


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
384. Έχουμε εικόνες στα σπίτια μας και τις τιμάμε. Μ’ αυτό, εκτός από άλλα, δείχνουμε ότι τα μάτια του Θεού και όλων των κατοίκων του Παραδείσου είναι πάντοτε στραμμένα προς εμάς και βλέπουν όχι μόνο τις πράξεις μας, αλλά και τους λογισμούς και τις επιθυμίες μας.
385. «Πιστεύω εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολική Εκκλησίαν». Πιστεύεις ότι όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί είναι μέλη ενός και του αυτού σώματος και ότι, επομένως, όλοι πρέπει να «τηρώμεν την ενότητα του Πνεύματος εν τω συνδέσμω της ειρήνης» (Εφεσ. δ’ 3), να φροντίζουμε ο ένας για τον άλλο, να βοηθούμε ο ένας τον άλλο; Πιστεύεις ότι οι Άγιοι είναι και αυτοί μέλη του σώματος του Χριστού, δηλαδή της Εκκλησίας, και είναι αδελφοί μας που μεσιτεύουν για μας ενώπιον του Υψίστου; Σέβεσαι κάθε χριστιανό σαν μέλος του Χριστού, σαν αδελφό του κατά την ανθρώπινη φύσι; Αγαπάς τον καθένα σαν τον εαυτό σου, σαν την ίδια σου τη σάρκα και το ίδιο σου το αίμα; Έχεις την ανωτερότητα να συγχωρής εκείνους που σε αδικούν; Βοηθείς τους άλλους στις ανάγκες τους; Διδάσκεις όποιον έχει άγνοια; Προσπαθείς να μεταστρέψης στον δρόμο του Χριστού τον αμαρτωλό από τα μονοπάτια της πλάνης; Στηρίζεις και παρηγορείς όσους βρίσκονται σε θλίψι; Η πίστις στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία σε εμπνέει και σε υποχρεώνει να τα κάνης όλα αυτά. Και για όλα αυτά ο Αθλοθέτης Κύριος, η Κεφαλή της Εκκλησίας, σου ετοιμάζει στεφάνους αμαράντους.
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 163-164)
180. Μπορεί να τελείται πολλές φορές η θυσία της ευχαριστίας από τον ίδιο ιερέα στην ίδια εκκλησία και πάνω στο ίδιο θυσιαστήριο;
Φυσικά όχι. Ως λογική λατρεία και προσφορά προς το Θεό, στην οποία μετέχει ως σύνολο το σώμα του Χριστού (κλήρος και λαός) μια φορά μόνο μπορεί να τελεσιουργείται. Αντίθετα η Λατινική Εκκλησία, αποκλίνουσα από το έθος και την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας, επιτρέπει την καθημερινή τέλεση πολλών θυσιών στο ίδιο θυσιαστήριο και στον ίδιο ναό και μάλιστα από τον ίδιο ιερέα και χωρίς τη συμμετοχή του λαού του Θεού. Είναι φανερό ότι στην πράξη αυτή αποσκοπείται η έξαρση του κλήρου, ως μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρώπων, υπέρ τον λαόν, πράγμα σύμφωνο προς το γενικότερο κληρικοκρατικό πνευμα της Εκκλησίας αυτής.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 251-252)
«Η περηφάνια προηγείται του ολέθρου» (Παρ. 16:18)
Ο άνθρωπος είναι πολύ εύκολο να περηφανευτεί και να φτάσει στο σημείο να μην ξέρει τι λέει. Αυτό συνέβη και στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη, μετά από τις αμέτρητες νίκες του στις μάχες που έδινε στην Ευρώπη. Την παραμονή της μάχης του Βατερλό, όπως λέει η ιστορία, αφού έδωσε και τις τελευταίες εντολές στους αξιωματικούς του για την άλλη μέρα, κατέληξε λέγοντας: «Αύριο βράδυ ο Ουέλιγκτον (ο Άγγλος στρατηγός) θα βρίσκεται στα χέρια μου αιχμάλωτος». Κάποιος από τους επιτελείς του πρόσθεσε: «Στρατηγέ, αν θέλει ο Θεός». Κι ο Ναπολέων γεμάτος περηφάνια απάντησε: «Ποιος Θεός! Εγώ εξουσιάζω το στρατό μου και όχι άλλος».
Η μέρα ξημέρωσε. Η μάχη άρχισε. Η ραγδαία βροχή και οι λάσπες του έδεσαν τα χέρια. Τα πράγματα αντιστράφηκαν. Βρέθηκε αυτός αιχμάλωτος και τα έχασε όλα «εις μίαν και μόνην ώραν».
«Ο Θεός στους περήφανους εναντιώνεται, ενώ στους ταπεινούς δίνει χάρη» (Α’ Πέτρ. 5:5). «Τεθείτε λοιπόν με ταπείνωση κάτω από το στιβαρό χέρι του Θεού, ώστε να σας υψώσει, όταν έρθει η κατάλληλη γι’ αυτό ώρα» (εδ. 6).
«… στις έσχατες μέρες… οι άνθρωποι θα είναι εγωιστές… αλαζόνες, περήφανοι…» (Β’ Τιμοθέου 3:1-2)
Θα έχετε ακούσει βέβαια για το Νάρκισσο που ήταν ένας νέος πανέμορφος. Γι’ αυτό και ήταν εγωκεντρικός. Όλα τα κορίτσια ήταν ερωτευμένα μαζί του. Μα αυτός έμενε ασυγκίνητος. Ένα από τα κορίτσια παρακάλεσε τη θεά Νέμεση να τον κάνει να την αγαπήσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και καταράστηκε το Νάρκισσο να γνωρίσει την απόρριψη. Μια μέρα ο Νάρκισσος είδε το είδωλό του στα νερά μιας πηγής. Μαγεμένος από την ομορφιά του έσκυψε να φιλήσει το είδωλό του, αλλά εκείνο εξαφανιζόταν! Ο αυτοερωτισμός του αυτός άρχισε να τον βασανίζει, γιατί δεν έβρισκε ανταπόκριση. Τελικά πέθανε από θλίψη, καθώς δεν μπορούσε ν’ αγκαλιάσει το αντικείμενο της αγάπης του, τον εαυτό του!
Ο ναρκισσισμός είναι ένας ψυχολογικός θάνατος. Αυτό είναι το δίδαγμα αυτού του μύθου. Αν επικεντρώσω την προσοχή μου στον εαυτό μου θα καταστραφώ. Και ο απλός λόγος είναι ότι ο Θεός έκανε τον άνθρωπο για να έχει κοινωνία και σχέση με άλλους. Θέλεις ν’ αρχίσεις μια νέα ζωή, να είσαι χαρούμενος κι ευτυχισμένος; Πάρε τα μάτια σου από τον εαυτό σου και στρέψε τα σ’ Εκείνον που έδωσε τον εαυτό Του για σένα κι άρχισε να ενδιαφέρεσαι για τους άλλους.
(Γ.Σ.Κ.)
(Εκδόσεις «Ο Λόγος»)
382. Η Εκκλησία είναι ο βέβαιος δρόμος για την αιώνιο ζωή. Μην ξεστρατίσης απ’ αυτόν, παίρνοντας τα μονοπάτια της σοφιστείας και της απιστίας, που φέρουν στην απώλεια. «Εγώ ειμί η οδός καί η αλήθεια καί η ζωή».
383. Ο Διάβολος καλλιεργεί σε μερικές ψυχές την οκνηρία για κάθε έργο πίστεως και ευσεβείας. Έτσι τις κάνει ψυχρές στην προσευχή, δυσκίνητες στην αγαθοποιΐια. Αλλά η Γραφή μας προτρέπει να είμαστε «τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ κυρίῳ δουλεύοντες» (Ρωμ. ιβ’ 11).
Επίσης ο Πονηρός επιδίδεται στο να κάνη τις καρδιές μας ευέξαπτες. Δεν ανεχόμαστε τότε την παραμικρά αντίρρησι, το κάθε εμπόδιο, πνευματικό ή υλικό. Τότε όμως είναι ο κατάλληλος καιρός για να δείξουμε αντοχή στους χειμάρρους της κακίας και της ανυπομονησίας. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν» (Λουκ. κα’ 19). Αλλά τι θα συμβή τότε; Τι θα συμβή με τον άνθρωπο, όταν ο Διάβολος του επιτίθεται με τους χειμάρρους των πειρασμών και με τον άνεμο των επηρεασμών; Αν ο χριστιανός στέκη στερεά στην πέτρα, που είναι ο Χριστός, δεν θα πέση. Αν όμως στέκη στην άμμο των παθών και του εγώ, η πτώσις του είναι βεβαία.
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 162-163)
128. «εις σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. β' 34).
Το δεύτερο δυναμικό στοιχείο του προφητικού μηνύματος του Συμεών για τον Ιησού είναι ο αμφιλεγόμενος χαρακτήρας της μορφής του. Η Θεοτόκος προειδοποιείται, ότι για τον Ιησού δεν θ’ ακούση μόνο ωραία και ευχάριστα σχόλια, μόνον επαίνους και εγκώμια. Πρέπει να γνωρίζη ότι θ’ ακούση και τα εντελώς αντίθετα. Και πραγματικά η Θεοτόκος αργότερα άκουσε ή πληροφορήθηκε το τί έλεγαν οι εχθροί του για τον Ιησού π.χ. ότι είναι «άνθρωπος φάγος (= καλοφαγάς) και οινοπότης (= πίνει πολύ κρασί), τελωνών φίλος και αμαρτωλών» (Ματθ. ια' 19) · ότι «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Ματθ. θ' 34) · «ότι εξέστη» (= τρελλάθηκε, Μαρκ. γ' 21) κλπ. Για τις περιπτώσεις αυτές ο Ιησούς είπε «Μακάριος εστίν ός εάν μή σκανδαλισθή εν’ εμοί» (Ματθ. ια' 6).
Η Θεοτόκος ήταν η πρώτη ανάμεσα σ’ αυτούς που έμειναν ακλόνητα πιστοί στον Ιησού. Από τη Φάτνη ως το Σταυρό, η Θεομήτωρ παρέμεινε πιστή στον Κύριο. Κανείς άλλος δεν ήταν τόσο κοντά του, ώστε να ζήση όλες τις αμφισβητήσεις γύρω από το πρόσωπο του κι’ όλες τις βλαστήμιες εναντίον Του παρά μόνο η Παναγία μητέρα Του. Και όμως κανείς άλλος δεν έδειξε τόση ακλόνητη πίστι στο πρόσωπο και την αποστολή του Χριστού όσο η Θεοτόκος. Λένε ότι πίσω από κάθε μεγάλο άνδρα υπάρχει η μορφή μιας μεγάλης μητέρας. Στην περίπτωσι του Ιησού, έχομε την Παναγία. Αυτή όχι μόνο τον γέννησε, αλλ’ έγινε το στήριγμα του, η ενίσχυσις του, το θάρρος του, η προστατευτική σκιά του. Μπορούμε να πούμε πώς σ’ όλη την περίοδο της αποδοκιμασίας του Ιησού από τους Ιουδαίους μόνο μια ψυχή έμεινε πιστή σ’ Αυτόν: Η Μητέρα Του! Ενώ η θύελλα της τρίχρονης σκληρής πάλης του Χριστού με το σκοτάδι της απιστίας εμαίνετο, μέσα στο άδυτο της θεομητορικής υπάρξεως έκαιγε άσβηστο το καντήλι της πίστεως σ’ Εκείνον! Η Θεοτόκος, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της αμφισβητήσεως και της αποδοκιμασίας ήταν όχι μόνον η προτύπωσις της Εκκλησίας, αλλά και ο μοναδικός εκπρόσωπος της !
Είναι εύκολο να είσαι με τον Ιησού, όταν όλοι γύρω σου φωνάζουν «ευλογημένος ο Ερχόμενος...» (Ίω. ιβ' 13). Το δύσκολο είναι να είσαι με τον Χριστό, όταν οι πολλοί γύρω σου τον αμφισβητούν ή τον αποδοκιμάζουν. Μια μεγάλη ψυχή, ο Ντοστογιέφσκι, είπε για την περίπτωσι αυτή: «Αν όλος ο κόσμος πάη από το ένα μέρος και ο Ιησούς από το άλλο, εγώ θα πάω με το μέρος του Χριστού»! Μεγάλος λόγος που προϋποθέτει την πίστι της Θεοτόκου...
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 159)
179. Ποιος είναι ο θυτήριος χαρακτήρας της θείας ευχαριστίας;
Η θεία ευχαριστία δεν είναι μόνο μυστήριο, η μεταβολή δηλαδή του άρτου και του οίνου εις σώμα και αίμα Χριστού, αλλά και θυσία πραγματική, η θυσία του Γολγοθά συνεχιζόμενη και εφαρμοζόμενη για τη σωτηρία των πιστών. Ήδη στην Π. Διαθήκη υπάρχουν προτυπώσεις του θυτήριου χαρακτήρα της θείας ευχαριστίας, κυριότερη των οποίων είναι η θυσία του πασχάλιου αμνού. Ο δε προφήτης Μαλαχίας παρουσιάζει τον Κύριο να μη προσδέχεται τις θυσίες των Εβραίων, αλλά την μία και καθαρή θυσία, την οποία προσφέρουν σ’ αυτόν σε κάθε τόπο, τα έθνη από Ανατολών ηλίου έως δυσμών. Αλλά και στην Κ. Διαθήκη ο Κύριος στους ιδρυτικούς λόγους του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας καλεί το ποτήριο «αίμα της καινής διαθήκης περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Τόσο στη σταυρική θυσία του Γολγοθά όσο και στη θυσία της ευχαριστίας, στην οποία η μεγάλη εκείνη θυσία περιβάλλεται συνεχή μορφή στην Εκκλησία, ο Χριστός παρουσιάζεται ως θύτης συγχρόνως και θύμα, ως μέγιστος αρχιερέας προσφέρων τον εαυτόν του υπέρ της του κόσμου ζωής.
Βεβαίως υπάρχει και διαφορά μεταξύ των δύο θυσιών. Είναι δε αυτή όχι στη φύση των θυσιών που είναι η ίδια και στις δύο, αλλά α) στο ότι η μεν θυσία του Γολγοθά είναι αιματηρή ενώ της θείας ευχαριστίας είναι αναίμακτη και β) η πρώτη έγινε μια φορά για πάντα στο Γολγοθά εις άφεσιν αμαρτιών και για τη ζωοποίηση του κόσμου, ενώ η δεύτερη επαναλαμβάνεται συνεχώς στα θυσιαστήρια των ιερών ναών για τη σωτηρία των ανθρώπων.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 250-251)
Ν' αποχωρισθείς από την πεθερά σου
Ο Γέροντας καθοδηγούσε τα πνευματικά του τέκνα, μερικές φορές με τρόπο οδυνηρό, εφόσον το έκρινε πνευματικώς αναγκαίο. Σε μία πνευματική του θυγατέρα, που μόλις είχε πεθάνει ο άντρας της, της είπε : " Τώρα πρέπει ν' αποχωριστείς από την πεθερά σου. Αφού έχει κι άλλα παιδιά, να την αφήσεις να ζει με ένα παιδί της. Διότι, αν ζήσετε μαζί, βλέπω ότι από την πίκρα της, θα στρέψει τα παιδιά σου και εναντίον σου. Οπότε κι εκείνη θα αμαρτήσει πολύ και θα βάλει σε πνευματικό κίνδυνο την ψυχή τη δική σου και των παιδιών σου και θα αναγκαστείς στο τέλος να τη διώξεις με φιλονικία. Ενώ τώρα, αν φύγει με καλό, θα στεναχωρηθείς λιγότερο, κι εσύ και εκείνη. Να την βοηθάς από μακριά, όσο μπορείς, και οικονομικά και προπάντων με την προσευχή σου. Εμείς οι ιερείς έχουν αποστολή να φέρνουμε τους ανθρώπους κοντά, όταν όμως αυτό δημιουργεί πνευματική ζημιά, ο χωρισμός είναι το μικρότερο κακό ". Η πνευματική του θυγατέρα εφήρμοσε εγκαίρως τις συμβουλές του, που σύντομα επιβεβαιώθηκαν από τα γεγονότα. Επρόκειτο, βέββαια, όχι για γενική, αλλά για ειδική συμβουλή.
[Γ 261π.]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.335)
178. Τί φρονούν περί θείας ευχαριστίας οι υπόλοιποι Προτεστάντες;
Οι Αναμορφωτές, απορρίπτοντες όλοι την περί πραγματικής παρουσίας του Χριστού διδασκαλία του Λουθήρου, δεν έχουν ωστόσο ενιαία μεταξύ τους περί του μυστηρίου αντίληψη. Όπως και εις όλα τα αλλά ζητήματα, έτσι και εδώ επηρεάζονται λίγο πολύ από τις ιδιαίτερες θεολογικές και εκκλησιολογικές προκαταλήψεις τους.
Οι Ζβιγγλιανοί, φρονούντες ότι το Πνεύμα το Άγιο δεν έχει ανάγκη από εξωτερικά μέσα και αγωγούς για να ενεργήσει στις ψυχές των ανθρώπων, διδάσκουν οτι τα στοιχεία της ευχαριστίας δεν είναι πραγματικά το σώμα και το αίμα του Κυρίου, αλλ΄ εικονίζουν απλώς αυτά, όπως με εικονική έννοια λέγεται περί του Χριστού οτι είναι «η άμπελος η αληθινή» (ο Χριστός δεν είναι αμπέλι, αλλ΄ εικονίζεται απλώς έτσι). Συνεπώς ο άρτος και ο οίνος της ευχαριστίας δεν είναι εχέγγυα και όργανα της κοινωνίας του Χριστού, Αλλά εικόνες αισθητές του σταυρωθέντος και οποθανόντος Χριστού. Στη μετάληψη δεν γίνεται πραγματική κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού, Αλλά μόνον όσοι πιστεύουν κοινωνούν των ευεργετημάτων ταυ θανάτου του Κυρίου.
Ο Καλβίνος διδάσκει αντίθετα πράγματα από τον Ζβίγγλιο. Κατ’ αυτόν η μετάληψη δεν είναι αναμνηστικό δείπνο, αλλά δείπνο στο οποίο ο Χριστός μας μεταδίδει τη σάρκα και το αίμα του. Τα στοιχεία της ευχαριστίας δεν είναι μόνο εικόνες, αλλά εχέγγυα και σφραγίδες της πραγματικής παρουσίας του Κυρίου και της πνευματικής μετ’ αυτού ενώσεως των πιστευόντων. Η διδασκαλία αυτή του Καλβίνου φαίνεται να είναι η ίδια με την αντίστοιχη διδασκαλία του Λουθήρου εντούτοις οι δυο διδασκαλίες διαφέρουν οξύτατα μεταξύ τους σε ένα κύριο και βασικό σημείο. Ενώ ο Λούθηρος διδάσκει εναρτισμό (μυστηριακή ένωση του σώματος και του αίματος του Χριστού), ο Καλβίνος διδάσκει μυστηριακή ένωση μόνο με τις ψυχές των πιστευόντων δια της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος, το οποίο μεταβιβάζει σ’ εμάς το Χριστό όχι από το θυσιαστήριο, αλλ΄ απ’ ευθείας από τον ουρανό. Σε όλες τις περιπτώσεις βασικό στοιχείο της λειτουργίας του μυστηρίου είναι η πίστη.
Η πιο πάνω εικονική-συμβολική περί ευχαριστίας διδασκαλία των Προτεσταντών έρχεται σε οξεία αντίθεση με τον περί ευχαριστίας πραγματισμό της Αγίας Γραφής. Θα αναφέρουμε μερικά μόνο παραδείγματα. Μετά το θαύμα της διατροφής των πεντακισχιλίων στην έρημο ο Κύριος, ελέγχοντας τους παχυλούς Ιουδαίους ότι επιζητούν βρώματα υλικά, τους παρότρυνε να επιζητούν πνευματικές τροφές, εννοώντας στην αρχή το λόγο του και κατόπιν τη βρώση του σώματος και την πόση του αίματος του. είπε δε «ο άρτος, όν εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής, η σάρξ μου εστίν» και «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον». Οτι πραγματικά εννοούσε τα λόγια αυτά ο Κύριος δείχνει η αντίδραση των ακροατών του, οι οποίοι δυσφορώντας έλεγαν: «Πώς δύναται ούτος δούναι ημίν την σάρκα φαγείν»; Ομοίως οι μαθητές: «Σκληρός εστίν ο λόγος ούτος· τις δύναται αυτού ακούειν; Και ο Παύλος, αποκαλώντας το κυριακό δείπνο «κοινωνίαν» του σώματος και του αίματος του Χριστού, το βρίσκει ασυμβίβαστο προς την κοινωνία των ειδωλοθύτων, που φυσικά δεν ήταν τροφή συμβολική αλλά πραγματική. Μάλιστα δε τους τονίζει: «Ός αν εσθίη τόν άρτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος εσταί του σώματος και του αίματος του Κυρίου». Πώς όμως ενοχοποιείται κάποιος όταν τρώγει κάτι που δεν είναι πραγματικό, αλλά εικονικό; Αλλά και κατά τους Πατέρες η ευχαριστία, η προτυπωθείσα στην Π. Διαθήκη υπό του μαννα, του Πασχάλιου Άμνου, της θυσίας των Μελχισεδεκ κ.ά., αν και κατά την αίσθηση και τη γεύση φαίνεται απλός άρτος και οίνος, όμως δεν είναι έτσι αλλά το πραγματικό σώμα και το αίμα του Χριστού· την πραγματικότητα δε αυτή την χρησιμοποιούσαν σαν επιχείρημα κατά των Δοκητών, που αρνούνταν τη σωματική φύση του Κυρίου.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 248-250)
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς (†14 Ιουνίου)
Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος ο νέος, από το μοναστήρι Τσέλι (Μονή των Αγίων Αρχαγγέλων) γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου του 1894, ξημερώματα του Ευαγγελισμού στην πόλη Βράνια της νοτίου Σερβίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων, γνωστός ως π. Αλέξιος, και η μητέρα του Αναστασία. Κατά την βάπτιση έλαβε το όνομα Μπλάγκογιε (Ευάγγελος). Η οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδόσεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλησία τουλάχιστον επτά ιερωμένους. Αυτό εξάλλου φανερώνει και το επώνυμο Πόποβιτς (= Παπαδόπουλος). Από μικρό παιδάκι ακόμα, συχνά επισκεπτόταν με τους γονείς του τον άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πσινίσκι όπου και είδε με τα μάτια του την θεραπεία της μητέρας του από βαριά ασθένεια το έτος 1929. Από την ευσεβή μητέρα του διδάχθηκε την ευαγγελική ευσέβεια, την προσευχή και τη νηστεία.
Μια δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγγελο ήταν η ανάγνωση του Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερά του χρόνια μα και η ασκητική βίωσή του μέχρι το τέλος του. Από τότε έβαλε κανόνα στον εαυτό του να μελετά καθημερινά 3 κεφάλαια από την Κ. Διαθήκη, κάτι που φύλαξε μέχρι τέλους της ζωής του. Από την νεανική του ηλικία έθεσε στον εαυτό του το ερώτημα πώς θα αποκτήσει την αιώνια ζωή. Αυξήθηκε πνευματικά, έζησε και ανέπνευσε στην ατμόσφαιρα της Αγίας Γραφής.
Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης έγινε γι’ αυτόν η ανάγνωση των Συναξαρίων και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Οι άγιοι του Θεού, που είναι η ζώσα ομοίωση του Χριστού, ήταν μόνιμοι και καθημερινοί οδηγοί και δάσκαλοί του. Γι’ αυτό και σημείωνε: «Και οι σημερινοί χριστιανοί μπορούν να είναι αληθινοί χριστιανοί μόνο εάν οδηγούνται ημέρα με την ημέρα από τους αγίους του Θεού». Ιδιαίτερα αγαπούσε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο στον οποίο με παιδική ειλικρίνεια και γλυκύτητα προσευχόταν διαρκώς. Ήταν όλος παραδομένος στον Θεάνθρωπο Χριστό, έχοντας ως ασφαλείς ποδηγέτες τους αγίους Πατέρες, τους αγίους του Θεού, που αργότερα συνέγραψε και μετέφρασε τους βίους, τους αγώνες και την θεόσδοτη ορθόδοξη φιλοσοφία και θεολογία τους.
Όταν τελείωσε τις 4 τάξεις του δημοτικού το 1905 με άριστα, πήγε στην εννεατάξια θεολογία του αγίου Σάββα στο Βελιγράδι με εξετάσεις τις οποίες πέρασε με άριστα όπως άριστη υπήρξε και η φοίτησή του. Αξιώθηκε να έχει ως δάσκαλό του τον φωτισμένο άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του ενδιαφέρεται για τα προβλήματα της παγκόσμιας βιβλιογραφίας και φιλοσοφίας ιδιαίτερα δε μελετά τα έργα του Ντοστογιέφσκυ όπου και διαπίστωσε την μηδαμινότητα και την εγωπάθεια της ανθρώπινης σοφίας χωρίς τον Χριστό. Άναψε διάπυρη αγάπη προς τον Κύριο η οποία πυρπολούσε την καρδιά του παραμένοντας άσβεστη μέχρι την τελευταία του αναπνοή.
Τελείωσε την Σχολή στα 1914 μα τον πρόλαβε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και στρατεύτηκε ως νοσοκόμος. Ακολουθώντας την τύχη του σέρβικου στρατού, πήρε το δρόμο της εξορίας μέσα από τα βουνά της Αλβανίας προς την Κέρκυρα. Καθ’ οδόν ένοιωσε πλέον έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στο Χριστό και με την ευλογία του Μητροπολίτου Βελιγραδίου Δημητρίου έλαβε στην Σκάνδρα το μοναχικό σχήμα την 1η Ιανουαρίου του 1916 και πήρε το όνομα του αγίου μάρτυρος και φιλοσόφου Ιουστίνου.
Από την Κέρκυρα, μετά από ενέργειες του Μητροπολίτου Δημητρίου, φεύγει με μια ομάδα φωτισμένων θεολόγων για θεολογικές σπουδές στην Αγία Πετρούπολη. Σύντομα όμως, λόγω των πολιτικών εξελίξεων στην Ρωσία, αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί στην Οξφόρδη. Εκεί έμεινε δύο χρόνια ετοιμάζοντας την διδακτορική του εργασία με θέμα «Η φιλοσοφία και η θρησκεία του Φ.Μ. Ντοστογιέβσκυ». Η εμμονή του στην κριτική του δυτικού Χριστιανισμού και στην υπεράσπιση του Ντοστογιέβσκυ του κόστισε την απόρριψη της διατριβής. Στο τελευταίο κεφάλαιο της διατριβής του εμφάνισε οξύτατη κριτική στη ρηχότητα και την υποκρισία του δυτικού ανθρωποκεντρισμού και ουμανισμού ιδιαίτερα του ρωμαιοκαθολικισμού. Έτσι το 1919, όταν, μετά το τέλος του πολέμου, γύρισε στην πατρίδα του τοποθετήθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα με ευλογία του Πατριάρχη Σερβίας κατευθύνεται στην ορθόδοξη Ελλάδα «για να γίνει περισσότερο ορθόδοξος» όπως έλεγε ο Πατριάρχης. Στην Αθήνα, αφού παρέμεινε από το 1919 έως το Μάϊο του 1921, παίρνει το διδακτορικό του δίπλωμα στην Πατρολογία το 1926 με θέμα «Το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Η διετής παραμονή του στην Ελλάδα ήταν γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας και ωφέλειας και για τον ίδιο αλλά και για το μετέπειτα έργο του στις Εκκλησίες στη Σερβία. Γνώρισε από κοντά την αιωνόβια ευσέβεια και τη δραστήρια εκκλησιαστική ζωή του ελληνικού λαού γι’ αυτό τόνιζε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του προς τους Σέρβους: «Τα αδέλφια μας, τους Έλληνες, πάντοτε να τους αγαπάτε σαν τους δικούς σας πνευματικούς γονείς και αναδόχους και ως παντοτινούς δασκάλους στην πίστη, την ευσέβεια και την εκκλησιαστικότητα».
Γνώριζε πολύ καλά την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανική και την γαλλική.
Στα επόμενα έτη εργάστηκε στις Εκκλησιαστικές Σχολές του Κάρλοβατς, στο Πριζρέν και του Μοναστηρίου (Βίτολα). Στα 1930-31 η Σερβική Εκκλησία τον έστειλε μαζί με τον Μητροπολίτη Ιωσήφ σε ιεραποστολική αποστολή στην Τσεχοσλοβακία. Εκεί εργάστηκαν επί ένα χρόνο στην διαφώτιση και οργάνωση των ενοριών και του μοναχικού βίου των ορθοδόξων Σλοβάκων στα Καρπάθια οι οποίοι επέστρεφαν και πάλι στην Ορθοδοξία από την Ουνία. Ενώ ακόμη βρισκόταν εκεί, εξελέγη το 1931 επίσκοπος της νεοσυσταθείσης Επισκοπής Καρπαθίας αλλά από ταπείνωση δεν δέχτηκε την θέση εκείνη.
Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε σε διάφορες μονές και σταδιακά στο Βελιγράδι, μοιραζόμενος την τύχη του λαού του. Με την εγκαθίδρυση της νέας κομμουνιστικής εξουσίας στην Γιουγκοσλαβία το 1945, εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μαζί με άλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στην μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία (1946) και φυλακίστηκε. Λίγο έλειψε να εκτελεστεί από το καθεστώς ως «εχθρός του λαού», αλλά σώθηκε την τελευταία στιγμή όταν ο Πατριάρχης Γαβριήλ κατά την επιστροφή του από το Άουσβιτς απαίτησε την αποφυλάκισή του.
Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και δίχως κάποια σύνταξη, στερημένος από τα ανθρώπινα, θρησκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στην μικρή γυναικεία μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλι του Βάλιεβο. Ακόμη και εκεί όμως οι πολιτικές αρχές δεν τον άφηναν ήσυχο. Πέρα από την συνεχή και ασφυκτική παρακολούθηση, συχνές ήταν και οι ανακρίσεις στην πολιτική διοίκηση του Βάλιεβο. Σε περιόδους δε κρίσιμων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου στο Βελιγράδι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από την μονή επί μήνες από τον φόβο τυχόν επιρροής του στους επισκόπους. Παρά τις δύσκολες αυτές και οδυνηρές συνθήκες προσευχόταν αδιάλειπτα, επικοινωνούσε με όσους είχαν το θάρρος να τον επισκέπτονται, συνέχιζε το ιεραποστολικό του έργο και έγραφε συνεχώς δίχως να σταματήσει την παράλληλη μελέτη των προσφιλών του Αγίων Πατέρων και των Συναξαρίων.
Λειτουργούσε καθημερινά, νήστευε πλήρως όλες τις Παρασκευές του έτους καθώς και την Α’ Εβδομάδα των Νηστειών και την εβδομάδα των Παθών ενώ έκανε και άλλες νηστείες εκτός από τις διατεταγμένες της Εκκλησίας. Ακολουθώντας πιστά το μακραίωνο μοναστικό τυπικό, τελούσε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Εκατοντάδες ήταν τα ονόματα που μνημόνευε στην Θεία Λειτουργία, ονόματα που του έδιναν είτε προφορικά είτε μέσω επιστολών.
Παρά τον αυστηρό περιορισμό του από τις πολιτικές αρχές, η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέρασε τα σύνορα της Σερβίας. Έτσι, τον επισκέπτονταν όχι μονάχα Σέρβοι από διάφορες περιοχές της χώρας αλλά και πολλοί Έλληνες. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 25 Μαρτίου 1979, ανήμερα του Ευαγγελισμού μα και ημέρα της γεννήσεώς του. Μετά την αγιοποίησή του η μνήμη του εορτάζεται στις 14 Ιουνίου.
(Επιλογή στοιχείων από το βιβλίο του Επισκόπου Αθαν. Γιέβτιτς, "Βίος του Οσίου Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς", εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2001)
Η ταλαιπωρία του αρρώστου και η εμπιστοσύνη στον Θεό
-Γέροντα, αν κάποιος έχει μια βαρειά αρρώστια και αποφασίσει
να αφεθεί στον Θεό, θα κάνει καλά;
-Αμα δεν έχει υποχρεώσεις, ό,τι θέλει κάνει.
Αμα όμως έχει υποχρεώσεις, αυτό θα εξαρτηθεί και από τους άλλους.
Και εγώ πήγα στον γιατρό «άκων και μη βουλόμενος»... [...]
Συνήθως λέμε: «Οι άρρωστοι πρώτα να φροντίσουν να βοηθηθούν
ανθρωπίνως και σε ό,τι δεν μπορούν να βοηθηθούν ανθρωπίνως θα βοηθήσει ο Θεός».
Αλλά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, για να βοηθηθούν ανθρωπίνως οι άνθρωποι
που πάσχουν από κάποια βαρειά αρρώστια, περνούν μεγάλη ταλαιπωρία,
ολόκληρο μαρτύριο. Πρέπει να κάνουν ένα σωρό εξετάσεις, εγχειρήσεις,
μεταγγίσεις, χημειοθεραπείες, ακτινοβολίες. Τρυπήματα για τις μεταγγίσεις,
τρυπήματα για τους ορούς... Να σπάζουν οι φλέβες, να τους βάζουν την τροφή
από την μύτη, να μην μπορούν να κοιμηθούν...
Και όλα αυτά, για να γίνει αυτό που γίνεται ανθρωπίνως.
[...] Γι’ αυτό δεν πρέπει να επαναπαυώμαστε
και να λέμε «εντάξει, αυτός ο άρρωστος έπεσε σε καλούς γιατρούς»,
αλλά να έχουμε υπ’ όψιν ότι, για να βοηθηθεί ο άρρωστος ιατρικά,
πρέπει να περάσει μια ολόκληρη ταλαιπωρία και να προσευχώμαστε με πόνο
να του δίνει ο Χριστός υπομονή. Να φωτίζει τους γιατρούς, γιατί οι γιατροί
μπορεί να κάνουν λάθη, ιδίως αν δεν έχουν ταπείνωση.
[...] Γιατί δεν φθάνει μόνον η επιστήμη.
Χρειάζεται και πίστη και προσευχή. Καμμιά φορά βλέπω και εδώ στο μοναστήρι
τις αδελφές που είναι γιατροί να θέλουν περισσότερο με την επιστήμη τους
να βοηθήσουν τον άρρωστο παρά με την εμπιστοσύνη στον Θεό και με την προσευχή.
Η καρδιακή όμως προσευχή θα τις δώσει ανώτερο ιατρικό πτυχίο,
διότι θα σταματούν την ανθρώπινη επιστήμη. Όταν καλλιεργηθεί η αγάπη
με τον πόνο γενικά για όλους τους ανθρώπους, τότε ενεργούν οι θείες δυνάμεις,
αρκεί να υπάρχη βαθειά ταπείνωση στην ψυχή, για να μην υπερηφανευθεί και αδικήσει
τον Θεό νομίζοντας ότι είναι δικές της αυτές οι δυνάμεις.
Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο Χριστός μπορεί ακόμη και αυτά που δεν θεραπεύονται
από γιατρούς να τα θεραπεύσει, αλλά πρέπει να υπάρχη σοβαρός λόγος και ο πιστός
να είναι πολύ πιστός και πολύ δοσμένος στον Χριστό.
-Δηλαδή, Γέροντα, όταν οι άνθρωποι υποφέρουν, να μη ζητούν ιατρική βοήθεια;
-Δεν εννοώ αυτό, βρέ παιδί! Δεν λέω «μην του βάζεις λ.χ. οξυγόνο», για να σκάσει
ο άνθρωπος. Θέλω να πώ, τί τραβάει ο άρρωστος, για να βοηθηθεί ανθρωπίνως,
και ότι πρέπει να κάνουμε προσευχή να βοηθάει ο Χριστός τους αρρώστους,
για να μην ταλαιπωρούνται. Αν κάτι είναι σοβαρό, να παρακαλούμε τον Χριστό
να το πάρει με ένα χάδι Του. Γιατί ο Χριστός, λίγο αν χαϊδέψει τους αρρώστους στο χέρι,
φεύγουν όλα και γίνονται καλά! Ούτε φάρμακα χρειάζονται μετά ούτε φαρμάκια.
Κι αν τους χαϊδέψει στο πρόσωπο, είναι ακόμη καλύτερα. Αν τους αγκαλιάσει κιόλας,
θα μαλακώσει και η καρδιά τους! Καταλάβατε; Χρειάζεται όμως μεγάλη πίστη.
Αν δεν έχη πίστη ο ίδιος ο άρρωστος, δεν γίνεται καλά.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 218-220)