


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Η ημέρα του Κυρίου!
Πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πως υπάρχει άνεμος, μέχρις ότου φυσήξει ο άνεμος. Άλλοι δεν σκέφτονται πως υπάρχει φως, μέχρι να νυχτώσει. Έτσι και πολλοί χριστιανοί δεν πίστευαν πως υπάρχει Θεός, μέχρι που φύσηξε ο δυνατός άνεμος του πολέμου. Μήτε που σκέφτηκαν το Θεό, όσο τους έλουζε το φως της ειρήνης και η ζωή τους χαμογελούσε. Αλλά, σαν ξέσπασε η λαίλαπα του πολέμου και το σκοτάδι του κακού σκέπασε τον κόσμο, τότε θυμήθηκαν το Θεό. Τότε, δεν μπορούσαν να σκεφτούν τίποτε άλλο παρά μόνο το Θεό.
Η ημέρα του Κυρίου! Στην Αγία Γραφή, ημέρα του Κυρίου ονομάζεται η ημέρα εκείνη που για τους ανθρώπους είναι νύχτα φρικτή, γεμάτη αίμα, καπνό, φόβο, τρόμο, πυρετό, κραυγές και φωτιά. Αυτή η ημέρα λέγεται στο ιερό βιβλίο του Θεού ημέρα του Κυρίου. Αναρωτιέστε πώς συμβαίνει αυτό και γιατί έρχεται αυτή η ημέρα; Μέσα στις άγριες συνθήκες του αφόρητου πόνου και της φωτιάς, οι καλοζωισμένοι άνθρωποι οδηγούνται στην πλήρη επίγνωση πως ο Θεός είναι « τα πάντα» και ο άνθρωπος ένα «τίποτε». Οι περήφανοι άνθρωποι γνωρίζουν την ντροπή, οι αλαζόνες σκύβουν το κεφάλι τους κάτω στη γη, οι πλούσιοι περπατούνε με τσέπες άδειες, οι άρχοντες αναζητούν ακόμη και κάποιον δούλο για συντροφιά, οι αξιωματικοί του στρατού χάνουν τα παράσημα τους, οι αμέριμνοι ιερείς κλαίνε μπροστά στους κατεστραμμένους ναούς και οι άπληστες για χρήματα γυναίκες ετοιμάζουν για γεύμα το πιο λιτό φαγητό.
Όλοι τους αναλογίζονται τη μεγαλοσύνη του Δημιουργού και τη μηδαμινότητα του ανθρώπου. Κατανοείτε λοιπόν, για ποιο λόγο αυτή η τρομακτική νύχτα ονομάζεται ημέρα του Κυρίου. Ονομάζεται ημέρα του Κυρίου επειδή φανερώνεται ο Θεός. Όσο καιρό ξημερώνει η απλή καθημερινή ημέρα, ο άνθρωπος δε μνημονεύει το Θεό. Αντιθέτως, τα πάντα βάζει πάνω από το Θεό, ακόμη και τον εαυτό του. Όσο ξημερώνει η απλή καθημερινή ημέρα γελάει περιπαικτικά με όσους εκκλησιάζονται και χλευάζει αυτούς που τον καλούν στην εκκλησία για να προσευχηθεί. Όταν όμως φτάνει η ημέρα του Κυρίου, όλοι επιστρέφουν στο Θεό, αναγνωρίζουν την εξουσία Του, ρωτάνε για το πού βρίσκεται η εκκλησία, δείχνουν σεβασμό στους ιερείς, αναζητούν θεολογικά βιβλία να διαβάσουν, αναστενάζουν, αισχύνονται για το παρελθόν τους, μετανιώνουν για τις αμαρτίες τους. Την ημέρα του Κυρίου οι άνθρωποι προσφέρουν βοήθεια στους φτωχούς, επισκέπτονται τους ασθενείς, νηστεύουν και κοινωνούν. Αρχίζουν να σκέφτονται το θάνατο που πλησιάζει και αναλογίζονται την άλλη ζωή, εκεί που η ημέρα του Κυρίου είναι διαφορετική. Εκεί στην άλλη ζωή, η ημέρα του Κυρίου είναι ευλογημένη, φωτεινή και αιώνια. Την ημέρα του Κυρίου στην άλλη ζωή, ο άνθρωπος θα είναι πιο σπάνιος και πιο ακριβός και από το πιο ατόφιο και πιο ακριβό χρυσάφι.
Αδελφοί μου, αναρωτιέστε για ποιο λόγο επιτρέπει ο Θεός να έρχονται τόσες δυσκολίες στον κόσμο; Ο Θεός επιτρέπει τόσες δυσκολίες για να αποκτήσει ο άνθρωπος πάλι την αξία του, για να αξίζει ο άνθρωπος περισσότερο και από το πιο καθαρό και πιο ακριβό χρυσάφι. Στις μέρες μας η αξία του ανθρώπου είναι μικρότερη από την αξία του χρυσού. Και αυτό είναι κάτι που είναι αντίθετο με το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο. Και ό,τι δεν είναι σύμφωνο με την πρόνοια του Θεού, πρέπει να ραγίσει, να γκρεμιστεί, να πεθάνει, να χαθεί. Αν το μαθαίναμε αυτό πριν, τότε δεν θα παθαίναμε τίποτε. Θα ήμασταν δυνατοί, θα ζούσαμε ειρηνικά, γαλήνια, με αγάπη, με σεβασμό στον συνάνθρωπο μας, δοξάζοντας τον Τριαδικό Θεό. Αυτού η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς , Επισκόπου Αχρίδος, ‘Μέσα από το παράθυρο της φυλακής – Μηνύματα στο λαό’, εκδ. « Ορθόδοξος Κυψέλη» σελ.31-34)
Όταν πρωτοϊδρύθηκε το κοινόβιο του οσίου Θεοδοσίου (423-529) στην Παλαιστίνη, ήταν πολύ φτωχό και συχνά δεν υπήρχαν ούτε τα αναγκαία για τη συντήρηση των μοναχών.
Μια χρονιά, καθώς περίμεναν να γιορτάσουν το Πάσχα, οι αδελφοί έψαχναν απελπισμένα ολόκληρο το μοναστήρι. Δεν ζητούσαν μεγάλα πράγματα. Για κάτι φαγώσιμο ούτε συζήτηση πια δεν γινόταν. Ένα μικρό πρόσφορο κοίταζαν να βρουν, για να μη στερηθούν τη θεία κοινωνία. Αδύνατον όμως να βρουν! Το ανέφεραν στον γέροντα τους, στον όσιο Θεοδόσιο. Τους άκουσε με απόλυτη ηρεμία, σαν να συνέβαιναν όλα αυτά σε ξένη περιοχή. Ούτε την ανησυχία τους φαινόταν να συμμερίζεται ο ουράνιος εκείνος άνθρωπος. Έδωσε μάλιστα εντολή να είναι έτοιμο για τη νυχτερινή θεία λειτουργία το άγιο βήμα, ακόμη και η τράπεζα για το πασχαλινό γεύμα!
Θαύμασαν οι μοναχοί τη βαθιά πίστη του ηγουμένου τους, μα δεν κατόρθωσαν να τη συμμεριστούν.
Βασίλευε ο ήλιος όταν χτύπησε την πόρτα του μοναστηριού κάποιος άγνωστος. Μαζί του έφερνε δύο καμήλες φορτωμένες!
-Πήγαινα μια μικρή δωρεά σε κάποια σκήτη λίγο πιο πέρα από το μοναστήρι σας, εξήγησε στους αδελφούς. Μα μόλις έφθασα εδώ, τα ζώα μου σταμάτησαν και με κανένα τρόπο δεν μπορούσα να τα κάνω να προχωρήσουν! Λέω, μήπως θέλη ο Θεός ν’ αφήσω σε σας αυτά τα λίγα τρόφιμα;
Λίγα τρόφιμα; Αυτά έφθασαν μέχρι την Πεντηκοστή και πιο πέρα ακόμη. Ούτε προσφορές έλειπαν για τη θεία λειτουργία από την ανέλπιστη δωρεά.
-Πολύ μεγάλη πίστη! Έλεγαν μεταξύ τους οι υποτακτικοί του οσίου Θεοδοσίου, και από τότε σέβονταν περισσότερο τον άγιο γέροντα τους, που τον στόλιζε η αρετή αυτή.
( Γεροντικόν)
( Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Γ΄,σελ.189-190
Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ - Ποίημα Γ. Βερίτη
Καμπάνας ήχοι αρμονικοί,
γλυκοί, γοργοί, αναπαιστικοί,
ξυπνούν το μοναστήρι.
Και στης νυχτιάς τη σιγαλιά
σα μάτια ανοίγουν τα κελιά
ή πόρτα ή παραθύρι.
Το πνεύμα της αρχαίας μονής,
πνεύμα αγρυπνίας και προσμονής,
ξυπνά τους μοναχούς της.
Είναι φρουρός, και το φυλά
σα να βιγλίζει εκεί ψηλά
ο νέος καμπανοκρούστης.
Τώρα, απ’ την κάθε μια γωνιά
γλιστράνε μεσ’ στη σκοτεινιά
ψυχές που παν να προσκυνήσουν.
Για τη ματοβρεχτή μας γη
που σπαρταρά μεσ’ στη σφαγή
τον έλεο να ζητήσουν.
Στην εκκλησιά τη θολωτή
που στ’ όνειρό της ζει και αυτή,
θρόνοι και παραθρόνια
μας φέρνουν πάλι στα παλιά
(μαρμαρωμένε βασιλιά!)
στης προσευχής τα χρόνια.
Μεσ’ στους αιώνες που κυλούν,
τούτες οι πλάκες μας μιλούν
για κάποιο μεγαλείο,
κι είναι πανάρχαιο και ιερό,
κι είν’ αγιασμένο απ’ τον καιρό
προγονικό βιβλίο.
Μεσ’ στα στασίδια τους σκυφτές,
σεμνά θυμήματα του χτές,
̶ έπηξε η φλόγα στο καντήλι!
Μαυροντυμένες οι ψυχές
κάνουν τον πόνο τους ευχές
που ξεψυχούν στα χείλη.
Τρισένδοξη κληρονομιά
φέρνουν απάνω τους, μια – μια,
που τους λυγάει τον ώμο.
είναι βαρύ να περπατάς
και κάθε τόσο να κοιτάς
κάθετο μπρός το δρόμο.
Η νύχτα μάκρυνε πολύ,
̶ χειμώνας, και ξαναλαλεί
το γελασμένο ορνίθι.
και ξαναζούν στη σιγαλιά
ιδέες και πράγματα παλιά
θαμμένα μεσ’ στη λήθη.
Τα καντηλάκια στο Ιερό,
σα ναν’ από παλιό καιρό
κι απ’ άλλο μοναστήρι,
σταθήκαν στους αγίους μπροστά
̶ κόκκιν’ αστράκια γελαστά
πεσμένα στο ποτήρι.
Όλα σ’ αγγίζουν απαλά,
σεμνά κι αθώα και σιγαλά,
κι οι θόλοι στάζουνε γαλήνη.
Τέτοια γαλήνη ας απλωθεί,
κι όλου του κόσμου που πενθεί
τον πόνο ας απαλύνει!
Άγρυπνη μέσα μου, η ψυχή
ρουφά της χάρης τη βροχή
σα διψασμένο ελάφι,
και ζωντανεύουν ξαφνικά
κάποια θαμμένα μυστικά
κι ανοίγουν κάποιοι τάφοι.
Μέσα μου κάτι ξαναζεί
που μεγαλώσαμε μαζί
και το ‘χα λησμονήσει.
Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ, πολύ
που βάζεις μιαν ανατολή
μετά από κάθε δύση.
Να κι οι ψυχές μας π’ αγρυπνούν
και στ’ άγιο Δείπνο σου δειπνούν
απόψε, λατρευτέ μας.
Ακόμα δεν ξημέρωσε
κι είμαστε πάρωρα με Σε,
και θα ‘μαστε, Χριστέ μας!
Όρθρος δε χάραξε, κι εγώ
βάλθηκα να σε κυνηγώ
στους κάμπους και στα όρη.
Το σώμα στέκει˙ μα η ψυχή
βγήκε στο δρόμο ανήσυχη
σα μυροφόρα κόρη.
Βγήκε απ’ τη νύχτα, σκοτεινά,
γύρισε λόγγους και βουνά
για να σε συναντήσει,
ξυπόλητη να περπατά
και της Περσίας αρώματα
στον τάφο σου να χύσει.
Και να, βρεθήκαμε ξανά
σ’ αυτή τη σκοτεινή γωνιά
αντίκρυ απ’ τ’ άγιο Βήμα.
Ώ, τι χαρά σου να θωρείς
πως εκυλίστηκε νωρίς
ο λίθος απ’ το Μνήμα!
Ευλογητή ναν’ η στιγμή
που παίρνουν τέλος οι λυγμοί
και κάτι ορθρίζει εντός μου,
κάτι απ’ την άρρητην αυγή
π’ άστραψ’ ο τάφος σου στη γη,
Ήλιε και Φως του κόσμου.
Νεκρό θαρρούσα να τον βρω,
καθώς απάνω στο σταυρό
στερνή φορά τον είδα.
Κι ω των αγγέλων η χαρά,
πώς ήρθε μεσ’ στη συμφορά
η αναστημένη ελπίδα!
Στης εκκλησιάς τα τζαμωτά
σαν κάποιο φως λαφροπετά
Και κάποι’ αβέβαιη λάμψη.
μέρας προμήνυμα γλυκό,
και ψάλλουν το χερουβικό
με την πανάρχαια τάξη.
Κάποι’ αφροκαμώματα φτερά
σκορπούν του θόλου τα όνειρα
και στ’ Άγια φτερουγίζουν.
Στα παραμύθια του Ιερού
και στις δυό κόχες του χορού
τριανταφυλλιές ανθίζουν.
Τα μάρμαρα γυαλοκοπούν
και κάτι θέλουν να μου πουν
γι’ αυτό που τώρα νιώθουν,
ώς ν’ αποσώσουν οι ψυχές
τις απονύχτερες ευχές
του πιο κρυφού των πόθου.
Οι όψεις των αγίων γελούν
καθώς απάνω τους κυλούν
χαρούμενες οι αχτίνες.
Ως και οι μορφές οι ασκητικές
που δε γελάσανε ποτές
τώρα γελούν κι εκείνες!
Στην αγία Τράπεζα, το φως
τον ήλιο ξεπερνά καθώς
χτυπά στ’ άγιο Ποτήρι.
Κι ω θαύμα! Μέσα του κλειστός
ο αναστημένος μου Χριστός
καλεί σε πανηγύρι.
Ω Νικητή των νικητών
στο ρημαγμένο σπίτι αυτό
θα ΄ρθείς να κατοικήσεις;
Ωραίο, γλυκόλαλο πουλί,
στ’ αραχνιασμένο μου κελί
και πως θα κελαδήσεις;
«Ιδού θυσία μυστική…»
Κι είν’ η καρδιά μου νηστική
για φως, χαρά κι αλήθεια.
εσύ το ξέρεις πως πεινώ,
Συ μόνο βλέπεις το κενό
που κλείνω μεσ’ στα στήθια.
«Ιδού θυσία μυστική…»
Και ξημερώνει Κυριακή
κι όλα γιορτάζουν τώρα.
Ο μόσχος δίνεται πολύς,
κι Εσύ, Χριστέ, με προσκαλείς
στ’ ατίμητά σου δώρα.
Στην ανθισμένη μυγδαλιά
δε λένε τόσα τα πουλιά
όσα η καρδιά μου νιώθει.
Κι ουδέ μπορούν να σου τα πουν
τριγύρω σου ως φτεροκοπούν
οι ακοίμητοι μου πόθοι.
Γιατ’ είσαι απέραντα καλός,
πατέρας μου και δάσκαλος
και φίλος και αδερφός μου.
Μόνο το χέρι σου ας κρατώ,
και ρίχνομαι να περπατώ
στα πέρατα του κόσμου!
Ποιος θα μπορούσε να το πει
πώς τόσο γρήγορα οι καρποί
θα πρόβαιναν στους κλώνους;
Χαράς ανάβλυσαν πηγές
απ’ τις δικές σου τις πληγές
κι απ’ τους δικούς σου πόνους.
Με τη δική σου τη θανή
διάπλατ’ ανοίξαν οι ουρανοί,
κι απ’ το δικό σου μνήμα
ζωή καινούργια ξεχειλά
όπως ροχθίζει και κυλά
το ποντοπόρο κύμα.
Δεύτε πιστοί! Με την καρδιά
απλή κι αθώα σαν τα παιδιά,
την πανδαισία γευθείτε.
κι ως αναστήθηκε ο Χριστός,
όμοια κι ο λόγος του πιστός
κι εσείς θ’ αναστηθείτε.
Στην αναστάσιμη χαρά
φυτρώνουν μέσα μας φτερά,
κι αντάμα ξεκινάμε
για κάποιες χώρες μακρινές,
που τόσες γνώριμες φωνές
μας προσκαλούν να πάμε.
Όλοι μαζί! Κι είν’ η φωτιά
στην τρισευδαίμονη ματιά,
και λάμπει γύρω η πλάση.
Δόξα, ωσαννά στον πλαστουργό
πού ‘ρθε με λόγο και σταυρό
τον κόσμο ν’ αναπλάσει.
Τουτ’ η χαρούμενη πομπή
στα φωτοπάλατα θα μπει
με τα χρυσά στεφάνια,
κι η νικητήρια της κραυγή
θα συγκλονίσει όλη τη γη,
θα σείσει τα επουράνια.
Χριστός ανέστη! Τι ζητούν
τούτες οι κάργες που πετούν
και παν κατά τη Δύση;
Ποιος θα βρεθεί να τους το πει
πως η φυγή φέρνει ντροπή,
και ποιος θα τις γυρίσει;
Ανάσταση ‘ναι. Κι η ψυχή
δε νιώθει τώρα μοναχή
καθώς εχτές και πρώτα.
Κάποιος βαδίζει στο πλευρό,
της απαλαίνει το σταυρό,
σπογγίζει τον ιδρώτα.
Το βάρος έχει μοιραστεί,
και τον ξεκάμαν το ληστή
που σπερνέ ολούθε τρόμο.
Κάποιος πονόψυχος φτωχός
διαβάτης της Ιεριχώς
λευτέρωσε το δρόμο.
Χριστός ανέστη! Το χαρτί
σκίστηκε πάνω στη γιορτή
κι ο άνεμος το πήρε.
Πάτε παλιοί λογαριασμοί,
μαύρης βλαστήμιας πειρασμοί
και λογισμοί συ, στείρε.
Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η αγράμπελη μοσκοβολά
κι η πασχαλιά ευωδιάζει.
Πήδα και χόρευε ψυχή
που σ’ έλιωσ’ η απαντοχή
και το πικρό μαράζι.
Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η θάλασσα παιζογελά
κι ανθίζουν οι κήποι εντός μου.
Πλάκες, που στέκατε βαριές
στα μνήματα και στις καρδιές,
σας έσπασε ο Χριστός μου!
Βερίτης Γεώργιος
Η καραμέλα του επαίνου
- Γέροντα, άκουσα κάτι επαίνους καί...
- Έ, και τί έγινε; Τελείως κούφιο είσαι, βρέ παιδί; Εμάς τί πρέπει να μας ενδιαφέρη; Πώς μας βλέπουν οι άλλοι ή πώς μας βλέπει ο Χριστός; Οι άλλοι θα είναι για μας η κινητήρια δύναμη ή ο Χριστός; Εσύ έχεις σοβαρότητα· μη γίνεσαι ελαφρούτσικη. Εμένα πολλές φορές, ακόμη και σοβαροί άνθρωποι, μου λένε κάτι επαινετικό και μου έρχεται να κάνω εμετό. Γελώ από μέσα μου και το πετώ πέρα. Κι εσύ κάτι τέτοια να τα πετάς αμέσως. Είναι χαμένα πράγματα! Τί κερδίζουμε, αν μας καμαρώνουν οι άλλοι; Για να μας καμαρώνουν μεθαύριο τα ταγκαλάκια; Όποιος χαίρεται, όταν τον καμαρώνουν οι άνθρωποι, κοροϊδεύεται από τους δαίμονες.
Οι έπαινοι, είτε κοσμικοί είναι είτε πνευματικοί, είτε στο σώμα αναφέρονται είτε στην ψυχή, βλάπτουν, όταν ο άνθρωπος είναι βλαμμένος, όταν δηλαδή έχη υπερηφάνεια ή προδιάθεση υπερηφανείας. Γι’ αυτό να προσέχουμε να μην επαινούμε εύκολα τον άλλον, γιατί, αν τυχόν είναι φιλάσθενος πνευματικά, παθαίνει ζημιά· μπορεί να καταστραφή.
Οι έπαινοι είναι σαν τα ναρκωτικά. Κάποιος, ας υποθέσουμε, που ξεκινά να κάνη κηρύγματα, μπορεί την πρώτη φορά να ρωτήση αν το κήρυγμα ήταν καλό, αν πρέπη κάτι να προσέξη, για να μην κάνη κακό στον κόσμο. Οπότε και ο άλλος, για να τον ενθαρρύνη, του λέει: «Καλά τα είπες· μόνο σ’ εκείνο το σημείο ήθελε λίγο να προσέξης». Ύστερα όμως, αν έχη λίγη προδιάθεση υπερηφανείας, μπορεί να φθάση να ρωτάη αν ήταν καλό το κήρυγμα, μόνον και μόνο για να ακούση ότι ήταν καλό και να αισθανθή ικανοποίηση. Κι αν του πούν: «πολύ καλό ήταν», χαίρεται. «Ά, λένε καλά λόγια για μένα!», σκέφτεται και φουσκώνει. Αν όμως του πούν: «δέν ήταν καλό», στενοχωριέται. Βλέπετε πώς με μια καραμέλα επαίνου τον ξεγελάει το ταγκαλάκι; Στην αρχή ρωτάει με καλό λογισμό, για να διορθωθή, και μετά ρωτάει, για να ακούη επαίνους και να χαίρεται!Αν χαίρεσθε και νιώθετε ικανοποίηση, όταν σάς επαινούν, και στενοχωριέσθε και κατεβάζετε τα μούτρα, όταν σάς κάνουν καμμιά παρατήρηση η σάς πούν ότι μια δουλειά δεν την κάνατε καλά, να ξέρετε ότι αυτό είναι μια κοσμική κατάσταση. Και η στενοχώρια είναι κοσμική και η χαρά είναι κοσμική. Ένας που έχει πνευματική υγεία, και να του πής: «αυτό δεν το έκανες καλό», χαίρεται, γιατί τον βοήθησες να δη το λάθος του. Πιστεύει ότι δεν το έκανε καλό, γι’ αυτό τον φωτίζει ο Θεός και την επόμενη φορά το κάνει πολύ καλό. Αλλά και πάλι αυτό το αποδίδει στον Θεό. «Τί θα έκανα εγώ μόνος μου; λέει. Αν δεν με βοηθούσε ο Θεός, μπανταλομάρες θα έκανα». Όλα δηλαδή τα τοποθετεί σωστά.
- Πώς θα μπορέσουμε, Γέροντα, να αισθανώμαστε το ίδιο, και όταν μας επαινούν και όταν μας προσβάλλουν;
- Αν μισήσετε την κοσμική προβολή, τότε θα δέχεσθε με την ίδια διάθεση και τον έπαινο και την προσβολή.
(Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 75-77)
ΈΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΙΕΡΕΑΣ, κάθε Κυριακή, μετά την Λειτουργία, μάζευε τους φτωχούς της ενορίας του και τους μοίραζε τα χρήματα που μάζευε το «κιβώτιο των πτωχών».
Μια Κυριακή πήγε μία γυναίκα με παλιά ξεσκισμένα ρούχα και με ύφος κακομοίρικο. Ο ιερέας την λυπήθηκε. Έβαλε το χέρι του στο κιβώτιο, με την πρόθεση να της δώσει όσα χρήματα χωρούσε η παλάμη του.Όταν το τράβηξε έξω, είδε πως είχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε να της τα δώσει, γιατί πίσω της περίμενε άλλη να πάρει φιλοδώρημα. Αυτή φορούσε περιποιημένα φορέματα. Ο ιερέας σκέφτηκε πως ήταν από κείνες που χωρίς λόγο ζητιανεύουν. Θα της έδινε λίγα, για να μην την αφήσει να φύγει έτσι και της έμενε η ντροπή. Έβαλε πάλι το χέρι του στο κιβώτιο κι η χούφτα του γέμισε χρυσά νομίσματα.
Ως ευλαβής που ήταν, κατάλαβε την θεία επέμβαση. Ζήτησε λοιπόν πληροφορίες και για τις δύο εκείνες γυναίκες. Έμαθε τότε πως η μία, που φαινόταν καλοντυμένη, ήταν από καλή οικογένεια, που τελευταία από διάφορα ατυχήματα φτώχυνε και υπέφερε πολύ. Από αξιοπρέπεια φορούσε περιποιημένα ρούχα. Η άλλη έβαζε κουρέλια, όταν έβγαινε να ζητιανέψει, για να της δίνουν ευκολώτερα.
Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ. 102-103)
Άδης
ξέρασε
Αυτοί που παίρνουν τροφή και δεν μπορούν να την κρατήσουν για να τη χωνεύσουν,
κάνουν εμετό και βγάζουν όσα έφαγαν. Κάτι τέτοιο συνέβη με το θάνατο του Ιησού.
Ο Άδης, αφού πήρε το σώμα του, δεν μπόρεσε να το χωνεύση.
Το απέβαλε, και μαζί μ’ αυτό κι άλλους που είχε καταπιή.
Δεν μπορούσε. Κοιλοπονούσε.
Συνθλιβόταν όσο κατείχε το σώμα του Χριστού, μέχρις ότου το εξέβαλε. Ε.Π.Ε.18α,100
δράκων Δανιήλ
Και ο δράκοντας στον Δανιήλ υπαινίσσεται την ανάσταση.
Όπως ακριβώς, δηλαδή, εκείνος, ενώ πήρε την τροφή, που του δωσε ο προφήτης,
σχίστηκε στη μέση, έτσι και ο Άδης, αφού κατάπιε το σώμα του Χριστού, σχίστηκε,
διότι αυτό το σώμα κατέκοψε την κοιλιά του και αναστήθηκε.
Ε.Π.Ε. 18α,562
εκεί δεν ενεργεί η μετάνοια
Τότε μόνο πρέπει ν’ απελπιστούμε για το ότι εξέλιπε η ελπίδα της μετάνοιας,
όταν βρεθούμε στον άδη. Διότι μόνο εκεί το φάρμακο της μετάνοιας είναι ανίσχυρο και άχρηστο.
Όσο είμαστε εδώ, κι αν ακόμα το χρησιμοποιήσουμε σε βαθύ γήρας,
αποδεικνύεται μεγάλη η δύναμις του.
Ε.Π.Ε. 28,782
κάθοδος του Χριστού
Ο Χριστός, ο Βασιλιάς, ήρθε στους φυλακισμένους... Έσπασε τις πόρτες.
Συνέτριψε τους μοχλούς. Κατανίκησε τον άδη. Απογύμνωσε όλη τη φυλακή του.
Κι αφού έπιασε και έδεσε το δεσμοφύλακα, επέστρεψε απ’ εκεί νικητής.
Ο τύραννος σερνόταν αιχμάλωτος. Ο ισχυρός σερνόταν δεμένος.
Ο ίδιος ο θάνατος, αφού άφησε τα όπλα του, έπεσε άοπλος στα πόδια του Βασιλιά.
Είδες καταπληκτική νίκη; Είδες φοβερά κατορθώματα του Σταυρού;
Ε.Π.Ε. 35,644
Αδιάβλητα πάθη
στη ζωή του Κυρίου
Ο Χριστός έτσι σταθερά βαδίζει (με τα πόδια), ώστε να κουράζεται από την πεζοπορία.
Με τον τρόπο αυτό διδάσκει παντού και πάντοτε, το να κινείται κανείς μόνος
και απλά και να μην έχη ανάγκη πολλών πραγμάτων.
Ε.Π.Ε. 13,240
Αδιάδοχος
αρχιερέας ο Χριστός
Γι’ αυτό σώζει, επειδή δεν πεθαίνει.
Επειδή ζη αιώνια, δεν έχει διάδοχο, λέει.
Αν όμως δεν έχη διάδοχο, μπορεί να τους προστατεύη όλους.
Ε.Π.Ε. 24,524
(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, Τόμος Α΄, σελ. 98-99)
Να εμπιστευθούν οι γονείς τα παιδιά τους στον Θεό
Ο Θεός έδωσε στους Πρωτοπλάστους, στον Αδάμ και την Εύα, την μεγάλη ευλογία να γίνωνται συνδημιουργοί Του.
Στην συνέχεια οι γονείς, οι παππούδες κ.λπ. είναι και αυτοί συνδημιουργοί με τον Θεό, γιατί δίνουν το σώμα.
Ο Θεός είναι κατά κάποιον τρόπο υποχρεωμένος να νοιαστή για τα παιδιά.
Όταν βαπτισθή το παιδάκι, ο Θεός διαθέτει και έναν Αγγελο, για να το προστατεύη, οπότε το παιδί προστατεύεται από τον Θεό,
από τον Φύλακα Άγγελο και από τους γονείς. Ο Φύλακας Άγγελος είναι συνέχεια κοντά του και το βοηθάει. Όσο μεγαλώνει το παιδί,
τόσο οι γονείς απαλλάσσονται από τις ευθύνες.
Αν οι γονείς πεθάνουν, ο Θεός, και από ψηλά και από κοντά, αλλά και ο Φύλακας Αγγελος από κοντά,
συνεχίζουν για πάντα να προστατεύουν το παιδί.
Οι γονείς πρέπει να βοηθούν πνευματικά τα παιδιά, όταν είναι μικρά, γιατί τότε και τα ελαττώματα τους
είναι μικρά και εύκολα μπορούν να κοπούν. Είναι όπως η φρέσκια πατάτα, λίγο αν την ξύσης, ξεφλουδίζεται.
Αν όμως παλιώση, πρέπει να πάρης μαχαίρι να την καθαρίσης και, αν έχη και κανένα μαυράκι, πρέπει να προχωρήσης και πιο βαθιά.
Αν τα παιδιά βοηθηθούν από μικρά και γεμίσουν Χριστό, θα είναι κοντά Του για πάντα.
Και να ξεφύγουν λίγο, όταν μεγαλώσουν, λόγω της ηλικίας ή μιας κακής συναναστροφής, πάλι θα συνέλθουν.
Γιατί ο φόβος του Θεού και η ευλάβεια, που πότισαν τις καρδιές τους στην μικρή ηλικία, δεν είναι δυνατόν ποτέ να εξαλειφθούν.
Ύστερα, στην εφηβεία, που είναι η πιο δύσκολη ηλικία, η αγωνία των γονέων είναι μεγαλύτερη για τα παιδιά τους,
μέχρι να τα μορφώσουν και να τα αποκαταστήσουν. Οι γονείς τότε ας κάνουν ό,τι μπορούν, για να τα βοηθήσουν,
και ό,τι δεν μπορούν να κάνουν, γιατί ξεπερνάει τις δυνάμεις τους, ας το αναθέτουν στον Παντοδύναμο Θεό.
Όταν εμπιστευθούν τα παιδιά τους στον Θεό, τότε ο Θεός είναι υποχρεωμένος να βοηθήση για πράγματα που δεν γίνονται ανθρωπίνως.
Αν λ.χ. τα παιδιά δεν ακούν, να τα εμπιστευθούν στον Θεό, και όχι να βρίσκουν διάφορους τρόπους να τα ζορίζουν.
Να πη η μητέρα στον Θεό: «Θεέ μου, δεν μ’ ακούν τα παιδιά μου. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Φρόντισε τα Εσύ».
Μου έκανε εντύπωση προχθές στην αγρυπνία μια μητέρα που την γνώριζα από παλιά. Ήρθε να με χαιρετήση.
Βλέπω, είχε μαζί της μόνον τα μεγαλύτερα παιδιά. «Που είναι τα μικρά;», την ρωτάω. «Στο σπίτι, Γέροντα, μου λέει.
Τέτοια μέρα θέλαμε να ’ρθούμε στην αγρυπνία και είπαμε με τον σύζυγο: "Αφού σε αγρυπνία πάμε, δεν πάμε κάπου για διασκέδαση,
ο Θεός θα διαθέση έναν Αγγελο να φυλάξη τα μικρά μας"». Σπάνια συναντάς σήμερα τέτοια εμπιστοσύνη,
γιατί τώρα, όπως έλειψε η εμπιστοσύνη των παιδιών στους γονείς, έλειψε και η εμπιστοσύνη των γονέων στον Θεό.
Και ακούς συχνά πολλούς γονείς να λένε: «Γιατί το δικό μας παιδί να πάρη κακό δρόμο; Εμείς εκκλησιαζόμαστε».
Δεν δίνουν το κατσαβίδι στον Χριστό να σφίξη στα παιδιά λίγο καμμιά ...βίδα, θέλουν να τα κάνουν όλα μόνοι τους.
Και ενώ υπάρχει ο Θεός, που προστατεύει τα παιδιά, και ο Φύλακας Αγγελος είναι συνέχεια κοντά τους και τα προστατεύει και αυτός,
αυτοί αγωνιούν, μέχρι που αρρωσταίνουν.
Και παρόλο που είναι πιστοί άνθρωποι, φέρονται σαν να μην υπάρχη Θεός, σαν να μην υπάρχη Φύλακας Αγγελος,
οπότε εμποδίζουν την θεία επέμβαση. Ενώ πρέπει να ταπεινώνονται και να ζητούν βοήθεια από τον Θεό
και ο Καλός Θεός θα προστατέψη τα παιδιά.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 91-93)
"Η ασθένεια είναι θεία επίσκεψη"
Για τον εαυτόν του ζητούσε μόνο τη σωτηρία της ψυχής του. Τίποτε άλλο!
Ακόμη και όταν υπέφερε τρομερά και κινδύνευε να πεθάνει από τις πολυώνυμες, ανίατες και βασανιστικές ασθένειες,
που τον τυραννούσαν χρόνια, ποτέ δεν παρέβη τον κανόνα αυτόν!
Ποτέ και καμιά φορά δεν ζήτησε από το Θεό να του θεραπεύσει τις ασθένειες του.
Γιατί, όπως ο ίδιος υποστήριζε, στις κατ' ιδίαν συζητήσεις που είχα μαζί του, η ασθένεια είναι θεία επίσκεψη!
Και αλίμονο σε εκείνον που δε θα τον επισκεφθεί. Είναι χαμένος από τώρα.
Γιατί ο υγιής και ο πλούσιος, απέχουν εξίσου από την είσοδο του Παραδείσου!
Και όπως ο πλούσιος, έτσι και ο υγιής, έχουν τις ίδιες πιθανότητες να μείνουν απέξω!
Να μείνουν, δηλαδή, εκτός νυμφώνος! Εκείνο, όμως, που δεν έκανε ο ίδιος για τον εαυτό του,
το ζητούσε και το περίμενε από εμάς, τα πνευματικά του παιδιά."
Να προσεύχεσθε για μένα, μας έλεγε, γιατί είμαι πολύ αμαρτωλός και δεν μπορώ μόνος μου να σηκώσω όλο αυτό το φορτίο των ανομιών,
με τόσες πολλές αρρώστιες που έχω. Παρακαλέστε το Θεό να με λυπηθεί και να με στηρίξει".
Όταν μία ημέρα τον βρήκα να πονάει τόσο πολύ, ώστε να μην είναι σε θέση ούτε να με χαιρετήσει
και ούτε καν να σκουπίσει τον ιδρώτα, που έτρεχε από το Άγιο μέτωπό του εξαιτίας του ισχυρού πόνου,
αναγκάστηκα να τον παρατηρήσω, λέγοντάς του: "Εσείς, Παππούλη, έχετε κάνει τόσα και τόσα θαύματα.
Έχετε θεραπεύσει ανίατες ασθένειες, ακόμη και καρκίνους, απ' ό,τι είμαι σε θέση να γνωρίζω.
Και τέλος, έχετε τόση μεγάλη παρρησία προς το Θεό, που αμφιβάλλω εάν την έχει άλλος επάνω στη γη.
Γιατί δεν τη χρησιμοποιείτε, την παρρησία σας αυτή, για να πείσετε το Θεό να σας απαλλάξει από τις ασθένειες και τους πόνους;"
-Αυτό, παιδί μου, δεν θα το κάνω ποτέ! -Μα, γιατί; Δεν θα του ζητήσετε κάτι κακό. -Γιατί δεν θέλω να εκβιάσω το Θεό!
Η απάντησή του με κατέπληξε και με αφόπλισε τελείως. Μετά από την απάντηση αυτή, σιώπησα.
Παρέμεινα κοντά του, του συμπαραστάθηκα στις δύσκολες αυτές ώρες, ενώ συγχρόνως, παρακολουθούσα τις αντιδράσεις του, οι οποίες ήσαν ήρεμες και σιωπηλές.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της τρομερής αυτής δοκιμασίας, δεν άκουσα από τα χείλη του καμία διαμαρτυρία, δεν άκουσα καμιά φωνή αγανακτήσεως, δεν άκουσα κανένα παράπονο, ή οτιδήποτε άλλο που να είχε σχέση με την ασθένειά του και να εξέφραζε έστω τη δυσφορία του για την τόσο σκληρή μεταχείρισή του εκ μέρους του Θεανθρώπου Ιησού.
Αντίθετα, άκουσα, και μάλιστα αναρίθμητες φορές, να προσφέρονται από την αγία αυτή μορφή της Εκκλησίας μας,
οι δύο πιο προσφιλείς στον Παπούλη λέξεις: Ιησού μου! Ιησού μου! Ιησού μου!
Η γλυκύτητα, η θλίψη και ο πόνος μου ράιζαν την καρδιά! Ήταν περισσότερο από έκδηλη, η προσπάθεια που κατέβαλε ο Παππουλάκης, τις δύσκολες αυτές ώρες, να πείσει τον Ιησού, όχι να τον απαλλάξει από τους πόνους ή τις ασθένειες,
αλλά να τον δυναμώσει και να τον ενισχύσει, για να δυνηθεί να τους υπομείνει!
Και, τελικά, το κατόρθωσε! Και το κατόρθωνε κάθε φορά που αντιμετώπιζε παρόμοιες καταστάσεις.
Γενικά, ο πατήρ Πορφύριος αντιμετώπιζε όλα τα προβλήματα με πολλή προσευχή.
Και το ίδιο συνιστούσε συνεχώς και σε μας, τα πνευματικά του παιδιά.
[Κ 174]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, σελ.91-93)
Η Ανάσταση που άργησε…
«ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ βράδυ. Ο Γέροντας, λαμπροφορεμένος, υποδεχόταν τον κόσμο και έπαιρνε τις λειτουργίες. Είχε ετοιμάσει τα καντήλια από νωρίς. Έτοιμα όλα, σβηστά. Άρχισε το "Ευλογητός", πήρε καιρό μέσα στα μαύρα του τα ράσα, με τους βοστρύχους των μαλλιών και των γενειών του να λάμπουν.
Σοβαρός-σοβαρός. Ανοιγόκλεινε την πόρτα, παραπατούσε, αλλά έτρεχε κιόλας, προσκυνούσε τις Δεσποτικές εικόνες, τον θρόνο, έμπαινε στο Ιερό, έπαιρνε τις λειτουργίες, ψέλναμε τον Κανόνα "Κύματι θαλάσσης". Δεν είχε ο Γέροντας χρόνο κοσμικό, είχε χρόνο λειτουργικό. Μαζευόταν ο κόσμος, πολύς κόσμος. Χριστιανοί, που τον αγαπούσαν, αλλά και άλλοι από την γειτονιά δρασκέλιζαν την μάντρα, σκύβοντας από το μικρό πορτάκι, άρρωστοι, νοσοκόμες, γιατροί. Καθυστερούσε ο Γέροντας. Σβηστά τα φώτα. Ψέλναμε, ξαναψέλναμε, δεν έβγαινε να πη το "Δεύτε, λάβετε φως". Έφευγα από το ψαλτήρι, να πάω στο Ιερό, μου έλεγε: "Ξέρω, ξέρω". Αδημονία. Οι άλλες εκκλησίες σήμαναν ήδη Ανάσταση, βαρελότα πέφτανε κι αυτός δεν έβγαινε."Ξέρω, ξέρω", μου λέει."Όποιος θέλει να φύγη. Δεν μπορεί. Ας τους βάλουμε στην εκκλησία, τα προβατάκια του Χριστού μας, Βαγγέλη. Μέσα στην κιβωτό είναι μια φορά τον χρόνο. Ας καθυστερήσουν. Ψάλλε εσύ, ψάλλε". "Τα είπα, Γέροντα, πάλι και πάλι".
Τέλος πάντων, βγήκε. Άλλο πανηγύρι. Εκουνούσε την λαμπάδα γελώντας, βλέποντας το φως. "Έπεφταν οι Χριστιανοί κι εκείνος εκουνούσε την λαμπάδα του. Πήραν το φως, διαδόθηκε παντού, έξω στις αυλές. Ψέλναμε: "Την Ανάστασίν Σου, Χριστέ Σωτήρ". Βγήκαμε, καθυστερούσε, χαιρετούσε, ευλογούσε, σταύρωνε. Ανέβηκε σ’ ένα πεζούλι, απέναντι από τον ναό, και πήγαινε πέρα-δώθε. Γελούσε, έλαμπε το πρόσωπο του, σωστό παιδί. Ο κόσμος περίμενε το Ευαγγέλιο.
Αφού «έπαιξε» κάμποσο, πηγαίνοντας πέρα-δώθε, εστάθη. Άνοιξε το Ευαγγέλιο, δόξασε την Αγία Τριάδα, διάβασε το κείμενο, το εωθινό, όχι το σύνηθες, αλλά το άλλο, το μεγαλύτερο. Δόξα σοι, είπε το "Χριστός Ανέστη", χτύπησαν οι καμπάνες. Δεν είχαν πολλά βαρελότα. Ψέλναμε όλοι, όλος ο λαός. Νέα χαρά τώρα. "Χριστός Ανέστη", φώναζε. Περιδιάβαινε στο πεζούλι, μετά χάθηκε στον κόσμο. Είχε πάει η ώρα 1:30. Μπήκαμε στην εκκλησία. "Ψάλτε, ψάλτε", έλεγε. Λιβάνιζε σε κάθε ωδή. Ψέλναμε τις Καταβασίες. Εάν μας ξέφευγε κανένα τροπάριο και το λέγαμε μόνο μια φορά, αυτός μας έλεγε: "Πες το πάλι". Μνημόνευε στην πρόθεσι χιλιάδες ονόματα. Είχε πάει 2:30 το πρωί. Ο κόσμος είχε εγκλωβιστεί. Μόνον οι Έλληνες ξέρουν τι σημαίνει, να πας κάπου να αναστήσης και μετά να πας να φας. Ακόμα και οι Χριστιανοί θέλουν να είναι 2 η ώρα στο τραπέζι κι εμείς μόλις που είχαμε αρχίσει.
Είπα το "Όσοι εις Χριστόν", τον Απόστολο, διαβάστηκε και το Ευαγγέλιο και ήρθε η ώρα των κατηχουμένων. Τρεις την νύχτα άρχισε να μνημονεύη τους ζωντανούς, χιλιάδες ονόματα. Πολλοί έφυγαν από την εκκλησία. Πήγε η ώρα 4:00 κι ακόμα να βγουν τα Άγια. Τέλος πάντων, ευδόκησε να πάψη τα μνημόνια. Βγήκαν τα Άγια κι άρχισε πάλι να μνημονεύη. Μπήκα στο Ιερό και μου λέει: "Χαίρονται, Βαγγέλη μου, χαίρονται οι πεθαμένοι". Κι εγώ του απαντώ: "Δεν ξέρω αν χαίρωνται οι πεθαμένοι. Οι ζωντανοί όμως;". Μου λέει: "Χαίρονται κι αυτοί, Βαγγέλη μου, ψάλλε, ψάλλε". Και τι να ψάλλω; Περίμενα να τελειώση.
Τελείωσε, μας κοινώνησε όλους, μας έδωσε όλα του τα κρασιά και τα πρόσφορα και τ' αυγά, και φύγαμε κατά τις 5:00. Σκέφθηκα: "Δεν ξανάρχομαι του χρόνου, απαπαπα!!!".
Τον επόμενο χρόνο δεν λειτούργησε. Ήταν η τελευταία πασχαλιάτικη Λειτουργία, που έκανε μόνος του, με το ποίμνιό του, ο ποιμένας ο καλός, ο ευλογημένος.»
(Πηγή: Σίμωνος Μοναχού, π. Ευμένιος – ο κρυφός Άγιος της εποχής μας, Αθήναι 2009, σ. 110-114)
Μέγα Σάββατο
«Τοῦτό ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον Σάββατον, ἐν ᾧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος»
(Αυτό είναι το υπερευλογημένο Σάββατο, κατά το οποίο ο Χριστός αφού κοιμήθηκε τον ύπνο του θανάτου, θα αναστηθεί σε τρεις ημέρες)
Η σημερινή ημέρα είναι εντελώς ξεχωριστή. Όχι μόνον είναι Μεγάλη, αλλά και υπερευλογημένη. Αιτία γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, αφού διήλθε από τον Σταυρό, πάνω στον οποίο πραγματοποιήθηκε κυρίως η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους με την κατάργηση του σώματος της αμαρτίας, κατέπαυσε από τα έργα του και ετάφη ως κοινός θνητός, εισερχόμενος έτσι με την ψυχή του στο βασίλειο του θανάτου. Ο Κύριος, όπως σημειώνει και το γνωστό τροπάριο, είναι «ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δὲ μετὰ ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ μετὰ ληστοῦ καὶ ἐν θρόνῳ μετὰ Πατρὸς καὶ Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὡς παντοδύναμος». Τα τροπάρια του Μ. Σαββάτου είναι καταπληκτικά στην απόδοση της θεοσώμου ταφής του Κυρίου και της εις Άδου καθόδου του, χρησιμοποιώντας εκφράσεις άφθαστης ποιητικής σύλληψης.
Με εξαίσιο τρόπο καταγράφεται εν πρώτοις το μυστήριο της ίδιας της ταφής, που προκαλεί την κατάπληξη όχι μόνον των πιστών ανθρώπων, αλλά και των αγγελικών δυνάμεων. Κι αυτό γιατί αντιμετωπίζεται το μεγαλύτερο παράδοξο: να κηδεύεται η ίδια η ζωή. «Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ κατετέθης, Χριστέ, καὶ ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν» («Χριστέ, που είσαι η ζωή κατατέθηκες στον τάφο, και οι στρατιές των αγγέλων εκπλήττονταν, δοξάζοντας τη συγκατάβασή Σου»). Ταυτόχρονα, διατρανώνεται η πίστη της Εκκλησίας για το τι διαδραματίστηκε την ημέρα αυτή από τη συνάντηση του Κυρίου με τον Άδη, τι υπέστη δηλαδή ο θάνατος από τη θεότητα του Χριστού, ενωμένη με την ανθρώπινη αγία ψυχή του: «Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν Ἅδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος» («Όταν κατέβηκες στον θάνατο, Συ που είσαι η αθάνατη ζωή, τότε νέκρωσες τον Άδη με την αστραπή της θεότητός Σου»). «Τέτρωται Ἅδης, ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τὸν τρωθέντα λόγχῃ τὴν πλευράν, καὶ στένει πυρὶ θείῳ δαπανώμενος» («Πληγώθηκε ο Άδης κατάστηθα, καθώς δέχτηκε Αυτόν που πληγώθηκε με τη λόγχη στην πλευρά, και στενάζει καθώς κατατρώγεται από τη θεία φωτιά»). «Φρίττουσιν Ἅδου οἱ πυλωροί, βλέποντες ἠμφιεσμένον στολὴν ᾑμαγμένην τῆς ἐκδικήσεως» («Φρίσσουν οι θυρωροί του Άδη, βλέποντάς Σε να φοράς τη ματωμένη στολή της εκδίκησης»). «Ὁ ἐχθρὸς Ἅδης ἐσκύλευται» («Ο εχθρός Άδης απογυμνώθηκε»).
Η διάλυση αυτή του βασιλείου του Άδη, ο θάνατος του θανάτου σημαίνει κατά συνέπεια την ελευθερία και του ανθρώπου από τα θανατερά αυτά δεσμά. «Ὑπνοῖ ἡ ζωή καὶ Ἅδης τρέμει καὶ Ἀδὰμ τῶν δεσμῶν ἀπολύεται» («Κοιμάται η ζωή και ο Άδης τρέμει και ο Αδάμ λύνεται από τα δεσμά του»). Η ζωή είναι έτοιμη πια να βασιλεύσει και πάλι, γιατί γι’ αυτό ακριβώς ήλθε στον κόσμο ο Δημιουργός. «Δεῦτε ἴδωμεν τὴν ζωὴν ἡμῶν ἐν τάφῳ κειμένην, ἵνα τοὺς ἐν τάφοις κειμένους ζωοποιήσῃ» («Ελάτε να δούμε Αυτόν που είναι η ζωή μας, να βρίσκεται στον τάφο, με σκοπό να δώσει ζωή σ’ αυτούς που βρίσκονται στους τάφους»). Πώς είναι το λιοντάρι που ’ναι μισοκοιμισμένο κι έτοιμο να ξυπνήσει; Έτσι και ο Χριστός, θανατώνοντας τον Άδη και το θάνατο, είναι έτοιμος να αναστηθεί. «Ἀναστήσεται τριήμερος». «Δεῦτε σήμερον, τὸν ἐξ Ἰούδα ὑπνοῦντα θεώμενοι, προφητικῶς αὐτῷ ἐκβοήσωμεν. Ἀναπεσὼν κεκοίμησαι ὡς λέων. Τις ἐγερεῖ σε, βασιλεῦ; Ἀλλ᾽ ἀνάστηθι αὐτεξουσίως, ὁ δοὺς σεαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἑκουσίως» («Ελάτε σήμερα, βλέποντας να κοιμάται Αυτόν που προήλθε από τη γενιά του Ιούδα, να του φωνάξουμε δυνατά με προφητικό τρόπο: Ξάπλωσες και κοιμήθηκες σαν λιοντάρι. Ποιος θα σε ξυπνήσει, βασιλιά; Αλλά αναστήσου με τη θέλησή Σου, Συ που έδωσες τον εαυτό Σου για χάρη μας με τη θέλησή Σου»).
Ο Κύριος όμως και στον Άδη ακόμη δεν έρχεται εκβιαστικά προς τον υπόδουλο άνθρωπο. Πράγματι, διαλύει το βασίλειο του θανάτου, αλλά καλεί τις ψυχές που βρίσκονταν εκεί ν’ ανταποκριθούν στην κλήση του. Ο Κύριος κι εκεί ακόμη κηρύσσει την πίστη σ’ Εκείνον, ώστε ελεύθερα οι ψυχές να σωθούν, να αναστηθούν μαζί του. Μας το αποκαλύπτει ιδίως ο απ. Πέτρος, όταν μας λέει ότι ο Κύριος «ἐκήρυξε καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι», ώστε να μην υπάρξει κανείς που να πει ότι η σωτηρία ήρθε μονομερώς στους ανθρώπους, δηλαδή μόνον για τους μετά Χριστόν. Είτε προ Χριστού είτε μετά Χριστόν οι πάντες κλήθηκαν και καλούνται με προσωπική τους ευθύνη να σταθούνε μπροστά σ’ Εκείνον. Έτσι, για να επανέλθουμε, το Μ. Σάββατο μοιάζει με τη νηνεμία που επικρατεί πριν από την καταιγίδα. Υπάρχει μια φαινομενική ηρεμία: η ζωή είναι έτοιμη να ξεσπάσει, το φως να ανατείλει. Η νίκη είναι δεδομένη. Απλώς προσδοκούμε την ώρα να φανερωθεί. «Σήμερον ὁ Ἅδης στένων βοᾶ. Κατεπόθη μου τὸ κράτος, ὁ ποιμὴν ἐσταυρώθη, καὶ τὸν Ἀδὰμ ἀνέστησε. Ὧνπερ ἐβασίλευον ἐστέρημαι. Καὶ οὕς κατέπιον ἰσχύσας, πάντας ἐξήμεσα. Ἐκένωσε τοὺς τάφους ὁ σταυρωθείς. Οὐκ ἰσχύει τοῦ θανάτου τὸ κράτος» («Σήμερα ο Άδης φωνάζει στενάζοντας: Εξαφανίστηκε η δύναμή μου, ο ποιμένας σταυρώθηκε και ανάστησε τον Αδάμ. Στερήθηκα αυτούς στους οποίους κυριαρχούσα. Και όσους κατάπια ως ισχυρός, όλους αυτούς τους ξέρασα. Άδειασε τους τάφους Αυτός που σταυρώθηκε. Δεν έχει πια δύναμη το κράτος του θανάτου»). Η γνωστή εικόνα της ορθόδοξης Εκκλησίας μας, της εις Άδου καθόδου του Κυρίου, φανερώνει με αισθητό τρόπο την πραγματικότητα αυτή: ο Κύριος διαλύει το βασίλειο του θανάτου και ανασταίνεται, ανασταίνοντας ταυτόχρονα και τους ανθρώπους, τύποι των οποίων είναι ο Αδάμ και η Εύα.
Η Εκκλησία μας αυτήν την ανατολή του φωτός της Αναστάσεως που μαρτυρεί η σημερινή ημέρα, αρχής γενομένης από το εσπέρας της Μ. Παρασκευής, την προβάλλει με τα πανηγυρικά πια τροπάριά της, τα γεμάτα χαρά και φως -φεύγουμε από το πένθιμο στοιχείο των προηγουμένων ημερών- αλλά και με τα φωτεινά ενδύματα της Αγίας Τράπεζας και των αμφίων των ιερέων. Όλα μας προσανατολίζουν, με ρυθμό μάλιστα καταιγιστικό, στη νέα ημέρα, «τῇ μιᾶ τῶν Σαββάτων», «τὴν ἑορτὴν ἑορτῶν καὶ τὴν πανήγυριν τῶν πανηγύρεων».
(Γεώργιος Δορμπαράκης, του Πάθους και της Ανάστασης, 1η έκδ., Αθήνα, Αρχονταρίκι, 2014)