ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

227. Τι είμαι; Από το ένα μέρος, μία άβυσσος αμαρτίας, μία ολοκληρωτική αντίθεσις προς τον Θεό μου, τον Ποιητή του παντός. Από το άλλο μέρος, πένης από κάθε αρετή, ανίκανος να επιδιώξω το αγαθό. Τόσο πολύ πεσμένος είμαι στη φθορά και στην αδυναμία. Χωρίς τον Σωτήρα μου, δεν μπορώ να κάμω τίποτε το σύμφωνο με το Ευαγγέλιο και τη συνείδησί μου. Εκείνος είναι η άκρα Αγαθότης. Εγώ, η άκρα Αμαρτία. Αλλά, Δημιουργέ μου και Λυτρωτή μου, μη με αφήσης, το πλάσμα σου. Δος μου τη χάρι σου να υποτάξω το εγώ μου στον ζυγό του αγίου θελήματος. Ποίμανέ με στους λειμώνες των αρετών, ο Ποιμήν ο Καλός. Σώσε με, Σωτήρ μου. Φώτισέ με, Ήλιε της Δικαιοσύνης. Ενίσχυσέ με, Παντοδύναμε.

228. Το να προσκολλάται κανείς στα γήινα και τα σαρκικά, να λησμονή δε τον Θεό και την ψυχή, είναι αποτέλεσμα της ενεργείας του Διαβόλου. Μ’ αυτή την προσκόλλησι, ο Αρχέκακος μεταβάλλει την ανθρώπινη καρδιά σε σκεύος των παθών, ενώ ήταν πλασμένη για τον ουράνιο θησαυρό, για να είναι ναός του Αγίου Πνεύματος. «Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ» (Ματθ. στ.’ 24). Δεν μπορείτε να υπηρετήτε συνάμα τον Θεό και τα πλούτη, τον Θεό και τη σάρκα, τον Θεό και τα υλικά αγαθά. Πρέπει λοιπόν να υποτάξετε τη σάρκα, να εξαγνίσετε την καρδιά. Αυτό είναι η επιστήμη των επιστημών και η τέχνη των τεχνών. Είμαι άλλοτε σάρκα, άλλοτε πνεύμα. Ώ αστάθεια! Ώ αχαριστία! Ώ μακροθυμία του Θεού, από το άλλο μέρος! Για πόσο καιρό ακόμη θα αλλάζω σαν το φεγγάρι; Κύριε, λυπήσου με και στερέωσέ με στην πέτρα της αληθινής πίστεως.

 

(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 104-105)

94. «Επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού» (Λουκ. α΄ 48).

Το πρώτο συναίσθημα, που εκφράζει η Παρθένος στην Ωδή της, αναφέρεται στην μηδαμινότητα του προσώπου της. Σχολιάζει σχετικά ο Ωριγένης: «Τις γαρ ειμί εγώ προς τοσούτον έργον; Αυτός επέβλεψεν, ουκ εγώ προσεδόκησα. Ταπεινή γάρ ήμην και απερριμμένη και νυν από γης εις ουρανόν μεταβαίνω και εις άρρητον οικονομίαν έλκομαι» (ΥΛ, 64) .
Μαζί με το μεγαλείο του Θεού αποκαλύπτεται συγχρόνως και η μηδαμινότης και η αναξιότης του ανθρώπου. Ο Δαβίδ, ατενίζοντας τον έναστρο ουρανό, ένοιωσε το μεγαλείο του Θεού, ταυτοχρόνως όμως ένοιωσε και την ανθρώπινη μηδαμινότητα (Ψαλμ. 8, 1 - 5) . Το γεγονός της θαυμαστής αλιείας κάνει τον απόστολο Πέτρο να αισθανθή τη θεότητα του Χριστού, αλλά και την προσωπική του αμαρτωλότητα. Η διπλή αυτή συναίσθησις τον έκανε να πέση στα γόνατα, μέσα στη βάρκα του, και να πη τον υπέροχο εκείνο λόγο: « Έξελθε απ εμού. ότι ανήρ αμαρτωλός είμι, Κύριε» (Λουκ. ε΄ 8) .
Όταν αποκαλύπτεται ο Θεός στον άνθρωπο, φαίνεται ότι δημιουργούνται δύο αντίθετες κινήσεις που διατηρούν την ανθρώπινη ύπαρξη στην ισορροπία και αρμονία: η μία, το θάμβος του Θεού, τον ελκύει προς τα πάνω και η άλλη, το δέος της μηδαμινότητος του, τον πιέζει προς τα κάτω. Χάρις στις δύο αυτές δυναμικές κινήσεις ζει και υπάρχει ο άνθρωπος.
Σε μια μικρή χειρουργική επέμβαση που μου έγινε στην περιοχή του προσώπου, αισθάνθηκα λιποθυμία... Ο γιατρός τότε, με μια δυναμική κίνησι πίεσε το κεφάλι μου, χαμηλώνοντάς το ανάμεσα στα γόνατά μου... Όταν, κατά κάποιον τρόπο, επεμβαίνει ο Θεός στη ζωή μας, το μέτωπό μας πρέπει να εγγίζη το χώμα. «Ώφθη Κύριος τω Άβραμ ...και έπεσεν Άβραμ επί πρόσωπον αυτού» (Γεν. ιζ' 1 - 3).

(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ.121-122 )

Έτσι λοιπόν, όταν μετά από λίγο καιρό συνέβη να πάει στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου ο βασιλιάς των Λαζών για τη σύναψη συνθηκών, εκείνος παραθεώρησε όλα τα άλλα και τον πήρε και πήγαν μαζί στον Όσιο Δανιήλ τον Στυλίτη (409-493 μ.Χ.). Μόλις δε έφτασαν εκεί, είπε στον βασιλιά:
«Τούτο είναι το θαύμα της αυτοκρατορίας μου».
Εκείνος δε, βλέποντας την καρτερία του Οσίου, εξεπλάγη τόσο πολύ ώστε προσκύνησε με δάκρυα στα μάτια όχι μόνο τον Όσιο αλλά και τον στύλο πάνω στον οποίο αυτός στεκόταν. Και μάλιστα ο βάρβαρος εκείνος έβγαλε πολλές φωνές πνεύματος καλλιεργημένου και πολυμαθούς λέγοντας: «Σε ευχαριστώ επουράνιε Βασιλεύ, διότι, μόλις έφτασα στον επίγειο βασιλιά, μου έδειξες την πολιτεία ουράνιου άνδρα και με αξιώσεις να γίνω θεατής τέτοιων μυστηρίων». Τόσο δε αξιοθαύμαστος θεωρήθηκε και από τους δύο ο Μέγας εκείνος άνδρας, ο Όσιος Δανιήλ δηλαδή, ώστε του ανέθεσαν και οι δύο τους να καθορίσει εκείνος τις συνθήκες.
Μετά ταύτα ο Γουβάζιος, ο βασιλιάς των Λαζών, επέστρεψε στην πατρίδα του και διηγούνταν στους υπηκόους του το θαύμα. Και δεν έπραττε μόνον αυτό, αλλά και το εξής: κάθε φορά που έστελνε γράμματα στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, τα περάτωνε με τις προσρήσεις του (τους χαιρετισμούς του) προς τον Όσιο και τη θερμή παράκληση να τον θυμάται και να προσεύχεται υπέρ της βασιλείας του. Έτσι λοιπόν οι πάντες θαύμαζαν την υπομονή του δικαίου, του Δανιήλ, και οι οικείοι και οι ξένοι και οι απλοί άνθρωποι και οι βασιλιάδες και οι Έλληνες και οι βάρβαροι. (Βίος Συμεών και Δανιήλ των Στυλιτών, εκδ. Αποστολ. Διακονία σελ. 142)

ΚΑΠΟΙΟΣ αδελφός ρώτησε μια μέρα έναν έμπειρο Γέροντα με τι τρόπο πρέπει να καλλιεργεί ο άνθρωπος τον εσωτερικό του κόσμο, για να έχει πνευματική καρποφορία.
- Τρία πράγματα είναι απαραίτητα για την καλλιέργεια της ψυχής: Πρώτον η ησυχία, δεύτερον η προσευχή και τρίτον η αυτογνωσία. Αυτή η τελευταία επιτυγχάνεται όταν μάθει ο άνθρωπος να μην προσέχει τα σφάλματα του άλλου, παρά μόνο τα δικά του. Αν επιμείνει σ’ αυτά, δεν θ’ αργήσει να καρποφορήσει η ψυχή σ’ όλες τις άλλες αρετές.


ΌΤΑΝ αποφεύγει ο άνθρωπος τις πολλές κουβέντες, τις διαμάχες, την ταραχή και την σύγχυση, έλεγε ο Αββάς Ποιμήν, το Άγιο Πνεύμα επισκιάζει την ψυχή του και τότε, όσο στείρα κι αν είναι, θα βλαστήσει καρπούς πνευματικούς.


ΈΝΑΣ αρχάριος μοναχός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη πως επιθυμούσε να διατηρεί καθαρή την καρδιά του, αλλά δεν το κατόρθωνε πάντοτε.
- Όσο αφήνουμε, παιδί μου, ανοιχτή την πόρτα με την γλώσσα μας, δεν καταλαβαίνεις πως είναι αδύνατο να κρατήσουμε καθαρή την καρδιά μας; του είπε ο σοφός Αββάς.


ΜΙΑ ΜΕΡΑ, που ήταν κλεισμένος στο κελλί του ο παραπάνω Γέροντας, ζήτησε άδεια απ’ έξω ο υποτακτικός του να τον δει.
- Δεν ευκαιρώ τώρα, Αβραάμ, αποκρίθηκε από μέσα ο Όσιος, που ήταν όλος δοσμένος σε πνευματική θεωρία.

(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ.156)

Ο ολόφωτος λειτουργός
Ο νεομάρτυρας άγιος Ιάκωβος ο αγιορείτης (1η Νοεμβρίου) διηγήθηκε κάποτε στο μαθητή του Μαρκιανό όσα θαυμαστά είδε στη διάρκεια μιας θείας λειτουργίας: ‘‘ Καθώς φορούσε ο ιερέας την ιερατική του στολή, έφεξε μπροστά του το φως των αγγέλων, όπως φέγγει ο ήλιος την αυγή, πριν ανατείλει. Όταν άρχισε να προσκομίζει, τέσσερα αγγελικά τάγματα πήγαν και στάθηκαν στα τέσσερα σημεία του ναού. Τελειώνοντας την προσκομιδή, σκέπασε με τα ιερά καλύμματα τα τίμια Δώρα, που συνάμα καλύφθηκαν από μια λάμψη. Την ώρα της μεγάλης εισόδου, όταν βγήκαν τα Άγια, προπορευόταν ένα φως, που σκέπαζε το λαό. Το ίδιο φως περικύκλωσε αργότερα την αγία τράπεζα, όταν τοποθετήθηκε το δισκοπότηρο πάνω σ’ αυτήν. Έξω από τον φωτεινό αυτό κύκλο στέκονταν οι άγγελοι ευλαβικά, χωρίς να τολμούν να πλησιάσουν.
’’ Το φως δεν έφυγε από τον ιερέα σ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας. Από το στόμα του έβγαινε αόρατη φλόγα, όταν εκφωνούσε τις ευχές και διάβαζε το Ευαγγέλιο. Επίσης, όταν ύψωνε τα χέρια του, από τα δάχτυλα του ξεχυνόταν φως. Μετά τον καθαγιασμό, είδα τον Κύριο, ως βρέφος καθισμένο στο δισκάριο μέσα σε φωτεινή δόξα. Ο ιερέας τον μέλισε σε τέσσερα μέρη, και το τίμιο Αίμα Του χύθηκε στο άγιο ποτήριο, από το οποίο μετέλαβε ο λειτουργός. Όταν τελείωσε η μυσταγωγία, είδα πάλι το θείο Βρέφος ακέραιο ν’ ανεβαίνει με δόξα και τιμή στον ουρανό, συνοδευόμενο από τους αγίους αγγέλους.’’
( Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία, Ι. Μονή Παρακλήτου, σελ.79-80)

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ

66. Ποιά είναι στον πυρήνα της η ορθόδοξη χριστολογία;

Το δόγμα περί Χρίστου είναι εξ ίσου σημαντικό, όσο και το δόγμα περί 'Αγίας Τριάδος. Είναι δόγμα πίστεως κορυφαίο, στο οποίο ανακλάται η οικονομική Τριάδα. Λέγοντας αυτό εννοούμε τον Τριαδικό Θεό στις εξωτερικές του ενέργειες, στη δημιουργία του κόσμου και την απολύτρωση. Ο Λόγος του Θεού που στη μεταφυσική Τριάδα (στο Θεό καθ' εαυτόν) σχετίζεται με την ουσία και τις άλλες δύο Τριαδικές υποστάσεις της θεότητας, αφήνει τους ουρανούς —χωρίς να χάσει το θεοπρεπες του αξίωμα— και κατεβαίνει στη γη, γίνεται άνθρωπος ιστορικός για να σώσει τον πεσμένο άνθρωπο από την αμαρτία. Η είσοδος αυτή στο πεδίο της ζωής και η ανάληψη της κακοπάθειας της ιστορικής στιγμής είναι γνωστή ως «κένωσις» του Λόγου. Ο Λόγος γίνεται άνθρωπος για να λυτρώσει τον άνθρωπο από το ζυγό της αμαρτίας και την οδύνη του πνευματικού θανάτου.

Στο Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, και ένα πρόσωπο, του αιδίου Λόγου. Η ανθρώπινη φύση του δεν είχε δικό της πρόσωπο, ήταν ανυπόστατη.
Η θεία φύση του Χριστού ήταν η τέλεια φύση της θεότητας. Επίσης τέλεια ήταν και η ανθρώπινη φύση του, στην οποία υπήρχε ψυχή νοερά και λογική, ενωμένη με σώμα υλικό και αληθινό. Η ένωση των φύσεων έγινε στη μήτρα της Παρθένου «εξ άκρας συλλήψεως». Μόλις δηλαδή η Μαρία δέχτηκε τον ασπασμό του αγγέλου, το Πνεύμα του Θεού εμόρφωσε στην παρθενική μήτρα της το έμβρυο Χριστό, με το οποίο ενώθηκε αμέσως ο Λόγος του Θεού, χωρίς το ενωθέν (η ανθρώπινη φύση) να προφθάσει να ζήσει έστω και μία χρονική στιγμή έξω από την ένωση, ως πρόσωπο ξεχωριστό και ίδιο. Συνεπώς ως άνθρωπος ο Χριστός δεν είχε δικό του ξεχωριστό πρόσωπο, αλλά φερόταν στο αΐδιο πρόσωπο του Λόγου.

Η σύλληψη και η γέννηση του Χριστού ήταν υπερφυσικές. Σ’ αυτές δεν λειτούργησαν οι συνήθεις νόμοι της φύσεως. Η Μαρία δεν συνέλαβε με τη γνωστή σύμπραξη ανδρός και γυναικός, αλλά με τη δημιουργική ενέργεια του παναγίου Πνεύματος. Ο Χριστός ήταν «απάτωρ εκ μητρός», δεν είχε δηλαδή πατέρα σύζυγο της μητέρας του. Αφού δε δεν συνέπραξε άνδρας, η Μαρία συνέλαβε το Χριστό χωρίς να χάσει την παρθενία της. Στο αυτό μέτρο παρθενική και υπερφυσική ήταν και η γέννηση του Κυρίου, γέννηση ανώδυνη και αλόχευτη (χωρίς τα φυσικά λόχια). Η γέννηση του Σωτήρος δεν ακολούθησε τους ρυθμούς της φυσικής ανθρώπινης γεννήσεως. Γι’ αυτό και γεννήθηκε χωρίς το προπατορικό αμάρτημα, με το οποίο έρχονται στον κόσμο όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Στο Χριστό έσπασε η συνέχεια της αμαρτωλής φύσεως του Αδάμ, η οποία κληροδοτεί το προπατορικό αμάρτημα σε όσους εκφύονται απ’ αυτήν. Ο Χριστός είναι ο καινός Αδάμ της χάριτος, η νέα πνευματική ρίζα της ανθρωπότητος, η οποία κληροδοτεί την πνευματική αναγέννηση και τη σωτηρία στους πιστεύοντες.

Η ένωση των φύσεων στο Χριστό είναι υποστατική, ασύγχυτη και αδιαίρετη. Λέγοντας υποστατική ένωση εννοούμε ότι αυτή έγινε στην υπόσταση (εξ ου και το όνομα) ή το πρόσωπο του Λόγου. Επαναλαμβάνουμε και πάλι ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν ανυπόστατη, δηλαδή δεν έζησε ποτέ από μόνη της έξω Ααπό το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Στην ένωση οι φύσεις δεν επηρέασαν η μία την άλλη, δεν μετατράπηκες η μία στη φυσική ποιότητα της άλλης, αλλά παρέμειναν κάθε μια στη φυσική της ποιότητα και πληρότητα, χωρίς στο εξής ν’ αποχωρίζονται η μία από την άλλη. 'Ενώθηκαν «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως».

Ο Χριστός είχε δύο φυσικά θελήματα και δύο ενέργειες. Ήθελε και ενεργούσε ενιαία και ως άνθρωπος και ως Θεός. Το ανθρώπινό του θέλημα, αν και ελεύθερο, υποτασσόταν στο θείο του θέλημα, χωρίς να αντιπαλαίει και ν’ αντιπίπτει προς αυτό. Δεν είχε θέλημα γνωμικό. Δεν ήθελε ξεχωριστά ως άνθρωπος, πράγμα που προϋποθέτει την ύπαρξη ανθρώπινου προσώπου και άφηνε ανοικτή τη δυνατότητα να υποπέσει ο Κύριος στην αμαρτία. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ενέργειες του Χριστού. Ο Χριστός ενεργούσε ενιαία και τα θεία και τα ανθρώπινα, χωρίς η μία του ενέργεια να αντιφέρεται προς την άλλη.
Από τη σύνθεση του θεανδρικού προσώπου του Χριστού έχουμε τις εξής ακολουθίες:

1) Την αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Χριστού. Η μία φύση αντιδίδει τα ιδιώματά της στην άλλη. Τα ιδιώματα δεν αντιδίδονται απ’ ευθείας στις φύσεις, δηλαδή καθ’ εαυτές, γιατί κάτι τέτοιο θα τις συνέχεε και θα οδηγούσε στο Μονοφυσιτισμό, αλλά αυστηρώς στο ένα του θεανδρικό πρόσωπο. Έτσι δεν λέμε ότι η θεότητα έπαθε ή ότι η ανθρωπότητα ήταν στους ουρανούς πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, αλλ΄ ότι ο Χριστός, ως πρόσωπο ενιαίο και αδιαχώριστο, έπαθε ως Θεός (στη σάρκα του φυσικά: «σαρκί») και βρισκόταν ως άνθρωπος στους ουρανούς. Στην αντίδοση των ιδιωμάτων η θεία (ρύση αντιδίδει κυρίως τα δικά της στην ανθρώπινη και όχι το αντίθετο. Η πτυχή αυτή του δόγματος είναι πολύ σημαντική, γιατί αποτελεί τη λυδία λίθο αναγνωρίσεως και σταθμίσεως των χριστολογικών κακοδοξιών και αιρέσεων.

2) Τον όρο «Θεοτόκος» που αποδίδεται στη Μητέρα τον Χριστού. Η Μαρία γέννησε το Χριστό. Όχι βέβαια τη θεία φύση του καθ' εαυτήν, γιατί ο Θεός, ως το απειροτέλειο όν, δεν μπορεί να υπαχθεί στους φυσικούς νόμους, να γεννηθεί δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που γεννιούνται οι άνθρωποι. Η Μαρία γέννησε το Θεό «σαρκί». Αυτό που γεννήθηκε, ήταν ο Χριστός, στον οποίο ο τέλειος Θεός ήταν ενωμένος «εξ άκρας συλλήψεως» με τον υιό του ανθρώπου στη θεοχώρητη μήτρα της πάναγνης Κόρης. Ο όρος «Θεοτόκος» αποτελεί συνοπτική εκφορά του χριστολογικού δόγματος, πάνω στον οποίο σαν σε κυματοθραύστη, προσέκρουσε και διαλύθηκε η νεστοριανή λαίλαπα.

3) Τη μια υιότητα και λατρεία τον Χριστού. Ο Χριστός είχε διπλή γέννηση, μία ως Υιός του Θεού και μία ως Υιός της Παρθένου. Η πρώτη ήταν η αΐδια γέννηση εκ του Πατρός (το υποστατικό ιδίωμα του Λόγου), η δεύτερη ήταν η έγχρονη εκ της Παρθένου δια της δυνάμεως του παναγίου Πνεύματος. Οι δύο αυτές γεννήσεις ήταν σαφείς και ξεχωριστές η μία από την άλλη. Δεν είχε όμως και δύο υίότητες. Δεν ήταν Υιός Θεού και Υιός της Παρθένου ξεχωριστά. Αυτό θα σήμαινε ότι είχε δύο πρόσωπα, ένα ως Θεός και ένα ως άνθρωπος. Αυτό δεν συνέβαινε. Ο Χριστός, όπως είπαμε, είχε ένα πρόσωπο, ήταν ένας και όχι πολλοί. Ως ένας είχε μία υίότητα, ως Θεός και ως άνθρωπος ο αυτός. Δεν υπήρχαν σ’ αυτόν δύο υιοί ξεχωριστοί, όπως έλεγε ο Νεστόριος. Στη μία υιότητα του Χριστού αναλογεί και μία λατρεία και προσκύνηση.

4) Την απόλυτη αναμαρτησία του Χριστού. Ο Χριστός όχι απλά δεν αμάρτησε κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, αλλά δεν μπορούσε καν να αμαρτήσει (non potuit peccare). Αυτό απαιτεί η σύνθεση του προσώπου του. Δεν μπορούσε ν’ άμαρτήσει, γιατί δεν ήταν απλός άνθρωπος, αλλά Θεάνθρωπος. Η ιδέα ότι μπορούσε ν’ άμαρτήσει ο Κύριος, διχάζει το ένα του πρόσωπο σε δύο φυσικά πρόσωπα, κάτι που καταλύει το χριστολογικό μυστήριο. Η ιδέα είναι αλλόκοτη. Αν υποτεθεί ότι ο Χριστός μπορούσε ν’ αμαρτήσει σαν άνθρωπος, μπορούσε ν’ αμαρτήσει μαζί του κι ο Θεός, ιδέα ασεβής και βλάσφημη.

 

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 91-96)

Οι πειρασμοί της δειλίας
Ποθώντας την ησυχαστική ζωή ο όσιος Σέργιος του Ραντονέζ κατέφυγε στα πυκνά δάση της «Θηβαΐδος του Βορρά», στην βορειανατολική Ρωσία, και ασκήτευε ολομόναχος με φλογερό ζήλο. Εκεί υπέφερε πολλές δοκιμασίες από την αρχή της ερημητικής του ζωής. Οι αόρατοι εχθροί έκαναν το κάθε τι για να τον φοβίσουν και να τον εξαναγκάσουν να εγκαταλείψη το μέρος εκείνο. Έπαιρναν τη μορφή άγριων θηρίων ή φιδιών, θορυβούσαν, απειλούσαν… Ο όσιος όμως τους έδιωχνε με την προσευχή και την ολοκληρωτική παράδοσί του στο θέλημα του Θεού. Με την επίκλησι του ονόματος Του διέλυε σαν ιστούς αράχνης όλες τις δαιμονικές πανουργίες, κατέστρεφε όλα τα διαβολικά τεχνάσματα.
Κάποια νύχτα οι δαίμονες εμφανίσθηκαν σαν αναρίθμητο στράτευμα, ορμώντας εναντίον του και απειλώντας τον με φοβερή μανία:
-Φύγε από δω! Φύγε, γιατί θα πεθάνης με φρικτό θάνατο!
Καθώς με λύσσα έλεγαν τα λόγια αυτά, από το στόμα τους έβγαιναν φλόγες. Ο όσιος όμως δεν φοβήθηκε. Ωπλισμένος με την δύναμι της προσευχής, αντιμετώπισε νικηφόρα τα πλήθη των αντιπάλων. Μια άλλη νύχτα, καθώς διάβαζε μέσα στην ησυχία την ακολουθία του, ξαφνικά άκουσε έναν τρομακτικό πάταγο από το δάσος. Ταυτόχρονα ένα μεγάλο πλήθος δαιμόνων περικύκλωσε το κελλί του. Προσπάθησαν να τον τρομάξουν και να τον απογοητεύσουν:
-Μην ελπίζης να ζήσης περισσότερο στο αδιαπέραστο αυτό δάσος! Θα λιμοκτονήσης! Θα πέσης στα χέρια κακούργων ληστών!
Σε όλες τις επιθέσεις των εχθρών, η δύναμις της προσευχής θαυματουργούσε. Οι δαίμονες πάντοτε οπισθοχωρούσαν ντροπιασμένοι.
( Ο όσιος Σέργιος…)
( Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Α΄, σελ.209-210)

Πρόλαβα και δεν οργίστηκα

"Να σας πω ένα δικό μου, συνέχισε ο Γέροντας.

Μία μέρα, (έχω εδώ ένανε ο οποίος δεν μου κάνει υπακοή καθόλου), λοιπόν μία μέρα του λέω: Άκουσε, παιδί μου, να κάνεις αυτό. Λέει: Όχι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Του λέω: Σε παρακαλώ, κάν' το προς χάριν μου (ήτανε κάποια ανάγκη να μου κάνει, καταλάβετε;).

Και εκεί λοιπόν που του έλεγα, αυτός, μου λέει: Αυτό δεν το επιτρέπει η επιστήμη, δεν είναι έτσι που το λέγεις. Δεν μπορώ εγώ να το κάνω. Η επιστήμη το λέει έτσι. Του λέω: Ρε παιδί μου, την επιστήμη θα κοιτάξουμε τώρα; Κάνε μια υπακοή σε μένα. " Όχι, μου λέει, δεν μπορώ".

Εκείνη τη στιγμή λοιπόν πάει, νικήθηκα και μου ήρθε ν' αγανακτήσω. Αλλά εκεί που πήγε να με κάνει έτσι για να αγανακτήσω, έκανα έτσι: Θεέ μου συγχώρεσέ με και δος φώτιση στον άνθρωπό σου, στην ψυχή που την κατέχει ο πειρασμός. Άρχισα να προσεύχομαι και να συγκινούμαι! Δηλαδή το μυστικό είναι... εκεί που ήταν να ξεσπάσει έτσι, το πρόλαβα και δεν οργίστηκα. Είναι δική μου αυτή, η… αυτή θέλω να πω, η πείρα. Πώς να το πω… κακό είναι που το λέω; ".

[Από το φυλλάδιο με κασέτα, Το πνεύμα το ορθόδοξον είναι το αληθές, σ. 41]

(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σ. 289)

Την ημέρα των εγκαινίων του ναού του αγίου Ιωάννου, στον οποίο συχνά λειτουργούσε συχνά ο παπά – Νικόλας ο Πλανάς (1851 – 1932), ο συλλειτουργός του και οι επίτροποι αποφάσισαν να τον στείλουν σ’ έναν άλλο ναό, στον άγιο Γεώργιο, στο Κουκάκι.

Ενώ λοιπόν διάβαζε την ακολουθία του όρθρου, τον πλησίασαν και του είπαν:

- Πάτερ Νικόλαε, να πας να λειτουργήσης πάνω, στον άγιο Γεώργιο. 

- Μετά χαράς, απάντησε ο ταπεινός λευίτης, και συνέχισε την ακολουθία του όρθρου. Δεν είχε ξημερώσει ακόμη. 

Έπειτα από μία ώρα έρχεται ένας επίτροπος και του λέει:

- Πάτερ Νικόλαε, αλλάξαμε γνώμη. Θα λειτουργήσης εδώ.

- Μετά χαράς, απάντησε πάλι.

Πέρασε ακόμη μία ώρα. Έπειτα από θορυβώδεις συζητήσεις, έρχονται πάλι στον παππού:

- Πάτερ Νικόλαε, το σκεφθήκαμε καλύτερα και αποφασίσαμε να πας πάνω, στον άγιο Γεώργιο.

- Μετά χαράς, απάντησε πάλι.

Πλησίαζε η ώρα να ξημερώση. Έρχονται ακόμη μια φορά οι επίτροποι:

- Πάτερ Νικόλαε, τελευταία απόφαση: Θα λειτουργήσης εδώ.

- Να 'ναι ευλογημένο, απάντησε ταπεινά.

Οι ευλαβείς χριστιανοί, που παρακολούθησαν τις αλλεπάλληλες αποφάσεις, κόντευαν να ξεσπάσουν σε έντονες διαμαρτυρίες.

Γιατί άραγε οι επίτροποι δεν έπαιρναν μια οριστική απόφαση, αλλά ταλαιπωρούσαν έτσι τον σεβαστό γέροντα τους;

Τέλος, μόλις ο παπα – Νικόλας άρχισε να ντύνεται, έρχονται και του λένε:

- Εμπρός, πάτερ Νικόλαε, θα πας επάνω.

Κανείς δεν μπορεί να πη αν κουράστηκε ή αν πικράθηκε τότε. Δεν είπε λέξη… Πήρε σιωπηλός τον δρόμο για τον άγιο Γεώργιο.

Μόλις ντύθηκε τα ιερατικά άμφια και ετοιμάστηκε ν’ αρχίση τη θεία Λειτουργία, καταφθάνει τρέχοντας ένας αγγελιοφόρος και του λέει πως πρέπει οπωσδήποτε να επιστρέψη και να λειτουργήση στον άγιο Ιωάννη!...

Τι είχε συμβή; Είχε έρθει στην εκκλησία κάποια μεγάλη αριστοκράτισσα και απορημένη που δεν είδε τον ευλαβή ιερέα, ρώτησε τους επιτρόπους:

- Πού είναι ο παπα – Νικόλας;

- Μα… τον στείλαμε πάνω… στον άγιο Γεώργιο, να λειτουργήση εκεί.

- Τι λέτε; Τέτοια μέρα τον στείλατε στον άγιο Γεώργιο; Να πάτε να τον φέρετε πίσω αμέσως.

Και μ’ αυτά τα λόγια, άφησε στον δίσκο ένα χιλιάρικο, ποσό σημαντικό την εποχή εκείνη. Οι επίτροποι που στο βάθος εκτιμούσαν και αγαπούσαν τον παππού, και μόνον ενδοιασμούς είχαν για την εμφάνιση και την απαγγελία του, έσπευσαν να τον φέρουν πίσω.

Επέστρεψε κατηφής και κατάκοπος. Εν τούτοις έγινε στον άγιο Ιωάννη την επίσημη εκείνη ημέρα η πιο μεγαλοπρεπής λειτουργία!

(παπα – Νικόλας Πλανάς)

(Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Γ΄, σ. 284-286)

     Αφού ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α το 511 μ.Χ. επανήλθε στην αρχική του (αιρετική) στάση, όλοι βρίσκονταν σε αμηχανία και απορία τι να πράξουν. Έτσι άλλοι υποστήριζαν τη βλασφημία, ενώ άλλοι, από το άλλο μέρος, φοβούνταν και δεν προέβαλλαν ούτε τον παραμικρό αντίλογο· και τούτο, διότι ίσως και στην υπόθεση αυτή παραχωρούσαν την πρωτοβουλία και παρρησία στον κοινό Πατέρα (τον Θεοδόσιο) και περίμεναν από αυτόν, σαν από στρατηγό, το σύνθημα. Τότε λοιπόν, τότε έγινε φανερό πόσο πολύ και τα γηρατειά όταν ενισχύονται και ενδυναμώνονται από τον ζήλο, ενεργούν νεανικά και γενναία εναντίον εκείνων που αποτελούν κίνδυνο για το καλό και την αλήθεια. Δηλαδή ο όσιος δεν λογάριασε εκείνα τα αυτοκρατορικά γράμματα και θεσπίσματα, ούτε τις μύριες απειλές, ούτε τους όχλους που ευλαβούνταν τα θεσπίσματα του βασιλιά εξίσου προς τα θεία, ούτε τους στρατιώτες που περιφρουρούσαν εκείνους που είχαν μεταφέρει τα βασιλικά παραγγέλματα· όλα αυτά τα καταφρόνησε σαν να επρόκειτο για κακόγουστος ήχους, και είπε ότι τέτοιες βροντές τρομάζουν τα παιδιά και όχι τον ίδιο.
      Έτσι λοιπόν όρμησε σαν λέοντας, μπήκε στον Ιερό Ναό, ανέβηκε στο βήμα, πάνω στο οποίο οι ιερείς διαβάζουν συνήθως τα αναγνώσματα, και, αφού έκανε νόημα με το χέρι του στο πλήθος να σταματήσει να μιλάει, ύψωσε τη φωνή του και είπε: «Αν κάποιος απορρίπτει τις τέσσερις άγιες Συνόδους και δεν τις θεωρεί σαν τα τέσσερα Ευαγγέλια, να είναι ανάθεμα, δηλαδή καταραμένος και αφορισμένος». Αυτά μόνο είπε, και κατέπληξε το πλήθος σαν άγγελος και με το μέγεθος της θαυμαστής του ενέργειας, τους άφησε όλους άφωνους. Ακολούθως εξήλθε από τον Ιερό Ναό προχωρώντας ανάμεσά τους αμίλητος. Αλλά και εκείνοι σιωπούσαν και κατά κάποιο τρόπο κοιμούνταν και νόμιζαν πως έβλεπαν όνειρο, σαν να μην ήταν πραγματικό εκείνο που έγινε. Και βέβαια υπήρξε τέτοιο το στρατήγημα εκείνο του ανδρός, που νόμισαν πως από αυτό κατέταξαν στα ιερά δίπτυχα τις άγιες Συνόδους.
      Μετά από αυτά ο Όσιος Θεοδόσιος χωρίς καμία χρονοτριβή και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, περιερχόταν τις πόλεις που ήταν ολόγυρα, τους μαθητές και άλλους ζηλωτές από την ερημιά και τους καθοδηγούσε, επιβάλλοντας τη γνώμη του σαν άλλος στρατηγός· Ο πρώτος στην πολιά (στις άσπρες τρίχες, στη γεροντική ηλικία) δείχνοντας και πρώτος στην προθυμία. Τριγύρισε σε όλους και έγινε στους πάντες τα πάντα· πληροφορούσε και ενημέρωνε εκείνους που είχαν αμφιβολίες· στήριζε ακόμη περισσότερο τους ευσταθείς, ξεσήκωνε τους νωθρούς και ράθυμους, επέτεινε την επιμέλεια των προθύμων, ενθάρρυνε και ενίσχυε εκείνους που δείλιαζαν, παραινούσε τους αγωνιζόμενους, κατατρόμαζε τους αντιπάλους με την εξαιρετική του γενναιότητα, προλάμβανε κάθε αιρετική νόσο με την ταχύτητα της ιατρείας» (Βίος και πολιτεία Οσίου Θεοδοσίου, εκδ. Αποστ. Διακονία, σελ. 94-95)

katafigioti

lifecoaching