«Δύο τρόποι αποκοπής από το σώμα της Εκκλησίας υπάρχουν· ο ένας, όταν ψυχράνουμε την αγάπην, και ο δεύτερος, όταν τολμήσουμε πράγματα που είναι ανάξια να γίνονται εις εκείνο το σώμα· διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζουμε τους εαυτούς μας από τό πλήρωμα της Εκκλησίας.
Εάν όμως εμείς [οι κληρικοί], που έχουμε ταχθεί να οικοδομούμε και άλλους σε αυτό, πρώτοι γινόμαστε εμείς αίτιοι δια ν’ αποσχίζωνται από αυτήν, τι δεν θα πάθουμε; Τίποτε δεν θα μπορέσει να διαιρέσει τόσο εύκολα την Εκκλησία, όσο η φιλαρχία˙ τίποτα δεν παροξύνει τόσο το Θεό, όσο το να διαιρεθεί η Εκκλησία. Και αν ακόμη έχουμε πράξει άπειρα καλά, δεν θα καταδικασθούμε λιγότερο από αυτούς οι οποίοι διαμέλισαν το σώμα του, εμείς οι οποίοι διαιρούμε το εκκλησιαστικό πλήρωμα…
Κάποιος άγιος άνδρας [εννοεί τον άγιο Κυπριανό Καρχηδόνος (+258 μ.Χ.)] είπε κάτι το οποίο φαίνεται ότι είναι τολμηρό, πλην όμως το είπε. Ποιο είναι λοιπόν αυτό; Ούτε το αίμα του μαρτυρίου μπορεί να εξαλείψει αυτήν την αμαρτία. Διότι, πες μου, γιατί μαρτυρείς; δεν το κάνεις αυτό για τη δόξα του Χριστού; Συ, λοιπόν, ο οποίος θυσιάζεις τη ζωή σου υπέρ του Χριστού, πώς εξολοθρεύεις την Εκκλησία, υπέρ της οποίας πρώτος εθυσιάσθη ο Χριστός;… Η νόσος προέρχεται από φιλαρχία.
…Τι λες; Η ίδια πίστη είναι [των σχισματικών], ορθόδοξοι είναι και εκείνοι. Γιατί λοιπόν δεν είναι μαζί με εμάς;… Εάν αυτά που κάνουν αυτοί είναι ορθά, τότε τα δικά μας είναι λανθασμένα˙ εάν όμως τα δικά μας είναι ορθά, τότε τα δικά τους είναι λανθασμένα. … Πες μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λες δηλαδή ότι είναι ορθόδοξοι; τα σχετικά όμως με την χειροτονία [την εγκυρότητά της δηλ] έφυγαν και χάθηκαν; Και ποιο το όφελος εάν αυτή δεν έγινε κατα τρόπο κανονικό; Όπως ακριβώς λοιπόν για την πίστη, έτσι πρέπει να αγωνιζόμαστε και για αυτήν [την κανονική χειροτονία]. Διότι, εάν στον καθένα είναι δυνατόν να χειροτονεί… και έτσι να γίνονται ιερείς, ας γνωρίζουν όλοι, ότι μάταια έχει οικοδομηθελι αυτό το θυσιαστήριο, μάταια υπάρχει το πλήρωμα της Εκκλησίας και το πλήθος των ιερέων˙ ας τα καταργήσουμε αυτά και ας τα καταστρέψουμε… Εάν η ίδια πίστη υπάρχει παντού, εάν τα ίδια μυστήρια, γιατί να επιπηδά σε άλλη Εκκλησία κάποιος άλλος επίσκοπος; Βλέπετε, λέγει [ο ειδωλολάτρης], ότι όλα τα των Χριστιανών έχουν γεμίσει από κενοδοξίαν; Και ότι υπάρχει σε αυτούς φιλαρχία και απάτη;…
Τα λέω και σας παρακαλώ με επιμονή, ότι το να δημιουργήσει κανείς σχίσμα στην Εκκλησία δεν είναι μικρότερο κακό από το να πέσει σε αίρεση… Εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει το Χριστό, ποιας κόλασης δεν θα είναι άξιος;… Ως προς εκείνους οι οποίοι αποσκιρτούν [από την κανονική Εκκλησία], μοιχεία είναι αυτό το πράγμα. Εάν όμως δεν ανέχεσαι να ακούς αυτά για εκείνους, λοιπόν να μην ανέχεσαι ούτε για εμάς˙ διότι το ένα από τα δύο κατ’ ανάγκην γίνεται παράνομα. Αν μεν λοιπόν υποπτεύεσθε αυτά για μένα, είμαι έτοιμος να παραχωρήσω το αξίωμα σε όποιον θέλετε˙ μόνο η εκκλησία να είναι μία˙ εάν όμως εγώ έγινα νόμιμα [επίσκοπος], να πείθετε εκείνους οι οποίοι έχουν ανεβεί παράνομα στο θρόνο [του επισκόπυ] να αποθέσουν ό,τι δεν τους ανήκει». (Χρυσόστομος, εκδόσεις ΕΠΕ, τόμος 20, σελ. 705-717)

