ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

[ΒΙΒΛΙΟ:Διαλογική συζήτησις Ευαγγελικών και Ορθοδόξων]
«Η ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΣ»
Ὀρθόδοξος: Ἄς ὁμιλήσωμεν καί διά τό πρόσωπον τῆς Θεοτόκου.
Εὐαγγελικός: Εὐχαρίστως. Ἔχομεν πολλά νά εἴπωμεν περί αὐτῆς: Διά τό «ἀειπάρθενον» τήν ὀνομασίαν της «Παναγία» καί «Θεοτόκος» τήν προσκύνησιν, τήν πρεσβείαν της, τά ὁποῖα ἡμεῖς οἱ Εὐαγγελικοί δέν δεχόμεθα.
Ὀρθόδοξος: Ἐπειδή ἡ προσκύνησις καί ἡ πρεσβεία εἶναι γενικόν θέμα ἀφορῶν ὅλους τούς ἁγίους, τό ὁποῖον θά ἐξετάσωμεν ἐν ἰδιαιτέρῳ τόπῳ καλόν θά εἶναι νά ἐξετάσωμεν ἐδῶ εἰδικῶς τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου ὡς ἀειπάρθενον καί κατόπιν ἄν πρέπῃ νά ὀνομάζωμεν αὐτήν «Παναγίαν», «Θεοτόκον».
Εὐαγγελικός: Εὐχαρίστως.
ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ὀρθόδοξος: Τό θέμα τοῦτο θά ἐξετασθῇ Γραφικῶς καί βάσει τῶν πατέρων τῶν πρώτων αἰώνων τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, διότι Ἁγία Γραφή καί ἱερά Παράδοσις ἀποτελοῦν πηγάς τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου ὡς ἀπεδείξαμεν.
Α΄ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Εὐαγγελικός: Ἄς ἀρχίσωμεν ἀπό τήν Ἁγίαν Γραφήν. Ἐν τῇ Γραφῇ ὁ Κύριος φέρεται ἔχων ἀδελφούς. Ματθ. 12,46. Μᾶρκ. 6,3-7,3. Πράξ. 1,14. Πῶς σεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι λέγετε τήν Μαρίαν ἀειπάρθενον;
Ὀρθόδοξος: Ἡ λέξις ἀδελφός ἔχει εὐρεῖαν ἔννοιαν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ. Δέν σημαίνει μόνον τόν ἀδελφόν, ἀλλά καί τόν ἀνεψιόν, τόν ἐξάδελφον. Ὁ Λώτ λ.χ. ὀνομάζεται ἀδελφός, τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῷ εἶναι ἀνεψιός του. Γένεσ. 14,14. Ὁ Ἰακώβ ὀνομάζεται ἀδελφός, ἐνῷ εἶναι ἀνεψιός τοῦ θείου του Λάβαν Γένεσ. 27,43,29,15. Οἱ υἱοί τοῦ Κίς ὀνομάζονται ἀδελφοί, ἐνῷ εἶναι ἐξάδελφοι τῶν θυγατέρων τοῦ Ἐλεάζαρ Α΄!Παραλ. 23,21-22. Τό IV Βασιλ.10, 13-14 ὁμιλεῖ περί 42 ἀδελφῶν τοῦ Ὀχοζίου.
Ἀσφαλῶς πρόκειται καί ἐνταῦθα περί συγγενείας εὐρυτέρας ἐννοίας. Τοῦτο συμβαίνει, διότι οὔτε ἡ Ἑβραϊκή οὔτε ἡ Ἀραμαϊκή γλῶσσα ἔχουσιν εἰδικήν λέξιν, ἵνα δηλώσωσι τόν ἐξάδελφον.
Ὁ ἐξάδελφος δηλοῦται περιφραστικῶς «υἱός τοῦ (πατρικοῦ) θείου» ἤ «υἱός τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητρός». Διά τοῦτο ὁ ἐξάδελφος μονολεκτικῶς ἐκφράζεται διά τῆς λέξεως ἀδελφός. Ἐκ τῶν συμφραζομένων μόνον θά ἐννοήσωμεν, ἐάν πρόκειται περί ἀδελφοῦ ἤ ἄλλης τινός συγγενείας.
Εὐαγγελικός: Πείθομαι ὅτι ἡ λέξις ἀδελφός ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ δέν ἔχει μόνον τήν ἔννοιαν ἀδελφός, ἀλλά καί ἄλλας ἐννοίας. Πρέπει ὅμως νά ἔχῃ καί τήν κυριολεκτική ἔννοιαν ἀδελφός. Πῶς ὅμως θά μέ πείσετε, ὅτι ἐπί τῶν ἀδελφῶν τοῦ Κυρίου δέν ἔχει τήν κυριολεξίαν της, ἀλλά τήν εὐρεῖαν ἔννοιαν;
Ὀρθόδοξος: Ἔχω πέντε, ἕξ λόγους, πού μέ ἀναγκάζουν νά δώσω εὐρεῖαν ἔννοιαν καί οὐχί στενήν εἰς τούς ἀδελφούς τοῦ Κυρίου.
Πρῶτον· ὁ ἄγγελος ὅταν εὐηγγελίσθη τήν Θεοτόκον λέγει: Ἰδού «συλλήψῃ ἐν γαστρί καί τέξῃ …» θά συλλάβῃς ἐν τῇ κοιλίᾳ σου καί θά γεννήσῃς. Ὁμιλεῖ εἰς αὐτήν περί συλλήψεως καί τοκετοῦ, ἀμφοτέρων ἐν τῷ μέλλοντι. Εἰς τό μέλλον ἀνῆκεν ὁ γάμος της μετά τοῦ Ἰωσήφ. Ἐκείνη ἀπήντησε: «πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;» (Λουκ. 1, 34). Ἐάν ἡ Θεοτόκος εἶχε ὑπ’ ὄψιν της νά ἔλθῃ εἰς συζυγικάς σχέσεις μετά τοῦ Ἰωσήφ, νά ἀποκτήσῃ παιδιά, πῶς προβάλλει τήν ἐρώτησιν ταύτην, ἄνδρα οὐ γινώσκω; Πιθανότερον δέν εἶναι νά δεχθῶμεν, ὅτι θά εἶχεν αὕτη ἀπόφασιν νά μείνῃ παρθένος καί μετά τόν γάμον ἤ διά βίου μνηστευμένη, ὅπως ἔμεινε; Τῆς γνώμης ταύτης εἶναι ὅλοι σχεδόν οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας, ὡς θά ἴδωμεν ἐν τῷ περί ἱερᾶς Παραδόσεως τμήματι.
Εὐαγγελικός: Τό «Ἰδού» ἐνταῦθα εἰς τό «ἰδού συλλήψῃ κ.λπ.» ἔχει ἔννοιαν ἀμέσου καί οὐχί ἀπωτέρου γεγονότος. Λέγει κάτι τό ὁποῖον θά γίνῃ μετ’ ὀλίγον. Αὐτήν τήν ἔννοιαν ἔχουσι τό «ἰδού» ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ. «Ἰδού ἄγγελος Κυρίου ἐφάνη…» Ματθ. 2,13 «Ἰδού μάγοι ἀπό Ἀνατολῶν παραγίνονται» 2,1 κ.λπ.
Ὀρθόδοξος: Τό «ἰδού» ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ δέν ἔχει ἔννοιαν ἀμέσου ἀκολουθίας γεγονότος τινός, ἀλλά σημαίνει τό ἀπροσδόκητον τοῦ γεγονότος. Μερικά παραδείγματα: «Ἰδού ἡ Παρθένος ἕξει ἐν γαστρί» τοῦ Ἡσαΐου 7,14. «Ἰδού οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν» Λουκ. 2,34. «Ἰδού ἔρχομαι ὡς κλέπτης» Ἀποκάλ. 16, 14. Ὅλα αὐτά ἀφοροῦν γεγονότα ἀπωτέρου μέλλοντος ἀπροσδόκητα.
Εὐαγγελικός: Πιθανότητας μόνον δίδουν αἱ σκέψεις σας καί τά χωρία ταῦτα ἐπί τοῦ προκειμένου ζητήματος, ὅτι ἡ Μαριάμ εἶχε ἀπόφασιν νά μείνῃ ἀνέπαφος, καί οὐχί βεβαιότητα.
[[[ Σημείωσις: 1. Βοηθήματα: 1) Μ, Σιώτου, τό πρόβλημα τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἰησοῦ 2) Catholic Commentary σελ. 844. 3) Lagrange, Evangile selon saint Marc.]]]]
Ὀρθόδοξος: Ἄς δεχθῶ, ὅτι δέν εἶναι λίαν ἐμφανής ἡ πρόθεσις τῆς Θεοτόκου νά μείνῃ παρθένος καί μετά τόν γάμον ἤ νά μείνῃ διά βίου μνηστευμένη, ὅπως φαίνεται, ὅτι ἔμεινε διότι ὀλίγας ἡμέρας πρίν γεννήση τόν Χριστόν εἶναι ἀκόμη μνηστή. (Λουκ. 2,5). Μετά ταῦτα δέν ἀναφέρεται ὁ γάμος της μετά τοῦ Ἰωσήφ. Ἄς ἔλθω εἰς ἄλλους λόγους, πιθανωτέρους.
Δεύτερον: Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦτο δώδεκα ἐτῶν, φαίνεται ὅτι ἡ ἁγία οἰκογένεια ἀπετελεῖτο ἐκ τριῶν μόνον προσώπων: τῆς μητρός του, τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ. Οὐδαμοῦ ἀναφαίνονται ἄλλοι ἀδελφοί του (Λουκ. 2,41) μέχρι τῆς ἡλικίας ἐκείνης καί τῆς δημοσίας ἐμφανίσεως τοῦ Κυρίου. Ἑπομένως ἄν θά γεννήθησαν ἄλλοι ἀδελφοί τοῦ Ἰησοῦ ἐκ τοῦ Ἰωσήφ καί τῆς Θεοτόκου, θά ἦσαν μετά τό 12ον ἔτος. Ἀλλά μετά τόν 12ον ἔτος οὐδαμοῦ ἀναφέρεται ὁ Ἰωσήφ. Φαίνεται μόνον ἡ Θεοτόκος. Ἄρα ὁ Ἰωσήφ θά εἶχεν ἀποθάνει. Ἀλλά καί ἐάν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶχον γεννηθῆ μετά τό 12ον ἔτος θά ἔχωμεν τάς ἑξῆς δυσκολίες. Οἱ ἀδελφοί οὗτοι τοῦ Ἰησοῦ ἦσαν τέσσαρες. (Ματθ. 12,46. Μᾶρκ.6,3). Ὁ μεγαλύτερος ἐξ αὐτῶν θά ἦτο μικρότερος τοῦ Ἰησοῦ τοὐλάχιστον κατά δώδεκα ἔτη, ἀφοῦ θά ἐγεννήθη μετά τό δωδέκατο ἔτος τοῦ Ἰησοῦ, ὁ δέ μικρότερος αὐτῶν θά ἦτο μικρότερος τοῦ Ἰησοῦ κατά εἴκοσι περίπου ἔτη διά τόν ἑξῆς λόγον:Ἐάν ὑποθέσωμεν ὅτι ἀνά δύο ἔτη θά ἐγεννᾶτο ἕκαστος ἐξ αὐτῶν, ἀφοῦ ἔχομεν 4 ἀδελφούς, θά ἐγεννήθησαν οὗτοι ἐντός 8 ἐτῶν. Ἄρα ἔχομεν 12 + 8=20. Ἑπομένως ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦτο τριάκοντα ἐτῶν αὐτοί θά ἦσαν ἡλικίας ὁ μικρότερος δέκα ἐτῶν καί ὁ μεγαλύτερος δέκα ὀκτώ ἐτῶν. Ἡ συμπεριφορά ὅμως πρός τόν Ἰησοῦν τῶν ἀδελφῶν τούτων, οἱ ὁποῖοι φέρονται παντοῦ ὡς κηδεμόνες τοῦ Ἰησοῦ (Ἰδέ Ἰωάν. 7, 3 καί Μᾶρκ. 3,21) ἀντίκειται πρός τήν ἡλικίαν αὐτῶν ὡς μικροτέρων καί τοῦ Ἰησοῦ ὡς μεγαλυτέρου πρωτοτόκου. Διότι ἡ Ἁγία Γραφή λέγει ὅτι οἱ μεγαλύτεροι ἀδελφοί, ἰδίως οἱ πρωτότοκοι προΐσταντο τῶν μικροτέρων. Κατά τό Γένεσ. δηλ. 27, 29-40 «γίνου κύριος τοῦ ἀδελφοῦ σου» καί «τῷ ἀδελφῷ σου δουλεύσεις», τά ὁποῖα εἶπεν Ἰσαάκ εἰς τόν Ἰακώβ λαμβάνοντα τά πρωτοτόκια τοῦ Ἡσαῦ, ἔπρεπεν ὁ Ἰησοῦς ὡς πρωτότοκος νά διατάσσῃ καί ὄχι νά διατάσσηται. Ἐάν πάλιν ὑποθέσωμεν ὅτι οἱ ἀδελφοί οὗτοι ἦσαν μεγαλύτεροι τοῦ Ἰησοῦ, τοῦτο ἀντίκειται πρός τήν ρητήν βεβαίωσιν, ὅτι ὁ Κύριος ἦτο πρωτότοκος Υἱός τῆς Παρθένου. (Ματθ. 1, 25 Λουκ. 2,7). Ἑπομένως οὔτε μικρότεροι οὔτε μεγαλύτεροι τοῦ Ἰησοῦ ὡς πραγματικοί ἀδελφοί εἶναι. Θά ἦσαν μεγαλύτεροι εἰς τήν ἡλικίαν, ἀλλά συγγενεῖς του.
Τρίτον: Εἰς τά εὐαγγέλια ἀναφέρονται οὗτοι ὡς ἀδελφοὶ τοῦ Ἰησοῦ οὐχί ὅμως καί υἱοί τῆς Θεοτόκου, ὅπως ρητῶς λέγεται περί τοῦ Ἰησοῦ (Μᾶρκ. 6,3). Εἶναι καί αὐτό νομίζω κάτι τό ἀξιοπρόσεκτον.
Πλήν αὐτοῦ, τά Εὐαγγέλια, ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὀνομάζουσι τήν Θεοτόκον γυναῖκα τοῦ Ἰωσήφ πρίν γεννηθῆ ὁ Χριστός «μή φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριάμ τήν γυναῖκα σου» (Ματθ. 1, 20) οὐχί ὅμως καί μετά τήν γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ ἄγγελος δηλαδή λέγει πρός τόν Ἰωσήφ: «ἐγερθεὶς παράλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αὐτοῦ» Ματθ. 2, 13-21. Δέν λέγει παράλαβε τό παιδίον καί τήν γυναῖκα σου. Ἐάν δηλαδή μετά τήν γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ ἡ Θεοτόκος εἶχε σύζυγον τόν Ἰωσήφ, θά ἔλεγε ὁ ἄγγελος πρός αὐτόν «παράλαβε τό παιδίον καί τήν γυναῖκα σου».
Τέταρτον: Διατί νά ἀναθέσῃ ὁ Κύριος κατά τήν σταύρωσιν τήν μητέρα Του εἰς τόν Ἰωάννην, ἐάν ἡ Θεοτόκος εἶχε καί ἄλλα παιδιά;
Πέμπτον: Ἡ Ἁγία Γραφή δέν ὁμιλεῖ μόνον δι’ ἀδελφούς τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά καί δι’ ἀδελφάς αὐτοῦ, τοὐλάχιστον δύο διότι λέγει: «πᾶσαι αἱ ἀδελφαί αὐτοῦ». (Ματθ. 12, 46. Μᾶρκ. 6,3). Ἑπομένως ἔχομεν οἰκογένειαν ἐννεαμελῆ: ἕξ οἱ ἀδελφοί καί αἱ ἀδελφαί τοῦ Ἰησοῦ, ἕβδομος ὁ Ἰησοῦς, καί οἱ δύο γονεῖς του. Πῶς λοιπόν ἐξ ἐννεαμελοῦς οἰκογενείας ἐξῆλθεν τό ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου ἀπό τῆς ἐποχῆς τῶν ἀποστολικῶν Πατέρων ἄνευ ἀντιρρήσεων –πλήν δύο, διά τάς ὁποίας θά εἴπωμεν κατωτέρω, κατά τόν 4ον αἰῶνα-μέχρις τοῦ 1600 μ.Χ. ὅτε ἀνεφάνητε σεῖς οἱ διαμαρτυρόμενοι;
Τέλος, ἕκτον: ἡ Ἁγ. Γραφή θεωρεῖ ἀνωτέραν τήν παρθενικήν ζωήν ἀπό τόν γάμον, διότι «ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τά τοῦ Κυρίου, ἵνα ᾖ ἁγία καί σώματι καί πνεύματι». Α΄ Κορινθ. 7,34 «ὁ μή ἐγκαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ» στιχ. 38 καί ὁ Ἀπόστ. Παῦλος συνιστᾷ τήν παρθενικήν ζωήν «καλόν ἐστιν ἐάν μείνωσι ὡς καγώ» 7,8. Ἡ Θεοτόκος λοιπόν ἡ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί» ἡ «κεχαριτωμένη» ἡ ἀποκτήσασα τόν καλλίτερον υἱόν, τόν Χριστόν, θά ᾐσθάνετο τήν ἀνάγκην ἀποκτήσεως καί ἄλλων τέκνων; Καί αὐτός ὁ Ἰωσήφ, ἀνήρ εὐλαβής, «δίκαιος», πῶς θά ἐτόλμα νά πλησιάσῃ αὐτήν; Δίκαιον εἶχε ὁ Δαμασκηνός νά γράψῃ «Πῶς γάρ ἄν Θεόν γεννήσασα καί ἐκ τῆς πείρας τό θαῦμα γνωρίσασα, ἀνδρός συνάφειαν κατεδέξατο; Ἄπαγε. Οὐ σωφρονοῦντος λογισμοῦ τά τοιαῦτα νοεῖν μή ὅτι καί πράττειν». Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως βιβλ. 14, κεφ. 14. Ἑπομένως ἀδελφοί δέν εἶναι ἀπαραίτητον νά εἶναι οἱ πραγματικοί ἀδελφοί, ἀλλά ἄλλοι τινές περί τῶν ὁποίων θά ὁμιλήσωμεν βραδύτερον.
Εὐαγγελικός: Αἱ πέντε, ἕξ ἐνδείξεις καί οὐχί ἀποδείξεις πού μοῦ ἐφέρατε δέν παρουσιάζουν χωρία Γραφῆς μαρτυροῦντα ῥητῶς τό ἀειπάρθενον τῆς Μητρός τοῦ Κυρίου. Μόνον πιθανότητας μικράς ἤ μεγάλας δίδουν περί τοῦ ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχῃ καί ἄλλους ἀδελφούς ἐκ τῆς Μαρίας.
Ὀρθόδοξος: Καί ἐγώ ὁμολογῶ ὅτι ἡ Γραφή πιθανότητας καί οὐχί βεβαιότητα παρέχει εἰς ἡμᾶς διά τό προκείμενον ζήτημα. Αἱ πιθανότητες ὅμως αὗται εἶναι ὑπέρ ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων. Ἑπομένως τό ζήτημα τοῦτο μένει Γραφικῶς καί ἀπό Ὀρθοδόξου ἀπόψεως ἀνοικτόν μέ πιθανότητας ὑπέρ ἡμῶν. (Ἰδέ Συμβολ. Ἀνδρούτσου σελ. 202). Ἡ Ἱερά Παράδοσις ἡ δευτέρα αὕτη πηγή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ τό «μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας…» Ματθ. 28, 20 θά κλείσῃ τοῦτο πανηγυρικῶς, ὡς θά ἴδωμεν.
Εὐαγγελικός: Ἄς ἔλθωμεν καί εἰς κάτι ἄλλο. Ἡ Γραφή ὀνομάζει τόν Χριστόν πρωτόκον Ματθ. 1,25. Λουκ. 2, 7. Ἄρα ὁ Κύριος θά εἶχε καί ἄλλους ἀδελφούς.
Ὀρθόξοξος: Ἐν πρώτοις τό Ματθ. 1,25 ὀνομάζει τόν Χριστόν «πρωτότοκον αὐτῆς» τῆς Θεοτόκου καί ὄχι «πρωτότοκον αὐτῶν» Ἰωσήφ καί Θεοτόκου. Ἄν λοιπόν θελήσωμεν νά ἀκριβολογήσωμεν Γραφικῶς, παραδεχόμενοι βάσει τοῦ χωρίου αὐτοῦ, ὅτι ἀπέκτησε καί ἄλλους ὑστεροτόκους υἱούς, θά πρέπῃ καί οἱ ἄλλοι νά εἶναι «αὐτῆς» μόνον τῆς Θεοτόκου τέκνα καί ὄχι τοῦ Ἰωσήφ καί αὐτῆς. Ὅπερ ἄτοπον! Ἔπειτα, βάσει τῆς Ἁγίας Γραφῆς πρωτότοκος δέν εἶναι ὁ πρῶτος τεχθείς ἐν ἀντιθέσει πρός ἄλλους γεννηθέντας ἔπειτα ἀπ’ αὐτόν, ἀλλά ὁ πρῶτος τεχθείς, ὡς πρῶτος διανοίγων μήτραν». Τοῦτο φαίνεται ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς
ἰδέ Ἔξοδ. 13,2 «Ἁγίασόν μοι πᾶν πρωτογενές διανοῖγον μήτραν» καί
Ἀριθμ. 3,12 «ἀντί παντός πρωτοτόκου διανοίγοντος μήτραν», ὅπου ῥητῶς ὁρίζεται ὅτι πρωτότοκος εἶναι ὁ πρῶτος τεχθείς ὁ τήν μήτραν πρῶτος διανοίξας, ἀδιαφόρως ἐάν μετά ταῦτα γεννηθῶ¬σιν ἄλλοι υἱοί.
Σημαίνει καί τήν πρῶτον τέξασαν. Καί ἕν παράδειγμα:
Κατά τό Α΄ Βασιλ. 6,10-14 γίνεται λόγος περί πρωτοτοκουσῶν ἀγελάδων, αἱ ὁποῖαι ὀνομάζονται οὕτω, ἄν καί δέν ἀπέκτησαν ἐκτός τῶν πρωτοτόκων βοῶν ἄλλας, διότι ἐθυσιάσθησαν κατά τόν στίχον 14.
Εὐαγγελικός: Καί αὐτό πιθανότητα δημιουργεῖ, ὄχι βεβαιότητα.
Ὀρθόδοξος: Τήν βεβαιότητα θά εὕρωμεν εἰς τήν ἱεράν Παράδοσιν τό «μεθ’ ὑμῶν πάσας τάς ἡμέρας» τοῦ Κυρίου Ματθ. 28, 20.
Εὐαγγελικός: Ὁ Ματθαῖος 1, 25 γράφει διά τόν Ἰωσήφ: «Οὐκ ἐγίνωσκε αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον». Ἄρα μετά τήν γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ ἐγνώρισεν ὁ Ἰωσήφ τήν Μαρίαν συζυγικῶς.
Ὀρθόδοξος: Τό «ἕως οὗ» τοῦ Ματθαίου δέν ἀντιτίθεται πρός τό μέλλον, ὥστε νά ὑποθέσωμεν, ὅτι τό μέλλον εἶναι διαφορετικόν τοῦ παρελθόντος καί νά εἴπωμεν, ὅτι μετά τήν γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ ἐγνώρισε τήν Θεοτόκον, ἀλλά ὁρίζει μόνον τό παρελθόν. Τούτου ἔχομεν ἀποδείξεις ἐκ τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Εἰς τό Β΄ Βασιλ. 6, 23 ἀναφέρεται, ὅτι ἡ Μελχόλ δέν ἀπέκτησεν υἱόν, μέχρις ὅτου ἀπέθανε. Θά ὑποθέσωμεν ὅτι μετά τόν θάνατον ἀπέκτησεν; Ὄχι.
Ὁ Κόραξ, μᾶς λέγει ἡ Γραφή, ἐξελθών τῆς Κιβωτοῦ «οὐκ ἀνέστρεψε ἕως οὗ ἐξηράνθη τό ὕδωρ ἀπό τῆς γῆς» Γέν. 8,7. Ὁ κόρακας ὅμως ποτέ δέν ἐπέστρεψε εἰς τήν Κιβωτόν.
«Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἄν θῶ τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου» Μᾶρκ. 12, 36. Ὅταν ὁ Πατήρ θέση τούς ἐχθρούς ὑποπόδιον τῶν ποδῶν τοῦ Υἱοῦ, δέν θά κάθηται ὁ Υἱός ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός; Κάθε ἄλλο!
Ἀλλά καί σήμερον διδασκάλισσὰ τις ἀπομακρυνομένη τῆς τάξεώς της λέγει πρός τά παιδιά της. «Προσέξατε νά εἶσθε ἥσυχα μέχρις ὅτου ἔλθω». Αὐτό θέλει νά εἴπῃ, ὅτι ὅταν ἔλθῃ πρέπει νά εἶναι τά παιδιά ἀνήσυχα; Ὄχι βέβαια! Ὁρίζει μόνον τί πρέπει νά γίνῃ, μέχρις ὅτου ἐπιστρέψῃ.
Συμπέρασμα: Ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι βεβαίως ῥητῶς ὑπέρ τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου (ἰδέ Συμβολικήν Ἀνδρούτσου σελ. 202) πάντως ἀφήνει τό θέμα ἀνοικτόν μέ πιθανότητας ὑπέρ ἡμῶν. Συνεπῶς ἔχομεν ἀνάγκην δευτέρας πηγῆς καί αὕτη, ὡς εἴπομεν καί ἄλλοτε, εἶναι ἡ Ἱερά Παράδοσις ἀπό τῆς ἐποχῆς τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, τό μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας» τοῦ Κυρίου Ματθ. 28, 20.
Β΄. ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ: ΔΙΑ ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Τί μᾶς λέγει αὕτη; Ὅλοι οἱ Πατέρες ἀποστολικοί καί μετά ταῦτα τονίζουν ἐμμέσως ἤ ἀμέσως τό ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου, ὡς ἑξῆς: Ἄς ἀρχίσωμεν ἀπό τήν ἀρχαιοτάτην ἐποχήν ἀποστολικῶν πατέρων.
Πρῶτον: Ἀποστολικοί Πατέρες. Διά τήν ἐποχήν ταύτην γνωρίζομεν τοῦτο: Ἐπί τοῦ Ἱερωνύμου τό 380 μ.Χ. Ἐλβίδιός τις ὀνόματι, ἠμφισβήτησε τό ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου, ἑρμηνεύσας τούς ἀδελφούς τοῦ Ἰησοῦ ὡς τέκνα τῆς Θεοτόκου.
Ὅταν ἐγνώσθη εἰς τόν Ἱερώνυμον τοῦτο, δέν ἠθέλησεν οὗτος νά ἀπαντήσῃ, διότι ἐνόμιζε τήν πλάνην τοῦ Ἐλβιδίου ἐξόφθαλμον «ὡς νεοφανῆ, κακοήθη, παράτολμον καί ὑβριστικήν πρός τήν κοινήν πίστιν ὅλου τοῦ χριστιανικοῦ τότε κόσμου», ὡς ὁ ἴδιος ὁ Ἱερώνυμος τήν ἐχαρακτήρισεν. Ἐπειδή ὅμως οἱ φίλοι του ἐπέμενον, ἵνα ἀπαντήσῃ, συνέγραψε τό περί τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου σύγγραμμά του. «De perpetua virginitate Mariae» Migni 23,183-206, ὅπου διά βεβαιώσεων ἀπό τούς ἀποστολικούς πατέρας «Ἰγναντίου, Πολυκάρπου, Εἰρηναίου, Ἰουστίνου, καί ὅλων τῶν διδασκάλων τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς» οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μέ τό θέμα αὐτό μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 380 μ.Χ., ἐκθέτει τήν ὁμόφωνον γνώμην τῶν πατέρων περί ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου. Ὁ Ἐλβίδιος δέν ἀπήντησε.
Λείψανον τῆς παλαιᾶς Ἀποστολικῆς ἐποχῆς ἐκείνης διεσώθη ἕν τοῦ
Ἰουστίνου 100-165 μ.Χ. ἐν Συριακῇ μεταφράσει, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Εἷς τῶν συγγραφέων τῶν χρόνων τοῦ Αὐγούστου καί τοῦ Τιβερίου ἔγραψε, ὅτι ἡ Μαρία ἡ Γαλιλαία ἡ γεννήσασα τόν Μεσσίαν τόν σταυρωθέντα ἐν Ἱερουσαλήμ οὐδένα ἄνδρα ἐγνώρισε καί ὅτι ὁ Ἰωσήφ δέν ἐγκατέλειψε μέν αὐτήν, ἀλλ’ ἔμεινε ἐν καθαρότητι χωρίς γυναικός καί ἡ Μαρία ἔμεινεν ἄνευ ἀνδρός». «Zahn, Geschichte des neutestamentl dichen Kanons» τόμ. II, σελ. 177.
Ἡ σιωπή τοῦ Ἐλβιδίου, ἡ ῥητή μαρτυρία τοῦ Ἱερωνύμου, ὅτι οἱ ἀποστολικοί πατέρες γραπτῶς ἤ προφορικῶς ἐδίδαξαν τό ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου καί τό περισωθέν τοῦτο τμῆμα τοῦ ἱεροῦ πατρός Ἰουστίνου, ζήσαντος 100-165 μ.Χ. δέν μαρτυροῦν τήν ἀποστολικήν διαδοχήν τῆς πίστεως ταύτης, ἔστω καί ἄν δέν ἔχωμεν σήμερον περί αὐτοῦ ὅλας τάς γραπτάς ταύτας μαρτυρίας, πού ἀναφέρει ὁ Ἱερώνυμος; Εἶχεν αὐτάς ὁ Ἱερώνυμος; Αὐτό εἶναι ἀρκετόν.

Δεύτερον: Ὁ Ἡγήσιππος 110–180 μ.Χ. Οὗτος κατά τόν Εὐσέβιον Ε.Ι.2,23 καί 4,8,22 ζήσας «ἐπί τῆς πρώτης τῶν Ἀποστόλων διαδοχῆς» ἔγραψε κατά τό 180 μ.Χ. τά βιβλία του, εἰς τά ὁποῖα κάμνει λόγον περί τῶν ἀδελφῶν τοῦ Κυρίου. Καί ἰδού: Γνωρίζομεν κατά τόν Μᾶρκον 6,3 ὅτι οἱ ἀδελφοί οὗτοι τοῦ Ἰησοῦ ὀνομάζονται Ἰάκωβος, Ἰούδας, Σίμων καί Ἰωσῆς. Διά τούς τρεῖς πρώτους ὁ Ἡγήσιππος βεβαιοῖ, ὅτι ὀνομάζονται μέν ἀδελφοί τοῦ Ἰησοῦ, δέν ἦσαν ὅμως ἀδελφοί του, ἀλλά ἐξάδελφοί του. Καί ἰδού: «Μετά τό μαρτυρῆσαι Ἰάκωβον τόν δίκαιον ὡς καί ὁ Κύριος ἐπί τῷ αὐτῷ λόγῳ πάλιν ὁ ἐκ θείου αὐτοῦ Συμεών ὁ τοῦ Κλωπᾶ καθίσταται ἐπίσκοπος, ὅν προέθεντο πάντες ὄντα ἀνεψιόν τοῦ Κυρίου δεύτερον» (Ι E,IV,XXII,4). Ἐνταῦθα ὁ Ἡγήσιππος θεωρεῖ τόν Ἰάκωβον, τόν Σίμωνα, τούς λεγομένους ἀδελφούς τοῦ Κυρίου υἱούς τοῦ Κλωπᾶ, τόν δέ Κλωπᾶ «ἀδελφόν τοῦ Ἰωσήφ Ἡγήσιππος ἱστορεῖ» (I. E. III,11,1). Ἑπομένως οἱ δύο οὗτοι ἀδελφοί Σίμων καί Ἰάκωβος ἦσαν ἐξάδελφοι τοῦ Κυρίου ἐκ πατρός. Ὅτι ἡ λέξις ἀνεψιός ἐν τῷ χωρίῳ τούτῳ τοῦ Ἡγησίππου σημαίνει ἐξάδελφος βεβαιοῦται διά τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Κλωπᾶ ὡς θείου τοῦ Ἰησοῦ ἤ ὡς ἀδελφοῦ τοῦ Ἰωσήφ. Τό ἴδιον λέγει ὀ Ἡγήσιππος καί διά τόν Ἰούδαν. (I. E.XXX.11,5). Ἰδοὺ μαρτυρία ἀρχαιοτάτη, 180 μ.Χ. καθ’ ἥν οἱ ἀδελφοί τοῦ Κυρίου ἦσαν ἐξάδελφοί του, ἄρα οἱ φερόμενοι ἐν τοῖς εὐαγγελίοις ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ, δέν ἦσαν ἐκ τῆς Θεοτόκου.
Τρίτον: Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρείας 130-211 μ.Χ. Εἰς τάς «ὑποτυπώσεις του» αἵτινες διεσώθησαν λατινιστί σχολιάζων ὁ πατήρ οὗτος τόν πρῶτον στίχον τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἰούδα, ὅπου ἀναφέρεται «Ἰούδας Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος ἀδελφός δέ Ἰακώβου…» λέγει: «Judas… frater filiorum jojeph exstans… cum sciret propinquitatem domini non tamen dicit se lpsum fratrem domini esse sed quid dixit2. Judas servus jesu Christi utpote domini frater autem jacobi, hoc enim verum est frater erat ex joseph». «Ὁ Ἰούδας… ἀδελφός τῶν υἱῶν τοῦ Ἰωσήφ ὑπάρχων, ἄν καί ἐγνώρισε τήν συγγένειάν του πρός τόν Κύριον, δέν ὀνομάζει ἑαυτόν, ὅτι εἶναι ἀδελφός τοῦ Κυρίου, ἀλλά τί εἶπε; Ἰούδας δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἅτε Κυρίου ἀδελφός δε Ἰακώβου. Διότι τοῦτο εἶναι ἀληθές ὅτι ἦτο ἀδελφός (τοῦ Ἰησοῦ) ἐκ τοῦ Ἰωσήφ (μόνον)». Ἰδοὺ καί ἄλλη μαρτυρία ἀρχαιοτάτη ὅτι ὁ Ἰούδας καί ὁ Ἰάκωβος οἱ φερόμενοι ἀδελφοί τοῦ Ἰησοῦ ἦσαν ἀδελφοί αὐτοῦ ἐκ πατρός καί οὐχί ἐκ μητρός. Ἄρα ἡ Θεοτόκος δέν ἦτο μήτηρ αὐτῶν.
Τέταρτον: Ὠριγένης 185 -250 μ.Χ. Οὗτος ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας Ἰωάννου 2,11 λέγει: «Ζητεῖται πάρα πολλοῖς περὶ τῶν ἀδελφῶν Ἰησοῦ πῶς εἶχε τούτους, τῆς Μαρίας μέχρι τελευτῆς παρθένου διαμεινάσης. Ἀδελφοὺς μὲν οὐκ εἶχε φύσει οὔτε τῆς Παρθένου τεκούσης ἕτερον, οὐδ’ αὐτὸς ἐκ τοῦ Ἰωσὴφ τυγχάνων. Νόμῳ τοιγαροῦν ἐχρημάτισαν αὐτοῦ ἀδελφοὶ υἱοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ὄντες πρὸ τεθνηκυίας γυναικός». Εἰς δὲ τὴν ἑρμηνείαν Ματθ. 12, 55 ὁ ἴδιος γράφει: «Τοὺς δὲ ἀδελφούς τοῦ Ἰησοῦ φασι… εἶναι υἱοὺς Ἰωσὴφ ἐκ προτέρας γυναικὸς συνῳκηκυίας πρὸ τῆς Μαρίας». Ἰδοὺ καὶ ἄλλη ἀρχαιοτάτη μαρτυρία περὶ τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου καὶ ὅτι οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ δὲν ἦσαν ἐκ τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ ἐκ τοῦ Ἰωσὴφ δι’ ἄλλης γυναικός.
Πέμπτον: Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος 295 – 366 μ.Χ. Ὁ πατὴρ οὗτος εἰς τὴν σάρκωσιν Migne Ε.Π. 25,109 καὶ ἑρμηνείαν εἰς τὸ σύμβολον Migne 26,1232 γράφει: «ἐκ Μαρίας τῆς ἀειπαρθένου» εἰς δὲ τὴν ἑρμηνείαν Λουκ. 11, 27 «….καὶ αὕτη ἡ κυριότοκος Μαρία καὶ ἀειάρθενος….» Migne Ἐ.Π. 27, 1393.
Ἕκτον: Ἅγιος Ἐπιφάνιος 313–402 μ.Χ. Οὗτος εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ πρὸς αἱρετικοὺς (Adv Haer 78,6 p 642, 705) γράφει: «Οὐ συνήφθη σαρκὶ μετὰ τὴν κύησιν οὐδὲ πρὸ τῆς κυήσεως», ἀλλὰ παρέμεινεν «ἁγία καὶ ἄμωμος» Αἱρ. 78,14,24,15,16. Ἐπίσης ἔγραφε ὅτι «ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προέφερε τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Μαρίας προσέθετε πάντοτε τὴν λέξιν «παρθένος». Τὸ ὄνομα Παρθένος ἐδίδετο εἰς αὐτήν, διότι πάντοτε «ἔμεινεν ἀμόλυντος».
Ἕβδομον: Γρηγόριος ὁ Νύσσης 338 – 394 μ.Χ. «Τόμον καινὸν νοοῦμεν τὴν Παρθένον. Ὥσπερ γὰρ ὁ χάρτης καινός ἐστι καθαρὸς ἄγραφος ὤν οὕτως καὶ ἡ Παρθένος ἁγία, ἀμύητος ἀνδρός».
Ὄγδοον: Ἱερώνυμος 345 – 420 μ.Χ. Εἴπομεν ἀνωτέρω ὅτι συνέγραψεν ὁλόκληρον ἔργον καὶ ἀπέδειξε διὰ μαρτυριῶν πατερικῶν τὸ ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου. Χαρακτηρίζει δὲ τὴν ἀντίθετον γνώμην τοῦ Ἐλβιδίου «πρωτάκουστον, αὐθάδη, ὑβριστικήν τῆς κοινῆς τῶν χριστιανῶν πίστεως». Εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Ἰεζεκιὴλ γράφει ρητῶς διὰ τὴν Θεοτόκον. «Quae et ante partum et post partum virgo permansit». «Αὕτη καὶ πρὸ τῆς γεννήσεως καὶ μετὰ τὴν γέννησιν ἔμεινε παρθένος» in Ezech XLIV προβλ.καὶ in Cal IV, 4.
Ἔνατον: Ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος 354 -430 μ.Χ. Λέγει ρητῶς : «virgo concepit, virgo peperit et post partum virgo permansit» (De symbol 3,5). «Παρθένος συνέλαβε, παρθένος ἐγέννησε, καὶ παρθένος μετὰ ταῦτα ἔμεινε». Migne 40. 181- 196.
Δέκατον: Ὁ Μέγας Βασίλειος 330 -379 μ.Χ. Εἰς τὴν ὁμιλία εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν Migne 31, 146, 8 λέγει: «Τὸ μὴ καταδέχεσθαι τῶν φιλοχρίστων τὴν ἀκοήν, ὅτι ποτέ ἐπαύσατο εἶναι Παρθένος ἡ Θεοτόκος». Οἱ χριστιανοὶ οὔτε νὰ ἀκούσουν θέλουν ὅτι ἡ Θεοτόκος ἔπαυσε ποτέ νὰ εἶναι Παρθένος!
Ἑνδέκατον: Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος 345–404 μ.Χ. Ὡς εἴπομεν καὶ ἀνωτέρω, λέγει ὅτι ἡ Γραφὴ ὀνομάζει τὴν Μαρία γυναῖκα τοῦ Ἰωσὴφ πρὶν γεννήσῃ τὸν Χριστὸν οὐχὶ ὅμως καὶ κατόπιν. «Παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ» λέγει ὁ ἄγγελος πρὸς τὸν Ἰωσήφ.
Ἑρμηνεύων ὁ ἱερὸς οὗτος πατὴρ τὸ «ἕως» τοῦ οὐκ ἔγνω αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν Ματθ. 4, 25 λέγει τὰ ἑξῆς: «Τοῦτο εἴρηκε, οὐχ ἵνα ὑπωπτεύσῃς ὅτι μετὰ ταῦτα ἔγνω αὐτήν…. Τὸ ἕως πολλάκις καὶ ἐπὶ τοῦ διηνεκῶς ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ εὑρίσκομεν κείμενον» Migne Ε.Π. 78, 102.
Δωδέκατον: Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς 648 – 750: (Migne 94, 1161) λέγει: «Μένει τοίνυν καὶ μετὰ τόκον παρθένος ἡ ἀειπάρθενος, οὐδαμῶς ἀνδρὶ μέχρι θανάτου προσομιλήσασα».
Ἑπομένως ἡ διαδοχή, τὸ «μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας» τοῦ Κυρίου Ματθ. 28, 20 εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου.
Καὶ γενικῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ ἑξῆς: Ὅταν ὁ ἄγγελος εἶπε κατὰ τὸν Εὐαγγελιασμὸν εἰς τὴν Θεοτόκον, ὅτι θὰ γεννήση υἱόν, ἐκείνη ἀπήντησε: πῶς ἔσται τοῦτο ἐπεί ἄνδρα οὐ γιγνώσκω. Εἴπομεν προηγουμένως, ὅτι τοῦτο ὑποδηλοῖ ὅτι ἡ Θεοτόκος εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μείνη πάντοτε παρθένος. Καὶ πράγματι. Ὅλοι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πιστεύουσι ὅτι τὴν Παρθένον ὁ Ἰωσὴφ ὡς ρητῶς βεβαιοῖ ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος «Κατὰ αἱρέσεων 78,7 (Migne Ε.Π.42,721,Α) «οὐκ ἔλαβε εἰς χρῆσιν, ἀλλὰ μᾶλλον ᾠκονομήθη αὐτῷ εἰς τὸ φυλάττειν». Παραπομπές καὶ χωρία τῶν πατέρων περὶ τούτου ἀπὸ τοῦ Ἰγναντίου μέχρι τοῦ Δαμασκηνοῦ ἰδὲ Μαρκ. Σιώτη «τὸ πρόβλημα τῶν ἀδελφῶν τοῦ Κυρίου» σελίδα 57, ἐν 6ῃ ὑποσημειώσει.
Συμπέρασμα: Τὸ ἀνοικτὸν ζήτημα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου ἐν τῇ Γραφῇ κλείεται πανηγυρικῶς ἐκ τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς δευτέρας ταύτης πηγῆς τοῦ θείου λόγου, ὡς εἴπομεν.
Εὐαγγελικός: Ποῖοι ὅμως εἶναι οὗτοι οἱ ἀδελφοί τοῦ Ἰησοῦ. Ποίαν δηλαδὴ συγγένειαν ἔχουν πρὸς τὸν Ἰησοῦν;
Ὀρθόδοξος: Ὑπάρχουν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ δύο κυρίως γνῶμαι: α) Εἶναι τέκνα τοῦ Ἰωσὴφ ἐξ ἄλλης γυναικός, ὡς εἴδομεν, ὅτι ἀναφέρει ὁ Ἐπιφάνιος, Ὠριγένης, Κλήμης κ.τ.λ. β) Εἶναι ἐξάδελφοι τοῦ Ἰησοῦ, ὡς εἴδομεν, ὅτι ἀναφέρει ὁ Ἡγήσιππος.
Συμπέρασμα: Ἡ Παράδοσις ἐνῷ κλείει πανηγυρικῶς τὸ τῆς ἀειπαρθενίας, ἀφήνει ἀνοικτὸν τὴν ὡρισμένην συγγένειαν τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἰησοῦ. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀειπαρθενίαν τῆς Θεοτόκου. Προαιρετικὸν μένει τὸ εἶδος τῆς συγγενείας τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἰησοῦ. Προτιμοτέρα εἶναι ἡ πρώτη γνώμη, ὅτι ἦσαν ἀδελφοί τοῦ Ἰησοῦ ἐξ ἄλλης γυναικὸς τοῦ Ἰωσὴφ.

Θέμα 10ον  «Παναγία - Θεοτόκος»
Ὀρθόδοξος: Ἄς ὁμιλήσωμεν καί διά τό πρόσωπον τῆς μητρός τοῦ Κυρίου ὡς Παναγίας καί Θεοτόκου.
Εὐαγγελικός: Εὐχαρίστως. Διότι ἡμεῖς οὔτε τήν ὀνομασίαν Παναγίαν δεχόμεθα οὔτε Θεοτόκον ὀνομάζομεν, ἀλλά μόνον μητέρα τοῦ Κυρίου Χριστοῦ, Χριστοτόκον.
Ὀρθόδοξος: Ἄς ἴδωμεν πρῶτον τήν τιμήν, τήν ὀνομασίαν της «Παναγία».
ΠΡΩΤΟΝ: Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Εὐαγγελικός: Σεῖς οἱ ὀθρόδοξοι ἀποδίδετε μεγάλην τιμήν εἰς τήν Μαρίαν τήν γεννήσασαν τόν Κύριον. Φθάνετετε μέχρι Παναγιολατρείας. Εἰς τά Εὐαγγέλια ὅμως εὑρίσκομεν περιπτώσεις, ὅπου ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου ἐπιτιμᾶται καί ὑποτιμᾶται ὑπό τοῦ Κυρίου.
Ὀρθόδοξος: Εἴπατέ μου μερικάς ἀπό τάς περιπτώσεις, καθ’ ἅς ἡ Θεοτόκος ὑποτιμᾶται ὑπό τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Εὐαγγελικός: Ὅταν ὁ Κύριος δωδεκαετής ἐδίδασκε εἰς τόν ναόν, οἱ γονεῖς του καί ἰδίως ἡ Μήτηρ του ἐπιτιμήσαντες αὐτόν ἔλαβον τήν ἀπάντησιν: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ Πατρός μου δεῖ εἶναι μέ;». Ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου ἐνταῦθα ἐπιτιμᾶται ὑπό τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἐπιτήμησις αὕτη δέν εἶναι κάποια μικρά ἤ μεγάλη ὑποτίμησις;
Ὀρθόδοξος: Ὄχι! Καί ἰδοὺ διατί. Ἡ Θεοτόκος ἐγνώριζε βεβαίως κἄτι τό μεγαλειῶδες διά τόν Υἱόν της, δέν ἔμαθε ὅμως εὐθύς ἀμέσως ὅλον τό μεγαλεῖον τοῦτο τοῦ Υἱοῦ της. Ἐλάμβανε γνῶσιν τούτου βαθμηδόν καί κατ’ ὀλίγον διά τῶν διαφόρων περιστάσεων, ὅπως εἶναι τά λόγια τῶν ποιμένων πού εἶπον πρός αὐτήν, ἡ προσ¬κύνησις τῶν μάγων, πού εἶδε, τά λόγια τοῦ Συμεών, τά ὁποῖα ἤκουσε καί ἐδῶ ἡ ἐπιτίμησις τοῦ Κυρίου. Τά λόγια ταῦτα ἡ Θεοτόκος «συνετήρει συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς», Λουκ., 1,10, ἐνεθυμεῖτο καί ἔθετε μέσα εἰς τήν καρδίαν της τόν ἕν πλησίον τοῦ ἄλλου. Ἐκ τῶν λόγων αὐτῶν ἐσχημάτιζε τήν εἰκόνα τοῦ μεγαλείου τοῦ Υἱοῦ της. Οὕτω ἡ Θεοτόκος προώδευε εἰς τήν γνῶσιν τοῦ Υἱοῦ της. Καί ὅπως ὁ Κύριος «προέκοπτε σοφίᾳ καί ἡλικίᾳ» καί οὐδέν ἐπίμεπτον εἶχε ἡ πρόοδός του αὕτη, κατά παρόμοιον τρόπον καί ἡ Θεοτόκος ἐπιτιμωμένη καί προοδεύουσα ἐν τῇ γνώσει τοῦ Υἱοῦ της οὐδεμίαν ὑποτίμησιν ἐλάμβανε ἐκ τῆς ἐπιτιμήσεως αὐτῆς. «Προέκοπτε» καί αὕτη «σοφίᾳ» ἐν τῇ γνώσει τοῦ Υἱοῦ της ὡς καί ὁ Υἱός της.
Εὐαγγελικός: Καλά, ἔστω ἡ ἐπιτίμησις ἐδῶ τοῦ Κυρίου πρός αὐτήν δέν εἶναι ὑποτίμησις αὐτῆς ἀλλά πρόοδος ἐν τῇ γνώσει τοῦ Υἱοῦ της. Ὅταν ὅμως κἄποια γυναίκα ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσασα τά ὡραῖα τοῦ Κυρίου λόγια εἶπε: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασέ σε..» ἐννοοῦσα τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: «μενοῦνγε, μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ» Λουκ. 11, 27 δέν νομίζετε, ὅτι μέ τό «μενοῦνγε», τό ὁποῖον σημαίνει «περισσότερον», θεωρεῖ ὁ Κύριος περισσότερον μακάριον, ἀνώτερον τῆς μητρός του πάντα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀκούει τόν λόγον τοῦ Θεοῦ;
Ὀρθόδοξος: Ἐδῶ ὁ Κύριος ἀπευθύνεται κυρίως εἰς τήν νοοτροπίαν τῆς γυναικός τοῦ ὄχλου καί ὄχι εἰς τήν ἀξίαν τῆς Θεοτόκου. Ἀπευθύνεται εἰς τήν γυναῖκα τοῦ ὄχλου, ἡ ὁποία κοσμικῶς κρίνουσα τά πράγματα μακαρίζει τήν Θεοτόκον ὡς ἔχουσαν αἵματος συγγένειαν μέ τόν Ἰησοῦν, ὡς μάνα του μόνον.
Λέγει δηλαδή ἡ γυνή ἐκείνη, ὅ,τι θά ἔλεγε καί σήμερον μιά γυναίκα τοῦ κόσμου: «Εὐτυχισμένη εἶναι ἡ μάνα πού σέ ἐγέννησε καί ἀνέθρεψε» ἀδιαφόρως ἐάν ἡ Μάνα αὕτη ἔχει ἀξίαν αὐτή καθ’ ἑαυτήν ἤ ὄχι».
Εὐαγγελικός: Πῶς θά μοῦ τό ἀποδείξητε αὐτό;
Ὀρθόδοξος: Ἁπλούστατα! Ὁ ἄγγελος ὀνομάζει τήν Θεότόκον «κεχαριτωμένην», ἡ Ἐλισάβετ «πλησθεῖσα Πνεύματος Ἁγίου» ὀνομάζει αὐτήν «εὐλογημένην ἐν γυναιξί» ἡ ἰδία ἡ Θεοτόκος προφητεύει διά τόν ἑαυτό της: «ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενεαί». Διά ποῖον ἤ διά ποίαν ἄλλην ἐλέχθησαν τόσοι ἔπαινοι; Δι’ οὐδένα. Ἄρα εἶναι ποτέ δυνατόν νά εὑρεθῇ ἄλλος ἀνώτερος, μακαριώτερος ταύτης; Ἀσφαλῶς ὄχι! Ἑπομένως ἐκεῖνο τό «μενοῦνγε» = περισσότερον τοῦ Κυρίου πρός τήν γυναῖκα τοῦ ὄχλου ἀπευθύνεται εἰς τήν κοσμικήν νοοτροπίαν τῆς γυναικός ταύτης τοῦ ὄχλου καί ὄχι εἰς τήν πραγματικήν ἀξίαν τῆς Θεοτόκου, διότι δέν εἶναι δυνατόν, ὡς εἴπομεν, νά εὑρεθῇ τις ἴσος ἄρα οὐδέ ἀνώτερος, μακαριώτερος τῆς Θεοτόκου.
Εὐαγγελικός: Καλά αὐτά: Εἰς τόν γάμον ἐν Κανᾷ, διατί ὁ Κύριος ἐπετίμησε τήν μητέρα του; Ὅταν δηλ. αὕτη εἶπε πρός Αὐτόν «οἶνον οὐκ ἔχουσι» ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: «Τί ἐμοί καί σοὶ γύναι; Οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου» Ἰωαν. 2,4. Μικρά ἐπιτίμησις καί ὑποτίμησις εἶναι αὐτή;
Ὀρθόδοξος: Ἐάν ἡ ἐπιτίμησις αὕτη τοῦ Κυρίου εἶχε ὑποτίμησιν, πῶς τολμᾷ ἡ Θεοτόκος νά εἴπῃ εὐθύς ἀμέσως εἰς τούς ἐκεῖ ἀνθρώπους: «Ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε», ὅ,τι σᾶς εἴπῃ ὁ Υἱός μου κάμετέ το; Ἡ Θεοτόκος θά ἔπρεπε νά σουφρώσῃ καί νά μή τολμήσῃ νά ἀνοίξῃ τό στόμα της, ἄν ἐπετιμᾶτο ἀποπεμπομένη. Καί τό σπουδαιότερον δεύτερον εἶναι, ὅτι ὁ Κύριος ἐκπληροῖ τήν αἴτησίν της, διότι μεταβάλλει τό ὕδωρ εἰς οἶνον. Ἔπειτα τρίτον δέν σοῦ κάμνει ἐντύπωσιν ἡ πρότασις τῆς Θεοτόκου περί θαυματουργικῆς ἐμφανίσεως οἴνου, τήν ὁποίαν κάμνει πρός τόν Υἱόν της καί τήν ἀποδοχήν τοῦ αἰτήματός της ἀργά ἤ σύντομα ὑπό τοῦ Υἱοῦ της; Δέν περιποιεῖ τιμήν διά τήν Θεοτόκον ἡ πρός τόν Υἱόν της πρότασις περί θαυματουργίας καί ἡ ὑπό τοῦ Υἱοῦ της ἐκπλήρωσις τῆς αἰτήσεώς της; Δέν ἐγνώριζε ἡ Θεοτόκος τήν ὥραν τῆς μεταβολῆς τοῦ ὕδατος εἰς οἶνον, ἐγνώριζε ὅμως τό γεγονός. Διά τό πρῶτον ἐπετιμήθη, διά τό δεύτερον ἠμείφθη, εἰσηκούσθη. Διατί τονίζετε μόνον τό πρῶτον ὄχι ὅμως καί τό δεύτερον;
Εὐαγγελικός: Καλά ὅλα αὐτά. Ὅταν ὅμως ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μέ τούς ἀδελφούς τοῦ Κυρίου ἐζήτησαν νά ἴδουν τόν Ἰησοῦν κηρύττοντα ἐντός οἴκου καί εἶπον πρός τόν Ἰησοῦν: «Ἡ μήτηρ σου καί οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασι ἔξω ζητοῦντές σε ἰδεῖν». Καί ὁ Κύριος ἀπήντησε: «Ὅστις ἄν ποιήσῃ τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς αὐτός μου ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ ἐστὶν» Ματθ. 12, 50. Δέν εἶναι ἐδῶ μία περφρόνησις τοῦ Κυρίου πρός τήν Μητέρα του; Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἀποδίδει εἰς ἐγωϊστικόν ἐλατήριον τήν ἐνέργειαν ταύτην τῆς Θεοτόκου.
Ὀρθόδοξος: Δέν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Θεοτόκος ἦτο ἀναμάρτητος, ἴση μέ τήν Θεόν. Κάθε ἄλλο! Πρίν ἔλθῃ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἶχε τάς ἐλλείψεις της ὡς ἄνθρωπος. Πάντως ὅμως εἶναι ἀνωτέρα ὄχι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὅλων τῶν ἁγίων καί διά τοῦτο ὀνομάζεται Παναγία.
Εὐαγγελικός: Πῶς θά μοῦ ἀποδείξητε ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία ἦτο ἀνωτέρα ὅλων τῶν ἁγίων;
Ὀρθόδοξος: Διά τήν Θεοτόκον ἔχομεν ῥητήν τήν βεβαίωσιν τῆς Γραφῆς (Λουκ. 1,19) ὅτι ἦτο τόσον προσεκτική εἰς τά λόγια τά ἀφορῶντα τόν Υἱόν της, ὥστε «συνετήρει πάντα τά ρήματα ταῦ¬τα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς». Διά ποῖον ἄλλον ἅγιον ἔχομεν τήν πληροφορίαν ταύτην καί μάλιστα ὑπό τῆς Ἁγίας Γραφῆς βεβαιωμένην; Δεύτερον: Γνωρίζομεν ὅτι ἡ σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐλυτρώσατο ἡμᾶς καί ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμπάσχει μετά τοῦ Ἰησοῦ θά συνδοξασθῇ «εἴπερ συμπάσχομεν καὶ συνδοξασθῶμεν». (Ρωμ. 8,17). Διά τήν Θεοτόκον ἡ Γραφή μᾶς λέγει ὅτι αὕτη μετ’ ἄλλων γυναικῶν «εἱστήκεισαν παρά τῷ σταυρῷ» (Ἰωάν. 19, 25). Δύναται τις νά φαντασθῇ ποῖον πόνον θά ᾐσθάνετο αὕτη ὡς μήτηρ βλέπουσα τόν Υἱόν της κρεμάμενον εἰς τάς πληγάς Του! Ἡ ἰδία ἡ Γραφή παρομοιάζει τόν πόνον της μέ ῥομφαίαν διερχομένην τήν καρδίαν της, ὅπως λέγει πρός αὐτήν ὁ Συμεών (Λουκ. Β, 35). Ἀφοῦ λοιπόν αὕτη ἐδοκίμασε τόν μεγαλύτερον πόνον διά τόν σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, διατί νά μή ἔχῃ καί τήν μεγαλυτέραν δόξαν κατά τό «εἴπερ συμπάσχομεν καί συνδοξασθῶμεν» τοῦ Ἀποστ. Παύλου; Ἀνήκει λοιπόν εἰς αὐτήν ἡ τιμή Παναγία ὡς ἀνωτέρα τῶν ἁγίων!
Εὐαγγελικός: Καί ὅμως ἀποδίδετε εἰς τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου τοιαύτας πολλάκις τιμάς, οἵας πρέπει νά ἀποδίδετε μόνον εἰς τόν Χριστόν «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ» ὀνομάζετε αὐτήν. Ἰδίως δέ ὅταν ψάλλετε τόν παρακλητικόν της κανόνα λέγετε: «Ποῦ λοιπόν ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν; Ποῦ δέ καί σωθήσομαι; Πρός τίνα καταφύγω ἄλλον; Εἰς σέ μόνην ἐλπίζω. Εἰς σέ μόνην καυχῶμαι…». Ὁ Χριστός φαίνεται περιττός διά τόν ἄνθρωπον, ἐάν τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις καί ἡ δύναμις τῆς Μητρός Αὐτοῦ. Ταῦτα λέγοντες εἶναι φανερόν, ὅτι ἀποδίδετε λατρείαν εἰς τήν Θεοτόκον.
Ὀρθόδοξος: Θά μοῦ ἐπιτρέψεις κ. Εὐαγγελικέ νά σοῦ ἀναφέρω μίαν εὐχήν τῆς προσκομιδῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μας: Ἡ εὐχή αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς: «Σταυρωθέντος Σου Χριστέ ἀνῃρέθη ἡ τυραννίς. Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἄνθρωπος ἔσωσεν ἡμᾶς ἀλλά Αὐτός ὁ Κύριος». Ἐδῶ βλέπετε, ὅτι λέγομεν οὔτε ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος ἔσωσεν ἡμᾶς, ἀλλά ὁ Χριστός. Ἑπομένως καί ἡ Θεοτόκος ὡς ἄνθρωπος δέν εἶναι ἡ πηγή τῆς σωτηρίας ἀλλά ὁ Χριστός.
Εὐαγγελικός: Ἄλλα λοιπόν λέγετε εἰς τήν προσκομιδήν καί ἄλλα εἰς τόν παρακλητικόν κανόνα τῆς Θεοτόκου; Φάσκετε καί ἀντιφάσκετε σεῖς οἱ ὀρθόδοξοι;
Ὀρθόδοξος: Ὄχι κ. Εὐαγγελικέ. Λέγοντας τά τῆς προσκομιδῆς καί ἀποκλείοντες πάντα ἄγγελον καί ἄνθρωπον ἑπομένως καί τήν Θεοτόκον ὡς πηγήν σωτηρίας λαμβάνομεν τήν Θεοτόκον ὡς ἄνθρωπον φέρουσαν τό ὄνομα Μαρία. Λέγοντες τόν Παρακλητικόν της κανόνα καί θεωροῦντες αὐτήν ὡς τήν μόνην πηγήν σωτηρίας βλέπομεν αὐτήν ὡς Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ὡς φορέα τῆς σαρκώσεως, τῆς ἀπολυτρώσεως, ὡς πηγήν τρόπον τινά τῆς σωτηρίας μας, διότι δι’ αὐτῆς ἐγεννήθη ὁ Σωτήρ.
Τό βλέμμα μας ἰδίως δέ τοῦ ποιητοῦ τοῦ Παρακλητικοῦ κανόνος εὔκολα γλυστρᾷ ἀπό τό πρόσωπον τῆς Θεοτόκου ὡς ἀνθρώπου καί μεταβαίνει εἰς τήν θέσιν της ὡς μητρός ὡς πηγῆς τοῦ Λυτρωτοῦ μας καί ἐκφραζόμεθα οὕτω.
Εὐαγγελικός: Αὐτό εἶναι σοφιστεία, ἰδικός σου τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι ὄχι ὅμως καί Γραφικός Βιβλικός. Εἰς τήν Ἁγίαν δηλ. Γραφήν, ὅπου τό ναί εἶναι ναί καί τό ὄχι εἶναι ὄχι, δέν ἔχομεν παράδειγμα ὅπου ἐπαμφοτερίζει τό βλέμμα θεοπνεύστου τινός ἀνδρός, ὥστε νά γλυστρᾷ ἀπό τό ἕνα πρᾶγμα καί νά πηγαίνῃ πρός τό ἄλλο. Ἡ Ἁγία Γραφή ἔχει τό ναί ναί καί τό ὄχι ὄχι.
Ὀρθόδοξος: Καί ὅμως κ. Εὐαγγελικέ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος περιγράφων τήν καταστροφήν τῆς Ἱερουσαλήμ Ματθ., 24,1-51 Μᾶρκ. κεφ 13ον καί Λουκ.. 21,5-36 συνδέει τήν καταστροφήν ταύτην μέ τήν καταστροφήν τοῦ κόσμου στενῶς, ὥστε δέν μᾶς εἶναι εὔκολον εἴς τινα σημεῖα νά εἴπωμεν, ἄν ταῦτα ἀναφέρωνται εἰς τήν καταστροφήν τῆς Ἱερουσαλήμ ἤ τήν καταστροφήν τοῦ κόσμου, διότι εὐκόλως γλυστρᾷ τό βλέμμα τοῦ Κυρίου καί ἡμῶν ἀπό τῆς εἰκόνος, ἤτοι τῆς καταστροφῆς τῆς Ἱερουσαλήμ εἰς τό εἰκονιζόμενον, ἤτοι τήν καταστροφήν τοῦ κόσμου. Διατί λοιπόν νά ἀρνηθῶμεν τό δικαίωμα τοῦ ποιητοῦ τοῦ παρακλητικοῦ κανόνος καί ἡμῶν νά γλυστρήσῃ τό βλέμμα μας καί νά ἴδῃ τήν Θεοτόκον ἐν μέν τῇ προσκομιδῇ διά τῆς ἐν λόγῳ εὐχῆς ὡς ἁπλοῦν ἄνθρωπον, διά δέ τοῦ Παρακλητικοῦ κανόνος ὡς φορέα καί πηγήν τῆς Ἀπολυτρώσεως;
Εὐαγγελικός: Μά εἶναι δυνατόν ἕνα πρόσωπον νά ἔχῃ δύο τιμάς μίαν ὡς ἄτομον καί ἄλλην ἐκτός αὐτοῦ κειμένην;
Ὀρθόδοξος: Βεβαιότατα. Ὁ Νομάρχης, ὁ Δήμαρχος, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέν τιμῶνται μόνον ὡς ἄνθρωποι ἀλλά καί λόγῳ τῆς θέσεώς τους. Τό ἴδιον συμβαίνει καί εἰς ὡρισμένας γυναῖκας. Ἡ Βασίλισσα λ.χ. ἡ σύζυγος τοῦ βασιλέως, ἡ δασκάλα ἤτοι ἡ σύζυγος διδασκάλου, ἡ γιατρίνα ἤτοι ἡ σύζυγος τοῦ ἰατροῦ κ.λ.π. τιμῶνται ὄχι μόνον ὡς ἄτομα ἀλλά καί λόγῳ τῆς θέσεώς των.
Ἡ σύζυγος τοῦ διδασκάλου ὀνομάζεται κυρά-δασκάλα ἔστω καί ἄν εἶναι ἀγράμματη. Ἐάν λοιπόν κ. Εὐαγγελικέ, ἄνδρες λ.χ. Νομάρχης, Δήμαρχος, Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκπρόσωποι τοῦ λαοῦ τιμῶνται λόγῳ τῆς θέσεώς των, διατί ἡ Θεοτόκος νά μή τιμᾶται λόγῳ τῆς θέσεώς της ὡς Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὡς πηγή τῆς ἀπολυτρώσεως καί τῆς σωτηρίας μας; Ἐάν γυναῖκες λ.χ. μία σύζυγος δασκάλου ἀγράμματη δασκάλα ὀνομάζεται κυρά-δασκάλα, ἐάν σύζυγος ἰατροῦ ὀνομάζεται κυρά-γιατρίνα, διατί ἡ Θεοτόκος σᾶς σκανδαλίζει ἐὰν τιμηθῇ λόγῳ τῆς θέσεώς της ὡς Μητέρα τοῦ Κυρίου;
Εὐαγγελικός: Δέχομαι ὅτι εἶναι λογικόν νά τιμᾶται τις ὡς ἄτομον καί ὡς ἐκπρόσωπος, ὡς φορεύς μιᾶς ἄλλης ἀξίας. Εἶναι ὅμως καί Γραφικόν; Ὑπάρχει δηλαδή τοιαύτη ἐν τῇ Γραφῇ ἐξίσωσις, Μητρός τοῦ Κυρίου καί Χριστοῦ λόγῳ τῆς θέσεως τῆς Μητρός τοῦ Κυρίου ὡς φορέως τῆς ἀπολυτρώσεως;
Ὀρθόδοξος: Μάλιστα. Ἀκούσατε! «Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου» Λουκ. 1,42 λέγει ἡ Ἐλισάβετ πρός τήν Θεοτόκον. «Εὐλογημένη» λέγει τήν Θεοτόκον, «Εὐλογημένον» ὀνομάζει τόν καρπόν τῆς κοιλίας της, τόν Χριστόν. Ἰδού ἡ αὐτή λέξις διὰ τὴν Θεοτόκον καί τόν Ἰησοῦν λεγομένη ὑπό τῆς Ἐλισάβετ πλησθείσης ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἰδού ἡ ἐν ὕμνοις ἐξίσωσις Θεοτόκου καί Χριστοῦ Γραφικῶς.
Εὐαγγελικός: Ναί! εἶναι εὐλογημένη ἐν γυναιξί, ὄχι ὅμως καὶ Παναγία, Ἅγιος ὁ Θεός, Παναγία ἡ (Θεοτόκος ἔστω ἀλλά) γυνή. Παναγιώτατος ὁ Πατριάρχης! Ἐδῶ ἔχομεν ὄχι ἐξισώσεις, ἀλλά ἀνυψώσεις ἀφορήτους τῆς Θεοτόκου.
Ὀρθόδοξος: Ὀνομάζομεν τήν Θεοτόκον Παναγίαν καί τόν Πατριάρχην Παναγιώτατον ἐν ᾧ τόν Θεόν λέγομεν Ἅγιον, ὄχι διότι συγκρίνομεν ἀνθρώπους καί Θεόν καί θεωροῦμεν ἁγιωτέρους τούς ἀνθρώπους ἀπό τόν Θεόν. Κάθε ἄλλο! Τοῦτο δύναται νά σοῦ τὸ βεβαιώσῃ ἡ ὀνομασία τῆς Θεοτόκου ὡς Παναγίας καί τοῦ Πατριάρχου ὡς Παναγιωτάτου. Οὐδέποτε ἐσκέφθημεν ὅτι ὁ Πατριάρχης καί ὁ ἁγιώτερος ἀκόμη εἶναι ἀνώτερος ὡς Παναγιώτατος, τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποίαν ὀνομάζομεν Παναγίαν.
Ὀνομάζομεν λοιπόν τήν Θεοτόκον Παναγίαν ὡς ἀνωτέραν ὅλων τῶν ἁγίων, τούς δέ Πατριάρχας Παναγιωτάτους πρός διάκρισιν ἀπό τούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἅγιοι οἱ μέν, ἁγιώτεροι οἱ δέ, Παναγιώτατος ὁ Πατριάρχης. Ἔτσι ὑποτίθεται ὅτι εἶναι.
Εὐαγγελικός: Παρ’ ὅλον τοῦτο δέν μπορῶ νά χωνεύσω πῶς ὁ μέν Θεός εἶναι ἅγιος, ὅσιος, οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἁγιώτατοι, ὁσιώτατοι!!!
Ὀρθόδοξος: Ἐπειδή ἐκ τῶν ἀνθρώπων ὁ ἕνας καλλίτερος ἀπό τόν ἄλλον ἔχουν μεταξύ των συγκριτικά ἁγιώτερους, ἁγιώτατος, ὁσιώτερος, ὁσιώτατος. Ὁ Θεός ὅμως ὡς ἀπόλυτον ὄν καί μή ἔχων ἅλλους Θεούς νά συγκριθῇ ὀνομάζεται ἁπλῶς ἅγιος, ὅσιος.
Εὐαγγελικός: Λογικόν εἶναι αὐτό, ἀλλά δέν ἀντέχω νά βάλω θετικόν βαθμόν «ἅγιος» καί «ὅσιος» διά τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπόλυτος καί συγκριτικόν «ἁγιώτερος» «ὁσιώτερος» διά τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι σχετικοί. Ποῖος κανών λέγει αὐτό;
Ὀρθόδοξος: Ὑπάρχει κάποιος κανών τῆς γραμματικῆς πού τό λέγει. Θά μοῦ ἐπιτρέψῃς νά σοῦ φέρω μερικά παραδείγματα: Ἔχομεν μερικά ἐπίθετα: λίθινος, ξύλινος, ὑάλινος, χρυσοῦς, ἀργυροῦς κλπ. Δυνάμεθα νά εἴπωμεν ὅτι ὁ λίθος οὗτος εἶναι λιθινώτερος ἀπό τόν ἄλλον ἤ τό ξύλον τοῦτο εἶναι ξυλινότερον ἀπό τό ἄλλο κ.λ.π.; Ὄχι, διότι ὁ λίθος, τό ξύλον, ὕαλος, ἄργυρος δέν δέχονται σύγκρισιν ἔχουν τό «ἀπόλυτον» ἐν ἑαυτοῖς. Οὕτω καί ἐπί τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδή εἶναι ἀπόλυτον ὄν δέν δύναται νά συγκριθῇ μέ ἄλλους θεούς ἤ ἀνθρώπους, δέν ἔχει συγκριτικούς βαθμούς, ἀλλά μόνον τόν θετικόν: Ἅγιος, ὅσιος!
Εὐαγγελικός: Λογικόν εἶναι αὐτό. Εἶναι ὅμως Γραφικόν: Δύνασθε νά ἀποδείξητε αὐτό καί διά τῆς Ἁγίας Γραφῆς; Δύνασθε δηλ. νά φέρετε χωρίον τι Γραφικόν, τό ὁποῖον ἐν ᾧ διά τόν Θεόν χρησιμοποιεῖ τόν θετικόν βαθμόν διά τούς ἀνθρώπους χρησιμοποιεῖ ὑπερθετικὸν βαθμόν;
Ὀρθόδοξος: Βεβαιότατα. Ἀκούσατε «Κραταιάν» ὀνομάζει «τήν χεῖρα τοῦ Θεοῦ» ὁ Ἀπόστολος Πέτρος Α, 5-6 «Κραταιόν» ἁπλῶς ὀνομάζει τόν Θεόν ἡ Βίβλος Δευτερ. 7, 21. Ψαλμ. 23,8, Νεεμ. 2,32 «Κράτιστον» ὀνομάζει ὁ Λουκᾶς τόν Θεόφιλον Λουκ. 1,3 καί ὁ Παῦλος «Κράτιστε Φῆλιξ» ὀνομάζει τόν Φήλικον Πράξ. 24,3 «Κράτιστε Φῆστε» Πραξ. 26, 25 ὀνομάζει τόν Φῆστον. Βλέπετε; Τόν Θεόν ὀνομάζει Κραταιόν, τούς ἀνθρώπους καί ἀσεβεῖς ἀκόμη ὀνομάζει Κρατίστους. Υπερθετικόν βαθμόν θέτει διά ἀνθρώπους. Ἀσεβεῖ ἡ Ἁγία Γραφή; Ὄχι ἀσφαλῶς.
Εὐαγγελικός: Οὐδέν ἀπήντησε.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Ὀρθόδοξος: Διά τήν ὀνομασίαν τῆς Παρθένου ὡς Θεοτόκου τί γνώμην ἔχετε κ. Εὐαγγελικέ;
Εὐαγγελικός: Ἡμεῖς δέν ὀνομάζομεν τήν Παρθένον Μαρίαν Θεοτόκον, διότι ἡ Ἁγία Γραφή οὐδαμοῦ ὀνομάζει ταύτην Θεοτόκον ἀλλά μόνον Παρθένον, μητέρα τοῦ Κυρίου, Μαρία.
Ὀρθόδοξος: Κύριε Εὐαγγελικέ, σᾶς ἐρωτῶ κάτι: Ὁ Χριστός ἦτο ἄνθρωπος μόνον ἤ ἄνθρωπος καί Θεός;
Εὐαγγελικός: Πιστεύομεν ὅτι ὁ Χριστός ἦτο Θεάνθρωπος.
Ὀρθόδοξος: Διατί λοιπόν ἀρνεῖσθε νά ὀνομάσητε τήν μητέρα του Θεοτόκον, ἀφοῦ πιστεύετε ὅτι ἐγέννησε τόν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ἦτο ὄχι μόνον ἄνθρωπος ἀλλά καί Θεός;
Εὐαγγελικός: Ἰδού· γνωρίζομεν, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ μέν Πατήρ ἀγέννητος, ὁ δέ Υἱός γεννητός μέν ἐκ τοῦ Πατρός ἀλλά ἄναρχος. Πῶς λοιπόν θά δεχθῶ, ὅτι ὁ ἀγέννητος Πατήρ καί ὁ ἄναρχος Υἱός ἔλαβον ἀρχήν καί γέννησιν ἀπό μίαν γυναῖκα, τήν Μαρίαν;
Ὀρθόδοξος: Καί ἡμεῖς, κύριε Εὐαγγελικέ, οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅταν λέγωμεν ὅτι ἡ Μαρία εἶναι Θεοτόκος, δέν ἐννοοῦμεν ὅτι αὕτη ἔδωκεν ἀρχήν εἰς τόν ἐκ φύσεως ἄναρχον Υἱόν. Τοῦτο θά ἦτο μεγάλη βλασφημία. Λέγοντες ὅτι ἡ Μαρία εἶναι Θεοτόκος, ἐννοοῦμεν ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι μόνον ἄνθρωπος ἀλλά καί Θεός, διότι ῥητῶς ὁμιλεῖ περί τούτου ἡ Γραφή. Ὁ Κύριος δηλ. ὁ ἴδιος βεβαιοῖ διά τόν ἑαυτόν Του πρός τούς Ἰουδαίους «πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι ἐγώ ἦν» Ἰωάν. 8, 58. Ὅπως βλέπεις ὁ Κύριος βεβαιοῖ μέ τήν λέξιν «ἐγώ ἦν» ἤτοι ἐγώ ἤμην προτοῦ νά ὑπάρξῃ ὁ Ἀβραάμ. Ὁ Κύριος ἦτο μόλις τριάκοντα ἐτῶν ὡς ἄνθρωπος, ὁ Ἀβραάμ ἔζησε πρό δύο χιλάδων ἐτῶν. Ἄρα ἐκεῖνο τό «ἐγώ ἦν» ἀναφέρεται στήν Θεότητά Του.
Εὐαγγελικός: Συμφωνῶ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι καί Θεός. Διατί ὅμως εἰς οὐδένα ἐκ τῶν μεγάλων Πατέρων τῶν τεσσάρων πρώτων αἰώνων δέν ἀπαντᾶται ἡ ὀνομασία τῆς Παρθένου ὡς Θεοτόκου, παρά μόνον κατά τόν πέμπτον αἰῶνα, ὅτε ἐγένετο ἡ τρίτη οἰκουμενική σύνοδος (431 μ.Χ.).
Ὀρθόδοξος: Καί ὅμως, κ. Εὐαγγελικέ, θά σᾶς ἀναφέρω Πατέρας πρός τῆς τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431 μ.Χ.), οἱ ὁποῖοι ὀνομάζουν τήν Μαρίαν Θεοτόκον.
Καί πρῶτον· ὁ Ὠριγένης 230 μ.Χ. ἀκμάσας δύο αἰῶνας πρό τῆς τρίτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγει: «Τήν ἤδη μεμνηστευμένην, γυναῖκα καλεῖ. Οὕτω καί ἐπί Ἰωσήφ καί τῆς Θεοτόκου ἐλέχθη» (ἑρμ. Δευτερ. Τόμος Β΄ σελ. 331). Ἐκ τοῦ ρηθέντος χωρίου σαφέστατα ἀποδεικνύεται ἡ ἀρχαιότης τῆς ὀνομασίας τῆς Θεοτόκου, διότι οὐχί ὡς πρωτοφανές ἀναφέρει τό ὄνομα αὐτό ὁ Ὠριγένης, ἀλλά ὁμιλεῖ ὡς περί συνήθους γνωστοῦ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ὀνόματος.
Δεύτερον· Διονύσιος ὁ Ἀλεξανδρείας 230 μ.Χ. Οὗτος γράφων πρός Παῦλον τόν Σαμοσατέα λέγει: «τόν σαρκωθέντα ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας».
Τρίτον· Γρηγόριος Νεοκαισαρείας ὁ θαυματουργός 273 μ.Χ. γράφει: «Ταύτης τῆς προφητείας τήν ᾠδήν ἡ ἁγία Θεοτόκος ἀνέπεμπεν» (λόγος εἰς τόν Εὐαγγελισμόν).
Τέταρτον· Ἐπίσκοπος Πατάρων Μεθόδιος 300-311 γράφει «Λαμβανομένη ἡ Θεοτόκος τῶν ἐκ τοῦ ἀχράντου καί παναμώμου αὐτῆς θυσιαστηρίου σαρκωθέντα ζωοποιόν καί ἀνέκφραστον ἄνθρακα ὡς λαβίδι… ἐπί τούτοις παρουσιασάμενος ὁ δίκαιος καί τῇ προτροπῇ εἴξας τῆς διακονησαμένης Θεῷ πρός ἀνθρώπους Θεομήτορος… περιφανῶς ἱερά θεομήτωρ ἐξετέλει». (Λόγος εἰς τόν Συμεών καί τήν ἁγίαν Θεοτόκον Σελ. 406-411-417-421)
Πέμπτον· Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει: «καί αὐτός ὁ ἄγγελος ὁρώμενος ὁμολογεῖ ἀπεστάλθαι παρά τοῦ Δεσπότου ὡς ἐπί Ζαχαρίαν ὁ Γαβριήλ καί ἐπί τῆς Θεοτόκου Μαρίας».
Ἕκτον· Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «διά τό μή καταδέχεσθαι τῶν φιλοχρίστων τήν ἀκοήν ὅτι ποτέ ἐπαύσατο παρθένος εἶναι ἡ Θεοτόκος ἐκείνας ἡγοῦμαι τάς μαρτυρίας αὐτάρκεις». Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ γέννησιν Migne 31- 146-8.
Ἕβδομον· Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει: «εἴ τις οὐ Θεοτόκον Μαρίαν ὑπολαμβάνει χωρίς ἔστι τῆς Θεότητος» (Λόγος εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ).
Ὄγδοον· Ἀμφιλόχιος ὁ Ἰκονίου ἐπίσκοπος 370 μ.Χ. λέγει: «δι’ ἀκοῆς συνέλαβεν ἡ Μαρία ἡ προφῆτις Θεόν ζῶντα. Εἴ δέ τίς χριστιανός χρηματίζειν δοκεῖ καί πρός τήν Θεοτόκον τῆς ἐνθένου ἀσχάλλει καί προσιλλιγγιᾷ…».
Ἔνατον· Ἐπιφάνιος: «μετασχών τῆς σαρκός χωρίς σπέρματος ἀνδρός ἀπό τῆς Θεοτόκου Μαρίας ἀναπλάσσει τήν αὐτοῦ ἁγίαν σάρκα (ἀγκυρωτός σελ. 35).
Δέκατον· Αὐγουστῖνος: «πλήν μόνης τῆς Θεοτόκου πάντες οἱ λοιποί ἥμαρτον· μόνη γάρ ἡ Θεοτόκος πλείονα χάριν ἔλαβεν (ἐγκώμιον εἰς τήν Θεοτόκον σελ. 60).
Ἑνδέκατον· Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος: «Οὐδέν τοίνυν ἐν βίῳ οἷον ἡ Θεοτόκος Μαρία. Περίελθε, ὦ ἄνθρωπε, πᾶσαν τήν κτίσιν τῷ λογισμῷ εἰ ἐστίν ἴσον ἤ μεῖζον τῆς ἁγίας Θεοτόκου Παρθένου» (Λόγος εἰς τήν Ἁγίαν Παρθένον σελίς 871).
Δωδέκατον· Ὁ Θεοδώρητος γράφει: «τῶν πάλαι καί πρόπαλαι τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως κηρύκων κατά τήν ἀποστολικήν παράδοσιν Θεοτόκον διδαξάντων ὀνομάζειν καί πιστεύειν τήν τοῦ Κυρίου μητέρα (διάλογος Β΄ κατά Πελαγίου).
Δέκατον τρίτον: 3η Οἰκουμενική Σύνοδος 431 μ.Χ.: Ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τάς ἀρχαίας ταύτας μαρτυρίας ἀνεθεμάτισε τόν Νεστόριον καί τούς ὀπαδούς του, οἱ ὁποῖοι δέν ἤθελον νά ὀνομάσωσι τήν ἀειπάρθενον Μαρίαν Θεοτόκον. Βλέπετε, κ. Εὐαγγελικέ, ὅτι ἡ τρίτη Οἰκουμενική σύνοδος καί οἱ πρό αὐτῆς μεγάλοι Πατέρες ὀνομάζουσι τήν Μαρίαν Θεοτόκον καί μέχρις σήμερον ἐξακολουθεῖ ἡ ὀνομασία αὕτη. Ἄρα τό «μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας» τοῦ Κυρίου Ματθ. 28, 20 ἐπί τοῦ προκειμένου θέματος εἶναι μεθ’ ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων;
Συμπέρασμα: Ἰδού, κ. Εὐαγγελικέ, πῶς εὐσταθοῦν Γραφικῶς καί Πατερικῶς τό ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου καί οἱ ὀνομασίαι αὐτῆς ὡς Παναγίας καί Θεοτόκου.
Εὐαγγελικός: Οὐδέν ἀπήντησεν.

(Βιβλίο: Αντιχιλιαστικόν Εγχειρίδιον, Νικολάου Σωτηρόπουλου, σελ.212-221)

ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ
Οι Χιλιασται δεν παραδέχονται την μητέρα του Κυρίου ως Θεοτόκον και αειπάρθενον, ισχυρίζονται ότι μετά τον Χριστόν απέκτησε και άλλα τέκνα εκ σαρκικής μίξεως μετά του Ιωσήφ, και δεν αποδίδουν εις αυτήν ιδιαιτέραν τιμήν. Ουδέποτε χρησιμοποιούν περί αυτης ονόματα δεικνύοντα τρυφερόν αγάπην, θαυμασμόν και σεβασμόν, ως π.χ. το όνομα Παναγία, άλλα πάντοτε ομιλούν περί αυτης ως ομιλεί τις περί συνήθους γυναικός. Η Μαρία και η Μαρία, λέγουν συνεχώς, ως εάν επρόκειτο περί εξαδέλφης των! Αλλ’ η Γραφή ελέγχει την ασέβειάν των.
Θεοτόκος
«καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; [Μετάφραση Καινή Διαθήκη Βιβλικής Εταιρίας: Αλλά πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφθεί η μητέρα του Κυρίου μου;] (Λουκ. α' 43).
Η Ελισάβετ, εν Πνεύματι Αγίω ομιλούσα, ονομάζει την Παρθένον, μητέρα του Κυρίου της. Ποίον δε εγνώριζε και ανεγνώριζεν ως Κύριόν της η Ελισάβετ, ειμή τον Θεόν του Ισραήλ; Και πας πιστός έναν Κύριον αναγνωρίζει εν θρησκευτική έννοια, τον αληθινόν Θεόν. Η φράσις συνεπώς της Ελισάβετ «μήτηρ του Κυρίου» ισοδυναμεί προς την φράσιν «μήτηρ του Θεού» και προς το όνομα «Θεοτόκος».
«καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ» [αλλά ο άγγελος τους είπε: «Μην τρομάζετε! Σας φέρνω ένα χαρμόσυνο άγγελμα, που θα γεμίσει με χαρά μεγάλη όλο τον κόσμο: Σήμερα, στην πόλη Δαβίδ γεννήθηκε για χάρη σας σωτήρας –κι αυτός είναι ο Χριστός, ο Κύριος.] (Λουκ. β' 11).
Κατά το κοσμοχαρμόσυνον τούτο μήνυμα του αγγέλου προς τους ποιμένας της Βηθλεέμ ο εν τη πόλει του Δαβίδ γεννηθεις Σωτήρ είναι ο Χριστός ο Κύριος· ο Μεσσίας δηλαδή, τον οποίον προεφήτευον αι Γραφαί, ο Κύριος, τον οποίον επίστευον ως Θεόν οι Ισραηλίται. Αυτός ο Κύριος, ο Γιαχβέ Θεός του Ισραήλ, έγινε Χριστός, Μεσσίας, γεννηθεις εκ της Παρθένου (Ιεζ. μδ' 2). Η Παρθένος εγέννησε «Χρίστον Κύριον», άνθρωπον και Θεόν, Θεάνθρωπον, και δια τούτο ομολογείται «κυρίως Θεοτόκος», Θεοτόκος δηλαδή εν κυριολεξία.
«Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός»[ Η παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει γιο, και θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ, που σημαίνει, ο Θεός είναι μαζί μας] (Ματθ. α' 23. Δες και Ήσ. ζ 14).
«ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐγενήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελός, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» [Διότι γεννήθηκε για μας ένα παιδί, μας δόθηκε ένας γιος· πάνω στους ώμους του η εξουσία θα μένει και τ’ όνομά του θα ’ναι: Σύμβουλος θαυμαστός, Θεός ισχυρός, αιώνιος Πατέρας και της Ειρήνης Άρχοντας] (Ήσ. θ' 6).
Συμφώνως προς τά δύο ταύτα χωρία το όνομα του υιού της Παρθένου είναι «Θεός Ισχυρός» και «Εμμανουήλ», τουτέστι «μεθ’ ημών ο Θεός». Το άνομα εδώ δεικνύει την φύσιν του υιού. Ό υιός είνε Θεός πλήρης ισχύος, είνε ο Θεός, ο οποίος ήλθε και είνε μεθ’ ημών, είναι ολόκληρος η Θεότης, η οποία εσκήνωσε μεθ’ ημών δια της θείας ενανθρωπήσεως (δες και Κολ. α' 19 και β' 9). Και εντεύθεν λοιπόν γί νεται φανερόν, ότι η Παρθένος εγέννησε Θεόν ενανθρωπήσαντα και άρα ορθώς καλείται Θεοτόκος.
Δες και τας παραγράφους περί της θεότητος του Χρίστου εν σελ. 94-111.
Αειπάρθενος
Κατά της αειπαρθενίας της Θεοτόκου οι Χιλιασταί χρησιμοποιούν τα εξής χωρία:
«καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον»[ Και δεν είχε συζυγικές σχέσεις μαζί της· ωσότου γέννησε το γιο της τον πρωτότοκο] (Ματθ. α' 25).
«οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τΕκτονος υἱός; οὐχὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριὰμ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωσῆς καὶ Σίμων καὶ Ἰούδας; καὶ αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ οὐχὶ πᾶσαι πρὸς ἡμᾶς εἰσι;»[ Αυτός δεν είναι ο γιος του ξυλουργού; Η μητέρα του δεν λέγεται Μαριάμ και οι αδερφοί του Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων και Ιούδας; Κι οι αδερφές του δε μένουν όλες στον τόπο μας;] (Ματθ. ιγ' 55-56. Δες και Μάρκ. στ' 3’ Λουκ. η' 19 κ.ά.).
Εκ της φράσεως «τον πρωτότοκον» οι Χιλιασται συμπεραίνουν, ότι μετά τον Ιησού η Μαρία εγέννησε και άλλα τέκνα. Αλλά «πρωτότοκος» λέ γεται ο πρώτος γεννώμενος, ο διανοίγων μήτραν, ασχέτως αν ακολουθούν ή όχι άλλα τέκνα (Εξόδ. ιγ' 2, 12-13' λδ' 19 εξ.). Όταν εγεννάτο ούτος, έλεγον ότι εγεννήθη ο πρωτότοκος, χωρίς να γνωρίζουν αν θα ηκολούθει άλλο τέκνον. Επειδή δε ο πρωτότοκος ήτο προνομιούχος, η λέξις πρωτότοκος σημαίνει και «εκλεκτός» (Εξόδ. δ' 22· Ψαλμ. πη' 28 [πθ' 27]· Έβρ. ιβ' 23). Ο Χριστός άλλωστε λέγεται πρωτότοκος όχι μόνον ως υιός της Παρθένου, αλλά και ως Υιός του Θεού (Κολ. α' 15' Έβρ. α' 6). Εκ του ότι δε ό Υιός του Θεού λέγεται πρωτότοκος, δυνάμεθα νά συμπεράνωμεν, ότι ο Θεός Πατήρ έχει και δευτερότοκον Υιόν; Όχι βεβαίως. Διότι ο Χριστός είναι Υιός «μο νογενής» (Ιωάν. α' 14, 18- γ' 16, 18’ Α' Ιωάν. δ' 9). Το «πρωτότοκος» λοιπόν δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην, ότι ακολουθεί άλλο ή άλλα τέκνα.
Εκ της φράσεως επίσης «ἕως οὗ ἔτεκε» οι Χιλιασται συμπεραίνουν, ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ εγνώριζε σαρκικώς την Μαρίαν, είχε δηλαδή μετ’ αυτής σαρκικήν μίξιν. Αλλ’ όπως το «πρωτότοκος» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ακολουθεί δεύτερον τέκνον, ούτω και το «ἕως οὗ ἔτεκε» Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ συνευρέθη μετά της Μαρίας. Λέγων ο Ευαγγελιστης «καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς» δεν ενδιαφέρεται να δείξη τι είναι η Μαρία, αλλά τι είνε ο Χριστός. Δεν θέλει να πει, ότι η Μαρία ήτο παρθένος μέχρι της γεννήσεως του Ιησού και κατόπιν έπαυσε να είνε παρθένος, ως νομίζουν οι Χιλιασται, αλλά θέλει να πει, ότι ο Χριστός είνε καρπός τελείας αγνότητος, διότι ο Ιωσήφ δεν εγνώριζε σαρκικώς την Μαρίαν έως ότου εγέννησεν αυτόν. Ο Ευαγγελιστης ενδιαφέρεται δια τον χρόνον μέχρι της γεννήσεως του Χριστού, το δε πέραν της γεννήσεως αφήνει απροσδιόριστον. Κατά τοιούτον τρόπον η Γραφή εκφράζεται πολλάκις.Ούτω π.χ. εν Β' Βασ. (Β' Σαμ.) στ' 23 λέγεται:

«καὶ τῇ Μελχὸλ θυγατρὶ Σαοὺλ οὐκ ἐγένετο παιδίον ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ ἀποθανεῖν αὐτήν» [η Μελχόλ, η θυγάτηρ του Σαούλ προς τον Δαυίδ, δεν απέκτησε παιδί μέχρι του θανάτου της]. Θα ήτο αστείον να συμπεράνωμεν εκ του «έως», ότι η Μελχόλ εγέννησε παιδίον μετά θάνατον! Επίσης εν Ματθ. κη' 20 ο Χριστός λέγει:

«ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» [εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα, ως τη συντέλεια του κόσμου. Θα ήτο φοβερόν λάθος να συμπεράνωμεν εκ του «έως», ότι μετά την συντέλειαν του κόσμου ο Χριστός θα παύση να είνε μετά των εκλεκτων του. Και εκ του λόγου του Ευαγγελιστου λοιπόν δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ γνώριζε την Μαρίαν σαρκικώς.

Ούτε επίσης εκ των εδαφίων, όπου γίνεται λόγος περί «αδελφών» του Ιησού, δυνάμεθα να συμπεράνωμεν, ότι η Μαρία γέννησε και άλλα τέκνα. Διότι, εκτός του ετεροθαλούς αδελφού, αδελφός ελέγετο και ο εξάδελφος και ο ανηψιός. Η Καινή Διαθήκη ομιλεί περί αδελφών του Ιησού, αλλ’ όχι περί τέκνων της Μαρίας. Ως φαίνεται εκ των επομένων χωρίων, η Θεοτόκος εκτός του Ιησού δεν γέννησεν άλλα τέκνα και είνε αειπάρθενος.
«εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; (=Δεν γνωρίζω σαρκικως);» [Η Μαριάμ τότε ρώτησε τον άγγελο: «Πώς θα μου συμβεί αυτό, αφού εγώ δεν έχω συζυγικές σχέσεις με κανέναν άντρα;» ] (Λουκ. α' 34).
Αφού η Παρθένος ήτο «μεμνηστευμένη ανδρί» (στίχ. 27), αν επρόκειτο να ζήση συζυγικώς μετά του ανδρός, δεν θα έπρεπε να έχη απορίαν και να ερωτήσει πώς θα αποκτούσε υιόν. Θα αποκτούσε υιόν εκ του Ιωσήφ. Αλλά τώρα απορεί και ρωτά, διότι ο Θεός αλλιώς είχεν ορίσει, και αυτή, ως φαινεται, γνώριζεν ότι ο μνήστωρ δεν θα ήτο σύζυγός της, αλλά προστάτης. Η έννοια λοιπόν της ερωτήσεως της Παρθένου είναι η εξής: «Έχω μεν άνδρα, αλλ’ αφού δεν συνευρίσκομαι μετ’ αυτού, δεν πρόκειται να συνευρεθώ ποτέ, πώς θά γεννήσω υιόν;».
«(Λουκ. β' 5). ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ …εἰς πόλιν Δαυΐδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ…ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ» [Ανέβηκε κι ο Ιωσήφ…για να απογραφτεί στην πόλη Δαβίδ, …Είχε μαζί του και τη Μαριάμ, τη μνηστή του, η οποία ήταν έγκυος]

Η περίοδος της μνηστείας έληγε κατά την ημέραν του γάμου, καθ’ ην ο ανήρ παρελάμβανε την γυναίκα εις την οικίαν του. Αλλ’ εν προκειμένω, αν και ο Ιωσήφ είχε παραλάβει την Μαρίαν εις τον οίκον του (Ματθ. α' 20, 24), εν τούτοις αυτή εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως «μεμνηστευμένη». Και μετά, δηλαδή, την παραλαβήν και συγκατοίκησιν, ο Ιωσήφ είνε μνήστωρ και η Μαρία μνηστή, όχι γαμέτη δηλαδή σύζυγος.
«ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον» [Σήκω αμέσως, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και φύγε στην Αίγυπτο] (Ματθ. β' 13. Δες και στίχ. 11, 14, 20, 21* Λουκ. β' 33, 34, 48, 51).
Δεν λέγει «το παιδίον σου και την γυναίκα σου», αλλά «το παιδίον και την μητέρα αυτού». Προ της γεννήσεως του Χριστού τό Ευαγγέλιον αναφέρει τον Ιωσήφ ως «άνδρα» της Μαρίας (Ματθ. α 16, 19), την δε Μαρίαν ως «γυναίκα» του Ιωσήφ (Ματθ. α' 20, 24· Λουκ. β' 5), αν και δεν υπήρχε συζυγική σχέσις μεταξύ των. Μετά δε την γέννησιν ουδέποτε αναφέρονται ούτως, αλλ’ η Μαρία αναφέρεται πάντοτε ως «μήτηρ» του Ιησού. Και γεννάται το ερώτημα: Αφού δεν υπήρχε σαρκική συνάφεια καθ’ ον χρόνον ο Ιωσήφ αναφέρεται ως «ανήρ» της Μαρίας και η Μαρία ως «γυνή» του Ιωσήφ, πώς θα υπήρχε συνάφεια κατό πιν, ότε ουδέποτε αναφέρονται ούτως, αλλ’ η Μαρία αναφέρεται πάντοτε ως «μήτηρ» του Ιησού;
«Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδού ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ και ήλθεν εις γην ’Ισραήλ» (Ματθ. β' 19-21) [Όταν, λοιπόν, πέθανε ο Ηρώδης, ένας άγγελος σταλμένος από τον Κύριο εμφανίστηκε στον Ιωσήφ σε όνειρο στην Αίγυπτο, και του είπε: «Σήκω, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και πήγαινε στη χώρα του Ισραήλ, γιατί πέθαναν όσοι ήθελαν να θανατώσουν το παιδί». Τότε ο Ιωσήφ σηκώθηκε, πήρε το παιδί και τη μητέρα του και γύρισε πάλι στη χώρα του Ισραήλ]
Τρεις μετέβησαν εις Αίγυπτον, ο Ιωσήφ μετά του παιδίου και της μητρός αυτου, τρεις και επέστρεψαν εκ της Αιγύπτου. Τέταρτος, άλλο δηλαδή τέκνον της Μαρίας, δεν φαίνεται.
«Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου. εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια»[Ο Ιησούς, όταν είδε τη μητέρα του και το μαθητή που αγαπούσε, να στέκεται πλάι της, λέει στη μητέρα του: «Αυτός τώρα είναι ο γιος σου». Ύστερα λέει στο μαθητή: «Αυτή τώρα είναι η μητέρα σου». Από κείνη την ώρα ο μαθητής την πήρε στο σπίτι του] (Ίωάν. ιθ' 26-27).
Αν η Θεοτόκος είχε και άλλα τέκνα, διατί ο Ιη σούς θα ανέθετε την προστασίαν της εις τον μαθητήν; (ο Ιωσήφ, ως φαίνεται, είχεν αποθάνει). Ο λόγος του Ιησού προς την μητέρα «ἴδε ὁ υἱός σου» έχει την εξής έννοιαν: «Ένα υιόν είχες και η κακία των ανθρώπων τον εσταύρωσε. Τώρα υιός σου θα είνε ο Ιωάννης. Αυτός θα φροντίζη δια σε».
«Ιούδας, Ιησού Χριστού δούλος, αδελφός δε Ιακώβου» (Ιούδ. 1).
Ο Ιούδας, ένω υπό άλλων εμφανίζεται ως αδελφός του Ιησού (Ματθ. ιγ' 5, Μάρκ. στ' 3), ενταύθα αυτοσυνιστάται, όχι ως αδελφός του Ιησού, αλλ’ ως αδελφός του Ιακώβου, του δε Ιησού ως δούλος (δες Ιακ. α' 1).
Οι λεγόμενοι «αδελφοί» του Ιησού φαίνεται ότι ήσαν μέλη της οικογένειας του Ιωσήφ και διέμενον εν τη οικία αυτού εν Ναζαρέτ (Ματθ. ιγ' 55-57). Αλλά δεν ήσαν τέκνα της Μαρίας και πραγματικοί αδελφοί του Ιησού. Ήσαν τέκνα του Ιωσήφ εκ προτέρας γυναικός αυτού. Επειδή δε ο Ιωσήφ κατά νόμον ήτο «ανήρ» της Μαρίας και «γονεύς» ή «πατήρ» του Ιησού (Λουκ. β' 27, 41, 48), δια τούτο κατά νόμον τα τέκνα του Ιωσήφ ήσαν ετεροθαλείς αδελφοί του Ιησού. Εντεύθεν ονομάζονται αδελφοί αυτού όχι μόνον υπό των αγνοούντων το μυστήριον της Παρθένου, αλλά και υπ’ αυτών των θεοπνεύστων συγγραφέων (Ματθ. ιβ' 46· Ίωάν. β' 12· ζ' 3, 5, 10 Πράξ. α' 14· Α' Κορ. θ' 5- Γαλ. α' 19).
«Εστάθην υιός του πατρός μου, αγαπητός και μονογενής ενώπιον της μητρός μου» (Παροιμ. 4, 3 κατά το Εβραϊκόν).
Εν τω χωρίω τουτω δεν ομιλεί ο Σολομών, ο συγγραφεύς του βιβλίου των Παροιμιών. Ο Σολομών δεν ήτο «μονογενής» εις την μητέρα του. Η Βηρσαβεέ είχε και άλλα τέκνα (Α' Παρ. [Χρον.] γ' 5). Εν τω χωρίω ομιλεί ο Χριστός, η ενυπόστατος Σοφία του Θεού, όπως ομιλεί και εις άλλα μέρη του βιβλίου των Παροιμιών (Δες π.χ. το κεφ. η'). Αφού δε ο Χριστός λέ γει, ότι ήτο μονογενής εις την μητέρα του, το χωρίον αποδεικνύει, ότι η Μαρία δεν εγέννησεν άλλα τέκνα.
«Καὶ ἐπέστρεψέ με κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῶν ἁγίων τῆς ἐξωτέρας τῆς βλεπούσης κατὰ ἀνατολάς, καὶ αὕτη ἦν κεκλεισμένη. καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καὶ οὐδεὶς μὴ διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, καὶ ἔσται κεκλεισμένη» [Ο άντρας μ’ έφερε πάλι στην εξωτερική πύλη, ανατολικά του θυσιαστηρίου, η οποία ήταν κλειστή. Κύριος μου είπε: «Αυτή η πύλη θα παραμείνει κλειστή· κανείς δε θα περάσει ποτέ απ’ αυτήν, γιατί έχω μπεί απ’ αυτήν εγώ, ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ. Γι’ αυτό θα μείνει κλειστή] (Ίεζ. μδ' 1-2).
Περιγράφων δια μακρών ο προφήτης ένα ιδανικόν ναόν, εν τω χωρίω τούτω αναφέρεται εις μίαν πύλην του ναού βλέπουσαν κατά ανατολάς. Η πύλη αύτη ήτο κεκλεισμένη. Και ο Κύριος ειπεν η πύλη αύτη θα παραμείνη κεκλεισμένη, δεν θα ανοιχθή, και δεν θα διέλθη δι’ αυτής κανείς, διότι ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ θα εισέλθη δι’ αυτής και θα είναι κεκλεισμένη. Ποιός ο ιδανικός ναός; Και ποιά η κεκλεισμένη πύλη, εκ της οποίας ουδείς διέρχεται, ειμή μόνον ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ; Την ερμηνείαν δίδει η Εκκλησία, «ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. γ' 15). Ο ιδανικός ναός είναι η Εκκλησία, και η κεκλεισμένη πύλη είναι η Παρθένος Μαρία. Ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ συνελήφθη εις την μήτραν της Παρθένου και εγεννήθη υπερφυώς, χωρίς να βλάψη την παρθενίαν της. Όπως ο Κύριος Ιη σούς εισήρχετο εις την οικίαν των Ιεροσολύμων «των θυρών κεκλεισμένων» και εξήρχετο, ούτως εισήλθεν εις την Παρθένον και εξήλθεν. Και ύστερον ουδείς εισήλθε προς αυτήν. Η Θεοτόκος είναι παρθένος προ του τόκου, παρθένος εν τω τόκω, και παρθένος μετά τον τόκον, αειπάρθενος.
Τέλος η γνώμη περί γαμήλιου συμβιώσεως της Παρθένου μετά του Ιωσήφ δεν συμβιβάζεται προς την υψηλήν περιωπήν της «κεχαριτωμένης», «ευλο γημένης έν γυναιξί» και «μητρός του Κυρίου», Θεομήτορος. Πώς η Παρθένος, αφού εγέννησε τον ίδιον τον Θεόν, θα κατεδέχετο ύστερον σαρκικήν συνάφειαν; Εάν συνέβαινε τούτο, αύτη δεν θα ήτο η ανωτέρα μεταξύ των γυναικών, αλλά θα ήτο κατωτέρα πολλών αγίων γυναικών, αι οποίαι εφύλαξαν ισοβίως παρθενίαν. Και μόνον εκ της ιδέας, την οποίαν έχουν δια την μητέρα του Κυρίου, οι Χιλιασται αποδεικνύουν την κατωτερότητα της σκέψεως και των αισθημάτων των. Η πνευματικότης των διαφέρει της ορθοδόξου πνευματικότητος τεραστίως, και είναι μάλλον σαρκικότης παρά πνευματικότης.
Παναγία
Δια να εκφράζουν τα τρυφερά αισθήματα και τον ιδιαιτερον σεβασμόν των προς την μητέρα του Χριστού οι ’Ορθόδοξοι Χριστιανοι ονομάζουν αυτήν Παναγίαν. Είνε το γλυκύτερον όνομα εις τα χείλη των πιστών μετά το όνομα του Χριστού.
Οι Χιλιασται καταφέρονται κατά του ονόματος τουτου, όπως και κατ’ άλλων ονομάτων, λέγοντες: «ο Θεός είνε άγιος· και η Μαρία είναι Παναγία;».
Παρεξηγούν και εν τω σημείω τουτω οι Χιλιασται τους ευσεβεις. Διότι την Παρθένον οι ευσεβεις ονομάζουν Παναγίαν όχι εν συγκρίσει προς τον Θεόν, αλλ’ εν συγκρίσει προς τους ανθρώπους. Κατά παρόμοιον τρόπον εκφράζεται και η Γραφή. Ούτω π.χ. ο προφήτης Δανιήλ χρησιμοποιεί δια τον Ναβουχοδονόσορα τον τίτλον «βασιλεύς βασιλέων» (Δαν. β' 37), τουτέστιν υπέρτατος βασιλεύς. Επίσης ο ευαγγελιστης Λουκάς προσφωνεί τον άρχοντα Θεόφιλον ως «κράτιστον» (Λουκ. α' 3), όπερ είναι υπερθετικός βαθμός του επιθέτου «αγαθός» (αγαθός, κρείττων, κράτιστος). Και όπως οι Χιλιασται δια το «Παναγία», ούτω και ημεις διά το «κράτιστος» θα ηδυνάμεθα νά είπωμεν: «ο Θεός αγαθός, και ο Θεόφιλος κράτιστος;»! Αλλ’ η σύγκρισις, ως ήδη είπομεν, δεν είνε προς Θεόν, αλλά προς ανθρώπους.
Πράγματι δε η Θεοτόκος είναι η ανωτέρα των αγίων, άγια αγίων (κατά το «βασιλεύς βασιλέων»), υπεραγία ή παναγία. Τουτο δεικνύουν οι Γραφικοί χαρακτηρισμοί «κεχαριτωμένη» (Λουκ. α' 28), πλήρης δηλαδή χαρίτων, και «ευλογημένη εν γυναιξί» (Λουκ. α' 28, 42), ευλογημένη δηλαδή υπέρ πάσας τας γυναικας, άφου εξ’ όλων των γυναικών αυτή ηξιώθη να γεννήση τον ίδιον τον Κύριον και να μείνη παρθένος και αειπάρθενος.
Αειμακάριστος
Η Εκκλησία τιμά τους αγίους, εξαιρέτως δε την υπεραγίαν Θεοτόκον. Δεν προσφέρει εις αυτήν λατρείαν, διότι η λατρεία ανήκει μόνον εις τον Θεόν. Προσφέρει εις αυτήν σχετικήν τιμήν. Τιμά αυτήν ως αγιωτέραν των αγίων και μητέρα του Θεού. Εν τούτοις οι Χιλιασται κατακρίνουν την τιμήν προς την Παρθένον Μαρίαν. Αλλ’ η τιμή της Θεοτόκου στηρίζεται εις χωρία της Γραφής, τα οποία αναφέρονται ειδικώς εις το πρόσωπόν της.
«καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν»[Παρουσιάστηκε, λοιπόν, σ’ αυτήν ο άγγελος και της είπε: «Χαίρε εσύ, η προικισμένη με τη χάρη του Θεού! Ο Κύριος είναι μαζί σου. Ευλογημένη απ’ το Θεό είσαι εσύ, περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες] (Λουκ. α' 28).
Δια των λόγων τούτων αυτός ο ουρανός έπλεξε το εγκώμιον της Θεοτόκου. Η δε Εκκλησία τι άλλο πράττει, ειμή να μιμήται τον αρχάγγελον και ν’ αναπτύσση το εγκώμιον αύτου προς την Παρθένον;
«καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου» [Η Ελισάβετ τότε πλημμύρισε με το Άγιο Πνεύμα και φώναξε με δυνατή φωνή: «Ευλογημένη απ’ το Θεό είσαι εσύ, περισσότερο από όλες τις γυναίκες! Ευλογημένο και το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου! Αλλά πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφθεί η μητέρα του Κυρίου μου; Μόλις έφτασε στ’ αυτιά μου η φωνή του χαιρετισμού σου, σκίρτησε από αγαλλίαση το παιδί στα σπλάχνα μου. Χαρά σ’ αυτήν που πίστεψε ότι θα εκπληρωθούν τα λόγια που της είπε ο Κύριος] (Λουκ. α' 41-45).
Διά των λόγων τούτων η γηραιά Ελισάβετ εξυμνεί μεγαλοφώνως εν Πνεύματι Άγίω την νεαράν κόρην, εκφράζουσα κατάπληξιν και θαυμασμόν δι’ αυτήν. Η δε Εκκλησία τι άλλο πράττει, ει μη να μιμήται το παράδειγμα της Ελισάβετ;
«ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» [Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενιές] (Λουκ. α 48).
Δεν ήτο εις τον χαρακτήρα της ταπεινής κόρης της Ναζαρέτ να περιαυτολογή. Εν τούτοις εδώ λέγει ένα πολύ μεγάλον λόγον δια τον εαυτόν της, ότι όλαι αι γενεαί θα την μακαρίζουν. Τον λόγον η σεμνή Παρ θένος δεν είπεν αφ’ εαυτής· το Πνεύμα το Άγιον ενέπνευσεν αυτήν και εκίνησε την γλώσσαν αυτής δια να είπη τον μεγάλον τουτον λόγον. Ο λόγος είναι προφητεία. Η Παρθένος προεφήτευσεν, ότι όλαι αι γενεαί των ευσεβών ανθρώπωυ, όλοι οι αιώνες, θα τιμούν το πρόσωπόν της, διότι ο Θεός εποίησε μεγαλεία εις αυτήν και ανύψωσεν αυτήν εκ της ταπεινωσεως και αφανείας της. Η τιμή, την οποία αποδίδουν αι γενεαί των Ορθοδόξων δια μέσου των αιώνων εις την Θεοτόκον, αποτελεί εκπλήρωσιν της προφητείας της Παρθένου. Οι δε Χιλιασταί, και μόνον διότι δεν αποδίδουν εξαιρετικήν τιμήν εις την μητέρα του Κυρίου, αποδεικνύονται εκτός αληθείας και ευσεβείας ευρισκόμενοι.
«Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας»[ Ενώ έλεγε αυτά ο Ιησούς, κάποια γυναίκα από το πλήθος έβγαλε μια δυνατή φωνή και του είπε: «Χαρά στη μάνα που σε γέννησε και σε θήλασε!] (Λουκ. ια' 27).
Ενώ ο Χριστός δίδασκε, μία γυναικεία φωνή υψώθη εκ του όχλου και εμακάρισε την μητέρα, η οποια εβάστασεν εις την κοιλίαν της και εθήλασε τον Χριστόν. Ο μακαρισμός αυτός είνε μία εκπλήρωσις της εν Λουκ. α' 48 προφητείας της Παρθένου. Ο δε ισχυρισμός των Χιλιαστών, ότι ο Χριστός κατέκρινε τον μακαρισμόν της μητρός του, διότι εν συνεχεία είπε, «μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν»[Πιο πολύ χαρά σ’ εκείνους που ακούν το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν!] (Λουκ. ια' 28), είνε άτοπος, όπως θα ήταν άτοπον, αν επί τη βάσει του εν Λουκ. η' 21 λόγου του Χριστού ισχυρίζετο κανείς, ότι ο Χριστός ηρνήθη την μητέρα του.
Δες και τον Ψαλμόν μδ' (με'), όπου εκτός του βασιλέως - Χριστού εγκωμιάζεται και «η βασίλισσα» και «θυγάτηρ του βασιλέως», η οποία είνε η Παναγία ή η Εκκλησία, της οποίας όμως το εκλεκτότερον μέλος είνε η Παναγία. Δες ομοίως τό Άσμα Ασμάτων και το Αποκ. ιβ' 1.

 

Μολονότι τα βαρύτερα αμαρτήματα πρέπει να τα μισείς ολόψυχα, όμως μη νομίζεις ότι μπορείς να πέφτεις σε ελαφρότερα χωρίς φόβο ή έλεγχο της συνειδήσεως. Να θυμάσαι πως θ’ απολογηθείς στον φοβερό και αδέκαστο Κριτή ακόμα και για κάθε λόγο ανώφελο που θα βγει από το στόμα σου (πρβλ. Ματθ. 12:36).
Όποιος καταφρονεί τον μικρό γκρεμό, γρήγορα θα πέσει σε μεγαλύτερο. Από ένα καρφί που λείπει, φεύγει το πέταλο· κι από το πέταλο, γκρεμίζεται το άλογο· κι από το άλογο, χάνει τη ζωή του ο άνθρωπος! Αν φρόντιζε από την αρχή να βάλει ένα καρφί στο πέταλο και ν’ αποκαταστήσει την ασήμαντη ζημιά, δεν θα σκοτωνόταν πρόωρα για την αμέλειά του.Τα μεγάλα παλάτια, πάλι, και οι μεγαλόπρεπες οικοδομές πώς γκρεμίζονται; Πρώτα πέφτει ένα μικρό λιθάρι, μετά ανοίγει λιγάκι ο τοίχος σε κάποιο σημείο, κι έπειτα αρχίζουν λίγο-λίγο να καταρρέουν, ώσπου γίνονται ερείπια.

Μα και της άμμου οι κόκκοι δεν είναι μικροσκοπικοί και ελαφρότατοι; Αν όμως παραφορτώσεις με άμμο ένα καράβι, βουλιάζει και χάνεται. Ή δεν είναι μήπως οι σταγόνες του νερού πολύ μικρές; Όταν όμως ενωθούν αμέτρητες σταγόνες, κάνουν ένα ποτάμι ορμητικό και καταστροφικό, που ξεριζώνει δέντρα και αφανίζει σπίτια.

Ο ιερός Γρηγόριος λέει, ότι μερικές φορές είναι πιο επικίνδυνο και πιο επιζήμιο το να πέσει κανείς σε μικρά αμαρτήματα παρά σε μεγάλα. Γιατί το μεγάλο παράπτωμα το συνειδητοποιεί κανείς εύκολα, κι έτσι μετανοεί και διορθώνεται. Στο μικρό, όμως, εύκολα πέφτει και ξαναπέφτει, ώσπου το συνηθίζει και δεν ελέγχεται πια από τη συνείδησή του.
Οι μικρές τάχα πτώσεις κάνουν πολύ κακό στην ψυχή, γιατί χαλαρώνουν τη συνείδηση, σβήνουν τη θέρμη της αγάπης, λιγοστεύουν την προθυμία για την αρετή, μειώνουν τον θείο πόθο, ελαττώνουν την ευλάβεια και, γενικά, δεν αφήνουν να ενεργήσει επάνω μας η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό πρέπει να τις αποφεύγουμε επιμελέστατα, και μάλιστα τις κοροϊδίες και τα χοντρά αστεία, τα άκαιρα γέλια και την ειρωνεία, την πονηρία, την καύχηση, την αισχρολογία, την πολυυπνία, τα άσεμνα τραγούδια και τους χορούς, καθώς και τα όμοια μ’ αυτά, για να μην πέσουμε σε μεγαλύτερα και γίνουμε εχθροί του Θεού και Πλάστη μας, χάνοντας τα ανέκφραστα ουράνια αγαθά.

Πώς θα σωθούμε, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2017, Έκδοση Ενδέκατη

Τα αμαρτήματά μας είναι πολλά και διάφορα, όλα όμως περιλαμβάνονται σε τούτα τα οκτώ: υπερηφάνεια, κενοδοξία, φιλαργυρία, πορνεία, οργή, γαστριμαργία, φθόνο και ακηδία. Αυτά λέγονται θανάσιμα, γιατί είναι οι κεφαλές, οι ρίζες και τα θεμέλια όλων των άλλων, και γιατί θανατώνουν την ψυχή μας.
Με τα οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα μάς πολεμούν οι τρεις θανάσιμοι εχθροί μας, η σάρκα, ο κόσμος και ο διάβολος.
Η σάρκα μας ρίχνει στην πορνεία, τη γαστριμαργία και την ακηδία.
Ο κόσμος μας τραβάει στη φιλαργυρία και στην ακόρεστη επιθυμία όλων γενικά των υλικών πραγμάτων.
Ο διάβολος μας εμπνέει την υπερηφάνεια, την κενοδοξία, την οργή και το φθόνο. Ο διάβολος, βέβαια, μας σπρώχνει σ’ όλες τις ανομίες, πιο πολύ όμως αγωνίζεται να μας ρίξει στην υπερηφάνεια, για να γίνουμε μιμητές και ακόλουθοί του.
[...] Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλα έξι εξίσου βαριά αμαρτήματα, που γεννιούνται απ’ αυτά.
Το πρώτο και βαρύτερο απ’ όλα είναι η σιχαμερή και καταραμένη βλασφημία, που δεν τη φανέρωσε στον κόσμο τούτου κανένας άλλος, παρά ο εφευρέτης της κακίας διάβολος, ξέροντας πως είναι χειρότερη κι από πορνείες κι από φονικά κι από κάθε ασωτία και βόρβορο, και πως αυτή μονάχα φτάνει για να κολάσει τον άνθρωπο αιώνια. Ο βλάσφημος άνθρωπος λέγεται και είναι εχθρός του Θεού. Γιατί αν μπορούσε, την ώρα που θυμώνει, να έχει στα χέρια του τον Κύριο ή τον άγιο εκείνο που βλαστημάει, θαρρείς πως θα τον θανάτωνε, ο ανόητος, παρακινημένος από τους ερεθισμούς που προξενεί στην καρδιά του ο πονηρός. Γι’ αυτό και ο ιερός Αυγουστίνος λέει, ότι περισσότερο αμαρτάνουν όσοι βρίζουν το Χριστό τώρα, που βασιλεύει στους ουρανούς, παρά εκείνοι που Τον σταύρωσαν, όταν βρισκόταν με το σώμα ανθρώπινο στη γη.
[...]
Εσύ, λοιπόν, που δεν επιθυμείς την κόλαση, αλλά ποθείς τον πάντερπνο παράδεισο, ταπεινώσου και σκύψε αγόγγυστα το κεφάλι σου σ’ όλες τις συμφορές που σε βρίσκουν με παραχώρηση του Κυρίου. Δέξου τες από το θεϊκό Του χέρι σαν ένα φάρμακο θεραπευτικό, σαν ένα βάλσαμο παρασκευασμένο για τη σωτηρία σου από ένα σοφότατο Γιατρό. Πίστευε αδίστακτα, πως με δικαιοσύνη και σοφία πολλή σου στέλνει ο Πανάγαθος τις θλίψεις για την ψυχική σου ωφέλεια. Γιατί, όταν λες ότι ο Θεός ενεργεί άδικα, είναι σαν να λες ότι δεν είναι Θεός. Και αν μου πεις, πως η συμφορά σου είναι τόσο μεγάλη, που η σφοδρότητά της σε κάνει να ξεστομίζεις λόγια βλάσφημα, συλλογίσου γνωστικά και συνετά, ότι, με την αντίδρασή σου αυτή και την ανυπομονησία σου, όχι μόνο δεν την ελαφρύνεις, αλλά και τη βαραίνεις.
Αν θέλεις να σου φανούν ελαφριές οι όποιες θλίψεις σου, σύγκρινέ τες μ’ αυτά τα τέσσερα: α) με τις ευεργεσίες και τα χαρίσματα που έλαβες από το Θεό· β) με τις πολλές αμαρτίες που έκανες ενώπιόν Του· γ) με τις τιμωρίες της κολάσεως, που σου αξίζουν για τις άνομες πράξεις σου· δ) με τη δόξα του παραδείσου, που σου υπόσχεται ο Κύριος, παρά την αναξιότητά σου. Μετά από μια τέτοια σύγκριση, οποιεσδήποτε θλίψεις κι αν δοκιμάζεις, θα σου φαίνονται μικρές κι ασήμαντες.
Δεύτερο μεγάλο αμάρτημα είναι η επιορκία, δηλαδή το να ορκίζεσαι ψέματα στο ιερό Ευαγγέλιο ή στον τίμιο Σταυρό ή στο όνομα του Θεού, της Θεοτόκου ή άλλου αγίου. Επειδή και τούτο, όπως και η βλασφημία, είναι αμάρτημα που στρέφεται κατευθείαν εναντίον του Θεού, είναι βαρύτερο απ’ οποιοδήποτε άλλο, που στρέφεται εναντίον του πλησίον. Κάθε επιορκία είναι θανάσιμη αμαρτία, γιατί αποτελεί εξύβριση της θείας μεγαλοσύνης.
Τρίτο αμάρτημα είναι η κλοπή, το να πάρεις, δηλαδή και να κρατάς στην κατοχή σου ξένο πράγμα χωρίς τη θέληση ή την άδεια του κυρίου του. Όσον καιρό το κρατάς έτσι, βρίσκεσαι σε θανάσιμη αμαρτία. Και δεν είναι αρκετή η προαίρεσή σου να του το επιστρέψεις κάποτε. Τώρα πρέπει να του το δώσεις, και μάλιστα όχι μόνο το πράγμα, αλλά και ό,τι ζημιώθηκε εκείνος στο χρονικό διάστημα που το κρατούσες παράνομα.
Τέταρτο αμάρτημα είναι η παράβαση οποιασδήποτε εκκλησιαστικής εντολής και κανόνος των αγίων Αποστόλων ή των Πατέρων, που οφείλεις να τηρείς απαρασάλευτα: Να εκκλησιάζεσαι, λ.χ., όλες τις Κυριακές και εορτές, να εξομολογείσαι, να κοινωνείς, να νηστεύεις όποτε ορίζει η Εκκλησία μας κ.λπ.
Πέμπτο μεγάλο αμάρτημα είναι η καταλαλιά και κατάκριση, με το οποίο διασύρεις και ντροπιάζεις το συνάνθρωπό σου, προξενώντας του ζημιά μεγάλη και βάζοντάς τον σε πολλούς κινδύνους, γιατί σπιλώνεις την τιμή και την υπόληψή του, πράγμα πολυτιμότερο από κάθε περιουσία και κάθε υλικό θησαυρό. Αλήθεια, πώς τολμούν μερικοί αναιδέστατοι και καταλαλούν τον πλησίον, προπαντός μάλιστα όταν δεν έχουν οι ίδιοι άμεση γνώση της υποθέσεως για την οποία τον κατηγορούν; Αλλά κι αν έχουν, δεν άκουσαν ποτέ αυτό που είπε ο Κύριος, «Μην κρίνετε τους συνανθρώπους σας, για να μη σας κρίνει κι εσάς ο Θεός. Μην τους καταδικάζετε, για να μη σας καταδικάσει κι εσάς ο Θεός» (Λουκ. 6:37); Γι’ αυτή τη σωτήρια εντολή οφείλεις, κι αν ακόμα δεις κάποιον φανερά ν’ αμαρτάνει, να τον σκεπάσεις όπως μπορείς. Έτσι θα σκεπάσει ο Θεός και τα δικά σου παραπτώματα.
Έκτο και τελευταίο αμάρτημα είναι το ψέμα. Αυτό, αν είναι μικρό και ασήμαντο χωρίς συνέπειες, αποτελεί, βέβαια, αμαρτία μα όχι βαρειά. Αν όμως είναι ψέμα που σχετίζεται με σοβαρό ζήτημα και προξενεί κάποια υλική ή ηθική βλάβη στον πλησίον, τότε είναι αμαρτία φοβερή. Στην περίπτωση αυτή, οφείλεις εσύ, που έγινες άμεσα ή έμμεσα αίτιος της βλάβης του συνανθρώπου σου, να την επανορθώσεις και να τον αποζημιώσεις με κάθε τρόπο. Μόνο έτσι θα σε συγχωρήσει ο Κύριος για το κακό που έκανες λέγοντας ψέματα.
Αυτά είναι τα κυριότερα αμαρτήματα, που γεννιούνται από τα οκτώ θανάσιμα. Και από τούτα και από εκείνα πρέπει να φεύγουμε μακριά με πολλή επιμέλεια, γιατί θανατώνουν την ψυχή μας και την οδηγούν στην αιώνια απώλεια.

Πώς θα σωθούμε, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2017, Έκδοση Ενδέκατη

Το πρώτο θεμέλιο του ιερού σου έργου, το πρώτο λιθάρι της νοητής αυτής οικοδομής, είναι η στέρεη συγκατάθεση και αμετάθετη απόφαση της καρδιάς σου, να πεθάνεις καλύτερα χίλιες φορές, αν ήταν αυτό δυνατό, παρά να κάνεις μια θανάσιμη αμαρτία.
Καθώς μία τίμια κι ενάρετη γυναίκα προτιμά να πεθάνει παρά να προδώσει τον άντρα της, έτσι και ο χριστιανός πρέπει να είναι τόσο πιστός στο Θεό, ώστε να προτιμά οποιαδήποτε ζημιά στη ζωή αυτή, παρά να φταίξει έστω και λίγο απέναντί Του. Γιατί το μικρότερο κακό που παθαίνει στην ψυχή του από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερο από τη χειρότερη σωματική βλάβη. Και επειδή δεν είναι μόνο ένα το κακό που βρίσκει την ψυχή από την αμαρτία, αλλά πολλά και διάφορα, τα γράφουμε εδώ για να τα μάθεις κι έτσι να φεύγεις μακριά της σαν από φίδι φαβαρμακερό.
Πρώτα-πρώτα, στερείσαι τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που είναι το μεγαλύτερο δώρο του πανάγαθου Θεού στους ανθρώπους. Η χάρη, με τρόπο υπερφυσικό, σε κάνει- ας το πούμε έτσι- συγγενή του Θεού και μέτοχο της θείας φύσεως.
Δεύτερο, στερείσαι τη θεία φιλία και οικειότητα, που συνοδεύει πάντα τη χάρη. Κι αν είναι μεγάλη ζημιά το να χάσεις τη φιλία ενός επίγειου άρχοντα, πόση ζημιά είναι, αλήθεια, το να χάσεις τη φιλία του επουράνιου Βασιλιά;
Τρίτο, στερείσαι τις δωρεές και τις δυνάμεις του Πνεύματος, με τις οποίες ήσουν στολισμένος και οπλισμένος εναντίον του διαβόλου.
Τέταρτο, στερείσαι την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών και τη δόξα που παρέχει εκεί η χάρη.
Πέμπτο, στερείσαι την υιοθεσία, που μας κάνει παιδιά του Θεού.
Έκτο, στερείσαι την ειρήνη της συνειδήσεως, τις παρακλήσεις του Πνεύματος, τον καρπό και το μισθό όλων των καλών έργων που έκανες ως την ώρα εκείνη.
Έβδομο, στερείσαι την πατρική φροντίδα του Χριστού και τη μετοχή σου στο μυστικό Σώμα Του, γιατί δεν είσαι πια ενωμένος μαζί Του, σαν μέλος ζωντανό, με την αγάπη και τη χάρη.
Όλες αυτές τις ζημιές παθαίνεις για μια θανάσιμη αμαρτία. Και να τι κερδίζεις: Μένεις καταδικασμένος στην αιώνια κόλαση· εξαλείφεσαι από τη βίβλο της ζωής· αντί για παιδί του Θεού, γίνεσαι δούλος του πονηρού· αντί για ναός και κατοικητήριο της Παναγίας Τριάδος, γίνεσαι σπηλιά ληστών και φωλιά δρακόντων. Κι έτσι καταντάς σαν τον Σεδεκία, που υποδουλώθηκε στον Ναβουχοδονόσορ (Β΄ Παραλ. 36:11-21), ή σαν τον Σαμψών, που, αφού μαζί με τα μαλλιά του έχασε και τη δύναμή του, έμεινε πια ανίσχυρος στα χέρια των εχθρών του, κι αυτοί του έβγαλαν τα μάτια και τον έδεσαν σαν ζώο να γυρίζει μια μυλόπετρα (Κριτ. 16:19-21). Στην ίδια κατάσταση ξεπέφτει και ο ταλαίπωρος άνθρωπος, όταν, εξαιτίας της αμαρτίας, χάσει τη δύναμη και το στολισμό της θείας χάριτος. Ανίσχυρος είναι πια για καλά έργα, τυφλός και σκοτισμένος ως προς την επίγνωση των θείων πραγμάτων, αιχμάλωτος των πονηρών δαιμόνων, που τον αλυσοδένουν σαν ζώο, αναγκάζοντας τον να κάνει τα άπρεπά τους θελήματα.
Είναι, λοιπόν, αυτή κατάσταση λογικού ανθρώπου; Έχουν γνώση και σύνεση όσοι τολμούν να κάνουν τόσες αμαρτίες χωρίς ντροπή; Και μικρό κακό παθαίνουν απ’ αυτές; Αλήθεια, τόσο φοβερό πράγμα είναι η αμαρτία, που θα έπρεπε να τη φοβάται ο καθένας μας περισσότερο κι από κεραυνό.
Γι’ αυτό, κάθε φορά λοιπόν που ο δαίμονας σε παρακινεί και σ’ ερεθίζει ν’ αμαρτήσεις, να συλλογίζεσαι τις ζημιές που είπαμε πιο πάνω. Πάρε μια νοητή πλάστιγγα, και βάλε από το ένα μέρος τις ζημιές αυτές κι από το άλλο την ηδονή και την απόλαυση που σου δίνει η αμαρτία. Ζύγισε και αναλογίσου σαν άνθρωπος φρόνιμος, αν είναι σωστό και λογικό, για τόσο αισχρό και ρυπαρό κέρδος, να ζημιωθείς τόσο μεγάλους και ατίμητους θησαυρούς. Δεν θα γίνεις όμοιος με τον Ησαύ (Γεν. 25:27-34), που πούλησε τα πρωτοτόκιά του, ο ασύνετος, για ένα πιάτο φακή;


Πώς θα σωθούμε, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2017, Έκδοση Ενδέκατη

Όποιος με την καρδιά του μίσησε τις αμαρτίες του και φωτισμένος από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, θέλει πια να υπηρετήσει τον κοινό Κύριο και Βασιλιά μας, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει είναι τούτου: Να συλλογιστεί καλά και να καταλάβει, πως αυτή η νέα κατάσταση και ενασχόληση, με την οποία θέλει να καταπιαστεί, είναι η πιο αξιόλογη εργασία, η πιο θαυμαστή σοφία, το πιο μεγάλο αγαθό απ’ όσα βρίσκονται στον κόσμο. Μάλιστα, για να το πούμε καλύτερα, δεν υπάρχει κανένα άλλο αγαθό, που να ‘ναι τόσο θετικό και οφέλιμο όσο τούτο, στο οποίο αναφέρθηκε ο Κύριος όταν είπε: «Ενός έστι χρεία» (Λουκ. 10:42). Δηλαδή, ένα πράγμα μόνο μας χρειάζεται: Ν’ αγαπάμε τον Κύριο και να Τον υπηρετούμε. Αυτό μας λέει και ο σοφός συγγραφέας του Εκκλησιαστή: «Να φοβάσαι το Θεό και να τηρείς τις εντολές του, γιατί σ’ αυτά βρίσκεται η αξία και ο σκοπός κάθε ανθρώπου» (12:13) και γι’ αυτό το λόγο πλάστηκε από το Δημιουργό.
Για να συλλάβεις, όμως, την αρετή αυτή μέσα στην καρδιά σου και να την ποθήσεις ολόψυχα, χρειάζεται να συλλογίζεσαι από το ένα μέρος τις αναρίθμητες ευεργεσίες και δωρεές που έλαβες από τον πανάγαθο Θεό, και από το άλλο τα πολλά, τ’ αμέτρητα αμαρτήματά σου. Έπειτα, να μελετάς τα τέλη της ζωής σου, δηλαδή το θάνατο, τη φοβερή κρίση του Κυρίου, τη δόξα του παραδείσου και την αιώνια κόλαση. Και αφού τα συλλογιστείς όλ’ αυτά, να ετοιμαστείς με επιμέλεια, εκτιμώντας την αξία και το μεγαλείο του έργου που σου ανέθεσε ο Θεός.
Όπως ξέρεις, βέβαια, δεν υπάρχει κανένα έργο σπουδαίο και κανένα πράγμα πολύτιμο, που να μην παρουσιάζει κάποια δυσκολία στην εκτέλεση ή την απόκτησή του. Να οπλιστείς, λοιπόν, με μεγάλη γενναιοψυχία, για ν’ αντιμετωπίσεις τις θλίψεις και όλες τις δυσκολίες που θα συναντήσεις, υπομένοντας τα πάντα με καρτερία και πολλή ευχαριστία στον Κύριο. Να γνωρίζεις, πως ο θησαυρός αυτός, για τον οποίο αγωνίζεσαι και κοπιάζεις, είναι τόσο ακριβός, τόσο ατίμητος, ώστε του αξίζουν τέτοιος κόπος και τέτοια επιμέλεια. Γι’ αυτό, άλλωστε, φρόντισαν να τον αποκτήσουν όλοι οι άγιοι, οι μάρτυρες και οι όσιοι, που ήξεραν την αξία του, με τόσους αγώνες, με τόσες θλίψεις, ακόμα και με το αίμα τους.
Για να μη δειλιάσεις και λιποψυχήσεις, να θυμάσαι πάντα, πως εκεί που είναι οι λύπες και οι πίκρες του κόσμου, εκεί ακριβώς είναι οι ουράνιες παρακλήσεις και οι παρηγορίες του Αγίου Πνεύματος. Όπου μάχες και εναντιότητες της φύσεως, εκεί και η βοήθεια της χάριτος, που είναι πιο δυνατή από τη φύση.
Ο νόμος του Κυρίου, λοιπόν, είναι ζυγός, αλλά γλυκός· και είναι φορτίο, αλλά ελαφρό (πρβλ. Ματθ. 11:30). Γιατί εκείνο που η φύση κάνει βαρύ, η χάρη το ελαφρύνει με τρόπο θαυμαστό. Θλίψη και ζυγός είναι, η μυστική δύναμη που έχει το βάλσαμο της θείας χάριτος, εξαφανίζει τελικά το βάρος του ζυγού. Έτσι, αν το πρώτο σε κάνει να δειλιάζεις και να κυριεύεσαι από αμέλεια και ραθυμία, ας σου εμπνεύσει προθυμία το δεύτερο.

Πώς θα σωθούμε, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2017, Έκδοση Ενδέκατη

Στην εποχή μας η γνώση έχει γίνει κτήμα των πολλών. Οι άνθρωποι γνωρίζουν πολλά, πολύ περισσότερα απ’ όσα γνώριζαν σε άλλες εποχές. Παράλληλα και οι σοφοί έχουν αυξηθεί. [...] Όμως μας λείπουν οι κατά Θεόν σοφοί, και όπως πάμε, θα μας λείψουν πιο πολύ, γιατί η σοφία του Θεού δεν λάμπει στα μάτια των συγχρόνων ανθρώπων. Όποια άλλη σοφία εντυπωσιάζει και βρίσκει ανθρώπους που προθυμοποιούνται για την απόκτησή της, μετά από πολύχρονες σπουδές. Η σοφία όμως του Θεού παραθεωρείται ως αναχρονιστική και άχρηστη για τη δική μας εποχή, που καυχάται για τα σπουδαία της κατορθώματα. Έχουμε ξεχάσει μία βασική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην κοσμική σοφία και στην κατά Θεόν σοφία. Η πρώτη είναι γνώση που δεν προϋποθέτει βελτίωση του χαρακτήρα, ούτε και ηθικοποιεί τον κατέχοντα, ενώ η δεύτερη εξοπλίζει θα λέγαμε τον άνθρωπο με σύνεση για να αντιμετωπίζει τη ζωή με ορθή κρίση και να είναι ευεργετικός και στους συνανθρώπους του.
Διαφωτιστικός στο θέμα μας είναι ο λόγος της Αγίας Γραφής, που αναφέρεται στην κατά Θεόν σοφία: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν· ευσέβεια δε εις Θεόν αρχή αισθήσεως, σοφίαν δε και παιδείαν ασεβείς εξουθενήσουσιν». Και στην απλούστερη γλώσσα του ερμηνευτή: «Αρχή, ρίζα και θεμέλιο της αληθινής σοφίας είναι ο φόβος του Θεού· η σύνεσις δε τότε είναι αγαθή και αποδίδει τους καρπούς της, όταν εφαρμόζεται και επιτελείται δι’ έργων. Η ευσέβεια δε, ήτοι ο προς τον Θεόν σεβασμός και η προς αυτόν ευλάβεια, είναι αρχή της αληθινής γνώσεως· οι ασεβείς όμως θα περιφρονήσουν την θεία παιδαγωγίαν».
Ο κατά Θεόν σοφός έχει ως φάρο και πυξίδα τις εντολές του Θεού και πάνω σ’ αυτές στηρίζεται η σύνεσή του. Γνωρίζει το σκοπό της ζωής του, καλλιεργεί το χαρακτήρα του, προσφέρει στους άλλους, είναι εργάτης της αγάπης και με το δημιουργικό του νου προσπαθεί συνεχώς για το καλό.
Για να δούμε πόσο μεταμορφωτική δύναμη έχει η σοφία του Θεού, όταν την οικειοποιηθεί ο άνθρωπος, θα πρέπει να δούμε κι άλλους τρεις στίχους από την Αγία Γραφή. «Εάν έλθη η σοφία εις σην διάνοιαν, η δε αίσθησις τη ση ψυχή καλή είναι δόξη, βουλή καλή φυλάξει σε, έννοια δε οσία τηρήσει σε, ίνα ρύσηταί σε από οδού κακής και από ανδρός λαλούντος μηδέν πιστόν». Δηλαδή «εάν εισέλθη εις τον νουν σου η σοφία και η εκ της γνώσεως του νόμου του Θεού διάκρισις και ευαισθησία της συνειδήσεως φανή εις την διάνοιάν σου καλή και ωφέλιμος, τότε, απόφασις αγαθή και πεφωτισμένη θα σε προφυλάξη από τα πάθη και τας επιθυμίας της αμαρτίας και από τους εξωτερικούς πειρασμούς. Σκέψις δε αγία θα σε διατηρή εν τη αρετή, δια να σε γλυτώση από τον κακόν και ολέθριον δρόμον και από άνθρωπον που δεν λέγει ποτέ κάτι άξιον εμπιστοσύνης και παραδοχής».
Στους άνυδρους χρόνους που ζούμε έχουμε μεγάλη ανάγκη από κατά Θεόν σοφούς, οι οποίοι θα αποτελούν το φως της κοινωνίας και θα ενισχύουν συνάμα την ελπίδα μας ότι κάτι μπορεί να αλλάξει και στους σημερινούς ανθρώπους.

Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι τα οικονομικά είναι εκείνα που εξασφαλίζουν την ευτυχία. Κι έχουν δίκιο, αφού ως ευτυχία θεωρούν το φαγητό, το ποτό και τη διασκέδαση. Αν όμως ορίσουμε ότι η ευτυχία είναι κατάσταση της ψυχής, τότε όλα αυτά είναι ανεπαρκή και αποτρεπτικά της ευτυχίας. Επίσης δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η επί της γης ευτυχία, στο βαθμό φυσικά που μπορεί να επιτευχθεί, έχει άμεση σχέση με τη μεταφυσική, δηλαδή με την προσδοκία της άλλης ζωής, όπου ο Θεός θα αμείψει τον καθένα ανάλογα με τις πράξεις του. Η ευτυχία του ανθρώπου πηγάζει από τη θυσία και τον αγώνα. Θυσία για τον πλησίον και αγώνας για την πνευματική του πρόοδο. Και τα δύο αυτά έχουν προεκτάσεις πέρα από την παρούσα ζωή. Πρέπει ακόμη να διευκρινίσουμε ότι η πραγματική ευτυχία, για την οποία κάνουμε εδώ λόγο, είναι πρόγευση του παραδείσου. Ας δούμε όμως ειδικότερα ποιους θεωρεί ευτυχείς ο Χριστός, για να συνειδητοποιήσουμε ότι συχνά εμείς οι χριστιανοί ακολουθούμε το δρόμο των κοσμικών.
Στην επί του όρους ομιλία του ο Χριστός μακαρίζει οχτώ κατηγορίες ανθρώπων για κάποια αρετή τους ή για κάποια πράξη τους. Μακάριοι είναι «οι πτωχοί τω πνεύματι», όσοι δηλαδή συναισθάνονται την πνευματική τους πτωχεία και την εξάρτησή τους από το Θεό. Μακάριοι είναι «οι πενθούντες» για τις αμαρτίες τους και για το κακό που επικρατεί στον κόσμο. Μακάριοι είναι «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην», δηλαδή αυτοί που επιθυμούν τη δικαιοσύνη και την τελειότητα. Μακάριοι είναι «οι καθαροί τη καρδία», δηλαδή αυτοί που έχουν την καρδιά τους καθαρή από κάθε μολυσμό αμαρτίας. Μακάριοι είναι «οι πραείς», αυτοί δηλαδή που συγκρατούν τον εαυτό τους και δεν παραφέρονται ποτέ. Μακάριοι «οι ελεήμονες», δηλαδή οι σπλαχνικοί και επιεικείς που συμπονούν στη δυστυχία τον πλησίον. Μακάριοι είναι «οι ειρηνοποιοί», αυτοί που έχουν μέσα τους την ειρήνη και τη μεταδίδουν και στους άλλους. Μακάριοι τέλος είναι «οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης», δηλαδή αυτοί που ένεκα της αρετής και χριστιανικής του τελειότητας διώκονται και ονειδίζονται και συκοφαντούνται.
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι μιλώντας ο Χριστός για τους μακάριους ανθρώπους και τις αιτίες που τους κάνουν μακάριους, θέλει να δώσει μερικές πτυχές της μακαριότητας, η οποία προσεγγίζεται εδώ στη γη και ολοκληρώνεται στον ουρανό χωρίς ωστόσο να σημαίνει αυτό ότι οι ιδιότητες των μακαρίων ανθρώπων είναι ξεχωριστές και ανεπηρέαστες η μία από την άλλη. Ή για να το διατυπώσω πιο απλά, δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι ένας άνθρωπος που συναισθάνεται την πνευματική του πτωχεία δεν είναι πράος, ή ένας άνθρωπος με καθαρή καρδιά δεν είναι ειρηνοποιός κ.λπ. Θέλω να πω ότι ο μακάριος άνθρωπος έχει όλες τις αρετές και τις πράξεις που αναφέρει ο Χριστός στην ομιλία του. Και αν ήθελα να μιλήσω κάπως γενικότερα, θα έλεγα ότι για να είσαι μακάριος πρέπει να διεξάγεις πνευματικό αγώνα. Για να είσαι ταπεινός, για να πενθείς, και παράλληλα να είσαι πράος στους άλλους, να είσαι ελεήμων, ειρηνοποιός και υπομονετικός στις επιθέσεις των εχθρών, χρειάζεται μία συνεχής προσπάθεια για την απόκτηση των αρετών, πάντα με οδηγό το Ευαγγέλιο και βοηθό τη χάρη του Θεού.

Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η πίστη του ανθρώπου στο Θεό δεν φαίνεται στους άλλους και είναι καθαρά εσωτερική του υπόθεση. Κανείς δεν μπορεί να την διαπιστώσει ούτε και να την αμφισβητήσει. Ακόμη λένε ότι το να πιστεύει κανείς, δεν συνεπάγεται και αλλαγή τρόπου ζωής. Κάθε άλλο. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Ο Θεός δεν ασχολείται με τις επίγειες δραστηριότητές του, αρκεί μόνο να πιστεύει στην ύπαρξή Του. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε για να αποδείξουμε ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν ευσταθούν. Απλά θα παρουσιάσουμε μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πιστού ανθρώπου και από αυτά θα φανεί ότι η πίστη στο Θεό έχει πάντα εξωτερικές εκδηλώσεις, γιατί είναι ένα εσώτατο ιερό βίωμα του ανθρώπου, το οποίο εξωτερικεύεται με πολλούς τρόπους. Θα λέγαμε ακόμη ότι η πίστη οδηγεί στη μυστική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και αυτό είναι μία εμπειρία μοναδική και συγκλονιστική συνάμα.
Ο άγιος Νεκτάριος λέγει ότι η μορφή του πιστού έχει κάλλος που θέλγει, ύφος που εκφράζει την προς το Θεό πεποίθηση, γαλήνη που είναι έκφραση της εσωτερικής του γαλήνης, ηρεμία που είναι έκφραση της αταραξίας της καρδιάς του και αγαθότητα που είναι αποτέλεσμα της αταραξίας της συνείδησής του. Απαλλαγμένος ο πιστός από τις «άπαυστες μέριμνες του βίου που καταπονούν το πνεύμα του καθημερινά», επιδίδεται στην πνευματική ζωή και βιώνει μια ανέκφραστη μακαριότητα, γιατί «η καρδιά του και η διάνοιά του είναι αφιερωμένες στο Θεό και διαθερμαίνονται από την αγάπη του Θεού, το δε πνεύμα του σπεύδει να αναχθεί προς Αυτόν».
Παράλληλα ο πιστός διασπά τα δεσμά του εγωισμού του που περιορίζουν την αγάπη του στον πολύ στενό του κύκλο και ανοίγεται στη «γενική αγάπη», στην αγάπη δηλαδή προς όλους τους ανθρώπους και αφοσιώνεται σ’ αυτήν, αφού οι ηδονές του κόσμου τον αφήνουν αδιάφορο. Είναι ο εκλεκτός του Θεού, ο οποίος τίθεται στην αγάπη του πλησίον χωρίς να επιζητεί κάτι προς ίδιον όφελος.
Αποτέλεσμα αυτής της αφοσίωσής του στο Θεό είναι και τα νέα συναισθήματα που διεγείρονται στην καρδιά του. «Όλη η δημιουργία του μιλάει, με μυστική γλώσσα, στην ψυχή τουγια τη σοφία και την αγαθότητα του Δημιουργού. Τρυφή του είναι η μελέτη των έργων του Θεού και ευχαρίστηση η θεωρία του κάλλους της δημιουργίας. Το καλό, το αγαθό, η αλήθεια και η δικαιοσύνη είναι η μελέτη της καρδιάς του. Ευδαιμονία του αληθινή και βεβαιη η αδιάλειπτη επικοινωνία με το Δημιουργό. Τα ρήματα του Θεού είναι σαν μέλι γλυκύ στο στόμα του. Τα μελετά μέρα και νύχτα. Η καρδιά του καίγεται από την αγάπη του Θεού».
Κλείνοντας θα λέγαμε ότι η πίστη στο Θεό αποτελεί το αρραγές θεμέλιο της πνευματικής ζωής του ανθρώπου, αλλά και την πηγή της μυστικής και ανέκφραστης ευδαιμονίας που βιώνει αγωνιζόμενος να τηρήσει τις εντολές του Θεού.

Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008

Ο κάθε χριστιανός πρέπει να διεξάγει το δικό του πνευματικό αγώνα, προκειμένου να αποφεύγει, όσο είναι δυνατό, τις αμαρτίες και να αποκτά σε μεγαλύτερο βαθμό τις αρετές. Ο αγώνας αυτός ποικίλλει, γιατί και οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Πρέπει ωστόσο να διακρίνεται για την αποφασιστικότητα και σταθερότητα για να έχει σίγουρα πνευματικά αποτελέσματα. Είναι ενδιαφέρον να αναφερθούμε εκτενέστερα στον τρόπο απόκτησης των αρετών και αποφυγής των αμαρτιών, έχοντας ως σύμβουλό μας τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.
Κατ’ αρχάς ο χριστιανός πρέπει να γνωρίσει τον πρωταρχικό σκοπό της επίγειας ζωής του. Γι’ αυτό χρειάζεται να ενημερωθεί από ανθρώπους που έχουν γνώση κι εμπειρία. Και για να χρησιμοποιήσουμε μία φράση του αγίου Γρηγορίου, πρέπει να γεννηθεί μέσα στην καρδιά του ανθρώπου «η των μελλόντων επίγνωσις», στην οποία οδηγεί η πνευματική διδασκαλία. Μετά, με ελεύθερη τη βούλησή του, αρχίζει τον αγώνα. Πολύ γρήγορα θα ακούσει εντός του δύο αντίθετες φωνές, της ψυχής και του σώματος, και θα βιώσει μία εσωτερική πάλη. Στο στάδιο αυτό θα πρέπει να γνωρίζει ότι η αγάπη προς την ψυχή οδηγεί στην αγάπη προς το Θεό και την πνευματική πρόοδο, ενώ η αγάπη προς το σώμα οδηγεί στην αγάπη του κόσμου και την αμαρτία. Η αγάπη προς το Θεό είναι «ρίζα και αρχή κάθε αρετής», ενώ η αγάπη του κόσμου είναι «πρόξενος κάθε κακίας». Ειδικότερα ο άγιος Γρηγόριος λέγει ότι «οι αληθινοί πιστοί, που αγαπούν τις ψυχές τους και επιθυμούν να τις φυλάξουν σ’ αιώνια ζωή, ακούγοντας τις απειλές (περί  γεέννης ασβέστου πυρός) και τις επαγγελίες (περί αιωνίας βασιλείας του Θεού), συλλαμβάνουν μέσα τους αμέσως πόθο και φόβο· φόβο μεν για την ατελεύτητη οδύνη από την απειλούμενη γέεννα του πυρός· πόθο δε για την κατά την επαγγελία βασιλεία του Θεού και την αιώνια σ’ αυτήν ευφροσύνη». Αντίθετα εκείνοι που αγαπούν το σώμα τους, αγαπούν τον κόσμο, τις δια των αισθήσεων ηδονές και τα πονηρά πάθη. «Όπως ακριβώς η ψυχή ποθεί μόνη της τη μέλλουσα και μόνιμη ηδονή, έτσι και το σώμα ποθεί την παρούσα και παρερχόμενη· η τέτοια δε ηδονή είναι αισθητή και ενεργείται δια των αισθήσεών μας και προσγίνεται από τα αισθητά που είναι ο κόσμος. Γι’ αυτό ο φιλοσώματος είναι φιλόκοσμος. Ποθώντας λοιπόν χωρίς μέτρο τις κοσμικές ηδονές και επιδιώκοντας κι εκτιμώντας τες λόγω της φιλίας αυτής προς το σώμα ενδύουμε τους εαυτούς μας με πολύμορφη ασχημοσύνη των παθών. Επειδή δηλαδή η κατά κόσμον ηδονή ενεργείται δια των αισθήσεων, αφού οι αισθήσεις μας είναι πολλές και διάφορες, γι’ αυτό πολλές και διάφορες είναι και οι σχετικές με αυτές ηδονές και τα σχετικά με αυτές πάθη· διότι άλλα είναι τα πάθη της οράσεως, άλλα της ακοής και άλλα της οσφρήσεως, και της αφής πάλι άλλα και άλλα της γεύσεως»
Κλείνοντας, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ψυχή, ούτε μόνο σώμα. Είναι ψυχή και σώμα μαζί, σε μία αρμονική συνύπαρξη. Όταν όμως το ένα παραθεωρείται και το άλλο γίνεται αντικείμενο υπερβολικής φροντίδας, τότε ανατρέπεται η αρμονία και αρχίζουν τα ποικίλα προβλήματα.

Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008

katafigioti

lifecoaching