


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Η ευχή των γονέων
Η ευχή των γονέων είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά για τα παιδιά.
Γι’ αυτό να φροντίζουν να έχουν την ευχή των γονέων.
Δεν είδες ο Ιακώβ, μέχρι που έφθασε, για να πάρη την ευλογία του πατέρα του; Και προβιά φόρεσε!
Ειδικά η ευχή της μητέρας είναι μεγάλο πράγμα!
Κάποιος έλεγε: «Κάθε λόγος της μητέρας μου είναι και μια λίρα χρυσή».
Νά, και πριν από λίγο καιρό πόση εντύπωση μου έκανε κάποιος από το Γιοχάνεσμπουργκ!
Ήρθε στο Καλύβι το φθινόπωρο. «Γέροντα, η μάνα μου αδιαθέτησε, μου λέει, και ήρθα να την δώ».
Τρείς μήνες δεν πέρασαν, τα Χριστούγεννα ξαναήρθε. «Πώς πάλι εδώ;», τον ρωτάω.
«Έμαθα, μου λέει, πώς πάλι αδιαθέτησε η μάνα μου και ήρθα να φιλήσω το χέρι της,
γιατί είναι ηλικιωμένη και μπορεί να πεθάνη. Για μένα η μεγαλύτερη περιουσία είναι η ευχή της μάνας μου».
Εξήντα χρονών άνθρωπος ξεκίνησε από το Γιοχάνεσμπουργκ και ήρθε στην Ελλάδα, για να φιλήση το χέρι της μάνας του!
Και τώρα τέτοια ευλογία έχει, που σκέφτεται να κάνη ένα γηροκομείο μεγάλο για τους κληρικούς
και να το χαρίση στην Εκκλησία. Δηλαδή τις ευλογίες δεν έχει που να τις βάλη κατά κάποιον τρόπο.
Για μένα είναι φάρμακο μια τέτοια ψυχή. Είναι σαν να είμαι στην έρημο Σαχάρα και να βρίσκω ξαφνικά λίγο νερό.
Αυτά χάνονται σιγά-σιγά.
Ένας άλλος ήρθε μια μέρα με κλάματα στο Καλύβι. «Πάτερ, με καταράστηκε η μάνα μου.
Στο σπίτι έχουμε όλο αρρώστιες, στενοχώριες, η δουλειά μου δεν πάει καλά», μου είπε.
«Κι εσύ δεν θα ήσουν εντάξει, του λέω. Δεν μπορεί η μάνα σου άδικα να σε καταράστηκε».
«Ναί, μου λέει, ήμουν κι εγώ...». «Να πας να ζητήσης συγχώρηση από την μάνα σου», του λέω. «Θα πάω, Πάτερ, μου λέει.
Δώσε μου την ευχή σου». «Την ευχή μου την έχεις, του είπα, αλλά να πάρης και την ευχή της μάνας σου».
«Δύσκολο να μου δώση την ευχή της», μου λέει. «Να πάς, κι αν δεν σου την δώση, να της πης:
"μου είπε ένας Γέροντας πώς κι εσύ θα παραδώσης ψυχή"».
Πήγε, και η μάνα του του ευχήθηκε: «Παιδί μου, να έχης την ευλογία του Αβραάμ!».
Ήρθε μετά από λίγο καιρό στο Όρος με βυσσινάδες, με λουκούμια. Ήταν γεμάτος χαρά.
Τα παιδιά του ήταν καλά, η δουλειά του πήγαινε καλά. Συνέχεια βούρκωνε και έλεγε «δόξα τω Θεώ».
Αλλαξε όλη η ζωή του και μιλούσε όλο πνευματικά. Πόσο μάλλον όταν κανείς έχη εξ αρχής σεβασμό προς τους γονείς!
Πώς να μην έχη την ευλογία του Θεού;
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 142-144)
"Φταίνε οι γονείς. Χρειάζεσαι πολλή προσευχή και αγάπη."
Ένας αδελφός μου έλεγε το εξής για μια οικογένεια που το μεγαλύτερο
από τα δύο κορίτσια της που είχε, το πείραζε το δαιμόνιο
και το έβαζε να κάνει πολλές ζημιές μέσα στο σπίτι,
σπάζοντας διάφορα αντικείμενα, και έξω από το σπίτι,
πετώντας πέτρες και άλλα πράγματα. Πήγε ο αδελφός μαζί με τον π.Ε.(πνευματικό παιδί του Παππούλη κι αυτός)
στο σπίτι τους, αλλά δεν μπόρεσε ο π.Ε. να φέρει αποτέλεσμα στο να τους βοηθήσει,
εκτός από τους αγιασμούς που τους έκανε και τις συμβουλές που τους έδωσε.
Έτσι, το λέει ο αδελφός στον Παππούλη και του ζητάει πώς να ενεργήσουνε για να βοηθηθούν αυτοί οι άνθρωποι.
Τότε λέει ο Παππούλης στον αδελφό.-Ξέρεις, παιδί μου, τί δυνατό που είναι αυτό το δαιμόνιο
που έχει μέσα του αυτό το παιδί; μπορεί να αναποδογυρίσει ένα φορτηγό μεγάλο, φορτωμένο με πέτρες.
Και ξέρεις τί φταίει σ' αυτή την περίπτωση; -Όχι, του λέει, ο αδελφός.
-Φταίνε οι γονείς του, γιατί δείξανε πολύ αγάπη στην μικρότερή της αδελφή και αυτό ζήλευε.
Και σε μιά αδύνατη στιγμή που τη βρήκε ο σατανάς τη νίκησε και κάνει τώρα αυτά τα πράγματα.
-Και τώρα τί πρέπει να κάνουμε, Παππούλη; τον ρώτησε και πάλι ο αδελφός.
-Ε! τώρα χρειάζεται πολλή προσευχή και να της δείξουν πάρα πολλή αγάπη για να γίνει καλά.
[Τζ 150π.]
"Τα λόγια των δαιμονιζόμενων κάποια παγίδα μπορεί να κρύβουν"
"Πρόσεχε" μου λέει μιά μέρα ο Γέροντας, "να μη δίνεις σημασία ούτε να προσέχεις
στα λόγια που λένε οι διάφοροι δαιμονιζόμενοι, γιατί κάποια παγίδα
μπορεί να έχει στήσει ο πονηρός". Και μου ανέφερε το παράδειγμα ενός Ιερέως,
ο οποίος ακολουθούσε συχνά και κατέγραφε σε μαγνητόφωνο τέτοιου είδους ομιλίες.
Όταν όμως μια φορά βρέθηκε ο εν λόγω Ιερεύς, σε ένα Μοναστήρι παλαιοημερολογητών
-συνεχίζει ο Παππούλης- του δημιούργησε ο πονηρός ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα
με το εκκλησιαστικό ημερολόγιο, λέγοντάς του ότι εσείς που πάτε με το νέο ημερολόγιο
δε θα σωθείτε,και τα παρόμοια, και του κλόνισε την πίστη του για αρκετό καιρό,
και κατέληξε: "Πρόσεχε, παιδί μου, πρόσεχε τον πονηρό".
[Τζ 151π.]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, σελ.145-146)
Το παράδοξο ταξίδι
Ο κτήτωρ της Ι. Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνος όσιος Λαυρέντιος (+1770), πριν γίνη μοναχός λεγόταν Λάμπρος, ήταν γεωργός και ζούσε στα Μέγαρα με τη σύζυγο του Βασιλική, μετέπειτα μοναχή Βασσιανή, και τα δύο παιδιά τους.
Ενώ ήταν ακόμη κοσμικός δέχθηκε όραμα από την Υπεραγία Θεοτόκο, που του παρήγγειλε να ανοικοδομήση τον ερειπωμένο ναό της στο βόρειο μέρος της Σαλαμίνος. Εκείνος όμως, σαν ταπεινός και φρόνιμος, δεν πίστεψε στο όραμα. Τότε η Παναγία εμφανίσθηκε και δεύτερη και τρίτη και τέταρτη φορά απειλώντας τον πλέον να εκτελέση την εντολή της.
Ο όσιος τότε ξεκίνησε και πλησίασε την παραλία των Μεγάρων. Αντίκρυσε όμως μεγάλη θαλασσοταραχή και πουθενά δεν φαινόταν καΐκι για να τον μεταφέρει απέναντι, στη Σαλαμίνα.
Ενώ λοιπόν καθόταν στην ακρογιαλιά συλλογισμένος και απελπισμένος, άκουσε ξαφνικά θεία φωνή:
- Ρίξε το πανωφόρι σου στη θάλασσα, ανέβα μετά πάνω του και θα φθάσης χωρίς κίνδυνο στο νησί!
Με αδίστακτη πίστι ο όσιος Λαυρέντιος άπλωσε το πανωφόρι του στη θάλασσα, ανέβηκε πάνω του και γλιστρώντας στ’ αγριεμένα κύματα έφθασε σώος και αβλαβής στη Σαλαμίνα!
(Συναξαριστής Γ΄)
("Χαρίσματα και Χαρισματούχοι", Ι. Μονή Παρακλήτου, τ. Β΄, σ. 152-153)
Ένας αμαρτωλός νέος, ο Τζίμμυ, στην πρώτη του εξομολόγηση στον π. Γερβάσιο κλαίει γονυπετής:
- Χάλασα, πάτερ μου, και τις δέκα εντολές και κάτι περισσότερο.
Και τότε ο φωτισμένος γέροντας, ο καλοκάγαθος και γεμάτος αγάπη ποιμένας, αφού έθεσε τα χέρια του στους ώμους του παραστρατημένου προβάτου του, του λέει:
- Σήκω, παιδί μου, αυτή τη στιγμή, δεν θέλω να μου πεις τι ακριβώς έκανες και λύπησες το Θεό. Αρκεί η μετάνοιά σου. Πήγαινε στο σπίτι σου, ετοιμάσου και την Κυριακή να προσέλθεις στην Εκκλησία και να λάβεις τη θεία κοινωνία. Σε μένα δε, να έρθεις μετά από μία εβδομάδα.
Κατάπληκτος ο Τζίμμι ρωτά, διότι του ήταν απίστευτο αυτό το οποίο άκουσε.
- Εγώ θα κοινωνήσω αυτή την Κυριακή, πάτερ μου;
- Ναι, εσύ, του απαντά ο πατήρ. Συγκινημένος βγαίνει από το ιερό εξομολογητήριο. Τώρα πλέον δεν είναι ο Τζίμι, αλλά το πιστό και μετανοημένο τέκνο του Θεού. Κοινωνεί την Κυριακή, όπως ακριβώς του είχε πει ο πνευματικός του πατέρας, επανέρχεται, εξομολογείται τα πάντα, λαμβάνει ένα μικρό κανόνα και γίνεται πλέον διαπρύσιος κήρυκας του Ευαγγελίου.
(Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, "Οδηγός Εξομολογητικής", Σταμάτα 2016, σ. 209)
Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος
Ο Άγιος Ιωάννης ήταν γιος της Σαλώμης της μυροφόρας και του Ζεβεδαίου, ο οποίος ήταν ψαράς. Ο αδελφός του, Ιάκωβος, είναι επίσης ένας από τους Αποστόλους. Ο Ιωάννης ήταν ένας από τους δώδεκα Αποστόλους. Είναι ο συγγραφέας του Δ΄ Ευαγγελίου, το οποίο και φέρει το όνομά του, τριών Καθολικών επιστολών: (Α, Β, Γ Ιωάννου) καθώς και του βιβλίου της Αποκάλυψης. Ονομάστηκε από την Εκκλησία "Θεολόγος" λόγω των υψηλών θεολογικών μηνυμάτων των έργων του και ιδιαίτερα για την διεξοδική και σε βάθος ανάπτυξη της Σάρκωσης του Θεού Λόγου. Οι υψηλές μάλιστα θεολογικές πτήσεις των έργων του, τον ταύτισαν με τον αετό, ένα από τα τέσσερα συμβολικά ζωντανά πλάσματα, που ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε σε όραμα (Ιεζ. 1:10) και η Εκκλησία ερμήνευσε ως προτύπωση των τεσσάρων Ευαγγελιστών (άνθρωπος-Ματθαίος, Μόσχος-Λουκάς, Λιοντάρι-Μάρκος και Αετός -Ιωάννης).
Στην αφήγηση του Ευαγγελίου αναφέρεται αρκετές φορές στον εαυτό του ως "ο μαθητής που αγαπούσε ο Ιησούς" παρά με το όνομά του. Ήταν ο νεότερος των δώδεκα Αποστόλων και μάλιστα στο στενότερο κύκλο των μαθητών του Ιησού. Η ζωή και η παρουσία του ως μαθητή του Ιησού μαρτυρείται και στα τέσσερα ευαγγέλια.
Με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, ήταν παρών στην ανάσταση της κόρης του Ιάειρου και στη Μεταμόρφωση του Ιησού στο όρος Θαβώρ, καθώς και στην Γεθσημανή, όπου προσευχήθηκε πριν από το πάθος του. Ο Απόστολος Ιωάννης στην πρόρρηση του πάθους του Ιησού στον Μυστικό Δείπνο θα πέσει στο στήθος του δασκάλου του. Ήταν ο μοναδικός μεταξύ των μαθητών, που δε δίστασε να παραμείνει κοντά στον αγαπημένο του Διδάσκαλο στο Γολγοθά, όπου ο Κύριος, πεθαίνοντας στο Σταυρό του εμπιστεύθηκε τη Μητέρα του, την Υπεραγία Θεοτόκο. Μερίμνησε για τη Θεοτόκο έως την Κοίμησή της. Κατόπιν πήγε με το μαθητή του, Πρόχορο, να κηρύξει το ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία. Σύμφωνα με τον Τερτυλλιανό, κατά την περίοδο που αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Δομετιανός, στάλθηκε να μαρτυρήσει στη Ρώμη, αλλά σε όποιο μαρτύριο και αν προέβησαν (δηλητήριο ή καυτό λάδι) δεν είχε επάνω του κανένα αποτέλεσμα. Έτσι ο Δομετιανός τον εξόρισε στην Πάτμο (95 μ.Χ.), όπου δέχτηκε την Αποκάλυψη την οποία και κατέγραψε. Μετά το θάνατο του Δομετιανού, ο νέος αυτοκράτορας Νέρβας απελευθέρωσε τον Άγιο Ιωάννη, ο οποίος επέστρεψε στην Έφεσο, όπου και κοιμήθηκε ειρηνικά, έχοντας υπερβεί τα εκατό χρόνια ζωής.
Ακολουθώντας την Παράδοση, ένα θαύμα επιτελέσθηκε, όταν ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε: Όταν ο Άγιος Ιωάννης, υπερεκατονταετής πλέον, διαισθάνθηκε το τέλος, εξήλθε από την Έφεσο μαζί με τους επτά μαθητές του για να προσευχηθεί και εκεί όρισε να ανοίξουν ένα λάκκο σε σχήμα σταυρού, όπου και κατακλίθηκε. Αργότερα, όταν ο τάφος του ανοίχτηκε, το σώμα του δεν ήταν πλέον εκεί, είχε μεταστεί.
Η Μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία στις 8 Μαΐου, στη σύναξη των 12 Αποστόλων, την 30η Ιουνίου και η μετάσταση του στις 26 Σεπτεμβρίου.
(πηγή: Ιερά, Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Κοινοβιακή Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού)
«Να υπακούτε και να υποτάσσεσθε στους
πνευματικούς πατέρες και προεστούς σας.
Διότι αυτοί αγρυπνούν για τις ψυχές σας,
επειδή θα δώσουν λόγο στο Θεό για σας».
(Εβρ. ιγ΄17)
«Μη δέχεσαι κατηγορίες κατά του πνευματικού
σου πατέρα, μήτε να διευκολύνεις εκείνον που
τον προσβάλλει, για να μην οργιστεί ο Κύριος
για τα έργα σου και σε αποκόψει από τη χώρα
της ζωής».
(Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, 400 Κεφάλαια περί Αγάπης, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ Β', 54)
Του Αββά Νισθερώου, οπού ήταν σε Κοινόβιο
α. Έλεγε ο Αββάς Ποιμήν για τον Αββά Νισθερώο, ότι καθώς το χάλκινο φίδι, οπού έφτιαξε ο Μωϋσής για να θεραπεύεται ο λαός, έτσι ήταν ο γέρων. Τον στόλιζε κάθε αρετή και σιωπώντας, όλους τους θεράπευε.
β’. Ρωτήθηκε δέ ο Αββάς Νισθερώος από τον Αββά Ποιμένα, από που απόχτησε εκείνη την αρετή, οπού, όσες φορές συνέβη κάποια θλίψη στο Κοινόβιο, δεν μιλούσε, ούτε έμπαινε στη μέση. Και αποκρίθηκε: « Συγχώρησέ με, Αββά. Όταν πρωτοεισήλθα στο Κοινόβιο, είπα στον λογισμό μου, ότι συ και ο όνος είσθε ένα. Όπως ο όνος, τον δέρνουν και δεν μιλά, τον υβρίζουν και τίποτε δεν αποκρίνεται, έτσι και σύ. Καθώς και ο ψαλμός λέγει: Κτηνώδης εγενήθην παρά σοί, καγώ διαπαντός μετά σου ».
Τ ο υ Αββά Νίκωνος
α΄. Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον από τους πατέρες, λέγοντας: « Πώς ο διάβολος φέρνει τους πειρασμούς εναντίον των αγίων ; ». Και του λέγει ο γέρων: « Ήταν ένας από τους πατέρες, ονόματι Νίκων, οπού έμενε στο όρος Σινά. Και να, κάποιος, πήγε στη σκηνή ενός Φαρανίτη, βρήκε εκεί τη θυγατέρα του μόνη και έπεσε μαζί της. Και της λέγει: Να πής, ότι ο αναχωρητής Αββάς Νίκων μου το έκαμε αυτό. Και σαν ήλθε ο πατέρας της και το έμαθε, πήρε ένα μαχαίρι και πήγε εναντίον του γέροντος. Χτύπησε την πόρτα και βγήκε ο γέρων. Απλώνει τότε το μαχαίρι για να τον σκοτώση, αλλά έμεινε το χέρι του ξερό. Και πηγαίνοντας ο Φαρανίτης στην εκκλησία, στους πρεσβυτέρους λέγει τι συνέβη. Έστειλαν λοιπόν και κάλεσαν τον γέροντα. Και ήλθε. Τον χτύπησαν τότε πολύ και ήθελαν να τον διώξουν. Και τους παρακάλεσε, λέγοντας: Αφήστε με εδώ για χάρη του Θεού, να μετανοήσω. Και αφού τον χώρισαν για τρία χρόνια, πρόσταξαν κανείς να μη πηγαίνη σ’ αυτόν. Και πέρασε τρία χρόνια, ερχόμενος κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, μετανοώντας. Και τους παρακαλούσε όλους, λέγοντας: Προσευχηθήτε για μένα. Ύστερα δε, μπήκε δαιμόνιο σ’ εκείνον οπού είχε κάμει την αμαρτία και ρίξει τον πειρασμό επάνω στον αναχωρητή. Και ωμολόγησε στην εκκλησία ότι αυτός είχε κάμει την αμαρτία και συκοφάντησε τον δούλο του Θεού. Τότε, πήγαν όλοι οι μοναχοί και μετενόησαν μπροστά στον γέροντα, λέγοντας: Συγχώρησε μας, Αββά. Και τους λέγει : Όσο για να σας συγχωρήσω, σας έχω συγχωρήσει. Αλλά για να μείνω, δεν μένω πλέον εδώ μαζί σας, γιατί δεν βρέθηκε ούτε ένας έχοντας διάκριση, για να με συμπονέση. Και έτσι, έφυγε από εκεί». Και είπε ο γέρων στον αδελφό: « Βλέπεις πώς ο διάβολος φέρνει τους πειρασμούς εναντίον των αγίων ; ».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996)
Σε κάποια από τις ελληνικές οικογένειες ανέφεραν στον ηγούμενο του Ρωσικού πατέρα Σάββα (+1821) για έναν συγγενή τους νεαρό έμπορο ο οποίος σχετιζόταν με τους αντιπροσώπους των
σουλτανικών χαρεμιών και προμήθευε στο προσωπικό τους ποικίλα εμπορεύματα. Πέραν τούτου, όμως, ο νεαρός έμπορος δημιούργησε και άλλου είδους σχέσεις με τις φυλακισμένες, τις οποίες επισκεπτόταν καθημερινά. Οι συγγενείς του, μιλώντας για αυτόν στον πατέρα Σάββα είπαν ότι θα τιμωρηθεί αυστηρά από τους Τούρκους σε περίπτωση κατά την οποία αυτό γίνει γνωστό. Έτσι, τον παρακάλεσαν να λυτρώσει με τη μεσολάβηση του το νεαρό από τέτοιο κίνδυνο.
Ο πατήρ Σάββας με πίστη στη βοήθεια της Χάρης του Θεού και με τη συνεργία της θείας κοινωνίας, άρχισε το έργο. Μετά από μακρές και ανεπιτυχείς προτροπές προς τον φιλήδονο νέο να εγκαταλείψει τις αμαρτωλές σχέσεις με τις μουσουλμάνες, πρότεινε εν τέλει τους ευκολότερους όρους από την πλευρά του, υποσχόμενος ότι δεν θα τον ενοχλήσει πλέον για να τον αποτρέψει από την αμαρτία. Τον παρακάλεσε, λοιπόν, να μην πάει στο χαρέμι μία ημέρα και κατά τη διάρκειά της να νηστέψει· μετά να του αναγνωσθεί ή συγχωρητική ευχή, να κοινωνήσει των αχράντων Μυστηρίων και κατόπιν ας κάνει ό,τι θέλει!
Ο δυστυχής αμαρτωλός, ελκόμενος από την αμαρτία όπως ο σίδηρος από τον μαγνήτη, δυσκολεύτηκε αλλά δέχτηκε τη συμβουλή· ίσως εξαιτίας ντροπής ενώπιον του Γέροντα και των συγγενών του, περισσότερο, όμως, επειδή ο σοφός γέροντας δεν του ζητούσε παραίτηση από την αμαρτία αλλά στέρηση μόνο για μία ημέρα. Νήστεψε εκείνη την ημέρα, έλαβε τη συγχώρηση δια της ευχής και τη θεία κοινωνία, και μετά τη θεία λειτουργία γευμάτισε μαζί με τον πατέρα Σάββα και τους συγγενείς. Κατά τη διάρκεια του γεύματος και δήθεν τυχαία, ο γέροντας πρότεινε να προσπαθήσει και αυτή την ημέρα να μην πάει στο χαρέμι και να κοινωνήσει πάλι την επομένη. Επειδή δεν έβλεπε καμία αντίδραση, άρχισε εγκάρδια να τον παρακαλεί υποσχόμενος εκ νέου ότι μετά τη θεία κοινωνία θα τον αφήσει ελεύθερο να πράξει κατά την επιθυμία του. Αφού έλαβε τη συγκατάθεση, τον κοινώνησε και την άλλη ημέρα. Πρότεινε να τον ξανακοινωνήσει με τους ίδιους όρους, δηλαδή και εκείνη την ημέρα να μην πάει στο χαρέμι και τον κοινώνησε και την τρίτη ημέρα.
Τότε φάνηκε πως ενήργησε σωτηριωδώς η χάρη του Θεού, κατά τη ζώσα πίστη του γέροντα και τις προσευχές των συγγενών. Η καρδιά του νέου μαλάκωσε και άρχισε σιγά-σιγά μέσα του να αισθάνεται τη νέκρωση των φλογισμένων παθών.
Ο πατήρ Σάββας συνέχισε να τον κοινωνεί επί σαράντα ημέρες και την τελευταία φορά τού είπε:
- Τώρα πήγαινε όπου επιθυμείς, ακόμα και στο χαρέμι· δεν σε εμποδίζω!
Αλλά στην ψυχή του νεαρού είχε ήδη συντελεστεί η μεταστροφή.
- Ας κάνουν μαζί μου ό,τι θέλουν, είπε· μπορούν και να με κατακόψουν. Για τίποτα στον κόσμο δεν θα δεχτώ να πηγαίνω εκεί όπου νωρίτερα έτσι ασυγκράτητα έτρεχα!
Με αυτό τον τρόπο ο φιλεύσπλαχνος Κύριος που δεν επιθυμεί τον θάνατο του αμαρτωλού αλλά «να επιστρέψει και να ζει αυτός» έσωσε το απολωλός πρόβατό του. (Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Οδηγός Εξομολογητικής, Σταμάτα 2016, σελ.171-173 όπου και η πηγή)
60. Ποια ήταν η θεωρία της υποταγής του Λόγου (subordinatio) στον Πατέρα;
Είναι θεωρία παρεμφερής προς την προηγούμενη. Την διετύπωσαν ο Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς, και άλλοι Απολογητές.
Το κύριο μέλημα του Ιουστίνου ήταν η διαφύλαξη της ενότητας του Θεού, την οποία εκ πρώτης όψεως απειλεί η παραδοχή εις αυτόν (τον Θεό) δύο προσώπων διαφερόντων «τω αριθμώ», δηλαδή ξεχωριστών και πραγματικών.
Πώς είναι δυνατό να είναι ένας ο θεός όταν σ’ αυτόν υπάρχουν δύο πρόσωπα (και τρία με το Πνεύμα το Άγιο); Έτσι ανακύπτει η περί διπλής καταστάσεως του Λόγου θεωρία, όπως την είδαμε στο προηγούμενο ερώτημα. Στην πρώτη κατάσταση ο Λόγος βρισκόταν ως δύναμη ιδιωματική στο Θεό και όχι ως πρόσωπο ξεχωριστό και πραγματικό. Αυτό έγινε όταν ο θεός θέλησε να δημιουργήσει τα εξωτερικά όντα. Επειδή δε αυτός, ως απόλυτα υπερβατικός, δεν μπορούσε να δημιουργήσει άμεσα τον κόσμο (ιδέα πλατωνική, φιλώνεια), σύρει τον Λόγο από την ενδιάθετη ιδιωματική του κατάσταση και τον γεννά, από τη βουλή του, προφορικόν, δηλαδή ως πρόσωπο ξεχωριστό, το οποίο χρησιμεύει στο Θεό σαν όργανο, για να δημιουργήσει δι’ αυτού τα όντα. Ο Λόγος είναι υπηρετικό όργανο του Πατρός και ως τέτοιος δεν μπορεί να είναι ίσος με τον Πατέρα, αλλά κατώτερος αυτού. Ο Λόγος είναι υποταγμένος στον Πατέρα. Το ίδιο συμβαίνει και στο πεδίο της θείας οικονομίας, όπου ο Λόγος, ως όργανο του Πατρός, φανερώνει στον κόσμο το θέλημα και τις βουλές του Πατρός.
Δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί ότι τόσο τα περί δύο καταστάσεων του Λόγου διδάγματα, όσο και η περί υποταγής θεωρία είναι επικίνδυνα, ως θέτοντα σε αμφιβολία το θεοπρεπές αξίωμα του Λόγου, δηλαδή την αιωνιότητα, την αυτοτέλεια και τη θεότητα του. Ένα μόνο βήμα χωρίζει τα διδάγματα αυτά από τον Αρειανισμό, στον οποίο όμως δεν υπέπεσε ο ιερός Απολογητής.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 81-82)
Δικαιοσύνη
δεν μπορεί να είναι άδικος ο Θεός
Αν δεν υπάρχουν κρίσις και απόδοσις ευθυνών για όσα κακά διαπράξαμε, τότε δεν θα λάβουμε και τιμές για όσα υπομείναμε.
Ε.Π.Ε. 9,432
μαζί ο άγιος και ο άγριος;
Όσοι δίκαιοι και ευσεβείς αναχώρησαν από τη ζωή αυτή και πήραν μαζί τους όλη την αρετή, θα έχουν το ίδιο τέλος με τους μοιχούς, με τους πατροκτόνους, με τους φονιάδες, με τους τυμβωρύχους; Ποια λογική λέει κάτι τέτοιο;
Ε.Π.Ε. 9,436
δεν πληρώνονται όλοι εδώ
Ούτε όλους τους τιμωρεί εδώ ο Θεός, διότι κάτι τέτοιο θα σε έκανε να μη περιμένης την ανάστασι και να απελπιστής για την κρίσι. Αλλ’ ούτε πάλι όλους τους αφήνει να φύγουν ατιμώρητοι, για να μη νομίσης, ότι ο Θεός αδιαφορεί για όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Αλλά τι κάνει ο Θεός; Και τιμωρεί και δεν τιμωρεί. Με τις τιμωρίες, που επιτρέπει σ’ αυτή τη ζωή, θέλει να δείξη, ότι από αυτούς που δεν τιμωρούνται εδώ, θα ζητήση λόγο εκεί. Με τις περιπτώσεις πάλι, που δεν τιμωρεί ο Θεός εδώ, σε προετοιμάζει να περιμένης, ότι μετά την αποδημία σου απ’ αυτή τη ζωή, υπάρχει το φοβερώτερο δικαστήριο. Αν όμως ο Θεός δεν ήταν δίκαιος και αδιαφορούσε για όσα πράττουν οι άνθρωποι, τότε ούτε θα τιμωρούσε μερικούς εδώ, ούτε άλλους θα τους ευεργετούσε.
Ε.Π.Ε. 17,574
την απαιτεί η εδώ αδικία
Αν δεν υπήρχε ανάστασις, με ποιο τρόπο θα επιβεβαιωθή η δικαιοσύνη του Θεού, εφ’ όσον σ’ αυτή τη ζωή ευημερούν τόσοι πονηροί και ασεβείς, και από την άλλη μεριά τόσοι αγαθοί και άγιοι πονούν και υποφέρουν;
Ε.Π.Ε. 13,564
θεία
Άλλοι άνθρωποι ζουν με κακία και άλλοι με αρετή. Πολλοί απ’ τους κακούς και ασεβείς έφτασαν σε βαθειά γεράματα και καλοπέρασαν στη ζωή τους. Κι αντίθετα, πολλοί ενάρετοι, υποφέρουν θλίψεις. Λοιπόν; Πότε καθένας θα πληρωθή επάξια; Σε ποια ζωή;
Ε.Π.Ε. 14,278
το ίδιο τέλος θα έχουν όλοι;
Λες: Είναι φιλάνθρωπος ο Θεός, και γι’ αυτό δεν τιμωρεί. Δηλαδή, αν κολάση τους ασεβείς, δεν θα είναι φιλάνθρωπος; Βλέπεις σε τι βλάσφημα λόγια οδηγεί ο διάβολος; Λοιπόν, ρωτάω: Οι μοναχοί, που πήγαν στα βουνά και επέδειξαν πάρα πολύ μεγάλη άσκησι, θα φύγουν από αυτό τον κόσμο αστεφάνωτοι; Αν δεν τιμω-ρούνται οι κακοί και δεν υπάρχη για κανέναν ανταπόδοσις, τότε θα πη κάποιος, ότι ούτε οι αγαθοί βραβεύονται. Ναι, λέει (απερίσκεπτα), διότι αυτό αρμόζει στον Θεό, να υπάρχη μόνο βασιλεία· να μην υπάρχη κόλασις! Δηλαδή, ο πόρνος και ο μοιχός και όποιος έκανε άπειρα κακά, θ’ απολαύση τα ίδια μ’ εκείνον που αγωνίστηκε και επέδειξε σωφροσύνη και αγιότητα; Το ίδιο τέλος περιμένει έναν Παύλο κι ένα Νέρωνα; Ή μάλλον, τον Παύλο και το διάβολο;
Ε.Π.Ε. 17,574
θα ενεργοποιηθή
Αν όλα τα ζυγίζης με τη δικαιοσύνη, θα έπρεπε από την αρχή και κατ’ ευθείαν να τιμωρηθούμε και να χαθούμε. Μάλλον δε όχι μόνο σύμφωνα με τη δικαιοσύνη. Διότι, κι αν είχαμε τιμωρηθή εδώ, πρόσκαιρα , θα φαινόταν και η φιλανθρωπία του Θεού. Όταν κάποιος βρίζη άνθρωπο, που κανένα κακό δεν του έκανε, τιμωρείται σύμφωνα με τους περί δικαίου νόμους. Ο άλλος όμως βρίζει τον Ευεργέτη του, εκείνον που όχι μόνο πριν κανένα κακό δεν του έκανε, αλλά του χάρισε άπειρα καλά, εκείνον που του έδωσε τη ζωή και είναι ο Θεός του και του έδωσε ψυχή και του χάρισε μύρια καλά και είναι έτοιμος, αν θελήση, να τον ανεβάση στον Ουρανό. Αυτόν, λοιπόν, τον Ευεργέτη του, μετά από τόσες ευεργεσίες, Τον βρίζει. Και όχι απλώς Τον βρίζει, αλλά καθημερινά Τον δυσφημεί και με το στόμα του και με τις πράξεις του. Τότε πώς μπορεί να συγχωρηθή;
Ε.Π.Ε. 18,244
η αρετή συλλήβδην
Με τη λέξι «δικαιοσύνη» εννοεί (ο Παύλος) και εδώ την όλη αρετή. Δεν πρέπει, λοιπόν, να στενοχωριέσαι που φεύγω για να στεφανωθώ με το στεφάνι που θα μου βάλη ο Χριστός στο κεφάλι μου.
Ε.Π.Ε. 23,642
ανθρώπων υπάρχει;
Καθημερινά αυξάνεται το κακό. Παντού ακούγονται θρήνοι και κλαυθμοί και δάκρυα ξεπετιούνται από τα μάτια των πενθούντων. Και εκείνοι, που τάχτηκαν ν’ απονέμουν τη δικαιοσύνη, κάνουν χειρότερη τη συμφορά και επιτείνουν την αδικία.
Ε.Π.Ε. 31,498
αμείβει όσους υποφέρουν εδώ
Όσο εντονώτερες γίνονται οι θλίψεις, τόσο αυξάνουν και οι αμοιβές, μάλλον δε και κατά πολύ περισσότερο.
Ε.Π.Ε. 31,608
απονομή κατ’ αξίαν
Το ότι υπάρχει Θεός, το βροντοφωνάζουν τα πράγματα. Αλλ’ ως Θεός, πρέπει να είναι δίκαιος. Και αφού είναι δίκαιος, αμείβει τον καθένα αξιοκρατικά. Αν δε απονέμη αξιοκρατικά ό,τι στον καθένα αξίζει, είναι απόλυτη ανάγκη να υπάρχη ύστερα από τούτον άλλος κόσμος, όπου καθένας θα πάρη άξια προς όσα έπραξε, ή θα τιμωρηθή ή θα τιμηθή για τα κατορθώματά του.
Ε.Π.Ε. 34,594
(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, τόμος Β, σελ. 56-59)