


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ εγκρατευτές σ’ αυτήν την έρημο, έλεγε ένας από τους Πατέρες, που εβδομήντα ολόκληρα χρόνια δεν έβαλαν στο στόμα τους τίποτε άλλο εκτός από αγριοβότανα και καρπούς φοινίκων.
ΚΑΠΟΙΟΣ πολύ γέρος Ερημίτης αρρώστησε και βασανιζόταν μόνος του, γιατί δεν βρισκόταν σ’ εκείνη την ερημιά άνθρωπος να τον φροντίσει.
Βλέποντας την υπομονή του ο Θεός, φώτισε ένα νέο μοναχό να πάει ως την καλύβα του. Κι όπως τον βρήκε βαριά άρρωστο, στάθηκε με αγάπη στο πλευρό του να τον ανακουφίσει. Τον έπλυνε, του έφτιαξε ένα αχυρένιο στρώμα και του μαγείρεψε λίγο φαγητό.
- Πίστεψέ με, αδελφέ, του είπε μ’ ευγνωμοσύνη ο Γέροντας, πως είχα εντελώς ξεχάσει ότι υπάρχουν τέτοιες αναπαύσεις στους ανθρώπους.
Την άλλη μέρα ο αδελφός του έφερε λίγο κρασί για να τον τονώσει. Όταν το είδε ο Γέροντας, δάκρυσε και ψιθύρισε:
- Τέτοια περιποίηση δεν την περίμενα μέχρι τον θανατό μου.
Ο ΑΒΒΑΣ Ιωσήφ συμβουλεύτηκε τον Όσιο Ποιμένα πως να εγκρατεύεται στο φαγητό.
- Τρώγε λίγο κάθε ημέρα, του είπε ο Γέροντας, αλλά χωρίς να χορταίνεις.
- Όταν ήσουν νέος, Αββά, δεν έτρωγες κάθε δυό μέρες;
- Κι ολόκληρη βδομάδα εμενα άσιτος, πρόσθεσε ο Όσιος. Αλλά οι Πατέρες, που δοκίμασαν πολλών ειδών ασκήσεις, βρήκαν πως πιο ωφέλιμο για τον μοναχό είναι να τρώει λίγο κάθε μέρα. Αυτή είναι η μέση και βασιλική οδός. Οι υπερβολές είναι των δαιμόνων.
(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ. 89-90 )
Η αγία τράπεζα στις φλόγες
Τον περασμένο αιώνα στη Μικρασία έζησε ένας άγιος αλλ’ αφανής λευίτης, ο π. Ιωάννης. Ήταν έγγαμος, οικογενειάρχης, από το Γκέλβερι της Καππαδοκίας. Τις καθημερινές εργαζόταν στα χωράφια, ενώ τις Κυριακές και τις γιορτές λειτουργούσε στην εκκλησία. Στη θεία λειτουργία σχεδόν πάντοτε ξεσπούσε σε δάκρυα και αναστεναγμούς. Την ώρα μάλιστα του καθαγιασμού η κατάνυξη του κορυφωνόταν. Οι ψάλτες έψαλλαν το « Σε υμνούμεν…» όσο πιο αργά μπορούσαν, αλλά εκείνος καθυστερούσε πέντε, δέκα, δεκαπέντε λεπτά ή και περισσότερο. Έτσι κι εκείνοι επαναλάμβαναν τον ύμνο μέχρι πέντε ή έξι φορές. Τελικά, πλησίασαν κάποτε τους επιτρόπους και τους είπαν το πρόβλημα τους. Εκείνοι με τη σειρά τους το διαβίβασαν στο λειτουργό.
-Πάτερ Ιωάννη, συχνά καθυστερείς την ώρα του καθαγιασμού. Οι ψάλτες και ο λαός έξω σε περιμένουν πολλή ώρα. Δεν μπορείς να λες πιο σύντομα την ευχή, για να μη γίνεται χασμωδία;
-Πώς θα γίνει αυτό;
-Είναι εύκολο. Εκεί που είσαι πεσμένος μπρούμυτα, να σηκώνεσαι, να σταυρώνεις τα τίμια Δώρα, να λες την ευχή και να τελειώνεις.
-Την ευχή τη γνωρίζω, είναι γραμμένη και στη φυλλάδα, αλλά δεν μπορώ.
-Γιατί δεν μπορείς, πάτερ; Συγχώρεσε μας, αλλά δεν είναι δύσκολο!
-Αυτό δεν εξαρτάται από μένα, απάντησε ο π. Ιωάννης. Μόλις αρχίσω να διαβάζω την ευχή, η αγία τράπεζα κυκλώνεται από θεϊκή φωτιά που φτάνει τα δύο –τρία μέτρα ύψος. Έτσι δεν μπορώ να πλησιάσω και να σφραγίσω τα τίμια Δώρα. Με πιάνει φόβος και τρόμος. Δεν ξέρω τί να κάνω. Πέφτω τότε στο έδαφος, κλαίω, αναστενάζω και ικετεύω τον Κύριο να παραμερίσει τις φλόγες για να συνεχίσω. ΄Υστερα σηκώνω τα μάτια. Αν έχουν χαθεί οι φλόγες, σηκώνομαι και σφραγίζω τα τίμια Δώρα. Αν όχι, τότε συνεχίζω την ικεσία με δάκρυα και στεναγμούς μέχρι να σβήσει η φωτιά ή να βρεθεί άλλος τρόπος, που θα μου επιτρέψει να μην καώ. Πότε- πότε σβήνει η φωτιά και γίνονται όλα όπως πριν. Άλλοτε πάλι χωρίζουν οι φλόγες, δεξιά κι αριστερά σχηματίζοντας καμάρα, οπότε κάνω το τόλμημα, πλησιάζω τρέμοντας και σφραγίζω τα τίμια Δώρα.
Ακούγοντας οι χριστιανοί αυτά τα εξαίσια δεν τον ενόχλησαν άλλη φορά. Ήταν άλλωστε πολύ ευλαβής και εξαιρετικά κατανυκτικός όταν λειτουργούσε. Γι’ αυτό στην ενορία του εκκλησιάζονταν πιστοί κι από γειτονικά χωριά, που περπατούσαν ώρες για να φτάσουν. Μερικές φορές έρχονταν στη λειτουργία χίλιοι και περισσότεροι πιστοί. Και όλοι αυτοί κατανύγονταν κι έκλαιγαν. Στο τέλος μάλιστα της θείας αυτής μυσταγωγίας, το δάπεδο της εκκλησίας ήταν βρεγμένο από τα δάκρυα τους, λες και κάποιος είχε ρίξει νερό!
( Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία, Ι. Μονή Παρακλήτου, σελ.83-85)
Η συζήτησις με τον φιλόσοφο
Κάποια άλλη φορά ο όσιος Ανδρέας παρακολουθούσε την συζήτησι ενός φιλοσόφου με τον νεαρό Επιφάνιο. Σε μια στιγμή ο όσιος λέει στον φιλόσοφο:
-Κουράστηκες, φιλόσοφε, αλλά κοντεύης να τελειώσης το βιβλίο. Προσορμίζεις πια το πλοίο στο λιμάνι του προορισμού του. Σε τρεις ημέρες!
Ο φιλόσοφος ξαφνιάστηκε, και μην εννοώντας τα λεγόμενα του, ρώτησε τον Επιφάνιο:
-Ποιος είναι αυτός ο ζητιάνος;
-Μην του δίνης σημασία, απήντησε εκείνος. Από την υπερβολική μελέτη έχασε τα λογικά του και δεν ξέρει τί λέει.
-Κι όμως, αυτά που είπε, μου φαίνονται πολύ αποκαλυπτικά, επέμενε ο φιλόσοφος.
-Σε προειδοποιώ, συνέχισε ο όσιος. Πήγαινε και ετοιμάσου.
-Τί να ετοιμάσω; ρώτησε με έκπληξι ο φιλόσοφος. Δεν καταλαβαίνω.
Τότε ο όσιος του μίλησε πιο καθαρά και του είπε:
-Ετοίμασε κεριά και λιβάνια. Πλύνε ό, τι ρούχα χρειάζονται για την ταφή σου και μοίρασε χρήματα στους φτωχούς.
-Και πώς θα βεβαιωθώ ότι αυτό πράγματι θα μου συμβή; ρώτησε πάλι ο φιλόσοφος.
Τότε ο μακάριος Ανδρέας φανέρωσε το όνειρο που είδε ο φιλόσοφος την προηγούμενη νύχτα στον ύπνο του. Ότι κρατούσε δηλαδή ένα βιβλίο και διάβαζε και ότι, όταν έφθασε προς το τέλος του βιβλίου και έμεναν ακόμη τρία φύλλα, τα κινούσε με το δεξί του χέρι και έλεγε στον εαυτό του : « Ακόμη, ψυχή μου, τρία φύλλα μας έμειναν και το βιβλίο θα τελειώση».
Ακούγοντας ο φιλόσοφος το όνειρο που είχε δει ο ίδιος, απόρησε και είπε στον Επιφάνιο:
-Μα την αλήθεια, τα φανέρωσε όλα, όπως ακριβώς τα είδα αυτήν την νύχτα.
Τότε ο Επιφάνιος του μίλησε σχετικά με τον όσιο και του τόνισε ότι κάθε λόγος έχει και κάποιο νόημα.
-Πήγαινε τώρα, του είπε τέλος, και ετοιμάσου για την εκδημία σου.
Εκείνος πείσθηκε αμέσως στα λόγια του, τακτοποίησε όλες τις υποθέσεις του, και στις τρεις ημέρες έφυγε από την ζωή αυτή ευχαριστώντας τον Κύριο.
( Όσιος Ανδρέας…)
( Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Α΄, σελ.111-112)
" Ο παλαιός άνθρωπος δε θα μας απασχολεί "
Για να κόβουμε τα πάθη μας, ο Παππούλης μου είπε μία μέρα το εξής παράδειγμα :
Έχουμε, παιδί μου, έναν κήπο που υπάρχουν φυτρωμένα λουλούδια από τη μια μεριά, και αγκάθια από την άλλη. Υπάρχει και μία βρύση σ' αυτό το μέρος που τα ποτίζει. Όταν έχουμε γυρισμένο το νερό της βρύσης προς τη μεριά των λουλουδιών, θα μεγαλώσουν τα λουλούδια. Και τα αγκάθια, λόγω έλλειψης νερού, θα ξεραθούν. Έτσι πρέπει να κάνουμε και με τις πράξεις μας.
Όταν συνεχώς πράττομε το καλό, σιγά σιγά θα εκλείψουν οι κακές συνήθειές μας. Ο παλαιός άνθρωπος που υπάρχει μέσα μας θα φωλιάσει στην κρυψώνα του και δε θα μας απασχολεί. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται αδιάλειπτη προσευχή και αγώνας για την αρετή ".
[Τζ 106π.]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.287-288)
Ο πατριάρχης Αντιοχείας Εφραίμιος ( 527-546) είχε θερμό ζήλο για την ορθόδοξη πίστη. Όταν λοιπόν άκουσε ότι στην περιοχή της Ιεραπόλεως ασκήτευε κάποιος αιρετικός στυλίτης, πήγε κοντά του για να τον επαναφέρη στην Ορθοδοξία.
Αφού συζήτησαν αρκετά, ο στυλίτης επέμενε και ζήτησε έμπρακτες αποδείξεις.
-Δηλαδή τί θέλεις; Με τί τρόπο να σου αποδείξω την ορθότητα των δογμάτων μας;
-Να, κύριε πατριάρχη, αποκρίθηκε ο στυλίτης. Ν’ ανάψουμε μια φωτιά και να μπούμε και οι δύο μέσα! Όποιος δεν καή, αυτός θα είναι πραγματικά ορθόδοξος.
Τότε ο θείος Εφραίμιος του λέει:
-Έπρεπε, παιδί μου, να μ’ ακούσης σαν πατέρα και τίποτε περισσότερο να μη ζητήσης. Επειδή όμως ζήτησες απόδειξη που ξεπερνά τις δικές μου δυνάμεις, θα εμπιστευθώ στον Κύριο μου και θα το κάνω αυτό για τη σωτηρία της ψυχής σου!
Γυρίζει μετά στους ακολούθους του και τους παραγγέλλει:
-Ευλογητός ο Θεός. Φέρτε εδώ μερικά ξύλα.
Και αφού τα έφεραν, ανάβει φωτιά ο πατριάρχης μπροστά στον στύλο και απευθύνεται στον στυλίτη:
-Κατέβα λοιπόν να μπούμε και οι δύο στη φωτιά αυτή, όπως ζήτησες.
Κατάπληκτος εκείνος για την πίστη του πατριάρχη, αρνείται να κατεβή.
-Εσύ δεν το πρότεινες αυτό; του λέει ο πατριάρχης. Πώς τώρα αρνείσαι να κατέβης;
Τότε ο θείος Εφραίμιος έβγαλε το ωμοφόριο του, πλησίασε τη φωτιά και προσευχήθηκε:
-Κύριε Ιησού Χριστέ, ο οποίος σαρκώθηκες για τη σωτηρία μας από τη Δέσποινα μας Αειπάρθενη Θεοτόκο, φανέρωσε μας την αληθινή πίστη.
Μόλις τελείωσε την προσευχή αυτή, πέταξε το ωμοφόριο στη μέση της φωτιάς. Η φωτιά άναβε πολλή ώρα και αποτέφρωσε όλα τα ξύλα. Μόλις έσβησε, πλησίασαν και πήραν το ωμοφόριο σώο και αβλαβές, χωρίς ίχνος καψίματος.
Ο στυλίτης, συγκλονισμένος, αναθεμάτισε την αίρεση στην οποία πίστευε, προσήλθε στην Ορθοδοξία και σύντομα κοινώνησε από τα χέρια του πατριάρχη.
( Λειμωνάριον)
( Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι.Μονή Παρακλήτου, τόμος Γ΄,σελ.191-192)
Επειδή είπε, «τέκνο μου», πρόσθεσε, «από το Θεό Πατέρα», για να ενθαρρύνει την ψυχή του και να μάθει τίνος είναι τέκνο, και ότι όχι με το να πει μόνο «ως προς την κοινή πίστη», αλλά και με το να προσθέσει «από τον Πατέρα μας», δείχνει την ισοτιμία του. Και πρόσεχε πως εκείνα που εύχεται στους μαθητές και στους πολλούς, αυτά εύχεται και στο διδάσκαλο. Γιατί το ίδιο και αυτός έχει ανάγκη απ’ αυτές τις ευχές, και τόσο πολύ περισσότερο από εκείνους, όσο και περισσότερες έχθρες έχει, καθώς και περισσότερες ανάγκες για σύγκρουση με το Θεό. Γιατί όσο μεγάλο είναι το αξίωμα, τόσο μεγαλύτεροι και οι κίνδυνοι για τον ιερωμένο. Αρκεί και ένα μόνο κατόρθωμα του επισκόπου να τον ανεβάσει στον ουρανό, και ένα αμάρτημα να τον ρίξει στην κόλαση.
Για ν’ αφήσω δηλαδή κατά μέρος όλα τα άλλα που συμβαίνουν κάθε ήμερα, αν συμβεί ποτέ να τοποθετήσει ή από φιλία ή από κάποιαν άλλη αιτία έναν ανάξιο σε εκκλησιαστικό αξίωμα και να του αναθέσει την εξουσία μιας μεγάλης πόλης, πρόσεχε για πόση φωτιά καθιστά τον εαυτό του ένοχο. Πράγματι θα δώσει λόγο όχι μόνο για τις ψυχές που χάνονται (γιατί τις καταστρέφει αυτός επειδή είναι ασεβής), αλλά και για όλες τις πράξεις του. Εκείνος δηλαδή που ήταν ασεβής ως ιδιώτης, θα είναι πολύ περισσότερο όταν καταλάβει την εξουσία˙ επιθυμητό όμως είναι να παραμείνει ο ευλαβής τέτοιος όταν αναλάβει το αξίωμα. Πραγματικά και η κενοδοξία επιτίθεται τότε σφοδρότερα και η επιθυμία των χρημάτων και η αυθάδεια, γιατί η εξουσία παρέχει αυτή τη δυνατότητα, και προσκόμματα και ύβρεις και βλασφημίες και άπειρα άλλα. Αν λοιπόν κάποιος είναι ασεβής, θα γίνει περισσότερο ασεβέστερος όταν αναλάβει τέτοιο αξίωμα. Όταν λοιπόν τοποθετήσει έναν τέτοιο άρχοντα, θα είναι υπεύθυνος για όλα τα αμαρτήματά του, αλλά και για ολόκληρα πλήθη λαού.
Αν εκείνος που σκανδαλίζει μία ψυχή, «είναι προτιμότερο γι’ αυτόν να κρεμάσει μυλόπετρα στο λαιμό του και να καταποντισθεί στα βάθη της θάλασσας», τι θα υποστεί εκείνος που σκανδαλίζει τόσες ψυχές, πόλεις ολόκληρες και λαούς και άπειρες ψυχές, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, κατοίκους πόλεων, γεωργούς, τους κατοίκους της πόλης εκείνης, τους κατοίκους των άλλων πόλεων που βρίσκονται υπό την εξουσία εκείνης; Γιατί, και αν ακόμη αναφέρεις κάποιαν άλλη τριπλάσια ποινή, δε θα πεις τίποτε˙ για τόσο μεγάλη ποινή και τιμωρία θα είναι ένοχος. Επομένως αυτός πιο πολύ χρειάζεται τη χάρη και την ειρήνη του Θεού. Γιατί, αν δεν κυβερνά το λαό μ’ αυτή, όλα θα χαθούν και θα καταστραφούν, αφού το πηδάλιο δεν θα βρίσκεται σ’ αυτόν. Και αν ακόμη είναι γνώστης της κυβερνητικής τέχνης, αν δεν έχει αυτό το πηδάλιο, δηλαδή τη χάρη και την ειρήνη που δίνει ο Θεός, θα καταποντίσει το σκάφος και όσους ταξιδεύουν μ’ αυτό. Γι’ αυτό εγώ φθάνω στο να θαυμάζω εκείνους που επιθυμούν ένα τόσο υψηλό αξίωμα.
Άθλιε άνθρωπε και ταλαίπωρε, δε βλέπεις τι πράγμα επιθυμείς; Αν είσαι μόνος σου και άγνωστος και άσημος, έστω και αν διαπράξεις άπειρα αμαρτήματα, θα δώσεις λόγο για μια ψυχή και γι’ αυτήν θα υποστείς την τιμωρία μόνο˙ όταν όμως ανεβείς σ’ αυτή την εξουσία, σκέψου για πόσους ανθρώπους θα τιμωρηθείς. Άκου τον Παύλο που λέγει˙ «να υπακούτε και να υποτάσσεστε στους προϊσταμένους σας, γιατί αυτοί αγρυπνούν για τις ψυχές σας, επειδή θα δώσουν λόγο στο Θεό». Μήπως όμως επιθυμείς τιμή και εξουσία; Και ποια η ευχαρίστηση από αυτή την τιμή; Γιατί πραγματικά ούτε αυτό βλέπω˙ ότι δηλαδή δεν είναι δυνατό να είναι αληθινά άρχοντας. Πώς; Γιατί στην εξουσία των αρχομένων ανήκει η υπακοή. Και αν κανείς ήθελε εξετάσει ακριβώς το πράγμα, δεν έρχεται ένας τέτοιος στο ν’ ασκήσει εξουσία, αλλά στο να υπηρετεί άπειρους κυρίους που επιθυμούν και λέγουν τα αντίθετα. Γιατί ό,τι εγκωμιάζει ο ένας, το κατηγορεί ο άλλος˙ ό,τι ψέγει αυτός, το θαυμάζει ο άλλος. Ποιόν λοιπόν πρέπει ν’ ακούσει, σε ποιόν να πεισθεί; Δεν είναι δυνατό σε κανένα. Και ο δούλος, αν ο κύριος του προστάξει αντίθετα, δυσανασχετεί, εσύ όμως, αν λυπηθείς όταν τόσο πολλοί κύριοι προστάζουν αντίθετα, θα τιμωρηθείς και γι’ αυτό, επειδή ανοίγεις τα στόματα όλων εναντίον σου. Αυτό λοιπόν, πες μου, είναι τιμή; αυτό είναι αρχηγία; αυτό εξουσία;
Είπε ο επίσκοπος να προσφέρουν χρήματα. Αν κανείς δε θέλει όχι μόνο δεν προσφέρει, αλλά και για να μη φανεί, ότι το κάνει αυτό από αδιαφορία, κατηγορεί αυτόν που έδωσε την εντολή. ‘Κλέβει’, λέγει, ‘αρπάζει, καταπίνει τα πράγματα των φτωχών, κατατρώγει τις περιουσίες των φτωχών’. Σταμάτησε τις κατηγορίες. Μέχρι πότε θα τα λες αυτά; Δε θέλεις να προσφέρεις χρήματα; Κανείς δε σ’ αναγκάζει, κανείς δε σε πιέζει˙ γιατί κατηγορείς αυτόν που παραινεί και συμβουλεύει; Όμως βρέθηκε κάποιος σε ανάγκη, και εκείνος δε βοήθησε ή γιατί δεν μπόρεσε ή γιατί ασχολήθηκε με κάτι άλλο. Δεν υπάρχει καμμιά συγγνώμη, αλλά πάλι οι κατηγορίες είναι χειρότερες από τις προηγούμενες. Αυτό λοιπόν είναι εξουσία; Και δεν μπορεί να τιμωρήσει, γιατί είναι σπλάχνα δικά του. Και όπως τα σπλάχνα, όταν εξογκώνονται ή προκαλούν πόνο και στο κεφάλι και στο υπόλοιπο σώμα, δεν τολμούμε να τα τιμωρήσουμε (δεν παίρνουμε δηλαδή το ξίφος να τα κόψουμε), έτσι και αν υπάρχει ένας τέτοιος από το ποίμνιο που μας προκαλεί πόνους και στενοχώριες από τις κατηγορίες αυτές, δεν τολμούμε να τον τιμωρήσουμε˙ γιατί αυτά βρίσκονται μακριά από την πατρική ψυχή και αναγκαστικά υποφέρουμε τον πόνο μέχρι που να γίνει εκείνος εντελώς καλά.
Ο αγορασμένος υπηρέτης με χρήματα έχει διαταγή να κάνει κάποιο έργο, και αν το εκτελέσει, γίνεται στη συνέχεια κύριος του εαυτού του. Οι ασχολίες όμως του επισκόπου απλώνονται παντού και του ζητούν πολλά πάνω από τις δυνάμεις του˙ αν δεν έχει την ικανότητα να μιλάει, πολύς είναι ο γογγυσμός˙ αν όμως έχει την ικανότητα να μιλάει, πάλι κατηγορίες˙ ‘ματαιόδοξος είναι’˙ αν δεν ανασταίνει νεκρούς, ‘δεν αξίζει’, λέγει, ‘καθόλου˙ ο τάδε είναι ευσεβής, αυτός, όμως όχι’. Αν η τροφή του είναι μέτρια, πάλι κατηγορίες˙ ‘έπρεπε να είχε απαγχονισθεί’, λέγει. Αν κάποιος τον δει να λούζεται, πολλές κατηγορίες˙ ‘πρέπει να μη βλέπει καθόλου τον ήλιο’, λέγει. Αν κάνει τα ίδια που κάνω εγώ, και λούζεται και τρώει και πίνει και ρούχα φοράει και φροντίζει για το σπίτι και τους υπηρέτες, για ποιό λόγο είναι προϊστάμενός μου;
’Έχει όμως και υπηρέτες’, λέγει, ‘που τον υπηρετούν, και μεταφέρεται πάνω σε όνο˙ για ποιό λοιπόν λόγο είναι προϊστάμενός μου;’ Αλλά, πες μου, δεν πρέπει να έχει τον υπηρέτη του, αλλ’ ο ίδιος ν’ ανάβει τη φωτιά και να κουβαλάει νερό και να κόβει τα ξύλα και να πηγαίνει στην αγορά; Και πόση ντροπή δεν είναι αυτό το πράγμα; Και οι άγιοι εκείνοι άνδρες, οι απόστολοι, δε θέλουν ν’ ασχολείται με τη διακονία των χηρών εκείνος που αφοσιώνεται στο κήρυγμα, αλλά θεωρούν το πράγμα τούτο ανάξιο γι’ αυτόν˙ εσύ λοιπό κατεβάζεις αυτόν και στην υπηρεσία των υπηρετών σου; Γιατί εσύ, που τα προστάζεις αυτά, δεν τα παραβλέπεις αλλά τα εκτελείς; Πες μου, δε σου προσφέρει μεγαλύτερη υπηρεσία από τη δική σου φροντίδα που δείχνεις για τα σωματικά; Γιατί δε στέλνεις το δούλο σου στην υπηρεσία του; Ο Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών˙ εσύ αν προσφέρεις κάποια υπηρεσία στο διδάσκαλο κάνεις κάτι μεγάλο; Αλλ’ ούτε εσύ θέλεις να προσφέρεις και αυτόν τον εμποδίζεις.
Τι δηλαδή; από τον ουρανό πρέπει να ζει; Αλλ’ ο θεός δε θέλει έτσι. Τι λοιπόν; ‘οι απόστολοι, λέγει, ‘είχαν ελεύθερους ανθρώπους που τους υπηρετούσαν;’ Θέλεις ν’ ακούσεις και αυτό, πώς δηλαδή ζούσαν οι απόστολοι; Ταξίδευαν, και άνδρες ελεύθεροι και ευγενείς γυναίκες έβαζαν σε κίνδυνο και τις ψυχές και τα κεφάλια τους για την ανάπαυση εκείνων. Άκου όμως και τον μακάριο Παύλο που συμβουλεύει και λέγει˙ «τέτοιους ανθρώπους να τους τιμάτε»˙ και πάλι, «για το έργο του Θεού έφθασε κοντά στο θάνατο, ριψοκινδυνεύοντας τη ζωή του, για ν’ αναπληρώσει την έλλειψη της υπηρεσίας σας προς εμένα». Βλέπεις τι λέγει; Εσύ όμως ούτε ένα λόγο λες για τον πατέρα σου, ούτε βέβαια αναλαμβάνεις τόσο μεγάλο κίνδυνο.
‘Αλλά’, λέγει, ‘δεν πρέπει να λούζεται’. Πες μου, γιατί; που αυτό απαγορεύεται; Ούτε βέβαια η ακαθαρσία είναι καλό πράγμα. Πουθενά δε βλέπουμε αυτά ούτε να κατηγορούνται ούτε να θαυμάζονται. Γιατί άλλα είναι εκείνα που πρόσταξε να έχει ο επίσκοπος˙ να είναι αδιάβλητος, συνετός, κόσμιος, φιλόξενος, καλός διδάσκαλος. Αυτά απαιτεί ο απόστολος, αυτά πρέπει να επιζητεί κανείς από τον άρχοντα και τίποτε περισσότερο. Δεν είσαι εσύ ακριβέστερος από τον Παύλο, ή καλύτερα δεν είσαι ακριβέστερος από το άγιο Πνεύμα. Αν είναι φίλερις ή μέθυσος ή βίαιος και σκληρός, να κατηγορείς. Αυτά είναι ανάξια για τον επίσκοπο. Αν ζει με απολαύσεις, και αυτό είναι κατηγορία. Αν όμως περιποιείται το σώμα του για να σε υπηρετεί και αν το φροντίζει για να σου είναι χρήσιμος, πρέπει γι’ αυτά να κατηγορείται;
Δεν ξέρεις ότι η ασθένεια του σώματος δεν είναι κατώτερη από την ασθένεια της ψυχής και ότι βλάπτει και εμάς και την Εκκλησία; Για ποιό λόγο τη θεραπεύει ο Παύλος γράφοντας στον Τιμόθεο, «να χρησιμοποιείς και λίγο κρασί εξαιτίας του στομαχιού σου και των συχνών ασθενειών σου»; Γιατί, αν κατορθώνουμε την αρετή μόνο με την ψυχή, δεν έπρεπε να φροντίζουμε για το σώμα. Και γενικά γιατί γίναμε έτσι; Αν είναι μεγάλη η προσφορά του σώματος, πώς δεν είναι η χειρότερη ανοησία να το παραμελούμε; Έστω κάποιος που έχει τιμηθεί με το αξίωμα του επισκόπου και έχει αναλάβει την προστασία του λαού της Εκκλησίας, και έστω ότι είναι ενάρετος στα άλλα και έχει όλα εκείνα που πρέπει να έχει ο ιερωμένος, είναι όμως πάντοτε δεμένος στο κρεββάτι από ισχυρή αρρώστια˙ τι θα μπορέσει να ωφελήσει αυτός; ποιά περιοδεία θα μπορέσει να κάνει; ποιές επισκέψεις θα κάνει; ποιόν θα επιπλήξει; ποιόν θα νουθετήσει;
Αυτά τα είπα για να μάθετε να μην κατηγορείτε γενικά τους ιερωμένους, για να μάθετε περισσότερο να τους δέχεστε, και αν κάποιος επιθυμεί την εξουσία, βλέποντας τις πολλές κατηγορίες, να σβήσει την επιθυμία αυτή. Είναι πραγματικά μεγάλος ο κίνδυνος και έχει ανάγκη από τη χάρη και την ειρήνη του Θεού, την οποία να εύχεστε να είναι σε μένα πολλή, όπως και εγώ εύχομαι να είναι σε σας. (ΕΠΕ 24,23-33)
Το αξίωμα της διδασκαλίας και της ιερωσύνης είναι μεγάλο και θαυμαστό και πραγματικά χρειάζεται την ψήφο του Θεού, ώστε να υποδειχθεί ο άξιος γι’ αυτό. Έτσι γινόταν και παλιά, έτσι γίνεται και τώρα, όταν κάμνουμε τις εκλογές χωρίς ανθρώπινο πάθος, όταν δεν αποβλέπουμε σε τίποτε βιωτικό, ούτε σε φιλία, ούτε σε μίσος. Γιατί, και αν ακόμα δεν έχουμε τόσο Πνεύμα, φθάνει όμως η αγαθή πρόθεση για να αποσπάσει τη χειροτονία από το Θεό. Άλλωστε ούτε οι απόστολοι είχαν το Πνεύμα, όταν εξέλεξαν το Ματθία, αλλ’ εμπιστεύθηκαν την εκλογή στην προσευχή, και συμπεριέλαβαν αυτόν στον αριθμό των αποστόλων˙ γιατί δε λάμβαναν υπόψη ανθρώπινη φιλία. Έτσι έπρεπε να γίνεται και τώρα σε μας. Αλλ’ εμείς, επειδή φθάσαμε στο έσχατο σημείο αδιαφορίας, ακόμα και εκείνα που είναι ολοφάνερα ορθά, τα απορρίπτουμε˙ όταν όμως παραβλέπουμε τα φανερά, πώς ο Θεός θα μας αποκαλύψει τα μη φανερά; Εάν για το μικρό, λέγει, δεν φανήκατε άξιοι εμπιστοσύνης, το μεγάλο και αληθινό ποιος θα σας το εμπιστευθεί; Τότε όμως, επειδή δε γινόταν τίποτε ανθρώπινο, οι ιερείς υποδεικνύονταν και δια προφητείας.
Τι σημαίνει «δια προφητείας»; Από το άγιο Πνεύμα. Γιατί προφητεία είναι όχι μόνο το να λέγει κανείς τα μέλλοντα, αλλά και τα παρόντα, καθόσον και ο Σαούλ με προφητεία δείχθηκε ότι κρυβόταν στα σκεύη˙ γιατί ο Θεός αποκαλύπτει στους δικαίους. Προφητεία ήταν και οι λόγοι του Πνεύματος, «ξεχωρίστε μου τον Παύλο και τον Βαρνάβα». Έτσι εκλέχθηκε και ο Τιμόθεος. Προφητείες εδώ ονομάζει τις πολλές, και ίσως εννοεί εκείνην με την οποία τον έλαβε, όταν τον περιέτεμε και όταν τον χειροτόνησε, καθώς και ο ίδιος γράφοντας λέγει˙ «μην αμελείς το χάρισμα που υπάρχει σε σένα». Διαγείροντας λοιπόν αυτόν και ετοιμάζοντάς τον να είναι νηφάλιος και προσεκτικός, του υπενθυμίζει εκείνον που τον εξέλεξε και τον χειροτόνησε˙ σαν να του έλεγε δηλαδή˙ ‘ο Θεός σε εξέλεξε, αυτός σου εμπιστεύθηκε, δεν έχεις γίνει με ανθρώπινη ψήφο˙ μη περιφρονήσεις και μη ντροπιάσεις την απόφαση του Θεού’.
Έπειτα, επειδή έδωσε παραγγελία και ήταν βαρύτερο αυτό, τι λέγει; «Αυτή την παραγγελία σου αφήνω, τέκνο Τιμόθεε». Παραγγέλλει σαν να είναι τέκνο και μάλιστα γνήσιο τέκνο. Όχι δηλαδή αυθεντικά, ούτε δεσποτικά, ούτε με εξουσία, αλλά πατρικά. «Τέκνο», λέγει, «Τιμόθεε». Η ανάθεση της φύλαξης δηλώνει το ακριβές και εκείνο που δεν είναι δικό μας˙ γιατί δεν το αποκτήσαμε αυτό εμείς, αλλ’ ο Θεός μας το χάρισε˙ και όχι αυτό μόνο, αλλά και πίστη και αγαθή συνείδηση. Αυτά λοιπόν που μας έδωσε αυτά ας τα φυλάγουμε. Αν δεν ερχόταν αυτός, ούτε αυτή η πίστη θα υπήρχε, ούτε ο βίος ο καθαρός, τον οποίον αποκτούμε από την παιδεία. Σαν να του έλεγε˙ ‘δεν είμαι εγώ που παραγγέλλω, αλλ’ εκείνος που σε εξέλεξε’˙ γιατί το, «σύμφωνα με τις προφητείες που λέχθηκαν για σένα», αυτό σημαίνει. Εκείνες άκουσε, σε εκείνες πίστεψε.
Τι παραγγέλλεις όμως, πες; Για να αγωνίζεσαι τον καλόν αγώνα σύμφωνα με αυτές. Εκείνες σε διάλεξαν γι’ αυτό για το οποίο σε διάλεξαν˙ αγωνίζου τον καλόν αγώνα. Καλόν είπε˙ γιατί υπάρχει και κακός αγώνας, για τον οποίο λέγει˙ «όπως ακριβώς παραδώσατε τα μέλη σας όπλα στην αμαρτία και στην ακαθαρσία». Εκείνοι στρατεύονται από τύραννο, ενώ εσύ από βασιλιά. Γιατί όμως ονομάζει αγώνα το πράγμα; Για να δηλώσει ότι έχει ξεσηκωθεί δυνατός πόλεμος εναντίον όλων βέβαια, ιδιαίτερα όμως εναντίον του δασκάλου, ότι χρειαζόμαστε ισχυρά όπλα, ότι χρειαζόμαστε νηφαλιότητα, εγρήγορση, διαρκή επαγρύπνηση, ότι πρέπει να ετοιμασθούμε για μάχες και αίμα, ότι πρέπει να παραταχθούμε για μάχη, και να μην έχουμε τίποτε το αποχαυνωμένο. «Για να αγωνισθείς σύμφωνα με αυτές», λέγει. Όπως ακριβώς στα στρατόπεδα δεν επιστρατεύονται όλοι σε ένα είδος, αλλά σε διάφορα τάγματα, έτσι και στην Εκκλησία άλλος στρατεύεται στη θέση του δασκάλου, άλλος στου μαθητή, άλλος στη θέση του ιδιώτη, ενώ εσύ σ’ αυτό.
Έπειτα, για να μην νομίσει κανείς ότι φθάνει αυτό, τι λέγει; «Έχοντας πίστη και αγαθή συνείδηση». Γιατί ο δάσκαλος πρώτα πρέπει να είναι δάσκαλος του εαυτού του. Όπως ακριβώς ο στρατηγός, αν δεν είναι πρώτα άριστος στρατιώτης, ούτε στρατηγός θα γίνει ποτέ, έτσι και ο δάσκαλος. Αυτό το λέγει και αλλού˙ «μήπως, ενώ κήρυξα σε άλλους, εγώ ο ίδιος όμως αποδειχθώ ανάξιος». «Έχοντας», λέγει, «πίστη και αγαθή συνείδηση», για να είσαι έτσι προϊστάμενος των άλλων. Ακούοντας αυτά, ας μην υποτιμούμε τις παραινέσεις των μεγαλυτέρων, κι αν ακόμα είμαστε δάσκαλοι. Γιατί, αν ο Τιμόθεος, του οποίου όλοι μας δεν είμαστε αντάξιοί του, δέχεται παραγγελίες και διδάσκεται, και αυτά τη στιγμή που είναι δάσκαλος, πολύ περισσότερο εμείς. (ΕΠΕ 23, 199-203)
… Και μια ωραία μέρα κρύβεται ο ήλιος και δεν έχει πια λιακάδα αλλά πέφτουν βροντές και αστραπές και βροχή κατακλυσμιαία. Το φως χάνεται και έρχεται το σκοτάδι. Στη ζωή μας δεν υπάρχει πάντα λιακάδα, έρχονται και καταιγίδες. Είμαστε προετοιμασμένοι να τις αντιμετωπίσουμε ή χάνουμε το θάρρος μας και είμαστε έτοιμοι να το βάλουμε στα πόδια; Την κρίσιμη ώρα που καλούμαστε να αναμετρηθούμε με τον εαυτό μας και τους άλλους στεκόμαστε στο ύψος μας ή σαστίζουμε και καταρρέουμε; Τις δύσκολες ώρες που ο άνεμος μας σφυροκοπά από όλες τις πλευρές αντέχουμε ή χάνουμε το ηθικό μας και εκπίπτουμε από τις αξίες μας και τα πιστεύω μας;
Σε έναν πόλεμο σίγουρα χρειάζεται στρατηγική για να τον κερδίσεις. Δε γίνεται πάντα να επιτίθεσαι. Κάποιες φορές θα βρεθείς αμυνόμενος και άλλοτε θα επιλέξεις συνειδητά την οπισθοχώρηση που θα σε βοηθήσει να ανασυγκροτηθείς αλλά και να υπερασπιστείς καλύτερα τα κεκτημένα σου. Η αδιάκριτη και ασύνετη χρήση ή επίδειξη δυνάμεως δεν είναι πάντα προς όφελος ενός μαχητή. Κι εμείς οι χριστιανοί ξέρουμε πως πολλές φορές μπορεί να φαίνεται ότι χάνουμε όμως στην ουσία κερδίζουμε! Τα δικά μας όμως κέρδη δεν είναι ορατά με τα χοϊκά μάτια αλλά με τα πνευματικά. Ο κόσμος μπορεί να μας θεωρεί τους χαμένους και ανόητους της ιστορίας όμως θα έρθει η ώρα που θα αποκαλυφθεί περίτρανα ποιος είναι τελικά ο χαμένος και ποιος ο κερδισμένος!
Αν λοιπόν θεωρήσουμε ότι αυτή η ζωή είναι ένας διαρκής πόλεμος μεταξύ του καλού και του κακού, μπορούμε να είμαστε ήσυχοι και ειρηνικοί ακόμα και μέσα στην καταιγίδα γιατί Χριστός Ανέστη και ο Άδης λεηλατήθηκε, γιατί Χριστός Ανέστη και διασκορπίστηκαν οι εχθροί Του, γιατί Χριστός Ανέστη και οι δαίμονες γκρεμίστηκαν στα βάραθρα της απωλείας, γιατί Χριστός Ανέστη και η Ζωή παντού βασιλεύει! Ας προσκολληθούμε λοιπόν στο Μεγάλο και Αιώνιο Στρατηγό και ας δώσουμε κι εμείς τις δικές μας μάχες κοντά Του έχοντας πάντα βαθιά μέσα στην καρδιά μας αταλάντευτη την πίστη πως κανένας ορατός ή αόρατος εχθρός δεν είναι ικανός να μας βλάψει όσο τρομερός κι αν φαίνεται και ας θυμόμαστε πάντα πως είμαστε ήδη νικητές αφού είμαστε με το Νικητή! Και όταν καμιά φορά θα νιώθουμε να χάνουμε έδαφος και να ηττόμαστε να θυμόμαστε ότι και ο Χριστός πάνω στο Σταυρό έτσι ηττημένος έμοιαζε όμως στην πραγματικότητα ήταν ο μεγάλος Θριαμβευτής του πολέμου και της Ζωής! (Α.Κ.Β)
Η κενοδοξία
- Γιατί, Γέροντα, νιώθω μέσα μου ένα κενό;
- Από την κενοδοξία είναι. Όταν επιδιώκουμε να ανεβαίνουμε στα μάτια των ανθρώπων, νιώθουμε μέσα μας κενό - τον καρπό της κενοδοξίας -, γιατί ο Χριστός δεν έρχεται στο κενό, αλλά στην καρδιά του καινού ανθρώπου. Δυστυχώς, πολλές φορές οι πνευματικοί άνθρωποι θέλουν την αρετή, αλλά θέλουν και κάτι που να τρέφη την υπερηφάνειά τους, δηλαδή αναγνώριση, πρωτεία κ.λπ., κι έτσι μένουν με ένα κενό στην ψυχή τους, το κενό της κενοδοξίας· δεν υπάρχει το πλήρωμα, το φτερούγισμα της καρδιάς. Και όσο μεγαλώνει η κενοδοξία τους, τόσο μεγαλώνει και το κενό μέσα τους και τόσο περισσότερο υποφέρουν.
- Γέροντα, από που προέρχεται το ζόρισμα που νιώθω στον αγώνα μου;
- Δεν αγωνίζεσαι ταπεινά. Όποιος αγωνίζεται ταπεινά, δεν συναντά δυσκολία στον αγώνα του. Όταν όμως υπάρχουν πνευματικές επιδιώξεις ποτισμένες με κενοδοξία, τότε η ψυχή ζορίζεται. Τα άλλα πάθη δεν μας δυσκολεύουν τόσο πολύ στο πνευματικό ανέβασμα, όταν επικαλούμαστε ταπεινά το έλεος του Θεού. Όταν όμως μας κλέβη το ταγκαλάκι με την κενοδοξία, μας δένει τα μάτια και μας οδηγεί από το δικό του δύσβατο μονοπάτι και τότε ζοριζόμαστε, γιατί βρισκόμαστε σε ταγκαλίστικο χώρο.
Η πνευματική ζωή δεν είναι όπως η κοσμική ζωή. Εκεί, για να πάη, ας υποθέσουμε, καλά μια επιχείρηση, πρέπει να κάνη κανείς την τάδε διαφήμιση, να ρίξη αυτά τα φέιγ-βολάν, να κοιτάξη πώς να προβληθή. Στην πνευματική ζωή όμως, μόνον αν μισήση κανείς την κοσμική προβολή, πάει καλά η επιχείρηση η πνευματική.
- Γέροντα, πώς θα διώξω τους λογισμούς κενοδοξίας;
Να χαίρεσαι με τα αντίθετα από αυτά που επιδιώκουν οι κοσμικοί. Μόνο με τα αντίθετα των κοσμικών επιδιώξεων θα μπορέσης να κινηθής στον πνευματικό χώρο. Στοργή θέλεις; Να χαίρεσαι, όταν δεν σού δίνουν σημασία. Ζητάς θρόνο; Κάθισε τον εαυτό σου στο σκαμνί. Ζητάς επαίνους; Αγάπησε την περιφρόνηση, για να νιώσης την αγάπη του Περιφρονημένου Ιησού. Ζητάς δόξα; Ζήτα ατιμία, για να νιώσης την δόξα του Θεού. Και όταν νιώσης την δόξα του Θεού, θα νιώθης τον εαυτό σου ευτυχισμένο και θα έχης μέσα σου την μεγαλύτερη χαρά από όλες τις χαρές όλου του κόσμου.
(Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 77-78)
Ο ΑΒΒΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ της Φέρμης, παρακάλεσε τον Όσιο Παμβώ να του πει έναν ωφέλιμο λόγο, που να τον θυμάται σ’ όλη του την ζωή.
- Απόκτησε έλεος για όλους τους συνανθρώπους σου, Αββά Θεόδωρε, για να ’χεις παρρησία στον Θεό, του είπε ο Άγιος Γέροντας.
ΌΤΑΝ ΕΛΕΗΣΕΙΣ τον φτωχό αδελφό σου, συμβουλεύει ο Αββάς Ησαΐας, μην τον φωνάξεις να σε βοηθήσει στην δουλειά σου, για να μην χάσεις τον μισθό της ευεργεσίας.
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ο Ομολογητής γράφει τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα για την ελεημοσύνη: Όχι μόνον δια της ελεημοσύνης, που γίνεται με χρήματα, φαίνεται η διάθεση της αγάπης, αλλά πολύ περισσότερο με το να μεταδίδεις στον άλλον λόγο Θεού. Ακόμη δε και με κάθε είδους εξυπηρέτηση. Εκείνος που πραγματικά έχει αποξενωθεί από τον κόσμο κι εξυπηρετεί τον πλησίον του με ειλικρινή αγάπη, γρήγορα θ’ απαλλαγεί από τα πάθη και θα γίνει συμμέτοχος της θείας αγάπης και γνώσεως. Εκείνος που αγαπά τον Θεό, αγαπά απαραιτήτως και τον πλησίον του. Αυτός δεν μπορεί να κρατά τίποτε για τον εαυτό του. Οικονομεί τα πάντα όπως αρέσει στον Θεό και δίδει με προθυμία ελεημοσύνη σ’ όσους έχουν ανάγκη.
ΟΠΟΙΟΣ ΕΛΕΕΙ τον αδελφό του, λέει κάποιος Πατέρας, πρέπει να το κάνει σαν να ελεεί τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτή η ελεημοσύνη πλησιάζει τον άνθρωπο προς τον Θεό.
(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ.103)