


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Ο άρρωστος καραβοκύρης
Ένας καραβοκύρης που καταγόταν από την Χαλκηδόνα, στα περίχωρα της οποίας είχε το στύλο του ο όσιος Λουκάς, έπαθε μια πολύ φοβερή και εξαιρετικά οδυνηρή νόσο: Ο λάρυγγας του άρχισε να βγάζη κάποιο υγρό και να του προξενή σφοδρούς πόνους. Ένιωθε να πνίγεται!
Αναγκάσθηκε να ζητήση την βοήθεια των γιατρών, αλλά αυτοί δεν μπόρεσαν καθόλου να τον βοηθήσουν. Του απαγόρευσαν μόνο να πίνη κρύα υγρά. Η εντολή όμως αυτή δεν του έφερε καμμιά βελτίωσι. Αντίθετα μάλιστα, όσο περνούσαν οι μέρες, η κατάστασις χειροτέρευε και ο θάνατος από πνιγμό πλησίαζε.
Αναστατωμένος και γεμάτος αγωνία, σκέφθηκε να καταφύγη στον όσιο Λουκά τον Στυλίτη. Επειδή δεν μπορούσε να μιλήση και να περιγράψη την πάθησι του προσπάθησε με νοήματα να εξηγήση στον άγιο την επικίνδυνη και βασανιστική ασθένεια.
Ο εμπειρότατος γιατρός ψυχών και σωμάτων κατάλαβε αμέσως ότι η κατάστασις είχε φθάσει στο απροχώρητο. Έδωσε τότε εντολή στον μοναχό Λεόντιο, τον υποτακτικό του, να δώση στον άρρωστο ένα ποτήρι κρασί. Αυτός όμως, ακολουθώντας τις συνταγές των γιατρών, για αρκετή ώρα δίσταζε να πιή. Ο όσιος τότε στενοχωρήθηκε και ανησύχησε για τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε. Με αυστηρό λοιπόν ύφος και δυνατή φωνή πρόσταξε τον άρρωστο να πιή όχι ένα, αλλά τρία ποτήρια.
Ύστερα απ’ αυτό, εκείνος πείσθηκε και ήπιε τα τρία ποτήρια. Με την δύναμι του Θεού θεραπεύθηκε αμέσως! Από το τρικυμισμένο πέλαγος που ναυαγούσε ο καραβοκύρης, είχε βρει το λιμάνι της σωτηρίας.
( Βίοι των οσίων Αλυπίου και Λουκά…)
( Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Α΄, σελ.165-166)
" Μέσα στην εργασία των εντολών του Χριστού θα δεις ότι όλα τα προβλήματά σου λύθηκαν από μόνα τους "
Μου έλεγε μια μέρα : " Έρχονται σε μένα άνθρωποι και βλέπω την ψυχή τους να είναι ερείπιο. Εκείνοι όμως δεν συναισθάνονται την κατάστασή τους και γι' αυτό που ζητούνε άλλα πράγματα, μου λένε άλλα προβλήματά τους, χωρίς να γνωρίζουν το μεγάλο πρόβλημά τους. Εγώ τους μιλώ γι' αυτό, εκείνοι όμως δε με καταλαβαίνουν, δε δίνουν προσοχή σ' αυτά που τους λέω, γιατί το μυαλό τους είναι κολλημένο εκεί, στα προβλήματά τους, στα θελήματά τους. Τότε, για να μη φύγουν χωρίς να ωφεληθούν, μερικές φορές αναγκάζομαι, με το χάρισμα που μου έδωσε ο Θεός να τους φανερώσω μυστικά για τον εαυτό τους, για τους συγγενείς τους, για το χωριό τους και άλλα τέτοια πράγματα, για να θαυμάσουν και έτσι να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους, ώστε να δώσουν προσοχή σ' αυτά, που θέλω να τους πώ για τον ψυχικό τους συμφέρον ".
Άλλοι πρόσεχαν πολύ τα λόγια του Γέροντα, άλλοι λίγο κι άλλοι καθόλου, ο καθένας ανάλογα με την πνευματική του ετοιμότητα. Όσοι αντιλαμβάνονταν εγκαίρως το συμφέρον τους, άνοιγαν τ' αυτιά τους κι έκλειναν το στόμα τους, πρόσεχαν πάρα πολύ τα λόγια του κι έφευγαν από το κελί του ενθουσιασμένοι, ευχαριστώντας το Γέροντα και δοξολογώντας το Θεό, διότι πήγαιναν ζητώντας δέκα δώρα και επέστρεφαν παίρνοντας χίλια. Ο Γέροντας, με τη χαρακτηριστική απλότητα και αμεσότητα του λόγου του, συνήθιζε να συμβουλεύει τον επισκέπτη : " Μη στεναχωριέσαι με τα προβλήματά σου, που μου είπες, μην κλείνεσαι σ' αυτά, μην κάνεις διαρκώς κύκλους γύρω απ' αυτά. Ελευθερώσου απ' αυτά και τράβα μπροστά, δίνοντας όλη την προσοχή σου και την εργασία σου, πώς να γίνεις άξιος της αγάπης του Χριστού, γνωρίζοντας και τηρώντας τις εντολές Του. Μέσα σ' αυτή την εργασία των εντολών του Χριστού θα δείς, ότι όλα τα προβλήματά σου λύθηκαν από μόνα τους και ότι μπήκες μέσα στον παράδεισο της άκτιστης Εκκλησίας του Χριστού, που αρχίζει απ' εδώ ".
[Γ 372-4]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.351-352)
Ένας γέροντας αναχωρητής είχε σε γειτονικό χωριό κάποιο διακονητή, που τον εξυπηρετούσε στις προμήθειες του από τον κόσμο. Μια φορά όμως, έτυχε ο διακονητής αυτός ν’ αργήση να έρθη και έτσι τελείωσαν όλες οι προμήθειες του γέροντα. Θλίψη τον κατέλαβε, που δεν είχε πλέον τα απαραίτητα ούτε για το εργόχειρο ούτε για τη διατροφή. Λέει λοιπόν στον υποτακτικό του:
-Θέλεις να πας ως το χωριό, για να ειδοποιήσης το διακονητή;
-Θα κάνω όπως μου πης, γέροντα, απαντά εκείνος, πνίγοντας τους φόβους του για τους πειρασμούς που θα αντιμετώπιζε εκεί.
Ωστόσο, το ανέβαλε για λίγο ακόμη ο αναχωρητής, μην τολμώντας να στείλη τον μαθητή του στο χωριό. Καθώς όμως δεν φαινόταν να έρχεται ο διακονητής, ξαναλέει στον υποτακτικό του:
-Θέλεις να πας ως το χωριό;
Κι εκείνος αποκρίνεται κόβοντας ξανά το θέλημα του:
-Όπως θέλεις εσύ θα κάνω, γέροντα.
-Πήγαινε, τον προστάζει ο αναχωρητής. Πιστεύω πως ο Θεός των πατέρων μου θα σε σκεπάση και θα σε φυλάξη από κάθε πειρασμό.
Κι αφού προσευχήθηκε, τον έστειλε στο χωριό με την ευχή του.
Μόλις έφτασε στο χωριό ο υποτακτικός, ρώτησε να μάθη πού μένει ο διακονητής, και βρήκε το σπίτι του. Έτυχε όμως εκείνη την ώρα να λείπη από το σπίτι και ο ίδιος και όλοι οι δικοί του, έξω από το χωριό, για κάποιο μνημόσυνο. Έμεινε μόνο μια θυγατέρα του, που μόλις άκουσε το χτύπημα στη θύρα, πήγε και του άνοιξε. Και ενώ αυτός τη ρωτούσε πού βρισκόταν ο πατέρας της, εκείνη τον παρακαλούσε, και ύστερα τον τραβούσε, να μπη μέσα. Ο αδερφός αντιστεκόταν και δεν ήθελε. Μετά από κάποια σχετική πάλη, εκείνη τον έσυρε προς τα μέσα. Εκείνος τότε, βλέποντας τον εαυτό του να γλυστρά προς την αμαρτία, ενώ οι λογισμοί του τον περιέσφιγγαν, στέναξε και κραύγασε προς το Θεό:
-Κύριε, με τις ευχές του γέροντα μου, σώσε με!
Μόλις είπε αυτή την προσευχή, βρέθηκε ξαφνικά μακριά, στον δρόμο για το κελλί του. Έφτασε στο γέροντα του χωρίς την παραμικρή βλάβη.
( Έαρ της ερήμου)
( Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι.Μονή Παρακλήτου, τόμος Γ΄, σελ.254-256)
Ἕνα ἄλλο θέμα ποὺ ἀπασχόλησε τὸν Γέροντα, ἦταν τὸ θέμα τοῦ ἡμερολογίου. Πονοῦσε γιὰ τὸ χωρισμὸ καὶ προσευχόταν. Λυπόταν γιὰ τὶς παρατάξεις τῶν παλαιοημερολογιτῶν ποὺ εἶναι ξεκομμένες σὰν τὰ κλήματα ἀπὸ τὴν Ἄμπελο, καὶ δὲν ἔχουν κοινωνία μὲ τὰ Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα καὶ τὶς κατὰ τόπους αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Μερικὲς τέτοιες ἐνορίες στὴν Ἀθήνα καὶ στὴ Θεσσαλονίκη ἑνώθηκαν καθ’ ὑπόδειξή του μὲ τὴν Ἐκκλησία κρατώντας τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο.
Ἔλεγε, λοιπὸν ὁ Γέροντας: «Καλὸ ἦταν νὰ μὴν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἐορτολογικὴ διαφορά, ἀλλὰ δὲν εἶναι θέμα πίστεως». Στὶς ἐνστάσεις ὅτι τὸ νέο ἡμερολόγιο τὸ ἔκανε Πάπας, ἀπαντοῦσε: «Τὸ νέο ἡμερολόγιο τὸ ἔκανε Πάπας καὶ τὸ παλιὸ εἰδωλολάτρης», ἐννοώντας τὸν Ἰούλιο Καίσαρα.
Γιὰ νὰ φανεῖ καλύτερα ἡ τοποθέτηση τοῦ Γέροντα στὸ θέμα τοῦ ἡμερολογίου, παρατίθεται στὴ συνέχεια μία σχετικὴ μαρτυρία:
Ὀρθόδοξος Ἕλληνας μὲ τὴν οἰκογένειά του ζοῦσε χρόνια στὴν Ἀμερική. Εἶχε ὅμως σοβαρὸ πρόβλημα. Ὁ ἴδιος ἦταν ζηλωτὴς (παλαιοημερολογίτης), ἐνῶ ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιὰ του ἦταν μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο. «Δὲν μπορούσαμε νὰ γιορτάσουμε μιά γιορτὴ σὰν οἰκογένεια μαζί», ἔλεγε. «Αὐτοὶ εἶχαν Χριστούγεννα, ἐγὼ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Ἐγὼ Χριστούγεννα, αὐτοὶ τοῦ Ἀϊ-Γιαννιοῦ. Καὶ αὐτὸ ἦταν τὸ λιγότερο. Τὸ χειρότερο ἦταν τὸ νὰ ξέρεις, ὅπως μᾶς δίδασκαν, ὅτι οἱ νεοημερολογίτες εἶναι αἱρετικοὶ καὶ θὰ κολασθοῦν. Μικρὸ πράγμα εἶναι νὰ ἀκοῦς συνέχεια ὅτι ἡ γυναίκα σου καὶ τὰ παιδιά σου πρόδωσαν τὴν πίστη τους, πῆγαν μὲ τὸν Πάπα, τὰ μυστήριά τους δὲν ἔχουν χάρη, κ.α.π. Ὧρες συζητούσαμε μὲ τὴ γυναίκα μου, ἀλλὰ ἄκρη δὲ βρίσκαμε.
Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, κάτι δὲ μοῦ ἄρεσε καὶ στοὺς παλαιοημερολογίτες. Ἰδίως ὅταν ἔρχονταν κάποιοι δεσποτάδες καὶ μᾶς μιλοῦσαν. Δὲ μιλοῦσαν μὲ ἀγάπη καὶ μὲ πόνο γιὰ τοὺς πλανεμένους (ὅπως τοὺς θεωροῦσαν) νεοημερολογίτες. Ἀλλὰ θαρρεῖς πὼς εἶχαν ἕνα μίσος καὶ χαίρονταν, ὅταν ἔλεγαν ὅτι θὰ κολασθοῦν. Ἦταν πολὺ φανατικοί. Ὅταν τελείωνε ἡ ὁμιλία τους, ἔνιωθα μέσα μου μία ταραχή. Ἔχανα τὴν εἰρήνη μου. Ὅμως, οὔτε σκέψη νὰ φύγω ἀπὸ τὴν παράδοσή μας. Πήγαινα νὰ σκάσω. Σίγουρα θὰ πάθαινα κάτι ἀπὸ τὴ στενοχώρια.
Σ’ ἕνα ταξίδι μου στὴν Ἑλλάδα, εἶπα τὸν προβληματισμό μου στὸν ξάδερφό μου Γιάννη. Ἐκεῖνος μοῦ μίλησε γιὰ κάποιον γέροντα Παΐσιο. Ἀποφασίσαμε νὰ πᾶμε στὸ Ἅγιον Ὅρος, γιὰ νὰ τὸν συναντήσω. Φθάσαμε στὴν «Παναγούδα». Ὁ Γέροντας μᾶς κέρασε μὲ γελαστὸ πρόσωπο καὶ μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω δίπλα του. Τὰ εἶχα χαμένα. Ἐνίωθα, ὅπως μοῦ συμπεριφερόταν, σὰ νὰ μὲ γνώριζε ἀπὸ καιρό, σὰ νὰ ἤξερε τὰ πάντα γιὰ μένα.
«Πῶς τὰ πᾶς μὲ τ’ αὐτοκίνητα ἐκεῖ στὴν Ἀμερική;» Ἦταν ἡ πρώτη κουβέντα του. Σάστισα. Ξέχασα νὰ ἀναφέρω πὼς ἡ δουλειά μου ἦταν στοὺς χώρους σταθμεύσεως αὐτοκινήτων, καὶ φυσικὰ ὅλο μὲ αὐτοκίνητα ἀσχολούμουν.
«Καλὰ τὰ πάω», ἦταν τὸ μόνο ποὺ μπόρεσα νὰ ψελλίσω, κοιτώντας σὰ χαμένος τὸ Γέροντα.
«Πόσες Ἐκκλησίες ἔχετε ἐκεῖ ποὺ μένεις»;
«Τέσσερις», ἀπάντησα καὶ δεύτερο κύμα ἔκπληξης μὲ κατέλαβε.
«Μὲ τὸ παλιὸ ἢ μὲ τὸ νέο»; Ἦρθε ὁ τρίτος κεραυνός, ποὺ ὅμως, ἀντὶ νὰ μεγαλώσει τὴ σαστιμάρα μου, κάπως μὲ ἐξοικείωσε, μὲ ...προσγείωσε, θὰ ἔλεγα, μὲ τὸ χάρισμα τοῦ Γέροντα.
«Δύο μὲ τὸ παλιὸ καὶ δύο μὲ τὸ νέο», τοῦ ἀποκρίθηκα.
«Ἐσὺ ποῦ πᾶς»;
«Ἐγὼ μὲ τὸ παλιὸ καὶ ἡ γυναίκα μου μὲ τὸ νέο», ἀπάντησα.
«Κοίτα. Νὰ πᾶς κι ἐσὺ ἐκεῖ ποὺ πηγαίνει καὶ ἡ γυναίκα σου», μοῦ εἶπε μὲ μία αὐθεντικότητα, καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ μοῦ δώσει ἐξηγήσεις. Ἀλλὰ γιὰ μένα τὸ θέμα εἶχε τελειώσει. Δὲ χρειαζόμουν ἐξηγήσεις καὶ ἐπιχειρήματα. Κάτι τὸ ἀνεξήγητο συνέβη μέσα μου, κάτι τὸ θεϊκό. Ἕνα βάρος ἔφυγε καὶ τινάχτηκε μακριά μου. Ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα καὶ ὅλες οἱ ἀπειλὲς καὶ οἱ ἀφορισμοὶ γιὰ τοὺς νεοημερολογίτες, ποὺ χρόνια ἄκουγα, ἐξανεμίστηκαν. Ἐνίωθα τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ μέσω τοῦ Ἁγίου του δροῦσε ἐπάνω μου καὶ μὲ πλημμύριζε μὲ μία εἰρήνη ποὺ χρόνια ἀναζητοῦσα. Ἡ κατάσταση ποὺ ζοῦσα θὰ ἐκδηλώθηκε στὸ πρόσωπό του...
Ἐκεῖνο ποὺ θυμᾶμαι εἶναι ὅτι αὐτὸ μᾶλλον ἔκανε τὸν Γέροντα νὰ σταματήσει γιὰ λίγο. Ἀλλὰ ἔπειτα συνέχισε μὲ μερικὲς ἐξηγήσεις. Ἴσως γιὰ νὰ τὶς λέω σὲ ἄλλους. Ἴσως καὶ γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσω γιὰ τὸν ἑαυτό μου σὲ καιρὸ πειρασμοῦ, ὅταν θὰ περνοῦσε ἐκείνη ἡ οὐράνια κατάσταση.
«Καὶ ἐμεῖς βέβαια ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὅρος μὲ τὸ παλιὸ πᾶμε. Ἀλλὰ εἶναι ἄλλη περίπτωση. Εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ τὴν Ἐκκλησία, μὲ ὅλα τὰ Πατριαρχεῖα, καὶ μ’ αὐτὰ ποὺ ἔχουν τὸ νέο ἡμερολόγιο καὶ μ’ αὐτὰ ποὺ ἔχουν τὸ παλιὸ ἡμερολόγιο. Ἀναγνωρίζομε τὰ μυστήριά τους καὶ αὐτοὶ τὰ δικά μας. Οἱ ἱερεῖς τους συλλειτουργοῦν μὲ τοὺς ἱερεῖς μας.
Ἐνῶ αὐτοὶ οἱ καημένοι ξεκόπηκαν. Οἱ περισσότεροι καὶ εὐλάβεια ἔχουν καὶ ἀκρίβεια καὶ ἀγωνιστικότητα καὶ ζῆλο Θεοῦ. Μόνο ποὺ εἶναι ἀδιάκριτος, «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν». Ἄλλοι ἀπὸ ἁπλότητα, ἄλλοι ἀπὸ ἀμάθεια, ἄλλοι ἀπὸ ἐγωισμό, παρασύρθηκαν.
Θεώρησαν τὶς 13 μέρες θέμα δογματικὸ καὶ ὅλους ἐμᾶς πλανεμένους, καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Δὲν ἔχουν κοινωνία οὔτε μὲ τὰ Πατριαρχεῖα καὶ τὶς Ἐκκλησίες ποὺ πᾶνε μὲ τὸ νέο, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὰ Πατριαρχεῖα καὶ τὶς Ἐκκλησίες ποὺ πᾶνε μὲ τὸ παλιό, γιατί δῆθεν μολύνθηκαν ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς νεοημερολογίτες. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό. Καὶ αὐτοὶ οἱ λίγοι ποὺ ἔμειναν, ἔγιναν, δὲν ξέρω καὶ ἐγώ, πόσα κομμάτια. Καὶ ὅλο καὶ κομματιάζονται καὶ ἀλληλοαναθεματίζονται καὶ ἀλληλοαφορίζονται καὶ ἀλληλοκαθαιροῦνται.
Δὲν ξέρεις πόσο ἔχω πονέσει καὶ πόσο ἔχω προσευχηθεῖ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Χρειάζεται νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε καὶ νὰ τοὺς πονᾶμε καὶ ὄχι νὰ τοὺς κατακρίνουμε, καὶ πιὸ πολὺ νὰ προσευχόμαστε γι’ αὐτοὺς νὰ τοὺς φωτίσει ὁ Θεός, καὶ ἂν τύχει καμιὰ φορὰ καὶ μᾶς ζητήσει κανεὶς μὲ καλὴ διάθεση βοήθεια, νὰ λέμε καμιὰ κουβέντα».
Πέρασαν πάνω ἀπὸ πέντε χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντα. Ὁ κ. Χ. ἦλθε στὴν «Παναγούδα» νὰ εὐχαριστήσει τὸν Γέροντα, γιατί ἔκτοτε βρῆκε τὴν πνευματική, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκογενειακή του σωτηρία καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια διηγήθηκε τὰ ἀνωτέρω.
Μὲ τὴν ἀγάπη, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν διάκρισή του, γνώριζε πότε νὰ μιλᾶ, πῶς νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ βοηθᾶ ἀθόρυβα τὴ μητέρα Ἐκκλησία, ἀποφεύγοντας τὰ ἄκρα καὶ θεραπεύοντας πληγὲς ποὺ ταλαιπωροῦν τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ σκανδαλίζουν τοὺς πιστούς. (Βίος Γέροντος Παϊσίου, ιερομονάχου Ισαάκ, σελ. 691-696)
ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ
29. Τί είναι ο άνθρωπος;
Είναι το τελειότερο δημιούργημα του Θεού επί της γης. Πλάστηκε μετά τη δημιουργία του υλικού κόσμου, τον οποίο ο Θεός έφερε στο είναι διαδοχικά σε μακρά χρονικά διαστήματα, ακολουθώντας εξελικτική πορεία από τα απλούστερα και ατελέστερα στα συνθετότερα και τελειότερα, κατά την παντοδυναμία του.
Ο άνθρωπος είναι σύνθετο όν. Στην υπόστασή του μετέχει των δύο κόσμων, οι οποίοι υπήρχαν προ της δημιουργίας του: του πνευματικού, με την άυλη, λογική και νοερά του ψυχή που έπλασε ο Θεός από το μηδέν· και του υλικού και αισθητού στον οποίο μετέχει με το υλικό σώμα του, το οποίο πλάστηκε από το χώμα της γης. Έτσι ο άνθρωπος βρίσκεται στο μεταίχμιο των δύο κόσμων, είναι μία επιτομή και σύνοψη των υπαρκτών δημιουργημάτων. Αυτό του χαρίζει μια έξοχη θέση στην πλάση και μαζί με τα αλλά πλεονεκτήματα που του χάρισε ο Θεός τον κάνει το ομορφότερο δημιούργημα, τη λαμπρή κατακλείδα και το στεφάνι της δημιουργίας.
30. Από που προήλθε ο άνθρωπος;
Φυσικά από το Θεό. Είναι δημιούργημα της ελεύθερης βουλής του Θεού, της θείας ενέργειας. Καμιά ανάγκη εσωτερική ή εξωτερική δεν πίεζε το Θεό να τον δημιουργήσει. Μόνο από αγαθότητα και αγάπη τον έφερε στο είναι ο πλαστουργός με τη δημιουργική του ενέργεια, η οποία είναι κοινωνητή και μεταδότη στην απρόσιτη φύση του τριαδικού Θεού· έτσι, που να υπάρχουν και αλλά όντα έξω από αυτόν, τα οποία να μετέχουν κάθε ένα με τη φυσική τάξη του στη μακαριότητα του πλάστη τους.
Έτσι, σχετικά με την πλάση του κόσμου γενικά, είναι εσφαλμένες οι θεωρίες που εκλαμβάνουν τον κόσμο σύγχρονο με το Θεό, αυθύπαρκτο και αναίτιο ή τον ταυτίζουν με το Θεό (υλισμός, πανθεϊσμός)· σχετικά δε με την πλάση και τη σύνθεση του ανθρώπου, εσφαλμένα διδάσκουν ο Πνευματισμός, που αρνείται τη σωματική αρχή του ανθρώπου, θεωρώντας το σώμα του ως απείκασμα η δεσμωτήριο της ψυχής, όσο και ο υλισμός που αρνείται το πνεύμα (την ψυχή) με όλες τις εκδηλώσεις του τις οποίες θεωρεί ως εκφάνσεις και προϊόντα της ύλης· και τέλος ο Δαρβινισμός κατά τον οποίο ο άνθρωπος δεν προήλθε άμεσα από τα χέρια του Θεού, αλλά προέρχεται δια της εξελίξεως από τον κατώτερο ζωικό κόσμο.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 47-49)
Αν δικαιολογούμε τους άλλους, δεν θα τους κατακρίνουμε
- Γέροντα, όταν μου περνούν λογισμοί υπερηφανείας και κατακρίσεως, προσπαθώ να δικαιολογώ τους άλλους. Αυτό είναι πτώση ή αγώνας;
- Αγώνας είναι. Όταν κάποιος χαζεύη με ανοιχτό το στόμα και μπή μια μύγα στο στόμα του, θα την φτύση. Αλλά καλύτερα είναι να προσέχη να μην μπή.
- Συχνά όμως, Γέροντα, βλέποντας τί κάνουν οι άλλοι τους κατακρίνω.
- Εδώ που τα λέμε, δεν μπορείς να μη βλέπης τί γίνεται γύρω σου. Πρέπει όμως να αποκτήσης διάκριση, ώστε να δίνης στους άλλους ελαφρυντικά και να τους δικαιολογής. Τότε θα τους βλέπης σε καλή κατάσταση.
- Γέροντα, την ώρα της Ακολουθίας έχω λογισμούς γιατί μια αδελφή δεν έρχεται στο αναλόγιο να ψάλη, γιατί μια άλλη ψάλλει σιγανά, και συνέχεια κατακρίνω.
- Έ, καλά, γιατί δεν σκέφτεσαι ότι η αδελφή ίσως είναι κουρασμένη ή είχε έναν πόνο και δεν μπόρεσε να κοιμηθή, και γι’ αυτό δεν ψάλλει; Ξέρω αδελφές πού, και άρρωστες να είναι και να μην μπορούν να σύρουν τα πόδια τους από τον πυρετό, θα αγωνισθούν να μη γίνη αυτό αντιληπτό, για να μην τις πούν να φύγουν από το διακόνημα και πάη άλλη αδελφή στην θέση τους και δυσκολευθή. Αυτό δεν σε συγκινεί;
- Με συγκινεί, Γέροντα, αλλά δεν καταφέρνω πάντα να δικαιολογήσω μια αδελφή, όταν φέρεται άσχημα.
- Σκέφθηκες ποτέ ότι η αδελφή μπορεί να φέρεται άσχημα, για να κρύψη την αρετή της; Εγώ γνωρίζω ανθρώπους που κάνουν επίτηδες αταξίες και τους κακολογούν όσοι δεν ασχολούνται με τον εαυτό τους. Ή μπορεί κάποια αδελφή να φερθή άσχημα, επειδή είναι κουρασμένη, αλλά αμέσως μετανοιώνει· εσύ την κατακρίνεις, ενώ εκείνη έχει ήδη μετανοιώσει για την άσχημη συμπεριφορά της. Στα μάτια των ανθρώπων είναι ταπεινωμένη, στα μάτια όμως του Θεού είναι ψηλά.
- Γέροντα, έχω μια στενότητα· δεν έρχομαι στην θέση του άλλου, για να τον δικαιολογήσω.
- Να βλέπης με πόνο τον άλλον που σφάλλει και να δοξάζης τον Θεό για όσα σού έχει δώσει, γιατί μετά ο Θεός θα σού πή: «Εγώ, παιδί μου, τόσα σού έδωσα, κι εσύ γιατί μου φέρθηκες σκληρά;». Να βλέπης πλατιά τα πράγματα. Να σκέφτεσαι το παρελθόν του ανθρώπου, τις ευκαιρίες που του δόθηκαν να καλλιεργήση τον εαυτό του και τις ευκαιρίες που είχες εσύ και δεν τις αξιοποίησες. Έτσι θα συγκινηθής από τις δωρεές που σού χάρισε ο Θεός, θα Τον δοξολογήσης γι’ αυτές και θα ταπεινωθής, επειδή δεν ανταποκρίθηκες. Παράλληλα θα νιώσης αγάπη και πόνο για τον αδελφό που δεν είχε τις δικές σου ευκαιρίες και θα κάνης γι’ αυτόν καρδιακή προσευχή.
Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν εγκλήματα μεγάλα, αλλά έχουν πολλά ελαφρυντικά. Ποιός ξέρει οι άνθρωποι αυτοί πώς είναι στα μάτια του Θεού; Εάν δεν
μας βοηθούσε ο Θεός, μπορεί κι εμείς να ήμασταν αλήτες. Κάποιος εγκληματίας έκανε λ.χ. είκοσι εγκλήματα και τον κατακρίνω και δεν σκέφτομαι τί παρελθόν έχει. Ποιός ξέρει πόσα εγκλήματα μπορεί να έκανε ο πατέρας του!... Από μικρό παιδί τί κλοπές θα τον έβαζαν να κάνη! Ύστερα, όταν ήταν νέος, πόσα χρόνια θα έζησε μέσα στις φυλακές και θα καθοδηγήθηκε από άλλους έμπειρους φυλακισμένους. Αυτός θα μπορούσε να είχε κάνει όχι είκοσι αλλά σαράντα εγκλήματα και συγκρατήθηκε. Ενώ εγώ με την κληρονομικότητα και με την αγωγή που είχα, θα έπρεπε τώρα να έκανα θαύματα. Έκανα; Όχι. Άρα είμαι αναπολόγητος. Αλλά, ακόμη και είκοσι θαύματα αν έκανα, ενώ μπορούσα να κάνω σαράντα, πάλι θα ήμουν αναπολόγητος. Με αυτούς τους λογισμούς διώχνουμε την κατάκριση και ανοίγουμε μία ρωγμή στην σκληρή καρδιά μας.
(Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 111-113)
ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ιστορία την διαβάζουμε στην βιογραφία του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου:
Ένας άσωτος νέος στην Αλεξάνδρεια γοητεύτηκε από την ομορφιά μιας παντρεμένης γυναίκας, που ήταν παράδειγμα τιμιότητος και σωφροσύνης. Επειδή κατάλαβε πως ήταν αδύνατον να την παρασύρει στα δίχτυα του με άλλο τρόπο, πήγε σ’ έναν μάγο και του έταξε πολλά χρήματα, αν κατόρθωνε με την σκοτεινή του τεχνη να την φέρει στον σκοπό του. Ούτε έτσι όμως κατάφερε αυτό που ήθελε. Ο μάγος τότε, από εκδίκηση, έκανε να φαίνεται η νέα στα μάτια των ανθρώπων σαν φοράδα. Έτσι την βρήκε ο άνδρας της ένα βράδυ που γύρισε από την δουλειά του στο σπίτι του. Απαρηγόρητος για την συμφορά, φώναξε τους ιερείς να κάνουν αγιασμό και να προσευχηθούν γι’ αυτήν. Καταλάβαινε πως όλα αυτά οφείλονταν σε διαβολική ενέργεια. Βλέποντας όμως πως δεν γίνεται τίποτε, την τρίτη ημέρα έδεσε από τον λαιμό την δυστυχισμένη γυναίκα και την οδηγησε στον Όσιο Μακάριο, που η φήμη του είχε απλωθει σ’ όλη την Αίγυπτο.
Στον δρόμο τον σταματούσαν οι καλόγεροι και τον ρωτούσαν που πήγαινε εκείνη την φοράδα. Έτσι ο δυστυχισμένος αναγκαζόταν να διηγείται σ’ όλους την συμφορά του.
Όταν έφτασε στην σκήτη, είπαν οι αδελφοί στον Όσιο πως ένας άνθρωπος με μια φοράδα πήγαινε να τον επισκεφθεί.
- Πώς σας ξεγελά ο διάβολος, τους είπε εκείνος αυστηρά, και βλέπετε έτσι το λογικό πλάσμα του Θεού; Εγώ την βλέπω γυναίκα, όπως είναι στην πραγματικότητα.
Πήγε, τέλος, ο άνθρωπος, κι αφού έβαλε μετάνοια στον Γέροντα, του διηγήθηκε το κακό που τόσο ξαφνικά τον βρήκε. Ο Όσιος τον άκουσε με συμπόνια. Ύστερα έβαλε νερό σ’ ένα μικρό δοχείο, προσευχήθηκε, το ευλόγησε και ράντισε μ’ αυτό την δυστυχισμένη γυναίκα. Τότε την είδαν όλοι με την πραγματική μορφή της. Ο Όσιος τους εξήγησε πως το φαινόμενο εκείνο δεν ήταν τίποτε άλλο από φαντασία διαβολική. Κατόπιν είπε στην γυναίκα συμβουλευτικά:
- Μην λείπεις ποτέ από την εκκλησία, όταν γίνεται Λειτουργία, και να κοινωνείς συχνά, γιατί τούτο το κακό σε βρήκε επειδή έχεις μείνει πέντε έβδομάδες ακοινώνητη.
(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ.142)
Αναγκαίος ο περιορισμός των παιδιών ως την ενηλικίωση τους
Τα παιδιά πρέπει πάντα να αισθάνωνται ως ανάγκη μεγάλη τις συμβουλές,
ειδικά στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας, για να μη γλιστρήσουν στον γλυκό κατήφορο της κοσμικής κατηφόρας,
που γεμίζει την ψυχή από άγχος και την απομακρύνει αιώνια από τον Θεό.
Πρέπει να μπούν στο νόημα της υπακοής. Να καταλάβουν ότι στην υπακοή προς τους γονείς
κρύβεται το δικό τους συμφέρον, ώστε να υπακούουν με χαρά και να κινούνται ελεύθερα στον πνευματικό χώρο.
Βλέπετε, πώς περιορίζουμε την ελευθερία του μικρού παιδιού;
Το έμβρυο είναι περιορισμένο εννιά μήνες στην κοιλιά της μάνας του. Το νεογέννητο το βάζουν σε κούνια.
Έπειτα από πέντε-έξι μήνες του βάζουν και κάγκελα.
Αργότερα δεν το αφήνουν μόνο του έξω, για να μη χτυπήση, να μην γκρεμισθεί από καμμιά σκάλα.
Αν το αφήσουν ελεύθερο, θα πέσει και θα σκοτωθεί.
Όλα αυτά είναι απαραίτητα, για να μεγαλώσει το παιδί με ασφάλεια.
Φαίνεται ότι του στερούν την ελευθερία, αλλά δίχως αυτά τα μέτρα θα κινδύνευε να σκοτωθεί από την πρώτη στιγμή.
Τα παιδιά όμως δεν καταλαβαίνουν, ούτε όταν είναι μικρά, ότι χρειάζονται περιορισμό, αλλά ούτε όταν μεγαλώσουν,
ότι χρειάζονται άλλου είδους περιορισμό, γι’ αυτό ζητούν ελευθερία. Τί ελευθερία είναι αυτή;
Ελευθερία, για να κουτσουρευτούν; Με την ελευθερία αυτή φθάνουν στην καταστροφή.
Πρέπει να καταλάβουν ότι, μέχρι να τελειώσουν τις σπουδές τους, να πάρουν το πτυχίο τους, να ωριμάσουν,
για να γίνουν σωστοί άνθρωποι, χρειάζεται κάποιος περιορισμός. Γιατί, άμα κουτσουρευτούν μια φορά, θα καταστραφούν.
Πρέπει να αισθανθούν τον περιορισμό ως ανάγκη, ως ευλογία Θεού.
Να ευγνωμονούν τους γονείς τους που τους περιορίζουν. Να ξέρουν πώς, ό,τι κάνουν οι γονείς, το κάνουν από αγάπη.
Κανένας πατέρας, καμμιά μητέρα, δεν περιόρισαν το παιδί τους από κακότητα, έστω και αν του φέρθηκαν βάρβαρα.
Και αν οι γονείς σφίξουν λίγο παραπάνω τα παιδιά, και σ’ αυτό μέσα κρύβεται η πολλή τους αγάπη.
Από καλή διάθεση το κάνουν, για να είναι πιο συμμαζεμένα και να μην εκτίθενται σε κινδύνους.
Μπορεί και ένας κηπουρός να σφίξη το δενδράκι που φυτεύει με σύρμα για περισσότερη σιγουριά και να το πληγώση λίγο,
αλλά ο καλός Θεός, όταν πληγώνεται ο φλοιός του δένδρου, κλείνει σε λίγο την πληγή.
Και αν την πληγή του δένδρου κλείνει ο Θεός, πόσο μάλλον θα φροντίσει για το πλάσμα Του!
Αν δηλαδή οι γονείς έσφιξαν το παιδί λιγάκι παραπάνω και λίγο πληγώθηκε, δεν θα το θεραπεύσει ο Θεός;
Και τα παιδιά πρέπει να συζητούν με τους γονείς τους, να τους λένε τους λογισμούς τους.
Όπως ο μοναχός στο μοναστήρι έχει τον Γέροντά του, στον οποίο λέει τους λογισμούς του και βοηθιέται,
έτσι και το παιδί πρέπει να έχει μια αναφορά στους γονείς.
Κανονικά το παιδί πρέπει να εξομολογείται πρώτα στην μητέρα και μετά στον Πνευματικό.
Γιατί, όπως όταν χτυπήσει το παιδί το πόδι του, οι γονείς πηγαίνουν μαζί του στον γιατρό και ρωτούν τί πρέπει να κάνουν,
για να θεραπευθή το πόδι, έτσι πρέπει να ξέρουν και τί προβλήματα έχει το παιδί, για να το βοηθήσουν.
Αν το παιδί λέει τα προβλήματά του μόνο στον Πνευματικό, πώς μπορούν οι γονείς να το βοηθήσουν,
αφού δεν ξέρουν τί το απασχολεί;
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 128-130)
"Να διαβάζεις πολύ την Αγία Γραφή"
"Όταν διαβάζεις στην Αγία Γραφή, μου έλεγε ο Γέροντας, γιατί πρέπει να τη διαβάζεις συνέχεια για να φωτισθείς,
ή τους βίους Αγίων, ή τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, και βρίσκεις κάποια πρόταση ή λέξη που σου έκανε εντύπωση,
να σταματάς εκεί αρκετά, να την ψάχνεις καλά και θα δείς πόσο θα ωφελείσαι απ' αυτό".
"Να διαβάζεις, μου έλεγε μιά άλλη φορά, πάρα πολύ για να σου φωτίσει ο Θεός το νού.
Ξέρεις, εγώ διάβαζα πάρα πολύ και μάλιστα, για να μη με ενοχλούν,
ανέβαινα πάνω σε ένα δέντρο με μια σκάλα που είχα φτιάξει και που την τραβούσα επάνω όταν ανέβαινα,
ώστε να μη με βλέπουν και με ενοχλούν, και εκεί ασχολούμουν με τις ώρες με τη μελέτη".
[Τζ 137]
"Δε θυμάμαι όσα διαβάζω"
Στην ερώτηση μου ότι δεν τα θυμάμαι όλα όσα διαβάζω, μου απάντησε ο Παππούλης ως εξής:"Να ξέρεις, παιδί μου,
ότι τα πάντα εναποθηκεύονται μέσα στη μνήμη μας και, όταν ο Χριστός κρίνει κατάλληλη την ώρα,
μας τα αποκαλύπτει". Σε μία αποκάλυψη για ένα γεγονός που είχε γίνει προ 50 ετών, μου είπε:"Ο Θεός,
να έχεις πάντα υπόψη σου, ότι τα βλέπει όλα και τα παρακολουθεί όλα.
Καμία πλάκα της φωτογραφικής του μηχανής δεν καταστρέφεται".
[Τζ 138]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, σελ.135-136)
Αιωνιότητα
ήρθε απ’ τον Ουρανό και βεβαιώνει
Ποιος ήρθε από κει και βεβαίωσε για τα εκεί;
Πες σ’ αυτόν που ρωτάει: «Από τους ανθρώπους μεν κανένας.
Όμως ο Κύριος των αγγέλων όλα με ακρίβεια μας τα φανέρωσε.
Ε.Π.Ε. 9,434
το ίδιο τέλος για όλους;
Μα είναι δίκαιο να βρεθούν στην ίδια μοίρα οι ενάρετοι και ευσεβείς,
που εργάστηκαν κάθε αρετή, με τους μοιχούς, τους πατροκτόνους, τους δολοφόνους, τους τυμβωρύχους;
Ποιά λογική το λέει αυτό;
Ε.Π.Ε. 9,434
την ζητάει η δικαιοσύνη του Θεού
Λες: Είναι φιλάνθρωπος ο Θεός, και γι’ αυτό δεν τιμωρεί.
Δηλαδή, αν κολάσει τους ασεβείς, δεν θα ‘ναι φιλάνθρωπος;
Βλέπεις σε τί βλάστημα λόγια οδηγεί ο διάβολος;
Λοιπόν, ρωτάω: οι μοναχοί, που πήγαν στα βουνά και επέδειξαν πάρα πολύ μεγάλη άσκηση,
θα φύγουν απ’ αυτό τον κόσμο αστεφάνωτοι;
Αν δεν τιμωρούνται οι κακοί και δεν υπάρχει για κανέναν ανταπόδοση,
τότε θα πει κάποιος, ότι ούτε οι αγαθοί βραβεύονται.
Ναι, λέει (απερίσκεπτα), διότι αυτό αρμόζει στον Θεό,
να υπάρχει μόνο βασιλεία, να μην υπάρχει κόλασις!
Δηλαδή, ο πόρνος κι ο μοιχός και όποιος έκανε άπειρα κακά,
θα απόλαυσει τα ίδια με εκείνον που αγωνίστηκε κι επέδειξε σωφροσύνη και αγιότητα;
Το ίδιο τέλος περιμένει έναν Παύλο κι ένα Νέρωνα;
Ή μάλλον, τον Παύλο και το διάβολο;
Ε.Π.Ε. 17,454
διαφορά σε παράδεισο και σε κόλαση
Θα είναι μεγάλη η διαφορά στην λαμπρότητα τότε, αν και η ανάσταση είναι μία...
Δείχνει, ότι ούτε δίκαιοι και αμαρτωλοί θ’ αξιωθούν των ιδίων,
ούτε δίκαιοι το ίδιο με άλλους δικαίους θα δοξαστούν,
ούτε αμαρτωλοί και αμαρτωλοί θα έχουν όλοι την ίδια τύχη.
Ε.Π.Ε. 18α,680
καιρός στεφάνων, ανάπαυσις!
Η παρούσα ζωή είναι για μετάνοια, η άλλη για την κρίση του Θεού.
Η παρούσα για αγώνες, η άλλη για στεφάνια.
Η παρούσα για κόπο, η άλλη για ανάπαυση.
Η παρούσα για κούραση, η άλλη για πληρωμή.
Ε.Π.Ε. 30,318
μας περιμένει
Δεν περιορίζεται στα όρια τούτου του κόσμου η ζωή μας.
Το δείχνουν οι δοκιμασίες. Ποτέ δεν μπορεί ν’ ανεχτεί ο Θεός να μην ανταμειφτούν
όσοι μύρια υποφέρουν κακά και περνούν τη ζωή τους με αναρίθμητους κινδύνους.
Δεν μπορεί, θα ανταμειφθούν οπωσδήποτε με μεγαλύτερες δωρεές.
Κι αφού θα τους ανταμείψει, είναι ολοφάνερο πως ετοίμασε άλλη ζωή,
αυτό λάμπει σαν πραγματικότητα πιο πολύ από τον ήλιο.
Στην αιώνια ζωή, λοιπόν, θα στεφανώσει τους ενάρετους. Θα τους βραβεύσει νικητές τους αθλητές της ευσεβείας μπροστά σε όλη την οικουμένη. Ε.Π.Ε. 31,604
το ίδιο τέλος για όλους;
Αν δεν υπάρχει καιρός μετά την εδώ ζωή, οι άγιοι θα φύγουν αδικημένοι και οι άδικοι ευεργετημένοι. Αν δεν υπάρχει η άλλη ζωή, πώς θ’ απονεμηθεί το δίκαιο; Είναι, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη να υπάρχει η άλλη ζωή, όπου η δικαιοσύνη θα δοθεί στον καθένα κατ’ αξίαν.
Γιατί, αν δεν υπάρχει, πώς θα λειτουργήσει η δικαιοσύνη; Και αν, όπως λες, δεν υπάρχει άλλη ζωή, τότε ο Θεός δεν είναι δίκαιος. Αλλ’ ένας Θεός, που δεν είναι δίκαιος, είναι ανύπαρκτος. Ε.Π.Ε. 34,592
(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, Τόμος Α΄, σελ. 124-126)