ΔΙΑΛΟΓΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΙΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ, αρχ. Ιωήλ Γιαννακόπουλου.
Εκδόσεις Πουρνάρα.
Θέμα πρῶτον: Ἁγία Γραφὴ και Ἱερὰ Παράδοση
Ὁ μακαριστὸς π. Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος ἐξέδωσε πρὸ δεκαετιῶν προφορικὸν διάλογον μὲ εὐαγγελικὸν πιστον, διὰ του ὁποίου διαφαίνεται ἡ ἀλήθεια της Ὀρθοδοξίας και ἀναιροῦνται αι προτεσταντικαι πλάναι. Δημοσιεύομεν ἀκολούθως ἀποσπάσματα:
Ορθόδοξος: Κύριε… ως πηγήν του λόγου του Θεοῦ τί δέχεσθε;
Ευαγγελικός: Μόνον την Αγία Γραφήν δηλαδή την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην, τον γραπτον τουτον λόγον του Θεοῦ.
Ορθόδοξος: Ἀπορρίπτετε την Παράδοσιν της Εκκλησίας;
Ευαγγελικός: Βεβαίως, διότι ὁ Κύριος ξεκάθαρα μιλά ἐναντίον αυτής λέγων: «μάτην σέβονταί με διδάσκοντες διδασκαλίας και ἐνταλματα ἀνθρώπων» Ματθ. 15,9.
Ορθόδοξος: Γνωρίζετε ποῖα είναι τα ἐνταλματα αυτών των ἀνθρώπων;
Ευαγγελικός: Πᾶσα Παράδοση, ἡ οποία είναι ἐκτός του Γραπτου λόγου του Θεοῦ, της Ἁγ. Γραφῆς.
Ὀρθοδόξος: Νομίζω όχι. Ὁ Κύριος δύο στίχους προηγουμένως ὁρίζει την παράδοσιν ταύτην, λέγων τα ἑξῆς: «ἠκυρώσατε την ἐντολήν του Θεοῦ διά την Παράδοσιν ὑμῶν» Ματθ. 15,6. Ἐξ αυτού φαίνεται, ότι εκείνη ἡ Παράδοση είναι «ἐνταλματα ἀνθρώπων» και πρέπει νά ἀπορρίπτεται, ἡ οποία «ἀκυροῖ» δηλαδή ἀντιτίθεται ξεκάθαρα εις την Αγία Γραφήν.
Ευαγγελικός: Παράδοσιν ἡ οποία συμφωνεῖ μέ την Αγία Γραφήν, δέχομαι και εγώ. Ἀπορρίπτω παράδοσιν ἡ οποία δεν συμφωνεῖ μέ την Αγία Γραφή.
Ὀρθόξοδος: Ὁ Κύριος όμως όταν λέει «ἠκυρώσατε» Ματθ.15, 6 «την ἐντολήν του Θεοῦ» ὁρίζει Παράδοσιν ἀπορριπτέαν όχι εκείνην ἡ οποία δεν συμφωνεῖ μέ την Ἁγία Γραφήν, αλλά εκείνην ἡ οποία διαφωνεῖ, εκείνη ἡ οποία ἀντιτίθεται ξεκάθαρα εις την Αγία Γραφήν.
Ευαγγελικός: Τό ἴδιον λέγω και εγώ.
Ορθόδοξος: Ὄχι. Ἡ διαφορά των ἐννοιῶν είναι λεπτότατη τό δέ βάθος πολύ σοβαρόν. Και ιδού. Ὁ Κύριος ἀπορρίπτει πᾶσαν Παράδοσιν, ἡ οποία «ἀκυροῖ» ἀντιτίθεται ξεκάθαρα εις την Αγία Γραφήν. Εσείς λέγετε ότι δέχεσθε πᾶσαν Παράδοσιν, ἡ οποία συμφωνεῖ μέ την Αγία Γραφήν. Ἑπομένως πᾶσα Παράδοση, ἡ οποία δεν ἐμφαίνεται ξεκάθαρα ἐν τη Αγία Γραφή, αλλά ὑπεμφαίνεται ἤ και σιωπᾶται ὑπ’ αυτής ἀπορρίπτεται ὑφ’ ὑμῶν. Κατα συνέπειαν ἀπορρίπτετε Παράδοσιν την οποίαν ὁ Κύριος δεν ἀπορρίπτει διά του Ματθ. 15,6.
Ευαγγελικός: Έτσι σκεπτόμενοι εσείς οι Ορθόδοξοι θεωρεῖτε την Παράδοσιν δευτέραν Αγία Γραφήν, συνέχειαν και ἐπέκτασιν της Γραφῆς.
Ὀθρθόδοξος: Βεβαίως.
Ευαγγελικός: Πῶς θα ἀποδείξητε τουτο βάσει της Ἁγίας Γραφῆς, την οποίαν ἐθέσαμε ως κοινόν ἔδαφος συζητήσεως;
Ορθόδοξος: Ἔχω πέντε λόγους βάσει της Ἁγίας Γραφῆς, οι οποίοι ἀποδεικνύουσι, ότι ἡ ἱερά Παράδοση είναι Δευτέρα Ἁγία Γραφή, διότι είναι ἰσόκυρος προς αυτήν.
Ευαγγελικός: Ἀκούω τον πρῶτον λόγον σας.
Ορθόδοξος: Ἀκούσατε: Ὁ Κύριος εις τό Ματθ. 28,20 λέγει τα ἑξῆς εις τους ἀποστόλους Του: «μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τας ἡμέρας ἕως της συντέ¬λειας του αἰῶνος». Ὁ Κύριος δηλώνει εδώ, ότι θα είναι μαζί μέ τους Αποστόλους Του μέχρις νά καταστραφῇ ὁ κόσμος. Ἀφοῦ μιλά ὁ Κύριος περί καταστροφῆς του κόσμου, ἀναφέρεται εις την ἐν τη γη συμπαράστασίν Του και όχι την ἐν οὐρανοῖς. Οι Ἀπόστολοι όμως ἀργά ἤ γρήγορα θα ἀπέθνησκον. Μετα ποίων θα ήταν ὁ Κύριος μετα τον θανατον των μέχρι της «συντέλειας του αἰῶνος»της καταστροφῆς του κόσμου τούτου; Ἀσφαλῶς μετα των διαδόχων αυτών. Και σας ρωτώ, κύριε, ποῖοι είναι οι πραγματικοί διάδοχοι των ἀποστόλων, εσείς οι Εὐαγγελιστές ἤ εμείς οι Ορθόδοξοι;
Ευαγγελικός: Εμείς οι Ευαγγελικοί, διότι εμείς έχουμε την αλήθεια.
Ὁρθόδοξος: Ὄχι, δεν έχετε εσείς την αλήθεια, διότι δεν έχετε την Ἀποστολικήν διαδοχήν την οποίαν ὑπεσχέθη ὁ Κύριος εις τους Αποστόλους Του.
Ευαγγελικός: Πῶς θα μας τό ἀποδείξητε αυτό;
Ορθόδοξος: Ἁπλούστατα: Ἐκ της ἱστορίας είναι γνωστον, ότι εσείς οι Ευαγγελικοί ἀνεφάνητε επί της ἐποχῆς του Λουθήρου τό 1500 περίπου μ.Χ. Ἑπομένως επί 1500 χρόνων δεν ὑπήρχετε. Ὁ Κύριος όμως δεν είπε «μεθ’ ὑμῶν ἔσομαι από του 1500 μ.χ. και ἔπειτα», αλλά «μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τα ἡμέρας μέχρι συντελείας του αἰῶνος». Θέτει τό ρῆμα εἰμί εις ἐνεστῶτα χρόνον και όχι εις μέλλοντα «ἔσομαι» και τονίζει «πάσας τας ἡμέρας» διότι θέλει προφανῶς νά δηλώσῃ ότι ἡ Ἀποστολική διαδοχή ἤρχισε εὐθύς ἀμέσως από την Ἀποστολικήν ἐποχήν και όχι βραδύτερον και είναι ἐν συνεχείᾳ «πάσας τας ἡμέρας» ἄνευ διακοπῆς. Εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε τοιαύτην Ἀποστολικήν διαδοχήν, διότι εκείνα τα οποία πιστεύομεν, ἄρχονται -όπως θα ἀποδείξωμεν διά της Ιεράς Παραδόσεως- από της Ἀποστολικῆς ἐποχῆς. Ἐκεῖνα τα οποία όμως εσείς πιστεύετε, δεν έχουν Ἀποστολικήν διαδοχή, διότι ἀνεφάνητε, όπως εἴπαμεν, τό 1500 μ.Χ. Ἑπομένως εμείς έχουμε την Ἀποστολικήν διαδοχήν, διότι εμείς έχουμε την αλήθεια. Τότε θα εἴχετε εσείς την αλήθεια και την Ἀποστολικήν διαδοχήν, ἐάν ὑποθέσωμεν, ότι ὁ Κύριος ἐπλανήθη κατα 1500 χρόνια, θέσας την Ἀποστολικήν διαδοχήν από τους ἀποστόλους και όχι από του 1500 όταν ἀνεφάνητε εσείς, ὅπερ ἀσεβέστατον!
Ευαγγελικός: Και εμείς δεχόμεθα την Ἀποστολικήν διαδοχήν ἀρχομένην από τους ἀποστόλους, αλλά δεν περιορίζομεν την πραγματικήν εκκλησίαν εις την Ὀρθόδοξον, την Καθολικήν, Διαμαρτυρομένην. Ἡ εκκλησία δι’ ημάς είναι ἀόρατος και περιλαμβάνει ὅλους τους αγίους Χριστιανούς, οι οποίοι ἔζησαν από της ἐποχῆς των Ἀποστόλων μέχρι τέλους των αἰώνων είτε ἀνήκουν εις την Α ἤ Β ὁρατην εκκλησίαν.
Ορθόδοξος: Ξεφύγατε από τό θέμα μας. Παρεμβάλλετε την ἔννοιαν της Εκκλησίας, ενώ εμείς ὁμιλοῦμεν περί Ιεράς Παραδόσεως. Περί Εκκλησίας θα μιλήσουμε εις άλλην συζήτησιν. Τώρα δεν πρέπει νά ἐξερχώμεθα του θέματός μας. Εις άλλην συζήτησιν θα μιλήσουμε και περί Εκκλησίας, ἄν αυτή είναι μόνον ἀόρατος, ἀποτελεῖται μόνον από αγίους κ.λ.π. Τώρα εις τό θέμα μας. Ὁ λόγος μας είναι περί Ιεράς Παραδόσεως.
Ευαγγελικός: Θα ἤθελα νά μου κάμετε την διάκρισιν Ιεράς Παραδόσεως και Εκκλησίας, ώστε νά πεισθῶ ότι αυτά είναι δύο διάφορα πράγματα και έχουν ἀνάγκην ἰδιαιτέρας ἕκαστον ἐξετασεως.
Ορθόδοξος: Ιερή Παράδοση και Εκκλησία δεν είναι δύο διάφορα πράγματα, αλλά δύο διάφοροι ὄψεις, ἔννοιαι ἑνός και του αυτού πράγματος. Ὅπως ένας φακός είναι ἀμφίκυρτος από την μίαν ὄψιν, ἀμφίκοιλος από την άλλην είναι όμως ὁ ίδιος φακός τό ἴδιο πρᾶγμα, έτσι συμβαίνει και εις την Ιερήν Παράδοσιν και την Εκκλησίαν.
Ευαγγελικός: Ποῖοι είναι αι δύο διάφοροι αὖται ὄψεις του αυτού πράγματος;
Ορθόδοξος: Ιερή Παράδοση είναι τα πιστευόμενα, εκκλησία είναι οι φορεῖς των πιστευομένων. Ἡ Ιερή Παράδοση ἀποτελεῖ τό ἀόρατον στοιχεῖον της ἐν τη γη Εκκλησίας του Χριστού, Εκκλησία δέ είναι τό ὁρατον στοιχεῖον των πιστευόντων εις τό Χριστον, τό οποίον ἀποτελεῖται από ἀνθρώπους, διοικοῦντας και διοικουμένους.
Ευαγγελικός: Ἐφ’ όσον έτσι θέτετε εσείς τα ὅρια Ιεράς Παραδόσεως και Εκκλησίας δέχομαι νά χωρίσω τό θέμα περί Εκκλησίας, ώστε νά μή εἴμεθα ἐκτός θέματος. Ἄς συνεχίσωμεν τό περί Ιεράς Παραδόσεως θέμα μας.
Ορθόδοξος: Είπαμε, ότι εσείς οι Ευαγγελικοί δεν έχετε την Ἀποστολικήν διαδοχήν, δεν έχετε και την αλήθεια, διότι ἀνεφάνητε τό 1500 μ.Χ.
Ευαγγελικός: Αυτά είναι σοφιστεῖαι. Ἀφήσετέ τα.
Ορθόδοξος: Δεν είναι σοφιστεῖαι αλλά σοφία, ἀλήθεια, διότι είναι Ἁγία Γραφή και λογική. Θα τό ἀφήσω όμως, αφού μου τό λέγετε, διά νά ἔλθωμεν εις άλλην απόδειξιν της Ιεράς Παραδόσεως βάσει της Ἁγίας Γραφῆς. Ἐπιθυμεῖτε νά ἀκούσετε;
Ευαγγελικός: Βεβαίως.
Ορθόδοξος: Σας ρωτώ: Ἡ Ἁγία Γραφή είναι θεόπνευστος;
Ευαγγελικός: Βεβαιότατα. Μας τό λέγει ἡ ίδια ἡ Ἁγία Γραφή: «πᾶσα γραφή θεόπνευστος» (Β΄ Τιμόθ. 3,16).
Ορθόδοξος: Ἐνταῦθα Γραφή ὁ απόστολος Παύλος ἐννοεῖ τα ἱερά γράμματα, τα οποία από βρέφους ὁ Τιμόθεος ἐγνώριζε, όπως φανερώνει ὁ προηγούμενος στίχος. Ἑπομένως μιλά διά την θεοπνευστίαν της Παλαιᾶς Διαθήκης. Πῶς θα ἀποδειχθῇ όμως ἡ θεοπνευστία της Καινῆς Διαθήκης;
Ευαγγελικός: Ὁ Κύριος είπεν εις τους Αποστόλους Του: «ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμου ἀκούει» (Λουκ. 10, 16), ἑπομένως ὅ,τι ἔγραψαν οι Ἀπόστολοι είναι λόγος του Θεοῦ, είναι θεόπνευστον.
Ορθόδοξος: Συμφωνῶ. Ὅ,τι εἶπον οι Ἀπόστολοι είναι θεῖον, θεόπνευστον. Ἡ Καινή όμως Διαθήκη περιέχει και ἔργα, βιβλία, τα οποία δεν είναι των Ἀποστόλων, αλλά των μαθητων αυτών. Αυτά είναι τό κατα Μᾶρκον Εὐαγγέλιον και τό κατα Λουκᾶν, αι Πράξεις των Ἀποστόλων του Λουκᾶ, ἡ ἐπιστολή του Ἰακώβου κ.λπ. Πῶς δέχεσθε αυτά ως θεόπνευστα, ἄν και δεν είναι ἔργα των μαθητων του Κυρίου, των Ἀποστόλων;
Ευαγγελικός: Ὁ Μᾶρκος και Λουκᾶς ήταν μαθηταί των Ἀποστόλων Πέτρου και Παύλου. Ὡς μαθηταί λοιπόν ἐκείνων ἔλαβον τό κῦρος και τα βιβλία των.
Ορθόδοξος: Μαθητής του Αποστόλου Ἰωάννου ήταν ὁ Πολύκαρπος Ἐπίσκοπος Σμύρνης. Ἔγραψε και αυτός βιβλίον τι. Τουτο δεν είναι θεόπνευστον, είναι μόνον ἱστορικόν, γνήσιον ἔργον του Πολυκάρπου.
Ευαγγελικός: Συμφωνῶ.
Ορθόδοξος: Ποῦ στηρίζεσθε και δέχεσθε τα μέν Εὐαγγέλια του Μάρκου και του Λουκᾶ όχι μόνον γνήσια αλλά και θεόπνευστα του δέ Πολυκάρπου Σμύρνης μόνον γνήσιον ἱστορικῶς όχι και θεόπνευστον, αφού και οι τρεῖς αυτοί, Λουκᾶς, Μᾶρκος και Πολύκαρπος ήταν μαθηταί των ἀποστόλων του Κυρίου;
Ευαγγελικός: Εσείς ποῦ στηρίζεσθε;
Ορθόδοξος: Στην Ιερήν Παράδοσιν.
Ευαγγελικός: Αυτήν την προσφοράν της Ιεράς Παραδόσεως την δεχόμεθα, όχι όμως άλλην προσ-φοράν.
Ορθόδοξος: Οι πατέρες όμως χωρίσαντες τα βιβλία της Ἁγίας Γραφῆς όχι μόνον τα γνήσια από τα νόθα αλλά και τα γνήσια ἱστορικά από τα θεόπνευστα θα ἔπρεπε νά είχαν ἐνεργήσει όχι μόνο ως ἱστορικοί ἄνδρες αλλά και ως θεόπνευστοι τοιοῦτοι. Ἀφοῦ είχαν αυτοί την θεοπνευστίαν εις τον χωρισμόν των βιβλίων πρέπει νά παραδεχθῶμεν ότι είχαν θεοπνευστίαν και εις την ἑρμηνείαν τούτων, διότι πῶς θα χωρίσωμεν την θεοπνευστίαν αυτών εις τον ἀπαρτισμόν των βιβλίων της Ἁγίας Γραφῆς από την ἑρμηνείαν αυτών; Ἄν δεν σας ἀρέσῃ ἡ λέξις θεοπνευστία των πατέρων εις την ἑρμηνείαν, λάβετε μίαν άλλην λέξιν ἐπιστασίαν του Ἁγίου Πνεύματος ἤ ότι ήταν θεοκίνητοι ἤ άλλην τινά λέξιν δηλοῦσαν τό κῦρος αυτών.
Ευαγγελικός: Αυτά είναι σοφιστεῖαι. Ἀφή¬σετα τα.
Ορθόδοξος: Είναι σοφία και ἀλήθεια, αλλά ας τό ἀφήσω, για να ἔλθωμεν εις άλλην αλήθεια. Ἐπιθυμεῖτε νά ἀκούσετε;
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως.
Ορθόδοξος: Εἴπατε ότι δέχεσθε μόνον την Αγία Γραφήν. Ὁ Κύριος εις την ἀρχιερατικήν Του προσευχήν παρακαλεῖ τον Πατέρα Του διά την ἑνότητα ὅλων των Χριστιανῶν, λέγων: «Οὐ περί τούτων μόνον ρωτώ αλλά και περί των πιστευσόντων διά του λόγου αυτών εις ἐμέ, για να πάντες ἕν ὦσι, για να ὁ κόσμος πιστεύσῃ, ότι Σύ με ἀπέστειλας» (Ἰωάν. 17, 20-21).
Ευαγγελικός: Συμφωνῶ. Ὁ Κύριος προσεύχεται διά την ἑνότητα των Χριστιανῶν.
Ορθόδοξος: Ἡ ἑνότης την οποία ηὐχήθη ὁ Κύριος, πῶς ἐπιτυγχάνεται; μέ μόνην την Αγία Γραφήν, την οποίαν έχετε εσείς οι Ευαγγελικοί ἤ μέ την Αγία Γραφήν και την Ιερήν Παράδοσιν, την οποίαν έχουμε εμείς οι Ορθόδοξοι; Ἑρμηνεύοντες δηλ. εσείς την Αγία Γραφήν ἄνευ Ιεράς Παραδόσεως, όπως ἕκαστος ἀντιλαμβάνεται ταύτην, έχετε περιπέσει εις πολλάς αιρέσεις, αι οποίαι καταστρέφουν την ἑνότητα ἐν τη ἐκκλησίᾳ και έτσι εἶσθε μακράν της προσευχῆς του Κυρίου. Ἐνῷ εμείς οι Ορθόδοξοι ἔχοντες Αγία Γραφήν και Ιερήν Παράδοσιν έχουμε ἑνότητα ἐν τη ἐκκλησίᾳ μας και ἑπομένως εἴμεθα πλησιέστεροι προς την ἑνότητα, την οποίαν ηὐχήθη ὁ Κύριος εις την ἀρχιερατικήν Του προσευχήν.
Ευαγγελικός: Και πάλιν αυτό είναι σοφιστεία. Ἄφησέ το.
Ορθόδοξος: Δεν είναι σοφιστεία αλλά σοφία και ἀλήθεια. Ἀλλά θα τό ἀφήσω, διά νά ἔλθω εις τέταρτον και τελευταῖον ἐπιχείρημα διά την Ιερήν Παράδοσιν.
Ευαγγελικός: Ἀκούω.
Ορθόδοξος: Εἴπατε ότι δέχεσθε μόνον την Αγία Γραφήν.
Ευαγγελικός: Μάλιστα.
Ορθόδοξος: Ἐφαρμόζετε ὅλα ὅσα λέγει ἡ Ἁγία Γραφή και ἰδίως ἡ Καινή Διαθήκη;
Ευαγγελικός: Μάλιστα.
Ορθόδοξος: Ἡ Καινή Διαθήκη μιλά περί των ἑπτα διακόνων (Πράξ. 6, 3). Ὁ Απόστολος Παύλος μιλά περί ταγματος των χηρῶν (Α΄ Τιμόθ. 5,9). Ὁ ίδιος μιλά περί καλύμματος της κεφαλῆς των γυναικῶν ἐν προσευχῇ εὑρισκομένης (Α΄ Κορινθ. 11,3). Ἐπίσης και ὁ Κύριος όπως συνέστησε τό Κυριακόν Δεῖπνον εἰπών «τουτο ποιεῖτε» συνέστησε και τον Ἱερόν νιπτῆρα εἰπών: «εἰ οὖν εγώ ἔνιψα ὑμῶν τους πόδας ὁ Κύριος και ὁ Διδάσκαλος και ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τους πόδας» (Ἰωάν. 13,14). Σας ρωτώ: Ἐφαρμόζετε εσείς οι Ευαγγελικοί τό ταγμα των χηρῶν, τό κάλυμμα των γυναικῶν, τό νίψιμο των ποδῶν και την ἐκλογήν των ἑπτα διακόνων;
Ευαγγελικός: Ὄχι. Οὔτε και εσείς οἰ Ορθόδοξοι τηρεῖτε αυτά.
Ορθόδοξος: Εσείς οι Ευαγγελικοί, οι οποίοι έχετε μόνον την Αγία Γραφήν ποῦ στηρίζεσθε και δεν ἐφαρμόζετε τα πράγματα αυτά της Ἁγίας Γραφῆς;
Ευαγγελικός: Και εσείς οι Ορθόδοξοι δεν ἐφαρμόζετε αυτά. Ποῦ στηρίζεσθε;
Ορθόδοξος: Εμείς έχουμε ἐκτός της Ἁγίας Γραφῆς και την Ιερήν Παράδοσιν. Αυτή ἡ Παράδοση είναι εκείνη, ἡ οποία δεν μας μετέδωσε τα πράγματα αυτά και έτσι δεν έχουμε ταῦτα.
Ευαγγελικός: Ὁμολογῶ ότι την παράλειψιν αυτών των πραγμάτων της Ἁγίας Γραφῆς ἐλάβομεν από σας.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως βεβαιοῦτε και εσείς, ότι ἡ Ιερή Παράδοση έχει τοιαύτην ἰσχύν, ώστε ὁρίζει ποῖα πράγματα ἐν τη Αγία Γραφή έχουν καιρικόν χαρακτῆρα και ποῖα μόνιμον.
Ευαγγελικός: Βεβαίως. Εις αυτό τό σημεῖον δεχόμεθα την Ιερήν Παράδοσιν.
Ορθόδοξος: Δεν είναι μόνον αυτό τό σημεῖον αλλά και κάτι άλλο.
Ευαγγελικός: Ὄχι, μόνον αυτό.
Ορθόδοξος: Και όμως! Σας ρωτώ. Δέχεσθε την ἀργίαν της Κυριακῆς;
Ευαγγελικός: Βεβαιότατα.
Ορθόδοξος: Ἡ Ἁγία Γραφή όμως οὐδαμου μιλά περί ἀργίας Κυριακῆς, αλλά μόνον περί ἀργίας του Σαββάτου. Βλέπετε λοιπόν ότι δέχεσθε την Παράδοσιν και εις την ἀργίαν της Κυριακῆς;
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν εις τον Πέμπτον λόγον. Ἡ Παλαιά Διαθήκη είναι δύο εἰδῶν, είναι εκείνη, ἡ οποία ἐγράφη πρό Χριστού και ἡ άλλη ἡ οποία είναι μ.Χ. Ἡ πρό Χριστού Παλαιά Διαθήκη, ἡ οποία ἐγράφη υπό των Αγίων ἀνδρῶν Μωϋσέως, Προφητων κ.λπ. είναι χωρίς φωνήεντα, έχει μόνο σύμφωνα. Ἡ Παλαιά όμως Διαθήκη, ἡ οποία ἔγινε μ.Χ. έχει σύμφωνα και φωνήεντα. Τα φωνήεντα ἔθεσαν εις τό κείμενον της Παλαιᾶς Διαθήκης λόγιοι Ἑβραῖοι, μή πιστεύοντες εις τον Χριστον ὀνομαζόμενοι Μασωρεῖται, οι οποίοι ἔζησαν από του 7ου -10 ου αἰῶνος μ.Χ. Αυτοί ἐφωνηέντισαν τό παλαιόν Ἑβραϊκόν κείμενον βάσει της προφορικῆς παραδόσεως, ἡ οποία ὑπῆρχε μέχρι της ἐποχῆς των, ὠνομάσθησαν δέ Μασωρεῖται, διότι Μασώρ ἑβραϊστί σημαίνει Παράδοση.
Ὅλοι Ευαγγελικοί και Ορθόδοξοι έχουμε ως κείμενον της Παλαιᾶς Διαθήκης όχι τό Παλαιόν, τό οποίον δεν είχε φωνήεντα και τό οποίο ἐγράφη υπό των Αγίων ἀνδρῶν, αλλά τό νέον τό οποίον ἐφωνηεντίσθη μετα Χριστον υπό Ἑβραίων μή πιστευόντων εις τον Χριστον, οι οποίοι ἔζησαν ως είπαμε κατα τον 7ον -10ον αἰῶνα. Ἑπομένως δεχόμεθα την ἑβραϊκήν παράδοσιν σχετικῶς μέ την Παλαιάν Διαθήκην, ἡ οποία Παράδοση ὑπῆρχε μέχρι του 7ου -10ου αἰῶνος μετα Χριστον. Βλέπετε λοιπόν ότι οι Ευαγγελικοί λέγετε ότι ἀπορρίπτετε την παράδοσιν, ενώ δέχεσθε αυτήν;
Ἀλλά τό τρομερώτερον είναι τουτο: Δέχεσθε την Ἑβραϊκήν παράδοσιν μέχρι του 10 ου αἰῶνος μετα Χριστον σχετικῶς μέ την ἑρμηνείαν, την οποίαν δίδει ὁ φωνηεντισμός της Παλαιᾶς Διαθήκης υπό Ἑβραίων μή πιστευόντων εις τον Χριστον και ἀρνεῖσθε την παράδοσιν της Εκκλησίας, ἡ οποία έχει ἀνθρώπους, οι οποίοι πιστεύουσιν εις τον Χριστον κάι ἡρμήνευσαν την Καινήν Διαθήκην! Μέ λίγα λόγια δέχεσθε την Ἑβραϊκήν παράδοσιν εις την ἑρμηνείαν της Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀρνεῖ¬σθε δέ την Χριστιανικήν παράδοσιν εις την ἑρμηνείαν της Καινῆς Διαθήκης.
Ευαγγελικός: Αυτό δεν τό ἐγνώριζον.
Ορθόδοξος: Και τώρα θα μου ἐπιτρέψῃς νά σου ἀνακεφαλαιώσω τους λόγους, οι οποίοι μας ἀναγκάζουν νά παραδεχθῶμεν βάσει της Ἁγίας Γραφῆς την Ιερήν Παράδοσιν. Και πρῶτον είναι ἡ Ἀποστολική διαδοχή, την οποίαν έχουμε εμείς και όχι εσείς (Μαθ. 28,20). Δεύτερον ἡ ἑνότης την οποίαν ηὐχήθη ὁ Κύριος εις την ἀρχιερατικήν Του προσ¬¬ευχήν (Ἰωάν. 17, 20) εὐοδοῦται ὑφ’ ἡμῶν των Ὀρθοδόξων, οι οποίοι έχουμε Αγία Γραφήν και Ιερήν Παράδοσιν. Τρίτον. Ἡ θεοπνευστία των βιβλίων της Καινῆς Διαθήκης μετεδόθη εις ημάς διά της Ιεράς Παραδόσεως. Και τέταρτον ἡ Ιερή Παράδοση είναι εκείνη, ἠ οποία ὥρισε ποῖα ἐκ των ἐν τη Αγία Γραφή ἔχουσι προσωρινόν χαρακτῆρα και ποῖα θα έχουν αἰώνιον κῦρος. Και πέμπτον ἡ Παράδοση των Ἑβραίων ἐν τη Π. Διαθήκῃ είναι συνυφασμένη μετ’ αυτής και δέχεσθε ταύτην.
Ἰδού πῶς ἀποδεικνύεται ἡ Ιερή Παράδοση διά της Ἁγίας Γραφῆς.
Ὁ Ευαγγελικός ἐν νευρικότητι και ἐν ταραχῇ ἐγείρεται ἐκ της θέσεώς του και μέ καταφανῆ τρέμουσαν ἔκφρασιν λέγει: σας καταγέλλω ἐνώπιον του Θεοῦ, διότι δεν δέχεσθε τον λόγον του Κυρίου. (Δημιουργεῖται θόρυβος).
Ὁ Ορθόδοξος διατασσει τον Εὐαγγελικόν νά ἠρεμήσῃ και νά ἀνακαλέσῃ τα περί καταγγελίας, διότι είπαμε νά συζητήσωμεν και όχι νά ἀλληλοκαταγγελθῶμεν. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη, αφού ὁ Ευαγγελικός ἀνακάλεσε τα περί καταγγελίας του κ.λπ.
ΘΕΜΑ 2ον: «Περί Εκκλησίας»
Ορθόδοξος: Ἐπιθυμεῖτε, Κύριε, νά μιλήσουμε και περί Εκκλησίας;
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως. Μέ βάσιν όμως την Αγία Γραφήν.
Ορθόδοξος: Βεβαίως. Και σας ρωτώ. Δύνασθε βάσει της Ἁγίας Γραφῆς νά ὁρίσητε τί είναι Εκκλησία;
Ευαγγελικός: Εκκλησία σημαίνει συνάθροισιν, μίαν κοινωνίαν ἀνθρώπων. Ἑπομένως Εκκλησία χριστιανική σημαίνει συνάθροισις, κοινωνία ἀνθρώπων, οι οποίοι πιστεύουν εις τον Χριστον.
Ορθόδοξος: Και όμως! Τό χαρακτηριστικόν της πίστεως εις Χριστον δεν είναι τό μόνον τό οποίον ἀποτελεῖ την ἔννοιαν της Εκκλησίας. Βάσει της Ἁγίας Γραφῆς είναι δύο άλλα στοιχεῖα της Εκκλησίας σπουδαῖα, ἐκ των ὁποίων ἐξάγεται τρίτον τι σπουδαιότερον στοιχεῖον. Ταῦτα δεν έχετε εσείς οι Ευαγγελικοί αλλά μόνον εμείς οι Ορθόδοξοι.
Ευαγγελικός: Ποῖα είναι τα στοιχεῖα αυτά;
Ορθόδοξος: Πρῶτον: Ἡ Εκκλησία δεν είναι ἁπλῆ συνάθροισις, κοινωνία τις, ως νομίζετε εσείς, «μπουλούκι- ἀσκέρι», αλλά ὠργανωμένη κοινωνία μέ Αποστόλους, Ἐπισκόπους ἤ Πρεσβυτέρους, Διακόνους και λαόν. Και ιδού. Ὁ Απόστολος Παύλος λέγει προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Ἐφέσου: «Προσέχετε ἑαυτοῖς και παντί τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ υμάς τό Πνεῦ¬μα τό Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν την ἐκκκλησίαν του Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά του αἵματος του ἰδίου». Πράξ. 20, 28.
Ἐξ αυτού φαίνεται, ότι ἐν τη Αποστολική Εκκλησία ὑπῆρχον ἐκτός των Ἀποστόλων βάσει του χωρίου τούτου δύο άλλα εἴδη ἀνθρώπων, οι Πρεσβύτεροι ἤ Ἐπίσκοποι και τό ποίμνιον, δηλαδή διοικοῦντες και διοικούμενοι. Ὁ ίδιος ὁ Απόστολος Παύλος εις την προς Φιλιππησίους ἐπιστολήν 1,1 μιλά και περί διακόνων, λέγων: «σύν ἐπισκόποις και διακόνοις». Ὁ αυτός εις την Α΄Τιμ. 3,2.8 ὁρίζει τα προσόντα των διακόνων.
Ἑπομένως ἡ Ἀποστολική Εκκλησία είχε πλήν των Ἀποστόλων, πρεσβυτέρους και διακόνους. Εις την Α΄ Τιμόθ.4,22 και εις την προς Τίτ. 1,6 θέλει ὁ ίδιος ὁ Απόστολος ἡ ὀργάνωσις αυτή των πρεσβυτέρων και διακόνων νά συνεχισθῆ διά χειροτονίας και μετα προσοχῆς, λέγων εις μέν τον Τιμόθεον Α΄ 4,22 «χεῖρας ταχέως μηδενί ἐπιτίθει», τον δέ Τίτον διατασσει «για να καταστήσῃ κατα πόλιν Πρεσβυτέρους» ἀσφαλῶς και διακόνους. Οι Ευαγγελικοί δεν έχετε ὠργανωμένην τοιαύτην εκκλησίαν μέ Ἐπισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους. Ἑπομένως ἡ εκκλησία σας δεν είναι ἀποστολική. Εμείς όμως οι Ορθόδοξοι έχουμε ἐπισκόπους, οι οποίοι είναι εις την θέσιν των παλαιῶν Ἀποστόλων, Πρεσβυτέρους οι οποίοι είναι εις την θέσιν των παλαιῶν Ἐπισκόπων ἤ πρεσβυτέρων και διακόνους. Ἑπομένως ἡ Εκκλησία μας είναι Ἀποστολική.
Ευαγγελικός: Βεβαίως, έχουμε και εμείς τους Αποστόλους μας, ὠργανωμένην κοινωνίαν.
Ορθόδοξος: Ἔχετε βαθμούς ἐν τη ὠργανωμένῃ σας κονωνίᾳ;
Ευαγγελικός: Βαθμούς δεν έχουμε.
Ορθόδοξος: Πῶς ὑπάρχει ὠργανωμένη κοινωνία ἄνευ βαθμῶν; Οι Ἀπόστολοι εις την ἐποχήν των είχαν τοιαύτην ὀργάνωσιν, ώστε ἡ Ἀποστολική Σύνοδος (Πράξ. 15, 22-29) ἐξέδωκεν απόφασιν, ἡ οποία ἔγινε σεβαστή από τους χριστιανούς, όπου ἀπευθύνεται. Ἔχετε εσείς τοιαύτην ὀργάνωσιν: Νομίζω όχι, διότι ἡ εκκλησία σας ὀνομάζεται ἐλευθέρα Εὐαγγελική Εκκλησία. «Ἐλευθέρα» σημαίνει ἀνεξάρτητος πάσης άλλης ἔξωθεν αυτής κυριαρχίας. Αι εκκλησίαι όμως της «κατα Ἀντιόχειαν και Συρίαν και Κιλικίαν» περιοχῆς ὑπήκουσαν εις την απόφασιν της Ἀποστολικῆς Συνόδου (Πράξ. 15, 29).
Ευαγγελικός: Τοιαύτην εκκλησίαν έτσι ὠργανωμένην, ως ἀναφέρετε, δεν έχουμε. Θα ἤθελα όμως νά ἤκουον και τα άλλα δύο συστατικά της εκκλησίας βάσει της Ἁγίας Γραφῆς κατα την ἀντίληψίν σας, για να ἔλθω κατόπιν και σας πω την γνώμην μου περί Εκκλησίας.
Ορθόδοξος: Δεύτερον στοιχεῖον της Εκκλησίας είναι τό ἀκατάλυτον αυτής. Ὁ Κύριος λέγει εις τον Ἀπόστολον Πέτρον: «Σύ εἶ Πέτρος, επί ταύτῃ τη πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου την εκκλησίαν και πύλαι ᾍδου οὐ κατισχύσουσιν αυτής» Ματθ. 16,18. Είναι ἐκτός πάσης ἀμφιβολίας, ότι ἡ προηγουμένως ἀναφερθεῖσα ὠργανωμένη κοινωνία χριστιανική ἐξ ἐπισκόπων, πρεσβυτέρων, διακόνων και λαοῦ θα είναι ἀκαταλυτος, ώστε και πύλαι Ἅδου, δηλαδή αι πλέον καταχθόνιαι δυνάμεις, δεν θα δυνηθοῦν νά καταστρέψουν την ὠργανωμένην ταύτην χριστιανικήν κοινωνίαν. Και πρά¬γματι! Ἐάν ἀνοίξητε την ἱστορίαν, θα δείτε, ότι ἡ χριστιανική Ορθόδοξος Εκκλησία ὠργανωμένη υπό ἐπισκόπων, πρεσβυτέρων και διακόνων δεν κατεστράφη, αλλά διαρκεῖ μέχρι σήμερον παρ’ ὅλους τους διωγμούς πού ὑπέστη. Εσείς όμως οι Ευαγγελικοί όχι μόνον δεν έχετε εκκλησίαν ὠργανωμένην, ως είπαμε ἀνωτέρω, αλλά ἀνεφάνητε τον 16ον αἰῶνα μ.Χ. Ἑπομένως επί 1500 ἔτη δεν ὑπῆρχεν εκκλησία του Χριστού δι’ υμάς παρά την ρητην ἐντολήν του Κυρίου ότι «και πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αυτής». Και ἐάν θελήσητε νά μας δείξητε ὑποτυπώδη τινά ὀργάνωσιν της εκκλησίας σας ὁμοίαν προς την Ἀποστολικήν ἐποχήν μέ Αποστόλους λ.χ. και τα τοιαῦτα, τα 1500 ἔτη κατα τα οποία δεν ὑπήρχετε, είχε δι’ υμάς καταλυθῆ ἡ εκκλησία του Χριστού παρά την ἀντίθετον βεβαίωσιν του Κυρίου ότι «και πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν της εκκλησίας». Δεν είναι ἔτσι κύριε Εὐαγγελικέ; Ποῦ είναι τό ἀκαταλυτον της Εκκλησίας σας;
Ευαγγελικός: Δείξατέ μου και τό τρίτον στοιχεῖον της εκκλησίας κατα την γνώμην σας και κατόπιν θα σας πω και εγώ την γνώμην μου.
Ορθόδοξος: Τό τρίτον στοιχεῖον της εκκλησίας είναι, ότι αυτή κατέχει την αλήθεια. Τουτο μας τό ἀναφέρει ὁ Απόστολος Παύλος εις την Α΄ Τιμόθ. 3,15 «ότι ἡ εκκλησία του Θεοῦ ζῶντος» είναι «στῦλος και ἑδραίωμα της αλήθειας». Ἐξ αυτού φαίνεται ότι ἡ ἀνωτέρω ἀναφερθεῖσα ὠργανωμένη και ἀκαταλυτος εκκλησία είναι διδάσκαλος της ἀλήθειας. Ὁ Κύριος δίδει τόσην σημασίαν εις την εκκλησίαν, ώστε λέγει: «Ἐάν ὁ ἀδελφός σου παρακούσῃ της εκκλησίας ἔστω σοι ὥσπερ ὁ Ἐθνικός και ὁ Τελώνης» δηλαδή πάντα μή πειθόμενον εις την εκκλησίαν πρέπει νά ἀποφεύγωμεν οι Χριστιανοί, όπως ἀπέφευγον οι Ἰουδαῖοι τους ἁμαρτωλούς Τελώνας και τους ἀσεβεῖς εἰδωλολάτρας. Κατα συνέπειαν εσείς οι Ευαγγελικοί, οι οποίοι δεν έχετε οὔτε ὠργανωμένην εκκλησίαν οὔτε ἀκαταλυτον τοιαύτην δεν έχετε τον στῦλον και τό ἑδραίωμα της αλήθειας. Εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε ὠργανωμένην και ἀκαταλυτον εκκλησίαν μέ κανονικούς διαδόχους από της Ἀποστολικῆς ἐποχῆς, ἄρα εμείς έχουμε την αλήθεια. Ἰδού τα δύο στοιχεῖα της εκκλησίας, ὀργάνωσις και ἀκαταλυτον, τα οποία δεικνύουσιν την ἀληθινήν εκκλησίαν, ταμιοῦχον της χάριτος και διδάσκαλον της αλήθειας, τα οποία έχουμε εμείς οι Ορθόδοξοι και όχι εσείς οι Ευαγγελικοί.
Ευαγγελικός: Ἡ εκκλησία δι’ ἐμέ, ως λέγει ὁ Απόστολος Παύλος «είναι ἔνδοξος, μή ἔχουσα σπίλον ἤ ρυτίδα ἤ τι των τοιούτων, ἀλλ’ για να ᾖ ἁγία και ἄμωμος» Ἐφεσ. 5,27. Εις τας διαφόρους όμως ὁρατας εκκλησίας, Ὀρθοδόξοξον, Καθολικήν, Διαμαρτυρομένην βλέπω ἀρκετα μέλη της, τα οποία ζοῦν βίον τοιοῦτον, ώστε όχι σπίλον και ρυτίδα έχουν και δίδουν, αλλά είναι μεγάλοι ἐγκληματίαι. Πῶς θα δεχθῶ ότι αυτά είναι μέλη της εκκλησίας του Χριστού; Προτιμῶ λοιπόν την ἀόρατον εκκλησίαν, της οποίας τα μέλη ἄγνωστα ὄντα εις ημάς, γνωστα είναι μόνον εις τον Θεόν. Ταῦτα ἀγωνίζονται νά μή έχουν σπίλον ἤ ρυτίδα είτε ἀνήκουν αυτοί εις την Ὀρθόξοξον ἤ εις την Διαμαρτυρομένην, ἤ εις την Καθολικήν ὁρατην εκκλησίαν.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως τα στοιχεῖα της πραγματικῆς εκκλησίας δι’ υμάς τους Εὐαγγελικούς είναι 3: α) ἀόρατος, β) ἄμωμα τα μέλη της και γ) ἡ εκκλησία αυτή είναι ἀδιάφορος εις αιρέσεις.
Ευαγγελικός: Βεβαιότατα, διότι αυτά μας λέγει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο διά του Αποστόλου Παύλου εις τό ἀνωτέρω ἀναφερθέν χωρίον Ἐφ. 5,27 νά είναι ἄμωμος ἡ πραγματική εκκλησία εις τον βίον.
Ορθόδοξος: Ἄς ἐξετασωμεν ἕνα ἕκαστον χωριστα. Και πρῶτον τό περί αιρέσεων. Αι διάφοροι αιρέσεις, αι οποίαι χωρίζουσι τας διαφόρους ὁρατας εκκλησίας, δεν είναι ἐμπόδιον σωτηρίας; Ἡ αἵρεσις δεν κλονίζει τα θεμέλια της ἀληθινῆς εκκλησίας;
Ευαγγελικός: «Πᾶν πνεῦμα, ὅ ὁμολογεῖ Ἰησουν Χριστον, ἐν σαρκί ἐληλυθότα ἐκ του Θεοῦ ἐστί». Α΄Ἰωαν. 4,3. Ὁπουδήποτε λοιπόν χριστιανός τις κι’ ἄν ἀνήκῃ, ἐάν ὁμολογη Χριστον, είναι σεσωσμένος.
Ορθόδοξος: Αυτή ἡ ὁμολογία του Χριστού ἐλθόντος ἐν σαρκί είναι μία ἀλήθεια όχι όμως και πᾶσα ἡ ἀλήθεια. Ὁ Απόστολος Παύλος όμως τονίζει ξεκάθαρα τό ἐφάρματον και περί πολλών αιρέσεων. «Αιρετικόν ἄνθρωπον μετα πρώτην και δευτέραν νουθεσίαν παραιτου, εἰδώς ότι ἐξέστραπται οὗτος και ἁμαρτανει ὤν αὐτοκατακριτος». Τίτ.3,10. Ἑπομένως όχι μόνον ὁ ἔχων φαῦλον βίον ἔχων σπίλον και ρυτίδα ἁμαρτανει, αλλά και ὁ αιρετικός. Οὗτος «ἐξέστραπται», έχει πάθει διαστροφήν και «ἁμαρτανει». Ἐπίσης εις την προς Γαλάτας ἐπιστολήν 5,20 ὁ Παύλος ὀνομάζει τας αιρέσεις ἔργα σαρκός, λέγων: «φανερά ἐστι τα ἔργα της σαρκός, ἅτινά ἐστι πορνεία, ἀκαθαρσία, διχοστασία, α ἱ ρ έ σ ε ι ς». Ἐπίσης ὁ Απόστολος Πέτρος εις την Β΄ ἐπιστολήν 2,1 μιλά περί ψευδοδιδασκάλων, «οἵτινες παρεισάξουσιν α ἱ -ρ έ σ ε ι ς ἀπωλείας… ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινήν ἀπώλειαν». Ἀφοῦ λοιπόν αι αιρέσεις συμπεριλαμβάνονται εις τα ἔργα της σαρκός και ἐπιφέρουν ταχινήν ἀπώλειαν, πῶς νομίζετε εσείς οι Ευαγγελικοί, ότι μόνον ὁ φαῦλος βίος είναι μακράν της ἀληθινῆς εκκλησίας και όχι ἡ αἵρεσις και ἑπομένως δύναται τις νά ζῇ εις οιανδήποτε ὁρατην εκκλησίαν, ἡ οποία χωρίζεται από άλλης διά αιρέσεως και σώζεται ἀρκεῖ νά ἔχῃ βίον μόνον καλόν;
Ευαγγελικός: Γραφικῶς είναι αυτά σωστα. Είναι δυνατον όμως λογικά νά δεχθῶμεν, ότι μόνο οι ὀρθόδοξοι θα σωθῶσι και οι άλλοι θα ἀπολεσθῶσι;
Ορθόδοξος: Ἐνταῦθα δεν ὁμιλοῦμεν ποῖος θα σωθῇ και ποῖος θα κολασθῇ. Αυτό ἀφορᾷ τον Θεόν. Ἐδῶ ὁμιλοῦμεν περί αλήθειας δηλαδή πρα-γματικῆς εκκλησίας και περί ψευδοῦς, πλανωμένης δι’ αιρέσεως εκκλησίας.
Εὐαγγελικος: Ὥστε ὑπάρχει διαφορά μεταξύ ἀληθοῦς πραγματικῆς εκκλησίας και σωτηρίας;
Ορθόδοξος: Ἀσφαλῶς. Ἡ ἀληθινή και πρα-γματική εκκλησία δεν είναι ἡ μόνη οδός της σωτηρίας, αλλά ἡ μόνη ἀ σ φ α λ ή ς οδός σωτηρίας. Ἐκεῖνος ὁ οποίος εὑρίσκεται ἐν τη πραγματικῇ ἐκκλησίᾳ, είναι ἀσφαλής. Ὁ ἐκτός της πραγματικῆς εκκλησίας χριστιανός δεν είναι ἀσφαλής εις σωτηρίαν. Ἕν παράδειγμα: Ἐπί ἀνταρτοκρατίας μία ὑπῆρχε ἀσφαλής συγκοινωνία Καλαμῶν -Ἀθηνῶν, ἡ διά της τεθωρακισμένης φάλαγγος. Ὑπῆρχον βεβαίως και άλλα μονοπάτια, διά των ὁποίων μετέβαινον οι ἄνθρωποι ἐκ Καλαμῶν εις Ἀθήνας. Δεν ήταν όμως ἀσφαλῆ. Διά της διακρίσεως ταύτης τιμῶμεν την ἀξίαν της ἀλήθειας, διότι ἀποδίδομεν εις αυτήν την ἀσφαλῆ ὁδόν σωτηρίας, εἴμεθα όμως εὐσπλαγχνικοί προς τους πλανωμένους, διότι δεχόμεθα, ότι ἡ ἀληθινή εκκλησία δεν είναι ἡ μόνη οδός, αλλά ἡ μόνη ἀσφαλής οδός σωτηρίας. Ἄλλως τε και εσείς παρ’ ὅλον πού δέχεσθε, ότι πραγματική εκκλησία είναι ἀόρατος ἀποτελούμενη ἐκ καλῶν χριστιανῶν ἀνηκόντων εις ὀρθόδοξον, καθολικήν, εὐαγγελικήν δεν παύετε νά μάχεσθε διά τας Εὐαγγελικάς σας ἀρχάς. Ἀγωνίζεσθε, διότι νομίζετε, ότι εσείς έχετε την αλήθεια, την ἀσφαλῆ ὁδόν σωτηρίας. Δεν είναι ἔτσι;
Ευαγγελικός: Διά του τρόπου αυτού ἀμβλύνεται βεβαίως ἡ ὀξύτης, χαμηλώνει τό Σινικόν τεῖχος των ὁρατων ἐκκλησιῶν λογικά. Πῶς θα ἀποδειχθῇ Γραφικῶς τό ὁρατον της Εκκλησίας;
Ορθόδοξος: Έτσι ας ἔλθωμεν εις τό δεύτερον στοιχεῖον της εκκλησίας, τό ὁρατόν. Όταν ὁ Κύριος συνιστᾷ διά την ἀδελφικήν συνεννόησιν των χριστιανῶν τό «εἰπέ τη ἐκκλησίᾳ»Ματθ. 18,17, τί σημαίνει αυτό; Ὅτι πρόκειται ἀσφαλῶς περί ὁρατης εκκλησίας. Όταν ὁ Απόστολος Παύλος λέει εις τους Ἐπισκόπους της Ἐφέσου: «Προσέχετε ἑαυτοῖς και τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ἔθετο υμάς τό Πνεῦμα Ἅγιον ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεοῦ».Πραξ. 20,28 μιλά ἀσφαλῶς περί ὁρατης εκκλησίας, όπου οι ποιμένες γνωρίζουν τα πρόβατα και τα πρόβατα τους ποιμένες των. Όταν ὁ Απόστολος Παύλος διατασσει τον Τίτον και Τιμόθεον νά χειροτονήσῃ ὡρισμένους πρεσβυτέρους και διακόνους, μιλά ἀσφαλῶς περί ὁρατης εκκλησίας, εις την οποίαν είναι γνωστοί, ὡρισμένοι, ὁρατοί οι κυβερνῶντες την εκκλησίαν. Ὄχι μόνον Ἁγιογραφικῶς αλλά και λογικά είναι ἀπαραίτητον τό ὁρατον της εκκλησίας, διότι ὁ Κύριος οι Ἀπόστολοι και οι χριστιανοί είναι όχι μόνον ψυχαί ἀόρατοι αλλά και σώματα ὁρατα. Δεν εἴμεθα ἄγγελοι αλλά και ἄνθρωποι ὁρατοί. Τό ὁρατον στοιχεῖον ἑπομένως είναι ἀπαραίτητον και λογικά.
Ευαγγελικός: Εἴπατε, ότι ἡ εκκλησία είναι όχι μόνον ἀόρατος αλλά και ὁρατή και αυτή ἡ ὁρατή ἡ Ὁρθόδοξος είναι ἡ μόνη ἀσφαλής οδός σωτηρίας. Δεν είναι δυνατον όμως νά δεχθῶ, ότι πᾶς ὅστις εὑρίσκεται ἐν τη ὁρατη ταύτῃ ἐκκλησίᾳ, ἡ οποία είναι ἡ μόνη ἀσφαλής οδός σωτηρίας θα σωθῇ, διότι βλέπω εις την Ὀρθόδοξον εκκλησίαν πολλούς κακούς ἀνθρώπους ἐγκληματίας κ.λ.π.’
Ορθόδοξος: Εἶπον, ότι ἡ αληθινή εκκλησία είναι ὁρατή και ἡ μόνη ἀσφαλής οδός σωτηρίας. Ἐξ αυτού δεν θέλῳ νά πω, ότι πᾶν μέλος αυτής θα σωθῇ. Ὄχι. Θα σωθῇ πᾶν γνήσιον μέλος αυτής. Τα σαπρά μέλη και τα σκάνδαλα και τα ζιζάνια θα βληθῶσι εις την κόλασιν, είναι τα νεκρά μέλη της εκκλησίας.
Ευαγγελικός: Παρ’ ὅλα αυτά μένει εις ἐμέ ἡ ἀπορία, πῶς εις μίαν πραγματικήν εκκλησίαν είναι δυνατον νά ὑπάρχωσιν μέλη νεκρά και ἁμαρτωλά παρά την ἐντολήν του Κυρίου, ὁ οποίος, ως είπαμε, θέλει ἔνδοξον την εκκλησίαν μή ἔχουσαν σπίλον ἤ ρυτίδα.
Ορθόδοξος: Αυτό τό οποίον λέγει ὁ Κύριος είναι ὁ ἰδανικός σκοπός, όπου πρέπει νά τείνωμεν. Τό ἴδιον είναι, όταν ἐντέλλεται ὁ ίδιος «ἔσεσεθε οὖν τέλειοι ως ὁ Πατήρ ὑμῶν τέλειός ἐστι» Ματθ. 5,48. Είναι δυνατον νά γίνωμεν τέλειοι, όπως είναι ὁ Θεος, ἀναμάρτητοι; Αυτό είναι ἀδύνατον. Δεν ἕπεται όμως, ότι ἐκεῖνος ὁ οποίος δεν είναι τέλειος ως ὁ Πατήρ, δεν είναι μέλος της εκκλησίας.
Ευαγγελικός: Ἔχω την γνώμην, ότι εδώ ὁ Κύριος θεωρεῖ μέλη της εκκλησίας Του όχι ἐκείνους, οι οποίοι είναι τέλειοι ως ὁ Πατήρ δηλαδή ἀναμάρτητοι, αλλά ὅσοι ἀγωνίζονται, ἔχουσι πνεῦμα ἀγωνιστικόν προς την τελειότητα. Και σας ρωτώ. Ἐκεῖνος ὁ οποίος δεν ἀγωνίζεται, είναι μέλος της εκκλησίας;
Ορθόδοξος: Είναι, αλλά νεκρόν.
Ευαγγελικός: Πῶς θα ἀποδείξητε ότι ἡ πραγματική εκκλησία έχει και νεκρά μέλη;
Ορθόδοξος: Τό σταυρωθέν και ἀνασταν Σώμα του Κυρίου έχει τας πληγάς Του. Διατί και ἡ εκκλησία Του, ἡ οποία είναι Σώμα Του, δεν είναι πραγματική εκκλησία, ἐπειδή έχει τας πληγάς της, τους φαύλους, τα νεκρά χριστιανικῶς αυτά μέλη;
Ευαγγελικός: Ὡραία και συγκινητική είναι ἡ εικόνα αυτή. Δεν παύει όμως νά είναι εικόνα και όχι ῥητός λόγος του Κυρίου.
Ορθόδοξος: Ὁ Ἰούδας δεν ήταν και αυτός μαθητής ἐκ των 12 Ἀποστόλων, ὁ οποίος συμμετέσχε μάλιστα εις την Τράπεζαν του μυστικοῦ δείπνου; Οὗτος ήταν μαθητής και Απόστολος, αλλά και προδότης. Ὁ Κύριος δεν ἐξεδίωξεν αυτόν, αλλά ἀφῆκε νά φύγῃ μόνος του. Ὅπως λοιπόν εις την χορείαν των Ἀποστόλων ὑπῆρξε ὁ Ἰούδας, διατί και ἐν τη Εκκλησία του ἀποκλείεται νά ὑπάρχουν ἄνθρωποι ὅμοιοι προς αυτόν;
Ευαγγελικός: Βεβαίως δυνατον είναι τουτο, όχι όμως ότι είναι και γεγονός. Θα ἤθελα ῥητους λόγους του Κυρίου, οι οποίοι νά μιλούν περί φαύλων μελῶν ἐν τη Εκκλησία Του.
Ορθόδοξος: Και αυτό θα σας τό παρουσιάσω. Και ιδού. Ὁ Κύριος μιλά εις την παραβολήν της Σαγήνης Μαθ. 13,47 περί σαπρῶν μερῶν ἐν αυτή, εις την Παραβολήν των Ζιζανίων Μαθ. 13,24 περί ζιζανίων, τα οποία είχαν φυτρώσει πλησίον του καλοῦ σίτου, εις την Παραβολήν του βασιλικοῦ γάμου Μαθ. 22,11 περί ἀνθρώπου μή ἔχοντες ἔνδυμα γάμου και εις την Παραβολήν των δέκα παρθένων Μαθ. 25,1-14 περί μωρῶν παρθένων, αἵτινες ἐξῆλθον και αὗται προς προϋπάντησιν του νυμφίου, όπως και αι άλλαι φρόνιμοι παρθένοι. Ξεκάθαρα εις τα παραβολάς ταύτας τονίζει ὁ Κύριος την συνύπαρξιν καλῶν και κακῶν ἐν τη αυτή σαγήνῃ ἐν τῷ αὐτῷ ἀγρῷ, ἐν τῷ αὐτῷ βασιλικῷ γάμῳ και ἐν τη αυτή συνοδείᾳ προς προϋπάντησιν του Κυρίου, του νυμφίου. Ἐπίσης εις τας παραβολάς αυτάς ὁ Κύριος τονίζει, ότι ὁ χωρισμός των καλῶν και των κακῶν δηλαδή σαπρῶν μερῶν, ζιζανίων, ἀνθρώπου μή ἔχοντος ἔνδυμα γάμου και των μωρῶν παρθένων θα γίνῃ κατα τή μέλλουσα κρίσιν. Τουτο διδάσκει και τό Εὐαγγέλιον της μελλούσης κρίσεως (Μαθ. 25,31-46), κατα τό οποίον ὁ χωρισμός των ἀγαθῶν και των φαύλων θα γίνῃ κατα την Δευτέραν Παρουσίαν.
Ευαγγελικός: Πῶς θα πεισθῶ όμως, ότι τα σαπρά ἐν τη Σαγήνῃ, τα ζιζάνια ἐν τῷ ἀγρῷ, ὁ μή ἔχων ἔνδυμα γάμου κατα την παραβολήν του βασιλικοῦ γάμου και αι πέντε μωραί παρθένοι εἰκονίζουσι τους ἐν τη Εκκλησία φαύλους και όχι τους ἐν τῷ κόσμῳ γενικῶς ἐκτός της Εκκλησίας κακούς ἀνθρώπους;
Ορθόδοξος: Ἁπλούστατα: Ὁ Κύριος λέγει: «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία των οὐρανῶν σαγήνῃ βληθήσῃ εις την θαλασσαν..», «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία των οὐρανῶν δέκα παρθένοις…», «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία των οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπείροντι καλόν σπέρμα…» «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία των οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αυτού…» Βασιλεία του Θεοῦ είναι ἡ Εκκλησία Του. Ἑπομένως ἡ σαγήνη είναι ἡ Εκκλησία του Θεοῦ, θαλασσα είναι ὁ κόσμος, ψάρια εις την θαλασσαν είναι γενικῶς οι ἄνθρωποι, ψάρια καλά και σαπρά ἐν τη σαγήνῃ είναι οι ἐν τη Εκκλησία ἄνθρωποι καλοί και κακοί, και τό τράβηγμα της σαγήνης, των δικτύων προς τα ἔξω ἡ μέλλουσα Κρίσις. Ἡ εἰκὼν είναι λίαν σαφής. Ἀλλά και εις την παραβολήν των Ζιζανίων, όταν ὁ κύριος του ἀγροῦ, ὁ οποίος είναι ὁ Κύριος του κόσμου, παρεκλήθη από τους δούλους Του νά ἐπιτραπῇ εις αὐτοὺς νὰ μεταβῶσι και ἐκριζώσωσι τα ζιζάνια, ὁ Κύριος οὗτος του ἀγροῦ είπεν: «ἄφετε συναυξάνεσθαι ἀμφότεραι» σῖτον και ζιζάνια «ἄχρι του θερισμου». Είναι τόσον πλησίον τα ζιζάνια και ὁ σῖτος, ώστε θα ἐκριζωθῶσι οι σταχυες, όταν ἐκριζωθῶσι τα ζιζάνια. Εις τον αυτόν θαλαμον του βασιλικοῦ γάμου εὑρίσκονται οι ἔχοντες και ὁ μή ἔχων ἔνδυμα γάμου, εις την αυτήν τιμητικήν συνοδείαν αι πέντε μωραί μετα των άλλων φρονίμων παρθένων εὑρίσκονται προς προϋπάντησιν του νυμφίου. Ἡ στενή αυτή συνύπαρξις καλῶν και σαπρῶν ἐν τη σαγήνῃ, ζιζανίων και σίτου ἐν τῷ ἀγρῷ, ἔχοντες και μή ἔχοντες ἔνδυμα γάμου ἐν τῷ βασιλικῷ θαλάμῳ του γάμου και μωρῶν μετα φρονίμων παρθένων ἐν τη αυτή συνοδείᾳ δεν δηλοῦσι ἀνθρώπους, οι οποίοι στενῶς συνδεδεμένοι μεταξύ των συνδέονται διά της αυτής πίστεως προς τον Κύριον χωρίζονται όμως διά του φαύλου βίου των;
Ευαγγελικός: Και όμως δεν παύουσι αι παραβολαί Σαγήνης, ζιζανίων νὰ είναι εικόνες, αι οποίοι νά παρέχωσι τό δυνατον, τό πιθανόν, όχι όμως και τό βέβαιον, διότι δεν είναι ρητοί λόγοι του Κυρίου.
Ορθόδοξος: Ἡ παρουσία εις την παραβολήν του βασιλικοῦ γάμου ἀνθρώπου μή ἔχοντος ἔνδυμα γάμου και ἡ ἄμεσος ἀποπομπή αυτού εις την κόλασιν, τό κλείσιμον της θύρας του οἴκου του νυμφίου εις τας μωράς παρθένους, τό κτύπημα της θύρας ταύτης υπό των μωρῶν παρθένων και ἡ ἀπάντησις του Κυρίου προς αυτάς «ουκ οἶδα υμάς» δεν νομίζετε, ότι θέλουσι νά πωσι, ότι βασιλικός γάμος είναι ἡ Εκκλησία Του ἐντός της οποίας εὑρίσκονται μωραί παρθένοι και μέλη μή ἔχοντα ἔνδυμα γάμου, τα οποία θα παραμείνωσι ἐν τη Εκκλησία του ἐν τη παρούσῃ ζωῇ μέχρις ὅτου ἀποπεμφθῶσι μετα θανατον εις την κόλασιν;
Ευαγγελικός: Και πάλιν δυνατον νά είναι ἔτσι, όχι όμως και γεγονός. Θα ἤθελα κατηγορηματικόν λόγον του Κυρίου ἐπ’ αυτού.
Ορθόδοξος: Μάλιστα. Ἀκούσατε αυτόν. Ὁ Κύριος λέγει «πολλοί ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τη ἡμέρᾳ: Κύριε, Κύριε οὐ τῷ σῷ ὀνόματι ἐπροφητεύσαμεν και τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλάς ἐποιήσαμεν και τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς οὐδέποτε ἔγνων υμάς, ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμου οι ἐργαζόμενοι την ἀνομίαν» (Ματθ. 7,23). Ἐδῶ βλέπομεν ότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οι οποίοι δύνανται νά προφητεύωσι και νά θαυματουργῶσι, αυτοί ήταν ἐντός της Εκκλησίας, ήταν όμως ἐργάται της ἀνομίας, δηλαδή σαπρά νεκρά μέλη της Εκκλησίας.
Ευαγγελικός: Ὁ Κύριος όμως εδώ τονίζει τὸ «ουκ ἔγνων υμάς». Ἄρα δεν ήταν μέλη του.
Ορθόδοξος: Τό «ουκ ἔγνων» δεν σημαίνει αυτό, ότι δεν ήταν μέλη του, ἀλλ’ ότι ήταν νεκρά μέλη, ἔζησαν βίον φαῦλον. Ἄν δεν ήταν τελείως μέλη του, πῶς προεφήτευσαν και ἐθαυματούργουν; Αυτό είναι ἐκεῖνο τό οποίον λέγει και ὁ Ἀπόστ. Παύλος : «ἐάν ἔχω πίστιν, ώστε ὄρη μεθιστανειν, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδεν εἰμι». Ἰδού λοιπόν μέλη Χριστού. Μέλη μέν διότι έχουν πίστιν, νεκρά δέ διότι δεν έχουν ἀγάπην. Και κάτι άλλο: Εις την Κόρινθον ὑπῆρξε χριστιανός τις αιμομίκτης. Οὗτος ἔχων φαῦλον βίον, σας ρωτώ, ήταν ἐκτός της Εκκλησίας του Χριστού ἤ ἐντός ταύτης;
Ευαγγελικός: Ὡς φαῦλος ήταν ἐκτός της Εκκλησίας.
Ορθόδοξος: Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, αφού δηλαδή ήταν ἐκτός της Εκκλησίας, διατί ὁ Απόστολος Παύλος ἀπειλεῖ νά ἐκδιώξῃ αυτόν της Εκκλησίας του, λέγων: «ἤδη κέκρικα ως παρών τον έτσι τουτο κατεργασάμενον ….παραδοῦ¬ναι τῷ Σατανᾷ….» Α΄ Κορινθ. 5,3-5. Ἰδού λοιπόν ἡ Εκκλησία της Κορίνθου επί του Αποστόλου Παύλου, ἡ οποία είχε τό νεκρόν μέλος της, τον αιμομίκτην. Δεν ήταν μόνο αυτός τοιοῦτος, αλλά και άλλα μέλη ίσως εις μικρότερον βαθμόν, διότι ὁ Παύλος λέγει: «Ὅλως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία» (Α΄ Κορινθ. 5,1) Περί ὑπάρξεων νεκρῶν μελῶν ἐν τη Εκκλησία μιλά ὁ Απόστολος Παύλος ἐν τῷ αὐτῷ τμήματι ( Α΄ Κορινθ. 5,9-11) όπου είναι σαφής ὁ χωρισμός των ἐκτός της Εκκλησίας τοιούτους, λέγων: «Ἔγραψα ὑμῖν ἐν τη ἐπιστολῇ μου μή συναναμίγνυσθαι πόρνοις οὐ πάντως τοῖς πόρνοις του κόσμου τούτου ἤ τοῖς πλεονέκταις ἤ ἅρπαξιν ἤ εἰδωλολάτραις· ἐπεί ὀφείλετε ἄρα ἐκ του κόσμου ἐξελθεῖν· νῦν δέ ἔγραψα ὑμῖν μή συναναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφός ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος, πλεονέκτης ἤ εἰδωλολάτρης ἤ λοίδορος ἤ μέθυσος ἤ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδέ συνεσθίειν». Οι φαῦλοι αυτοί ἀδεφλοί είναι μέλη της Εκκλησίας μέχρις ὅτου τηρηθῶσιν εις απόστασιν υπό των άλλων χριστιανῶν. Ἑπομένως ἡ Εκκλησία της Κορίνθου είχε τα νεκρά της μέλη. Τί έχετε νά ἀπαντήσετε εις αυτό;
Ευαγγελικός:…
Ορθόδοξος: Και τώρα ας ἀνακεφαλαιώσωμεν τα λεχθέντα περί Εκκλησίας. Ἀπεδείχθη, ότι ἡ Εκκλησία είναι ὠργανωμένη, ἀκαταλυτος κοινωνία ἀνθρώπων χριστιανῶν ταμιοῦχος της χάριτος και διδάσκαλος της αλήθειας. Αυτή δεν είναι μόνον ἀόρατος, αλλά και ὁρατή, διότι ως είπαμε, ὁ Κύριος και ὁ Ἀπόστ. Παύλος μιλούν ξεκάθαρα περί του ὁρατου μέρους ταύτης. Είπαμε επίσης, ότι εκείνα τα οποία ἀντίκεινται εις την πραγματικήν Εκκλησίαν είναι ἡ αἵρεσις και ὁ φαῦλος βίος. Ἡ αἵρεσις χωρίζεται της αλήθειας εδώ διά της πραγματικῆς Εκκλησίας, όπως ἐντέλλεται ξεκάθαρα ὁ Απόστολος Παύλος και Πέτρος εις τα ἀναφερθέντα χωρία Τίτ. 3,10. Γαλ.5,20. Β! Πετρ. 2,1. Οι δέ φαῦλοι θα χωρισθῶσι των καλῶν υπό του Κυρίου κατα την μέλλουσαν κρίσιν, όπως είδαμε εις τας παραβολάς Σαγήνης, Ζιζανίων, βασιλικοῦ γάμου, δέκα παρθένων και εις τό Εὐαγγέλιον της Μελλούσης Κρίσεως. Συνεπῶς Εκκλησία είναι ὁρατή και ἐντός αυτής ὑπάρχουν όχι αιρετικοί, αλλά οι ὑγειῶς φρονοῦντες, οι ὀρθόδοξοι και ἐξ αυτών θα είναι άλλοι μέν γνήσια μέλη και άλλοι νεκρά. Εκκλησία τοιαύτη, ὠργανωμένη ἀκαταλυτος ὁρατή ἔχουσα την Ἀποστολικήν διαδοχήν ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένην είναι ἡ Ορθόδοξος. Αυτή είναι λοιπόν ἡ πραγματική Εκκλησία και όχι εσείς οι Ευαγγελικοί, οι οποίοι ἀνεφάνητε τον δέκατον ἕκτον αἰῶνα.
Ευαγγελικός: …Δέχομαι την Ιερήν Παράδοσιν και τους Πατέρες της Εκκλησίας των τεσσάρων πρώτων αἰώνων.
ΘΕΜΑ 3ον: «Τό Μυστήριον του Βαπτίσματος»
Ορθόδοξος: Ἀφοῦ ἐξητασαμεν και ἐθέσαμεν τό διπλοῦν θεμέλιον της συζητήσεώς μας, Αγία Γραφήν και Ιερήν Παράδοσιν, ας ἔλθωμεν νά ἴδωμεν βάσει αυτών τας άλλας διαφοράς μας. Ἄς ἀρχίσωμεν από τα μυστήρια και εἰδικῶς από τό μυστήριον του βαπτίσματος.
Ευαγγελικός: Εἶμαι πρόθυμος.
Ορθόδοξος: Όταν λέγετε μυστήριον τί ἐννοεῖ¬τε κ. Εὐαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Ἡ λέξις μυστήριον παράγεται ἐκ του ρήματος μυέω και τουτο ἐκ του μύω, τό οποίον σημαίνει κλείω τα μάτια. Ἄρα μυστήριον είναι τό πρᾶγμα ἐκεῖνο, εις τό οποίον οι ὀφθαλμοί του ἀνθρώπου είναι κλεισμένοι, δεν δύνανται δηλαδή νά ἴδωσι, νά ἐξηγήσωσι λογικά μυστηριώδεις τινάς ἐνεργείας, αἵτινες ἔχουσιν θείαν προέλευσιν. Ἑπομένως μυστήριον είναι κάτι, τό οποίον ὑπέρκειται της ἀνθρωπίνης διανοίας.
Ορθόδοξος: Αυτή είναι ἡ εὐρεία ἔννοια του μυστηρίου. Εμείς οι ὀρθόδοξοι χρησιμοποιοῦμεν την λέξιν ταύτην, για να ἐκφράσωμεν «την μεταδοσιν της ἀοράτου θείας χάριτος δι’ ὁρατων σημείων». Ὀνομάζομεν δέ την δι’ ὁρατων σημείων μεταδοσιν της ἀοράτου χάριτος μυστήριον, διότι ὁ τρόπος της συνδέσεως ἀοράτου χάριτος και ὁρατου σημείου είναι μυστηριώδης, ἀκαταληπτος, μυστήριον. Και σας ρωτώ: ὑπάρχουν τοιαῦτα μυστήρια εις την Αγία Γραφήν; Ὑπάρχουν δηλαδή τρόποι, όπου ἡ ἀόρατος χάρις μεταδίδεται δι’ ὁρατων σημείων;
Ευαγγελικός: Εμείς νομίζομεν ότι μόνον διά της Πίστεως ἔρχεται ἡ θεία χάρις.
Ορθόδοξος: Τό βάπτισμα πῶς τό θεωρεῖτε;
Ευαγγελικός: Τό βάπτισμα είναι μία τελετή, ἕν σύμβολον. Τουτο εἰκονίζει, συμβολίζει, δεν μεταδίδει όμως την θείαν χάριν. Διά τουτο πρέπει νά γίνεται και εις μεγάλην ἡλικίαν, για να ἀποκτήση ὁ πιστός συνείδησιν περί αυτού.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως, νομίζετε ότι τό βάπτισμα είναι μόνον τελετή και σύμβολον και πρέπει νά γίνεται εις ὥριμον ἡλικίαν.
Ορθόδοξος: Κατα συνέπειαν αι διαφοραί μας είναι δύο εις τό βάπτισμα. Πρῶτον: Ἀρνεῖσθε του¬το ως μυστήριον και Δεύτερον ἀπορρίπτετε τον νηπιοβαπτισμόν.
Ευαγγελικός: Μάλιστα.
Ορθόδοξος: Θα ἔλθωμεν λοιπόν εις την Αγία Γραφήν και την Ιερήν Παράδοσιν τας δύο ταύτας πηγὰς του λόγου του Θεοῦ, περί των ὁποίων ὡμιλήσαμεν προηγουμένως, για να ἐξετασωμεν τας δύο ταύτας διαφοράς μας.
Ευαγγελικός: Ὡς Παράδοσιν δέχομαι, ως σας ἐδήλωσα προηγουμένως, την των τεσσάρων πρώτων αἰώνων, διότι νομίζω ότι κατόπιν παρεισέφρησαν ξένα στοιχεῖα, όπως είναι Λειτουργίαι, Ράσα, Πατριάρχαι, Ἀρχιμανδρῖται, ἑσπερινοί κ.λπ. τα οποία δεν ὑπάρχουν εις την Αγία Γραφήν.
Ορθόδοξος: Ὁ Χριστός όμως δεν είπε ότι ἡ Εκκλησία Του θα ὑπάρχη μέχρι του 4ου αἰῶνος, αλλά «πάσας τας ἡμέρας μέχρι συντελείας του αἰῶνος». Ἐπλανήθη λοιπόν ὁ Κύριος διά 1000 και πλέον ἔτη από του πέμπτου αἰῶνος μέχρι του 16ου, ποὺ ἀνεφάνητε εσείς;
Ευαγγελικός: Σωστό είναι αυτό ποὺ λέγεις. Δεν είναι δυνατον ὁ Κύριος νά ἐπλανήθη διά 1000 ἔτη. Πῶς όμως μπορῶ νά δεχθῶ Ἀρχιμανδρίτας, Πρωτοσυγκέλλους, Πατριάρχας, ράσα, Λειτουργίας, Παρακλήσεις κ.λπ., τα οποία δεν ὑπάρχουν ἐν τη Αγία Γραφή; Ἔχουν αυτά Ἀποστολικήν διαδοχήν;
Ορθόδοξος: Ἡ Εκκλησία την οποίαν ἵδρυσε ὁ Κύριος είναι θεία και ἀνθρωπίνη. Είναι θεία, διότι ὁ ἱδρυτής της είναι Θεός. Είναι ἀνθρωπίνη, διότι τό ὑλικόν της είναι ἄνθρωποι. Ὡς θεία ἡ Εκκλησία έχει μέσα της κάτι τό ἀμεταβλητον ως ἀνθρωπίνη έχει κάτι τό μεταβλητον. Ἀμεταβλητον είναι ἡ ψυχή της (τα δόγματα και ἡ ἠθική). Ἰδού ἡ καθαρά Παράδοση. Μεταβλητον είναι αι ἐξωτερικαι ἐκδηλώσεις λατρείας. Ὅπως δηλαδή πᾶς ὀργανισμός έχει κάτι τό μόνιμον, διά του ὁποίου συνδέεται μέ τό παρελθόν, την ἀρχαιότητα, ώστε δεν ἐξέρχεται του εἴδους, εις τό οποίον ἀνήκει, έχει και κάτι τό μεταβλητον, διότι ἐξελίσσεται, λαμβάνει νέας μορφὰς ἐξωτερικὰς και έτσι συνδέεται μέ τό ἑκάστοτε παρόν, τό μέλλον, έτσι και ἡ Εκκλησία ως ζῶν ὀργανισμός έχει ἀρχαιότητα, παρελθόν, αλλά και ἐξέλιξιν, μέλλον. Τό πρῶτον ἐσωτερικόν ὄν είναι ἀμεταβλητον, δόγματα και ἠθική, τό άλλο ἐξωτερικῶς μεταβλητον, ἡ ἐξωτερική λατρεία. Ἡ διπλῆ σύστασις από παρελθόν και μέλλον δηλαδή ἀρχαιότητα και ἐξέλιξιν, ἀμεταβλητον και μεταβλητον είναι ἴδιον παντός ὀργανισμου. Μόνον τα νεκρά σώματα αι μούμιαι έχουν παρελθόν μόνον δηλαδή μόνον ἀρχαιότητα και καθόλου ἐξέλιξιν.
Ευαγγελικός: Λογικόν είναι αυτό. Είναι όμως και Γραφικόν; Στηρίζεται εις την Αγία Γραφήν;
Ορθόδοξος: Βεβαίως. Ἡ Ἁγ. Γραφή μας λέγει διά τον Κύριον ότι «προέκοπτε σοφίᾳ και ἡλικίᾳ» δηλαδή ἐξελίσσετο φυσιολογικά, όπως πᾶς ἄνθρωπος. Έτσι ἡ ἀτρίχωτος παιδική του μορφή ἐγίνετο κατα την ἐφηβικήν ἡλικίαν τριχωτή, ἡ παιδική του φωνή μετεβάλλετο σιγά-σιγά εις ἀνδρικήν, ἡ μικρά παιδική του ἐνδυμασία ἐγίνετο μεγάλη ἀνδρική και ἡ προτέρα προσωνυμία παῖς Ἰησους ἐγίνετο βραδύτερον Κύριος Ἰησους. Παρ’ ὅλην την πολλαπλῆν τοιαύτην ἐξωτερικήν ἐξέλιξιν του σώματος του Κυρίου οὐδεμία ἐσωτερική μεταβολή του Λόγου του Θεοῦ ἐγένετο. Διατί δεν δύναται νά γίνη ἐξωτερικῶς τό ἴδιον και εις την Εκκλησίαν Του, ώστε ἡ άλλοτε ἀτρίχωτος ὄψις της κώμης των ἱερέων νά γίνη κατόπιν τριχωτή, μαλλιά – γένεια, ἡ μικρά άλλοτε ἐνδυμασία νά γίνεται τώρα μακρά, ράσα, ἡ ἁπλῆ άλλοτε προσωνυμία ἅγιος νά μεταβληθῆ εις Ἀρχιμανδρίτη, ἡ ἁπλῆ άλλοτε τελετουργική φωνή του Κυριακοῦ δείπνου νά γίνη τώρα λειτουργική μουσική; Πᾶς ὀργανισμός έχει την ἐξέλιξίν του. Μόνον τα νεκρά σώματα ἐπαναλαμβάνω αι μούμιαι δεν έχουν. Ἡ Εκκλησία ἐξελίχθη ἐξωτερικῶς, ἐσωτερικῶς ἔμεινε ίδια. Ἄν και τόσον λογικά λοιπόν όσον και Γραφικῶς εὐσταθοῦν τα παρεισφρήσαντα, όπως εἴπατε μή ἁγιογραφικά στοιχεῖα και ἑπομένως Εκκλησία ὑπάρχει και μετα τον 4ον αἰῶνα «πάσας τας ἡμέρας», εγώ θα σου κάμω την χάριν νά πάρω τους 4 πρώτους αἰῶνας ως παράδοσιν διά τό θέμα του βαπτίσματος.
Τό Βάπτισμα ως Μυστήριον
Ορθόδοξος: Ὀνομάζομεν τό βάπτισμα μυστήριον, ως είπαμε, διότι διά του ὁρατου ὕδατος μεταδίδεται κατα τρόπον μυστηριώδη ἡ Θεία Χάρις, ἀρνητικῶς μέν ως ἄφεσις ἁμαρτιῶν, θετικῶς δέ ως πλήρωσις διά της Θείας Χάριτος. Ἑπομένως τό βάπτισμα καθ’ ημάς δεν είναι τύπος της, αλλά μέσον μεταδόσεως της θείας χάριτος. Εσείς όμως νομίζετε ὅ,τι είναι σύμβολον και τύπος. Κατα συνέπειαν εσείς θεωρεῖτε τό βάπτισμα τύπον, εμείς δέ οι Ορθόδοξοι φορέα της θείας χάριτος. Δύνασθε νά κάμητε την διάκρισιν τύπου και φορέως κ. Εὑαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Δὲν δύναμαι νά σας δώσω ἀπάντησιν. Κάμετε εσείς την διάκρισιν ταύτην και εγώ θα κρίνω.
Ορθόδοξος: Τύπος ἤ σύμβολον είναι ἐκεῖνο, τό οποίο ειςάγει εἴς τινα οὐσίαν και πραγματικότητα. Όταν όμως ἔλθῃ ἡ πραγματικότητα αυτή, ἡ οὐσία, ὁ τύπος και τό σύμβολον είναι περιττα. Και καλλίτερον: τύπος και σύμβολον είναι ἡ σκιά ἑνός σώματος, οὐσία και πραγματικότης είναι αυτό τό Σώμα. Ἐπί παραδέιγματι. Εις την Παλαιάν Διαθήκην έχουμε πολλά τοιαῦτα σύμβολα και τύπους, όπως είναι ὁ ὄφις ὁ χαλκοῦς, ἡ περιτομή, αι θυσίαι κ.λπ. Ταῦτα ήταν σκιαί, σύμβολα και τύποι του Χριστού. Όταν όμως ἦλθε τό Σώμα, ὁ Χριστός, ἔπαυσαν αι σκιαί, οι τύποι αυτοί. Τοιοῦτον είναι και τό βάπτισμα; Ποίαν γνώμην έχετε κ. Εὐαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Περιμένω την ἰδικήν σας γνώμην.
Ορθόδοξος: Ἐγώ δέχομαι, ότι τό βάπτισμα είναι φορεύς της θείας χάριτος. Ἄς ἔλθωμεν, για να ἀποδείξωμεν ότι τό βάπτισμα δεν είναι τύπος αλλά φορεύς της θείας χάριτος. Και πρῶτον ας ἴδωμεν την Αγία Γραφήν. Εις τας Πράξεις 2,38 μετα τον λόγον του Αποστόλου Πέτρου κατα την Πεντηκοστην, όταν οι ἀκροαταί του ἠρώτησαν τί πρέπει νά κάμουν, ὁ Πέτρος ἀπαντᾷ: «Βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν επί τῷ ὀνόματι Ἰησου Χριστού εις ἄφεσιν των ἁμαρτιῶν». Οι ἐρωτήσαντες είχαν πίστιν. Ἡ ἄφεσις όμως των ἁμαρτιῶν θα δοθῇ διά του βαπτίσματος. Ἑπομένως εδώ ξεκάθαρα ὁμολογεῖται ότι δεν ήταν ἀρκετή ἡ πίστις διά την συγχώρησιν των ἁμαρτιῶν, ἔπρεπε και νά βαπτισθῶσιν. Ἄρα τό βάπτισμα δεν είναι σύμβολον αλλά μέσον, φορεύς της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν. Δὲν είναι ἔτσι κ. Εὐαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Ἔτσι φαίνεται.
Ορθόδοξος: Ἐπίσης εις τας Πράξεις 8,36-38 όπου ἀναφέρεται ότι ὁ εὐνοῦχος μετὰ τὴν διδασκαλίαν βαπτίζεται υπό του Φιλίππου. Δεν ήταν ἀρκετή ἡ πίστις του, ἔπρεπε και νά βαπτισθῇ. Ἐάν τό βάπτισμα ήταν σύμβολον, ήταν περιττον μετα την πίστιν του εὐνούχου. Ἄρα τό βάπτισμα εδώ είναι φορεύς της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν και όχι τύπος και σύμβολον. Δὲν είναι ἔτσι;
Ευαγγελικός: Ἔτσι φαίνεται, αλλά θα ἤθελα χωρία περισσότερον σαφῆ.
Ορθόδοξος: Ἀκούσατε αυτά. Εις τας Πράξεις 19,1 -5 βλέπομεν ότι οι βαπτισθέντες τό συμβολικόν της μετανοίας βάπτισμα του Ἰωάννου ἀναβαπτίζονται υπό του Αποστόλου Παύλου. Ὁ Απόστολος Παύλος ἐρωτᾷ αὐτους: «εἰ Πνεῦμα Ἅγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες; οι δέ προς αυτόν εἶπον· οὐδ’ εἰ Πνεῦμα Ἅγιόν ἐστιν ἠκούσαμεν». Και ὁ Παύλος ἐρωτᾷ: «εις τί οὖν ἐβαπτίσθητε;». Ἐξ αυτού φαίνεται ότι τό βάπτισμα ἔδιδε Πνεῦμα Ἅγιον, ήταν φορεύς και όχι σύμβολον της θείας χάριτος. Ἀκόμη δέ περισσότερον φαίνεται, ότι τό βάπτισμα είναι φορεύς ἀπαραίτητος ἐκ των Πράξεων 10, 44 -48. Ἐκεῖ ἀναφέρεται ότι οι περί τον Κορνήλιον ἀκροαταί του Αποστόλου Πέτρου επίστευσαν εις τον Χριστον και τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἦλθεν εις αὐτους. Παρ’ ὅλον όμως πού ἦλθε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εις αὐτους πρίν βαπτισθῶσι, δεν ἐθεωρήθη περιττον τό βάπτισμα, αλλά ἔγινε και τουτο. Πόσον ἀπαραίτητον είναι τό βάπτισμα! Είναι πραγματικός φορεύς ἀναποσπάστως συνδεδεμένος μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Δεν είναι ἔτσι κ. Εὐαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Ἀκούω.
Ορθόδοξος: Ἄς προχωρήσωμεν. Εις την προς Γαλάτας ἐπιστολήν 3,27 λέγει ὁ Παύλος ξεκάθαρα: «ὅσοι εις Χριστον ἐβαπτίσθητε, Χριστον ἐνεδύσασθε». Ἐάν τό βάπτισμα είναι εικόνα, τύπος εἰκονικός και όχι πραγματικότης, πρέπει νά είναι εἰκονική και όχι πραγματική και ἡ ἔνδυσις του Χριστού. Ἀφοῦ όμως είναι πραγματική ἡ ἔνδυσις του Χριστού, τό βάπτισμα πρέπει νά είναι μέσον πραγματικόν της ἐνδύσεως του Χριστού, ἄρα είναι φορεύς και όχι σύμβολον. Εις τό Ρωμαίους 6,3 – 4 ὁ Απόστολος γράφει: «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εις Χριστον, εις τον θανατον αυτού ἐβαπτίσθημεν συνταφέντες οὖν αὐτῷ διά του βαπτίσματος». Ἐνταῦθα τό «διά» είναι μέσον μιᾶς πραγματικότητος, δεν είναι εικόνα. Ὅπως δηλαδή ὁ Χριστός ειςῆλθεν εις τον ταφον και ἐξῆλθεν ἐξ αυτού καινούργιος, ἔτσι και εμείς ειςερχόμεθα ἐξ αυτού ἀναγεγεννημένοι. Τό βάπτισμα και ἐδῶ είναι φορεύς ἀναγεννήσεως και όχι σύμβολον. Δεν είναι ἔτσι;
Ευαγγελικός: Ἀκούω.
Ορθόδοξος: Ἄς συνεχίσωμεν. Εις την προς Ἐφεσίους 5,26 ὁ Παύλος λέγει: «ὁ Χριστός ἠγάπησε την Εκκλησίαν και ἑαυτον παρέδωκεν ὑπέρ αυτής, για να αυτήν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ του ὕδατος». Τό λουτρόν του ὕδατος ἀσφαλῶς είναι τό βάπτισμα. Τουτο είναι μέσον καθαρισμου της Εκκλησίας. Ἄρα τό βάπτισμα είναι μέσον, φορεύς της θεία χάριτος. Εις την προς Τϊτον ἐπιστολήν 3,5 ὁ Παύλος λέγει: «Ἔσωσεν ημάς διά λουτροῦ παλιγγενεσίας και ἀνακοινώσεως Ἁγίου Πνεύματος». Λουτρόν παλιγγενεσίας είναι τό βάπτισμα. Πῶς είναι δυνατον νά ὀνομάζῃ ὁ Απόστολος τό βάπτισμα λουτρόν παλιγγενεσίας, ἄν δὲν ήταν μέσον και φορεύς ἀναγεννήσεως; Αυτός δέ ὁ Κύριος ἐκτός της ἐντολῆς, την οποίαν ἔδωκεν εις τους μαθητας του, για να βαπτίζωσιν «εις τό ὄνομα του Πατρός και του Υἱοῦ και του Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,20) δεν είπε και εις τὸν Νικόδημον ότι «ἐάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος και Πνεύματος οὐ δύναται ειςελθεῖν εις την Βασιλείαν του Θεοῦ» (Ἰωάν. 3,5); Ἑπομένως μιλά εδώ περί δύο ἀπαραιτήτων πραγμάτων βαπτίσματος και Ἁγίου Πνεύματος. Ποίαν γνώμην έχετε κ. Εὐαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Ὁμολογῶ ότι και τό βάπτισμα είναι ἀπαραίτητο διά την σωτηρίαν ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν.
Ορθόδοξος: Ἄν και είναι περιττον νά ἔλθωμεν εις την Παράδοσιν ἔστω των τεσσάρων πρώτων αἰώνων περί του θέματος τούτου, αφού τόσον φαεινῶς ὁμιλῇ ἡ Καινή Διαθήκη, ας ἔλθωμεν όμως. Ἐπιθυμεῖτε νά ἀκούσετε;
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως.
Ορθόδοξος: Θα σου ἀναφέρω κατα χρονολογικήν σειράν τους Πατέρας και συγγραφεῖς της Εκκλησίας μας από 150 μ.Χ. μέχρι του 400 μ.Χ. Θα δείτε τας γνώμας των περί του βαπτίσματος, ἄν τουτο είναι φορεύς ως νομίζομεν εμείς οι Ορθόδοξοι της ἀφέσεως ἁμαρτιῶν ἤ σύμβολον, όπως λέγετε εσείς.
Ευαγγελικός: Θα ἀκούσω εὐχαρίστως.
Ὀρθοδοξος: Ὁ Εἰρηναῖος γεννηθεὶς τό 140 μ.Χ. ἀναφέρει, ως θα ἴδωμεν κατωτέρω, τό βάπτισμα ως μέσον ἀναγεννήσεως «renascuntur in Deum infants…». Κατα Αιρέσεων ΙΙ, 22. Ὁ Τερτυλλιανός γεννηθείς τό 155 μ.Χ. θεωρεῖ τό βάπτισμα μέσον, ἀφέσεως ἁμαρτιῶν «remissionem peccatorum» (Λόγος περί βαπτίσματος). Ὁ Ἱερός Κυπριανός γεννηθείς κατα τας ἀρχάς του 200 μ.Χ. ποιεῖται λόγον περί βαπτίσματος και εις τὴν 64ην ἐπιστολήν του κεφ. 2 και 4 θεωρεῖ τό βάπτισμα μέσον, φορέα ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν «remissa peccatorum datur». Ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός γεννηθείς τό 329 μ.Χ. διά τό βάπτισμα γράφει τό ἑξῆς: «Τό φώτισμά (βάπτισμα) ἐστι λαμπρότης ψυχῶν, σαρκός απόθεσις, πνεύματος ἀκολούθησις, κατακλυσμός ἁμαρτίας, φωτός μετουσία, σκότους καταλυσις, δεσμῶν ἔκλυσις, φώτισμά ἐστι των του Θεοῦ δωρεῶν τό κάλλιστον και μεγαλοπρεπέστατον». Ὁ Μέγας Βασίλειος εις λόγον του προτρεπτικόν εις τό βάπτισμα (Migne 21, 433) γράφει: «Βάπτισμα αἰχμαλώτοις λύτρον, ὀφλημάτων ἄφεσις, θανατος ἁμαρτίας, παλλιγγενεσία ψυχῆς, ἔνδυμα φωτεινόν, σφραγίς ἀχειροποίητος ὄχημα προς οὐρανόν, βασιλείας πρόξενον, υἱοθεσίας χάρισμα».
Ὁ Ἅγιος Γρηγόρης ὁ Νύσσης (335 μ.Χ.) γράφει: «Βάπτισμά ἐστι ἁμαρτιῶν κάθαρσις, ἄφεσις πλημμελημάτων, ἀνακαινισμου και ἀναγεννήσεως αἰτία» (Migne 46,580). Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος (345 μ.Χ.) γράφει: «κἄν πόρνος ᾖ κἄν εἰδωλολάτρης κἄν ἅπασαν την ἐν ἀνθρώποις πονηρίαν ἔχῃ τις ἐμπεσῶν εις την των ὑδάτων κολυμβήθραν, των ἡλιακῶν ἀκτίνων καθαρώτερος ἄνεισι (ἀνέρχεται) από των θείων ναμάτων΄ οὐ γάρ ἀποσμήχει (σπογγίζει) μόνον τό σκεῦος, αλλά ὁλόκληρον αυτό ἀναχωνεύει πάλιν» (Bareille τομ. 3 σελ. 382-383). Και τώρα τί νομίζετε κ. Εὐαγγελικέ; Ἡ Παράδοση των τεσσάρων πρώτων αἰώνων θεωρεῖ τό βάπτισμα σύμβολον, όπως νομίζετε εσείς ἤ φορέα, μέσον ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν, όπως νομίζομεν εμείς οι Ορθόδοξοι; «ἀναχωνεύει τον ἄνθρωπον», λέγει ὁ Χρυσόστομος!
Ευαγγελικός: Δεν δύναμαι νά φέρω ἀντίρρησιν εις την Παράδοσιν ταύτην των Πατέρων των τεσσάρων πρώτων αἰώνων, διότι είναι ῥητή και κατηγορηματική περί του βαπτίσματος ως μέσου ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν. Ποῦ όμως στηρίζεται ὁ νηπιοβαπτισμός, τον οποίον κάμνετε εσείς οι Ορθόδοξοι, αφού Ἁγία Γραφή και Ιερή Παράδοση των πρώτων αἰώνων είναι ἀντίθετα προς αυτόν;
2ον Νηπιοβαπτισμός
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν εις τὸ δεύτερον θέμα περί νηπιοβαπτισμου. Εις ποῖον μέρος, κ. Εὐαγγελικέ, ἡ Ἁγία Γραφή ἀντιτίθεται προς τον νηπιοβαπτισμόν;
Ευαγγελικός: Ὁ Κύριος δεν είπεν «ὁ πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται;». Τὸ νήπιον, αφού δεν δύναται νά πιστεύσῃ, δεν δύναται και νά βαπτισθῇ.
Ορθόδοξος: Ταῦτα λέγων ὁ Κύριος ἀπευθύνεται προς τα νήπια ἤ πρὸς τοὺς ὡρίμους ἄνδρας;
Ευαγγελικός: Πρὸς ὅλους.
Ορθόδοξος: Ἐγώ νομίζω ότι τό «ὁ πιστεύσας και βαπτισθεὶς» ἀπευθύνεται προς τους ὡρίμους ἄνδρας, διότι αὐτοί είναι εις θέσιν νά πιστεύσωσι πρίν βαπτισθῶσι.
Ευαγγελικός: Και πῶς αυτό θα μου τό ἀποδείξετε, αφού ἐν τη Αγία Γραφή δεν ὑπάρχουσι παραδείγματα βαπτίσεως νηπίων;
Ορθόδοξος: Βεβαίως ῥητην ὁμολογίαν βαπτίσεως νηπίων ἐν τη Αγία Γραφή δεν έχουμε. Ἡ ἔλλειψις όμως αυτή δεν ὀφείλεται εις την ἄρνησιν του νηπιοβαπτισμου, αλλά εις τό ότι «ἔστι και άλλα πολλά, ἅ ἐποίησεν ὁ Ἰησους, ἅ ουκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ» Ἰωάν. 21,25 και 20,30. Ἀλλά όπως πολλά ἔργα του Κυρίου δεν έχουν γραφῆ εις την Καινήν Διαθήκην, κατα παρόμοιον τρόπον δυνάμεθα νά παραδεχθῶμεν ότι και πολλά ἔργα των Ἀποστόλων δεν ἐγράφησαν εις τα Πράξεις και τας Ἐπιστολάς. Ἕν ἐξ αυτών είναι ἡ βάπτισις νηπίων.
Ευαγγελικός: Πῶς όμως θα πεισθῶ ότι ὁ νηπιοβαπτισμός είναι ἕν ἐξ αυτών, τα οποία ἔγιναν, αλλά δεν ἐγράφησαν;
Ορθόδοξος: Ἐκ σχετικῶν πράξεων και ἐντολῶν του Κυρίου ως και των Ἀποστόλων ἀφ’ ἑνός και ἐκ της Παραδόσεως των τεσσάρων πρώτων αἰώνων ἀφ’ ἑτέρου.
Ευαγγελικός: Ἄς ἔλθωμεν πρῶτον εις τὴν Αγία Γραφήν, όπου είναι ὁ Κύριος και οι Ἀπόστολοι. Την Ιερήν Παράδοσιν ας τὴν ἀφίσωμεν νά την ἐξετασωμεν ἰδιαιτέρως.
Ορθόδοξος: Συμφωνῶ.
Ευαγγελικός: Ἀκούω νά μου εἴπητε πράξεις, λόγους του Κυρίου και των Ἀποστόλων, αι οποίαι ἀμέσως ἤ ἐμμέσως συνιστουν τον νηπιοβαπτισμόν.
Ορθόδοξος: Τα βρέφη δύνανται νά λάβωσιν εὐλογίαν ως ἔδειξεν ὁ Κύριος διά του παραδεί-γματός Του. Ὁ Κύριος δηλαδή ἐδέχετο τα παιδία, ἐπετίθει ἐπ’ αυτών τας χεῖρας όχι βεβαίως παίζων, αλλά εὐλογῶν αυτά και έτσι μεταδιδούς την χάριν του Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκ τούτου είναι φανερόν, ότι ὁ Κύριος ἐδήλωσεν ότι ὀφείλομεν νά γινώμεθα μέτοχοι της θείας χάριτος ἐκ παίδων. Διατί λοιπόν ἡ Εκκλησία νά στερῇ αυτά της χάριτος του βαπτίσματος, δι’ οὗ ἐπέρχεται ἡ ἄφεσις του προπατορικοῦ ἁμαρτήματός των, αφού είναι τόσον σαφής ἡ ἀγάπη του Κυρίου προς τα παιδία;
Ευαγγελικός: Βεβαίως τό παράδειγμα του Κυρίου μαρτυρεῖ τό δυνατον, τό πιθανόν του νηπιοβαπτισμου όχι όμως τό βέβαιον. Διά τό βέβαιον πρέπει νά ἔχωμεν ῥητην ἐντολήν του.
Ορθόδοξος: Ἔχομεν ῥητην ἐντολήν.
Ευαγγελικός: Ποία είναι αυτή;
Ὀθρόδοξος: Ὁ Κύριος ἐδήλωσεν εις τὸν Νικόδημον ξεκάθαρα ότι: «ἐάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος και Πνεύματος, οὐ δύναται ειςελθεῖν εις την βασιλείαν του Θεοῦ» Ἰωάν. 3,5. Ἐκεῖνος ὁ οποίος δεν θα βαπτισθῇ, δεν έχει ἐλπίδα σωτηρίας. Ἡ δήλωσις του Κυρίου είναι γενική. Δὲν ἀπευθύνεται μόνον εις τους ὡρίμους ἀνθρώπους, αλλά προς ὅλους. Ἄρα και προς τα παιδία, διότι και αυτά έχουν ἀνάγκην σωτηρίας. Τα βρέφη λοιπόν ως φέροντα τό προπατορικόν ἁμάρτημα, ἐάν δὲν βαπτισθῶσιν, για να ἀπαλλαγῶσιν ἐξ αυτού, δεν ἔχουσιν ἐλπίδα σωτηρίας. Ἰδού ἡ ρητή ἐντολή του Κυρίου.
Ευαγγελικός: Εἴπατε, ότι και οι Ἀπόστολοι μιλούν περί του νηπιοβαπτισμου.
Ορθόδοξος: Ἔχομεν και ἐκεῖθεν ὑπαινιγμούς. Ὁ Απόστολος Παύλος εις την Α΄ Κορινθ. 1,16 λέγει: «ἐβάπτισα τον Στεφανᾶ οἶκον» και εις τας Πράξεις επίσης 16, 33 ἀναφέρεται «ἐλάλησα αὐτῷ τον λόγον του Θεοῦ σύν πᾶσι τοῖς ἐν τη οἰκίᾳ αυτού… ἐβαπτίσθη αυτός και οι αυτού ἅπαντες». Ὁλόκληροι οἶκοι ἐβαπτίσθησαν, δεν θα είχαν και μικρά παιδία;
Ευαγγελικός: Δὲν ἀποκλείεται, αλλά δεν είναι και βέβαιον.
Ορθόδοξος: Μου είναι ἀρκετον ότι δεν ἀποκλείεις και τουτο θεωρεῖς δηλ. πιθανόν. Ὁ Απόστολος Παύλος εις την Κολασσαεῖς ἐπιστολήν του 2, 11-12 λέγει ξεκάθαρα τουτο: «ἐν ᾧ περιετμήθηκε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ….συνταφέντες αὐτῷ διά του βαπτίσματος». Ἑπομένως ἡ περιτομή ἐγίνετο εις μικράν ἡλικίαν ὀκτώ ἡμερῶν ἔτσι και τό βάπτισμα δύναται νά γίνεται εις μικράν ἡλικίαν.
Ευαγγελικός: Βεβαίως δυνατον είναι τουτο. Είναι όμως και λογικόν; Είναι λογικόν νά λαμβάνεται ἡ χάρις του Ἁγίου Πνεύματος διά του βαπτίσματος υπό των νηπίων ἀσυνειδήτως;
Ορθόδοξος: Νομίζω ότι δεν είναι παράλογον και ιδού διατί: Ἐκεῖνο τό οποίον ἀποπέμπει την θείαν χάριν, είναι όχι ἡ παθητική ὑποδοχή, αλλά ἡ συνειδητή ἄρνησις, διότι ὁ Κύριος ἐδήλωσεν ότι «ὁ ἀπιστήσας κατακριθήσεται». Τό παιδίον λοιπόν δεν έχει τοιαύτην συνειδητην ἄρνησιν. Ἑπομένως δεν είναι ἀνάξιον της θείας χάριτος.
Ευαγγελικός: Λογικόν είναι αυτό.
Ορθόδοξος: Είναι και κάποιο άλλο ἀκόμη λογικώτερον.
Ευαγγελικός: Ποῖον είναι αυτό;
Ορθόδοξος: Τό προπατορικόν ἁμάρτημα ειςῆλθεν εις τό νήπιον ἐν ἀγνοίᾳ του, ἀσυνειδήτως. Δεν είναι λογικόν νά ἐξέλθῃ ἀσυνειδήτως ἐν ἀγνοίᾳ του διά του βαπτίσματος;
Εὐαγγελικόν: Λογικόν είναι και αυτό.
Ορθόδοξος: Ἄς συγκεντρώσωμεν τώρα τα λογικά και τας πιθανότητας του νηπιοβαπτισμου βάσει της Ἁγίας Γραφῆς. α) Ὁ Κύριος εὐλογεῖ τα παιδία ἄρα και αυτά πρέπει νά είναι μέτοχα της θείας χάριτος. β) Ὁ Κύριος ξεκάθαρα και γενικῶς δηλοῖ, ότι ἐκεῖνος ὁ οποίος δὲν θὰ βαπτισθῇ δεν θα σωθῇ. Τα μικρά παιδία κινδυνεύουσι νά ἀποθανωσι και ως μέτοχα του προπατορικοῦ ἁμαρτήματος νά στερηθῶσι της βασιλείας του Θεοῦ. Διατί νά μή βαπτισθῶσι;
γ) Τα παιδία παρά την θέλησίν των και ἐν ἀγνοίᾳ των είναι μέτοχα του προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Διατί και ἐν ἀγνοίᾳ των νά μή ἐξέλθῃ διά του βαπτίσματος τό κακόν τουτο;
δ) Ἡ συνειδητή ἄρνησις ἀποπέμπει την θείαν χάριν. Τα παιδία στερούμενα συνειδητης ἀρνήσεως, διατὶ νὰ μὴ καθαρισθοῦν ψυχικῶς διά του βαπτίσματος; Μήπως και σωματικῶς πολλάκις δεν καθαρίζονται υπό των γονέων των παρά την θέλησίν των;
ε) Ὁλόκληροι οἶκοι ἐβαπτίσθησαν, ἡ περιτομή είναι τύπος του βαπτίσματος. Διατί λοιπόν νά ἀπορρίψωμεν τον νηπιοβαπτισμόν;
Ευαγγελικός: Λογικά, πιθανά είναι ὅλα αυτά. Θα ἤθελα όμως περισσοτέρας βεβαιότητας νά ἀποκτήσωμεν ἐπ’ αυτού. Πῶς θα ἀποκτηθῇ ἡ βεβαιότης;
Ορθόδοξος: Ἐγώ νομίζω ἐάν ἀνατρέξωμεν εις τὴν Παράδοσιν των τεσσάρων πρώτων αἰώνων.
Ευαγγελικός: Συμφωνῶ. Ἄς ἔλθωμεν εις την Παράδοσιν ταύτην. Ἀνοίγω την Ἱστορίαν της Εκκλησίας του Καθηγητου του Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Στεφανίδη, ὁ οποίος εις τον Α΄. τόμον σελ. 95-96 γράφει τα ἑξῆς: «Ὁ Τερτυλλιανός προέτρεπε νά ἀναβάλλωσι τό βάπτισμα μέχρι της ὥρας, κατα την οποίαν θα ἀπεφάσιζον νά ζήσωσιν ἔγγαμον ἤ ἄγαμον βίον. Οι μέλλοντες νά γίνωσι κληρικοί ἀνέβαλλον τό βάπτισμα μέχρις της χειροτονίας των, οι δέ λαϊκοί μέχρι σοβαροῦ κινδύνου της ζωῆς των. Περί τό 300 μ.Χ. ἡ ἀναβολή του βαπτίσματος ήταν εις μεγάλην διάδοσιν». Αυτά λέγει ὁ καθηγητής σας. Και σέ ρωτώ: Ὁ Τερτυλλιανός ἐγεννήθη τό 155 μ.Χ. ἑπομένως ἡ γνώμη του είναι γνώμη των Πατέρων των τεσσάρων πρώτων αἰώνων. Πλήν αυτού ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐβαπτίσθη εις μεγάλην ἡλικίαν περίπου 25 ἐτων (ἰδέ Πατρολογίαν Μπαλάνου). Πῶς λοιπόν ἔπειτα από ὅλα αυτά μιλάτε περί νηπιοβαπτισμου κατὰ τοὺς Πατέρες των τεσσάρων πρώτων αἰώνων;
Ορθόδοξος: Τό χωρίον του Καθηγητου της Ἱστορίας του Πανεπιστημίου κ. Στεφανίδη δὲν τὸ ἀνεφέρετε ὁλόκληρον αλλά κολοβωμένον. Θὰ σας τό ἀναφέρω εγώ ὁλόκληρον, όπως έχει. Ὁ ἐν λόγῳ καθηγητής λέγει: «Πρῶτος ὁ Τερτυλλιανός ἀναφέρει ἀναδόχους και παρατηρεῖ διατί ἡ ἀθῴα ἡλικία τρέχει εις την ἄφεσιν των ἁμαρτιῶν (ἐννοεῖ¬ται διά του βαπτίσματος). Ἐκ τούτων πληροφορούμεθα δύο τινά: 1ον ότι είχεν ἐπικρατήσει ἡ συνήθεια νά βαπτίζωνται εις μικράν ἡλικίαν (Πρβλ. Ἱππολύτου ἐκκλησιαστικήν Διάταξιν κεφ. 46 και 64, Κυπριανοῦ ἐπιστολή 64 κεφ. 2 και 4) και 2ον ἤρχισεν άλλη συνήθεια νά ἀναβάλλεται τό βάπτισμα…» Μετα τουτο κ. Εὐαγγελικέ ἀκολουθεῖ ἐκεῖ¬νο τό οποίον εσείς εἴπατε. Ἑπομένως από τό 150 μέχρι τό 300 μ.Χ. ὑπῆρχον δύο ρεύματα του νηπιοβαπτισμου και ἡ ἀναβολή του βαπτίσματος.
Ευαγγελικός: Ποῖον ἐκ των δύο ρευμάτων πρέπει νά θεωρηθῇ ως Παράδοση κατα την γνώμην σας;
Ορθόδοξος: Προφανῶς ἐκεῖνο τό οποίον έχει Ἀποστολικήν μέν διαδοχήν και συνέχειαν. Και Ἀποστολικήν μέν διαδοχήν έχει ὁ νηπιοβαπτισμός και όχι ἡ ἀναβολή του βαπτίσματος, διότι ἡ ἀναβολή του βαπτίσματος ἐνεφανίσθη τό πρῶτον μετα τό 150 μ.Χ. επί του Τερτυλλιανοῦ, ενώ ὁ νηπιοβαπτισμός κατα την ὁμολογίαν του Ὠριγένους εις τὸ υπόμνημά του εις την προς Ρωμαίους ἐπιστολήν 5,9 χαρακτηρίζει τον νηπιοβαπτισμόν ως Ἀποστολικήν Παράδοσιν.
Ὁ Εἰρηναῖος 150 μ.Χ. ἀναφέρει ξεκάθαρα «renascuntur in Deum infants parvulos juvenes seniors» (κατα αιρέσεων 2,22) δηλαδή «ἀναγεννῶνται ἐν Θεῷ νήπια, μικρά παιδία, νέοι, γέροντες»· τα νήπια πῶς ἀναγεννῶνται εἰμή διά του βαπτίσματος;
Ὁ ίδιος ὁ Τερτυλλιανός (150-220 μ.Χ.) μαρτυρεῖ ὑπάρχουσαν την καταστασιν του νηπιοβαπτισμου ἔστω και ἄν ἀποτρέπῃ ταύτην λέγων: «quid festinate innoces aetas ad remissionem reccatorum», δηλαδή διατί σπεύδει ἡ ἀθώᾳ ἡλικία εις ἄφεσιν ἁμαρτιῶν (διά του βαπτίσματος);
Ὁ ἅγιος Κυπριανός 250 μ.Χ. ὑποστηρίζει πολύ τον νηπιοβαπτισμόν, λέγων: «ἄν ἡλικιωμένοι ἄνθρωποι ἀξιοῦνται της χάριτος του βαπτίσματος, οι οποίοι πρό του βαπτίσματος είχαν περιπέσει εις μεγάλα ἐγκλήματα πόσῳ μᾶλλον πρέπει νά ἀξιῶνται της χάριτος του βαπτίσματος τα παιδία, τα οποία οἰκειωθελῶς δεν ἡμάρτησαν, είναι δέ μόνον μέτοχα του προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ξένου προς την θέλησίν των;» Ἐπιστολή 64η.
Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εις τὸν λόγον αυτού εις τό Ἅγιον Βάπτισμα λέγει: «ἔστι σοι νήπιον; μὴ λαβέτω καιρόν ἡ κακία. Ἐκ βρέφους ἁγιασθήτω ἐξ ὀνύχων καθιερωθήτω τῷ πνεύματι». Ὁμοίως μιλά και ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης εις λόγον του προς τους βραδύνοντας τό βάπτισμα.
Ὁ δέ Ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει: «ἔξεστι και ἐν ἀώρῳ ἡλικίᾳ και ἐν μέσῃ και ἐν αὐτῷ τῷ γήρᾳ δέξασθαι την ἀχειροποίητον περιτομήν, τό βάπτισμα». Bareille τομ. 7ος, 598.
Ἐξ αυτών βλέπομεν ότι από τό 150 μ.Χ. μέχρι του 300 μ.Χ. παραλλήλως προς την ἀνεφανεῖσαν τότε συνήθειαν της ἀναβολῆς του βαπτίσματος ὑπῆρχε και ὁ νηπιοβαπτισμός, ὁ οποίος από του 300 και ἔπειτα ἐπεβλήθη ὁριστικῶς. Και σας ρωτώ, κ.Εὐαγγελικέ, ποία είναι Παράδοση σύμφωνος μέ την ἐντολήν του Κυρίου «εγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν πάσας τας ἡμέρας» ὁ νηπιοβαπτισμός, ὁ οποίος έχει κατα τον Ὠριγένην Ἀποστολικήν Παράδοσιν, ἐγίνετο από τό 150-300 υπό πολλών ἤ ὀλίγων, αυτό είναι ἀδιάφορον, και κατόπιν ἐπεβλήθη ὁριστικῶς και συνεχίζεται μέχρι σήμερον υπό των Ὀρθοδόξων ἤ ἡ ἀναβολή του βαπτίσματος, ἡ οποία ἐνεφανίσθη σὰν κομήτης από τό 150 -300 και ἡ οποία οὔτε Ἀποστολικήν διαδοχήν έχει, ως μαρτυρεῖ ὁ Ὠριγένης, οὔτε και κατόπιν συνεχίσθη μέχρι τό 1500, όταν ἀνεφάνητε εσείς; Ἐγώ νομίζω ότι Παράδοση πραγματική είναι ἡ του νηπιοβαπτισμου.
Ευαγγελικός: Και αι ἀντιλογίαι και ἀντιρρήσεις κατα του νηπιοβαπτισμου από τό 150-300 δεν θα ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν;
Ορθόδοξος: Ὡς σας εἶπον αυτή οὔτε ἀρχήν Ἀποστολικήν έχει οὔτε συνέχειαν. Ἄρα οὐδεμίαν ἀξίαν. Ἄλλως τε ἀμφιβάλλετε εις τον νηπιοβαπτισμόν, ἐπειδή από τό 150-300 ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις τινές ἄν και παραλλήλως ὑπῆρχε και ὁ νηπιοβαπτισμός; Ἄκουσον! Ὑπάρχουσι βιβλία της Καινῆς Διαθήκης, όπως είναι ἡ ἐπιστολή του Ἰακώβου, Δευτέρα ἐπιστολή του Πέτρου, δευτέρα και Τρίτη ἐπιστολή του Ἰωάννου και Ἀποκάλυψις (ἱστορ.Εὐσεβ. ΙΙΙ,25) πέντε βιβλία, διά τα οποία κατα τους τρεῖς πρώτους αἰῶνας ὑπῆρχον ἀντιρρήσεις. Ὁ Ἱστορικός Εὐσέβιος ὀνομάζει αυτά «ἀντιλεγόμενα». Ἐπεβλήθησαν ταῦτα μόλις τον τέταρτον αἰῶνα. Διατί τας ἀντιρρήσεις επί των βιβλίων τούτων δεν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας και δέχεσθε αυτά ως γνήσια βιβλία, ενώ τας ἀντιρρήσεις επί του νηπιοβαπτισμου από του 150-300 λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν και ἀρνεῖσθε τουτον; Διατί δύο μέτρα και δύο σταθμά;
Ευαγγελικός:… Οὐδεν ἀπήντησε.
Ορθόδοξος: Συμπέρασμα: Τό βάπτισμα λοιπόν ως μυστήριον και ὁ νηπιοβαπτισμός ως θεσμός μαρτυροῦνται υπό της Ἁγίας Γραφῆς και των Πατέρων των 4 πρώτων αἰώνων.
ΘΕΜΑ 4ον: «Περὶ Εὐχαριστίας ως θυσίας και Ἱερωσύνης»
Ορθόδοξος: Ἐπιθυμεῖτε, κ. Εὐαγγελικέ, νά ἐξετασωμεν τό μυστήριον της θείας Εὐχαριστίας;
Ευαγγελικός: Θα ἤθελα προηγουμένως τό περί ἱερωσύνης μυστήριον νά ἐξετασωμεν.
Ορθόδοξος: Φυσικότερον όμως είναι νά ἴδωμεν πρῶτον τό περί Εὐχαριστίας, διότι ἄν ἀποδειχθῇ ότι ἡ θεία Εὐχαριστία είναι θυσία, εὔκολον είναι κατόπιν νά ἐξετασθῇ και τό μυστήριον της ἱερωσύνης. Ἐάν δηλαδή ἀποδειχθῇ ότι ἡ θεία Εὐχαριστία είναι θυσία, κατ’ ἀνάγκην πρέπει να δεχθῶμεν, ότι πρέπει νά ὑπάρχωσιν ἱερεῖς ἄρα πρέπει νά ὑπάρχῃ ἱερωσύνη.
Ευαγγελικός: Ἔστω. Ἄς ἴδωμεν πρῶτον τό περί θείας Εὐχαριστίας.
Ορθόδοξος: Εμείς οι ὀρθόδοξοι δεχόμεθα, ότι ἡ θεία Εὐχαριστία είναι θυσία, διότι ὁ ἄρτος και ὀ οἶνος μεταβάλλονται εις αυτό τό Σώμα και Αἷμα του Χριστού, τό οποίον ἐθυσίασθη επί του Γολγοθᾶ.
Ευαγγελικός: Εμείς όμως οι Ευαγγελικοί δεχόμεθα ότι ὁ ἄρτος και ὁ οἶνος του Κυριακοῦ δείπνου συμβολίζουσι τό Σώμα και αἷμα του Κυρίου, ἑπομένως ἡ θεία Εὐχαριστία δεν είναι θυσία.
Ορθόδοξος: Θα βασισθῶμεν και πάλιν εις την Αγία Γραφήν και την Παράδοσιν των τεσσάρων πρώτων αἰώνων, για να ἀποδείξῃ ἕκαστος τας απόψεις του.
Ευαγγελικός: Συμφωνῶ.
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν πρῶτον εις την Αγία Γραφήν. Ὁ Κύριος και ὁ Απόστολος Παύλος ὁμιλοῦσιν ξεκάθαρα περί του μυστηρίου τούτου. Ὁ Κύριος δύο φορές κάμνει λόγον περί αυτού. Πρῶτον εις τό ἕκτον κεφάλαιον του κατα Ἰωάννην, όπου ὑπεσχέθη νά δώσῃ τό μυστήριον της θείας Εὐχαριστίας και κατα τον μυστικόν δεῖ¬πνον την προτεραίαν του θανάτου Του, όταν ἔδωσεν αυτό. Ἄς ἔλθωμεν εις τό πρῶτον Ἰωάν. κεφ. 6, 52-67. Και πρίν ειςέλθωμεν εις τό θέμα μας ρωτώ κύριε Εὐαγγελικέ: Τί λέγεται θυσία;
Ευαγγελικός: Ἡ θυσία έχει δύο ἐννοίας, την εὐρεῖαν και την στενήν. Εὐρεῖα ἔννοια είναι ἡ ἀφιέρωσις, ἡ καταστροφή πράγματός τινος ἀψύχου ἤ ἐμψύχου διά μιάν ἀνωτέραν ἰδέαν, ἡ δέ στενή ἔννοια είναι, όταν πρόκειται περί ἐμψύχου ὄντος ζώου ἤ ἀνθρώπου ἐν τη ἀφιερώσει του ὁποίου διά μίαν ἀνωτέραν ἰδέαν χωρίζεται τό Σώμα από τό αἷμα. Χωρία ἐκ της Ἁγίας Γραφῆς διά την πρώτην θυσίαν έχουμε πλεῖστα· ἀναφέρω μερικά «θυσία ζῶσα ἡ λογική λατρεία», Ρωμ. 12,1 «θυσία αἰνέσεως… καρπός χειλέων ὁμολογούντων τον Θεόν» Ἑβρ. 13, 15, «της δέ εὐποιΐ¬ας και κοινωνίας μή ἐπιλανθανεσθε τοιαύτας γάρ θυσίας εὐαρεστεῖται ὁ Θεός» γενικῶς δέ «αι πνευματικαι θυσίαι» του Αποστόλου Πέτρου Α΄, 2,5 και αι ἀναίμακτοι θυσίαι της Π. Διαθήκης ἄλευρον, λίβανον. ἔλαιον κ.λπ. Θυσίαν ἐν τη στενῇ ἐννοίᾳ είναι ὁ χωρισμός σώματος και αἵματος χάριν του Θεοῦ. Τοιαῦται δέ είναι αι θυσίαι των ζώων της Παλαιᾶς Διαθήκης και ἡ θυσία του Χριστού ἐν Γολγοθᾷ και οὐδεμία άλλη.
Ορθόδοξος: Ὀρθῶς ἐθέσατε τα ζητήματα. Εὐνόητον είναι ότι εμείς θα ἐξετασωμεν, ἐάν ἡ θεία Εὐχαριστία είναι θυσία ἐν τη στενῇ ἐννοίᾳ, δηλαδή ἐάν ὑπάρχῃ ἐν αυτή χωρισμός σώματος και αἵματος.
Ευαγγελικός: Βεβαίως.
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν εις τό κατα Ἰωάν. 6,52-67. Ὁ Κύριος λέγει κατα την υπόσχεσιν του μυστηρίου τούτου: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν· ἐάν μή φάγητε την σάρκα του Υἱοῦ του ἀνθρώπου και πίητε αυτού τό αἷμα ουκ έχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁ τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου τό αἷμα έχει ζωήν αἰώνιον. Ἡ γάρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις και τό αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. Ὁ τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ». Ἐνταῦθα βλέπομεν ότι τετράκις ὁ Κύριος τονίζει ότι ἡ θεία Εὐχαριστία είναι θυσία, διότι τετράκις μιλά κεχωρισμένος περί σαρκός και αἵματος.
Ευαγγελικός: Τα χωρία αυτά δεν ἔχουσιν γραμματικήν ἔννοιαν, αλλά ἀλληγορικήν. Τό τρώγω την σάρκα σημαίνει ἐπικοινωνῶ πνευματικῶς. Ἑπομένως ἐκεῖνος ὁ οποίος τρώγει την σάρκα και αυτό τό αἷμα του Κυρίου δηλαδή ἐκεῖνος, ὁ οποίος ἐπικοινωνεῖ πνευματικῶς μετα του Κυρίου έχει ζωήν αἰώνιον. Ἐκεῖνος, όμως, ὁ οποίος δεν τρώγει την σάρκα και δεν πίνει τό αἷμα του Κυρίου δηλαδή δεν ἐπικοινωνεῖ πνευματικῶς μετα του Ἰησου δεν έχει ζωήν αἰώνιον.
Ορθόδοξος: Ἐάν λάβωμεν τό «τρώγω» ἐν ἀλληγορικῇ ἐννοίᾳ βάσει της Ἁγίας Γραφῆς, θα ἴδωμεν ότι τουτο έχει ἐχθρικήν διάθεσιν. Ἐπί παραδείγματι: Ἐν ψαλμ. 26,2 ἀναφέρεται «ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ’ ἐμέ κακοῦντος του φαγεῖν τας σάρκας μου οι ἐχθροί μου ἠσθένησαν». Ἐν Ἰώβ 19,23 «διατί καταδιώκετέ με και των σαρκῶν μου ουκ ἐμπίμπλασθε». Ἐν Μιχ. 3,3 «ὅν τρόπον κατέφαγον τας σάρκας του λαοῦ μου…». Εις ὅλα τα χωρία αυτά λοιπόν και εις άλλα παρόμοια (Ἰεζεκ. 39,17,18. Ἰακ.5,3) «τρώγων την σάρκα» ἐν ἀλληγορικῇ ἐννοίᾳ έχει ἐχθρικήν διάθεσιν. Ἑπομένως ἐφαρμόζοντες την ἀλληγορικήν ταύτην ἔννοιαν εδώ θα ἔχωμεν: Ἐκεῖνος ὁ οποίος δεν τρώγει την σάρκα του υἱοῦ του ἀνθρώπου δηλαδή ἐκεῖνος, ὁ οποίος δεν έχει ἐχθρικήν διάθεσιν προς τον Ἰησουν Χριστον, δεν θα ἔχῃ ζωήν αἰώνιον! Και ἑπομένως, ἐκεῖνος, ὁ οποίος τρώγει την σάρκα του Υἱοῦ του ἀνθρώπου δηλαδή ἐκεῖνος, ὁ οποίος έχει ἐχθρικήν διάθεσιν κατα του Ἰησου θα ἔχῃ ζωήν αἰώνιον! Βλέπετε ποῦ φθανομεν, ἐάν λάβωμεν τό τρώγω ἐν ἀλληγορικῇ ἐννοίᾳ;
Ευαγγελικός: Σωστον είναι αυτό πού λέγετε. Ἀλλά ὀλίγον κατωτέρω ὁ Κύριος λέγει: «ἡ σάρξ ουκ ὠφελεῖ οὐδεν, τό πνεῦμά ἐστι τό ζωοποιοῦν», ἑπομένως δεν πρέπει νά λαμβάνωμεν τα ζητήματα σαρκικῶς, κατα γράμμα, αλλά πνευματικῶς, ἀλληγορικῶς.
Ορθόδοξος: Παρετήρησες μίαν μικράν λεπτομέρειαν, αλλά μεγίστην διαφοράν μεταξύ του «σάρξ» του στίχου και του «σάρξ» των προαναφερθέντων στίχων;
Ευαγγελικός: Ποίαν;
Ορθόδοξος: Ἀφαιρεῖ τό «μου» ὁ Κύριος από τό χωρίον αυτό, πού ἀναφέρετε και δεν λέγει ἡ σάρξ μου, αλλά ἡ σάρξ, ἐνῶ προηγουμένως ἐπαναλαμβάνει ἕξ φοράς τό «μου». «Ὁ τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου τό αἷμα κ.λπ.» . Ἑπομένως εδώ διά του σάρξ θέλει νά δηλώσῃ κάτι διάφορον ἐκείνου, τό οποίον ἐδήλου προηγουμένως. Ἐνταῦθα δηλαδή διά του σάρξ δηλοῖ ως λέγει ὁ Χρυσόστομος τό παχυλόν φρόνημα. «Οὐ μή καταμείνῃ τό πνεῦμα μου τούτοις διά τό είναι αὐτους σάρκας». Γεν. 6,3.
Οι Ἑβραῖοι δηλαδή ἐνόμιζον παχυλῶς σκεπτόμενοι, ότι ὁ Κύριος υπόσχεται νά δώσῃ την σάρκα Του, όπως ἠγόραζον κρέας από ἕνα κρεοπωλεῖον δηλαδή σάρκα και αἷμα χωρίς πνεῦμα, χωρίς ψυχήν. Ὁ Κύριος όμως δηλοῖ γενικῶς ότι ἡ σάρξ και τό αἷμα μακράν του πνεύματος, της ψυχῆς, οὐδεμίαν ὠφέλειαν ψυχικήν φέρουσι. Ἑπομένως αυτός υπόσχεται νά δώσῃ σάρκα, αἷμα και πνεῦμα ἡνωμένα δηλαδή ὁλόκληρον τον ἑαυτον Του.
Ευαγγελικός: Και πῶς θα πεισθῶ ότι τοιαύτην γραμματικήν ἔννοιαν έχει τό χωρίον τουτο;
Ορθόδοξος: Ἐκ του σκανδαλισμου πολλών μαθητων του Κυρίου. Τό κείμενον λέγει «πολλοί οὖν ἀκούσαντες ἐκ των μαθητων αυτού εἶπον: σκληρός ἐστιν ὁ λόγος οὗτος· τίς δύναται αυτού ἀκούειν;» Ἐάν ὁ Κύριος ἐνόει πνευματικήν ἐπικοινωνίαν και όχι πραγματικήν χορήγησιν του Σώματός και Αἵματός Του, του Ἑαυτου του, δεν ὑπῆρχε λόγος νά σκανδαλισθῶσι οι ἀκροαταί Του, οι μαθηταί Του.
Ευαγγελικός: Δυνάμεθα όμως νά πωμεν ότι οι σκανδαλισθέντες παρεξήγησαν τον λόγον του Κυρίου ἐκλαβόντες την πνευματικήν ἐπικοινωνίαν, την πίστιν, προς τον Ἰησουν ως πραγματικήν βρῶσιν του Σώματος και πραγματικήν πόσιν του Αἵματός Του. Ἀποκλείετε τουτο;
Ορθόδοξος: Ναί. Διά δύο λόγους. Πρῶτον ὁ σκανδαλισμός ἔγινε δύο φοράς και δεύτερον ὁ Κύριος ἐπιμένει ξεκάθαρα εις τον πρῶτον σκανδαλισμόν, βεβαιῶν την πραγματικήν βρῶσιν, εις δέ τον δεύτερον σκανδαλισμόν φθανει μέχρις ἀπειλῆς των δώδεκα Ἀποστόλων Του.
Ευαγγελικός: Θα ἤθελον νά ἤκουον, ποῦ στηρίζονται αυτά πού λέγετε και συγκεκριμένως ἐν πρώτοις, ποῦ ἀναφέρεται ὁ πρῶτος σκανδαλισμός και ποία ἡ βεβαιωτική περί πραγματικῆς βρώσεως του Σώματός Του στασις του Κυρίου.
Ορθόδοξος: Ὁ πρῶτος σκανδαλισμός των ἀκροατων του Κυρίου ἀναφέρεται εις τό αυτό 6ον κεφάλαιον και εις τον στίχον 52 «ἐμάχοντο οὖν οι Ἰουδαῖοι προς ἀλλήλους λέγοντες· πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν δοῦναι την σάρκα φαγεῖν;» Ἰδού ὁ πρῶτος σκανδαλισμός των. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ ὀρθα κοφτα «ἐάν μή φάγητε την Σάρκα του Υἱοῦ του ἀνθρώπου και πίητε αυτού τό Αἷμα ουκ έχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς». Ἐάν είχαν παρεξηγήσει οι σκανδαλισθέντες τον λόγον του Κυρίου, δεν θα ἔπρεπε ὁ Κύριος ἤ ἔστω και ὁ Εὐαγγελιστής, όπως κάμνει εις άλλας περιπτώσεις (Ἰωάν. 2,22,21,33) νά ἐξηγήσωσι ότι δεν πρόκειται περί γραμματικῆς, αλλά ἀλληγορικῆς ἑρμηνείας εδώ; Ὁ Κύριος όμως τουναντίον βεβαιῶν και όχι ἐξηγῶν, τονίζει ότι ἄν δεν φάγωσι την Σάρκα Του δεν ἔχουσι ζωήν αἰώνιον. Έτσι δεν νομίζετε ότι ἐννοεῖ πραγματικήν βρῶσιν; Τόση δέ είναι βεβαιωτική ἐπιμονή του Κυρίου, ώστε ἐν συνεχείᾳ εις τους ἑπομένους στίχους 54-56 ἐπαναλαμβάνει τέσσαρας φοράς ότι πρέπει νά φάγωσιν την σάρκα του και άλλας τέσσαρας φοράς ότι πρέπει νά πίωσι τό Αἷμα Του, για να ἔχωσι ζωήν αἰώνιον. Ἡ ῥητή λοιπόν και ἐπανειλημμένη αυτή βεβαίωσις του Κυρίου εις τον σκανδαλισμόν των, δεν νομίζετε ότι θέλει νά δηλώσῃ πραγματικήν βρῶσιν και πόσιν Σώματος και Αἵματός Του;
Ευαγγελικός: Είναι ἀξιοσημείωτον, ότι ὁ Κύριος δεν ἐξηγεῖ, αλλά βεβαιοῖ τὴν ἄποψίν Του ξεκάθαρα και ἐπανειλημμένως παρ’ ὅλον τον σκανδαλισμόν των ἀκροατων Του! Μου εἴπατε όμως ότι είναι και δεύτερος σκανδαλισμός διά τό ἴδιον πρᾶγμα, όπου ὁ Κύριος φθανει μέχρι ἀπειλῆς ἐκδιώξεως των δώδεκα ἀποστόλων Του, ἄν δεν δεχθῶσι την γνώμην Του. Ποῦ είναι αυτά γραμμένα;
Ορθόδοξος: Ὁ δεύτερος σκανδαλισμός ἀναφέρεται εις τό αυτό 6ον κεφάλαιον στίχον 60. Ἐκεῖ λέγει «πολλοί οὖν ἀκούσαντες ἐκ των μαθητων εἶπον σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αυτού ἀκούειν;». Ὁ Κύριος ἔκαμε προς αὐτους την διασάφησιν, όπως σας εἶπον προηγουμένως, διά του «ἡ σάρξ ουκ ὠφελεῖ οὐδεν τό πνεῦμά ἐστι τό ζωοποιοῦν», ότι δεν μιλά περί χορηγήσεως Σαρκός και Αἵματος ἄνευ ψυχῆς, αλλά περί χορηγήσεως ὁλοκλήρου του ἑαυτου Του. Ἔπειτα ἐπιμένει εις την γραμματικήν ταύτην ἔννοιαν της βρώσεως του ἑαυτου Του. Τουτο φαίνεται ἐκ του ότι «πολλοί ἀπῆλθον ἐκ των μαθητων αυτού ὀπίσω και ουκέτι μετ’ αυτού περιεπάτουν». Ἄν ὁ Κύριος ἐνόει πνευματικήν ἐπικοινωνίαν ἔπειτα μάλιστα από την διασάφησιν, ὁ λόγος Του δεν θα ήταν «σκληρός», ἀκατανόητος.
Ὁ σκανδαλισμός λοιπόν και ἡ ἀπομάκρυνσις πολλών ἐκ των μαθητων του δεν θα ἐγίνετο. Ἡ ἀπομάκρυνσις όμως πολλών ἐκ των μαθητων του δηλοῖ ότι ὁ Κύριος ἐπιμένει εις την γραμματικήν ἑρμηνείαν. Πλήν του σκανδαλισμου πολλών ἐκ του εὐρυτέρου κύκλου των μαθητων του έχουμε και κἄποιον κλονισμόν ψυχικόν και εις τους δώδεκα ἀποστόλους. Τουτο φαίνεται ἐκ του ἑξῆς: ὁ Κύριος εὐθύς μετα την ἀπομάκρυνσιν πολλών ἐκ των μαθητων του, λέγει ὁ εὐαγγελιστής, «είπεν οὖν ὁ Ἰησους τοῖς δώδεκα. Μή και ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν», μήπως θέλετε και εσείς νά φύγετε, όπως ἔφυγον και οι άλλοι; Διά νά εἴπῃ τουτο ὁ Κύριος εις τους Αποστόλους Του θα εἶδε κλονισμόν τινα ψυχικόν εις αὐτους. Ὁ κλονισμός δέ οὗτος προήρχετο ἐκ της αυτής αἰτίας ἐξ ἧς προῆλθεν ὁ σκανδαλισμός και ἡ ἀποχώρησις των άλλων μαθητων. Είναι σάν νά ἔλεγε εις αὐτους ὁ Κύριος, εἶπον ότι πρέπει νά φάγητε την Σάρκα και νά πίητε τό Αἷμα μου· ἡ Σάρξ μου είναι ἀληθινή βρῶσις και τό Αἷμα μου είναι ἀληθινή πόσις. Ἄν δεν δέχεσθε αυτά φύγετε από ἐμπρος μου. Ἰδού ὁ διπλοῦς σκανδαλισμός διά την βρῶσιν της σαρκός του των ἀκροατων του Κυρίου και ἡ στασις του Κυρίου εις ἀμφοτέρους τους σκανδαλισμούς τούτους. Ἡ στασις αυτή είναι βεβαιωτική κατηγορηματική κατα τον πρῶτον σκανδαλισμόν, κατηγορηματική και ἀπειλητική εις τον δεύτερον σκανδαλισμόν των μαθητων και κλονισμόν των Ἀποστόλων του. Τί λέγετε Κύριε Εὐαγγελικέ; Ταῦ¬τα τί δηλοῦσι; Ἀλληγορίαν ἤ πραγματικήν βεβαίωσιν περί χορηγήσεως του σώματος του Κυρίου προς βρῶσιν;
Ευαγγελικός: Ἐπιθυμῶ νά ἔλθωμεν εις την χορήγησιν του μυστηρίου κατα τον Μυστικόν Δεῖ¬πνον. Ἐκεῖ θα σας πω τας απόψεις μους καλύτερον.
Ορθόδοξος: Εὐχαρίστως. Ὁ Κύριος λέγει κατα τον Μυστικόν δεῖπνον, «Λάβετε φάγετε τουτό ἐστι τό Σώμα μου, πίετε ἐξ αυτού πάντες τουτό ἐστι τό αἷμα μου τό τῆ Καινῆς Διαθήκης τό ὑπέρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον εις ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Ὅπως βλέπομεν εις τα χωρία ταῦτα λίαν σαφῶς και εδώ τονίζεται ἡ θυσία όχι μόνον, διότι ὑπάρχει σαφής χωρισμός Σώματος και Αἵματος αλλά ξεκάθαρα λέγει «τό ὑπέρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον εις ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Ὁ χαρακτήρ της θυσίας εδώ είναι λίαν ἐμφανής, διότι τό χύνειν τό Αἷμα ὑπέρ των άλλων ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν πάσης ἱλαστηρίου θυσίας.
Ευαγγελικός :Ενταύθα το «εστί» έχει αλληγορικήν έννοιαν και σημαίνει συμβολίζει. Αυτό εξάγεται εκ του εξής: Ο Κύριος λέγει αλλού ούτω: «Εγώ ειμί η άμπελος η αληθινή...». Ενταύθα προφανώς πρέπει το ειμί να ληφθεί εν αλληγορική εννοία, διότι ό Κύριος δεν ήτο άμπελος αλλά άνθρωπος. Επομένως πρέπει να σημαίνη εγώ συμβολίζω άμπελον αληθινήν. Κάτι παρόμοιον γίνεται και εδώ «τούτο εστί»=τούτο συμβολίζει το σώμα μου.
Ορθόδοξος: Κάθε άλλο! Εις ουδεμίαν γλώσσαν το ρήμα ειμί λαμβάνεται εν αλληγορική εννοία. Και εν τω αναφερθέντι χωρίω τής αμπέλου δεν πρέπει νά ληφθή εν αλληγορική εννοία το ειμί αλλά η άμπελος, διότι ό Κύριος ήτο πράγματι η πνευματική εκείνη άμπελος, της οποίας γεωργός ήτο ο Θεός.
Ευαγγελικός: Έχω και μίαν άλλην αντίρρησιν: Ήτο άλλος ό Κύριος ο οποίος έδιδε το μυστήριον και άλλος ο είς τό ποτήριον και εις τον άρτον, ήσαν δύο; Και δεύτερον ο Κύριος ακόμη δεν εσταυρώθη, πώς δίδει τώρα το αίμα Του και τό σώμα Του πραγματικώς, όπως νομίζετε σεις οι ορθόδοξοι;
Ορθόδοξος: Ο Κύριος ομιλεί ρητώς λέγων: «Τό σώμα μου τό υπέρ υμών κλώμενον· τό αίμα μου τό υπέρ υμών εκχυνόμενον, διδόμενον». Αι μετοχαί αύται είναι ενεστώτος χρόνου ομιλούσιν επομένως περί παρούσης θυσίας κατα την ώραν εκείνην, κατα συνέπειαν ομιλούσιν περί θυσίας προ τής του Γολγοθα. Πώς όμως έγινε τούτο είναι ακαταληπτον εις την ανθρωπίνην διάνοιαν, είναι όμως γεγονός, διότι το λέγει ο Κύριος ρητώς. Ως προς τό άλλο ζήτημα, ότι είναι δύο οι Κύριοι, ένας ό διδούς και έτερος ό διδόμενος δεν είναι λόγος νά αρνηθώμεν τον δεύτερον εφ’ όσον ομιλεί και περί τούτου ρητώς ό Κύριος. Άλλως τε όπως δυνάμεθα από μίαν λαμπάδα νά ανάψωμεν άλλην λαμπάδα χωρίς νά μειωθη τό φώς τής πρώτης λαμπάδος, ούτω και ό Κύριος δίδει τον εαυτον Του είς τον άρτον και οίνον χωρίς νά χάνη ό ίδιος την υπόστασίν Του.
Ευαγγελικός: Ο λόγος βεβαίως του Κυρίου είναι υπεράνω τής ανθρωπίνης λογικής. Η ανθρωπίνη λογική πρέπει να υποτασσεται είς την εντολήν του Κυρίου είτε αύτη εννοεί ταύτην είτε όχι.
Ορθόδοξος: Θα σου επιστήσω και κάπου αλλού την προσοχήν σου. Ο Κύριος παραδίδων τό Μυστήριον τής θείας Ευχαριστίας δεν είπεν «ό άρτος ούτος είναι τό σώμα μου και ο οίνος ούτος είναι τό αίμα μου» αλλά αορίστως είπε δεικνύων μόνον τα προκείμενα «τούτο εστί τό σώμα μου τούτο εστί τό αίμα μου». Εχρησιμοποίησε την αντωνυμίαν «τούτο» δεικνύων τον άρτον και τον οίνον, διότι ο άρτος δεν ήτο άρτος και ό οίνος δεν ήτο οίνος. Αν έλεγεν ό άρτος ούτος είναι τό σώμα ίσως είχετε δικαιολογίαν τινά, ότι ό άρτος και ό οίνος είναι πράγματι άρτος και οίνος, διότι έτσι ονομάζει αυτα ό Κύριος. Επειδή όμως παραλείπει ό Κύριος νά ονομάση αυτα άρτον και οίνον αλλά ονομάζει αυτα σώμα και αίμα του, δεν νομίζετε, ότι εθεώρει ταύτα πραγματικώς ώς σώμα του και αίμα του;
Ευαγγελικός: Η παρατήρησις αυτή είναι βεβαίως αξιοσημείωτος. διότι είς τό στόμα του Κυρίου δεν υπάρχει ή λέξις αύτη άρτος και οίνος αλλά σώμα και αίμα του. Εν τούτοις δεν πείθομαι απολύτως.
Ορθόδοξος: Ας ίδωμεν και κάτι άλλο. Ο Κύριος κατα τον Λουκάν 22,20 λέγει τό εξής κατα τον Μυστικόν δείπνον «Τούτο το ποτήριον, η Καινή Διαθήκη εν τώ αίματί μου τό υπέρ υμών εκχυνόμενον». Ο δέ Ματθαίος προσθέτει και τό «εις άφεσιν αμαρτιών» 26,27. Ομοίως ομιλεί και ό Μάρκος 14, 24. Η φράσις «η Καινή Διαθήκη εν τω αίματί μου» είναι ομοία μέ την φράσιν του Μωϋσέως, ό οποίος ραντίζων τον λαόν διά του αίματος τών ζώων έλεγεν: «Ιδού τό αίμα τής Διαθήκης» Εξόδ. 24, 8. Τό «αίμα» λοιπόν «τής Διαθήκης» του Μωϋσέως και «η Διαθήκη έν τω αίματί μου» του Κυρίου είναι εκφράσεις όμοιοι δηλούσαι την θυσίαν έν αίματι. Επομένως όπως αίμα επεσφράγισεν την Παλαιάν Διαθήκην έτσι και τό «ποτήριον» —λάμβάνεται τό περιέχον αντί του περιεχομένου— ήτοι τό εντός του ποτηριού είναι τό αίμα του Κυρίου διά του οποίου αίματος θα επισφραγισθη η Καινή Διαθήκη.
Ευαγγελικός: Θα μου επιτρέψητε νά έλθωμεν και εις όμοια άλλα συμπληρωματικά χωρία του Αποστόλου Παύλου. Ούτος λέγει είς την Α' Κορινθίους επιστολήν 11,25. «Τούτο τό ποτήριον η Καινή Διαθήκη εστί έν τω εμώ αίματι· τούτο ποιείτε, οσάκις εάν πίνητε, είς την εμήν ανάμνησιν». Εξ αυτού φαίνεται, ότι τό ποτήριον τής θείας Ευχαριστίας είναι αναμνηστικόν του Κυριακού Δείπνου. Παν πράγμα αναμνηστικόν προϋποθέτει, ότι λείπει τό πραγματικόν, άρα τό εντός του ποτήριου περιεχόμενον, ό οίνος, είναι αναμνηστικός του αίματος του Κυρίου και ουχί πραγματικόν αίμα.
Ορθόδοξος: Ο Κύριος, νομίζω, ότι χωρίζει τα πράγματα. Λέγει πρώτον τι είναι τό εν τω ποτηρίω περιεχόμενον και δεύτερον ορίζει προς τίνα σκοπόν θα γίνηται η χρήσις του. Ως προς τό πρώτον ορίζει ρητώς «τούτο τό ποτήριον εστίν η Καινή Διαθήκη». Δεν λέγει «τό ποτήριον τούτο είναι αναμνηστικόν τής νέας Διαθήκης μου συναφθείσης εν Γολγοθα διά του αίματός μου». Επομένως είναι σαφής η δήλωσις τού Κυρίου ως προς τό περιεχόμενον ότι είναι τό αίμα τής Καινής Διαθήκης. Ώς προς τό δεύτερον, την χρήσιν του, ορίζει ταύτην λέγων ως αναμνηστικήν. Άλλο λοιπόν τι είναι ένα πράγμα και άλλο πράγμα ποιος ο σκοπός του. Ο άρτος λ.χ. είναι αλεύρι, νερό, φωτιά, ζύμη.
Η χρήσις είναι ώς τροφή. Ούτω και επί τής θείας ευχαριστίας. Αύτη είναι σώμα και αίμα του Κυρίου —ιδού τό περιεχόμενον— και δίδεται προς ανάμνησιν του Χρίστου — ιδού ή χρήσις.
Ευαγγελικός: Μα είναι δυνατον ένα πράγμα νά είναι πραγματικόν και αναμνηστικόν;
Το αναμνηστικόν τίθεται, όταν λείπη τό πραγματικόν. Όταν υπάρχη τό πραγματικόν, είναι περιττον τό αναμνηστικόν.
Ορθόδοξος: Η θεία Ευχαριστία επειδή προσφέρεται αναιμάκτως ήτοι ουχί ώς κρέας μέ αίμα αλλά υπό την μορφήν άρτου και οίνου, έχει αμφότερα τα χαρακτηριστικά, είναι δηλαδή πραγματική και αναμνηστική. Είναι αναμνηστική η θυσία αύτη, διότι έχει μορφήν άρτου και οίνου, και διά τούτων αναμιμνησκόμεθα την θυσίαν του Γολγοθα· είναι δέ πραγματική, διότι ρητώς ομολογείται υπό του Κυρίου, ότι είιναι σώμα και αίμα Του.
Ευαγγελικός: Δεν γνωρίζω κατα πόσον έχετε δίκαιον εις τον συνδυασμόν αυτον του αναμνηστικού και πραγματικού εν τη θεία Ευχαριστία. Πάντως ο Απόστολος Παύλος έν τη ιδία επιστολή 11,27 ονομάζει άρτον και οίνον τα συστατικά τής θείας Ευχαριστίας λέγων: «ώστε ος άν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη τό ποτήριον αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και τού αίματος του Κυρίου». Επομένως πρέπει νά εκληφθη έν αλληγορική έννοία τό σώμα και αίμα.
Ορθόδοξος: Ἄς θέσωμεν την ἀλληγορικήν ταύτην ἔννοιαν εις τό χωρίον τουτο. Θα ἔχωμεν τό ἑξῆς ἀνακόλουθον: «Τουτο ἐστί τό Σώμα μου» δηλαδή του¬το είναι τό σύμβολον του σώματός μου «τό ὑπέρ ὑμῶν», τό οποίον σύμβολον είναι δι’ υμάς. Ἑπομένως δεν ἐθυσιάσθη δι’ ημάς τό Σώμα του Κυρίου, αλλά τό σύμβολον τούτου! Προχωρῶ. Ἐκεῖνος, ὁ οποίος τρώγει τον Ἄρτον και πίνει τό ποτήριον ἀναξίως είναι ἔνοχος του συμβόλου του Σώματος και του συμβόλου του Αἵματος του Κυρίου. Εἴμεθα ἔνοχοι οι ἀναξίως κοινωνοῦντες όχι εις τό Σώμα του Κυρίου, αλλά εις τό σύμβολον του σώματός του, ἄρα οὐδόλως ἔνοχοι!! Βλέπετε ποῦ καταντῶμεν! Ἄς συνεχίσωμεν. Κατωτέρω ὁ Κύριος λέγει: «Ὁ ἐσθίων τον ἄρτον και ὁ πίνων τό ποτήριον ἀνάξίως κρῖμα ἐσθίει και πίνει μή διακρίνων τό Σώμα του Κυρίου» . Ἀφοῦ ἀναξίως τρώγει και πίνει τό σύμβολον του σώματος και όχι τό ἴδιον Σώμα του Κυρίου, πῶς κρῖμα ἐσθίει και πίνει; και πῶς «οὐ διακρίνει τό Σώμα του Κυρίου», δηλαδή δεν ξεχωρίζει τα άλλα φαγητα από την Θείαν Εὐχαριστίαν, ἡ οποία είναι Σώμα του Κυρίου; Ἡ διάκρισις της Θείας Εὐχαριστίας από τα άλλα φαγητα προϋποθέτει ότι ἡ θυσία αυτή δεν είναι σύνηθες φαγητον, αλλά Σώμα του Κυρίου.
Ευαγγελικός: Βεβαίως ἡ ἐφαρμογή του συμβολισμου επί των χωρίων αυτών έχει συνεπείας ἐξαρθώσεως του κειμένου.
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν τώρα και εις άλλο χωρίον του Αποστόλου Παύλου Α΄ Κοριν. 10,15-21. Ὁ Απόστολος Παύλος θέλων νά ἀποδείξῃ εις τους Κορινθίους, ότι ἡ συμμετοχή των χριστιανῶν εις τας εἰδωλολατρικά συμπόσια είναι σκάνδαλον, διότι είναι παράνομος και ἐπικίνδυνος, λέγει τα ἑξῆς ἀπευθυνόμενος προς την συνείδησίν των: «Ὡς φρονίμοις λέγω κρίνατε ὑμεῖς ὅ φημι· τό ποτήριον της εὐλογίας ὅ εὐλογοῦμεν όχι κονωνία του αἵματος του Χριστού ἐστι, τον ἄρτον ὅν κλῶμεν οὐχὶ κοινωνία του Σώματος του Χριστού ἐστι;». Ἐνταῦθα βλέπομεν ότι είναι σαφής ἡ δήλωσις του Κυρίου, ότι τό ποτήριον της Θείας Εὐχαριστίας είναι κοινωνία, μετοχή, του Αἵματος του Κυρίου, ὁ δέ Ἄρτος είναι κοινωνία του Σώματος του Χριστού. Και συνεχίζει: «Οὐ θέλω δέ υμάς κοινωνούς των δαιμονίων γίνεσθε. Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν και ποτήριον δαιμόνων. Οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν και τραπέζης δαιμονίων». Ἐπειδή συγκρίνει εδώ ὁ Απόστολος Παύλος την τράπεζαν των δαιμονίων, δηλαδή τα εἰδωλόθυτα των εἰδωλολατρῶν μέ την τράπεζαν του Κυρίου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά δεχθῶμεν ότι όπως ἡ τράπεζα των δαιμονίων ήταν πραγματική θυσία, έτσι και ἡ τράπεζα του Κυρίου, ἡ Θεία Εὐχαριστία, πρέπει νά είναι θυσία.
Ευαγγελικός: Δεν έχουμε χωρίον της Ἁγίας Γραφῆς τό οποίον νά ὁμιλῇ τέλος πάντων ξεκάθαρα περί θυσίας και θυσιαστηρίου των Χριστιανῶν;
Ορθόδοξος: Βεβαίως. Εις την προς Ἑβραίους ἐπιστολὴν 13,10 ὁ Απόστολος Παύλος λέγει ξεκάθαρα: «Ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν ἐξουσίαν ουκ ἔχουσι οι τη σκηνῇ λατρεύοντες». Ἀφοῦ έχουμε θυσιαστήριον πρέπει νά ὑπάρχῃ και Ἱερατεῖον και θυσία.
Ευαγγελικός: Θυσιαστήριον εδώ δεν είναι ἡ Ἁγία Τράπεζα, όπως νομιζετε εσείς, αλλά ὁ Γολγοθᾶς.
Ορθόδοξος: Λέγει όμως «ἐξ οὗ φαγεῖν» Τρώγεται ὁ Γολγοθᾶς;
Ευαγγελικός: Τό τρώγω ἀλληγορικῶς σημαίνει πιστεύω.
Ορθόδοξος: Προηγουμένως σας ἀνέπτυξα ότι τρώγων ἐν ἀλληγορικῇ ἐννοίᾳ δεν έχει φιλικήν διάθεσιν, πίστιν, αλλά ἐχθρικήν. Ἄς ἐφαρμόσωμεν όμως ἔστω, την ἀλληγορικήν ταύτην ἔννοιαν εδώ. Θυσιαστήριον εἴπατε σημαίνει ὁ Γολγοθᾶς. Τρώγω σημαίνει πιστεύω. Οι τη σκηνῇ λατρεύοντες είναι οι Ἰσραηλῖται. Ἑπομένως τό «Ἔχουν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν ἐξουσίαν ουκ ἔχουσιν οι τη σκηνῇ λατρεύοντες» σημαίνει έχουμε τον Γολγοθᾶν, εις τον οποίον δεν έχουν δικαιωμα νά πιστεύσωσι οι Ἰσραηλῖται!! Δεν δέχεται ὁ Χριστός τους Ἰσραηλίτας εις πίστιν; Ὁ ίδιος ὁ Απόστολος Παύλος, ὁ οποίος γράφει ταῦτα, ήταν Ἰσραηλίτης φανατικός και ἔγινε όχι μόνο χριστιανός, αλλά σκεῦος ἐκλογῆς. Βλέπετε ποῦ καταντῶμεν;
Ευαγγελικός: Πῶς όμως ὁ ίδιος ὁ Απόστολος Παύλος λέγει εις την προς Ἑβραίους ἐπιστολήν του «μίαν ὑπέρ ἁμαρτιῶν προσενέγκας θυσίαν εις τό διηνεκές… μιᾷ γάρ προσφορᾷ τετελείωκεν εις τό διηνεκές τους ἁγιαζομένους» Ἑβρ. 10,12-14. Μία λοιπόν θυσία ἐν Γολγοθᾷ και όχι δύο: ἐν Γολγοθᾷ και επί της Ἁγίας Τράπεζης.
Ορθόδοξος: Ἡ θυσία του Γολγοθᾶ και ἡ επί της Ἁγίας Τραπέζης είναι ἡ αυτή. Ἤρχισεν ἐν Γολγοθᾷ και συνεχίζεται ἐν Αγία Τραπέζῃ. Ἐάν συγκρίνωμεν την θυσίαν του Γολγοθᾶ προς την θυσίαν της Θείας Εὐχαριστίας, θα ἴδωμεν βάσει των λεχθέντων ότι και αι δύο θυσίαι είναι μία, διότι είναι αι αυτάί κατα την φύσιν, διαφέρουσι όμως κατα τον τρόπον και τον σκοπόν της προσφορᾶς. Είναι μέν αι αυτάί κατα την φύσιν, διότι είναι ὁ ίδιος ὁ Χριστός, ὁ οποίος θυσιάζεται εις τον Γολγοθᾶν και επί της Ἁγίας Τραπέζης. Διαφέρουσι όμως κατα τον τρόπον, διότι επί του Γολγοθᾶ ἡ μορφή της θυσίας είναι αιματηρά, επί της Ἁγίας Τραπέζης όμως ἡ μορφή είναι ἀναίμακτος, διότι προσφέρεται όχι υπό μορφήν σαρκός και αἵματος, αλλά ἄρτου και οἴνου δηλαδή ἀναιμάκτως. Διαφέρουν δέ και κατα τον σκοπόν, διότι ἡ επί του Γολγοθᾶ είναι ἀντικειμενική, γενική διά ὅλους τους ἀνθρώπους. Ἡ επί της Ἀγίας όμως Τραπέζης είναι ὑποκειμενική δηλαδή διά τους ἐπιθυμουντας μόνον. Πλήν αυτού ἡ επί της Ἁγίας Τραπέζης είναι σχετική, διότι ἐξαρτᾶται ἐκ της του Γολγοθᾶ. Και ἡ ἐνέργεια ταύτης ως ἐξαρτωμένης ἐκ της προετοιμασίας του μεταλαμβάνοντος είναι πάλιν σχετική.
Ευαγγελικός: Δεν δύναμαι νά ἐννοήσω τό πρᾶγμα. Νομίζω ότι είναι δύο και όχι μία.
Ορθόδοξος: Προς περισσοτέραν κατανόησιν του Γολγοθᾶ και της Ἁγίας Τραπέζης ας φέρωμεν μίαν παρομοίωσιν. Ἡ ὕδρευσις μιᾶς πόλεως ἐξαρ¬τᾶται ἐκ της δεξαμενῆς, ἡ οποία εὑρίσκεται επί λοφίσκου τινὸς πλησίον της πόλεως και από τὶς βρύσες, αι οποίαι ὑπάρχουν εις τα ὁδούς της πόλεως. Ὅπως δηλαδη ἡ δεξαμενή έχει νερό δι’ ὅλους τους ἀνθρώπους, οι δέ βρύσες προορίζονται δι’ ἐκείνους, οι οποίοι ἐπιθυμουν νά λάβουν ὕδωρ, έτσι και ἡ θυσία του Γολγοθᾶ εἶνα μεγάλη δεξαμενή γενική δι’ ὅλους, ἐνῶ αι επί της Ἁγίας Τραπέζης των ναῶν, ἐντός της πόλεως είναι αι πηγαί, οι βρύσες δι’ ἐκείνους οι οποίοι ἐπιθυμουν νά πίωσι τό ὕδωρ τό ζῶν, τό αἷμα του Κυρίου. Ὅπως όμως τό νερό της δεξαμενῆς και ἐκεῖνο πού εὑρίσκεται εις τίς βρύσες είναι τό ἴδιον, κατα παρόμοιον τρόπον ίδιος είναι και ὁ θυσιαζόμενος Ἰησους επί του Γολγοθᾶ και της Ἁγίας Τραπέζης. Ὅπως όμως διαφέρει ἡ μορφή της δεξαμενῆς από τίς βρύσεις, ἐνῶ ἔχουσι τό ἴδιον νερό, ἔτσι διαφέρει ὁ τρόπος της προσ¬φορᾶς της θυσίας του Χριστού εις τον Γολγοθᾶν, όπου είναι αιματηρός από τής θυσίαν της Ἁγίας Τραπέζης, όπου είναι ἀναίμακτος. Ὅπως ἡ δεξαμενή είναι γενική δι’ ὅλους οι δέ βρύσες διά τους ἐπιθυμουντας, έτσι και ἡ θυσία του Γολγοθᾶ είναι γενική, ἀντικειμενική, ἡ δέ της Ἁγίας Τραπέζης ὑποκειμενική.
Ἔχοντες ταῦτα ὑπ’ ὄψιν μας δυνάμεθα νά πωμεν ότι ἡ θεία εὐχαριστία είναι θυσία συνεχίζουσα και ἐπαναλαμβάνουσα την θυσίαν του Γολγοθᾶ. Συνεχίζει μέν, διότι είναι ἡ αυτή κατα την φύσιν πρό του Γολγοθᾶ, ἐπαναλαμβάνει δέ διότι ὁ σκοπός της είναι ὑποκειμενικός ως πωμεν, είναι ἀναίμακτος. Ἡ θυσία της Ἁγίας Τραπέζης είναι σύμβολον και πραγματικότης της θυσίας του Γογλοθᾶ. Είναι σύμβολον, διότι ὁ ἀναίμακτος τρόπος της προσφορᾶς ἄρτου και οἴνου συμβολίζει την θυσίαν του Γολγοθᾶ. Είναι δέ πραγματικότης, διότι ὁ συμβολισμός οὗτος δεν είναι φανταστικός, αλλά πραγματικός αυτός ὁ θυσιαζόμενος επί του Γολγοθᾶ Ἰησους Χριστός.
Ἀφοῦ ἡ Θεία Εὐχαριστία είναι θυσία πρέπει νά ὑπάρχωσι και ἱερεῖς.
Ευαγγελικός: Ἄς ἔλθωμεν και εις την Ἱερωσύνην.
Ορθόδοξος: Εὐχαρίστως. Και σας ρωτώ κ. Εὐαγγελικέ ὑπάρχουν ἱερεῖς;
Ευαγγελικός: Ἐν γενικῇ ἐννοίᾳ, όπως εἶπον ἐν ἀρχῇ, εἴμεθα «Βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον» Α΄. Πέτρ. 2,9 ὅλοι οι χριστιανοί. Δεν νομίζω ότι ὑπάρχει ἰδιαιτέρα ταξις ἱερέων.
Ορθόδοξος: Τό «βασίλειον ἱεράτευμα» δεν καταργεῖ την εἰδικήν ἱερωσύνην, διότι «βασίλειον ἱεράτευμα» τό ἀναφερόμενον ἐν τη Καινῇ Διαθήκῃ Α΄ Πέτρ. 2,9 ἀναφέρεται και ἐν τη Παλαιᾷ Διαθήκῃ Ἔξοδ. 19,6. 23,22. Ὅπως λοιπόν τό βασίλειον ἱεράτευμα πού ήταν ὁ λαός του Θεοῦ ἐν τη Π. Διαθήκῃ δεν κατήργει την εἰδικήν ἱερωσύνην των Λευϊτων Ἑβραίων, έτσι και τό «βασίλειον ἱεράτευμα» της Καινῆς Διαθήκης δεν καταργεῖ την εἰδικήν ἱερωσύνην των χριστιανῶν.
Ευαγγελικός: Βεβαίως δεν καταργεῖ τό «βασίλειον ἱεράτευμα» ἡ γενική αυτή ἰερωσύνη, την εἰδικην ἱερωσύνην των χριστιανῶν, ἐὰν αυτή ὑπάρχῃ. Ὑπάρχει όμως ἡ εἰδική αυτή ἱερωσύνη;
Ορθόδοξος: Ἀφοῦ ἀπεδείχθη ότι ἡ Θεία Εὐχαριστία είναι θυσία και αφού ὁ Κύριος συνέστησε εις τους Αποστόλους Του εἰπών «τουτο ποιεῖτε…» θα πρέπῃ νά δεχθῶμεν, ότι οι Ἀπόστολοι ήταν ἱερεῖς. Πλήν αυτού ὁ Απόστολος Παύλος λέγων εις τους Κορινθίους, ως είπαμε, «τό ποτήριον ὅ εὐλογοῦ¬μεν, όχι κοινωνία του αἵματος και τον ἄρτον ὅν κλῶμεν, όχι κοινωνία του σώματος του Χριστού ἐστιν;», σημαίνει ότι ὁ Απόστολος Παύλος και άλλοι -διότι λέγει ὅ εὐλογοῦμεν…ὅν κλῶμεν- θα ήταν ἱερεῖς. Ἀλλ’ ας ἔλθωμεν και εις την Παράδοσιν των 4 πρώτων αἰώνων.
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως ἀκούω.
Ορθόδοξος: Ἐπειδή ἐν τη Αγία Γραφή είδαμε ότι ήταν πλούσια ἡ παράθεσις χωρίων του Κυρίου και του Αποστόλου Παύλου περί της θείας εὐχαριστίας, θα ἀρκεσθῶ εις ὁλιγας μαρτυρίας των Πατέρων.
Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἀποθανών τό 107 μ.Χ. εις την προς Σμυρναίους, ἐπιστολήν του κεφ. 7 γράφει τα ἑξῆς: «Εὐχαρίστως ἀπέχονται (οι Δοκῆται) διά τό μή ὁμολογεῖν την εὐχαριστίαν σάρκα είναι του Σωτῆρος την ὑπερ ἁμαρτιῶν ἡμῶν παθοῦσαν».
Ὁ δέ Ἰουστῖνος σύγχρονος του Ἰγναντίου γεννηθείς 100 μ.Χ. γράφει: «Προσφέρομεν εις τό ὄνομα αυτού θυσίαν ἥν ὀ Κύριος Ἰησους διέταξε προσενεχθῆναι τοὐτέστιν ἐν τη εὐχαριστίᾳ του ἄρτου και του οἴνου «Διάλογος προς Τρύφωνα».
Ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων 312 μ.Χ. γεννηθείς, ἐν 22ᾳ κατηχήσει αυτού λέγει: «Ὁ Φαινόμενος ἄρτος ουκ ἄρτος ἐστίν εἰ και τη γεύσει αἰσθητός αλλά Σώμα Χριστού, και ὁ φαινόμενος οἶνος ουκ οἶνός ἐστι εἰ και ἡ γεῦσις τουτο βούλεται αλλά αἷμα Χριστού».
Ὁ Μέγας Βασίλειος 330 μ.Χ. ἐν τη Λειτουργίᾳ αυτού λέγει: «Τα προκείμενα δῶρα ταῦτα εὐλο¬γῆ¬σαι ἀναδεῖξαι τον μέν ἄρτον τουτον αυτό τίμιον Σώμα του Κυρίου και Θεοῦ και Σωτήρος ἡμῶν Ἰησου Χριστού τό δέ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ αυτό τό τίμιον αἷμα του Κυρίου και Θεοῦ και Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησου Χριστού».
Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος 345 μ.Χ. Οὗτος εις την παράδοσιν του Μυστικοῦ Δείπνου εις τό λάβετε φάγετε κ.λπ. και ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα φαγεῖν του¬το τό Πάσχα, λέγει τα ἑξῆς: «Ἵνα μή ταῦτα ἀκούοντες οι μαθηταί πωσι: τί οὖν; αἷμα πίνομεν και σάρκα ἐσθίομεν και θορυβηθῶσι –και γάρ όταν τους περί τούτων ἐκίνει λόγους (ἐν τῷ 6ῳ κεφαλ. του Ἰωάννου) πολλοί ἐσκανδαλίζοντο -για να μή και τότε ταραχθῶσι πρῶτος αυτός τουτο ἐποίησε, τὸ ἑαυτου αἷμα ἔπιε ἐνάγων αὐτους ἀταράχους εις την κοινωνίαν των Μυστηρίων». Ἡ δέ Λειτουργία του λέγει: «Ποίησον τον μέν ἄρτον τουτον τίμιον Σώμα του Χριστού σου τό δέ ἐν τῷ ποτηρίῳ τίμιον αἷμα του Χριστού σου μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίῳ».
Ὁ Ἅγιος Κυπριανός 250 μ.Χ. έχει πληθύν ἐπιστολῶν προς ἱερεῖς και θεωρεῖ ἀναξίους νά πλησιάζωσι προς τό θυσιαστήριον, ἐκείνους οι οποίοι ἀναδέχονται κοσμικάς ἐξουσίας. «Οι κληρικοί λέγει ξεκάθαρα ὀφείλουσι νά προσφέρωσι την ὑπηρεσίαν των μόνον εις τό θυσιαστήριον και την προσ¬ευχήν» «altari et sacrificiis et orationibus» Ἐπιστολή Ι.
Πλήν αυτών ἡ διατήρησις των τιμίων δώρων εὐλαβῶς ἐν ταῖς Εκκλησίαις (Ἀποστ. Διαταγ. 8,17) ἡ ἀποστολή αυτών υπό διακόνων κατ’ οἴκους εις ἀσθενεῖς και αἰχμαλώτους (Ἰουστίνου Ἀπολογ. 1,67, Εὐσεβ. Ἐκκλ. ἱστορία νι, 44) ἡ παραλαβή υπό των πιστων διά μεταληψιν ἐν μεταγενεστέρῳ χρόνῳ (Κύπριον, de laps 26 Τερτυλ. ad uxor 11,5) μαρτυροῦσι ότι ταῦτα είναι όχι σύμβολα, αλλά Σώμα και αἷμα Χριστού. «Ἔκπαλαι τῷ ὄντι οι χριστιανοί προσέφερον λατρευτικήν προσκύνησιν κατα τον καθαγιασμόν των τιμίων δώρων και κατα την εἴσοδον των προηγιασμένων γονυκλινοῦντες θεωροῦντες έτσι τον ναόν όχι ως συνάθροισιν πιστων αλλά ως Οἶκον Θεοῦ», ως γράφει ὁ Ἀνδροῦτσος εις τὴν Δογματικήν του. Έτσι Ἁγία Γραφή και Παράδοση των 4 πρώτων αἰώνων μαρτυροῦσι περί Θείας Εὐχαριστίας ως θυσίας και περί ἱερωσύνης εἰδικῶς.
Ευαγγελικός: Οὐδεν ἀπήντησεν.
ΘΕΜΑ 5ον: «Περί του Μυστηρίου της Ιεράς Ἐξομολογήσεως»
Ορθόδοξος: Ἐπιθυμεῖτε, κύριε Εὐαγγελικέ, νά μιλήσουμε και περί του Μυστηρίου της ἐξομολογήσεως;
Ευαγγελικός: Βεβαίως. Ἐγώ δεν δέχομαι τό Μυστήριον της ἐξομολογήσεως, διότι ἡ Γραφή ξεκάθαρα λέγει: «πᾶς ὁ ἐν αὐτῷ μένων οὐχ ἁμαρτανει». Α΄ Ἰωάν. 3, 6. Ἐκεῖνος δηλαδή ὁ οποίος μένει πλησίον του Χριστού, δεν ἁμαρτανει. Ἐπίσης ὁ ίδιος ὁ Εὐαγγελιστής εις την ίδιαν ἐπιστολήν του 3,9 γράφει: «Πᾶς ὁ γεννημένος ἐκ του Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ… οὐ δύναται ἁμαρτανειν». Ὁ ίδιος Εὐαγγελιστής εις την ίδιαν του ἐπιστολήν 5,18 λέγει: «Ὁ γεννημένος ἐκ του Θεοῦ οὐχ ἁμαρτανει».Ἐκεῖνος δηλαδή ὁ οποίος είναι ἀναγεγεννημένος, ὁ μένων πλησίον του Χριστού δεν ἁμαρτανει. Ἐγώ ἔχω ἀναγεννηθῆ, εἶμαι πλησίον του Χριστού, δεν ἁμαρτανω. Ἀφοῦ δεν ἁμαρτανω, δεν ἔχω ἀνάγκη νά ἐξομολογηθῶ.
Ορθόδοξος: Εἴπατε ότι δεν έχετε ἀνάγκην ἐξομολογήσεως, διότι δεν ἁμαρτανετε και αυτό σας τό λέγει ἡ Ἁγία Γραφή Α΄. Ἰωαν. 3, 6. 3,9. 5,18.
Ευαγγελικός: Βεβαίως.
Ορθόδοξος: Ἡ ίδια ἡ Γραφή, κύριε Εὐαγγελικέ, λέγει ἀλλοῦ, ότι εἴμεθα ὅλοι ἁμαρτωλοί και καθημερινῶς ἁμαρτανομεν. Και συγκεκριμένως: Ὁ Ἰάκωβος λέγει: «μή πολλοί γίνεσθε διδάσκαλοι, ότι μεῖζον κρῖμα ληψόμεθα. Πολλά γάρ πταίομεν ἅπαντες». Ἰακ. 3,1. Ὁ Κύριος εις την Κυριακήν Του προσευχήν ξεκάθαρα τονίζει νά λέγωμεν «ἄφες ἡμῖν τα ὀφειλήματα ἡμῶν ως και εμείς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ὀφειλέτης είναι ὁ ἁμαρτωλός και ὀφειλή ἡ ἁμαρτία. Ἑπομένως ὅλοι εἴμεθα ἁμαρτωλοί μεταξύ μας και ἐνώπιον του Θεοῦ.
Ὁ Ἰωάννης επίσης εις την Α΄ ἐπιστολήν του 1,8 γράφει: «Ἐάν πωμεν ότι ἁμαρτίαν ουκ έχουμε, ἑαυτοὺς πλανῶμεν και ἡ ἀλήθεια ουκ ἔστιν ἐν ἡμῖν. Ἐάν ὁμολογῶμεν τας ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι και δίκαιος, για να ἀφῇ ἡμῖν τας ἁμαρτίας. Τεκνία μου ταῦτα γράφω ὑμῖν, για να μή ἁμάρτητε. Και ἄν τις ἁμάρτῃ Παράκλητον έχουμε προς τον πατέρα Ἰησουν Χριστον δίκαιον». Πῶς λοιπόν σύ λέγεις, ότι δεν ἁμαρτανεις;
Ευαγγελικός: Λέγων τό Πνεῦμα τό Ἅγιον «ἐάν τις ἁμάρτῃ Παράκλητον έχουμε» κ.λπ. δεν μιλά περί πραγματικῆς ἁμαρτίας, αλλά θέτει μίαν υπόθεσιν ἁμαρτίας, την οποίαν ὁ Κύριος θα συγχωρήσῃ ἄν τύχῃ, ἄνευ ἐξομολογήσεως.
Ορθόδοξος: Και όμως δεν πρόκειται περί ὑποθέσεως ἁμαρτίας τινός, αλλά περί πραγματικῶν ἁμαρτιῶν, διότι εις τα άλλα χωρία, τα οποία ἀνέφερον, μιλά περί γεγονότων και όχι περί ὑποθέσεων. Π.χ. «Πολλά γάρ πταίομεν ἅπαντες» λέγει ὁ Ἰάκωβος 3,2 «ἄφες ἡμῖν τα ὀφειλήματα ἡμῶν» λέγομεν εις την Κυριακήν προσευχήν. Και ὁ Ἰωάννης εις την ἐπιστολήν του γράφει ξεκάθαρα: «ἐάν πωμεν ἁμαρτίαν ουκ έχουμε ἑαυτους πλανῶμεν». «Ἐάν ὁμολογῶμεν τας ἁμαρτίας μας», λέγει ὁ Ἰωάννης, «πιστός και δίκαιος, για να ἀφῇ ἡμῖν τας ἁμαρτίας». Ἄρα πρόκειται όχι περί ὑποθετικῶν ἁμαρτημάτων, αλλά περί πραγματικῶν. Ἑπομένως ἁμαρτανομεν, κύριε Εὐαγγελικέ.
Ευαγγελικός: Και τα Γραφικά χωρία, τα οποία σας ἀνέφερον, ότι ὁ ἀναγεγεννημένος ἐκ του Θεοῦ οὐχ ἁμαρτανει, πῶς θα ἐξηγηθοῦν κατα την γνώμην σας; Θα ἀπορρίψωμεν αυτά;
Ορθόδοξος: Ὄχι αλλά θα ἐναρμονίσωμεν αυτά. Θα ἐναρμονίσωμεν δέ τα φαινομενικῶς ἀντίθετα αυτά χωρία, ἐάν ἐννοήσωμεν τας μέν ἁμαρτίας του μακράν του Χριστού μένοντος γινομένας ἐν συνεχείᾳ και ἄνευ διακοπῆς τινος ως εὐθεῖαν γραμμήν α_____β τας δέ ἁμαρτίας του ἐν τῷ Χριστῷ μένοντος όχι ως εὐθεῖαν γραμμήν, αλλά ως στιγμάς . . . . . . . . . . . ἀραιοτέρας ἤ πυκνοτέρας, ἀναλόγως της πνευματικῆς προόδου ἑκάστου.
Κατα συνέπειαν ὁ χριστιανός, όταν είναι γνήσιον μέλος του Χριστού, δεν είναι βεβαίως ἀναμάρτητος, δεν ἁμαρτανει όμως και ἐν συενεχείᾳ αλλά διακεκομμένως. Δεν ἁμαρτανει ἐν συνεχείᾳ αλλά διακεκομμένως, διότι δεν ἁμαρτανει κατ’ ἐπιθυμίαν αλλά κατ’ ἀδυναμίαν. Μόνον τα μακράν του Χριστού προςωπα ἁμαρτανουν ἐν συνεχείᾳ και ἄνευ διακοπῆς, διότι ἁμαρτανουν διά της ἐπιθυμίας του κακοῦ και ἀμετανοησίας αυτών ἐν αὐτῷ.
Την διαφοράν ταύτην ὑποδηλώνει κάπως και ἡ Ἁγία Γραφή λέγουσα διά τον χριστιανόν. «Ἐάν τίς ἁμάρτῃ» θέτει τό ρῆμα ἁμάρτῃ εις ἀόριστον χρόνον, για να δηλώσῃ τας στιγμιαίας ἁμαρτίας, ενώ τό «οὐχ ἁμαρτανει» θέτει εις ἐνεστῶτα χρόνον, για να δηλώσῃ ότι ἡ ἁμαρτία του δεν είναι συνεχής. Ἑπομένως αι ἁμαρτίαι του μακράν του Χριστού ἀνθρώπου είναι ἐν συνεχείᾳ εὐθεῖα γραμμή. Έτσι αι ἁμαρτίαι του πλησίον του Χριστού δεν είναι κατ’ ἐπιθυμίαν, εὐθεῖαν γραμμή, συνέχεια, αλλά κατ’ ἀδυναμίαν εις ὡρισμένας στιγμάς κατα διαστήματα.
Ευαγγελικός: Ἔστω. Ἁμαρτανομεν όχι ἐν συν¬εχείᾳ αλλά διακεκομμένως. Αι ἁμαρτίαι όμως αὗται συγχωροῦνται διά της ἀπ’ εὐθείας ἐπικοινωνίας μετα του Χριστού διά της προσευχῆς και διά της δημοσίας ἐξομολογήσεως. Οὐδαμου ἐν τη Αγία Γραφή γίνεται λόγος περί μυστικῆς, μυστηριακῆς ἐξομολογήσεως. Οὔτε ἡ Γραφή μιλά ξεκάθαρα περί ταύτης οὔτε οι Πατέρες των τεσσάρων πρώτων αἰώνων.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως θα ἀποδείξωμεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν από της δικῆς του πλευρᾶς βάσει της Ἁγίας Γραφῆς και των Πατέρων των τεσσάρων πρώτων αἰώνων, ἄν ἡ ἐξομολόγησις είναι Μυστήριον ἤ όχι.
Ευαγγελικός: Συμφωνῶ. Ἄς ἀρχίσωμεν από την Αγία Γραφήν.
Ὀρθόδοξος: Κύριε Εὐαγγελικέ σᾶς ἐρωτῶ: Ποία εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας;
Εὐαγγελικός: Τό αἷμα τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖον καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πᾶσης ἁμαρτίας Α΄. Ἰωάν. 17.
Ὀρθόδοξος: Αὐτό εἶναι τό ἐξ ἀντικειμένου, τό γενικόν δικαίωμα, τό ὁποῖον ἔχομεν ὅλοι, ἵνα λάβωμεν τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν μας. Αὕτη εἶναι ἡ πηγή, τό κεφαλάρι τοῦ ζῶντος ὕδατος. Πῶς ὅμως ἡμεῖς θά οἰκειωθῶμεν ὑποκειμενικῶς τό αἷμα τοῦτο, ἵνα συγχωρηθῶσιν αἱ ἁμαρτίαι ἡμῶν; Ποῖον εἶναι τό μέσον, τό δοχεῖον δι’ οὗ θά ἀντλήσωμεν τό ὕδωρ τοῦτο τῆς ζωῆς;
Εὐαγγελικός: Διά τῆς πίστεως μόνον «τῇ πίστει καθαρίσας τάς καρδίας αὐτῶν». Πραξ. 15,9. Ἄν πιστεύσωμεν, θά συγχωρηθῶμεν.
Ὀρθόδοξος: Ἡ πίστις εἶναι ὁ μόνος τρόπος τῆς καθαρίσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας ἤ ὁ πρῶτος;
Εὐαγγελικός: Ὁ μόνος πρέπει νά εἶναι, ἀφοῦ ὁ καθαρισμός θά εἶναι πραγματικός. Ἐάν ὑπάρχωσιν ἄλλοι τρόποι καθαρισμοῦ τῶν ἁμαρτιῶν μας, αὐτό σημαίνει, ὅτι ἡ πίστις δέν εἶναι ἐπαρκής διά τόν καθαρισμόν, εἶναι ἀτελής, ὅπερ ἄτοπον.
Ὀρθοδοξος: Καί ὅμως ἡ Ἁγία Γραφή ὁμιλεῖ περί πολλῶν τρόπων ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας. Καί
συγκεκριμένως: Ἡ Κυριακή προσευχή διά τό «ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν» ὁμιλεῖ περί διά προσευχῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν. Τό χωρίον Πραξ. 2, 38, ὁμιλεῖ περί τοῦ διά βαπτίσματος ἀφέσεως
ἁμαρτιῶν.
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος δηλ. λέγει πρός τούς ἀκορατάς του «βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν...εἰς ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ὑμῶν». Καί τά χωρία. Μαρκ. 16, 16 - Ἐφ. 5,26 ὁμιλοῦσι περί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν διά τοῦ Βαπτίσματος. Τά χωρία Λουκ. 11, 41. Ματθ. 6,4 ὁμιλοῦσι περί ἀφέσεως ἁμαρτιῶν διά τῆς ἐλεημοσύνης. «Δότε ἐλεημοσύνη καί ἰδοῦ πάντα καθαρά ὑμῖν ἐστίν» λέγει ὁ Κύριος εἰς τό χωρίον τοῦ Λουκᾶ 11, 41.
Τό χωρίον Ματθ. 18,16 ὁμιλεῖ περί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν διά τῆς ἀδελφικῆς συνεξηγήσεως. Τό δέ χωρίον τοῦ Ἰακώβου 5,16 ὁμιλεῖ περί τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν ψυχολογικῶς δι’ ἀλληλοεξομολογήσεως «ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις ἵνα ἰαθῆτε», τό δέ Ἰωάννου 20,23 ὁμιλεῖ περι τοῦ Μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως διά τοῦ «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηντεαι».
Εὐαγγελικός: Δέν νομίζετε, ὅτι ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχουσι ὄλοι οἱ τρόποι αὐτοί συγχωρήσεως ἁμαρτιῶν, αὐτό σημαίνει, ὄτι ἀκυροῖ ὀ εἶς τόν ἄλλον, διότι δέν συγχωρεῖ πλήρως ἕκαστος τάς ἁμαρτίας καί ἔχει ἀνάγκη ἑνός ἄλλου τρόπου;
Ὀρθόδοξος: Σωστόν αὐτό τό ὁποῖον λέγετε. Πῶς λοιπόν θά οἰκονομηθῶσι τά χωρία ταῦτα, ὥστε νά μή ἀλληλοκαταργοῦνται ἀλλά νά ἀλληλοσυμπληροῦνται, ἀφοῦ πιστεύομεν καί οἱ δύο μας ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι Θεόπνευστος;
Εὐαγγελικός: Θά ἤθελον νά ἤκουον τήν γνώμη σας.
Ὀρθόδοξος: Σᾶς τήν προσφέρω. Ἡ πίστις καί τό βάπτισμα εἶναι μέσα συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας, τάς ὁποίας διεπράξαμεν πρίν πιστεύσωμεν καί πρίν βαπτισθῶμεν. Ὁ Χριστιανός ὅμως, ὅπως εἴδομεν προηγουμένως, θά ἁμαρτήσῃ καί πάλιν. Ἐπειδή ὄμως τό βάπτισμα βάσει τοῦ Ἐφεσ. 4,5 δέν ἐπαναλαμβάνεται-«μία πίστις εἶς Κυριος, ἕν βάπτισμα»- ἔρχεται ἡ Ἐξομολόγησις τό δεύτερον τοῦτο βάπτισμα, τό ὁποῖον συγχωρεῖ τάς μετά τό βάπτισμα ἁμαρτίας.
Ἡ δέ προσευχή, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ ἀδελφική συνεξήγησις εἶναι μέσα, διά τῶν ὁποίων ὁ Θεός θά ἐμπνεύσῃ εἰς τήν ψυχήν τοῦ πιστοῦ αἰσθήματα μετανοίας, ὥστε νά ὁδηγηθῇ οὗτος εἰς τήν μυστηριακήν ἐξομολόγησιν. Αὐτός εἶναι ὀ μόνος τρόπος τῆς οἰκονομίας, ἐναρμονίσεως τῶν διαφόρων Γραφικῶν χωρίων πού ἀναφέρομεν τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Εὐαγγελικός: Ἑπομένως ἐξαρτᾶτε σεῖς τά χωρία, τά ὁποία πραγματεύονται περί ἀφέσεως ἁμαρτιῶν μετά τό βάπτισμα ἐκ τοῦ χωρίου τοῦ Ἰωάννου 20,23 ἐκ τῆς μυστηριακῆς ἐξομολογήσεως: «Ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς».
Ὀρθόδοξος: Βεβαίως. Διότι μόνον αὐτός ὁ τρόπος ὑπάρχει ἐναρμονίσεως τῶν περί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας Γραφικῶν χωρίων. Ἄν δέν εὑρίσκετε αὐτό ὀρθόν, εἴπατε σεῖς ἄλλον τρόπον ἰδικόν σας.
Εὐαγγελικός: Ἄς δεχθῶ ὅτι ἔτσι οἰκονομοῦνται τά χωρία τά ὁποία ἀνεφέραμεν περί συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν κατά τόν καταλληλότερον τρόπον. Ἔχω ὄμως μίαν ἀπορίαν. Εἴπατε ὅτι ἡ πίστις καί τό βάπτισμα συγχωροῦν τά ἁμαρτήματα, τά ὁποῖα διεπράξαμεν πρίν γνωρίσωμεν τόν Χριστόν, γενικῶς τά πρό τοῦ βαπτισματος. Ἡ δέ ἐξομολόγησις ὡς δεύτερον βάπτισμα συγχωρεῖ τά μετά τό βάπτισμα ἁμαρτήματα.
Ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ προσευχή, ἡ ἀδελφική συνεξήγησις εἶναι μέσα διά τῶν ὁποίων ὁ Θεός ἐμπνέει εἰς τήν ψυχήν τοῦ χριστιανοῦ αἰσθήματα μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Σᾶς ἐρωτῶ: Ὁ Θωμᾶς ἀπουσιάζει ἀπό τήν ὁμήγυρην τῶν ἀποστόλων, ὅπου εἶπεν ὀ Κύριος τό «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς» δέν ἔλαβεν ἐξουσίαν αὐτός ὡς ἀπόστολος νά συγχωρῇ ἁμαρτίας;
Ὀρθόδοξος: Ἄν σκεφθῶμεν, ὄτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον κατῆλθεν εἰς τούς ἀποστόλους τήν Πεντηκοστήν, ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» κ.λ.π. ἡ ὁποία ἐδόθη κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεώς Του, δέν εἶναι χορήγησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά ὑποσχέσις χορηγήσεως τούτου.
Ὅπως δηλ. ἔγινε διά τό Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας τό ὁποῖον ἕν ἕτος πρίν τό δώση κατά τόν Μυστικον δεῖπνον ὑπεσχέθη νά τό δώσῃ κατά τό Ἰωάν. 6,52-67, οὕτω ἔγινε καί ἡ χορήγησις τοῦ Ἁγ. Πνεύματος διά τό Μυστήριον τῆς ἐξομολογήσεως: Ὑπεσχέθη τό Ἅγιον Πνεῦμα κατά τήν Ἀνάστασιν, ἔδωκε δέ αὐτό κατά τήν Πεντηκοστήν.
Ευαγγελικός: Ναί! ἐδῶ λέγει ξεκάθαρα «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον…»
Ορθόδοξος: Ἀφοῦ Πνεῦμα Ἅγιον δεν κατῆλθε παρά την Πεντηκοστην δυνάμεθα νά πωμεν ότι ἔδωσε ὁ Χριστός ἀμέσως εις τους ἀποστόλους τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ την ἐντολήν «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», αλλά ἔκαμε αὐτους δεκτικούς του Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως δηλ. ὁ γεωργός προκειμένου νά ποτίσῃ τον κῆπον του ἀνοίγει τα αὐλάκια και δι’ αυτών διερχόμενον τό ὕδωρ ποτίζει τα δενδρα, κάτι παρόμοιον θα ἔγινε εις την ψυχήν των Ἀποστόλων μέ τό «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον…» κατέστησαν καταλληλοι, δεκτικοί του Ἁγίου Πνεύματος. Βεβαίως ὁ Θωμας δεν ήταν παρών κατα την ἡμέραν της ὑποσχέσεως της χορηγήσεως. Ἦτο όμως παρών κατα την Πεντηκοστην, όταν ἦλθε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εις τους Αποστόλους, ἄρα ἔλαβε και οὗτος την ἐξουσίαν νά συγχωρῇ ἁμαρτίας.
Ευαγγελικός: Ἔστω. Ἄς ἔλθω όμως εις κάτι άλλο. Ἔχω την γνώμην, ότι ἡ υπόσχεσις της χορηγήσεως του Ἁγίου Πνεύματος εις τους Αποστόλους Του, για να συγχωρῶσι ἁμαρτίας διά του «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» κ.λ.π. ἀφορᾶ όχι μυστικήν τινα ἐξομολόγησιν αλλά δημοσίαν, όπου τον λόγον έχει όχι εἷς Πνευματικός αλλά ἡ ὁλομέλεια της εκκλησίας. Τουτο φαίνεται ἐκ του ἐπεισοδίου του αιμομίκτου ἐν Κορίνθῳ. Ἐκεῖ ἀδελφός τις χριστιανός ὑπέπεσεν εις ἁμάρτημά τι σαρκικόν, βαρύ. Ὁ Απόστολος Παύλος λαμβάνει τον λόγον και λέγει: «Συναχθέντων ὑμῶν και του ἐμου πνεύματος…» Α΄ Κορινθ. 5, 1-13. Ἑπομένως ὁλόκληρος ἡ εκκλησία της Κορίνθου λαμβάνει μέρος εις την υπόθεσιν ταύτην. Δεν πρόκειται λοιπόν περί ἑνός προσώπου, του Πνευματικοῦ.
Ορθόδοξος: Και όμως! Εις την υπόθεσιν του αιμομίκτου ἐν Κορίνθῳ ὁ κύριος ρυθμιστής του ζητήματος είναι όχι ἡ ὁλομέλεια της εκκλησίας αλλά ὁ ἀρχηγός ταύτης, ὁ Ἀπ. Παύλος. Τουτο φαίνεται καθαρά διά των φράσεων του Αποστόλου «κέκρικα» «ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστέ» «ουκ οἴδατε ότι» «ἐκκαθαρατε τὴν παλαιάν ζύμην» κ.λπ.
Ὁ Απόστολος όχι μόνον ἀρχίζει αλλά και τελειώνει τό ζήτημα τουτο ως ἑξῆς: «ἱκανόν τῷ τοιούτῳ ἡ ἐπιτιμία αυτή υπό των πλειόνων, διό παρακαλῶ κυρῶσαι εις αυτόν την ἀγάπην». Ἀκόμη περισσότερον ὁ προσωπικός χαρακτήρ του δεσμεῖν και λύειν φαίνεται ἐξ ἐκείνου τό οποίον είπεν ὁ Κύριος εις τον Ἀπόστολον Πέτρον ἐν Ματθ. 16,19 «δώσω σοι τας κλεῖδας της βασιλείας των οὐρανῶν και ὅ ἐάν δύσῃς επί της γῆς ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς και ὅ ἐάν λύσῃς επί της γῆς ἔσται λελυμένον και ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Όταν εις την ἀδελφικήν συνεξήγησιν Ματθ. 18, 15 -18 συνιστᾷ ὁ Κύριος τό «εἰπέ τη ἐκκλησίᾳ» και ὁ Απόστολος Παύλος συνιστᾷ εις τους Πρεσβυτέρους της εκκλησίας της Ἐφέσου «προσέχετε ἑαυτοῖς και τῷ Ποιμνίῳ», Πράξ. 20,28 δεν νομίζετε ότι δίδει τον πρωτεύοντα ρόλον εις τους ἀρχηγούς και όχι εις την ὁλομέλειαν της εκκλησίας;
Ευαγγελικός: Ἄς δεχθῶ, ότι οι Ἀπόστοιλοι ήταν οι κύριοι ρυθμισταί βάσει της ἐντολῆς του Κυρίου της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν. Εσείς όμως οι ἱερεῖς πόθεν ἐπήρατε, ποῦ στηρίζετε τό δικαιωμα τουτο;
Ορθόδοξος: Ὁ Κύριος είπε εις τους Αποστόλους Του: «Μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τας ἡμέρας ἕως της συντελείας του αἰῶνος» Ματθ. 28,20. Οι Ἀπόστολοι ἀπέθανον. Ἔπρεπε νά ὑπάρξωσι οι διάδοχοί των, για να είναι ὁ Κύριος ἕως της συντελείας των αἰώνων. Τοιοῦτοι διάδοχοι «πάσας τας ἡμέρας» δηλαδή ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένοι είναι ἡ Ορθόδοξος Εκκλησία, οι Ἐπίσκοποί της.
Ευαγγελικός: Προσεκτική ἔρευνα ἐν τη Καινῇ Διαθήκῃ δεν μας παρουσιάζει καμμίαν περίπτωσιν, κατα την οποίαν οι Ἀπόστολοι ἐκάλεσαν ἀνθρώπους πλησίον των νά ἐξομολογηθῶσι.
Ορθόδοξος: Τουτο ὀφείλεται εις τρεῖς λόγους: Πρῶτον: Οι Ἀπόστολοι είχαν νά κάμωσι ως επί τό πλεῖστον μέ ἀνθρώπους ἀπίστους, οι οποίοι ἐπέστρεφον εις τον χριστιανισμόν. Αι ἁμαρτίαι τούτων, ως είπαμε, συγχωροῦνται μόνον διά του βαπτίσματος. Διά τας πρό του βαπτίσματος ἁμαρτίας ταύτας ἡ ἐξομολόγησις δεν ήταν ὑποχρεωτική, αλλά προαιρετική. Δεύτερον: Ὁ Ζῆλος των πρώτων Χριστιανῶν ήταν πολύ μεγάλος και οι χριστιανοί δυσκόλως ἔπιπτον εις σοβαράς ἁμαρτίας μετα τό βάπτισμα, ώστε νά ἔχωσι ἀνάγκην ἐξομολογήσεως.
Τρίτον: Ἐπί πᾶσι τούτοις ἡ Ἁγία Γραφή δεν είναι βιβλίον συστηματικόν, ώστε νά περιέχῃ ὅλα ὅσα ἔγιναν. «Ἔστι και άλλα πολλά, ἅ ἐποίησεν ὁ Ἰησους, ἅτινα ἄν γράφηται καθ’ ἕν οὐδέ αυτόν οἶμαι τον κόσμον χωρῆσαι τα γραφόμενα βιβλία» γράφει ὁ Ἰωάννης 21, 25. Διά τους λόγους αὐτους δεν έχουμε παράδειγμα Μυστηριακῆς ἐξομλογήσεως. Ἡ ῥητή όμως ἐντολή του Κυρίου Ἰωάν. 20,28 «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῇτε τας ἁμαρτίας κ.λ.π.» μου είναι ἀρκετή.
Ευαγγελικός: Ἔχομεν όμως ἕνα παράδειγμα του Σίμωνος Μάγου, όπου ὁ Απόστολος Πέτρος δεν είπε εις αυτόν «ἔλα νά σέ ἐξομολογήσω, αλλά μετανόησον και δεήθητι του Κυρίου» Πράξ. 8,22.
Ορθόδοξος: Είπαμε ότι ἡ Μυστηριακή Ἐξομολόγησις συνεχώρει τας μετα τό Βάπτισμα ἁμαρτίας. Ὁ Σίμων δεν είχεν ἀκόμη βαπτισθῆ οὐδέ είχε εἰλικρινῶς πιστεύσει. Πῶς θα ἔλεγε λοιπόν εις αυτόν ὁ Απόστολος νά ἐξομολογηθῇ, αφού δεν είχε βαπισθῆ οὐδέ εἰλικρινῶς πιστεύσει; Ἄλλως τε ὁ Σίμων ὁ Μάγος ἀπαντᾷ προς τον Ἰωάννην και Πέτρον: «δεήθητε ὑμεῖς ὑπέρ ἐμου προς τον Θεόν όπως μηδεν ἐπέλθῃ ἐπ’ ἐμέ κακόν ὧν εἰρήκατε», Πράξ. 8,24. Δι’αυτών ἀναγνωρίζει εις τον Πέτρον και Ἰωάννην ἐξουσίαν τινά ὁ Σίμων οὗτος ἀφέσεως κακῶν και ἁμαρτιῶν.
Ευαγγελικός: Τέλος διατί ἡ δημοσία παλαιά ἐξομολόγησις γίνεται σήμερον ὑφ’ ὑμῶν μυστική;
Ορθόδοξος: Ὁ Απόστολος Παύλος λέγει: ὑπάρχουσι πολλά ἁμαρτήματα «ἅ αἰσχρόν ἐστι και λέγειν». Διά την δημοσίαν αἰδημοσύνην και προς ἀποφυγήν δημοσίου σκανδάλου γίνεται μυστική ἡ ἐξομολόγησις. Ἄν όμως εσείς θέλετε δημοσίαν ἐξομολόγησιν, δεχόμεθα. Ἔλθετε εις την Ὀρθοξίαν και ἐν μέσῳ εκκλησίας ὁμολογήσατε τα ἁμαρτήματα σας.
ΓΕΝΙΚΟΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ἀπό Ἁγιογραφικῆς απόψεως κύριοι ῥυθμισταί της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν ήταν οι Ἀπόστολοι. Ἡ ὁλομέλεια των πιστων ἔπαιζε δευτερεύοντα ῥόλον. Οι Ἀπόστολοι όταν ἔζων είχαν τὴν θέσιν των ἐπισκόπων. Όταν ἀπέθανον οι Ἀπόστολοι ἐφάνησαν οι διάδοχοι αυτών οι Ἐπίσκοποι, οι οποίοι ήταν οι κύριοι ρυθμισταί της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν. Τουτο παρατηρεῖται εις τους Πατέρας της Εκκλησίας. Ἄς ἔλθωμεν και εις αὐτους.
Οι Πατέρες των τεσσάρων πρώτων αἰώνων και τὸ Μυστήριον της Ἐξομολογήσεως
Ἐπειδή εις τό μέρος τουτο ὁ κατα των εὐαγγελικῶν καταπέλτης των Πατέρων των τεσσάρων πρώτων αἰώνων εις τό περί ἐξομολογήσεως θέμα θα είναι βαρύς, για να μή νομισθῇ ότι ειςάγομεν εις τό στόμα των Εὐαγγελικῶν σκέψεις και λόγια, τα οποία αὐτοί δεν εἶπον οὔτε και ἐσκέφθησαν, θα παραλάβωμεν τας γνώμας του Εὐαγγελικοῦ ἐξ ἑνός βιβλίου, τό οποίον ἐξέδωκεν ὁ κ. Ευαγγελικός κ. Μεταλληνός και τον οποίον ἐπιγράφεται «ἔρευνα περί ἐξομολογήσεως και ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν». Εις τό βιβλίον τουτο και ἐν σελίδι 3 ὁ Εὑαγγελικός κ. Μεταλληνός γράφει: «Ἡ πίστις της Εὐαγγελικῆς εκκλησίας εις τό σοβαρώτατον τουτο ζήτημα, τό οποίον μας ἀπασχολεῖ είναι πίστις όχι μόνον της διδασκαλίας της Βίβλου αλλά και της εκκλησίας των τεσσάρων πρώτων αἰώνων». Εις τό μέρος τουτο θα ἀποδείξωμεν, ότι ὁ Ευαγγελικός, Μεταλληνός δεν ἐμελέτησε τας ἀρχαίας μαρτυρίας των Πατέρων και των πρό του Δ΄ αἰῶνος ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. (Περιοδικόν «Ἐνορία» Ὀκτώβριος 1950-Μάϊος 1951). Ἄς ἴδωμεν:
1ον. Ἰγνάτιος Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας (30—107 μ.Χ.)
Ευαγγελικός: Εις την σελίδα 18 του ἔργου του ὁ κ. Μεταλληνός γράφει διά τον Ἐπίσκοπον Ἀντιοχείας Ἰγνάτιον ότι «οὔτε νύξη κάνει πουθενά νά πᾶνε νά ἐξομολογηθοῦν εις τους πρεσβυτέρους και ἐπισκόπους, γιά νά συγχωρέσῃ ὁ Θεός τας ἁμαρτίας των».
Ορθόδοξος: Και όμως! Ὁ ἅγιος οὗτος πατήρ Ἰγνάτιος εις ἐπιστολήν του προς Φιλαδελφεῖς μεταξύ των άλλων γράφει και τα ἑξῆς: «Πᾶσιν οὖν μετανοοῦσιν ἀφίησι ὀ Κύριος, ἐάν μεανοήσωσι εις ἑνότητα Χριστού Θεοῦ και συνέδριον ἐπισκόπων» (Προς Φιλαδελφεῖς κεφ.8). Δηλαδή πρέπει νά μετανοήσουν οι ἁμαρτήσαντες ἐνώπιον της εκκλησίας, ἥτις ἀποτελεῖ μίαν ἑνότητα θείαν και υπό του Θεοῦ ἐμπνεομένην και συνεσφιγμένην και ἐνώπιον του συνεδρίου των κληρικῶν μέ ἐπικεφαλῆς τον επίσκοπον.
2ον. Ὁ Τερτυλλιανός (145-220 μ.Χ.)
Ὁ Ευαγγελικός: (Μεταλληνός) εις την σελίδα του ἔργου του 21 γράφει διά τον Τερτυλλιανόν ότι «καμμίαν ἀνάμειξη ἱερέως ἤ ἐπισκόπου παρεμβάλλει διά την συγχώρηση».
Ορθόδοξος: Και όμως κ. Μεταλληνέ. Ὁ Τερτυλλιανός ὑπῆρξε διδάσκαλος του Κυπριανοῦ, μολονότι ἐξέκλινε κατα τα τελευταῖα ἔτη της ζωῆς του εις τον Μοντανισμόν. Πάντως Κυπριανός και Τερτυλλιανός ἀποτελοῦν δύο κρίκους συνεχομένους ἐν τη ἁλύσει της ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως και συνεπῶς τα ὅσα μαρτυρεῖ και βεβαιοῖ ὁ Κύπριανός δεν είναι ξένα ἐν πολλοῖς και προς την μαρτυρίαν του Διδασκάλου του. Διά τό ζήτημά μας μάλιστα ὑπάρχουν ὀλίγαι μέν μαρτυρίαι του Τερτυλλιανοῦ, ὑπεμφαίνουσαι όμως ἀρκετα σαφῶς, ότι ἐγνώριζε και οὗτος ως ὑφισταμενον ἤδη ἐν τη Εκκλησία τό υπό του μαθητου του λεπτομερῶς διαγραφόμενον καθεστώς. Τί λέγει λοιπόν ὁ Τερτυλλιανός; «Ἡ ἐξομολόγησις λοιπόν είναι παιδεία του ἀνθρώπου, ὁ οποίος ὀφείλει νά προσπέσῃ και νά ταπεινωθῇ. Και ἐκτός του σάκκου και της στακτης, μεθ’ ὧν πρέπει νά σκληραγωγήσῃ τό Σώμα, και του πένθους ὅπερ πρέπει νά αἰσθανθῇ διά τό ἡμαρτημένα, ὀφείλει και νά προσπίπτῃ πρό των ποδῶν των πρεσβυτέρων (presbyteris advoivi) (De Poenitentia c, IX Migne 1, 1354):
3ον. Ἱππόλυτος (170-236 μ.Χ.)
Ὁ Ευαγγελικός: κ. Μεταλληνός εις την σελίδα 21 του ἔργου του γράφει τό ἑξῆς διά τον Ἱππόλυτον «οὐδεν ἀναφέρει».
Ορθόδοξος: Ὁ Ἱππόλυτος ἀναφέρει ὀλίγα μέν ἀλλ’ ἐξόχως οὐσιώδη και σπουδαῖα. Πρωτίστως ὁ Ἱππόλυτος ἀπεσχίθη και ἀπεκήρυξε τον επίσκοπον Ρώμης Κάλλιστον (218-222), διότι μεταξύ άλλων «πρῶτος τό προς τας ἡδονάς τοῖς ἀνθρώποις συγχωρεῖν ἐπενόησε λέγων πᾶσιν ὑπ’ αυτού ἀφίεσθαι ἁμαρτίας»(Ἱππολύτου Φιλοσοφούμενα 9,12,5). Μαρτυρεῖ δηλαδή μέ τας ὀλίγας αυτάς λέξεις ὁ Ἱππόλυτος, ότι ὁ επίσκοπος Πάπας Ρώμης Κάλλιστος ἐδέχετο και συνεχώρει τους ἁμαρτωλούς, ἡ διαφωνία του δέ προς τον Κάλλιστον του¬τον ὑπῆρξεν, ότι ὁ τελευταῖος οὗτος προέβαινε μέχρι του νά συγχωρηθῇ και τα βαρέα ἁμαρτήματα της σαρκός. Ὅτι δέ ὄντως δέχεται ὁ Ἱππόλυτος ως ἀναπόσπαστον της ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας την συγχώρησιν και απόλυσιν των μετανοούντων ἁμαρτωλῶν κατα τό «ὅσα ἄν δήσητε επί της γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τοῖς οὐρανοῖς» κ.λπ. ἐμφαίνεται κατα τρόπον ἀδιαμφισβήτητον και ἀλλαχόθεν. Ἔχομεν σύγγραμμά τι, περισωθέν δυστυχῶς εις μεταφρασιν Λατινικήν, Αἰθιοπικήν και Κοπτικήν, εις την Ἑλληνικήν όμως τό πρῶτον γραφέν, ὅπερ είναι γνωστον υπό τον τίτλον «Αἰγυπτιακή Διάταξις». Τό σύγγραμμα τουτο ἀνεξαρτήτως ἀπ’ ἀλλήλων ἐξετασαντες ὁ Ed Schwartz και ὁ Dom R. Hugh Connoly κατέληξαν, χωρίς ὁ εἷς νά ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τας ἐρεύνας του άλλου, εις τό συμπέρασμα, ότι ταυτίζεται προς ἕν ἐκ των ἔργων του Ἱππολύτου ἐκ των ἀναφερομένων εις τον καταλογον των συγγραφῶν του, πού είναι χαραγμένος επί του ἀνακαλυφθέντος ἀδριάντος αυτού. Τό ἔργον τουτο του Ἱππολύτου τιτλοφορεῖται «Ἀποστολική Παράδοση». Τό πόρισμα αυτό των δύο τούτων ἐπιστημόνων ἐγένετο γενικῶς ἀποδεκτον, έτσι δέ ἡ «Αἰγυπτική Διάταξις»θερωρεῖται ἤδη ως παλαιότατον σύγγραμμα ἀναγόμενον εις αυτό τό πρῶτον τέταρτον του τρίτου αἰῶνος. Ἐφ’ όσον δηλαδή ὁ Ἱππόλυτος ἀπέθανε περί τό 236 ἡ υπό τον τίτλον «Αἰγυπτιακή Διάταξις» συγγραφή ως προερχομένη ἐκ της γραφίδος του πρέπει νά χρονολογηθῇ πρό του 236. Εις την Διάταξιν λοιπόν αυτήν έχουμε και εὐχήν επί χειροτονίᾳ ἐπισκόπου. Ἀναγιγνώσκομεν λοιπόν εις την εὐχήν ταύτην και τα ἑξῆς: «Δός καρδιογνῶστα πάντων επί τον δοῦλον σου τουτον, ὅν ἐξελέξω εις ἐπισκοπήν ποιμαίνειν την ποίμνην σου την ἁγίαν και ἀρχιερατεύειν σοι, ἀμέπτως λειτουργοῦντα νυκτός και ἡμέρας ἀδιαλείπτως τε ἱλάσκεσθαι τό προςωπόν σου και προσφέρειν σοι τα δῶρα της ἁγίας σου εκκλησίας και τῷ πνεύματι τῷ ἀρχιερατικῷ έχειν ἐξουσίαν ἀφιέναι ἁμαρτίας κατα την ἐντολήν σου, διδόντι κλήρους κατα τό προςταγμά σου, λύειν τε πάντα σύνδεσμον κατα την ἐξουσίαν ἥν ἔδωκας τοῖς ἀποστόλοις». (Ἐν Hans Achelis. Die altesten Quellen des oriental kirchen rechtes. Die Canones Hippoloyti σελ. 42)
Μέ άλλας λέξεις κατα την Ἀποστολικήν παράδοσιν του Ἱππολύτου ἐν τη εὐχῇ της χειροτονίας ἐπισκόπου και πρεσβυτέρου ἐξεζητεῖτο, για να δοθῇ εις τους χειροτονουμένους ἐπισκόπους και πρ嬬σβυτέρους ἡ ἐξουσία του δεσμεῖν και λύειν, διότι αυτή ήταν ἡ ἐντολή του Κυρίου και «ἡ ἐξουσία ἥν ἔδωκε τοῖς ἀποστόλοις». Ἡ μαρτυρία αυτή είναι ἀνυπολογίστου ἀξίας διά τό ζήτημά μας. Ἀνάγεται πρῶτον εις τό ἔτος 230 μ.Χ. περίπου. Προέρχεται από γραφίδα λογιωτατου και λίαν διακεκριμένου ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέως.
4ον. Ὠριγένης (185-254 μ.Χ.)
Ευαγγελικός: Ὁ κ. Μεταλληνὸς εις τὴν σελίδα 28 του ἔργου του γράφει διὰ τὸν Ὠριγένη, ότι «δὲν μιλά περὶ μυστηριακῆς ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ περὶ προαιρετικῆς τινος ἐλευθέρας και σπανίας».
Ορθόδοξος: Και όμως! Ὁ Ὠριγένης ἐπανειλημμένως μιλά περὶ της εις τοὺς ἱερεῖς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως και περὶ της ἱερατικῆς ἐξουσίας του δεσμεῖν και λύειν. Και ιδού.
Πρωτίστως μαρτυρεῖ ὁ Ὠριγένης ότι ἐπὶ της ἐποχῆς του οι επίσκοποι διεξεδίκουν ὑπὲρ ἑαυτων ως διάδοχοι των ἀποστόλων τὴν ἐξουσίαν του δεσμεῖν και λύειν. Έτσι ἑρμηνεύων τὸ χωρίον του Ματθαίου «και δώσω σοι τὰς κλεῖς της Βασιλείας των οὐρανῶν» παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς:
«Ἐπεὶ δὲ οι τὸν τόπον της Ἐπισκοπῆς ἐκδικοῦντες χρῶνται τῷ ρητῷ ως Πέτρος και τὰς κλεῖ¬δας της των οὐρανῶν βασιλείας ὑπὸ του Σωτῆρος εἰληφότες διδάσκουσί τε τὰ ὑπ’ αυτών δεδεμένα τοὐτέστι καταδεδικασμένα και ἐν οὐρανοῖς δεδέσθαι και τὰ ὑπ’ αυτών ἄφεσιν εἰληφότα και ἐν οὐρανοῖς λελύσθαι, λεκτέον ότι ὑγιῶς λέγουσιν, εἰ ἔχουσιν ἔργον δι’ ὃ εἴρηται ἐκείνῳ τῷ Πέτρῳ: Σὺ εἶ Πέτρος και εἶ τηλικοῦτοι ειςιν, ως ἐπὶ αὐτοῖς ὑπὸ Χριστού οἰκοδομεῖσθαι τὴν εκκλησίαν και ἐπ’ αὐτοὺς εὐλόγως τουτο ἀναφέρει τ’ ἂν πύλαι ᾅδου ουκ ὀφείλουσι κατισχύειν του δεσμεῖν και λύειν» (Ὠριγένης εις τὸν Ματθ. βιβλ. ΧΙΙ Migne 13 1013).
Εις άλλα μέρη των συγγραμμάτων του ὁ Ὠριγένης είναι κατηγορηματικώτερος. Εις τὴν Ε΄ ὁμιλίαν του εις τὸ Λευϊτικὸν ὁ Ὠριγένης παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς: (In Levit Homil v.3 Migne 12, 415). Ἰδοὺ τὶ λέγει: «ἕπεται λοιπόν, για να κατὰ τὴν εἰκόνα τούτου, ὅστις τὴν ἱερωσύνην τη ἐκκλησίᾳ ἔδωκε, και οι λειτουργοὶ και οι ἱερεῖς της εκκλησίας ἀναδέχωνται τὰ ἁμαρτήματα του λαοῦ και μιμούμενοι και αὐτοὶ του διδασκάλου ἄφεσιν ἁμαρτιῶν τῷ λαῷ ἀπονέμωσι»(λατινιστί). Εις άλλο μέρος λέγει: «Ἄκουσον τέλος αυτού λέγοντος περὶ του ἡμαρτηκότος: «παρέδωκα, φησί, τὸν τοιοῦτον τῷ Σατανᾷ εις ὄλεθρον της σαρκός, για να τὸ πνεῦμα σωθῇ». Βλέπεις λοιπὸν ότι οὐ μόνον διὰ των Ἀποστόλων αυτού παρέδωκεν ὁ Θεὸς τοὺς παραβάτας εις χεῖρας ἐχθρῶν, ἀλλὰ και δι’ ἐκείνων οἵτινες της εκκλησίας προΐστανται και ἔχουσιν ἐξουσίαν οὐ μόνον του λύειν, ἀλλὰ και του δεσμεῖν, παραδίδονται οι ἁμαρτωλοὶ εις ὄλεθρον της σαρκός, αφού διὰ τὰ ἁμαρτήματα των ἀπὸ του σώματος του Χριστού χωρίζονται» (In libr Judicum cum Homilia III & 5 Migne 12.961).
Και εις άλλο μέρος λέγει: «Ἐὰν ἁμάρτῃ ὁ Ἰσραηλίτης, τοὐτέστιν ὁ λαϊκὸς δὲν δύναται αὐτὸς τὸ ἁμάρτημά του νὰ ἀφαιρέσῃ, ἀλλὰ ζητεῖ τὸν λευΐτην ἔχων ἀνάγκην του ἱερέως, πολλῷ μᾶλλον αφού ζητεῖ κάτι ἀνώτερον τούτων ἔργον του ἀρχιερέως ἐστὶ» (In homil. x, I, 12, 635).
Ἰδοὺ τί γράφει και περὶ της ἐξομολογήσεως εις τὴν ΙΖ΄ ὁμιλίαν εις τὸν Λουκᾶν ἀναγινώσκομεν τὰ ἑξῆς: «τὴν ἁμαρτίαν μου ἐγνώρισά (σοι) και τὴν ἀνομίαν μου ουκ ἐκάλυψα. Εἶπα ἐξαγορεύσω κατ’ ἐμου τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ (ψαλ. Λα΄.5). Ἐπειδὴ ἐὰν θὰ ἐπράττομεν τουτο και ἀπεκαλύπτομεν τὰ ἁμαρτήματα ἡμῶν οὐ μόνον εις τὸν Θεόν, ἀλλὰ και εις τούτους οἵτινες δύνανται νὰ θεραπεύσωσι τὰ τραύματα μας και ἁμαρτήματα μας θὰ ἐξελειφθῶσι τὰ ἁμαρτήματα μας ὑπ’ αυτού, (In Lucam Homilia XVIII leque 13, 1846)
Ἐπίσης «Ὑπάρχει ἀκόμη και ἑβδόμη ἀλλὰ σκληρὴ (dura) και δυσχερὴς ἡ διὰ μετανοίας ἄφεσις ἁμαρτιῶν. Όταν ὁ ἁμαρτωλὸς πλένῃ τὴν στρωμνήν του μὲ τὰ δάκρυά του και γίνονται γι’ αὐτὸν τὰ δάκρυά του ἄρτος ἡμέρας και νυκτὸς και όταν δὲν αἰσχύνεται νὰ δείξῃ εις τὸν ἱερέα τὴν ἁμαρτίαν του και νὰ ζητήσῃ φάρμακον, κατὰ τὸν εἰπόντα: Εἶπα ἐξαγορεύσω κατ’ ἐμου τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ και σὺ ἀφήκας τὴν ἀσέβειαν της καρδίας μου» (ψαλ. 31,5). Ἐξ ὅλων των χωρίων αυτών βεβαιούμεθα ότι είναι ὑποχρεωτικὴ και οὐχὶ προαιρετικὴ κ. Εὐαγγελικέ.
5ον. Κυπριανὸς (200-258 μ.Χ.)
Ευαγγελικός: Ὁ κ. Μεταλληνὸς εις τὴν σελίδα 27 του ἔργου του γράφει διὰ τὸν Κυπριανὸν «διὰ τὰς μετὰ τὸ βάπτισμα ἁμαρτίας συνιστᾷ μόνον τὴν προσευχήν».
Ορθόδοξος: Ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς επίσκοπος Καρχηδόνος κάμει πολὺν λόγον διὰ τὸν θεσμὸν της ἐξομολογήσεως και τὴν δι’ ἐπιθέσεως των χειρῶν των πρεσβυτέρων παρεχομένην ἄφεσιν των ἁμαρτιῶν. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον απόσπασμα των συγγραμμάτων του.
«Παρακαλῶ υμάς, ἀδελφοί, ἂς ἐξομολογῆται ἕκαστος τὰ ἁμαρτήματα του, ἐφ’ όσον χρόνον δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἐξομολόγησις τούτου, ἐφ’ όσον χρόνον είναι εὐάρεστος τῷ Κυρίῳ ἡ ἱκανοποίησις και ἡ διὰ των ἱερέων ἄφεσις» (De lapsis κεφ. Migne 4, 503).
Εις άλλο χωρίον αυτού ὑποστηρίζει, ότι «ἐκεῖ¬νος ἄγει μετανοιαν, ὅστις μνήμων του θείου παραγγέλματος, ἤπιος και ὑπομονητικὸς «et sacerdotibus Dei obtemperans»= και τοῖς ἱερεῦσι του Θεοῦ πειθόμενος διὰ των ἔργων του της ὑπακοῆς και δικαιοσύνης καθίσταται ἄξιος του Κυρίου» (Epist XIII, 1 Migne 4, 266).
Ἐξανισταμενος ἀλλαχοῦ διὰ τὴν ἄνευ προηγουμένης ἑτοιμασίας διὰ μετανοίας προσέλευσιν μερικῶς εις τὴν θείαν εὐχαριστίαν, παρατηρεῖ: «Καταφρονηθέντων πάντων τούτων, πρὶν ἢ ἐξιλεωθῶ¬σι τὰ ἁμαρτήματα (ante exomologesin facfam ante purgatam conscientiam sacrificio et manu sacerdotis»=) πρὸ του νὰ γίνῃ ἡ ἐξομολόγησις πρὸ του νὰ καθαρισθῇ ἡ συνείδησις διὰ της θυσίας και της χειρὸς του ἱερέως……βία ἐπιβάλλεται κατὰ του σώματος και του αἵματος του Κυρίου» (De Jaspis XVI Migne 4, 403).
Και ἀλλαχοῦ ἐκ της αυτής ἀφορμῆς γράφει: «Ἐκεῖνοι πρὸ του νὰ γίνῃ μετανοια, πρὸ του νὰ κάμουν ἐξομολόγησιν του βαρυτατου και ἐσχάτου ἁμαρτήματος (ante manum ab episcopo et clero in pοenitantiam impositam) = πρὸ του νὰ ἐπιτεθῇ ἐπὶ τη μετανοίᾳ ἡ χεὶρ ὑπὸ του ἐπισκόπου και του κλήρου….». (Epist X.1. Migne 4, 260).
Και ἀλλαχοῦ σαφέστερον… «Εις μικρότερα ἁμαρτήματα ἄγουσιν οι ἁμαρτωλοὶ μετανοιαν κατὰ δίκαιον χρόνον και κατὰ τὴν ταξιν της παιδαγωγίας (ad exomologesim veniant et per manus impositionem episcopi et cleri jus comunications accipiant=) πρὸς τὴν ἐξομολόγησιν ἔρχονται και διὰ της ἐπιθέσεως της χειρὸς του ἐπισκόπου και του κλήρου τὸ δικαιωμα της ἐπικοινωνίας λαμβάνουσι… (εις τὸ βαρύτατον δὲ αὐτὸ ἁμάρτημα) πρὸ του νὰ γίνη ἡ μετανοια, πρὸ του νὰ κάμουν ἐξομολόγησιν, πρὸ του νὰ γίνη εις αὐτοὺς ἡ επίθεσις της χειρὸς ὑπὸ του ἐπισκόπου και του κλήρου, δίδεται εις αὐτοὺς ἡ εὐχαριστία!» (Epist ix, 2 Migne 4, 257-258).
Ἑπομένως ὁ Κυπριανὸς μιλά σαφέστατα περὶ ἐξομολογήσεως ἐνώπιον του ἱερέως κ. Εὐαγγελικέ.
6ον. Γρηγόριος ὁ Θαυματουργὸς (205-265 μ.Χ.)
Ευαγγελικός: κ. Μεταλληνὸς εις τὴν σελίδα 28 του μνημονευθέντος ἔργου του γράφει διὰ τὸν Γρηγόριον τὸν Θαυματουργὸν «Οὐδὲν ἀναφέρει περὶ ἐξομολογήσεως».
Ορθόδοξος: Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θαυματουργὸς δὲν ὁμολογεῖ ἀμέσως περὶ ἐξομολογήσεως εις τοὺς ἱερεῖς ἐπιβεβαιοῖ όμως ἐμμέσως τὴν ἱερατικὴν ἐξουσίαν, διότι ὁρίζει και αὐτὸς ως επίσκοπος ἐπιτίμια διὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Έτσι βλέπομεν εις τὴν κανονικήν του ἐπιστολὴν νὰ ὁμιλῇ περὶ παραβατων «οὕς δεῖ ἐκκηρύξαι των εὐχῶν» (κανὼν ΣΤ΄) και περὶ άλλων τοὺς ὁποίους «και της ἀκροάσεως ἀπεῖρξαι δεῖ» (κανὼν Η΄) και τέλος περὶ ἐκείνων, οἵτινες πρέπει «ἐν τη των ἐπιστρεφόντων ταξει ὑποπίπτειν» (κανὼν Θ΄) και δέον νὰ συγκαταριθμουνται «ἐν τοῖς ὑποπίπτουσι» (κανὼν 1). Καθορίζων δὲ ἐπὶ τὸ σαφέστερον τοὺς βαθμοὺς των ἐπιτιμίων, εις τὰ οποία ἀναλόγως του βάρους της παρεκτροπῆς ἔπρεπε νὰ ὑποβάλλωνται οι μετανοοῦντες γράφει: «Ἡ προς¬κλαυσις ἔξω της πύλης του εὐκτηρίου ἐστίν, ἔνθα ἐστῶτα τὸν ἁμαρτανοντα χρὴ των ειςιόντων δεῖ¬σθαι πιστων, ὑπὲρ αυτού εὔχεσθαι. Ἡ ἀκρόασις, ἔνδοθεν της πύλης ἐν τῷ νάρθηκι ἔνθα ἐσταναι χρὴ τὸν ἡμαρτηκότα ἕως των κατηχουμένων, και ἐντεῦθεν ἐξέρχεσθαι. Ἡ δὲ υπόπτωσις, για να ἔσωθεν της πύλης του ναοῦ ἱσταμενος μετὰ των κατηχουμένων ἐξέρχηται. Ἡ σύστασις, για να συνίσταται τοῖς πιστοῖς και μὴ ἐξέρχηται μετὰ των κατηχουμένων».
Ἐνταῦθα, όπως είπαμε και ἀνωτέρω δὲν μαρτυρεῖ μὲν ξεκάθαρα ὁ Γρηγόριος περὶ ἐξομολογήσεως εις τοὺς ἐπὶ της μετανοίας ἱερεῖς, θεωρεῖ όμως ως ἀναγόμενον εις τὴν ἐξουσίαν αυτού ως ἐπισκόπου νὰ καθορίσῃ ἐπιτίμια, τὴν ἐπιμήκυνσιν των ὁποίων ἢ τὴν μεταταξιν ἀπὸ του ἑνὸς εις τὸ άλλο ἐξαρτᾷ ἀπὸ τὴν διάκρισιν των ἑκασταχοῦ ἐπισκόπων, αφού ὁ πρὸς ὅν γράφει είναι κληρικός, τὸν οποίον προσφωνεῖ ἱερώτατον πάπαν.
7ον Βασίλειος ὁ Μέγας (229-379 μ.Χ.)
Ευαγγελικός: (κ. Μεταλληνός). Ὁ Μέγας Βασίλειος δεν έχει ὑπ’ ὄψιν του μυστηριακήν ἐξομολόγησιν αλλά ψυχολογικήν «πού γίνεται εις οιονδήποτε πνευματικόν ἀδελφόν ἐφ’ όσον τον θεωρεῖ καταλληλον διά νά πάρῃ μιά συμβουλή, νά του ζητήσῃ παρηγορία ἕνα στήριγμα στή πίστη», γράφει ὁ κ. Μεταλληνός.
Ορθόδοξος: Ὁ Μέγας Βασίλειος μέσα εις τον πλοῦτον των συγγραμμάτων του πολλάκις κάμνει λόγον περί του θέματος πού μας ἀπασχολεῖ. Έτσι ὁ μέγας οὗτος πατήρ μεταξύ των άλλων έχει γράψει και τρεῖς κανονικάς ἐπιστολάς προς τον επίσκοπον Ἰκονίου Ἀμφιλόχιον, περιληφθείσας εις τας κανονικάς διαταξεις της Ὀρθοδόξου Εκκλησίας και ἐξ αυτού ἀπετελέσθησαν οι 84 πρῶτοι κανόνες του Ἁγίου Πατρός.
Εις αὐτους ἕνα ῥίψωμεν ἕναν ἁπλοῦν βλέμμα θα ἴδωμεν νά καθορίζωνται ἐπιτίμια διά τους μετανοοῦντας βαρύτερα ἤ μετριώτερα ἀναλόγως της παρεκτροπῆς αυτών και επί πλέον ἐν αὐτοῖς ὁ ὅρος ἐξαγόρευσης λαμβάνεται προς δήλωσιν της μυστηριακῆς ἐξομολογήσεως, δίδονται δέ και περί χρήσεως των ἐπιτιμίων ὁδηγίαι εις τους ἐντεταλμένους του δεσμεῖν και λύειν.
Έτσι εις την 182 ἐπιστολήν προς τον Ἀμφιλόχιον και ἐν κανόνι 7ῳ ἀναγιγνόσκομεν. «……Τους δέ ἐν τριάκοντα ἔτεσι μετανοήσαντας επί τη ἀκαθαρσίᾳ, ἥν ἐν ἀγνοίᾳ ἔπραξαν, οὐδ’ ἀμφιβάλλειν ημάς προσῆκον εις τό παραδέξασθαι. Ἥ τε γάρ ἄγνοια συγγνώμην ἀξίους αὐτους ποιεῖ και τό ἑκούσιον της ἐξαγορεύσεως και ἡ παράτασις ἐν τοσούτῳ χρόνῳ γενομένη. Ὥστε κέλευσον αὐτους ἤδη ἀνυπερθέτως δεχθῆναι, μάλιστα εἰ και δάκρυα δυσωποῦντα σου την εὐσπλαγχνίαν».
Ἔχομεν ἐδῶ μετανοήσαντας υπό μακροχρόνιον ἐπιτίμιον διατελοῦντας ἑκουσίως ἐξομολογηθέντας τό ἁμάρτημά των. Προδήλως δέ ὁ ὅρος ἐξαγόρευσις χρησιμοποιεῖται επί της μυστηριακῆς ἐξομολογήσεως. Και ἐκ του ἐπιτιμίου τούτου λύονται οι μετανοήσαντες κελεύσει του ἐπισκόπου ( «κέλευσον» σύ,ὦ επίσκοπε Ἀμφιλόχιε), δυσωπουμένου υπό των δακρύων και κινουμένου εις εὐσπλαγχνίαν.
Ἀλλά και εις 74ον κανόνα ἀναγιγνώσκομεν τα ἑξῆς: «Ἐάν μέντοι γε ἕκαστος των ἐν τοῖς προγεγραμμένοις ἁμαρτήμασι γενομένων, σπουδαῖος γένηται ἐξομολογούμενος, ὁ πιστευθείς παρά της του Θεοῦ φιλανθρωπίας λύειν και δεσμεῖν, εἰ φιλανθρωπότερος γένηται, τό ὑπερβάλλον της ἐξομολογήσεως ὁρῶν του ἡμαρτηκότος εις τό ἐλαττῶσαι τον χρόνον των ἐπιτιμίων, ουκ ἔσται καταγνώσεως ἄξιος». Σαφῆ και καθαρά πράγματα. Ἐπιτίμια, ἐξομολόγησις, πιστευθεὶς λύειν και δεσμεῖν, φιλανθρωπότερος οὗτος γενόμενος και ἐλαττων αυτός τον χρόνον των ἐπιτιμίων, τί άλλο θα ἠθέλαμεν! Ἰδού ἐξομολόγησις μέ ὅλα τα στοιχεῖα της.
8ον Διονύσιος Ἀλεξανδρείας (247 μ.Χ.)
Ευαγγελικός: Μεταλληνός. Οὐδεν γνωρίζει από μαρτυρίας του Διονυσίου Ἀλεξανδρείας. (Γ΄ αἰών.)
Ορθόδοξος: Εις ἐπιστολήν του Διονυσίου Ἀλεξανδρείας προς τον Φάβιον Ρώμης, διασωθεῖσαν υπό του ἱστορικοῦ Εὐσεβίου ἀναφέρεται ὁ Διονύσιος εις περίπτωσιν Σεραπίωνός τινος καμφθέντος κατα τους διωγμούς και ἐν μετανοίᾳ διατελοῦντος και ἐφ’ ὅρου ζωῆς μή μετέχοντος της θείας εὐχαριστίας. Οὗτος ὁ Σεραπίων ἔτυχε της θείας κοινωνίας κατα τας ἐπιθανατίους στιγμάς, «ἐντολῆς ὑπ’ ἐμου δεδομένης» γράφει ὁ Διονύσιος «τους ἀπαλλαττομένους του βίου, εἰ δέοιντο, και μάλιστα εἰ και πρότερον ἱκετεύσαντες τύχοιεν, ἀφίεσθαι, για να εὐέλπιδες ἀπαλλάττωνται» (Εὐσεβ. ἐκκλησ. ψστ, VII,44.) Ἔχομεν δηλαδή ἐδῶ τό καθεστώς τό υπό των Ἀποστολικῶν Διαταγῶν μαρτυρούμενον. Οι ἁμαρτήσαντες ὑπεβάλλοντο εις ἐπιτίμιον. Τό ἐπιτίμιον καθωρίζετο ἐντολῇ του ἐπισκόπου («ἐντολῆς ὑπ ἐμου δεδομένης») και ἐλύετο κατ’ ἐντολήν του ἐπισκόπου. Ἡ ἱερατική δηλαδή ἐξουσία μαρτυρεῖται μέ τό παραπάνω.
9ον Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος (333 μ.Χ.)
Ευαγγελικός: (Μεταλληνός) οὐδεν ἀναφέρει.
Ορθόδοξος: Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων είναι γνωστον, ότι χρησιμοποιῶν την ἐπισκοπικήν ἐξουσίαν του δεσμεῖν και λύειν ἀπέκλεισε της κοινωνίας των ἀχράντων Μυστηρίων τον Θεοδόσιον αὐτοκράτορα ως ἔνοχον του φόνου χιλιάδων Θεσσαλονικέων. Ὁ επίσκοπος οὗτος γράφει τα ἑξῆς: «τό δικαιωμα τουτο (της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν) ὀρθῶς ἡ εκκλησία διεκδικεῖ, ἡ οποία έχει τους ἀληθεῖς ἱερεῖς. Δεν δύναται νά τό διεκδικήσῃ ἡ αἵρεσις, ἡ οποία δεν έχει τους ἱερεῖς του Θεοῦ. Ἄς μή ἀποφαίνηται δέ περί ἑαυτης αυτή διά της διεκδικήσεως, διότι αφού δεν έχει ἱερεῖς, δικαιωμα ἱερατικόν δεν πρέπει ὑπέρ ἑαυτης νά διεκδικῇ» (De poeniut 1,2). Ἐν ὀλίγοις ὁ ἱερός Ἀμβρόσιος διακηρύσσει, ότι οι αιρετικοί, μή ἔχοντες ἀληθῆ ἱερωσύνην δεν δύνανται νά παράσχουν ἄφεσιν. Και βεβαιοῖ έτσι, ότι ἄφεσις των ἁμαρτιῶν και ἱερατική ἐξουσία είναι συνηρτημένα και ἀναπόσπαστα. Ἑπομένως και ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος μιλά σαφῶς περί Μυστηριακῆς ἐξομολογήσεως.
10ον Ἰωάννης Χρυσόστομος (344-407 μ.Χ.)
Ευαγγελικός: (Μεταλληνός). Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος θέλει «ἀμάρτυρον» ἄνευ μάρτυρος πνευματικοῦ τινος την ἐξομολόγησιν δηλαδή ἀπ’ εὐθείας προς τον Θεόν. Παραθέτω τα ἴδια του λόγια: «Ἀμάρτυρον ἔστω τό δικαστήριον. Ὁ Θεός ὁράτω σέ μόνος ἐξομολογούμενον» και αυτός «λύων τα ἁμαρτήματα από της ἐξομολογήσεως» Migne 50,658. «Ἥμαρτες; εἰπέ τῷ Θεῷ ότι ἡμάρτηκα». Αυτόθι 49,285. «Τϊνος, ἕνεκεν αἰσχύνῃ και ἐρυθριᾷς εἰπέ μοι τα ἁμαρτήματα εἰπεῖν; Μή γάρ ἀνθρώπῳ λέγεις, για να ὀνειδίσῃ σέ; Μή γάρ τῷ συνδούλῳ ὁμολογεῖς για να ἐκπομπεύσῃ; Τῷ δεσπότῃ, τῷ κηδεμόνει, τῷ φιλανθρώπῳ, τῷ ἰατρῷ τό τραῦμα ἐπιδεικνύεις… Ουκ ἀναγκάζω φησίν (ὁ Κύριος) εις μέσον ἐλθεῖν σέ θέατρον και μάρτυρας προξενῆσαι πολλούς. Ἐμοί τό ἁμάρτημα εἰπέ μόνῳ κατ’ ίδιαν». Αυτόθι 48,10,12. Ἑπομένως ὁ Χρυσόστομος θέλει την ἐξομολόγησιν κατ’ ίδιαν μόνῳ τῷ Θεῷ.
Ορθόδοξος: Θα σου ἀναφέρω και εγώ άλλους λόγους του ἱεροῦ Χρυσοστόμου, οι οποίοι συνιστουν την ἱεράν ἐξομολόγησιν. Εις τον Γ΄ λόγον περί ἱερωσύνης ὁ Χρυσόστομος γράφει: «Οι την γῆν οἰκοῦντες και ἐν ταύτῃ ποιούμενοι την διατριβήν τα ἐν οὐρανοῖς διοικεῖν ἐπετράπησαν και ἐξουσίαν ἔλαβον, ἥν οὔτε ἀγγέλοις οὔτε ἀρχαγέλλοις ἔδωκεν ὁ Θεός. Οὐ γάρ προς ἐκείνους εἴρηται ὅσα ἄν δήσητε επί της γῆς ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ…
Οὗτος ὁ δεσμός αυτής ἅπτεται της ψυχῆς και διαβαίνει τους οὐρανούς και ἅπερ ἄν ἐργάσωνται κάτω οι ἱερεῖς, ταῦτα ὁ Θεός ἄνω κυροῖ και την των δούλων γνώμην ὁ δεσπότης βεβαιοῖ». Εις την 86 ὁμιλίαν του ὁ ἱερός οὗτος Πατήρ λέγει ἀκόμη ἐμφαντικώτερον «Μεγάλη ἡ των ἱερέων ἀξία, ὧν ἄν ἀφῆτε, φησίν, ἀφέωνται οι ἁμαρτίαι. Και τί λέγω; Οὔτε ἄγγελος οὔτε ἀρχάγγελος ἐργάσασθαι τί δύναται. Ἀλλά Πατήρ και Υἱός και Ἅγιον Πνεῦμα πάντα οἰκονομεῖ… Ὁ δέ ἱερεύς την ἑαυτου δανείζει γλῶσσαν και την ἑαυτου παρέχει χεῖ¬ρα». Ἰδού πῶς σκέπτεται ὁ Ἱερός Πατήρ διά την υπό των ἱερέων ἐξομολόγησιν.
Συγχωροῦν οι ἱερεῖς ἁμαρτίας, πρᾶγμα τό οποίον δεν δύναται νά κάμωσι ἄγγελοι και ἀρχάγγελοι. Ἡ δέ Ἁγία Τριάς Πατήρ Υἱός και Ἅγιον Πνεῦ¬μα λαμβάνουσι την γλῶσσαν και την χεῖρα του ἱερέως και συγχωροῦν τας ἁμαρτίας».
Πῶς θα συμβιβασθῶσι αυτά μέ εκείνα πού εἴπατε, κ. Εὐαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Σας ἀπαντῶ: Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὑπηρέτησε ως ἱεροκήρυξ ἐν Ἀντιοχείᾳ μέχρι του 398, όταν ἔγινε Ἀρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως διαδεχθείς τον Νεκταριον. Ἐπί Νεκταρίου όμως τό 391 μ.Χ. συνέβη ἐν Κων/πόλει τό ἑξῆς σκάνδαλον. Κάποιος ἱερεύς ἐφανέρωσε τό μυστικόν της ἐξομολογήσεώς τινος.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νεκταριος στενοχωρηθείς καταργεῖ την μυστικήν ἐξομολόγησιν και ἀφήνει τους πιστους νά ἐξομολογῶνται ἀπ’ εὐθείας εις τον Θεόν. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος έχει δύο γνώμας περί ἐξομολογήσεως. Την μίαν πρό του 391, όταν ήταν ἐν Ἀντιοχείᾳ ἱεροκήρυξ και ἴσχυε ὁ θεσμός του πρεσβυτέρου επί της μετανοίας, πρίν δηλαδή ἐκραγῆ τό σκάνδαλον του επί μετανοίᾳ πρεσβυτέρου ἐν Κωνσταντινουπόλει και την άλλην μετα τό 391 μ.Χ. μετα την ἔκρηξιν του σκανδάλου, όταν ήταν ἀρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως.
Εις την πρώτην του γνώμην ὐποστηρίζει τους ἱερεῖς, ότι ἔχουσιν ἐξουσίαν νά συγχωροῦν ἁμαρτίας κατόπιν ἐξομολογήσεως. Εις την δευτέραν γνώμην του θέλει την ἐξομολόγησιν «ἀμάρτυρον»ἐνώπιον του Θεοῦ μόνον. Την δευτέραν γνώμην θεωρῶ ως τελευταίαν γνώμην του Χρυσοστόμου. Αυτήν ἀσπάζομαι και εγώ.
Ορθόδοξος: Ὄχι κ. Εὐαγγελικέ. Ἐν πρώτοις κάμνετε σύγχυσιν των χρονολογιῶν των λόγων του Χρυσοστόμου και ιδού: ἡ πρώτη περικοπή ἐκ της πζ΄ ὁμιλίας του ἱεροῦ πατρός εις τό κατα Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, εις την οποίαν τονίζεται ἡ ἐνώπιον του ἱερέως ἐξομολόγησις, ἐλέχθη μέν ἐν Ἀντιοχείᾳ αλλά τό 394 ἤ 395 μ.Χ. δηλαδή μετα τό 391 μ.Χ. όταν ἐξεράγη τό σκάνδαλον.
Ἑπομένως τό νά ἐπιμένῃ ὁ Χρυσόστομος μετα την ἔκρηξιν του σκανδάλου εις την γνώμην του περί της ἀξίας των ἱερέων, σημαίνει ότι και μετα τό 391 μ.Χ. ὁ ἱερός Πατήρ είχε την αυτήν γνώμην.
Εἱς την περικοπήν ταύτην γράφει, όπως είδαμε, τα ἑξῆς: «Μεγάλη είναι ἡ ἀξία των ἱερέων. Ὅσων συγχωρήσητε, λέγει, συγχωροῦνται οι ἁμαρτίες. Και τί λέγω (ότι οι ἱερεῖς έχουν μεγάλην ἀξίαν;) οὔτε ἄγγελος οὔτε ἀρχάγγελος μπορεῖ νά κάμῃ κἄτι σέ ’κεῖνα πού είναι δοσμένα παρά του Θεοῦ, αλλά ὁ Πατήρ και ὁ Υἱός και τό Ἅγιον Πνεῦ¬μα ρυθμίζουν ὅλα· ὁ δέ ἱερεύς την γλῶσσαν του δανείζει και τό χέρι του προσφέρει».
Εις άλλην ὁμιλίαν του ὁ ἱερός Πατήρ εις τό κατα Ἰωάννην Εὐαγγέλιον τό 394 ἤ 395 μ.Χ. ἐκφωνηθεῖσαν γράφει τα ἑξῆς: «Τους ἐγκεχειρισμένους την ἐνέργειαν μετα πολλῆς θεραπεύομεν της τιμῆς. Μεγάλη γάρ ἡ των ἱερέων ἀξία. Ὧν ἄν ἀφῆτε, φησίν, ἀφέωνται αι ἁμαρτίαι. Και γάρ ἄν ὁ βίος αυτών (των ἱερέων) σφόδρα διαβεβλημένος ᾖ σύ δέ, ἄν σαυτῷ προσέχῃς, οὐδεν παραβλαβήσῃ εις τα ἐγκεχειρισμένα αὐτῷ (τῷ ἱερεῖ) παρά του Θεοῦ. Εἰ και σφόδρα φαῦλοί ειςιν οι ἱερεῖς, τα αυτού πάντα ἐργάσεται και πέμψει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Οὐδέ γάρ ὁ καθαρός από της οἰκείας ἐπισπᾶται αὐτῷ καθαρότητος, αλλά χάρις ἐστίν ἡ τό πᾶν ἐργαζομένη».
Ἀλλά και εις την ΙΔ΄ ὁμιλίαν εις την Β΄ προς Κορινθίους, ἡ οποία ἐξεφωνήθη ἐν Κωνσταντινουπόλει ὁ ἱερός Πατήρ λέγει: «Έτσι και επί των ἁμαρτανόντων ποίησον, δῆσον τον πλημμελησαντα ἕως ἄν ἐξιλεώσῃ Θεόν. Μή ἀφῇς λελυμένον, για να μή πλέον δεθῇ τη του Θεοῦ ὀργη. Ἄν Ἐγώ δήσω ὁ Θεός ουκέτι (τη ὀργη) δεσμεῖ. Ἄν δέ εγώ μή δήσω, τα ἄρρηκτα αυτόν μένει δεσμά». Ἰδού ἡ ἱερατική ἐξουσία του δεσμεῖν και λύειν του Χρυσοστόμου, όταν ήταν Ἀρχιεπίσκοπος Κων/πλεως.
Ευαγγελικός: Τα χωρία του Χρυσοστόμου, τα οποία ὁμιλοῦσι περί ἐξομολογήσεως ἐνώπιον του Θεοῦ πῶς θα οἰκονομηθῶσι; Θ’ ἀπορριφθῶσι;
Ορθόδοξος: Προσεκτική ἐξέτασις των χωρίων αυτών δεικνύει ότι δεν ὁμιλοῦσι ταῦτα ξεκάθαρα περί καταργήσεως της ἐξομολογήσεως ἐνώπιον του ἱερέως. Θέλουσι «ἀμάρτυρον την ἐξομολόγησιν» από ἄνθρωπον, ὁ οποίος θα σέ ὀνειδίσῃ και ἀπὸ σύνδουλον ὁ οποίος θα σέ ἐκπομπεύσῃ.
Θέλουσι ἀμάρτυρον την ἐξομολόγησιν από πολλούς μάρτυρας ἐν θεάτρῳ τινι και όπως ξεκάθαρα λέγει «ουκ ἀναγκάζω φησίν ὁ Κύριος εις μέσον ἐχθρῶν σε εις θέατρον ως μάρτυρας προξενῆσαι πολλούς». Ταῦτα οὐδόλως θίγουσι την μυστικήν ἐνώπιον του ἱερέως ἐξομολόγησιν.
Ευαγγελικός: Και όταν λέει : «Ἐμοί τό ἁμάρτημα εἰπέ μόνῳ κατ’ ίδιαν». Αυτό πῶς θα οἰκονομηθῇ;
Ορθόδοξος: Τό «μόνῳ» δεν ἀντιτίθεται προς τον ἱερέα, ώστε νά ὑποθέσωμεν, ότι συνιστᾷ ἐξομολόγησιν μόνον εις τον Θεόν και όχι εις τον ἱερέα. Τό «μόνῳ» ἀντιτίθεται βάσει των συμφραζομένων προς τον σύνδουλον, ὁ οποίος ἐκπομπεύει, ἄνθρωπον ὁ οποίος ὀνειδίζει και προς τους μάρτυρας ἐν θεάτρῳ. Διαβάσατε καλά τα λόγια του Πατρός. Ἀφοῦ λοιπόν τό «μόνῳ» δεν ἀντιτίθεται προς τον ἱερέα, αλλά προς άλλους κοινούς ἀνθρώπους, δυνάμεθα νά ἐξομολογούμεθα και ἐνώπιον του Θεοῦ διά της προσευχῆς μας και ἐνώπιον του ἱερέως διά της ἐξομολογήσεως. Ἡ ἐξομολόγησις δεν καταργεῖ την προσευχή οὔτε ἡ προσευχή την ἐξομολόγησιν.
Ευαγγελικός: Ἡ καταργησις του Μυστηρίου της ἐξομολογήσεως διήρκησε ἔπειτα από τό σκάνδαλον επί Νεκταρίου επί 100 χρόνια. Αυτό θα ἀπαλειφθῇ τελείως;
Ορθόδοξος: Ἀλλά και ἄν ὑποθέσωμεν ότι ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἠκολούθησεν ἐν Κωσνταντινούπολει την γνώμην του Νεκταρίου τί μέ αυτό; Πρέπει νά τονισθῇ εις τον κ. Μεταλληνόν κάτι τό οποίον ίσως ἠξεύρει και τό παρέτρεξεν ως ἀσήμαντον. Ἀπό ὀρθοδόξου απόψεως δεν μας ἐνδιαφέρει τί ὑπεστήριξεν εἷς ἤ περισσότεροι επίσκοποι ἤ και μία ἐκ μέρους εκκλησία. Διότι, ἐάν κατηργήθη ὁ θεσμός του πρεσβυτέρου ἐν τη ἐξομολογήσει υπό ἑνός ἐπισκόπου και εις μίαν εκκλησίαν, ὁ Σωζόμενος (ἱστορικός) μαρτυρεῖ ξεκάθαρα, ότι ὁ υπό του Νεκταρίου καταργηθείς θεσμός «ἐπιμελῶς και ἐν ταῖς κατα Δύσιν εκκλησίαις φυλάττεται και μάλιστα ἐν τη των Ρωμαίων».
Ἀλλά και ἐν αυτή τη Ἀνατολῇ ὑπάρχουν ἀντιδράσεις διά την καταργησιν του θεσμου τούτου, διότι οι ἱστορικοί Σωκράτης και Σωζόμενος δεν συμφωνοῦν μέ την καινοτομίαν ταύτην. Διά τουτο μετα 100 ἔτη ἐπανῆλθεν ὁ θεσμός οὗτος και ἐν αυτή τη Ἀνατολικῇ ἐκκλησίᾳ γενικῶς.
Πλήν αυτού θα ήταν σκόπιμον νά σας ὑπενθυμίσωμεν, κ. Μεταλληνέ, ότι εις τον μονοθελητισμόν παρεσύρθη τόσον ὁ Πατριάρχης Κων/πολεως Σέργιος, όσον και ὁ Πάπας Ρώμης Ὀνώριος. Δεν παρέμειναν ἀμετατρεπτοι εις την ὀρθήν περί δύο θελημάτων ἐν τῷ Χριστῷ διδασκαλίαν, παρά μόνον δύο μοναχοί ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ἀποθανών ἐν τη ἐξορίᾳ και ὁ μοναχός Σωφρόνιος, μετέπειτα Πατριάρχης Ἱεροσολύμων. Και ἐφάνη προς στιγμήν, ότι ὁλόκληρος ἡ Εκκλησία κατεβλήθη υπό της πλάνης και όμως ἡ δυάς αυτή των ὀρθοδόξων μοναχῶν κατενίκησεν εις τό τέλος την πλάνην. Ποῖος τώρα θα ἠδύνατο νά εἴπῃ, αφού ὁ μονοθελητισμός ἐδιδάχθη προς στιγμήν υπό ὅλης σχεδόν της εκκλησίας, ἄρα τό περί δύο θελημάτων ἐν Χριστῷ είναι πεπλανημένον;
Ἐπίσης τό 476 μ.Χ. ἡ καθ’ ὑποκίνησιν του μονοφυσίτου Πατριάρχου Τιμοθέου του Αἰλούρου δημοσιευθεῖσα ἐγκύκλιος ὑπεγράφη υπό 500 ἐπισκόπων. Θα μας ἔλεγες λοιπόν, κ. Μεταλληνέ, ότι ἡ περί δύο φύσεων ἐν τῷ Χριστῷ διδασκαλία ἀνατραπεῖσα προς στιγμήν υπό, ἡμισείας χιλιάδος ἐπισκόπων δεν έχει ὀρθῶς;
Τί σημασίαν λοιπόν έχει, ἐάν ὁ Ἐπίσκοπος Νεκταριος συναρπαγεὶς από την κατακραυγήν ἐκκραγέντος σκανδάλου στερούμενος ίσως και ἐπαρκοῦς ἀριθμου πνευματικῶν ἱερέων, ἀξίων της ἀποστόλης των, ἔφθασε μέχρι του τολμήματος νά καταργήσῃ τον θεσμόν του επί της μετανοίας πρεσβυτέρου; Ἀλλά και ἡ συνείδησις των ἐκκλησιῶν της Ἀνατολῆς ἀφυπνισθεῖσα ἐξηγέρθη κατα του μέτρου τούτου και εις διάστημα μόλις ὑπερβαῖνον τον αἰῶνα ἀποκατέστησε τα πράγματα εις την θέσιν των. Διατί λοιπόν κ. Μεταλληνέ ὑπερτιμᾷς μίαν λεπτομέρειαν του ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου μόλις ἐπιφανῆσαν, διά νά ταφῇ μετα τινα χρόνον ὁριστικῶς;
Συμπέρασμα: Ἀπεδείχθη διά της παραδόσεως της εκκλησίας, ότι από ἱστορικῆς απόψεως οι πατέρες των τεσσάρων πρώτων αἰώνων μαρτυροῦσι ότι ρυθμισταί της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν ήταν οι επίσκοποι, κατ’ ἐντολήν των ὁποίων ἐνήργουν οι ἱερεῖς.
Γενική παρατηρήσεις: Εις τό περί ἀφέσεως ἁμαρτιῶν θέμα μας είδαμε ότι κύριοι ῥυθμισταί της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν δεν είναι ἡ ὁλομέλεια της εκκλησίας, ως τονίζετε οι «Ευαγγελικοί», αλλά οι ἀρχηγοί ταύτης οι Ἀπόστολοι και ἔπειτα οι επίσκοποι από ἁγιογραφικῆς και πατερικῆς -ἱστορικῆς απόψεως. Τουτο ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχῃ και μέχρι σήμερον.
Ἑπομένως από της ἐποχῆς των Ἀποστόλων μέχρι σήμερον ὑπάρχει παρά τοῖς ὀρθοδόξοις ἡ αυτή γνώμη. Οι «Ευαγγελικοί» κατα τον 16ον αἰῶνα ἀπηρνήθητε την γνώμην ταύτην, ἠκολουθήσατε άλλην. Ποῖος εὑρίσκεται ἐν τη ἀληθεία; Εμείς οι ὀρθόδοξοι διά τον ἑξῆς λόγον.
Ὁ Κύριος φεύγων του κόσμου τούτου είπε εις τους Αποστόλους: «Μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τας ἡμέρας ἕως της συντελείας του αἰῶνος». Είναι γνωστον, όμως ότι οι Ἀπόστολοι θα ἀπέθνησκον. Μετα ποίων θα ήταν ὁ Κύριος πάσας τας ἡμέρας, αφού αυτοί θα ἀπέθνησκον; Προφανῶς μετα των διαδόχων τους. Ποῖοι είναι οι διάδοχοι των Ἀποστόλων; Αὐτοί οι οποίοι έχουν διαδοχήν «πάσας τας ἡμέρας» δηλαδή ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένην.
Εις τό περί ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν θέμα παρ’ ἡμῖν τοῖς ὀρθοδόξοις ὑπάρχει ἡ διαδοχή ως είδαμε «πάσας τας ἡμέρας» παρά ὑμῖν δέ τοῖς εὐαγγελικοῖς διακόπτεται όχι μίαν ἡμέραν και δύο αλλά 1600 χρόνια. Ἄρα μεθ’ ἡμῶν είναι ὁ Κύριος των ὀρθοδόξων, οι οποίοι έχουμε διαδοχήν. Ἑπομένως τό δικαιωμα της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν δίδεται διά των ἐπισκόπων εις τους ἱερεῖς.
Ευαγγελικός: Οὐδεν ἀπήντησε.
Θέμα 6ον: «Περί Χρίσματος»
Ορθόδοξος: Ἐπιθυμεῖτε κ. Εὐαγγελικέ νά μιλήσουμε και διά τό Μυστήριον του χρίσματος;
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως. Θα μου εἴπητε όμως ποία ἡ οὐσία και ποῖος ὁ σκοπός του Μυστηρίου τούτου κατα την Ὀρθόδοξον ἄποψιν;
Ορθόδοξος: Τό χρῖσμα συνεχίζεται μετα τό βάπτισμα. Τό χρῖσμα είναι ἡ θεοσύστατος τελετή, δι’ ἧς χριομένων των μελῶν του βαπτισθέντος ἡ ἀρξαμένη υπό του βαπτίσματος πνευματική ζωή ἐνισχύεται και τελειοῦται. Τό βάπτισμα δηλαδή ἀφαιρεῖ τας ἁμαρτίας, έχει ἑπομένως ἀρνητικόν χαρακτῆρα. Τό χρῖσμα πλουτίζει τον βαπτισθέντα διά των δωρεῶν του Ἁγίου Πνεύματος, για να ἀναπτυχθῇ ἡ νέα πνευματική ζωή, και ἑπομένως έχει θετικόν χαρακτῆρα. Και μέ λίγα λόγια τό βάπτισμα δίδει την νέαν ἀναγεγεννημένην φύσιν εις τον ἄνθρωπον, τό δέ χρῖσμα διαπτύσσει ταύτην.
Ευαγγελικός: Και τό Μυστήριον τουτο θα πρέπῃ νά ἔχῃ τα δύο στοιχεῖα, ὁρατον σημεῖον και ἀόρατον, θείαν χάριν μαρτυρούμενα υπό της Ἁγίας Γραφῆς και υπό των Πατέρων των τεσσάρων πρώτων αἰώνων.
Ορθόδοξος: Βεβαιότατα. Και πρῶτον, ας ἔλθωμεν εις την Αγία Γραφήν. Ὁ Απόστολος Παύλος εις την Β΄ προς Κορινθίους 1,21-22 γράφει τα ἑξῆς: «ὁ δέ βεβαιῶν ημάς σύν ὑμῖν εις Χριστον και χρίσας ημάς Θεός ὁ και σφραγισάμενος ημάς και δούς τον ἀρραβῶνα του Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν». Ἐπίσης και ὁ Ἰωάννης εις την Α΄ ἐπιστολήν του 2, 27 λέγει: «και ὑμεῖς τό χρῖσμα, ὅ ἐλάβατε ἀπ’ αυτού, μένει ἐν ὑμῖν και οὐ χρείαν έχετε, για να τις διδάσκῃ υμάς ἀλλ’ ως τό αυτού χρῖσμα διδάσκει υμάς περί πάντων…» Ἐπίσης και εις τον στίχον 20 λέγει: «και ὑμεῖς χρῖσμα έχετε από του Ἁγίου και οἴδατε πάντα». Ὅπως βλέπετε, κ. Εὐαγγελικέ εδώ τετράκις γίνεται λόγος περί χρίσματος, τό οποίον δίδει τό Ἅγιον Πνεῦμα εις τας καρδίας μας.
Ευαγγελικός: Τό χρῖσμα τουτο δεν είναι ἐξωτερικόν ἀλλ’ ἐσωτερικόν και σημαίνει την βεβαίωσιν την στερέωσιν των καρδιῶν μας διά του Ἁγίου Πνεύματος εις τον Χριστον. Ἐπειδή δηλαδή ἡ χρῖσις δι’ ἐλαίου ἐν τη Παλαιᾷ Διαθήκῃ ήταν σύνηθες μέσον ἐπικλήσεως των χαρισμάτων του Ἁγίου Πνεύματος, ἐξ οὗ και οι χριόμενοι ἐκαλοῦντο χριστοί, ἡ ἔκφρασις αυτή θα ἐμορφώθη ἐκεῖθεν. Ἑπομένως πρόκειται εδώ περί ἐσωτερικῆς χρίσεως βεβαιώσεως των καρδιῶν μας υπό του Ἁγίου Πνεύματος.
Ορθόδοξος: Ἀποκλείεται νά ὑποθέσωμεν ότι ἐκ της Παλαιᾶς Διαθήκης ἐλήφθη και ἡ ἐξωτερική χρῖσις; Δύνασθε δηλαδή εσείς νά ἀποδείξητε, ότι τα χωρία ταῦτα της Καινῆς Διαθήκης μιλούν μόνον περί ἐσωτερικοῦ χρισματος; Ποῦ βασίζεσθε και ἀποκλείετε την ἐξωτερικήν χρῖσιν;
Ευαγγελικός: Εσείς οι ὀρθόδοξοι ποῦ στηρίζεσθε παραδεχόμενοι πλήν της ἐσωτερικῆς χρίσεως της βεβαιώσεως των καρδιῶν μας και ἐξωτερικήν χρῖσιν διά του ἐλαίου;
Ορθόδοξος: Είναι βέβαιον, ότι τα χωρία ταῦτα είναι ἀσαφῆ. Οὔτε εσείς οι Ευαγγελικοί δύνασθε βάσει των χωρίων αυτών νά ἀποδείξητε ότι τό χρῖσμα είναι μόνον ἐσωτερικόν οὔτε εμείς οι ὀρθόδοξοι δυνάμεθα νά ἀποδείξωμεν βάσει των χωρίων αυτών, ότι τό χρῖσμα είναι ἐσωτερικόν και ἐξωτερικόν. Πιθανότατα έχουμε και διά τα δύο. Ἑπομένως πρέπει νά καταφύγωμεν εις άλλα χωρία σαφέστερα διά τό μυστήριον του χρίσματος. Συμφωνεῖτε, κ. Εὑαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Βεβαιότατα.
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν λοιπόν εις τας πράξεις των Ἀποστόλων 8,14-17. «Ἀκούσαντες δέ οι ἐν Ἱεροσολύμοις απόστολοι, ότι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τον λόγον του Θεοῦ, ἀπέστειλαν προς αὐτους Πέτρον και Ἰωάννην, οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περί αυτών, όπως λάβωσι τό Πνεῦμα Ἅγιον. Οὐδέπω γαρ ἦν ἐπ’ οὐδενί αυτών πεπτωκός, μόνον δὲ βεβαπτισμένοι ὑπῆρχον εις τό ὄνομα του Κυρίου Ἰησου. Τότε ἐπέθεσαν τας χεῖρας ἐπ’ αὐτους και ἐλάμβανον Πνεῦμα Ἅγιον». Ἐκ των χωρίων τούτων φαίνεται καθαρά, ότι άλλο πρᾶγμα ήταν τό βάπτισμα και άλλο ἡ χορήγησις του Ἁγίου Πνεύματος διά της ἐπιθέσεως των χειρῶν των Ἀποστόλων. Ἐπίσης εις τας Πράξεις 16,2-6 ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «ἀκούσαντες δέ ἐβαπτίσθησαν εις τό ὄνομα του Κυρίου Ἰησου και ἐπιθέντος του Παύλου τας χεῖρας ἦλθε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπ’ αὐτους». Και ἐξ αυτού φαίνεται ότι άλλο Μυστήριον ήταν τό βάπτισμα και άλλο πρᾶγμα ἡ μεταδοσις του Ἁγίου Πνεύματος διά της ἐπιθέσεως των Ἀποστολικῶν χειρῶν. Ἐπίσης και εις την προς Ἑβραίους ἐπιστολήν 6,1-4 γίνεται λόγος περί «βαπτισμῶν διδαχῆς και ἐπιθέσεως χειρῶν» ως προκαταρτικῶν και θεμελιωδῶν στοιχείων της χριστιανικῆς διδασκαλίας. Είναι λοιπόν ἀναντίρρητον, ότι άλλο ήταν τό βάπτισμα και άλλο ήταν ἡ χορήγησις του Ἁγίου Πνεύματος διά της ἐπιθέσεως των χειρῶν τό καθ’ ημάς χρῖσμα.
Ευαγγελικός: Θέλετε δηλαδή νά εἴπητε, ότι, ἐκεῖνο τό οποίον ἔκαμναν οι απόστολοι διά της ἐπιθέσεως των χειρῶν, τό κάμνετε εσείς διά του χρίσματος;
Ορθόδοξος: Βεβαίως.
Ευαγγελικός: Μέ ποιό δικαιωμα όμως μεταβάλλετε τον τρόπον του Μυστηρίου τούτου, ἀντικατασταντες την επίθεσιν των χειρῶν διά του χρίσματος;
Ορθόδοξος: κ. Εὐαγγελικέ, λέγοντες τουτο δέχεσθε, ότι ὑπῆρχεν ἐκτός του βαπτίσματος και ἰδιαίτερος τρόπος χορηγήσεως του Ἁγίου Πνεύματος διά της ἐπιθέσεως των χειρῶν και μας κατηργήσατε, διατί αλλάξαμεν την μορφήν του Μυστηρίου τούτου; Και εμείς οι ὀρθόδοξοι κατηγοροῦμεν υμάς κατα μείζονα λόγον, διατί κατηγορήσατε τό Μυστήριον τουτο; Εμείς οι Ὀρθόξοξοι αλλάξαμεν την μορφήν, εσείς όμως οἰ Ευαγγελικοί κατηργήσατε τελείως τό Μυστήριον τουτο. Ποῖος είναι περισσότερον ἐν ἀταξίᾳ; Δεν εἶσθε εσείς οι Ευαγγελικοί, οι οποίοι κατηργήσατε τελείως τό Μυστήριον;
Ευαγγελικός: Ὀφείλω νά ὁμολογήσω ότι ἐφ’ όσον από Ἁγιογραφικῆς απόψεως εὐσταθεῖ τό Μυστήριον τουτο, καθ’ ὅ διά ἐπιθέσεως των χειρῶν των Ἀποστόλων ἐγίνετο ἡ μεταδοσις του Ἁγίου Πνεύματος, είναι μεγαλυτέρα ἡ πρᾶξις της καταργήσεως, την οποίαν κάμνομεν εμείς, από την πρᾶξιν της τροποποιήσεως, την οποίαν κάμνετε εσείς.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως και οι δύο εἴμεθα ἐν ἀταξίᾳ. Περισσότερον όμως εσείς οι Ευαγγελικοί και ὀλιγώτερον εμείς οι Ὀρθόδξοξοι. Ταῦτα λέγομεν ἔχοντες ως βάσιν μόνον την Αγία Γραφήν.
Ευαγγελικός: Βεβαιότατα. Ἔτσι πρέπει νά είναι. Θα ἤθελον όμως νά ἐμάνθανον, πῶς εσείς οι Ορθόδοξοι προέβητε εις την τροποποίησιν ταύτην, ἀντικαταστήσαντες την χειροθεσίαν διά του χρίσματος.
Ορθόδοξος: Δύο είναι οι λόγοι κ. Εὐαγγελικέ. Πρῶτον ἡ ἀσάφεια των χωρίων περί χρίσματος, τα οποία σας ἀνέφερον ἀνωτέρω. Β΄ Κορινθ.1,21-22, Α΄ Ἰωάν. 2,27-20. Και δεύτερον ἡ Ιερή Παράδοση της εκκλησίας μας. Είπαμε δηλαδή, ότι τα χωρία τα μιλούντα περί χρίσματος Β΄ Κορινθ. 1,21-22, Α΄ Ἰωάν. 20,27 είναι ἀσαφῆ και ἑπομένως δύνανται ως ἀσαφῆ νά ἔχωσι την ἔννοιαν ἐσωτερικῆς μόνον χρίσεως ἤ ἐσωτερικῆς και ἐξωτερικῆς. Είπαμε επίσης ἐν τῷ πρώτῳ θέματι εις την ἀρχήν της συζητήσεώς μας διά την ἀξίαν της Ιεράς Παραδόσεως, ότι ἡ Ιερή Παράδοση είναι εκείνη ἡ οποία ἐχώρισε τα γνήσια από τα νόθα συγγράμματα των Ἀποστόλων. Ἡ Παράδοση είναι εκείνη, ἡ οποία ἐχώρισε τα ἱστορικῶς ἀξιόπιστα συγγράμματα των ἀποστολικῶν Πατέρων (Ἕν ἐξ αυτών είναι ἡ ἐπιστολή του Πολυκάρπου Σμύρνης) από τα θεόπνευστα και ἱστορικῶς γνήσια συγγράμματα, όπως είναι τα Εὐαγγέλια του Μάρκου και του Λουκᾶ. Αυτή λοιπόν ἡ Παράδοση, ἡ οποία ἐχώρισε τα ἱστορικῶς ἀξιόπιστα από τα θεόπνευστα, έχει την δύναμιν νά καθορίσῃ την ἔννοιαν των ἀσαφῶν ἐκείνων χωρίων, περί χρίσματος και νά εἴπῃ, ότι ἐκτός της δι’ ἐπιθέσεως των χειρῶν χορηγήσεως του Ἁγίου Πνεύματος ὑπῆρχε και άλλος τρόπος επί της ἀποστολικῆς ἐποχῆς, ὁ διά χρίσματος. Αυτό ἔγινε. Ἡ Ιερή Παράδοση, την οποίαν θα σας ἀναφέρω, ἔδωσε εις τα Γραφικῶς ἀσαφῆ χωρία περί χρίσματος την ἔννοιαν ταύτην του Μυστηρίου. Ἑπομένως κατα την Παράδοσιν ὑπῆρχον επί της Ἀποστολικῆς ἐποχῆς δύο τρόποι του Μυστηρίου τούτου, ὁ του χρίσματος και δι’ ἐπιθέσεως των χειρῶν.
Ευαγγελικός: Διὰ τίνα λόγον ὑπῆρχον δύο τρόποι: επίθεσις των χειρῶν και χρῖσμα επί της Ἀποστολικῆς ἐποχῆς;
Ὀθρόδοξος: Ἡ Παράδοση ἑρμηνεύει κατα τινα τρόπον ἔγιναν και οι δύο τρόποι. Κατ’ ἀρχάς δηλαδή οι Ἀπόστολοι ἐφ’ όσον ήταν ὀλίγοι οι χριστιανοί και ἡ χορήγησις του Ἁγίου Πνεύματος διά των χειρῶν των ήταν εὔκολος νά γίνῃ, ἐγίνετο αυτή οὖτως.
Όταν όμως ηὐξήθησαν οι χριστιανοί, ἡ χορήγησις του Ἁγίου Πνεύματος ἐδίδετο διά του χρίσματος, τό οποίον ίσως ηὐλόγουν οι Ἀπόστολοι. Αυτό φαίνεται από τους Πατέρες των τεσσάρων πρώτων αἰώνων, οι οποίοι μιλούν και περί των δύο τρόπων της χορηγήσεως του Ἁγίου Πνεύματος γενομένου του πρώτου δι’ ἐπιθέσεως των χειρῶν υπό των ἐπισκόπων και του δευτέρου, του χρίσματος υπό των ἱερέων.
Ἑπομένως, κ. Εὐαγγελικέ, εμείς οι Ορθόδοξοι διά την ὀλιγωτέραν παράβασιν, την τροποποίησιν του Μυστηρίου τούτου του χρίσματος, έχουμε την Ιερήν Παράδοσιν, την δευτέραν πηγήν του λόγου του Θεοῦ, δίδουσαν την ἔννοιαν του χρίσματος εις τα ἀσαφῆ εκείνα χωρία της Ἁγίας Γραφῆς περί χρίσματος.
Εσείς όμως οι Ευαγγελικοί, οι οποίοι έχετε σχεδόν μόνον την Αγία Γραφήν ως πηγήν του λόγου του Θεοῦ, πῶς θα δικαιολογήσετε την μεγαλυτέραν παράβασιν, την καταργησιν του Μυστηρίου τούτου, αφού ξεκάθαρα ὁμιλοῦσι τα χωρία, τα οποία σας ἀνέφερα Πράξ. 8,14-17.19, 2-6 Ἑβρ. 1-4 περί του Μυστηρίου τούτου;
Ευαγγελικός: Θα ἤθελον νά ἤκουον και την γνώμην των Πατέρων των τεσσάρων πρώτων αἰώνων.
Ορθόδοξος: Μάλιστα! Ἀναρίθμητοι είναι αι σχετικαι μαρτυρίαι από Θεοφίλου Ἀντιοχείας μέχρι του Χρυσοστόμου. Τινές ἐξ αυτών:
1) Θεόφιλος επίσκοπος Ἀντιοχείας 169-180 γράφει: «Τοιγαροῦν εμείς τούτου ἕνεκεν καλούμεθα χριστινοί, ότι χριόμεθα ἐλαίῳ» εις Ἀντιοχ. 1,12.
2) Τερτυλλιανός: γεννηθεὶς 155 και ἀποθανὼν 240 γράφει: «Ἐξελθόντες ἐκ του λουτροῦ του βαπτίσματος ἐχρίσθημεν ἁγίῳ ἐλαίῳ ἑπόμενοι τη ἀρχαίᾳ τελεσιουργίᾳ. Σωματικῶς τελεῖται ἐφ’ ημάς τό χρῖσμα… ἔπειτα ἐπιτίθεται ἡ χὴρ, ἥτις διά της εὐλογίας ἐπικαλεῖται και καταβιβάζει τό Ἅγιον Πνεῦ¬μα» Baptism, cap VII.
3) Ἡ ἐν Καρχηδόνι Σύνοδος τό 258 επί Κυπριανοῦ και 84 άλλων Ἐπισκόπων ἀπεφάνθη, «Ἀνάγκη χρίεσθαι τον βεβαπτισμένον, για να λαβὼν χρῖσμα μέτοχος γένηται Χριστού, Ἁγιάσαι ἔλαιον οὐ δύναται αιρετικοί».
4) Ὁ Κυπριανός: 200-258. Ἐν ἐπιστ. 73,4 γράφει: quod nunc quoque apud nos geritur ut qui in Ecclesla baptizantur praepositis Ecclesiae offerantur et per nostram orationem ac manus impositionem Spiritum sanctum cohsequantur et signaculo dominico consummentur.
Ἐξηγῶ: «Τουτ’ αυτό και ὑφ’ ἡμῶν τώρα γίνεται (ἡ υπό του Πέτρου και του Ἰωάννου ἐν Σαμαρείᾳ γενομένη επίθεσις των χειρῶν), για να ἐκεῖνοι οι οποίοι βαπτίζονται ἐν τη ἐκκλησίᾳ τοῖς κορυφαίοις ἐπισκόποις προσφέρωνται και διά της ἡμετέρας προσευχῆς και ἐπιθέσεως των χειρῶν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον δεχθῶσι και διά της Κυριακῆς σφραγῖδος (χρίσματος) τελειωθῶσι».
5) Κύριλλος Ἱεροσολύμων 312-386 γράφει: «Και ὑμῖν ὁμοίως ἀνεβεβηκόσι ἐκ της κολυμβήθρας των ἱερῶν ναμάτων ἐδόθη χρῖσμα… τῷ μέν φαινομένῳ μύρῳ τό Σώμα χρίεται, τῷ δέ ἁγίῳ και ζωοποιῷ πνεύματι ἡ ψυχή ἁγιάζεται» Μυσταγ. γξ΄ 1 κ΄3.
6) Γρηγόριος ὁ Θεολόγος 329-390. Λόγος εις τό Ἅγιον Βάπτισμα· Baptismus quia peccatum in aqua sepelitur, unctio quia sacer et regius…illuminatio quia splendor et claritas. Migne 35,111. Ἤτοι «τό Βάπτισμα (ὀνομάζεται έτσι), διότι ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ ὕδατι θαπτεται· τό χρῖσμα (ὀνομάζεται έτσι), διότι είναι ἱερόν και βασιλικόν (δι’ αυτού ἐχρίοντο ἱερεῖς και βασιλεῖς), φῶς, διότι είναι στιλπνότης και λαμπρότης (ψυχῆς).
7) Ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Σύνοδος 364 κανών 7ος «περί του τους ἐκ των αιρέσεων ἐπιστρεφομένους… χρισθέντας τῷ ἁγίῳ χρίσματι έτσι κοινωνεῖν των ἁγίων Μυστηρίων», τοὺς πιστους «χρίεσθαι χρίσματι ἐπουρανίῳ» κανών 48ος.
8) Ἱερός Χρυσόστομος 345-407. Γράφει: Και ιδού. Είναι γνωστον ἐκ της ἐκκλησιατστικῆς Ἱεραρχίας Β΄ παρ. Migne 3, 396 του ψευδοδιονυσίου του Ἀεροπαγίτου συγγράμματος του Ε΄ αἰῶνος, ότι κατα την ἀρχαιότητα ἡ Ἁγία Μεταδοσις ἐδίδετο κατα πρώτην φοράν εις τον νεοφώτιστον, όταν «ὁ ἱεράρχης τῷ θεουργικῷ μύρῳ τον βαπτισθέντα σφραγισάμενος μέτοχον ἀπέφηνε της ἱεροτελεστικωτατης θυσίας».
Τουτο ἔχων ὑπ’ ὅψιν του ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει εις την ΙΓ΄ ὁμιλίαν του προς Ἑβρ. παρ. δ΄ «Ὅσοι τοίνυν κατηξιώθημεν της σφραγῖδος, ὅσοι της θυσίας ἀπηλαύσαμεν, ὅσοι της ἀθανάτου τραπέζης μετέσχομεν, μένομεν, φυλάττομεν την εὐγένειαν και την τιμήν».
Ευαγγελικός: Παρετήρησα ότι ὁ Τετρυλλιανός, ὁ Κυπριανός μετα του χρίσματος μνημονεύουσι και την επίθεσιν των χειρῶν. Διατί ἐφαρμόζουσι αυτοί ἀμφότερα τα στοιχεῖα χρῖσμα και επίθεσιν χειρῶν».
Ορθόδοξος: Τουτο συνέχει διότι ἐτελεῖτο υπό Ἐπισκόπων, ως μαρτυρεῖ ὁ Κυπριανός και τό ἀναφερθέν χωρίον: quod nunc quoque apud nos gerifur (ἡ υπό του Πέτρου και του Ἰωάννου γενομένη επίθεσις των χειρῶν)… proepositis= τοῖς κορυφαίοις τοῖς Ἐπισκόποις ἐγίνετο.
Ευαγγελικός: Γίνεται τουτο και σήμερον;
Ορθόδοξος: Ναί! Εὐλογεῖται τό μύρον του χρίσματος υπό των ἐπισκόπων. Ἡ υπό των σημερινῶν ἐπισκόπων εὐλογία του μύρου έχει την θέσιν της ἐπιθέσεως των χειρῶν των Ἀποστόλων.
Συμπέρασμα: Κύριε Εὐαγγελικέ. Ἰδού πῶς έχει τό Μυστήριον του χρίσματος από Ἁγιογραφικῆς και Πατερικῆς απόψεως. Ἁγιογραφικῶς σαφής, ἀναντίρρητος είναι ἡ επίθεσις των χειρῶν ἀσαφής δέ ἡ χρῖσις. Ἀπό Πατερικῆς απόψεως ἔγινε επί της Ἀποστολικῆς ἐποχῆς ἡ τροποποίησις διά της ἀντικαταστασεως της χειροθεσίας υπό του μύρου.
Ἐξηκολούθησε αυτή και βραδύτερον, ώστε ὁσάκις ἐγίνετο υπό των ἱερέων διά μύρου, διά χειροθεσίας και μύρου ὁσάκις ἐγίνετο υπό ἀρχιερέων. Και εμείς σήμερον αυτό κάμνομεν. Χρίομεν διά μύρου, εὐλογουμένου υπό Ἀρχιερέων. Ἰδού πῶς εμείς διακαιολογοῦμεν την τροποποίησιν της μορφῆς του Μυστηρίου του μύρου από Πατερικῆς απόψεως. Εσείς πῶς θα δικαιολογήσητε την καταργησιν τούτου Γραφικῶς και Πατερικῶς;
Ευαγγελικός: Οὐδεν ἀπήντησε.
Θέμα 7ον «Τό Μυστήριον του Γάμου»
Ορθόδοξος: Ἄς ἐξετασουμε κ. Εὐαγγελικέ και τό μυστήριον του γάμου.
Ευαγγελικός: Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω.
Ορθόδοξος: Μυστήριον ὀνομάζομεν οι Ορθόδοξοι, ως είπαμε και προηγουμένως ἐν εἰδικῇ ἐννοίᾳ την δι’ ὁρατων σημείων μεταδοσιν της ἀοράτου θείας χάριτος. Ἑπομένως και εις τον γάμον θα ἴδωμεν τὴν ἀόρατον χάριν και τό ὁρατον σημεῖον. Και την μέν ἀόρατον χάριν θα εὕρωμεν ἐν τη Αγία Γραφή, τό δέ ὁρατον σημεῖον ἐν τη παραδόσει –ἔστω- των τεσσάρων πρώτων αἰώνων, την οποίαν και εσείς δέχεσθε. Δεν είναι ἔτσι κ. Εὐαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Συμφωνῶ και ἀκούω πρῶτον την ἐν τη Αγία Γραφή ὑπάρχουσαν εἰδικήν θείαν χάριν διά τό μυστήριον του γάμου.
Ορθόδοξος: Ὁ Απόστολος Παύλος ἐν τη προς Ἐφεσίους ἐπιστολῇ του 5.31-33 γράφει τό ἑξῆς: «Καταλείψει ἄνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναῖκα αυτού και ἔσονται οι δύο εις σάρκα μίαν. Τό μυστήριον του¬το μέγα ἐστίν. Ἐγώ δέ λέγω εις Χριστον και εις τὴν εκκλησίαν». Όταν ὁ Απόστολος λέγει μυστήριον εδώ τί ἐννοεῖ, κ. Εὐαγγελικέ;
Εὐγγελικός: Μυστήριον σημαίνει κἄτι τό μυστηριῶδες τό ἀκαταληπτον. Ὁ γάμος είναι αυτός καθ’ ἑαυτον μυστηριώδης, ἀκαταληπτος, διότι ὁ υἱός ἤ ἡ κόρη ἐρχόμενοι εις γάμου κοινωνίαν ἀφήνουν πατέρα και μητέρα, τα προσφιλέστατα των προςωπα και συνδέονται μέ προςωπον, τό οποίον είναι ξένον και δυνατον νά είναι εις αὐτους τελείως ἄγνωστον.
Ἡ σύνδεσις δέ αυτή του γάμου δεν είναι στανική, ἀναγκαστική, αλλά γίνεται μετα μεγάλης χαρᾶς όχι μόνον υπό των μελλονύμφων αλλά και ὑπ’ αυτών των γονέων των. Ὁ γάμος είναι ἡ μεγαλυτέρα ἑορτή υἱῶν και γονέων.
Ὁ ἄρρηκτος σύνδεσμος υἱῶν και γονέων μόνον διά του γάμου εὐχαρίστως κόπτεται. Πῶς γίνεται του¬το; Μυστήριον! Ἑπομένως μυστήριον δεν είναι μόνον ὁ χριστιανικός γάμος, αλλά και πᾶς γάμος είτε πρό Χριστού είτε μετα Χριστον και ἄνευ Χριστού, διότι έχει τα μυστηριώδη αυτά χαρακτηριστικά.
Ορθόδοξος: Ὁ Απόστολος Παύλος προσθέτει όμως τό ἑξῆς: «Τό Μυστήριον τουτο μέγα ἐστίν· ἐγὼ δέ λέγω εις Χριστον και εις την εκκλησίαν». Τί ἐννοεῖ ὁ Απόστολος μέ τό «εις Χριστον και εις τὴν εκκλησίαν;».
Ευαγγελικός: Σας ἀπαντῶ: Ἐάν ἀκαταληπτον πρᾶγμα είναι ὁ γαμικός σύνδεσμος ἀνδρός και γυναικός, δι’ οὕς λόγους ἀνέφερον ἀνωτέρω, περισσότερον ἀκαταληπτον είναι «Μυστήριον μέγα ἐστί», όπως λέγει ξεκάθαρα ὁ Απόστολος, ὁ γάμος του Νυμφίου Χριστού και της Νύμφης εκκλησίας.
Είναι ἀκατανόητον δηλαδή πῶς ὁ Χριστός ἀφῆκε τον Πατέρα Του, τον Οὐράνιον, ἦλθεν εις την γῆν και ἐνυμφεύθη την εκκλησίαν, της οποίας τα μέλη οι ἄνθρωποι ήταν όχι μόνον ξένοι του Θεοῦ αλλά και ἐχθροί αυτού.
Ἑπομένως ὁ γάμος των ἀνθρώπων είναι μυστήριον, ὁ δέ γάμος του Χριστού και της εκκλησίας Μέγα Μυστήριον. Ἄρα ὁ γάμος των ἀνθρώπων είναι πτωχή πενιχρά εικόνα του γάμου του Χριστού ως Νυμφίου και της εκκλησίας ως Νύμφης.
Οὐδεμίαν λοιπόν εἰδικήν ἀόρατον θείαν χάριν εὑρίσκω εις την λέξιν «μυστήριον» του χωρίου τούτου του Ἀπ. Παύλου.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως έχετε την γνώμην α) ότι «μυστήριον» είναι πᾶς γάμος και αυτός ὁ μή χριστιανικός, ὁ προχριστιανικός διά την μυστηριώδη μεγάλην ἀμοιβαίαν ἕλξιν δύο ἀγνώστων μεταξύ των ἑτεροφύλων και β) ότι ὁ γάμος αυτός είναι εικόνα μόνον του οὐρανίου γάμου Χριστού και εκκλησίας και οὐδεν πλέον.
Ευαγγελικός: Βεβαίως. Ὁμιλοῦντες περί γάμου ὁμιλοῦμεν ἁπλῶς περί φυσικοῦ τινος δεσμου ως εἰκόνος ὑπερφυσικοῦ δεσμου Χριστού ως νυμφίου και εκκλησίας ως νύμφης.
Ορθόδοξος: Ἐάν προσέξωμεν τό κείμενον του Αποστόλου, κ. Εὐαγγελικέ, θα ἴδωμεν, ότι ὁ Απόστολος ὁρίζει τον φυσικόν τουτον δεσμόν του γάμου, λέγων: «ἔσονται οι δύο εις σάρκα μίαν». Ἑπομένως ὁ Απόστολος έχει ὑπ’ ὄψιν του γάμον, όπου είναι εἷς ἀνήρ έχει μία γυνή, δύο, δηλαδή μονογαμίαν και οὐχι πολυγαμίαν.
Πρό Χριστού όμως δεν ὑπῆρχε μονογαμία αλλά πολυγαμία, διότι ὁ ἀνήρ ἐλάμβανε πολλάς γυναῖκας. Και αὐτοί οι Πατριάρχαι Ἀβραάμ και Ἰακώβ είχαν ἕκαστος δύο συζύγους. Ἐπί της ἐποχῆς δέ του Κυρίου οι Ἰσραηλῖται κατέλυον τον θεσμόν τουτον της μονογαμίας διά του διαζυγίου, τό οποίον διά την σκληροκαρδίαν, όπως λέγει ὁ Κύριος των Ἰουδαίων, ἐπέτρεψε ὁ Μωϋσής.
«Ἀπ’ ἀρχῆς δέ ουκ ἐγένετο έτσι» τονίζει ὁ Κύριος Ματθ. 19,8. Τό ἀπ’ ἀρχῆς τουτο ἐννοεῖ τον θεσμόν, τον οποίον ὥρισεν ὁ Θεός κατα την δημιουργίαν «ἔσονται οι δύο εις σάρκα μίαν». Ἑπομένως τό χωρίον αυτό του Αποστόλου «τό Μυστήριον του¬το» έχει ὑπ’ ὄψιν του τον χριστιανικόν γάμον και όχι πάντα γάμον, διότι ἐν τῷ χριστιανικῷ γάμῳ ἐφηρμόσθη πλήρως ἡ μονογαμία ἡ ἀναφερομένη εις τό χωρίον τουτο της Γενέσεως 2, 24, και ἐπαναλαμβανόμενον εδώ υπό του Αποστόλου.
Ἐκτός αυτού ὁ Απόστολος Παύλος γράφει προς χριστιανούς της Ἐφέσου και όχι προς Ἐθνικούς. Ἄρα πρόκειται περί χριστιανικοῦ γάμου και όχι περί παντός γάμου.
Ευαγγελικός: Δέχομαι ότι τό μυστήριον, τό οποίον ἀναφέρει ὁ Απόστολος Παύλος του γάμου, ἀφορᾷ τον χριστιανικόν γάμον και όχι πάντα γάμον. Ποῦ όμως φαίνεται εις τον χριστιανικόν αυτόν γάμον ἰδιαιτέρα θεία χάρις, την οποίαν πρέπει νά ἔχῃ ὁ χριστιανικός γάμος, για να έτσι ἔχῃ οὗτος τό ἕν ἐκ των δύο στοιχείων του Μυστηρίου κατα την ὀρθόδοξον ἀντίληψιν;
Ορθόδοξος: Ὁ Απόστολος Παύλος θέτει ως πρότυπον του χριστιανικοῦ γάμου τον γάμον του Χριστού και της εκκλησίας και λέγει διά τας γυναῖ¬κας. Ἐφεσ. 5,24, «ὥσπερ ἡ εκκλησία ὑποτασσεται τῷ Χριστῷ, έτσι και αι γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσι ἐν παντί».
Διά δέ τους χριστιανούς ἄνδρας λέγει τό ἑξῆς: «οι ἄνδρες ἀγαπᾶτε τας γυναῖκας ἑαυτων καθώς και ὁ Χριστός ἠγάπησε την εκκλησίαν και ἑαυτον παρέδωκεν ὑπέρ αυτής».
Ὁ Απόστολος λοιπόν θέλει τοιαύτην ὑπακοή των συζύγων χριστιανῶν γυναικῶν προς τους ἄνδρας των, όπως ὑποτασσεται ἡ εκκλησία εις τον Χριστον.
Και αφού ἡ ὑπακοή της εκκλησίας εις τον Χριστον δεν είναι φυσική τις ὑπακοή αλλά ὑπερφυσική, κατα παρόμοιον τρόπον ἡ χριστιανική γυνή πρέπει νά ἔχῃ τοιαύτην ὑπακοήν εις τον ἄνδρα. Τό ἴδιο λέγει και διά τους χριστιανούς ἄνδρας.
Πρέπει νά ἀγαποῦν τας γυναῖκας των μέχρι θανάτου, όπως ἠγάπησε και ὁ Χριστός την εκκλησίαν. Ἀλλά όπως ὑπερφυσική ήταν ἡ ἀγάπη του Χριστού προς την εκκλησίαν, κατα παρόμοιον τρόπον ὑπερφυσικήν χάριν πρέπει νά ἔχῃ και ἡ ἀγάπη του ἀνδρός προς την γυναῖκα.
Ὁ Απόστολος δηλ. ζητεῖ πλήρη ὑπακοήν της γυναικός προς τον ἄνδρα της και ἀγάπην μέχρι θανάτου του ἀνδρός προς την γυναῖκα του. Διά νά ἐπιτευχθοῦν τα ὑπερφυσικά ταῦτα πρότυπα των συζύγων, δεν θα πρέπῃ, κ. Εὐαγγελικέ, νά ὑπάρχῃ ἰδιαιτέρα θεία χάρις, για να ὁ φυσικός δεσμός του γάμου ἀποκτήσῃ τοιοῦτον ὑπερφυσικόν χαρακτῆρα;
Ευαγγελικός: Ἐάν ἀόρατον θείαν χάριν εις τό Μυστήριον του γάμου ἐννοεῖτε τό εἶδος αυτό της χάριτος, για να ὁ φυσικός δεσμός του χριστιανικοῦ γάμου ἐξυψωθῇ εις την ὑπερφυσικήν σφαῖραν, την οποίαν θέλει ὁ Απόστολος Παύλος διά των προαναφερθέντων χωρίων του 5,24-25, δεν δύναμαι νά ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Θα ἤθελον όμως νά μου διασαφίσητε περισσότερον τα πράγματα.
Ορθόδοξος: Ποῖα;
Ευαγγελικός: Πρῶτον: Την ἐντολήν του γάμου εις τό χωρίον της Γενέσεως 2,24: τό «καταλείψει ἄνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα και προσκολληθήσεται τη ἰδίᾳ γυναικί κλπ. Δευτέρον: Τον γάμον Χριστού και εκκλησίας «τό Μέγα τουτο Μυστήριον» του Αποστόλου Ἐφεσ. 5,32 και τρίτον τὸν χριστιανικόν γάμον. Θέλω δηλ. νά μάθω ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξύ των τριῶν αυτών κατα την ἀντίληψίν σας.
Ορθόδοξος: Εὐχαρίστως. Ἡ ἐντολή του γάμου Γέν. 2, 24 «καταλείψει ἄνθρωπος τον πατέρα….κ.λπ.» είναι τύπος, εικόνα του γάμου του Χριστού και της εκκλησίας. Ὁ χριστιανικός γάμος έχει ως πρότυπον τον γάμον Χριστού και εκκλησίας. Ἑπομένως μεταξύ του τύπου «καταλείψει ἄνθρωπος…» Γέν. 2,24 και του χριστιανικοῦ γάμου κεῖται ως κέντρον ὁ γάμος Χριστού και εκκλησίας, ὁ οποίος είναι πρότυπον του χριστιανικοῦ γάμου.
Ευαγγελικός: Ποία ἡ διαφορά τύπου πού ἀποδίδετε εις την ἐντολήν του γάμου Γέν. 2,24 και προτύπου, τό οποίον ἀποδίδετε εις τό Μέγα Μυστήριον γάμου Χριστού και εκκλησίας;(Ἐφεσ. 5, 32);
Ορθόδοξος: Ὁ τύπος ἀφορᾶ τό μέλλον, έχει προφητικόν χαρακτῆρα, είναι σκιά, είναι κενός περιεχομένου και ἀναμένει τό Σώμα την εκκλησίαν του. Τοιοῦτον ήταν τό Γέν. 2,24 ἡ ἐντολή δηλαδή του γάμου ἔναντι του Ἐφεσ. 5,32 «του Μεγάλου Μυστηρίου» ἑνώσεως Χριστού και εκκλησίας. Πρότυπον του χριστιανικοῦ γάμου, ὀνομάζεται ὁ γάμος Χριστού και εκκλησίας, διότι ὁ χριστιανικός γάμος ἀφορᾶ τον γάμον Χριστού και εκκλησίας. Ὁ χριστιανικός γάμος έτσι δεν έχει στατικόν χαρακτῆρα ως έχει ὁ τύπος, ἡ ἐντολή Γέν. 2, 24 αλλά δυναμικόν, ἐνεργητικόν, διότι έχει ἐνώπιόν του πρότυπον πλῆρες, ζωντανόν, ὁλοκληρωμένον» (Ἐφεσ. 5,32) «τό Μέγα Μυστήριον» προς ὅ τείνει. Δεν θα πρέπῃ λοιπόν, κ. Εὐαγγελικέ, νά δοθῇ εἰδική θεία χάρις εις τον χριστιανικόν γάμον, για να φθασῃ οὗτος τό πρότυπον αυτού τον γάμον Χριστού και εκκλησίας κατα τό Ἐφεσ. 5,22-25; «Οι ἄνδρες ἀγαπᾶτε τας ἑαυτων γυναῖκας ως ὁ Χριστός την εκκλησίαν και αι γυναῖκες ὑποτασσησθε τοῖς ἰδίοις ἀνδράσι ως ἡ εκκλησία τῷ Χριστῷ;».
Ευαγγελικός: Σας εἶπον και πάλιν ἐπαναλαμβάνω. Ἄν εἰδικήν χάριν του γάμου ἐννοεῖτε την ἐναρμόνισιν των 5,22-25 της προς Ἐφεσίους ἐπιστολῆς, όπου ἐκτίθενται αι ἀμοιβαῖαι ὑποχρεώσεις των χριστιανῶν συζύγων πρὸς τὸ πρότυπον αυτών (Ἐφσ. 5,32) του γάμου Χριστού και εκκλησίας, οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω.
Ορθόδοξος: Βεβαίως. Ἀλλά και ἐάν τα ἀναφερθέντα χωρία του Αποστόλου δεν σέ πείθουν πλήρως, ότι ὁ γάμος είναι Μυστήριον ως δραστικόν ὄργανον της θείας χάριτος κατα την Ὀρθόδοξον ἄποψιν περί Μυστηρίου, τό ἐλλεῖπον ἀναπληροῖ ἡ Παράδοση, τό ὕψιστον τουτο καταφύγιον και κριτήριον των δογματικῶν ἀληθειῶν των τη Γραφή ἀορίστως ἤ ἀσαφῶς ἐκφερομένων. Ποίαν ἀξίαν έχει ἡ Παράδοση είπαμε ἐν ἀρχῇ. Ἀναγνώσατε τους ἐκεῖ πέντε λόγους του ὑψίστου κύρους της Ιεράς Παραδόσεως βάσει της Ἁγ. Γραφῆς.
Ευαγγελικός: Δέχομαι τό ἕν στοιχεῖον του Μυστηρίου του γάμου, την ἀόρατον θείαν χάριν. Τό ὁρατον όμως σημεῖον ποῖον είναι και ποῦ θα εὑρεθῇ;
Ορθόδοξος: Ὁρατον σημεῖον είναι ἡ συγκαταθεσις των μελλονύμφων και ἡ εὐλογία της εκκλησίας. Και ἡ μέν συγκαταθεσις εὕρηται εις την ἐλευθερίαν, την οποίαν διδάσκει ὁ Κύριος, ἡ δέ εὐλογία των μελλονύμφων εις την Παράδοσιν της εκκλησίας και αυτών των 4 πρώτων αἰώνων, την οποίαν και εσείς δέχεσθε.
Ευαγγελικός: Θα ἤθελον νά ἤκουον την ἱεράν ταύτην Παράδοσιν.
Ορθόδοξος: Μάλιστα! Ἀκούσατε. Πρῶτος αἰών. Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος μαρτυρήσας 107 μ.Χ., γράφων προς Πολύκαρπον λέγει: «Πρέπει δέ τοῖς γαμουσι και ταῖς γαμουμέναις μετα γνώμης του ἐπισκόπου ποιεῖσθαι, για να ὁ γάμος ᾖ κατα Θεόν και μή κατ’ ἐπιθυμίαν».
Δεύτερος αἰών: Ὁ Τερτυλλιανός 135-240 μ.Χ. γράφει: ad uxor 11,9 “Matrimonium Ecclesia consiliat et confirmat oblatio et obsignat benedictio, Angeli renuciant; Pater rato habet» δηλαδή «τον γάμον ἡ εκκλησία συνάπτει, ἡ προσφορά βεβαιοῖ, ἡ εὐλογία σφραγίζει, ἄγγελοι, ἀναγγέλλουσι, ὁ Πατήρ κυροῖ».
Τρίτος αἰών: Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος (335-397) ἐν Epist. 19,6 « Cum ipsum conjugium sacerdotati et benedictione sanctifacari oporteat…» Ἐπειδή αυτός ὁ γάμος πρέπει νά ἁγιάζηται διά της ἱερατικῆς εὐλογίας….».
Ὁ Μέγας Βασίλειος 330-379 εις την ἑξαήμερον VII, 5 γράφει «ὁ της φύσεως δεσμός ὁ διά της εὐλογίας ζυγός».
Ὁ Χρυσόστομος (345-407) γράφει: «Δέον…, τους ἱερέας καλεῖν και δι’ εὐχῶν και εὐλογιῶν την ὁμόνοιαν του συνοικεσίου συσφίγγειν, για να ὁ πόθος του νυμφίου αὔξηται: και ἡ σωφροσύνη της κόρης ἐπιτείνηται» Bareille τομ. 8,99.
Συμπέρασμα. Ὁ γάμος είναι Μυστήριον, διότι περιέχει την ἀόρατον θείαν χάριν, περί της οποίας μιλά ὁ Απόστολος Παύλος εις την προς Ἐφεσίους ἐπιστολήν και τό ὁρατον σημεῖον τῆν εὐλογίαν της εκκλησίας περί ἧς μιλά ἡ Παράδοση μέχρι σήμερον και αυτή ἡ των 4 πρώτων αἰώνων.
Ευαγγελικός: Οὐδεν ἀπήντησε.
Θέμα 8ον«τό Μυστήριον του Εὐχελαίου»
Ορθόδοξος: Ἐπιθυμεῖτε κ. Εὐαγγελικέ νά μιλήσουμε και περί του μυστηρίου του εὐχελαίου;
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως. Ὁρίσατέ μου όμως, σας παρακαλῶ, προηγουμένως πῶς ἐννοεῖτε και τό μυστήριον τουτο.
Ορθόδοξος: Τό εὐχέλαιον είναι μυστήριον θείας ἀρχῆς, ἐν ᾧ χριομένου του ἀσθενοῦς ἐλαίῳ ἐπέρχεται ἡ θεία χάρις θεραπεύουσα τας σωματικάς και ψυχικάς αυτού νόσους.
Ευαγγελικός: Ἑπομένως, όπως και διά τα άλλα μυστήρια, ἔτσι και διά τουτο θα πρέπῃ νά έχετε δύο πηγάς: Αγία Γραφήν και Πατέρας των τεσσάρων πρώτων αἰώνων και δύο συστατικά, ὁρατον σημεῖον και ἀόρατον θείαν χάριν.
Ορθόδοξος: Βεβαιότατα. Ἄς λάβωμεν πρῶτον την πρώτην πηγήν, την Αγία Γραφήν. Ὁ Ἰάκωβος εις την ἐπιστολήν του 5, 14-15 γράφει τα ἑξῆς: «ἀσθενείαις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας και προσ¬ευξάσθωσαν ἐπ’ αυτόν ἀλείψαντες αυτόν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι του Κυρίου· και ἡ εὐχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα και ἐγερεῖ αυτόν ὁ Κύριος· κἄν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς ἀφεθήσεται αὐτῷ».
Ὁ Απόστολος δηλ. Ἰάκωβος μας προτρέπει, όταν είναι τις ἀσθενής νά προσκαλέσῃ τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας νά προσευχηθῶσιν αυτοί διά τον ἀσθενοῦντα και νά ἀλείψωσιν αυτόν μέ ἔλαιον ἐν τῷ ὀνόματι του Κυρίου.
Ἡ μετα πίστεως αυτή προσευχή γενομένη θα θεραπεύσῃ τον ἀσθενῆ ἐκ του κινδύνου και θα ἐγείρῃ αυτόν ὁ Κύριος ἐκ της κλίνης του. Ἐάν δέ ἔχῃ διαπράξει ἁμαρτίας, θα του συγχωρηθῶσι.
Ευαγγελικός: Ποῦ εὑρίσκετε ὁρατον σημεῖον και ποίαν θεωρεῖτε ως ἀόρατον θείαν χάριν εις τα λόγια αυτά του ἀποστόλου;
Ορθόδοξος: Διπλοῦν είναι τό ὁρατον σημεῖον, διπλοῦν τό ἀποτέλεσμα της θείας χάριτος. Ὁρατον σημεῖον είναι τό ἄλειμμα του ἀσθενοῦς δι’ ἐλαίου και ἡ εὐχή της πίστεως, ἡ προσευχή δηλ. ἡ γενομένη ὑπέρ του ἀσθενοῦς. Ὀνομάζω δέ αυτά ὁρατα σημεῖα, διότι ὑποπίπτουσι υπό την αἴσθησίν μου. Και τό μέν ἄλειμμα δι’ ἐλαίου ὑποπίπτει υπό την ὅρασίν μου, ἡ δέ ὑπέρ αυτού προσευχή εις την ἀκοήν μου.
Ευαγγελικός: Ἄς λάβωμεν πρῶτον τό ὁρατον σημεῖον, τό δι’ ἐλαίου ἄλειμμα του ἀσθενοῦς. Αυτό δι’ υμάς τους Εὐαγγελικούς δεν είναι ὁρατον σημεῖον ἀόρατου χάριτος, αλλά μέσον φυσιολογικόν θεραπείας. Και ἐξηγοῦμαι.
Είναι γνωστον, ότι μέ τό ἔλαιον κατα την ἀρχαιοτατην ἐποχήν ἤλειφον και σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἀλείφουσι τό Σώμα του ἀσθενοῦς, διότι είναι ἀντιφλογιστικόν, ἀνακουφιστικόν και μαλακτικόν μέσον, πλειστακις δέ συνοδεύεται υπό θαυμασίων ἀποτελεσμάτων.
Ἐάν και σήμερον τό ἔλαιον κατέχῃ ἐν τη θεραπευτικῇ σπουδαιοτατην θέσιν, πόσῳ μᾶλλον εις την ἀρχαίαν ἐποχήν, όταν ἡ ἰατρική εὑρίσκετο εις τα σπάργανά της.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως κ. Εὐαγγελικέ πιστεύετε ότι τό ἔλαιον, τό οποίον συνιστᾷ ὁ Ἰάκωβος, είναι φυσιολογικόν μέσον θεραπείας και ως τοιοῦτον λαμβάνεται υπό του Ἰακώβου;
Ευαγγελικός: Βεβαίως.
Ορθόδοξος: Πέντε λόγους ἔχω νά ἀπορρίψω την γνώμην σας ταύτην. Και πρῶτον: αφού έχει φυσιολογικόν χαρακτῆρα ως ἀντιφλογιστικόν και μαλακτικόν τό ἔλαιον, όπως λέγεις, διατί νά ὁρίζεται υπό του Ἰακώβου, όπως γίνεται τό ἄλειμμα τουτο υπό ὡρισμένων ἀνθρώπων των πρεσβυτέρων της εκκλησίας και όχι υπό των συγγενῶν του ἀσθενοῦς υπό παντός ἀνθρώπου;
Δεύτερον: τό ἔλαιον εδώ του Ἰακώβου παρουσιάζεται ως μέσον θεραπείας πάσης νόσου. Ποῖος ποτέ ἐσκέφθη ἐν τη ἀρχαιότητι και περισσότερον σήμερον, ότι τό ἔλαιον από φυσιολογικῆς απόψεως είναι πανάκεια, θεραπεύει δηλαδή ὅλας τας νόσους;
Τρίτον: Ἠγνόει ἡ ἀρχαιότης ότι τό ἔλαιον δεν θεραπεύει ὅλας τας νόσους και ἐχρησιμοποίει τουτο ως πανάκειαν, ως λέγεται. Ἠγνόει όμως τουτο και τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό οποίον μιλά διά του Ἰακώβου θέτον τό ἔλαιον ως μέσον θεραπευτικόν πάσης νόσου;
Τέταρτον: Τό κείμενον δεν λέγει ότι ἡ θεραπεία θα γίνῃ φυσιολογικά μέ τό ἔλαιον, αλλά μέ την εὐχήν της πίστεως, «ἡ εὐχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα», λέγει ξεκάθαρα ὁ Ἰάκωβος.
Και πέμπτον: ὁ Ἰάκωβος μιλά και περί συγχωρήσεως ἁμαρτιῶν του ἀσθενοῦς «κἄν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς ἀφεθήσεται αὐτῷ». Είναι ποτέ δυνατον τό ἔλαιον ως φυσιολογικόν μέσον θεραπείας νά ἔχῃ σχέσιν τινά μέ την συγχώρησιν των ἁμαρτιῶν μας; Ἑπομένως διά τους πέντε αὐτους λόγους θα πρέπη νά λάβωμεν τό ἔλαιον του Ἰακώβου όχι ως φυσιολογικόν μέσον θεραπείας αλλά κατ’ άλλον τινά τρόπον.
Ευαγγελικός: Βεβαίως. Δέχομαι ότι τό ἔλαιον του Ἰακώβου δεν είναι μέσον θεραπευτικόν αλλά συμβολίζει, ἀντιπροσωπεύει την ἀνθρωπίνην ἰατρικήν. Είναι σύμβολον θεραπείας και όχι φυσιολογικόν μέσον ταύτης.
Ορθόδοξος: Εσείς κ. Εὐαγγελικέ ὀνομάζετε τό ἔλαιον του Ἰακώβου σύμβολον θεραπείας. Εμείς οι ὀρθόδοξοι ὀνομάζομεν αυτό αἰσθητον σημεῖ¬ον. Δύνασθε νά μου εἴπητε την διαφοράν, ἡ οποία ὑπάρχει μεταξύ του συμβόλου, όπως τό χαρακτηρίζετε εσείς τό ἔλαιον και του αἰσθητου σημείου, όπως τό χαρακτηρίζομεν εμείς οι ὀρθόδοξοι;
Ευαγγελικός: Δεν δύναμαι προχείρως νά σας ἀπαντήσω. Δύναμαι όμως νά κρίνω την εἰδικήν σας γνώμην, ἐάν μου την εἴπητε.
Ορθόδοξος: Μάλιστα. Ἀκούσατέ την. Ἐν τη Αγία Γραφή τό σύμβολον, ὁ τύπος χωρίζονται του συμβολιζομένου, της οὐσίας χρονικῶς ἤ ἄλλως πως. Ἐνῷ τό αἰσθητον σημεῖον των Μυστηρίων καθ’ ημάς είναι ἀναπόσπαστον της θείας χάριτος στοιχεῖον. Και ἐξηγοῦμαι. Σύμβολα, τύποι, σκιαί ἐν τη Παλαιᾷ Διαθήκῃ ὑπάρχουν πολλαί: αι θυσίαι, ἡ περιτομή, ὁ χαλκοῦς ὄφις ἐν τη ἐρήμῳ κ.λπ., τὰ οποία είχαν ως συμβολιζόμενον, ως οὐσίαν τον Χριστον, τό βάπτισμα κ.λπ. Τα σύμβολα ταῦτα χωρίζονται χρονικῶς από τα συμβολιζόμενα, διότι ταῦτα ήταν πρό Χριστού, ενώ τα συμβολιζόμενα, ἡ οὐσία, είναι επί της ἐποχῆς του Χριστού και μετα Χριστον. Πλήν αυτού, όταν ἦλθεν ὁ Χριστός ἡ οὐσία, ἔπαυσαν τα πρό Χριστού σύμβολα, οι τύποι και αι σκιαί. Ἐνῷ εις τό ἔλαιον του εὐχελαίου οὐδέποτε πρέπει νά χωρίζηται τό ἄλειμμα δι’ ἐλαίου από της εὐχῆς της πίστεως και από των ἀποτελεσμάτων τούτου, δηλαδή της θεραπείας σώματος και ψυχῆς. Πάντα ταῦτα είναι εις τό εὐχέλαιον ἀναπόσπαστα και ταυτόχρονα.
Ευαγγελικός: Εμείς όμως ὀνομάζομεν τό ἔλαιον σύμβολον.
Ορθόδοξος: Δεν μέ ἐνδιαφέρει ἡ ὀνομασία, αλλά ἡ οὐσία. Θεωρεῖτε ἀναπόσπαστον τό σύμβολον -ἔστω-αυτό του ἐλαίου από της εὐχῆς της πίστεως και της σωματικῆς και ψυχικῆς θεραπείας και ταυτόχρονα ὅλα αυτά;
Ευαγγελικός: Ἐφ’ όσον ὁ Ἰάκωβος ὁρίζει ταῦτα ἀναπόσπαστα και ταυτόχρονα, πῶς εγώ θα τό χωρίσω;
Ορθόδοξος: Ἀφοῦ λοιπόν κ. Εὐαγγελικέ τό ἔλαιον του εὐχελαίου είναι ἀναπόσπαστον της εὐχῆς της πίστεως και των ἀποτελεσμάτων, της ψυχικῆς και σωματικῆς θεραπείας, ενώ τα σύμβολα χωρίζονται χρονικῶς και οὐσιαστικῶς των συμβολιζομένων, δεν νομίζετε, ότι είναι δύο διάφορα πράγματα;
Ευαγγελικός: Βεβαίως. Ἅλλα είναι τα σύμβολα της Π. Διαθήκης και άλλο είναι τό ἔλαιον του εὐχελαίου ἐν τη Αγία Γραφή. Τα σύμβολα χωρίζονται χρονικῶς και οὐσιαστικῶς από τα συμβολιζόμενα, ενώ τό ἔλαιον του εὐχελαίου είναι ἀναπόσπαστον ταυτόχρονον της οὐσίας, δηλαδή της θεραπείας σώματος και ψυχῆς.
Ορθόδοξος: Ἡ στοιχειώδῃς λογική όμως κ. Εὐαγγελικέ λέγει, ότι δύο διάφορα πράγματα πρέπει νά έχουν και διαφόρους ὀνομασίας, για να διακρίνωμεν αυτά. Και αφού τα χωριζόμενα σύμβολα τοπικῶς και οὐσιαστικῶς ὠνομάσαμεν τύπους, σύμβολα, δεν θα πρέπῃ και διά τό ἔλαιον του εὐχελαίου, τό οποίον είναι ἀναπόσπαστον και ταυτόχρονον της σωματικῆς και ψυχικῆς θεραπείας, νά ὀνομάσωμεν δι’ άλλης λέξεως; Ἡ λέξις αυτή δι’ ημάς είναι αἰσθητον σημεῖον και όχι σύμβολον.
Ευαγγελικός: Ἡ διάκρισίς σας είναι ὀρθή και λογική. Δυσκολεύομαι όμως νά ἀφήσω την λέξιν «σύμβολον» και νά λάβω την ἰδικήν σας λέξιν «αἰσθητον σημεῖον».
Ορθόδοξος: Σου κάνω την χάριν αυτήν. Κράτησε την λέξιν σύμβολον. Ἀρκεῖ νά θέσῃς εις την λέξιν ταύτην τό νόημα της ἰδικῆς μου λέξεως, ἡ οποία είναι «αἰσθητον σημεῖον». Λέγε δηλαδή την λέξιν σύμβολον και ἐννόει ἀναπόσπαστον και ταυτόχρονον σύνδεσμον ὁρατου τινός πράγματος, μετ’ ἀοράτου τινός χάριτος, τό οποίον εμείς ὀνομάζομεν αἰσθητον σημεῖον. Ἡ διαφορά μας θα είναι πλέον λεκτική και όχι οὐσιαστική. Και τότε θα λέγωμεν εμείς μέν αἰσθητον σημεῖον, εσείς δέ αἰσθητον σύμβολον, θα ἐννοοῦμεν όμως και οι δύο μας ἀναπόσπαστον και ταυτόχρονον σύνδεσιν του ὑλικοῦ στοιχείου ἐν τῷ εὐχελαίῳ του ἐλαίου μετα της εὐχῆς της πίστεως και των ἀποτελεσμάτων τούτων, δηλαδή της σωματικῆς και ψυχικῆς θεραπείας.
Ευαγγελικός: Σας εἶπα δεν δύναμαι νά ἀρνηθῶ τό ἀναπόσπαστον και ταυτόχρονον του ἐλαίου ἐν τῷ εὐχελαίῳ μετα της εὐχῆς της πίστεως και της σωματικῆς και ψυχικῆς θεραπείας, αφού τό Πνεῦμα τό Ἅγιον διά του Ἰακώβου ἑνώνει ταῦτα. Ἄς ἔλθωμεν όμως και εις την μεταδιδομένην χάριν. Και σας ρωτώ: ποία είναι αυτή;
Ορθόδοξος: Σας εἶπον προηγουμένως, ότι ἡ μεταδιδομένη χάρις συνίσταται εις την διπλῆν θεραπείαν σώματος και ψυχῆς. Μας τό λέγει ξεκάθαρα ὁ Ἰάκωβος. Και ἰδοὺ 1) ἡ «εὐχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα» δηλαδή ἡ μετα πίστεως γενομένη προσευχή θα θεραπεύσῃ τον ἀσθενῆ. 2) «κἄν ἁμαρτίας ᾖ πεποικώς ἀφεθήσεται αὐτῷ», και ἄν δηλαδή ἔχῃ κάνει ἁμαρτίας οὗτος, θα συγχωρη-θῶσι.
Ευαγγελικός: Ἄς ἴδωμεν ἑκάστην ἐνέργειαν της θείας χάριτος χωριστα. Και πρῶτον ως προς την σωματικήν θεραπείαν. Οὔτε εγώ προσωπικῶς εἶδον, οὔτε ἐκ της ἱστορίας ἐμελέτησα, ότι διά του εὐχελαίου ἐπῆλθε θαυματουργική θεραπεία ἀσθενοῦς τινός.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως ψεύδεται ὁ Ἰάκωβος και τό δι’ αυτού μιλούν Πνεῦμα Ἅγιον, τό οποίον δηλοῖ ξεκάθαρα περί σωματικῆς θεραπείας διά του εὐχελαίου;
Ευαγγελικός: Ταῦτα λέγων δεν ἐκφράζω ἀντίρρησιν, αλλά ἀπορίαν διατυπώνω. Θα ἤθελον μίαν ἐξήγησιν της ἀπορίας μου ταύτης.
Ορθόδοξος: Μάλιστα! Ἀκούσατε! Ἐν πρώτοις πρέπει νά έχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ότι τό μυστήριον του εὐχελαίου δεν ἐδόθη μέ σκοπόν νά θεραπεύσῃ πάσας τας νόσους, καταργῶν τον θανατον και κάμνον ημάς ἀθανάτους. Τουτο θα ήταν ἀντίθετον της θείας οἰκονομίας, κατα την οποίαν ως ξεκάθαρα λέγει ὁ Παύλος «ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖ¬ται ὁ θανατος» Α΄ Κορινθ. 15-26. Ὁ θανατος δηλαδή θα καταργηθῇ τελευταῖος, κατα τό τέλος του κόσμου, κατα την ἀνάστασιν των νεκρῶν. Ἑπομένως τό εὐχέλαιον εὑρίσκεται ἐν συναρτήσει μετὰ της θνητότητος του ἀνθρώπου και δεν είναι ἀνεξάρτητον ταύτης. Πλήν αυτού ἡ επίδρασις του εὐχελαίου εις την σωματικήν νόσον δεν είναι ἄμεσος, θαῦμα, ἔκτυπόν τι και ἀνάγλυφον γεγονός, αλλά ἔμμεσος βελτίωσις της καταστασεως του ἀσθενοῦς, ώστε τελικῶς νά θεραπευθῇ οὗτος, ἐάν ὁ Θεός θελήσῃ. Τοιαῦται θεραπεῖα δεν δύνανται βεβαίως νά ἀποδειχθῶσι, δεν δυνάμεθα όμως νά ἀρνηθῶμεν αυτάς, αφού ξεκάθαρα μιλά τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, λέγων: «σώσει τον κάμνοντα και ἐγερεῖ αυτόν ὁ Κύριος». Ἐάν μάλιστα προσέξωμεν, θα ἴδωμεν εις την φράσιν ταύτην «σώσει τον κάμνοντα και ἐγερεῖ αυτόν ὁ Κύριος», την βαθμιαίαν βελτίωσιν της σωματικῆς ὑγείας.
Ευαγγελικός: Ἔχω μίαν ἀπορίαν. Μήπως ὁ Ἰάκωβος ἐννοεῖ εδώ θαυματουργικήν θεραπείαν, χάρισμα ὑπάρχον επί της ἀποστολικῆς ἐποχῆς μόνον και την οποίαν θεραπείαν ἔκαμνον οι Ἀπόστολοι, οι οποίοι «ἤλειφον ἐλαίῳ πολλούς ἀρρώστους και ἐθεράπευον»; κατα τό Μᾶρκ. 6, 3 ἤ «περί θαυματουργικῶν χαρισμάτων θεραπείας νόσων» κατα την Ἀποστολικὴν ἐποχὴν, ως ἀναφέρει ὁ Απόστολος Παύλος; «Ἄλλῳ δέ χαρίσματα ἰαμάτων» Α΄ Κορινθ. 12, 9. «Μή πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων;» 12, 30.
Ορθόδοξος: Δεν πρόκειτα περί αυτών, διότι τα θαυματουργικά χαρίσματα των ἰαμάτων είχαν δοθῆ εις ἄτομα «ἄλλῳ χαρίσματα ἰαμάτων» λέγει ὁ Απόστολος Παύλος, και ἐκτακτως.
Ἐνῷ ἡ σύστασις του Ἰακώβου νά καταφεύγωμεν ἐν καιρῷ νόσου εις τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας δεικνύει ότι πρόκειται περί τακτικοῦ πράγματος και όχι ἐκτακτου γεγονότος, περί ὡρισμένης ταξεως των πρεσβυτέρων της εκκλησίας και όχι περί ἀτόμων χαρισματούχων ἐκλεγομένων υπό του Θεοῦ εις ἐκτακτους περιστασεις.
Ευαγγελικός: Ἔστω. Ἄς δεχθῶ ότι πρόκειται περί βαθμιαίας βελτιώσεως της σωματικῆς ὑγείας διά του εὐχελαίου. Σας ρωτώ: γίνεται αυτή πάντοτε;
Ορθόδοξος: Δεν πρέπει νά γίνεται πάντοτε, διότι διά του εὐχελαίου θα κατηργεῖτο ὁ θανατος. Ἐφ’ όσον λοιπόν ὁ θανατος είναι ὁ ἔσχατος ἐχθρός, διότι θα καταργηθῇ κατα την ἀνάστασιν των νεκρῶν, πῶς θέλετε τό εὐχέλαιον νά ἐνεργη πάντοτε τὴν ἴασιν; Δεν νομίζετε ότι, ἐάν τουτο συν-έβαινε, ὅλοι οι ἀσθενεῖς θα ἔκαμνον εὐχέλαιον και δεν θα ἀπέθνησκον; Θα κατήργει τότε τό εὐχέλαιον όχι μόνον τον θανατον, αλλά και την ἰατρικήν ἐπιστήμην, ἡ οποία είναι του Θεοῦ.
Εὐαγγελικος: Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τό μυστήριον του εὐχελαίου δεν δρᾷ πάντοτε, ὑπάρχουν και περιπτώσεις, καθ’ ἅς γίνεται ἄνευ ἀποτελέσματος.
Ορθόδοξος: Ὄχι, διότι δεύτερος σκοπός αυτού είναι ἡ ψυχική θεραπεία. Τό λέγει ξεκάθαρα: «κἄν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς ἀφεθήσεται αὐτῷ».
Ευαγγελικός: Εμείς όμως γνωρίζομεν ότι αι ἁμαρτίαι συγχωροῦνται διά της μετανοίας και του αἵματος του Κυρίου. Πῶς λέγετε εσείς, ότι τό εὐχέλαιον συγχωρεῖ ἁμαρτίας; Καταργεῖ τό μυστήριον του εὐχελαίου την μετανοιαν και τό αἷμα της σταυρικῆς θυσίας του Κυρίου ἡμῶν Ἰησου Χριστού;
Ορθόδοξος: Μέ ἐρωτήσατε ἄν καταργη τό εὐχέλαιον διά της συγχωρήσεως των ἁμαρτιῶν την σταυρικήν θυσίαν του Χριστού. Σας ρωτώ και εγώ: Ἡ σταυρική θυσία δύναται νά καταργήσῃ τό εὐχέλαιον, αφού ξεκάθαρα ἀναφέρεται ἐν τη Αγία Γραφή;
Ευαγγελικός: Ἡ Ἁγία Γραφή δεν δύναται νά ἀντιφάσκῃ. Πρέπει νά εὑρεθῇ ένας τρόπος συμβιβασμου της ἀφέσεως των ἁμαρτιῶν διά του εὐχελαίου και διά της θυσίας του Γολγοθᾶ μέσῳ της μετανοίας.
Ορθόδοξος: Προσέξατε, κύριε Εὐαγγελικέ, δύο πράγματα: Πρῶτον: είναι ῥητή ἡ δήλωσις του Ἰακώβου ότι ὁ ἀσθενής «κἄν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς ἀφεθήσεται αὐτῷ». Συνδέει δηλ. την ἄφεσιν των ἁμαρτιῶν μέ τό μυστήριον του εὐχελαίου. Αυτό δεν δυνάμεθα νά τό ἀρνηθῶμεν. Δεύτερον- τό και σπουδαιότερον- προσέξατε την πρώτην λέξιν του στίχου αυτού, ἐκεῖνο τό «κἄν ἁμαρτίας», ἐκεῖνο τό «κἄν», τό οποίο σημαίνει «και ἐάν», δεν σου κάνει ἐντύπωσιν;
Ευαγγελικός: Τὶ θέλετε νὰ πῆτε μὲ αυτό; δὲν σας καταλαβαίνω.
Ορθόδοξος: Είναι γνωστον, κ. Εὐαγγελικέ, ότι ὁ ἄνθρωπος είναι ἁμαρτωλός «Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες» λέγει ὁ ίδιος ὁ Ἰάκωβος. Διατὶ θέτει ἐκεῖνο τὸ «κἄν» ἐδῶ εις τὸ εὐχέλαιον, τὸ οποίον σημαίνει «και ἐάν» ἔχωμεν διαπράξει ἁμαρτίας, αφού εἴμεθα ἁμαρτωλοί;
Ευαγγελικός: Ποίαν ἔννοιαν δίδετε εσείς;
Ορθόδοξος: Ἐγὼ νομίζω, ότι ἐκεῖνο τὸ «κἄν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκὼς» δὲν ἀναφέρεται εις άλλας ἁμαρτίας του ἀσθενοῦς, παρὰ εις τὰς ἁμαρτίας ἐκείνας, αι οποίαι προεκάλεσαν τὴν ἀσθένειάν του. Ὅτι δὲ ἐκ των ἁμαρτιῶν μας ἀσθενεῖ και τὸ Σώμα μας τὸ βεβαιώνει ὁ Κύριος εις τὸν παράλυτον τὸν οποίον, όταν ἐθεράπευσεν είπεν εις αὐτὸν «μηκέτι ἁμάρτανε, για να μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται» Ἰωάν. 5, 14. Και ὁ Απόστολος Παύλος λέγει εις τὴν Α΄ Κορινθ. 11, 29 – 30. «Ὁ γὰρ ἐσθίων και πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει και πίνει μὴ διακρίνων τὸ Σώμα του Κυρίου. Διὰ τουτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς και ἄρρωστοι και κοιμῶνται ἱκανοί». Ἑπομένως ἄν τὸ εὐχέλαιον δὲν θεραπεύῃ τὸν ἀσθενῆ σωματικῶς, δὲν ἀστοχεῖ, διότι έχει ως δεύτερον σκοπὸν τὴν ψυχικὴν θεραπείαν του ἀσθενοῦς, τὴν ἄφεσιν των ἁμαρτιῶν αυτού, αι οποίαι προεκάλεσαν τὴν νόσον.
Ευαγγελικός: Ἔστω. Δεν καταργεῖται έτσι τό καθ’ υμάς μυστήριον της ἐξομολογήσεως;
Ορθόδοξος: Ὄχι. Διότι ὁ Χριστιανός ἐξομολογεῖται τας ἁμαρτίας, τας οποίας διέπραξε γνωρίζων, ότι είναι ἁμαρτίαι και ἐνθυμεῖται αυτάς. Πόσας όμως ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος διαπράττει ἐκ συναρπαγῆς, ἐξ ἀγνοίας και ἑπομένως δεν έχει συνείδησιν αυτών ἤ δεν ἐνθυμεῖται αυτάς; Πόσαι ἁμαρτίαι εὐκόλως διαφεύγουσι την προσοχήν μας; ἀποκλείεται λοιπόν αὗται νὰ συγχωροῦνται διά του μυστηρίου του εὐχελαίου, αφού πρῶτον ἀσφαλῶς ἐξομολογηθῆ τας ἐν συνειδήσει του ἁμαρτίας. Κατα συνέπειαν τό μυστήριον του εὐχελαίου δεν καταργεῖ, αλλά συμπληροῖ τό μυστήριον της μετανοίας. Διά τουτο εις την ἀρχαιότητα πολύ ὀρθῶς ἐγίνετο τό μυστήριον του εὐχελαίου μετα τό μυστήριον της ἐξομολογήσεως και πρό του μυστηρίου της θείας Εὐχαριστίας.
Ευαγγελικός: Θα ἤθελον νά ἤκουον και την γνώμην των Πατέρων της εκκλησίας των τεσσάρων πρώτων αἰώνων περί του μυστηρίου του εὐχελαίου.
Ορθόδοξος: Ἄν και είναι περιττον νά καταφύγωμεν εις τους πατέρας, ἐφ’ όσον ἡ Αγία Γραφή διά του Ἰακώβου μιλά τόσον σαφῶς και ξεκάθαρα περί του μυστηρίου τούτου, ἐν τούτοις ας ἔλθωμεν και εις πέντε μόνον μαρτυρίας των πατέρων των τεσσάρων πρώτων αἰώνων.
Και πρῶτον· ὁ Ἱππόλυτος γεννηθείς τό 150 μ.Χ. ἐν τῷ ἔργῳ αυτού Ἀποστολική διάταξις ἐν τη Αἰγυπτιακῇ διαταξει γράφει ἔν τινι εὐχῇ «ut oleum hoc sanctificans das Deus , Sanitatem utentibus et percipientibus, unde uncxisti reges, sacerdotas, profetas, sic et omnibus gustantibus et sanitatem utentibus illud praebeat» (εις τα ἀποσπάσματα της Βερόης τα υπό του Heiler ἐκδοθέντα). Ἐξηγῶ. «Ἵνα τό ἔλαιον τουτο τό ἁγιάζον δώσῃς, ὦ Θεέ, ὑγείαν εις τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην και λαμβάνοντας τουτο. Ὡς ἔχρισας βασιλεῖς, ἱερεῖς, προφήτας, έτσι και εις πάντας τους γευομένους αυτού και ἔχοντας ἀνάγκην τούτου παράσχῃς ὑγείαν».
Δεύτερον: Ὠριγένης γεννηθείς τό 185 μ.Χ. γράφει: in Lev ὁμιλ. II 4. « Audi nunc quantae sint remisssiones peccatorum in Evangeliis. Est ista prima, qua baptizamur in remissionem peccatorum… Και ἐν συνεχείᾳ in quo impletur et illud, quod juacobus apostolus dicit. « Si quis autem infirmatur vocet presbyteros ecclesiae et imponant ei manus, ungentes oleo in nomine Domini, et oratio fidei salvabit infirmum, et si in peccatis fuerit remittentur ei». Ἐξηγῶ: «Ἄκουσον νῦν πόσαι ειςί ἀφέσεις ἁμαρτιῶν ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις. Πρώτη είναι εκείνη κατα την οποίαν βαπτιζόμεθα εις ἄφεσιν ἁμαρτιῶν…. Εις τουτο πληροῦται και ἐκεῖνο τό οποίον είπεν ὁ Απόστολος Ἰάκωβος. «Ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας… κ.λπ.». Ἑπομένως ξεκάθαρα μιλά ὁ Ὠριγένης περί ἀφέσεως ἁμαρτιῶν διά του εὐχελαίου.
Τρίτον: Σεραπίων Θμουέως 300 μ.Χ. Τό εὐχολόγιον τούτου, τό οποίον είναι συλλογή τριάκοντα εὐχῶν ἀναφερομένων εις την λειτουργίαν, τό μυστήριον και τας τελετας της εκκλησίας, είναι ἰδιαζούσης σημασίας διά την ἱστορίαν της λατρείας της εκκλησίας. Εις τό εὐχολόγιον τουτο ὑπάρχουσι μεταξύ των άλλων και δύο εὐχαί «εὐχή εις ἔλαιον νοσούντων ἤ εις ἄρτον ἤ εις ὕδωρ».
Τέταρτον: Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος. Εις τον περί ἱερωσύνης λόγον του III 6 γράφει: και μέν γάρ (κατα σάρκα γονεῖς) εις ταύτην οι δέ (κατα πνεῦμα γονεῖς) εις εκείνην γεννῶσιν. Κἀκεῖνοι μέν οὐδέ τον σωματικόν δύναντ’ ἄν ἀμῦναι θανατον οὐ νόσον ἐπενεχθεῖσαν ἀποκρούσασθαι. Αυτοί δέ και κάμνουσαν και απόλλυσθαι μέλλουσαν αυτήν πολλάκις ἔσωσαν. Τοῖς μέν πραοτέραν την κόλασιν ἐργασάμενοι, τους δέ οὐδέ παρά την ἀρχήν ἀφέντες ἐμπεσεῖν οὐ τῷ διδάσκειν μόνον και νουθετεῖν, αλλά και δι’ εὐχῶν βοηθεῖν. Οὐ γάρ όταν ημάς ἀναγεννῶσι διά του βαπτίσματος μόνον, αλλά και τό μετα ταῦτα συγχωρεῖν ἔχουσιν ἐξουσίαν ἁμαρτήματα. Ἀσθενεῖ τις, φησιν, ἐν ὑμῖν; προσκαλεσθασθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας κ.λπ.». Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος μιλά περί του εὐχελαίου ως μέσον ἀφέσως ἁμαρτιῶν.
Πέμπτον: Αι Ἀποστολικαι Διαταγαί. Εις τό βιβλίον σας κ. Εὐαγγελικέ «Πλανῶν ἔλεγχος» και ἐν σελίδι 117 γράφει διά τας Ἀποστολικάς Διαταγάς, ότι αὗται ἐκφράζουσι τον επίσημον κανονισμόν της εκκλησίας κατα τον τέταρτον αἰῶνα. Αι Ἀποστολικαι αὗται λοιπόν Διαταγαί γράφουσι ἐν VII 29 «εὐλογείτω ὁ Ἐπίσκοπος τό ὕδωρ ἤ τό ἔλαιον. Ἐάν μή παρῇ εὐλογείτῳ ὁ πρεσβύτερος παρεστῶτος του διακόνου». Εὐχή: «Κύριε Σαβαώθ Θεέ των δυνάμεων οἰκτίρμων και φιλάνθρωπε, κτίστα των ὑδάτων, χορηγέ του ἐλαίου» για να ἁγιασθῇ «τό ὕδωρ τουτο και τό ἔλαιον ἐπ’ ὀνόματι του προσκομίσαντος» και δώσῃ εις αυτόν ὁ Κύριος «διά του Χριστού δύναμιν ὑγείας ἐμποιητικήν, νόσων ἀπελαστικήν, Δαιμόνων φυγαδευτικήν, πάσης ἐπιβουλῆς διωκτικήν».
Συμπέρασμα: Κύριε Εὐαγγελικέ, εἴδατε, ότι τό μυστήριον του εὐχελαίου εὐσταθεῖ Γραφικῶς και Πατερικῶς, φέρων τα δύο ἀπαραίτητα συστατικά στοιχεῖα του: ὁρατον σημεῖον και ἀόρατον χάριν. Θα ἀρνηθῶμεν τώρα τό μυστήριον αυτό, αφού ὁ Ἰάκωβος τόσον σαφῶς και ξεκάθαρα μιλά και πέντε μεγάλοι σταθμοί πατερικοί των τεσσάρων πρώτων αἰώνων ξεκάθαρα ὁμιλοῦσι περί αυτού;
Ευαγγελικός: Οὐδεν ἀπήντησε.
Θέμα 9ον «Η ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΣ»
Ορθόδοξος: Ἄς μιλήσουμε και διά τό προςωπον της Θεοτόκου.
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως. Ἔχομεν πολλά νά πωμεν περί αυτής: Διά τό «ἀειπάρθενον» την ὀνομασίαν της «Παναγία» και «Θεοτόκος» την προσκύνησιν, την πρεσβείαν της, τα οποία εμείς οι Ευαγγελικοί δεν δεχόμεθα.
Ορθόδοξος: Ἐπειδή ἡ προσκύνησις και ἡ πρεσβεία είναι γενικόν θέμα ἀφορῶν ὅλους τους αγίους, τό οποίον θα ἐξετασωμεν ἐν ἰδιαιτέρῳ τόπῳ καλόν θα είναι νά ἐξετασωμεν ἐδῶ εἰδικῶς την Μητέρα του Κυρίου ως ἀειπάρθενον και κατόπιν ἄν πρέπῃ νά ὀνομάζωμεν αυτήν «Παναγίαν», «Θεοτόκον».
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως.
ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ορθόδοξος: Τό θέμα τουτο θα ἐξετασθῇ Γραφικῶς και βάσει των πατέρων των πρώτων αἰώνων της ἱερᾶς Παραδόσεως, διότι Ἁγία Γραφή και ἱερά Παράδοση ἀποτελοῦν πηγάς του λόγου του Κυρίου ως ἀπεδείξαμεν.
Α΄ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Ευαγγελικός: Ἄς ἀρχίσωμεν από την Αγία Γραφήν. Ἐν τη Γραφή ὁ Κύριος φέρεται ἔχων ἀδελφούς. Ματθ. 12,46. Μᾶρκ. 6,3-7,3. Πράξ. 1,14. Πῶς εσείς οι Ορθόδοξοι λέγετε την Μαρίαν ἀειπάρθενον;
Ορθόδοξος: Ἡ λέξις ἀδελφός έχει εὐρεῖαν ἔννοιαν ἐν τη Αγία Γραφή. Δεν σημαίνει μόνον τον ἀδελφόν, αλλά και τον ἀνεψιόν, τον ἐξάδελφον. Ὁ Λώτ λ.χ. ὀνομάζεται ἀδελφός, του Ἀβραάμ, ενώ είναι ἀνεψιός του. Γένεσ. 14,14. Ὁ Ἰακώβ ὀνομάζεται ἀδελφός, ενώ είναι ἀνεψιός του θείου του Λάβαν Γένεσ. 27,43,29,15. Οι υἱοί του Κίς ὀνομάζονται ἀδελφοί, ενώ είναι ἐξάδελφοι των θυγατέρων του Ἐλεάζαρ Α΄! Παραλ. 23,21-22. Τό IV Βασιλ.10, 13-14 μιλά περί 42 ἀδελφῶν του Ὀχοζίου.
Ἀσφαλῶς πρόκειται και εδώ περί συγγενείας εὐρυτέρας ἐννοίας. Τουτο συμβαίνει, διότι οὔτε ἡ Ἑβραϊκή οὔτε ἡ Ἀραμαϊκή γλῶσσα ἔχουσιν εἰδικήν λέξιν, για να δηλώσωσι τον ἐξάδελφον.
Ὁ ἐξάδελφος δηλοῦται περιφραστικῶς «υἱός του (πατρικοῦ) θείου» ἤ «υἱός του ἀδελφοῦ της μητρός». Διά τουτο ὁ ἐξάδελφος μονολεκτικῶς ἐκφράζεται διά της λέξεως ἀδελφός. Ἐκ των συμφραζομένων μόνον θα ἐννοήσωμεν, ἐάν πρόκειται περί ἀδελφοῦ ἤ άλλης τινός συγγενείας.
Ευαγγελικός: Πείθομαι ότι ἡ λέξις ἀδελφός ἐν τη Αγία Γραφή δεν έχει μόνον την ἔννοιαν ἀδελφός, αλλά και άλλας ἐννοίας. Πρέπει όμως νά ἔχῃ και την κυριολεκτική ἔννοιαν ἀδελφός. Πῶς όμως θα μέ πείσετε, ότι επί των ἀδελφῶν του Κυρίου δεν έχει την κυριολεξίαν της, αλλά την εὐρεῖαν ἔννοιαν;
Ορθόδοξος: Ἔχω πέντε, ἕξ λόγους, πού μέ ἀναγκάζουν νά δώσω εὐρεῖαν ἔννοιαν και όχι στενήν εις τους ἀδελφούς του Κυρίου.
Πρῶτον· ὁ ἄγγελος όταν εὐηγγελίσθη την Θεοτόκον λέγει: Ἰδού «συλλήψῃ ἐν γαστρί και τέξῃ …» θα συλλάβῃς ἐν τη κοιλίᾳ σου και θα γεννήσῃς. Ὁμιλεῖ εις αυτήν περί συλλήψεως και τοκετου, ἀμφοτέρων ἐν τῷ μέλλοντι. Εις τό μέλλον ἀνῆκεν ὁ γάμος της μετα του Ἰωσήφ. Ἐκείνη ἀπήντησε: «πῶς ἔσται μοι τουτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;» (Λουκ. 1, 34). Ἐάν ἡ Θεοτόκος είχε ὑπ’ ὄψιν της νά ἔλθῃ εις συζυγικάς σχέσεις μετα του Ἰωσήφ, νά ἀποκτήσῃ παιδιά, πῶς προβάλλει την ἐρώτησιν ταύτην, ἄνδρα οὐ γινώσκω; Πιθανότερον δεν είναι νά δεχθῶμεν, ότι θα είχεν αυτή απόφασιν νά μείνῃ παρθένος και μετα τον γάμον ἤ διά βίου μνηστευμένη, όπως ἔμεινε; Της γνώμης ταύτης είναι ὅλοι σχεδόν οι πατέρες της εκκλησίας, ως θα ἴδωμεν ἐν τῷ περί ἱερᾶς Παραδόσεως τμήματι.
Ευαγγελικός: Τό «Ἰδού» εδώ εις τό «ιδού συλλήψῃ κ.λπ.» έχει ἔννοιαν ἀμέσου και όχι ἀπωτέρου γεγονότος. Λέγει κάτι τό οποίον θα γίνῃ μετ’ ὀλίγον. Αυτήν την ἔννοιαν ἔχουσι τό «ιδού» ἐν τη Αγία Γραφή. «Ἰδού ἄγγελος Κυρίου ἐφάνη…» Ματθ. 2,13 «Ἰδού μάγοι από Ἀνατολῶν παραγίνονται» 2,1 κ.λπ.
Ορθόδοξος: Τό «ιδού» ἐν τη Αγία Γραφή δεν έχει ἔννοιαν ἀμέσου ἀκολουθίας γεγονότος τινός, αλλά σημαίνει τό ἀπροσδόκητον του γεγονότος. Μερικά παραδείγματα: «Ἰδού ἡ Παρθένος ἕξει ἐν γαστρί» του Ἡσαΐου 7,14. «Ἰδού οὗτος κεῖται εις πτῶσιν και ἀνάστασιν» Λουκ. 2,34. «Ἰδού ἔρχομαι ως κλέπτης» Ἀποκάλ. 16, 14. Ὅλα αυτά ἀφοροῦν γεγονότα ἀπωτέρου μέλλοντος ἀπροσδόκητα.
Ευαγγελικός: Πιθανότητας μόνον δίδουν αι σκέψεις σας και τα χωρία ταῦτα επί του προκειμένου ζητήματος, ότι ἡ Μαριάμ είχε απόφασιν νά μείνῃ ἀνέπαφος, και όχι βεβαιότητα.
[[[ Σημείωσις: 1. Βοηθήματα: 1) Μ, Σιώτου, τό πρόβλημα των ἀδελφῶν του Ἰησου 2) Catholic Commentary σελ. 844. 3) Lagrange, Evangile selon saint Marc.]]]]
Ορθόδοξος: Ἄς δεχθῶ, ότι δεν είναι λίαν ἐμφανής ἡ πρόθεσις της Θεοτόκου νά μείνῃ παρθένος και μετα τον γάμον ἤ νά μείνῃ διά βίου μνηστευμένη, όπως φαίνεται, ότι ἔμεινε διότι ὀλίγας ἡμέρας πρίν γεννήση τον Χριστον είναι ἀκόμη μνηστή. (Λουκ. 2,5). Μετα ταῦτα δεν ἀναφέρεται ὁ γάμος της μετα του Ἰωσήφ. Ἄς ἔλθω εις άλλους λόγους, πιθανωτέρους.
Δεύτερον: Όταν ὁ Ἰησους ήταν δώδεκα ἐτων, φαίνεται ότι ἡ ἁγία οἰκογένεια ἀπετελεῖτο ἐκ τριῶν μόνον προσώπων: της μητρός του, του Ἰωσήφ και του ἰδίου του Ἰησου. Οὐδαμου ἀναφαίνονται άλλοι ἀδελφοί του (Λουκ. 2,41) μέχρι της ἡλικίας εκείνης και της δημοσίας ἐμφανίσεως του Κυρίου. Ἑπομένως ἄν θα γεννήθησαν άλλοι ἀδελφοί του Ἰησου ἐκ του Ἰωσήφ και της Θεοτόκου, θα ήταν μετα τό 12ον ἔτος. Ἀλλά μετα τον 12ον ἔτος οὐδαμου ἀναφέρεται ὁ Ἰωσήφ. Φαίνεται μόνον ἡ Θεοτόκος. Ἄρα ὁ Ἰωσήφ θα είχεν ἀποθανει. Ἀλλά και ἐάν ὑποθέσωμεν ότι είχαν γεννηθῆ μετα τό 12ον ἔτος θα ἔχωμεν τας ἑξῆς δυσκολίες. Οι ἀδελφοί αυτοί του Ἰησου ήταν τέσσαρες. (Ματθ. 12,46. Μᾶρκ.6,3). Ὁ μεγαλύτερος ἐξ αυτών θα ήταν μικρότερος του Ἰησου τοὐλάχιστον κατα δώδεκα ἔτη, αφού θα ἐγεννήθη μετα τό δωδέκατο ἔτος του Ἰησου, ὁ δέ μικρότερος αυτών θα ήταν μικρότερος του Ἰησου κατα εἴκοσι περίπου ἔτη διά τον ἑξῆς λόγον:Ἐάν ὑποθέσωμεν ότι ἀνά δύο ἔτη θα ἐγεννᾶτο ἕκαστος ἐξ αυτών, αφού έχουμε 4 ἀδελφούς, θα ἐγεννήθησαν αυτοί ἐντός 8 ἐτων. Ἄρα έχουμε 12 + 8=20. Ἑπομένως όταν ὁ Ἰησους ήταν τριάκοντα ἐτων αὐτοί θα ήταν ἡλικίας ὁ μικρότερος δέκα ἐτων και ὁ μεγαλύτερος δέκα ὀκτώ ἐτων. Ἡ συμπεριφορά όμως προς τον Ἰησουν των ἀδελφῶν τούτων, οι οποίοι φέρονται παντου ως κηδεμόνες του Ἰησου (Ἰδέ Ἰωάν. 7, 3 και Μᾶρκ. 3,21) ἀντίκειται προς την ἡλικίαν αυτών ως μικροτέρων και του Ἰησου ως μεγαλυτέρου πρωτοτόκου. Διότι ἡ Ἁγία Γραφή λέγει ότι οι μεγαλύτεροι ἀδελφοί, ἰδίως οι πρωτότοκοι προΐσταντο των μικροτέρων. Κατα τό Γένεσ. δηλ. 27, 29-40 «γίνου κύριος του ἀδελφοῦ σου» και «τῷ ἀδελφῷ σου δουλεύσεις», τα οποία είπεν Ἰσαάκ εις τον Ἰακώβ λαμβάνοντα τα πρωτοτόκια του Ἡσαῦ, ἔπρεπεν ὁ Ἰησους ως πρωτότοκος νά διατασσῃ και όχι νά διατασσηται. Ἐάν πάλιν ὑποθέσωμεν ότι οι ἀδελφοί αυτοί ήταν μεγαλύτεροι του Ἰησου, τουτο ἀντίκειται προς την ρητην βεβαίωσιν, ότι ὁ Κύριος ήταν πρωτότοκος Υἱός της Παρθένου. (Ματθ. 1, 25 Λουκ. 2,7). Ἑπομένως οὔτε μικρότεροι οὔτε μεγαλύτεροι του Ἰησου ως πραγματικοί ἀδελφοί είναι. Θα ήταν μεγαλύτεροι εις την ἡλικίαν, αλλά συγγενεῖς του.
Τρίτον: Εις τα εὐαγγέλια ἀναφέρονται αυτοί ως ἀδελφοὶ του Ἰησου όχι όμως και υἱοί της Θεοτόκου, όπως ξεκάθαρα λέγεται περί του Ἰησου (Μᾶρκ. 6,3). Είναι και αυτό νομίζω κάτι τό ἀξιοπροςεκτον.
Πλήν αυτού, τα Εὐαγγέλια, ως ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὀνομάζουσι την Θεοτόκον γυναῖκα του Ἰωσήφ πρίν γεννηθῆ ὁ Χριστός «μή φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριάμ την γυναῖκα σου» (Ματθ. 1, 20) όχι όμως και μετα την γέννησιν του Ἰησου. Ὁ ἄγγελος δηλαδή λέγει προς τον Ἰωσήφ: «ἐγερθεὶς παράλαβε τό παιδίον και την μητέρα αυτού» Ματθ. 2, 13-21. Δεν λέγει παράλαβε τό παιδίον και την γυναῖκα σου. Ἐάν δηλαδή μετα την γέννησιν του Ἰησου ἡ Θεοτόκος είχε σύζυγον τον Ἰωσήφ, θα ἔλεγε ὁ ἄγγελος προς αυτόν «παράλαβε τό παιδίον και την γυναῖ¬κα σου».
Τέταρτον: Διατί νά ἀναθέσῃ ὁ Κύριος κατα την σταύρωσιν την μητέρα Του εις τον Ἰωάννην, ἐάν ἡ Θεοτόκος είχε και άλλα παιδιά;
Πέμπτον: Ἡ Ἁγία Γραφή δεν μιλά μόνον δι’ ἀδελφούς του Ἰησου, αλλά και δι’ ἀδελφάς αυτού, τοὐλάχιστον δύο διότι λέγει: «πᾶσαι αι ἀδελφαί αυτού». (Ματθ. 12, 46. Μᾶρκ. 6,3). Ἑπομένως έχουμε οἰκογένειαν ἐννεαμελῆ: ἕξ οι ἀδελφοί και αι ἀδελφαί του Ἰησου, ἕβδομος ὁ Ἰησους, και οι δύο γονεῖς του. Πῶς λοιπόν ἐξ ἐννεαμελοῦς οἰκογενείας ἐξῆλθεν τό ἀειπάρθενον της Θεοτόκου από της ἐποχῆς των ἀποστολικῶν Πατέρων ἄνευ ἀντιρρήσεων –πλήν δύο, διά τας οποίας θα πωμεν κατωτέρω, κατα τον 4ον αἰῶνα-μέχρις του 1600 μ.Χ. όταν ἀνεφάνητε εσείς οι διαμαρτυρόμενοι;
Τέλος, ἕκτον: ἡ Ἁγ. Γραφή θεωρεῖ ἀνωτέραν την παρθενικήν ζωήν από τον γάμον, διότι «ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τα του Κυρίου, για να ᾖ ἁγία και σώματι και πνεύματι». Α΄ Κορινθ. 7,34 «ὁ μή ἐγκαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ» στιχ. 38 και ὁ Ἀπόστ. Παύλος συνιστᾷ την παρθενικήν ζωήν «καλόν ἐστιν ἐάν μείνωσι ως καγώ» 7,8. Ἡ Θεοτόκος λοιπόν ἡ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί» ἡ «κεχαριτωμένη» ἡ ἀποκτήσασα τον καλλίτερον υἱόν, τον Χριστον, θα ᾐσθανετο την ἀνάγκην ἀποκτήσεως και άλλων τέκνων; Και αυτός ὁ Ἰωσήφ, ἀνήρ εὐλαβής, «δίκαιος», πῶς θα ἐτόλμα νά πλησιάσῃ αυτήν; Δίκαιον είχε ὁ Δαμασκηνός νά γράψῃ «Πῶς γάρ ἄν Θεόν γεννήσασα και ἐκ της πείρας τό θαῦμα γνωρίσασα, ἀνδρός συνάφειαν κατεδέξατο; Ἄπαγε. Οὐ σωφρονοῦντος λογισμου τα τοιαῦτα νοεῖν μή ότι και πράττειν». Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως βιβλ. 14, κεφ. 14. Ἑπομένως ἀδελφοί δεν είναι ἀπαραίτητον νά είναι οι πραγματικοί ἀδελφοί, αλλά άλλοι τινές περί των ὁποίων θα μιλήσουμε βραδύτερον.
Ευαγγελικός: Αι πέντε, ἕξ ἐνδείξεις και όχι ἀποδείξεις πού μου ἐφέρατε δεν παρουσιάζουν χωρία Γραφῆς μαρτυροῦντα ξεκάθαρα τό ἀειπάρθενον της Μητρός του Κυρίου. Μόνον πιθανότητας μικράς ἤ μεγάλας δίδουν περί του ότι ὁ Ἰησους δεν είναι δυνατον νά ἔχῃ και άλλους ἀδελφούς ἐκ της Μαρίας.
Ορθόδοξος: Και εγώ ὁμολογῶ ότι ἡ Γραφή πιθανότητας και όχι βεβαιότητα παρέχει εις ημάς διά τό προκείμενον ζήτημα. Αι πιθανότητες όμως αὗται είναι ὑπέρ ἡμῶν των ὀρθοδόξων. Ἑπομένως τό ζήτημα τουτο μένει Γραφικῶς και από Ὀρθοδόξου απόψεως ἀνοικτον μέ πιθανότητας ὑπέρ ἡμῶν. (Ἰδέ Συμβολ. Ἀνδρούτσου σελ. 202). Ἡ Ιερή Παράδοση ἡ δευτέρα αυτή πηγή του λόγου του Θεοῦ τό «μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τας ἡμέρας…» Ματθ. 28, 20 θα κλείσῃ τουτο πανηγυρικῶς, ως θα ἴδωμεν.
Ευαγγελικός: Ἄς ἔλθωμεν και εις κάτι άλλο. Ἡ Γραφή ὀνομάζει τον Χριστον πρωτόκον Ματθ. 1,25. Λουκ. 2, 7. Ἄρα ὁ Κύριος θα είχε και άλλους ἀδελφούς.
Ὀρθόξοξος: Ἐν πρώτοις τό Ματθ. 1,25 ὀνομάζει τον Χριστον «πρωτότοκον αυτής» της Θεοτόκου και όχι «πρωτότοκον αυτών» Ἰωσήφ και Θεοτόκου. Ἄν λοιπόν θελήσωμεν νά ἀκριβολογήσωμεν Γραφικῶς, παραδεχόμενοι βάσει του χωρίου αυτού, ότι ἀπέκτησε και άλλους ὑστεροτόκους υἱούς, θα πρέπῃ και οι άλλοι νά είναι «αυτής» μόνον της Θεοτόκου τέκνα και όχι του Ἰωσήφ και αυτής. Ὅπερ ἄτοπον! Ἔπειτα, βάσει της Ἁγίας Γραφῆς πρωτότοκος δεν είναι ὁ πρῶτος τεχθείς ἐν ἀντιθέσει προς άλλους γεννηθέντας ἔπειτα ἀπ’ αυτόν, αλλά ὁ πρῶτος τεχθείς, ως πρῶτος διανοίγων μήτραν». Τουτο φαίνεται ἐκ της Ἁγίας Γραφῆς
ἰδέ Ἔξοδ. 13,2 «Ἁγίασόν μοι πᾶν πρωτογενές διανοῖγον μήτραν» και
Ἀριθμ. 3,12 «ἀντί παντός πρωτοτόκου διανοίγοντος μήτραν», όπου ξεκάθαρα ὁρίζεται ότι πρωτότοκος είναι ὁ πρῶτος τεχθείς ὁ την μήτραν πρῶτος διανοίξας, ἀδιαφόρως ἐάν μετα ταῦτα γεννηθῶ¬σιν άλλοι υἱοί.
Σημαίνει και την πρῶτον τέξασαν. Και ἕν παράδειγμα:
Κατα τό Α΄ Βασιλ. 6,10-14 γίνεται λόγος περί πρωτοτοκουσῶν ἀγελάδων, αι οποίαι ὀνομάζονται έτσι, ἄν και δεν ἀπέκτησαν ἐκτός των πρωτοτόκων βοῶν άλλας, διότι ἐθυσιάσθησαν κατα τον στίχον 14.
Ευαγγελικός: Και αυτό πιθανότητα δημιουργεῖ, όχι βεβαιότητα.
Ορθόδοξος: Την βεβαιότητα θα εὕρωμεν εις την ἱεράν Παράδοσιν τό «μεθ’ ὑμῶν πάσας τας ἡμέρας» του Κυρίου Ματθ. 28, 20.
Ευαγγελικός: Ὁ Ματθαῖος 1, 25 γράφει διά τον Ἰωσήφ: «Ουκ ἐγίνωσκε αυτήν ἕως οὗ ἔτεκε τον υἱόν αυτής τον πρωτότοκον». Ἄρα μετα την γέννησιν του Ἰησου ἐγνώρισεν ὁ Ἰωσήφ την Μαρίαν συζυγικῶς.
Ορθόδοξος: Τό «ἕως οὗ» του Ματθαίου δεν ἀντιτίθεται προς τό μέλλον, ώστε νά ὑποθέσωμεν, ότι τό μέλλον είναι διαφορετικόν του παρελθόντος και νά πωμεν, ότι μετα την γέννησιν του Ἰησου ἐγνώρισε την Θεοτόκον, αλλά ὁρίζει μόνον τό παρελθόν. Τούτου έχουμε ἀποδείξεις ἐκ της Ἁγίας Γραφῆς.
Εις τό Β΄ Βασιλ. 6, 23 ἀναφέρεται, ότι ἡ Μελχόλ δεν ἀπέκτησεν υἱόν, μέχρις ὅτου ἀπέθανε. Θα ὑποθέσωμεν ότι μετα τον θανατον ἀπέκτησεν; Ὄχι.
Ὁ Κόραξ, μας λέγει ἡ Γραφή, ἐξελθών της Κιβωτου «ουκ ἀνέστρεψε ἕως οὗ ἐξηράνθη τό ὕδωρ από της γῆς» Γέν. 8,7. Ὁ κόρακας όμως ποτέ δεν ἐπέστρεψε εις την Κιβωτον.
«Είπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἄν θῶ τους ἐχθρούς σου ὑποπόδιον των ποδῶν σου» Μᾶρκ. 12, 36. Όταν ὁ Πατήρ θέση τους ἐχθρούς ὑποπόδιον των ποδῶν του Υἱοῦ, δεν θα κάθηται ὁ Υἱός ἐκ δεξιῶν του Πατρός; Κάθε άλλο!
Ἀλλά και σήμερον διδασκάλισσὰ τις ἀπομακρυνομένη της ταξεώς της λέγει προς τα παιδιά της. «Προσέξατε νά εἶσθε ἥσυχα μέχρις ὅτου ἔλθω». Αυτό θέλει νά εἴπῃ, ότι όταν ἔλθῃ πρέπει νά είναι τα παιδιά ἀνήσυχα; Ὄχι βέβαια! Ὁρίζει μόνον τί πρέπει νά γίνῃ, μέχρις ὅτου ἐπιστρέψῃ.
Συμπέρασμα: Ἡ Ἁγία Γραφή δεν είναι βεβαίως ξεκάθαρα ὑπέρ της ἀειπαρθενίας της Θεοτόκου (ἰδέ Συμβολικήν Ἀνδρούτσου σελ. 202) πάντως ἀφήνει τό θέμα ἀνοικτον μέ πιθανότητας ὑπέρ ἡμῶν. Συνεπῶς έχουμε ἀνάγκην δευτέρας πηγῆς και αυτή, ως είπαμε και άλλοτε, είναι ἡ Ιερή Παράδοση από της ἐποχῆς των Ἀποστολικῶν Πατέρων, τό μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τας ἡμέρας» του Κυρίου Ματθ. 28, 20.
Β΄. ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ: ΔΙΑ ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Τί μας λέγει αυτή; Ὅλοι οι Πατέρες ἀποστολικοί και μετα ταῦτα τονίζουν ἐμμέσως ἤ ἀμέσως τό ἀειπάρθενον της Θεοτόκου, ως ἑξῆς: Ἄς ἀρχίσωμεν από την ἀρχαιοτατην ἐποχήν ἀποστολικῶν πατέρων.
Πρῶτον: Ἀποστολικοί Πατέρες. Διά την ἐποχήν ταύτην γνωρίζομεν τουτο: Ἐπί του Ἱερωνύμου τό 380 μ.Χ. Ἐλβίδιός τις ὀνόματι, ἠμφισβήτησε τό ἀειπάρθενον της Θεοτόκου, ἑρμηνεύσας τους ἀδελφούς του Ἰησου ως τέκνα της Θεοτόκου.
Όταν ἐγνώσθη εις τον Ἱερώνυμον τουτο, δεν ἠθέλησεν οὗτος νά ἀπαντήσῃ, διότι ἐνόμιζε την πλάνην του Ἐλβιδίου ἐξόφθαλμον «ως νεοφανῆ, κακοήθη, παράτολμον και ὑβριστικήν προς την κοινήν πίστιν ὅλου του χριστιανικοῦ τότε κόσμου», ως ὁ ίδιος ὁ Ἱερώνυμος την ἐχαρακτήρισεν. Ἐπειδή όμως οι φίλοι του ἐπέμενον, για να ἀπαντήσῃ, συνέγραψε τό περί της ἀειπαρθενίας της Θεοτόκου σύγγραμμά του. «De perpetua virginitate Mariae» Migni 23,183-206, όπου διά βεβαιώσεων από τους ἀποστολικούς πατέρας «Ἰγναντίου, Πολυκάρπου, Εἰρηναίου, Ἰουστίνου, και ὅλων των διδασκάλων της ἀποστολικῆς ἐποχῆς» οι οποίοι ἠσχολήθησαν μέ τό θέμα αυτό μέχρι της ἐποχῆς του 380 μ.Χ., ἐκθέτει την ὁμόφωνον γνώμην των πατέρων περί ἀειπαρθενίας της Θεοτόκου. Ὁ Ἐλβίδιος δεν ἀπήντησε.
Λείψανον της παλαιᾶς Ἀποστολικῆς ἐποχῆς εκείνης διεσώθη ἕν του
Ἰουστίνου 100-165 μ.Χ. ἐν Συριακῇ μεταφράσει, ἔχον ως ἑξῆς: «Εἷς των συγγραφέων των χρόνων του Αὐγούστου και του Τιβερίου ἔγραψε, ότι ἡ Μαρία ἡ Γαλιλαία ἡ γεννήσασα τον Μεσσίαν τον σταυρωθέντα ἐν Ἱερουσαλήμ οὐδενα ἄνδρα ἐγνώρισε και ότι ὁ Ἰωσήφ δεν ἐγκατέλειψε μέν αυτήν, ἀλλ’ ἔμεινε ἐν καθαρότητι χωρίς γυναικός και ἡ Μαρία ἔμεινεν ἄνευ ἀνδρός». «Zahn, Geschichte des neutestamentl dichen Kanons» τόμ. II, σελ. 177.
Ἡ σιωπή του Ἐλβιδίου, ἡ ῥητή μαρτυρία του Ἱερωνύμου, ότι οι ἀποστολικοί πατέρες γραπτῶς ἤ προφορικῶς ἐδίδαξαν τό ἀειπάρθενον της Θεοτόκου και τό περισωθέν τουτο τμῆμα του ἱεροῦ πατρός Ἰουστίνου, ζήσαντος 100-165 μ.Χ. δεν μαρτυροῦν την ἀποστολικήν διαδοχήν της πίστεως ταύτης, ἔστω και ἄν δεν ἔχωμεν σήμερον περί αυτού ὅλας τας γραπτας ταύτας μαρτυρίας, πού ἀναφέρει ὁ Ἱερώνυμος; Είχεν αυτάς ὁ Ἱερώνυμος; Αυτό είναι ἀρκετον.
Δεύτερον: Ὁ Ἡγήσιππος 110–180 μ.Χ. Οὗτος κατα τον Εὐσέβιον Ε.Ι.2,23 και 4,8,22 ζήσας «επί της πρώτης των Ἀποστόλων διαδοχῆς» ἔγραψε κατα τό 180 μ.Χ. τα βιβλία του, εις τα οποία κάμνει λόγον περί των ἀδελφῶν του Κυρίου. Και ιδού: Γνωρίζομεν κατα τον Μᾶρκον 6,3 ότι οι ἀδελφοί αυτοί του Ἰησου ὀνομάζονται Ἰάκωβος, Ἰούδας, Σίμων και Ἰωσῆς. Διά τους τρεῖς πρώτους ὁ Ἡγήσιππος βεβαιοῖ, ότι ὀνομάζονται μέν ἀδελφοί του Ἰησου, δεν ήταν όμως ἀδελφοί του, αλλά ἐξάδελφοί του. Και ιδού: «Μετα τό μαρτυρῆσαι Ἰάκωβον τον δίκαιον ως και ὁ Κύριος επί τῷ αὐτῷ λόγῳ πάλιν ὁ ἐκ θείου αυτού Συμεών ὁ του Κλωπᾶ καθίσταται επίσκοπος, ὅν προέθεντο πάντες ὄντα ἀνεψιόν του Κυρίου δεύτερον» (Ι E,IV,XXII,4). Ἐνταῦθα ὁ Ἡγήσιππος θεωρεῖ τον Ἰάκωβον, τον Σίμωνα, τους λεγομένους ἀδελφούς του Κυρίου υἱούς του Κλωπᾶ, τον δέ Κλωπᾶ «ἀδελφόν του Ἰωσήφ Ἡγήσιππος ἱστορεῖ» (I. E. III,11,1). Ἑπομένως οι δύο αυτοί ἀδελφοί Σίμων και Ἰάκωβος ήταν ἐξάδελφοι του Κυρίου ἐκ πατρός. Ὅτι ἡ λέξις ἀνεψιός ἐν τῷ χωρίῳ τούτῳ του Ἡγησίππου σημαίνει ἐξάδελφος βεβαιοῦται διά του χαρακτηρισμου του Κλωπᾶ ως θείου του Ἰησου ἤ ως ἀδελφοῦ του Ἰωσήφ. Τό ἴδιον λέγει ὀ Ἡγήσιππος και διά τον Ἰούδαν. (I. E.XXX.11,5). Ἰδοὺ μαρτυρία ἀρχαιοτατη, 180 μ.Χ. καθ’ ἥν οι ἀδελφοί του Κυρίου ήταν ἐξάδελφοί του, ἄρα οι φερόμενοι ἐν τοῖς εὐαγγελίοις ἀδελφοί του Χριστού, δεν ήταν ἐκ της Θεοτόκου.
Τρίτον: Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρείας 130-211 μ.Χ. Εις τας «ὑποτυπώσεις του» αἵτινες διεσώθησαν λατινιστί σχολιάζων ὁ πατήρ οὗτος τον πρῶτον στίχον της ἐπιστολῆς του Ἰούδα, όπου ἀναφέρεται «Ἰούδας Ἰησου Χριστού δοῦλος ἀδελφός δέ Ἰακώβου…» λέγει: «Judas… frater filiorum jojeph exstans… cum sciret propinquitatem domini non tamen dicit se lpsum fratrem domini esse sed quid dixit2. Judas servus jesu Christi utpote domini frater autem jacobi, hoc enim verum est frater erat ex joseph». «Ὁ Ἰούδας… ἀδελφός των υἱῶν του Ἰωσήφ ὑπάρχων, ἄν και ἐγνώρισε την συγγένειάν του προς τον Κύριον, δεν ὀνομάζει ἑαυτον, ότι είναι ἀδελφός του Κυρίου, αλλά τί είπε; Ἰούδας δοῦλος Ἰησου Χριστού, ἅτε Κυρίου ἀδελφός δε Ἰακώβου. Διότι τουτο είναι ἀληθές ότι ήταν ἀδελφός (του Ἰησου) ἐκ του Ἰωσήφ (μόνον)». Ἰδοὺ και άλλη μαρτυρία ἀρχαιοτατη ότι ὁ Ἰούδας και ὁ Ἰάκωβος οι φερόμενοι ἀδελφοί του Ἰησου ήταν ἀδελφοί αυτού ἐκ πατρός και όχι ἐκ μητρός. Ἄρα ἡ Θεοτόκος δεν ήταν μήτηρ αυτών.
Τέταρτον: Ὠριγένης 185 -250 μ.Χ. Οὗτος ἐπὶ της ἑρμηνείας Ἰωάννου 2,11 λέγει: «Ζητεῖται πάρα πολλοῖς περὶ των ἀδελφῶν Ἰησου πῶς είχε τούτους, της Μαρίας μέχρι τελευτης παρθένου διαμεινάσης. Ἀδελφοὺς μὲν ουκ είχε φύσει οὔτε της Παρθένου τεκούσης ἕτερον, οὐδ’ αὐτὸς ἐκ του Ἰωσὴφ τυγχάνων. Νόμῳ τοιγαροῦν ἐχρημάτισαν αυτού ἀδελφοὶ υἱοὶ του Ἰωσὴφ ὄντες πρὸ τεθνηκυίας γυναικός». Εις δὲ τὴν ἑρμηνείαν Ματθ. 12, 55 ὁ ίδιος γράφει: «Τοὺς δὲ ἀδελφούς του Ἰησου φασι… είναι υἱοὺς Ἰωσὴφ ἐκ προτέρας γυναικὸς συνῳκηκυίας πρὸ της Μαρίας». Ἰδοὺ και άλλη ἀρχαιοτατη μαρτυρία περὶ της ἀειπαρθενίας της Θεοτόκου και ότι οι ἀδελφοὶ αυτού δὲν ήταν ἐκ της Θεοτόκου, ἀλλὰ ἐκ του Ἰωσὴφ δι’ άλλης γυναικός.
Πέμπτον: Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος 295 – 366 μ.Χ. Ὁ πατὴρ οὗτος εις τὴν σάρκωσιν Migne Ε.Π. 25,109 και ἑρμηνείαν εις τὸ σύμβολον Migne 26,1232 γράφει: «ἐκ Μαρίας της ἀειπαρθένου» εις δὲ τὴν ἑρμηνείαν Λουκ. 11, 27 «….και αυτή ἡ κυριότοκος Μαρία και ἀειάρθενος….» Migne Ἐ.Π. 27, 1393.
Ἕκτον: Ἅγιος Ἐπιφάνιος 313–402 μ.Χ. Οὗτος εις τὸ ἔργον αυτού πρὸς αιρετικοὺς (Adv Haer 78,6 p 642, 705) γράφει: «Οὐ συνήφθη σαρκὶ μετὰ τὴν κύησιν οὐδὲ πρὸ της κυήσεως», ἀλλὰ παρέμεινεν «ἁγία και ἄμωμος» Αιρ. 78,14,24,15,16. Ἐπίσης ἔγραφε ότι «ἐκεῖνος ὁ οποίος προέφερε τὸ ὄνομα της Ἁγίας Μαρίας προσέθετε πάντοτε τὴν λέξιν «παρθένος». Τὸ ὄνομα Παρθένος ἐδίδετο εις αυτήν, διότι πάντοτε «ἔμεινεν ἀμόλυντος».
Ἕβδομον: Γρηγόριος ὁ Νύσσης 338 – 394 μ.Χ. «Τόμον καινὸν νοοῦμεν τὴν Παρθένον. Ὥσπερ γὰρ ὁ χάρτης καινός ἐστι καθαρὸς ἄγραφος ὤν έτσι και ἡ Παρθένος ἁγία, ἀμύητος ἀνδρός».
Ὄγδοον: Ἱερώνυμος 345 – 420 μ.Χ. Είπαμε ἀνωτέρω ότι συνέγραψεν ὁλόκληρον ἔργον και ἀπέδειξε διὰ μαρτυριῶν πατερικῶν τὸ ἀειπάρθενον της Θεοτόκου. Χαρακτηρίζει δὲ τὴν ἀντίθετον γνώμην του Ἐλβιδίου «πρωτακουστον, αὐθαδη, ὑβριστικήν της κοινῆς των χριστιανῶν πίστεως». Εις τὴν ἑρμηνείαν του Ἰεζεκιὴλ γράφει ξεκάθαρα διὰ τὴν Θεοτόκον. «Quae et ante partum et post partum virgo permansit». «Αυτή και πρὸ της γεννήσεως και μετὰ τὴν γέννησιν ἔμεινε παρθένος» in Ezech XLIV προβλ.και in Cal IV, 4.
Ἔνατον: Ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος 354 -430 μ.Χ. Λέγει ξεκάθαρα : «virgo concepit, virgo peperit et post partum virgo permansit» (De symbol 3,5). «Παρθένος συνέλαβε, παρθένος ἐγέννησε, και παρθένος μετὰ ταῦτα ἔμεινε». Migne 40. 181- 196.
Δέκατον: Ὁ Μέγας Βασίλειος 330 -379 μ.Χ. Εις τὴν ὁμιλία εις τὴν ἁγίαν του Χριστού Γέννησιν Migne 31, 146, 8 λέγει: «Τὸ μὴ καταδέχεσθαι των φιλοχρίστων τὴν ἀκοήν, ότι ποτέ ἐπαύσατο είναι Παρθένος ἡ Θεοτόκος». Οι χριστιανοὶ οὔτε νὰ ἀκούσουν θέλουν ότι ἡ Θεοτόκος ἔπαυσε ποτέ νὰ είναι Παρθένος!
Ἑνδέκατον: Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος 345–404 μ.Χ. Ὡς είπαμε και ἀνωτέρω, λέγει ότι ἡ Γραφὴ ὀνομάζει τὴν Μαρία γυναῖκα του Ἰωσὴφ πρὶν γεννήσῃ τὸν Χριστὸν οὐχὶ όμως και κατόπιν. «Παράλαβε τὸ παιδίον και τὴν μητέρα αυτού» λέγει ὁ ἄγγελος πρὸς τὸν Ἰωσήφ.
Ἑρμηνεύων ὁ ἱερὸς οὗτος πατὴρ τὸ «ἕως» του ουκ ἔγνω αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν Ματθ. 4, 25 λέγει τὰ ἑξῆς: «Τουτο εἴρηκε, οὐχ για να ὑπωπτεύσῃς ότι μετὰ ταῦτα ἔγνω αυτήν…. Τὸ ἕως πολλάκις και ἐπὶ του διηνεκῶς ἐν τη θείᾳ Γραφή εὑρίσκομεν κείμενον» Migne Ε.Π. 78, 102.
Δωδέκατον: Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς 648 – 750: (Migne 94, 1161) λέγει: «Μένει τοίνυν και μετὰ τόκον παρθένος ἡ ἀειπάρθενος, οὐδαμῶς ἀνδρὶ μέχρι θανάτου προσομιλήσασα».
Ἑπομένως ἡ διαδοχή, τὸ «μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας» του Κυρίου Ματθ. 28, 20 είναι ὑπὲρ της ἀειπαρθενίας της Θεοτόκου.
Και γενικῶς δυνάμεθα νὰ πωμεν τὸ ἑξῆς: Όταν ὁ ἄγγελος είπε κατὰ τὸν Εὐαγγελιασμὸν εις τὴν Θεοτόκον, ότι θὰ γεννήση υἱόν, εκείνη ἀπήντησε: πῶς ἔσται τουτο ἐπεί ἄνδρα οὐ γιγνώσκω. Είπαμε προηγουμένως, ότι τουτο ὑποδηλοῖ ότι ἡ Θεοτόκος είχεν απόφασιν νὰ μείνη πάντοτε παρθένος. Και πράγματι. Ὅλοι οι πατέρες της Εκκλησίας πιστεύουσι ότι τὴν Παρθένον ὁ Ἰωσὴφ ως ξεκάθαρα βεβαιοῖ ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος «Κατὰ αιρέσεων 78,7 (Migne Ε.Π.42,721,Α) «ουκ ἔλαβε εις χρῆσιν, ἀλλὰ μᾶλλον ᾠκονομήθη αὐτῷ εις τὸ φυλάττειν». Παραπομπές και χωρία των πατέρων περὶ τούτου ἀπὸ του Ἰγναντίου μέχρι του Δαμασκηνοῦ ἰδὲ Μαρκ. Σιώτη «τὸ πρόβλημα των ἀδελφῶν του Κυρίου» σελίδα 57, ἐν 6ῃ ὑποσημειώσει.
Συμπέρασμα: Τὸ ἀνοικτὸν ζήτημα της ἀειπαρθενίας της Θεοτόκου ἐν τη Γραφή κλείεται πανηγυρικῶς ἐκ της ἱερᾶς Παραδόσεως της δευτέρας ταύτης πηγῆς του θείου λόγου, ως είπαμε.
Ευαγγελικός: Ποῖοι όμως είναι αυτοί οι ἀδελφοί του Ἰησου. Ποίαν δηλαδὴ συγγένειαν έχουν πρὸς τὸν Ἰησουν;
Ορθόδοξος: Ὑπάρχουν ἐν τη Εκκλησία δύο κυρίως γνῶμαι: α) Είναι τέκνα του Ἰωσὴφ ἐξ άλλης γυναικός, ως είδαμε, ότι ἀναφέρει ὁ Ἐπιφάνιος, Ὠριγένης, Κλήμης κ.τ.λ. β) Είναι ἐξάδελφοι του Ἰησου, ως είδαμε, ότι ἀναφέρει ὁ Ἡγήσιππος.
Συμπέρασμα: Ἡ Παράδοση ενώ κλείει πανηγυρικῶς τὸ της ἀειπαρθενίας, ἀφήνει ἀνοικτὸν τὴν ὡρισμένην συγγένειαν των ἀδελφῶν του Ἰησου. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀειπαρθενίαν της Θεοτόκου. Προαιρετικὸν μένει τὸ εἶδος της συγγενείας των ἀδελφῶν του Ἰησου. Προτιμοτέρα είναι ἡ πρώτη γνώμη, ότι ήταν ἀδελφοί του Ἰησου ἐξ άλλης γυναικὸς του Ἰωσὴφ.
Θέμα 10ον«Παναγία - Θεοτόκος»
Ορθόδοξος: Ἄς μιλήσουμε και διά τό προςωπον της μητρός του Κυρίου ως Παναγίας και Θεοτόκου.
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως. Διότι εμείς οὔτε την ὀνομασίαν Παναγίαν δεχόμεθα οὔτε Θεοτόκον ὀνομάζομεν, αλλά μόνον μητέρα του Κυρίου Χριστού, Χριστοτόκον.
Ορθόδοξος: Ἄς ἴδωμεν πρῶτον την τιμήν, την ὀνομασίαν της «Παναγία».
ΠΡΩΤΟΝ: Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Ευαγγελικός: Εσείς οι ὀθρόδοξοι ἀποδίδετε μεγάλην τιμήν εις την Μαρίαν την γεννήσασαν τον Κύριον. Φθανετετε μέχρι Παναγιολατρείας. Εις τα Εὐαγγέλια όμως εὑρίσκομεν περιπτώσεις, όπου ἡ Μήτηρ του Κυρίου ἐπιτιμᾶται και ὑποτιμᾶται υπό του Κυρίου.
Ορθόδοξος: Εἴπατέ μου μερικάς από τας περιπτώσεις, καθ’ ἅς ἡ Θεοτόκος ὑποτιμᾶται υπό της Ἁγίας Γραφῆς.
Ευαγγελικός: Όταν ὁ Κύριος δωδεκαετής ἐδίδασκε εις τον ναόν, οι γονεῖς του και ἰδίως ἡ Μήτηρ του ἐπιτιμήσαντες αυτόν ἔλαβον την ἀπάντησιν: «Ουκ οἴδατε ότι ἐν τοῖς του Πατρός μου δεῖ είναι μέ;». Ἡ Μήτηρ του Κυρίου εδώ ἐπιτιμᾶται υπό του Ἰησου. Ἡ ἐπιτήμησις αυτή δεν είναι κάποια μικρά ἤ μεγάλη ὑποτίμησις;
Ορθόδοξος: Ὄχι! Και ἰδοὺ διατί. Ἡ Θεοτόκος ἐγνώριζε βεβαίως κἄτι τό μεγαλειῶδες διά τον Υἱόν της, δεν ἔμαθε όμως εὐθύς ἀμέσως ὅλον τό μεγαλεῖον τουτο του Υἱοῦ της. Ἐλάμβανε γνῶσιν τούτου βαθμηδόν και κατ’ ὀλίγον διά των διαφόρων περιστασεων, όπως είναι τα λόγια των ποιμένων πού εἶπον προς αυτήν, ἡ προσ¬κύνησις των μάγων, πού εἶδε, τα λόγια του Συμεών, τα οποία ἤκουσε και ἐδῶ ἡ ἐπιτίμησις του Κυρίου. Τα λόγια ταῦτα ἡ Θεοτόκος «συνετήρει συμβάλλουσα ἐν τη καρδίᾳ αυτής», Λουκ., 1,10, ἐνεθυμεῖτο και ἔθετε μέσα εις την καρδίαν της τον ἕν πλησίον του άλλου. Ἐκ των λόγων αυτών ἐσχημάτιζε την εἰκόνα του μεγαλείου του Υἱοῦ της. Έτσι ἡ Θεοτόκος προώδευε εις την γνῶσιν του Υἱοῦ της. Και όπως ὁ Κύριος «προέκοπτε σοφίᾳ και ἡλικίᾳ» και οὐδεν επίμεπτον είχε ἡ πρόοδός του αυτή, κατα παρόμοιον τρόπον και ἡ Θεοτόκος ἐπιτιμωμένη και προοδεύουσα ἐν τη γνώσει του Υἱοῦ της οὐδεμίαν ὑποτίμησιν ἐλάμβανε ἐκ της ἐπιτιμήσεως αυτής. «Προέκοπτε» και αυτή «σοφίᾳ» ἐν τη γνώσει του Υἱοῦ της ως και ὁ Υἱός της.
Ευαγγελικός: Καλά, ἔστω ἡ ἐπιτίμησις ἐδῶ του Κυρίου προς αυτήν δεν είναι ὑποτίμησις αυτής αλλά πρόοδος ἐν τη γνώσει του Υἱοῦ της. Όταν όμως κἄποια γυναίκα ἐκ του ὄχλου ἀκούσασα τα ὡραῖα του Κυρίου λόγια είπε: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστασασέ σε..» ἐννοοῦσα την Μητέρα του Κυρίου, ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: «μενοῦνγε, μακάριοι οι ἀκούοντες τον λόγον του Θεοῦ» Λουκ. 11, 27 δεν νομίζετε, ότι μέ τό «μενοῦνγε», τό οποίον σημαίνει «περισσότερον», θεωρεῖ ὁ Κύριος περισσότερον μακάριον, ἀνώτερον της μητρός του πάντα ἄνθρωπον, ὁ οποίος ἀκούει τον λόγον του Θεοῦ;
Ορθόδοξος: Ἐδῶ ὁ Κύριος ἀπευθύνεται κυρίως εις την νοοτροπίαν της γυναικός του ὄχλου και όχι εις την ἀξίαν της Θεοτόκου. Ἀπευθύνεται εις την γυναῖκα του ὄχλου, ἡ οποία κοσμικῶς κρίνουσα τα πράγματα μακαρίζει την Θεοτόκον ως ἔχουσαν αἵματος συγγένειαν μέ τον Ἰησουν, ως μάνα του μόνον.
Λέγει δηλαδή ἡ γυνή εκείνη, ὅ,τι θα ἔλεγε και σήμερον μιά γυναίκα του κόσμου: «Εὐτυχισμένη είναι ἡ μάνα πού σέ ἐγέννησε και ἀνέθρεψε» ἀδιαφόρως ἐάν ἡ Μάνα αυτή έχει ἀξίαν αυτή καθ’ ἑαυτην ἤ όχι».
Ευαγγελικός: Πῶς θα μου τό ἀποδείξητε αυτό;
Ορθόδοξος: Ἁπλούστατα! Ὁ ἄγγελος ὀνομάζει την Θεότόκον «κεχαριτωμένην», ἡ Ἐλισάβετ «πλησθεῖσα Πνεύματος Ἁγίου» ὀνομάζει αυτήν «εὐλογημένην ἐν γυναιξί» ἡ ίδια ἡ Θεοτόκος προφητεύει διά τον ἑαυτό της: «από του νῦν μακαριοῦ¬σι με πᾶσαι αι γενεαί». Διά ποῖον ἤ διά ποίαν άλλην ἐλέχθησαν τόσοι ἔπαινοι; Δι’ οὐδενα. Ἄρα είναι ποτέ δυνατον νά εὑρεθῇ άλλος ἀνώτερος, μακαριώτερος ταύτης; Ἀσφαλῶς όχι! Ἑπομένως ἐκεῖνο τό «μενοῦνγε» = περισσότερον του Κυρίου προς την γυναῖ¬κα του ὄχλου ἀπευθύνεται εις την κοσμικήν νοοτροπίαν της γυναικός ταύτης του ὄχλου και όχι εις την πραγματικήν ἀξίαν της Θεοτόκου, διότι δεν είναι δυνατον, ως είπαμε, νά εὑρεθῇ τις ἴσος ἄρα οὐδέ ἀνώτερος, μακαριώτερος της Θεοτόκου.
Ευαγγελικός: Καλά αυτά: Εις τον γάμον ἐν Κανᾷ, διατί ὁ Κύριος ἐπετίμησε την μητέρα του; Όταν δηλ. αυτή είπε προς Αυτόν «οἶνον ουκ ἔχουσι» ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: «Τί ἐμοί και σοὶ γύναι; Οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου» Ἰωαν. 2,4. Μικρά ἐπιτίμησις και ὑποτίμησις είναι αυτή;
Ορθόδοξος: Ἐάν ἡ ἐπιτίμησις αυτή του Κυρίου είχε ὑποτίμησιν, πῶς τολμᾷ ἡ Θεοτόκος νά εἴπῃ εὐθύς ἀμέσως εις τους ἐκεῖ ἀνθρώπους: «Ὅ,τι ἄν λέει ὑμῖν ποιήσατε», ὅ,τι σας εἴπῃ ὁ Υἱός μου κάμετέ το; Ἡ Θεοτόκος θα ἔπρεπε νά σουφρώσῃ και νά μή τολμήσῃ νά ἀνοίξῃ τό στόμα της, ἄν ἐπετιμᾶτο ἀποπεμπομένη. Και τό σπουδαιότερον δεύτερον είναι, ότι ὁ Κύριος ἐκπληροῖ την αἴτησίν της, διότι μεταβάλλει τό ὕδωρ εις οἶνον. Ἔπειτα τρίτον δεν σου κάμνει ἐντύπωσιν ἡ πρότασις της Θεοτόκου περί θαυματουργικῆς ἐμφανίσεως οἴνου, την οποίαν κάμνει προς τον Υἱόν της και την ἀποδοχήν του αἰτήματός της ἀργά ἤ σύντομα υπό του Υἱοῦ της; Δεν περιποιεῖ τιμήν διά την Θεοτόκον ἡ προς τον Υἱόν της πρότασις περί θαυματουργίας και ἡ υπό του Υἱοῦ της ἐκπλήρωσις της αἰτήσεώς της; Δεν ἐγνώριζε ἡ Θεοτόκος την ὥραν της μεταβολῆς του ὕδατος εις οἶνον, ἐγνώριζε όμως τό γεγονός. Διά τό πρῶτον ἐπετιμήθη, διά τό δεύτερον ἠμείφθη, ειςηκούσθη. Διατί τονίζετε μόνον τό πρῶτον όχι όμως και τό δεύτερον;
Ευαγγελικός: Καλά ὅλα αυτά. Όταν όμως ἡ Μήτηρ του Κυρίου μέ τους ἀδελφούς του Κυρίου ἐζήτησαν νά ἴδουν τον Ἰησουν κηρύττοντα ἐντός οἴκου και εἶπον προς τον Ἰησουν: «Ἡ μήτηρ σου και οι ἀδελφοί σου ἑστήκασι ἔξω ζητουντές σε ἰδεῖν». Και ὁ Κύριος ἀπήντησε: «Ὅστις ἄν ποιήσῃ τό θέλημα του Πατρός μου του ἐν οὐρανοῖς αυτός μου ἀδελφός και ἀδελφή και μήτηρ ἐστὶν» Ματθ. 12, 50. Δεν είναι ἐδῶ μία περφρόνησις του Κυρίου προς την Μητέρα του; Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἀποδίδει εις ἐγωϊστικόν ἐλατήριον την ἐνέργειαν ταύτην της Θεοτόκου.
Ορθόδοξος: Δεν θέλω νὰ πω, ότι ἡ Θεοτόκος ήταν ἀναμάρτητος, ἴση μέ την Θεόν. Κάθε άλλο! Πρίν ἔλθῃ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον είχε τας ἐλλείψεις της ως ἄνθρωπος. Πάντως όμως είναι ἀνωτέρα όχι του Θεοῦ, αλλά ὅλων των ἁγίων και διά τουτο ὀνομάζεται Παναγία.
Ευαγγελικός: Πῶς θα μου ἀποδείξητε ότι ἡ Παρθένος Μαρία ήταν ἀνωτέρα ὅλων των ἁγίων;
Ορθόδοξος: Διά την Θεοτόκον έχουμε ῥητην την βεβαίωσιν της Γραφῆς (Λουκ. 1,19) ότι ήταν τόσον προσεκτική εις τα λόγια τα ἀφορῶντα τον Υἱόν της, ώστε «συνετήρει πάντα τα ρήματα ταῦ¬τα συμβάλλουσα ἐν τη καρδίᾳ αυτής». Διά ποῖον άλλον ἅγιον έχουμε την πληροφορίαν ταύτην και μάλιστα υπό της Ἁγίας Γραφῆς βεβαιωμένην; Δεύτερον: Γνωρίζομεν ότι ἡ σταυρική θυσία του Χριστού είναι εκείνη ἡ οποία ἐλυτρώσατο ημάς και ἐκεῖνος ὁ οποίος συμπάσχει μετα του Ἰησου θα συνδοξασθῇ «εἴπερ συμπάσχομεν και συνδοξασθῶμεν». (Ρωμ. 8,17). Διά την Θεοτόκον ἡ Γραφή μας λέγει ότι αυτή μετ’ άλλων γυναικῶν «εἱστήκεισαν παρά τῷ σταυρῷ» (Ἰωάν. 19, 25). Δύναται τις νά φαντασθῇ ποῖον πόνον θα ᾐσθανετο αυτή ως μήτηρ βλέπουσα τον Υἱόν της κρεμάμενον εις τας πληγάς Του! Ἡ ίδια ἡ Γραφή παρομοιάζει τον πόνον της μέ ῥομφαίαν διερχομένην την καρδίαν της, όπως λέγει προς αυτήν ὁ Συμεών (Λουκ. Β, 35). Ἀφοῦ λοιπόν αυτή ἐδοκίμασε τον μεγαλύτερον πόνον διά τον σταυρόν του Χριστού, διατί νά μή ἔχῃ και την μεγαλυτέραν δόξαν κατα τό «εἴπερ συμπάσχομεν και συνδοξασθῶμεν» του Ἀποστ. Παύλου; Ἀνήκει λοιπόν εις αυτήν ἡ τιμή Παναγία ως ἀνωτέρα των ἁγίων!
Ευαγγελικός: Και όμως ἀποδίδετε εις την Μητέρα του Κυρίου τοιαύτας πολλάκις τιμάς, οἵας πρέπει νά ἀποδίδετε μόνον εις τον Χριστον «Τιμιωτέραν των Χερουβείμ, ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως των Σεραφείμ» ὀνομάζετε αυτήν. Ἰδίως δέ όταν ψάλλετε τον παρακλητικόν της κανόνα λέγετε: «Ποῦ λοιπόν άλλην εὑρήσω ἀντίληψιν; Ποῦ δέ και σωθήσομαι; Προς τίνα καταφύγω άλλον; Εις σέ μόνην ἐλπίζω. Εις σέ μόνην καυχῶμαι…». Ὁ Χριστός φαίνεται περιττός διά τον ἄνθρωπον, ἐάν τοιαύτη είναι ἡ θέσις και ἡ δύναμις της Μητρός Αυτού. Ταῦτα λέγοντες είναι φανερόν, ότι ἀποδίδετε λατρείαν εις την Θεοτόκον.
Ορθόδοξος: Θα μου ἐπιτρέψεις κ. Εὐαγγελικέ νά σου ἀναφέρω μίαν εὐχήν της προσκομιδῆς ἐν τη Εκκλησία μας: Ἡ εὐχή αυτή είναι ἡ ἑξῆς: «Σταυρωθέντος Σου Χριστέ ἀνῃρέθη ἡ τυραννίς. Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἄνθρωπος ἔσωσεν ημάς αλλά Αυτός ὁ Κύριος». Ἐδῶ βλέπετε, ότι λέγομεν οὔτε ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος ἔσωσεν ημάς, αλλά ὁ Χριστός. Ἑπομένως και ἡ Θεοτόκος ως ἄνθρωπος δεν είναι ἡ πηγή της σωτηρίας αλλά ὁ Χριστός.
Ευαγγελικός: Ἄλλα λοιπόν λέγετε εις την προσκομιδήν και άλλα εις τον παρακλητικόν κανόνα της Θεοτόκου; Φάσκετε και ἀντιφάσκετε εσείς οι ὀρθόδοξοι;
Ορθόδοξος: Ὄχι κ. Εὐαγγελικέ. Λέγοντας τα της προσκομιδῆς και ἀποκλείοντες πάντα ἄγγελον και ἄνθρωπον ἑπομένως και την Θεοτόκον ως πηγήν σωτηρίας λαμβάνομεν την Θεοτόκον ως ἄνθρωπον φέρουσαν τό ὄνομα Μαρία. Λέγοντες τον Παρακλητικόν της κανόνα και θεωροῦντες αυτήν ως την μόνην πηγήν σωτηρίας βλέπομεν αυτήν ως Μητέρα του Χριστού, ως φορέα της σαρκώσεως, της ἀπολυτρώσεως, ως πηγήν τρόπον τινά της σωτηρίας μας, διότι δι’ αυτής ἐγεννήθη ὁ Σωτήρ.
Τό βλέμμα μας ἰδίως δέ του ποιητου του Παρακλητικοῦ κανόνος εὔκολα γλυστρᾷ από τό προςωπον της Θεοτόκου ως ἀνθρώπου και μεταβαίνει εις την θέσιν της ως μητρός ως πηγῆς του Λυτρωτου μας και ἐκφραζόμεθα έτσι.
Ευαγγελικός: Αυτό είναι σοφιστεία, ἰδικός σου τρόπος του σκέπτεσθαι όχι όμως και Γραφικός Βιβλικός. Εις την Αγία δηλ. Γραφήν, όπου τό ναί είναι ναί και τό όχι είναι όχι, δεν έχουμε παράδειγμα όπου ἐπαμφοτερίζει τό βλέμμα θεοπνεύστου τινός ἀνδρός, ώστε νά γλυστρᾷ από τό ἕνα πρᾶγμα και νά πηγαίνῃ προς τό άλλο. Ἡ Ἁγία Γραφή έχει τό ναί ναί και τό όχι όχι.
Ορθόδοξος: Και όμως κ. Εὐαγγελικέ. Ὁ ίδιος ὁ Κύριος περιγράφων την καταστροφήν της Ἱερουσαλήμ Ματθ., 24,1-51 Μᾶρκ. κεφ 13ον και Λουκ.. 21,5-36 συνδέει την καταστροφήν ταύτην μέ την καταστροφήν του κόσμου στενῶς, ώστε δεν μας είναι εὔκολον εἴς τινα σημεῖα νά πωμεν, ἄν ταῦτα ἀναφέρωνται εις την καταστροφήν της Ἱερουσαλήμ ἤ την καταστροφήν του κόσμου, διότι εὐκόλως γλυστρᾷ τό βλέμμα του Κυρίου και ἡμῶν από της εἰκόνος, δηλαδή της καταστροφῆς της Ἱερουσαλήμ εις τό εἰκονιζόμενον, δηλαδή την καταστροφήν του κόσμου. Διατί λοιπόν νά ἀρνηθῶμεν τό δικαιωμα του ποιητου του παρακλητικοῦ κανόνος και ἡμῶν νά γλυστρήσῃ τό βλέμμα μας και νά ἴδῃ την Θεοτόκον ἐν μέν τη προσκομιδῇ διά της ἐν λόγῳ εὐχῆς ως ἁπλοῦν ἄνθρωπον, διά δέ του Παρακλητικοῦ κανόνος ως φορέα και πηγήν της Ἀπολυτρώσεως;
Ευαγγελικός: Μά είναι δυνατον ἕνα προςωπον νά ἔχῃ δύο τιμάς μίαν ως ἄτομον και άλλην ἐκτός αυτού κειμένην;
Ορθόδοξος: Βεβαιότατα. Ὁ Νομάρχης, ὁ Δήμαρχος, ὁ Πρόεδρος της Κυβερνήσεως δεν τιμῶνται μόνον ως ἄνθρωποι αλλά και λόγῳ της θέσεώς τους. Τό ἴδιον συμβαίνει και εις ὡρισμένας γυναῖκας. Ἡ Βασίλισσα λ.χ. ἡ σύζυγος του βασιλέως, ἡ δασκάλα δηλαδή ἡ σύζυγος διδασκάλου, ἡ γιατρίνα δηλαδή ἡ σύζυγος του ἰατροῦ κ.λ.π. τιμῶνται όχι μόνον ως ἄτομα αλλά και λόγῳ της θέσεώς των.
Ἡ σύζυγος του διδασκάλου ὀνομάζεται κυρά-δασκάλα ἔστω και ἄν είναι ἀγράμματη. Ἐάν λοιπόν κ. Εὐαγγελικέ, ἄνδρες λ.χ. Νομάρχης, Δήμαρχος, Πρόεδρος της Κυβερνήσεως, ἐκπροςωποι του λαοῦ τιμῶνται λόγῳ της θέσεώς των, διατί ἡ Θεοτόκος νά μή τιμᾶται λόγῳ της θέσεώς της ως Μητέρα του Κυρίου, ως πηγή της ἀπολυτρώσεως και της σωτηρίας μας; Ἐάν γυναῖκες λ.χ. μία σύζυγος δασκάλου ἀγράμματη δασκάλα ὀνομάζεται κυρά-δασκάλα, ἐάν σύζυγος ἰατροῦ ὀνομάζεται κυρά-γιατρίνα, διατί ἡ Θεοτόκος σας σκανδαλίζει ἐὰν τιμηθῇ λόγῳ της θέσεώς της ως Μητέρα του Κυρίου;
Ευαγγελικός: Δέχομαι ότι είναι λογικόν νά τιμᾶ¬ται τις ως ἄτομον και ως ἐκπροςωπος, ως φορεύς μιᾶς άλλης ἀξίας. Είναι όμως και Γραφικόν; Ὑπάρχει δηλαδή τοιαύτη ἐν τη Γραφή ἐξίσωσις, Μητρός του Κυρίου και Χριστού λόγῳ της θέσεως της Μητρός του Κυρίου ως φορέως της ἀπολυτρώσεως;
Ορθόδοξος: Μάλιστα. Ἀκούσατε! «Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί και εὐλογημένος ὁ καρπός της κοιλίας σου» Λουκ. 1,42 λέγει ἡ Ἐλισάβετ προς την Θεοτόκον. «Εὐλογημένη» λέγει την Θεοτόκον, «Εὐλογημένον» ὀνομάζει τον καρπόν της κοιλίας της, τον Χριστον. Ἰδού ἡ αυτή λέξις διὰ τὴν Θεοτόκον και τον Ἰησουν λεγομένη υπό της Ἐλισάβετ πλησθείσης υπό του Ἁγίου Πνεύματος. Ἰδού ἡ ἐν ὕμνοις ἐξίσωσις Θεοτόκου και Χριστού Γραφικῶς.
Ευαγγελικός: Ναί! είναι εὐλογημένη ἐν γυναιξί, όχι όμως και Παναγία, Ἅγιος ὁ Θεός, Παναγία ἡ (Θεοτόκος ἔστω αλλά) γυνή. Παναγιώτατος ὁ Πατριάρχης! Ἐδῶ έχουμε όχι ἐξισώσεις, αλλά ἀνυψώσεις ἀφορήτους της Θεοτόκου.
Ορθόδοξος: Ὀνομάζομεν την Θεοτόκον Παν¬αγίαν και τον Πατριάρχην Παναγιώτατον ἐν ᾧ τον Θεόν λέγομεν Ἅγιον, όχι διότι συγκρίνομεν ἀνθρώπους και Θεόν και θεωροῦμεν ἁγιωτέρους τους ἀνθρώπους από τον Θεόν. Κάθε άλλο! Τουτο δύναται νά σου τὸ βεβαιώσῃ ἡ ὀνομασία της Θεοτόκου ως Παναγίας και του Πατριάρχου ως Παναγιωτατου. Οὐδέποτε ἐσκέφθημεν ότι ὁ Πατριάρχης και ὁ ἁγιώτερος ἀκόμη είναι ἀνώτερος ως Παναγιώτατος, της Θεοτόκου, την οποίαν ὀνομάζομεν Παναγίαν.
Ὀνομάζομεν λοιπόν την Θεοτόκον Παναγίαν ως ἀνωτέραν ὅλων των ἁγίων, τους δέ Πατριάρχας Παναγιωτατους προς διάκρισιν από τους άλλους, οι οποίοι είναι ἅγιοι οι μέν, ἁγιώτεροι οι δέ, Παναγιώτατος ὁ Πατριάρχης. Ἔτσι ὑποτίθεται ότι είναι.
Ευαγγελικός: Παρ’ ὅλον τουτο δεν μπορῶ νά χωνεύσω πῶς ὁ μέν Θεός είναι ἅγιος, ὅσιος, οι ἄνθρωποι είναι ἁγιώτατοι, ὁσιώτατοι!!!
Ορθόδοξος: Ἐπειδή ἐκ των ἀνθρώπων ὁ ένας καλλίτερος από τον άλλον έχουν μεταξύ των συγκριτικά ἁγιώτερους, ἁγιώτατος, ὁσιώτερος, ὁσιώτατος. Ὁ Θεός όμως ως απόλυτον ὄν και μή ἔχων ἅλλους Θεούς νά συγκριθῇ ὀνομάζεται ἁπλῶς ἅγιος, ὅσιος.
Ευαγγελικός: Λογικόν είναι αυτό, αλλά δεν ἀντέχω νά βάλω θετικόν βαθμόν «ἅγιος» και «ὅσιος» διά τον Θεόν, ὁ οποίος είναι απόλυτος και συγκριτικόν «ἁγιώτερος» «ὁσιώτερος» διά τους ἀνθρώπους, οι οποίοι είναι σχετικοί. Ποῖος κανών λέγει αυτό;
Ορθόδοξος: Ὑπάρχει κάποιος κανών της γραμματικῆς πού τό λέγει. Θα μου ἐπιτρέψῃς νά σου φέρω μερικά παραδείγματα: Ἔχομεν μερικά επίθετα: λίθινος, ξύλινος, ὑάλινος, χρυσους, ἀργυροῦς κλπ. Δυνάμεθα νά πωμεν ότι ὁ λίθος οὗτος είναι λιθινώτερος από τον άλλον ἤ τό ξύλον τουτο είναι ξυλινότερον από τό άλλο κ.λ.π.; Ὄχι, διότι ὁ λίθος, τό ξύλον, ὕαλος, ἄργυρος δεν δέχονται σύγκρισιν έχουν τό «απόλυτον» ἐν ἑαυτοῖς. Έτσι και επί του Θεοῦ. Ἐπειδή είναι απόλυτον ὄν δεν δύναται νά συγκριθῇ μέ άλλους θεούς ἤ ἀνθρώπους, δεν έχει συγκριτικούς βαθμούς, αλλά μόνον τον θετικόν: Ἅγιος, ὅσιος!
Ευαγγελικός: Λογικόν είναι αυτό. Είναι όμως Γραφικόν: Δύνασθε νά ἀποδείξητε αυτό και διά της Ἁγίας Γραφῆς; Δύνασθε δηλ. νά φέρετε χωρίον τι Γραφικόν, τό οποίον ἐν ᾧ διά τον Θεόν χρησιμοποιεῖ τον θετικόν βαθμόν διά τους ἀνθρώπους χρησιμοποιεῖ ὑπερθετικὸν βαθμόν;
Ορθόδοξος: Βεβαιότατα. Ἀκούσατε «Κραταιάν» ὀνομάζει «την χεῖρα του Θεοῦ» ὁ Απόστολος Πέτρος Α, 5-6 «Κραταιόν» ἁπλῶς ὀνομάζει τον Θεόν ἡ Βίβλος Δευτερ. 7, 21. Ψαλμ. 23,8, Νεεμ. 2,32 «Κράτιστον» ὀνομάζει ὁ Λουκᾶς τον Θεόφιλον Λουκ. 1,3 και ὁ Παύλος «Κράτιστε Φῆλιξ» ὀνομάζει τον Φήλικον Πράξ. 24,3 «Κράτιστε Φῆστε» Πραξ. 26, 25 ὀνομάζει τον Φῆστον. Βλέπετε; Τον Θεόν ὀνομάζει Κραταιόν, τους ἀνθρώπους και ἀσεβεῖς ἀκόμη ὀνομάζει Κρατίστους. Υπερθετικόν βαθμόν θέτει διά ἀνθρώπους. Ἀσεβεῖ ἡ Ἁγία Γραφή; Ὄχι ἀσφαλῶς.
Ευαγγελικός: Οὐδεν ἀπήντησε.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Ορθόδοξος: Διά την ὀνομασίαν της Παρθένου ως Θεοτόκου τί γνώμην έχετε κ. Εὐαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Εμείς δεν ὀνομάζομεν την Παρθένον Μαρίαν Θεοτόκον, διότι ἡ Ἁγία Γραφή οὐδαμου ὀνομάζει ταύτην Θεοτόκον αλλά μόνον Παρθένον, μητέρα του Κυρίου, Μαρία.
Ορθόδοξος: Κύριε Εὐαγγελικέ, σας ρωτώ κάτι: Ὁ Χριστός ήταν ἄνθρωπος μόνον ἤ ἄνθρωπος και Θεός;
Ευαγγελικός: Πιστεύομεν ότι ὁ Χριστός ήταν Θεάνθρωπος.
Ορθόδοξος: Διατί λοιπόν ἀρνεῖσθε νά ὀνομάσητε την μητέρα του Θεοτόκον, αφού πιστεύετε ότι ἐγέννησε τον Χριστον, ὁ οποίος ήταν όχι μόνον ἄνθρωπος αλλά και Θεός;
Ευαγγελικός: Ἰδού· γνωρίζομεν, ότι ὁ Θεός είναι ὁ μέν Πατήρ ἀγέννητος, ὁ δέ Υἱός γεννητός μέν ἐκ του Πατρός αλλά ἄναρχος. Πῶς λοιπόν θα δεχθῶ, ότι ὁ ἀγέννητος Πατήρ και ὁ ἄναρχος Υἱός ἔλαβον ἀρχήν και γέννησιν από μίαν γυναῖκα, την Μαρίαν;
Ορθόδοξος: Και εμείς, κύριε Εὐαγγελικέ, οι Ορθόδοξοι, όταν λέγωμεν ότι ἡ Μαρία είναι Θεοτόκος, δεν ἐννοοῦμεν ότι αυτή ἔδωκεν ἀρχήν εις τον ἐκ φύσεως ἄναρχον Υἱόν. Τουτο θα ήταν μεγάλη βλασφημία. Λέγοντες ότι ἡ Μαρία είναι Θεοτόκος, ἐννοοῦμεν ότι ὁ Χριστός δεν είναι μόνον ἄνθρωπος αλλά και Θεός, διότι ξεκάθαρα μιλά περί τούτου ἡ Γραφή. Ὁ Κύριος δηλ. ὁ ίδιος βεβαιοῖ διά τον ἑαυτον Του προς τους Ἰουδαίους «πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι εγώ ἦν» Ἰωάν. 8, 58. Ὅπως βλέπεις ὁ Κύριος βεβαιοῖ μέ την λέξιν «εγώ ἦν» δηλαδή εγώ ἤμην προτου νά ὑπάρξῃ ὁ Ἀβραάμ. Ὁ Κύριος ήταν μόλις τριάκοντα ἐτων ως ἄνθρωπος, ὁ Ἀβραάμ ἔζησε πρό δύο χιλάδων ἐτων. Ἄρα ἐκεῖνο τό «εγώ ἦν» ἀναφέρεται στην Θεότητα Του.
Ευαγγελικός: Συμφωνῶ ότι ὁ Χριστός είναι και Θεός. Διατί όμως εις οὐδενα ἐκ των μεγάλων Πατέρων των τεσσάρων πρώτων αἰώνων δεν ἀπαντᾶται ἡ ὀνομασία της Παρθένου ως Θεοτόκου, παρά μόνον κατα τον πέμπτον αἰῶνα, όταν ἐγένετο ἡ τρίτη οἰκουμενική σύνοδος (431 μ.Χ.).
Ορθόδοξος: Και όμως, κ. Εὐαγγελικέ, θα σας ἀναφέρω Πατέρας προς της τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431 μ.Χ.), οι οποίοι ὀνομάζουν την Μαρίαν Θεοτόκον.
Και πρῶτον· ὁ Ὠριγένης 230 μ.Χ. ἀκμάσας δύο αἰῶνας πρό της τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγει: «Την ἤδη μεμνηστευμένην, γυναῖκα καλεῖ. Έτσι και επί Ἰωσήφ και της Θεοτόκου ἐλέχθη» (ἑρμ. Δευτερ. Τόμος Β΄ σελ. 331). Ἐκ του ρηθέντος χωρίου σαφέστατα ἀποδεικνύεται ἡ ἀρχαιότης της ὀνομασίας της Θεοτόκου, διότι όχι ως πρωτοφανές ἀναφέρει τό ὄνομα αυτό ὁ Ὠριγένης, αλλά μιλά ως περί συνήθους γνωστου ἐν τη ἐκκλησίᾳ ὀνόματος.
Δεύτερον· Διονύσιος ὁ Ἀλεξανδρείας 230 μ.Χ. Οὗτος γράφων προς Παῦλον τον Σαμοσατέα λέγει: «τον σαρκωθέντα ἐκ της ἁγίας Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας».
Τρίτον· Γρηγόριος Νεοκαισαρείας ὁ θαυματουργός 273 μ.Χ. γράφει: «Ταύτης της προφητείας την ᾠδήν ἡ ἁγία Θεοτόκος ἀνέπεμπεν» (λόγος εις τον Εὐαγγελισμόν).
Τέταρτον· Ἐπίσκοπος Παταρων Μεθόδιος 300-311 γράφει «Λαμβανομένη ἡ Θεοτόκος των ἐκ του ἀχράντου και παναμώμου αυτής θυσιαστηρίου σαρκωθέντα ζωοποιόν και ἀνέκφραστον ἄνθρακα ως λαβίδι… επί τούτοις παρουσιασάμενος ὁ δίκαιος και τη προτροπῇ εἴξας της διακονησαμένης Θεῷ προς ἀνθρώπους Θεομήτορος… περιφανῶς ἱερά θεομήτωρ ἐξετέλει». (Λόγος εις τον Συμεών και την ἁγίαν Θεοτόκον Σελ. 406-411-417-421)
Πέμπτον· Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει: «και αυτός ὁ ἄγγελος ὁρώμενος ὁμολογεῖ ἀπεσταλθαι παρά του Δεσπότου ως επί Ζαχαρίαν ὁ Γαβριήλ και επί της Θεοτόκου Μαρίας».
Ἕκτον· Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «διά τό μή καταδέχεσθαι των φιλοχρίστων την ἀκοήν ότι ποτέ ἐπαύσατο παρθένος είναι ἡ Θεοτόκος ἐκείνας ἡγοῦμαι τας μαρτυρίας αυτάρκεις». Εις την ἁγίαν του Χριστού γέννησιν Migne 31- 146-8.
Ἕβδομον· Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει: «εἴ τις οὐ Θεοτόκον Μαρίαν ὑπολαμβάνει χωρίς ἔστι της Θεότητος» (Λόγος εις την Γέννησιν του Χριστού).
Ὄγδοον· Ἀμφιλόχιος ὁ Ἰκονίου επίσκοπος 370 μ.Χ. λέγει: «δι’ ἀκοῆς συνέλαβεν ἡ Μαρία ἡ προφῆτις Θεόν ζῶντα. Εἴ δέ τίς χριστιανός χρηματίζειν δοκεῖ και προς την Θεοτόκον της ἐνθένου ἀσχάλλει και προσιλλιγγιᾷ…».
Ἔνατον· Ἐπιφάνιος: «μετασχών της σαρκός χωρίς σπέρματος ἀνδρός από της Θεοτόκου Μαρίας ἀναπλάσσει την αυτού ἁγίαν σάρκα (ἀγκυρωτός σελ. 35).
Δέκατον· Αὐγουστῖνος: «πλήν μόνης της Θεοτόκου πάντες οι λοιποί ἥμαρτον· μόνη γάρ ἡ Θεοτόκος πλείονα χάριν ἔλαβεν (ἐγκώμιον εις την Θεοτόκον σελ. 60).
Ἑνδέκατον· Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος: «Οὐδεν τοίνυν ἐν βίῳ οἷον ἡ Θεοτόκος Μαρία. Περίελθε, ὦ ἄνθρωπε, πᾶσαν την κτίσιν τῷ λογισμῷ εἰ ἐστίν ἴσον ἤ μεῖζον της ἁγίας Θεοτόκου Παρθένου» (Λόγος εις την Αγία Παρθένον σελίς 871).
Δωδέκατον· Ὁ Θεοδώρητος γράφει: «των πάλαι και πρόπαλαι της Ὀρθοδόξου πίστεως κηρύκων κατα την ἀποστολικήν παράδοσιν Θεοτόκον διδαξάντων ὀνομάζειν και πιστεύειν την του Κυρίου μητέρα (διάλογος Β΄ κατα Πελαγίου).
Δέκατον τρίτον: 3η Οἰκουμενική Σύνοδος 431 μ.Χ.: Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τας ἀρχαίας ταύτας μαρτυρίας ἀνεθεμάτισε τον Νεστόριον και τους ὀπαδούς του, οι οποίοι δεν ἤθελον νά ὀνομάσωσι την ἀειπάρθενον Μαρίαν Θεοτόκον. Βλέπετε, κ. Εὐαγγελικέ, ότι ἡ τρίτη Οἰκουμενική σύνοδος και οι πρό αυτής μεγάλοι Πατέρες ὀνομάζουσι την Μαρίαν Θεοτόκον και μέχρις σήμερον ἐξακολουθεῖ ἡ ὀνομασία αυτή. Ἄρα τό «μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τας ἡμέρας» του Κυρίου Ματθ. 28, 20 επί του προκειμένου θέματος είναι μεθ’ ἡμῶν των Ὀρθοδόξων;
Συμπέρασμα: Ἰδού, κ. Εὐαγγελικέ, πῶς εὐσταθοῦν Γραφικῶς και Πατερικῶς τό ἀειπάρθενον της Θεοτόκου και οι ὀνομασίαι αυτής ως Παναγίας και Θεοτόκου.
Ευαγγελικός: Οὐδεν ἀπήντησεν.
Θέμα 11ον«Ἡ πρεσβεία των Αγίων»
Ορθόδοξος: Ἐπιθυμεῖτε, κ. Εὐαγγελικέ, νά μιλήσουμε και περί πρεσβείας των ἁγίων;
Ευαγγελικός: Αυτό μέ ἐνδιαφέρει περισσότερο παντός άλλου, διότι εμείς οι Ευαγγελικοί εις οὐδεμίαν πρεσβείαν ἤ μεσιτείαν ἁγίων ἀνθρώπων πιστεύομεν, διότι ξεκάθαρα ὁ Ἀπόστ. Παύλος λέγει (Α΄ Τιμόθ. 2,5) «εἷς μεσίτης μεταξύ Θεοῦ και ἀνθρώπων, Ἄνθρωπος Χριστός Ἰησους».
Εσείς όμως λέγετε πάντοτε: «Ἅγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν». Διά δέ την Θεοτόκον λέγετε ἰδιαιτέρως: «Και σέ μεσίτριαν ἔχω προς τον Θεόν». Ποῖον νά πιστεύω, σας ἤ την Αγία Γραφήν;
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν πρῶτον εις την πρεσβείαν των Αγίων και ἔπειτα εις την μεσιτείαν της Θεοτόκου.
Ευαγγελικός: Βεβαίως διότι και τα δύο είναι ἀντιφατικά.
Και ΠΡΩΤΟΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΩΣ
Ορθόδοξος: Και πρῶτον ας ἔλθωμεν εις την πρεσβείαν. Σας ρωτώ κ. Εὐαγγελικέ. Ἡ Ἁγία Γραφή ἀπαγορεύει την πρεσβείαν των Αγίων; Ἡ Ἁγία Γραφη δεν μιλά περί προσευχῆς, την οποίαν πρέπει νά κάμνωσιν οι χριστιανοί ὁ ένας ὑπέρ του άλλου «προσεύχεσθε ὑπέρ ἀλλήλων» δεν λέγει ὁ Ἰάκωβος; 5,16.
Ὁ δέ Απόστολος Παύλος συνιστᾷ νά προσεύχωνται οι χριστιανοί και δι’ αυτόν τον ἴδιον. Ῥωμ. 1.9.15-30-31.
Ευαγγελικός: Ἔχω την γνώμην ότι άλλο προσ¬ευχή και άλλο πρεσβεία. Ἡ προσευχή δύναται νά γίνῃ από ὅλους τους χριστιανούς και από ἀνθρώπους πρό Χριστού ίσως και ἄνευ Χριστού. Ἐνῷ ἡ πρεσβεία γίνεται από ὡρισμένους χριστιανούς Ἁγίους, όπως ἐννοεῖτε εσείς. Ἐγγίζει πολύ κατα την γνώμην μου συνταυτίζεται μέ την μεσιτείαν.
Ορθόδοξος: Συμφωνῶ ότι ἡ πρεσβεία διαφέρει της προσευχῆς, διότι ἀποδίδεται εις ὡρισμένους Ἁγίους και όχι εις πάντας τους χριστιανούς. Ἐγγίζει δέ ἡ πρεσβεία προς την μεσιτείαν, δεν συνταυτίζεται όμως μετ’ αυτής.
Ευαγγελικός: Δι’ ἐμέ, όπως ἐννοεῖτε εσείς αυτήν, συνταυτίζεται μέ την μεσιτείαν. Σας εἶπα δέ ότι «εἷς μεσίτης μεταξύ Θεοῦ και ἀνθρώπων».
Ορθόδοξος: Ναί, αλλά ἐκεῖ μιλά ὁ Απόστολος περί μεσιτείας και όχι περί πρεσβείας.
Ευαγγελικός: Τό ἴδιον πρᾶγμα, ἐπαναλαμβάνω είναι. Πρεσβεύω σημαίνει και μεσιτεύω.
Ορθόδοξος: Ἐάν πρεσβεύω είναι το ἴδιον μέ τό μεσιτεύω ἐν τη Αγία Γραφή, πῶς ὁ Ἀπόστ. Παύλος, ὁ οποίος λέγει διά τον Χριστον: «εἷς μεσίτης μεταξύ Θεοῦ και ἀνθρώπων» λέγει και διά τον ἑαυτον του «πρεσβεύω ἐν ἁλύσει»; Ἐφεσ. 6,20.
Ευαγγελικός: Ἁπλούστατα: Ἐνταῦθα τό «πρεσβεύεω ἐν ἁλύσει» σημαίνει την ἀποστολήν, την οποίαν ἔλαβε ὁ Ἀπόστ. Παύλος ως κήρυξ του Εὐαγγελίου από τον Κύριον. Ὁ Κύριος είπε ξεκάθαρα δι’ αυτόν: «Οὗτος σκεῦος ἐκλογῆς ἐστι του βαστασαι τό ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν και βασιλέων. Ἐγώ γάρ ὑποδείξω αὐτῷ ὅσα δεῖ αυτόν ὑπέρ του ὀνόματός μου παθεῖν» (Πράξ. 9, 15-16).
Ορθόδοξος: Ἑπομένως, κ. Εὐαγγελικέ, νομίζετε, ότι εδώ τονίζει ὁ Ἀπόστ. Παύλος διά του «πρεσβεύω» τό κηρυτικόν του μόνον ἔργον και διά του «ἐν ἁλύσει» τα βάσανά του, τα οποία ὑπέφερε δι’ αυτό;
Ευαγγελικός: Βεβαίως. Αυτό ἐθεώρει ὁ Απόστολος μεγάλην του τιμή.
Ορθόδοξος: Και όμως κ. Εὐαγγελικέ, τό «πρεσ¬βεύω» του Ἀποστ. Παύλου και τό «ἐν ἁλυσει» είναι δύο διάφοροι κόσμοι, οι οποίοι όμως ἔχουσι μεγάλην σχέσιν μεταξύ των.
Ευαγγελικός: Θα ἤθελον νά ἤκουον τους δύο κόσμους και την σύνδεσιν, πού ὑπάρχει μεταξύ των κατα την γνώμην σας.
Ορθόδοξος: Μάλιστα. «Πρεσβεύω», κ. Εὐαγγελικέ, σημαίνει εἶμαι πρεσβευτής. Τό δέ «ἐν ἁλύσει», τό οποίον σημαίνει ἁλυσοδεμένος είναι τό πάθος του Ἀποστ. Παύλου, διά του ὁποίου ἐγίνετο ὅμοιος μέ τον Χριστον. Ἑπομένως «πρεσβεύω ἐν ἁλύσει» σημαίνει εἶμαι πρεσβευτής, ἀντιπροςωπος του Χριστού, διότι πάσχω κι εγώ, όπως ὑπέφερε και Ἐκεῖνος. Ἰδοὺ λοιπόν οι δύο κόσμοι του «πρεσβεύω ἐν ἁλύσει». Ὁ πρῶτος είναι πρεσβεία, ἡ ἀντιπροσωπία του Χριστού υπό του Αποστόλου. Ὁ δεύτερος είναι τό ἁλυσόδεμα, οι θλίψεις του Αποστόλου Παύλου. Μεταξύ δέ αυτών των δύο κόσμων ὑπάρχει μεγάλη σχέσις, διότι, ἐπειδή ὁ Παύλος πάσχει τα παθήματα του Χριστού, έχει τό δικαιωμα νά είναι πρεσβευτής, ἀντιπροςωπος Αυτού.
Ευαγγελικός: Ἐγώ βλέπω την ἑρμηνείαν ταύτην πολύ τραβηγμένην. Νομίζω ότι οὔτε ἀντιπροςωπος του Χριστού θέλει νά δηλώσῃ ότι είναι ὁ Ἀποστ. Παύλος, ώστε νά πρεσβεύῃ ἀντί του Χριστού, οὔτε αι θλίψεις του Ἀποστ. Παύλου ἔδιδον εις αυτόν τοιαύτην ἐξουσίαν ἀντιπροσωπίας. Ἄλλωστε ὁ Απόστολος Παύλος, λέγων «πρεσβεύω», έχει ὑπ’ ὄψιν του την εἰδικήν ἀποστολήν του κηρύγματος. Δεν μιλά ότι είχαν και άλλοι, όπως εσείς νομίζετε, διά την πρεσβείαν των ἁγίων, τό δικαιωμα τουτο.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως, κ. Εὐαγγελικέ, έχετε την γνώμην, ότι ὁ Ἀπόστ. Παύλος διά του πρεσβεύω δεν θεωρεῖ τον ἑαυτον του ἀντιπροςωπο του Χριστού, αλλά σημειώνει ἁπλῶς την εἰδικήν ἀποστολήν του κηρύγματός του;
Ευαγγελικός: Βεβαίως.
Ορθόδοξος: Πῶς όμως ὁ Απόστολος Παύλος εις την Β΄ Κορινθ. 5,20 λέγει: «Ὑπέρ Χριστού πρεσβεύομεν….»; Τό «ὑπέρ Χριστού» τί σημαίνει, κ. Εὐαγγελικέ; Ἡ πρόθεσις «ὑπέρ» ποίαν ἔννοιαν έχει;
Ευαγγελικός: Εσείς ποίαν ἔννοιαν δίδετε;
Ορθόδοξος: Τό «ὑπέρ» θα σημαίνῃ «διά» ἤ «ἀντί». Εις την πρώτην περίπτωσιν θα ἔχωμεν: Πρεσβεύομεν διά τον Χριστον. Αυτό όμως είναι τελείως ἀσεβές, ἀκατανόητον, ώστε εμείς νά τολμήσωμεν νά πωμεν, ότι πρεσβεύομεν εις τον Θεόν διά τον Χριστον, διότι ὁ Χριστός πρεσβεύει ὑπέρ ἡμῶν και όχι εμείς ὑπέρ Αυτού. Ἑπομένως πρέπει νά λάβωμεν την δευτέραν ἔννοιαν, ἡ οποία σημαίνει ἀντί του Χριστού. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά δεχθῶμεν την δευτέραν ταύτην ἔννοιαν και ἐκ του ῥήματος «πρεσβεύομεν». Τό πρεσβεύω, όπως είπαμε και πάλιν, σημαίνει εἶμαι πρεσβευτής, εἶμαι ἀντιπροςωπος. Ἑπομένως «πρεσβεύομεν ὑπέρ Χριστού» σημαίνει εἴμεθα πρεσβευταί, ἀντιπροςωποι του Χριστού. Ὁ Χριστός, ως γνωστον είχε τριπλοῦν ἔργον: ἐκήρυττε, διηύθυνε τους Αποστόλους Του και ἐθυσιάσθη εις τον Σταυρόν. Ἐπειδή δέ ὁ Χριστός έχει δικαιωμα, μετα την θυσίαν του Γολγοθᾶ, νά πρεσβεύῃ, νά μεσιτεύῃ εις τον Πατέρα Του ὑπέρ ἡμῶν, κατα παρόμοιον τρόπον και οι Ἀπόστολοι, ἐκτός του διοικητικοῦ και διδακτικοῦ ἔργου, έχουν δικαιωμα νά πρεσβεύωσιν ως ἀντιπροςωποι ἀντί του Χριστού «ὑπέρ Χριστού», όπως λέγει τό κείμενον ξεκάθαρα. Ἔτσι ἡ ἀντιπροσωπία του Χριστού ὑπ’ αυτών θα είναι πλήρης. Σημείωσατε δέ, ότι εδώ ὁ Απόστολος λέγει οὐχὶ «πρεσβεύω» εις τον ἑνικόν ἀριθμόν. Ἄρα ἡ πρεσβεία δεν ήταν εἰδικόν ἔργον μόνον του Αποστόλου Παύλου, αλλά και των άλλων Ἀποστόλων και των διαδόχων αυτών.
Ευαγγελικός: Τότε λοιπόν ἐξαφανίζεται τό ἀπολυτρωτικόν ἔργον του Κ.Η.Ι.Χ. και τό «εἷς μεσίτης μεταξύ Θεοῦ και ἀνθρώπων».
Ορθόδοξος: Ὄχι, κ. Εὐαγγελικέ. Ἄλλη είναι ἡ μεσιτεία του Χριστού διά της θυσίας του Γολγοθᾶ και άλλη είναι ἡ πρεσβεία των ἁγίων δυνάμει των παθημάτων αυτών.
Ευαγγελικός: Ἐγώ δεν βλέπω καμμίαν διαφοράν. Βλέπω μόνον καταστροφήν του ἔργου της ἀπολυτρώσεως μέ τας πρεσβείας των ἁγίων. Ἡ θυσία του Γολγοθᾶ είναι τόσον πλήρης και ἡ μεσιτεία του Χριστού τόσον μοναδική, ώστε πᾶσα άλλη θυσία και πᾶσα άλλη μεσιτεία είναι ἀναίρεσις της θυσίας του Γολγοθᾶ και της μεσιτείας του Χριστού.
Ορθόδοξος: Και ἡ πρεσβεία, διά την οποίαν μιλά ὁ Ἀπόστ. Παύλος, κ. Εὐαγγελικέ, πῶς θα οἰκονομηθῇ; Ποία είναι ἡ διαφορά πρεσβείας, την οποίαν είχαν οι Ἀπόστολοι (Ἐφεσ. 6, 20 Β΄ Κορινθ. 5,20) και της μεσιτείας κατα Α΄ Τιμόθ. 2,5, την οποίαν είχε μόνον ὁ Κύριος;
Ευαγγελικός: Θα ἤθελα την γνώμη σας επί του λεπτου αυτού σημείου.
Ορθόδοξος: Ἀκούσατε: Μεσιτεία του Χριστού διά της θυσίας του Γολγοθᾶ είναι ἡ ἐξ ἀντικειμένου γενομένη ἀπολύτρωσις του ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ δέ πρεσβεία των ἁγίων διά των διαφόρων παθημάτων αυτών, ἑπομένως και διά του «ἐν ἁλύσει» Ἐφεσ. 6,20 του Ἀποστ. Παύλου, είναι ἡ ἐξ ὑποκειμένου οἰκείωσις της ἐξ ἀντικειμένου θυσίας του Γολγοθᾶ, της μεσιτείας του Χριστού.
Ευαγγελικός: Δεν τον ἐννοῶ καλά, τί θέλετε νά εἴπητε «ὑποκειμενική οἰκείωσης της ἐξ ἀντικειμένου ἀπολυτρώσεως».
Ορθόδοξος: Σας ἐξηγοῦμαι: Ὑποκειμενική οἰκείωσης της ἐξ ἀντικειμένου ἀπολυτρώσεως σημαίνει τουτο: Ὁ Χριστός σταυρωθείς, ἀναστας και ἀναληφθείς προσέφερε διά μέν της σταυρώσεως την θυσίαν ὑπέρ του κόσμου, διά δέ της ἀναστασεως και ἀναλήψεως ἀπεδείχθη, ότι ἐγίνετο δεκτή ἡ θυσία αυτή ἐνώπιον του Πατρός Του. Παρ’ ὅλον όμως τουτο ὁ ἄνθρωπος δεν σώζεται, ἐάν δεν οἰκειωθῇ, κάμῃ δηλαδή κτῆμά του την θυσίαν ταύτην διά της πίστεως και ὅλων των άλλων, τα οποία ἐξαρτωνται ἐξ αυτής. Ἕνα δέ ἐξ αυτών είναι και ἡ πρεσβεία των ἁγίων, περί της οποίας ξεκάθαρα ὁ Απόστολος Παύλος μιλά εις την Β΄ Κορινθ. 2,20 και Ἐφεσ. 6,20, όπως είδαμε.
Ευαγγελικός: Εἴπατε, ότι δικαιωμα εις την πρεσβείαν των ἁγίων δίδουσι τα παθήματα και αι θλίψεις αυτών. Δεν νομίζετε όμως, ότι ἔτσι μειώνεται τό πάθος της θυσίας του Γολγοθᾶ;
Ορθόδοξος: κ. Εὐαγγελικέ, ὁ Απόστολος Παύλος μιλά συχνά περί παθημάτων Χριστού, τα οποία ὑποφέρει αυτός ὁ ίδιος. Και συγκεκριμένως: Β΄ Κορινθ. 1, 5 «Καθώς περισσεύει τα παθήματα του Χριστού εις ημάς έτσι…» Β΄ Κορινθ. 4,10 «Πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ἰησου ἐν τῷ σώματι περιφέροντες…» Φιλιπ. 3,10. «Την κοινωνίαν των παθημάτων Αυτού συμμορφούμενοι τῷ θανάτῳ Αυτού». Βλέπεις εδώ, ότι ὁ Απόστολος τας θλίψεις του ὀνομάζει «παθήματα του Χριστού», «νέκρωσιν του Ἰησου», «κοινωνίαν των παθημάτων Αυτού». Δεν σου κάνει ἐντύπωσιν, πῶς ὁ Παύλος τας θλίψεις του θεωρεῖ θλίψεις Χριστού;
Ευαγγελικός: Ἔχω την γνώμην, ότι ὁ Απόστολος ὀνομάζει τα παθήματα του παθήματα του Χριστού, για να δηλώσῃ ότι, όπως ἔπαθεν ὁ Χριστός, πάσχει και ὁ Απόστολος Παύλος. Είναι δηλαδή τόση ἡ ἀγάπη του Παύλου εις τον Χριστον, ώστε εὐχαρίστως πάσχει ὑπέρ Αυτού.
Ορθόδοξος: Δεν ἐπροςεξες όμως μίαν λεπτην παρατήρησιν κ. Εὐαγγελικέ. Ὁ Ἀπόστ. Παύλος ὀνομάζει τας ἰδικάς του θλίψεις ως παθήματα του Χριστού και όχι τα παθήματα του Χριστού ἰδικάς του θλίψεις. Ἑπομένως θέλει νά μας εἴπῃ ότι τα παθήματα του είναι συνέχεια των παθημάτων του Χριστού κατα συνέπειαν και της θυσίας του Γολγοθᾶ.
Ευαγγελικός: Μέ αυτό τί θέλετε νά εἴπητε; Μήπως θέλετε νά εἴπητε ότι τό πάθος της θυσίας του Γολγοθᾶ δεν ήταν πλῆρες και είχεν ἀνάγκην συμπληρώσεως διά των παθημάτων του Αποστόλου Παύλου και των άλλων ἁγίων;
Ορθόδοξος: Κάθε άλλο. Τό ἔργο του Χριστού επί του Γολγοθᾶ είναι πλῆρες. Παρ’ ὅλο όμως τουτο τα παθήματα του Ἀποστ. Παύλου, αφού είναι παθήματα Χριστού, συνεχίζουν τό πάθος του Γολγοθᾶ και από τινος απόψεως συμπληρώνουν αυτό.
Ευαγγελικός: Αυτό είναι βλασφημία, ότι αι θλίψεις των Ἀποστόλων συμπληρώνουν τό πάθος, τας θλίψεις του Χριστού. Πῶς είναι δυνατον νά συμπληρώνουν αι θλίψεις του Αποστόλου, αφού τό ἔργον του Κυρίου είναι τέλειον;
Ορθόδοξος: Σας σκανδαλίζει κ. Εὐαγγελικέ, ότι τό ἔργον του Χριστού, τό πάθος του Σταυροῦ, συμπληροῦται υπό των παθημάτων του Ἀποστ. Παύλου;
Ευαγγελικός: Βεβαιότατα. Τό πάθος του Χριστού επί του Σταυροῦ είναι τέλειον, δεν έχει ἀνάγκην συμπληρώσεως.
Ορθόδοξος: Πῶς όμως ὁ Ἀπόστ. Παύλος λέγει ξεκάθαρα, ότι «ἀνταναπληρῶ τα ὑστερήματα των θλίψεων του Χριστού ἐν τη σαρκί μου ὑπέρ του σώματος αυτού, ὅ ἐστιν ἡ εκκλησία» (Κολ. 1-24). Βλέπεις, κ. Εὐαγγελικέ, ότι ὁ Απόστολος Παύλος εδώ μιλά ξεκάθαρα περί συμπληρώσεως των παθημάτων του Χριστού;
Ευαγγελικός: Ἑπομένως τό ἔργον της ἀπολυτρώσεως διά της θυσίας του Γολγοθᾶ δεν είναι πλῆρες;
Ορθόδοξος: Κάθε άλλο. Είναι τέλειον και πλῆρες.
Ευαγγελικός: Ποίαν ἑρμηνείαν λοιπόν δίδετε εσείς οι ὀρθόδοξοι εις τὴν ἀναπλήρωσιν, την συμπλήρωσιν των παθημάτων του Χριστού υπό των παθημάτων του Ἀποστ. Παύλου, ώστε οὔτε ἡ τελειότης του ἔργου του Χριστού νά μειωθῇ, αλλά και ἡ συμπλήρωσις, ἡ ἀνταναπλήρωσις των παθημάτων του Χριστού υπό των παθημάτων του Ἀποστ. Παύλου δεόντως νά ἑρμηνευθῇ;
Ορθόδοξος: Παρατήρησες, κ. Εὐαγγελικέ, ότι ὁ Απόστολος Παύλος ὁρίζει τα παθήματα του ως συμπλήρωσιν των παθημάτων του Χριστού και καθορίζει αυτά ὑπέρ του σώματος της εκκλησίας και όχι ὑπέρ της κεφαλῆς του Χριστού;
Ευαγγελικός: Και τί συμπεραίνετε μέ την διάκρισιν αυτήν;
Ορθόδοξος: Ἁπλούστατα: Ἡ εκκλησία του Χριστού παρομοιάζεται υπό του Αποστόλου Παύλου προς ἕν ἀνθρώπινο Σώμα. Κεφαλή του σώματος τουτο, της εκκλησίας, είναι ὁ Χριστός. Οι δέ πιστοί χριστιανοί παρομοιάζονται προς τό άλλο μέρος του σώματος. Ἡ κεφαλη, ὁ Χριστός ὑπέστη τον σταυρικόν θανατον και τό πάθος του σταυροῦ ήταν πλῆρες διά την κεφαλήν, τον Χριστον. Ὅπως όμως, όταν ὑποφέρῃ τό υπόλοιπον ἀνθρώπινον Σώμα, ὑποφέρει και ἡ κεφαλή, κατα παρόμοιον τρόπον και αι θλίψεις, τα παθήματα της εκκλησίας, των Ἀποστόλων, είναι και παθήματα της κεφαλῆς, του Χριστού.
Ὁ Χριστός ἐκ μέρους Του ὑπέφερε πλήρως και τελείως την θυσίαν του Γολγοθᾶ. Έτσι προσεφέρθη ἡ ἐξ ἀντικειμένου ἀπολύτρωσις. Διά νά γίνῃ όμως και ἡ ἐξ ὑποκειμένου οἰκείωσις της ἐξ ἀντικειμένου προσφερθείσης ταύτης ἀπολυτρώσεως, ἔπρεπε νά πάθωσι και τα μέλη της εκκλησίας, τό Σώμα της εκκλησίας. Και ἐν ὀλίγοις: Τό πάθος του Χριστού, ἡ σταυρική θυσία της κεφαλῆς της εκκλησίας, του Χριστού ἐγένετο πλήρως ἐν τῷ Γολγοθᾷ διά την ἐξ ἀντικειμένου ἀπολύτρωσιν. Ἡ δέ συμπλήρωσις των παθημάτων του Χριστού διά των παθημάτων του Αποστόλου Παύλου και των λοιπῶν μαρτυρησάντων μελῶν της εκκλησίας Του ἀφοροῦν τό Σώμα, τα μέλη του Χριστού διά την ὑποκειμενικήν ἑνός ἑκάστου οἰκείωσιν της ἐξ ἀντικειμένου ἀπολυτρώσεως. Ὅπως δηλαδή τό ἀνθρώπινο Σώμα, διά νά συνδεθῇ μέ την κεφαλήν, έχει ἀνάγκην ἑνός λαιμου, ὁ οποίος ὁμοιάζει κατ’ οὐσίαν προς τα της κεφαλῆς μέρη και του κορμου, κατα παρόμοιον τρόπον προκειμένου νά συνδεθῶσι τα μέλη της εκκλησίας του Χριστού μέ την κεφαλήν, τον Χριστον, ἔχουσιν ἀνάγκην εἰδικοῦ μέσου. Τό μέσον δέ τουτο είναι όχι ἡ ἁπλή θεωρητική πίστις, αλλά ἡ πίστις εκείνη ἡ οποία φθανει εις τό ὕψος και τό βάθος των παθημάτων. Ὅπως ἔπαθεν ὁ Κύριος, ἔτσι πρέπει νά πάθωμεν και εμείς. Ἰδού ποία είναι ἡ διαφορά των παθημάτων του Αποστόλου Παύλου. Ἰδού και ἡ σχέσις μεταξύ των παθημάτων τούτων.
Εὐαγγελλικός: Δεν ἔχω ἀντίρρησιν εις αυτά, αφού στηρίζονται επί της Ἁγίας Γραφῆς. Δεν νομίζετε όμως ότι έχουμε φύγει από τό θέμα μας; Τό θέμα μας είναι περί πρεσβειῶν των ἁγίων. Και εμείς τώρα ὁμιλοῦμεν περί διαφορᾶς παθημάτων του Χριστού της κεφαλῆς, και των χριστιανῶν, του σώματος της εκκλησίας.
Ορθόδοξος: Ὄχι, κ. Εὐαγγελικέ, εἴμεθα ἐντός του θέματος. Και ιδού πῶς: Εις την ἀρχήν της ὁμιλίας μας ἀνεφέρομεν τό ῥητον του Παύλου «πρεσβεύω ἐν ἁλύσει». Ἀφοῦ ἀνελύσαμεν την πρώτην λέξιν «πρεσβεύω», κατόπιν ἤλθομεν εις τό «ἐν ἁλύσει» και ἀνελύσαμεν την σχέσιν των παθημάτων του Αποστόλου Παύλου και των λοιπῶν Ἀποστόλων προς τό πάθος του Χριστού.
Ευαγγελικός: Συμφωνῶ, ότι βάσει της Ἁγίας Γραφῆς πρέπει νά ὑπάρχωσι πρεσβευταί, αφού ξεκάθαρα μιλά ὁ Παύλος περί αυτού. Ποίαν όμως σχέσιν έχει ἡ ἀνάλυσις των παθημάτων του Παύλου ἔναντι των παθημάτων του Χριστού, σχετικῶς μέ τό προκείμενον θέμα της πρεσβείας των ἁγίων;
Ορθόδοξος: Ἔχει μεγάλην σχέσιν. Και ιδού: Ὅπως ὁ σταυρικός θανατος, τό πάθος του Χριστού, ἔδωσαν τό δικαιωμα εις τον Χριστον νά είναι μεσίτης μεταξύ Θεοῦ και ἀνθρώπων, κατα παρόμοιον τρόπον πρέπει και τα παθήματα των Ἀποστόλων, της εκκλησίας Του, τα οποία είναι παθήματα του Χριστού, συμπληρώσεις, όπως είδαμε, κατα εἰδικόν τρόπον των τελείων παθημάτων του Χριστού, νά δίδουν τό δικαιωμα όχι της μεσιτείας, αλλά της πρεσβείας των ἁγίων. Ἑπομένως μεσιτεία είναι ἡ ἐξ ἀντικειμένου γενομένη ἀπολύτρωσις διά της θυσίας του Γολγοθᾶ. Ἡ θυσία αυτή είναι πλήρης. Πρεσβεία δεν είναι ἡ διά των παθημάτων της εκκλησίας ὑποκειμενική οἰκείωσις της ἀντικειμενικῆς θυσίας του Γολγοθᾶ. Ἰδοῦ ἡ πρεσβεία των ἁγίων κατα λέξιν και κατ’ ἔννοιαν ἐν τη Αγία Γραφή. Κατα λέξιν μέν ἀναφέρεται, όπως είδαμε, εις τα δύο χωρία του Αποστόλου Παύλου «πρεσβεύω ἐν ἁλύσει» Ἐφεσ. 6, 20 «πρεσβεύομεν ὑπέρ Χριστού» Β΄ Κορινθ. 5,20. Κατ’ ἔννοιαν δέ ἐφάνη ἐκ της ἀναλύσεως των παθημάτων του Αποστόλου Παύλου, τα οποία ὀνομάζονται ξεκάθαρα παθήματα του Χριστού, και ἐννοοῦνται ως συμπληρώσεις των παθημάτων του Χριστού. Ἐπαναλαμβάνομεν δέ και πάλιν, ότι, όπως τό πάθος του Χριστού ἔδωσε τό δικαιωμα της μεσιτείας, κατα παρόμοιον τρόπον και τα παθήματα του σώματος, της εκκλησίας του Χριστού, δίδουσι τό δικαιωμα της πρεσβείας δηλαδή της ἐξ ὑποκειμένου οἰκειώσεως της ἀντικειμενικῆς θυσίας του Γολγοθᾶ. Ἄρα ἡ μεσιτεία είναι πρώτη, ἡ πρεσβεία δευτέρα. Ἡ πρεσβεία ἐξαρτᾶται ἐκ της μεσιτείας. Ἄνευ της μεσιτείας είναι ἀδύνατος ἡ πρεσβεία. Ἰδοὺ ἡ διαφορά της μεσιτείας Χριστού και πρεσβείας των ἁγίων.
Ευαγγελικός: Αυτά είναι σοφιστεῖαι. Ἀλλά ἔστω ας παραδεχθῶ την πρεσβεία των ἁγίων, όπως την ἀνελύσατε. Πῶς όμως νά δεχθῶ την μεσιτείαν της Θεοτόκου, την οποίαν τόσον πολύ τονίζετε εσείς οι ὀρθόξοδξοι;
Ορθόδοξος: Ἐάν ἀνοίξωμεν τα βιβλια της εκκλησίας μας, κ. Εὐαγγελικέ, θα ἴδωμεν ότι 99 φοράς λέγομεν τό «ἅγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν» και μίαν μόνον φοράν λέγομεν την λέξιν μεσιτείαν κυρίως προς την Θεοτόκον. Δεν σας κάνει ἐντύπωσιν τό πλῆθος του «πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν» εις τους άλλους αγίους και τας ἐλαχίστας φοράς της χρησιμοποιήσεως της λέξεως μεσιτείαν;
Ευαγγελικός: Ἐγώ δεν θα ἤθελον νά ὑπῆρχε ἡ λέξις μεσιτεία δι’ οὐδενα ἅγιον, αφού «εἷς μεσίτης Θεοῦ και ἀνθρώπων Χριστός Ἰησους» Α΄ Τιμόθ. 2,5.
Ορθόδοξος: Και όμως έχει και τουτο κάποιαν ἔννοιαν. Και ἐν πρώτοις· οι 99 φοραί του «ἅγιε του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν» και ἡ μία φορά του «Και σέ μεσίτριαν ἔχω» δηλώνουσιν, ότι ἡ μεσιτεία αυτή της Θεοτόκου ως ἁγίας έχει την ἔννοιαν της πρεσβείας.
Ευαγγελικός: Ἄς πω ότι εἶμαι σύμφωνος εις αυτό, ότι δηλαδή ἡ μεσιτεία έχει την ἔννοιαν της πρεσβείας. Διατί όμως και διά την Θεοτόκον νά μή ὑπῆρχε μόνον ἡ λέξις πρεσβεία και καθόλου ἡ λέξις μεσιτεία;
Ορθόδοξος: Είπαμε εις προηγούμενον θέμα μας, ότι ἡ Θεοτόκος λαμβάνεται όχι μόνον ως προςωπον, αλλά και ως φορεύς της ἀπολυτρώσεως. Δεν ὀνομάζεται δηλαδή μόνον Μαρία, αλλά και μήτηρ του Κυρίου. Ὡς Μαρία, ως ἁγία, πονέσασα και αυτή διά τον σταυρικόν θανατον του υἱοῦ της περισσότερον παντός άλλου έχει τό δικαιωμα νά πρεσβεύῃ. Ἐπειδή όμως είναι μήτηρ του Κυρίου, του Λυτρωτου ἡμῶν, είναι φορεύς της ἀπολυτρώσεως. Διά τουτο χρησιμοποιοῦμεν δι’ αυτήν την λέξιν μεσιτείαν. Βλέποντες δηλαδή αυτήν δεν την βλέπομεν μόνον ως ἄτομον, αλλά βλέπομεν τό ἔργον της, τον υἱόν της, την ἀπολύτρωσίν του. Έτσι εὐκόλως, όπως είπαμε και εις τό προηγούμενον ἄρθρον, μεταπηδᾷ τό βλέμμα και τό πνεῦμα του ὑμνῳδοῦ της εκκλησίας μας από του προσώπου της «Μαρία» εις τό ἔργον της, την διά του υἱοῦ της ἀπολύτρωσίν μας, και θεωροῦμεν ταύτην ως μητέρα του Κυρίου. Φυσικόν λοιπόν είναι νά μεταφέρεται ὁ ὑμνῳδός από του «Ὑπερ¬αγία Θεοτόκε, πρέσβευε ὑπέρ ὑμῶν» εις τό και «Σέ μεσίτριαν ἔχω». Είπαμε δηλαδή προηγουμένως, διεκρίναμεν και δικαιολογήσαμεν διά κοινωνικῶν παραδειγμάτων την τιμή ἑνός προσώπου ως ἀτόμου από την τιμή της θέσεως, την οποίαν κατέχει. Ὀνομάζομεν δηλαδή-είπαμε- την σύζυγον του διδασκάλου και του ἰατροῦ «κυρά δασκάλα», «κυρά γιατρίνα», ἄν και ἡ κυρά-δασκάλα είναι ἀγράμματη, ἡ δέ κυρά –γιατρίνα δεν έχει ἰδέαν ἰατρικῆς.
Έτσι και εδώ ἡ Θεοτόκος λαμβάνει την τιμήν του υἱοῦ της, της μεσιτείας, ἐπειδή ἐν αυτή βλέπομεν τον Κύριον, ὁ οποίος είναι «εἷς μεσίτης μεταξύ Θεοῦ και ἀνθρώπων», ως ὀρθῶς παρατηρεῖ κ’ ὁ ἱερός Δαμασκηνός «ἡ γάρ εις αυτήν τιμή εις τον ἐξ αυτής σαρκωθέντα ἀνάγετο». Ἔκδοσις Ὀρθ. Πίστεως σελ 158.
Ευαγγελικός: Αυτά είναι σοφιστεῖαι. Ἀλλ’ ας παραδεχθῶ την ἔννοιαν της πρεσβείας των ἁγίων και της μεσιτείας της Θεοτόκου, όπως την ἀνελύσατε. Ἔχω όμως άλλην ἀπορίαν: Λέγοντες εσείς «Ἅγιε του Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν» ἐννοεῖτε ότι οι ἅγιοι είναι πανταχοῦ παρόντες και καρδιογνῶσται και ἀκούουσι τας προσευχάς μας. Πῶς λοιπόν οι ἅγιοι λαμβάνουσι γνῶσιν ὅλων των προσευχῶν των ὀρθοδόξων, οι οποίοι εὑρίσκονται εις διάφορα μέρη του κόσμου, αφού δεν είναι πανταχοῦ παρόντες οὔτε καρδιογνῶσται;
Ορθόδοξος: Βέβαιον είναι ἐκ της Ἁγία Γραφῆς, ότι οι Ἅγιοι ἐν οὐρανῷ λαμβάνουσι γνῶσιν των ἐν τη γη εὐχαρίστων ἤ δυσαρέστων γεγονότων. Ἐάν όμως εμείς δεν γνωρίζωμεν, πῶς γίνεται τουτο, δι’ ἀγγέλων, οι οποίοι ἀναφέρουσι κατα την ἀποκάλυψιν 8,4 «ἀνέβη ὁ καπνός των θυμιαμάτων ταῖς προσευχαῖς των ἁγίων ἐκ χειρός ἀγγέλου ἐνώπιον του Θεοῦ» ἤ δι’ άλλου τινός τρόπου, τον οποίον ὁ Κύριος γνωρίζει, δεν είναι λόγος νὰ ἀρνηθῶμεν τό γεγονός.
Ευαγγελικός: Πού ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή, ὄτι οι ἐν τῷ οὐρανῷ ἅγιοι λαμβάνουσι γνῶσιν ἐν τη γη;
Ορθόδοξος: Ξεκάθαρα ὁμολογεῖ ὁ Κύριος ἐν Λουκ. 15,10 «χαρά γίνεται ἐν οὐρανῷ επί ἑνί ἁμαρτωλῶ μετανοοῦντι». Ἐπίσης και ἐν τη Ἀποκάλυψει 6,10 ἀναφέρεται, ὄτι αι ψυχαί οι οποίαι είχαν θυσιασθῆ διά τον λόγον του Θεοῦ και εὑρίσκοντο ἐν τῷ οὐρανῷ «ἔκραζον φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες: ἕως πότε ὁ Δεσπότης ὁ Ἅγιος και Ἀληθινός οὐ κρίνεις και ἐκδικεῖς τό αἷμα ἡμῶν΄ ἐκ των κατοικούντων επί της γῆς;» Εις την παραβολήν του πλουσίου και του Λαζάρου ὁ Ἀβραάμ είπεν εις τον πλούσιον «τέκνον, μνήσθητι ότι ἀπέλαβες τα ἀγαθα σου ἐν τη ζωῇ σου και ὁ Λάζαρος τα κακά». Ἐξ αυτού φαίνεται, ότι ὁ Ἀβραάμ χωρίς νά είναι πανταχοῦ παρῶν ἐγνώριζε την ζωήν ἐν τῷ κόσμῳ του πλουσίου και του Λαζάρου. Ἐπίσης ὁ Ἀβραάμ λέγει εις τον πλούσιον διά τους πέντε ἐν τῷ κόσμῳ ἀδελφούς του «ἔχουσι Μωυσέα και προφήτας ἀκουσάτωσαν αυτών». Ὁ Ἀβραάμ ἀπέθανε 2000 χρόνια π.Χ. ὁ Μωυσῆς μέ τον νόμον του ἦλθε τό 1500 π.Χ., οι δέ προφῆται από του 800 και ἔπειτα. Ἰδού λοιπόν πῶς οι ἐν τῷ οὐρανῷ χωρίς νά είναι πανταχοῦ παρόντες, λαμβάνουσι γνῶσιν των ἐν τη γη.
Ἔπειτα εις τό Ε΄ κεφ. των Πράξεων των Ἀποστόλων ἀναφέρεται, ότι ὁ Ἀνανίας και ἡ Σάπφειρα ἀπεφάσισαν νά πωσιν, ὄτι ἐπώλησαν τό κτῆμα των ὀλιγώτερον του κανονικοῦ ἐν κρυπτῷ όταν δέ ἀνέφερον εις τον Ἀπόστ. Πέτρον τό ψεῦδος τουτο ὁ Απόστολος ἐπετίμησεν αὐτους και ἀπέθανον.
Ὁ Ἀποστ. Πέτρος εὑρισκετο πανταχοῦ παρών, ώστε νά μάθῃ την ἀπάτη ταύτην του ζεύγους ἐκείνου, την οποίαν ἐσκέφθησαν ἀνήρ και γυνή μακράν του Αποστόλου;
Ευαγγελικός: Πῶς όμως θα ἀποδείξετε, ὄτι οι ἔν οὐρανῷ πρεσβεύουσιν ὑπέρ ἡμῶν;
Ορθόδοξος: Σας ἀναφέρω και πάλιν τό της Ἀποκαλύψεως 6,10, όπου αι ψυχαί πρεσβεύουσι, παρακαλοῦσι τον Θεον ὑπέρ των ἀδικουμένων επί της γῆς. Εὐρυτέραν όμως ἀνάπτυξιν τούτου θα ἴδωμεν εις την παράδοσιν της εκκλησίας των 4 πρῶτων αἰώνων, την οποίαν και εσείς δέχεσθε. Ἄς ἔλθωμεν και εις αυτήν.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ Ἡ πρεσβεία των ἁγίων και ἡ παναρχαία Παράδοση της εκκλησίας.
Πρῶτον ὁ Ὠριγένης (185-250 μ.Χ.) Οὗτος προς τον πολέμιον αυτού Κέλσον γράφει περί των ἐν οὐρανοῖς ζώντων τα ἑξῆς:
«Οὐ μόνον αὐτοί εὐμενεῖς τοῖς ἀξίοις γίνονται, αλλά και συμπράττουσι τοῖς βουλουμένοις τον επί πᾶσι Θεόν θεραπεύειν και ἐξευμενίζονται και συνεύχονται και συναξιοῦσι. Ὥστε τολμᾶν ημάς λέγειν ότι ἀνθρωπος μετα προαιρέσεως προτιθεμένοις τα κρείττονα εὐχομένοις τῷ Θεῷ μυρίαι ὅσαι ἄκλητοι συνεύχονται δυνάμεις ἱεραί, συμπαροῦσαι τῷ ἐπικήρῳ ἡμῶν γένει και ἴν’ έτσι πω συναγωνιῶσαι»(Κατα Κέλσου 8,64).
Τον δέ φίλον αυτού Ἀμβρόσιον παρορμᾷ εις μαρτύριον ὑπενθυμίζων αὐτῷ, ὄτι έτσι θα καταστη εὐεργετικώτερος προς τους επί γῆς «παρρησίαν ἀναλαμβάνων προς τό εὐεργετεῖν αὐτους φίλος γενόμενος Θεῷ. Τότε γάρ... συνετώτερον περί αυτών εὔξῃ» (ΒΕΠΕΣ 9,59).
Δεύτερον ὁ Κυπριανός (200-258 μ.Χ.). Γράφων οὗτος προς τον πιστον φίλον του Κορνήλιον περί του διά του θανάτου σωματικοῦ χωρισμου εὑρίσκει ἀρκοῦσαν παρηγορίαν ἐν τῷ ότι ὁ μεταστας θα δέηται ἐν οὐρανοῖς ὑπέρ των ἀπολειφθέντων. «Ἀναμιμνησκώμεθα ἀλλήλων. Προσευχώμεθα ὁ εἶς ὑπέρ του άλλου ἑκατέρωθεν (ὁ ἐν οὐρανοῖς ὑπέρ του επί γῆς, ὁ επί γῆς ὁ ὑπέρ του ἐν οὐρανοῖς).
Είτε δέ ὁ εἶς είτε ὀ άλλος προπορευθῇ τη χάριτι του Θεοῦ ας ἐξακολουθῶμεν ἀγαπώμεν ἑνώπιον του Κυρίου και προσευχόμενοι ὑπέρ των ἀδελφῶν πρό του ἰλαστηρίου του κοινοῦ Πατρός»
Τρίτον ὁ Μέγας Βασίλειος (330-378 μ.Χ.).
Οὗτος χαιρετίζει τους αγίους τεσσαράκοντα μάρτυρας ως ἑξῆς: «Ὦ χορός ἅγιος, ὦ σύνταγμα ἱερόν, ὦ συνασπισμός ἀρραγής, ὦ κοινοί φύλακες του γένους των ἀνθρώπων, ἀγαθοί κοινωνικοί φροντίδων, δεήσεως συνεργοί, π ρ ε σ β ε υ τ α ί δυνατώτεροι».
Τέταρτον Γρηγόριος ὁ Ναζανζηνός (329-390 μ.Χ.). Οὗτος εις μέν την Θέκλαν ἐπιστέλλει παραμυθούμενος «πείθομαι τας των ἁγίων ψυχάς των ἡμετέρων αἰσθανεσθαι» τον δέ πατέρα αυτού ἐνταφιάζων λέγει: «πείθομαι, ότι και τη πρεσβεία νῦν μᾶλλον ἤ πρότερον διδασκαλία (παραμυθήσεται ημάς ὁ μεταστας) ὅσῳ και μᾶλλον ἐγγίζει Θεῷ τας σωματικάς πέδας ἀποσεισάμενος και της ἐπιθολούσης τό νοῦν ἰλύος ἀπηλλαγμένος και γυμνός γυμνῷ ἐντυγχάνων τῷ καθαρωτατῳ νοΐ».
Περί δέ του «κοιμηθέντος φίλου αυτού Βασιλείου ἀποφαίνεται «Και νῦν ὁ μέν ἐστιν ἐν οὐρανοῖς κἀκεῖ τας ὑπέρ ἡμῶν, ως οἶμαι, προσφέρων θυσίας και του λαοῦ προσευχόμενος. Οὐδέ γαρ άπολιπών ημάς πανταπασιν ἀπολέλοιπεν».
Πέμπτον Γρηγόριος ὁ Νύσης (335-394 μ.Χ.). Ἰδοῦ τίνας λόγους οὗτος ἀποτείνει προς τινα μάρτυρα: «Πρέσβευσον, ὑπέρ της πατρίδος προς τον κοινόν βασιλέα. Ὑφορώμεθα θλίψεις, προσδοκῶμεν κινδύνους, οὐ μακράν οι ἀλιτήριοι Σκύθαι τον καθ’ ημάς ὠδίνοντες πόλεμον.
Ὡς στρατιώτης ὑπερμάχησον, ως μάρτυς χρῆσαι τη παρρησίᾳ..., για να μή ὀργιάσῃ κατα νεῶν και θυσιαστηρίων ἄθεσμος βάρβαρος. Εμείς γάρ ὑπέρ ὧν ἀπαθεῖς ἐφυλάχθημεν συλογιζόμεθα την εὐεργεσία. Αἰτουμεν και του μέλλοντος την ἀσφάλειαν. Ἄν χρεία γένηται πλείονος δυσωπίας ἄθροισον τον χορόν των σῶν ἀδελφῶν, των μαρτύρων, και μετα τούτων δεήθητι».
Ἕκτον ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἀποθανών τό 404 μ.Χ. γράφει εις τον λόγον του «Περί του χρησίμως τας προφητείας ἀσαφεῖς είναι». Ἐν τῷ λογῳ τούτῳ λέγει: «Ἔχομεν και εμείς την ἁγίαν και Θεοτόκον Παρθένον Μαρίαν πρεσβεύουσαν ὑπέρ ἡμῶν».
Σ υ μ π έ ρ α σ μ α:
Ἰδού, κ. Εὐαγγελικέ, ἡ πρεσβεία των ἁγίων Γραφικῶς και Πατερικῶς. Ἡ πρεσβεία εὑρίσκεται μεταξύ μεσιτείας και προσευχῆς. Δεν είναι οὔτε μόνον προσευχή οὔτε αυτή αυτή μεσιτεία. Ἡ πρεσβεία δεν είναι μειστεία, διότι είναι ἐξάρτησις ἡ πρεσβεία της μεσιτείας. Προηγήθη ἡ μεσιτεία και ἡκολούθησεν ἡ πρεσβεία. Ἡ μεσιτεία λοιπόν του Χριστού είναι ἀνεξάρτητος της πρεσβείας των ἁγίων και προτέρα ταύτης. Ἠ πρεσβεία των ἁγίων ἐξαρτᾶται ἐκ της μεσιτείας και είναι μεταγενεστέρα ταύτης. Ἄνευ της μεσιτείας του Χριστού οὐδεμία πρεσβεία των ἁγίων. Ἡ πρεσβεία των ἁγίων είναι ἰσχυροτέρα της προσευχῆς, διότι αυτή γίνεται υπό ἁγίων, οι οποίοι ἔχουσι παρρησίαν ἐνώπιον του Θεοῦ λόγῳ των ἰδιαιτέρων θλίψεών των ἐν τη γη και της πλήρους ἀποκαταστασεως ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἡ προσευχή όμως είναι εὑρυτέρα, γενικωτέρα. Ἤδη ας παραστήσωμεν και διά σχήματος την διαφοράν μεσιτείας, πρεσβείας και προσευχῆς διά τριῶν ὁμοκέντρων τετραγώνων. Τό κέντρον αυτών κατέχει ὁ Χριστός μέ την μεσιτείαν Του, είναι εἶς και μοναδικός «εἶς μεσίτης μεταξύ Θεοῦ και ἀνθρώπων» Α΄Τιμοθ. 2,5. Τό ἐγγύτερον προς τό κέντρον τετράγωνο είναι ἡ πρεσβεία. Ταύτην ἔχουσιν ὁλίγοι κατα τό «ὑπέρ Χριστού πρεσβεύομεν» και «πρεσβεύω ἐν ἁλύσει» του Αποστόλου. Αυτοί είναι οι ἐκλεκτοί ἐν γη και ἐν οὐρανῷ ἀποκατασταθέντες, ως μιλά ἡ ἱερά Παράδοση, την οποίαν ἐξεθέσαμεν. Προσευχή δέ είναι τό εὐρύτερον τεράγωνον, πάντες οι προσευχόμενοι. Ἰδού τό σχῆμα:
Π ρ ο σ ε υ χ ή
Πρεσβεία Αγίων
Μεσιτεία
Χριστού
Η ΠΡΟΣΚΗΝΥΣΙΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
Ορθόδοξος: Ἐπιθυμεῖτε κ. Εὐαγγελικέ νά συνομιλήσωμεν περί προσκυνήσεως των ἱερῶν εἰκόνων, ἱερῶν λειψάνων, Σταυροῦ κλπ.;
Ευαγγελικός: Βεβαιότατα. Εμείς οι Ευαγγελικοί οὐδεμίαν προσκύνησιν προσφέρομεν εις οὐδεναν άλλον πλήν του Θεοῦ. Τουτο πράττομεν βασιζόμενοι εις την ῥητην ἀπαγόρευσιν του Θεοῦ ἐν Ἐξοδ. 20,45, όπου λέγει: «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδέ παντός ὁμοίωμα....οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδ’ οὐ μή λατρεύσεις αὐτοῖς».
Ορθόδοξος: Ἡ ἐντολη αυτή κ. Εὐαγγελικέ έχει τεσσάρας κυρίας λέξεις: α) «οὐ ποιήσεις» β) «εἴδωλον» γ) «προσκυνήσεις» δ) «οὐδ’ οὐ μή λατρεύσης». Ἄς ἔξετασωμεν λοιπόν μίαν ἑκάστη λέξιν χωριστα. Και πρῶτον ας ἔλθωμεν εις τό «οὐ ποιήσεις». Σας ρωτώ, δίδων ὁ Κύριος την ἐντολήν ταύτην ἀπαγορεύει την κατασκευή εἰκόνων ἀπολύτως ἤ μιλά περί εἰδώλων και ἀγαλμάτων διότι λέγει «σεαυτῷ εἴδωλον» τα οποία είχαν οι πρό Χριστού εἰωλολάτραι;
Ευαγγελικός: Ἡ ἐντολή εδώ είναι ρητή και κατηγορηματική λέγει «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδέ παντός ὁμοίωμα» ἄρα ἀπαγορεύει την κατασκευήν παντός εἰδώλου και πάσης εἰκόνος.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως κ. Εὐαγγελικέ ὁ Θεός ἀπαγορεύει πᾶσαν κατασκευήν εἰκόνων, ἄρα καταδικάζει πᾶσαν τέχνην γλυπτικήν και ζωγραφικήν. Πῶς όμως ἐν τη Παλαιᾷ Διαθήκῃ ὁ Θεός διατασσει τον Μωϋσῆ νά κατασκευάσῃ τα Χερουβείμ και τον χαλκοῦν ὄφιν ἐν Ἐξοδ. 25,22 και Ἀριθ. 21,4; Και αυτά δεν ήταν εικόνες, ὁμοιώματα;
Ευαγγελικός: Ὄχι δεν πρόκειται περί ἀπαγορεύσεως πάσης τέχνης γλυπτικῆς και ζωγραφικῆς. Και εμείς οι Ευαγγελικοί έχουμε εις τας οἰκίας μας, εις τα Σχολεῖα μας εἰκόνας του Χριστού και συγκινούμεθα βλεποντας την ἀπεικόνισιν των παθῶν του Σωτῆρος ἡμῶν. Ἀποκλείομεν όμως αυτάς αὐστηρῶς από τας Εκκλησίας μας και από την λατρείαν.
Ορθόδοξος: Σας ἐρωτω. Πρῶτον: τα Χερουβίμ τα οποία κατασκεύασεν ὁ Μωϋσῆς εις την κιβωτον εὑρίσκοντο ἐν τη οἰκίᾳ ἤ ἐν τη Εκκλησία; Δεύτερον. Μεταξύ των Χερουβίμ της Π. Διαθήκης και των εἰκόνων σας κ. Εὐαγγελικέ ὑπάρχει μεγάλη διαφροά.
Τας εἰκόνας σας έχετε προς οἰκιακήν διδακτικήν χρῆσιν, προς κοσμικήν χρῆσιν. Τας βλέπετε καθημερινῶς, τας ἀναρτᾶτε και τας μεταθέτετε. Νομίζετε ότι ὑπῆρχε τοιαύτη δυνατότης εις τους Ἑβραίους διά τα Χερουβίμ; ἠδύναντο δηλ. αυτοί νά ἀναρτῶσι και μεταθέτωσι κατα βούλησιν τα Χερουβίμ; Κάθε άλλο! Τα Χερουβίμ εὑρίσκοντο εις «τα ἅγια των ἁγίων» όπου ειςήρχετο μόνον ὁ ἀρχιερεύς ἅπαξ του ἕτους. Ταῦτα δεν ἤγγιζεν οὐδέ ὁ ἀρχιερεύς, αλλά μόνον ἐρράντιζε δι’ αἵματος. Ὑπάρχει λοιπόν μεγάλη διαφορά μεταξύ των εἰκόνων σας και των Χερουβίμ.
Ευαγγελικός: Ἀσφαλῶς ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως δεν δύνασθαι νά ὁμιλῆτε ότι ἐφαρμόζετε την ἐντολήν μέ τό νά ἔχητε εἰκόνας, ὄπως ἔδωσε ὁ Θεός εις τον Μωϋση τα Χερουβίμ.
Ευαγγελικός: Τοιαύτας εἰκόνας δεν έχουμε.
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν κ. Εὐαγγελικέ εις την δευτέραν λέξιν «εἴδωλον». Ὁ Θεός διατασσει «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον». Ἑπομένως δεν μιλά περί εἰκόνων, αλλά περί εἰδώλων.
Ευαγγελικός: Ἔχω την γνῶμην, ὄτι εἴδωλον και εικόνα σημαίνουσι τό ἴδιον πρᾶγμα.
Ορθόδοξος: Ὄχι κ. Εὐαγγελικέ. Τό εἴδωλον όπως ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Ὡριγένης (ἰδέ Πηδάλιον σελ. 306) είναι ὁμοιώμα ἀνυπάρκτου ὄντος, ἐνῶ ἡ εικόνα είναι ὁμοίωμα ὑπαρκτου ὄντος. Τό εἴδωλον λ.χ. του Βοός των Αὐγυπτίων τον οποίον ἐθεώρησαν ως Θεόν ήταν ὁμοίωμα ἀνυπάρκτου Θεοῦ, ἐνῶ ἡ εικόνα του Χριστού, της Θεοτόκου, των Αγίων είναι ὁμοιώματα προσώπων ὑπαρκτων. Τα εἴδωλα λοιπόν και όχι τας εἰκόνας ἀπαγορεύει ὁ Νόμος του Θεοῦ νά κατασκευάζουμε.
Ευαγγελικός: Ἡ διάκρισίς σας εἰδώλου και εἰκόνος είναι ὄντως λεπτή, ἀξιοπροςεκτος. Μή λησμονῆτε όμως, ὄτι ἡ ἐντολή προσθέτει «οὐδέ παντός ὁμοίωμα». Ἄρα μιλά περί πᾶσης εἰκόνας.
Ὁρθόδοξος: Ἐνταῦθα ἡ λέξις «ὁμοίωμα» και πάλιν έχειν την ἔννοιαν του εἰδώλου, δηλ. ὁμοιώματος ἀνυπάρκτου ὄντος, διότι ὁ Μωϋσῆς κατασκεύασε εἰκόνας Χερουβίμ και χαλκοῦ ὄφεως. Ἄλλωστε ἡ λέξις «ὁμοίωμα» εὑρίσκεται μετα την λέξιν εἴδωλον «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδέ παντός ὁμοίωμα» λέγει ἡ ἐντολή... Λαμβάνει ἑπομένως την ἔννοιαν του εἰδωλολατρικοῦ εἰδώλου, του ὁμοίωματος ἀνυπάρκτου ὄντος.
Ευαγγελικός: Ἔστω ας δεχθῶ ὅλα αυτά. Προσθέτει όμως κατωτέρω ὁ Κύριος «οὐ προσκυνήσεις οὐδ’ οὐ μή λατρεύσης».
Ορθόδοξος: Ἄς ἐξετασωμεν τώρα κ. Εὐαγγελικέ, και τας δύο άλλας λέξεις «προσκυνῶ» και «λατρεύω». Αι λέξεις αὗται διαφέρουσι ἤ είναι τό ἴδιον πρᾶγμα;
Ευαγγελικός: Δι’ ἐμέ είναι τό ἴδιον πρᾶγμα, προσκυνῶ σημαίνει λατρεύω.
Ορθόδοξος: Όταν λέγετε προσκυνῶ κ.Εὐαγγελικέ, τό οποίον σημαίνει λατρεύω, τί ἐννοεῖτε;
Ευαγγελικός: Δύο πράγματα. Πρῶτον: ἀποδίδομεν εις ὑλικά ἀντικείμενα ἰδιότητας ἁγιότητος και θαυματουργικῆς δυνάμεως. Και δεύτερον λατρεύομεν αυτό όταν δι’ ἀσπασμῶν και διά σωματικῶν ὑποκλίσεων προσκυνοῦμεν αυτά.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως κ. Εὐαγγελικέ πρῶτον οὐδεμίαν ἰδιότητα ἁγιότητος και θαυματουργίας θέλετε νά ἀποδίδωμεν εις τας εἰκόνας.
Ευαγγελικός: Ὄχι.
Ορθόδοξος: Ἐν τη Παλαιᾷ Διαθήκῃ τα Χερουβίμ εὑρίσκοντο εις «ἅγια των ἁγίων» ἄρα ήταν εικόνες ἁγιώταται. Διά δέ τον χαλκοῦν ὄφιν ἐν τη ἐρήμῳ ἡ Γραφή λέγει: «και ἐποίησε Μωϋσῆς ὄφιν χαλκοῦν και ἔστησεν αυτόν επί σημείου και ἐγένετο όταν ἔδακεν ὁ ὄφις ἄνθρωπον και ἐπέβλεψε επί τον ὄφιν τον χαλκοῦν και ἔζη». Ἑπομένως ἡ εικόνα του ὄφεως ἐθεράπευεν, είχεν θαυματουργικήν δύναμιν. Κατα συνέπειαν αι ἰδικαι σας εικόνες οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι προς τας εἰκόνας της Παλαιᾶς Διαθήκης τα ἁγιώτατα Χαρουβίμ και τον θαυματουργόν χαλκοῦν ὄφιν.
Εὐαγγελικος: Σωστα αυτό. Δεν πρέπει όμως νά προσκυνῶμεν και νά λατρεύωμεν τας εἰκόνας, διότι τα ἐν τη παλαιᾷ Διαθήκη ἁγιώτατα Χερουβίμ και ὁ θαυματουργός χαλκοῦς ὄφις δεν προσεκυνοῦντο υπό των Ἰσραηλιτων.
Ορθόδοξος: Πῶς ἐννοεῖτε την προσκύνησιν και την λατρείαν;
Ευαγγελικός: Σας εἶπον και πάλιν ὄτι ἡ λατρεία είναι ἡ αυτή μέ την πρσκύνησιν, διότι προσφέρεται δι’ ἀσπασμῶν και σωματικῆς υποκλίσεως και γίνεται εις ἔνδειξιν σεβασμου και τιμῆς.
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν πρῶτον εις τους ἀσπασμούς ως μέσον λατρείας. Όταν ὁ Απόστολος συνιστᾷ «ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ» συνιστᾷ λατρείαν;
Ευαγγελικός: Ὄχι βεβαίως. Ὁ απόστολος συνιστᾶ ἀγάπην διά των ἀσπασμῶν.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως ὁ ἀσπασμος δεν είναι γνώρισμα ἐξωτερικόν ἐσωτερικῆς λατρείας διότι και εσείς ὄταν ἀσπάζεσθε μεταξύ σας και ἰδίως αι γυναῖκες σας δεν νομίζω ότι ἐκφράζετε λατρείαν. Ὁ ἀσπασμός λοιπόν δεν είναι χαρακτηριστικόν γνώρισμα μόνον της λατρείας, αλλά και άλλου πράγματος, της ἀγάπης.
Ευαγγελικός: Βεβαίως.
Ορθόδοξος: Ἑπομένος κριτήριον της λατρείας κατα τον ἀσπασμόν δεν είναι αυτός οὗτος ὁ ἀσπασμός, αλλά τό προςωπον εις τό οποίον προσφέρω τον ἀσπασμόν μου. Ἄν είναι δηλ. ἄνθρωπος ἤ ἀντικείμενον πολύτιμον ἤ ἀντικείμενον ἱερόν τό οποίον ἀσπάζομαι, ὁ ἀσπασμός είναι ἀγάπης ἀσπασμός. Ἐάν είναι ὁ Χριστός είναι λατρεία. Δεν θα διακρίνωμεν δηλ. ἐκ του ἐξωτερικοῦ ἀσπασμου τό ἐσωτερικον ἡμῶν την λατρείαν ἤ την ἀγάπην, αλλά ἐκ του ἐσωτερικοῦ, ἐκ του προς ὅν ἀπευθύνομεν τον ἀσπασμόν θα ὁρισθῇ ὁ ἀσπασμός ως λατρεία ἤ ὠς ἀγάπη.
Ευαγγελικός: Βεβαίως.
Ορθόδοξος: Εἴπατε κ. Εὐαγγελικέ, ότι ἡ λατρεία ἐκφράζεται πλήν των ἀσπασμῶν και διά σωματικῆς ὑποκλίσεως εις ἔνδειξιν και πάλιν σεβασμου.
Ευαγγελικός: Βεβαίως. Και αυτά πιστεύω.
Ορθόδοξος: Ἄς ἐξετασωμεν την λέξιν προσκυνῶ και υπό την ἔννοιαν της σωματικῆς ὑποκλίσεως, ἄν αυτή είναι λατρεία ἤ όχι. Αι ὑποκλίσεις κ. Εὐαγγελικέ ἀποτελοῦν τό ἐξωτερικόν, τό ὑλικόν μέρος της λέξεως προσκυνῶ. Ὁ ἄνθρωπος ὄμως δεν συνίσταται μόνον από Σώμα, αλλά και από ψυχήν. Αι ὑποκλίσεις δεν μας λέγουσι τό ἐσωτερικόν στοιχεῖον, τί αἰσθανεται ὁ ἄνθρωπος προσκυνῶν, μας λέγουσι αι ὑποκλίσεις π ῶ ς ἐκφράζεται ἡ προσκύνησις, όχι ὄμως και π ό θ ε ν προέρχεται αυτή.
Ευαγγελικός: Σας εἶπον ὄτι ἡ προσκύνησις προέρχεται ἐκ σεβασμου και τιμῆς και πλέον οὔ.
Ορθόδοξος: Σας ρωτώ και πάλιν΄ ὁ δέ σεβασμός πόθεν προέρχεται;
Ευαγγελικός: Ὁ σεβασμός προέρχεται ἐκ της συναισθήσεως της κατωτερότητος ὄντος τινός εὑρισκομένου ἐνώπιον άλλου ἀνωτέρου ὄντος.
Ορθόδοξος: Συμφωνῶ΄ κατώτερα ὄντα είναι τα προσκυνοῦντα δηλαδή εμείς οι ἄνθρωποι. Σας ρωτώ: ἀνώτερον όμως Ὄν ἐνώπιον του ὁποίου ἐκφράζομεν διά της προσκυνήσεως την κατωτερότητα μας είναι μόνον ὁ Θεός ἤ είναι και άλλα πράγματα ἤ προςωπα;
Ευαγγελικός: Ἀνώτερα βεβαίως ὄντα του ἀνθρώπου είναι άλλοι ἄνθρωποι ἀνώτεροι αυτού οι ἄγγελοι τα χερουβίμ κ.λ.π.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως κ. Εὐαγγελικέ, αφού ἡ προσκύνησις προέρχεται ἐκ σεβασμου προς ἀνώτερον ὄν διατί νά μή ἔχωμεν την προσκύνησιν πλήν του Θεοῦ και δι’ άλλα ἀνώτερα ὄντα;
Ευαγγελικός: Μας δεσμεύει Ἡ Γραφή λέγει: «οὐ προσκυνήσεις».
Ορθόδοξος: Ἐάν ἡ Γραφή προσφέρει παραδείγματα προσκυνήσεως ἀνθρώπων υπό άλλων ἀνθρώπων ἤ και πραγμάτων και ἱερῶν ἀντικειμένων, τότε δεν θα εἴμεθα ἐλεύθεροι ἐκ της Γραφῆς νά προσκυνῶμεν κι’ άλλα ὄντα ἀνώτερα πλήν του Θεού;
Ευαγγελικός: Θα ἤθελον νά ἤκουον τα παραδείγματα της προσκυνήσεως ταύτης.
Ορθόδοξος: Μάλιστα, εὐχαρίστως, ἀκούσατε: Ἐν Γεν. 23,7 ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «ἀναστας δέ Ἀβραάμ προσεκύνησε τῷ λαῷ της γῆς τοῖς υἱοῖς του Χέτ». Ἐπίσης ἐν Γεν. 33,3 ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «αυτός δέ (ὁ Ἰακώβ) προσῆλθεν ἔμπροσθεν αυτών και προσεκύνησεν επί την γῆν ἐπτακις ἕως του ἐγγίσαι τον ἀδελφόν αυτού».
Σας, ρωτώ κ. Εὐαγγελικέ οι μεγάλοι Πατριάχαι Ἀβραάμ και Ἰακώβ διατί προσεκύνησαν ὁ ένας τον λαόν και ὁ Ἰακώβ τον ἀδελφόν του Ἠσαῦ και μάλιστα ἑπτακις;
Ευαγγελικός: Οι Πατριάρχαι ὑπῆρχον πρό του Νόμου Ἔξοδ. 20, 4. 5. Ὁ Μωϋσῆς ὑπῆρξε μετα τους Πατριάρχας. Ἑπομένως δεν ήταν ὑποχρεωμένοι αυτοί ἐκ του Νόμου. Ἐξοδ. 20, 4.5 εις την μή προσκύνησιν.
Ορθόδοξος: Ἠγνόουν όμως οι Πατριάρχαι τό στοιχειῶδες αυτό καθῆκον και προσεκύνουν δηλαδή ἐλάτρευον ἀνθρώπους ἀντί του Θεοῦ; Ἀλλά ἔστω ας παραδεχθῶ την γνώμην σου. Εις τό Ἐξοδ. 33,10 ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «ἑώρα πᾶς ὁ λαός τον στῦλον της νεφέλης ἐστῶτα επί την θύραν της σκηνῆς. Σταντες πᾶς ὁ λαός προσεκύνησαν ἕκαστος επί της θύρας της σκηνῆς».
Ἐδῶ οι Ἐβραῖοι προσκυνοῦν την νεφέλην μετα την ἔκδοσιν της ἐντολῆς «οὐ προσκυνήσεις»! Πῶς συμβαίνει αυτό; ας ἔλθωμεν και εις άλλα παραδείγματα προσκυνήσεων μετα τον Νόμον.
Ἐν Ρουθ 2,10 γράφεται διά την εὐσεβῆ Ρούθ: «και ἔπεσεν επί προςωπον αυτής και προσεκύνησεν επί την γῆν» και είπε προς αυτόν (τον Βοόζ) τί ότι εὕρηκα χάριν κ.λπ.».
Ἐπίσης Α΄ Βασιλ. 24,9 «και ἔκυψε Δαυΐδ επί προςωπον αυτού επί την γῆν και προσεκύνησε αὐτῷ (τῷ Σαούλ). Ἐπίσης Γ΄ Βασιλ. 1,23 «και ειςῆλθε (Νάθαν) κατα προςωπον του Βασιλέως και προσεκύνησε τῷ Βασιλεῖ κατα προςωπον αυτού επί την γῆν» Α΄Παραλειπ. 29,20 «εὐλόγησε πᾶσα ἡ Εκκλησία Κύριον τον Θεόν των Πατέρων αυτών και κάμψαντες τα γόνατα προσεκύνησαν τῷ Κυρίῳ και τῷ βασιλεῖ».
Βλέπετε κ. Εὐαγγελικέ ἡ γονυκλυσία προσφέρεται ταυτοχρόνως εις τον Θεόν και εις τον βασιλέα;
Ευαγγελικός: Ἄς ἔλθωμεν εις την Νέαν Οἰκονομίαν εις την Καινήν Διαθήκην νά ἐξετασωμεν τό πρᾶγμα καλλίτερον. Εις τας Πράξεις των Ἀποστόλων 10,25 ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «Ὡς δέ ἐγένετο ειςελθεῖν τον Πέτρον συναντήσας αὐτῷ ὁ Κορνήλιος πεσῶν επί τους πόδας προσεκύνησεν.
Ὁ δέ Πέτρος ἥγειρεν αυτόν λέγων΄ ἀνάστηθι κἀγώ αυτός ἄθρωπος εἰμί». Δεν νομίζετε ότι ἡ Καινή Διαθήκη ἀπαγορεύει την προσκύνησιν δι’ ὑποκλίσεως την οποίαν θεωρεῖ λατρείαν και ἡ οποία ἀνήκει εις τον Θεόν;
Ορθόδοξος: Εις την Παλαιάν Διαθήκην είδαμε, ὄτι ἡ προσκύνησις, ἡ κάψις των γονάτων, δύναται νά γίνῃ ἐνώπιον βασιλέως και Θεοῦ Α΄ Παραλ. 29,20. Κατα την ἀνάλυσιν της προσκυνήσεως διά ὑποκλίσεων είδαμε ότι τό ἐσωτερικόν ἐλατήριον και ἡ προς ὅν ἀπευθύνεται ἡ προσκύνησις καθορίζουσι την προσκύνησιν ως ἁπλήν προσκύνησιν ἤ ως λατρείαν. Ἑπομένως λέγων ὁ Απόστολος Πέτρος εις τον Κορνήλιον «τῷ Θεῷ προσκύνησον» διέγνωσε ότι εις την ψυχήν του Κορνηλίου ὑπῆρχε λατρευτική προσκύνησις και διά τουτο ἀπαγορεύει εις αυτόν την προσκύνησιν ταύτην.
Ευαγγελικός: Αυτή είναι σοφιστεῖα.
Ορθόδοξος: Ὄχι κ. Εὐαγγελικέ, είναι σοφία του Θεοῦ.
Ευαγγελικός: Ἐν πάσῃ περιπτῶσει, ας ἔλθωμεν εις δεύτερον παράδειγμα όπου ἀπαγορεύεται ἡ προσκύνησις ἐν τη Καινῇ Διαθήκῃ . Ἑν Ἀποκ. 19,10 ἀναφέρεται: «και ἔπεσον» λέγει ὁ Ἰωάννης «ἔμπροσθεν των ποδῶν αυτού (του ἀγγέλου) προσκυνῆσαι αὐτῷ και λέγοι μοι΄ὅρα μή σύνδουλός σου εἰμί και των ἀδελφῶν σου των ἐχόντων την μαρτυρία του Ἰησου, τῷ Θεῷ προσκύνησον». Ἰδού οὐδέ εις ἄγγελον ἐπιτρέπεται προσκύνησις.
Ορθόδοξος: Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, κ. Εὐαγγελικέ, ὁ Εὐαγγελιστής ὁ Θεόπνευστος συγραφεύς της ἀποκαλύψεως δεν ἐγνώριζεν ότι ἀπαγορεύεται ἡ προσκύνησις εις άλλον ἐκτός του Θεοῦ; Πῶς προσκυνεῖ;
Ευαγγελικός: Αυτό τό ἐγνώριζε ὁ ἅγιος Ἰωάννης. Δεν ἐγνώριζε όμως ότι ὁ ἄγγελος ήταν ἄγγελος αλλά ὁ Κύριος.
Ορθόδοξος: Τό «κείμενον όμως της ἀποκαλύψεως λέγει: «ἔπεσον ἔμπροσθεν των ποδῶν αυτού». Ὅτι πρόκειται περί ποδῶν ἀγγέλου και όχι του Κυρίου του Χριστού ἐξάγεται ἐκ των προηγουμένων και ἰδίως ἐκ του στιχ. 18,21 ὄπου ἀναφέρεται «εἷς ἄγγελος ἰσχυρός κ.λ.π.» του ὁποίου συνέχεια ἀποτελεῖ τό 19,9-10. Ἀλλά ας ὑποθέσωμεν ότι ὁ ἅγιος Ἰωάννης δεν ἐγνώριζε αυτόν ως ἄγγελον, αλλά ἐνόμισε αυτόν ως τον Χριστον. Ἐπαναλαμβάνεται όμως τό ἴδιον φαινόμενον και κατωτέρω 22,8-10 όπου ἀναφέρεται: «ἔπεσον προσκυνῆσαι ἔμπροσθεν των ποδῶν του ἀγγέλου του δεικνύοντός μοι ταῦτα και λέγει μοι΄ ὅρα μή σύνδουλός σου εἰμι...τῷ Θεῷ προσκύνησον».
Ἐνταῦθα είναι σαφής ἡ δήλωσις ότι πρόκειται περί ἀγγέλου και ἡ προσκύνησις και ἡ ἀπαγόρευσις γίνονται διά δευτέραν φοράν. Σας ρωτώ΄ ας ὑποθέσωμεν ότι δεν ἐγνώριζε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης την πρώτην φοράν (ἐν Ἀποκαλ. 19,10) ὄτι είναι ἄγγελος ἐκεῖνον τον ὀποῖον προσεκύνει. Πῶς και διά δευτέραν φοράν πίπτει και εις τό ἴδιον σφᾶλμα;
Ευαγγελικός: Αυτό κάμνει και εις ἐμέ ἐντύπωσιν! ἀναγκάζομαι νά πω ότι και διά δευτέραν φοράν ὁ ἄγιος Ἰωάννης παρεπλανήθη διότι δεν δύναμαι νά ἐξηγήσω ἐκεῖνο τό και διά δευτέραν φοράν «τῷ Θεῷ προσκύνησον».
Ορθόδοξος: Θα σας τό ἐξηγήσω εγώ. Προηγουμένως ἐδώσαμεν την ἐξήγησιν του Προσκυνῶ. Είπαμε δηλ. ότι προσκύνησις είναι ἡ δι’ ἐξωτερικῶν ὑποκλίσεων ἔκφρασις της κατωτερότητος ἡμῶν ἐνώπιον άλλου ἀνωτέρου ὄντος ἀνθρώπου ἤ Θεοῦ.
Μεταξύ όμως ἀνθρώπου και Θεοῦ είναι και οι ἄγγελοι. Ὁ ἄγιος Ἰωάννης ἐγνώριζε ὄτι οἰ ἄγγελοι ήταν ἀνώτεροι των ἀνθρώπων και διά τουτο προσκυνεῖ τον ἄγγελον. Κατα συνέπειαν τό νόημα της προσκυνήσεως του Ἰωάννου είναι ἔνδειξις ὄτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις είναι κατωτέρα της ἀγγελικῆς. Ἔρχεται όμως τώρα ἡ σύστασις του ἀγγέλου «συνδούλός σου γάρ εἰμί».
Διά τουτο δηλοῦται ἡ ἰσότης ἀγγέλων και ἀνθρώπων. Διά την ἀνύψωσιν ταύτην των ἀνθρώπων εις την θέσιν των ἀγγέλων συνιστᾷ ὁ ἄγγελος εις τον Ἰωάννην νά εὐχαριστήσῃ προσκυνῶν τον Θεόν.
Εὑαγγελικός: Ἑπομένως εσείς χωρίζετε τό προσκυνῶ από τό λατρεύω και τό μέν προσκυνῶ ἀποδίδετε εις πάντα ἀνώτερον ἡμῶν ἄνθρωπον, ἄγγελον και Θεόν, τό δέ λατρεύω ἀποδίδετε μόνον εις τον Θεόν.
Ορθόδοξος: Αυτό κάμνομεν όχι εμείς, αλλά ἡ Γραφή. Αυτή διά των χωρίων τα οποία είδαμε προηγουμένως Ρούθ 2,10 Α΄ Βασιλ. 24, 9, Γ΄ Βασιλ. 1,23, Α΄ Παραλ. 29,20 ἀποδίδει την προσκύνησιν εις πάντα ἀνώτερον ἡμῶν από ἀνθρώπου μέχρι Θεοῦ, εις δέ τον Θεόν ἀποδίδει την λατρείαν διά του «αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις» Δευτερ. 6,13 και Ματθ. 4,10.
Εὑαγγελικός: Ἄς λάβω την διάκρισιν ταύτην μεταξύ προσκυνήσεως και λατρείας. Σας ρωτώ: Εις μίαν εἰκόνα τί προσκυνεῖτε την εἰκόνα ἤ τό εἰκονιζόμενον;
Ορθόδοξος; Τό εἰκονιζόμενον.
Ευαγγελικός: Και όμως προσκυνεῖτε την εἰκόνα, διότι την εἰκόνα ἀσπάζεσθε και εις αυτήν ὑποκλίνεσθε.
Ορθόδοξος: Δεν προσφέρομεν εις την εἰκόνα την προσκύνησιν αλλά εις τό εἰκονιζόμενον, διότι, όταν ἡ εικόνα λόγῳ της πολλῆς χρήσεως ἀποχρωματισθῆ, ξεθωριάση, δύναται κατα τό Πηδάλιον της εκκλησίας μας (ἰδέ σελίδα 206) νά καῇ ως κοινόν ξύλον. Ὁ Σταύρος επίσης όταν διαλυθῇ δύναται νά καῇ και τουτο ως κοινόν ξύλον. Τουτο σημαίνει ότι προσκυνοῦμεν τό εἰκονιζόμενον και όχι τό εἰκονίζον, τό ξύλον της εἰκόνος ἤ του σταυροῦ.
Ευαγγελικός: Ἔστω. Εσείς ὄμως οι ὀρθόδοξοι δίδετε μεγάλην σημασίαν πλήν των εἰκόνων και εις τον Σταυρόν, τα λείψανα των Αγίων ως ἔχοντα θαυματουργικήν δύναμιν. Εμείς ὄμως οι Ευαγγελικοί δεν δεχόμεθα αυτά.
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν πρῶτον εις τον Σταυρόν. Πού στηρίζεσθε Γραφικῶς και λογικά ώστε νά ἀπορρίπτητε την τιμήν προς τον Σταυρόν του Κυρίου, αφού ὁ Ἀπ. Παύλος καυχᾶται εις τον Σταυρόν του Κυρίου λέγων ξεκάθαρα «ἐμοί μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ Σταυρῷ του Κυρίου»;
Εις δέ την προς Φιλιππισίους ἐπιστολήν του λέγει: «κλαίων λέγω τους ἐχθρούς του Σταυροῦ, ὦν τό τέλος ἡ ἀπώλεια» Φιλιπ.3,18. Ἐν δέ Α΄ Κορινθίους 18 λέγει: «ὁ Σταυρος τοῖς μέν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δέ σωζομένοις δύναμις Θεοῦ ἐστί».
Εὐαγγελικος: Ἄλλο είναι ὁ Σταυρός και άλλο ἡ Σταύρωσις του Χριστού. Ὁ Απόστολος καυχᾶται εις την Σταύρωσιν, όχι όμως και εις τον Σταυρόν, τό μέσον της Σταυρώσεως: Ὁ Σταυρός ήταν κατηραμένος ως κακοῦργον μέσον ἐκτελέσεως των κακουργοτέρων ἀνθρώπων.
Πῶς λοιπόν θα ὑμνήσῳ τό κακοῦργον και κατηραμένον τουτο μέσον, τό σταυρόν;
Ορθόδοξος: Ἡ Γραφή κ. Εὑαγγελικέ, λέγει και τον Χριστον κατηραμένον διότι ἐκρεμάσθη επί του Σταυροῦ «ἐπικαταρατος πᾶς ὁ κραμάμενος επί ξύλου» Δευτερ. 21,23. Ἀλλά και ἐν Γαλατ. 3, 13 λέγεται ότι ὁ Χριστός «ἐγένετο ὑπέρ ἡμῶν καταρα». Είναι λοιπόν κατηραμένος είναι ὁ Χριστός;
Ευαγγελικός: Ὄχι, αλλά ὁ Χριστός ἐθεωρήθη κατηραμένος ως κρεμασθεῖς επί κατηραμένου μέσου, του Σταυροῦ. «Ἐγένετο δέ ὑπέρ ἡμῶν καταρα» σημαίνει ότι ἀνέλαβε την καταραν ἡμῶν και μετέβαλε ταύτην εις εὐλογίαν.
Ορθόδοξος: Σωστό. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ Χριστός Σταυρωθεῖς ἐγένετο κατηραμένος και αφού μετέβαλεν την καταραν ἡμῶν εις εὐλογίαν, διατί νά μή μεταβληθῇ και ὁ Σταυρός Του επί του ὁποίου ἐξηπλώθη τό πανάχραντον Σώμα Του και ἔρρευσε τό πανάγιον αἷμα Του ως εὐλογημένον μέσον του θριάμβου Του και της Σωτηρίας ἡμῶν;
Σιμικίνθια και σουδάρια όπως θα ἴδωμεν του Ἀποστ. Παύλου ἐθαυματούργουν. Διατί νά στερηθῇ της χάριτος ὁ Σταυρός του Κυρίου ὁ οποίος ἐποτίσθη μέ τό αἷμα Του;
Ευαγγελικός: Καλά ὅλα αυτά, αλλά ἔχω μίαν μεγάλην ἀπορίαν. Ὁ Σταυρός διατί προσκυνεῖται, ἐφ’ όσον ὑπῆρξε μέσον ἀπωλείας, σταυρώσεως του Χριστού; Ἐάν δηλ. ἀπηγχόνιζον ἕναν συγγενῆ σας, ήταν ποτέ δυνατον νά περιφέρετε την ἀγχόνην ἀνά τας ὁδούς και νά ἐκδηλώνεται εις αυτήν όχι προσκύνησιν, αλλά και ἁπλοῦν σεβασμόν;
Ορθόδοξος: Νομίζετε κ. Εὐαγγελικέ, ὄτι ὑπάρχει ἡ αυτή σχέσις μεταξύ Σταυροῦ και ἀγχόνης;
Ευαγγελικός: Ἐγώ δεν βλέπω οὐδεμίαν διαφοράν.
Ορθόδοξος: Και όμως ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Και ιδού. Ἄς ὑποθέσωμεν, ὄτι ένας στρατιώτης ἔλαβε μέρος εἴς τινα μάχην και ἐπληγώθη. Λόγῳ δέ της ἀνδρείας του και της πληγῆς του προήχθη εις ἀξιωματικόν. Ἡ σφαῖρα όμως ἔμεινε μέσα του και ἐξῆλθεν κατα την ἐγχείρησιν.
Σας ρωτώ κ. Εὐαγγελικέ ἡ σφαῖρα ἡ οποία ἐπλήγωσε, αλλά προήγαγε τον στρατιώτην εις ἀξιωματικόν, θα πεταχθῇ ἤ θα θεωρηθῇ κειμήλιον υπό του πληγωμένου ἀνθρώπου και των συγγενῶν του;
Ευαγγελικός: Ἀσφαλῶς θα θεωρηθῇ ως κειμήλιον ἡ σφαίρα αυτή διότι χάριν ταύτης ἐτιμήθη.
Ορθόδοξος: Ἐάν ένας ἁπλοῦς ἄνθρωπος τιμᾷ την σφαίραν του ἐχθροῦ, ἡ οποία τον ἔκαμε ἁπλοῦν ἀξιωματικόν, πῶς δεν θα τιμήσωμεν εμείς οι χριστιανοί την σφαῖραν, τον Σταυρόν, ἡ οποία ἐπλήγωσε τον Χριστον και ἐξ αἰτίας της πληγῆς ταύτης ἔγινεν όχι μόνον ἀξιωματικός ὁ Κύριος, αλλά ἐδόθη ἐξουσία αὐτῷ ἐν οὐρανῷ κ’ επί γῆς και εμείς ἐλυτρώθημεν; ὁ Ὁ Σταυρός δεν είναι λοιπόν μέσον ἀπωλείας, όπως είναι ἡ ἀγχόνη, αλλά μέσον δόξης και θριάμβου του Χριστού, ἡμῶν δέ ἅγιον μέσον ἀπολυτρώσεως.
Ευαγγελικός: Εσείς οι ὀρθόδοξοι ἀποδίδετε ἁγιαστικήν χάριν εις τας εἰκόνας και μάλιστα εις τα λείψανα των ἁγίων ως ἔχοντα θαυματουργικήν δύναμιν.
Ορθόδοξος: Ἑπομένως δεν πιστεύετε εις τα λείψαν των ἁγίων ως ἔχοντα θαυματουργικήν δύναμιν.
Ευαγγελικός: Ὄχι.
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν και περί των λειψάνων εις την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην. Ἐν τη Δ΄ Βασιλ. 13,20 ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «ἀπέθανε Ἐλισαιέ και ἔθαψαν αυτόν και μονόζωνοι Μωάβ ἦλθον ἐν τη γη ἐλθόντος του ἐνιαυτου.
Και ἐγένετο αυτών θαπτοντων τον ἄνδρα και ἰδοῦ εἶδον τον μονόζωνον κ’ ἔρριψαν τον ἄνδρα ἐν τῷ ταφῳ Ἐλισσιέ. Και ἐπορεύθη και ἥψατο των ὀστέων Ἐλισαιέ και ἔζησε και ἀνέστῃ επί τους πόδας αυτού». Βλέπεις ότι ἐρρίφθης κάποιος νεκρός Μωαβίτης εις τον ταφον του Ἐλισαιέ ἤγγισεν τα ὁστα του και ἀνεστήθη. Ἰδού τα ἅγια λείψανα πῶς ἐνεργοῦσι θαύματα. Ἀλλά και ἐν τη Κ. Διαθήκῃ βλέπομεν τό ἐξῆς: «παρεκάλουν αυτόν (τον Ἰησουν δηλ.) ἴνα μόνον ἅψωνται του ἱματίου του κρασπέδου αυτού και ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν» Ματθ. 14,36.
Ὄχι μόνον τό κράσπεδον του ἱματίου του Κυρίου είχε ἁγιαστικήν δύναμιν, αλλά και τα σουδάρια (ὕφασμα δι’ οὗ περιτύλισσον την κεφαλήν) ἤ σιμικίνθια (μανδήλια) τα οποία είχαν ἐγγίσει τό Σώμα του Ἀπ. Παύλου.
Και ιδού «δυνάμεις τε οὔ τας τυχούσας ἐποίει ὁ Θεός διά των χειρῶν του Παύλου ώστε και επί τους ἀσθενοῦντας ἐπιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια ἤ σιμίκινθια και ἀπαλάσσεσθαι ἀπ’ αυτών τας νόσους, τα τε πνεύματα τα πονηρά ἐξέρχεσθαι ἀπ’ αυτών» Πραξ.19,11-13.
Ὄχι μόνον ὁ χαλκοῦς ὄφις και τα λείψανα του Ἐλισαιέ ἐν τη Π. Διαθήκη, όχι μόνον τα κράσπεδα του Σωτῆρος και τα σουδάρια και σιμικίνθια του Ἀπ. Παύλου ἐν τη Κ. Διαθήκη ἐνήργουν θαύματα, αλλά και αυτή ἡ σκιά του Ἀπ. Πέτρου.
Αι Παρξ. 5,12. 15-16 λέγουσι ξεκάθαρα: «διά δέ των χειρῶν των Ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα και τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά.... ώστε κατα τας πλατείας ἐκφέρειν τους ἀσθενεῖς και τιθέναι επί κλινῶν και κραββάτων, για να ἐρχομένου του Πέτρου, κἄν ἡ σκιά ἐπισκιάσῃ τινί αυτών συνήρχετο δέ και τό πλῆθος των πέριξ πόλεων εις Ἱερουσαλήμ, φέροντες ἀσθενεῖς και ὀχλουμένους υπό πνευμάτων ἀκαθαρτων, οἵτινες ἐθεραπεύοντο ἅπαντες».
Β΄ ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ
Ευαγγελικός: Ἄς ἔλθωμεν όμως και εις την Ιερήν παράδοσιν των 3-4 πρώτων αἰώνων του Χριστιανισμου για να ἴδωμεν τί λέγωσι περί εἰκόνων, Σταυροῦ και λειψάνων.
Ορθόδοξος: Εὐχαρίστως. Και πρῶτον ας ἴδωμεν τί λέγουσι περί του Σταυροῦ. Προς ἀποφυγήν μακρηγορίας θα σας ἀναφέρω τρεῖς μόνον μεγάλους Πατέρας, τον Ἱερόν Αὐγουστῖνο, τον Μέγα Ἀθανάσιον και τον Μέγαν Ἀντώνιον.
Και πρῶτον ὁ Ἱερός Αὐγουστῖνος. Quid est, quod omnes noverunt, signum Christi nisi crux Christi? Quod signum nisi adhibeatur sive frontibus credentium, sive ipsi aquae ex qua regenerantur, sive oleo quo chrismate unguntur, sive sacrificio quo aluntur, nihil eorum rite perficitur. (Migne P.L. 35, 1950)
Ἐξηγῶ: «Τί είναι: ἐκεῖνο τό οποίον πάντες ἐγνώρισαν ως σημεῖον του Χριστού, παρά ὁ Σταυρός του Χριστού; Τό σημεῖον τουτο ἐάν δεν προσαχθῆ ἤ εις τό μέτωπον των πιστων ἤ εις τό ὕδωρ (του βαπτίσματος) δι’ οὗ ἀναγενῶνται (οι πιστοί) ἤ εις τό ἔλαιον διά του ὁποίου χρίονται (οι πιστοί) ἤ ἐν τη θυσίᾳ δι’ ἦς τρέφονται, οὐδεν ἐξ αυτών νομίμως εὖ και καλῶς τελειοῦται».
Ὁ Μέγας ἈΘανάσιος γράφει ἐν τῷ βίῳ του Ἁγ. Ἀντωνίου, ότι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἐθεράπευε διά του Σταυροῦ δαιμονιζομένους, ἔλεγε δέ προς τους θαυμάζοντας «τί θαυμάζητε επί τούτῳ ουκ ἐσμέν εμείς οι ποιοῦντες ἀλλ’ ὁ Χριστός». Τούτου τό σύμβολον, ὁ Σταυρός, προετίθετο ἐνώπιον των δαιμονιζομένων. Ἰδέ βίον Ἁντωνίου τόμ. Β΄ σελ. 956. Ἰδού τί λέγουσι οι Πατέρες διά τον Σταυρόν.
Ἔχετε εσείς κ. Εὐαγγελικέ νά ἀναφέρητε πατέρα τινα της Εκκλησίας, ὁ οποίος περιφρονεῖ τον Σταυρόν ως κατηραμένον ξύλον όπως κάμνετε εσείς;
Ευαγγελικός: Ὄχι, δεν ἔχωμεν.
Ορθόδοξος: Ἄς ἔλθωμεν και εις τα ἱερά λείψανα, για να ἴδωμεν τί λέγουσι περί αυτών οι Πατέρες.
Αον. Ὁ Ἁγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφων κατα Ἰουλιανοῦ λέγει «ουκ ᾐδέσθης τα ὑπέρ Χριστού σφάγια Ἱωάννην, Πέτρον, Παῦλον, Ἰάκωβον.... ὦν τα σώματα μόνον ἴσα δύνανται ταῖς ἁγίαις ψυχαῖς ἤ ἐπαφόμενα ἤ τιμώμενα, ὦν ρανίδες αἵματος μόνον και μικρά σύμβολα πάθους ἴσα δρῶσι τοῖς σώμασι». Ὄχι μόνον τα νεκρά σώματα των Ἀποστόλων ἐγγιζόμενα θεραπεύουσι, αλλά και λείψανα των σωμάτων αυτών δηλαδή ρανίδες αἵματος ἤ και άλλα «σύμβολα» δείγματα δηλαδή του μαρτυρίου των.
Βον. Ὁ Ἅγ. Βασίλειος, λέγει: «ὁ ἀψάμενος ὀστέου μάρτυρος λαμβάνει τινά μετουσίαν ἁγιασμου ἐκ της του σώματος παρεδρευούσης χάριτος». Λόγος περί θανάτου. Πατρολ. Migne τόμ.:32.
Γον. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος λέγει εις λόγον του προς μάρτυρα Βαβύλαν «νεκροῖς σώμασι και διαλυθεῖσιν εις κόνιν μείζονα των ζώντων ἁπάντων δύναμιν ὁ Θεός ἐχαρίσατο». Τα λείψανα δηλαδή των μαρτύρων έχουν μεγαλυτέραν δύναμιν από εκείνην την οποίαν ἔχουσι οι ζῶντες ἅγιοι.
Δον. Ἱσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης γράφει: «εἰ σκανδαλίζει σέ επί τη κόνει των μαρτυρικῶν σωμάτων παρ’ ἡμῶν τιμωμένη, ἐρώτησον τους ἐξ αυτών τας ἰάσεις λαμβάνοντας». Βιβλίον Α΄ ἐπιστολή 55. Ἔχετε κ. Εὐαγγελικέ μαρτυρίας Πατέρων οι οποίοι νά μή σέβωνται τα λείψανα των Αγίων, συμφώνως προς τας ἀρχάς σας και ἀντιθέτως προς τας βεβαιώσεις των ἀνωτέρω ἀναφερθέντων Πατέρων;
Ευαγγελικός: Ἔχω πολλά παραδείγματα θεοποιήσεως λειψάνων ἐναντίον των ὁποίων καταφέρονται οι Πατέρες.
Ορθόδοξος: Δεν πρόκειται περί καταχρήσεων και χρηματεμπορίας μερικῶν καλογήρων. Αυτά καταδικάζομεν και εμείς. Σας ρωτώ ἐάν έχετε γνώμας Πατέρων νά ἀντιτίθενται προς τας γνώμας περί ἱερῶν λειψάνων των ἀναφερθέντων Πατέρων.
Ευαγγελικός: Ὄχι. Ἄς ἐλθωμεν όμως εις τας εἰκόνας και την προσκύνησιν αυτών. Ἔχω την γνώμην ότι οι Πατέρες των 3-4 πρώτων αἰώνων ἀπεστρέφοντο τας εἰκόνας.
Ορθόδοξος: Θα ἤθελον νά ἤκουον μερικάς γνώμας αυτών.
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως. Ὁ Ἅγ. Ἐπιφάνιος λέγει εις ἐπιστολήν του προς τον αὐτοκράτορα Θεοδόσιον «πολλάκις λαλήσας τοῖς συλλειτουργοῖς μου περιαιρεθῆναι τας εἰκόνας ουκ ἐνδέχθην παρ’ αυτών, οὐδέ προς βραχύ ἀκοῦσαι της ἐμῆς φωνῆς ἠνέσχοντο». Βλέπετε ότι ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνειος είχε την γνώμην νά μή ὑπάρχουν εικόνες;
Ορθόδοξος: Ἐκ του τεμαχίου τό οποίον ἀναφέρετε φαίνεται καθαρά ότι μόνον ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος είχε την γνώμην αυτήν. Οι συλλειτουργοί του όμως όχι μόνον δεν ἐδέχθησαν τουτο, αλλά «οὐδέ προς βραχύ» όπως λέγει ξεκάθαρα τό κείμενον «ἠνέσχοντο της φωνῆς αυτού». Ἡ ἔντονος αυτή ἀντίστασις των σειλλειτουργῶν του Ἐπιφανίου, δεικνύει ότι ὑπῆρχον αι εικόνες. Ὁ Ἐπιφάνιος ήταν ὁ μόνος, ὁ οποίος είχε την γνώμην αυτήν.
Ευαγγελικός: Ἄς ἔλθωμεν και εις άλλον ἱστορικόν της ἀρχαιότητος, τον Εὐσέβιον. Οὗτος ἐν τη ἱστορίᾳ του ἐξ ἀφορμῆς ἀρχαίας παραδόσεως καθ’ ἥν ἡ θεραπευθεῖσα υπό του Ἰησου αιμοροῦσα γυνή κατασκεύασε εις ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης προς τον Κύριον ἄγαλμα παρίστανον ἄνδρα ἐκτείνοντα την χεῖρα ὑπέρ την κεφαλήν γυναικός γονυπετουςης προς αυτού λέγει τα ἑξῆς: «Θαυμαστον οὐδεν τους πάλαι ἐξ ἐθνῶν εὐεργετηθέντος προς του Σωτῆρος ἡμῶν τοιαῦτα πεποιηκέναι΄ όταν και των ἀποστόλων αυτού Παύλου και Πέτρου και αυτού δή του Χριστού διά χρωμάτων ἐν γραφαῖς σωζόμενος ἱστορήσαμεν, ως εἰκός των παλαιῶν ἀπαράλλακτως οἷα Σωτῆρος ἐνθνικῇ συνηθείᾳ τουτον τιμᾶν εἰωθότων τον τρόπον».
Βλέπετε ότι και ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος ἀποδίδει εις ἐθνικήν συνήθειαν και θεωρεῖ εἰδωλολατρίαν την κατασκευήν των εἰκόνων;
Ορθόδοξος: Ἐκεῖνο τό οποίον εἶπον διά τον Ἐπιφάνιον τό λέγω και διά τον ἱστορικόν Εὐσέβιον. Ὁ ἱστορικός οὗτος μαρτυρεῖ ότι ὑπῆρχον εικόνες των Ἀποστόλων Παύλου και Πέτρου και του Χριστού μεταξύ των Χριστιανῶν. Ἡ προσωπική όμως γνώμη του ἰδίου πιθανώτατα ως ἀρειανίζοντος ἤ ἔστω και ως ἁπλοῦ προσώπου ήταν ἐναντίον των εἰκόνων. Ἑπομένως δεν είναι σύμπασα ἡ εκκλησία ἐναντίον των εἰκόνων.
Ευαγγελικός: Ἐν τη Δύσει ὁ Ἱερός Αυτουςτῖνος ἐκφράζεται κατα των ἐν εκκλησίαις παριστωμένων εἰκονων «Tale enim Simulacrum Deo nefas est christiano in templo collacare» «διότι τοιοῦτον ὁμοίωμα του Θεοῦ είναι ἀπρεπές εις τον Χριστιανόν νά ἐγκαθίσταται ἐν τη Εκκλησία».
Ορθόδοξος: Παρετήρησες κάτι κ. Εὐαγγελικέ. Ὁ Ἱερός Αὐγουστῖνος μιλά περί «simulacrum Deo» δηλαδή περί εἰκόνος του Θεοῦ ἤ ἔστω και του Χριστού αλλά ως Υἱοῦ του Θεοῦ όχι όμως και εἰκόνος περιγραπτων προσώπων Χριστού ως ἄνθρώπου, της Θεοτόκου των ἁγίων.
Ἐπειδή δηλ. ὁ Θεός είναι ἀπερίγραπτος ὁ Πατήρ οὗτος δεν θέλει εἰκόνα τούτου. Ἀλλαχοῦ δέ ὁ ίδιος Πατήρ ἀναφέρει χωρίς νά κατακρίνῃ ζωγραφικά ἔργα, όπως είναι ἡ σκηνή της θυσίας του Ἰσαάκ και ἄ. Contra Faustum Manichaeum XXII,73.
Θα μου ἐπιτρέψῃς όμως νά σου ἀναφέρω κι’ εγώ άλλους πατέρας οι οποίοι μιλούν ξεκάθαρα περί εἰκόνων. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης γράφει, όπως γράφετε και εσείς «εἶδον πολλάκις επί γραφῆς εἰκόνα του πάθους (δηλ. της θυσίας του Ἰσαάκ) και ουκ ἀδακρυτί την θέαν παρῆλθον» Πατρολ. Migne τόμος 46, 572. Οὗτος περιγράφων τό ἐγκώμιον εις μάρτυρα τινά λέγει: «ἐπέχρωσε δέ και ζωγράφος ἐν εἰκονι διαγραψάμενος τας ἀριστείας του μάρτυρος». Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος εις τον ἀποθανόντα Μελέτιον επίσκοπον γράφει: «Την εἰκόνα την ἁγιαν εκείνην (του Μελετίου δηλαδή) διεχάραξαν πολλοί, ώστε μή μόνον ἀκούει της ἁγίας προσηγορίας ἐκείνου αλλά και ὁρᾶν πανταχοῦ του σώματος τον τύπον».
Βλέπετε και ὁ ἱερός Χρυσόστομος δεν θεωρεῖ εἰδωλολατρίαν την κατασκευήν εἰκόνων; Ὁμοίως ἐκφράζεται και ὁ Μ. Βασίλειος εις λόγον του προς τον μάρτυρα Βαρλαάμ «ἀνάστητε ὧ λαμπροί των ἀθλητικῶν κατορθωμάτων ζωγράφοι και την του στρατιώτου κολωβοθεῖσαν εἰκόνα ταῖς ὑμετέραις μεγαλύνατε τέχναις».
Ευαγγελικός: Δέχομαι ότι ἡ κατασκευή εἰκόνων ὑπῆρχε από παλαιοτέρων χρόνων παρά τας ἀντιδράσεις των ἀνωτέρω ἀνφερθέντων Πατέρων της Εκκλησίας. Ἡ προσκύνησις όμως των εἰκόνων ἤρχισεν από τον Τέταρτον αἰῶνα και ἐγενικεύθη κατα τον ἕβδομον αἰῶνα (Πλανῶν ἔλεγχος σελ. 155).
Ορθόδοξος: Κύριε Εὐαγγελικέ ἡ Ἁγία Γραφή πότε ἐγένετο γενικῶς παραδεκτή ως έχει σήμερον;
Ευαγγελικός: Γνωρίζω ότι ἡ Ἀποκάλυψις ἐγένετο γενικῶς δεκτή το 410 μ.Χ. διά της ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου.
Ορθόδοξος: Διατί λοιπόν σας κάνει ἐντύπωσιν ἡ μή ἐξ ἀρχῆς δηλαδή κατα τους τρεῖς ἕως τέσσαρας πρώτους αἰῶνας προσκυνήσις των εἰκόνων, αφού και ἡ Ἁγία Γραφή ἐγένετο γενικῶς δεκτή τον πέμπτον αἰῶνα δηλαδή τό 410 μ.Χ. όπως εἴπατε; Ἐάν τα βιβλία της Καινῆς Διαθήκης δεν ἐγένετο γενικῶς δεκτα παρά τον πέμπτον αἰῶνα μ.Χ. πῶς θέλετε ἡ προσκύνησις των εἰκόνων νά γίνῃ κατα τους τρεῖς πρώτους αἰῶνας όταν ήταν προςφατος ἡ απόσπασις των ἐξ ἐθνῶν Χριστιανῶν από της εἰδωλολατρείας και ἑπομένως ὁ κίνδυνος της εἰωλολατρείας διά των εἰκόνων εὔκολος;
Ἡ Εκκλησία ἐπάλαισε από τό 70 μ.Χ. μέχρι τό 410 διά νά ἀποδεχθῇ γενικῶς ὅλα τα βιβλία της Καινῆς Διαθήκης. Ἡ αυτή εκκλησία κατόπιν ἐπάλαισε και ὥρισε την τιμητικήν προσκύνησιν των εἰκόνων από του τεταρτου μέχρι του ἑβδόμου αἰῶνος μ.Χ. Ἐπί ποίας λογικῆς στηρίζεσθε ώστε νά δέχεσθε την πάλην της Εκκλησίας μέχρι του πέμπτου αἰῶνος διά τῆν Αγία Γραφήν, ἀπορρίπτετε δέ την πάλην της Εκκλησίας από του τεταρτου ἕως ἑβδόμου αἰῶνος διά την γενικήν ἐπιβολήν της τιμητικῆς προσκυνήσεως των εἰκόνων;
Γενικόν συμπέρασμα
Είδαμε κ. Εὐαγγελικέ Γραφικῶς και Πατερικῶς τό θέμα περί προσκυνήσεως των ἱερῶν εἰκόνων λειψάνων και Σταυροῦ. Και Γραφικῶς μέν ἐβεβαιώθημεν ότι ἡ προσκύνησις δεν ἀναφέρεται μόνον εις τον Θεόν, αλλά και εις τό σύμβολον της παρουσίας του Θεοῦ την νεφέλην (Ἐξοδ. 33,10) εις άλλους ἀνθρώπους και εις τον Βασιλέα (Ρούθ 2,10) εις τον Βασιλέα και τον Θεόν (Α΄ Παραλ. 29,20).
Εις τον Θεόν δέ εἰδικεύεται ἡ προσκύνησις διά του «αὐτῷ μόνον λατρεύσεις». Περί λειψάνων επίσης, ἐβεβαιώθημεν Γραφικῶς και πάλιν διά της Δ΄ Βασιλ. 13, 20 Ματθ. 14,36 Παρξ. 19,11-13, Πραξ.5,12 15-16.
Περί δέ του Σταυροῦ είδαμε Γραφικῶς και λογικά πόσον ὁ τιμή του εὐσταθεῖ. Πατερικῶς ἑβεβαιώθημεν πλουσίως περί λειψάνων και Σταυροῦ εις ἅ ἀπέδιδον οι Πατέρες τιμητικήν προσκύνησιν.
Διά δέ τας εἰκόνας είδαμε ότι ἡ κατασκευή αυτών είναι ἐκ των ἀρχαιτατων χρόνων. Μόνον ἡ προσκύνησις φαίνεται βραδύτερον για να ἡ εκκλησία ἀποφύγῃ την εἰδωλολατρικήν προσκύνησιν αυτών. Ποῖος εὑρίσκεται ἐν τη ἀληθείᾳ σχετικῶς μέ την προσκύνησιν εἰκόνων σταυροῦ, λειψάνων εσείς ἤ εμείς; Εμείς οι Ορθόδοξοι!
ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ
Ορθόδοξος: Ἐπιθυμεῖτε κ. Εὐαγγελικέ νά συνομιλήσωμεν περί των μνημοσύνων;
Ευαγγελικός: Εὐχαρίστως.
Ορθόδοξος: Ἐπί τριῶν βάσεων θα στηριχθῶμεν διά νά συζητήσωμεν περί των μνημοσύνων: Εις την Αγία Γραφήν, Ιερήν Παράδοσιν και την ἀνθρωπίνη λογικήν.
Ευαγγελικός: Ἐγώ όμως δεν δέχομαι την ἱεράν παράδοσιν παρά των τεσσάρων πρώων αἰώνων.
Ορθόδοξος: Ἔστω.
ΠΡΩΤΟΝ: Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Ευαγγελικός: Και σας ρωτώ. Ἔχετε χωρία της Ἁγ. Γραφῆς τα οποία ξεκάθαρα νά μιλούν περί μνημοσύνων δηλαδή περί δεήσεως των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων;
Ορθόδοξος: Σας ρωτώ και εγώ. Ἔχετε και εσείς χωρία της Ἁγ. Γραφῆς τα οποία ξεκάθαρα ἀπαγορεύουν τας δεήσεις των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων;
Ευαγγελικός: Ρητας βέβαια μαρτυρίας δεν έχουμε. Ὑπάρχουν ὄμως χωρία τα οποία ἀντιστρατεύονται ἄν όχι ἀμέσως, ἐμμέσως εις τας δεήσεις των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων.
Ορθόδοξος: Και οι ὀρθόδοξοι έχουμε ἐμμέσους μαρτυρίας της Γραφῆς αι οποίοι είναι ὑπέρ της δεήσεως των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων. Ἄς παρουσιάσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τας Γραφικάς του ἐνδείξεις και κατόπιν ας ζυγίσωμεν αυτάς. Και παρακαλῶ λάβε τον λόγον.
Ευαγγελικός: Εις την παραβολήν του πλουσίου και του Λαζάρου ὁ Ἀβραάμ λέγει ξεκάθαρα εις τον ἐν τη κολάσει πλούσιον παρακαλοῦντα τον Ἀβραάμ για να ἀποτείλῃ τον Λάζαρον προς αυτόν «μεταξύ ἡμῶν και ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται ὄπως οι θέλοντες διαβῆνα ἔνθεν προς υμάς μή δύνανται μηδέ οι ἐκήθεν προς ημάς διαπερῶσι» Λουκ. 16, 16-31. Βλέπει ότι δεν είναι δυνατον νά γίνῃ μεταστασις ἐν τῷ Ἄδῃ από ἑνός μέρους εις τό άλλο; Πῶς λοιπόν διά των μνημοσύνων πιστεύεται τό ἀντίθετον;
Ορθόδοξος: Τό χωρίον τουτο κ. Εὐαγγελικέ δεν μιλά περί δεήσεως ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων. Ὁμιλεῖ περί θελήσεως των πέραν του ταφου κριθέντων διότι λέγει «οι θέλοντες διαβῆναι κ.λ.π.». Δεν λέγει ότι ἀπαγορεύεται οι ζῶντες νά εὔχωνται ὑπέρ των κεκοιμημένων. Και εμείς πιστεύομεν ὄτι ἐν τῷ Ἄδῃ ουκ ἐστι μετανοια. Ἀλλο όμως είναι ἡ δέησις των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων και άλλο ἡ μετανοια των κεκοιμημένων. Ἑπομένως τό χωρίον τουτο ἀντίκειται ξεκάθαρα εις την μετανοιαν των κεκοιμημένων και όχι εις την δέησιν των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων. Ἕχετε άλλο χωρίον;
Ευαγγελικός: Εις την προς Ἑβραίους επίστολήν 9,27 λέγεται ξεκάθαρα «απόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν μετα δέ τουτο κρίσις». Βλέπετε, όταν ὁ ἄνθρωπος ἀποθανῃ ἀμέσως δικάζεται.
Ορθόδοξος: Οὔτε αυτό τό χωρίον ἀντίκειται ξεκάθαρα εις την δέησιν των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων. Λέγει μόνον τί γίνεται εις τους ἀποθανόντας, ότι μετα τον θανατον κρίνονται. Οὐδεν λέγει περί μνημοσύνων.
Ευαγγελικός: Είναι όμως λογικόν νά παραδεχθῶμεν ότι ὁ Θεός κρίνας εὐθύς μετα τον θανατον τον ἄνθρωπο είναι δυνατον νά μεταβάλῃ ἀργότερα γνώμην διότι θα δεηθῶσι οι ζῶντες ὑπέρ αυτού; Δεν νομίζετε ότι ἡ μεταβολή της γνώμης του Θεοῦ ἀντίκειται εις την στοιχειώδη ἀνθρωπίνη λογικήν;
Ορθόδοξος: Κε Εὐαγγελικέ εμείς δεν ὁμιλοῦμεν λογικά πῶς έχει τό πρᾶγμα αλλά Γραφικῶς. Την λογικήν ἄποψιν του ζητήματος θα ἐξετασωμεν εις τό τρίτον μέρος του θέματός μας. Ἔχετε Γραφικήν μαρτυρίαν λοιπόν ἡ οποία ἀντίκειται ξεκάθαρα εις την δέησιν των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων; Ὅπως λ.χ. λέγει δηλ. ἡ Γραφή «οὐ φονεύσης, οὐ κλέψης, οὐ ψευδομαρτυρήσης» νά λέει και οὐ ποιήσης μνημόσυνον;
Ευαγγελικός: Ρητας μαρτυρίας ὄπως θέλετε εσείς δεν έχουμε. Εσείς ὄμως τί έχετε ἐκ της Ἁγίας Γραφῆς για να ἀποδείξητε την δέησιν των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων;
Ορθόδοξος: Ρητας και κατηγορηματικάς μαρτυρίας Γραφικάς διά την δέησιν των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων δεν έχουμε. Ἕχομεν όμως κάτι περισσότερον από σας. Ἔχομεν δηλαδή Γραφικάς μαρτυρίας αι ὀποῖαι παρέχουσι εις ημάς πολλάς πιθανότητας ἄν όχι πλήρη βεβαιότητα.
Ευαγγελικός: Θα ἤθελον νά ἤκουον τας Γραφικάς ταύτας μαρτυρίας.
Ορθόδοξος: Ἑν Νεεμίᾳ 9,12 γράφει: «και ἐχωρίσθησαν οι υἱοί Ἰσραήλ από παντός υἱοῦ ἀλλοτρίου και ἔστησαν και ἐξηγόρευσαν τας ἁμαρτίας αυτών και τας ἀνομίας των πατέρων αυτών». Βλέπετε κ. Εὐαγγελικέ ότι ἡ γραφή εδώ ρῆτῶς μιλά περί δεήσεως ζώντων ὑπέρ κεκοιμημένων. Ὅπως δηλαδή ὡμολόγησαν τας ἁμαρτίας των ζώντες Ἰσραηλῖται για να συγχωρηθῶσι, κατα παρόμοιον τρόπον ἐξομολογοῦνται τας ἁμαρτίας των πατέρων των για να ἀσφαλῶς συγχωρησθῶσι. Διατί άλλο;
Ευαγγελικός: Ὄχι. Ἐνταῦθα ζητεῖται ἡ συγχώρησις των ζώντων από τας ἁμαρτίας των πατέρων αυτών.
Ορθόδοξος: Αυτή είναι σκέψις ἰδική σου, ἡ οποία ἀντίκειται και εις τό κείμενον τό οποίον λέγει ξεκάθαρα ότι προσηυχήθησαν διά τας ἁμαρτίας των πατέρων των ἄνευ της ἰδικῆς σας προσθήκης «συγχώρησις των ζώντων από τας ἁμαρτίας των πατέρων». Ἡ γνώμη σας αυτή ἀντίκειται όχι μόνον προς τό χωρίον τουτο, αλλά και προς τό Ἰεζεκιήλ 18,20-21 ἡ ψυχή ἡ ἁμαρτανουσα θέλει ἀποθανῃ κατα τό οποίον ἕκαστος τιμωρεῖται διά τας ἰδικάς του ἁμαρτίας και όχι διά τας ἁμαρτίας των πατέρων αυτού. Ἀλλ’ εγώ δεν σου ἀποκλείω ως πιθανήν και τή γνώμην σου. Περισσότερον όμως πιθανή φαίνεται ἡ ἰδική μου γνώμη διότι ξεκάθαρα λέγεται ότι «ἐξηγόρευσαν τας ἁμαρτίας αυτών και τας ἀνομίας των πατέρων αυτών». Ἱδοῦ ἡ πρώτη Γραφική πιθανότης δεήσεως ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων ἐγγίζουσα ὁλίγον ἤ πολύ τα ὅρια της βεβαιότητας.
Ευαγγελικός: Ἄλλο χωρίον έχετε νά παρουσιάσετε;
Ορθόδοξος: Ἐν τη Καινῇ Διαθήκῃ Β΄Τιμοθ. 1,16-18 ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «Δώῃ ἔλεος ὁ Κύριος τῷ Ὀνησιφόρου οἴκῳ» εις δέ 4,16 γράφει: «ἀσπάσασθε τον οἷκον του Ὀνησιφόρου» διά δέ τον Ὀνησιφόρον γράγει: «δῴη αὐτῷ ὁ Κύριος εὑρεῖν ἔλεος παρά Κυρίου ἐν ἐκείνῃ τη ἡμέρᾳ» 1,18. Δεν σας κάνει ἐντύπωσιν ότι ὁ Απόστολος διά μέν τον οἶκον του Ὀνησιφόρου, λέγει, νά ἀσπασθοῦν αυτόν ἀφ’ ἑνός και ἀφ’ ἐτέρου θέτει ἁπλῶς «δώῃ ἔλεος ὁ Κύριος» οὐχι όμως και «ἐν ἐκείνῃ τη ἡμέρᾳ» όπως ἀναφέρει και διά τον Ὀνησιφόρον. Ἐξ αυτού συμπεραίνομεν ότι ὁ Ὀνησιφόρος θα είχεν ἀποθανει διά τουτο και ὁ Παύλος λέγει «ἐν ἐκείνῃ τη ἡμέρᾳ». Ἑπομένως ὁ Παύλος εὔχεται ὑπέρ του κεκοιμημένου Ὀνησιφόρου.
Ευαγγελικός: Ἐγώ νομίζω όμως τό ἑξῆς΄ ὁ Ἀπ. Παύλος χωρίζει τον οἶκον του Ὀνησιφόρου από τον ἴδιον τον Ὀνησιφόρον όχι διότι είχε ἀποθανει ὁ Ὀνησιφόρος αλλά διότι εὑρίσκετο μακράν της οἰκογενείας του εις ταξείδιον προς Ρώμην ἤ ἀλλοῦ. Ἐντεῦθεν ὁ χωρισμός κατα τον ἀσπασμόν του οἴκου του Ὀνησιφόρου από του ἰδίου.
Ορθόδοξος: Ἡ υπόθεσις αυτή ότι ὁ Ὀνησιφόρος ήταν ζῶν αλλά μακράν της οἰκογενείας του, ἐξηγεῖ μόνο, ἐάν είναι ὀρθή, τον συνιστώμενον υπό του Παύλου ἀσπασμόν προς τον οἶκον του Ὀνησιφόρου και όχι πρό τον ἴδιον τον Ὀνησιφόρον. Δεν ἐξηγεῖ ὄμως τό προς τον Ὀνησιφόρον λεγόμενον «δώῃ αὐτῷ ὁ Κύριος ἔλεος ἐν ἐκείνῃ τη ἡμέρᾳ». Διά νά ἐξηγηθοῦν ἀμφότερα, δηλαδή ὁ ἀσπασμός μόνον τῆ ς οἰκογενείας του Ὀνησιφόρου και ἡ προσθήκη του ἐν ἐκείνῃ τη ἡμέρᾳ» μόνον διά τον Ὀνησιφόρον, συμπεραίνομεν ότι ὁ μέν οἶκος του Ὀνησιφόρου ἔζη ὁ Ὀνησιφόρος όμως είχεν ἀποθανει. Ὁ Παύλος εὔχεται ὑπέρ αυτού ἄρα εὔχεται ὑπέρ κεκοιμημένων.
Ευαγγελικός: Δεν ἀποκλείω την ἐξήγησίν ως πιθανήν. Ὄχι όμως και ως βεβαίαν.
Ορθόδοξος: Και εγώ ως πιθανήν δέχομαι την γνώμην μου, πάντως όμως πιθανοτέρα της ἰδικῆς σας, διότι ἡ μέν ἰδική σας γνώμη ἐξηγεῖ μίαν μόνον ἄποψιν, τον χωρισμόν του ἀσπασμου της οἰκογενείας του Ὀνησιφόρου από τον Ὀνησιφόρον, ἡ δέ ἰδική μου ἄποψις καθ’ ἥν είχε ἀποθανει ὁ Ὀνησιφόρος, ἑρμηνεύει τον χωρισμόν του ἀσπασμου του Ἀπ. Παῦλου προς τον οἶκον του Ὀνησιφόρον από τον Ὀνησιφόρον και τό ἰδιαίτερον χαρακτηριστικόν διά τον Ὀνησιφόρον τον «ἐν ἐκείνῃ τη ἡμέρα».
Ευαγγελικός: Θα ἤθελον νά ἤκουον και άλλο χωρίον της Ἁγίας Γραφῆς, τό οποίον νά ἔδιδεν πιθανότητα ἔστω διά την δέησιν ὑπέρ των κεκοιμημένων.
Ορθόδοξος: Ἀνοίγω τό ΙΙ Μακκαβαίων βιβλίον της Π. Διαθήκης. Εις τή 12, 42 -45 γράφει ότι ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος ἔστειλε εις Ἱεροσόλυμα 2.000 δραχ. διά νά προσφερθῇ θυσία ὑπέρ συγχωρήσεως ἁμαρτιῶν πεσόντων ἔν τινι μάχῃ στρατιωτων του, διότι επίστευσε εις την ἀνάστασιν των νεκρῶν. Και λέγει ξεκάθαρα: «Εἱ γάρ μή τους προπεπτωκότας ἀναστῆναι προσεδόκα περισσόν ἄν και ληρῶδες ὑπέρ νεκρῶν προσεύχεσθαι». Ἰδού τα Μνημόσυνα ἐν τη Ἀγίᾳ Γραφή.
Ευαγγελικός: Εμείς οι Ευαγγελικοί δεν δεχόμεθα τό βιβλίον ΙΙ Μακκαβαίων ως βιβλίον Ἁγ. Γραφῆς. Ἑπομένως δεν δεχόμεθα και την ἐν τῷ βιλίῳ τούτῳ ἀναφερόμενην γραφήν περί μνημοσύνων.
Ορθόδοξος: Αυτό τό γνωρίζω. Σας ρωτώ όμως δέχεσθε τον Ἀπόστολο Πᾶυλον;
Ευαγγελικός: Βεβαιότατα.
Ορθόδοξος: Ὁ Απόστολος Παύλος εις την προς Ἑβραίους ἐπιστολήν 11, 35 λέγει: «Ἅλλοι δέ ἐτυμπανίσθησαν οὐ προσδεξάμενοι την ἀπολύτρωσιν για να κρείττονος ἀναστασεως τύχωσι» ἐν δέ τῷ στιχ. 36 «ἕτεροι δέ ἐμπαιγμῶν και μαστίγων πεῖραν ἔλαβον». Σας ρωτώ: Ποίους ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ Απόστολος;
Ευαγγελικός: Ἀνθρώπους της Παλ. Διαθήκης.
Ορθόδοξος: Ἔχετε νά μου ἀναφέρητε ἐκ των βιβλίων της Παλ. Διαθήκης τους ἀνθρώπους αὐτους τους ὁποίους ἐννοεῖ ὁ Απόστολος; Ἔχετε δηλ. νά δείξητε ἀνθρώπους οι οποίοι ἐτυμπανίσθηκαν «για να κρείττονος ἀναστασεως τύχωσι;» Και ἔλαβον ἐμπαιγμούς;
Ευαγγελικός: Ὡρισμένους όχι.
Ορθόδοξος: Ἐγώ όμως δύναμαι νά σου ἀναφέρω τους ἀνθρώπους αὐτους. Και ιδού. Εις τό ΙΙ Μακκαβαίων 6,19 ἀναφέρται ότι ὁ ἀξιωματικός τους Ἀντιόχου τον εὐσεβῆ Ἐλεάζαρον, διότι δεν ἤθελον νά ἀρνηθῇ την πίστιν του, «επί τό τύμπανον προσῆγε». Κατωτέρω δέ ἐν στίχ. 28 ἀναφέρεται διά τον ἴδιον τον Ἐλεάζαρον «επί τό τύμπανον προσῆλθε». Ἰδού λοιπόν τό ἐτυμπανίσθησαν του Αποστόλου σύμφωνον κατα λέξιν μέ τον τυμπανισμόν του ἐν ΙΙ Μακκαβαῖον Ἐλεαζάρου. Ἐπίσης διά τους «ἐμπαιγμούς» μιλά πάλιν τό ΙΙ Μακκαβαίων 7,7,8,17. Ἄς ἔλθωμεν και εις την κατ’ ἔννοιαν συμφωνίαν του χωρίου τούτου Εβρ.11, 35 προς τό ΙΙ Μακκαβαίων. Ὁ Απόστολος Παύλος μιλά περί ἀναστασεως των νεκρῶν και μάλιστα «κρείττονος ἀναστασεως» την οποίαν επίστευον οι τυμπανιζόμενοι. Ἐν τῷ ΙΙ Μακκαβαίων γίνεται λόγος περί ἀναστασεως των νεκρῶν ξεκάθαρα εὐθύς μετα τον Ἐλεάζαρον εις 7,9 «εις αἰώνιον ἀναβίωσιν ημάς ἀναστήσει» λέγει εἷς ἐκ των 7 ἀδελφῶν. Ἑπομένως ὁ Ἀπόστ. Παύλος κατα λέξιν και κατ’ ἔννοιαν διά του Ἑβρ.11,35 ἐννοεῖ τό 6ον κ 7ον Κεφάλ.του ΙΙ Μακκαβαίων ἄρα ἐγκρίνει τό βιβλίον ΙΙ Μακκαβαίων. Ἑπομένως ἐγκρίνει και τό ἐν 12, 42-45 τεμάχιον όπου ως είδαμε γίνεται ξεκάθαρα λόγος περί μνημοσύνων.
Ευαγγελικός: Δεν ἀποκλείω την ἄποψιν αυτήν. Δεν είναι ἄμεσος απόδειξις, ῥητή, αλλά ἔμμεσος, πλαγία. Πιθανότητα έχει όχι βεβαιότητα.
Ορθόδοξος: Λάβε σύ τουτο ἔστω ως πιθανότητα και όχι ως βεβαιότητα. Ἰδού και άλλη πιθανότης ὑπέρ ἡμῶν των Ὀρθοδόξων.
Ευαγγελικός: Πιθανότητας δεν δύναμαι νά ἀποκλείσω. Πιθανόν νά είναι ἠχώ τό Εβρ. 11, 35 του ΙΙ Μακκαβαίου κεφ. 6 και 7. Τα μέχρι τουδε όμως ἀναφερθέντα χωρία Παλαιᾶς και Καινῆς Διαθήκης δεν παρέχουν βεβαιότητας, αλλά πιθανότητας. Μέ πιθανότητας όμως δεν είναι δυνατον νά οἰκοδομήσωμεν την ζωή μας και επί του προκειμένουν την δέησιν των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων;
Ορθόδοξος: Βεβαίως όχι. Ἀλλ’ εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε ἐδῶ πιθανότητος Γραφικάς διά τό θέμα μας. Εσείς δεν έχετε. Ἐπειδή όμως αι προσαχθεῖσαι ἀποδείξεις είναι πιθανότητες και όχι βεβαιότητες διά τουτο έχουμε κι’ άλλα στηρίγματα την ἱεράν Παράδοσιν και την ἀνθρώπινην λογικήν. Πρίν όμως ἤ προχωρήσωμεν εις εκείνα θα πρέπῃ νά ἔλθωμεν εις τό συμπέρασμα μας διά τα μέχρι τουδε λεχθέντα.
Συμπέρασμα
Γραφικῶς δεν έχετε εσείς κ. Εὐαγγελικέ οὐδεμίαν ρητην κατηγορηματικήν ἀναντίρρητον βεβαίωσιν, ότι ἡ δέησις ὑπέρ των κεκοιμημένων ἀπαγορεύεται. Ἐκεῖνο τό οποίον συνάγετε εσείς ἐκ της Ἁγ. Γραφῆς είναι ὡρισμένα χωρία μέ βάσιν την ἀνθρωπίνην λογικήν. Ἀλλά περί ἀνθρωπίνης λογικῆς θα ἔχωμεν ἰδιαίτερον μέρος: Ξεκάθαρα οὐδεν χωρίον ἐφέρετε της Ἁγ. Γραφῆς. Εμείς ὄμως ἐκ των πρωτοκανονικῶν βιβλίων της Γραφῆς οὐδεν χωρίον μέ πλήρους βεβαιότητος έχουμε ότι μιλά ξεκάθαρα διά την δέησιν των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων. Ἐάν συγκρίνωμεν τό ἐξαγόμενον της μελέτης μας ταύτης θα ἴδωμεν ότι ὑπερτεροῦμεν εμείς οι ὀρθόδοξοι. Γραφικῶς, διότι παρουσιάζομεν χωρία τα οποία δεικνύουσιν μικράν ἤ μεγάλην πιθανότητα, ενώ εσείς οὐδεν χωρίον παρουσιάσατε ἐμφαῖνον πιθανότητα όχι λογικήν αλλά Γραφικήν. Ἄς ἔλθωμεν ἤδη εις την ἱεράν Παράδοσιν όπου θα ἐξετασωμεν ποῖος ἐξ ἡμῶν έχει τό «μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τας ἡμέρας ἕως της συντελείας του αἰῶνος» του Κυρίου (Ματθ. 28,20) επί του προκειμένου θέματος της δεήσεως των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων.
Ευαγγελικός: Γνωρίζω ότι ἡ γνώμη αυτή ειςῆλθε ἀργά εις την Εκκλησία κατα τον τρίτον αἰῶνα, διότι ἀναφέρεται τό πρῶτον εις τας Ἀποστολικάς Διαταγάς.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ: ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ
Ορθόδοξος: Ὄχι κ. Εὐαγγελικέ. Αι δεήσεις των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων ἔχουσιν διαδοχήν ἀποστολικήν και οὔτω τό «μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τας ἡμέρας του Κυρίου» εὑρίσκεται μεθ’ ἡμῶν και όχι μεθ’ ὑμῶν.
Πρῶτος Αἰών. Τό Β΄ Μακκαβαίων 12,42-45 όπου γίνεται λόγος ξεκάθαρα περί δεήσεως ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων είναι βιβλίον τό οποίον ἐγένετο δεκτον από της Ἀποστολικῆς ἐποχῆς. Ὁ Ποιμήν του Ἐρμᾶ βιβλίον γραφέν τό 100 περίπου μ.Χ. κάνει σαφῆ ὑπαινιγμόν ἐν τη πρώτῃ ἐντολῇ 1,1 περί του βιβλίου τούτου.
Ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρίας 150 μ.Χ. εις τους Στρωματεῖς του 1, 21 κάμνει λόγον περί του βιβλίου τούτου ἄρα και περί του περιεχομένου αυτού.
Ὁ Τερτυλιανός 200 μ.Χ. εις τό βιβλίον αυτού De Corona Millitis κεφ. Κ.3 λέγει τα ἑξῆς: «ποιοῦμεν θυσίας δεήσεις ὑπέρ των κεκοιμημένων, ποιοῦμεν ἰδίως ἐν τη ἐπετείῳ ἡμέρᾳ των γενεθλίων».
Ὁ Ὡριγένης 250 μ.Χ. εις τό βιβλίον 9 εις Ρωμαίους 12 γράφει: «Δίκαιον ἐστί και ὠφέλιμον τό ποιεῖν ἐν δημοσίαις προσευχαῖς μνημόσυνα ὑπέρ των Αγίων».
Ὁ Κυπριανός 250 μ.Χ. βεβαιοῖ ότι ἐν τοῖς χρόνοις αυτού οι Χριστιανοί ἐθεώρουν ἀναπόφευκτον καθῆκον τό προσφέρειν θυσίας και δέεσθαι ὑπέρ των μαρτύρων». Ἐπιστολή 307.
Ὁ Ἀρνόβιος 305 μ.Χ. λέγει «οι Χριστιανοί ἐν ταῖς ἱερουργίας αυτών ἐποίουν δεήσεις ὑπέρ ἀναπαύσεως και σωτηρίας των τεθνεώτων». Ἀρνόβιος κατα Ἐθνικῶν βιβλίον Δ΄.
Ὁ Αὐγουστῖνος 354-430 συνέγραψε ὁλόκληρον βιβλίον «De cura pro mortuis» ἐν τῷ ὁποίῳ ἀποδεικνύει την από της ἀρχῆς του Χριστιανισμου συνήθειαν της Εκκλησίας του νά εὔχηται και νά προσφέρῃ θυσίας ὑπέρ των κεκοιμημένων την οποίαν ἀποδίδει εις ἀποστολικήν παράδοσιν.
Ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων 380 μ.Χ. ἐν τη «θείᾳ Μυσταγωγίᾳ» γράφει περί της μνήμης των κεκοιμημένων τα ἑξῆς: «ἕτι δεόμεθα και ὑπέρ των προκεκοιμημένων ἁγίων Πατέρων και ἐπισκόπων και πάντων ἁπλῶς των ἐν ἡμῖν προκεκοιμημένων μεγίστην ὄνησιν πιστεύοντες ἐσεσθαι ταῖς ψυχαῖς ὑπέρ ὧν ἡ δέησις ἀναφέρεται της ἁγίας και φρικωδεστατης προκειμένης θυσίας».
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει «μή ἀμφίβαλε ότι καρπώσεται τί χρηστον» Οὐχ ἁπλῶς ὁ Διακόνος βοᾷ ὑπέρ των ἐν Χριστῷ κεκοιμημένων. Οὐχ ὁ Διάκονος ἐστί ὁ την φωνήν ταύτην ἀφιείς αλλά τό Πνεῦμα τό Ἅγιον» Migne τόμ. 9 σελ. 169.
Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος γράφει: «ὠφελεῖ δέ κ’ ἡ ὑπέρ αυτών γενομένη εὐχή».
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος «κἄν εις ἀέρα ὁ ἐν εὐσεβείᾳ τελειωθείς κατατεθῇ μή ἀπαναίνου ἔλαιον και κηρούς. Δεκτα γάρ ταῦτα τῷ Θεῷ και πολλήν ἐξ αυτού φέροντα την ἀντίδοσιν. --Τό γάρ ἔλαιον και ὁ κηρός ὁλοκαύτωσις ἡ δέ γε θεία και ἀναίμακτος θυσία ἐξιλασμός ἡ δέ προς πένητας προσθήκη πάσης ἀγαθῆς ἀντιδόσεως».
Ὁ Ἐφραίμ ὁ Σύρος ἐν τη «Διαθήκῃ» του λέγει: «και νῦν βούλομαι ἀδελφοί μου για να μετα την ἔξοδόν μου μνείαν μου ποιεῖσθαι ἐν ταῖς δεήσεσι ἡμῶν. Ἡνίκα ποιήσω τριακοστην ποιήσατέ μου την μνήμην Εὐεργετουνται γάρ οι θνητοί ἐν προσφοραῖς ἀναμνήσεως παρά των ζώντων ἁγίων».
Τέλος ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀφῆκε ὁλόκληρον συγγραφήν περί «των ἐν πίστει κεκοιμημένων όπως αι ὑπέρ αυτών γενόμεναι λειτουργίαι και αὐποιΐα τούτους ὀνήνησι». Ἰδού οι ἑπτα πρῶτοι αἰῶνες πῶς ὁμιλοῦσι περί της δεήσεως των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων. Περί της συνεχείας μέχρι σήμερον είναι περιττον νά μιλήσουμε. Ἰδού τό «μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τας ἡμέρας» επί του προκειμένουν θέματος της δεήσεως των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων είναι ὑπέρ ἡμῶν.
Ευαγγελικός: Δεν δύναμαι νά ἀρνηθῶ τουτο ἐπιθυμῶ όμως νά ἔλθω εις τό τρίτο μέρος την λογικήν ἄποψιν του ζητήματος.
Ευαγγελικός: Θα μου ἐπιτρέψητε όμως νά σας πω ότι λογικά οὐδόλως στέκει ἡ δέησις των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων διά τον ἑξῆς λόγον: Είπαμε ότι κατα τό Ἑβραίους 9,27 «απόκειται ἅπαξ τοῖς ἀνθρώποις ἀποθανεῖν μετα δέ τουτο κρίσις». Ἀφοῦ λοιπόν ὁ Θεός εὐθύς μετα τον θανατον ἑκάστου ἐκφέρει την κρίσιν Του, πῶς ἔπειτα θα ἀνακαλέσῃ την απόφασίν Του δι΄ ἕναν ἁμαρτωλόν τον οποίον κατεδίκασε; Ἄν κάνῃ τουτο σημαίνει ότι ἡ πρώτη απόφασίς του ἧτο ἐσφαλμένη ἤ ότι ἡ ἐν Ἄδῃ ψυχή ἠνάγκασε Αυτόν διά της μετανοίας νά ἀνακαλέσῃ την ἀποφασίν Του. Γνωρίζομεν όμως ότι ἐν Ἄδῃ δεν ὑπάρχει μετανοια, ὁ Θεός δεν ἐκδίδει διαταγήν ἐσφαλμένην, ὁ ἁμαρτωλός πρέπει νά μείνῃ ἐν τῷ Ἄδῃ. Οὐδεμία λοιπόν δέησις ὑπέρ αυτού είναι ὠφέλιμος.
Ορθόδοξος: Εσείς κ. Εὐαγγελικέ εἴπατε μίαν λογικήν σκέψιν κατα την την ἰδικήν σας ἄποψιν, μέ τό ἀνάλογον συμπέρασμά σας. Ἐγώ θα σας πω τέσσαρας λογικάς σκέψεις μέ ἀντίθετον από τό ἰδικόν σας συμπέρασμα.
Ευαγγελικός: Ἀκούω εὐχαρίστως.
Ορθόδοξος: Πρώτη σκέψις: Εἴπατε ότι ἡ δέησις των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων ἀντίκειται εις την ἀλάθητον κρίσιν του Θεοῦ δι’ ἕναν ἁμαρτωλόν πέραν του ταφου και εις τό ἀδύνατον της μετανοίας του ἐν τῷ Ἄδῃ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Σας ρωτώ όμως μήπως και ἡ προσευχή γενικῶς όχι μόνον των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων αλλά των ζώντων ὑπέρ των ζώντων δεν ἀντίκειται εις την σοφίαν του Θεοῦ; Και ἐξηγοῦμαι: Ὁ Θεός διοικεῖ τον κόσμον κατα ὠρισμένους νόμους. Ὁ ἄνθρωπος διά της προσευχῆς του, την οποίαν πολλάκις ἀκούει ὁ Θεός, ἐπεμβαίνει και ἀκυροῖ ἤ τροποποιεῖ τας ἀποφάσεις Του. Πῶς λοιπόν ὁ Θεός χάρις εις την προσευχήν ἑνός ἀκυροῖ ἤ τροποποιεῖ τίς ἀποφάσεις Του; Τουτο σημαίνει ότι ὁ Θεός ἐξέδωσε προηγουμένως ἐσφαλμένην απόφασιν; Ἀναφέρω ἕν παράδειγμα. Ὁ Θεός ἀποφασίζει νά καταστρέψῃ τους Ἰσραηλίτας, διότι κατασκεύασαν τό χρυσουν μόσχον». Ὁ Μωϋσῆς προσεύχεται ὑπέρ του λαοῦ του. Ὁ Κύριος ἀνακαλεῖ την απόφασιν του πρίν μετανοήσωσι οι Ἰσραηλίται, χάρις εις την προσευχήν του Μωϋσέως. «Ἱλάσθη Κύριος περί της κακίας ἦς είπε ποιῆσαι τον λαόν αυτού». Ἐξοδ. 32,14. Βλέπεις κ. Εὐαγγελικέ;
Ὁ Κύριος είπε «ποιῆσαι» ἀπεφάσισε νά τιμωρήσῃ τους Ἰσραηλίτας. Χάρις όμως εις την προσευχήν του Μωϋσέως «ἱλάσθη Κύριος περί της κακίας» χωρίς νά μετανοήσωσι οι Ἰσραηλίται. Ἄς ἔλθωμεν εις τό θέμα μας. Ὅπως ὁ Κύριος ἐξέδωσε καταδικαστικήν απόφασιν των ἁμαρτησάντων ζώντων Ἰσραηλιτων την οποίαν ἠκύρωσεν ἤ ἐτροποποίησεν ἡ προσευχήν του Μωϋσέως ἄνευ μετανοίας των ἁμαρτησάντων και δεν μεμφόμεθα τον Θεόν ως ἀνακαλέσαντα τας απόφασεις του, διατί όταν προσευχηθῇ ζῶν τις ὑπέρ του κεκοιμημένου και κατακριθέντος υπό του Θεοῦ έχουμε την γνώμην ότι είναι ἀδύνατον νά ειςακουσθῇ ἡ προσευχή μας ὑπέρ αυτού διότι ἀντιτίθεται αυτή εις τό ἀνέκκλητον της θείας ἀποφάσεως και εις τό ἀδύνατον της μετανοίας του ἐν τῷ Ἄδῃ εὑρισκομένου; Λογικόν δεν είναι και αυτό;
Ευαγγελικός: Εἴπατε ότι έχετε τέσσαρα λογικά ἐπιχειρήματα. Αυτό είναι τό πρῶτον. Τό δεύτερον ποῖον είναι;
Ορθόδοξος: Τό ἔλεος του Θεοῦ είναι ἄπειρον. Περιορίζοντες όμως εσείς τουτο μόνον ἐν τη παρούσῃ ζωῇ μεταβάλλετε αυτό εις πεπερασμένον. Είναι λοιπόν λογικώτερον νά δεχθῶμεν ότι, αφού τό ἔλεος του Θεοῦ είναι ἄπειρον, πρέπει νά ἐκτείνεται και πέραν του κόσμου τούτου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατί νά μή ἀκούωνται αι δεήσεις των ζώντων ὑπέρ των κεκοιμημένων όταν
α) αι δεήσεις αὗται γίνωνται εὐσεβῶς και μετα πίστεως
β) οι νεκροί ὑπέρ ὧν γίνονται είναι ἐπιδεκτικοί του ἐλέους και
γ) όταν ἡ πλήρωσις των δεήσεων δεν ἀντιβαίνει προς την καθόλου θείαν δικαιοσύνην και ἀγαθότητα, ώστε κατα την γνώμην των Πατέρων αι δεήσεις αὗται ὀφειλοῦσι όχι τους θανασίμως ἁμαρτήσαντας και ἀμετανοήτους ἀποθανόντας αλλά τους μή θανασίμως ἁμαρτήσαντος και ἄνευ μετανοίας ἀποθανόντας. Ἡ τοιαύτη γνώμη εις τό ἔλεος του Θεοῦ δεν ἐνισχύει έτσι περισσότερον την πίστιν μας εις τό θεῖον ἔλεος; Δεν είναι και αυτό λογικόν;
Ευαγγελικός: Τό τρίτον λογικόν ἐπιχείρημα σας ποῖον είναι:
Ορθόδοξος: Ἰδού. Αι ὑπέρ των κεκοιμημένων δεήσεις ἐκφράζουσι την πλήρη ἀγάπης κοινωνίας των ζώντων προς τους κεκοιμημένους τους ὁποίους ὁ θανατος ἀποσπᾷ μέν από της μεθ’ ἡμῶν τοπικῆς ἀναστροφῆς όχι όμως και από ἡμετέρας ἀγάπης. Γνωρίζομεν ότι οι ἐν οὐρανοῖς προσεύχονται ὑπέρ ἡμῶν. Ἐάν δεν δυνάμεθα και εμείς νά προσευχηθῶμεν διά τους ἀπελθόντας προσφιλεῖς ἡμῶν, ὁ σύνδεσμος στρατευομένης και θριαμβευούσης εκκλησίας ὁ επί της ἀγάπης στηριζόμενος θα ἧτο ἐλλιπής. Διά νά είναι πλήρης ὁ δεσμος οὗτος της ἀγάπης της μιᾶς ἐν οὐρανῷ και ἐν γη Εκκλησίας, πρέπει και εμείς νά προσευχώμεθα ὑπέρ των προσφιλῶν κεκοιμημένων. Λογικόν δεν είναι και αυτό;
Ευαγγελικός: Τό τέταρτον λογικόν ἐπιχείρημά σας;
Ορθόδοξος: Τουτο είναι βαθύτερον εις νόημα και θα ἤθελον νά προσέξητε περισσότερον.
Ευαγγελικός: Σας ἀκούω.
Ορθόδοξος: Δύο πράγματα ὑπάρχουν ὡραιότερα ἐν οὐρανῷ και ἐν γη, ἐν τῷ ἀνθρώπῳ και ἐν τῷ Θεῷ: Ὁ ἀνθρώπινος πόνος και ἡ θεία προσευχή. Αυτά συνδέονται πολύ μεταξύ των, διότι ὁ ἀνθρώπινος πόνος μόνον μέ την προσευχήν λαμβάνει νόημα και δόξαν. Ἡ δέ προσευχή μᾶλλον μέ τον ἀνθρώπινον πόνον ἐκφράζεται παρά μέ την χαράν. Ἡ μεγάλη αυτή σχέσις των δύο τούτων δώρων του οὐρανοῦ και της γῆς, του πόνου και της προσευχῆς, στηρίζεται εις την μεγάλην συγγένειαν των δώρων αυτών. Και ἐξηγοῦμαι: Ἐκεῖνος ὁ οποίος πονεῖ φωνάζει όχι πάντοτε διά νά ειςακουσθῇ και θεραπευθῇ ὁ πόνος του, αλλά φωνάζει διότι πονεῖ. Ἡ ἀρχική λοιπόν αἰτία πολλάκις δέ και ἡ μόνη αἰτία της κραυγῆς μας ἐπάνω εις τον πόνον μας δεν είναι ἡ θεραπεία αλλά ὁ πόνος. Τό ἴδιον συμβαίνει και μέ την προσευχήν. Ἡ προσευχή είναι κραυγή ἀγάπης. Προσεύχεσαι όταν ἀγαπᾶς. Ἀγαπᾷς δέ πραγματικῶς όταν πονᾷς. Ἡ πρώτη λοιπόν αἰτία της προσευχῆς είναι όχι νά ειςακουσθῇ τό περιεχόμενον της αἰτήσεως της αλλά προσεύχεται τις διότι ἀγαπᾷ διότι πονᾷ ἀδιαφόρως ἐάν ειςακουσθῇ ἤ όχι κατα την προσευχή του. Ἕν παράδειγμα. Ὁ Κύριος προσεύχεται ἐν Γεθσθημανῇ ἤ διά τον ἑαυτον Του και ἐν τῷ Σταυρῷ διά τους άλλους. Προσεύχεται ἐν Γεθσθημανῇ για να παρέλθῃ τό ποτήριον του Πάθους Του. Προσεύχεται εις τον Σταυρόν διά τους ἐχθρούς Του «οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Ὁ Κύριος ἐγνώριζε ότι δεν θα ειςακουσθῇ ἡ προσευχή Του και εις τα δύο περιπτώσεις. Πῶς θα συγχωρήσῃ ὁ Θεός τους Σταυρωτας Του μέ μόνην την δικαιολογίαν ότι δεν ἠξεύρουν τί κάμνουν ἄν δεν μετανοήσουν; Γνωρίζει ότι εις την Γεθσθημανήν δεν θα ἀκουσθῆ ἡ φωνή Του και όμως προσεύχεται. Ἀφοῦ λοιπόν κ. Εὐγγελικέ, ὁ Κύριος προσευχήθηκε δίς ἄν και ἐγνώριζε ότι δεν θα ειςακουσθῇ, διατί νά μή προσευχώμεθα εμείς ὑπέρ των προσφιλῶν μας ἀδελφῶν αφού ἡ Γραφή ξεκάθαρα ως είδαμε, οὐδαμου ἀπαγορεύει τουτο, τοὐναντίον μάλιστα παρέχει πιθανότητας; Διατί νά μή προσευχηθῶμεν αφού έχουμε την παράδοσιν ὁμόφωνον ἐπ’ αυτού από των Ἀποστολικῶν χρόνων μέχρι σήμερον δηλαδή τό «πάσας τας ἡμέρας» του Κυρίου Ματθ. 28,20 και τέλος τόσα άλλα λογικά ἐπιχειρήματα επί της Ἁγ. Γραφῆς στηριζόμενα;
Ευαγγελικός: Λογικά και συγκινητικά είναι ὅλα αυτά, ἰδίως ἡ προσευχή του Κυρίου ἐν Γεθσθημανῇ ἤ και ἐν τῷ Σταυρῷ. Ἔχω όμως μίαν ἀπορίαν: Δεν νομίζετε ότι μέ τα μνημόσυνα δίδομεν εὐχέρειαν νά σωθοῦν περισσότεροι οι πλούσιοι αφού έχουν τα χρηματικά μέσα των μνημοσύνων και όχι οι πτωχοί;
Ορθόδοξος: Είπαμε ότι διά των μνημοσύνων δεν συγχωροῦνται ὅλαι αι ἁμαρτίαι. Οι πλούσιοι μέ τό χρῆμα των ἐν τη γη όταν ἔζων είχαν την εὐκολίαν της ἁμαρτίας περισσότερον. Ἐάν αυτοί ἡμάρτησαν θανασίμως και δεν μετενόησον οὐδεμίαν ὠφέλειαν θα εὕρωσιν ἐκ των μνημοσύνων ἔστω και ἄν αυτά είναι πολυδάπανα, Ἀρχιερατικά. Ἔπειτα οι πτωχοί, δύνανται νά προσευχηθῶσι ὑπέρ των κεκοιμημένων προσφιλῶν των δίδοντες ἕν μόνον προςφορον ἀξίας πέντε δραχμῶν ἤ και ἄνευ αυτού ἕν μόνον σημείωμα όπου θα γράψωσι τό ὄνομα του κεκοιμημένου των για να μνημονευθῇ κατα την ἱεράν θυσίαν.
Ευαγγελικός: Και άλλην μίαν ἀπορίαν. Δεν νομίζετε ότι όταν πιστεύωμεν εις τα μνημόσυνα θα ἀμελήσωμεν την ἐδῶ χριστιανικήν ζωήν ἐμπιστευόμενοι εις αυτά;
Ορθόδοξος: Ὁ Ορθόδοξος Χριστιανός γνωρίζει καλά ότι ἀσφαλής είναι δι’ ὅσας ἀρετας ἐργασθῆ ὁ ίδιος ἐδῶ. Πέραν του ταφου θα πέσῃ μόνον εις τό ἔλεος του Θεοῦ. Δεν είναι λοιπόν και εις τον πλέον ἀνόητον ἄνθρωπον φανερόν ότι πρέπει νά προτιμήσῃ την ἀσφαλῆ ὁδόν της ἐντεῦθεν προετοιμασίας του παρά νά ἀφεθῇ ἐξ ὁλοκλήρου εις την διάθεσιν των άλλων και του Θεοῦ; Ἀσφαλῶς.
Συμπέρασμα: Ἰδού και τα μνημόσυνα: Γραφικῶς, Πατερικῶς, Λογικά. Και κατα τα τρία ὑπερτεροῦμεν οι Ορθόδοξοι των Εὐαγγελικῶν.
Α΄ Ἡ ὀνομασία «Πάτερ»
Ευαγγελικός: Ὁ λόγος του Κυρίου Ματθ. 23, 1-12 λέγει ξεκάθαρα: «εσείς μή ὀνομασθῆτε Ραββί διότι εἷς είναι ὁ Καθηγητής σας ὁ Χριστός και Πατήρ μή καλέσητε επί της γῆς». Δεν νομίζετε ότι όταν καλῆσθε Πατέρες ἀντιβαίνετε εις την Ἁγ. Γραφήν;
Ορθόδοξος: ὉἈποστ. Παύλος κ. Εὐαγγελικέ καλεῖ τον ἑαυτό του Πατέρα, διότι ὀνομάζει τον Τιμόθεον τέκνον γνήσιον «Τιμοθέῳ γνησίῳ τέκνῳ» Α΄ Τιμοθ. 1,2 «Τιμοθέῳ ἀγαπητῷ τέκνῳ» Β΄ Τιμοθ. 1,2. Ἐπίσης Α΄ Κορινθ. 4,15 «ως τέκνα ἀγαπητα νουθετῶ».
Ἐπίσης γράφων προς Κορινθίους Α΄Κορ. 4,15 λέγει «εἰ μυρίους Παιδαγωγούς έχετε, ἀλλ’ οὐ πολλούς Πατέρας, εγώ υμάς ἐγένησα ἐν Χριστῷ». Πῶς λοιπόν αὐτοκαλεῖται Πατήρ ὁ Παύλος; παρά την ἐντολή του Χριστού;
Ευαγγελικός: Κατα τον Θεοφύλακτον ὀνομάζει ἑαυτον Πατέρα ὁ Παύλος «οὔ τό ἀξίωμα ἐμφαίνων, αλλά της ἀγάπης την ὑπερβολήν» . Ἔπειτα ὁ Παύλος ὀνομάζεται Πατήρ μόνον εις ἐκείνους όπου ἐκήρυξε, ἐνῶ εσείς ὀνομάζεσθε Πατέρες εις ἐκείνους τους ὁποίους δεν ἐχετε ἀναγεννήσει.
Ορθόδοξος: Πάντως παραβαίνει την ἐντολήν του Κυρίου ἐάν ληφθῇ τόσον αὐστηρά ἡ ἐντολή ως λαμβάνετε εσείς ταύτην. Πλήν αυτού ὁ ίδιος ὁ Ἀπ. Παύλος ἐν Πράξεις 22,1 ἀρχίζει την ὁμιλίαν του «Πατέρες και ἀδεφλοί».
Πῶς ὀνομάζει ὁ Ἀπ. Παύλος Πατέρες άλλους των ὁποίων όχι μόνον δεν είναι πνευματικόν τέκνον αλλά ἀντιθέτως αυτών καθ’ όσον ἐκεῖνοι μέν ήταν ἄνθρωποι του Νόμου οὗτος δέ μακράν πάσης Νομικῆς διαταξεως;
Βλέπετε κ. Εὐαγγελικέ ότι ἡ προσωνυμία Πάτερ την οποίαν ἀπαγορεύει ὁ Κύριος δέχεται ὁ Ἀπ. Παύλος διά τον ἑαυτό του όχι ἅπαξ αλλά πολλάκις ὀνομάζων ἑαυτον Πατέρα, ὀνομάζων δέ και άλλους Πατέρας.
Ἐξ αυτού δεν συμπεραίνετε ότι ἀπαγορεύει ὁ Κύριος την ὀνομασίαν Πατήρ και Διδάσκαλος, όταν ταῦτα ἐκφέρωνται κατα τρόπον ἐγωϊστικόν ως ἔπραττον οι Φαρισαῖοι; Αυτό συμβαίνει διότι ὁ Κύριος εὐθύς μετα την ἀπαγόρευσιν της προσωνυμίας Πάτερ λέγει : «ὁ ὑψών ἑαυτον ταπεινωθήσεται».
Ἡ ἐντολή επίσης ἀπαγορεύει νά ὀνομαζώμεθα και Ραββί Διδάσκαλοι. Πῶς όμως ὁ Παύλος ὀνομάζει ἑαυτον διδάσκαλον των Ἐθνῶν και άλλους ὀνομάζει διδασκάλους. «Προφῆται και διδάσκαλοι» Πραξ. 13,1 «Αποστόλους διδασκάλους» Ι Κορ. 12, 18 ἐν ΙΙ Τιμ. 1,11 διά τον ἑαυτον του λέγει: «διδάσκαλος των ἐθνῶν» ως και ἐν Ι Τιμ. 2,7 «διδασκάλους των ἐθνῶν».
Δεν νομίζετε ότι ἐν ἀπολύτῳ ἐννοία Διδάσκαλος, Πατήρ, Καθηγητής είναι μόνος ὁ Χριστός, ἐν σχετικῇ δέ ἐννοίᾳ δύνανται νά είναι κ’ άλλοι Διδάσκαλοι, Πατέρες και Καθηγηταί, αφού ὁ ίδιος ὁ Ἀπ. Παύλος ὀνομάζει τον ἑαυτον «Πατέρα και Διδάσκαλον»; ὀνομάζει δέ και άλλους Πατέρας και Διδασκάλους;
Ευαγγελικός: Ναί. Ὀνομάζει ὁ Παύλος τον ἑαυτον του Πατέρα και διδάσκαλον. Ἐάν όμως άλλοι ὠνόμαζον αυτό «Πάτερ Παῦλε» θα ἔσχιζε τα ροῦχα του.
Ορθόδοξος: Εις ποίαν λογικήν στηρίζεται αυτό; Νά ὀνομάζῃ ὁ Παύλος τον ἑαυτον του και άλλους πατέρας και διδασκάλους νά σχίζῃ δέ τα ροῦχα του όταν οι άλλοι ὀνομάσουν αυτόν όπως ὁ ίδιος ὠνόμασε τον ἑαυτον του; Αυτό λέγεται παραφροσύνη όχι του Παύλου αλλά ἰδική σας .
Β΄ «Ἡ ὑποχρετικη ἀγαμία των ἐπισκόπων»
Ευαγγελικός: Διατί ἀπαγορεύεται οι ὀρθόδοξοι τον γάμον των ἐπισκόπων, αφού ὁ Απόστολος Παύλος ξεκάθαρα λέγει : «δεῖ τον επίσκοπον μιᾶς γυναικός είναι ἄνδρα» Α΄ Τιμοθ. 3,1-2. Πρέπει ὁ επίσκοπος νά είναι ἀνήρ μιᾶς γυναικός.
Ορθόδοξος: Σας λέω τα ἑξῆς δύο πράγματα: α) Πού πρέπει νά τεθῇ ὁ τονος της φράσες αυτής και β) τί σημαίνει «επίσκοπος» ἐν τη Καινῇ Διαθήκῃ.
Και ἐν πρώτοις.
Ὁ τονος της φράσεως ταύτης: «Δεῖ τον επίσκοπον κ.λ.π.» δεν πρέπει νά τεθῇ εις τό «δεῖ»τό οποίον σημαίνει πρέπει, αλλά εις τό «μιᾶς γυναικός», πρέπει δηλαδή ὁ επίσκοπος νά ἔχῃ ἔλθῃ εις γάμον μέ μίαν γυναῖκα (ἀποθανοῦσαν ἤ ζῶσαν) και όχι μέ πολλάς.
Δεν πρέπει νά τεθῇ ὁ τονος εις τό «δεῖ» αλλά εις τό «μιᾶς», διότι ὁ απόστολος συνιστᾷ την ἀγαμίαν εις τους κοινούς χριστιανούς λέγων Α΄ Κορινθ. 7,7-8 «θέλω πάντας ἀνθρώπους είναι ως και ἑμαυτον δηλαδή ἀγάμους και στιχ. 38 «ὁ ἐρχόμενος εις γάμον καλῶς ποιεῖ ὁ δέ μή ἐρχόμενος κρεῖσσον ποιεῖ». Πῶς λοιπόν θα θελήσῃ ὁ Απόστολος μέ τό «δεῖ» νά θέσῃ νόμον γάμου εις τους Ἐπισκόπους:
Εὐγγελικός: Διατί όμως κ’ εσείς ἐθέσατε νόμον ἀγαμίας εις τους Ἐπισκόπους;
Ορθόδοξος: Ἤδη ἔρχομαι εις τό β) ζήτημα περί του ἐπισκόπου ἐν τη Καινῇ Διαθήκῃ. «Ἐπίσκοπος» ἐν τη Καινῇ Διαθήκῃ σημαίνει Πρεσβύτερος. Τουτο φαίνεται ἐκ πολλών χωρίων της Καινῆς Διαθήκης. Ἐν τη προς Φιλιπισίους ἐπιστολῇ 1,1 ὁ Απόστολος Παύλος γράφει «σύν Ἐπισκόποις και Διακόνοις».
Ἦτο ποτέ δυνατον εις μίαν πόλιν τους Φιλίππους νά ήταν πολλοί Ἐπίσκοποι; Εἷς ήταν. Ἐδῶ όμως μιλά περί πολλών Ἐπισκόπων. Ἄρα είναι οι πρεσβύτεροι. Τό ἴδιον δυνάμεθα νά πωμεν και διά την Ἔφεσον όπου αι λέξεις Ἐπίσκοπος και Πρεσβύτερος ἑναλλάσονται ἔχουσι την ἔννοιαν του Πρεσβυτέρου. Πραξ. Ἀποστ. 20,17,28.
Ἄρα και ἐκεῖ πρόκειται περί πρεσβυτέρων, οι οποίοι ὀνομάζονται επίσκοποι, διότι δεν ήταν δυνατον εις την Ἔφεσον νά είναι πολλοί επίσκοποι. Εις τό αυτό συμπέρασμα θα ἀχθῶμεν ἐάν συγκρίνωμεν και άλλα χωρία της Ἁγίας Γραφῆς των ποιμαντορικῶν ἐπιστολῶν του Παύλου.
Ευαγγελικός: Ποῖοι ήταν επίσκοποι ἐν τη σημερινῇ ἐννοίᾳ κατα την ἀποστολικήν ἐποχήν;
Ορθόδοξος: Ἐπίσκοποι ἐν τη σημερινῇ ἐννοίᾳ ήταν επί της Ἀποστολικῆς ἐποχῆς οι Ἀπόστολοι. Τουτο φαίνεται καθαρά ἐκ των Πραξ. 15,2 όπου λέγει «προς τους Αποστόλους και Πρεσβυτέρους», στιχ. 4 «Ἀποστόλων και Πρεσβυτέρων», στιχ. 22 «ἔδοξε τοῖς Ἀποστόλοις και Πρεσβυτέροις», στιχ. 23 «οι Ἀπόστολοι και Πρεσβύτεροι». Ἑπομένως είναι σαφής εις τα χωρία αυτά ἡ διάκρισις του Αποστόλου από του Πρεσβυτέρου.
Οι Ἀπόστολοι ήταν ἀνώτεροι των πρεσβυτέρων, ἄρα ήταν οι Ἐπίσκοποι αυτών. Μετα τον θανατον των Ἀποστόλων ἕλαβον οι διάδοχοι αυτών οι επίσκοποι τό ὄνομα Ἐπίσκοπος, τό οποίον ἔχωρίσθῃ από τον Πρεσβύτερον, όπως φαίνεται από τον ἀποστολικόν πατέρα Ἰγνάτιον, ὁ οποίος ὀνομάζει τους τρεῖς βαθμούς καθαρά: Ἐπίσκοπον, Πρεσβύτερον Διάκονον (Μαγνησίους VI,1).
Συμπέρασμα: Λέγων ὁ Απόστολος «δεῖ τον Ἐπίσκοπον μιᾶς γυναικός είναι ἄνδρα» ἐννοεῖ: «πρέπει ὁ Πρεσβύτερος νά είναι ἀνήρ σύζυγος μιᾶς (ἀποθανούσης ἤ ζώσης) γυναικός, νά είναι μονόγαμος και όχι πολλών γυναικῶν. Ἀφοῦ δέ ὁ τονος είπαμε, πρέπει νά τεθῇ εις τό «μιᾶς» και όχι εις τό «δεῖ» θα ἔχωμεν την ἑξῆς ἔννοιαν. «Δύναται ὁ Πρεσβύτερος νά είναι ἔγγαμος θα είναι όμως μιᾶς γυναικός ἀνήρ».
Τουτο γίνεται σήμερον και παρ’ ἡμῖν: Οι πρεσβύτεροι είναι ἔγγαμοι, οι διάφοροι ἐφημέριοι, ἤ ἄγγαμοι οι ἱερομόναχοι. Ἰδού λοιπόν ότι οὐδόλως ἀντίκειται ἡ ἀγαμία των «ἐπισκόπων»δηλαδή των πρεσβυτέρων προς την Αγία Γραφήν. Ἰδού και άλλη πλάνη σας!
Γ΄ Περὶ Νηστείας»
Ορθόδοξος: Την νηστείαν πῶς την ἐννοεῖτε κ. Εὐαγγελικέ;
Ευαγγελικός: Σχετικῶς μέ την νηστείαν ἔχω την ἑξῆς γνώμην. Ἡ ἐν τη Καινῇ Διαθήκῃ ὑπάρχουσα νηστεία είναι ἀποχή παντός φαγητου και προαιρετική.
Δεν δύναμαι λοιπόν νά παραδεχθῶ τό ὑποχρεωτικόν της νηστείας εις ὡρισμένας ἡμέρας του ἔτους και κυρίως ἐκεῖνο τό ἀκατανόητον κ’ κωμικόν, ώστε νά νηστεύῃ τίς από τό ἕνα πρᾶγμα κ’ νά τρώγῃ τό άλλο. Και συγκεκριμένως: Νά νηστεύω τό ἔλαιον κ’ νά τρώγω τον καρπόν του ἐλαιόδενδρου την ἐλαίαν.
Ορθόδοξος: Ἔχετε την γνώμην κ. Εὐαγγελικέ ότι ἡ ἐντολή νηστείας δι’ ὡρισμένας ἡμέρας του ἔτους ὑποχρεωτική ἀντίκειται κατ’ ἀρχήν προς τό Πνεῦμα της Γραφῆς;
Ευαγγελικός: Βεβαιότατα.
Ορθόδοξος: Πῶς όμως ἐν τη Παλαιᾷ Διαθήκῃ είχε ὁρισθῆ υπό του Θεοῦ Λευϊτικ. 16,26, 30 ως ἡμέρα νηστείας ἡ ἡμέρα του ἐξιλασμου ἡ 10η δήλ. ἡμέρα του ἑβδόμου μηνός; Πλήν της νηστείας ταύτης ὑπῆρχον ως γνωστον και άλλαι νηστεῖαι καθωρισμέναι ἰδέ Ζαχ. 7,5.
Εὐαγγελικος: Ὁ παλαιός Νόμος παρῆλθεν κ’ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν έχουμε διά τας νηστείας αυτάς.
Ορθόδοξος: Δεν θέλω νά πω ότι πρέπει νά τηρῶμεν τας ίδιας νηστείας των ἑβραίων. Βεβαίως αὗται παρῆλθον. Ἀλλά θέλω νά πω ότι δεν ἀντίκειται κατ’ ἀρχήν ἡ ὑποχρεωτική νηστεία εις ὡρισμένας ἡμέρας του ἔτους προς τό πνεῦμα της Γραφῆς αφού ἡ Παλ. Διαθήκη είναι και αυτή Γραφή και μιλά περί ὑποχρεωτικῆς νηστείας.
Ευαγγελικός: Ἐν τη Καινῇ όμως Διαθήκῃ δεν ὑπάρχει ὑποχρεωτική νηστεία, μόνον ἡ προαιρετική νηστεία ὑπάρχει. Ὁ Κύριος βεβαίως οὔτε ἀπαγόρευσε, οὔτε διέταξε νά νηστεύουν οι Χριστιανοί.
Ορθόδοξος: Όταν όμως ὁ ίδιος ἐνήστευσε τεσσαράκοντα ἡμέρας οι δέ απόστολοι νηστεύουν κ’ αὐτοί εις διαφόρους περιστασεις, πῶς θεωρεῖτε δευτερεῦον τό ζήτημα της νηστεῖας;
Ευαγγελικός: Νηστείαν δέχομαι όχι ὑποχρεωτικήν, αλλά προαιρετικήν. Οὔτε οι απόστολοι οὔτε οι πρῶτοι Πατέρες της εκκλησίας ἐνομοθέτησαν νηστείαν ὡρισμένων ἡμερῶν. Ἡ νηστεία κ’αυτής της Τεταρτης κ’ Παρασκευῆς ἀναφέρεται υπό των Ἀποστολικῶν Διαταγῶν ἔργον του 4ου αἰῶνος μ.Χ.
Ορθόδοξος: Ὄχι κ. Εὐαγγελικέ. Ἡ νηστεία της Τεταρτης κ’ Παρασκευῆς είναι ἀρχαιοτατη ἀναφέρεται τό πρῶτον εις την Διδαχήν των 12 Ἀποστόλων τό οποίον ἐγράφη από τό 100-160 μ.Χ.. Εἱς τό ὄγοδον κεφάλαιον ἀναφέρεται τό ἑξῆς ξεκάθαρα: «ὑμεῖς δέ νηστεύσατε τετράδα και Παρασκευήν». Ἐπίσης ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς ὁ οποίος ἔζησε 150-210 μ.Χ. εις τό ἔργον του Στρωματεῖς Ζ κεφ. 12,5 μιλά κ’ οὗτος περί της ὑποχρεωτικῆς νηστείας Τεταρτης και Παρασκευῆς.
Μετα ταῦτα ἔρχονται οι άλλοι Πατέρς οι οποίοι μιλούν περί νηστείας πρό του Πάσχα ἡ οποία δεν είχε καθορισθῆ παρά βαθμηδόν και κατ’ ὁλίγον καθρωίσθη υπό της Α΄ οἰκουμενικῆς Συνόδου. Βλέπετε κ. Εὐαγγελικέ ότι ἡ καθωρισμένη νηστεία εις ὡρισμένας ἡμέρας δεν ἀντίκειται κατ’ ἀρχήν προς τό πνεῦμα της Γραφῆς διότι ξεκάθαρα μιλά ἡ Παλαιά Διαθήκη περί τούτου, ἤρχισε δέ από του 100 μ.Χ. διά της Τετράδας και Παρασκευῆς κ’ όχι κατα τον 4ον αἰῶνα όπως εσείς λέγετε;
Πλήν αυτού διατί σας ἀνησυχεῖ ἡ εις βραδύτερον χρόνον νομοθέτησις των ὑπωχρεωτικῶν νηστειῶν κατα τον τρίτον κ’ Τέταρτον αἰῶνα, αφού κ’ τα βιβλία της Ἁγ. Γραφῆς μέχρι του 5ου αἰῶνος δεν είχαν γενικῶς ἀναγνωρισθῆ;
Ευαγγελικός: Καλά αυτά. Νηστεία όμως σημαίνει τελεία ἀποχή. Εσείς όμως ποῦ στηρίζετε την νηστείαν ώστε νά τρώγῃ τίς ὄσπρια κι’ όχι αὐγά, νά τρώγετε ἐλαίας όχι ἔλαιον. Εις τας ἐλαίας δεν ὑπάρχει ἔλαιον;
Ορθόδοξος: Ἐν τη Αγία Γραφή κ. Εὐαγγελικέ ὑπάρχουν δύο εἴδη νηστειῶν, ἡ ἀλλαγή του φαγητου κ’ ἡ πλήρης νηστεία. Τό πρῶτον εἶδος της νηστείας ἀποχή από ὡρισμένου φαγητου συνέστησε ὁ ίδιος ὁ Θεός εις τον πρῶτον΄ Ἀδάμ, συνέστησε δηλαδή εις αυτόν τον απόχήν καρποῦ ὡρισμένου δενδρου.
Τουτο σημαίνει ότι ἡ νηστεία ἐξ ὡρισμένων εἰδῶν έχει την ἀξίαν της, είναι ἡ πρώτη ἐντολη ἡ παράβασις της οποίας ἔφερε τό προπατορικόν ἁμάρτημα, τον Χριστον, την ἀπολύτρωσιν. Δεύτερον εἶδος νηστείας είναι του δευτέρου Ἀδάμ του Χριστού, ἡ ἀποχή ἐκ παντός φαγητου. Ἡ Εκκλησία μας ἐφαρμόζει και τας δύο νηστείας ἀνέκαθεν.
Όταν λοιπόν ἡ Εκκλησία από των ἀρχαιοτατων χρόνων των Ἀποστολικῶν, ως είδαμε, ὥρισεν ὡρισμένας ἡμέρας νηστειῶν του α΄ ἤ του β΄ εἴδους διατί νά ἀρνηθῶ την νηστείαν ταύτην αφού α) κατ’ ἀρχήν, ως είπαμε, ἡ ἐντολή δι’ ὡρισμένας ἡμέρας νηστείας είναι Γραφική β) τό εἶδος της νηστείας ταύτης της ἀλλαγῆς του φαγητου είναι τό πρῶτον εἶδος της νηστείας του Θεοῦ προς τον Ἀδάμ και γ) ἡ Εκκλησία ἡ οποία είχε την δύναμιν νά χωρίσῃ τα γνήσια βιβλία από τα νόθα της Ἁγίας Γραφῆς μέ διέταξε νά ἐφαρμοσω την νηστείαν ταύτην. Διατί νά παρακούσω;
Συμπλήρωσις
Ἐν τῷ περί Χρίσματος θέματι ἐν σελίδι 116 παρελείφθη ἡ γνώμη του ἱεροῦ Αὐγουστίνου περί του Μυστηρίου τούτου. Παρατίθεται εδώ.
Sacramemtum chrismatis...in genere visibilium signaculorum Sacrosanctum est, sicut ipse baptismus; sed potest esse et in hominibus pessimis, in operibus carnis vitam consumentibus et regnum caelorum non possessuris...Discerne ergo visibile sanctum sacramentum guod esse et in bonis et in malis potest, illis ad praemium, illis ad iudicium ab invisibili unctione caritatis, quae prorpia bonorum est. Migne PL, 43 342.
Ἐρμηνεία
«Τό μυστήριον του Χρίσματος ως προς τα ὁρατα σημεῖα είναι ἁγιώτατον, όπως και αυτό τό ἴδιον τό βάπτισμα. Ἐν τούτοις δύναται νά τελεσθῇ και εις ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους οι οποίοι καταναλίσκουν την ζωή των εις «ἔργα σαρκός» και δεν πρόκειται νά κληρονομήσουν την βασιλεία των οὐρανῶν. Διάκρινε λοιπόν τα ὁρατα σημεῖα του ἁγίου μυστηρίου τα οποία δύνανται νά τελῶνται και εις ἀγαθούς και εις κακούς, εις τους μέν προς ἀμοιβήν, εις τους δέ προς καταδίκην, από την ἀόρατον χρίσιν της χάριτος ἡ οποία παρέχεται μόνον εις τους ἀγαθούς».
ΤΕΛΟΣ

