


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
Για τον άγιο Ιωάννη έχει μαρτυρηθεί από τον ίδιο τον Κύριο ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους και περισσότερο από προφήτης. Είναι αυτός που σκίρτησε ήδη μέσα από τη γαστέρα της μητέρας του και κήρυξε και στους ανθρώπους εδώ, αλλά και στον Άδη. Ήταν υιός του αρχιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ, γεννημένος από υπόσχεση του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Η αποτομή της τιμίας κεφαλής του έγινε από τον Ηρώδη, λόγω της παράνομης σχέσης που είχε αυτός με την Ηρωδιάδα. Ο άγιος Ιωάννης ήταν αυτός που είχε αγιωσύνη ήδη από την κοιλία της μητέρας του, που είχε ως κατοικία του την αγνότητα, που ακολούθησε τη σωφροσύνη, που άσκησε τη νηστεία, που απομακρύνθηκε από κάθε ανθρώπινη συναναστροφή και έκανε πόλη του την έρημο, που ζούσε με τα θηρία, έχοντας ως ένδυμα τρίχες καμήλου και δερμάτινη ζώνη στη μέση του, που έτρωγε σαν πουλάκι του ουρανού, ενώ μελετούσε διαρκώς τον νόμο του Θεού, χάριν του οποίου και φυλακίστηκε, θεωρώντας τη φυλάκισή του ως κάτι δεύτερο και μηδαμινό. Ήταν αυτός που ξεπέρασε τους όρους της φύσεως και βάπτισε τον απόλυτα καθαρό και αμόλυντο και πέραν από κάθε φύση Χριστό. Λοιπόν ο πολύ ακόλαστος Ηρώδης, τετράρχης του Ιουδαϊκού εδάφους, ήθελε να έλθει σε γάμο με τη γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου. Από θείο ζήλο λοιπόν κινούμενος ο Προφήτης και με όπλο την αλήθεια, έλεγε προς τον τύραννο: "Δεν σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου Φιλίππου". Γι’ αυτόν τον λόγο, η μανιώδης γυναίκα παρέσυρε τον εραστή της, ώστε να φυλακίσει τον άγιο. Λοιπόν: όταν τελούνταν τα γενέθλια του Ηρώδη και το πολύ και παρωθητικό προς φιληδονία κρασί τον είχαν οδηγήσει σε παραφροσύνη, γίνεται χορός ενός πορνιδίου, με τίμημα τον φόνο του Προφήτη. Αμέσως λοιπόν έφεραν σε πιάτο την κεφαλή του Δικαίου, η οποία και παραδόθηκε στη μοιχαλίδα γυναίκα, ενώ ακόμη έσταζε το αίμα, και η οποία δεν έπαυε, έστω και έτσι, να κηρύσσει τα ίδια. Αυτά πραγματοποιήθηκαν στη Σεβαστή, μία πόλη που απείχε από τα Ιεροσόλυμα δρόμο μίας ημέρας. Εκεί και ο τετράρχης που ηγεμόνευσε μετά από εκείνον, έφτιαξε τα ανάκτορα, εκεί έγινε και η γιορτή, που οδήγησε στο θάνατο του προφήτη. Εκεί αποκρύφθηκε και το άγιο σώμα του προφήτη, το οποίο μάζεψαν οι δικοί του μαθητές.
Αν δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος ιστορικός λόγος, τον οποίο αγνοούμε, συνιστά κατά πρώτον παραδοξότητα το γεγονός ότι η σημερινή ημέρα είναι ημέρα αυστηρής νηστείας: δεν επιτρέπεται η κατάλυση ούτε ελαίου ούτε οίνου. Και τούτο διότι το μαρτυρικό τέλος ενός αγίου θεωρείται η δόξα και η τιμή του, αφού τότε εισάγεται θριαμβευτικά στη Βασιλεία του Θεού και τότε, θα λέγαμε, με τη χάρη του Θεού, ῾κατακτά᾽ τον Παράδεισο. Πώς λοιπόν η ημέρα της δόξας και του θριάμβου για τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, η οποία προκαλεί ύμνους και πανηγυρισμούς για τους αγγέλους και όλη την Εκκλησία, είναι συνδεδεμένη με κάτι πένθιμο, όπως είναι η νηστεία; Μία εξήγηση ίσως είναι ότι η Εκκλησία μας, ναι μεν τονίζει τον θρίαμβο εισόδου του αγίου Ιωάννου στη Βασιλεία του Θεού, δια του μαρτυρίου του που επιβεβαιώνει την απόλυτη πιστότητά του στον νόμο του Θεού, από την άλλη όμως θέλει να προβάλει την πολλαπλάσια, σε σχέση με τους άλλους αγίους, αγιότητά του, σχετίζοντας το τέλος του με το τέλος του ίδιου του Κυρίου πάνω στο Σταυρό. Θέλουμε να πούμε ότι όπως η σταυρική θυσία του Χριστού, παρόλο ότι τότε ουσιαστικά σωθήκαμε - αφού εκεί ο Κύριος ῾κατήργησε το σώμα της αμαρτίας᾽, οπότε έπειτα ήλθε η Ανάστασή Του ως ανάσταση και των ανθρώπων - δεν παύει να είναι ημέρα πένθους με αυστηρότατη νηστεία, κατά τον ίδιο τρόπο, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, και με τον Ιωάννη: ναι μεν εισέρχεται μετά δόξης στη Βασιλεία του Θεού, η ημέρα όμως του μαρτυρίου του είναι ημέρα πένθους. Κι ίσως συνηγορεί σ’ αυτήν την εξήγηση και αυτό που η Εκκλησία μας εξαγγέλλει για την ημέρα, μέσα ιδίως από το κοντάκιο, ότι δηλαδή ῾η του Προδρόμου ένδοξος αποτομή οικονομία γέγονέ τι θεϊκή, ίνα και τοις εν Άδη του Σωτήρος κηρύξη την έλευσιν᾽. Ήταν σχέδιο του Θεού η αποτομή της κεφαλής του, ώστε να προλάβει με το κήρυγμα στον Άδη, την εκεί έλευση του Σωτήρος Χριστού, όταν τέθηκε στον τάφο και μέχρις ότου έλθει η Ανάστασή του εκ των νεκρών.
Με την αποτομή της κεφαλής του αγίου Ιωάννου η Εκκλησία μας εξαγγέλλει δύο κυρίως πράγματα: Πρώτον, όπως συμβαίνει σε κάθε βεβαίως εορτή του αγίου Ιωάννου, τη μεγάλη αγιότητά του. Δεν προσφέρουμε κάτι καινούργιο, αν υπενθυμίσουμε ότι ο άγιος Ιωάννης υπερακοντίζει κατά πολύ τα μέτρα και των μεγάλων αγίων ακόμη της Εκκλησίας μας. Μόνον η Παναγία Μητέρα του Κυρίου θεωρείται από αυτήν, την Εκκλησία, ως μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνον. Διότι πρόκειται για ῾την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και την ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ᾽. Και δικαιολογημένα: υπήρξε το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, αφού δι’ αυτής εισήλθε στον κόσμο ως άνθρωπος ο ίδιος ο Θεός. Αλλά τα περί αγιότητας του αγίου Ιωάννου συνιστούν περίσσια λόγων, όταν έχουμε εκφρασμένη, όπως ήδη αναφέραμε, τη γνώμη του ίδιου του Θεού μας, του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Ιωάννης έχει τεράστια παρρησία ενώπιον του Θεού, ώστε να πρεσβεύει υπέρ ημών, είναι λοιπόν συμφέρον μας να τον επικαλούμαστε συχνά-πυκνά, αλλά και λόγω της μεγάλης χάρης του Θεού που έχει, έχει και τεράστια αγάπη προς τον λαό του Θεού. Άλλωστε ο βαθμός αγιότητας ενός αγίου από αυτό φαίνεται: από το πόσο αγαπά τον άνθρωπο και συμπάσχει στα διάφορα και ποικίλα προβλήματά του.
Δεύτερον, με τη μνήμη της αποτομής του αγίου, η Εκκλησία μας τονίζει το μέγεθος της ανθρώπινης άνοιας και φρενοβλάβειας, καθώς το βλέπουμε στα πρόσωπα του Ηρώδη, κυρίως όμως της Ηρωδιάδας και της κόρης της Σαλώμης. Ο υμνογράφος πράγματι αδυνατεί να κατανοήσει λογικά αυτό που συνέβη: ο πλέον αξιοσέβαστος σε όλον τον Ισραήλ, αυτός τον οποίο φοβούνταν και οι άρχοντες, αυτός στον οποίο έκλιναν ευλαβικό γόνυ και οι άγγελοι, πεθαίνει μαρτυρικά, από το ῾καπρίτσιο᾽ ενός πορνιδίου και του εγωισμού μίας εξίσου πόρνης γυναίκας, η οποία δεν άντεχε τον λόγο της αλήθειας: τον έλεγχό της, με βάση τον νόμο του Θεού, για τις παρανομίες και τις αμαρτίες της. Στις διάφορες μάχες που διεξάγονται, θεωρείται τιμή για έναν μαχητή να πέσει ηρωικά από το όπλο ενός εξίσου σπουδαίου μαχητή. Υπάρχει εκεί πράγματι ένας ηρωισμός και μία δόξα. Ο Έκτορας, για παράδειγμα, που φονεύθηκε σε μάχη με τον Αχιλλέα. Και η ήττα εκεί ισοδυναμεί σχεδόν με νίκη, γιατί είναι σπουδαίος ο αντίπαλος. Εδώ όμως στον άγιο Ιωάννη; Ο μεγαλύτερος και αγιότερος άνθρωπος ῾πέφτει᾽ από μία πόρνη, που ῾εκβιάζει᾽ τον θάνατό του. Αλλά ίσως και αυτό αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τον άγιο Ιωάννη, λόγω της ταπείνωσης που περικλείει. Σημασία πάντως έχει ότι ο υμνογράφος δεν μπορεί να κατανοήσει τα γενόμενα: ῾ώ, του παραδόξου θαύματος! Την ιεράν κεφαλήν και αγγέλοις αιδέσιμον, ασελγές ακόλαστον περιέφερε κόριον᾽. Ώ, της υπέρ νουν εκπλήξεως! Των προφητών η σφραγίς, ο επίγειος Άγγελος, πορνικής ορχήσεως αναδείκνυται έπαθλον!᾽ Όντως πρόκειται περί ανοίας και φρενοβλαβείας, μάλλον όμως περί δαιμονοπληξίας. Όταν ο άνθρωπος έχει χάσει τον Θεό από τη ζωή του, τα πάντα τότε μπορεί να τα επιτελέσει. Γίνεται ένας δεύτερος σατανάς.
π. Γεώργιος Δορμπαράκης
Στην θύρα του ελέους
(Προσευχή προς την θεομήτορα)
Παναγία Μητέρα και Παρθένε,
ελπίς της ψυχής μου
συ είσαι η μεσίτριά μου
στον ελεήμονα Θεό.
Εάν δεν είχε στους ουρανούς ο κόσμος
συγγένεια από την γη
τότε ήθελε ερημωθή η ζωή,
όπως ακριβώς ένα μνήμα.
Εάν δεν ήσουν εσύ η άνοιξις
του νοητού αιώνος
θα ήταν πάντοτε χειμώνας
κι ο ήλιος δεν θα χαμογελούσε.
Εάν δεν ανέτελλες εσύ την χαραυγή
στον κοιμισμένο κόσμο,
τότε η σκιά του θανάτου
θα ήταν παντοτεινή.
Και σήμερα, Πανάχραντε,
που όλοι ακολουθούμε το κακό,
εάν Συ δεν προσευχηθής θερμά
μας εγκαταλείπει ο Υιός Σου.
Στείλε σημεία μετάνοιας
στον ταραγμένο λαό
και δυνάμωσε μας την πίστι
στην πλανεμένη μας ψυχή.
Λύσε, Πανάμωμε Μητέρα,
τα δεσμά της δουλείας
και δώρισε υπομονή
στους βασανισμένους χριστιανούς!
Αγίου Ιωάννου του νέου Χοζεβίτου
("Ο βίος του Αγ. Ιωάννου του νέου Χοζεβίτου", Αρχιμ. Κωνσταντίνου, σελ. 225-226)
Του Αββά Μωύσέως
α΄ . Πολεμήθηκε κάποτε πολύ ο Αββάς Μωυσής από τον πειρασμό της σαρκικής αμαρτίας. Και μη μπορώντας πλέον να μείνη στο κελλί του, πήγε και ανεκοίνωσε το πράγμα στον Αββά Ισίδωρο. Και του σύστησε ο γέρων να γυρίση στο κελλί του. Αλλά αρνήθηκε, λέγοντας: «Δεν μπορώ, Αββά». Τον πήρε τότε μαζί του, τον άνέβασε στο δώμα και του λέγει: «Κοίταξε προς τα δυτικά». Και κοιτάζοντας, είδε αναρίθμητο πλήθος δαιμόνων. Και ήταν ταραγμένοι και έκαναν θόρυβο, έτοιμοι για πόλεμο. Του λέγει πάλι ο Αββάς Ισίδωρος: «Κοίταξε τώρα και προς την ανατολή». Και κοίταξε. Και είδε αναρίθμητα πλήθη άγιων Αγγέλων δοξασμένων. Και είπε ο Αββάς Ισίδωρος: «Να, αυτοί είναι οπού στέλνονται από τον Κύριο σε βοήθεια των αγίων. Εκείνοι δε, στα δυτικά, είναι όπου τους πολεμούν. Περισσότεροι λοιπόν είναι οι μαζί μας». Και έτσι, αφού ευχαρίστησε ο Αββάς Μωυσής τον Θεό, πήρε θάρρος και γύρισε στο κελλί του.
β'. 'Ένας αδελφός έπεσε κάποτε σε αμαρτία, σε Σκήτη. Και αφού έγινε συνέδριο, έστειλαν και φώναξαν τον Αββά Μωυσή. Αυτός όμως δεν ήθελε να έλθη. Του εμήνυσε λοιπόν ο πρεσβύτερος, λέγοντας: «Έλα, γιατί όλοι σε περιμένουν». Και εκείνος σηκώθηκε και ήλθε. Και παίρνοντας ένα ζεμπίλι τρύπιο, το γέμισε με άμμο και το φορτώθηκε στον ώμο. Εκείνοι δε, βγαίνοντας σε συνάντηση του, του λέγουν: «Τι σημαίνει αυτό, πάτερ;». Τους είπε τότε ο γέρων: Έχω πίσω μου τις αμαρτίες μου οπού ξεχύνονται, αλλά δεν τις βλέπω. Και ήλθα εγώ σήμερα να κρίνω αμαρτίες άλλων». Και αυτοί, ακούοντας, τίποτε δεν είπαν στον αδελφό. Αλλά τον συγχώρησαν.
γ΄. Άλλοτε, καθώς έγινε συνέδριο στη Σκήτη, θέλοντας οι πατέρες να τον δοκιμάσουν, του φέρθηκαν πολύ περιφρονητικά, λέγοντας: «Τι θέση έχει ανάμεσά μας αυτός ο Αράπης;». Και εκείνος, ακούοντας, σιώπησε. Όταν δε διαλύθηκε η σύναξη, του λέγουν: «Αββά, δεν ταράχθηκες;». Και τους λέγει: «Ταράχθηκα, αλλά δεν μίλησα».
δ'. Έλεγαν για τον Αββά Μωυσή, ότι έγινε κληρικός και του φόρεσαν το άμφιο. Και του λέγει ο Αρχιεπίσκοπος: «Να, έγινες ολόλευκος, Αββά Μωυσή». Του λέγει ο γέρων: «Άρα, δεσπότη μου, μόνο απ’ έξω ή και από μέσα;». Θέλοντας δε ο Αρχιεπίσκοπος να τον δοκιμάση, λέγει στους κληρικούς: Όταν εισέρχεται ο Αββάς Μωυσής στο ιερό βήμα, διώξετε τον και πάρτε τον από πίσω για να ακούσετε τι λέγει». Εισήρθε λοιπόν ο γέρων. Και τον επέπληξαν και τον έδιωξαν, λέγοντας: «Πήγαινε έξω, Αράπη». Και αυτός, βγαίνοντας, έλεγε στον εαυτό του: «Καλά σου έκαμαν, σταχτόδερμε μαύρε. Μη όντας άνθρωπος, τί μπαίνεις ανάμεσα σε ανθρώπους;».
ε΄. Δόθηκε κάποτε σε Σκήτη εντολή: «Να νηστεύσετε αυτή την εβδομάδα». Έτυχε λοιπόν τότε να επισκεφτούν κάποιοι αδελφοί από την Αίγυπτο τον Αββά Μωυσή. Και τους έκαμε λίγο μαγειρευτό φαγητό. Και βλέποντας οι γείτονες τον καπνό, το ανέφεραν στους κληρικούς: «Να, ο Μωυσής κατέλυσε τη νηστεία, μαγειρεύοντας φαγητό». Και εκείνοι είπαν: Όταν θα έλθη, εμείς θα του μιλήσουμε». Και σαν συμπληρώθηκε η εβδομάδα, βλέποντας οι κληρικοί τη θαυμαστή συμπεριφορά του Μωυσέως, του έλεγαν ενώπιον όλων: «Ω Αββά Μωυσή, παρεβίασες την εντολή των ανθρώπων και τήρησες την εντολή του Θεού».
στ'. Ένας αδελφός πήγε στον Αββά Μωυσή, σε Σκήτη, ζητώντας του ψυχωφελή λόγια. Του λέγει λοιπόν ο γέρων: «Πήγαινε, μείνε στο κελλί σου και το κελλί σου θα σου τα μάθη όλα».
ζ΄. Είπε ο Αββάς Μωυσής: «Ο άνθρωπος όπου φεύγει, μοιάζει με ώριμο σταφύλι. Αυτός δε όπου μένει ανάμεσα στους ανθρώπους, σαν αγουρίδα είναι».
η'. Άκουσε κάποτε ο αρχών για τον Αββά Μωυσή και πήγε σε Σκήτη, για να τον δη. Και πληροφόρησαν κάποιοι τον γέροντα για το ζήτημα. Και σηκώθηκε να φύγη στο έλος. Και τον συνάντησαν και του είπαν: «Πες μας, γέροντα, που είναι το κελλί του Αββά Μωυσέως;». Και τους λέγει: «Τι θέλετε απ’ αυτόν; Άνθρωπος μωρός είναι». Και φθάνοντας ο αρχών στην εκκλησία, λέγει στους κληρικούς: Εγώ, ακούοντας για τον Αββά Μωυσή, κατέβηκα να τον δω. Και να, μας συνάντησε ένας γέρων πηγαίνοντας στην Αίγυπτο και του είπαμε: Πού είναι το κελλί του Αββά Μωυσέως; Και μας λέγει: Τι θέλετε απ’ αυτόν; Μωρός είναι». Ακούοντας δε οι κληρικοί, λυπήθηκαν και είπαν: «Πώς ήταν ο γέρων όπου είπε αυτά εναντίον του αγίου;». Και, εκείνοι αποκρίθηκαν: «Γηραιός, φορώντας παλαιά, ψηλός και μαύρος». Και αυτοί είπαν: «Ήταν ο Αββάς Μωυσής ο ίδιος. Και σας μίλησε έτσι για να μη γνωρισθή μαζί σας». Και πολύ έχοντας ωφεληθή ο αρχών, έφυγε.
θ’. Έλεγε ο Άββας Μωυσής, σε Σκήτη: Αν τηρήσουμε τις εντολές των πατέρων μας, εγώ σας εγγυώμαι ενώπιον Του Θεού, ότι βάρβαροι δεν έρχονται εδώ. Αν όμως δεν τις τηρήσουμε, ο τόπος αυτός έχει να ερημωθή».
ι’. Ενώ κάθονταν κάποτε οι αδελφοί γύρω του, τους έλεγε: «Να, βάρβαροι σήμερα στη Σκήτη έρχονται. Σηκωθήτε λοιπόν και φύγετε». Του λέγουν: « Αλλά συ δεν φεύγεις, Αββά;». Και τους απαντά: «Εγώ τόσα χρόνια περιμένω αυτή τη μέρα. Για να πραγματοποιηθή ο λόγος Του Κυρίου Ιησού Χριστού, οπού είπε: Πάντες οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρα αποθανούνται». Του λέγουν: «Ούτε εμείς φεύγουμε, αλλά μαζί σου θα πεθάνουμε». Και εκείνος τους είπε: Εμένα δεν μου πέφτει λόγος. Ο καθένας ας κοιτάξη πώς θα μείνη». Ήταν δε εφτά αδελφοί και τους λέγει: «Να, οι βάρβαροι πλησιάζουν στην πόρτα». Και μπαίνοντας, τους θανάτωσαν. Ένας δε απ’ αυτούς, έχοντας φοβηθή, έφυγε πίσω από την πλεξούδα. Και είδε εφτά στεφάνους να κατεβαίνουν και να τους στεφανώνουν.
ια΄ Ένας αδελφός συμβουλεύτηκε τον Αββά Μωυσή, λέγοντας: «Βλέπω μπροστά μου κάτι και δεν μπορώ να το πιάσω». Του λέγει ο γέρων: Αν δεν γίνης νεκρός όπως όσοι βρίσκονται σε τάφο, δεν μπορείς να το πιάσης».
ιβ'. Είπε ο Αββάς Ποιμήν, ότι ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Μωυσή, σε Σκήτη, με ποιόν τρόπο νεκρώνει τινάς τον εαυτό του απέναντι του πλησίον. Και του είπε ο γέρων, ότι, αν δεν βάλη τινάς στην καρδιά του ότι έχει ήδη τον εαυτό του τριήμερο σε τάφο, δεν φθάνει σ’ αυτό το κατόρθωμα.
ιγ . ’Έλεγαν για τον Αββά Μωυσή, σε Σκήτη, ότι, καθώς πήγαινε για την Πέτρα, κουράστηκε στον δρόμο. Και έλεγε μέσα του: «Πώς μπορώ εδώ να συνάξω το νερό όπου μου χρειάζεται;». Και του ήλθε φωνή όπου έλεγε: «Εισήλθε και καθόλου να μη φροντίσης». Εισήλθε λοιπόν. Και τον επισκέφθηκαν μερικοί πατέρες και δεν είχε παρά ένα μονάχα λαγήνι νερό. Και παίρνοντας απ’ αυτό με μικρό τάσι, σώθηκε το νερό. Ο δε γέρων στενοχωριόταν. Μπαίνοντας λοιπόν και βγαίνοντας, προσευχόταν στον Θεό.
Και να, σύννεφο βροχής ήλθε ακριβώς πάνω στην Πέτρα. Και γέμισε όλα του τα αγγεία. Και λέγουν ύστερα στον γέροντα: «Πες μας, γιατί έμπαινες και έβγαινες;». Και τους απαντά ο γέρων: «Παραπονιόμουν στον Θεό, λέγοντάς του, ότι με έφερε εδώ και να, δεν έχω νερό για να πιουν οι δούλοι σου. Γι’ αυτό έμπαινα και έβγαινα, παρακαλώντας τον Θεό, ωσότου μας έστειλε νερό».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996)
Ένας άνθρωπος πριν λίγα χρόνια, όταν ξεκίνησα να του λέω κάποια πράγματα που έχω ζήσει και υπό ποιες συνθήκες, με κοίταζε σιωπηλός και απορημένος. Διέκοψα την εξιστόρηση μου και του λέω ‘ μήπως θέλετε να μου πείτε κάτι;’ Και μου λέει με πόνο ‘ πώς άντεξες τόσα χρόνια παιδί μου;’ Αυθόρμητα έδειξα πίσω του μια εικόνα του Χριστού και του είπα γελώντας ‘Αυτός ξέρει μόνο’. Πάντως αυτή η ερώτηση έγινε και δική μου ερώτηση. ‘ Αλήθεια, Κύριε, πώς άντεξα;’ Το ήξερα ότι κάποια μέρα θα μου απαντούσε. Σκεφτόμουν ότι από τότε που είχα αυτοκαταστροφικές τάσεις και δεν άφηνα τίποτα όρθιο – δεν ξέρω αν ήταν ηθελημένα ή όχι- γιατί δυστυχώς δεν όριζα και πολύ τον εαυτό μου αλλά πλήγωνα και κατέστρεφα κάθε κομμάτι του, και το σώμα και την ψυχή μου. Όμως θυμάμαι ότι υπήρχε ένα κομμάτι μου που ένιωθα πως εκεί δεν μπορώ να πάω, σαν να το φύλαγε ο Χριστός, το καταλάβαινα ακόμα και τότε πολύ έντονα, αλλά δεν φανταζόμουν τί ήταν!
Σήμερα απ’ το πρωί συνεχώς ρωτούσα τον Κύριο να μου πει γι’ αυτό. Και φτάνει το ηλιοβασίλεμα , βγήκα έξω στο μπαλκόνι και κοίταζα με βαθιά μελαγχολία τον ήλιο που έδυε. Εκείνη την ώρα η σύζυγος μου που σπάνια ακούει τραγούδια, μου λέει ‘άκου αυτό’! Ήταν ένα πολύ ωραίο τραγούδι του Μάνου Λοΐζου που λέγεται ‘Η μέρα εκείνη δε θ’ αργήσει’ και σε ένα σημείο λέει ‘ Η μέρα εκείνη δε θ’ αργήσει, κυνηγημένο μου πουλί, σε πήρε κάποτε η δύση, σε ξαναφέρνει η ανατολή’. Τότε συνειρμικά θυμήθηκα και πήρα την απάντηση στην ερώτηση μου. Θυμήθηκα πως όταν ήμουν πολύ μικρός 5-6 χρονών, όταν έδυε ο ήλιος νόμιζα πως ο Θεός έφευγε από τους ανθρώπους, πήγαινε να κοιμηθεί και έπαιρνε και τον ήλιο για να σκεπαστεί! Κι εγώ στενοχωριόμουν κι έλεγα ‘Μη φεύγεις Θεούλη μου, τί σου κάναμε;’ Και θυμήθηκα μια προσευχή που έκανα τότε και έλεγα ‘ Θεέ μου, θέλω να έρθει μια μέρα που να μη φύγεις ποτέ. Να είσαι συνέχεια εδώ και να είναι πάντα μέρα, να μην υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι και καθόλου χρήματα, ούτε αρρώστιες και θάνατοι και ούτε καμία στενοχώρια αλλά όλοι να είμαστε αγαπημένοι και χαρούμενοι. Κι αν καμιά φορά πάμε να μαλώσουμε ή να στενοχωρηθούμε να κοιτάζουμε το πρόσωπο σου κι αμέσως να είμαστε τρισευτυχισμένοι. Γι’ αυτό να είσαι εδώ. Άμα Σε βλέπουμε θα είμαστε ευτυχισμένοι και εμείς κι Εσύ που μας αγαπάς θα χαίρεσαι και θα χαμογελάς. Πρέπει Θεέ μου να φτιάξεις μια καινούρια χώρα που θα είσαι Συ Βασιλιάς!’
Αυτή ήταν η προσευχή της καρδιάς μου, αυτή είναι ακόμα η προσευχή της καρδιάς μου, αυτή η ελπίδα με κράτησε, αυτή η προσμονή του Χριστού! Αυτό το παιδί ο Κύριος το προστάτεψε και δεν με άφησε να το σκοτώσω μέσα μου. Αυτό με κράτησε ως τώρα και μακάρι να με κρατάει όσο ζω… αυτό μου δίνει δύναμη να προχωρήσω, η απλότητα ενός παιδιού που περιμένει τον Κύριο. Έναν Κύριο που μ’ αγαπάει τόσο πολύ όπως και τόσα άλλα παιδιά , μικρά και μεγάλα, που έχουν την ίδια προσμονή! Ο Κύριος πραγματοποίησε την ευχή μου’ : ‘ Και ο ίδιος ο Θεός θα σκηνώσει μαζί τους’( Αποκ. Ιω. κα΄3) ‘ Και θα εξαλείψει απ’ αυτούς κάθε δάκρυ και θάνατος δεν θα υπάρχει, ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος…( Αποκ. Ιω. κβ΄4) ‘ Και νύχτα δεν θα υπάρχει πια’’( Αποκ.Ιω.κβ΄22). Ας διαβάσουμε τα κεφάλαια κα΄ και κβ΄ της Αποκάλυψης. Η μέρα εκείνη δε θ’ αργήσει! (Κ.Δ.Κ)
41. Τί διδάσκουν περί αρχεγόνου δικαιοσύνης οι Διαμαρτυρόμενοι;
Οι Διαμαρτυρόμενοι δέχονται όλα τα δώρα της αρχέγονης δικαιοσύνης, τα οποία εκάλλυναν την πρωτόκτιστη φύση. Με επουσιώδεις αποχρώσεις και παραλλαγές δέχονται ό,τι και οι Ορθόδοξοι και οι Ρωμαιοκαθολικοί.
Διαφορά αναφύεται ως προς τον τρόπο σύνδεσης της αρχέγονης δικαιοσύνης με τη θεία εικόνα στον άνθρωπο. Αποφεύγοντας τη διάκριση μεταξύ καθαράς και ακεραίας φύσεως στον άνθρωπο και της ιδέας ότι τα δώρα της αρχέγονης δικαιοσύνης ήταν προσθήκη εξωτερική στην εικόνα του Θεού, που κάνει η ρωμαιοκαθολική ανθρωπολογία, και φρονώντας ορθώς με τους ’Ορθοδόξους ότι η αρχέγονη δικαιοσύνη βρισκόταν σε εσωτερική σχέση με το «κατ’ εικόνα», προχωρούν όμως ένα βήμα περισσότερο, φθάνοντας στην ακραία τοποθέτηση ότι η αρχέγονη δικαιοσύνη ταυτιζόταν κατ’ ουσίαν με τη θεία εικόνα. Κατά τη φυσιοκρατική αυτή αντίληψη ο πρώτος άνθρωπος ήταν στη φύση του πλήρης και τέλειος, μη έχοντας ανάγκη της θείας χάριτος για να πετύχει το σκοπό και το τέλος της δημιουργίας του.
Τα διδάγματα αυτά δημιουργούν αρκετά προβλήματα. Αν η θεία χάρη δεν έχει μέρος στην πρωτόκτιστη φύση, χάνει την αληθινή σημασία της σαν δύναμη, η οποία δεν συμπληρώνει μόνο τη φύση αλλά και την καθοδηγεί στο υπερφυές τέλος της.
Κατόπιν η ταύτιση αρχέγονης δικαιοσύνης και εικόνος σαν αποτέλεσμα, με την πτώση του ανθρώπου, να αφανισθούν όχι μόνο τα δώρα της αρχέγονης δικαιοσύνης, αλλά μαζί με αυτά να καταστραφεί και το «κατ’ εικόνα» με το οποίο εκείνη (η αρχέγονη δικαιοσύνη) ταυτίζεται, σε σημείο ώστε ο μεταπτωτικός άνθρωπος να γίνει πνευματικά νεκρός, ακίνητος προς το αγαθό και την αγάπη του Θεού.
Έτσι καταλήγουμε στο παράδοξο, ο μεν προπτωτικός άνθρωπος να μην έχει ανάγκη της χάριτος του Θεού, ο μεταπτωτικός να εξαρτάται απόλυτα και να σώζεται μόνο με τη χάρη του Θεού (sola gratia).
42. Γιατί το αμάρτημα του Αδάμ καλείται προπατορικό; Τι ήταν στην ουσία του το αμάρτημα αυτό;
Καλείται προπατορικό, διότι ήταν το αμάρτημα του προπάτορα. Ως προς την ουσία του ήταν ανυπακοή στο θέλημα του Θεού, παράβαση της θείας εντολής, η οποία προερχόταν από φιλαυτία του Αδάμ. Ενώ δηλαδή ο γενάρχης στον παράδεισο όφειλε με τη βοήθεια της χάριτος του Θεού και ελεύθερα να προχωρήσει στην τελείωση της φύσεώς του (τη θέωσή του), αντίθετα αυτός επεδίωξε τη θέωσή του αυτοτελώς και με τις δικές του φυσικές δυνάμεις, χωρίς τη βοήθεια της χάριτος του Θεού.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 59-60)
Διδάσκαλος
με χάρισμα
Μετά το προφητικό έθεσε το χάρισμα της διδασκαλίας. Καθ’ όσον εκείνο μεν είναι εξ’ ολοκλήρου χάρισμα, ενώ αυτό προϋποθέτει και ανθρώπινο κόπο. Διότι και αφ’ εαυτού λέει πολλά (ο διδάσκαλος), που όμως συμφωνούν με τις άγιες Γραφές.
Ε.Π.Ε. 18α,334
με λόγο και έργο
Διδασκάλους εννοεί ο Παύλος εκείνους, που και με τα έργα τους διδάσκουν και με το λόγο τους εκπαιδεύουν.
Ε.Π.Ε. 18α,336
καθένας μπορεί να γίνη
Καθένας από σας, αν θέλη, είναι δάσκαλος, αν όχι άλλου, πάντως του εαυτού του. Να διδάξης πρώτα τον εαυτό σου.
Ε.Π.Ε. 23,106
πιστός και διδακτικός
Δύο πράγματα πρέπει να έχη ο δάσκαλος του Ευαγγελίου: Να είναι και πιστός και διδακτικός.
Ε.Π.Ε. 23,524
με τα καλά έργα
Όταν ήρθε ο Χριστός ως άνθρωπος στη γη, ήθελε να διδάξη στους ανθρώπους όλη την αρετή. Εκείνος δε που εκπαιδεύει, δεν διδάσκει μόνο με το λόγο, αλλά και με το έργο. Διότι αυτός είναι ο άριστος τρόπος διδασκαλίας αυτού που διδάσκει.
Ε.Π.Ε. 26,110
με τη ζωή σου
Δεν μπορείς να κήρυξης, ούτε έχεις λόγο διδασκαλικό; Λοιπόν, ας διδάξης με τα έργα και τη ζωή σου, με τη λάμψι των πράξεών σου.
Ε.Π.Ε. 26,230-232
Διέξοδος
στα αδιέξοδα
Είναι δυνατό για το Θεό να βρίσκη δρόμους στα αδιέξοδα. Όταν βρεθής σε πλήρη αδυναμία, τότε μάλιστα να ελπίζης. Διότι τότε φανερώνει ο Θεός τη δύναμί Του, όχι εκ των προτέρων, αλλ’ όταν αποκλεισθή τελείως η ανθρώπινη βοήθεια. Τότε είναι ο καιρός για να έρθη η βοήθεια του Θεού.
Ε.Π.Ε. 6,582
(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, τόμος Β, σελ. 53-54 )
λδ'. Εμήνυσαν κάποτε στον Αββά Μακάριο, στη Σκήτη, οι γέροντες του όρους, παρακαλώντας τον. Και του λέγουν : « Για να μη έλθουν όλοι οι μοναχοί σε σένα, σου ζητάμε να έλθης σ’ εμάς, ώστε να σε δούμε πριν εκδημήσης στον Κύριο ». Φτάνοντας δε εκείνος στο όρος, συνάχθηκαν όλοι οι μοναχοί γύρω του. Και τον παρακαλούσαν οι γέροντες να πη δυο λόγια στους αδελφούς. Και αυτός, ακούοντας, είπε : « Ας κλάψουμε, αδελφοί, και ας κατεβάσουν δάκρια τα μάτια μας, πριν φύγουμε για εκεί, όπου τα δάκρια μας θα κατακάψουν τα σώματά μας ». Και έκλαψαν όλοι και έπεσαν με το πρόσωπο στη γη και είπαν : « Πάτερ, ευχήσου για μας ».
λε΄. Άλλοτε πάλι ο δαίμων πρόβαλε στον Αββά Μακάριο με μαχαίρι, θέλοντας να του κόψη το πόδι. Και μη κατορθώνοντάς το, εξ αιτίας της ταπεινοφροσύνης του, του λέγει : « Όσα έχετε και εμείς τα έχουμε. Μόνο στην ταπεινοφροσύνη διαφέρετε από μας και νικάτε ».
λστ'. Είπε ο Αββάς Μακάριος : « Αν θυμηθούμε τα δεινά όπου μας προξενούν οι άνθρωποι, εξουδετερώνουμε τη δύναμη της μνήμης του Θεού. Αν όμως θυμηθούμε τα δεινά όπου προέρχονται από τους δαίμονες, θα είμαστε άτρωτοι ».
λζ'. Κατά τον Αββά Παφνούτιο, τον μαθητή του Αββά Μακαρίου, έλεγε ο γέρων : « Όταν ήμουν παιδί, μαζί με τα αλλά παιδιά έβοσκα μοσχάρια. Και πήγαν να κλέψουν λίγα σύκα. Και καθώς έτρεχαν, έπεσε ένα απ’ αυτά, όπου το πήρα και το έφαγα. Και κάθε φορά όπου θυμάμαι αυτό το γεγονός, κάθομαι και κλαίω ».
λη΄. Είπε ο Αββάς Μακάριος : « Περπατώντας κάποτε στην έρημο, βρήκα παραπεταμένο στο έδαφος ένα κρανίο νεκρού. Και κουνώντας το με το βάγινο ραβδί, μου μίλησε το κρανίο. Και του λέγω : Συ ποιος είσαι ; Μου αποκρίθηκε το κρανίο : Εγώ ήμουν ιερεύς των ειδώλων και των εθνικών όπου είχαν απομείνει σ’ αυτόν τον τόπο. Και συ είσαι ο Μακάριος, όπου έχεις το Άγιο Πνεύμα μέσα σου. Όταν σπλαχνισθής όσους είναι στην κόλαση και προσευχηθής γι’ αυτούς, βρίσκουν κάποια παρηγοριά. Του λέγω : Ποια είναι η παρηγοριά και ποια η κόλαση ; Μου αποκρίνεται: Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόση είναι η φωτιά κάτω από μας, στεκόμαστε δε από τα πόδια έως το κεφάλι μέσα στη φωτιά. Και δεν μπορούμε να κοιτάξουμε κάποιον πρόσωπο με πρόσωπο. Αλλά η ράχη του ενός είναι κολλημένη στη ράχη του άλλου. Όταν λοιπόν προσεύχεσαι για μας, βλέπει κάπως ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Αυτή είναι η παρηγοριά. Και έκλαψα τότε και είπα: Αλλοίμονο στη μέρα όπου γεννιέται ο άνθρωπος. Του λέγω έπειτα: Είναι άλλο χειρότερο βάσανο; Μου λέγει το κρανίο: Μεγαλύτερο βάσανο είναι από κάτω μας. Του λέγω: Και ποιοι είναι εκεί; Μου αποκρίνεται το κρανίο: Εμείς, επειδή δεν γνωρίζαμε τον Θεό, βρίσκουμε κάποιο έλεος. Όσοι όμως τον γνώρισαν και τον αρνήθηκαν και δεν έπραξαν το θέλημά του, από κάτω μας είναι. Πήρα τότε το κρανίο και το έθαψα».
λθ΄. Έλεγαν για τον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο, ότι ανέβαινε κάποτε από τη Σκήτη στο όρος της Νιτρίας. Και σαν πλησίασε στον τόπο, είπε στον μαθητή του: «Προχώρα λιγάκι». Και ενώ εκείνος προχωρούσε, συναντά έναν ιερέα των ειδωλολατρών. Και Του φώναξε δυνατά ο αδελφός: «Ε, δαίμονα, που τρέχεις;». Γυρίζει τότε εκείνος, τον χτυπά και τον αφήνει μισοπεθαμένο. Και σηκώνοντας το ξύλο, έτρεχε. Σαν προχώρησε δε λίγο, τον συναντά ο Αββάς Μακάριος καθώς έτρεχε. Και Του λέγει: «Είθε να σωθής, είθε να σωθής, ταλαίπωρε». Θαυμάζοντας δε, ήλθε κατά το μέρος του και είπε: «Τι καλό είδες σ’ εμένα και μου μίλησες;». Του λέγει ο γέρων: «Το έκαμα γιατί σε είδα κουρασμένο. Και δεν γνωρίζεις ότι μάταια κοπιάζεις». Του λέγει και εκείνος: «Και εγώ, από τον χαιρετισμό σου, έννοιωσα κέντημα στην καρδιά. Και κατάλαβα ότι είσαι άνθρωπος του Θεού. Ενώ ένας άλλος κακός μοναχός, όπου με συνάντησε, με έβρισε. Και εγώ, τότε, τον χτύπησα, αφήνοντάς τον μισοπεθαμένο». Και κατάλαβε ο γέρων ότι ήταν ο μαθητής του. Και αγκαλιάζοντας τα πόδια του ο ιερεύς, έλεγε: «Δεν σε αφήνω, αν δεν με κάμης μοναχό». Και πήγαν παρά πάνω, όπου ήταν ο μονάχος και τον υποβάσταξαν και τον έφεραν στην εκκλησία του όρους. Και βλέποντας τον Ιερέα μαζί του, δοκίμασαν έκπληξη. Και τον έκαμαν μοναχό. Και πολλοί από τους ειδωλολάτρες έγιναν εξ αιτίας του χριστιανοί. Έλεγε λοιπόν ο Αββάς Μακάριος: «Ο λόγος ο κακός και τους καλούς τους κάνει κακούς. Ενώ ο λόγος ο καλός και τους κακούς τους κάνει καλούς».
μ'. Έλεγαν για τον Αββά Μακάριο, ότι, ενώ απουσίαζε, εισήλθε ένας ληστής στο κελλί του. Όταν δε έφτασε και ο ίδιος στο κελλί, είδε τον ληστή να φορτώνη στην καμήλα τα πράγματά του. Τότε, μπαίνοντας και αυτός στο κελλί, έπαιρνε από τα πράγματα και φόρτωνε μαζί με τον άλλο την καμήλα. Όταν λοιπόν τη φόρτωσαν, άρχισε ο ληστής να χτυπά την καμήλα για να σηκωθή, αλλά δεν σηκώθηκε. Βλέποντας δε ο Αββάς Μακάριος ότι δεν σηκώνεται, μπήκε στο κελλί, πήρε από εκεί ένα μικρό σκαλιστήρι και το έβαλε επάνω στην καμήλα, λέγοντας: Αδελφέ, αυτό ήθελε η καμήλα». Και χτυπώντας την ο γέρων με το πόδι, της λέγει: «Σήκω». Και ευθύς σηκώθηκε και προχώρησε λιγάκι για χάρη του και πάλι κάθισε και δεν σηκώθηκε παρά αφού της ξεφόρτωσαν όλα τα πράγματα. Και έτσι έφυγε.
μα’ . Ο Αββάς Αϊώ παρακάλεσε τον Αββά Μακάριο, λέγοντας: «Πες μου κάτι». Του λέγει ο Αββάς Μακάριος: «Φεύγε τους ανθρώπους. Μείνε στο κελλί σου και κλάψε τις αμαρτίες σου. Και μηv αγαπήσης μιλιά ανθρώπων. Και σώζεσαι».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996)
204. Είμαστε όλοι ένα, μέσα στην ομοθυμία της αγάπης. Είμαστε μία αδελφότης, με ένα πνεύμα. «Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ» (Ρωμ. η’ 9). Ας το καταλάβουμε αυτό. Είμαστε η Εκκλησία του Χριστού, της οποίας Κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο πράος και ταπεινός, ο πολυέλεος. Ανήκουμε στην Εκκλησία, αρκεί να έχουμε αμοιβαία αγάπη. Είμαστε η ποίμνη και Αυτός είναι ο Ποίμην. Είμαστε τα μέλη και Αυτός είναι η Κεφαλή. Πώς είναι δυνατόν τα μέλη να μην υπακούουν στην Κεφαλή;
205. Αν μας συνδέη ζώσα και ενεργός ένωσις με τα επί γης μέλη του Χριστού, αν αγαπάμε δηλαδή, έμπρακτα και αληθινά, τους άλλους χριστιανούς, τότε οι Άγιοι του Θεού θα είναι και αυτοί πραγματικά και ενεργά ενωμένοι μαζί μας. Και ό,τι τους ζητούμε, θα το επιτυγχάνουν για μας από τον Χριστό και Σωτήρα μας, στου οποίου το θέλημα θυσίασαν ό,τι είχαν ακριβό στη γη.
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 97)
Πόσο πολύ ποθούν οι ψυχές μας τον Κύριο! Πόσο θα ωφελούμαστε, αν ακούγαμε τί έχουν να μας πουν… όμως δεν τις ακούμε παρ’ ότι μας κραυγάζουν. Τη φωνή της ψυχής μας την πνίγουν οι καθημερινές μας δραστηριότητες, τα άγχη, η συνήθεια, η ρουτίνα… Κάθε μέρα ακούμε δεκάδες ή και εκατοντάδες ανθρώπους να μιλούν, να λένε την άποψη τους, να φωνάζουν, να μαλώνουν, να νουθετούν… όμως την ψυχή τους ποιος την ακούει; Ακόμα κι αυτοί που εργάζονται πνευματικά, που εκκλησιάζονται, μελετούν, ακούνε τα κηρύγματα, προσεύχονται, ακόμα κι αυτοί πολλές φορές δεν την ακούνε την ψυχή τους, επειδή κι αν εργάζονται, λειτουργούν μηχανικά.
Έτσι κι εγώ… οι μέρες περνούν και χάνονται και παρόλο που τόσο καιρό αισθανόμουν πως η ψυχή μου δεν είναι καλά, πως νοσεί, της έλεγα : «Δεν προλαβαίνω να σε ακούσω, είμαι πολύ κουρασμένος, ίσως αύριο». Κι έρχονται πολλά αύριο και την ξεχνώ… Τώρα όμως που έχω άδεια από τη δουλειά σκέφτομαι πόσο θα ήθελα ένα ταξίδι αναψυχής! Κι όπως κάθε χρόνο κοιτάζω εικόνες από διάφορα όμορφα μέρη και μελαγχολώ. Σκέφτηκα όμως να ρωτήσω και την ψυχή μου τί θα ήθελε, τώρα που έχω χρόνο και διάθεση να την ακούσω. Κι έστρεψα τα μάτια μου και τα αυτιά μου σ’ αυτήν. Είδα μια ψυχή μαραζωμένη, καταπληγωμένη… μαραζωμένη σαν ένα τριαντάφυλλο που ξέχασα να ποτίσω και καταπληγωμένη σαν ένα παιδάκι που το άφησα ανυπεράσπιστο στην εμπόλεμη ζώνη!
Ντράπηκα πολύ τότε κι άκουσα την ψυχή μου γεμάτη παράπονο να μου λέει: « Μήπως έχεις κάτι περισσότερο πολύτιμο από εμένα; Δε θυμάσαι τί είπε ο Χριστός μας; ‘Τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;’ ( Ματθ. ιστ΄20) Με αφήνεις τελευταία; Εμένα που είμαι αιώνια; Δεν καταλαβαίνεις ότι από εμένα πρέπει να ξεκινάς; Όπως το σώμα ποθεί το νερό και το ψωμί έτσι και πολύ περισσότερο ποθώ κι εγώ το ‘ Ύδωρ το ζωντανό’. ( Ιω. δ΄11) και τον Άρτο της Ζωής! ( Ιω. στ΄35) Πώς θέλεις να είσαι καλά, αν δε μ’ αφήνεις να χαρώ Αυτόν που τόσο λατρεύω, το Δημιουργό μου, το Σωτήρα μου, τον Έρωτα της ζωής μου; Μην απορείς που το σώμα σου υποφέρει, που δεν μπορείς να νιώσεις αληθινή χαρά, που φοβάσαι και τη σκιά σου, που το μυαλό σου είναι σε σκότος βαθύ, που δεν μπορείς να κάνεις υγιείς σχέσεις! Όλα αυτά γίνονται γιατί με παραμελείς!»
» Κι όταν είσαι στο ναό να είσαι με μένα μαζί, άσε εμένα να σε οδηγήσω στο Θεό… όταν προσεύχεσαι, όταν μελετάς… να είσαι με όλη σου την ψυχή! Άσε το θείο έρωτα να με πλημμυρίσει και να με καθαρίσει. Μη μου βάζεις αγκάθια και τριβόλια στο δρόμο μου με την αργολογία σου, τα πάθη σου και το κοσμικό σου φρόνημα. Άσε με να ζήσω και να αναπνέω κοντά στο Χριστό μας, άσε τον εγωισμό σου να πεθάνει για να αναστηθώ εγώ! Μη με ξαναξεχάσεις, σε παρακαλώ!»
Αυτά και άλλα πολλά μου είπε η ψυχή μου για να με συνεφέρει κι έτσι αποφάσισα πού θα κάνω φέτος διακοπές…. θα βουτήξω την ψυχή μου μέσα στο Χριστό! Θα αναγεννηθώ για να χαίρεται και να αγαλλιάζει η ψυχή μου με τον έρωτα της τον Ουράνιο και Αληθινό! (Κ.Δ.Κ)
39. Ποια είναι η περί αρχέγονης δικαιοσύνης διδασκαλία των Ρωμαιοκαθολικών;
'Αν και στο σημείο της αρχέγονης καταστάσεως του ανθρώπου στη ρωμαιοκαθολική θεολογία υπάρχουν πολλές ποικίλλουσες αποχρώσεις και διακυμάνσεις, εντούτοις θεμελιώδης ιδέα είναι ότι ο πρώτος άνθρωπος, όπως βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του και τοποθετήθηκε στον παράδεισο, αποτελούνταν από δύο συστατικά μέρη, ένα φυσικό και ένα υπερφυσικό.
Φυσικό ήταν η φύση καθ’ εαυτήν, η οποία αποτελείται από σώμα υλικό, που δεν είναι ούτε θνητό ούτε αθάνατο, και από τη νοερά ψυχή, η οποία συμπίπτει με το «κατ’ εικόνα». Στη φύση αυτή υπήρχαν αντίρροπες ορέξεις, οι σωματικές και οι ψυχικές, οι οποίες όφειλαν να υποτάσσονται και να καθοδηγούνται από τον ορθό λόγο.
Υπερφυσικό ήταν τα υπερφυσικά δώρα της χάριτος του Θεού, τα οποία συνιστούσαν το διάκοσμο της αρχέγονης δικαιοσύνης (Justitia originalis). Τα δώρα αυτά δόθηκαν στον άνθρωπο από το Θεό με σκοπό να εξισορροπούν τις ορμές της φύσεως (σαρκικές και ψυχικές) και να ενισχύουν τον άνθρωπο στην επιτυχία του σκοπού της ζωής του. Τα δώρα αυτά ήταν: η απάθεια (απαλλαγή από τα πάθη και τις ασθένειες) και η αθανασία του σώματος, η εναρμόνιση των ορμών και των ορέξεων της ψυχής υποτασσόμενων στο λόγο, η κυριαρχία επί των ζώων και της φύσεως και η υπέροχη διανοητική και ηθική τελειότητα του πρώτου ανθρώπου.
Αν τα δώρα αυτά της αρχέγονης δικαιοσύνης ήταν οργανικά συνδεδεμένα με τη φύση, ή αν προστέθηκαν κατόπιν στη φύση (αφού δηλ. πλάστηκε πρώτα αυτή), δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των θεολόγων της Δύσεως. Στο μεσαίωνα ιδίως το θέμα συζητιόταν ζωηρά. Μάλλον επικρατέστερη θεωρείται η δευτέρα άποψη, ότι ο υπερφυσικός διάκοσμος της αρχέγονης δικαιοσύνης ήταν δώρο πρόσθετο (donum superadditum), εξωτερικά και χαλαρά συνδεδεμένο με τη φύση.
40. Υπάρχει διαφορά στη διδασκαλία περί αρχέγονης δικαιοσύνης μεταξύ της ορθόδοξης και της ρωμαιοκαθολικής θεολογίας;
Ναι, υπάρχει.
1. Ενώ εμείς πιστεύουμε, ότι στην πρωτόκτιστη φύση δεν υπήρχαν αντίρροπες σαρκικές και ψυχικές ορέξεις και ορμές, οι Ρωμαιοκαθολικοί πιστεύουν το αντίθετο, δεχόμενοι —όπως είδαμε — την ύπαρξη τέτοιων ορέξεων, οι οποίες έπρεπε να υποτάσσονται στον ορθό λόγο και να εξισορροπούνται στο πλέγμα της αρχέγονης δικαιοσύνης.
2. Υπάρχει διαφορά στον τρόπο συνδέσεως της αρχέγονης δικαιοσύνης με την πνευματική φύση του ανθρώπου (το «κατ’ εικόνα»). Ενώ η ορθόδοξη ανθρωπολογία φρονεί ότι τα πνευματικά δώρα της αρχέγονης δικαιοσύνης βρίσκονταν σε εσωτερική σχέση και οργανικό σύνδεσμό με τη θεία εικόνα στον άνθρωπο, η ρωμαιοκαθολική τα θεωρεί μάλλον ως πρόσθετα δώρα, ως προσθήκη στη φύση εξωτερική και χαλαρή.
Οι ιδέες αυτές των Ρωμαιοκαθολικών δημιουργούν όντως προβλήματα. Η αντίθεση μεταξύ της καθαρής φύσεως (Status purae naturae), της υποκείμενης στη διαπάλη των αντίρροπων ορέξεων και ορμών, και της ακεραίας φύσεως (Status purae integrae), δηλαδή της αρχέγονης δικαιοσύνης (Justitia originalis), εξισορροπούσης τις ορμές αυτές, μειώνει την αξία της πρωτόκτιστης φύσεως, εισάγουσα διαρχία σ’ αυτή μεταξύ ύλης και πνεύματος, που μπορεί να καταλήξει σε ιδέες μανιχαϊκές.
Κατόπιν ο χωρισμός της πρώτης φύσεως σε δύο ημίσυ χαλαρώς συνδεδεμένα μεταξύ τους και η έξαρση της αρχέγονης δικαιοσύνης, υπέρ τη φύση, της πρώτης συνέχουσης και εξισορροπούσης τις ορμές της δεύτερης, κάνει ακατανόητη την πτώση οδηγώντας στο ερώτημα: Πώς ο πρώτος άνθρωπος απώθησε τα συνέχοντα αυτόν αγαθά της χάριτος του Θεού, ή πώς τα υπερφυσικά δώρα εγκατέλειψαν τον άνθρωπο;
Τέλος και το λυτρωτικό έργο του Χριστού που σαν κύριο σκοπό είχε την ανάπλαση της φθαρείσας εικόνας του Θεού, θα έπρεπε στο πλαίσιο των δυτικών αντιλήψεων να εκληφθεί ομοίως ως κάτι εξωτερικό και μηχανικό, πράγμα φυσικά που δε δέχεται η δυτική Εκκλησία.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 57-59)