Άκουσε τώρα πώς ζητούσαν τη γνώμη των πιστών και για άλλα ζητήματα κατά την εποχή των Αποστόλων. Όταν δηλαδή επρόκειτο να χειροτονήσουν τους επτά διακόνους, συνεννοήθηκαν πρώτα με το λαό. Το ίδιο έκαμε και ο Πέτρος για το Ματθία. Συνεννοήθηκε με όλους τους τότε παρόντες, άνδρες και γυναίκες. Γιατί η Εκκλησία δεν είναι για να φουσκώνουν τα μυαλά των αρχόντων, ούτε για να γίνονται δουλοπρεπείς οι υπόλοιποι, αλλά είναι εξουσία πνευματική, πού έχει μάλιστα το πλεονέκτημα ότι οι άρχοντες φορτώνονται με περισσότερους κόπους και μεγαλύτερες φροντίδες και δε ζητούν περισσότερες τιμές. Πρέπει να διοικούν την Εκκλησία σαν ένα σπίτι, σαν ένα σώμα. Έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε όλοι. Όπως βέβαια και το βάπτισμα είναι ένα και η τράπεζα μία και η πηγή μία και η κλήση μία και ο Πατέρας ένας.
Γιατί λοιπόν είμαστε διαιρεμένοι, αφού είναι τόσα εκείνα που μας ενώνουν; Γιατί είμαστε διασπασμένοι; Δυστυχώς αναγκάζομαι να θρηνήσω πάλι για όσα πολλές φορές έχω θρηνήσει. Η κατάστασή μας είναι αξιοθρήνητη. Τόσο διασπασμένοι είμαστε μεταξύ μας, ενώ πρέπει να είμαστε ενωμένοι σαν ένα σώμα. Γιατί έτσι θα μπορέσει να ωφεληθεί ακόμη κι ο ανώτερος από τον κατώτερο.
Αφού και ο Μωϋσής έμαθε από τον πενθερό του κάτι που δεν ήξερε, πολύ περισσότερο θα μπορούσε να ωφεληθεί η Εκκλησία σε παρόμοια περίπτωση. Και τι είναι εκείνο, πού ήξερε ο άπιστος και δεν το ήξερε ο πνευματικός ηγέτης; Έγινε όμως αυτό, για να μάθουν όλοι οι σύγχρονοί του ότι ήταν άνθρωπος, που, αν και σχίζει τη θάλασσα, αν και χωρίζει την πέτρα, έχει ανάγκη της βοήθειας του Θεού, και ότι τα θαύματά του δεν οφείλονταν στην ανθρώπινη φύση του, αλλά στη δύναμη τού Θεού.
Και τώρα, αν κάποιος δεν λέει τα ωφέλιμα, ας σηκωθεί κάποιος κι ας τα πει. Κι αν είναι ο πιο ασήμαντος, επικρότησε τη γνώμη του, αν λέει κάτι το ωφέλιμο. Κι αν είναι ο πιο αξιοκαταφρόνητος, μην τον προσβάλεις. Γιατί κανένας δεν απέχει τόσο από τους συνανθρώπους του, όσο ο πενθερός από το Μωϋσή, που δεν περιφρόνησε τα λόγια του, αλλά δέχθηκε τη γνώμη του και υπάκουσε, την έγραψε, και δεν ντράπηκε να την παραδώσει στην ιστορία, καταστέλλοντας έτσι τον εγωισμό των πολλών. Γι’ αυτό τα άφησε σα γραμμένα σε στήλη. Γιατί γνώριζε ότι αυτή η ιστορία θα είναι ωφέλιμη σε πολλούς.
Ας μην περιφρονούμε λοιπόν εκείνους που δίνουν σωστές συμβουλές, κι αν ακόμη είναι απλοί άνθρωποι και καταφρονημένοι, κι ας μην έχουμε την αξίωση να γίνουν οπωσδήποτε όσα εμείς συμβουλεύουμε, αλλ’ ας επικροτούμε όλοι εκείνα που θα θεωρηθούν ωφέλιμα. Γιατί πολλοί από εκείνους που δεν έχουν καλή όραση, βλέπουν καλύτερα από εκείνους που έχουν καλή, γιατί μελετούν και επιστρατεύουν τις ικανότητές τους.
Μη λες, ‘τί μου ζητάς να σου δώσω συμβουλή, αφού δεν κάνεις αυτά που σου λέγω;’ Τέτοιον έλεγχο δεν τον κάνουν οι σύμβουλοι, αλλά οι τύραννοι. Γιατί ο σύμβουλος έχει δικαίωμα μόνο να πει τη γνώμη του, αν όμως κριθεί πιο ωφέλιμη μια άλλη γνώμη και επιμένει ο σύμβουλος να γίνουν όσα εκείνος συμβούλευσε, τότε δεν είναι σύμβουλος, αλλά, όπως είπα πιο πάνω, είναι τύραννος.
Ας μη συμπεριφερόμαστε λοιπόν έτσι. Ας καθαρίσουμε την ψυχή μας από κάθε εγωισμό και ανοησία, κι ας επιδιώκουμε όχι πώς να επικρατήσει μόνο η γνώμη μας, αλλά πώς να επικρατήσει η πιο ωφέλιμη γνώμη, έστω κι αν δεν την εκφράσαμε εμείς. Γιατί δε θα είναι μικρό το κέρδος μας αν δεχθούμε τις γνώμες των άλλων, στην περίπτωση πού εμείς δεν μπορέσαμε να βρούμε τη σωστή λύση. Έτσι και ο Θεός θα μας αμείψει και δόξα θα αποχτήσουμε με τον τρόπο αυτό. Γιατί, όπως εκείνος που συμβούλευσε τα ωφέλιμα θεωρήθηκε φρόνιμος, έτσι κι εμείς, αν τα δεχθούμε, θα μας επαινέσουν για τη φρονιμάδα μας και για τη σύνεσή μας. Έτσι μπορούν να ωφεληθούν περισσότερο και το σπίτι και η πόλη και η Εκκλησία που διοικούνται με αυτόν τον τρόπο. (ΕΠΕ 19,485-491)

