E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου  
 
ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ;  
 
Με πολλή ευχαρίστησι αναλαμβάνω να συζητήσω μαζί σας τα όσα αναφέρετε στην αξιόλογη επιστολή σας. Βλέπω ότι στην περιοχή σας αρχίζει ν' ανάβει μια πυρκαγιά και γι' αυτό σπεύδω να σας απαντήσω ό,τι ο Θεός με φωτίσει.
Γράφετε: «Μας εμφανίσθηκε κάποιος κήρυκας της πίστεως που φαίνεται ευγενής και περιέρχεται τα σπίτια, διαβάζει το Ευαγγέλιο, το ερμηνεύει, διδάσκει την πίστη στο Χριστό και παρακινεί σε μετάνοια. Κοντά μου κατοικεί ένας φτωχός βιβλιοδέτης. Στο σπίτι του έρχεται αυτός ο κήρυκας και συγκεντρώνει αρκετό κόσμο. Πήγα κι εγώ εκεί δυο φορές. Ακούγεται μάλιστα ότι και σε άλλα μέρη κηρύττει και συγκεντρώνει πολύ κόσμο».
Ας σταματήσουμε το γράμμα σας στο σημείο αυτό. Καθαρά φαίνεται εδώ ότι ο νέος αυτός κήρυκας της πίστεως δεν είναι κήρυκας της Εκκλησίας. Πώς διδάσκει την πίστη στο Χριστό χωρίς να έχει αναγνωρισθεί σαν ιεροκήρυκας από την Εκκλησία; Αυτό είναι γεγονός πρωτάκουστο! Έπρεπε εξ αρχής να συλλογισθείτε ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει, και να ήσασταν σε επιφυλακή.  
 
Λέτε στη συνέχεια ότι διδάσκει πίστη στο Χριστό και ομιλεί διαρκώς από τα Ευαγγέλια. Αυτό ακριβώς θα έπρεπε να σας κάνει πιο προσεκτικό. Γιατί σας διδάσκει πίστη στον Χριστό; Μήπως δεν είσθε Χριστιανός; Εσείς από παιδί πιστεύετε στο Χριστό και ζείτε μέσα στους κόλπους της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όταν λοιπόν άρχισε να διδάσκει περί πίστεως στο Χριστό σε σάς που ήδη πιστεύετε, θα έπρεπε να σκεφθείτε ότι ή δική του πίστις πιθανόν να είναι διαφορετική από την δική σας, την πίστη δηλαδή της Εκκλησίας μας.
Και όμως κανένας σας δεν διαμαρτυρήθηκε. Λέγοντας σας να πιστεύετε στον Χριστό, σάς θεώρησε απίστους. Και σεις το ακούσατε με απάθεια, σαν να ήσασταν πραγματικά άπιστοι. Αυτό είναι το δεύτερο λάθος σας, μεγαλύτερο από το πρώτο!
 
Γράφετε: «Ομιλεί διαρκώς για τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και για τη σωτήρια θυσία Του. Ομιλεί μ' ενθουσιασμό. Τον ακούμε ευχάριστα και ολοένα μας ελκύει». Άραγε ξεχωρίσατε αν είναι ορθόδοξος ή ετερόδοξος; Πιθανόν θα σκεφθήκατε ότι αφού ομιλεί για τον Σωτήρα Χριστό, και μάλιστα μ' ενθουσιασμό, ασφαλώς δικός μας θα είναι, στην αλήθεια θα βρίσκεται και την αλήθεια θα κηρύττει. Ελκυσθήκατε με όλα αυτά και πέσατε στην απάτη. Μπορεί μεν να ήταν ορθόδοξος, αλλά ξέπεσε από την Ορθοδοξία. Είναι αιρετικός! Μπορεί να κηρύττει την εν Χριστώ σωτηρία, αλλά όχι όπως μάς την δίδαξε ο ίδιος ο Χριστός και οι άγιοι απόστολοι.
Είναι βέβαια γεγονός ότι όσοι βρίσκονται στην πλάνη πιστεύουν ότι κατέχουν την αλήθεια. Οι παπικοί, που πρώτοι αποσχίσθηκαν από την Εκκλησία, θεωρούν ότι αποκλειστικά με το μέρος τους είναι ή αλήθεια. Οι προτεστάντες, που κατηγόρησαν τη χρεοκοπία των παπικών σε πολλά σημεία, αντί να επιστρέψουν στην αλήθεια, απομακρύνθηκαν περισσότερο από τους παπικούς.
 
Στους Άγγλους δεν άρεσε ο γερμανικός Προτεσταντισμός και οικοδόμησαν δικό τους, στα μέτρα τους, σύμφωνα με τις δικές τους απόψεις και όχι σύμφωνα με τις αιώνιες αλήθειες που αποκάλυψε ο Θεός.
Και από τον Αγγλικανισμό και από τον Προτεσταντισμό ξεφύτρωσαν αργότερα πολλές παραφυάδες, και οι αιρέσεις πολλαπλασιάσθηκαν.
Ενώ όμως στη Δύση διαρκώς ξεφύτρωναν ποικίλες κακοδοξίες, περισσότερο ή λιγότερο πλανεμένες, στην Ανατολή παρέμενε αμετάβλητη στην πίστη της η Ορθοδοξία, η αληθινή Εκκλησία, που σαν θησαυροφυλάκιο περιέχει τη θεία αλήθεια. Ενώ πέρασαν τόσοι αιώνες, διατηρήθηκε αλώβητη και αναλλοίωτη η αλήθεια στους κόλπους της Ορθοδοξίας και έφθασε μέχρι σε μάς, όπως κηρύχθηκε από το Θεό και τους αγίους αποστόλους Του.
Ενώ σεις λοιπόν από μικρός γαλουχηθήκατε με την αιωνόβια αλήθεια, ο ψευδοκήρυκάς σας μόλις χθες διδάχθηκε την πλάνη. Ωστόσο αυτός δεν διστάζει παντού να διακηρύττει την κακοδοξία του, ενώ σεις χωρίς καμιά επιφύλαξη στραφήκατε προς αυτόν και κινδυνεύετε να αποκοπείτε από την αγία Εκκλησία και από την αλήθεια του Θεού.
Αντιλαμβάνομαι τις αντιδράσεις τόσο τις δικές σας, όσο και των συνακροατών σας: «Μα τι ψέμα κηρύττει; Αυτός την αλήθεια αναγγέλλει, την εν Χριστώ σωτηρία διδάσκει, το Ευαγγέλιο ευαγγελίζεται».
Αυτό δεν έκαναν πάντα οιm αιρετικοί; Αναρίθμητες αιρέσεις εμφανίσθηκαν, όλες όμως απορρίφθηκαν από την Ορθοδοξία, παρ' όλο που κηρύττουν τον Σωτήρα Χριστό! Κανείς σας δεν υποψιάσθηκε ότι αυτό το προσκυνητό όνομα είναι στα χείλη του πλανεμένου σαν δόλωμα, για να παραπλανήσει και να οδηγήσει στην καταστροφή τις απλοϊκές ψυχές σας. Δεν διαβάσατε στο Ευαγγέλιο τα προειδοποιητικά λόγια του Κυρίου «Προσέχετε από των ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται προς υμάς εν ενδύμασι προβάτων, έσωθεν δε είσι λύκοι άρπαγες»; (Ματθ. 7,15).
 
Μου γράφετε ότι ο ψευδοκήρυκάς σας διαβάζει και διδάσκει μέσα από το Ευαγγέλιο. Ασφαλώς το άγιο Ευαγγέλιο και όλη η Καινή Διαθήκη είναι η πλέον πιστή πηγή, ο ασφαλής φάρος της σωστής πορείας προς τη σωτηρία.
Αλλά δεν είναι εύκολο για τον καθένα που διαβάζει το Ευαγγέλιο να το κατανοεί πλήρως και να βαδίζει έτσι ασφαλώς στο δρόμο της σωτηρίας. Μπορεί κάποιος να διαβάζει το Ευαγγέλιο, αλλά να το ερμηνεύει λανθασμένα. Γι' αυτόν το Ευαγγέλιο αποτελεί όργανο καταστροφής!
Και τούτο γιατί; Γιατί δεν γνωρίζει καλά το δρόμο της σωτηρίας. Δεν γνωρίζει ορισμένες προϋποθέσεις της ή μάλλον μερικά σημεία της πνευματικής πορείας, όπως π.χ. την πίστη, την τήρηση των εντολών, την απόκτηση της θ. Χάριτος κ.τ.λ. Στο Ευαγγέλιο τα σημεία αυτά δεν αναφέρονται συγκεντρωμένα, αλλά έχουν καταγραφεί σε διάφορα χωρία. Για να βαδίσει όμως κανείς ασφαλώς το δρόμο της σωτηρίας πρέπει να γνωρίζει όλα αυτά τα σημεία.
Σ' αυτό πολλοί σκοντάφτουν. Αρχίζει κάποιος να συγκεντρώνει διάφορα αγιογραφικά χωρία, που σχετίζονται άμεσα με τη σωτηρία και αποτελούν βασικές προϋποθέσεις της, στρέφει μετά την προσοχή του σε ένα ή σε δύο απ' αυτά, τα απομονώνει από όλη την Αγία Γραφή και φωνάζει: «Βρήκα, βρήκα το δρόμο της σωτηρίας!».
 
Με τον τρόπο αυτό ο ένας διακηρύττει: «Πίστευε και θα σωθείς». Ο δεύτερος αποφαίνεται: «Απόκτησε την θ. Χάρη και τίποτε άλλο δεν χρειάζεσαι». Ο τρίτος συμβουλεύει: «Αγάπα και θα φθάσεις στον ουρανό». Και άλλοι άλλα ομοίως.
Όλες αυτές οι υποδείξεις είναι βεβαίως πραγματικές, και στην Αγ. Γραφή βασισμένες. Αλλά καμιά ξεχωριστά δεν καλύπτει ολόκληρη την υπόθεση της σωτηρίας. Πρέπει κανείς όλα αυτά να τα συνενώσει και τότε θα αποκτήσει μία πλήρη γνώση της πραγματικής μορφής της σωτηρίας.
Να λοιπόν και ο ψευδοδιδάσκαλός σας ανάμεσα σ' αυτούς που πλανήθηκαν. Ασφαλώς κι αυτός το Ευαγγέλιο διαβάζει, καθώς μου γράφετε, και διδάσκει το ως θα σωθούμε. Παρουσιάζει όμως όλο το πλάτος του αγώνος που απαιτείται ή μόνον ένα μέρος των προσπαθειών; Άρπαξε δύο-τρία χωρία από την Γραφή, τα απομόνωσε και άρχισε να φωνάζει: «Να για σάς το σωτήριο φάρμακο! Πάρτε το και θα σωθείτε!» Κατά συνέπεια είναι ψεύτης και απατεώνας. Και σεις ακούγοντας τον αποστομωθήκατε και του δώσατε θάρρος να διακηρύττει ανεμπόδιστα: «Πιστέψτε στο Σωτήρα Χριστό και θα σωθείτε».
Οπωσδήποτε πρέπει να πιστεύουμε στο Χριστό για να σωθούμε. Εδώ όμως θα σάς επισημάνω ότι και αυτή την πίστη μας στο Χριστό πρέπει με τέτοιο τρόπο να την δεχόμαστε, ώστε να είναι συνυφασμένη με την πίστη μας στην Αγ. Τριάδα. Διότι ακούγοντας κανείς διαρκώς «σωτηρία εν Χριστώ» είναι δυνατόν να τυπωθεί αυτή η αλήθεια μέσα του τόσο πολύ αποκλειστικά, που να ατονήσει η σημασία της Αγ. Τριάδος στο έργο της σωτηρίας και έτσι να καλυφθεί η Αγ. Τριάς από το πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Αυτό όμως σημαίνει παρέκκλιση από την καθιερωμένη πορεία της σωτηρίας. Και δεν είναι τίμιο να εγκολπώνεται κανείς τη χριστιανική πίστη και μετά να την διαστρέφει.
Να τι θέλω να υπογραμμίσω με όλα αυτά: Όπως η ενσάρκωσις και η σταυρική θυσία του Υιού δεν έλαβε χώρα χωρίς τον Πατέρα και το Αγ. Πνεύμα, έτσι και η σωτηρία του καθενός μας δεν επιτυγχάνεται χωρίς τη συνεργασία του Πατρός, του Υιού και του Αγ. Πνεύματος, ολοκλήρου δηλαδή της Αγ. Τριάδος.
Οι πιστοί έρχονται προς τον Υιό διά του Πατρός, όπως ο ίδιος ο Κύριος αποκαλύπτει: «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με έλκυση αυτόν» (Ίω. 6,44).
 
Αλλά και ο Πατήρ πώς ελκύει προς τον Υιό; Ελκύει διά του Αγ. Πνεύματος. Χωρίς το Αγ. Πνεύμα κανείς δε σώζεται. Γι' αυτό είπε ο Κύριος: «Συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω, εάν γάρ εγώ μη απέλθω, ο παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς» (Ιω. 16, 7). Είναι σαν να έλεγε: «Εάν δεν έλθει ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιο, ματαία η ενσάρκωσίς Μου, μάταιος ο θάνατος, ματαία και η ανάστασις. Θα μείνετε μακριά από την σωτηρία, διότι χωρίς το Αγ. Πνεύμα δεν μπορείτε να μεταμορφωθείτε, να λάβετε τα χαρακτηριστικά του σεσωσμένου».
Βλέπετε λοιπόν πώς σωζόμαστε; Σωζόμαστε εν Χριστώ Ιησού με την ευδοκία του Πατρός και τη χάρη του Αγ. Πνεύματος.
Οι άγιοι απόστολοι το είχαν κατανοήσει βαθειά, γι' αυτό εύχονταν: «Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μετά πάντων υμών» (Β ' Κορ. 13,13).
Με τον ίδιο τρόπο να κατανοείτε και σεις την υπόθεση της σωτηρίας σας και με αυτό το κριτήριο να ελέγχετε την αλήθεια της ομολογίας τόσο του σημερινού, όσο και κάθε άλλου νέου διδασκάλου.
Θα σας υποδείξω τώρα τι είναι περισσότερο σπουδαίο για τη σωτηρία του καθενός: Είναι περιττό να συζητείται ότι η πίστις είναι απαραίτητη για τη σωτηρία. Ο απ. Παύλος γράφει: «Χωρίς πίστεως αδύνατον ευαρεστήσαι (θεώ), πιστεύσαι γαρ δει τον προσερχόμενον τώ Θεώ ότι έστι και τοις εκζητούσιν αυτόν μισθαποδότης γίνεται» (Εβρ. 11,6).
Οφείλουμε να πιστεύουμε σε όλα όσα ευδόκησε να μάς αποκαλύψει ο Θεός, χωρίς προσθήκες ή αφαιρέσεις, έτσι όπως φυλάγονται στην αγία Ορθοδοξία. Συγκεκριμένα:
 
Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία, αλλά με τρία χωριστά πρόσωπα. Ο Πατήρ διά του Υιού έπλασε τον κόσμο και προνοεί γι' αυτόν. Έπλασε κατ' εικόνα Του τον άνθρωπο για να ζει μέσα στον παράδεισο. Με την παρακοή όμως των πρωτοπλάστων χάσαμε την παραδείσια ζωή και μάς ήταν αδύνατο να σωθούμε. Αλλά ο Υιός του Θεού μάς λυπήθηκε, επωμίσθηκε το έργο της εξαγοράς και της αποκαταστάσεως, ήλθε στη γη, έλαβε σάρκα, έπαθε, πέθανε πάνω στο Σταυρό, αναστήθηκε, αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε ως θεάνθρωπος στα δεξιά του Πατρός, ο Οποίος με τον τρόπο αυτό έδειξε ότι αποδέχεται τη θυσία του Υιού και την μεσιτική Του δύναμη για τη σωτηρία των πιστών.
Ο ίδιος ο Υιός έστειλε το εκπορευόμενο από τον Πατέρα Αγ. Πνεύμα, το όποιο κατήλθε στους αποστόλους και τους γέμισε με θεία σοφία και δύναμη. Εκείνοι, πλήρεις Πνεύματος Αγίου, φύτεψαν τη χριστιανική πίστη και συγκρότησαν με το σύνολο των πιστών την Εκκλησία, που έχει κεφαλή το Χριστό. Οι ίδιοι, κατά την εντολή του Θεού, τελούσαν τα μυστήρια, που προσφέρουν την θ. Χάρι στους πιστούς, και άφησαν τους επισκόπους και τους ιερείς, διαδόχους τους στο αποστολικό έργο και διαχειριστές - οικονόμους - των ουρανίων πνευματικών θησαυρών, που το Αγ. Πνεύμα εμπιστεύθηκε στην Εκκλησία.
Συνέχισαν το έργο της σωτηρίας διά μέσου των αιώνων οι διάδοχοι των αποστόλων με την ιδιαίτερη χάρη της χειροτονίας, και έτσι το έργο αυτό εξακολουθεί αδιάσπαστα να συνεχίζεται και στις μέρες μας. Οι πιστοί που δέχονται την θ. Χάρη με τα μυστήρια, σώζονται μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας όχι μεμονωμένοι, αλλά ενωμένοι όλοι μαζί στην πραγματική βιωματική πίστη και κάτω από την χειραγώγηση των ποιμένων. Η σωτηρία κάθε ψυχής τελείται μυστικά και ο κάθε πιστός προσδοκά μια άλλη φωτεινή ζωή, χάριν της οποίας υπομένει εκούσιες και ακούσιες στερήσεις. Πιστεύει ακόμα ότι οι κεκοιμημένοι δεν παύουν να παραμένουν στο σώμα της Εκκλησίας και να επικοινωνούν μαζί μας, όχι βέβαια με ορατό τρόπο, αλλά αόρατα.
Σε όλα αυτά πρέπει να πιστεύετε ολόψυχα. Μόνη της όμως η πίστις δεν είναι επαρκής για την σωτηρία. Πρέπει να συνοδεύεται και από ζωή αγία, σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ' ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 7, 21). Το θέλημα δε του ουρανίου Πατρός διατυπώνεται στις εντολές Του: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος έστιν ο αγαπών με- ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν... εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν»(Ιω. 14, 21-23).
Σύμφωνα με το λόγο του Θεού έχουν ίση σημασία και η πίστις και τα έργα. Σε κανένα από τα δύο, δεν δίνεται προβάδισμα. Για να είναι η πίστις σωστή και τα έργα άγια, είναι απαραίτητη η θ. Χάρις.
Το Άγιο Πνεύμα κατήλθε στους αποστόλους και κατόπιν διά μέσου αυτών σε όλους τους πιστούς. Ό,τι συνέβαινε με τους αποστόλους, συμβαίνει και σήμερα διά μέσου των διαδόχων τους, σύμφωνα με την τάξη που το Άγ. Πνεύμα θέσπισε. Έτσι η θ. Χάρις παραμένει διαρκώς μέσα στην αγία μας Εκκλησία, μέσα στο πλήθος των πιστών. Όλους τους φωτίζει, όλους τους ενισχύει, όλους τους αγιάζει.
Με την θ. Χάρη σώθηκαν και σώζονται οι πιστοί: «Χάριτί εστε σεσωσμένοι» (Έφεσ. 2, 8), γράφει ο απ. Παύλος.
 
Υπάρχουν κακόδοξοι που διακηρύσσουν ότι αρκεί να πιστέψει κανείς και αυτόματα η θ. Χάρις θα εγκατασταθεί μέσα του. Μάθετε λοιπόν και πιστέψτε βαθειά ότι ή θ. Χάρις δεν παρέχεται και δεν λαμβάνεται διαφορετικά, παρά με τα άγια μυστήρια που τελούνται από τους αποστόλους ή τους διαδόχους τους, όπως θέσπισε στην Εκκλησία ο ίδιος ο Κύριος. Και για να βεβαιωθήτε περισσότερο σ' αυτό θα σάς αναφέρω δύο παραδείγματα από την Άγ. Γραφή:
 
1) Ο ίδιος ο Κύριός μας συζητώντας με τον Νικόδημο είπε: «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Ιω. 3, 5-7). Αυτή η γέννησις «εξ ύδατος και Πνεύματος» τι άλλο είναι παρά το άγ. βάπτισμα, το πρώτο χριστιανικό μυστήριο;
2) Φθάνοντας στην Έφεσο ο απ. Παύλος, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του, συνάντησε δώδεκα πιστούς και τους ρώτησε: -Όταν πιστέψατε, λάβατε το Πνεύμα το Άγιο; Κι εκείνοι απάντησαν: -Δεν ακούσαμε τίποτε για το Πνεύμα το Άγιο. -Σε τι λοιπόν βαπτισθήκατε; ρώτησε ο απόστολος. -Στο βάπτισμα του Ιωάννου, απάντησαν. Τότε ο απόστολος τους εξήγησε ότι το βάπτισμα του Ιωάννου του Προδρόμου ήταν μόνο προετοιμασία για την πίστη στο Χριστό. Και αφού τους ολοκλήρωσε την ευαγγελική διδασκαλία, τους βάπτισε με το χριστιανικό βάπτισμα. Μετά δε τη βάπτιση «επιθέντος αυτοίς του Παύλου τας χείρας ήλθε το Πνεύμα το Άγιον επ' αυτούς, ελάλουν τε γλώσσαις και προεφήτευον» (Πράξ. 19, 6).
Βλέπετε ότι άλλο είναι το βάπτισμα και άλλο η «επίθεσις των χειρών». Με την «επίθεση των χειρών» μόνο, δίνεται η θ. Χάρις. Αυτή την αισθητή ενέργεια την αντικατέστησαν αργότερα οι απόστολοι με το χρίσμα και έτσι καθιερώθηκε το χρίσμα σαν μυστήριο της Εκκλησίας μας.
Τα δύο αυτά περιστατικά, του Νικόδημου και των πιστών της Εφέσου, είναι αρκετά για να βεβαιωθείτε ότι η θ. Χάρις μεταδίδεται με αισθητή οδό, διά μέσου των αγίων μυστηρίων, και όχι με τη νοερή μόνον οδό της θεωρητικής απλώς πίστεως. Έτσι θέσπισε ο ίδιος ο Χριστός. Θα απαριθμήσω εδώ και τα άλλα μυστήρια:  
 
Η συγχώρησις των αμαρτιών, στις οποίες πέφτει κανείς μετά το βάπτισμα, δεν επιτελείται με μία απλή νοερή εξομολόγηση στον Θεό, αλλά με εξομολόγηση που γίνεται ενώπιον πνευματικού πατρός, με βαθειά συντριβή και απόφαση να μην επαναληφθούν οι ίδιες αμαρτίες.
 
Το μυστήριο της θ. Κοινωνίας δημιουργεί μία ζωντανή ενότητα του πιστού με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Η δύναμις της θ. Χάριτος για τη συνέχιση του εξαγιαστικού έργου της Εκκλησίας παρέχεται με το μυστήριο της χειροτονίας.
Δύο πρόσωπα ενώνονται και δημιουργούν ευλογημένη χριστιανική οικογένεια με το μυστήριο του γάμου.
Οι ασθενείς θεραπεύονται με το μυστήριο του ευχελαίου. Τα μυστήρια είναι ρυάκια της θ. Χάριτος που αρδεύουν ζωογόνα τους πιστούς. Δεν υπάρχει άλλη οδός, άλλο μέσο για να λάβει κανείς τη θ. Χάρη. Και όποιος διακηρύττει άλλο δρόμο, είναι κακόδοξος και πλανεμένος.
 
Τα τρία σημεία που μέχρι τώρα εκθέσαμε σαν αναγκαία για το έργο της σωτηρίας, δηλαδή η πίστις, η ζωή η σύμφωνη με τις θείες εντολές και η θ. Χάρις που προσφέρεται με τα άγια μυστήρια, απαιτούν και ένα τέταρτο: το ιερατείο, που θέσπισε ο Κύριος.
Είναι αναγκαίο να ζούμε σύμφωνα με τις θείες εντολές, αλλά αυτό είναι αδύνατο να γίνει χωρίς τη χειραγώγηση από τα κατάλληλα όργανα του Θεού που θα μας συμβουλεύουν, θα μας εφιστούν την προσοχή, θα μας διορθώνουν τα λάθη, θα ανορθώνουν όσους πέφτουν, θα επαναφέρουν στον ίσιο δρόμο όσους λοξοδρομούν, θα διδάσκουν την πίστη και θα αγιάζουν με την θ. Χάρη διά μέσου των μυστηρίων, οδηγώντας μας στο δρόμο της σωτηρίας. Είναι απαραίτητοι οι ποιμένες, οι χαρισματούχοι και θεόκλητοι. Αυτούς ακριβώς αποστέλλει ο Κύριος. Και να η αποστολική διαβεβαίωσις: «Έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. 4,11-12).
Αλλά και η ίδια η πράξις αυτό αποδεικνύει. Ο Κύριος εξαπέστειλε τους αποστόλους λέγοντάς τους: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. 28, 19-20).
Και οι απόστολοι υπάκουσαν σ' αυτό. Αλλά επειδή δεν ήσαν αιώνιοι, το δε έργο τους έπρεπε να συνεχισθεί σε όλους τους αιώνες, άφηναν παντού κατ' εντολήν του Θεού διαδόχους τους ποιμένες και διδασκάλους, που θα ιερουργούσαν τα άγια μυστήρια και θα υπηρετούσαν στο έργο της σωτηρίας.
Το ίδιο ακριβώς γίνεται και σήμερα. Για τους ιερείς ισχύει ό,τι είπε ο Κύριος στους αποστόλους: «Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί- ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λουκ. 10,16).
 
Σάς ανέφερα τέσσερα απαραίτητα για την σωτηρία μας στοιχεία. Αλλά υπάρχει ακόμη ένα: Να ανήκουμε στο σώμα της Εκκλησίας ζωντανά ενωμένοι με όλο το πλήθος των πιστών.
 
Ο Κύριος ονόμασε την Εκκλησία Του «άμπελον», κληματαριά. Αυτός είναι ο κορμός, και οι πιστοί τα κλαδιά της.
Η συνάθροισις όλων των πιστών αποτελεί ένα αδιαίρετο σύνολο, ζωντανά ενωμένο με τον Κύριο. Όπως ένα κλαδί που κόβεται ξεραίνεται και παύει να ζει, έτσι και κάθε πιστός που με οποιοδήποτε τρόπο αποκόπτεται από την Εκκλησία, και συνεπώς και από τον Κύριο, νεκρώνεται πνευματικά (Ιω. 15, 1 -6).
Γι' αυτό σε όλους τους αιώνες μέχρι σήμερα, πάντοτε οι πραγματικά πιστοί χριστιανοί ένιωθαν ότι ζουν, όταν ήσαν ενωμένοι με τους άλλους πιστούς, ενωμένοι με την Εκκλησία, θεωρούμε την Εκκλησία σαν μητέρα μας. Και αληθεύει ο λόγος ότι για όποιον η Εκκλησία δεν είναι μητέρα, γι' αυτόν δεν είναι ο Θεός πατέρας. Και εάν δεν είναι γι' αυτόν ο Θεός πατέρας, τότε ποιος είναι;... Η συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας και η εντός των κόλπων της κατεργασία της σωτηρίας, επιβάλλει στον κάθε πιστό τις εξής υποχρεώσεις:
1) Να πιστεύει όπως πιστεύει ολόκληρη η Εκκλησία από την αρχή της μέχρι σήμερα. Να ελέγχει κάθε σκέψη, είτε δική του είτε ξένη, σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια, και σε καμιά περίπτωση να μην επιτρέπει στον εαυτό του την παραμικρή διαφωνία με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, αφού αυτή είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. 3,15).
2) Σε τίποτε δεν πρέπει να ξεχωρίζει από τους άλλους στην τάξη της εκκλησιαστικής ζωής. Να συμμετέχει σε όλες τις λατρευτικές και εξαγιαστικές εκδηλώσεις της Εκκλησίας, κατά την εντολή του απ. Παύλου να μην εγκαταλείπει κανείς την «επισυναγωγήν» (Εβρ. 10, 25).
3) Να έχει βαθειά πεποίθηση ότι τα μέλη της Εκκλησίας που βρίσκονται στον ουρανό, έχουν ζωντανή και άμεση επικοινωνία με τα μέλη που βρίσκονται στη γη. Οι προσευχές των μεν για τους δε εισακούονται και εκ¬πληρώνονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Εμείς εδώ στη γη είμαστε οικείοι με τους αγγέλους και με όλους τους αγίους κάθε εποχής, διότι έχουμε προσέλθει «πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω, και μυριάσιν αγγέλων, πανηγύρει και εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» (Εβρ. 12, 22-23).
 
Γράφετε ότι ο αιρετικός σας προσεύχεται με δικές του προσευχές και κατά τις προσευχές του δεν σχηματίζει το σημείο του Σταυρού.
Βλέπετε απ' αυτό πόσο νεωτερίζει. Όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, ακόμη και οι περισσότεροι αιρετικοί, κάνουν το σημείο του Σταυρού. Εκείνος όμως όχι. Και όμως είναι κι αυτός ένας τρόπος ομολογίας του Ιησού Χριστού, που για χάρη μας υπέμεινε το Σταυρό και μάς εξαγόρασε.
Ο Κύριος διά του Σταυρού συνέτριψε τη δύναμη των εχθρών. Το ενθυμούνται αυτό οι εχθροί και αποφεύγουν κάθε ανάμνησή του. Όποιος δεν σφραγίζει τον εαυτό του με το σημείο του Σταυρού, αφήνει ελεύθερο πεδίο δράσεως στους εχθρούς. Ο Σταυρός αγιάζει κάθε άνθρωπο και κάθε αντικείμενο. Έτσι παρέλαβε η Εκκλησία από τους αποστόλους και έτσι πιστεύουν οι Χριστιανοί. Γι' αυτό εύλογα αναρωτιέται κανείς: Είναι χριστιανός εκείνος που αποφεύγει το σημείο του Σταυρού;
 
Γράφετε: «Μεταξύ μας δημιουργήθηκε σύγχυσις, γιατί ενώ αυτός ο κήρυκας πηγαίνει παντού, αγωνίζεται, διδάσκει και ομιλεί με ενθουσιασμό, οι δικοί μας ποιμένες σιωπούν. Και στο ναό σπάνια κηρύττει κάποιος. Περιορίζονται στην τέλεση των ακολουθιών. Χρειάζεται ζωντανός λόγος και δεν μάς τον δίνουν».
Συμφωνώ μαζί σας στο ότι οι ιερείς πρέπει συχνότερα να συζητούν με τους πιστούς και να διαλέγονται μ' αυτούς είτε μέσα στο ναό είτε οπουδήποτε αλλού. Δεν συμφωνώ όμως στο ότι, εάν δεν συμβαίνει αυτό, οι ενορίτες έχουν έλλειψη πνευματικής τροφής: Η ίδια η ακολουθία υπενθυμίζει στον προσεκτικό πιστό και τα δόγματα και τις εντολές του Θεού. Και διδάσκει πώς θα ενωθούμε μ' Αυτόν. Αρκεί η παραμονή μέσα στο ναό για να ανανεωθεί όλο το θρησκευτικό συναίσθημα, όπως πολλοί βιωματικά ομολογούν.
 
Σάς ανέφερα όλα τα προηγούμενα παίρνοντας αφορμές από το γράμμα σας. Δεν μένει παρά να προσθέσω το συμπέρασμα και τη συμβουλή:
Απομακρυνθείτε από τον αιρετικό ψευδοδιδάσκαλο και προσκολληθείτε σταθερότερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας! Αυτό να συμβουλεύετε και τους άλλους χριστιανούς!  
 
Το φυλλάδιο αυτό προσφέρεται σαν μικρή συμβολή στον αντιαιρετικό αγώνα της Εκκλησίας μας. Αποτελεί επιτομή - διασκευή μιας επιστολής του Ρώσου οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου (1815-1894), το πλήρες κείμενο της οποίας παρατίθεται στο βιβλίο: «Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ», έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1993, σσ. 120-170.
 
Και στη διασκευή αυτή διατηρήσαμε τον επιστολικό χαρακτήρα του κειμένου, που του χαρίζει ιδιαίτερη φυσικότητα και ζωντάνια.
 
Ελπίζουμε να στηρίξει τους πιστούς μας στην ορθόδοξη πίστη και να τους οπλίσει κατά των «βαρέων λύκων», που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια την πατρίδα μας.  
 
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΟΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000

Αναδημοσίευση από: anakalypsi

Η Φύσις του Χριστού στενάζει
στου σταυρού το ξύλο πλησιάζει
εκεί θυσία θα γενεί
όχι από αμαρτία αλλά από υπακοή
 
Το ξύλο στέκει ακλόνητο
το Σώμα θα σηκώσει
το σύμπαν στέκει εμβρόντητο
κατάνυξη θα νιώσει
 
Ο δαίμονας χαιρότανε
του δάγκωσε τη φτέρνα
σα λυσσασμένη σμέρνα.
Μα ο Κύριος δε διαμαρτυρόταν
γιατί για μας θυσιαζόταν  
 
Καρφιά, χολή και ξύδι
όνειδος,γύμνια, κοροϊδία,
αυτά του πρόσφερε με μανία το φίδι,
κι ας ένιωθε πως έτριζε το δικό του στασίδι.
 
Το Αίμα Του όπως έρεε
ο κόσμος κλονιζόταν
τέλος Κυρίου έβλεπαν  
πλησίον να ερχόταν
 
Τετέλεσται εφώναξε
το έργο εκπληρώθη
ο σατανάς εφρίαξε
μα η φύση ελυτρώθη
 
Στον τάφο τον εβάλανε
θρηνούσαν και πενθούσαν
τον δάσκαλο που αγάπαγαν
αυτόν αναζητούσαν.  
 
Η φύσις του ησύχασε
στον Άδη εκατέβη
στους πεθαμένους κήρυξε και
κάλεσε όποιον πίστευε
στον ουρανό ν' ανέβει.
 
Η φύσις Του αναστήθηκε
η δόξα Του αιωνία
η στενοχώρια χάθηκε
βρήκε παρηγορία  
 
Και εμείς εκεί ατενίζουμε
στο έργο του Κυρίου
γι αγάπη και συγχώρηση και
ιλασμό Αρνίου.
Παναγία Θεοτόκε, Άσπιλε και Αμόλυντε Πηγή της Ζωής μας,
πάλι σε σένα καταφεύγω, Βρεφοκρατούσα Δέσποινα,
Αειπάρθενε Μητέρα του Θεού μας,
πάλι νιώθω αδύναμος
και πάλι στενάζει η καρδιά μου κι υποφέρει.
Το γνωρίζω πως κι εσύ θλίβεσαι με την αμαρτωλότητά μας και γιατί δεν αγαπάμε τον Κύριο και Θεό μας,
όπως Αυτός μας αγάπησε,
όπως Αυτός μας ζήτησε και όπως εσύ Τον αγάπησες.
Εσύ, Παναγία μου γλυκειά, ως έχουσα μητρική παρρησία,
έλα και σώσε μας, σε παρακαλώ,
σώσε την πατρίδα μου, τους Έλληνες,
σώσε την Ορθοδοξία της χώρας μου,
που τόσο σε αγαπάει και σε τιμάει.
Είναι πολλοί που ξέχασαν, δε θέλουν να θυμούνται,
την υπέρτατη θυσία του Υιού σου,
είναι πολλοί που σταμάτησαν
και να ελπίζουν και να πιστεύουν και να αγαπούν.
 
Δεν ξέρω κι εγώ τι να κάνω!
Κι εγώ είμαι πάρα πολύ αμαρτωλός, αλλά δεν αφήνω το χέρι
του Κυρίου και το δικό σου και παίρνω δύναμη από σας!
Θέλω όλοι οι άνθρωποι ν’αγαπούν τον Τριαδικό Θεό μας
και να γίνουμε ένα μεταξύ μας
και με τη Χάρη του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού!
Βλέπω όμως ότι μόνοι μας δεν μπορούμε τίποτα και ο μισάνθρωπος έκπτωτος αλωνίζει και παίρνει συνέχεια ψυχές.
Ψυχές για τις οποίες έδωσε το Αίμα Του ο Χριστός μας!
Βλέπω ανθρώπους νεκρούς
ξεκομμένους απ’την Άμπελο της αιώνιας ζωής
και δεν ξέρω τι να κάνω!
Προσεύχομαι γι’αυτούς και προσπαθώ να τους μιλήσω,
Αλλά είμαι πολύ λίγος φαίνεται!
Όμως  εσύ είσαι η πλατυτέρα των Ουρανών
και του μιλάς του Υιού σου στ’αυτί και σ’ακούει!
 
Βλέπεις και συ τί γίνεται…οι άνθρωποι περπατάνε
στο δρόμο με το κεφάλι κάτω, όχι από ταπείνωση
αλλά από απελπισία.
Δε σηκώνουν το κεφάλι να δουν το Θεό παρά μόνο
για να βλασφημήσουν.
Τρώμε σκουπίδια, μ’αυτά ταΐζουμε και σώμα και ψυχή!
Αν οι άνθρωποι γνώριζαν το Θεό,
δε θ’αυτοκτονούσαν, γιατί θα γνώριζαν πόσο τους αγαπάει!
Αν οι μητέρες πίστευαν στο Χριστό, αν σ’έβλεπαν, πόσο γλυκά
σε φιλούσε, πόση Αγάπη έχετε, πόσο έκλαψες γι’αυτόν,
όταν τον έβλεπες Εσταυρωμένο,
δε θα έκαναν εκτρώσεις, ούτε θ’άφηναν τα παιδιά τους
στα νοσοκομεία, γιατί θα ήξεραν ότι εσύ δε θα τους αφήσεις.
ΜΑΣ ΛΕΙΠΕΙΣ ΠΟΛΥ, ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ!
Υπεραγία Θεοτόκε, δώσε μου τη δύναμη ν’αντέχω αυτό το πένθος και να μπορώ να κάνω κάτι γι’αυτούς
Σε παρακαλώ!
Παρακάλεσε τον Κύριο, ως έχουσα μητρική παρρησία,
να βοηθήσει και μένα και τους αδερφούς μου και όλους τους χριστιανούς και όλους τους ανθρώπους, που κι αυτοί πολύ ταλαιπωρούνται χωρίς τον αληθινό Θεό.
 
Βοήθησε μας, Βασίλισσα του ουρανού και της γης,
Βοήθησε αυτή την ταλαιπωρημένη χώρα, που έχει αγιαστεί απ’τα αίματα των Μαρτύρων, απ’τα πόδια των Αποστόλων που την πάτησαν,απ’το Περιβόλι σου…
Βοήθησε αυτή τη χώρα που είναι γεμάτη από εκκλησίες και σταυρούς να είναι και γεμάτη Χριστό, γιατί ΑΥΤΟΣ είναι το ΝΟΗΜΑ της ζωής μας, ΑΥΤΟΣ και ο ΠΑΤΕΡΑΣ ο πανάγαθος και το ΠΝΕΥΜΑ το ΑΓΙΟΝ και ζωοποιό.
Αυτός είναι η λύση! Ο Θεός μας!
Βοήθησε Παναγία μου Αγαπημένη, την πατρίδα μου!
Ξέρω ότι αυτή η πατρίδα είναι πρόσκαιρη και η παντοτινή είναι η Νέα Ιερουσαλήμ, και αυτήν ποθώ,
μα αν θες Παναγία μου εσύ, Μεγαλόχαρη,
βοήθησε την Ελλάδα μας να ξαναγίνει πάλι όλη ορθόδοξη
και οι καρδιές των Ελλήνων να είναι ευθείες
απέναντι στο Θεό.
Παρακάλεσε τον Κύριο για μας, να συγχωρήσει τα τόσα
λάθη  μας και να μας δίνει δύναμη και φωτισμό
για να μετανοήσουμε και να σωθούμε!
Συγνώμη, Παναγία μου Κεχαριτωμένη, που λέω
τόσα πολλά λόγια, πιστεύω στη βοήθειά σου.
 
Πιστεύω ότι όλα στο τέλος θα πάνε καλά!
Με τη βοήθεια του Φιλάνθρωπου Θεού μας!
Μακάρι η ηθική κατάντια μας, η εξαχρείωση μας, να σταματήσει, Υπερευλογημένη Μαρία, Άχραντε Θεοτόκε!
Μακάρι κανείς μας να μη χαθεί!
Μακάρι να συναντηθούμε με τον Κύριο!
Μακάρι να μη χαθεί ούτε μία σταγόνα απ’το Πάναγνο Αίμα
του Κυρίου μας,
που είναι και δικό σου Αίμα!
 
Αμήν! Σ’ευχαριστώ!

Ζ΄ Διδασκαλία: Περί του εαυτού μέμφεσθαι (Για το ότι πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας):

79. Ας ερευνήσουμε, αδελφοί μου, να βρούμε ποιός είναι ο λόγος που μερικές φορές ακούει κανείς έναν προσβλητικό λόγο και τον ξεπερνάει χωρίς να ταραχθεί, σαν να μην άκουσε σχεδόν τίποτα, ενώ άλλοτε με τον ίδιο λόγο αμέσως ταράζεται. Ποιά είναι η αιτία μιας τέτοιας διαφοράς; Άραγε, έχει μια μόνο αιτία αυτό το πράγμα ή πολλές; Εγώ βλέπω ότι έχει μεν πολλές αιτίες, μία όμως είναι η μητέρα, θα λέγαμε, που γεννά όλες τις άλλες. Και εξηγώ πως ακριβώς. Πρώτα - πρώτα συμβαίνει πολλές φορές να προσεύχεται κανείς λέγοντας την ευχή ή να κάνει νοερά πνευματική μελέτη και βρίσκεται, θα λέγαμε, σε ειρηνική ψυχική κατάσταση. Έτσι σηκώνει τον αδελφό του και ξεπερνάει τα λόγια του χωρίς ταραχή. Άλλοτε συμβαίνει να έχει κανείς συναισθηματική προσκόλληση σε κάποιον σε κάποιον άλλο και γι’ αυτό σηκώνει όλες τις δυσκολίες που του προξενεί χωρίς να θλίβεται. Πάλι συμβαίνει να έχει κανείς πολύ κακή ιδέα για κάποιον, επειδή αυτός εκδηλώνει απορριπτική διάθεση για το πρόσωπό του. Γι’ αυτό τον περιφρονεί και δεν τον υπολογίζει ως άνθρωπο, ούτε καν καταδέχεται να μιλήσει γι’ αυτόν, ούτε γι’ αυτά που λέει και κάνει.

80. Και σας αναφέρω ένα σχετικό γεγονός για να θαυμάσετε. Ζούσε ένας αδελφός στο Κοινόβιο, πριν εγώ φύγω από εκεί. Και τον παρατηρούσα ότι ποτέ δεν ταραζόταν ούτε στενοχωριόταν με κανέναν, αν και είδα πολλούς αδελφούς να τον βρίζουν με διάφορους τρόπους και να τον προκαλούν. Αλλά ο νεότερος εκείνος σήκωνε με τέτοιο τρόπο όσα δεχόταν από τον καθένα τους, σαν να μην τον ενοχλούσε κανείς. Εγώ λοιπόν πάντοτε θαύμαζα την τόσο μεγάλη ανεξικακία του και επιθυμούσα να μάθω πως απέκτησε αυτή την αρετή. Τον παίρνω λοιπόν, μια φορά, ιδιαίτερα και του βάζω μετάνοια, παρακαλώντας τον να μου πει, ποιό λογισμό είχε πάντοτε στην καρδιά του, όταν τον βρίζει κάποιος ή τον κάνει να υποφέρει, και δείχνει τόσο μεγάλη μακροθυμία. Αυτός τότε μου απάντησε με φυσική απλότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο και μου είπε: «Συνηθίζω να φυλάγομαι απ’ αυτούς τους βρωμερούς ανθρώπους και δέχομαι όσα μου κάνουν, όπως ακριβώς δέχονται τα δυνατά και γεροδεμένα σκυλιά τα βασανιστήρια από τα τυραννικά αφεντικά τους». Όταν άκουσα αυτή την απάντηση έσκυψα το κεφάλι μου και είπα με το λογισμό μου. Βρήκε το δρόμο του ο αδελφός! Και αφού σταυροκοπήθηκα έφυγα, παρακαλώντας τον Θεό να σκεπάζει και αυτόν και εμένα.

81. Ώστε συμβαίνει, όπως είπα, και από περιφρόνηση να μην ταραχθεί κάποιος. Αυτό όμως είναι φανερή καταστροφή. Το να ταράζεται όμως κάποιος με τον αδελφό του που τον στενοχωρεί συμβαίνει ή γιατί δεν βρίσκεται εκείνη την ώρα σε καλή ψυχική κατάσταση ή γιατί τρέφει γι’ αυτόν κάποια αντιπάθεια. Υπάρχουν βέβαια και πολλές άλλες αιτίες που το προκαλούν αυτό, που έχουν ήδη αναφερθεί με πολλούς τρόπους. Αν όμως θέλουμε να μιλήσουμε με ακρίβεια, η αιτία κάθε ταραχής είναι το ότι δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις αμαρτίες μας και να κλαίμε γι’ αυτές. Γι’ αυτό νοιώθουμε όλη αυτή την κατάθλιψη. Γι’ αυτό δεν βρίσκουμε ποτέ ανάπαυση. Δεν είναι δε θαυμαστό το ότι ακούμε από όλους τους αγίους ότι δεν υπάρχει άλλη οδός εκτός απ’ αυτήν και βλέπουμε ότι κανένας απ’ όσους ακολούθησαν άλλο δρόμο δεν βρήκαν ανάπαυση, και περιμένουμε εμείς να βρούμε ανάπαυση ή να κρατηθούμε στο σωστό δρόμο, χωρίς να συνηθίσουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας; Πράγματι, ακόμα και αν ο άνθρωπος πετύχει πολλά πνευματικά κατορθώματα, δεν εργαστεί όμως αυτό το έργο της αυτομεμψίας, δεν θα σταματήσει ποτέ να στενοχωρεί και να στενοχωριέται και να χάνει όλους τους κόπους του. Ποιά δε χαρά, ποιά ανάπαυση δεν θα έχει, όπου και αν πάει, όπως ακριβώς είπε ο αββάς Ποιμήν («Είπεν ο Αββάς Ποιμήν, ότι είπε ο Αββάς Αντώνιος, ότι: Η μεγάλη δυναστεία του ανθρώπου εστίν, ίνα επάνω αυτού βάλη το ίδιον σφάλμα ενώπιον Κυρίου, και προσδοκήση πειρασμόν εως εσχάτης αναπνοής») , εκείνος που μέμφεται τον εαυτό του; Γιατί, αν του συμβεί κάποια ζημιά ή κάποια ατίμωση είτε οποιαδήποτε άλλη στενοχώρια, προλαβαίνει και θεωρεί τον εαυτό του ως άξιο του κακού και ποτέ δεν ταράζεται. Υπάρχει μεγαλύτερη ανάπαυση απ’ αυτή;

82. Αλλά μπορεί να πει κάποιος: «Αν με στενοχωρήσει ο αδελφός και ψάξω μέσα μου και βρω ότι δεν του έδωσα καμιά αφορμή, πως μπορώ να κατηγορήσω τον εαυτό μου»; Πραγματικά, αν εξετάσει κανείς τον εαυτό του με φόβο Θεού, θα βρει ότι οπωσδήποτε έδωσε αφορμή είτε με λόγο, είτε με έργο, είτε κάποια κίνηση. Κι αν ακόμα βλέπει, όπως λέει, ότι ο ίδιος δεν έδωσε απολύτως τέτοια αφορμή στη συγκεκριμένη περίπτωση, πιθανόν να τον στενοχώρησε κάποια άλλη φορά ή για το ίδιο θέμα ή για κάτι άλλο. Ή μπορεί κάποιον άλλο αδελφό να στενοχώρησε και έπρεπε γι’ αυτό να υποφέρει ή, πολλές φορές, και για κάποια άλλη αμαρτία. Ώστε αν, όπως είπα, με φόβο Θεού εξετάσει κανείς τον εαυτό του και ψηλαφίσει τη συνείδησή με ακρίβεια, θα βρει οπωσδήποτε ότι είναι ένοχος.

Άλλες φορές πάλι βλέπει κανείς τον εαυτό του να παραμένει ήσυχος και ειρηνικός. Όταν όμως του πει ο αδελφός του κάποιο λυπηρό λόγο, ταράζεται και γι’ αυτό νομίζει ότι δικαιολογημένα στενοχωριέται μαζί του, λέγοντας ότι: «Αν δεν ερχόταν να μου μιλήσει και να με ταράξει, δεν θα έπεφτα στην αμαρτία». Και τούτο δεν είναι μόνο αυταπάτη, αλλά είναι και παραλογισμός. Διότι μήπως αυτός που του είπε τη βαριά φράση του έβαλε στην ψυχή του και το πάθος; Του έδειξε το πάθος που βρισκόταν μέσα του, για να μετανοήσει, αν θέλει, γι’ αυτό. Γιατί αυτός μοιάζει με εκλεκτό ψωμί που εξωτερικά έχει πολύ καλή εμφάνιση, όταν όμως το κόψει κανείς, τότε φαίνεται η μούχλα του. Έτσι και αυτός καθόταν ειρηνικός, καθώς νόμιζε, είχε όμως μέσα του το πάθος και δεν το ήξερε. Μια κουβέντα του είπε ο αδελφός του και έβγαλε τη βρωμιά που βρισκόταν κρυμμένη μέσα του. Αν λοιπόν θέλει να βρει έλεος, πρέπει να μετανοήσει, να καθαριστεί, να προοδεύσει. Να καταλάβει δηλαδή ότι οφείλει να ευχαριστεί μάλλον τον αδελφό, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο του προξένησε τόσο μεγάλη ωφέλεια.

83. Διότι κάθε αγωνιστή δεν τον καταβάλλουν και δεν τον επηρεάζουν στο ίδιο μέτρο πάντοτε οι πειρασμοί, αλλά όσο προοδεύει στην πνευματική ζωή, τόσο ελαφρότεροι του φαίνονται. Πραγματικά, όσο προοδεύει η ψυχή, τόσο δυναμώνει και μπορεί να βαστάζει όσα τη βρίσκουν. Όπως ακριβώς, αν ένα ζώο είναι γερό και του φορτώσει κανείς βαρύ φόρτωμα, το σηκώνει εύκολα. Και αν ακόμα τύχει να σκοντάψει, αμέσως σηκώνεται και δεν καταλαβαίνει σχεδόν καθόλου ότι σκόνταψε. Αν όμως είναι ασθενικό και αδύνατο ζώο, τότε και το παραμικρό το γονατίζει. Και αν τύχει να πέσει, έχει ανάγκη από πολλή βοήθεια για να σηκωθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχή. Όσο αμαρτάνει, ταλαιπωρείται από την ίδια την αμαρτία. Γιατί η αμαρτία έχει την ιδιότητα να ταλαιπωρεί και να φθείρει αυτόν που την διαπράττει. Επομένως, οτιδήποτε και αν συμβεί, τον καταπονεί. Όταν όμως προκόψει ο άνθρωπος, ξεπερνάει διαρκώς ευκολότερα όλα εκείνα που τον κούραζαν κάποτε. Ώστε το να θεωρούμε αίτιο για όσα μας συμβαίνουν τον εαυτό μας και κανέναν άλλο, μας ευεργετεί πάρα πολύ και μας βοηθά να προκόψουμε και μας αναπαύει. Και πολύ περισσότερο μας βοηθά το να πιστεύουμε ότι τίποτα δεν παραχωρείται να μας συμβεί χωρίς να είναι κάτω από τη Θεία Πρόνοια.

84. Αλλά λέει κάποιος: «Πώς είναι δυνατόν να μην στενοχωρηθώ αν έχω ανάγκη από ένα πράγμα και δεν μου το δίνουν; Αφού το έχω ανάγκη»; Ούτε τότε δεν δικαιολογείται να κατηγορεί κανέναν ή να θλίβεται. Αλλά, αν πράγματι έχει ανάγκη από κάτι, καθώς λέει, και δεν του το δίνουν, πρέπει να σκέπτεται: Ο Χριστός ξέρει καλύτερα από μένα αν πρέπει να ανακουφισθώ και Αυτός θα συμπληρώσει την έλλειψη αυτού του πράγματος ή αυτής της τροφής». Οι Ισραηλίτες έφαγαν το μάννα στην έρημο σαράντα χρόνια. Και το μεν μάννα ήταν ένα είδος, γινόταν όμως στον καθένα ό,τι είχε ανάγκη. Σ’ αυτόν που είχε ανάγκη από γλυκό, γινόταν γλυκό. Σ’ αυτόν που είχε ανάγκη από αλμυρό, γινόταν αλμυρό. Και μ’ ένα λόγο, γινόταν για τον καθένα ό,τι ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του (Σοφ. Σολ. 16, 21). Έτσι λοιπόν, αν έχει κάποιος ανάγκη από αυγό, και δεν του δίνουν παρά λάχανο, πρέπει να πει με το λογισμό του: «Αν ήταν για το συμφέρον μου, οπωσδήποτε θα μου το έστελνε ο Θεός. Πλην όμως και το ίδιο αυτό το λάχανο μπορεί να το κάνει για χάρη μου θρεπτικό σαν αυγό ο Θεός». Και είμαι βέβαιος ότι στα μάτια του Θεού αυτό ισοδυναμεί με μαρτύριο. Γιατί, πραγματικά, αν κάποιος είναι άξιος να αναπαυθεί, ο Θεός φωτίζει και την καρδιά των Σαρακηνών

(Με την θέση αυτή ο αββάς Δωρόθεος με φυσικότητα και απλότητα υποδηλώνει την πίστη του ότι ο Θεός είναι Κύριος της ιστορίας. Επιμαρτυρεί το «ουδέν απρονόητον και εμελημένον παρά Θεώ» του Μ. Βασιλείου (Έξ. 7, 5) και φανερώνει τη θετική πλευρά της παρεμβάσεως της Θείας Πρόνοιας στη ζωή του ανθρώπου. Αντίθετα, μας θυμίζει το Γραφικό «Εάν πλανηθή ο προφήτης, εγώ επλάνησα αυτόν» (Ιεζ. 14, 9), που φανερώνει ότι και τότε ο Θεός κινείται και πάλι παιδαγωγικά και παρεμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου με τη μορφή της αποκρύψεως της αλήθειας. Πολλές φορές κάνουμε τον εαυτό μας ανάξιο της αλήθειας της αλήθειας και τότε παρεμποδίζονται να μας την αποκαλύψουν ακόμη και όσοι είναι αρμόδιοι να το κάνουν. Όποιος όμως είναι άξιος να τύχει της βοήθειας του Θεού, τότε ακόμη και οι εχθροί του τον εξυπηρετούν.)

να τον ελεήσουν κατά την ανάγκη του. Αν όμως δεν είναι άξιος να αναπαυθεί ή δεν είναι για το συμφέρον της ψυχής του, και αν ακόμα δημιουργήσει καινούργιο ουρανό και καινούργια γή, δεν βρίσκει ανάπαυση. Φυσικά, άλλες φορές βρίσκει κανείς περισσότερα απ’ όσα του χρειάζονται, θέλοντας να του δείξει την υπερβολική αγάπη που έχει προς τον άνθρωπο και να τον διδάξει την ευχαριστία. Όταν όμως δεν του δίνει αυτά που του χρειάζονται, καλύπτει με το λόγο Του την ανάγκη που θα κάλυπτε το πράγμα που του λείπει και τον μαθαίνει υπομονή. Ώστε, σε κάθε περίσταση, πρέπει να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον Θεό. Και είτε ευεργετηθούμε, είτε κακοπάθουμε, να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον Θεό και να τον ευχαριστούμε για όσα μας συμβαίνουν, προσπαθώντας πάντοτε να διατηρήσουμε την αυτομεμψία. Και να λέμε, όπως έλεγαν και οι Πατέρες, αν μεν συμβεί κάτι καλό, «είναι οικονομία του Θεού», αν δε συμβεί κάτι κακό, «προέρχεται από τις αμαρτίες μας».

Πραγματικά, ό,τι και αν πάθουμε, από τις αμαρτίες μας το παθαίνουμε. Γιατί οι Άγιοι, και όταν ακόμα πάσχουν, υποφέρουν για τη δόξα του Ονόματος του Θεού ή για να φανερωθεί η αρετή τους και να ωφεληθούν πολλοί ή για να πολλαπλασιασθεί η αμοιβή τους από τον Θεό. Για μας όμως τους ταλαίπωρους, πως μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο; Αμαρτάνουμε κάθε μέρα τόσο πολύ και επιδιώκουμε την ικανοποίηση των παθών μας με κάθε τρόπο. Αφήσαμε τον ίσιο δρόμο που χάραξαν οι Πατέρες, δηλαδή την αυτομεμψία, και περπατάμε τους στραβούς δρόμους, κατηγορώντας τον πλησίον. Και ο καθένας ζεί με αμέλεια, τίποτα δεν εφαρμόζει και έχει την απαίτηση από τον πλησίον να τηρεί τις εντολές.

85. Κάποτε με πλησίασαν δύο αδελφοί, που στενοχωρούσε ο ένας τον άλλον, και έλεγε ο μεγαλύτερος για τον μικρότερο: «Του λέω να κάνει κάτι και στενοχωριέται και στενοχωριέμαι κι εγώ, γιατί σκέπτομαι ότι, αν με αγαπούσε και μ’ εμπιστευόταν, θα τον πληροφορούσε ο Θεός να τα δεχθεί». Και ο μικρότερος έλεγε: «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν μου μιλάει με φόβο Θεού, αλλά σαν να θέλει να με διατάζει. Και νομίζω ότι γι’ αυτό δεν αναπαύεται η καρδιά μου, όπως λένε οι Πατέρες».

(Η αμφιβολία και η αβεβαιότητα, καρπός του μεταπτωτικού ψυχισμού του ανθρώπου, του αφαιρούν κάθε είδους αναπαύσεως της ψυχής του. Τότε μόνο αναπαύεται ο άνθρωπος, όταν πληροφορείται από την συνείδησή του ότι όλα έχουν καλώς και προς τον Θεό, και προς τον πλησίον και προς τον εαυτό του. Ο διάβολος όμως καλλιεργεί ψευδείς πληροφορίες και πλανά τους άπειρους στην πνευματική ζωή. Γι’αυτό και οι αγωνιζόμενοι νηπτικά, την πληροφόρησή τους δεν την δέχονται από τη συνείδησή τους, αλλά μόνο από τον Γέροντά τους ή από τον ίδιο τον Κύριο. «Πληροφορία» είναι η εσωτερική και συνειδητή βεβαιότητα για την ορθότητα πράξεως ή λογισμού ή γνώσεων κλπ. ή για την αποκάλυψη του θελήματος του Θεού σε κάθε περίσταση.)

Προσέξτε, πως ο ένας έριξε το βάρος στον άλλο και κανείς τους δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Άλλοι δύο, που στενοχώρησαν ο ένας τον άλλο, έβαλαν μεν ο ένας στον άλλον μετάνοια, παρέμειναν όμως ανειρήνευτοι. Και ο μεν ένας έλεγε: «Δεν μου έβαλε με την καρδιά του μετάνοια και γι’ αυτό δεν αναπαύθηκα. Γιατί έτσι έχουν πει οι Πατέρες». Ο δέ άλλος έλεγε: «Επειδή δεν είχε προδιατεθεί με αγάπη προς το πρόσωπό μου, πριν εγώ του δείξω τη μετάνοιά μου, γι’ αυτό κι εγώ δεν αναπαύθηκα». Βλέπετε αυταπάτη, αδελφοί μου, βλέπετε πως διαστράφηκε ο λογισμός τους; Ο Θεός γνωρίζει πόσο μεγάλη κατάπληξη μου προξενεί το ότι ακόμα και τους Πατέρες χρησιμοποιούμε, σύμφωνα με τα θελήματά μας τα πονηρά, για να χάσουμε τις ψυχές μας. Έπρεπε να πάρει καθένας επάνω του την ευθύνη, να κατηγορήσει τον εαυτό του και να πεί: «Δεν έβαλα ειλικρινά μετάνοια στον αδελφό μου, γι’ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Ο δε άλλος να πεί: «Εγώ δεν είχα την καρδιά μου έτοιμη να συγχωρέσει και να αγαπήσει τον αδελφό μου, πριν αυτός μου εκφράσει τη μετάνοιά του και γι’ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Έτσι θα έπρεπε να κάνουν και οι προηγούμενοι. Ο μεν πρώτος έπρεπε να πεί: «Εγώ μιλάω με αυθάδεια, γι’ αυτό δεν αναπαύει ο Θεός τον αδελφό μου». Και ο άλλος έπρεπε να λογίζεται: «Ο αδελφός μου μού δίνει εντολές με ταπείνωση και αγάπη, αλλά εγώ είμαι ανυπότακτος και δεν έχω φόβο Θεού». Αλλ’ όμως κανένας τους δεν βρήκε τον σωστό δρόμο και δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Αντίθετα, καθένας έριξε το βάρος στον άλλον.

86. Να, γι’ αυτό δεν μπορούμε να προκόψουμε, γι’ αυτό δεν βρίσκουμε ωφέλεια σε τίποτε, αλλά περνάμε όλο τον καιρό μας σαπίζοντας από τους λογισμούς που κάνουμε εναντίον των αδελφών μας και κατατσακιζόμαστε, επειδή καθένας δικαιώνει τον εαυτό του. Καθένας αφήνει τον εαυτό του, όπως είπα, χωρίς να εφαρμόζει τίποτα. Και όλοι μας έχουμε την απαίτηση να τηρούν οι άλλοι τις εντολές του Θεού. Γι’αυτό και δεν μπορούμε να συνετισθούμε να κάνουμε το καλό, γιατί αν ποτέ και το ελάχιστο μάθουμε, αμέσως απαιτούμε από τον αδελφό μας να το εφαρμόσει, κατηγορώντας τον και λέγοντας: «Πρέπει να κάνει αυτό» ή «γιατί αυτό δεν το έκανε έτσι»; Γιατί δεν απαιτούμε καλύτερα από τους εαυτούς μας να εφαρμόζουμε τις εντολές και δεν κατηγορούμε τους εαυτούς μας ως παραβάτες;

Που είναι εκείνος ο Γέροντας, που, όταν τον ρώτησαν «τι περισσότερο βρήκες σ’αυτό τον δρόμο, πάτερ;», απάντησε «έμαθα στο καθετί να κατηγορώ τον εαυτό μου»; Πράγμα που έκανε αυτόν που τον ρώτησε να τον επαινέσει και να του πεί: «Άλλος δρόμος εκτός απ’ αυτόν δεν υπάρχει». Όμοια και ο αββάς Ποιμένας είπε αναστενάζοντας: «Όλες οι αρετές μπήκαν σ’ αυτό το σπίτι, εκτός από μία και χωρίς αυτή δύσκολα στέκεται ο άνθρωπος». Και τον ρώτησαν: «Ποιά είναι αυτή»; Και λέει: «Η αυτομεμψία». Και ο Μέγας Αντώνιος είπε: «Αυτή είναι η σπουδαιότερη πνευματική εργασία, που έχει να κάνει ο άνθρωπος μέσα του. Να επωμίζεται τα λάθη του απέναντι στον Θεό και να προετοιμάζεται για τους πειρασμούς μέχρι την τελευταία του αναπνοή». Και παντού βλέπουμε ότι αυτό τηρούσαν οι Πατέρες και αναπαύονταν, αναφέροντας τα πάντα στον Θεό, ακόμα και τα πιο ασήμαντα.

87. Τέτοιος ήταν ο άγιος Γέροντας που, όταν αρρώστησε, του έβαλε ο αδελφός του στο φαγητό αντί για μέλι λιναρόλαδο, πράγμα που είναι βλαπτικότατο. Και όμως δεν είπε τίποτα, αλλά έφαγε σιωπηλός την πρώτη και τη δεύτερη μερίδα που του χρειαζόταν, χωρίς να κατηγορήσει τον αδελφό του, λέγοντας: «Με περιφρόνησε». Και όχι μόνο δεν είπε ότι τον περιφρόνησε, αλλά δεν τον λύπησε ούτε με κανέναν άλλο λυπηρό λόγο. Όταν δέ κατάλαβε ο αδελφός τι είχε κάνει, άρχισε να στενοχωριέται και να λέει: «Σε σκότωσα, Γέροντα, κι εσύ μου φόρτωσες την αμαρτία, γιατί δεν είπες τίποτα». Με πόση πραότητα του απάντησε, λέγοντας: «Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Αν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, θα έβαζες μέλι». Και αμέσως απέδωσε το γεγονός στο θέλημα του Θεού. «Τι ανακατεύεις τον Θεό, καλόγερε; Ο αδελφός έκανε το λάθος και συ λες αν ήθελε ο Θεός; Τι σημαίνει αυτό»; Και απαντάει: «Ναι, αν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, θα μου ’βαζε μέλι ο αδελφός». Και αυτό συνέβη, ενώ ο Γέροντας αρρώστησε τόσο πολύ, ώστε να μην μπορεί για πολλές ημέρες να φάει τίποτα. Και όμως, παρόλα αυτά, δεν αγανάκτησε εναντίον του αδελφού, αλλά απέδωσε το λάθος στο θέλημα του Θεού και αναπαύθηκε. Πολύ σωστά έλεγε ο Γέροντας. Γιατί ήξερε καλά ότι, αν ήθελε ο Θεός να φάει μέλι, και το βρωμόλαδο θα το έκανε μέλι.

88. Εμείς όμως για κάθε πράγμα θεωρούμε υπεύθυνο τον αδελφό μας, κατηγορώντας τον ότι μας περιφρονεί και ότι ενεργεί χωρίς συνείδηση. Και, αν ακούσουμε ένα λόγο, αποδίδοντάς τον αμέσως σε κακή πρόθεση, λέμε: «Αν δεν ήθελε να με πληγώσει, δεν θα το έλεγε». Που να βρεθεί ο άγιος εκείνος προφήτης Δαυίδ που είπε για τον Σεμέι: «Αφήστε τον να καταρασθεί, γιατί ο Θεός του είπε να καταρασθεί τον Δαυίδ» (Βασ. Α’ 16, 10). Τον φονιά πρόσταξε ο Θεός να καταραστεί τον Προφήτη; Ως σοφός και επειδή ήξερε ότι τίποτε άλλο δεν ελκύει τη Χάρη του Θεού στην ψυχή όπως οι πειρασμοί, και μάλιστα όταν έρχονται επί πλέον σε καιρό δοκιμασίας και δύσκολης περιστάσεως, έλεγε: «Αφήστε τον να καταριέται τον Δαυίδ, γιατί του είπε ο Κύριος να το κάνει». Γιατί; «Μήπως δει ο Θεός την ταπείνωσή μου και μού αποδώσει καλό αντί για την κατάρα του». Βλέπεις με πόση σύνεση ενεργούσε ο Προφήτης; Γι’αυτό και διαφωνούσε με όσους ήθελαν να τον υπερασπισθούν, λέγοντας: «Γιατί ασχολείσθε με μένα, παιδιά της Σαρούιας; Αφήστε τον να καταριέται, γιατί ο Κύριος τον παρακίνησε».

Εμείς όμως δεν ανεχόμαστε να πούμε για τον αδελφό μας: «Ο Κύριος τον παρακίνησε». Αλλά, αν ακούσουμε ένα λόγο, αμέσως νιώθουμε όπως οι σκύλοι. Ρίχνει κανείς επάνω τους πέτρα και αφήνουν αυτόν που τους πετροβόλησε και δαγκώνουν την πέτρα. Έτσι κάνουμε και εμείς. Εγκαταλείπουμε τον Θεό που επιτρέπει να μας βρούν συμφορές, για να καθαριστούμε από τις αμαρτίες μας, και τα βάζουμε με τον αδελφό μας, λέγοντας: «Γιατί μου το ’πε; Γιατί μου το ‘κανε»; Και ενώ μπορούμε απ’ αυτά να έχουμε μεγάλη ωφέλεια, βλάπτουμε τον εαυτό μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι όλα γίνονται με την Πρόνοια του Θεού για το συμφέρον του καθενός. Ο Θεός να μας χαρίσει σύνεση με τις ευχές των Αγίων. Αμήν

(Από τό βιβλίο ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ Ἔργα Ἀσκητικά, Εκδ. ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας, 2000)

 

(Από το Μέγα Γεροντικό)
 
1. Σε κάποιον αδελφό που έμενε στο κοινόβιο του αββά Ηλίτ, συνέβη κάποτε ένας πειρασμός. Γι΄αυτό τον έδιωξαν από κει και πήγε κοντά στον αββά Αντώνιο, στο όρος. Αφού έμεινε ο αδελφός κοντά του κάποιο χρονικό διάστημα, τον έστειλε ο αββάς στο κοινόβιο απ΄όπου είχε φύγει. Εκείνοι όμως μόλις τον είδαν, τον ξανάδιωξαν και ο αδελφός γύρισε πάλι στον αββά Αντώνιο και του είπε:
- "Δεν θέλησαν να με δεχθούν, πάτερ".
Τον έστειλε πάλι ο Γέροντας και τους μήνυσε το εξής:
- "Ένα καράβι ναυάγησε μέσα στο πέλαγος, έχασε το φορτίο του και με κόπο πολύ έφθασε στη στεριά. Και εσείς ό,τι σώθηκε και έφθασε στη στεριά, θέλετε να το καταποντίσετε;"
Κι εκείνοι όταν άκουσαν ότι ο αββάς Αντώνιος τον έστειλε, ευθύς τον δέχθηκαν.
 
2. Πήγε κάποτε ο αββάς Ισαάκ ο Θηβαίος σε κάποιο κοινόβιο και είδε έναν αδελφό να σφάλλει και τον κατέκρινε.
Όταν επέστρεψε στην έρημο, ήλθε άγγελος Κυρίου και στάθηκε μπροστά στην πόρτα του κελιού του και του είπε:
- "Δεν σου επιτρέπω να μπεις".
Κι εκείνος παρακαλούσε κι έλεγε:
- "Τι συμβαίνει;"
Αποκρίθηκε ο άγγελος και του είπε:
- "Ο Θεός με έστειλε λέγοντας: Πές του: πού προστάζεις να βάλω τον αδελφό που έσφαλε και τον καταδίκασες".
Ευθύς μετανόησε ο αββάς και είπε:
- "Αμάρτησα, συγχώρεσέ με".
Και ο άγγελος του είπε:
- "Σήκω, σε συγχώρεσε ο θεός. Και στο εξής να προσέχεις να μην κρίνεις κανέναν, προτού τον κρίνει ο Θεός".
 
3. Έλεγε ο αββάς Παφνούτιος, ο μαθητής του αββά Μακαρίου:
- "Παρακάλεσα τον Γέροντά μου λέγοντας: Πές μου κάποιον λόγο".
Κι εκείνος είπε:
- "Να μην κακομεταχειριστείς κανέναν ούτε να τον κατακρίνεις. Αυτά να κάνεις και σώζεσαι".
 
4. Έλεγαν για τον αββά Μακάριο τον μεγάλο ότι είχε γίνει, όπως λέει η Γραφή, Θεός επίγειος. Γιατί όπως ακριβώς ο Θεός σκεπάζει τον κόσμο, έτσι και ο αββάς Μακάριος σκέπαζε τα ελαττώματα που έβλεπε στους άλλους, σαν να μη τα έβλεπε, και εκείνα που άκουε σαν να μη τα άκουε.
 
5. Κάποιος αδελφός της Σκήτης κάποτε έσφαλε. Έγινε συγκέντρωση στην οποία κάλεσαν τον αββά Μωυσή αλλά αυτός δεν θέλησε να πάει.
Του παρήγγειλε τότε ο πρεσβύτερος: "Έλα, γιατί σε περιμένουν όλοι".
Κι εκείνος σηκώθηκε και πήγε κρατώντας στην πλάτη ένα καλάθι τρύπιο που το γέμισε άμμο.
Οι Πατέρες που βγήκαν να τον προϋπαντήσουν του λένε: "Τι είναι αυτό, πάτερ;"
"Οι αμαρτίες μου -απαντά ο Γέροντας- που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω. Και ήλθα εγώ σήμερα να κρίνω τα σφάλματα άλλου".
Όταν τ΄άκουσαν αυτά οι Πατέρες, δεν είπαν τίποτε εναντίον του αδελφού αλλά τον συγχώρεσαν.
 
6. Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
- "Πές μου, πώς θα γίνω μοναχός;"
Και ο Γέροντας είπε:
- "Εάν θέλεις να βρεις ανάπαυση και σ΄αυτόν τον κόσμο και στη μέλλουσα ζωή, να λές σε κάθε περίπτωση: Ποιος είμαι εγώ; Και να μην κατακρίνεις κανένα".
 
7. Είπε επίσης:
"Μπορεί ένας άνθρωπος να φαίνεται ότι σιωπά ενώ η καρδιά του κατακρίνει τους άλλους, ένας τέτοιος άνθρωπος πάντοτε λαλεί.
Και μπορεί ένας άλλος να μιλάει από το πρωί ως το βράδυ και όμως κρατάει σιωπή γιατί δεν λέει τίποτε περισσότερο απ΄όσα ωφελούν".
 
8. Ρώτησε ένας αδελφός τον αββά Ποιμένα:
- "Εάν δω κάποιο σφάλμα του αδελφού μου, είναι καλό να το σκεπάσω;"
Κι ο Γέροντας απάντησε:
- "Όποια ώρα σκεπάσουμε το σφάλμα του αδελφού μας, σκεπάζει και ο Θεός το δικό μας.
Και όποια ώρα θα φανερώσουμε του αδελφού το σφάλμα, θα φανερώσει και ο Θεός το δικό μας".
 
9. Κάποιος αδελφός έκανε μια ερώτηση σ΄έναν άγιο Γέροντα για να έχει μια βάση, ώστε να μην αμαρτάνει με τον λογισμό.
"Ας υποθέσουμε -είπε- ότι βλέπω κάποιον να κάνει κάτι και το λέω αυτό σε κάποιον άλλο, και βλέπω ότι δεν τον κατακρίνω, αλλά απλώς το συζητούμε. Αυτό παύει να είναι κατάκριση;"
Ο Γέροντας είπε: "Εάν μιλάς με εμπάθεια έχοντας κάτι εναντίον του, είναι κατάκριση, αν όμως είσαι ελεύθερος από πάθος, δεν είναι κατάκριση. Αλλά για να μη μεγαλώνει το κακό, η σιωπή είναι προτιμότερη".
 
10. Άκουσε κάποιος από τους αγίους Πατέρες ότι ένας αδελφός έπεσε στο αμάρτημα της πορνείας. Και είπε:
- "Ώ, άσχημα έκανε".
Μετά από λίγες μέρες πεθαίνει ο αδελφός. Και πάει άγγελος του θεού με την ψυχή του αδελφού στον Γέροντα και του λέει:
- "Δές αυτόν που κατέκρινες, πέθανε. Πού παραγγέλλεις να τον βάλω, στη Βασιλεία του Θεού ή στην κόλαση;"
Μετά απ΄αυτό, μέχρι την ώρα του θανάτου του ο Γέροντας ζητούσε ασταμάτητα από τον Θεό με δάκρυα και πόνο πολύ να τον συγχωρήσει.
 
11. Είπε κάποιος Γέροντας:
"Εάν δεις αδελφό να αμαρτάνει, μη ρίξεις την αιτία σ΄αυτόν αλλά στον πολέμιό του, και πές: Όπως αυτός νικήθηκε, έτσι κι εγώ.
Κλαίε και ζήτα τη βοήθεια του Θεού και δείχνε συμπόνοια σ΄αυτόν που άθελά του πάσχει. Γιατί κανείς δεν θέλει να αμαρτήσει στον Θεό, αλλά όλοι σφάλλουμε".
 
12. Είπε ένας Γέροντας:
"Τίποτε δεν παροργίζει τόσο τόν Θεό και τίποτε δεν απογυμνώνει τόσο τον άνθρωπο από τη χάρη, ώστε να φτάσει και σε εγκατάλειψη από μέρους του Θεού, όσο το να κατηγορεί τον πλησίον του ή να τον κατακρίνει ή να τον εξουθενώνει. Και είναι τόσο βαρύτερη η κατάκριση από κάθε άλλη αμαρτία, ώστε ο ίδιος ο Χριστός λέει:
"Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι που έχεις στο μάτι σου και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις το σκουπιδάκι πού βρίσκεται στο μάτι του αδελφού σου".
Παρομοίασε δηλαδή το αμάρτημα του πλησίον με το σκουπιδάκι, ενώ την κατάκριση με το δοκάρι.
Είναι τόσο κακό τό να κατακρίνει κανείς, σχεδόν ξεπερνά κάθε αμαρτία.
Επομένως τίποτε δεν είναι βαρύτερο, αδελφοί μου, ούτε χειρότερο από το να καταδικάσουμε ή να εξουθενώσουμε τον πλησίον.
Γιατί να μήν προτιμούμε να κατακρίνουμε τον εαυτό μας;
Και εννοώ τα κακά τα δικά μας πού καλά τα γνωρίζουμε και για τα οποία πρόκειται να δώσουμε λόγο στον Θεό.
Γιατί αρπάζουμε το δικαίωμα της κρίσης του Θεού;
Τί θέλουμε από το πλάσμα του, τί θέλουμε από τον πλησίον;
Τί ζητάμε από τα βάρη του άλλου;
Έχουμε, αδελφοί, τί να φροντίσουμε. Ο καθείς ας προσέχει τον εαυτό του και τις δικές του κακίες.
Η εξουσία να δικαιώνει και να καταδικάζει, ανήκει μόνο στόν Θεό, που γνωρίζει καί την κατάσταση του καθενός και τη δύναμη, τον τρόπο της ζωής και τα χαρίσματά του, την ιδιοσυγκρασία και τις ικανότητές του, ανήκει στον Θεό που κρίνει ανάλογα με το καθένα απ΄αυτά, όπως ο ίδιος μόνος τα γνωρίζει".

Κατά τή διάρκεια τού τελευταίου μεγάλου πολέμου στό Ιράκ στό χιτώνιο ενός Αμερικανού στρατιώτη, ο οποίος έπεσε στό πεδίο τής μάχης, βρέθηκε ένα σημείωμα, πού περιείχε μία συγκλονιστική εξομολόγηση, μία συγκλονιστική προσευχή.

Ένας μέχρι τότε άθεος νέος, γνήσιο παιδί τής εποχής μας, εύρισκε στό διάβα τής ζωής του τόν Σωτήρα Χριστό μέσα στήν αντάρα τού πολέμου.

Άς διαβάσουμε, τί έλεγε τό σημείωμα εκείνο:

* * *

«Άκουσε, Θεέ μου.

Ακόμα δέν σού έχω μιλήσει. Όμως τώρα επιθυμώ νά σού πώ φιλικά: Τί κάνεις; Τί γίνεσαι;

Μού είπαν ότι δέν υπάρχεις καί σάν ανόητος τό πίστεψα. Όμως χθές βράδυ, από τό βάθος τού κρατήρα μιάς οβίδας είδα τόν Ουρανό Σου, είδα τό μεγαλείο Σου, καί τότε κατάλαβα ότι μού είχαν πεί ψέματα!

Είναι παράξενο, ότι χρειάσθηκε νά έλθω σ' αυτόν τόν καταχθόνιο τόπο, γιά ν΄ανακαλύψω τό πρόσωπό Σου! Τώρα πού Σέ γνώρισα Σ' αγαπώ τρομερά, Θεέ μου! Αυτό θέλω νά τό ξέρεις!

Σέ λίγο θά γίνει μιά ακόμη απαίσια μάχη. Ποιός ξέρει; Μπορεί καί νά φθάσω στό σπίτι Σου απόψε. Δέν υπήρξαμε όμως ποτέ σύντροφοι μέχρι τώρα κι αναρωτιέμαι,άν θά μέ περιμένεις στήν πόρτα Σου! Καί νά, νά κλαίω! Καί χύνω δάκρυα! Τί παράξενω! Άχ,νά Σέ είχα γνωρίσει πιό νωρίς, Θεέ μου!

Θεέ μου, πού είσαι; Πού κατοικείς;

Σέ αναζητούσα παντού, ακόμη καί μέσα στή δική μου καρδιά, στό σπίτι μου καί στήν οικογένειά μου. Μά δέν σέ εύρισκα πουθενά! Μά συνέχιζα νά σέ αναζητώ καί γύρω μου καί μέσα μου.

Καί ένοιωσα τήν παρουσία Σου καί είδα τήν μορφή Σου καί άκουσα τήν φωνή Σου:

- Είμαι δίπλα σου, είμαι κοντά σου! Άνοιξέ μου τήν καρδιά σου. Θέλω νά περάσω σ' αυτήν, νά στήσω τόν θρόνο Μου καί νά τήν κάνω Βασίλειό Μου...!

- Ώ Κύριε!

Έλα! Σέ περιμένω...

Σέ λαχταρώ...

Θέλω νά είμαι αιώνια μαζί Σου γιά πάντα κοντά Σου!»

 

1. Είπε ο αββάς Αντώνιος:
«Εγώ δεν φοβάμαι πιά τον Θεό, αλλά τον αγαπώ, γιατί η αγάπη διώχνει πέρα τον φόβο».
2. Είπε πάλι:
«Η ζωή και ο θάνατος της ψυχής εξαρτάται από τον πλησίον. Αν κερδίσουμε τον αδελφό, τον Θεό κερδίζουμε, ενώ αν σκανδαλίσουμε τον αδελφό, στον Χριστό αμαρτάνουμε».
 
3. Ο αββάς Αγάθων είπε:
«Ποτέ δεν πλάγιασα να κοιμηθώ, έχοντας δυσαρεστηθεί με κάποιον, αλλά ούτε και άφησα -όσο μπορούσα- άλλον να κοιμηθεί, έχοντας κάτι με μένα».
4. Έλεγε ο αββάς Αγάθων:
«Αν γινόταν να βρω ένα λεπρό και να του δώσω το δικό μου σώμα και να πάρω το δικό του, ευχαρίστως θα το έκαμνα.
Γιατί αυτή είναι η τέλεια αγάπη».
 
5. Έλεγε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός:
«Δεν γίνεται να χτίσει κανείς το σπίτι, αρχίζοντας από πάνω και προχωρώντας προς τα κάτω.
Από τα θεμέλια θα αρχίσει και θα προχωρήσει προς τα πάνω».
Τον ρωτούν:
«Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια;»
«Το θεμέλιο, απαντά, είναι ο πλησίον, προκειμένου να τον σώσεις, και πρώτος εσύ ωφελείσαι, γιατί απ΄αυτόν κρέμονται όλες οι εντολές του Χριστού».
 Ο αββάς Ιωάννης είπε:
«Ο πατέρας μας, ο αββάς Αντώνιος, είπε: Ποτέ δεν έβαλα το δικό μου συμφέρον πιο πάνω από την ωφέλεια του αδελφού μου».
 
6. Είπε ο αββάς Υπερέχιος:
«Προσπάθησε να γλυτώσεις -όσο μπορείς- τον πλησίον από τις αμαρτίες χωρίς να τον προσβάλεις, διότι και ο Θεός δεν αποστρέφεται όσους μετανοούν. Επίσης, λόγος κακίας ή πονηρίας εναντίον του αδελφού σου ας μην παραμένει στην καρδιά σου, για να μπορείς να λές: Συγχώρεσέ μας τα παραπτώματά μας, όπως και εμείς συγχωρούμε εκείνους που μας έφταιξαν».
 
7. Δυό Γέροντες ζούσαν ως μοναχοί πολλά χρόνια μαζί και ποτέ δεν μάλωσαν. Είπε ο ένας στον άλλον:
«Ας φιλονικήσουμε κι εμείς μια φορά όπως όλοι οι άνθρωποι».
Ο άλλος αποκρίθηκε:
«Δεν ξέρω πώς γίνεται η φιλονικία».
Και του λέει ο αδελφός:
«Να, θα βάλω στη μέση ένα τούβλο. Εγώ θα λέω ότι είναι δικό μου κι εσύ να λές, όχι, δικό μου είναι, και από δω γίνεται η αρχή».
Έβαλαν πράγματι στη μέση ένα τούβλο. Λέει ο ένας:
«Αυτό είναι δικό μου».
Ο άλλος είπε: «Όχι, είναι δικό».
Είπε ο πρώτος:
«Έ, αν είναι δικό σου, πάρ΄το και πήγαινε».
Και έφυγαν, χωρίς να βρουν αιτία για φιλονικία.
 
8. Ένας Γέροντας είπε:
«Ποτέ δεν επεθύμησα ένα έργο πού να ωφελεί εμένα και να βλάπτει τον διπλανό, γιατί πίστευα ότι το κέρδος του αδελφού μου είναι καρποφορία για μένα».
 
9. Κάποιος από τους Πατέρες πήγε στην πόλη να πουλήσει το εργόχειρό του. Εκεί είδε έναν φτωχό που ήταν γυμνός, και επειδή τον σπλαχνίστηκε, του χάρισε το επανωφόρι του. Ο φτωχός όμως πήγε και το πούλησε. Όταν το έμαθε αυτό ο Γέροντας, λυπήθηκε και μετάνιωσε που του έδωσε το ένδυμα.
Εκείνη τη νύχτα παρουσιάστηκε στον Γέροντα -σε όνειρο- ο Χριστός, φορώντας το επανωφόρι. Του λέει:
«Μη λυπάσαι, να, φορώ αυτό που μου έχεις δώσει».
 
10. Οι Γέροντες έλεγαν:
«Ο καθένας οφείλει τα προβλήματα του πλησίον να τα κάνει δικά του και σε όλα να συμπάσχει με αυτόν. Και να χαίρεται και να κλαίει μαζί μ΄αυτόν, και με τέτοια διάθεση να στέκεται απέναντί του, σαν να φοράει το σώμα του πλησίον και σαν να πρόκειται για τον εαυτό του, αν ποτέ συμβεί κάτι κακό σ΄εκείνον.
Αυτά είναι σύμφωνα με τη Γραφή πού λέει: Χάρη στον Χριστό όλοι είμαστε ένα σώμα.
Και: Όλοι όσοι πίστευσαν στον Χριστό είχαν μια καρδιά και μια ψυχή».
 
11. Ένας Γέροντας είπε:
«Μην απαιτείς αγάπη από τον πλησίον, γιατί εκείνος που αγαπά κάποιον και δεν βρίσκει ανταπόκριση ταράζεται.
Καλύτερα, εσύ δείξε την αγάπη στον πλησίον, έτσι κι εσύ νιώθεις ανάπαυση, αλλά με τον τρόπο αυτό οδηγείς σε αγάπη και τον πλησίον».
 
12. Είπε πάλι:
«Το να υστερείς στο θέμα της αγάπης απέναντι των αδελφών προέρχεται από το ότι δέχεσαι τους λογισμούς που ξεκινούν από υποψία και εμπιστεύεσαι στα αισθήματά σου. Επιπλέον και από το ότι δεν θέλεις να παθαίνεις αντίθετα από ό,τι επιθυμείς. Εκείνο λοιπόν που σου χρειάζεται είναι με τη βοήθεια του Θεού, πρώτα πρώτα να μη δίνεις εμπιστοσύνη στις υπόνοιές σου και ύστερα με όλη σου την προθυμία και τη δύναμη να ταπεινώνεσαι ενώπιον των αδελφών, και να κόβεις για χάρη τους το θέλημά σου».
13. Έλεγε επίσης ότι η αγάπη που έχει αφετηρία τον Θεό είναι πιο δυνατή και από την αγάπη που την έχει κανείς εκ φύσεως.

 

 

(Διηγήσεις από το Μέγα Γεροντικό)
 
1. Πήγαν κάποιοι στον αββά Αντώνιο και του είπαν:
- "Πές μας κάποιο λόγο πώς να σωθούμε".
Και ο Γέροντας τους λέει:
- "Ακούσατε τί λέει η Γραφή; Σας αρκεί αυτή".
Aλλά αυτοί είπαν:
- "Θέλουμε και από σένα, πάτερ, να ακούσουμε".
Και ο Γέροντας τους είπε:
- "Το Ευαγγέλιο λέει: Άν κάποιος σε χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, γύρισέ του και το άλλο".
- "Δεν μπορούμε -του λένε- να το κάνουμε αυτό".
- "Εάν δεν μπορείτε να στρέψετε και το άλλο -λέει ο Γέροντας- υπομείνετε τουλάχιστον το ράπισμα στο ένα".
- "Ούτε αυτό μπορούμε", του απαντούν.
Ξαναμιλάει ο Γέροντας:
- "Εάν ούτε αυτό μπορείτε, μήν ανταποδίδετε τα ίσα".
Λένε πάλι:
- "Ούτε αυτό μπορούμε".
Τότε ο Γέροντας γυρνάει και λέει στον μαθητή του:
- "Κάνε τους λίγο κουρκούτι, γιατί είναι άρρωστοι. Εάν το ένα δεν μπορείτε και το άλλο δεν θέλετε, τί να σας κάνω;"
 
2. Είπε πάλι ότι κάποιος Γέροντας έμεινε σε κάποιο ιερό ειδωλολατρικό.
Πήγαν λοιπόν οι δαίμονες και του λένε: "Φύγε από τον τόπο μας".
Και ο Γέροντας τους είπε: "Εσείς δεν έχετε τόπο".
Άρχισαν τότε να του σκορπίζουν εντελώς τα βάϊα του κι ο Γέροντας επέμενε να τα μαζεύει.
Κατόπιν τον έπιασε ο δαίμονας από το χέρι και τον έσυρε έξω.
Μόλις έφτασε στην πόρτα ο Γέροντας, με το άλλο του το χέρι έπιασε την πόρτα κράζοντας:
"Ιησού, βοήθησέ με" και ευθύς ο δαίμονας εξαφανίστηκε και ο Γέροντας αναλύθηκε στα δάκρυα.
Τον ρώτησε τότε ο Κύριος: "Γιατί κλαίς;"
"Γιατί τολμούν -είπε ο Γέροντας- να πιάσουν τον άνθρωπο και να τον μεταχειρίζονται έτσι".
"Εσύ αμέλησες -του παρατήρησε ο Κύριος- γιατί μόλις με ζήτησες, να πώς σου βρέθηκα".
Και αυτά που λέω σημαίνουν ότι χρειάζεται πολύς κόπος.
Εάν δεν κοπιάσει κανείς, δεν μπορεί να έχει τον Θεό μαζί του.
Γιατί Αυτός για χάρη μας σταυρώθηκε.
 
3. Είπε η αμμάς Θεοδώρα ότι κάποτε ένας ευλαβής δεχόταν βρισιές από κάποιον και του λέει:
"Μπορούσα κι εγώ με τον ίδιο τρόπο να σου μιλήσω, αλλά η εντολή του Θεού μου κλείνει το στόμα".
 
4. Έλεγε ο αββάς Ματόης:
"Προτιμώ εργασία ελαφριά και συνεχή παρά εξουθενωτική εξαρχής που γρήγορα όμως σταματάει".
 
5. Ένας Γέροντας μόναζε στην έρημο και το διάστημα που περπατούσε για να προμηθεύεται το νερό ήταν δώδεκα μίλια.
Κάποια φορά λοιπόν που πήγε να πάρει νερό, βαρέθηκε και είπε:
"Τι χρειάζεται αυτός ο κόπος; Θα ΄ρθω να μείνω κοντά στο νερό".
Μόλις το΄πε αυτό, στρέφει το κεφάλι και βλέπει κάποιον να τον ακολουθεί και να μετράει τα βήματά του.
Τον ρωτάει ευθύς: "Ποιος είσαι εσύ;"
"Άγγελος Κυρίου -του απαντά- σταλμένος να μετρήσω τα βήματά σου για να σου δώσω τον μισθό σου".
Μόλις τ΄άκουσε αυτό ο Γέροντας, ενθαρρύνθηκε, έγινε προθυμότερος και πήγε άλλα πέντε μίλια πιο βαθιά στην έρημο.
 
6. Ήταν ένας Γέροντας στη Θηβαϊδα που έμενε σ΄ένα σπήλαιο και είχε έναν υποτακτικό μαθητευόμενο. Συνήθιζε ο Γέροντας κάθε βράδυ να του δίνει ωφέλιμες συμβουλές και μετά από τη νουθεσία, έκανε προσευχή και τον έστελνε να κοιμηθεί. Κάποτε συνέβη μερικοί ευλαβείς λαϊκοί, επειδή γνώριζαν τη μεγάλη άσκηση του Γέροντα, να τους επισκεφθούν και να προσφέρουν σ΄αυτούς κάποιο φαγητό να φάνε. Αφού έφυγαν αυτοί, κάθισε πάλι ο Γέροντας το βραδάκι, όπως το συνήθιζε, και νουθετούσε τον αδελφό. Την ώρα όμως που του μιλούσε, τον πήρε ο ύπνος. Και ο αδελφός έμεινε κοντά του, έως ότου ξυπνήσει και του κάνει την ευχή. Καθώς λοιπόν καθόταν πολλή ώρα και ο Γέροντας δεν ξυπνούσε, ενοχλήθηκε από τους λογισμούς του να πάει να κοιμηθεί χωρίς να του κάνει την απόλυση. Αλλά βίασε τον εαυτό του και αντιστάθηκε στον λογισμό και παρέμεινε. Πάλι όμως ενοχλήθηκε και δεν έφυγε. Κατά τον ίδιο τρόπο ενοχλήθηκε επτά φορές και αντιστάθηκε στον λογισμό. Αργότερα, αφού είχε προχωρήσει η νύκτα, ξύπνησε ο Γέροντας και τον βρήκε να κάθεται δίπλα του και του λέει:
- "Δεν έφυγες μέχρι αυτή την ώρα;"
Κι εκείνος είπε:
- "Όχι, αββά, γιατί δεν μου΄κανες απόλυση".
- "Και γιατί -τον ρωτάει ο Γέροντας- δεν με ξύπνησες;"
- "Δεν τόλμησα -απαντά ο μαθητής- να σε σκουντήσω για να μη σου διακόψω τον ύπνο".
Σηκώθηκαν ευθύς, άρχισαν τον όρθρο και όταν τελείωσε η ακολουθία, απέλυσε τον αδελφό ο Γέροντας. Και την ώρα που καθόταν μόνος, ήρθε σε έκσταση και βλέπει κάποιον να του δείχνει έναν τόπο λαμπρό στον οποίο υπήρχε ένας θρόνος και επάνω στον θρόνο ήταν τοποθετημένα επτά στεφάνια.
Και ρώτησε αυτόν που του τα έδειχνε:
- "Τίνος είναι αυτά;"
Κι εκείνος είπε:
- "Του μαθητή σου. Τον τόπο και τον θρόνο του τα χάρισε ο Θεός για την υπακοή του. Και τα επτά στεφάνια τα κέρδισε αυτή τη νύκτα".
Απόρησε ο Γέροντας γι΄αυτό που άκουσε και γεμάτος από δέος καλεί τον αδελφό και του λέει:
- "Πές μου, τι έκανες τη νύκτα αυτή;"
- "Συγχώρα με, αββά -απάντησε εκείνος- δεν έκανα τίποτε".
Ο Γέροντας νομίζοντας ότι από ταπεινοφροσύνη δεν ομολογεί, του είπε:
- "Δεν θα σ΄αφήσω να φύγεις, εάν δεν μου πεις τι έκανες ή τι σκέφτηκες τη νύκτα αυτή".
Αλλά ο αδελφός επειδή γνώριζε καλά ότι τίποτε δεν έχει κάνει, δεν είχε τι να πει. Και λέει στον πατέρα:
- "Αββά, δεν έκανα τίποτε, παρά μόνο ότι ενοχλήθηκα από λογισμούς επτά φορές να φύγω χωρίς να μου κάνεις την απόλυση, αλλά δεν έφυγα".
Όταν τ΄άκουσε αυτό ο Γέροντας, κατάλαβε ότι κάθε φορά που πάλευε και νικούσε τον λογισμό του, κέρδιζε ένα στεφάνι από τον Θεό. Στον αδελφό βέβαια δεν είπε τίποτε, αλλά τα διηγήθηκε αυτά σε ανθρώπους πνευματικούς χάριν ωφελείας, για να γνωρίζουμε ότι και για λογισμούς πού δεν έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα ο Θεός μας στεφανώνει.
Καλό λοιπόν είναι να βιάζουμε πάντοτε τον εαυτό μας από αγάπη για τον Θεό.
Γιατί η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και την αρπάζουν αυτοί που αγωνίζονται.
 
7. Είπε ένας Γέροντας:
"Εάν σε βρει αρρώστια σωματική, μη χάνεις το θάρρος σου.
Γιατί αν θέλησε ο Κύριός σου να υποφέρεις στο σώμα, ποιος είσαι σύ πού θα δυσφορήσεις;
Αυτός δεν σε φροντίζει για όλα;
Μήπως ζεις εν τη απουσία του;
Να είσαι καρτερικός λοιπόν και να Τον παρακαλείς να σου δίνει αυτά που σου συμφέρουν, δηλαδή να γίνεται το θέλημά Του.
Να ζεις με καρτερία και να τρέφεσαι από ελεημοσύνη (όσο είσαι άρρωστος)".
 
8. Έλεγε κάποιος από τους Γέροντες για τον φτωχό Λάζαρο:
"Δεν βρίσκουμε να ΄χει κάνει αυτός καμιά αρετή, μόνο πού δεν γόγγυσε ποτέ κατά του Θεού ότι δεν τον σπλαχνίστηκε,
αντίθετα, σήκωσε τον πόνο του με ευγνωμοσύνη και δεν κατέκρινε τον πλούσιο. Γι΄αυτό ο Θεός τον δέχθηκε ως δικό του".
 
9. Είπε άλλος Γέροντας:
"Ο λόγος για τον οποίο δεν προκόβουμε είναι ότι δεν γνωρίζουμε τα μέτρα μας, ούτε έχουμε υπομονή στο έργο που αρχίζουμε αλλά θέλουμε άκοπα να αποκτούμε αρετή.
Επιπλέον πηγαίνουμε από τόπο σε τόπο νομίζοντας ότι θα βρούμε κάποιον τόπο πού δεν υπάρχει διάβολος".

 

ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδόσεις ΕΠΕ τόμος 1, σελ. 131-135,
(οι υπογραμμίσεις δικές μας οπως και μια ελαφρά μεταγλώττιση της απόδοσης των εκδόσεων ΕΠΕ)
 

«Περί της επιβουλής του Ηρώδη κατά των παιδιών και περί του τέλους της ζωής του».

Αξίζει όμως εν προκειμένω να παρατηρήσει κανείς και την τιμωρία της τόλμης του Ηρώδη κατά του Χριστού και των συνομιλήκων του, πόσο γρήγορα, χωρίς την παραμικρή αναβολή, η θεία δίκη τον έδιωξε ζωντανό ακόμη, καταδεικνύοντας τα προοίμια εκείνων τα οποία τον ανέμεναν μετά την από εδώ μετάστασή του.
Πόσο αμαύρωσε  αυτός την υποτιθέμενη ευτυχία της βασιλείας του με τις αλλεπάλληλες οικογενειακές του συμφορές, τους φόνους της γυναίκας, των τέκνων  και των άλλων, των στενότερων συγγενών και καλύτερων φίλων, δεν είναι δυνατόν ούτε περιληπτικά να εκθέσουμε τώρα. Η περί τούτων υπόθεση, όπως την διαπραγματεύεται εκτενώς στα ιστορικά του συγγράματα ο Ιώσηπος, επισκιάζει όλη την τραγική δραματουργία.
Δεν είναι όμως άσχημο να ακούσουμε τις φωνές του συγγραφέα περί του πώς αμέσως με την επιβουλή κατά του Σωτήρος μας και των άλλων νηπίων, τον κατέλαβε θεόσταλτη μάστιγα και τον οδήγησε σε θάνατο. Αυτός στο δέκατο έβδομο βιβλίο της Ιουδαικής Αρχαιολογίας περιγράφει το τέλος του βίου του με τον εξής τρόπο κατά λέξη.
«Για τον Ηρώδη η νόσος γινόταν πολύ πικρότερη, καθώς ο Θεός επέβαλε τιμωρία για τις παρανομίες του. Πράγματι υπήρχε σ’αυτόν μαλακό πύρωμα, το οποίο σ’ αυτούς που τον πλησίαζαν δεν έδειχνε τόση φλόγωση όση κάκωση προσέθετε εσωτερικά. Είχε δε δεινή επιθυμία να φάει κάτι, και ήταν αδύνατον να μην εξυπηρετηθεί, έλκωση, δεινοί πόνοι των εντέρων και μάλιστα του κόλου, υγρό και διαυγές φλέγμα στα πόδια. Παραπλήσια δε κάκωση υπήρχε στο υπογάστριο, και μάλιστα σήψη του αιδοίου, δημιουργώντας σκουλήκια, ορθόπνοια, και αυτή πολύ αηδιαστική λόγω της δυσάρεστης οσμής και της πυκνής αναπνοής. Συνταρασσόταν δε σε όλα τα μέλη με ανυπόφορη δριμύτητα.
Λεγόταν λοιπόν από τους μάντεις και όσους γνωρίζουν να προλέγουν σχετικά, ότι αυτή την ποινή εισπράττει ο Θεός από τον εξόχως δυσσεβή βασιλέα». Αυτά λέει στη δηλωθείσα γραφή ο προαναφερθείς συγγραφέας.

Και στο δεύτερο δε βιβλίο των Ιστοριών παραδίδει (ο Ιώσηπος) περί αυτού παραπλήσια, γράφοντας ως εξής.
«Έπειτα η νόσος αφού κατέλαβε όλο το σώμα του, διαμοίραζε σ’ αυτό ποικίλα πάθη. Πράγματι υπήρχε αρκετός πυρετός, αφόρητος κνησμός σε όλη την επιφάνεια, συνεχείς πόνοι του κόλου, πρήξιμο στα πόδια υδρωπικού χαρακτήρα, φλεγμονή του υπογαστρίου, σήψη στο αιδοίο που δημιουργούσε σκουλήκια, ορθόπνοια και δύσπνοια, σπασμοί όλων των μελών, ώστε οι μάντεις να λέγουν ότι τα νοσήματα ήταν ποινή.
Αυτός όμως, αν και πάλευε με τόσα πάθη, παρέμενε στη ζωή, ήλπιζε σε σωτηρία και εφεύρισκε θεραπείες. Παιρνώντας λοιπόν από τον Ιορδάνη χρησιμοποίησε τα θερμόλουτρα της Καλλιρόης, τα οποία εκβάλλουν στην Ασφαλτίτη λίμνη, λόγω δε της γλυκύτητας είναι και πόσιμα. Εδώ αυτός, καθώς οι γιατροί αποφάσισαν να περιθάλψουν όλο το σώμα με θερμό έλαιο και το ξάπλωσαν σε λεκάνη γεμάτη έλαιο, λιποθύμησε και ανέστρεψε τους οφθαλμούς σαν νεκρός.
Επειδή  οι υπηρέτες θορύβησαν, αναστέναξε για τη συμφορά, και απογοητευμένος στο εξής για τη σωτηρία, διέταξε να διανείμουν στους στρατιώτες από πενήντα δραχμές και πολλά χρήματα στους διοικητές και τους φίλους. Αυτός επέστρεψε και έφθασε στην Ιεριχώ, με μελαγχολία και σχεδόν απειλώντας τον εαυτό του με θάνατο.
Προέβη μάλιστα στο σχεδιασμό μιας αθέμιτης πράξης. Αφού συγκέντρωσε τους επίσημους άνδρες από κάθε κώμη όλης της Ιουδαίας, διέταξε να τους κλείσουν στον καλούμενο ιππόδρομο, και αφού προσκάλεσε την αδελφή του Σαλώμη και τον άνδρα της Αλεξά, είπε «γνωρίζω ότι οι Ιουδαίοι θα γιορτάσουν το θάνατό μου· μπορώ όμως να πενθηθώ με άλλα μέσα και να λάβω λαμπρό επιτάφιο, αν θελήσετε να εκτελέσετε τις εντολές μου. Μόλις εκπνεύσω, φονεύστε τάχιστα αυτούς τους φρουρούμενους άνδρες, αφού τους περικυκλώσετε με τους στρατιώτες, έτσι ώστε όλη η Ιουδαία και κάθε οίκος να δακρύσει για μένα, έστω και ακούσια».
Και με λίγα λόγια  λέει. «Κατόπιν δε [επειδή βασανιζόταν από έλλειψη τροφής και σπασμωδικό βήχα] νικημένος από τους πόνους, επιχείρησε να προφθάσει την ειμαρμένη.

Αφού πήρε ένα μήλο, ζήτησε και μαχαίρι γιατί συνήθιζε να τρώει κόβωντας σε τεμάχια. Έπειτα, αφού κοίταξε τριγύρω, μήπως υπάρχει κάποιος ο οποίος θα τον εμπόδιζε, σήκωσε το δεξί του χέρι για να αυτοτραυματιστεί».

Πέραν δε τούτων ο ίδιος συγγραφέας ιστορεί ότι αυτός πριν το θάνατό του φόνευσε με εντολή του και άλλον γνήσιο γιό, τρίτο μετά τους δύο φονευθέντες προηγουμένως, και αμέσως έπειτα παρέδωσε τη ζωή του με φοβερούς πόνους.

Τέτοιο ήταν λοιπόν το τέρμα της ζωής του Ηρώδη που υπέστη δίκαια ποινή  για τα παιδιά τα οποία φόνευσε στη Βηθλεέμ από επιβουλή κατά του Σωτήρα μας.

Αναδημοσίευση από http://www.sansimera.gr/
 
Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.

Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του '21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά. Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός.)

Η Ομιλία

Παιδιά μου!
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των.
Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα.

Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα.
Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

 Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν.

Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος.
Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού.
Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη.
Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!
Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν.
Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας.
Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε.
Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα.
Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!
 
Αναδημοσίευση από http://www.sansimera.gr/

katafigioti

lifecoaching