ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

«Είσαι τρομερά ευαίσθητος και δεν δέχεσαι να σε προσβάλουν»
Εσύ, μου είπε ο Γέροντας, το μόνο, κακό που έχεις είναι,
ότι είσαι τρομερά ευαίσθητος και δε δέχεσαι να σε προσβάλλουν.
Για το πρώτο, δεν ευθύνεσαι εσύ. Το κληρονόμησες από τον παπα- Γιάννη.
Και η ευαισθησία η μεγάλη, δεν είναι καλή. Καλή είναι για τους άλλους.
Οι οποίοι, συνήθως, την εκμεταλλεύονται. Και μάλιστα, πάρα πολύ άσχημα.
Ενώ για εκείνον που την έχει, είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να φαντασθείς!
Άσε, που αποτελεί και την γενεσιουργό αιτία όλων των ασθενειών.
Γι' αυτό, προσπάθησε να την αποβάλεις. Ή έστω, να την περιορίσεις.
Διαφορετικά θα κάνεις κακό και στον εαυτό σου, αλλά και στην οικογένειά σου.
Πού στο κάτω κάτω, δεν σου χρωστάει και τίποτε, για να την ταλαιπωρείς,
και μάλιστα, χωρίς κανέναν λόγο. Όσον αφορά το δεύτερο, δηλαδή την προσβολή,
αυτή κανείς δεν την ανέχεται με ευχαρίστηση. Πολύ περισσότερο εσύ,
που είσαι υπερήφανος και έχεις την αξίωση από τους άλλους να μη σε προσβάλλουν,
όπως δεν τους προσβάλλεις και εσύ. Όμως, αυτά δεν γίνονται σήμερα.
Και όλοι μας είμαστε θύματα της προσβολής, που μας προκαλούν οι άλλοι.
Δηλαδή, όταν λέμε προσβολή, τι εννοούμε; Εσύ πρέπει να ξέρεις καλύτερα από εμένα,
εκείνη την ηθική μειώση, την ηθική βλάβη ή την αμφισβήτηση του κύρους μας από τρίτους.
Ε, πώς να τους ελέγξεις, παιδί μου, αυτούς τους τρίτους; Ελέγχονται; Ασφαλώς όχι.
Το σωστό και δίκαιο είναι να μην προσβάλλει κανείς κανέναν και να μην προσβάλλεται
από κανέναν. Δύσκολο πολύ. Αλλά, όχι και ακατόρθωτο. Και αυτό ακριβώς,
επιδιώκει να πετύχει σήμερα η Εκκλησία του Χριστού.Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις,
που γίνεται κάποια παραχώρηση από το Θεό, για να δοκιμασθεί η δική μας αντοχή
και το δικό μας πιστεύω. Και ξέρεις, παιδί μου, γιατί;
Γιατί, στη θεωρία συμφωνούμε όλοι. Και η βαθμολογία είναι ίδια, για όλους.
Είναι το «άριστα». Ενώ στην πράξη τα θαλασσώνουμε… Και πολύ λίγοι είναι αυτοί,
που πιάνουν τη βάση! Θα μου πείς, τώρα, εσύ Παππούλη, τα εφαρμόζεις αυτά;
Τί να σου πώ, βρε παιδί μου, μια ζωή αγωνίζομαι, να κάνω το θέλημα του Θεού.
Δεν ξέρω εάν το κατόρθωσα. Εκείνος ξέρει. Σου έχω ξαναπεί:
μόνο του έλεός Του θα μας σώσει. Αλήθεια, δεν μου είπες: Ύστερα από όσα συνέβησαν,
εξακολουθείς ακόμη να πιστεύεις ότι δεν σ' αγαπώ;
[Κ 156π.]

(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.193 -194)

Λόγος περί Αγάπης (οσίου Συμεών Νέου Θεολόγου)

Από το Βίο του….

«Όταν κάποτε τελείωσε η πρωινή δοξολογία καθώς άρχισε κατά την συνήθειά του ο μακάριος να κατηχή τους μαθητάς και σύμφωνα με την παραίνεσι του αποστόλου να νουθετή, να ελέγχη, να παρηγορή, ξαφνικά κάπου τριάντα από τους μοναχούς διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά τους, όπως παλαιά οι γύρω από τον Άννα και Καϊάφα, κινήθησαν με άναρθρες κραυγές και φονικές διαθέσεις, διετάραξαν όλη την εκκλησία, και εσήκωσαν αυθαδώς τα άνομα χέρια τους κατά του πατρός των, για να τον συλλάβουν και τον διασπαράξουν σαν θηρία. Αυτός δε, μόλις είδε την αλλαγή των και την αποξένωσί τους από τον διδάσκαλο και πατέρα τους, έδεσε τα χέρια του και εσήκωσε την σκέψι τoυ προς τον ουρανό· με αυτόν τον τρόπο έμεινε επί τόπου ακίνητος χαμογελώντας και ατενίζοντας χαρούμενα προς τους μιαρούς. Καθώς δε ώρμησαν εναντίον του και με τις άναρθρες κραυγές και βλασφημίες επέδειξαν μανία και αναίδεια σκύλων που υλακτούσαν, εμποδίσθηκαν άνωθεν να επιβάλουν επάνω του τα άνομα χέρια διότι η χάρις που ενοικούσε στον Συμεών τους εκρατούσε μακριά και τους απέπεμπε. Απορώντας δε τι να πράξουν, εξέρχονται τρέχοντος από την εκκλησία και, αφού έσπασαν τα κλείθρα της πύλης του μοναστηριού, εγκαταλείποντας μόνον τον μακάριο μαζί μ’ εκείνους που εζούσαν μ’ ευλαβική διαγωγή. Καθώς δε επέρασαν άοπλοι την πρώτη πύλη της μεγάλης του Θεού Εκκλησίας και άρχισαν να ενοχλούν με τις κραυγές τον αρχιερέα —που ήταν ο Σισίννιος— από κάτω, τους εκάλεσε ο πατριάρχης και, αφού έμαθε την αιτία της ταραχής και την εκ μέρους των ραδιουργία κατά του αγίου, τους απέδωσε δεινή μανία, και εκάλεσε την επομένη ημέρα τον άγιο.

Όταν λοιπόν ο μακάριος εισήλθε με σεμνό ήθος και ιλαρό παρουσιαστικό προς αυτόν, ο πατριάρχης ερωτά για την αιτία της εναντίον του μανίας των μοναχών. Όταν δε εκείνος διηγήθηκε με τον νόστιμο χαριτωμένο λόγο όλα τα σχετικά προς την συνηθισμένη ομιλία και κατήχησι και έπειτα, τα της αναιδείας και της φονικής εξορμήσεώς των, και πώς έφυγαν συντρίβοντας τα κλείθρα και τους μοχλούς των πυλών, ο πατριάρχης εξεπλάγη και αντιλαμβανόμενος τον φθόνο και την μανία των ασυνέτων, καταλήφθηκε από δίκαιο θυμό και τους κατεδίκασε όλους σε εξορία. Εάν βέβαια ήταν κάποιος άλλος αυτός που έπαθε αυτά από εκείνους, δεν θα ικανοποιώταν από την απόφασι; Δεν θα ευφραινόταν κατά τον βιβλικό λόγο, όταν είδε τέτοια καταδίκη; Δεν συνέβηκε όμως αυτό στον καλό ποιμένα και ακριβέστατο μιμητή του πρώτου ποιμένος. Όταν δηλαδή είδε τους φύλακες έτοιμους να συλλάβουν τους αποστάτες, πίπτει πρηνής και εγγίζει τα πατριαρχικά εκείνα πόδια ο ηγούμενος με την ευαίσθητη ψυχή, την οποία προσφέρει υπέρ των προβάτων του, και με θρήνους ζητεί συγγνώμην. Ο πατριάρχης κάμπτεται με δυσκολία και λόγω των παρακλήσεων ανακαλεί την απόφασι περί εξορίας, δεν τους επιτρέπει όμως να εισέλθουν πάλι στην μονή. Αμέσως λοιπόν απελαύνονται όλοι από την εκκλησία και γεμάτοι μανία σκορπίζονται ακολουθώντας ο καθένας το θέλημά του. Άλλοι κατατάχθηκαν ανάμεσα στα κατηχουμενεία των εκκλησιών, άλλοι ερρίφθηκαν σε άλλες μονές, όσοι δε ανήκαν στην κατώτερη και ευτελέστερη μοίρα διασκορπίσθηκαν όπου έτυχε ο καθένας, εδώ κι εκεί.

Τι έπραξε λοιπόν ο ποιμήν ο καλός; Eπιστρέφει μόνος του στο μοναστήρι, σπαρασσόμενος εσωτερικά για την στέρησι των προβάτων του Χριστού και χύνοντας άφθονα δάκρυα. Και, παρακαλώ, παρατηρήσατε ακεραιότητα άγιας ψυχής και ανεξικακία δικαίου ανδρός. Eπειδή δεν υπέφερε να βλέπη αδειανή την αυλή των προβάτων, τι κάμνει ο καθ’ όλα σοφός και γενναίος, για να συμφιλιώση το ποίμνιο προς τον εαυτό του και τον Θεό και να το συναθροίση κοντά του; Ερευνά για τους τόπους της πόλεως όπου εζούσε ο καθένας τους κατά την θέλησί του.

Όταν τους έμαθε, στέλλει στον καθένα τα απαιτούμενα για την συντήρησί του, συνοδεύοντας την προσφορά με παρηγορητικούς λόγους που εμάλασσαν την καρδιά τους. Καθώς αυτό εγινόταν επί πολλές ημέρες και ο πραγματικά καλός ποιμήν ερχόμενος με ταπεινή εμφάνισι, εκαθόταν μαζί με τον καθένα τους, τους απηύθυνε λόγια αγάπης και εζητούσε την επιστροφή τους μαζί με την συγγνώμη, σαν να τους είχε αδικήσει μάλλον παρά να είχε αδικηθή από αυτούς· με διδακτικούς λόγους εμαλάκωσε την στυγνότητα και σκληρότητα της καρδιάς τους. Έτσι σε σύντομο χρόνο τους συνάθροισε όλους ο καλός ποιμήν, που εισήλθε στην αυλή των προβάτων δια της θύρας του Ιησού και δεν ανέβηκε σ’ αυτήν από άλλο σημείο, και εγέμισε πάλι την αυλή του με τα ήμερα πρόβατα που προ ολίγου είχαν αγριεύσει» (τ.19Α, σελ.97-101).

«άλλοτε μεν τον έπλυναν με ύβρεις και λοιδορίες και τον ονείδιζαν πικρά, μερικές φορές εσήκωναν και χέρια επάνω του, αν και ήταν γέρων και αδύνατος ήδη, και τον έρριπταν κατά γης (ώ, πόση ανοχή και πόση άφατη μακροθυμία έχεις, Χριστέ) με φονικό χέρι, άλλοτε δε ελιθοβολούσαν τον δίκαιο.

Ένας από αυτούς μάλιστα κάποια φορά έλαβε λίθο, όσον μεγάλο μπορούσε να χωρέσει το χέρι του, και τον πετά δυνατά προς τον τόπο, όπου συνήθιζε να κάθεται ο άγιος και να γράφη τα λόγια της θείας χάριτος. Ο λίθος, αφού συνέτριψε το υαλωτό, διέρχεται κατά του μήνιγγος του αγίου, και πέφτει αντίκρυ από την όψι του και με μόνο το ορμητικό κτύπημα εγέμισε ζάλη το σεβαστό κεφάλι του· αν είχε κτυπήσει σ’ αυτό κατά την φορά του, τίποτε δεν θα εμπόδιζε να στείλη τον άγιο την ίδια στιγμή στον θάνατο.

Τι πράττει λοιπόν τότε ο μιμητής του ειπόντος, «να μη ανταποδώσης κακό για κακό»; Αντάμειψε με αγαθά τόσο αυτόν όσο και όλους τους άλλους που τον κακοποιούσαν· γι’ αυτό φωνάζει με γαλήνια λαλιά τον μαθητή του Συμεών και λέγει· «βλέπεις την εναντίον μας απειλή, αδελφέ;» και του υπέδειξε τον λίθο. «Αλλά πήγαινε και σβήσε τον εναντίον μας θυμό του ανθρώπου με το έλεος της φιλανθρωπίας, χορηγώντας σ’ αυτόν αφθόνως τα αναγκαία για την θεραπεία από το υστέρημά μας» (τ.19Α, σ.231).

Από τη διδασκαλία του….

«Άλλο είναι το να μην αγανακτούμε γι’ ατιμίες και ύβρεις, για πειρασμούς και θλίψεις, και άλλο το να ευχαριστούμαστε γι’ αυτά και να ευχόμαστε υπέρ εκείνων που το προκαλούν σ’ εμάς· άλλο είναι το να τους αγαπούμε από ψυχή και άλλο υπεράνω αυτού το να αποτυπώνωμε νοερώς το πρόσωπο του καθενός από αυτούς και να τους καταφιλούμε απαθώς ως γνησίους φίλους με δάκρυα ειλικρινούς αγάπης, οπότε φυσικά δεν ευρίσκεται καθόλου ούτε ίχνος αηδίας στην ψυχή.

Ανώτερο δε από αυτά που αναφέραμε είναι, όταν ακόμη και στον καιρό των πειρασμών έχει κανείς ίση και όμοια αναλλοιώτως διάθεσι προς εκείνους που τον λοιδορούν κατά πρόσωπο και τον διαβάλλουν, τον κατακρίνουν και τον καταδικάζουν, τον υβρίζουν και τον εμπτύουν, αλλ’ επίσης και προς εκείνους που εξωτερικά τηρούν το πρόσχημα φιλίας, κρυφά δε διαπράττουν τα όμοια χωρίς να διαφεύγουν την προσοχή· ασυγκρίτως δε ανώτερο τούτων πάλι θεωρώ ότι είναι το να λησμονήση κανείς τελείως όσα έχει υποφέρει και να μη τα θυμάται, είτε παρόντες είτε απόντες είναι αυτοί που τον έθλιψαν, να προσδέχεται δε και αυτούς ομοίως με τους φίλους στις συναναστροφές και συνεστιάσεις χωρίς ανάμνηση των συμβάντων» (τ.19Α, σ.451).

«Εμείς οι πιστοί οφείλομε να βλέπωμε όλους τους πιστούς σαν ένα και να θεωρούμε ότι στον καθένα από αυτούς είναι ο Χριστός και η αγάπη προς αυτόν πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να είμαστε έτοιμοι να δώσουμε υπέρ αυτού τις ψυχές μας. Δεν πρέπει μάλιστα καθόλου να λέμε ή να νομίζουμε κανέναν πονηρό, αλλά όλους να τους βλέπουμε σαν αγαθούς, όπως είπαμε. Ακόμη και αν ιδής κάποιον να ενοχλήται από πάθη, να μη μισήσης τον αδελφό, αλλά τα πάθη που τον πολεμούν· αν τον ιδής να τυραννήται από επιθυμίες και προσβολές, να τον σπλαγχνισθής περισσότερο, μη τυχόν πειρασθής και ο ίδιος, αφού είσαι εκτεθειμένος στην μεταβολή ασταθούς ύλης» (τ.19Α, σελ.475-477).

«τότε (Κύριε) εγνώρισα ότι σε έχω μέσα μου συνειδητώς. Από τότε λοιπόν δεν σε αγαπούσα από την ενθύμησι σου και των ιδικών σου, αλλά επίστευσα ότι έχω αληθινά μέσα μου εσέ, την ενυπόστατη αγάπη. Διότι η πραγματική αγάπη είσαι εσύ, ο Θεός» (τ. 19Α, σ. 587).

«Η αγάπη λοιπόν αυτή, δηλαδή η κεφαλή όλων των αρετών, είναι ο Χριστός και Θεός» (τ.19Β, σ.395).

«Η άγια πάλι αγάπη είναι το παντουργό και παντοδύναμο φως, πολύ και ασυγκρίτως λαμπρότερο από αυτό το ηλιακό φως· αυτή εγγίζει τις καρδιές αυτών, τις αυξάνει καθημερινά και τις πληροί τελείως διότι δεν παύει όπως το φως της σελήνης, αλλά συντηρείται πάντοτε ολόφωτη με τον ζήλο και την αγαθοεργία των άγιων» (τ.19Β, σ.411).

«όσους μπορεί κάποιος να υπηρετήσει και δεν θέλει να το κάμει, τόσους αδικεί και καθιστά τον εαυτό του υπεύθυνο του κρίματος και της δεσποτικής αποφάσεως που λέγει "φύγετε από μένα οι καταραμένοι στο πυρ το αιώνιο"» (τ.19Γ, σ.53).

«Εάν σε υβρίσει κανείς δικαίως ή αδίκως ή σε κακολογήσει ή σε διαβάλλει, και δεν υποφέρεις με πραότητα την ατιμία, ή όταν λυπηθείς και δαγκωθείς στην καρδιά, δεν βαστάξεις και δεν χαλιναγωγήσεις τις κινήσεις της ψυχής σου, αλλά υβρίσεις αυτόν που σε ύβρισε ή τον κακολογήσεις ή πράξεις κάτι ενάντιο σ’ αυτόν, ή πάλι δεν κάνεις τίποτε από αυτά σ’ εκείνον, αλλά φύγεις έχοντας στην καρδιά σου μίσος εναντίον του και δεν τον συγχωρήσεις με όλη την ψυχή σου και δεν προσευχηθείς γι’ αυτόν από την καρδιά σου, να, εστρατεύθηκες κατά του Χριστού, ενεργώντας αντίθετα από τα προστάγματά του, κι έγινες πολέμιός του, έχασες επίσης και την ψυχή σου, επισφραγίζοντας και επικυρώνοντας τις προϋπάρχουσες αμαρτίες σου και καθιστώντας τις ανεξάλειπτες. Εάν πάλι κάποιος σε ραπίσει στο δεξί σαγόνι κι έπειτα δεν του στρέψεις και το άλλο, αλλά μάλλον τον κτυπήσεις κι εσύ, έγινες στρατιώτης και βοηθός του αντικειμένου Σατανά κι εκτύπησες όχι μόνο τον αδελφό, αλλά δι’ αυτού κι αυτόν που σου είπε να μη κτυπήσεις, αλλά να στρέψεις μάλλον και το άλλο σαγόνι σ’ αυτόν. Και εάν κάποιος σου αφαιρέσει χρυσό ή κάτι άλλο λαθραία ή φανερά, δανειζόμενος τυχόν ή αρπάζοντάς το, έπειτα δεν θελήσει να σου το δώσει, κακοπραγώντας ή εξ αιτίας φτώχειας, κι εσύ δεν το υποφέρεις με ευχαρίστηση και αμνησικακία, αλλά σύρεις εκείνον που το άρπαξε στα δικαστήρια και μισθώσεις συνηγόρους, ζητώντας βοήθεια από τους ανθρώπους, και παρουσιάζεσαι στο δικαστήριο στενοχωρούμενος, λυπούμενος, οδηγώντας και σύροντας τον αδελφό σε δίκη, χρησιμοποιώντας όρκους και ψευδορκίες και αναγκάζοντάς τον να ορκίζεται και να επιορκεί και να ψεύδεται, πράγμα που είναι χειρότερο όλων των άλλων, και μαζί μ’ αυτά τον παραδώσεις στις φυλακές και ενεργείς και πράττεις τα πάντα, ώστε να λάβεις όσα σου χρωστάει, πώς δεν είσαι φανερώς πολέμιος και του εαυτού σου;» (τ.19Γ, σ.219).

«και σ’ εκείνον που θέλει να δικασθεί με σένα και να λάβει τον χιτώνα σου να του αφήνεις και το ιμάτιο, κι όχι μόνο αυτό, αλλά να προσφέρεις και την ίδια σου την ζωή στο θάνατο για την εντολή του Θεού, όταν δικάζεις για χαμένα χρήματα, παραβαίνοντας την προσταγή του Θεού, λυπούμενος, στενοχωρούμενος, και ρίχνοντας τον αδελφό σου στις φυλακές, δεν είσαι ολοφάνερα μανιακός, παροργίζοντας και πολεμώντας τον Θεό και αποστερώντας τον εαυτό σου από την αιώνια ζωή;» (τ.19Γ, σ.221).

«Ω αγάπη πολυπόθητη, μακάριος είναι όποιος σε ασπάσθηκε, διότι στο εξής δεν θα επιθυμήσει πλέον να ασπασθεί περιπαθώς κάλλος γήινου πράγματος. Μακάριος είναι όποιος συσφίχθηκε μαζί σου από θείο έρωτα διότι θ’ αρνηθεί όλον τον κόσμο και δεν θα μολυνθεί καθόλου πλησιάζοντας οποιονδήποτε άνθρωπο. Μακάριος είναι όποιος κατεφίλησε τα κάλλη σου και τα απήλαυσε με άπειρο πόθο, διότι θα αγιασθεί ψυχικώς με το καθαρό ύδωρ και αίμα που στάζει από εσένα. Μακάριος είναι όποιος σε κατασπάσθηκε, διότι θα υποστεί την καλή αλλοίωση πνευματικώς και θα ευφρανθεί ψυχικώς, διότι συ είσαι η ανεκλάλητη χαρά. Μακάριος είναι όποιος σε απέκτησε, διότι δεν θα υπολογίσει για τίποτε τους θησαυρούς του κόσμου, διότι είσαι ο αληθώς ακένωτος πλούτος. Μακάριος και τρισμακάριος είναι επίσης όποιον προσέλαβες εσύ διότι μέσα στην φαινομενική αδοξία θα είναι ενδοξότερος όλων των ενδόξων, τιμιώτερος όλων των τιμίων και σεπτότερος.

Αξιέπαινος είναι όποιος σε κυνηγά, επαινετώτερος όποιος σ’ ευρήκε, μακαριώτερος όποιος αγαπήθηκε από εσένα, όποιος έγινε δεκτός από εσένα, όποιος διδάχθηκε από εσένα, όποιος κατοίκησε μέσα σ’ εσένα, όποιος ετράφηκε από σένα με τροφή τον Χριστό τον αθάνατο, τον Χριστό τον Θεό μας. Ω θεία αγάπη, πού κρατείς τον Χριστό; Πού τον έχεις κρυμμένον; Γιατί επήρες τον Σωτήρα του κόσμου και απομακρύνθηκες από μας; Άνοιξε ένα παραθυράκι και σε μας τους αναξίους, για να ιδούμε και εμείς τον παθόντα για χάρη μας Χριστό και να πιστεύσομε με το έλεος του ότι δεν θ’ αποθάνομε πλέον, αφού τον ιδούμε. Άνοιξέ μας εσύ που έγινες θύρα του στην σαρκική του φανέρωση, που εβίασες τα άφθονα και αβίαστα σπλάγχνα του Δεσπότη μας, για να βαστάσουν τις αμαρτίες και τις ασθένειες όλων, και μη μας απορρίψεις, λέγοντας, «δεν σας γνωρίζω». Έλα μαζί μας, για να μας γνωρίσεις· διότι σου είμαστε άγνωστοι. Κατοίκησε μέσα μας, ώστε για χάρη σου να έλθει για να επισκεφθεί και μας τους ταπεινούς, προϋπαντώμενος από εσένα (αφού εμείς είμαστε τελείως ανάξιοι γι’ αυτό), ώστε να παραμείνει ομιλώντας για λίγο με εσένα και να δεχθεί και εμάς τους αμαρτωλούς να προσπέσομε στα άχραντα πόδια του· να συνομιλήσεις μαζί του για το καλό μας και να πρεσβεύσεις να μας συγχωρηθεί το χρέος των κακών μας, ώστε ν’ αξιωθούμε δια σου να δουλεύομε πάλι σ’ αυτόν τον Δεσπότη, να δεχθούμε την πρόνοιά του και να τρεφόμαστε από αυτόν. Διότι το να μη χρωστάει κανείς τίποτε, αλλά να αφανίζεται από την πείνα και την πτωχεία, σχεδόν προξενεί την ίση τιμωρία και κόλαση.

Είθε να συγχωρηθούμε από εσένα, άγια αγάπη, και δια μέσου σου, να φθάσομε στην απόλαυση των αγαθών του Δεσπότη μας, των οποίων την γλυκύτητα δεν μπορεί κανείς να γευθεί παρά μόνο δια σου. Διότι αυτός που δεν σε αγάπησε όσο πρέπει και δεν αγαπήθηκε από εσένα όπως χρειάζεται, ίσως βέβαια τρέχει, αλλά δεν τερματίζει. Κάθε δρομεύς πριν τελειώσει τον δρόμο είναι αβέβαιος. Όποιος όμως έφθασε σ’ εσένα ή καταλήφθηκε από εσένα, είναι οπωσδήποτε βέβαιος, επειδή το τέλος του νόμου είσαι εσύ, εσύ που με περικυκλώνεις, που με φλογίζεις, που από πόνο καρδιάς με ανάβεις σε άπειρο πόθο του Θεού και των αδελφών και πατέρων μου. Διότι εσύ είσαι η διδασκάλισσα των προφητών, η συνοδοιπόρος των αποστόλων, η δύναμη των μαρτύρων, η έμπνευση των πατέρων και διδασκάλων, η τελείωση όλων των άλλων και αυτήν την στιγμή εσύ είσαι η δική μου προχείριση για την παρούσα διακονία» (τ.19Γ, σελ.305-309).

«Διότι κάθε φροντίδα και κάθε άσκηση, συνοδευόμενη από πολλούς κόπους, αν δεν απολήγει στην αγάπη με συντριμμένο πνεύμα, είναι μάταια και δεν καταλήγει σε τίποτε χρήσιμο» (τ.19Γ, σ.309).

«Πράγματι είναι κακό το να κρυφακούει ή να παρατηρεί κανείς κρυφά τι συζητά ή διαπράττει ο πλησίον, αλλά μόνο όταν αυτό γίνεται με σκοπό να κατηγορήσει ή εξευτελίσει ή κακολογήσει ή διασύρει σε κατάλληλη ευκαιρία όσα είδε ή άκουσε.

Εάν όμως αυτό το κάμνει για να διορθώσει τα σφάλματα του πλησίον με συμπάθεια και σοφία και φρόνηση και να προσευχηθεί γι’ αυτόν με όλη την καρδιά του και με δάκρυα, τότε το έργο αυτό δεν είναι πονηρό. Διότι εγώ είδα άνθρωπο να χρησιμοποιεί πολλούς τρόπους και πολλές μεθόδους, για να μη του ξεφύγει τίποτε απαρατήρητο από όσα λέγονταν ή γίνονταν από τους συνανθρώπους του. Δεν το έκαμνε αυτό για να τους βλάψει, μη γένοιτο, αλλά για να τους απομακρύνει από τις αντίθετες πράξεις και τους λογισμούς, άλλον με τον λόγο, άλλον με δώρα, και άλλον με κάποια άλλη δικαιολογία»(τ.19Δ, σ.21).

«Και είδα άλλον να ενδιαφέρεται και να επιθυμεί τη σωτηρία των αδελφών του τόσο, ώστε πολλές φορές να δέεται στον φιλάνθρωπο Θεό με δάκρυα θερμά από το βάθος της καρδιάς του ή και εκείνοι να σωθούν ή και αυτός μαζί με εκείνους να κατακριθεί, επειδή από διάθεση θεομίμητη και μωσαϊκή δεν ήθελε καθόλου να σώσει μόνο τον εαυτό του. Διότι, αφού συνδέθηκε προς αυτούς πνευματικά με την άγια αγάπη εν αγίω Πνεύματι, προτιμούσε να μην εισέλθει ούτε στη βασιλεία των ουρανών και να χωρισθεί απ’ αυτούς. Πω πω δεσμός άγιος, πω πω δύναμη απερίγραπτη, πω πω ψυχή ουρανόφρονη, ή καλύτερα να πούμε, ψυχή θεοφορούμενη και τελειωμένη μέσα στην αγάπη του Θεού και του πλησίον!» (τ.19Δ, σ.23).

«Αφού λοιπόν είσαι αδελφός και μέλος του, εάν όλους τους άλλους τιμήσεις, φιλοξενήσεις και υπηρετήσεις, και τον εαυτό σου τον παραβλέψεις και δεν αγωνισθείς με όλα τα μέσα για ν’ ανέλθεις στο υψηλότατο σημείο της κατά Θεόν πολιτείας και τιμής, αλλ’ εγκαταλείψεις την ψυχή σου σε πείνα αδιαφορίας ή σε δίψα απροθυμίας ή σε στενότατη φυλακή αυτού του ρυπαρού σώματος με τη γαστριμαργία ή φιληδονία, λερωμένη, στερημένη, κειμένη σε βαθύτατο σκότος σαν νεκρή, δεν πρόσβαλες τον αδελφό του Χριστού; Δεν τον εγκατέλειψες πεινασμένο και διψασμένο; Μήπως τον επισκέφθηκες, ενώ ήταν στη φυλακή; Λοιπόν γι’ αυτό θ’ ακούσεις «επειδή δεν ελέησες τον εαυτό σου, δεν θα ελεηθείς» (τ.19Δ, σ.45).

«εγώ ειλικρινά πορεύομαι γεμάτος από πένθος και σκυθρωπός και θρηνώντας έχασα την ελπίδα μου για τη ζωή, διότι δεν θεωρώ κέρδος το να σώζομαι μόνος, ούτε και θέλω να δοξάζω τον Θεό χωρίς εσάς» (τ.19Δ, σ.215).

«(Μιλά στο νεκρό αδελφό του Αντώνιο) Διότι οπωσδήποτε τώρα γνώρισες τα της διαθέσεώς μου για σένα και ότι ποτέ δεν σε επέπληττα επειδή σε μισούσα ή σε βδελυσσόμουν και με κάθε τρόπο σε ασφάλιζα με τις νουθεσίες, αλλ’ επειδή πολύ σε αγαπούσα και φλεγόμουν επίμονα από τον πόθο προς εσένα. Διότι βλέπεις τώρα, το γνωρίζω καλά, αφού ξεπέρασες τον γνόφο και την ομίχλη αυτού του σώματος, και βλέπεις γυμνή την ψυχή μου και τη διάθεσή της, καθώς και εσύ είσαι τώρα γυμνός από το σώμα. Διότι, αφού έγινες θεοειδής, βλέπεις θεοειδέστερα και όλα τα σχετικά με εμάς» (τ.19Δ, σ.245).

«το μίσος προς τον αδελφό κάνει αυτόν που το έχει, φονιά· διότι λέγει ο απόστολος, "εκείνος που μισεί τον αδελφό του, είναι ανθρωποκτόνος"» (τ.19Δ, σ.347).

«Ποιοι είναι οι ελεήμονες; Εκείνοι που δίνουν χρήματα και διατρέφουν φτωχούς; Όχι! Αλλά ποιοι; Εκείνοι που πτώχευσαν για εκείνον που πτώχευσε για χάρη μας και δεν έχουν να δώσουν τίποτε, αλλά πάντοτε θυμούνται νοερώς τους φτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά και τους ασθενείς και πολλές φορές τους βλέπουν και συμπάσχουν μαζί τους και κλαίνε θερμά γι’ αυτούς, όπως έκανε ο Ιώβ, που έλεγε, "εγώ έκλαψα για κάθε αδύνατο", και όταν αυτοί έχουν τους ελεούν με ιλαρότητα και υπενθυμίζουν με αφθονία σ’ όλους τα σχετικά με τη σωτηρία της ψυχής» (τ.19Δ, σελ.443-445).

«αυτό είναι το γνώρισμα της κατά Θεόν αγάπης, το να μη φροντίζει δηλαδή κάποιος για την απόκτηση του καλού μόνο για τον εαυτό του, αλλά να γνωρίζει τον πλούτο του και στους πλησίον του αδελφούς και να τους προτρέπει να τον αναζητήσουν και να τον βρουν και να κάνουν δικό τους τον πλούτο αυτόν» (τ.19Δ, σ.457).

«Ω αγάπη, που είσαι Θεός και θεούς κάνεις, ώ αγάπη, πράγμα εκπληκτικό και σπάνιο» (τ.19Ε, σ.89).

«Είναι η αγάπη Πνεύμα θείο παντουργό φως που φωτίζει, μα απ’ τον κόσμο αυτόν δεν είναι, ούτε κάτι απ’ τα του κόσμου, ούτε κτίσμα· αλλ’ άκτιστο είναι, άλλο από τα κτίσματα όλα· άκτιστο στα κτιστά μέσα» (τ.19Ε, σ.183).

«Έτσι πια σαν ξαναφάνη και την ένιωσα σ’ εμένα, διώχνει των δαιμόνων πέρα τις ορδές, διώχνει τη δειλία και μου φέρνει την ανδρεία» (τ.19Ε, σ.193).

«Κι απ’ τις αρετές η πρώτη, η βασίλισσα, η κυρία είναι αληθινά η αγάπη. Είναι η κεφαλή των όλων, είναι ρούχο τους και δόξα. Και χωρίς κεφάλι, σώμα πεθαμένο κι άψυχο είναι» (τ.19Ε, σ.197).

«Αρετές χωρίς αγάπη ανώφελες, ξεθυμασμένες· και γυμνός από τη θεία δόξα όποιος δεν έχει αγάπη· κι αν τις αρετές έχει όλες, στέκεται γυμνός τέλεια… κι έδωσε (ο Χριστός) το θείο Πνεύμα που ’ναι η αγάπη η ίδια» (τ.19Ε, σ.199).

«(Μιλά ο Χριστός) Άφησα την πόρνη εκείνη (του Ευαγγελίου) πιο σεμνή κι από παρθένες. Γιατί ξάφνου όλο το νόμο διασκελίζοντας σαν τείχος ή των αρετών τη σκάλα όλην ανεβαίνοντάς την στο τέλος του νόμου φτάνει, που όνομά του είναι η αγάπη, και την κράτησε ως το τέλος δίχως τραύμα είτε κηλίδα» (τ.19Ε, σελ.211-213).

«(Μιλά ο Χριστός) Όλα καλά ’ναι όσα για μένα πράττει έργα κανένας και η προς τον πλησίον συμπάθεια και η ελεημοσύνη, μα πρώτο να οικτίρει τον εαυτό του, τους λόγους μου πρόθυμα να φυλάξει, τέλος μετάνοια αληθινή να δείξει για όλα τα προηγούμενά του έργα κι ακόμα σ’ αυτά πια να μη γυρίσει, μα στου Κυρίου του, εμέ, τους λόγους να επιμείνει, στις προσταγές και νόμους της αλήθειας κι έτσι απαράβατα όλα να τα πράττει μέχρι θανάτου και παραμικρό ένα λόγο, ούτε στα γραμμένα μια κεραία, να παραδεί· θυσία αυτό για μένα, θυμίαμα αυτό και προσφορά και δώρο· χωρίς αυτά, απ’ τους εθνικούς πιο κάτω» (τ.19ΣΤ, σελ.403-405).

(ΕΠΕ, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

(Η συλλογή των κειμένων έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Την αληθινή και πραγματική θεογνωσία και αυτογνωσία ο άνθρωπος αποκτά μόνο διά της οδού της έμπρακτης αγάπης.

Αγαπώντας το Θεό και τους ανθρώπους ο άνθρωπος γνωρίζει εμπειρικά ότι η ψυχή του είναι χριστοειδής και αθάνατη.

Η εμπειρία της έμπρακτης αγάπης ως μέθοδος της θεογνωσίας και ανθρωπογνωσίας είναι ένα από τα ευαγγέλια, το οποίο ο Θεάνθρωπος χάρισε στο ανθρώπινο γένος.

Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο αυτή ο άνθρωπος γρήγορα βρίσκει και το Θεό και τον εαυτό του.

Ενώ στους δρόμους του μίσους ο άνθρωπος εύκολα χάνει και το Θεό και τον εαυτό του.

Έχοντας εισαχθεί και χρησιμοποιηθεί από το Θεάνθρωπο η μέθοδος αυτή της θεογνωσίας και αυτογνωσίας έγινε και παρέμεινε οριστικά μέθοδος ορθόδοξης γνωσιολογίας.

Στο Θεάνθρωπο Χριστό υπάρχει κάτι το ασύγκριτα πιο μεγάλο από την Αλήθεια, την Αγαθότητα, την Ωραιότητα.

Ο ίδιος είναι όλα αυτά στην απόλυτη έννοια και ταυτόχρονα κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτά.

Ό,τι πιο καλό υπάρχει για την ανθρώπινη ψυχή ο Χριστός το ελκύει προς Εαυτόν με κάποιο ακαταμάχητο μαγνητισμό της αγάπης.

Αυτός δίνει στην ανθρώπινη ψυχή εκείνο που δεν μπορούν να της δώσουν ούτε η απόλυτη Αλήθεια, ούτε η απόλυτη Αγαθότητα, ούτε η Απόλυτη Ωραιότητα μόνες τους.

Μόνο ένας δρόμος οδηγεί στη γνώση της Αιώνιας Αλήθειας: αυτός είναι η Αγάπη.

Αποκτώντας την Αγάπη, η οποία είναι ο ίδιος ο Θεός, ο άνθρωπος ενώνεται πραγματικά με το Θεό και μ’ αυτό τον τρόπο έρχεται στην πραγματική γνώση της Αιώνιας Αλήθειας.

Η Αγάπη γεμίζει τον άνθρωπο με το Θεό.

Ανάλογα με το μέτρο της πληρώσεως του εαυτού του από το Θεό, ο άνθρωπος γνωρίζει το Θεό.

Πληρούμενος από το Θεό ο άνθρωπος φωτίζεται, αγιάζεται, θεώνεται και μ’ αυτό τον τρόπο έρχεται στην αληθινή γνώση του Θεού.

Με την αποδοχή και βίωση της «πρώτης και μεγάλης εντολής», ο άνθρωπος γίνεται «θείας κοινωνός φύσεως» (Β’ Πέτρ. 1,4).

Η θεία ενέργεια της αγάπης εισάγει ολόκληρο τον άνθρωπο στην πορεία της θεώσεως: του θεώνει την καρδιά, την ψυχή, το νου, τη βούληση και καθετί που είναι ανθρώπινο· ζει διά του Θεού, αισθάνεται διά του Θεού, σκέπτεται διά του Θεού, θέλει διά του Θεού.

Εκτός απ’ αυτό, το μυστήριο του Θεού αποκαλύπτει στους ανθρώπους το Άγιο Πνεύμα, διότι «ουδείς οίδε τα του Θεού ει μη το Πνεύμα του Θεού» (Α’ Κορ. 2, 11).

Και το Άγιο Πνεύμα είναι «Πνεύμα αγάπης» και «Πνεύμα σοφίας και συνέσεως», δηλαδή Πνεύμα γνώσεως.

(απόσπασμα από το βιβλίο του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, "Οδός Θεογνωσίας", εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1985)

1. Εις Τούρκον Δασοφύλακα

Αυτή η διήγησις μου εξιστορήθη παρά του γέροντος Χριστοδούλου, ότε ευρισκόμην εις το εν Βουνώ αγροκήπιον [1], βοηθών συνάμα τον κηπουρόν αδελφόν Ιερόθεον, κατά την 12ην του μηνός Ιουνίου του 1944.

Ο Γέρων Χριοτόδουλος αναμνησθείς το γεγονός, επισυμβάν επί τουρκοκρατίας, κατά το 1910 περίπου, μου το διηγήθη εις δόξαν και τιμήν του Αγίου Ονουφρίου, ως εξής:

«Εγώ, μας λέγει, κατ’ εκείνην την εποχήν νεώτερος ων, κατά την επιστασίαν του δάσους της Μονής και μίαν ημέραν γυρίζοντας επάνω εις την Παναγίαν, ανταμωθήκαμεν με ένα Τούρκον, δασοφύλακα, δηλαδή κυβερνητικόν και, αφού επί ώρας εγυρίσαμεν και του έδειξα τα σύνορα της Μονής, εν τέλει κατεβήκαμεν εδώ να ξεκουρασθώμεν και να γευματίσωμεν. Με την περιοδείαν την οποίαν είχομεν ο Τούρκος εκουράσθη, ήταν και λίγο σωματώδης και, αφού κερασθήκαμεν, επήγαμεν εις την βρύσιν και ο Τούρκος ευχαριστηθείς και ευφρανθείς με το κρύο νερό της πηγής, έπιε και πάλιν, έπιε και εγώ δεν ξέρω πόσον. Μου έλεγε: α! μασιαλά! μασιαλά! κρύο αυτό, καλό! και δος του πάλιν έπιεν. Δεν επέρασε πολλή ώρα και τον πιάνει ένας πόνος και φούσκωσε η κοιλιά και το φούσκωμα ανέβαινε προς το στήθος και άρχισε να φωνάζη και να κλαίη, ζητών βοήθειαν. Αλλά τι να τον κάμωμεν και ημείς δεν ηξέραμεν. «Ωχ, φώναζε, θα σκάσω, Θα σκάσω». Ω, πειρασμός που μας συνέβη! Λέγω στον γέρο Ιωακείμ τον Κρητικόν, βέβαια τον θυμάσαι:

—Γέρο Ιωακείμ, θα πεθάνη και θα βρούμε τον μπελά μας.
—Έε, μου λέγει, λυπάσαι τον Τούρκο; Ας πεθάνη.
—Μα δεν είναι έτσι. Θα μας ενοχοποιήσουν θα μας κουβαλούν στη Σαλονίκη, και ποιος ξέρει τι έξοδα θα γίνουν στη Μονή.
—Έε! καλά μου λέγει· εδώ στο βουνό που είμαστε, τι γιατρικά να του κάμωμεν; Ότι ξέρεις κάμε το. Εγώ δεν ανακατεύομαι, γιατί να πιή τόσο νερό; Για να σκάση;

Τέλος εν τη απελπισία μου, ενθυμήθηκα τον Άγιον Ονούφριον. Αυτός μόνον, λέγω, αν θελήση, θα τον σώση.

Ο Τούρκος ξαπλωμένος βογγά, κλαίει, τσιρίζει, ζητά βοήθειαν. Πηγαίνω εις την εικόνα του Αγίου και βάζω τρεις μετάνοιες: «Άγιε Ονούφριε, παρακαλώ σε, βοήθησέ μας, να μη βρούμε τον μπελά μας».

Παίρνω το σκεύος με τον Αγιασμόν, το βάζω εμπρός εις την εικόνα, ετράβηξα και ένα κομποσχοίνι με πίστη στον Άγιον, παρακαλώντας τον να μας συνδράμη. Παίρνω τον Τούρκον, τον πηγαίνω εις την εκκλησίαν και του δείχνω την εικόνα του Αγίου Ονουφρίου, προστάτου του αγροκηπίου και του λέγω: «Αυτός ο Άγιος είναι ο νοικοκύρης του σπιτιού. Μόνον αυτόν, αν τον παρακάλεσης με την καρδιά σου μπορεί να σε σώση να μη αποθάνης. Βάλε τρεις μετάνοιες και φίλησε του τους πόδας και να πιής απ’ αυτό το νερό για να γίνης καλά».

Θέλοντας και μη υπό της ανάγκης βιαζόμενος και εκ του φόβου να μη αποθάνη έκαμε με όλη την ψυχή και την καρδίαν του τις μετάνοιες, του φίλησε τα πόδια, έπιε από τον Αγιασμόν και ύστερα του λέγω: «Μη φοβάσαι, ο Άγιος θα σε γιατρέψη· κάμε μία βόλτα έως την στέρνα να ξαλαφρώσης». Αυτός με άκουε με προσοχήν και με τελείαν πίστιν και, ω του θαύματος αδελφοί μου! αφού έκαμε την βόλτα, εντός 10-15 λεπτών της ώρας γυρίζει χαρούμενος, τελείως υγιής, ο προ μικρού μισοπεθαμένος και με μεγάλην φωνήν και με πολλάς εδαφιμίας μετανοίας, ευχαρίστησε τον Άγιον δια την θεραπείαν και γιατρειάν, που του έκαμεν».

Αυτά μας εδιηγήθη ο γέρων Χριστόδουλος και εθαυμάσαμεν το συμπαθές του Αγίου, που και εις απίστους ενεργεί θαυμάσιά του, όταν μετά πίστεως τον επικαλεσθούν. Δια τούτο και αυτό το έκρινα άξιον σημειώσεως, προς τιμήν και μνήμην του οσίου Πατρός ημών Ονουφρίου του Αιγυπτίου.

2. Διήγησις του Μοναχού Θεοδούλου περί θαύματος του Οσίου πατρός ημών Oνουφρίου.

Ο αδελφός Θεόδουλος διηγήσατό μοι μίαν αξιόλογον θαυματουργίαν του Αγίου Ονουφρίου, γενομένην προ διετίας· ήτοι κατά μήνα Αύγουστον του 1956. Αύτη έχει ως εξής:

«Ήλθον, αδελφέ Λάζαρε, μαζί με τον εργάτην της Μονής Αναστάσιον Αυγέρου εκ Συκιάς Χαλκιδικής εις το εν τω αγρόκτημά μας, αφιερωμένον εις τον Άγιον Ονούφριον όπου εκεί εβάζαμε κρεμμύδια.

Όταν ήλθεν η ώρα δια να φύγωμεν, εφορτώσαμε δύο σάκκους μεγάλους κρεμμύδια, και εξεκινήσαμε. Εγώ προαισθάνθηκα ότι κάτι κακό θα πάθουμε και δι’ αυτό είπα εις τον εργάτην να πάρη εις τα χέρια καπίστρι και πορευόμενος εμπρός να καθοδηγή έως ότου φθάσωμεν εις την Μονήν, διότι όλος σχεδόν ο δρόμος είναι ανώμαλος και στενός. Αυτός δεν έδωσε προσοχή εις τα λεγόμενά μου, ειπών δη το ζώον γνωρίζει τον και δεν είναι ανάγκη να το οδηγώμεν ημείς. Αφού, λοιπόν, επεράσαμεν τα δύο πεζούλια και προχωρούσαμε δια το τρίτον, τα σακκιά ήταν πολύ βαρεία και εις μίαν καμπύλην του δρομίσκου, όπου είναι μία πέτρα μεγάλη και το δρομάκι στενό, κτυπά το σακκί επάνω εις την πέτραν και σπρώχνει το μουλάρι και πέφτει, ως ήτο φορτωμένον, εις το κάτωθεν μικρό πεζούλι. Εις την προσπάθειάν του να σηκωθή το μουλάρι, δεν το κατόρθωσε λόγω του βαρέως φορτίου, και ξαναδίνει μία ακόμη τούμπα και πέφτει το ταλαίπωρον καθώς ήτο φορτωμένον, κάτω εις το βάραθρον! Επήγε εις το βάθος του ποταμού, ένα βάθος περί τα 30 ή και 40 μέτρα. Ω, της δυστυχίας μου! Αμέσως υπέθεσα ότι το μουλάρι θα σκοτώθηκε. Τι απολογία να δώσω τώρα εις το Μοναστήρι;

Τότε ενθυμήθηκα τον νοικοκύρην του αγροκτήματος και από βάθους ψυχής και καρδίας είπα: «Άγιε Ονούφριε, σε παρακαλώ, βοήθησέ με, δείξε την αγάπην σου και το θαύμα σου και σώσε το ζώον να μη σκοτωθή. Τοιαύτα συνεχώς μονολόγων και υπό πολλής θλίψεως και λύπης συνεχόμενος, μετά πολλού κόπου κατωρθώσαμεν να καταβώμεν εις την χαράδραν. Και τι βλέπω; Ω των ανέλπιστων πραγμάτων και θαυμάτων Σου, Κύριε! Η πρεσβεία και ευχή του Αγίου Ονουφρίου έφθασε εις τα ώτα του Κυρίου Παντοκράτορος και Θεού μας και δεν επέτρεψε να πάθη τίποτε το ζώον. Πράγματι λοιπόν ευρήκαμεν το ζώον να στέκη εις τα πόδια του υγιέστατον, ενώ το σαμάρι με τα σακκιά κείμενα κάτω εις την γην.

Τούτο το παράδοξον θαυματούργημα ιδών, από μέσης καρδίας ευχαρίστησα τον προστάτην του κτήματος, Άγιον Ονούφριον, τον ποιούντα θαυμαστά και εξαίσια εις τους μετ’ αγάπης και ευλαβείας επικαλούμενους αυτόν, δια των πρεσβειών του οποίου, είθε να τύχωμεν και ημείς της αιωνίου ζωής και μακαριότητος εις την βασιλείαν των ουρανών. Αμήν».

Εις ένδειξιν ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης εποίησα εν προσόμοιον εις τον Άγιον Ονούφριον, Προστάτην του αγροκτήματος, καθότι και εις εμέ εγένετο βοηθός και θεράπων, ότε, εις το αυτό αγρόκτημα, εκ δαιμονικής συνεργείας, εκτύπησα το πόδι μου και εντός τριών ημερών έγινα τελείως καλά, καίτοι τούτο είχε μελανιάσει και πρισθή.

Ότε εκ του ξύλου. Ήχος Β’
Ότε επινεύσει Θεϊκή, ένδον της ερήμου εισήλθες, ίνα ευφράνης Θεόν, Πάτερ δι’ ασκήσεως, σοφέ Ονούφριε· και σαρκός έξω γέγονας, πάντα σου τον πόθον, της ψυχής επτέρωσας προς τα ουράνια· τότε και τροφήν δι’ αγγέλου έλαβες προς ρώσιν σαρκίου, εν τη κατά μόνας ησυχία σου.

[1] Εννοείται το αυτό κάθισμα «Άγιος Ονούφριος» με ομώνυμο παρεκκλήσιον.

(πηγή: Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου, "Διονυσιάτικες Διηγήσεις", Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Αγίου Όρους, Β΄ έκδοση, 1988)

Η Εκκλησία

η τοπική και η πανταχού
Η δική σας εκκλησία είναι μέρος της εκκλησίας, που βρίσκεται παντού, και του σώματος, που συνίσταται από όλες τις εκκλησίες. Ώστε όχι μόνο μεταξύ σας, αλλά και προς όλη την Εκκλησία της οικουμένης θα ειρηνεύετε, αν είστε ενάρετοι, αφού βέβαια είστε μέλη του σώματος.
Ε.Π.Ε. 18α,330
ουρανός
Την παλαιά εποχή η Εκκλησία ήταν ουρανός, αφού όλα τα καθωδηγούσε το Πνεύμα το Άγιο και κινούσε καθένα από τους προεστώτες και τον καθιστούσε ενθουσιώδη. Τώρα όμως μείναμε μόνο με τα σύμβολα εκείνων των χαρισμάτων.
Ε.Π.Ε. 18α,512
έρημος, μόνο σύμβολα
Μοιάζει τώρα η Εκκλησία με γυναίκα, που ξέπεσε από την παλαιά της δόξα και σε πολλά πράγματα κρατάει μόνο τα σύμβολα από την αρχαία εκείνη ευτυχία... Ο αριθμός τότε των χηρών και η χορεία των παρθένων έδινε λαμπρό στολισμό στην Εκκλησία. Τώρα όμως έχει απογυμνωθή η Εκκλησία και οι τύποι μόνο της έχουν απομείνει.
Ε.Π.Ε. 18α,512
τόπος αγγέλων
Δεν είναι κουρείο η Εκκλησία ούτε αρωματοπωλείο, ούτε κάποιο άλλο εργαστήριο από εκείνα, που είναι στην αγορά. Είναι τόπος αγγέλων, τόπος αρχαγγέλων, βασίλειο του Θεού, ο ίδιος ο ουρανός.
Ε.Π.Ε. 18α,516
όλοι ενωμένοι
Πάλι ονομάζει τους Κορινθίους «εκκλησία», συνενώνοντας και συνδέοντας όλους σε ένα. Γιατί δεν θα μπορούσε να υπάρξη μια εκκλησία, αν όσοι την αποτελούσαν ήσαν διασπασμένοι και βρίσκονταν σε διάστασι μεταξύ τους.
Ε.Π.Ε. 19,16
λουτρό μετανοίας
Η Εκκλησία είναι λουτρό πνευματικό, που καθαρίζει όχι μόνο το σωματικό ρύπο, αλλά κάθε ακαθαρσία της ψυχής με τους πολλούς τρόπους της μετάνοιας.
Ε.Π.Ε. 19,426
ψυχής παιδευτήριο
Δίκαια θα μπορούσε να ονομάση κανείς την Εκκλησία με όλα τα ονόματα, και δικαστήριο και ιατρείο και σχολείο πίστεως και εκπαιδευτήριο ψυχής και γυμναστήριο δρόμων, που οδηγούν στους ουρανούς.
Ε.Π.Ε. 19,426
συνοδική
Είναι μεγάλη η δύναμις της εκκλησιαστικής συνάξεως. Πρόσεχε πόσο μεγάλη. Η προσευχή της Εκκλησίας απελευθέρωσε τον Πέτρο. Αυτή άνοιξε το στόμα του Παύλου.
Ε.Π.Ε. 19,484
δεν είναι μόνο οι κληρικοί
Ένα σώμα είναι η Εκκλησία, όλοι μας. Να μη τα φορτώνουμε όλα στους ιερείς. Και οι ίδιοι να φροντίζουμε, αφού η Εκκλησία είναι κοινό σώμα. Και οι Απόστολοι, προτού να χειροτονήσουν τους επτά διακόνους, συνεννοήθηκαν πρώτα με το λαό. Το ίδιο έκανε και ο Πέτρος για το Ματθία. Συνεννοήθηκε με όλους τους τότε παρόντες, άντρες και γυναίκες. Διότι η Eκκλησία δεν είναι για να φουσκώνουν τα μυαλά των αρχόντων, ούτε για να γίνωνται οι λοιποί δουλοπρεπείς. Είναι εξουσία πνευματική, που έχει το πλεονέκτημα, οι άρχοντες, οι κληρικοί, να φορτώνωνται με περισσότερους κόπους και μεγαλύτερες φροντίδες, όχι να ζητάνε περισσότερες τιμές.
Ε.Π.Ε. 19,486-488
σώμα κοινό
Πρέπει να βρισκόμαστε στην Εκκλησία σαν να είμαστε σε ένα σπίτι, σαν να είμαστε ένα σώμα, αφού και το βάπτισμα είναι ένα και η τράπεζα μία και η πηγή μία και η κτίσις μία και ο Πατήρ ένας.
Ε.Π.Ε. 19,488
και θλίψις των πιστών
Λαμπρά νίκη, τρόπαιο για την Εκκλησία, αυτό είναι, το να πάσχουμε εμείς με τις δοκιμασίες. Έτσι χτυπιέται ο Διάβολος. Όταν εμείς πάσχουμε, νικιέται ο Διάβολος. Και πάσχει, όταν θέλη να μας κάνη κακό.
Ε.Π.Ε. 20,20
άνω-κάτω από το φθόνο
Η αρρώστια του φθόνου προσβάλλει και την Εκκλησία. Αυτή έκανε τα πάντα άνω-κάτω. Διέσχισε την ενότητα του σώματος. Αλληλοσπαρασσόμαστε. Ο φθόνος μας εξοπλίζει με κάθε πονηρό όπλο. Γι’ αυτό είναι μεγάλη η διαφθορά. Αν το ζητούμενο για την οικοδομή στην Εκκλησία είναι να μένουν στερεοί οι οικοδομούντες, όταν όλοι μέσα στην Εκκλησία γκρεμίζουμε, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα;
Ε.Π.Ε. 20,74
εσωτερικά πολεμείται
Δεν φοβάμαι τον από έξω πόλεμο κατά της Εκκλησίας, όσο φοβάμαι την εσωτερική διαμάχη. Διότι και η ρίζα, όταν είναι καλά στερεωμένη στη γη, δεν παθαίνει τίποτε από τους ανέμους. Όταν όμως η ρίζα φθείρεται από το σκουλήκι που την κατατρώει από μέσα, θα πέση το δέντρο, έστω κι αν κανείς δεν το χτυπάη. Μέχρι πότε, λοιπόν, θα κατατρώμε τη ρίζα της Εκκλησίας, σαν σκουλήκια;
Ε.Π.Ε. 20,74
νεκρά
Βλέπω σαν σώμα νεκρό, πεσμένο κάτω το πλήθος της Εκκλησίας. Όπως σε ένα σώμα, που πρόσφατα νεκρώθηκε, είναι δυνατόν να δης και μάτια και χέρια και πόδια και τράχηλο και κεφαλή, αλλά κανένα από τα μέλη δεν κάνη πλέον όσα του πρέπουν, έτσι και στην Εκκλησία. Οι παρόντες είναι όλοι πιστοί, αλλά η πίστις δεν είναι ενεργής. Έχουμε σβήσει τη θερμότητα του Χριστού. Έχουμε καταστήσει νεκρό το σώμα του Χριστού.
Ε.Π.Ε. 20,76
οικουμενική
Τα παιδιά της Εκκλησίας έχουν γεμίσει την Ελλάδα, τις βαρβαρικές χώρες, τη γη, τη θάλασσα, ολόκληρη την οικουμένη.
Ε.Π.Ε. 20,340

(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, τόμος Β, σελ. 126-129)

 

177. Τί είναι η Ubiquitas;

Είναι θεωρία λουθηρανική συναφής προς τον εναρτισμό, δια της οποίας ομοίως καταβάλλεται προσπάθεια ερμηνείας της παρουσίας του Χριστού στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Ο όρος, παραγόμενος από τη λατινική λεξη ubique (= παντού), αναφέρεται στο σώμα του Χριστού, το οποίο, ως πανταχού παρόν, είναι παρόν και στη θεία ευχαριστία. Η θεωρία είναι πολύ απλουστευτική, απόβλητη και εσφαλμένη.

Το χριστολογικό της υπόβαθρο είναι εντελώς σαθρό. Βασίζεται σε μια πολύ κακή αντίληψη περί αντιδόσεως των ιδιωμάτων των φύσεων στο Χριστό. Ενώ κατά την ορθή αντίληψη οι φύσεις αντιδίδουν τα ιδιώματά τους η μία στην άλλη στο θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού, μένοντας ασυγχύτως ενωμένες, κατά τη Λουθηρανική αντίληψη η αντίδοση γίνεται απ’ ευθείας στις φύσεις, πράγμα που οδηγεί στο μονοφυσιτισμό. Η ανθρώπινη φύση λαμβάνει ιδιότητες της θείας φύσεως, την παντοδυναμία, την πανσοφία και την πανταχού παρουσία, κινδυνεύουσα να εξέλθει των ορίων της πεπερασμένης της φύσεως.

Το σώμα του Χριστού, αν και εθεώθη στο μυστήριο του Χριστού, δεν έπαυσε ωστόσο να είναι καθ’ αυτό σώμα πεπερασμένο και κτιστό. Έτσι, ορατό και περιγραπτό, φανερώθηκε στους μαθητές μετά την ανάσταση του Κυρίου, αναλήφθηκε στους ουρανούς και πρόκειται να επανέλθει στη γη για να κρίνει τον κόσμο. Ο Χριστός είναι εκείνος που με το σώμα και τη θεότητά του βρίσκεται πανταχού παρών και όχι μοναχή της η ανθρώπινη φύση του.

Στα χωρία της Γραφής στα οποία στηρίζεται η Ubiquitas: «οτι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς», «ο καταβάς αυτός εστί και ο αναβάς υπεράνω πάντων των ουρανών, ίνα πλήρωση τα πάντα» «έδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» δεν αναφέρονται στον άνθρωπο Χριστό ξεχωριστά, πράγμα που δεν θα είχε νόημα, αλλά στο Θεάνθρωπο Κύριο. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Δ' Οικουμενική Σύνοδος κατά του Ευτυχούς και η Ζ' κατά των Εικονομάχων, απορρίψασαι τα διδάγματα των αιρετικών ότι η σάρξ του Κυρίου ήταν άπειρη και απερίγραπτη, δίδαξαν ορθώς ότι η αντίδοση των ιδιωμάτων γίνεται συγκεκριμένα (δηλ. στο πρόσωπο του Χριστού) και όχι αφηρημένα δηλαδή ότι ο Θεός έπαθε και όχι η θεότητα, ή ότι ο Θεός στην ανθρώπινη φύση του είναι πανταχού παρών και όχι η ανθρωπότητά του.

Τέλος είναι αλλόκοτη η ιδέα ότι το σώμα του Κυρίου, ως πανταχού παρόν, είναι παρόν και στη θεία ευχαριστία. Αν ήταν έτσι, το σώμα του Κυρίου θα ήταν παρόν και σε κάθε φυσική τροφή και δεν θα υπήρχε λόγος να το μεταλαμβάνουμε ειδικά στη θεία ευχαριστία. Θα το τρώγαμε και στα λάχανα!


(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 247-248)

Εκκλησία
σκάφος· δεν καταποντίζεται
Αντί για πηδάλιο, χρησιμοποιούμε το Σταυρό. Η φυσική θάλασσα έχει αλμυρό νερό· εδώ είναι το ύδωρ το ζων. Εκεί βρίσκονται άλογα ζώα· εδώ ψυχές λογικές. Εκεί όσοι ταξιδεύουν, πηγαίνουν από τη θάλασσα προς τη στεριά· εδώ πηγαίνουν από τη γη στον ουρανό. Εκεί ο ζέφυρος πνέει· εδώ το Πνεύμα το Άγιο. Εκεί άνθρωπος είναι κυβερνήτης· εδώ κυβερνήτης είναι ο Χριστός. Το πλοίον της Εκκλησίας κλυδωνίζεται, αλλά δεν καταποντίζεται. Από πόσους πολεμήθηκε η Εκκλησία, αλλά ποτέ δεν νικήθηκε!
Ε.Π.Ε. 8α,386
και θεία Λειτουργία
Ενωθήκαμε με το Χριστό στην πνευματική τράπεζα. Ας ενωθούμε και με την αγάπη, αφού πάντοτε μετέχουμε του Σώματος του Δεσπότου.
Ε.Π.Ε. 10,408
και Εκκλησιαστική περιουσία!
Έργα της Εκκλησίας είναι: Η διατροφή των φτωχών. Η προστασία των αδικουμένων. Η υπεράσπισις και η βοήθεια των απειλουμένων. Η πρόνοια για τα ορφανά. Η συμπαράστασις στις χήρες. Η φροντίδα για την αγνότητα και την παρθενία. Έτσι ενεργούν οι κληρικοί, και φυσικά δεν μεριμνούν για χωράφια και για σπίτια. Αυτά είναι τα κειμήλιά της. Τέτοιοι θησαυροί ταιριάζουν στην Εκκλησία. Αυτοί δίνουν καλή εικόνα και οικοδομούν το λαό. Εκείνο το του Κυρίου «Πούλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους φτωχούς και έλα να με ακολουθήσης» (Ματθ. ιθ' 21), είναι καιρός να λεχτή και προς τους προεστώτες της Εκκλησίας, για τα κτήματα της Εκκλησίας. Τώρα δυστυχώς οι κληρικοί ασχολούνται με υλική σπορά και υλικό θερισμό, με αγοροπωλησίες και κέρδη.
Ε.Π.Ε. 12,292
πλήθος, αλλά ενάρετοι
Εύχομαι και επιθυμώ και ευχαρίστως θα κοπίαζα γι’ αυτό, να κοσμήσω με πλήθος την Εκκλησία, αλλά με πλήθος δοκιμασμένων. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, τότε θέλω, οι λίγοι να είναι αξιόλογοι. Προτιμότερος ένας λίθος πολύτιμος παρά αμέτρητοι οβολοί. Προτιμότερο να έχουμε υγιές το μάτι, παρά χαλασμένο μάτι με πολυσαρκία. Προτιμότερο ένα πρόβατο υγιές, παρά αμέτρητα ψωριασμένα πρόβατα. Προτιμότερο λίγα καλά παιδιά, παρά πολλά και κακά. Άλλωστε στη βασιλεία του Θεού πηγαίνουν οι λίγοι, ενώ στην κόλασι οι πολλοί.
Ε.Π.Ε. 15,242
σκάφος
Κυβερνούσε ο απ. Παύλος την Εκκλησία της οικουμένης. Από τον Κύριο της θάλασσας έμαθε όχι την ανθρώπινη τέχνη, αλλά την πνευματική σοφία. Στο σκάφος αυτό συμβαίνουν και πολλά ναυάγια, υψώνονται και πολλά κύματα, επιτίθενται και πνεύματα πονηρίας.
Ε.Π.Ε. 16β,244
ένωσις και συμφωνία
Αυτό το όνομα της Εκκλησίας σημαίνει ένωσι και συμφωνία, όχι χωρισμό.
Ε.Π.Ε. 18,22
μία
Μια είναι η Εκκλησία στην οικουμένη, αν και χωρισμένη σε πολλούς τόπους. Πολύ περισσότερο μια πρέπει να είναι η Εκκλησία της Κορίνθου. Και αν ακόμα χωρίζη ο τόπος, ο Κύριος όμως, που είναι ο ίδιος για όλους, τους ενώνει.
Ε.Π.Ε. 18,22
και άσημη και επίσημη
Λένε, ότι όσοι πίστευσαν στο Χριστό ήσαν κάτι δούλοι και κάτι γυναίκες και μερικές παραμάνες και μαίες και ευνούχοι. Το ότι βέβαια η Εκκλησία δεν αποτελέστηκε μόνο από αυτούς, είναι σε όλους φανερό. Αλλά και αν αποτελείτο μόνο από αυτούς, αυτό θα ήταν που θα έκανε το κήρυγμά της πιο θαυμαστό.
Ε.Π.Ε. 18,208
και περιουσία
Ας μη προβάλλουμε προφάσεις (στην προσπάθειά μας να αποφύγουμε την ελεημοσύνη), λέγοντας, ότι η Εκκλησία έχει μεγάλη περιουσία. Έλα να δης το μέγεθος αυτής της περιουσίας, αλλά και να σκεφτής τα πλήθη των φτωχών, που είναι γραμμένοι στους καταλόγους της Εκκλησίας, τα πλήθη των αρρώστων, τις περιπτώσεις των μυρίων βοηθημάτων. Μπορείς να εξετάσης και να ερευνήσης· κανείς δεν σε εμποδίζει. Αλλά και μεις είμαστε έτοιμοι να λογοδοτήσουμε. Μπορούμε να δώσουμε απολογισμό των πράξεών μας και ν’ αποδείξουμε, ότι οι δαπάνες δεν είναι μικρότερες από τα έσοδα· σε μερικές περιπτώσεις είναι και μεγαλύτερες.
Ε.Π.Ε. 18,620
ενότητα εν τη Ευχαριστία
Η Εκκλησία έγινε, όχι για να είμαστε διαιρεμένοι όσοι έχουμε συνέλθει εδώ (στη θ. Λειτουργία), αλλά για να ενωθούν όσοι είναι διαιρεμένοι. Αυτό άλλωστε φανερώνει η συνάθροισις.
Ε.Π.Ε. 18α,194
σώμα Χριστού
Όπως το σώμα και η κεφαλή είναι ένας άνθρωπος, έτσι η Εκκλησία και ο Χριστός, λέει ο Παύλος, είναι ένα. Γι’ αυτό και έθεσε το Χριστό αντί της Εκκλησίας με το να ονομάζη έτσι το σώμα Του.
Ε.Π.Ε. 18α,276

(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, τόμος Β, σελ. 122-125)

 

380. Ζης στο σπίτι του Θεού –σ’ αυτόν τον όμορφο κόσμο- και απολαμβάνεις όλες τις δωρεές της θείας αγαθότητος ελεύθερα. Ζης στο σπίτι του Θεού –την Εκκλησία-, σ’ αυτό δηλαδή το σύνολο των σωσμένων, και απολαμβάνεις όλες τις δωρεές της θείας χάριτος, που έχεις ανάγκη για τη σωτηρία σου. Το ίδιο ελεύθερα λοιπόν να κάνης και συ το καλό στους άλλους, όσο βέβαια μπορείς. Κάνε το καλό ακόμη και στους αχαρίστους και τους κακούς, ώστε να είσαι γνήσιο παιδί του Υψίστου (Λουκ. στ’ 35). Άνοιγε το σπίτι σου στους φτωχνούς, έχοντας υπ’ όψι ότι και συ ζης ελεύθερα στο σπίτι του Θεού, στον κόσμο του, καθώς και στο πνευματικό σπίτι, στην Εκκλησία, που σε προετοιμάζει για την αιώνιο ζωή. Δίνε με χαρά και άφηνε τους άλλους να μετέχουν στο τραπέζι σου, ενθυμούμενος ότι και συ μετέχεις ελεύθερα στην τράπεζα του Κυρίου, με τη θεία κοινωνία (16 Απριλίου 1862).

381. Λές: «Τι μπορώ να κάνω με την καρδιά μου; Αντιτίθεται σε κάθε τι το αληθινό και άγιο. Της ζητείται δυνατή πίστις και πέφτει στη δυσπιστία. Θα έπρεπε να είναι γενναία και όμως δειλιά και πτοείται με το παραμικρό. Τι μπορώ να κάνω μ’ αυτή την καρδιά;» Σωστά την περιγράφεις, αδελφέ μου. Η καρδιά μας είναι ο στύλος του ψεύδους. «Πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης» (Ρωμ. γ’ 4). Ό,τι όμως υπάρχει στην Εκκλησία, στη χάρι του Κυρίου που είναι αποταμιευμένη εκεί, είναι αλήθεια. Η Εκκλησία είναι «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α’ Τιμ. γ’ 15), γιατί έχει κτισθή πάνω στον ακρογωνιαίο λίθο, τον Χριστό, την Αυτοαλήθεια, και κινείται και κατευθύνεται από τον Παράκλητο, το Πνεύμα της αληθείας.

(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 162)

176. Τί είναι ο εναρτισμός (Impanatio);

Είναι δόγμα των Λουθηρανών, δια του οποίου καταβάλλεται προσπάθεια να ερμηνευθεί η πραγματική παρουσία του σώματος και του αίματος του Χριστού στη θεία ευχαριστία.

Οι Λουθηρανοί δέχονται την ευχαριστία ως μυστήριο στο οποίο «εν τω άρτω, συν τω άρτω και υπό τον άρτον» (in pane, cum pane, sub pane) μεταδίδεται το σώμα του Χριστού στους μεν πιστούς εις σωτηρίαν, στους δε απίστους εις κατάκριμα. Ομοίως εν τω οίνω μεταδίδεται το αίμα του Κυρίου. Η παρουσία αυτή του Κυρίου δεν είναι μεν μετουσίωση, είναι όμως πραγματική και υποστατική και όχι απλώς δυναμική. Ως παράδειγμα διασαφητικό οι Λουθηρανοί φέρουν το παράδειγμα της ένωσης των φύσεων στο Χριστό. Όπως δηλαδή στο χριστολογικό μυστήριο η θεία φύση ενώνεται με την ανθρώπινη χωρίς η μία να βλάψει την άλλη, έτσι και στην ευχαριστία ενώνονται τα στοιχεία του άρτου και του οίνου με το σώμα και το αίμα του Χριστού. Η παρουσία του Χριστού στο μυστήριο είναι μεν πραγματική, δεν γίνεται όμως σωματοειδώς, καταληπτώς και περιγραφικώς, αλλά κατά τρόπο πνευματικό, ακατάληπτο και υπερφυσικό. Επειδή δε δεν συμβαίνει μετουσίωση, η παρουσία του Χριστού στο μυστήριο διαρκεί μόνο κατά την τέλεση της όλης διαδικασίας από τους ιδρυτικούς λόγους του Κυρίου μέχρι τη μετάδοση των τίμιων δώρων στους πιστούς. Έξω από τη χρήση αυτή (extra usum a Christo institutum) η παρουσία του Χριστού παύει να υφίσταται. Φυσική συνέπεια της διδασκαλίας αυτής είναι ότι τα ορατά είδη του άρτου και του οίνου της ευχαριστίας, επειδή δεν μεταποιούνται εις σώμα και αίμα Χριστού, δεν μπορούν και δεν πρέπει να είναι αντικείμενο προσκυνήσεως και λατρείας.

Στη διατύπωση της θεωρίας του οδηγήθηκε ο Λούθηρος από τη μια μεριά για ν’ αποφύγει τη θεωρία της μετουσιώσεως της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, και από την άλλη τη συμβολική περί ευχαριστίας αντίληψη των άλλων προτεσταντικών Ομολογιών. Εντούτοις αντί να επιλύσει το πρόβλημα της παρουσίας του Χριστού, το έκανε περισσότερο πολύπλοκο και δυσνόητο. Απόβλητη κυρίως είναι η προσπάθεια ερμηνείας της θεωρίας με βάση το χριστολογικό δόγμα. Η ένωση των φύσεων στο Χριστό είναι ένωση προσωπική (στο πρόσωπο του Θεού Λόγου), ενώ στον εναρτισμό είναι ένωση μυστηριακή, η οποία υπερβαίνει την νοητική του ανθρώπου κατάληψη. Από την άλλη μεριά η άρνηση προσκυνήσεως των τιμίων δώρων αντιβαίνει προς το έθος και την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας.

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 245-247)

377. Πώς είναι δυνατόν αξίως, «Μετά πίστεως καί ἀγάπης», να δεχθής μέσα σου το Σώμα του Χριστού, όταν περιφρονής και δεν αγαπάς τα μέλη του; Όλοι οι χριστιανοί είναι μέλη του Χριστού, ανάμεσά τους και ο φτωχός. Αγάπα τα μέλη του, έχε συμπάθεια γι’ αυτά και ο Κύριος θα σε αξιώση το πλούσιο έλεός του. Και ποιο έλεος είναι μεγαλύτερο απ’ αυτό που μας παρέχει ο Λυτρωτής μας με την κοινωνία του τιμίου του Σώματος και Αίματος;

378. Τα λόγια «Ὅτι σοῦ ἐστίν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα» σημαίνουν ότι η Αγία Τριάς βασιλεύει παντού και πάντοτε. Ή: η βασιλεία είναι ο Πατήρ, η δύναμις είναι το Πνεύμα και η δόξα είναι ο Υιός, όπως είναι γραμμένο: «Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς» (Ιω. ιζ’ 4).

379. Μην προσβάλλεσαι αν κάποιος σου μιλά και σου συμπεριφέρεται χωρίς ειλικρίνεια. Αναρωτήσου: Συ μήπως μιλάς και συμπεριφέρεσαι πάντοτε με ειλικρίνεια; Δεν είσαι συχνά ένας υποκριτής; Ή μήπως και στον ίδιο τον θεό συμπεριφέρεσαι πάντοτε με ειλικρίνεια, με απλότητα; Αν ο ίδιος δεν είσαι πάντοτε ειλικρινής στον Θεό και στους ανθρώπους, αν συχνά φέρεσαι υποκριτικά, χωρίς ειλικρίνεια. «Δι᾿ ὧν τις ἁμαρτάνει, διὰ τούτων κολάζεται» (Σοφ. Σολ. ια’ 16). Να είσαι επιεικής στους άλλους, όπως είσαι στον εαυτό σου, που είναι επίσης αμαρτωλός.

(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 161)

katafigioti

lifecoaching