—η μεν πρώτη θέτει ως βάσιν αυτής την μη αναγνώρισιν μιας βιοθεωριακής αρχής, ότι δηλ. η ζωή είναι εν άπληστον ένστικτον, το οποίον δεν σταματά να φέρεται προς ζωήν, δια συνεχών μετενσωματώσεων, και να βασανίζη τον άνθρωπον, εάν δεν μηδενισθή, ενώ η δευτέρα (η ελληνική άποψις) θέτει ως βάσιν της μετενσωματώσεως το γεγονός ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν έχει επιτύχει την απόλυτον αυτοτέλειάν της απέναντι της ύλης, η οποία την σύρει πάλιν προς εαυτήν και εις την γηίνην ζωήν. Δια τούτο η ινδική άποψις ζητεί την λύτρωσιν (από τον πόνον της ζωής), ενώ η ελληνική, την κάθαρσιν από το μίασμα της ύλης. Περιττόν να είπωμεν ότι ούτε η ορμή προς την ζωήν ούτε η σύνδεσις της ψυχής με την ύλην είναι ικαναί να επιβάλουν την μετενσωμάτωσιν. Αύτη είναι μία εντελώς φανταστική σύλληψις, μία απλοϊκή θρησκευτικοφιλοσοφική ιδέα. Εκείνο, το οποίον δέον να σημειωθή είναι η επίδρασις της εν λόγω ιδέας επί της οικονομικής ζωής, διότι όλα τα συστήματα τα δεχόμενα την μετενσωμάτωσιν απηγόρευον την σφαγήν και βρώσιν ζώων, με τον φόβον μήπως υπ’ αυτά κρύπτονται μετενσαρκωμένοι άνθρωποι.
Τέλος πρέπει να σημειωθή ότι η μετενσωμάτωσις η μετενσάρκωσις δεν είναι ταυτόσημος προς την (απλήν) ενσάρκωσιν, μίαν θεωρίαν την όποιαν υποστηρίζουν όσοι δέχονται το περί προυπάρξεως της ψυχής δόγμα, κατά το οποίον η ψυχή του ανθρώπου, πνεύμα κατ’ αρχάς ούσα, εξέπεσεν εκ του ουρανίου χώρου εις την γήν και περιεβλήθη υλικόν σώμα. Την θεωρίαν αυτήν υποστηρίζουν επίσης ο Πλάτων, Φίλων ο Ιουδαίος,ο Πλωτίνος, ο Ωριγένης, οι Μανιχαίοι κ.ά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡ. Paul Deussen, Allgemeine Geschichte der Philosophie mit besonderer Berϋcksichtgung der Relligionen, 1906. Helm.V. Glasenapp, Die Philosophie der Inder. Eine Einfϋhrυng in ihre Geschichte und ihre Lehren,1946. G. F. Moore, Metempsychosis,1921. β’ εκδ.W. Stettner, Die Seelenwanderung bel Griechen und Romern, 1934.

 



Σελίδα 1 από 153

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (222) Αγάπη Θεού (60) αγάπη σε Θεό (15) αγάπη σε Χριστό (50) άγγελοι (10) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (63) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (14) άγιοι (33) άγιος (96) αγνότητα (7) άγχος (17) αγώνας (74) αγώνας πνευματικός (39) Αθανάσιος ο Μέγας (1) αθεΐα (109) αιρέσεις (91) αλήθεια (39) αμαρτία (83) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (1) Ανάληψη Χριστού (2) Ανάσταση (81) ανασταση νεκρών (9) ανθρώπινες σχέσεις (169) άνθρωπος (22) αντίχριστος (7) αξιώματα (7) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) Απολογητικά Θέματα (1) αρετή (82) ασθένεια (24) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (69) Β Παρουσία (11) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (10) Βαρβάρα αγία (1) Βασίλειος ο Μέγας (15) βία (2) βιβλίο (15) βιοηθική (10) Βουδδισμός (2) γάμος (55) Γένεση (4) Γεροντικόν (62) γηρατειά (3) γιόγκα (1) γλώσσα (41) γνώση (6) γονείς (58) Γρηγόριος ο Θεολόγος (7) γυναίκα (9) δάκρυα (11) δάσκαλος (16) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (45) διάβολος (63) διάκριση (64) διάλογος (4) δικαιοσύνη (11) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (136) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (6) εκκλησία (74) Εκκλησιαστική Ιστορία (23) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (22) ελευθερία (18) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (78) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (8) επιστήμη (73) εργασία (36) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (50) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (65) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (24) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (8) ευτυχία (29) ευχαριστία (10) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (1) ζήλεια (3) ζώα (16) ηθική (11) ησυχία (10) θάνατος (118) θάρρος (21) θαύμα (74) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (51) Θεία Λειτουργία (48) θεία Πρόνοια (3) θέληση (10) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (14) θεολογία (18) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (147) θρησκείες (20) θυμός (47) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (8) ιεραποστολή (32) ιερέας (60) ιερωσύνη (3) Ινδουισμός (4) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (7) Ισλάμ (7) Ιστορία Ελληνική (7) Ιστορία Παγκόσμια (12) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Κροστάνδης (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (36) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (1) καρδιά (16) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (51) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (13) Κλίμακα (4) κλοπή (1) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (117) κόλαση (16) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (9) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (56) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (7) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (9) Μεθοδιστές (1) μελέτη (20) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (39) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (83) Μετενσάρκωση (1) μητέρα (13) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (12) μοναχισμός (12) μόρφωση (15) μουσική (3) Ναός (5) ναρκωτικά (1) νέοι (9) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (21) Νικόλαος Άγιος (3) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (11) όνειρα (24) οράματα (5) Ορθοδοξία (62) όρκος (1) πάθη (46) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (27) Παΐσιος Όσιος (48) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (8) Παναγία (67) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (18) Παράδεισος (50) Παράδοση Ιερά (4) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (7) Πεντηκοστή (8) πίστη (166) πλούτος (19) Πνευματικές Νουθεσίες (25) πνευματική ζωή (91) πνευματικός πατέρας (28) πνευματισμός (8) ποίηση (14) πόλεμος (19) πολιτική (20) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (37) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (59) προορισμός (6) προσευχή (175) προσοχή (6) προτεσταντισμός (25) προφητείες (2) ραθυμία (5) Ρωμαιοκαθολικισμός (24) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (24) Σταυρός (32) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (16) συγχώρηση (13) συνείδηση (4) σχίσμα (11) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (24) ταπεινοφροσύνη (92) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (5) τύχη (2) υλικά αγαθά (6) υπακοή (13) υπαρξιακά (51) υποκρισία (7) υπομονή (44) φανατισμός (3) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (14) φιλοσοφία (15) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (26) φως (2) χαρά (38) χάρις θεία (16) χαρίσματα (3) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (8) χριστιανός (36) Χριστός (21) Χριστούγεννα (38) χρόνος (22) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (4) ψυχή (83) ψυχολογία (16)