


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
120. Η παρούσα ζωή είναι μια ζωή εξορίας. «Και εξαπέστειλεν αυτόν (δηλαδή: τον άνθρωπο) Κύριος ο Θεός», λέγει η Γραφή, «εκ του παραδείσου της τρυφής» (Γεν. γ’ 23). Και εμείς, έτσι, όλοι, πρέπει να επιδιώκουμε τον γυρισμό στην πατρίδα μας εκείνη, τον Παράδεισο. Πώς; Με τη μετάνοια και με τα έργα της μετανοίας. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ψάλλει: «Την ποθητήν πατρίδα παράσχου μοι, Παραδείσου πάλιν ποιών πολίτην με» (νεκρώσιμος Ακολουθία). Ο δρόμος της επιστροφής είναι δρόμος θλίψεων, στερήσεων, κακοπαθειών. Όταν αυτά υπάρχουν στη ζωή μας, σημαίνει ότι βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο. Αντίθετα προς τη στενή και τεθλιμμένη αυτή οδό, η φαρδειά οδός της αμαρτίας φέρει στον αιώνιο θάνατο.
Η παρούσα ζωή σημαίνει καθημερινό, σκληρό αγώνα εναντίον των εχθρών της σωτηρίας μας, των αοράτων, υποχθονίων πνευμάτων του κακού, που δεν μας αφήνουν σε ησυχία ούτε μία μέρα, αλλά διαρκώς μας ταλαιπωρούν, πασχίζοντας να μας ξεστρατίσουν από τον δρόμο του Ευαγγελίου. Μην ξεχνάς λοιπόν ότι έχει κηρυχθή εναντίον σου ένας αδιάκοπος πόλεμος. Μη δίνεις σημασία στις απατηλές ανάπαυλες των κοσμικών απολαύσεων. Γνώριζε ότι είσαι αμαρτωλός, ότι είσαι εχθρός του Θεού. Κινδυνεύεις να χάσης την αιώνιο ζωή, αν είσαι αμελής και δεν έχης μετανοήσει ολοκληρωτικά. Η οργή του Θεού κρέμεται πάνω από το κεφάλι σου, αν δεν σπεύσης να προσευχηθής με πνεύμα μετανοίας και συντριβής ενώπιόν του. Αν θέλης χαρές και ανάπαυλες, μην τις ζητείς στον κόσμο. Ζήτησέ τες στην ειρήνη της Εκκλησίας, στον ωραίο και εξυψωτικό κόσμο της θείας λατρείας.
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 69-70)
42. «Βαβυλωνία κάμινος, τους Παίδας ουκ έφλεξεν, ουδέ της θεότητος το πυρ, την Παρθένον διέφθειρε» (Π).
Το περιστατικό της θαυματουργικής διασώσεως των αγίων τριών παίδων που ο Ναβουχοδονόσορ έρριξε μέσα στην «κάμινο του πυρός την καιομένην» (Δανιήλ, γ΄) ενέπνευσε τόσο πολύ την ορθόδοξη ευσέβεια, ώστε στο γεγονός αυτό ν’ αφιερώση δύο απ’ τις εννέα Ωδές των Κανόνων της Υμνολογίας της (την Ζ΄ και την Η').
Και πολύ σωστά. Διότι και το περιστατικό αυτό είναι μια χαρακτηριστική προτύπωσις της ενσαρκώσεως του Θεού από την Θεοτόκο. Όπως δηλαδή η φωτιά της καμίνου δεν πείραξε «καθόλου το πυρ και ουχ ελύπησεν ουδέ παρηνώχλησε» τους τρεις Παίδας (Δανιήλ γ' 26), έτσι και το πυρ της θεότητος δεν πείραξε και δεν έκαψε την Παρθένο, όταν δέχθηκε στους κόλπους της τον Θεάνθρωπο Ιησού.
Η παρουσία του Θεού στην Π. Διαθήκη συνοδευόταν πάντα με το στοιχείο της φωτιάς (πρβλ. Έξοδ. γ' 2.Δευτ. δ' 12). Κατά την Ενσάρκωσι το πυρ της θεότητος, περνώντας απ’ το πρόσωπο της Θεοτόκου μετασχηματίσθηκε σε φώς και δύναμι. Έτσι, στην Κ. Διαθήκη οι άνθρωποι που προσεγγίζουν τη θεότητα δια μέσου της Θεοτόκου δεν κατακαίονται από τη θεϊκή φωτιά, αλλά φωτίζονται, ενδυναμώνονται και ζωογονούνται. Η Θεοτόκος χρησίμευσε στην ανθρωπότητα σαν μετασχηματιστής. Ο ρόλος της και η λειτουργία της είναι να μετασχηματίζη το πυρ της θεότητος σε φωτιστική, καθαριστική και αναγεννητική δύναμι.
Πρέπει όμως να σημειωθή, ότι ο Μετασχηματιστής αυτός είναι εγκαταστημένος μέσα στην Εκκλησία και είναι χρήσιμος για όσους προσεγγίζουν τον Θεό μέσω της Εκκλησίας. Όσοι όμως δεν ανήκουν στην Εκκλησία και δεν καταφεύγουν στο Θεό δια της Θεοτόκου θα έχουν τελικά ν’ αντιμετωπίσουν το εξουθενωτικό και εκτυφλωτικό πυρ της θεότητος, που η Γραφή το ονομάζει «πυρ καταναλίσκον» (=εξολοθρευτικό, Εβρ. ιβ΄ 29).
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 66-67)
Όταν εισέλθη στο σπίτι ο προεστώς της εκκλησίας, αμέσως λέγει, ειρήνη σε όλους, όταν ομιλή, ειρήνη σε όλους, όταν ευλογή, ειρήνη σε όλους, όταν προτρέπη να χαιρετίζωμε, ειρήνη σε όλους, όταν τελεσθή η θυσία, ειρήνη σε όλους, και στον ενδιάμεσο χρόνο πάλι λέγει, χάρις και ειρήνη σε όλους. Πώς λοιπόν δεν είναι παράλογο, ενώ τόσες φορές ακούμε να έχωμε ειρήνη, ερχόμαστε και πολεμούμε ο ένας τον άλλο, και ενώ λαμβάνομε και ανταποδίδομε, ερχόμαστε και πολεμούμε εκείνον που δίνει την ειρήνη; Λέγεις, ‘και στο Πνεύμα σου’, και συκοφαντείς αυτόν έξω στον κόσμο; Αλλοίμονο, διότι τα άγια της εκκλησίας έχουν καταντήσει μόνο κενοί τύποι των πραγμάτων, και όχι αλήθεια. Αλλοίμονο, διότι τα σύμβολα του στρατοπέδου αυτού φθάνουν μέχρι τα λόγια. Γι’ αυτό και δεν γνωρίζετε γιατί λέγεται, ειρήνη σε όλους. Αλλά ακούσατε τα επόμενα, τί λέγει ο Χριστός. «Σε όποια δε πόλι ή χωριό θα μεταβήτε, όταν εισέρχεσθε στο σπίτι, χαιρετίσατε αυτό, και εάν το σπίτι είναι άξιο, ας έλθη η ειρήνη σας σ’ αυτό. Εάν όμως δεν είναι άξιο, η ειρήνη σας ας επιστρέψη σε σας». Γι’ αυτό δεν γνωρίζομε, επειδή θεωρούμε αυτά πώς είναι τύπος μόνο και δεν τα κατανοούμε. Μήπως εγώ δίνω την ειρήνη; Ο Χριστός, καταδεχόμενος να ομιλή δια μέσου ημών. Αν και όλο τον υπόλοιπο χρόνο είμαστε χωρίς τη χάρι του, όμως δεν είμαστε τώρα εξ αιτίας σας. Διότι, εάν η χάρις του Θεού ενήργησε σε όνο και σε μάντι, για την προστασία και την ωφέλεια των Ισραηλιτών, είναι ολοφάνερο ότι ούτε και σε εμάς θα σταματήση να ενεργή, αλλά θα ανεχθή και τούτο για την ιδική σας ωφέλεια.
Ας μη ειπή λοιπόν κανείς, ότι εγώ είμαι ασήμαντος και ταπεινός και χωρίς καμμία αξία, και έτσι ας με προσέχη. Βέβαια είμαι τέτοιος, αλλά πάντοτε συνηθίζει ο Θεός για χάρι των πολλών να προσέχη και αυτούς. Και για να μάθετε, εθεώρησε άξιο να ομιλήση με τον Κάιν εξ αιτίας του Άβελ, με το διάβολο εξ αιτίας του Ιώβ, με τον Φαραώ εξ αιτίας του Ιωσήφ, με τον Ναβουχοδονόσορα εξ αιτίας του Δανιήλ, με τον Βαλτάσαρ εξ αίτιας του ιδίου. Και οι μάγοι εγνώρισαν την αποκάλυψι, και ο Καϊάφας επροφήτευσε, αν και ήταν χριστοκτόνος και ανάξιος, εξ αιτίας του αξιώματος της ιερωσύνης. Λέγεται ότι και ο Ααρών εξ αιτίας αυτού δεν έγινε λεπρός. Γιατί λοιπόν, ειπέ μου, ενώ και οι δύο αυθαδίασαν κατά του Θεού, εκείνη μόνη ετιμωρήθηκε; Μη απορήσης, διότι εάν στα κοσμικά αξιώματα, και αν ακόμη έχη κατηγορηθή κανείς πάρα πολύ, δεν οδηγήται προηγουμένως στο δικαστήριο, πριν αποθέση την εξουσία του, για να μη υβρίζεται και εκείνη μαζί μ’ αυτόν, πολύ περισσότερο αυτό πρέπει να γίνεται στην περίπτωσι της πνευματικής εξουσίας, όπου οποιοσδήποτε και αν είναι, ενεργεί η χάρις του Θεού. Διότι αλλιώς θα είχαν χαθή τα πάντα. Όταν όμως αποθέση την εξουσία, είτε στην άλλη ζωή, είτε και εδώ, τότε λοιπόν, τότε θα τιμωρηθή πιο βαριά.
Μη νομίζετε ότι εγώ τα λέγω αυτά. Η θεία χάρις τα λέγει, η οποία και σε ανάξιο ενεργεί, όχι εξ αιτίας μας, αλλ΄ εξ αιτίας σας. Ακούσατε λοιπόν τί λέγει ο Χριστός: «Εάν είναι το σπίτι άξιο, ας έλθη η ειρήνη σας σ’ αυτό». Πώς όμως γίνεται άξιο; «Αν σας δεχθούν», λέγει. «Αν όμως δεν σας δεχθούν, ούτε ακούσουν τα λόγια σας, σας λέγω αλήθεια, θα είναι πιο επιεικής η τιμωρία για τα Σόδομα και Γόμορρα κατά την ημέρα της κρίσεως, παρά για την πόλι εκείνη». Ποιά λοιπόν είναι η ωφέλεια, ότι μας δέχεσθε και δεν ακούετε τα λόγια μας; Ποιό το κέρδος, ότι δέχεσθε θεραπεία και δεν προσέχετε τα λεγόμενα σε σας; Αυτή είναι η τιμή για μας, αυτή η θαυμαστή θεραπεία, η οποία ωφελεί και εσάς και εμάς, εάν δηλαδή μας ακούετε. Ακούετε και τον Παύλο που λέγει, «Δεν εγνώριζα, αδελφοί, ότι είναι αρχιερεύς». Άκουε επίσης και τον Χριστό που λέγει, «Όλα όσα σας λέγουν να φυλάσσετε, να τα φυλάσσετε και να τα πράττετε».
Δεν περιφρονείς εμένα, αλλά την ιερωσύνη. Αν με ιδής χωρίς αυτήν, τότε να με περιφρονής, τότε ούτε εγώ ανέχομαι να δίνω προσταγές. Εν όσω όμως συμβαίνει να καθώμασθε επάνω στο θρόνο αυτόν, εν όσω έχομε την εξουσία, έχομε και την αξία και τη δύναμι, έστω και αν είμασθε ανάξιοι. Εάν ο θρόνος του Μωϋσή ήταν τόσο σεβαστός, ώστε να ακούεται εξ αιτίας εκείνου, πολύ περισσότερο θα είναι ο θρόνος του Χριστού. Εμείς είμασθε διάδοχοι εκείνου. Από τότε ομιλούμε, από τότε που ο Χριστός μας ανέθεσε τη διακονία της συμφιλιώσεως. Οι πρέσβεις, οποιοιδήποτε και αν είναι, απολαμβάνουν μεγάλη τιμή εξ αιτίας του αξιώματος που έχουν. Πρόσεχε λοιπόν, έρχονται μόνοι στη χώρα των βαρβάρων, ανάμεσα σε τόσους αντιπάλους και επειδή έχει μεγάλο κύρος ο νόμος της πρεσβείας, όλοι τους τιμούν αυτούς, όλοι σε αυτούς αποβλέπουν, όλοι με ασφάλεια τους αποστέλλουν. Και εμείς λοιπόν έχομε αναλάβει το αξίωμα της πρεσβείας, και είμασθε απεσταλμένοι του Θεού, γιατί αυτό είναι το επισκοπικό αξίωμα. Έχομε έλθει προς εσάς πρεσβεύοντας, αξιώνοντας να σταματήσετε τον πόλεμο και λέγοντας ενώπιον όλων. Δεν σας υποσχόμασθε ότι θα σας δώσωμε πόλεις, ούτε μεγάλες ποσότητες σιταριού, ούτε δούλους, ούτε χρυσό, αλλά τη βασιλεία των ουρανών, τη ζωή την αιώνιο, τη συναναστροφή μαζί με τον Χριστό, τα άλλα αγαθά, τα οποία ούτε είναι δυνατό να αναφέρωμε, έως ότου θα είμασθε με το σώμα αυτό και στην παρούσα ζωή.
Είμασθε πρέσβεις λοιπόν. Και θέλομε να απολαμβάνωμε τιμές, όχι για εμάς, μη γένοιτο, γιατί γνωρίζομε πόσο ασήμαντες είναι αυτές, αλλά για σας, ώστε εσείς με ενδιαφέρον να ακούετε τα λόγια μας, ώστε εσείς να ωφελήσθε, ώστε να μη προσέχετε με αδιαφορία και απροσεξία στα λεγόμενα. Δεν βλέπετε τους πρέσβεις πώς όλοι τους περιποιούνται; Εμείς είμασθε πρέσβεις του Θεού στους ανθρώπους. Και εάν σας στενοχωρή αυτό, όχι εμείς, αλλά αυτό το επισκοπικό αξίωμα, όχι ο τάδε, αλλά ο επίσκοπος. Κανείς ας μη ακούη εμένα, αλλά το αξίωμα. (ΕΠΕ 22,145-149)
Και πώς ονομάζει σαρκικούς αυτούς που έλαβον τόσον πολύ Πνεύμα και δια τους οποίους εις την αρχήν της επιστολής έπλεξε τόσα πολλά εγκώμια; Διότι ήσαν σαρκικοί και εκείνοι, προς τους οποίους ο Κύριος λέγει: «Φύγετε μακριά από εμέ, σεις που πράττετε την ανομίαν. Δεν σας γνωρίζω» αν και βέβαια εκείνοι και δαίμονας εξέβαλον και νεκρούς ανέστησαν και προφητείας έκαναν. Ώστε είναι δυνατόν ακόμη και ένας που έκανε θαύματα να είναι σαρκικός. Καθ’ όσον μάλιστα δια του Βαλαάμ ενήργησεν ο Θεός και εις τον Φαραώ και εις τον Ναβουχοδονόσορα απεκάλυψε τα μέλλοντα, και ο Καϊάφας προεφήτευσε χωρίς να κατανοή όσα έλεγεν. Επί πλέον και μερικοί άλλοι εξέβαλον δαιμόνια επικαλούμενοι το όνομά του χωρίς να είναι οπαδοί του. Επειδή δηλαδή αυτά δεν γίνονται δι’ όσους ενεργούν αυτά, αλλά χάριν άλλων, πολλάκις αυτά έγιναν ακόμη και δι’ αναξίων.
Και διατί απορείς, αν δι’ αναξίων ανδρών γίνωνται χάριν άλλων αυτά, τα οποία, ως γνωστόν, γίνονται και δι’ αγίων; καθ’ όσον ο Παύλος λέγει: «Όλα είναι ιδικά σας, είτε Παύλος είτε Απολλώς είτε Κηφάς είτε ζωή είτε θάνατος» και πάλιν, ότι «Αυτός ώρισεν άλλους μεν αποστόλους, άλλους προφήτας, άλλους ποιμένας και διδασκάλους, δια να καταρτίζουν τους αγίους δια το έργον της διακονίας».
Διότι, εάν δεν συνέβαινε τούτο, τίποτε δεν θα ημπόδιζε να καταστραφούν όλοι. Συμβαίνει δηλαδή οι μεν άρχοντες να είναι φαύλοι και μιαροί, ενώ οι αρχόμενοι να είναι ήπιοι και πράοι, και οι μεν λαϊκοί να ζουν με ευλάβειαν, ενώ οι ιερείς με πονηρίαν, και δεν επρόκειτο ούτε βάπτισμα να υπάρχη ούτε σώμα Χριστού ούτε προσφορά δι’ εκείνων, εάν η χάρις εζήτει παντού τους αξίους. Αλλ΄ όμως συνηθίζει ο Θεός να ενεργή και δι’ αναξίων, και δεν παραβλάπτεται καθόλου η χάρις του βαπτίσματος από τον βίον του ιερέως. Διότι αλλιώς ο λαμβάνων την χάριν θα εζημιούτο. Ώστε, αν και σπανίως γίνονται αυτά, πάντως όμως γίνονται. Τα λέγω δε αυτά, δια να μη σκανδαλίζεται κανείς από σας, που ευρίσκεσθε τώρα εδώ, δια όσα συμβαίνουν, εάν περιεργάζεται τον βίον του ιερέως. Διότι ο άνθρωπος καθόλου δεν εισάγει εις τα μυστήρια, αλλά το παν είναι έργον της δυνάμεως του Θεού, και εκείνος είναι που μας οδηγεί εις τα μυστήρια. (ΕΠΕ 18.219-221)
‘Ο καλός Θεός οικονομάει για τον κάθε άνθρωπο έναν σταυρό ανάλογα με την αντοχή του, όχι για να τον βασανίσει αλλά για να ανέβει από τον σταυρό στον Ουρανό. Γιατί στην ουσία ο σταυρός είναι σκάλα προς τον Ουρανό’. Διαβάζοντας αυτά τα λόγια του αγίου Παισΐου σκέφτομαι ότι ο Χριστός είναι ο πρώτος που ανέβηκε από το σταυρό στον Ουρανό για να ανοίξει και για μας αυτή την πόρτα! Γιατί ο δρόμος για τη Βασιλεία Του περνάει από το γολγοθά και τη σταύρωση. Με τη Σταυρανάσταση Του ο Χριστός μάς καταδεικνύει τον τρόπο για τη σωτηρία της ψυχής μας. Με τη δική Του Σταύρωση μετέτρεψε το σταυρό από μέσο θανάτωσης σε μέσο σωτηρίας ευλογημένο! Και ο σταυρός που κουβαλάει ο καθένας μας είναι καλά μελετημένος και ζυγισμένος σύμφωνα με την πανσοφία και το Έλεος του Θεού.
Ο σταυρός μας λοιπόν είναι ένα δώρο, ένα κάλεσμα του Χριστού να πάμε κοντά Του. Από εμάς εξαρτάται αν θα αγκαλιάσουμε αυτό το σταυρό ή αν θα τον καταραστούμε. Είναι σίγουρο όμως πως στην πρώτη περίπτωση ο Χριστός θα γίνει ο δικός μας Σίμωνας Κυρηναίος και έτσι ο σταυρός μας θα γίνει δικός Του και τότε τί έχουμε να φοβηθούμε; Ποια απογοήτευση να νιώσουμε και ποια κούραση; Κάθε λύπη και βάρος θα εξαφανιστεί. Θα νιώθουμε ότι έχουμε πούπουλα στους ώμους και ότι περπατάμε ήδη στα σύννεφα! Γιατί ο Θεός μας δεν είναι Θεός τιμωρός και βασανιστής αλλά Θεός της Αγάπης και του Ελέους. Πήρε πάνω Του τις αμαρτίες όλου του κόσμου ο Αναμάρτητος! Πώς δεν θα μας συντρέξει στις δοκιμασίες μας; Αν όμως αντιμετωπίσουμε το σταυρό μας σαν κατάρα και ανάθεμα, τότε θα νιώσουμε μεγαλύτερο το βάρος του στους ώμους μας και η ζωή μας θα γίνει ένα μαρτύριο. Θα παλεύουμε μόνοι και αβοήθητοι με τα κύματα του βίου τούτου κινδυνεύοντας να καταποντιστούμε και στο τέλος να χαθούμε!
Ο Θεός μας έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς κατά χάριν Θεοί. Αν Εκείνος ανέβηκε για μένα στο σταυρό, θα ανέβω κι εγώ τώρα για Εκείνον. Αν Εκείνος περπάτησε στο Γολγοθά , θα περπατήσω κι εγώ τώρα στα χνάρια Του. Και όχι με γογγυσμό … Εκείνος δεν γόγγυσε! Αλλά θα πορευθώ αδιαμαρτύρητα και με καμάρι, χαρά και ευγνωμοσύνη. Γιατί πίσω από το Γολγοθά ξημέρωσε η Ανάσταση του Χριστού! Κι έτσι τώρα και για μένα ξημερώνει και η δική μου ανάσταση κοντά Του.
Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε!(Α.Κ.Β)
Αλλ’ επειδή θυμήθηκα τα ζώα, ας σκεφθούμε και τους ποιμένες των προβάτων, που είναι στην Καππαδοκία, τί και πόσα παθαίνουν για την προστασία των ζώων. Πολλές φορές λοιπόν καταπλακώθηκαν από το χιόνι και έμειναν τρεις συνεχόμενες ημέρες. Λέγεται όμως ότι και οι ποιμένες, που είναι στη Λιβύη, δεν υποφέρουν μικρότερα απ’ αυτούς δεινά, περιπλανώμενοι ολόκληρους μήνες στη φοβερή εκείνη έρημο και γεμάτη από τα άγρια θηρία. Εάν όμως είναι τόσο μεγάλη η φροντίδα για τα άλογα, ποιά απολογία θα έχουμε εμείς που έχουμε αναλάβει ψυχές λογικές και κοιμόμαστε τον βαθύ αυτόν ύπνο; Έπρεπε λοιπόν ν’ αναπαυόμαστε τελείως; έπρεπε να ησυχάζουμε εντελώς; δεν έπρεπε να τρέχουμε παντού και να παραδίνουμε τους εαυτούς μας σε χίλιους θανάτους για χάρη των προβάτων αυτών;
Ή δε γνωρίζετε την αξία αυτής της αγέλης; δεν πραγματοποίησε άπειρα γι’ αυτήν ο δικός σου Κύριος και δεν έχυσε τελευταία το αίμα του; και συ ζητάς ανάπαυση; και τί θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από τους ποιμένες αυτούς; Δεν σκέπτεσαι αυτό, ότι περιτριγυρίζουν τα πρόβατα αυτά λύκοι πολύ ποιό μοχθηροί και πιο άγριοι απ’ αυτούς; Δε σκέπτεσαι ποιά ψυχή χρειάζεται εκείνος που πρόκειται να μεταχειρισθεί αυτή την εξουσία; Και οι ηγέτες βέβαια του λαού όταν συσκέπτονται για να αποφασίσουν για τα τυχαία πράγματα, προσθέτουν στις ημέρες τις νύχτες ξαγρυπνώντας, ενώ εμείς που κάνουμε τον αγώνα για τον ουρανό κοιμόμαστε και την ημέρα; και ποιός θα μας γλυτώσει πλέον από την τιμωρία γι’ αυτά; Γιατί, αν χρειαζόταν να κατακομματιάζεται το σώμα μας, αν χρειαζόταν να υποστούμε άπειρους θανάτους, δεν θα έπρεπε να τρέχουμε σαν να πηγαίναμε σε πανηγύρι; Αυτά όμως ας μην τα ακούν μόνο οι ποιμένες αλλά και τα πρόβατα, για να κάνουν πιο πρόθυμους τους ποιμένες, για να παρακινούν περισσότερο την προαίρεσή τους, παρέχοντας κάθε πειθώ και υπακοή, και τίποτε άλλο. Έτσι και ο Παύλος διέταξε λέγοντας, «να υπακούτε και να υποτάσσεσθε στους προϊσταμένους σας, γιατί αυτοί αγρυπνούν για τις ψυχές σας, σαν άνθρωποι που θα δώσουν λόγο για σας». Όταν όμως λέγει, «αγρυπνούν», εννοεί άπειρους κόπους και φροντίδες και κινδύνους.
Ο καλός λοιπόν ποιμένας, που είναι τέτοιος όπως τον θέλει ο Χριστός, συναγωνίζεται άπειρους μάρτυρες. Γιατί βέβαια εκείνος πέθανε γι’ αυτόν μία φορά, ενώ αυτός πεθαίνει άπειρες φορές για την ποίμνη, αν βέβαια είναι ποιμένας τέτοιος όπως πρέπει να είναι. Γιατί ένας τέτοιος ποιμένας μπορεί να πεθαίνει κάθε ημέρα. Γι’ αυτό και σεις γνωρίζοντας τον κόπο, συμπράττετε με τις προσευχές, με τη φροντίδα, την προθυμία, τη φιλία, για να γίνουμε καύχημά σας και σεις δικό μας. Γι’ αυτό λοιπόν και στον κορυφαίο από τους αποστόλους που αγαπούσε το Χριστό περισσότερο από τους άλλους, αυτό εμπιστεύθηκε, αφού πρώτα τον ρώτησε, αν αγαπιέται απ’ αυτόν, για να μάθεις, ότι αυτό πριν από τα άλλα θεωρείται απόδειξη της αγάπης γι’ αυτόν, καθόσον χρειάζεται αυτό νεανική ψυχή. Αυτά βέβαια τα είπα για άριστους ποιμένες, όχι για τον εαυτό μου και τους δικούς μας, αλλ΄ αν υπάρχει κάποιος τέτοιος, όπως ήταν ο Παύλος, όπως ο Πέτρος, όπως ο Μωυσής. Αυτούς λοιπόν ας μιμηθούμε και άρχοντες και αρχόμενοι, γιατί είναι δυνατό και ο αρχόμενος να είναι εν μέρει ποιμένας του σπιτιού, των φίλων, των υπηρετών, της γυναίκας, των παιδιών του. (ΕΠΕ 17,661-665)
1145. Η ΔΥΣΚΟΛΟΤΕΡΗ ΝΙΚΗ.
Ένας Πέρσης ευγενής, μετά την μάχη των Αρβήλων, συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο Μέγας Αλέξανδρος διέταξε να τον μεταχειρίζονται καλά και να μη του λείψει τίποτα απ’ όσα θα έκαναν την κατάσταση του λιγότερο σκληρή. Κατόπιν, τον κάλεσε μπροστά του και του μίλησε μ’ ευγένεια και καλοσύνη. Αλλά ο Πέρσης αποκρίθηκε με περιφρόνηση.
Τότε ο Μ. Αλέξανδρος είπε στους αξιωματικούς του: «Πάρτε τον απ’ εδώ για να μη με κάνει να θυμώσω με τις απαντήσεις του. Νίκησα αυτόν τον άνθρωπο. Αλλά τώρα - πράγμα πολύ πιο δύσκολο – πρέπει να νικήσω και τον εαυτό μου».
1148. ΤΟ ΑΓΡΙΟΤΕΡΟ ΘΗΡΙΟ.
Ρώτησαν έναν φιλόσοφο:
- Ποιο είναι το αγριότερο θηρίο;
Κι εκείνος απάντησε:
- Ο άνθρωπος, όταν θυμώνει.
1152. ΜΗ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ.
Ήθελε κάποτε ο Πλάτων να τιμωρήσει ένα ατίθασο παιδί, αλλά ήταν θυμωμένος. Γυρνά στο φίλο του Ξενοκράτη και του λέγει:
- Σε παρακαλώ, τιμώρησε συ το παιδί αυτό, γιατί είμαι πολύ θυμωμένος.
(Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας, Υακίνθου Γρατιανουπόλεως, σελ. 521-523)
ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ Πατέρες, έλεγε ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός, έτρωγαν μόνο ψωμί κι αλάτι μια φορά την ημέρα κι ούτε απ΄ αυτό χόρταιναν, γι’ αυτό ήταν δυνατοί στο έργο του Θεού.
ΑΦΟΤΟΥ έγινε μοναχός ο Αββάς Διόσκορος, έτρωγε μια φορά την ημέρα λίγο κρίθινο ψωμί η φτιαγμένο από λουπινα.
Κάθε χρόνο επιχειρούσε κι από μια καινούργια άσκηση. Παραδείγματος χάριν, δεν έβγαινε καθόλου από το κελλί του ή έμενε αμίλητος. Έτσι κατόρθωσε να κόψει όλες του τις επιθυμίες.
ΈΝΑΣ αδελφός στο Κοινόβιο του Αγίου Θεοδοσίου, στην Παλαιστίνη, τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια έτρωγε μόνο ψωμί μια φορά την εβδομάδα και δεν έβγαινε από την εκκλησία.
Ο ΑΒΒΑΣ Ιωάννης, που ήταν Ηγούμενος σ’ ένα μεγάλο Κοινόβιο στην Αίγυπτο, πήγε κάποτε βαθιά στην έρημο να συναντήσει τον Όσιο Παΐσιο, τον ξακουσμένο ασκητή, που σαράντα ολόκληρα χρόνια αγωνιζόταν εκεί μόνος του.
- Τί κατόρθωσες ζώντας μακριά από τους ανθρώπους, Πάτερ; τον ρώτησε ο Αββάς Ιωάννης.
- Αφότου ήρθα εδώ δεν με είδε ούτε μια φορά ο ήλιος να τρώω, αποκρίθηκε ο Όσιος.
- Ούτε εμένα οργισμένο, είπε ο Αββάς.
ΈΛΕΓΕ για τον Γέροντά του κάποιος υποτακτικός πως είκοσι ολόκληρα χρόνια δεν ξάπλωσε να κοιμηθεί σε στρώμα, αλλά έπαιρνε λίγο ύπνο καθισμένος στο σκαμνί που εργαζόταν. Κι έτρωγε, όλο εκείνο τον καιρό, κάθε δυο μέρες, άλλοτε κάθε τέσσερις ή πέντε. Συνήθιζε να τρώει με το ένα χέρι το λιτό του φαγητό, ενώ το άλλο το είχε πάντα υψωμένο στον ουρανό και προσευχόταν.
- Γιατί το κάνεις αυτό, Αββά; ρωτούσε ο μαθητής του.
- Έχω μπροστά στα μάτια μου την κρίση του Θεού, παιδί μου, και δεν μπορώ να περιμένω, του εξηγούσε ο αγαθός Γέροντας.
Βγήκε μια μέρα από την καλύβα του ο Αββάς και βρήκε τον μαθητή του ξαπλωμένο στο κατώφλι να κοιμάται. Στάθηκε έκπληκτος από πάνω του και τον κοίταζε, κουνώντας περίλυπος την κεφαλή του.
- Που να βρίσκεται άραγε ο λογισμός του και κοιμάται με τόση αφροντισιά;
(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ. 88-89 )
«Σπάζοντας τα δεσμά του θανάτου»
Σε μια από τις επιστολές του ο απόστολος Παύλος λέει ότι, αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί, τότε εμείς είμαστε οι πλέον αξιοθρήνητοι των ανθρώπων. Πράγματι, αν δεν έχει αναστηθεί, θα ήμαστε αξιολύπητοι, διότι όλη μας η πίστη, όλο αυτό που ονομάζουμε πνευματική εμπειρία μας και όλη η ζωή που οικοδομούμε πάνω σ’ αυτήν δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά μια αυταπάτη, ένα ψέμα, μια ψευδαίσθηση. Εμείς όμως είμαστε οι ευτυχέστεροι των ανθρώπων, επειδή όντως Χριστός Ανέστη. Και αυτό όχι απλώς εκατοντάδες και χιλιάδες αλλά εκατομμύρια ανθρώπων το γνωρίζουν από προσωπική και άμεση εμπειρία. Είναι πάρα πολλοί αυτοί που θα έλεγαν: Ο Θεός υπάρχει διότι τον έχω συναντήσει. « Χριστός Ανέστη» διότι Τον έχω συναντήσει Αναστημένο.
Και όχι μόνο κατά τρόπο πνευματικό, αλλά και σωματικό – έχουμε τη μαρτυρία των Αποστόλων, ανθρώπων απλών που έφυγαν μακριά από τον Γολγοθά, γνωρίζοντας ( νομίζοντας ότι γνωρίζουν) ότι από τη στιγμή που ο Κύριος τους αποκαθηλώθηκε από τον Σταυρό και ετάφη, είχε νικηθεί οριστικά και κάθε ελπίδα τους είχε για πάντα χαθεί. Και όμως, αυτοί οι ίδιοι γίνονται μάρτυρες της Αναστάσεως – απροετοίμαστοι, διστακτικοί και κατόπιν περιχαρείς. Περιχαρείς, διότι οι γυναίκες ήρθαν το πρωί να αλείψουν με μύρα τον Χριστό και διαπίστωσαν ότι το Σώμα Του δεν ήταν πια εκεί.
Ο Ιωάννης και ο Πέτρος έτρεξαν εκεί αργότερα, και ο τάφος ήταν άδειος. Και όταν πήγαν στους άλλους μαθητές, ρωτώντας, αμφιβάλλοντας, διστάζοντας, ο Χριστός τους παρουσιάστηκε και τους είπε: « Μη φοβάστε. Δεν είμαι φάντασμα, δεν είμαι μια ασώματη φιγούρα. Το φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα»! Συνέφαγε μαζί τους, τους μίλησε, τον άγγιξαν! Και πράγματι, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Επιστολή του, οι Απόστολοι μαρτυρούν αυτό που είδαν με τα μάτια τους, αυτό που άκουσαν με τα αυτιά τους κι αυτό που με τα ίδια τους τα χέρια ψηλάφισαν: την αλήθεια! Ναι, Χριστός Ανέστη! Ανέστη όχι ως φάντασμα, όχι ως μια πνευματική παρουσία αλλά ως ο ζωντανός Θεός με το σώμα Του, το σώμα με το οποίο ενσαρκώθηκε. Και πράγματι, αν πιστεύουμε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήταν ο ίδιος ο Θεός που έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία του κόσμου, τότε, αυτό που ξεπερνάει τη φαντασία μας, είναι πώς Αυτός που είναι η ίδια η Ζωή, μπόρεσε και να πεθάνει. Και αντίθετα το πιο απλό και προφανές είναι ότι, αυτή η Αιώνια Ζωή εννοείται ότι θα έσπαζε τα δεσμά του θανάτου, θα πατούσε τον θάνατο και θα ανίστατο σωματικά, με τη σάρκα Του, δίνοντας έτσι, και σ’ εμάς υπόσχεση αναστάσεως.
Διότι, αναλαμβάνοντας Εκείνος την ανθρώπινη σάρκα, μας έδειξε ότι ο άνθρωπος είναι κάτι τόσο πελώριο και βαθύ, ώστε μπορεί να γίνει ένα με τον Θεό, να ενωθεί μαζί Του. Μας έδειξε ότι όντως, ένα ανθρώπινο πλάσμα τότε μόνο είναι πλήρες, όταν είναι σε ταύτιση με τον Θεό, όταν γίνεται κοινωνός θείας φύσεως, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του αποστόλου Πέτρου. Η ανάσταση είναι μια αποκάλυψη του ελέους, της δυνάμεως, της αγάπης του Θεού… αλλά και της μεγαλοσύνης του ανθρώπου. Ο θάνατος δεν μάς φοβίζει πια. Έχει γίνει η θύρα μας προς την αιωνιότητα και ξέρουμε ότι θα έρθει μια μέρα που η φωνή Αυτού που έφερε στην ύπαρξη όλα τα όντα, η φωνή του Σωτήρα μας, θα ηχήσει και πάλι. Θα σταθούμε τότε όλοι ενώπιον του Θεού, περιβεβλημένοι την αιωνιότητα, με μια σάρκα που θα είναι μέρος αυτής της αιωνιότητας. Ας εμπιστευθούμε τον λόγο του Θεού, ας ξεπεράσουμε τις αμφιβολίες και τους δισταγμούς μας, ας Τον ακούσουμε να μάς μιλά και ας ανταποκριθούμε στο Λόγο Του και στο γεγονός της Αναστάσεως Του με πίστη και ευγνωμοσύνη! Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!
( Μητρ. Anthony Bloom, « Στο φως της Κρίσης του Θεού», εκδ.Εν πλω)
Μου το βεβαιώνει η συνείδηση μου πριν απ’ όλα. Κατόπιν ο νους μου και η βούληση μου.
Πρώτον, η συνείδηση μου λέει: τόσα πάθη που υπέστη ο Χριστός για το καλό και τη σωτηρία των ανθρώπων δεν θα μπορούσαν να επιβραβευτούν με τίποτε άλλο παρά με την ανάσταση και την υπερκόσμια δόξα. Τα ανείπωτα πάθη του Δικαίου στεφανώθηκαν με την ανείπωτη δόξα. Αυτό μου δίνει ικανοποίηση και ηρεμία.
Δεύτερον, ο νους μου λέει: χωρίς την λαμπρή αναστάσιμη νίκη όλο το έργο του Υιού του Θεού θα παρέμενε στον τάφο, ολόκληρη η αποστολή Του θα ήταν μάταιη.
Τρίτον, η βούληση μου λέει: η ανάσταση του Χριστού με έσωσε από τους ταλαντευόμενους δισταγμούς ανάμεσα στο καλό και το κακό, και με θέτει αποφασιστικά στον δρόμο του καλού. Και αυτό μου φωτίζει τον δρόμο και μου δίνει στήριγμα και δύναμη.
Εκτός από τις τρεις φωνές, οι οποίες από μέσα μου βεβαιώνουν εμένα, υπάρχουν και άλλοι ασφαλώς μάρτυρες που το βεβαιώνουν. Είναι οι ένδοξες μυροφόρες γυναίκες, είναι οι δώδεκα μεγάλοι απόστολοι, και πέντε εκατοντάδες άλλων μαρτύρων, που όλοι μετά την ανάσταση Του, Τον έβλεπαν και Τον άκουγαν, όχι στον ύπνο τους αλλά στην πραγματικότητα, και όχι μόνο για ένα λεπτό αλλά για σαράντα ολόκληρες ημέρες. Μου το βεβαιώνει εκείνος ο πύρινος Σαύλος, ο μεγαλύτερος Εβραίος διώκτης του χριστιανισμού. Μου το μαρτυρεί, ότι είδε εκείνο το φως του αναστηθέντα Κυρίου καταμεσής της ημέρας και ότι άκουσε τη φωνή Του και ότι υπάκουσε την εντολή Του. Αυτήν τη μαρτυρία ο Παύλος δεν ήθελε να την αρνηθεί ούτε μετά από τριάντα χρόνια, ούτε ακόμα και την ώρα που στη Ρώμη του Νέρωνα η μάχαιρα έπεφτε στο κεφάλι του. Μου το βεβαιώνει και ο άγιος Προκόπιος, αρχηγός του Ρωμαϊκού στρατού που ξεκίνησε να αφανίσει τους χριστιανούς στις χώρες της ανατολής, και στον οποίον εμφανίστηκε ξαφνικά ζωντανός ο Χριστός και τον γύρισε με το μέρος Του. Κι αντί να σφάξει ο Προκόπιος τους χριστιανούς, αυτοβούλως παραδόθηκε για να τον σφάξουν στο όνομα του Χριστού. Μου το βεβαιώνουν ακόμα χιλιάδες μαρτύρων του Χριστού στις φυλακές, στους τόπους εκτελέσεων μέσω αιώνων και αιώνων, από τους μάρτυρες των Ιεροσολύμων μέχρι τους μάρτυρες των Βαλκανίων, έως τις μέρες μας, έως τους νεότερους Μοσχοβίτες μάρτυρες.
Μου το βεβαιώνουν και όλες οι δίκαιες και αγαθές ψυχές, τις οποίες συχνά συναντώ στη ζωή και οι οποίες χαίρονται όταν ακούν ότι ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών. Αυτό ανταποκρίνεται στη συνείδηση τους, δονεί την ψυχή τους και ευφραίνει την καρδιά τους. Μαρτυρία παίρνω και από τους αμαρτωλούς και αντιπάλους του Χριστού. Μόνο και μόνο με το ότι αυτοί, ως αμαρτωλοί και μοχθηροί, απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού εγώ βεβαιώνομαι για το αντίθετο. Σε κάθε δικαστήριο τίθεται θέμα της συμπεριφοράς των μαρτύρων και ως εκ τούτου σταθμίζουν την αξία της μαρτυρίας τους. Όταν νηφάλιοι, καθαροί και άγιοι μάρτυρες ισχυρίζονται πως ξέρουν ότι ο Χριστός ανέστη, λαμβάνω με ευχαρίστηση την μαρτυρία τους ως αληθή. Αλλά όταν οι ακάθαρτοι, άδικοι και ασυνείδητοι απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού, μ’ αυτό ενδυναμώνουν τη μαρτυρία των πρώτων και μου βεβαιώνουν ακόμα περισσότερο την αλήθεια της Ανάστασης του Κυρίου μου. Εφόσον αυτοί όσα απορρίπτουν, τα απορρίπτουν από κακεντρέχεια και όχι από γνώση.
Με βεβαιώνουν ακόμα αρκετοί λαοί και φυλές που μόνο η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού τους έβγαλε από την άγρια κατάσταση στη διαφώτιση, από τη δουλεία στην ελευθερία, από το βούρκο του αμοραλισμού και του σκοταδισμού στο φως των τέκνων του Θεού. Και η ανάσταση του Σερβικού λαού μου μαρτυρεί την Ανάσταση του Χριστού. Ακόμα και η λέξη «Ανάσταση» εκ νεκρών μου βεβαιώνει το αυτονόητο. Γιατί χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε ούτε καν η λέξη στις ανθρώπινες γλώσσες. Όταν ο Παύλος πρώτη φορά πρόφερε αυτή τη λέξη στην πολιτισμένη Αθήνα, οι Αθηναίοι εξεπλάγησαν και αναστατώθηκαν.
Και έτσι, τέκνα του Θεού, σας χαιρετώ κι εγώ.
Αληθώς Ανέστη ο Χριστός!
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται», εκδ. Εν πλω, 2008, σ.70-72)