ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ
ΕΩΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
π. Νικόλαος
Δευτέρα: 12-2 μ. & 7-9.30 μ.μ.
Τρίτη: 12-2 μ. & 8.40 - 10 μ.μ.
Τετάρτη: 8.30 - 10 μ.μ.
Πέμπτη: 12-2 μ. & 7-9.30 μ.μ.
Παρασκευή:12-2 μ. & 7-9.30 μ.μ.
Σάββατο: 12-2μ. & 7-9.30 μ.μ.
π. Γεώργιος
Τετάρτη απόγευμα & καθημερινές πριν και μετά τις Ιερές Ακολουθίες

 

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Πρός τήν σύζυγον τοῦ Ἀρινθαίου γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατό… »
Πρός τήν σύζυγον τοῦ Νεκταρίου γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατο τοῦ παιδιοῦ της.

1. Ἐσκόπευα νά σιωπήσω ἀπέναντι τῆς κοσμιότητός σου μέ τήν σκέψη ὅτι, μέ τήν ψυχή συμβαίνει ὅτι καί μέ ἕνα μάτι πού πάσχει ἀπό φλεγμονή. Αὐτό, δηλαδή τό μάτι καί τό πιό ἁπαλό πράγμα νά τό ἐγγίσει ἐρεθίζεται. Ἔτσι αἰσθάνεται καί ἡ ψυχή πού ἔχει τραυματιστεῖ ἀπό βαριά θλίψη, ὅταν πάει κανείς νά τῆς μιλήσει. Γιατί τά λόγια ὅσο καί ἄν εἶναι παρηγορητικά ὅταν λέγονται τήν ὥρα πού ἡ ψυχή πάσχει καί ἀγωνιᾶ, τίς φαίνονται πολύ ἐνοχλητικά. Ἐπειδή ὅμως σκέφθηκα ὅτι τώρα ἔχω νά κάνω μέ Χριστιανή ἐκπαιδευμένη στά θεῖα ἀπό πολύ καιρό καί πεπειραμένη στά ἀνθρώπινα, ἐνόμισα ὅτι δέν θά ἦταν σωστό νά παραλείψω τό καθῆκον μου.

Γνωρίζω ποιά εἶναι τά σπλάγχνα τῶν μητέρων καί ἰδιαίτερα ὅταν θυμηθῶ τούς δικούς σου καλούς καί ἥμερους τρόπους πρός ὅλους, λογαριάζω πόσο μεγάλος πρέπει νά εἶναι ὁ πόνος γιά τή συμφορά πού σ᾽ ἔχει βρεῖ τώρα. Ἔχασες γιό, τόν ὁποῖο, ὅσον ζοῦσε, μακάριζαν ὅλες οἱ μητέρες καί εὔχονταν τέτοιοι νά εἶναι καί οἱ δικοί τους γιοί. Καί ὅταν πέθανε, ἔκλαψαν σάν νά εἶχε θάψει κάθε μία τόν δικό της. Ὁ θάνατος ἐκείνου ὑπῆρξε πλῆγμα στίς δύο πατρίδες (ἐννοεῖ καί τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας του), τήν δική μας καί τήν χώρα τῶν Κιλίκων. Μ᾽ ἐκεῖνον μαζί ἔπεσε καί τό μέγα καί ἔνδοξον γένος (σημ: Ἴσως τό πεθαμένο παιδί νά ἦταν μονάκριβο. Ἔτσι μέ τό θάνατό του ξεκληριζόταν ἡ γενιά τους), κατέρρευσε σάν νά μετακινήθηκε ἡ βάση του. Ὤ συναπάντημα πονηροῦ δαίμονος! Πόσο τρομερό κακό κατώρθωσες νά προκαλέσεις! Ὤ γῆ, πού ἀναγκάστηκες νά ὑποφέρεις ἕνα τέτοιο πάθος! Καί ὁ ἥλιος ἀσφαλῶς θά ἔφριττε, ἄν εἶχε αἴσθηση μπροστά σ᾽ ἐκεῖνο τό σκυθρωπό θέαμα. Καί τί μπορεῖ νά πεῖ κανείς ἄξιο νά ἐκφράζει ὅσα τοῦ ὑπαγορεύει ἡ ἀπελπισία τῆς ψυχῆς.

2. Ἀλλά, ὅπως διδαχθήκαμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τά ὅσα μᾶς συμβαίνουν δέν εἶναι ἔξω ἀπό τή θεία Πρόνοια, γιατί οὔτε σπουργίτης δέν πέφτει χωρίς τό θέλημα τοῦ Πατέρα μας. Ὥστε ὅ,τι ἔχει συμβεῖ ἔγινε μέ τό θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Καί ποιός μπορεῖ νά ἀντισταθεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἄς δεχτοῦμε λοιπόν τό συμβάν. Διότι μέ τήν δυσανασχέτηση οὔτε αὐτό πού ἔχει γίνει διορθώνουμε καί ἐπί πλέον καταστρέφουμε τούς ἑαυτούς μας. Ἄς μή κατηγορήσουμε τήν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι εἴμαστε πολύ ἀμαθεῖς, γιά νά ἐλέγχουμε τίς ἀνέκφραστες κρίσεις Του. Τώρα ὁ Κύριος δοκιμάζει τήν ἀγάπη σου σ᾽ Ἐκεῖνον. Τώρα ἔχεις τήν εὐκαιρία νά κερδίσεις μέ τήν ὑπομονή σου τήν μερίδα τῶν Μαρτύρων. Ἡ μητέρα τῶν Μακκαβαίων εἶδε τό θάνατο ἑπτά παιδιῶν της καί δέν ἐστέναξε, οὔτε ἔχυσε ἄσκοπα δάκρυα, ἀλλά ἐνῶ ἔβλεπε τά παιδιά της νά φεύγουν ἀπό αὐτή τή ζωή μέ σκληρά βασανιστήρια, εἶχε εὐχαριστιακά βιώματα πρός τό Θεό. Γι᾽ αὐτό καί κρίθηκε καί ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους τέλεια καί καταξιωμένη Χριστιανή. Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή.
Ὅταν ἔγινες μητέρα καί εἶδες τό παιδί σου καί εὐχαριστοῦσες τό Θεό, γνώριζες ὁπωσδήποτε ὅτι εἶσαι θνητή καί ὅτι θά γέννησες θνητό. Τί τό παράδοξον λοιπόν, πού ὁ θνητός πέθανε; Μήπως σέ στενοχωρεῖ πού πέθανε πρόωρα; Δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἐάν δέν ἦταν τώρα ὁ κατάλληλος καιρός νά φύγει. Γιατί ἐμεῖς δέν ξέρουμε τί συμφέρει τήν ψυχή μας οὔτε ὁρίζουμε προθεσμίες στήν ἀνθρωπίνη ζωή. Στρέψε τά μάτια σου γύρω σ᾽ ὅλο τόν κόσμο ὅπου κατοικεῖς, καί θά κατανοήσεις ὅτι ὅλα ὅσα βλέπουμε εἶναι θνητά καί ὅτι ὑπόκεινται ὅλα στή φθορά. Κύτταξε ἐπάνω στόν οὐρανό. Κάποτε καί αὐτός θά διαλυθεῖ. Κύτταξε τόν ἥλιο. Oὔτε καί αὐτός θά παραμείνει. Τά ἀστέρια ὅλα, τά ζῶα τῆς ξηρᾶς καί τῶν ὑδάτων, αἱ ὡραιότητες τῆς γῆς, ἡ ἴδια ἡ γῆ, ὅλα εἶναι φθαρτά, ὅλα μετά ἀπό λίγο δέν θά ὑπάρχουν.

Ἄς εἶναι λοιπόν ἡ σκέψις ὅλων αὐτῶν παρηγοριά γιά ὅτι σοῦ ἔχει τώρα συμβεῖ. Μή μετρᾶς τή συμφορά στό βάθος της, γιατί τότε θά σοῦ φανεῖ ἀφόρητη. Ἄν ὅμως τό συγκρίνεις μέ ὅλα τά ἀνθρώπινα, τότε θά βρεῖς παρηγοριά. Ἐπάνω δέ ἀπό ὅλα ἔχω νά σοῦ πῶ ἐκεῖνο τό σπουδαῖο: Λυπήσου τόν σύζυγόν σου. Νά παρηγορεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Μή κάμεις σκληρότερη τή συμφορά μέ τό νά σέ βλέπει νά καταστρέφεις ἀπό τή στενοχώρια τόν ἑαυτό σου. Καί μέ λίγα λόγια ἔχω τή γνώμη ὅτι δέν ὑπάρχουν λόγια τέτοια πού νά μποροῦν νά χαρίσουν σ᾽ αὐτό τόν πόνο σας παρηγοριά. Πιστεύω ὅτι αὐτή τή δοκιμασία θά τήν ξεπεράσετε μονάχα μέ τήν προσευχή.

Εὔχομαι λοιπόν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος νά ἀγγίξει τήν καρδιά σου μέ τήν ἀνέκφραστη δύναμή Του καί νά ἀνάψει μέ ἀγαθούς λογισμούς τό φῶς στή ψυχή σου, ὥστε νά βρεῖς μέσα σου τήν παρηγοριά.

(από το βιβλίο: Τι είναι ο Χριστός, μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου(+))
 
α. Ο Προβληματισμός

1. Όταν ήμουν έφηβος, ήθελα να είμαι πάντοτε χαρούμενος. Ήθελα να είμαι ο πιο χαρούμενος άνθρωπος στον κόσμο! Ακόμη ήθελα η ζωή μου να έχη νοήμα! Έψαχνα να βρω απάντηση στα ερωτήματα:

• Ποιός είμαι;

• Γιατί γεννήθηκα;

• Γιατί ζω;

• Πού με οδηγεί η πορεία της ζωής μου;

Παράλληλα ήθελα να είμαι πάντοτε ελεύθερος. Και μάλιστα ο πιο ελεύθερος άνθρωπος στον κόσμο! Για μένα ελευθερία δεν ήταν, να μπορούσα να έκανα ό,τι ήθελα∙ (αυτό όλοι το μπορούν∙ και οι πιο πολλοί αυτό κάνουν!) Εγώ ήθελα, να είχα την δύναμη να κάνω αυτό που είχα χρέος να κάνω. Γιατί πολλοί ξέρουν, τι οφείλουν να κάνουν, μα δεν έχουν την δύναμη να το κάνουν∙ δηλαδή δεν έχουν δύναμη θελήσεως, να πουν όχι σε μερικές άλογες τάσεις τους, που τους σπρώχνουν σε «άλλα». Να. Ένας ναρκομανής ξέρει πόσο είναι τραγική η κατάστασή Του! Θέλει να διορθωθή! Μα μια εσωτερική τάση τον κάνει κουρέλι! Το ίδιο συμβαίνει και με διάφορα άλλα «σαρκικά» πάθη!

2. Τί φοβερό πράγμα, να θέλη ο νέος να είναι εντελώς ελεύθερος, να έχη φιλοσοφία του την απόλυτη ελευθερία του, και τελικά να διαπιστώνη, πως είναι δούλος∙ και μάλιστα σιδηροδέσμιος!

β. Η στραβή πορεία.

1. Έτσι άρχισα να ψάχνω για μια απάντηση στο θέμα αυτό της εσωτερικής ελευθερίας. Και τί λέτε, διαπίστωσα; Διαπίστωσα, ότι όλοι (ή... σχεδόν όλοι!) εκείνοι που είχαν κάποια εσωτερική ελευθερία, είχαν και κάποια θρησκευτικότητα. Επήρα λοιπόν μια μεγάλη απόφαση. Έκαμα και εγώ ένα ανάλογο βήμα: Επήγα στην Εκκλησία! Μα δεν μου άρεσε! Δεν ευρήκα εκεί καμμιά ψυχική άνεση. Αντίθετα. Αισθάνθηκα πολύ στενόχωρα!

Είμαι άνθρωπος πολύ πρακτικός. Όταν λοιπόν βλέπω, πως κάτι δεν μου ταιριάζει, βάζω τελεία και παύλα! Στο θέμα «θρησκεία» έκαμα κάτι περισσότερο. Έβαλα όχι απλώς τελεία και παύλα, αλλά κάτι περισσότερο. Έβαλα και σταυρό (. - +)!

2. Τότε έκαμα την σκέψη, πως το πιο ουσιαστικό είναι να επιτύχω στην ζωή. Να αγωνισθώ. Να γίνω διάσημος. Να γίνω ηγέτης...

Στο πανεπιστήμιο διαπίστωσα, πως τα προεδρεία των διαφόρων ετών διέθεταν πολλά μέσα∙ και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην ζωή των πανεπιστημίων, των φοιτητών και του τόπου. Αποφάσισα λοιπόν και εγώ να θέσω υποψηφιότητα. Και έτσι έγινα πρόεδρος του πρώτου έτους! Και έγινα έτσι παράγων! Με ήξεραν όλοι! Ερρύθμιζα ομιλίες! Διαλέξεις. Αγώνες. Καταλήψεις. Απεργίες. Μετείχα σε συμβούλια. Και τί το όφελος; Μετά από λίγο άρχισα να πλήττω.

Μια Δευτέρα ξύπνησα με φοβερό πονοκέφαλο. Είχα την Κυριακή πέσει στο κρεβάτι πολύ αργά. Σκέφθηκα: Πέντε ημέρες στο μαγγανοπήγαδο! Περιμένοντας να ρθή η Παρασκευή! Γιατί η «απόλαυση» ήταν τα τρία «ελεύθερα» βράδυα: Παρασκευής, Σαββάτου και Κυριακής! Και «φτου» από την αρχή!...

3. Μέχρι τότε όλοι οι νεαροί με θεωρούσαν σαν την «προσωποποίηση» της αποφασιστικότητας και της χαράς! Μα τα πράγματα δεν ήσαν έτσι. Εγώ ήξερα ότι ήμουν σαν μια βαρκούλα στα κύματα του ωκεανού! Περιστάσεις, καταστάσεις και συναισθήματα, που δεν τα έλεγχα καθόλου, με επήγαιναν, όπου ήθελαν! Και η ζωή μου ήταν κόλαση! Και το χειρότερο; Δεν ήξερα τότε κανέναν, που να μπορούσε να μου ειπή δυο ωφέλιμα λόγια. Μα και αν βρισκόταν, τα λόγια του δεν θα με ωφελούσαν! Δεν θα αρκούσαν! Γιατί πάνω από τα καλά λόγια εχρειαζόμουν την δύναμη (που χρειάζεται!), για να τα κάμω πράξη. Και αυτήν την δύναμη δεν την εύρισκα πουθενά!

 

Μέσα στην κατάσταση αυτή άρχισα να συλλογίζωμαι:

Άραγε υπάρχει άνθρωπος πιο ειλικρινής από εμένα στην προσπάθεια του να βρη το σωστό, να βρη την αλήθεια;

γ. Μια νέα διαπίστωση

1. Κάποτε έπεσε στην αντίληψή μου, ότι το Πανεπιστήμιό μας υπάρχει και ένας άλλος «κύκλος»: Λίγοι φοιτητές και δύο καθηγητές. Ήταν ένας «χριστιανικός κύκλος». Που ξεχώριζε από τους άλλους. Γιατί τα μέλη του εφαίνονταν, πως ήξεραν: και τι πιστεύουν∙ και γιατί το πιστεύουν. Είχαν ειρήνη. Και συνέπεια.

Αποφάσισα να τους πλησιάσω. Δεν με απασχολούσε, αν θα συμφωνήσουν μαζί μου. Είχα μάθει να έχω «κατανόηση». Να βλέπω ήρεμα τις πεποιθήσεις των άλλων. Και να τις σέβωμαι. Είχα φιλία και συνεργαζόμουν αρμονικά: με αριστερούς∙ με αναρχικούς∙ με δεξιούς∙ και άλλους.

2. Μα – όπως είπα – η ομάδα αυτή ήταν κάπως διαφορετική. Αυτό με έκαμε να απασχοληθώ μαζί τους στα σοβαρά. Και τι διαπίστωσα! Ότι έλεγαν λιγώτερα από όσα έπρατταν. Δεν μιλούσαν απλώς για αγάπη. Είχαν αγάπη. Και, σε αντίθετη με όλους τους άλλους, δεν άφηναν να επηρεάζωνται από τις περιστάσεις. Δεν εθυσίαζαν τις αρχές τους. Δεν ήσαν βαρκούλες, που τις πηγαίνουν όπου θέλουν τα κύματα! Έδειχναν, πως είχαν μια βαθειά χαρά. Που δεν προερχόταν από εξωτερικές ευχάριστες περιστάσεις: παιχνίδι, γλέντι, έρωτα... κλπ. Είχαν την χαρά μέσα τους. Μια βαθειά χαρά. Ήσαν χαρούμενοι σε βαθμό, που με έκανε να νευριάζω. Είχαν κάτι, που εγώ δεν το είχα.

Όλοι να ζηλεύομε αυτό που δεν έχομε. Έτσι και εγώ εζήλευα αυτή την εσωτερική χαρά τους. Και επήρα την απόφαση να συνδεθώ μαζί τους.

Ωφέλεια θα έχω! σκέφθηκα.

3. Και να, μετά από λίγες ημέρες, βρίσκομαι και εγώ στην συντροφιά τους. Είμαστε έξι φοιτητές και δυο καθηγητές. Και αρχίζει η συζήτηση. Για το Θεό.

Μέχρι τότε, κάθε φορά που άκουγα κουβέντα για τον Θεό, έβαζα τις φωνές! Για να δείξω πως τάχα είμαι «έξυπνος»! Όπως ξέρετε σε τέτοιες περιπτώσεις ο «έξυπνος» φωνάζει, όσο πιο δυνατά μπορεί.

- Για σκέψου, παιδί μου! Είναι χριστιανός! Χα-χα-χα... Και τρέχει πίσω από τους παπάδες!... Χα-χα-χα... Σαν γριούλα!... Νέος άνθρωπος!... Φοιτητής σχολής θετικών επιστημών!...

Και χρειάστηκε πολύς καιρός ακόμη, μέχρι που κατάλαβα, ότι όσο πιο πού φωνάζει κανείς, τόσο πιο κουφιοκέφαλος είναι!

Η συζήτηση αυτή δεν τραβούσε το ενδιαφέρον μου. Έτσι αφοσιώθηκα να κοιτάζω μια όμορφη κοπέλλα, που ήταν στην ομάδά τους. Μέχρι τότε είχα την ιδέα, πώς οι χριστιανοί είναι όλοι τους αποκρουστικοί. Διαπίστωσα, ότι είχα και σ’ αυτό λάθος. Και θέλοντας να κρύψω τον λογισμό μου, άρχισα να στριφογυρίζω στην καρέκλα μου. Και μετά ερώτησα, σαν τάχα να είχαν τα λόγια τους τραβήξει το ολόψυχο ενδιαφέρον μου.

- Έχετε την καλωσύνη να μου ειπήτε, τί είναι εκείνο που άσκησε την πιο μεγάλη επίδραση στην ζωή σας; Γιατί η ζωή σας δεν είναι σαν των άλλων φοιτητών και καθηγητών;

Η φοιτήτρια για την οποία σας μίλησα, πρέπει να ήξερε, τι επίστευε! Με κύτταξε στα μάτια με μια ήρεμη σοβαρότητα και είπε μόνο δυο λέξεις, που δεν περίμενα να τις ακούσω!

- Ο Ιησούς Χριστός!

Απάντησα κάπως νευριασμένος:

- Ω, για το Θεό! Άφησέ τα αυτά. Την βαρέθηκα πια την θρησκεία! Την βαρέθηκα την Εκκλησία! Τα μπούχτισα τα θρησκευτικά βιβλία! Γιατί όλα, όσα έχουν σχέση με την θρησκεία, προκαλούν μαρασμό!...

- Μα εγώ δεν σας μίλησα για θρησκεία! Εγώ είπα: Ιησούς Χριστός!...

Αυτήν την διάκριση δεν την είχα ξανακούσει!

Και η κοπέλλα συνέχισε:

- Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία. Θρησκεία είναι η προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος να βρη το δρόμο προς το Θεό! Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία! Ο Χριστιανισμός μας μιλάει για κάτι το αντίθετο: Για την προσπάθεια που κάνει ο Θεός να βρη τον άνθρωπο.

Αυτό δεν το είχα ακούσει ποτέ. Οι απόψεις που κυκλοφορούν είναι τραγικά απλές. Και συνήθως με ωρισμένες απλοϊκής μορφής απλοποιήσεις φαντάζονται πως λύνουν τα προβλήματα επιστημονικά!

Τελευταία είχα γνωρίσει έναν καθηγητή πανεπιστημίου, που έλεγε στα σοβαρά:

- Ο κάθε άνθρωπος που πάει στην Εκκλησία είναι Χριστιανός!

Δεν κρατήθηκα και είπα:

- Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, κάθε άνθρωπος, που πηγαίνει στο γκαράζι, γίνεται αυτοκίνητο! Τί σχέση έχει η σωματική παρουσία σε μια Εκκλησία με την χριστιανική πίστη; Χριστιανός είναι εκείνος, που πιστεύει στον Χριστό σωστά!

δ. Μεγάλη η αλήθεια!

1. Κάποτε στον κύκλο αυτό μου ανέθεσαν να τους ειπώ δυο λόγια για τον Χριστό. Και συγκεκριμένα: Πως έγινε άνθρωπος. Πως εσταυρώθη. Γιατί εσταυρώθη. Πως ετάφη. Πως αναστήθηκε. Και τι μπορεί να προσφέρη σε έναν νέο του εικοστού αιώνα.

Εγώ τότε όλα αυτά τα θεωρούσα βλακείες. Είχα την ιδέα, ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά είναι όλοι παλαβοί, κρετίνοι. Στις φοιτητικές συνάξεις μέχρι τότε καραδοκούσα με μανία να ακούσω κανέναν να ειπή κάτι για θρησκεία και Χριστό, για να ορμήσω επάνω του... να τον κονιορτοποιήσω... να τον ξετινάξω! Η γνώμη μου ήταν: Για να είναι κανείς Χριστιανός πιστός, πρέπει να μην έχη όχι ένα κουκούτσι, αλλά ούτε ένα ελάχιστο μόριο φαιά ουσία. Μα ήρθε η ώρα και κατάλαβα, ότι αυτό ίσχυε για μένα!

Προσπάθησα να το αποφύγω. Τί δουλειά έχω εγώ με τέτοια θέματα; έλεγα μέσα μου. Μα δεν μπόρεσα. Οι νεαροί του χριστιανικού κύκλου δεν με άφησαν! Και έτσι το επήρα το θέμα. Μα με εγωϊστική διάθεση. Με την σκέψη: Θα τους ξετινάξω! Θα τα βροντήξω! Και θα φύγω!

Αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι.

2. Όταν καταπιάστηκα με το θέμα, είδα να γίνεται λόγος για κάτι αποδείξεις, που χρειάστηκε να τις ερευνήσωμε, για να εκτιμήσω την σοβαρότητά τους. Γιατί διαφορετικά κινδύνευα να γίνω περίγελως στα μάτια τους, αφού αμέσως μετά οι νεαροί εκείνοι θα με έκαναν εμένα σκόνη! Έτσι ρίχτηκα να μελετώ αυτές τις «αποδείξεις» με μόνο στόχο να ιδώ, πως θα τις αποκρούσω. Μα δεν τα κατάφερα. Κατέληξα στο συμπέρασμα, ό,τι τα βιβλία, που χρησιμοποιούν οι πιστοί, δίνουν την πιο σωστή εικόνα για το πρόσωπο του Χριστού. Η διαπίστωση αυτή εντυπωσίασε φοβερά.

Κατάλαβα, πως το ζήτημα της σχέσης μας με τον Χριστό είναι το πιο σοβαρό πρόβλημα της ζωής μας. Θυσίασα τα πάντα. Και στρώθηκα στην μελέτη. Διάβασα κάθε είδους αθεϊστικό και κάθε είδους χριστιανικό απολογητικό βιβλίο, που μπόρεσα να βρω. Και το συμπέρασμα μου ήταν πάντοτε το ίδιο:

Η αλήθεια βρίσκεται στα βιβλία της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι αυτός που μας λέγει η Εκκλησία: Θεός και Σωτήρας μας.
3. Και έγινα Χριστιανός.
 

Τοῦ Φώτη Κόντογλου


Τὴ Λαμπροδευτέρα τὸ βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πρὶν νὰ πλαγιάσω γιὰ νὰ κοιμηθῶ, βγῆκα στὸ μικρὸ περιβολάκι ποῦ ἔχουμε πίσω ἀπὸ τὸ σπίτι μας, καὶ στάθηκα γιὰ λίγο, κοιτάζοντας τὸ σκοτεινὸ οὐρανὸ μὲ τ' ἄστρα.

Σὰν νὰ τὸν ἔβλεπα πρώτη φορά. Μοῦ φάνηκε πολὺ βαθύς, καὶ Σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πάνω μία μακρινὴ ψαλμωδία. τὸ στόμα μου εἶπε σιγανά: «Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἠμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποπόδιο τῶν ποδῶν αὐτοῦ». 'Ἕνας ἁγιασμένος γέροντάς μου εἶχε πεῖ μία φορὰ πῶς κατὰ τοῦτες τὶς ὧρες ἀνοίγουνε τὰ οὐράνια. Ὃ ἀγέρας μοσκοβολοῦσε ἀπὸ τὰ λουλούδια κι ἀπὸ τὰ ἅγιοχορταρα, ποῦ ἔχουμε φυτέψει. «Πλήρης δ οὐρανὸς καὶ ἢ γῆ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου».

Θὰ στεκόμουνα ἔχει πέρα μοναχὸς ὡς τὸ ξημέρωμα. Σὰν νὰ μὴν εἶχα σῶμα, μήτε κανένα δεσμὸ μὲ Τὴ γῆ. Ἄλλα συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα ἀτὸ σπίτι καὶ ἀνησυχήσουνε ποῦ ἔλειπα, καὶ γι' αὐτὸ μπῆκα μέσα καὶ ξάπλωσα.

Δὲ μὲ εἶχε θολώσει καλὰ-καλὰ ὁ ὕπνος, δὲν ξέρω ἂν ἤμουνα ξυπνητὸς ἢ κοιμισμένος, καὶ βλέπω μπροστά μου ἕναν ἄνθρωπο μὲ ἀλλόκοτη ὄψη. 'Ἤτανε κατακίτρινος, Σὰν πεθαμένος, μὰ τὰ μάτια τοῦ ἤτανε Σὰν ἀνοιχτὰ καὶ μ' ἔβλεπε τρομαγμένος. τὸ πρόσωπό του ἤτανε Σὰν μάσκα, Σὰν μούμια, μὲ τὸ πετσὶ τοῦ γυαλιστερά, μαυροκίτρινο, καὶ κολλημένο στὸ νεκροκέφαλο μὲ ὅλα τὰ βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σὰν λαχανιασμένος. στὸ 'να χέρι τοῦ βαστοῦσε κάποιο παράξενο πράγμα, ποῦ δὲν κατάλαβα τί ἤτανε, καὶ μὲ τ' ἄλλο ἕσφιγγε τὸ στῆθος του, λὲς καὶ πονοῦσε.

Ἐκεῖνο τὸ πλάσμα μ' ἔκανε ν' ἀνατριχιάσω. τὸ κοίταζα, καὶ μὲ...κοίταζε, δίχως νὰ μιλήσει, Σὰν νὰ περίμενε νὰ τὸ γνωρίσω. καὶ στ' ἀλήθεια, μ' ὅλο ποῦ ἤτανε τόσο ἀλλόκοτο, σὰν νὰ μοῦ εἶπε μία φωνή: «ΕΙναι ὁ τάδε!». Μόλις ἄκουσα τὴ φωνή, τὸν γνώρισα ποιὸς ἤτανε. Τότε κι ἐκεῖνος ἄνοιξε τὸ στόμα του κι ἀναστέναξε. μὰ ἢ φωνή του Σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πολὺ μακριά, σὰ νὰ 'βγαινε ἀπὸ κανένα βαθὺ πηγάδι.

'Ἔβλεπα πῶς βρισκότανε σὲ μία μεγάλη ἀγωνιᾶ, κι ὑπόφερα κι ἐγὼ μαζί του. Τὰ χέρια του, τὰ πόδια του, τὰ μάτια του, ὅλα φανερώνανε πῶς βασανιζότανε. Ἀπάνω στὴν ἀπελπισία μου, πῆγα κοντά του νὰ τὸν βοηθήσω, μὰ ἐκεῖνος μου' κᾶνε νόημα μὲ τὸ χέρι του νὰ σταματήσω.
Ἄρχισε νὰ βογκᾶ, μὲ τέτοιον τρόπο, ποῦ πάγωσα. Ἔπειτά μου λέγει: «δὲν ἦρθα, μὲ στείλανε. 'Ἐγὼ ὁλοένα τρέμω! Βρίσκομαι σὲ ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὲ λυπηθεῖ. Θέλω νὰ πεθάνω, μὰ δὲ μπορῶ. "Ἄχ! 'Ὅσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. Θυμᾶσαι, λίγες μέρες πρὶν πεθάνω, ποῦ ἦρθες στὸ σπίτι μου καὶ μιλοῦσες γιὰ θρησκευτικά; "Ἤτανε καὶ δύο ἄλλοι φίλοι μου, ἄπιστοι κι αὐτοὶ Σὰν κι ἐμένα. 'Ἐκεῖ ποῦ μιλοῦσες, ἐκεῖνοι χαμογελούσανε. Σὰν ἔφυγες, μοῦ εἴπανε: Κρίμα, νὰ 'χει τέτοιο μυαλό, καὶ νὰ πιστεύει στὶς ἀνοησίες ποῦ πιστεύουνε οἳ γριές! μία ἄλλη μέρα, σοὺ εἶχα πεῖ ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες Φορές: «Βρὲ Φ., μάζευε λεφτά, Θὰ πεθάνεις στὴν ψάθα. Βλέπεις ἐγὼ πόσα ἔχω, καὶ πάλι θέλω κι ἄλλα».

»Τότε μου εἶπες: «" Ἔχεις κάνει συμβόλαιο μὲ τὸν χάρο πῶς Θὰ ζήσεις τόσα χρόνια ποῦ θέλεις, γιὰ νὰ καλοπεράσεις ἀτὰ γερατειά σου;». Σοὺ λέγω ἐγώ: «Θὰ δεῖς πόσο χρόνο Θὰ πάγω! Τώρα εἶμαι ἐβδομηνταπέντε. Θὰ περάσω τὰ ἑκατό. 'Ἔχω ἐξασφαλίσει τὰ παιδιά μου, ὁ γιός μου βγάζει λεφτὰ πολλά, τὴν κόρη μου τὴν πάντρεψα μ' ἕναν πλούσιο ἀπὸ τὴν 'Ἀβησσυνία, ἐγὼ κι ἢ γυναίκα μου ἔχουμε καὶ παραέχουμε.
Ὄχι Σὰν κι ἐσένα, ποῦ ἀκοῦς αὐτὰ ποῦ λὲν οἳ παπάδες Χριστιανικὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἠμῶν. Τί Θὰ βγάλεις ἀπὸ τὰ Χριστιανικὰ τὰ τέλη;. Παρὰ νὰ 'χεις στὴν τσέπη σου, καὶ μὴ σὲ μέλει. 'Ἐγὼ νὰ δώσω ἐλεημοσύνη; καὶ γιατί ἔκανε φτωχοὺς ὁ πολυεύσπλαχνος Θεός σας; γιὰ νὰ τοὺς θρέφω ἐγώ; 'Ἂμ βάζουνε ἐσᾶς καὶ ταΐζεται τοὺς τεμπέληδες, γιὰ νὰ πάτε στὸ Παράδεισο! 'Ἀκοῦς ἐκεῖ Παράδεισο; 'Ἐγὼ ξέρεις πῶς εἶμαι γιὸς πάπα, καὶ τὰ γνωρίζω καλὰ αὐτὰ τὰ κόλπα. μὰ νὰ τὰ πιστεύουνε αὐτὰ οἳ μικρόμυαλοι. Ὄχι ὅμως κι ἐσύ, ποῦ ἔχεις τέτοια σπουδή, καὶ νὰ πᾶς χαμένος. 'Ἐσύ, ὅπως πᾶς, Θὰ πεθάνεις πρὶν ἀπὸ μένα, Θὰ πάρεις καὶ στὸ λαιμό σου τὴν οἰκογένειά σου. μὰ ἐγώ, σοὺ λέγω καὶ σοὺ ὑπογράφω, Σὰν γιατρός, ποὺ εἶμαι, πὼς θὰ ζήσω ἑκατὸ δέκα χρόνια ».

Λέγοντας αὐτά, στριφογύριζε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, σὰν νὰ Ψηνότανε ἀπάνω σὲ καμιὰ σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα ἀπὸ τὸ στόμα του: «"Ἄχ! Οὔχ! Οὗ! Οὗ! Οὗ! Χοῦ!»
Ἡσύχασε γιὰ λίγο καὶ ξαναεῖπε: «Αὐτὰ ἔλεγα, μὰ σὲ λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα κι ἔχασα τὸ στοίχημα! Τί ταραχή! Τί τρομάρα τράβηξα!
Σαστισμένος, μία βουλίαζα καὶ μία ἀνέβαινα ἀπάνω, καὶ φώναζα: "Ἔλεος! μὰ κανένας δὲν μ' ἄκουγε. Ἕνα ρεῦμα μὲ κλωθογύριζε Σὰν νὰ 'μου νὰ κανένα ψόφιο ποντίκι. Τί τράβηξα ὡς τὰ τώρα, καὶ Τί τραβῶ. Τί ἀγωνία ἐΊναι αὐτή!

Ὅλα ὅσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. τὸ κέρδισες τὸ στοίχημα. 'Ἐγώ, τότε ποῦ βρισκόμουνα στὸ κόσμο ποῦ ζεῖς, ἤμουνα ὁ ἔξυπνος. Ἤμουνα γιατρός, κι εἶχα μάθει νὰ μιλῶ καὶ νὰ μ' ἀκοῦνε, νὰ κοροϊδεύω Τὴ θρησκεία, νὰ συζητῶ γιὰ χειροπιαστὰ πράγματα. Τώρα ὅμως βλέπω πῶς χειροπιαστὰ ἐΊναι ἐκεῖνα ποῦ τὰ ἔλεγα παραμύθια καὶ χαρτοφάναρα. Χειροπιαστὴ ἐΊναι ἢ ἀγωνία ποῦ βρίσκουμε. Ἄχ! Τοῦτος Θὰ ἐΊναι ὁ σκώληξ ὁ ἀκοίμητος, τοῦτος θὰ ἐΊναι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων!».

Ἀπάνω σ' αὐτά, χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια μου, κι ἄκουγα μονάχα τὰ βογκητά του, ποῦ καὶ κεῖνα σβήσανε σιγὰ-σιγά. μὲ πῆρε λίγο ὁ ὕπνος, μὰ σὲ μία στιγμή, κατάλαβα νὰ μὲ σπρώχνει Ἕνα παγωμένο χέρι. Ἄνοιξα τὰ μάτια μου, καὶ τὸν βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη Τὴ φορὰ ἤτανε ἀκόμα πιὸ φριχτὸς καὶ πιὸ μικρόσωμος. Εἶχε γίνει ἴσαμε Ἕνα βυζανιάρικο παιδάκι, μ' Ἕνα μεγάλο γέρικο κεφάλι, ποῦ τὸ κουνοῦσε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ

Ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ μοῦ εἶπε: «σὲ λίγη ὥρα Θὰ ξημερώσει καὶ Θὰ ' ἔρθουνε νὰ μὲ πάρουνε ἐκεῖνοι ποῦ μὲ στείλανε!» τοῦ λέω:
« Ποιοὶ σὲ στείλανε;». Εἶπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νὰ καταλάβω τίποτα. Ὕστερά μου λέγει: «'Ἐκεῖ ποῦ βρίσκομαι ἐΊναι κι ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ κείνους ποῦ σὲ περιπαίζανε γιὰ τὴν πίστη σου, καὶ τώρα καταλάβανε πῶς οἱ ἐξυπνάδες δὲν περνοῦνε παραπέρα ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο. ΕΙναι καὶ κάποιοι ἄλλοι ποῦ τοὺς ἔκανες καλό, κι αὐτοὶ σὲ κακολογούσανε. Κι ὅσο τοὺς συχωροῦσες, τόσο αὐτοὶ γινότανε χειρότεροι. Γιατί ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀντὶ νὰ τὸν κάνει ἢ καλοσύνη νὰ χαίρεται, αὐτὸς πικραίνεται, ἐπειδὴ τὸν κάνει νὰ νοιώθει τὸν ἑαυτὸ τοῦ νικημένο.
Τοῦτοι βρίσκονται σὲ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ μένα, καὶ δὲ μποροῦνε νὰ βγοῦνε ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ φυλακή τους γιὰ νὰ 'ρθουνε νὰ σὲ βροῦνε, ὅπως ἔκανα ἐγώ. Βασανίζονται πολὺ σκληρά, γιατί δέρνονται μὲ τὴ μάστιγα τῆς ἀγάπης, ὅπως εἶπε ἕνας ἅγιος.
Πόσο ἀλλιώτικος εἶναι ὁ κόσμος ἀπ' ὁ, τί τὸν βλέπαμε!

Ἀνάποδος ἀπὸ τὴν ἔξυπνη ἀντίληψή μας. Τώρα καταλάβαμε πῶς ἢ ἐξυπνάδα μᾶς ἤτανε βλακεία, οἱ κουβέντες μᾶς πονηρὲς μικρολογίες, κι οἱ χαρὲς μᾶς Ψευτιὰ καὶ ἀπάτη.
'Ἐσεῖς ποῦ ἔχετε στὴν καρδιὰ σᾶς τὸ Χριστό, καὶ ποῦ γιὰ σᾶς ὁ λόγος τοῦ εἶναι ἀλήθεια, ἢ μονάχη ἀλήθεια, ἐσεῖς κερδίσατε τὸ Μεγάλο Στοίχημα, ποῦ μπαίνει ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς καὶ στοὺς ἀπίστους, αὐτὸ τὸ στοίχημα ποῦ τὸ ἔχασα ἐγὼ ὁ ἐλεεινός, καὶ χάθηκα, καὶ τρέμω κι ἀναστενάζω, καὶ δὲ βρίσκω ἡσυχία. :Ἀληθινά, στὸ Ἅδη δὲν ὑπάρχει πιὰ μετάνοια. Ἀλίμονο σ' ὅσους πορεύονται ὅπως πορευθήκαμε ἐμεῖς, τὸν καιρὸ ποῦ εἴμαστε ἀπάνω στὴ γῆ. Ἡ σάρκα μᾶς εἶχε μεθύσει, καὶ ἐμπαίξαμε ἐκείνους ποῦ πιστεύανε στὸ Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωή, κι ὁ πολὺς κόσμος μᾶς χειροκροτοῦσε. Σᾶς λέγαμε ἀνόητους, σᾶς κάναμε περίπαιγμα, κι ὅσο ἐσεῖς δεχόσαστε μὲ καλοσύνη τὰ πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε ἢ δική μας ἢ κακία.

Βλέπω καὶ τώρα πόσο θλιβόσαστε ἀπὸ τὸ φέρσιμο τῶν κακῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ πῶς δεχόσαστε μὲ ὑπομονὴ τὶς φαρμακερὲς σαΐτες ποῦ βγάζουνε ἀπὸ τὸ στόμα τους, λέγοντάς σας ὑποκριτές, θεομπαῖχτες καὶ λαοπλάνους. Ἂν βρισκότανε, οἱ δυστυχεῖς στὴ θέση ποῦ βρίσκομαι τώρα, καὶ βλέπανε ἀπὸ δῶ ποῦ βλέπω, Θὰ τρομάζανε γιὰ ὅ,τι κάνουνε. Θέλω νὰ φανερωθῶ σ' αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς πῶ ν' ἀλλάξουνε δρόμο, μὰ δὲν ἔχω τὴν ἄδεια, ὅπως δὲν τὴν εἶχε κι ἐκεῖνος ὁ πλούσιας καὶ γιὰ τοῦτο παρακαλοῦσε τὸν Πατριάρχη Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸ φτωχὸ τὸ Λάζαρο. μὰ καὶ ἐκεῖνον δὲν τὸν ἔστειλε, καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ γίνουνε ἴδια ἄξιοί της καταδίκης ὅσοι ἁμαρτάνουνε, κι ἄξιοί της σωτηρίας ὅσοι πορεύονται τὴ στράτα τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ρυπαρὸς ρυπαρευθέτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἅγιασθητω ἔτι».

Μ` αὐτὰ τὰ λόγια, τὸν ἔχασα ἀπὸ μπροστά μου.

Βιβλιογραφία. ΤΑ Μυστικὰ Ἄνθη , ἔκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1973.

«Ἀπίστευτα καὶ ὅμως ἀληθινὰ» ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη. Θεσσαλονίκη

O άγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής (4ος αι.) αξιώθηκε να δει πολλά θεϊκά οράματα με τα φωτισμένα από το Άγιο Πνεύμα μάτια της ψυχής του. Κάποτε, σε μια θεία Λειτουργία, μόλις ο λειτουργός εκφώνησε: «Ευλογημένη η βασιλεία...», ο άγιος είδε φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να καλύπτει το άγιο θυσιαστήριο και τον ιερέα, χωρίς εκείνος να το αντιληφθεί. Αργότερα, όταν άρχισε να ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος από τον λαό, τέσσερις άγγελοι κατέβηκαν κι έψαλλαν μαζί τους. Στον «Απόστολο», φανερώθηκε ο μακάριος Παύλος να καθοδηγεί τον αναγνώστη.

Στο «Αλληλούια», μετά τον «Απόστολο», οι φωνές του λαού ανέβηκαν ενωμένες στον ουρανό σαν πύρινο σφιχτοπλεγμένο σχοινί. Και στην ανάγνωση του Ευαγγελίου κάθε λέξη έβγαινε σαν φλόγα από το στόμα του ιερέα και υψωνόταν στα επουράνια.

Λίγο πριν από την είσοδο των τιμίων Δώρων, βλέπει ξαφνικά ο άγιος να ανοίγει ο ουρανός και να ξεχύνεται μια άρρητη και υπερκόσμια ευωδία. Άγγελοι κατέβαιναν από ψηλά, ψάλλοντας ύμνους και δοξολογίες στον Αμνό, τον Χριστό και Υιό του Θεού και να! Παρουσιάζεται ένα πεντακάθαρο και τρισχαριτωμένο Βρέφος! Το κρατούσαν στα χέρια τους άγγελοι, οι οποίοι το εναπόθεσαν στο άγιο δισκάριο, όπου βρίσκονταν τα τίμια Δώρα. Γύρω Του μαζεύτηκαν πλήθος ολόλαμπροι και λευκοφόροι νέοι, οι οποίοι ατένιζαν με θαυμασμό και δέος τη θεϊκή Του ομορφιά. Ήρθε η στιγμή της μεγάλης εισόδου!

Ο λειτουργός πλησίασε για να πάρει στα χέρια του το άγιο δισκάριο και το άγιο Ποτήριο. Τα ύψωσε και τα έβαλε πάνω στο κεφάλι του, σηκώνοντας μαζί τους και το Βρέφος. Όταν βγήκαν τα Άγια, κι ενώ ο λαός έψαλλε κατανυκτικά, είδε αγγέλους να φτερουγίζουν κυκλικά πάνω από τον λειτουργό. Δύο Χερουβείμ και δύο Σεραφείμ προχωρούσαν μπροστά του και πλήθος αγγέλων τον συνόδευαν, ψάλλοντας με αγαλλίαση άρρητους ύμνους. Όταν ο ιερέας έφτασε στην αγία Τράπεζα κι ακούμπησε τα τίμια Δώρα, οι άγγελοι τη σκέπασαν με τις φτερούγες τους. Τα δύο Χερουβείμ στάθηκαν στα δεξιά του λειτουργού και τα δύο Σεραφείμ στα αριστερά του, χωρίς όμως εκείνος να τα βλέπει. Η θεία μυσταγωγία συνεχίστηκε. Είπαν το «Πιστεύω» κι έφτασαν στον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων. Ο λειτουργός τα ευλόγησε και είπε το «...μεταβαλών τω Πνεύματι σου τω Αγίω. Αμήν, Αμήν, Αμήν!». Τότε βλέπει πάλι ο δίκαιος έναν άγγελο να παίρνει μαχαίρι και να σφάζει το Βρέφος. Έχυσε το αίμα Του στο άγιο Ποτήριο, ενώ το σώμα Του το τεμάχισε και το τοποθέτησε στο δισκάριο.

«Όταν ο ιερέας λέει τα άγια τοις αγίοις, για μας όλους το λέει, παιδί μου. Σημαίνει: στα άγια μέλη του Χριστού να προσέλθει όποιος είναι άγιος!» -«Και τι είναι αγιοσύνη, πάτερ;» -«Αν είσαι ακόλαστος, μην τολμήσεις να γίνεις μέτοχος σε τόσο μεγάλο μυστήριο. Αν έχεις έχθρα με κάποιον, μην πλησιάσεις. Αν περιγελάς ή κατακρίνεις τον συνάνθρωπό σου, στάσου μακριά από τη θεία Κοινωνία. Πρώτα εξέτασε τον εαυτό σου, κι αν είσαι ενάρετος πλησίασε. Αν όμως δεν είσαι, φύγε…». Στο μεταξύ ο λειτουργός εκφώνησε: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Ο άγιος παρατηρούσε τώρα όσους κοινωνούσαν. Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν μόλις ελάμβαναν τα θεία Δώρα, ενώ άλλα έλαμπαν σαν τον ήλιο. Οι άγγελοι στέκονταν εκεί κοντά και παρακολουθούσαν με σεβασμό τη Μετάληψη. Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής, του έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι. Όταν, αντίθετα, πλησίαζε κάποιος αμαρτωλός, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή.

Τότε τα άχραντα Μυστήρια σαν να εξαφανίζονταν από την αγία λαβίδα, έτσι που ο αμαρτωλός φαινόταν να μην παίρνει μέσα του το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κι έφευγε κατάμαυρος σαν αράπης με την αποδοκιμασία του Κυρίου διάχυτη στην όψη του. Όταν τελείωσε η Λειτουργία και ο ιερέας έκανε την κατάλυση, παρουσιάστηκε και πάλι το Βρέφος σώο πάνω στα χέρια των αγίων αγγέλων!

Ξαφνικά η στέγη του ναού σαν να σχίστηκε στα δύο.

Από κει οι άγγελοι ανέβασαν το Παιδίον στους ουρανούς με ύμνους και δοξολογίες, όπως το είχαν κατεβάσει, ενώ μία υπέροχη ευωδία διαχύθηκε και πάλι ολόγυρα.

(Από το βιβλίο "Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία", εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου)

Ήταν τότε, πρίν τριάντα χρόνια,ένα εικοσάχρονο παλικάρι ο Βασιλάκης, ξανθό, σγουρόμαλλο, ροδοκόκκινο, ίσο σάν κυπαρίσσι. Πρωταθλητής στο κολύμπι. Χαριτωμένο,άκακο δελφίνι,έσχιζε τα νερά και έφθανε πρώτος στο τέρμα,σηκώνοντας το δεξί του χέρι με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο στα χείλη.Κι ερχόταν ανάλαφρα κοντά του και τον κοίταζε με τα παρθενικά της μάτια η Ασπασία,η αρραβωνιαστικιά του,μια σωστή πεταλούδα,18 χρονών κοπελίτσα τότε.Και κάθονταν οι δύο ψυχές και μιλούσαν και έπλαθαν τα όνειρά τους.Και ήταν η μεγάλη χαρά των γονιών του Βασιλάκη οι δύο αυτές ευγενικές ψυχές...Την Ασπασία την αγαπούσαν δύο φορές. Μια γιατί από απαλή παιδούλα την άφησε στην αγάπη τους η χήρα μάνα της,όταν ξεψυχούσε,και μιά γιατί θα γινόταν τώρα άξιο ταίρι στο μονάκριβο αγόρι τους.

Μα ήρθαν χρόνια δίσεκτα. Πόλεμος,κατοχή,βαριές μπότες Γερμανού σκοπού ακούγονταν τώρα στο πλακόστρωτο γύρω από τη λιμνούλα...

Ο πατέρας και η μάνα «αναπαύονταν» δίπλα-δίπλα στο κοιμητήρι της Καισαριανής με ένα περιδέριο από τρύπες λίγο κάτω από το λαιμό.Ο Βασίλης και η Ασπασία πέταξαν σαν πουλιά κυνηγημένα-χάθηκαν.Και άρχισε η φοβερή πείνα. Και κάθε τόσο έγερνε και έπεφτε στους δρόμους της Αθήνας και ένα παιδικό,τρυφερό σωματάκι.

Η φυματίωση ήταν στις δόξες της! Λύσσαξαν τα θεριά της κι έτρωγαν σάρκες.

Σ΄ ένα Σανατόριο των Αθηνών,ανάμεσα στους 150 αρρώστους μιάς κλινικής βρέθηκε κίτρινος κι αδύνατος,μισός και ο πρωταθλητής μας!...Η Ασπασία δούλευε σ΄ ένα εργοστάσιο να εξοικονομήσει λίγα τρύπια φασόλια,λίγο μποτάλευρο για τον Βασίλη και γι΄ αυτήν.Και έπαιρνε το δρόμο,ώρες δρόμο,και τραβούσε για το Σανατόριο,έχοντας στον κόρφο της τον πολύτιμο θησαυρό της.

Ευτύχημα για τον Βασίλη, γιατρός της Κλινικής αυτής ήταν ο γιατρός με τη χρυσή καρδιά και τη βαριά φωνή, ο Χαροκόπος.

Φορεμένος την άσπρη μπλούζα του,έμπαινε κάθε πρωί στον μεγάλο θάλαμο ο γιατρός,πλησίαζε τον κάθε άρρωστο,τον κοίταζε στα μάτια με αγάπη,έδινε τις οδηγίες του,έδινε το βάλσαμο από της ψυχής του τον θησαυρό, «διόρθωνε» το μαξιλάρι του, χτυπούσε στοργικά την πλάτη του και πήγαινε στον διπλανό. Σαν τα μικρά παιδιά που γεμίζουν χαμόγελα μόλις δουν τη μανούλα τους, έκαναν οι άρρωστοι της κλινικής του κάθε πρωί. Δύο ώρες περίμενε ανυπόμονα ο Βασίλης να ΄ρθει η σειρά του.

- Καινούργιος είσαι σύ, γιέ μου, του είπε σκύβοντας απάνω του. Πώς σε λένε παλικάρι μου; Και άπλωσε το χέρι του, κι έβαλε τα δάχτυλα του ανοιχτά, ανάμεσα στα σγουρά ξανθά μαλλιά του.

-Βασίλη...

-Βασιλάκη μου, να ΄ρθεις σε μιά ώρα στο γραφείο μου. Θέλω να σε δω καλά.

 

Χάιδεψε πάλι το σγουρόμαλλο κεφάλι,ξανακοίταξε μες΄ τα μάτια το λαβωμένο ελάφι ο γιατρός,κούνησε τα χείλη του-κάτι ήθελε να πεί, συγκινημένος ήταν; και πήγε στον διπλανό άρρωστο.

Στις 11 χτύπησε δειλά την πόρτα του γιατρού ο Βασίλης. Ασπροκίτρινος,αδύνατος,σκυμμένος λίγο,δεν θύμιζε τίποτε από τον ροδοκόκκινο,χαριστωμένο πρωταθλητή...Μπήκε μέσα,...λες και ήταν ο άρρωστος αδελφός του.

- Καλώς τον Βασιλάκη μου.Έλα,παλικάρι μου,να σε δώ. Πέρασε στο θάλαμο. Μη φοβάσαι, αγόρι μου. Γύμνωσε το στήθος σου. Πλησίασε. Μπράβο, λεβέντη μου.Ήσυχα ανάπνεε. Ήσυχα, παιδί μου... Αυτό ήταν. Ντύσου. Έλα στο γραφείο,παιδί μου.Ντύθηκε το παλικάρι.Πήγε στο γραφείο.

- Κλαίς,αγόρι μου; Μην κλαίς .Σ΄ ένα καινούργιο αγώνισμα θ΄ αγωνισθείς τώρα. Εγώ θα είμαι ο μάνατζέρ σου. Και θα βγεις οπωσδήποτε νικητής! Σου το υπόσχομαι, παιδί μου.

- Είναι μεγάλα τα σπήλαια, γιατρέ μου;

- Μικρά ή μεγάλα, μαζί θα τα πολεμήσουμε.

Και θα ΄ρθει καιρός που θα στέκομαι πλάι σου και θα χαίρομαι και θα καμαρώνω τη νίκη σου, όπως ο πατέρας στέκεται περήφανος πλάι στον πρωταθλητή γιό του. Εσύ,παρακαλώ παιδί μου,ένα να κάνεις: Υπομονή. Θα σου δώσω εγώ φάρμακα. Έλα,αγόρι μου,άιντε στο κρεβάτι σου τώρα, και αύριο τα λέμε πάλι. Και πήρε το παλικάρι κοντά του ο γιατρός, και το ΄σφιξε στην αγκαλιά του ,και το φίλησε πατρικά σαν να ΄ταν το ίδιο παιδί του.

- Εδώ είμαι εγώ, Βασιλάκη μου. Ψηλά το μέτωπο! Θα νικήσουμε με τη βοήθεια του Θεού.

Βγήκε έξω το παληκάρι. Ξαστέρωσε το πνεύμα του. Ορθώθηκε η ψυχή και το σώμα του. Ησύχασε. Αισθάνθηκε αισιοδοξία, την αγωνιστικότητα του αθλητή πάλι. Γύρισε στο κρεβάτι του άλλος άνθρωπος. Ο γιατρός έβαλε μες στην ψυχή του το πιο δραστικό φάρμακο: την ελπίδα και την πίστη. Τα μετάγγισε με το εκφραστικό του πρόσωπο, την ματιά του την πατρική, που έλεγε πάμπολλα.

Και αγωνίσθηκε ο Βασιλάκης μήνες στο καινούργιο αγώνισμα. Υπομονετικός,ήσυχος,συγκρατημένος,έδωσε στον οργανισμό του την άνεση να πολεμήσει.Τα φάρμακα πάλι του γιατρού, θέριζαν τον εχθρό στα σωθικά του.

Οι επισκέψεις της Ασπασίας με τα λίγα πραγματάκια της-όσα μπορούσε να εξοικονομήσει το καημένο-έμοιαζαν δροσερή βροχούλα, που πότιζε το χωράφι της ψυχής, γιατί όχι και του σώματος του; Και έφτιαχνε καινούργιο αίμα, καινούργια κύτταρα,καινούργιες ελπίδες,καινούργιες χαρές.

- Βασιλάκη μου ,νικήσαμε! Πρωταθλητής και στο νέο αγώνισμα! Μπραβο παλικάρι μου. Έχουμε Δεκέμβριο.Την άνοιξη θα κάνεις τους γάμους σου!Άν βρείς ποιός θα ΄ναι ο κουμπάρος σου,θα σου πώ μπράβο. Για βάλε με το νου σου.

Κάτι μυρίσθηκε ο Βασιλάκης, μα δεν ήθελε να το πεί. Του φαινόταν μεγάλη, απίστευτη τιμή.

- Έλα,Βασιλάκη μου, πές το. Ο...ο...πές το.

- Ε...Εσείς!

- Εγώ! Το βρήκες! Ακόμη ένα μπράβο! Ώς τότε θα πολεμήσουμε μαζί, να γλυτώσουμε κι από άλλα ακόμη, από τα μικροθεριά. Συ, που τόσο καλά οργάνωσες και διευθύνεις τη συγκέντρωση και τη διανομή τροφίμων στους αρρώστους, συνέχισε. Τρείς μήνες ακόμη, παιδί μου. Κι ύστερα στο καινούργιο σπιτάκι σου με την καλή σου Ασπασία.

Φώς μέγα, θαρρείς άστραψε και γέμισε τον σκοτεινό θάλαμο, την ψυχή του Βασιλάκη,το νοσοκομείο,τον κόσμο όλο!Φώς ζωής και αγάπης,που ακτινοβολούσε την ψυχή,τη φωνή,την έκφραση του γιατρού!

- Σας ευχαριστώ με όλη μου την ψυχή,γιατρέ μου,είπε ο Βασιλάκης κι άρπαξε με τα δυό του χέρια το χέρι του γιατρού,και το ΄σφιξε πάνω στο γιατρεμένο στήθος του,και το φίλησε.Θα σας θυμούμαι και θα σας ευγνωμονώ σ΄ όλη μου τη ζωή.

- Καλά...καλά...παιδί μου,είπε με δυσκολία ο γιατρός, κι έβγαλε με τ΄ αριστερό του χέρι το μαντήλι του και το ΄φερε στα μάτια του. Άιντε τώρα στο θάλαμο. Όπου να ΄ναι φθάνει η Ασπασία. Να σε βρεί εκεί, να μη σε ψάχνει.

- Θα την βρω εγώ, γιατρέ μου, και θα έρθουμε μαζί! Τρέχω στην εξώπορτα...Μόλις είχε φθάσει.

- Ασπασία μου, νικήσαμε! Μαζί πολεμήσαμε, μαζί νικήσαμε...και μαζί θα στεφανωθούμε. Ο γιατρός θα μας στεφανώσει!

- Αλήθεια;;;

- Αλήθεια, Ασπασία μου. Πάμε!

Χέρι-χέρι πιασμένα τα δύο παιδιά έφτασαν τρέχοντας λαχανιασμένα στο γραφείο του γιατρού, κι έπεσαν στην αγκαλιά του, και βολεύθηκαν σαν μικρά παιδιά. Κι άνοιξε εκείνος τα δύο του χέρια-τις δύο αγγελικές φτερούγες του-και τα σκέπασε.

- Παιδιά μου...μεγάλη είναι αυτή η ώρα για σας και για μένα. Είμαστε ευτυχισμένοι! Δόξα τω Θεώ Είστε και οι δύο νικητές .Σας αξίζει το στεφάνι της νίκης. Θα ΄χω την τιμή και τη χαρά να το βάλω εγώ πάνω στα τίμια κεφάλια σας...στις 30 Απριλίου ,στον Άγιο Γεώργιο, ώρα 6 το απογευματάκι. Σύμφωνοι;

- Τιμή μας! -Και για τις λεπτομέρειες μη νοιάζεσαι, Ασπασία μου. Πείτε τα με την κουμπάρα σου την Μαρία, που ξέρει από προικιά. Άντε, καλά μου, ώρα σας καλή-και τα ΄σφιξε πάλι στην αγκαλιά του και τα φίλησε στο μέτωπο μ΄ όλη την πατρική του αγάπη.

Φίλησαν κι εκείνα το πατρικό πρόσωπο, τα ευλογημένα χέρια του, και βγήκαν.

Είχαν ανοίξει οι ουρανοί.

Στίς 30 Απριλίου, στις 6 το απόγευμα,στον Άγιο Γεώργιο,γινόταν ένας γάμος.Ο γιατρός, ντυμένος αριστοκρατικά -αριστοκράτης με την πιο καλή έννοια της λέξεως- στεφάνωνε τα δύο ορφανά παιδιά, που πάλεψαν μαζί και νίκησαν αντάμα.

- Ώρα σας καλή κι ευλογημένη, παιδιά μου.

Να ζήσετε και να ευτυχήσετε! Είπε ο γιατρός.

Και η άμαξα με το αλογάκι, γεμάτη λουλούδια κι αυτή, κι εκείνο, κι ο αμαξάς, ξεκίνησε με τα παιδιά για μια ζωή ευτυχισμένη.

Σημείωση:Ο Βασιλάκης αργότερα, βιομήχανος πλέον, συμμετείχε στούς «γύρους αγάπης» του γιατρού με το αυτοκίνητο του, όπως και άλλοι πρώην άρρωστοι του, Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο, για επισκέψεις αρρώστων στις φτωχογειτονιές.

(Αθανασίου Αβραμίδη, Η ιατρική της ανθρωπιάς, σελ. 33-40,εκδόσεις Τήνος)

Προσηύχετο με θέρμη ο Χαροκόπος για ένα έκαστο των αρρώστων του. Πολλά δε θα είχε να μαρτυρήσει -αν είχε λαλιά- ο μικρός εκείνος ξύλινος σταυρός στο κομοδίνο του, δίπλα στο κρεβάτι του, μπροστά στον οποίο γονάτιζε. Και γονάτιζε με απόλυτη εμπιστοσύνη στην φιλευσπλαχνία του Θεού για τον πάσχοντα. Και με ταπείνωση, ο δεινός αυτός θεραπευτής.

Κάποτε, στενοχωρημένος πολύ από την αγριάδα της φυματίωσης σε ένα νέο πού είχε στο γραφείο του, γονάτισε σε προσευχή μπροστά στην εικόνα του Χριστού, υποδεικνύοντας στο παλικάρι να κάνει και εκείνος το ίδιο.

Ήταν θερμή η προσευχή τους για θεϊκή βοήθεια. Και πριν καλά καλά τελειώσουν, και ενώ έλεγε στο παλικάρι, ενθαρρύνοντάς τον, «ο Θεός είναι μεγάλος ,παιδί μου, πολύ μεγάλος», ακούσθηκε ένα δεύτερο χτύπημα στην πόρτα, πιο έντονο τη φορά αυτή. Και στο άνοιγμά της παρουσιάσθηκε ένας κύριος με ένα πακέτο στα χέρια, λέγοντας απνευστί με την οικειότητα μιας παλιάς γνωριμίας:

«Γιατρέ, με νοσηλεύσατε κάποτε. Ήμουν σε βαριά κατάσταση τότε, δεν μου παίρνατε χρήματα, με βοηθήσατε με κάθε τρόπο, έγινα καλά, πήγα στον Καναδά, δούλεψα, έκανα κάποια λεφτά και ήρθα να δω τους δικούς μου. Και πρώτη μου σκέψη ήταν να έρθω εδώ και να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον γιατρό μου, που τόσο με βοήθησε. Σκέφτηκα λοιπόν ότι ο γιατρός μου θα χρειάζεται για κάποιον άρρωστο του τη ΄΄στρεπτομυκίνη΄΄, που πρόσφατα άρχισε να κυκλοφορεί στον Καναδά. Και στο κουτί σας έχω το καινούργιο αυτό φάρμακο. Δεχθείτε το, παρακαλώ, ως ένδειξη της άπειρης ευγνωμοσύνης μου στο πρόσωπό σας».

Άναυδοι έμειναν οι δύο τους, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, ο γιατρός και το παλικάρι.

Διότι ο Θεός, με αυτόν τον θαυμαστό τρόπο,

έδωσε άμεση την απάντηση στην προσευχή τους.

(Αθανασίου Αβραμίδη, Η ιατρική της ανθρωπιάς, σελ. 30-32, εκδόσεις Τήνος)

-μνημειώδη πρωτοχριστιανικά κείμενα
Αποστολικών Πατέρων-
στα νέα ελληνικά
 
Εισαγωγή: Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας. Η επισκοπία του αρχίζει από το 70 μ.Χ. Η γνωριμία του με αποστόλους είναι βέβαιη. Οι Επιστολές του Ιγνατίου είναι σχεδόν οι μόνες πηγές του βίου του. Πρόκειται για επίσκοπο οικουμενικού κύρους. Στο διωγμό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε κατασπαραγμό από θηρία στο Κολοσσαίο της Ρώμης. Ο διωγμός συνέβη μεταξύ των ετών 107 και 117. Στις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Ιγνάτιος έγραψε επτά Επιστολές, οι οποίες του εξασφάλισαν την εξαιρετική τιμή του πρώτου μεταποστολικού μεγάλου θεολόγου και πρώτου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας. Οι επιστολές του είναι σπουδαία φιλολογικά και θεολογικά κείμενα. (Στυλιανού Παπαδόπουλου Πατρολογία Α σελ. 177-178)
 
Κείμενο σε μετάφραση στη νεοελληνική, εκδόσεις ΕΠΕ
 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΜΥΡΝΑΙΟΥΣ

Εγώ ο Ιγνάτιος, που ονομάζομαι και Θεοφόρος, προς την Εκκλησία του Θεού Πατέρα και του αγαπημένου Ιησού Χριστού, την προικισμένη με κάθε χάρισμα, γεμάτη πίστη και αγάπη, που δεν υστερεί σε κανένα χάρισμα, τη θεοπρεπέστατη και αγιοφόρα, που βρίσκεται στη Σμύρνη της Ασίας, με άμεμπτο πνεύμα και λόγο Θεού, είθε να χαίρεται πάρα πολύ.

I. Δοξάζω τον Ιησού Χριστό τον Θεό, ο οποίος σας έκανε τόσο σοφούς· διότι κατάλαβα ότι είστε εκπαιδευμένοι σε αμετακίνητη πίστη, σαν να είσαστε καρφωμένοι στο σταυρό του Κυρίου Ιησού Χριστού, σωματικά και πνευματικά, και στερεωμένοι με αγάπη στο αίμα του Χριστού, βεβαιωμένοι για τον Κύριο μας, ότι προέρχεται αληθινά «από τη γενιά του Δαβίδ κατά σάρκα», και είναι Υιός του Θεού σύμφωνα με το θέλημα και τη δύναμη του Θεού, γεννημένος αληθινά από την Παρθένο, και βαπτισμένος από τον Ιωάννη, «για να εκπληρωθεί ό,τι προβλέπει ο νόμος από αυτόν». 2. Σταυρωμένος αληθινά επί Ποντίου Πιλάτου και του τετράρχη Ηρώδη για χάρη μας σαρκικά – από τον καρπό αυτό του θεομακάριστου πάθους του προερχόμαστε εμείς- «για να υψώσει σημείο» αιώνιο με την ανάσταση στους αγίους και πιστούς του, είτε μεταξύ των Ιουδαίων, είτε μεταξύ των εθνικών, στο σώμα της Εκκλησίας του.

II. Διότι όλα αυτά που έπαθε για μας, για να σωθούμε· και έπαθε αληθινά, όπως και αληθινά ανέστησε τον εαυτό του, όχι όπως λένε μερικοί άπιστοι, ότι φαινομενικά αυτός έπαθε, ενώ αυτοί είναι φαινομενικοί, και όπως πιστεύουν, θα τους συμβεί επειδή είναι ασώματοι και δαιμονικοί.

III. Διότι εγώ τον γνώρισα και μετά την ανάσταση σωματικά και πιστεύω ότι υπάρχει.2. Και όταν ήρθε σε αυτούς που ήταν γύρω από τον Πέτρο, τους είπε· « Πάρτε με, ψηλαφήστε με και δέστε με, ότι δεν είμαι ασώματο δαιμόνιο». Και αμέσως τον έπιασαν και πίστεψαν, επειδή αναμίχθηκαν με την σάρκα και το πνεύμα του. Γι αυτό καταφρόνησαν και τον θάνατο και αποδείχθηκαν ανώτεροι από τον θάνατο. 2. «Επίσης μετά την ανάταση έφαγε μαζί μ’ αυτούς και ήπιε» ως σαρκικός, αν και πνευματικά ήταν ενωμένος με τον Πατέρα.

 

IV. Αυτά σας τα συμβουλεύω, αγαπητοί, γνωρίζοντας ότι και σεις έτσι πιστεύετε. Σας προφυλάσσω όμως από τα ανθρωπόμορφα θηρία, τους οποίους όχι μόνο δεν πρέπει εσείς να τους παραδέχεστε, αλλά αν είναι δυνατόν ούτε να τους συναντάτε, πράγμα δύσκολο. Αυτό όμως το μπορεί ο Ιησούς Χριστός, η αληθινή ζωή μας. 2. Διότι, εάν αυτά έγιναν από τον Κύριο φαινομενικά, τότε και εγώ φαινομενικά είμαι δέσμιος. Τότε όμως γιατί παρέδωσα τον εαυτό μου στον θάνατο, στη φωτιά, στο μαχαίρι, στα θηρία; Αλλά όντας κοντά στο μαχαίρι είμαι κοντά στον Θεό, όντας μαζί με τα θηρία είμαι μαζί με το Θεό, μόνο στο όνομα του Ιησού Χριστού. Για να πάθω μαζί μ’ αυτόν θα υπομείνω τα πάντα, επειδή με δυναμώνει εκείνος, ο οποίος έγινε τέλειος άνθρωπος.

V. Αυτός που τον αρνούνται μερικοί αγνοώντας τον, ή καλύτερα αρνήθηκαν από αυτόν, επειδή είναι συνήγοροι του θανάτου μάλλον παρά της αλήθειας, και τους οποίους δεν τους έπεισαν ούτε οι προφητείες, ούτε ο νόμος του Μωυσή, αλλά ούτε και το Ευαγγέλιο μέχρι τώρα, ούτε τα παθήματα του καθενός από μας. 2. Γιατί το ίδιο πιστεύουν και για μας. Γιατί με ωφελεί κάποιος εάν επαινεί εμένα και βλασφημεί τον Κύριο μου, μη ομολογώντας ότι έφερε σάρκα; Εκείνος που δεν ομολογεί αυτό τον έχει αρνηθεί τελείως, όντας νεκροφόρος. 2. Τα ονόματα όμως αυτών, επειδή είναι άπιστα, δεν θεώρησα καλό να τα γράψω. Αλλά ούτε να συμβεί να τα αναφέρω, μέχρι να μετανοήσουν για το πάθος, που είναι η ανάσταση μας.

VI. Κανένας να μην πλανάται· και τα επουράνια, και η δόξα των αγγέλων, και οι άρχοντες, ορατοί και αόρατοι, εάν δεν πιστέψουν στο αίμα του Χριστού, και εκείνοι θα κριθούν. «Όποιος μπορεί να βαδίσει ας προχωρήσει». Η θέση να μην κάνει κανέναν να φουσκώνει· διότι το παν είναι η πίστη και η αγάπη, χωρίς τις οποίες τίποτα δεν προτιμάται. 2. Προσέξτε αυτούς που πιστεύουν διαφορετικά για τη χάρη του Ιησού Χριστού που ήρθε σε μας, πόσο αντίθετοι είναι με τη γνώμη του Θεού. Δεν τους μέλει για την αγάπη, ούτε για τη χήρα, ούτε το ορφανό, ούτε για εκείνον που είναι λυπημένος, ούτε για τον δεμένο ή λυμένο, ούτε γι αυτόν που πεινάει ή διψάει.

VII. Αποφεύγει τη Θεία Ευχαριστία και την προσευχή επειδή δεν πιστεύει ότι η Ευχαριστία είναι σώμα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, που έπαθε για τι αμαρτίες μας, και το οποίο ανάστησε ο Πατέρας με την αγαθότητα του. Αυτοί λοιπόν που αντιλέγουν στη δωρεά του Θεού πεθαίνουν συζητώντας, ενώ τους συνέφερε να αγαπούν για να αναστηθούν. 2. Είναι πρέπον λοιπόν να τους αποφεύγετε αυτούς και ούτε ιδιαιτέρως να μιλάτε γι αυτούς, ούτε από κοινού, και να προσέχετε στους προφήτες, και προπαντός στο Ευαγγέλιο, στο οποίο φανερώνεται σ μας το πάθος και τελειοποιείται η ανάσταση. Επίσης να αποφεύγετε τις διαιρέσεις ως αρχή κακών.

VIII. Όλοι να ακολουθείτε τον επίσκοπο, όπως ο Ιησούς Χριστός τον Πατέρα, και τους πρεσβύτερους όπως τους αποστόλους, ενώ τους διακόνους να τους σέβεστε σαν εντολοδόχους του θεού. Κανένας να μην κάνει τίποτε χωρίς τον επίσκοπο από αυτά που ανήκουν στην Εκκλησία. Έγκυρη να θεωρείται η Ευχαριστία εκείνη που τελείται από τον επίσκοπο, ή από εκείνον στον οποίον έχει δώσει την άδεια αυτός. 2. Όπου εμφανίζεται ο επίσκοπος, εκεί να βρίσκεται το πλήθος, όπως ακριβώς όπου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, εκεί βρίσκεται η Καθολική Εκκλησία. Δεν επιτρέπεται χωρίς την άδεια του επισκόπου ούτε να βαπτίζετε, ούτε να τελείτε τη Θεία Ευχαριστία, αλλά αυτό που εκείνος θα θεωρήσει γνήσιο, αυτό είναι αρεστό και στον Θεό, για να είναι ακίνδυνο και αναμφίβολο κάθε τι που κάνετε.

IX. Είναι λοιπόν εύλογο να ανανήψουμε και, όσο ακόμη έχουμε καιρό, να μετανοήσουμε στον Θεό. Είναι καλό να αναγνωρίζουμε τον Θεό και τον επίσκοπο. Αυτός που τιμά τον επίσκοπο, τιμάται από τον Θεό, κι αυτός που κάνει κάτι κρυφά από τον επίσκοπο, λατρεύει τον διάβολο. 2. Όλα λοιπόν να σας δίνονται πλουσιοπάροχα με τη χάρη του Θεού· διότι είστε άξιοι. Με ανακουφίσατε σε όλα, και είθε να σας ανακουφίσει και σας ο Ιησούς Χριστός. Και απόντα και παρόντα μου δείξατε την αγάπη σας· είθε να σας αμείβει ο Θεός, για τον οποίο αν υπομένετε τα πάντα, θα επιτύχετε αυτόν.

X. Τον Φίλωνα και τον Ρέο τον Αγαθόποδα, οι οποίοι με ακολούθησαν στον λόγο του Θεού, κάνατε καλά που τους υποδεχτήκατε ως διακόνους του Χριστού του Θεού, οι οποίοι ευχαριστούν τον Κύριο για σας, επειδή τους αναπαύσατε με κάθε τρόπο. Τίποτε δεν θα χαθεί για σας. 2. Ως ανταπόδοση σας προσφέρω το πνεύμα μου και τα δεσμά μου, τα οποία δεν τα περιφρονήσατε, ούτε ντραπήκατε. Ούτε εσάς θα σας ντραπεί η τέλεια πίστη, ο Ιησούς Χριστός.

XI. Η προσευχή σας έφτασε στην Εκκλησία της Αντιόχειας της Συρίας· από όπου, δεμένος με τα δεσμά που πρέπουν στον Θεό, σας ασπάζομαι όλους, αν και δεν είμαι άξιος να προέρχομαι από εκεί, γιατί είμαι ο τελευταίος από αυτούς· αλλά αξιώθηκα όπως ήθελα, όχι με τη συνείδηση μου, αλλά με τη χάρη του Θεού, που προσεύχομαι να μου δοθεί πλήρης, ώστε με τη δική σας προσευχή να κερδίσω το Θεό. 2. Για να γίνει λοιπόν το έργο σας τέλειο και στη γη και στον ουρανό, πρέπει για την τιμή του Θεού να ορίσει η Εκκλησία σας ένα απεσταλμένο, ο οποίος να πάει στη Συρία και να τους συγχαρεί που έχουν ειρήνη και απόλαυσαν τα ίσα και αποκαταστάθηκε ανάμεσα τους το μικρό μου σώμα. 3. Θεώρησα λοιπόν ότι αξίζει να στείλετε κάποιον από τους δικούς σας με επιστολή, για να δοξάσει μαζί μ’ αυτούς για την κατά Θεόν γαλήνη που επικράτησε σ’ αυτούς, και επειδή με την προσευχή σας βρήκε αυτή λιμάνι. Επειδή είστε τέλειοι, πιστεύετε και τέλεια. Διότι, αν εσείς θέλετε να ευτυχήσετε, ο Θεός είναι έτοιμος να σας δώσει την ευτυχία.

XII. Σας ασπάζεται η αγάπη των αδερφών που βρίσκονται στην Τρωάδα, από όπου και σας γράφω μέσω του Βούρρου, τον οποίο στείλατε μαζί μου μαζί με τους Εφεσίους τους αδελφούς σας, ο οποίος με ανακούφισε σε όλα, και μακάρι να ακολουθούσαν το παράδειγμα του όλοι, διότι είναι υπόδειγμα διακονίας του Θεού. Είθε να τον ανταμείψει η χάρη του Θεού για όλα. 2. Ασπάζομαι τον αξιόθεο επίσκοπο και το θεοπρεπές πρεσβυτέριο, τους ομοδούλους μου διακόνους και τον καθένα σας χωριστά και όλους μαζί στο όνομα του Ιησού Χριστού., στο σώμα και το αίμα του, στο πάθος και την ανάσταση, και στη σαρκική και πνευματική ενότητα του Θεού και τη δική σας. Είθε να υπάρχει σε σας η χάρη, η ευσπλαχνία, η ειρήνη και η υπομονή για πάντα.

XIII. Ασπάζομαι τα σπίτια των αδελφών μου μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, και τις παρθένους, και τις λεγόμενες χήρες. Να υγιαίνετε με τη δύναμη του Πνεύματος. Σας ασπάζεται και ο Φίλωνας, που είναι μαζί μου. 2. Ασπάζομαι το σπίτι της Ταουΐας, η οποία εύχομαι να είναι εδραία στην πίστη κα στην αγάπη, τη σαρκική και την πνευματική. Ασπάζομαι τον Άλκη, το αγαπητό μου όνομα, και τον Δάφνο, τον ασύγκριτο και με τα καλά παιδιά, και όλους ονομαστικά.
Στους Σμυρναίους από την Τρωάδα.


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟ

Εγώ ο Ιγνάτιος, που ονομάζομαι και Θεοφόρος, προς τον επίσκοπο της Εκκλησίας των Σμυρναίων Πολύκαρπο, ο οποίος μάλλον επισκοπείται από τον Θεό Πατέρα και τον Ιησού Χριστό, στον οποίο εύχομαι η χαρά να είναι μεγάλη.

I. Επιδοκιμάζοντας τη σύμφωνη με το Θεό γνώμη σου, που στηρίζεται σαν σε αμετακίνητη πέτρα, σε υπερτιμώ, αφού αξιώθηκα να δω το άμεμπτο πρόσωπο σου, του οποίου την ωφέλεια θα επιθυμούσα στο όνομα του Θεού. 2. Σε παρακαλώ στο όνομα της χάριτος που φέρνεις, να συνεχίσεις τον δρόμο σου και να τους στηρίζεις όλους στην πίστη, για να σωθούν. Να υπερασπίζεσαι τον τόπο με κάθε επιμέλεια σαρκική και πνευματική. Να φροντίζεις την ενότητα από την οποία δεν υπάρχει ανώτερο πράγμα. Να τους υπομένεις όλους, όπως και ο Κύριος υπομένει εσένα. Να τους ανέχεσαι όλους με αγάπη, όπως βέβαια και κάνεις. 3. Να αφοσιώνεσαι σε αδιάλειπτες προσευχές. Να ζητάς περισσότερη σύνεση από αυτή που έχεις. Να μένεις άγρυπνος, έχοντας πνεύμα ακοίμητο. Στον κάθε άνδρα να μιλάς κατά τρόπο που ταιριάζει στο Θεό. «Να υπομένεις τις ασθένειες» όλων, σαν τέλειος αθλητής. Όπου καταβάλλεται περισσότερος κόπος, εκεί υπάρχει και πολύ κέρδος.

II. Εάν αγαπάς τους καλούς μαθητές, δεν θα έχεις χάρη. Να υποτάσσεις τους πιο αρρώστους με πραότητα. Κάθε τραύμα δεν θεραπεύεται με το ίδιο έμπλαστρο. Τους παροξυσμούς τους σταματάς με κομπρέσες. 2. «Να είσαι σε όλα φρόνιμος όπως το φίδι, και αγνός όπως το περιστέρι». Γι’ αυτό είσαι σαρκικός και πνευματικός, ώστε όσα σου φαίνονται να τα κολακεύεις κατά πρόσωπο· και τα αόρατα να ζητάς να σου φανερωθούν, για να μην υπολείπεσαι σε τίποτε και να έχεις περίσσια κάθε χαρίσματος. 2. Οι περιστάσεις σε ζητούν, όπως οι κυβερνήτες τους ανέμους και εκείνος που αντιμετωπίζει τρικυμία το λιμάνι, για να επιτύχεις τον Θεό. Να είσαι νηφάλιος σαν αθλητής του Θεού. Το θέμα της αφθαρσίας είναι ζωή αιώνια, για την οποία και σε είσαι πεπεισμένος. Εγγύηση για όλα σου είμαι εγώ και τα δεσμά μου, τα οποία αγάπησες.

III. Αυτοί που φαίνονται ότι είναι αξιόπιστοι και διδάσκουν διαφορετικά πράγματα να μη σε εκπλήττουν. Στάσου σταθερός σαν αμόνι που χτυπιέται. Είναι γνώρισμα μεγάλου αθλητή το να χτυπιέται και να νικά. Πρέπει μάλιστα εμείς να τα υπομένουμε όλα για τον Θεό, για να υπομείνει και αυτός εμάς. 2. Γίνε πιο σπουδαίος από ότι είσαι. Να μελετάς τους χρόνους. Να περιμένεις αυτόν που είναι πάνω από τον χρόνο, τον αόρατο, αυτόν που έγινε για μας ορατός, τον αψηλάφητο, τον απαθή, αυτόν που για μας έγινε παθητός, που υπέφερε για μας με κάθε τρόπο.

IV. Οι χήρες να μη παραμελούνται. Μετά τον Κύριο να φροντίζεις εσύ γι αυτές. Να μη γίνεται τίποτε χωρίς την έγκριση σου, ούτε εσύ να κάνεις κάτι χωρίς την συγκατάθεση του Θεού, πράγμα που δεν κάνεις. Να είσαι σταθερός. 2. Να γίνονται συχνότερα συναθροίσεις· να τους αναζητάς όλους ονομαστικά. 3. να μη περιφρονείς τους δούλους και τις δούλες, αλλά ούτε και αυτοί να φουσκώνουν από υπερηφάνεια, αλλά να δουλεύουν για τη δόξα του Θεού περισσότερο, για να κερδίσουν μεγαλύτερη ελευθερία από το Θεό. Να μην επιθυμούν να ελευθερωθούν από το κοινό Κύριο, για να μη γίνουν δούλοι της επιθυμίας.

V. Να αποφεύγεις τα δόλια τεχνάσματα, ή μάλλον να κάνεις για αυτά ομιλία. Στις αδελφές μου να λες να αγαπούν τον Κύριο, και στους συζύγους τους να αρκούνται στη σάρκα και στο πνεύμα. Κατά τον ίδιο τρόπο να συνιστάς και στους αδελφούς μου, στο όνομα του Ιησού Χριστού, να αγαπούν τις συζύγους τους όπως ο Κύριος αγάπησε την Εκκλησία. 2. Εάν κάποιος μπορεί να μένει αγνός, ας μένει προς τιμήν της σάρκας του Κυρίου χωρίς να καυχιέται. Εάν καυχηθεί, χάθηκε, και εάν γίνει γνωστό πέρα από τον επίσκοπο, καταστράφηκε. Εκείνους και εκείνες που συνάπτουν γάμο να ενώνονται με την άδεια του επισκόπου, για να είναι ο γάμος τους σύμφωνος με τον Κύριο, και όχι με τη σαρκική επιθυμία. Όλα να γίνονται προς τιμήν του Θεού.

VI. Να προσέχετε τον επίσκοπο, για να προσέχει και ο Θεός εσάς. Αντίδωρο γίνομαι εγώ εκείνων που υποτάσσονται στον επίσκοπο, στους πρεσβύτερους και στους διακόνους, και μακάρι να έχω μαζί μ’ αυτούς μερίδιο στον Θεό. Να κοπιάζετε ο ένας μαζί με τους άλλους, να αγωνίζεστε μαζί, να τρέχετε μαζί, να πάσχετε μαζί, να κοιμάστε και να σηκώνεστε ως οικονόμου του Θεού και αντιπρόσωποι και υπηρέτες του. 2. Να γίνεστε αρεστοί σ’ αυτόν που στρατευθήκατε, από τον οποίο αποκομίζετε και τα τρόφιμα. Κανένας από σας να μη βρεθεί λιποτάκτης. Το βάπτισμα σας να μένει σαν τα όπλα, η πίστη ως περικεφαλαία, η αγάπη ως δόρυ, η υπομονή ως πανοπλία, παρακαταθήκες σας να είναι τα έργα σας, ώστε να τα λάβετε πίσω επάξια, σαν χρήματα κατατεθειμένα προς φύλαξη. Να δείχνετε λοιπόν μακροθυμία μεταξύ σας με πραότητα, όπως ο Θεός με σας. Θα ήθελα πολύ να σας φανώ ωφέλιμος για πάντα.

VII. Επειδή η Εκκλησία της Αντιόχειας στη Συρία ειρηνεύει όπως με πληροφόρησαν, με την προσευχή σας, και εγώ έγινα πιο εύθυμος με την αμεριμνησία του Θεού, εάν βέβαια με το πάθος μου κερδίσω τον Θεό, για να βρεθώ την ημέρα της αναστάσεως μαθητής σας. 2. Πρέπει θεομακάριστε Πολύκαρπε, να κάνεις συνάθροιση αρεστή στον Θεό και να χειροτονήσεις κάποιον, που έχετε αγαπητό και ακούραστο, ο οποίος θα μπορέσει να ονομάζεται θεοδρόμος., και αυτός να αναδειχθεί άξιος να πάει στη Συρία, να εγκωμιάσει την ακούραστη αγάπη σας για τη δόξα του Θεού. 3. Ο Χριστιανός δεν εξουσιάζει τον εαυτό του, αλλά είναι στη διάθεση του Θεού. Το έργο αυτό θα είναι του Θεού και δικό σας, όταν το ολοκληρώσετε. Διότι πιστεύω στη χάρη, ότι είσαστε έτοιμοι να κάνετε ευεργεσία που ανήκει στο Θεό. Γνωρίζοντας τη γεμάτη δύναμη αλήθεια σας, σας παρακάλεσα με λίγα γράμματα.

VIII. Επειδή όμως δεν μπόρεσα να γράψω σ’ όλες τις Εκκλησίες, επειδή πλέω ξαφνικά από την Τρωάδα στην Νεάπολη, όπως προστάζει το θέλημα του Θεού, να γράψεις στις προηγούμενες Εκκλησίες, ως έχοντας τη γνώμη του Θεού, να κάνουν και αυτοί το ίδιο, ώστε όσοι μπορούν να στείλουν πεζοπόρους, και άλλοι να στείλουν επιστολές μέσω αυτών που στέλνεις εσύ, για να δοξασθείτε με αιώνιο έργο, επειδή είσαι άξιος. 2. Τους ασπάζομαι όλους ονομαστικά, και τη γυναίκα του Επιτρόπου μαζί με το σπίτι της και τα παιδιά της. Ασπάζομαι τον αγαπητό μου Άτταλο. Ασπάζομαι αυτόν που πρόκειται να γίνει άξιος να πάει στη Συρία. Είθε να είναι η χάρης μαζί με αυτόν για πάντα και με τον Πολύκαρπο που τον στέλνει. 2. Προσεύχομαι να είστε υγιείς πάντοτε ενωμένοι με τον Θεό μας Ιησού Χριστό, στον οποίο να παραμείνετε με την ενότητα και την επίβλεψη του Θεού. Ασπάζομαι τον Άλκη το αγαπητό μου όνομα.
Υγιαίνετε στο όνομα του Κυρίου.


(εκδόσεις ΕΠΕ, Αποστολικοί Πατέρες τόμος 4 σελ. 133-149, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

   
-μνημειώδη πρωτοχριστιανικά κείμενα
Αποστολικών Πατέρων-
στα νέα ελληνικά
 
Εισαγωγή: Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας. Η επισκοπία του αρχίζει από το 70 μ.Χ. Η γνωριμία του με αποστόλους είναι βέβαιη. Οι Επιστολές του Ιγνατίου είναι σχεδόν οι μόνες πηγές του βίου του. Πρόκειται για επίσκοπο οικουμενικού κύρους. Στο διωγμό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε κατασπαραγμό από θηρία στο Κολοσσαίο της Ρώμης. Ο διωγμός συνέβη μεταξύ των ετών 107 και 117. Στις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Ιγνάτιος έγραψε επτά Επιστολές, οι οποίες του εξασφάλισαν την εξαιρετική τιμή του πρώτου μεταποστολικού μεγάλου θεολόγου και πρώτου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας. Οι επιστολές του είναι σπουδαία φιλολογικά και θεολογικά κείμενα. (Στυλιανού Παπαδόπουλου Πατρολογία Α σελ. 177-178)
 
Κείμενο σε μετάφραση στη νεοελληνική, εκδόσεις ΕΠΕ
 
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΣ

(γράφτηκε ανάμεσα στο 107 & 117)

Εγώ ο Ιγνάτιος, που ονομάζομαι και Θεοφόρος, προς την Εκκλησία του Θεού Πατέρα και του Κυρίου Ιησού Χριστού, που βρίσκεται στη Φιλαδέλφεια της Ασίας, την ελεημένη και στηριγμένη στην ομόνοια του Θεού, η οποία χαίρεται με το πάθος του Κυρίου μας χωρίς διακρίσεις και είναι βεβαιωμένη για την ανάσταση με κάθε ευσπλαχνία, την οποία ασπάζομαι με το αίμα του Ιησού Χριστού, που αποτελεί χαρά αιώνια και μόνιμη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν είναι ενωμένοι με τον επίσκοπο και τους πρεσβύτερους και διακόνους, που είναι μαζί του αφοσιωμένοι στη γνώμη του Ιησού Χριστού, τους οποίους, σύμφωνα με το θέλημα του, τους στήριξε στην πίστη με το Άγιο Πνεύμα του.

I. Ο επίσκοπος αυτός ξέρω ότι δεν απέκτησε από μόνος του «ούτε μέσω ανθρώπων τη διακονία», η οποία ανήκει στο κοινό, ούτε με ματαιοδοξία, αλλά με την αγάπη του θεού Πατέρα και του Κυρίου Ιησού Χριστού, για του οποίου την επιείκεια μένω κατάπληκτος, διότι αυτός όταν σιωπά, λέει περισσότερα από εκείνους που μιλούν απερίσκεπτα. 2. Διότι εναρμονίστηκε με τις εντολές, όπως η κιθάρα με τις χορδές. Γι’ αυτό μακαρίζει η ψυχή μου τη σταθερότητα και την ψυχραιμία του, μέσα στα πλαίσια κάθε επιείκειας του ζωντανού Θεού.

II. Τέκνα λοιπόν του φωτός της αλήθειας, να αποφεύγετε τη διαίρεση και τις κακές διδασκαλίες, και όπου βρίσκεται ο ποιμένας, εκεί να πηγαίνετε σαν πρόβατα. 2. Διότι πολλοί λύκοι, που εμπνέουν εμπιστοσύνη με την κακή ηδονή, αιχμαλωτίζουν εκείνους, που ακολουθούν το δρόμο του Θεού· όταν όμως είστε ενωμένοι, δεν έχουν θέση ανάμεσα σας.

III. Αποφεύγετε τα κακά ζιζάνια, τα οποία δεν τα καλλιεργεί ο Ιησούς Χριστός, διότι δεν είναι αυτά φυτεία του Πατέρα. Και τα γράφω αυτά όχι επειδή βρήκα ανάμεσα σας διαίρεση, αλλά αποκαθάρισμα. 2. Διότι όσοι είναι του Θεού και του Ιησού Χριστού, αυτοί βρίσκονται μαζί με τον επίσκοπο, και όσοι πάλι μετανοήσουν και επιστρέψουν στην ενότητα της Εκκλησίας, και αυτοί θα γίνουν του Θεού, για να ζήσουν σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού. 2. Μη πλανάστε, αδερφοί μου· όποιος ακολουθεί αυτόν που προκαλεί σχίσμα, «δεν κληρονομεί τη βασιλεία του Θεού». Όποιος ακολουθεί ξένη γνώμη, αυτός δεν συμφωνεί με το πάθος.

 

IV. Φροντίστε λοιπόν να συμμετέχετε σε μια ευχαριστία· διότι ένα είναι το σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και ένα ποτήρι που ενώνει με το αίμα του· ένα θυσιαστήριο, όπως ένας επίσκοπος μαζί με το πρεσβυτέριο και τους διακόνους, τους ομοδούλους μου, ώστε ό,τι κάνετε, να το κάνετε όπως θέλει ο Θεός.

V. Αδελφοί μου, είμαι πολύ ευχαριστημένος, επειδή σας αγαπώ και με υπερβολική αγαλλίαση σας ασφαλίζω· όχι βέβαια εγώ, αλλά ο Ιησούς Χριστός, για τον οποίο είμαι δέσμιος, και όμως φοβάμαι επειδή ακόμα δεν είμαι ολοκληρωμένος. Η δική σας προσευχή όμως θα με ολοκληρώσει κατά Θεό, ώστε να επιτύχω τον κλήρο που μου έλαχε, έχοντας καταφύγει στο Ευαγγέλιο, σαν να είναι το σώμα του Ιησού, και στους αποστόλους, σαν να είναι το πρεσβυτέριο της Εκκλησίας. 2. Να αγαπάμε όμως και τους προφήτες, επειδή και αυτοί κήρυξαν στο Ευαγγέλιο και ήλπιζαν σ’ αυτόν και τον περίμεναν, και αφού πίστεψαν σ’ αυτόν σώθηκαν, όντας ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό, αξιαγάπητοι και αξιοθαύμαστοι άγιοι, μαρτυρημένοι από τον Ιησού Χριστό και συναριθμημένοι στο Ευαγγέλιο της κοινής ελπίδας.

VI. Εάν όμως κάποιος σας ερμηνεύει τον Ιουδαϊσμό, να μην τον ακούτε. Διότι είναι καλύτερα ένας άνδρας, που έχει περιτομή, να ακούει για τον Χριστιανισμό, παρά αυτός που έχει ακροβυστία να ακούει για Ιουδαϊσμό. Εάν πάλι και οι δύο δεν μιλούν για τον Ιησού Χριστό, αυτοί για μένα είναι στήλες και τάφοι νεκρών, πάνω στους οποίους είναι γραμμένα ονόματα ανθρώπων. 2. Να αποφεύγετε επομένως τα κακά τεχνάσματα και τις ενέδρες του άρχοντα του κόσμου αυτού, μήπως πιεζόμενοι από τη γνώμη του εξασθενίσει η αγάπη σας, και να συναθροίζεστε όλοι μαζί με αχώριστη καρδιά. 2. Ευχαριστώ τον Θεό μου, ότι έχω ελαφρή τη συνείδηση μου μ’ εσάς, και δεν μπορεί κανένας να καυχηθεί, ούτε κρυφά ούτε φανερά, ότι έγινα βάρος σε κάποιον, μικρό ή μεγάλο, και εύχομαι όλα όσα είπα να μη τα κρατήσουν ως αποδεικτικά στοιχεία.

VII. Διότι, αν και μερικοί θέλησαν σαν άνθρωπο να με παραπλανήσουν, αλλά το πνεύμα που είναι από το Θεό δεν παραπλανιέται. «Γιατί γνωρίζει από πού έρχεται και που πηγαίνει», και ελέγχει τα κρυφά. Φώναξα δυνατά μεταξύ εκείνων που μιλούσα, με δυνατή φωνή, με φωνή Θεού· να είτε αφοσιωμένοι στον επίσκοπο και στο πρεσβυτέριο και στους διακόνους. 2. Εάν όμως κάποιοι υποπτευτήκαν ότι τα λέω αυτά, επειδή γνωρίζω την απόσχιση ορισμένων, μάρτυρας μου αυτός για τον οποίο είμαι δέσμιος, ότι δεν το έμαθα από άνθρωπο, αλλά το πνεύμα κήρυξε λέγοντας τα εξής· χωρίς τον επίσκοπο να μην κάνετε τίποτε· να διατηρείτε το σώμα σας σαν ναό του Θεού· αγαπάτε την ενότητα, αποφεύγετε τις διαιρέσεις· γίνετε μιμητές του Χριστού, όπως και αυτός είναι μιμητής του Πατέρα του.

VIII. Και εγώ έκανα το ίδιο, σαν άνθρωπος εκπαιδευμένος για ενότητα. Γιατί εκεί που υπάρχει διαίρεση και οργή, δεν κατοικεί ο Θεός. Όλους λοιπόν όσοι μετανοούν τους συγχωρεί ο Κύριος εφόσον μετανοήσουν για να ενωθούν με τον Θεό και να ακολουθούν τον επίσκοπο. Πιστεύω στη χάρη του Ιησού Χριστού, ο οποίος θα διαλύσει από εσάς κάθε δεσμό. 2. Σας παρακαλώ επίσης να μη κάνετε τίποτα με εριστική διάθεση, αλλά ως μαθητές του Χριστού· γιατί άκουσα κάποιους που έλεγαν, ότι αν δεν το βρω στα αρχεία, δεν πιστεύω στο Ευαγγέλιο, και όταν τους είπα ότι «είναι γραμμένο», μου αποκρίθηκαν ότι ‘είναι υπό συζήτηση’. Για μένα αρχεία είναι ο Ιησούς Χριστός, τα άθικτα αρχεία ο σταυρός του και ο θάνατος και η ανάσταση του και η πίστη μέσω αυτού, για τα οποία θέλω να δικαιωθώ με την προσευχή σας.

IX. Είναι καλοί και οι ιερείς, αλλά ανώτερος είναι ο αρχιερέας, στον οποίο είναι εμπιστευμένα τα άγια των αγίων, στον μόνο που έχουν εμπιστευθεί τα μυστήρια του Θεού· αυτός είναι η πόρτα του Πατέρα, μέσα από την οποία μπαίνουν ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ και οι προφήτες και οι απόστολοι και η Εκκλησία. Όλα αυτά για την ενότητα του Θεού. 2. Το Ευαγγέλιο όμως έχει κάτι το ξεχωριστό, την παρουσία του Σωτήρα, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το πάθος του και την ανάσταση. Διότι αγαπητοί προφήτες το κήρυξαν, το Ευαγγέλιο όμως είναι συμπλήρωση αθανασίας. Όλα μαζί είναι καλά, εάν πιστεύετε με αγάπη.

X. Επειδή, σύμφωνα με την προσευχή σας και την αγάπη που έχετε ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό, μου αναφέρθηκε ότι η Εκκλησία της Αντιόχειας της Συρίας ειρηνεύει, είναι πρέπον σε σας, ως Εκκλησία του Θεού, να ορίσετε ένα διάκονο που να σταλεί ως πρεσβευτής του Θεού, για να χαρεί μαζί τους όταν συγκεντρωθούν όλοι να και να δοξάσουν το όνομα του Θεού. 2. Είναι μακάριος στο όνομα του Ιησού Χριστού εκείνος που θα αξιωθεί να αναλάβει τη διακονία αυτή, αλλά και σεις θα δοξαστείτε. Εάν θέλετε σεις, δεν είναι αδύνατο να σταλεί για το όνομα του Θεού, πράγμα που έκαναν και οι κοντινές Εκκλησίες, οι οποίες έστειλαν επισκόπους, και άλλες πρεσβυτέρους και διακόνους.

XI. Για τον Φίλωνα τον διάκονο από την Κιλικία, άνδρα δοκιμασμένο, ο οποίος και τώρα με υπηρετεί στο λόγο του Θεού μαζί με τον Ρέο τον Αγαθόποδα, άνδρα εκλεκτό, ο οποίος με ακολουθεί από τη Συρία, εγκαταλείποντας τη ζωή, οι οποίοι και σας δίνουν τις διαβεβαιώσεις, και εγώ ευχαριστώ τον Θεό για σας που τους δεχθήκατε, όπως και εσάς σας δέχθηκε ο Κύριος. Εκείνοι όμως που τους ατίμασαν, είθε να λυτρωθούν με την χάρη του Ιησού Χριστού. 2. Σας ασπάζεται η αγάπη των αδερφών της Τρωάδας, από όπου σας γράφω μέσω του Βούρρου, που στάλθηκε μαζί μου από τους Εφεσίους και τους Σμυρναίους τιμητικά. Είθε να τους τιμήσει ο Κύριος Ιησούς Χριστός, στον οποίον ελπίζουν με το σώμα, την ψυχή, την πίστη, την αγάπη και την ομόνοια.

Υγιαίνετε ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό, που είναι η κοινή ελπίδα μας.

(εκδόσεις ΕΠΕ, Αποστολικοί Πατέρες τόμος 4 σελ. 123-131, οι υπογραμμίσεις δικές μας)    

-μνημειώδη πρωτοχριστιανικά κείμενα
Αποστολικών Πατέρων-
στα νέα ελληνικά
 
Εισαγωγή: Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας. Η επισκοπία του αρχίζει από το 70 μ.Χ. Η γνωριμία του με αποστόλους είναι βέβαιη. Οι Επιστολές του Ιγνατίου είναι σχεδόν οι μόνες πηγές του βίου του. Πρόκειται για επίσκοπο οικουμενικού κύρους. Στο διωγμό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε κατασπαραγμό από θηρία στο Κολοσσαίο της Ρώμης. Ο διωγμός συνέβη μεταξύ των ετών 107 και 117. Στις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Ιγνάτιος έγραψε επτά Επιστολές, οι οποίες του εξασφάλισαν την εξαιρετική τιμή του πρώτου μεταποστολικού μεγάλου θεολόγου και πρώτου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας. Οι επιστολές του είναι σπουδαία φιλολογικά και θεολογικά κείμενα. (Στυλιανού Παπαδόπουλου Πατρολογία Α σελ. 177-178)
 
Κείμενο σε μετάφραση στη νεοελληνική, εκδόσεις ΕΠΕ
 

ΠΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
(γράφτηκε ανάμεσα στο 107 & 117 πριν φτάσει στη Ρώμη για το μαρτύριο. Οι χριστιανοί της Ρώμης πάσχιζαν να τον σώσουν και αυτός ζητά στην επιστολή το ακριβώς αντίθετο!)

Εγώ ο Ιγνάτιος, που ονομάζομαι και Θεοφόρος, στην ελεημένη από τη μεγαλειότητα του ύψιστου Πατέρα και του Ιησού Χριστού, του μοναδικού Υιού του, Εκκλησία, την αγαπημένη και φωτισμένη με το θέλημα εκείνου που θέλησε τα πάντα, τα οποία υπάρχουν με την αγάπη του Ιησού Χριστού του Θεού μας, που προΐσταται στη θέση της χώρας των Ρωμαίων, την αντάξια του Θεού, την αξιοπρεπή, την αξιομακάριστη, την αξιέπαινη, την αξία επιτυχίας, την επάξια αγνή και προηγούμενη στην αγάπη, αυτήν που ακολουθεί τον νόμο του Χριστού και φέρει το όνομα του Πατέρα, την οποία και ασπάζομαι στο όνομα του Ιησού Χριστού, του Υιού του Πατέρα, που σωματικά και πνευματικά είναι ενωμένοι με κάθε εντολή αυτού, τους γεμάτους από τη χάρη του Θεού χωρίς διακρίσεις και αποκαθαρισμένους από κάθε ξένο χαρακτηριστικό, είθε να δοκιμάζουν πάρα πολύ μεγάλη χαρά ενωμένοι άμεμπτα με τον Ιησού Χριστό, τον Θεό μας.

I. Αφού προσευχήθηκα στον Θεό, πέτυχα να δω τα αξιόλογα πρόσωπα σας, τα οποία ζητούσα πολύ να συναντήσω. Διότι ως δέσμιος για τον Ιησού Χριστό, ελπίζω να σας ασπασθώ, εάν βέβαια είναι θέλημα να αξιωθώ να φτάσω στο τέλος. 2. Διότι η αρχή είναι εύκολη, εάν βέβαια επιτύχω τη χάρη στο να απολαύσω τον κλήρο μου χωρίς εμπόδια. Γιατί φοβάμαι τη δική σας αγάπη, μήπως με αδικήσει αυτή. Διότι σε σας είναι εύκολο να κάνετε ότι θέλετε, σε μένα όμως είναι δύσκολο να επιτύχω τον Θεό, εάν σεις δεν με σπλαχνισθείτε.

II. Διότι δεν θέλω να αρέσετε στους ανθρώπους, αλλά να αρέσετε στο Θεό, όπως και αρέσετε. Γιατί εγώ ποτέ δεν θα έχω τέτοια ευκαιρία να επιτύχω τον Θεό, ούτε σεις, εάν σωπάσετε, έχετε την ευκαιρία να εγγράψετε στο ενεργητικό σας ανώτερο έργο. Διότι, εάν δεν μιλήσετε για μένα θα γίνω λόγος του Θεού, εάν όμως αγαπήσετε τη σάρκα μου, εγώ θα γίνω πάλι ηχώ. 2. Μη μου δώσετε περισσότερα από του να προσφερθώ σπονδή στο Θεό, αφού ήδη το θυσιαστήριο είναι έτοιμο, ώστε με αγάπη, αφού σχηματίσετε χορωδία, να ψάλετε στον Πατέρα μαζί με τον Ιησού Χριστό, ότι ο Θεός αξίωσε τον επίσκοπο της Συρίας να βρεθεί στη Δύση, αφού τον προσκάλεσε από την Ανατολή. Είναι ωραίο να δύσω από τον κόσμο προς τον Θεό, για να ανατείλω σ’ αυτόν.

III. Δεν βλάψατε ποτέ κανένα· αλλά τους διδάξατε. Εγώ όμως θέλω να είναι βεβαιωμένα και εκείνα που δίνετε ως εντολή διδάσκοντας. 2. Μόνο δύναμη ζητείστε για μένα, εσωτερική και εξωτερική, για να μη λέω μόνο, αλλά και να θέλω, ώστε να μη ονομάζομαι μόνο Χριστιανός αλλά και να είμαι.Διότι εάν είμαι, μπορώ και να ονομάζομαι, και τότε θα είμαι πιστός, όταν δεν φαίνομαι στον κόσμο ότι είμαι. 3. Τίποτε από αυτά που φαίνονται δεν είναι αγαθό. Διότι ο Θεός μας Ιησούς Χριστός, που βρίσκεται στον Πατέρα του, φαίνεται περισσότερο. Ο Χριστιανισμός δεν είναι έργο πειστικότητας, αλλά μεγαλείου, όταν μισείτε από τον κόσμο.

 

IV. Εγώ γράφω σε όλες τις εκκλησίας και παραγγέλνω σε όλους, ότι εγώ πεθαίνω για τον Θεό θεληματικά, εάν βέβαια εσείς δεν με εμποδίσετε. Σας παρακαλώ να μη μου γίνετε εύνοια που εκδηλώνεται σε ακατάλληλο καιρό. Αφήστε με να γίνω τροφή των θηρίων, δια των οποίων θα μπορέσω να επιτύχω τον Θεό. Είμαι σιτάρι του Θεού και αλέθομαι με τα δόντια των θηρίων, για να γίνω καθαρό σιτάρι του Χριστού. 2. καλύτερα να καλοπιάσετε τα θηρία για να γίνουν τάφος μου και να μη αφήσουν τίποτε από το σώμα μου, για μην γίνω βάρος σε κανέναν όταν κοιμηθώ. Τότε θα γίνω αληθινός μαθητής του Χριστού, όταν ο κόσμος δεν δει ούτε το σώμα μου. Εκλιπαρήστε τον Χριστό για μένα, ώστε μέσω των οργάνων αυτών (των θηρίων) να γίνω θυσία στο Θεό. 3. Δεν σας διατάζω όπως ο Πέτρος και ο Παύλος. Εκείνοι ήταν απόστολοι, εγώ κατάδικος· εκείνοι ήταν ελεύθεροι, ενώ εγώ μέχρι τώρα δούλος. Εάν όμως πάθω, θα γίνω δούλος του Ιησού Χριστού που ελευθερώθηκε, και θα αναστηθώ μαζί του ελεύθερος. Τώρα που είμαι δέσμιος έμαθα να μην επιθυμώ τίποτε.

V. Από τη Συρία μέχρι τη Ρώμη δίνω μάχη με τα θηρία στη γη και στη θάλασσα, δεμένος νύχτα και μέρα με δέκα λεοπαρδάλεις, που είναι στρατιωτικό τμήμα, οι οποίοι όταν ευεργετούνται γίνονται χειρότεροι. Από τα αδικήματα τους όμως διδάσκομαι περισσότερο, «χωρίς όμως με αυτό να δικαιώνομαι». 2. Θα προτιμούσα τα θηρία που είναι ετοιμασμένα για μένα, και προσεύχομαι να τα συναντήσω σύντομα, και θα τα παρακαλέσω για να με καταβροχθίσουν, και όχι όπως συνέβηκε με μερικούς, που από δειλία δεν τους άγγιξαν. Και εάν αυτά δεν θελήσουν θα τα εξαναγκάσω εγώ. 3. Να με συγχωρήσετε· εγώ γνωρίζω τι με συμφέρει. Τώρα αρχίζω να γίνομαι μαθητής. Τίποτε να μη με ελκύσει από τα ορατά και αόρατα, για να επιτύχω τον Ιησού Χριστό. Ας έρθουν πάνω μου φωτιά και σταυρός και συμπλοκές θηρίων, κομματιάσματα, διαμελισμοί και διασκορπισμοί των οστών μου, τεμαχισμός των μελών, αλεσμοί όλου του σώματος, κακά βασανιστήρια του διαβόλου, αρκεί μόνο να κερδίσω τον Ιησού Χριστό.

VI. «Τίποτε δεν θα με ωφελήσουν τα ευχάριστα του κόσμου», ούτε οι βασιλείς του κόσμου αυτού. Είναι προτιμότερο να πεθάνω για τον Ιησού Χριστό, παρά να βασιλεύω στα πέρατα της γης. Ζητώ Εκείνον, ο οποίος πέθανε για μας· θέλω Εκείνον, που αναστήθηκε για μας. Και η γέννηση για μένα όπου να ναι, πλησιάζει. 2. Συγχωρήστε με, αδελφοί, μη με εμποδίσετε να ζήσω, μη θελήσετε να πεθάνω· αυτόν που θέλει να ανήκει στον Θεό, μην τον χαρίσετε στον κόσμο, ούτε να τον εξαπατήσετε με την ύλη. 3. Επιτρέψτε μου να γίνω μιμητής του πάθους του Θεού μου. Εάν κάποιος τον έχει μέσα του, ας καταλάβει αυτό που θέλω και ας με συμπαθήσει, γνωρίζοντας αυτά που με έχουν κυριευμένο.

VII. Ο άρχοντας του κόσμου αυτού θέλει να με αρπάξει και να καταστρέψει τη γνώμη μου για το Θεό. Κανένας λοιπόν από σας τους παρόντες να μην τον βοηθήσει· γίνετε μάλλον δικοί μου, δηλαδή του Θεού. Μη κηρύσσετε τον Ιησού Χριστό, αλλά επιθυμείτε τον κόσμο. 2. Να μην υπάρχει μέσα σας φθόνος. Ούτε και αν ακόμα εγώ είμαι παρών και σας παρακαλώ, να μη με πιστέψετε· να πιστέψετε μάλλον σ’ αυτά που σας γράφω. Γιατί σας γράφω ζωντανός, επιθυμώντας να πεθάνω. Ο δικός μου έρωτας, (δηλαδή ο Χριστός) σταυρώθηκε και δεν υπάρχει μέσα μου φωτιά σαρκική, αλλά νερό «ζωντανό», που μιλάει σε μένα από μέσα μου και λέει· έλα στον Πατέρα. 3. Δεν ευχαριστιέμαι με τροφή θανάτου, ούτε με τις ηδονές της ζωής αυτής. Θέλω τον άρτο του Θεού, δηλαδή το σώμα το Ιησού Χριστού, που κατάγεται από τη γενιά του Δαβίδ, και πιοτό θέλω το αίμα του, που είναι αγάπη αθάνατη.

VIII. Δεν θέλω πια να ζω όπως ζουν οι άνθρωποι. Και αυτό θα γίνει, εάν σεις το θελήσετε. Θελήστε το, για να θεληθείτε και σεις. 2. Σας παρακαλώ με λίγα γράμματα· πιστέψτε με. Και ο Ιησούς Χριστός θα σας τα φανερώσει αυτά, ότι τα λέω αληθινά, στο στόμα που δεν λέει ψέματα, με το οποίο μίλησε ο Πατέρας αληθινά. 3. Ζητείστε για μένα να επιτύχω. Δεν σας έγραψα σύμφωνα με την επιθυμία των ανθρώπων, αλλά σύμφωνα με τη γνώμη του Θεού. Εάν πεθάνω, με θέλατε· εάν αποδοκιμαστώ, με μισήσατε.

IX. Να μνημονεύετε στην προσευχή σας για την Εκκλησία της Συρίας, η οποία στη θέση μου χρησιμοποιεί ως ποιμένα της τον Θεό. Μόνο ο Ιησούς Χριστός θα είναι γι’ αυτήν επίσκοπος και η αγάπη σας. 2. Εγώ όμως ντρέπομαι να λέγομαι ότι είμαι από αυτούς· διότι δεν είμαι άξιος, «επειδή είμαι ο τελευταίος από αυτούς και έκτρωμα». Αλλά ελεήθηκα να γίνω κάτι αν επιτύχω το Θεό. 3. Σας ασπάζεται το πνεύμα μου και η αγάπη των εκκλησιών που με δέχθηκαν στο όνομα του Ιησού Χριστού, όχι σαν τυχαίο διαβάτη. Διότι και εκείνες που δεν ήταν στον δρόμο, που ακολουθούσα σωματικά, με συναντούσαν στις πόλεις.

X. Σας τα γράφω αυτά από τη Σμύρνη, μέσω των αξιομακάριστων Εφεσίων. Μαζί μου είναι μεταξύ άλλων πολλών και ο Κρόκος, το ποθητό μου όνομα. 2. Γι αυτούς που ήρθαν πριν από μένα στη Ρώμη από τη Συρία προς δόξα του Θεού, νομίζω ότι τους έχετε γνωρίσει, να πείτε σ’ αυτούς ότι βρίσκομαι κοντά. Διότι όλοι τους είναι αντάξιοι απέναντι στο Θεό και σε σας, τους οποίους πρέπει να τους αναπαύσετε σε όλα. 3. Τα έγραψα αυτά σε σας την προηγούμενη μέρα των καλάντων του Σεπτεμβρίου.
Να υγιαίνετε και να χαίρεστε μέχρι τέλους, δείχνοντας υπομονή στο όνομα του Ιησού Χριστού.


(εκδόσεις ΕΠΕ, Αποστολικοί Πατέρες τόμος 4 σελ. 113-121, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

   
-μνημειώδη πρωτοχριστιανικά κείμενα
Αποστολικών Πατέρων-
στα νέα ελληνικά
 
Εισαγωγή: Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας. Η επισκοπία του αρχίζει από το 70 μ.Χ. Η γνωριμία του με αποστόλους είναι βέβαιη. Οι Επιστολές του Ιγνατίου είναι σχεδόν οι μόνες πηγές του βίου του. Πρόκειται για επίσκοπο οικουμενικού κύρους. Στο διωγμό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε κατασπαραγμό από θηρία στο Κολοσσαίο της Ρώμης. Ο διωγμός συνέβη μεταξύ των ετών 107 και 117. Στις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Ιγνάτιος έγραψε επτά Επιστολές, οι οποίες του εξασφάλισαν την εξαιρετική τιμή του πρώτου μεταποστολικού μεγάλου θεολόγου και πρώτου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας. Οι επιστολές του είναι σπουδαία φιλολογικά και θεολογικά κείμενα. (Στυλιανού Παπαδόπουλου Πατρολογία Α σελ. 177-178)
 
Κείμενο σε μετάφραση στη νεοελληνική, εκδόσεις ΕΠΕ
 

ΠΡΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΛΛΙΑΝΟΥΣ
(γράφτηκε μεταξύ 107 και 117)

Εγώ ο Ιγνάτιος, που λέγομαι και Θεοφόρος, στην αγαπημένη από τον Θεό Πατέρα Ιησού Χριστού αγία Εκκλησία που βρίσκεται στις Τράλλεις της Ασίας, την εκλεκτή και αντάξια του Θεού, που ειρηνεύει σαρκικά και πνευματικά με το πάθος του Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι η ελπίδα μας ότι θα βρεθούμε μαζί του κατά την ανάσταση, την οποία και ασπάζομαι στο σύνολο της σύμφωνα με το αποστολικό χαρακτήρα, και εύχομαι να έχει μεγάλη χαρά.

I. Γνωρίζω ότι έχετε αψεγάδιαστη διάνοια και αδιάκριτη σε υπομονή, όχι από τη χρησιμοποίηση, αλλά από τη φύση, όπως μου φανέρωσε ο επίσκοπος σας Πολύβιος, ο οποίος ήρθε με θέλημα του Θεού και του Ιησού Χριστού στη Σμύρνη και χάρηκε τόσο πολύ μαζί μου που είμαι δέσμιος για τον Ιησού Χριστό, ώστε στο πρόσωπο αυτού να βλέπω όλο το πλήθος σας. 2. Αφού λοιπόν δέχθηκα την εύνοια του Θεού μέσω αυτού, δόξασα τον Θεό που σας βρήκα να είστε μιμητές του Θεού, όπως έμαθα.

II. Διότι, όταν πειθαρχείτε στον επίσκοπο, σαν να είναι ο Ιησούς Χριστός, μου φαίνεται ότι δεν ζείτε όπως οι άνθρωποι, αλλά σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού, ο οποίος πέθανε για μας, ώστε πιστεύοντας στον θάνατο του, να αποφύγετε τον θάνατο. 2. Διότι, είναι αναγκαίο, όπως και κάνετε, χωρίς την άδεια του επισκόπου να μην κάνετε τίποτε, αλλά να πειθαρχείτε και στο πρεσβυτέριο, σαν να είναι οι απόστολοι του Ιησού Χριστού, της ελπίδας μας, μέσα στον οποίο θα βρεθούμε να ζούμε. 3. Αλλά πρέπει και αυτοί που είναι υπηρέτες των μυστηρίων του Ιησού Χριστού να αρέσουν σε όλους με κάθε τρόπο. Διότι δεν είναι υπηρέτες φαγητών και πιοτών, αλλά υπηρέτες της Εκκλησίας του Θεού. Πρέπει λοιπόν και αυτοί να φυλάγονται από τις παρανομίες, όπως από τη φωτιά.

III. Επίσης όλοι να σέβονται τους διακόνους, σαν τον Ιησού Χριστό, όπως και τον επίσκοπο, που είναι σύμβολο του Πατέρα, και τους πρεσβύτερους, σαν το συνέδριο του Θεού και σύνδεσμο των αποστόλων. Χωρίς αυτούς Εκκλησία δεν υπάρχει.2. Γι΄αυτά είμαι πεπεισμένος ότι σεις έτσι φέρεστε. Διότι το δείγμα της αγάπης σας το έλαβα και το έχω μαζί μου, στο πρόσωπο του επισκόπου σας, του οποίου η έκφραση αποτελεί μεγάλη διδασκαλία, και η πραότητα του δύναμη, τον οποίο σκέπτομαι ότι σέβονται ακόμα και οι άθεοι. 3. Επειδή σας αγαπώ, αποφεύγω, αν και μπορώ, να γράψω γι’ αυτόν περισσότερα· δεν ήταν τέτοια η πρόθεση μου, ώστε, ενώ είμαι αξιοκατάκριτος, να σας διατάζω σαν να είμαι απόστολος.

 

IV. Πιστεύω πολλά με τη θέληση του Θεού, αλλά προσέχω τον εαυτό μου, για να μη χαθώ από καύχηση. Διότι τώρα πρέπει να φοβάμαι περισσότερο και να μην προσηλώνομαι σ’ αυτούς που με κάνουν να υπερηφανεύομαι. Γιατί αυτοί που μου τα λένε με μαστιγώνουν. 2. Βέβαια αγαπώ το μαρτύριο, αλλά δεν γνωρίζω αν είμαι άξιος. Διότι ο ζήλος στους πολλούς δεν φαίνεται, εμένα όμως με πολεμά. Γι’ αυτό έχω ανάγκη πραότητας, με την οποία καταργείται ο άρχοντας του κόσμου αυτού.

V. Μήπως δεν μπορώ να σας περιγράψω τα επουράνια πράγματα; Φοβάμαι όμως μήπως, επειδή είστε ακόμα νήπιοι, σας προκαλέσω βλάβη. Και συγχωρείστε με, αν κάποτε, μη μπορώντας να τα καταλάβετε, μπερδευτείτε. 2. Αλλά και εγώ, επειδή είμαι δέσμιος, δεν σημαίνει ότι μπορώ να κατανοώ τα επουράνια πράγματα και τις τοποθεσίες των αγγέλων και τους σχηματισμούς των αρχόντων, και τα ορατά και τα αόρατα, και γι’ αυτό είμαι ακόμα ταυτόχρονα και μαθητής. Διότι πολλά μας λείπουν, για να μη είμαστε μακριά από τον Θεό.

VI. Σας παρακαλώ λοιπόν, όχι εγώ, αλλά η αγάπη του Ιησού Χριστού, να χρησιμοποιείτε μόνο τη χριστιανική τροφή και να αποφεύγετε τα ξένα βότανα, δηλαδή τους αιρετικούς. 2. οι οποίοι εμπλέκουν στους εαυτούς τους τον Ιησού Χριστό, πιστεύοντας ότι είναι καταξιωμένοι, σαν να δίνουν θανάσιμο δηλητήριο μαζί με μίγμα κρασιού και μελιού, το οποίο παίρνει ευχαρίστως όποιος το αγνοεί, παίρνοντας έτσι με την κακή ηδονή και τον θάνατο.

VII. Να φυλάγεσθε λοιπόν από αυτούς. Και αυτό θα γίνει αν δεν υπερηφανεύεστε και μένετε αχώριστοι από τον Θεό Ιησού Χριστό και από τον επίσκοπο και τις αποστολικές διατάξεις. 2. Εκείνος που βρίσκεται μέσα στο θυσιαστήριο είναι καθαρός, ενώ εκείνος που κάνει κάτι χωρίς την άδεια του επισκόπου και του πρεσβυτερίου και του διακόνου, αυτός δεν έχει καθαρή τη συνείδηση του.

VIII. Δεν τα γράφω αυτά επειδή έμαθα ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο μεταξύ σας, αλλά για να σας προφυλάξω, επειδή μου είστε αγαπητοί, προσβλέποντας τις παγίδες του διαβόλου. Εσείς λοιπόν, αφού αναλάβετε και πάλι την πραότητα, ξανακτίστε τους εαυτούς σας με πίστη, που είναι το σώμα του Κυρίου, και με αγάπη, που είναι το αίμα του Ιησού Χριστού. 2. Κανένας σας να μην έχει τίποτε εναντίον του πλησίον του. Να μην δίνετε αφορμές στους εθνικούς, για να μη βλασφημείται το πλήθος των αφοσιωμένων στον Θεό εξαιτίας λίγων ανόητων. Διότι «αλλοίμονο σε εκείνον εξαιτίας της ματαιότητας του οποίου βλασφημείται το όνομα μου σε κάποιους.»

IX. Γίνετε κουφοί λοιπόν, όταν σας μιλάει κάποιος χωρίς τον Ιησού Χριστό, ο οποίος προέρχεται από το γένος του Δαβίδ και τη Μαρία, γεννήθηκε αληθινά, έφαγε και ήπιε,, διώχτηκε πραγματικά από τον Πόντιο Πιλάτο, σταυρώθηκε πραγματικά και πέθανε, ενώ έβλεπαν τα επουράνια και τα επίγεια και τα υποχθόνια. 2. Αυτός και αληθινά αναστήθηκε από τους νεκρούς, που τον ανάστησε ο Πατέρας του, και κατά το πρότυπο αυτού θα αναστήσει και εμάς, που πιστεύουμε σε αυτόν, ο Πατέρας με τον Ιησού Χριστό, χωρίς τον οποίο δεν μπορούμε να ζήσουμε αληθινά.

X. Εάν όμως, όπως λένε κάποιοι που είναι άθεοι, δηλαδή άπιστοι, αυτός (ο Χριστός) έπαθε φαινομενικά, όντας αυτοί φαινομενικοί, τότε εγώ γιατί είμαι δέσμιος, και γιατί προσεύχομαι να αγωνιστώ με τα θηρία; Επομένως πεθαίνω άδικα, και άρα λέω ψέματα για τον Κύριο.

XI. Αποφύγετε λοιπόν τις κακές παραφυάδες, οι οποίες παράγουν θανατηφόρο καρπό, τον οποίο εάν τον γευθεί κάποιος πεθαίνει αμέσως. Διότι αυτοί «δεν είναι φυτεία του Πατέρα». 2. Γιατί αν ήταν, θα φαίνονταν κλαδιά του σταυρού και θα ήταν ο καρπός τους αθάνατος, αφού μέσω αυτού (του σταυρού) μας προσκαλεί στο πάθος του, εφόσον είμαστε εφ’ όσον είμαστε μέλη του. Δεν μπορεί λοιπόν να γεννηθεί κεφάλι χωρίς μέλη, αφού ο Θεός υπόσχεται την ένωση των μελών με το κεφάλι, που είναι αυτός ο ίδιος.

XII. Σας ασπάζομαι από τη Σμύρνη, μαζί με τις Εκκλησίες του Θεού που είναι εδώ παρούσες, οι εκπρόσωποι των οποίων με ανακούφισαν σε όλα, σωματικά και πνευματικά. 2. Σας παρακαλούν τα δεσμά μου, τα οποία περιφέρω για τον Ιησού Χριστό, και ζητώ να κερδίσω τον Θεό. Να επιμένετε στην ομόνοια σας και να προσεύχεσθε ο ένας για τον άλλο. Διότι πρέπει ο καθένας από σας και ιδιαίτερα οι πρεσβύτεροι να ανακουφίζετε τον επίσκοπο, προς τιμήν του Πατέρα, του Ιησού Χριστού και των αποστόλων. 3. Προσεύχομαι να με ακούσετε με αγάπη, για να μη βρεθώ κατηγορούμενος μεταξύ σας επειδή σας έγραψα. Να προσεύχεσθε όμως και για μένα, ο οποίος έχω ανάγκη την αγάπη σας μαζί με την ευσπλαχνία του Θεού, ώστε να αξιωθώ να πετύχω τον κλήρο που με περιβάλλει, «για να μη βρεθώ ανάξιος».

XIII. Σας ασπάζεται η αγάπη των Σμυρναίων και των Εφεσίων. Να μνημονεύετε στις προσευχές σας την Εκκλησία της Συρίας, από την οποία δεν είμαι άξιος να λέω ότι προέρχομαι, επειδή είμαι ο τελευταίο εκείνων. 2. Να υγιαίνετε ω προς την πίστη του Ιησού Χριστού, και να πειθαρχείτε στον επίσκοπο σύμφωνα με την εντολή, καθώς επίσης και στο πρεσβυτέριο, και οι άνδρες να αγαπάτε ο ένας των άλλο με ακέραιη καρδιά. 3. Εξαγνίζεται το πνεύμα μου για σας, όχι μόνο τώρα, αλλά και όταν θα πετύχω τον Θεό, γιατί ακόμα βρίσκομαι σε κίνδυνο. Όμως είναι αξιόπιστος ο Πατέρας του Ιησού Χριστού, και θα εκπληρώσει την αίτηση τη δική μου και τη δική σας, μπροστά στον οποίο είθε να βρεθείτε άμεμπτοι.


(εκδόσεις ΕΠΕ, Αποστολικοί Πατέρες τόμος 4 σελ. 103-111, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

   

katafigioti

lifecoaching