


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα
- Γέροντα, τί θα με βοηθήση να μην κατακρίνω;
- Όλα είναι πάντοτε έτσι όπως τα σκέφτεσαι εσύ;
- Όχι, Γέροντα.
- Έ, τότε να λές: «Δεν σκέφτομαι πάντοτε σωστά· πολλές φορές κάνω λάθος. Νά, στην τάδε περίπτωση σκέφθηκα έτσι και βγήκε ότι είχα άδικο. Στην τάδε περίπτωση έκρινα και έπεσα έξω, οπότε τον αδίκησα τον άλλον. Επομένως δεν πρέπει να ακούω τον λογισμό μου». Ο καθένας μας λίγο-πολύ έχει περιπτώσεις που έπεσε έξω στην κρίση του. Αν φέρη στον νού του τις περιπτώσεις που έκρινε και έπεσε έξω, τότε θα αποφεύγη την κατάκριση. Αλλά και μια φορά να μην έπεσε έξω και να είχε δίκαιο, που ξέρει τα ελατήρια του άλλου; Ξέρει πώς έγινε κάτι; Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα.
Κι εγώ, όταν ήμουν νέος, είχα την κατάκριση ψωμοτύρι. Επειδή ζούσα λίγο προσεκτικά και είχα μια ψευτοευλάβεια, ό,τι μου φαινόταν στραβό, το έκρινα. Γιατί, όταν στον κόσμο ζη κανείς λίγο πνευματικά, μπορεί να βλέπη πολλά κουσούρια στους άλλους και να μη βλέπη αρετές. Εκείνους που καλλιεργούν την αρετή μπορεί να μη τους βλέπει, γιατί ζουν στην αφάνεια, αλλά να βλέπη τους άλλους που κάνουν αταξίες και να τους κατακρίνη. «Αυτός, λέει, κάνει έτσι, εκείνος περπατάει έτσι, ο άλλος κοιτάζει έτσι...».
Ξέρετε τί είχα πάθει μια φορά; Είχαμε πάει με έναν γνωστό μου να λειτουργηθούμε σε ένα μοναστήρι στο Μονοδένδρι, εννιά ώρες περίπου μακριά από την Κόνιτσα. Όταν μπήκαμε στον ναό, ο γνωστός μου στάθηκε στο αναλόγιο, για να ψάλη, και εγώ πήγα στο στασίδι πίσω από τον ψάλτη· παρακολουθούσα κι έψελνα σιγανά. Κάποια στιγμή ήρθε μια γυναίκα με μαύρα, σχετικά νέα, στάθηκε δίπλα μου και συνέχεια με κοιτούσε. Με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της· με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της... Είχα αγανακτήσει. «Βρέ, παιδάκι μου, έλεγα μέσα μου, τί σόι άνθρωπος είναι αυτή; Μέσα στον κόσμο, μέσα στην εκκλησία, τί κοιτάζει έτσι;». Εγώ τις αδελφές μου, όταν περνούσαν στον δρόμο δίπλα μου, δεν τις έβλεπα. Πήγαιναν μετά στο σπίτι και έκαναν παράπονα στην μάνα μας: «Με είδε ο Αρσένιος, έλεγαν, και δεν μου μίλησε!». «Καλά, μου έλεγε μετά η μητέρα μου, βλέπεις τις αδελφές σου στον δρόμο και δεν τις μιλάς;». «Εγώ θα κοιτάζω αν αυτή που περνάει δίπλα μου είναι η αδελφή μου; της έλεγα. Ένα σωρό σόι έχουμε. Αυτό θα κάνω;». Θέλω να πώ, είχα κάτι τέτοιες ακρότητες. Να περνά τώρα δίπλα σου η αδελφή σου και να μην της μιλάς! Τέλος πάντων... Μόλις λοιπόν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, πήγε αυτή η μαυροφόρα και παρακάλεσε τον ιερέα να μου πη να πάω στο σπίτι της, γιατί έμοιαζα πολύ με το παιδί της που είχε σκοτωθή στον πόλεμο! Όταν πήγα στο σπίτι της, είδα την φωτογραφία του παιδιού της· πραγματικά, μοιάζαμε σαν αδέλφια! Αυτή η καημένη με κοιτούσε μέσα στην εκκλησία και έκανε τον σταυρό της σαν να έβλεπε το παιδί της. Κι εγώ έλεγα: «Την αθεόφοβη, μέσα στην εκκλησία πώς κοιτάζει». Ώ, μετά ξέρετε πώς με είχε λειώσει αυτό το περιστατικό; «Για δές, είπα, εσύ να έχης τέτοιους λογισμούς, ότι ποιός ξέρει τί γυναίκα είναι και μέσ’ στην εκκλησία να μη ντρέπεται καθόλου..., και αυτή η φουκαριάρα να έχη χάσει το παιδί της και να έχη τον καημό της!».
Μια άλλη φορά κατέκρινα τον αδελφό μου που ήταν φαντάρος. Μου έστειλε μήνυμα ο σιτιστής: «Έδωσα στον αδελφό σου δύο μπετόνια με λάδι· τί έγιναν τα μπετόνια;». «Μά, αυτός εκεί πέρα, είπα, έφερνε στο σπίτι τους στρατιώτες και τους φιλοξενούσαμε, τώρα πώς τόκανε αυτό, να πάρη λάδι από τον στρατό;». Οπότε πιάνω και γράφω στον αδελφό μου αγανακτισμένος ένα γράμμα... Κι εκείνος μου απαντάει: «Τα μπετόνια να τα ζητήσης από την νεωκόρο της κάτω εκκλησίας»! Αυτός το λάδι το είχε στείλει στην εκκλησία της κάτω Κόνιτσας, γιατί ήταν φτωχή. «Χρόνια πολλά, είπα τότε στον εαυτό μου. Την άλλη φορά κατέκρινες εκείνη την φουκαριάρα· τώρα τον αδελφό σου. Αλλη φορά τίποτε-τίποτε!». Θέλω να πώ, όταν είδα ότι έπεφτα έξω στις κρίσεις μου, εξέταζα τον εαυτό μου: «Στην τάδε περίπτωση είχα πει για τον άλλον ότι ενήργησε έτσι, αλλά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αλλη φορά άλλο συμπέρασμα είχα βγάλει κι αλλιώς ήταν». Έτσι έβαλα τον εαυτό μου στην θέση του. «Αλλη φορά, είπα, δεν θα κρίνης καθόλου. Τελεία-παύλα! Είσαι στραβός και όλα στραβά και ανάποδα τα βλέπεις. Κοίταξε να γίνης σωστός άνθρωπος». Και μετά, όταν μου φαινόταν κάτι στραβό, έλεγα: «Κάτι καλό θα είναι, αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω· όσες φορές έβαλα αριστερό λογισμό, έπεσα έξω». Όταν πλέον σιχάθηκα τον εαυτό μου, με την καλή έννοια, όλους τους δικαιολογούσα· για τους άλλους έβρισκα πάντα ελαφρυντικά και μόνον τον εαυτό μου κατέκρινα. Αλλά, εάν ο άνθρωπος δεν παρακολουθή τον εαυτό του, όλα τα περνάει απαρατήρητα και μετά στην Κρίση θα είναι αναπολόγητος.
Θέλει παλληκαριά, για να κοπή η κατάκριση.
Λοιπόν: Καλή Αρχή.
Καλή εξάγνιση του νού και της καρδιάς. Αμήν.
(Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 113-116)
ΘΥΜΩΔΗΣ άνθρωπος και νεκρό ακόμη αν αξιωθεί ν’ αναστήσει, έλεγε ο Αββάς Αγάθων, δεν θα γίνει δεκτός στην Βασιλεία των Ουρανών.
ΜΟΝΑΧΟΣ μεμψίμοιρος, θυμώδης κι εκδικητικός, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει, έλεγε ο Αββάς Ποιμήν. Όσοι δηλαδή έχουν αυτά τα ελαττώματα,
δεν είναι στην πραγματικότητα μοναχοί, έστω κι αν φορούν το σχήμα
ΌΤΑΝ ΗΜΟΥΝ νέος, διηγείται ο Αββάς Ισίδωρος, κατέβηκα κάποτε στην πόλη να πουλήσω τα καλάθια μου και νιώθοντας τον θυμό να με κυριεύει,
παράτησα στην αγορά τα καλάθια και γύρισα τρέχοντας στο κελλί μου.
(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ.143)
Ακαθαρσία
Πάσα αμαρτία
Μπορεί κανείς και χωρίς να κάνει τίποτε, να είναι πονηρός,
όπως όταν έχει φθόνο, απιστία, πονηριά, όταν χαίρεται για τη δυστυχία του άλλου,
όταν δεν είναι φιλάνθρωπος, όταν έχει διεστραμμένες ιδέες.
Όλα αυτά είναι εσωτερικά. Εξαρτώνται από την καρδιά.
Ε.Π.Ε. 18α,680
Άκαιρη
η μετάνοια μετά θάνατον
Μετά την αναχώρηση μας απ’ την παρούσα ζωή, δεν ισχύει η μετάνοια.
Διότι και ο πλούσιος της παραβολής στην άλλη ζωή έδειχνε μετάνοια και εξομολογείτο,
αλλά καμία ωφέλεια δεν είχε. Ήταν άκαιρη και ανώφελη η μετάνοιά του.
Και οι παρθένες πάλι θέλησαν να επανορθώσουν το λάθος τους, να λάβουν έλαιο, μα ήταν αργά.
Σε τούτη τη ζωή, ας καθαρίσουμε τα αμαρτήματα μας,
ώστε να χουμε παρρησία στο φοβερό βήμα του Κριτού.
Ε.Π.Ε. 5,262
Άκαρδος
ο Αβεσσαλώμ
Ο ουρανός δεν δεχόταν τον Αβεσσαλώμ. Αν τον πρώτο αντάρτη, το διάβολο, τον γκρέμισε,
πώς θα δεχόταν τον δεύτερο; Και η γη τον αποστρεφόταν. Δεν υπέφερε τα βήματα του πατροκτόνου...
Ενώ, βρισκόταν κρεμασμένος σε υψηλό δέντρο, πήγε ο αρχιστράτηγος Ιωάβ και έπηξε τρία βέλη στην καρδιά του άκαρδου.
Τον έπληξε στην καρδιά, που βρισκόταν η αποθήκη της ανομίας.
Ε.Π.Ε. 5,114
Ακαριαίως
η κρίσις και η ανάστασις
Τόσο πολλά και τόσο καταπληκτικά πράγματα, που υπερβαίνουν κάθε σκέψη και νουν,
γίνονται σε μια στιγμή, δηλαδή, άκαριαίως. Και για να δηλώσει αυτό σαφέστερα, λέει:
«Σέ όσο χρόνο χρειάζεται για ν’ άνοιγοκλείση κανείς το μάτι», ν’ ανοιγοκλείσει το βλέφαρο.
Ε.Π.Ε. 18α,704
Ακηλίδωτος
ο άνθρωπος
Ας παραμείνουμε καθαροί. Ας μη δεχτούμε βρωμιά.
Ας έχουμε την ομορφιά, που μας στόλισε ο Θεός.
Και ας φροντίζουμε να διατηρούμε την ευπρέπεια τόσο αμόλυντη και καθαρή,
ώστε να μην έχει καμία κηλίδα ή ρυτίδα ή κάτι τέτοιο.
Ε.Π.Ε. 24,222
Ακίνδυνος
βίος ανησυχητικός
Να μη ζητάς ακίνδυνη ζωή, χωρίς φροντίδες και ταλαιπωρίες.
Να ζητάς ζωή με κινδύνους, χωρίς όμως να παρασύρεσαι απ’ αυτήν.
Δεν είναι το ίδιο πράγμα να έχει αράξει κάποιος σε λιμάνι και να επιδεικνύει τη ναυτική του τέχνη,
με τον άλλον που σαλεύεται στο πέλαγος. Ο πρώτος γίνεται νωθρός, αποχαυνώνεται, δεν έχει ενεργητικότητα.
Ο άλλος, αφού πέρασε τόσους υφάλους και τόσες πέτρες και βράχους,
κι αφού αντιμετώπισε την ορμή τόσων ανέμων και τόσα άλλα της θάλασσας κακά, καθιστά την ψυχή του ισχυρότερη.
Άλλωστε γι’ αυτό ήρθες στον κόσμο, όχι για να ‘σαι αδρανής, ούτε για να χάνεις το θάρρος σου μπροστά στις δυσκολίες,
ούτε για να μην υποφέρεις κάποιο κακό, αλλά για να γίνεσαι λαμπρότερος με όσα παθαίνεις.
Ε.Π.Ε. 7,8
χριστιανισμός
«Αγάπησε τον παρόντα κόσμο».
Δηλαδή, αγάπησε την άνεση, το ακίνδυνο και τη δική του ασφάλεια,
ή, καλύτερα, προτίμησε να καλοπερνά στο σπίτι του,
παρά να ταλαιπωρείται μαζί μου.
Ε.Π.Ε. 23,650
(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, Τόμος Α΄, σελ. 126-128)
Οι δυσκολίες των παιδιών στις σπουδές τους
Παιδιά που έχουν κρίση και εξυπνάδα, έχουν μερικές φορές προβλήματα και βασανίζονται.
Θέλουν να τα τακτοποιήσουν όλα με το μυαλό τους και ζητούν να κάνουν πράγματα πάνω από τις δυνάμεις τους.
Έχουν δυνατό μυαλό, αλλά δεν ξέρουν να βάζουν φρένο. Κάνουν πειράματα με τον εαυτό τους, λές και θέλουν να δούν πόσο αντέχουν,
και ταλαιπωρούνται. Αν ταπεινωθούν, η κρίση τους τα βοηθάει να προκόψουν.
Παιδιά που δεν έχουν τέτοια κρίση και εξυπνάδα, δεν έχουν και προβλήματα, αλλά ούτε προβληματίζονται με την καλή έννοια.
Πόσοι φοιτητές, ενώ έχουν διαβάσει και ξέρουν τα μαθήματα, φοβούνται ότι δεν θα γράψουν καλά και δεν πάνε να δώσουν εξετάσεις!
Ενώ τα καταφέρνουν, δημιουργούν μόνοι τους από δειλία μια κατάσταση πανικού.
Αν όμως πούν ταπεινά: «ευχηθήτε να πάω καλά, γιατί μόνος μου δεν θα τα καταφέρω, αλλά με την ευχή σας θα προσπαθήσω»,
τότε με την ταπείνωση θα δεχθούν και την Χάρη του Θεού και τον θείο φωτισμό. Ύστερα, πριν αρχίσουν να γράφουν στις εξετάσεις,
ας προσευχηθούν στον προστάτη τους Άγιο, και εκείνος θα τους βοηθήση ανάλογα με την πίστη και την ευλάβεια που έχουν.
-Γέροντα, μου έγραψε μια κοπέλα που σπουδάζει στο εξωτερικό: «Έχω τον λογισμό πώς ποτέ δεν θα μπορέσω να προχωρήσω περισσότερο πνευματικά».
Καλά, η ευλογημένη ψυχή από την Ευρώπη βγάζει αυτό το συμπέρασμα; Εκεί δεν πήγε για να προχωρήση πνευματικά ούτε για να κοινοβιάση,
αλλά για να πάρη αυτά που της χρειάζονται για την επιστήμη της.
Ας προσπαθή να διατηρή αυτήν την πνευματική κατάσταση που έχει και να μη ζητά εκεί πνευματική πρόοδο.
Αλλωστε και οι Ευρωπαίοι στις επιστήμες είναι προοδευμένοι και όχι στα πνευματικά.
Να μην πιέζη τον εαυτό της περισσότερο από όσο αντέχει και να μην τα παίρνη κατάκαρδα.
Δεν αξίζει ο κόπος να δίνη κανείς την καρδιά του και να υποφέρη γι’ αυτά. Ας το θεωρήση σαν μια στρατιωτική θητεία.
Στον στρατό υπομένει κανείς πολύ κόπο, κουράζεται, και του φέρονται μερικές φορές πολύ σκληρά,
ενώ εκεί τουλάχιστον οι άνθρωποι φέρονται και με μια ευγένεια, έστω και εξωτερική, υποκριτική, με την νοοτροπία την ευρωπαϊκή.
Επόμενο ήταν να συναντήση αυτές τις δυσκολίες, γιατί βλέπουμε και στην Ελλάδα παρόμοια.
Μόνον που στην Ελλάδα, σαν Ορθόδοξο έθνος που είναι, υπάρχει και βοήθεια πνευματική για όσους έχουν ενδιαφέροντα πνευματικά.
Με λίγη υπομονή και λίγη προσοχή θα περάσουν οι δυσκολίες.
Μια που βρέθηκε εκεί, ας αξιοποιήση τις ελεύθερες ώρες της στην μελέτη και στην προσευχή, για να τρέφεται και πνευματικά.
Η προσπάθεια την οποία θα καταβάλη για την πρόοδο στα μαθήματα θα την βοηθήση να απορροφηθή από αυτήν και να αποξενωθή από κάθε λογισμό κακό ή πειρασμό νεανικό.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 130-132)
"Να διαβάζεις σωστά"
"Όταν διαβάζεις, μου έλεγε μια μέρα ο π. Πορφύριος, να προσπαθείς να διαβάζεις καθαρά,
να ακούγεται και το τελευταίο νί ή σίγμα της λέξεως. Το ίδιο να κάνεις και στην προσευχή σου ή όταν ψάλλεις,
γιατί έτσι συνηθίζεις το σωστό, και να είσαι σε όλα ταπεινός, και στη σκέψη και στα λόγια, και στις κινήσεις σου".
"Μία μέρα στο Ησυχαστήριο μου λέει: -Πιάσε αυτό το βιβλίο και διάβασέ μου. Ήταν ένα απ' αυτά τα βιβλία που υπάρχουν
εκεί και αναφερόταν στην ημέρα των Χριστουγέννων. Το παίρνω εγώ και αρχίζω να διαβάζω.
Μόλις διάβασα τέσσερις πέντε προτάσεις, μου λέει. -Σταμάτα. Σταμάτησα εγώ. -Πώς το διαβάζεις έτσι; μου λέει.
-Πώς το διαβάζω, Παππούλη; του λέω. -Να! Κοίταξε να δείς, μου λέει. Πρέπει να βάζεις χρώμα στη φωνή σου.
Να ακούονται όλα τα φωνήεντα καθαρά. Να μην κόβεις σύμφωνα που έχουν στο τέλος οι λέξεις και να μη βιάζεσαι.
-Για ξεκίνα πάλι. Ξεκινώ. -Τίποτα, μου λέει. Άκου εμένα. Και άρχισε να μου διαβάζει μερικές προτάσεις.
Το είδες τώρα; -Το είδα, του είπα. -Ξεκίνα πάλι, μου λέει. Άρχισα και πάλι να διαβάζω,
περισσότερες προτάσεις αυτή τη φορά, κάπως καλύτερα. -Έ ! Τώρα κάτι κατάφερες, μου λέει.
Προσπάθησε να κάνεις πάντοτε την ανάγνωση έτσι, όπως σου την έμαθα, και το ίδιο να κάνεις όταν διαβάζεις τα αναγνώσματα και στην Εκκλησία.
Στο τέλος του μαθήματος μου λέει: "Για τον κόπο σου πάρ' το αυτό το βιβλίο, σου το χαρίζω".
Ευχαριστώ, Παππούλη μου, του λέω, για όλα, και έφυγα ευχαριστημένος.
[Τζ 138π.]
"Πώς έμαθα να διαβάζω"
"Διάβαζα πολύ, μου είπε μια μέρα ο Γέροντας. Ήμουν πολύ μελετηρός. Μυστικώς διάβαζα. Ξέκλεβα χρόνο, όπου μπορούσα.
Έμαθα απ' έξω το ευαγγέλιο του Ματθαίου, του Λουκά και το μισό του Ιωάννη. Επίσης τους Ψαλμούς. Μελετούσα τους Πατέρες. Πολύ διάβαζα.
Έκανα πνευματική εργασία. Και να ξέρεις ότι εγώ γράμματα δεν ήξερα. Μόλις την Β' δημοτικού ήμουνα.
Όταν πρωτοπήγα στο Μοναστήρι, μου δίνουν στον εσπερινό το Ψαλτήρι να διαβάσω.
Εγώ άρχισα να συλλαβίζω "Μα-κά-ρι-ος α-νήρ". -Καλά, μου λένε, φτάνει. Θα πάρεις το Ψαλτήρι, θα το διαβάσεις καλά να το μάθεις.
Θα διαβάζεις και τα συναξάρια των Αγίων. Τίποτε άλλο. Διάβαζα αλλά δεν καταλάβαινα. Λεξικά δεν είχα.
Π.χ. δεν ήξερα ότι οίκος θα πεί σπίτι. Έτσι έβρισκα την ίδια λέξη και αλλού, και από τα συμφραζόμενα εύρισκα το νόημα των λέξεων.
Απεστήθιζα κομμάτια ολόκληρα και όλη μέρα, καθώς έτρεχα στα βράχια, τα απήγγελα δυνατά, με νόημα.
Αργότερα έπιασα την Παρακλητική, το Τριώδιο, τα Μηναία. Διάβαζα με μανία".
Καθώς ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε όλα αυτά από τη ζωή του, αισθανόμουν ότι τα λέει έμμεσα για να με παρακινήσει να κάνω το ίδιο,
πολύ περισσότερο που εγώ με τη βοήθεια του Θεού έμαθα και πέντε γράμματα, δεν ήμουνα αγράμματος.
Κάνοντας αυτή τη σκέψη βεβαιώθηκα και έμεινα πάλι έκπληκτος, για την ικανότητά του να διαβάζει την ψυχή μου
και να φωτίζει όλα τα σκοτεινά σημεία της, όταν σε λίγο πρόσθεσε: "Εκείνο που μου άρεσε απ' όλα περισσότερο,
ήταν ο Τριαδικός Κανόνας κάθε Κυριακή στο Μεσονυκτικό. Όταν τον διάβαζε ο αδελφός, εγώ συγκέντρωνα όλη την προσοχή μου.
Και αν καμιά φορά διάβαζε σιγανά ή γρήγορα και δεν καταλάβαινα ή δεν άκουγα, πολύ στεναχωριόμουνα.
Τότε αποτραβιόμουνα πίσω και βυθιζόμουνα στην ευχή". Εγώ, ακούγοντας αυτά, ελέγχθηκα πολύ.
Διότι κάθε φορά που διαβαζόταν ο Τριαδικός Κανών, εγώ έλεγα μέσα μου: -Ά! Αυτός είναι δύσκολος. Δεν τον καταλαβαίνω.
Και ώσπου να τελειώσει η ανάγνωσή του, δεν πρόσεχα, εσκεμμένα.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σε τί χάος αγνωσίας βρισκόμουν ο ταλαίπωρος εγώ.
Πλήν δεν τον διέκοψα, τον άφησα να συμπληρώσει ό,τι ήθελε. Η καρδιά μου είχε αρχίσει να φωτίζεται σαν να της άνοιξε ένα παράθυρο
ο διορατικός αυτός Γέροντας. Ένιωθα κοντά του απέραντη απλότητα και εμπιστοσύνη.
Πίστεψα χωρίς καμία αμφιβολία, ότι από το Θεό έχει χάρη να διαβάζει τις καρδιές μας,
και ξέρει όλα τα μυστικά μας πάθη και αδυναμίες.
[Ά 43π.]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιο Πορφύριος, σελ.136-139)
Η πίστη, βάση της αγάπης
Η πίστη είναι η βάση της αγάπης.
Ξαγρύπνα ασταμάτητα, για να κρατάς την πίστη, και ξαγρύπνα ασταμάτητα ώστε ο σπόρος της αγάπης, τον οποίο η πίστη φέρνει μέσα της, να αυξηθεί και να σου φέρει χαρά. Εφόσον μόνη της η πίστη χωρίς την αγάπη, θα παρέμενε κρύα και άχαρη. Όμως και όταν μέσα σου κρυώσει η αγάπη, και δεν αυξηθεί και δεν φέρει καρπό χαράς, κράτα την πίστη και περίμενε.
Κράτα την πίστη με κάθε κόστος. Και περίμενε, ακόμα και χρόνια, μέχρι η αγάπη να φυτρώσει από την πίστη. Εάν χάσεις την αγάπη, θα έχεις χάσει πολλά, όμως εάν χάσεις και την πίστη, τα έχεις χάσει όλα. Εάν χάσεις την αγάπη, θα έχεις χάσει τον καρπό από το δέντρο, όμως εάν χάσεις την πίστη, θα έχεις κόψει το δέντρο.
Όταν μία χρονιά ο αγρός δεν φέρει καρπούς, ο υπομονετικός νοικοκύρης καλλιεργεί τον αγρό με διπλάσιο κόπο, ώστε την επόμενη χρονιά να φέρει σοδιά. Του λένε οι γείτονες να πουλήσει τον αγρό, ενώ αυτός σιωπά και εργάζεται. Όταν και την επόμενη χρονιά ο αγρός δεν φέρει σοδιά, ο υπομονετικός νοικοκύρης καλλιεργεί τον αγρό με τριπλάσιο κόπο. Ακόμα πιο δυνατά του φωνάζουν οι γείτονες να πουλήσει τον αγρό, ενώ αυτός σιωπά και εργάζεται. Και όταν την τρίτη χρονιά ο αγρός φέρει σοδιά, είναι τριπλάσια η χαρά του νοικοκύρη. Τότε οι γείτονές του σιωπούν, και αυτός χαίρεται. Ενώ εάν είχε πουλήσει τον αγρό την πρώτη χρονιά, τι θα χαιρόταν;
(Στοχασμοί περί καλού και κακού, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, σελ. 98-99)
…Δεν είναι δυνατόν να γίνει κανείς άλλος άνθρωπος την ώρα που αρχίζει να προσεύχεται, αλλά, με το διαρκή έλεγχο των λογισμών του, μαθαίνει λίγο - λίγο να διακρίνει την αξία τους. Οι λογισμοί που καλλιεργούμε στην καθημερινή μας ζωή, αυτοί και έρχονται στο νου μας κατά την ώρα της προσευχής. Η προσευχή με τη σειρά της θα αλλάξει και θα εμπλουτίσει την καθημερινή ζωή μας και ακόμα θα γίνει το θεμέλιο μιας νέας και πραγματικής κοινωνίας με το Θεό και το συνάνθρωπο.
Όλες οι συγκινήσεις που αισθανόμαστε όταν προσπαθούμε να προσευχηθούμε δεν έχουν καμιά σημασία. Εκείνο που πρέπει να προσφέρουμε στο Θεό είναι η σταθερή απόφαση να παραμείνουμε πιστοί σ’ Αυτόν κι ο αγώνας για να ζήσει μέσα μας Εκείνος. Πρέπει να θυμόμαστε ότι ο καρπός της προσευχής δεν είναι αυτή ή εκείνη η συγκινησιακή κατάσταση, αλλά η βαθιά αλλαγή ολόκληρης της προσωπικότητάς μας.
Στόχος μας πρέπει να είναι το να μπορέσουμε να σταθούμε ενώπιον του Θεού, να ζήσουμε την παρουσία Του. Να καταθέσουμε ενώπιον Του όλες τις ανάγκες μας και να αντλούμε απ’ Αυτόν δύναμη, κουράγιο κι ό,τι άλλο μας χρειάζεται, ώστε η ζωή μας να είναι σύμφωνη με το θέλημά Του. Το να εκπληρώνεται το θέλημα του Θεού στη ζωή μας είναι ο μόνος σκοπός της προσευχής, καθώς επίσης και το κριτήριο της σωστής προσευχής. Την καλή προσευχή δεν την κάνουν τα μυστικιστικά συναισθήματα και οι συγκινήσεις. O Θεοφάνης ο Έγκλειστος λέει:
«Ρώτησε τον εαυτό σου. Προσευχήθηκα σωστά σήμερα; Μην προσπαθήσεις να βρεις πόσο βαθιές ήταν οι συγκινήσεις που ένιωσες ή πόσο βαθύτερα κατανόησες τα θεία πράγματα. Αναρωτήσου: Εφαρμόζω το θέλημα του Θεού καλύτερα από πριν; αν το εφαρμόζεις η προσευχή έχει ήδη καρποφορήσει. Αν όχι, τότε ο χρόνος που δαπάνησες και στάθηκες ενώπιον του Θεού πήγε χαμένος, οτιδήποτε και αν προσέγγισες διανοητικά ή οποιαδήποτε συναισθήματα κι αν ένιωσες….
(Ζωντανή Προσευχή. Αρχιεπ. Antony Bloom, σελ. 81-82)
"Ο νους μου εταράχθηκε,
σκοτείνιασε η καρδιά μου,
σαν τρικυμία οι λογισμοί
έπνιξαν τη χαρά μου.
Στα γόνατα Σε φώναξα,
γύρεψα στη ματιά Σου,
να βρω παθών
τη λησμονιά,
ειρήνης την ελπίδα.
Τα δάκρυα γίναν
προσευχή,
κι ο πόνος ταξιδιώτης,
που βρήκε
στης αγάπης Σου,
τ’ απάνεμο λιμάνι.
Χριστέ μου!
Φως μου της ψυχής,
και φάρος της καρδιάς μου,
τα βήματά μου οδήγησε
στο αιώνιο θέλημά Σου."
(Π.Α.Δ.)
κδ'. Διαβαίνοντας κάποτε ο Αββάς Μακάριος μαζί με κάποιους αδελφούς μες από την Αίγυπτο, άκουσε ένα παιδί να λέγη στη μητέρα του : «Μανούλα, κάποιος πλούσιος με αγαπά και τον μισώ. Και κάποιος φτωχός με μισεί και τον αγαπώ ». Και ακούοντας ο Αββάς Μακάριος, θαύμασε. Και του λέγουν οι αδελφοί : « Γιατί θαύμασες, πάτερ, αυτά τα λόγια;». Και τους αποκρίνεται ο γέρων : « Πράγματι, ο Κύριός μας πλούσιος είναι και μας αγαπά, εμείς όμως δεν θέλουμε να τον ακούσουμε. Ο δε εχθρός μας ο διάβολος φτωχός είναι και μας μισεί, αλλά εμείς αγαπάμε τη ρυπαρότητά του ».
κε΄. Τον παρακάλεσε ο Αββάς Ποιμήν με πολλά δάκρυα, λέγοντας : « Πες μου κάτι, πώς να σωθώ ». Του αποκρίθηκε δε ο γέρων και είπε : « Αυτό όπου ζητάς, έφυγε τώρα από τους μοναχούς ».
κστ΄. Πήγε κάποτε ο Αββάς Μακάριος στον Αββά Αντώνιο. Και αφού μίλησε μαζί του, γύρισε σε Σκήτη. Και ήλθαν οι πατέρες σε υποδοχή του. Και καθώς μιλούσαν, τους είπε ο γέρων : « Είπα στον Αββά Αντώνιο, ότι δεν έχουμε Θεία Ευχαριστία στον τόπο μας ». Και άρχισαν οι πατέρες να μιλούν για άλλα και παρέλειψαν να τον ρωτήσουν και να μάθουν τι αποκρίθηκε ο γέρων, ούτε δε ο γέρων τους το είπε. Και αυτό λοιπόν έλεγε κάποιος από τους πατέρες, ότι σαν δουν οι πατέρες ότι παραλείπουν οι αδελφοί να ρωτήσουν για κάτι το ωφέλιμο σ’ αύτούς, αναγκάζουν το εαυτό τους να μιλήσουν πρώτοι. Και αν δεν αναγκασθούν από τους αδελφούς, δεν εισέρχονται ακόμη στο θέμα. Για να μη φανούν ότι μιλούν χωρίς να ρωτηθούν και δοθή έτσι εντύπωση αργολογίας.
κζ΄ . Παρακάλεσε ο Αββάς Ησαΐας τον Αββά Μακάριο, λέγοντας : «Πες μου κάτι ». Και του λέγει ο γέρων « Φεύγε τους ανθρώπους ». Και τον ρωτά ο Αββάς Ησαΐας : « Τι σημαίνει το να φεύγη τινάς τους ανθρώπους ; ». Και ο γέρων του αποκρίθηκε : « Το να μείνης στο κελλί σου και να κλάψης τις αμαρτίες σου ».
κη΄. Έλεγε ο Αββάς Παφνούτιος, ο μαθητής του Αββά Μακαρίου : « Παρακάλεσα τον πατέρα μου, λέγοντας : Πες μου κάτι. Και εκείνος μου είπε : Μη κάμης κακό σε κανένα και μη κατακρίνης κανέναν. Αυτά να τηρής και σώζεσαι ».
κθ'. Είπε ο Αββάς Μακάριος : « Να μη κοιμηθής σε κελλί αδελφού οπού έχει κακή φήμη ».
λ'. Πήγαν κάποτε στον Αββά Μακάριο μερικοί αδελφοί σε Σκήτη και δεν βρήκαν στο κελλί του τίποτε παρά νερό σαπισμένο. Και του λέγουν : « Αββά, έλα επάνω σε κώμη και σε αναπαύουμε ». Τους λέγει ο γέρων : « Γνωρίζετε, αδελφοί, το αρτοποιείο του δείνα στην κώμη ; ». Και του απαντούν : « Ναι ». Τους λέγει κατόπιν ο γέρων : « Και εγώ το γνωρίζω. Γνωρίζετε και το χωράφι του δείνα όπου ο ποταμός περνά ; ». Του λέγουν : « Ναι ». Τους λέγει τότε ο γέρων : « Και εγώ το γνωρίζω. Όταν λοιπόν θέλω, δεν έχω την ανάγκη σας, αλλά μόνος μου πηγαίνω ».
λα'. Έλεγαν για τον Αββά Μακάριο, ότι, αν πήγαινε σ’ αυτόν κάποιος αδελφός σαν σε άγιο και μεγάλο γέροντα με φόβο, τίποτε δεν του έλεγε. Αν δε κάποιος από τους αδελφούς του έλεγε για να τον ταπεινώση : « Αββά, όταν ήσουν καμηλιέρης και έκλεβες νίτρο και το πουλούσες, δεν σε έδερναν οι φύλακες ; », του μιλούσε μετά χαράς για ότι τον ρωτούσε.
λβ΄. Έλεγαν για τον Αββά Μακάριο τον μεγάλο, ότι έγινε, καθώς είναι γραμμένο, Θεός επίγειος. Γιατί, καθώς ο Θεός σκεπάζει τον κόσμο, έτσι και ο Αββάς Μακάριος σκέπαζε τα ελαττώματα, οπού τα έβλεπε σαν να μη τα έβλεπε και τα άκουε σαν να μη τα άκουε.
λγ'. Διηγήθηκε ο Αββάς Βιτίμιος, ότι έλεγε ο Αββάς Μακάριος : « Ενώ έμενα κάποτε σε Σκήτη, κατέβηκαν εκεί δυο νέοι από ξένο τόπο. Και ο μεν ένας είχε γενειάδα, ενώ ο άλλος μόλις οπού του φύτρωνε γενειάδα. Και ήλθαν σ’ εμένα, λέγοντας : Που είναι το κελλί του Αββά Μακαρίου ; Και εγώ είπα : Τι τον θέλετε ; Και απαντούν : Ακούοντας τα σχετικά μ’ αυτόν και τη Σκήτη, ήλθαμε να τον δούμε. Τους λέγω : Εγώ είμαι. Και έβαλαν μετάνοια, λέγοντας : Εδώ θέλουμε να μείνουμε. Αλλά εγώ, βλέποντάς τους μαλθακούς και σαν καλομαθημένους σε πλούτη, τους λέγω : Δεν μπορείτε να μείνετε εδώ. Και λέγει ο μεγαλύτερος : Αν δεν γίνεται να μείνουμε εδώ, πηγαίνουμε άλλου. Λέγω εγώ στον λογισμό μου : Γιατί τους αποδιώχνω και σκανδαλίζομαι ; Ο κόπος θα τους κάμη να φύγουν μόνοι τους. Και τους λέγω τότε : Ελάτε, φτιάχτε για τον εαυτό σας κελλί, αν μπορήτε. Μου λέγουν: Δείξε μας τόπο και το φτιάχνουμε. Τους έδωσα δε πελέκι και σακκούλι γεμάτο ψωμιά, καθώς και αλάτι. Τους έδειξα και βράχο σκληρό, λέγοντας : Κόψετε εδώ πέτρα και φέρετε ξύλα από το έλος και αφού φτιάξετε στέγη, μείνετε. Και μέσα μου, πίστευα ότι εξ αίτιας του κόπου θα έφευγαν. Με ρώτησαν δε, τι εργασία κάνουν εδώ οι μοναχοί. Και τους λέγω : Πλεξούδες. Και παίρνω βάγια από το έλος και τους δείχνω την αρχή της πλεξούδας και πώς πρέπει να ράβουν. Και τους είπα : Κάνετε ζεμπίλια, δίνετέ τα στους φύλακες και θα σας φέρνουν ψωμιά. 'Ύστερα λοιπόν εγώ έφυγα. Αυτοί δε, με υπομονή, όλα τα έκαμαν όσα τους είπα. Και δεν ήλθαν σ’ εμένα, επί τρία χρόνια. Και έμεινα πολεμώντας τους λογισμούς και λέγοντας : Ποιά να είναι τάχα η εργασία τους και δεν ήλθαν να με ρωτήσουν για λογισμούς ; Οι από μακριά έρχονται σ’ εμένα και αυτοί οπού είναι κοντά μου δεν ήλθαν, αλλά ούτε και σε άλλους πήγαν. Μόνο στην εκκλησία πηγαίνουν, σιωπώντας, για να μεταλάβουν. Και προσευχήθηκα στον Θεό, νηστεύοντας μια εβδομάδα, να μου φανερώση τι εργασία έκαναν. Και αφού πέρασε η εβδομάδα, σηκώθηκα και πήγα σ’ αυτούς, για να δω πώς ζουν. Χτύπησα την πόρτα, μου άνοιξαν και με ασπάσθηκαν σιωπώντας. Και αφού έκαμα ευχή, κάθισα. Νεύοντας δε ο μεγαλύτερος στον μικρότερο να βγη έξω, κάθισε φτιάχνοντας πλεξούδα και δεν έλεγε τίποτε. Και την ώρα την ενάτη, χτύπησε και ήλθε ο μικρότερος και ετοίμασε λίγο φαγητό και παρέθεσε τραπέζι, αφού του ένευσε ο μεγαλύτερος. Και έβαλε τρία παξιμάδια και έμεινε σιωπώντας, εγώ δε είπα : Σηκωθήτε, να φάμε. Και σηκωθήκαμε και φάγαμε. Και έφερε το κανάτι και ήπιαμε. Μόλις δε έγινε βράδι, μου λέγουν : Πηγαίνεις ; Εγώ τους αποκρίθηκα : Όχι, αλλά εδώ θα κοιμηθώ. Και μου έστρωσαν ένα ψαθί παράμερα και για τον εαυτό τους άλλο, στην άλλη γωνία, παράμερα. Και ξεζώστηκαν και έβγαλαν τους αναλάβους τους. Και έπεσαν μαζί στο ψαθί, απέναντι μου. Μόλις δε πλάγιασαν, προσευχήθηκα στον Θεό να μου φανέρωση την εργασία τους. Και άνοιξε η στέγη και έγινε φως σαν να ήταν μέρα. Αυτοί όμως δεν έβλεπαν το φως. Και πιστεύοντας ότι κοιμόμουν, σκουντά ο μεγαλύτερος τον μικρότερο στο πλευρό, σηκώνονται, ζώνονται και απλώνουν τα χέρια στον ουρανό. Εγώ τους έβλεπα, αυτοί όμως δεν με έβλεπαν. Και είδα τους δαίμονες να έρχονται σαν μυίγες στον μικρότερο. Και άλλοι μεν έρχονταν να καθίσουν στο στόμα του, άλλοι δε στα μάτια του. Και είδα Άγγελο Κυρίου, κρατώντας πύρινη ρομφαία, να τον περιτειχίζη και να διώχνη τους δαίμονες απ’ αυτόν. Στον δε μεγαλύτερο, δεν μπορούσαν να πλησιάσουν. Και κατά το πρωί, ξανάπεσαν στο στρωσίδι τους. Και εγώ έκαμα πώς ξύπνησα και αυτοί το ίδιο. Μου λέγει τότε ο μεγαλύτερος μονάχα αυτά τα λόγια : θέλεις να πούμε τους δώδεκα ψαλμούς ; Λέγω : Ναι. Και ψάλλει ο μικρότερος πέντε ψαλμούς από έξη στίχους και ένα Αλληλούια. Και σε κάθε στίχο, έβγαινε λαμπάδα φωτιάς από το στόμα του και ανέβαινε στον ουρανό. Το ίδιο και με τον μεγαλύτερο, όταν άνοιγε το στόμα του ψάλλοντας, σαν σχοινί φωτιάς έβγαινε και έφθανε έως τον ουρανό. Και εγώ είπα λίγα, οπού τα θυμόμουν. Και βγαίνοντας, λέγω : Ευχηθήτε για μένα. Και αυτοί έβαλαν μετάνοια, σιωπώντας. Έμαθα λοιπόν ότι ο μεγαλύτερος ήταν τέλειος. Ενώ τον μικρότερο τον πολεμούσε ακόμη ο εχθρός. Ύστερα δε από λίγες μέρες, κοιμήθηκε ο μεγαλύτερος αδελφός και την τρίτη μέρα ο μικρότερος ». Και όταν πήγαιναν μερικοί από τους πατέρες στον Αββά Μακάριο, τους έπαιρνε στο κελλί τους, λέγοντας : « Ελάτε να δήτε τον τόπο μαρτυρίου των μικρών ξένων ».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996)
33. Ο Αδάμ ήταν ο γενάρχης του ανθρώπινου γένους;
Ναι, ήταν. Ήταν η ρίζα του ανθρώπινου γένους, από την οποία εκβλαστάνουν όλοι οι καταγόμενοι απ’ αυτόν άνθρωποι. Η Γραφή λέγει: «(ο Θεός) εποίησεν εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης». Στην ενότητα αυτή της φύσεως δε στηρίζεται μόνο η καταγωγή των ανθρώπων από το γενάρχη και η μετάδοση της αμαρτίας του προπάτορα σε όλους τους απογόνους του Αδάμ, αλλά και η καταγωγή των πιστών από τη νέα πνευματική ρίζα της ανθρωπότητας, το Χριστό, και η μετάδοση σ’ αυτούς των καρπών του σωτηρίου έργου Του.
Αν όμως όλοι οι άνθρωποι κατάγονται από το αυτό ζεύγος (Αδάμ και Εύα), τότε που οφείλονται οι ποικίλες διαφορές που παρατηρούνται στους ανθρώπους, ως προς το κρανίο, το χρώμα, τη νοητική κατάσταση και τη σωματική τους εν γένει διάπλαση; Οι διαφορές αυτές είναι πραγματικές· όμως δεν οφείλονται σε διαφορετικούς γενάρχες, τους οποίους έπλασε τάχα ο Θεός με τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά. Οφείλονται μάλλον στις συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο έζησαν οι άνθρωποι, στο κλίμα, τη δίαιτα και τα αλλά συναφή. Το ότι οι άνθρωποι αποτελούν μία πανανθρώπινη ενότητα αποδεικνύουν η γόνιμη σύζευξη μεταξύ τους, η δι’ ασκήσεως δεκτικότητα των καθυστερημένων ανώτερης σκέψεως και ζωής και τα πορίσματα της συγκριτικής γλωσσολογίας, μυθολογίας και εθνολογίας.
34. Πώς μεταδίδεται η ψυχή στον άνθρωπο;
Στο ζήτημα αυτό δεν υπάρχει ομοφωνία στην ορθόδοξη θεολογία. Ενώ για την καταγωγή του σώματος, ότι δηλαδή αυτό προέρχεται από τους γονείς με τη διαδικασία της φυσικής συλλήψεως οι πάντες συμφωνούν, για την καταγωγή της ψυχής δεν υπάρχει ομόφωνη διδασκαλία.
Σχετικά με το θέμα αυτό υπάρχουν τρεις βασικές θεωρίες: η της προϋπάρξεως, της μεταφυτεύσεως και της δημιουργίας.
Κατά τη θεωρία της προϋπάρξεως, οι ψυχές προϋπήρχαν των σωμάτων σε έναν άλλο κόσμο, στον οποίο ελεύθερα αμάρτησαν, και ο Θεός για να τις τιμωρήσει τις στέλνει στη γη να μπουν σε υλικά σώματα για να καθαρθούν. Τη θεωρία αυτή, που δίδαξε ο Ωριγένης, την καταδίκασε η Εκκλησία. Κατά τη Γραφή η αμαρτία έλαβε αρχή αφότου ο άνθρωπος πήρε από το Θεό την ψυχοσωματική του ύπαρξη και όχι νωρίτερα. Άλλωστε κανένας ιστορικός άνθρωπος δεν έχει μέσα του τη συνείδηση ότι αμάρτησε σε έναν άλλο πρότερο κόσμο και ότι στη γη ζει για να καθαρθεί.
Κατά τη θεωρία της μεταφυτεύσεως (Traducianismus, εκ του Tradux = αποσπάδα, υποφυάδα), την οποία αποδέχοντοι αρκετοί Πατέρες της Εκκλησίας (Τερτυλλιανός, Μ. Αθανάσιος, Γρηγόριος Νύσσης), η ψυχή καταβάλλεται στον άνθρωπο από τους γονείς μαζί με το σώμα δια της φυσικής συλλήψεως. Η θεωρία αυτή, που είναι σύμφωνη με τους νόμους γεννήσεως των άλλων όντων, εξηγεί κάπως τη μετάδοση του προπατορικού αμαρτήματος και εξαίρει την πανσοφία του Θεού που δημιούργησε τα πάντα εφάπαξ, χωρίς να έχουν αυτά ανάγκη άλλης δημιουργικής ενέργειας του Θεού, εκτός μόνο της συντηρητικής Του θείας πρόνοιας. Από την άλλη όμως μεριά αντίκειται προς την περιωπή της πνευματικής ψυχής, την οποία κατεβάζει στη στάθμη της φυσικής συλλήψεως του υλικού σώματος.
Κατά τη θεωρία, τέλος, της δημιουργίας (Creatianismus), την οποία δέχονται οι Λατίνοι Πατέρες, ο Θεός δημιουργεί κάθε φορά την ψυχή την οποία στέλλει να ενωθεί με το υλικό σώμα (το έμβρυο) που μορφώνεται δια της γαμικής ενώσεως στη μήτρα της γυναίκας. Η θεωρία αυτή, υπέρ της οποίας φαίνεται να συμφωνούν αρκετά χωρία της αγίας Γραφής, εξαιρεί μεν το μεγαλείο της πνευματικής ψυχής δημιουργουμένης απ’ ευθείας από το Θεό, την παρουσιάζει όμως να μολύνεται από το προπατορικό αμάρτημα με την ένωσή της με το υλικό σώμα, πράγμα που θυμίζει μανιχαϊστικές διαρχικές αντιλήψεις.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 50-52)