ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

ΔΕΥΤΕΡΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Πρόγραμμα Ακολουθιών - 2η Θεία Λειτουργία

Κάθε ΚΥΡΙΑΚΗ τελείται

στον Άγιο Σώστη

και

ΔΕΥΤΕΡΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

ΣΤΙΣ 10.30 - 11.40 Π.Μ.

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Με ποιόν μοιάζει ο χριστιανός, που σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση;
Μ' έναν οδοιπόρο, που στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυ­μίας.

Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πό­δια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Η θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη η θάλασσα είναι καλυμμένη απ' αυτά τα κύματα, που μοιάζουν με τερά­στιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια.

Ο οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, η σκέψη του; Και πού η καρδιά του; Η σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και η καρδιά του στην κρί­ση του Θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του· εκεί είναι με το αίσθημά του· εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ο φόβος του.

Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ο φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει η θάλασσα. Εκεί που πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο κα­θρέφτη τους θα αντανακλά ο βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτί­νες του σ' όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιέβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζωγράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Αγίου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα αφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν. Όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν. Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα αφροστέφανα!

Κοιτάζοντας από τον ήσυχο αρσανά τη θάλασσα του βί­ου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνω­μονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ' έφερες σ' ετούτη την αγία μονή. Μ' έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες» [1]. Για τούτο μόνο πονάει η ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνω­στο: Θα περάσω, άραγε, από δω, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς» [2]; Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τι κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος» [3].

Έρημος Αγίου Σεργίου, 1843
_________________

1. Ψαλμ. 30:21
2. Ψαλμ. 41:5
3. Ψαλμ. 55:12

(Πηγή: «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ» τ. Α',  ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ, Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)

Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη· αυτά να μεταδίδομε.

Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.

Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε. Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;». Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο Θεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.

Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός. Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό.

Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βγαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλο, όπως μεταφέρεται  η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλος παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς. Αυτό γίνεται απ’ τη δική μας αγανάκτηση. Εμείς μεταδίδομε μυστικώ τω τρόπω την κακία μας. Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς …».

Η βασκανία είναι πολύ άσχημο πράγμα. Είναι η κακή επίδραση που γίνεται όταν κανείς ζηλέψει κι ορεχθεί κάτι ή κάποιον. Θέλει μεγάλη προσοχή. Η ζήλεια κάνει πολύ κακό στον άλλο. Αυτός που βασκαίνει δεν το βάζει καν στο νου του ότι κάνει κακό. Είδατε τι λέει και η Παλαιά Διαθήκη: «Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά».

Όταν όμως ο άλλος είναι άνθρωπος του Θεού και εξομολογείται και μεταλαμβάνει και έχει πάνω του τον Σταυρό, δεν τον πιάνει τίποτα. Όλοι οι δαίμονες να πέσουν πάνω του δεν καταφέρνουν τίποτα.

Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται «ηθικολόγος». Αυτός ο «ηθικολόγος» όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές  αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλο. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός.

… Λέμε παραδείγματος χάριν: «Έπρεπε να κάνεις αυτό· δεν το έκανες, να τι έπαθες!». Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί. Κατά ένα μυστηριώδη και αφανή τρόπο μειώνομε στον άλλο τη δύναμη να πάει στο αγαθό, του κάνομε κακό. Μπορεί να γίνομε αιτία ν’ αρρωστήσει, να χάσει τη δουλειά του, την περιουσία του κ.λπ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν κάνομε κακό μόνο στον πλησίον μας αλλά και στον εαυτό μας, γιατί απομακρυνόμαστε απ’ την χάρι του Θεού. Και τότε προσευχόμεθα και δεν εισακουόμεθα. «Αιτούμεν και ου λαμβάνομεν». Γιατί; Το σκεφθήκαμε ποτέ αυτό; «Διότι κακώς αιτούμεθα». Πρέπει να βρούμε τρόπο να θεραπεύσομε την τάση που υπάρχει μέσα μας να αισθανόμαστε και να σκεπτόμαστε με κακία για τον άλλο.

Είναι δυνατόν να πει κάποιος, «έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ’ τον Θεό», και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Είναι, όμως, πολύ λεπτό πράγμα να διακρίνει κανείς αν έχει ή δεν έχει κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.

Δεν συμβαίνει το ίδιο αν πούμε μετά φόβου ότι ο άλλος δεν ζει καλά και να προσευχόμαστε να τον βοηθήσει ο Θεός και να του δώσει μετάνοια· δηλαδή ούτε λέμε, ούτε κατά βάθος επιθυμούμε να τον τιμωρήσει ο Θεός γι’ αυτό που κάνει. Τότε όχι μόνο δεν κάνομε στον πλησίον κακό, αλλά του κάνομε και καλό. Όταν εύχεται κανείς για τον πλησίον του, μια καλή δύναμη βγαίνει απ’ αυτόν και πηγαίνει στον αδελφό και τον θεραπεύει και τον δυναμώνει και τον ζωογονεί. Μυστήριο πως φεύγει από μας αυτή η δύναμη. Όμως πράγματι αυτός που έχει μέσα του το καλό στέλνει την καλή αυτή δύναμη στους άλλους μυστικά και απαλά. Στέλνει στον πλησίον του φως, που δημιουργεί έναν κύκλο προστασίας γύρω του και τον προφυλάσσει απ’ το κακό. Όταν έχομε για τον άλλο αγαθή διάθεση και προσευχόμαστε, θεραπεύομε τον αδελφό και τον βοηθάμε να πάει προς τον Θεό.

Υπάρχει μία ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα. Αυτό γίνεται και με την κατάρα, η οποία είναι δύναμη που ενεργεί το κακό. Αν, όμως, πάλι με αγάπη προσευχηθούμε για κάποιον, όση απόσταση κι αν μας χωρίζει, μεταδίδεται το καλό. Άρα και το καλό και το κακό δεν τα επηρεάζουν οι αποστάσεις. Μπορούμε να τα στείλομε σε αποστάσεις απέραντες. … Ο θρούς της ψυχής μας φθάνει μυστηριωδώς κι επηρεάζει  τον άλλον, έστω κι αν δεν εκφράσομε ούτε μια λέξη. Και χωρίς να μιλήσουμε, μπορεί να μεταδώσουμε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ’ τα λόγια.

Η κακή δύναμη δεν έχει φραγμούς, δεν εμποδίζεται ούτε από κλειδαριές ούτε από αποστάσεις. Η κακή δύναμη μπορεί και το αυτοκίνητο να το γκρεμίσει χωρίς να υπάρχει καμιά βλάβη. 

Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσουμε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνουμε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια.

Βέβαια αυτό στην αρχή είναι λίγο δύσκολο.

Πρώτα ήταν ανίκανος να κάνει το καλό, (ο απόστολος Παύλος) μετά που ήλθε ο Χριστός μέσα του έγινε ανίκανος να κάνει το κακό. Και φώναζε μάλιστα: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός». Το έλεγε, το κήρυττε με καύχηση, ότι «έχω τον Χριστό μέσα μου», ενώ πρωτύτερα έλεγε: «Ήθελα να κάνω το καλό, αλλά δεν μπορούσα».

Έτσι θ’ αποσπάσουμε την χάρη του Θεού, θα καταστούμε ένθεοι. Άμα δοθούμε κατά κει, άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως. Παράδεισος!

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ
 
μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις γέροντες, φορτωμένους με τις εμπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού. Παρόλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε: Δεν σας γνωρίζω, όμως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι.
 
Αυτοί την ρωτάνε: Ο άντρας σου είναι στο σπίτι; Όχι δεν είναι εδώ, απάντησε εκείνη. Τότε δεν μπορούμε να έρθουμε, της λένε οι γέροντες. Όταν επέστρεψε ο σύζυγος, η γυναίκα του περίγραψε το περιστατικό. Ας έρθουν, τώρα που επέστρεψα!
 
Η γυναίκα βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, μιας και ήταν ακόμη εκεί. Δεν μπορούμε να έρθουμε όλοι, της λένε οι τρεις γέροντες.
 
Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί!
 

Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγά ξεκινώντας να της συστήνεται: Είμαι ο Πλούτος, της λέει.
 
Της συστήνει, μετά, τον δεύτερο που είναι η Ευτυχία.
 
Και, τέλος, τον τρίτο που είναι η Αγάπη.
 
Τώρα, της λένε, πήγαινε στον άνδρα σου και διαλέξτε ποιος από τους τρεις μας θα έρθει να φάει μαζί σας.
 
Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της αυτά που της είπαν οι γέροντες.
Ο άνδρας ενθουσιάζεται και λέει: Τι τυχεροί που είμαστε! Να έρθει ο Πλούτος!
 
Έτσι θα έχουμε όλα όσα επιθυμούμε! Η σύζυγος του όμως δεν συμφωνούσε: Και γιατί να μην έχουμε τη χαρά της Ευτυχίας; Η κόρη τους που άκουγε από μια γωνιά, τότε, τους λέει: Δε θα ταν καλύτερα να καλούσαμε την Αγάπη;
 
Το σπίτι μας θα είναι πάντα γεμάτο αγάπη! Ας ακούσουμε αυτό που λέει η κόρη μας, λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του.Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη να περάσει στο σπιτικό μας.
 
Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά: Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει μαζί μας.
 
Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι και οι δύο άλλοι να τον ακολουθούν! Έκπληκτη η γυναίκα, ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία: Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς;
 
Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες μαζί: Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έμεναν απέξω. Τώρα όμως που κάλεσες την Αγάπη, όπου πάει η Αγάπη, πάμε κι εμείς μαζί της!

ΧΡΙΣΤΟΣ-ΕΡΩΤΗΜΑ

ΑΣ  ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ  θεωρητικά ότι πέθανες.
Πηγαίνεις στον Παράδεισο και  δύο χρυσόμορφοι Άγγελοι παραστέκουν δίπλα σου δείχνοντάς σου τα απερίγραπτα κάλλη του Παραδείσου .Εσύ τότε κατευτυχισμένος φτάνεις στις θύρες  και εκεί βλέπεις τον Χριστό να σε περιμένει και να σε ρωτά κατάματα:

-Παιδί μου να! Ο Παράδεισος που κέρδισες ! με τα καλά σου έργα ,μπορείς να τον απολαύσεις αιωνίως. Όμως πρέπει να ξέρεις ότι από εδώ και στο εξής  εγώ θα πορευθώ στην κόλαση να κάνω συντροφιά στους κολασμένους. Λοιπόν τι διαλέγεις ; Να έρθεις μαζί μου , δίπλα μου, στην κόλαση , αφού λές ότι με αγαπάς , ή να καθήσεις χωρίς εμένα στον Παράδεισο;
Τι θα του απαντούσαμε άραγε του Χριστού;
Βέβαια  τούτο το ερώτημα ουσιαστικά δεν στέκει , διότι και εάν υποθέσουμε ότι ο Κύριος πήγαινε στην κόλαση ευθύς αμέσως αυτή θα μεταμορφωνόταν σε Παράδεισο ,αφού ο ίδιος ο Χριστός είναι η Ζωή και ο Παράδεισος.

Όμως το δίλημμα  είναι πολύ υπαρκτό:
Αγαπάς Τον  Χριστό  επειδή  σου χαρίζει τον Παράδεισο να περνάς καλά εκεί ή επειδή η καρδιά σου φλέγεται για το Πανάγιο βασανισμένο πρόσωπό Του.

Βλέπετε και τις Μυροφόρες στο μνήμα ;
Δεν τους νοιάζει αν ο Χριστός αναστήθηκε ή όχι , δεν τους νοιάζει άν  δικαιωθήκανε οι προσδοκίες του ή όχι  και παρότι τον έχουνε για  πεθαμένο, μία  άψυχη νεκρική σωρό, ακόμη τον πιστεύουνε ως Θεό και τον φωνάζουνε Κύριο
Αντιθέτως οι άντρες, οι Μαθητές , όχι μόνο φοβούνται να πλησιάσουν το Μνήμα δια τον φόβο των Ιουδαίων ,αλλά δεν θέλουν επ’ουδενί να έρθουν σε ένα κοιμητήρι, ταπεινωμένοι και αντιμέτωποι με την αποτυχία των ονείρων και των προσδοκιών τους. Γιαυτό και ο Χριστός κατόπιν τους ελέγχει  «δια  τὴν ἀπιστίαν  καὶ σκληροκαρδίαν»(Μαρκ ις΄-14)
Ας θυμηθούμε λοιπόν τον  Όσιο της Αγάπης, τον Άγιο Πορφύριο τον Ομονοιάτη να λέει ¨
«Παιδί μου , ένα πράγμα μόνο να ζητάς: πώς να αγαπήσεις Τον Χριστό .Και τότε,   θα σου δοθούν  τα πάντα .»

Ας αγαπήσουμε λοιπόν αυτό το Πάσχα τον Χριστό ,όχι για τα καταναλωτικά ουράνια αγαθά που αναμένουνε να λάβουμε , αλλά από φιλότιμο ,κάνοντας την καρδιά μας κατοικητήριό της Αγάπης Του και την   Ζωή Του ζωή μας.

 Η μύγα και η μέλισσα

Γέροντος Παισίου αγιορείτου

Γνώρισα ἐκ πείρας ὅτι σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ οἱ ἄνθρωποι εἶναι χωρισμένοι σὲ δύο κατηγορίες. 

Τρίτη δὲν ὑπάρχει -ἢ στὴ μία θὰ εἶναι ἢ στὴν ἄλλη. 

Ἡ μία, λοιπόν, κατηγορία τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μὲ τὴ μύγα. Ἡ μύγα ἔχει τὴν ἑξῆς ἰδιότητα: νὰ πηγαίνει πάντα καὶ νὰ κάθεται σὲ ὅ,τι βρώμικο ὑπάρχει. Γιὰ παράδειγμα, ἂν ἕνα περιβόλι εἶναι γεμάτο λουλούδια, ποὺ εὐωδιάζουν, καὶ σὲ μία ἄκρη τοῦ περιβολιοῦ κάποιο ζῶο ἔχει κάνει μία ἀκαθαρσία, τότε μιὰ μύγα, πετώντας μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πανέμορφο περιβόλι, θὰ πετάξει πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ἄνθη καὶ σὲ κανένα δὲν θὰ καθίσει. Μόνο ὅταν δεῖ τὴν ἀκαθαρσία, τότε ἀμέσως θὰ κατέβει καὶ θὰ καθίσει πάνω σ’ αὐτὴν καὶ θὰ ἀρχίσει νὰ τὴν ἀνασκαλεύει, ἀναπαυόμενη στὴ δυσωδία ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὸ ἀνακάτεμα αὐτὸ καὶ δὲ θὰ ξεκολλᾶ ἀπὸ ἐκεῖ. Ἂν τώρα ἔπιανες μιὰ μύγα, καὶ αὐτὴ μποροῦσε νὰ μιλήσει καὶ τὴ ρωτοῦσες νὰ σοῦ πεῖ μήπως ξέρει ἂν πουθενὰ ὑπάρχουν τριαντάφυλλα, τότε ἐκείνη θὰ ἀπαντοῦσε πὼς δὲ γνωρίζει κἄν τί εἶναι αὐτά. Ἐγώ, θὰ σοῦ πεῖ, ξέρω πὼς ὑπάρχουν σκουπίδια, τουαλέτες, ἀκαθαρσίες ζώων, μαγειρεῖα, βρωμιές. Ἡ μία λοιπὸν μερίδα τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μὲ τὴ μύγα. Εἶναι ἡ κατηγορία τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχει μάθει πάντα νὰ σκέφτεται καὶ νὰ ψάχνει νὰ βρεῖ ὅ,τι κακὸ ὑπάρχει, ἀγνοώντας καὶ μὴ θέλοντας ποτὲ νὰ σταθεῖ στὸ καλό.

 

Ἡ ἄλλη κατηγορία τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μὲ τὴ μέλισσα. Ἡ ἰδιότητα τῆς μέλισσας εἶναι νὰ βρίσκει καὶ νὰ κάθεται σὲ ὅ,τι καλὸ καὶ γλυκὸ ὑπάρχει. Ἂς ποῦμε, γιὰ παράδειγμα, πὼς σὲ μία αἴθουσα, ποὺ εἶναι γεμάτη ἀκαθαρσίες ἔχει κάποιος τοποθετήσει σὲ μία γωνιὰ ἕνα λουκούμι. Ἂν φέρουμε ἐκεῖ μία μέλισσα, ἐκείνη θὰ πετάξει και δὲν θὰ καθήσει πουθενὰ ἕως ὅτου βρεῖ τὸ λουκούμι καὶ μόνον ἐκεῖ θὰ σταθεῖ.

 

Ἂν πιάσεις τώρα τὴ μέλισσα καὶ τὴ ρωτήσεις ποῦ ὑπάρχουν σκουπίδια, αὐτὴ θὰ σοῦ πεῖ ὅτι δὲ γνωρίζει, θὰ σοῦ πεῖ ἐκεῖ ὑπάρχουν γαρδένιες, ἐκεῖ τριανταφυλλιές, ἐκεῖ θυμάρι, ἐκεῖ μέλι, ἐκεῖ ζάχαρη, ἐκεῖ λουκούμια καὶ γενικὰ θὰ εἶναι γνώστης ὅλων τῶν καλῶν καὶ θὰ ἔχει παντελῆ ἄγνοια ὅλων τῶν κακῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη ὁμάδα, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ποὺ ἔχουν καλοὺς λογισμοὺς καὶ σκέπτονται καὶ βλέπουν τὰ καλά

 

Ὅταν σ ‘ἕνα δρόμο βρεθοῦν νὰ περπατοῦν δύο ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν στὶς δύο αὐτὲς κατηγορίες, τότε φτάνοντας στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ὅπου ἕνας τρίτος ἔκανε τὴν «ἀνάγκη» του, ὁ ἄνθρωπος τῆς πρώτης κατηγορίας, θὰ πάρει ἕνα ξύλο καὶ θ’ ἀρχίσει νὰ σκαλίζει τὶς ἀκαθαρσίες. Ὅταν, ὅμως περάσει ὁ ἄλλος, τῆς δεύτερης κατηγορίας, ποὺ μοιάζει μὲ τὴ μέλισσα, προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τρόπο νὰ τὶς σκεπάσει μὲ χῶμα καὶ μὲ μία πλάκα, γιὰ νὰ μὴν αἰσθανθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι περαστικοὶ τὴ δυσωδία αὐτή, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὶς βρωμιές ». Καὶ κατέληξε ὁ Γέροντας: 

 

«Ἐγὼ σὲ ὅσους ἔρχονται καὶ μοῦ κατηγοροῦν τοὺς ἄλλους -καὶ μὲ δυσκολεύουν- τοὺς λέω αὐτὸ τὸ παράδειγμα καὶ τοὺς ὑποδεικνύω νὰ διαλέξουν σὲ ποιὰ κατηγορία θέλουν νὰ βρίσκονται καὶ ἀναλόγως νὰ ψάξουν νὰ βροῦν καὶ τοὺς ἀνάλογους ἀνθρώπους τῆς κατηγορίας τους. »

 

Ο Κύριος είπε: «όστις υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται» (Ματθ. 23,12)

Στη χριστοειδή αγάπη δεν υπάρχει ψεύτικη ταπείνωση ούτε σύμπλεγμα κατωτερότητας. Είναι άγια, τέλεια.

Η Βασιλεία ανήκει σ’ αυτήν. Είναι καθαρό φως, στο οποίο δεν υπάρχει σκοτάδι. Αγκαλιάζει όλη τη δημιουργία με χαρά για τη σωτηρία της. Λυπάται για την πτώση κάποιου.

Η παρουσία της χριστοειδούς ταπεινώσεως στις καρδιές μας σηκώνει το πνεύμα στη σφαίρα του ακτίστου Φωτός, όπου δεν υπάρχει θάνατος.

Το αισθανόμαστε καθώς ο Θεός ζει μέσα μας. Οι Γραφές διακηρύττουν ότι ο Θεός είναι αγάπη. Μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός είναι ταπείνωση.

Χωρίς την ταπείνωση του Χριστού δεν καθαρίζεται ο νους και δεν αναπαύεται ποτέ η ψυχή εν τω Θεώ, αλλά ταράζεται πάντοτε από διάφορους λογισμούς, που παρεμποδίζουν τη θεωρία του Θεού.

Ω, η κατά Χριστόν ταπείνωση! Όποιος σε δοκίμασε, ορμά προς τον Θεό ακόρεστα ημέρα και νύχτα.

Αυτός είναι ο παράδεισος του Κυρίου. Όλοι θα ζουν με αγάπη και η χριστοειδής ταπείνωσή τους θα κάνει κάθε άνθρωπο ευτυχισμένο, βλέποντας τους άλλους σε μεγαλύτερη δόξα. Η ταπεινότητα του Χριστού κατοικεί στους ελάχιστους που ευχαριστούνται να είναι οι ελάχιστοι των ανθρώπων.

Η ευχή του Ιησού θα μας οδηγήσει ν’ ανακαλύψουμε ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη είναι μοναδική, για την οποία ο Χριστός σταυρώθηκε.

«Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς». Όταν λέμε την προσευχή αυτή, συνάπτουμε με τον Χριστό μια προσωπική σχέση, που ξεπερνά τη λογική. Η ζωή του Χριστού εισχωρεί σιγά-σιγά μέσα μας.

Στις ημέρες μας η “αποκτήνωση” του κόσμου έλαβε φοβερές διαστάσεις. Η έκπτωση από την αυθεντική χριστιανική πίστη έχει γίνει καθολικό φαινόμενο. Η λέξη που χαρακτηρίζει τον αιώνα μας είναι η «αποστασία»….Όσο όμως οι άνθρωποι παραμένουν όμοιοι με τα άγρια θηρία, δεν πρέπει να αναμένουμε ειρήνη επάνω στη γη. Είναι μάταιες όλες οι προσπάθειες με τις οδούς της διπλωματίας και με άλλα παρόμοια μέσα για την αποτροπή της συμφοράς του πολέμου.

Είναι πρωτίστως απαραίτητη η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, απαραίτητη η “ανθρωποποίηση” του θηριώδους αυτού κόσμου.


Γνωρίζουμε μόνο ότι ο Χριστός αναστήθηκε και εν Αυτώ όλοι εμείς θα αναστηθούμε.

Μια σκοτεινή νύχτα, έπιασε μια καταιγίδα κάποιον στον δρόμο.

Χτυπάει την πρώτη πόρτα που συναντά.

- Ανοίξτε μου σας παρακαλώ να γλυτώσω από τούτο το κακό.

- Α, δεν μπορώ, λέει μια αυστηρή φωνή από μέσα, εγώ είμαι η «Δικαιοσύνη». Είσαι άξιος της τιμωρίας αυτής. Δικαίως έρχεται στο κεφάλι σου. Εγώ την έστειλα!

Χτυπάει κι άλλη πόρτα παρακεί…

 

- Άνοιξε μου, λέει, να προφυλαχτώ.

- Εδώ μένει η «Αλήθεια», λέει μια φωνή από μέσα! Ποτέ δεν σου άρεσε η συντροφιά μου. Πώς με θυμήθηκες τώρα;

Κι ο ταλαίπωρος άνθρωπος προχώρησε απελπισμένος.

Χτυπάει τρίτη πόρτα τώρα.

- Άνοιξε μου σε παρακαλώ. Ποιος κάθεται εδώ;

- Το «Έλεος», απαντά μια πρόθυμη φωνή από μέσα και την ίδια στιγμή η πόρτα ανοίγει. Πέρασε μέσα φίλε μου, του λέει, τόσο καιρό σε περίμενα! Φόρεσε αυτά τα καθαρά, καινούργια ρούχα, για σένα τα έχω, ξεκουράσου τώρα!

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟ ΚΑΘΕ ΜΕΤΑΝΟΗΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ!!!

Αλήθεια όμως, εμείς έχουμε μετάνοια, ταπείνωση, εξομολογούμαστε τα λάθη μας, πλησιάζουμε την Θεία Κοινωνία, τον ίδιο τον Θεό για να ζητήσουμε συγχώρεση και προστασία και να ξεκουραστούμε κοντά Του, στην στοργική αγκαλιά Του;

ΠΟΘΟΥΜΕ ΝΑ ΜΠΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΚΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΕΝΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥ;

Ας ρωτήσουμε τους εαυτούς μας. Εκείνος μας περιμένει…

 

Έγινε πολύς λόγος για το νησί της Σπιναλόγκα, με αφορμή το ομώνυμο βιβλίο με τίτλο «Το νησί», της Αγγλίδας Victoria Hislop.

 

Ένα από τα ιστορικά στοιχεία που πληροφορούμαστε είναι ότι οι χανσενικοί που κατοικούσαν στη Σπιναλόγκα ήταν οργισμένοι με τον Θεό, για το λόγο ότι η ασθένειά τους ήταν μια μεγάλη και αφόρητη δοκιμασία. Ένας Γεραπετρίτης παπάς τόλμησε να τους επισκεφθεί κάποτε και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί, συντροφιά με τους νέους του κατοίκους. Λένε πως στην πρώτη Λειτουργία δεν πάτησε ψυχή.

 

Οι λεπροί άκουγαν πεισμωμένοι από τα κελιά τους την ψαλμωδία, κι άλλοτε την σκέπαζαν με τα βογκητά τους κι άλλοτε με τις κατάρες τους. Ο ιερέας όμως ξαναπήγε. Στην δεύτερη τούτη επίσκεψη ένας από τους ασθενείς πρόβαλε θαρρετά στο κατώφλι του ναού.

 

- Παπά, θα κάτσω στην Λειτουργία σου μ’ έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις. Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις την κατάλυση και δεν θα φοβηθείς τη λέπρα μου.

Ο ιερέας έγνευσε συγκαταβατικά. Στα κοντινά κελιά ακούστηκε η κουβέντα κι άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι στο πλάι του ναού, εκεί που ήταν ένα μικρό χάλασμα, με λιγοστή θέα στο ιερό. Παραμόνευσαν οι χανσενικοί στο τέλος της Λειτουργίας κι είδαν τον παπά δακρυσμένο και γονατιστό στην Ιερή Πρόθεση να κάνει την κατάλυση.

 

Πέρασε μήνας. Οι χανσενικοί τον περίμεναν. Πίστευαν πως θά ‘ρθει τούτη τη φορά ως ασθενής κι όχι ως ιερέας. Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής και ροδαλός κι άρχισε με ηθικό αναπτερωμένο να χτυπά την καμπάνα του παλιού ναΐσκου. Έκτοτε και για δέκα τουλάχιστον χρόνια η Σπιναλόγκα είχε τον ιερέα της. Οι χανσενικοί αναστύλωσαν μόνοι τους της εκκλησία και συνάμα αναστύλωσαν και την πίστη τους.  Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν πως το “θαύμα της Σπιναλόγκα” συνέβαινε ξανά και ξανά.

 

To 1957, με την ανακάλυψη των αντιβιοτικών και την ίαση των λεπρών, το λεπροκομείο έκλεισε και το νησί ερημώθηκε. Μόνο ο ιερέας έμεινε στο νησί ως το 1962, για να μνημονεύει τους λεπρούς μέχρι 5 χρόνια μετά το θάνατό τους. Ιδού, λοιπόν, ένας σύγχρονος αθόρυβος ήρωας, που δεν τιμήθηκε για το έργο του από κανέναν, και που -αν προσέξατε- δεν παραθέσαμε το όνομά του γιατί απλά δεν το γνωρίζουμε! Το γνωρίζει όμως -σίγουρα- ο Θεός! Κι αυτό μας αρκεί!

 

ΑΦΗΓΗΣΗ

 

Ήμουνα λεπρός. Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια. Η κατάστασή μας ήταν φρικτή. Η αρρώστια παραμόρφωνε τα πρόσωπά μας, έτρωγε τα άκρα μας. Πολλοί λεπροί ήταν χωρίς φρύδια, χωρίς μάτια, χωρίς μύτη, χωρίς χείλη, χωρίς δάκτυλα χεριών και ποδιών. Πολλών το σώμα σκεπαζόταν από μια φρικτή κρούστα. Οι πληγές ξερνούσαν πολλές φορές ακαθαρσίες και έτσι κολλούσε το σώμα με τα ρούχα. Και είχαν οι πληγές μια τρομερή βρώμα από πύο! Η ιατρική περίθαλψη ήταν ασήμαντη. Υπήρχε στο νησί ένας γιατρός και ήμαστε οι άρρωστοι περίπου εξακόσιοι! Και δεν έφταναν αυτά. Ζούσαμε οι περισσότεροι σε σπίτια μικρά, υγρά και ανήλια.

 

Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν. Ήταν τούτο κάτι ανώτερο από τις δυνάμεις τους. Δεν μπορούσε η ψυχή να νικήσει τη σάρκα.

 

Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γυναίκες, που έπλυναν τα ρούχα μας, άφηναν το νησί της φρίκης λίγο πριν τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στην Πλάκα, που ήταν δυτικά και απέναντι της Σπιναλόγκας. Φεύγοντας έκλειναν την πελώρια πύλη του βενετσιάνικου τείχους, που χώριζε την αποβάθρα από το χωριό μας. Και μέναμε οι λεπροί ολομόναχοι. Συντροφιά με τη μοίρα μας! Η απομάκρυνσή τους βέβαια από το νησί ήταν δικαιολογημένη. Έπρεπε να ζήσουν μερικές ώρες μακριά από το «νησί των ζωντανών νεκρών», όπως αποκαλούσαν τη Σπιναλόγκα τότε δημοσιογράφοι των αθηναϊκών εφημερίδων.

 

Τις δύσκολες ώρες όλοι μας, όταν δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι με τα μάτια καρφωμένα στο συνάνθρωπό μας, γονατιστοί στρέφομε τα μάτια μας προς τα άνω. Και εμείς, βρισκόμενοι στη Σπιναλόγκα, στο Γολγοθά του ανθρώπινου πόνου, πηγαίναμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα και στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και προσευχόμαστε σιωπηλά. Νιώθαμε όλοι την ανάγκη ενός ιερέα. Εκείνος μόνο θα μπορούσε να μας παρηγορήσει με το λόγο του Θεού, να μας συμπαρασταθεί πνευματικά. Όμως ιερέας ερχόταν στο νησί μας από την Ελούντα μόνο δύο φορές το μήνα. Ερχόταν Σαββατόβραδο, έκανε τον εσπερινό και έφευγε. Ερχόταν πάλι την επόμενη μέρα, τελούσε τη Θεία Λειτουργία και έφευγε. Ερχόταν και άλλες φορές. Τότε όμως ερχόταν από αναπότρεπτη ανάγκη, για να κηδέψει τους νεκρούς μας!

 

Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοί άντρες στην αυλή του καφενείου μας, που ήταν κοντά στην πύλη. Τότε πιο πέρα φάνηκε ένας ιερέας. Καταλάβαμε όλοι μας ότι ήρθε στο νησί, για να λειτουργήσει. Μόλις μας είδε ήρθε κοντά μας. Μας καλημέρισε με εγκαρδιότητα. Όλοι μας όρθιοι και με ελαφρά υπόκλιση τον καλωσορίσαμε. Κανένας μας όμως δεν έτεινε το χέρι του, για να τον χαιρετήσει. Ο λεπρός δεν πρέπει να χαιρετά με χειραψία. Κι αυτό, για να μη μεταδώσει την καταραμένη του αρρώστια. Τότε εκείνος μας χαιρέτησε όλους με χειραψία! Μας είπε απλά ότι θα μείνει κοντά μας, για να μας βοηθάει στην εκπλήρωση των χριστιανικών μας καθηκόντων. Η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη.

 

Την άλλη μέρα πήγαμε στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Παρακολουθήσαμε όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία, που τελούσε με δωρική απλότητα και απροσμέτρητη ευσέβεια.  Την Κυριακή αυτή δεν μεταλάβαμε. Δεν είχαμε ενημερωθεί έγκαιρα για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και δεν είχαμε νηστέψει. Στο τέλος της Λειτουργίας πήραμε από το χέρι του αντίδωρο. Και παίρνοντας το αντίδωρο του φιλούσαμε όλοι το χέρι! Ήταν κάτι που το επιδίωξε ο ίδιος. Καθώς έδινε το αντίδωρο, πλησίαζε το χέρι του στο στόμα μας. Όλων μας τα μάτια βούρκωσαν από συγκίνηση. Πριν έρθει εκείνος, το αντίδωρο το παίρναμε από ένα καλαμόπλεχτο πανέρι που τοποθετούσε ο νεωκόρος στο παγκάρι.

 

Την επόμενη Κυριακή πήγαμε σχεδόν όλοι στην εκκλησία. Η εκκλησία ήταν κατάμεστη, το ίδιο και το προαύλιό της. Τη μέρα αυτή μεταλάβαμε όλοι. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας είδαμε τον ιερέα μας να καταλύει ο,τι είχε απομείνει στο Άγιο Ποτήριο από τη μετάληψή μας! Ανοίξαμε όλοι τα ματιά μας από έκπληξη. Νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε. Χοντρά και καυτά δάκρυα ανάβρυσαν από τα μάτια μας. Ο προηγούμενος ιερέας ο,τι απέμενε από τη μετάληψή μας -ασφαλώς κατά θεία οικονομία- το έχυνε στο χωνευτήρι.

 

Ο ιερομόναχος Χρύσανθος έμενε κοντά μας νύκτα και μέρα. Και έμεινε κοντά μας δέκα χρόνια! Τα χρόνια αυτά εκδήλωσε σε όλους μας όχι μόνο την αγάπη της γλυκύτητας, αλλά και την αγάπη της ευποιίας. Μας επισκεπτόταν στα σπίτια μας. Μας καθοδηγούσε όλους. Ενίσχυε με τα λίγα χρήματα που είχε τους φτωχούς.  Και έκανε τούτο τηρώντας το «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. ΣΤ´, 3). Ευγνωμονώ, όπως και όλοι οι άρρωστοι της Σπιναλόγκας, τον πατέρα Χρύσανθο για…

 

Δεν ολοκλήρωσε όμως τη φράση του. Ξέπασε σ᾽ ένα βουβό κλάμα.

 

    Η Αστυνομική Ταυτότητα του ιερομονάχου Χρυσάνθου, όπου αναγράφεται ως κατοικία του η

 Σπιναλόγκα.

Η Αστυνομική Ταυτότητα του ιερομονάχου Χρυσάνθου, όπου αναγράφεται ως κατοικία του η Σπιναλόγκα.

 

Ο πατήρ Χρύσανθος, κατά κόσμον Ματθαίος Κατσουλογιαννάκης, γεννήθηκε στα Έξω Μουλιανά της Επαρχίας Σητείας στις 15 Ιουλίου 1893. Παρακολούθησε μαθήματα της έκτης τάξης του δημοτικού σχολείου χωρίς να πάρει απολυτήριο. Ο επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Αμβρόσιος τον έκρινε μοναχό το 1911 και τον τοποθέτησε στη Μονή Τοπλού. Στις 20 Ιανουαρίου τον χειροτόνησε ιεροδιάκονο και στις 26 Σεπτεμβρίου 1920 ιερομόναχο. Το 1941, έπειτα από αίτησή του, ο επίσκοπός του Φιλόθεος Μαζοκοπάκης τον μετέθεσε στην Μονή Φανερωμένης Ιεράπετρας. Εξεδήμησε εις Κύριον στις 3 Απριλίου 1972 και ενταφιάσθηκε στη Μονή Τοπλού.

 

Πηγές:roykoymoykoy.blogspot.gr-www.sitiapress.gr- ahdoni.blogspot.gr 

 

Όλοι στο συγκρότημα διαμερισμάτων ήξεραν ποιος ήταν ο «Άσχημος» . Ο Άσχημος ήταν ένας μικρός γάτος που περιφέρονταν στη γειτονιά και αγαπούσε τρία πράγματα σε αυτόν το κόσμο: να παλεύει με τους άλλους γάτους, να τρώει σκουπίδια αλλά και τα χάδια, όταν τα έβρισκε.

Ο συνδυασμός αυτών των πραγμάτων σε συνδυασμό με την ζωή που πέρασε στους δρόμους, είχαν την επίδρασή τους στον Άσχημο. Για παράδειγμα ο μικρός γάτος είχε μόνο ένα μάτι και εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει το άλλο, βρίσκονταν στη θέση του μια τρύπα. Δεν είχε όμως μόνο αυτό το πρόβλημα. Του έλειπε και το αυτί από την ίδια πλευρά που δεν είχε μάτι, ενώ το αριστερό του πόδι πρέπει να είχε σπάσει άσχημα στο παρελθόν και να επουλώθηκε με αφύσικο τρόπο γιατί στο περπάτημα του, δεν θύμιζε με τίποτα μια γάτα.

Όλοι είχαν προειδοποιηθεί να μην αγγίξουν αυτή τη γάτα. Ένας άντρας όμως το έκανε και του άλλαξε τη ζωή.

Ο Άσχημος θα ήταν ένας όμορφος άσπρος γάτος, αν δεν υπήρχαν οι πληγές που κάλυπταν το τρίχωμα του, στο κεφάλι του, στο λαιμό του, ακόμη και στους ώμους του. Κάθε φορά που κάποιος έβλεπε τον Άσχημο είχε πάντα την ίδια αντίδραση: «Πω πω, πόσο άσχημη είναι αυτή η γάτα!!!»

Όλα τα παιδιά είχαν προειδοποιηθεί να μην τον αγγίζουν και οι ενήλικες του πέταγαν πέτρες, τον κλωτσούσαν και τον έδιωχναν όταν προσπαθούσε να πλησιάσει στις πόρτες τους.

Ο Άσχημος είχε πάντα την ίδια αντίδραση στις επιθέσεις των ανθρώπων. Αν του πέταγες νερό με το λάστιχο, στέκονταν πάντα ακίνητος μέχρι να βαρεθείς και να σταματήσεις. Αν του πέταγες πέτρες, αντί να τρέξει, σε πλησίαζε περισσότερο και έτριβε το ψηλόλιγνο σώμα του στα πόδια σου, σαν να σε συγχωρούσε για τη πράξη σου.

Κάθε φορά που ο Άσχημος έβλεπε μικρά παιδιά, έτρεχε γρήγορα προς το μέρος τους για να ακουμπήσει με το κεφάλι του τα χέρια τους, ικετεύοντας για την αγάπη τους. Αν αυτά δεν τον έδιωχναν αμέσως, έπαιρνε θάρρος και άρχιζε να γλύφει με μανία τα παπούτσια, τα παντελόνια ότι μπορούσε να βρει, σαν τους έλεγε «Ευχαριστώ που με αποδέχεστε όπως είμαι». 

Μια μέρα ο «Άσχημος» θέλησε να μοιραστεί την αγάπη του με το όμορφο χάσκι ενός γείτονα. Το χάσκι όμως δεν ήταν τόσο ευγενικό και φιλικό με τον Άσχημο.

Όλοι η γειτονιά άκουσε τις κραυγές του δύστυχου γάτου την ώρα που το χάσκι τον δάγκωνε άσχημα σε όλο του το σώμα. Κάποιοι φιλεύσπλαχνοι γείτονες μόλις κατάλαβαν τι συμβαίνει, έτρεξαν για να τον βοηθήσουν. Ήταν όμως πολύ αργά για τον Άσχημο. Όταν πλησίασαν ήταν πια φανερό ότι η θλιβερή ζωή του, είχε φτάσει στο τέλος της.

Ο Άσχημος ήταν ξαπλωμένος στη μέση μιας μεγάλης κόκκινης κηλίδας. Τα πίσω πόδια και το κάτω μέρος της πλάτης του, είχαν πάρει ένα αφύσικο σχήμα, ενώ είχε τρομερές πληγές σε όλο του το σώμα.

Κάποιος άντρας, τον λυπήθηκε, τον σήκωσε και προσπάθησε να τον μεταφέρει στο σπίτι του για να τον περιποιηθεί. «Καθώς τον μετέφερα, μπορούσα να ακούσω τον συριγμό και το λαχάνιασμα του. Μπορούσα να αισθανθώ τον αγώνα που έδινε για να κρατηθεί στη ζωή» είπε αργότερα.

Την ώρα που ο άντρας έτρεχε προς το σπίτι του κρατώντας στην αγκαλιά του το τραυματισμένο γατί, κάτι ένιωσε. Γύρισε το βλέμμα του και είδε τον ετοιμοθάνατο Άσχημο να προσπαθεί, με όση δύναμη του είχε απομείνει, να τρίψει το κεφάλι του πάνω του. Ο άντρας τον χάιδεψε και αυτός γύρισε, τον κοίταξε με το ένα του μάτι και άρχισε να κάνει αυτόν τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνουν όλα τα γατιά όταν νιώθουν χαρά και ευχαρίστηση. Ακόμα και στις τελευταίες της στιγμές, μέσα σε τρομερούς πόνους, αυτή η σημαδεμένη γάτα το μόνο που ζητούσε ήταν λίγη αγάπη, ίσως και λίγη συμπόνια.

«Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι ο Άσχημος είναι το πιο όμορφο, το πιο τρυφερό πλάσμα που είχα δει ποτέ μου» είπε ο άντρας αργότερα. «Δεν προσπάθησε ούτε μια φορά να με δαγκώσει, να με γρατσουνίσει ή να παλέψει για να με αποφύγει. Ο Άσχημος απλά με κοίταξε σαν να μου εμπιστευόταν απόλυτα τη ζωή του, σαν να γνώριζε ότι θα μπορούσα να του ανακουφίσω τον πόνο του».

Ο Άσχημος τελικά πέθανε πριν προλάβει ο άντρας να φτάσει στο σπίτι του.

«Κάθισα σε κάποια σκαλοπάτια με το νεκρό γατί στην αγκαλιά μου για αρκετή ώρα και προσπαθούσα να σκεφτώ πώς ένα σημαδεμένο, παραμορφωμένο μικρό αδέσποτο μπόρεσε και άλλαξε έτσι τη ζωή μου. Πως μου δίδαξε μέσα σε τόσο λίγα δευτερόλεπτα τι σημαίνει να έχεις πραγματική καθαρότητα του πνεύματος, να αγαπάς τόσο απόλυτα και τόσο αληθινά. Να δίνεις, χωρίς να ζητάς ανταλλάγματα. Ο Άσχημος μου έμαθε πολλά περισσότερα για την προσφορά και τη συμπόνια από χίλια βιβλία, διαλέξεις ή τηλεοπτικές εκπομπές. Γι "αυτό θα τον ευχαριστώ για πάντα. Ο Άσχημος ήταν σημαδεμένος εξωτερικά, αλλά εγώ ήμουν σημαδεμένος εσωτερικά. Ήταν ώρα για μένα να προχωρήσω και να μάθω να αγαπώ αληθινά και βαθιά. Για να δώσω τον εαυτό μου σε εκείνους που νοιάζονται για μένα.»

Κάποιοι άνθρωποι θέλουν να είναι πιο πλούσιοι, κάποιοι πιο επιτυχημένοι και κάποιοι άλλοι πιο όμορφοι. Ο άντρας όμως από εκείνη την μέρα, όπως είπε, θα προσπαθήσει απλά να γίνει πιο άσχημος.

Άραγε τι να σημαίνει "θλίψη" και από τι προκαλείται;
Η θλίψη είναι η συντριβή των συναισθημάτων τα οποία ενεργούν και εξουσιάζουν την καρδιά και το σώμα και ως επέκταση και την ψυχή του ανθρώπου.
Ο φόβος της μοναξιάς ή της εγκατάλειψης, μάς προτρέπει να παίρνουμε λάθος επιλογές.
Συχνά συμβιβαζόμαστε με τις ανθρώπινες σχέσεις μόνο και μόνο για να μην νιώθουμε μοναξιά.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη μοναξιά από το να ζεις, να ξυπνάς ή να βρίσκεσαι μέσα σε μια αγκαλιά που δεν αγαπάς!

Η μεγαλύτερη θλίψη γεννιέται μέσα στους ανθρώπους και όχι έξω από αυτούς. Ακριβώς το αντίθετο από την σχέση μας με το Θεό.
Όταν ζεις χωρίς την κατανόηση των γύρω σου, χωρίς να έχεις ένα στήριγμα, χωρίς βοήθεια, χωρίς αγάπη, χωρίς ελπίδα, τότε βιώνεις μια μεγάλη εσωτερική μοναξιά, βιώνεις την θλίψη της ψυχής.

Κι όμως όλα αυτά μπορείς να τα αποκτήσεις έχοντας μέσα σου τον Θεό. Η παρουσία του Θεού στην καθημερινότητά σου, σού δίνει όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα. Διαύγεια, δύναμη σωματική και ψυχική, υγεία, ευφορία κ.α.
Η εγκατάλειψη των ανθρώπων τι μας στερεί;
Μήπως την επικοινωνία; Μήπως την συντροφικότητα; Μήπως την συμπαράσταση; Μήπως την κατανόηση; Την προστασία; Την ανθρώπινη επαφή; Μια συμβουλή; Την αγάπη;
Αλήθεια, πείτε μου τι από τα παραπάνω δεν μπορεί ο Θεός μας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών να μας χαρίσει;

Όμως πείτε μου, τις πνευματικές μας ανάγκες ποιός άνθρωπος είναι ικανός να μας τις εκπληρώσει;
Την πνευματική μας τροφή ποιος άνθρωπος μπορεί να μας την χαρίσει; Κανείς!
Κι όμως δεν διψάμε για την παρουσία-συντροφικότητα του Θεού στη ζωή μας. Για να κρατήσουμε τον/την σύντροφό μας ή για να είμαστε αρεστοί προς τους άλλους κάνουμε θυσίες και αλλάζουμε συνήθειες, τιθασεύουμε τον χαρακτήρα μας, αλλάζουμε τελείως την ζωή μας. Για τον Θεό ποια θυσία κάνουμε;
Τελικά, τι είναι αυτό που μας αποκόπτει από το Θεό; Τι εννοούμε εγκατάλειψη και σε ποια εγκατάλειψη αναφερόμαστε; Του Θεού ή την δική μας απέναντι του;

Κανένας γέροντας, κανένας ασκητής, κανένας Άγιος δεν είπε ότι, όταν ζήτησαν την βοήθεια Του, ο Θεός δεν τους άπλωσε τo χέρι. Άρα, ποιος εγκαταλείπει ποιον και γιατί;

Ζούμε σε έναν κόσμο που δεν έμαθε να αγαπά, να προσφέρει, να θυσιάζεται. Δεν νιώσαμε πολλές φορές την αγάπη, ίσως ούτε από τους γονείς μας αλλά ούτε από τους συντρόφους μας γιατί και αυτοί δεν την γνωρίζουν πως είναι στ' αλήθεια. Ξέρουμε πως μπορεί να είναι αλλά δεν την έχουμε γευτεί. Για αυτό και ο Θεός μας συγχωρεί και μας περιμένει.
Περιμένει μια μικρούλα προσευχή, έναν μικρό αναστεναγμό, ένα μικρό δάκρυ στην εξομολόγηση.

Εμείς εγκαταλείπουμε τον Θεό και επιλέγουμε την απομόνωση και την μοναξιά εκτός ή εντός του κόσμου.
Όμως ποτέ δεν είναι αργά. Όταν "πέφτεις" πονάς, υποφέρεις, δακρύζεις. Όμως για να σηκωθείς κοιτάς ψηλά για να πιαστείς από κάπου και να σταθείς όρθιος για να συνεχίσεις.
Εάν "πέσουμε", ας μην μείνουμε εκεί δακρυσμένοι και απελπισμένοι. Ας κοιτάξουμε ψηλά κι ας πιαστούμε από το χέρι του Θεού κι ας μην το αφήσουμε ποτέ για να συνεχίσουμε τη ζωή μας χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.

με πολλή αγάπη Γεωργία

katafigioti

lifecoaching