Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
12 Ιουν

Λόγος περί Αγάπης! (οσίου Συμεών Νέου Θεολόγου)

Γράφτηκε από τον 

Λόγος περί Αγάπης (οσίου Συμεών Νέου Θεολόγου)

Από το Βίο του….

«Όταν κάποτε τελείωσε η πρωινή δοξολογία καθώς άρχισε κατά την συνήθειά του ο μακάριος να κατηχή τους μαθητάς και σύμφωνα με την παραίνεσι του αποστόλου να νουθετή, να ελέγχη, να παρηγορή, ξαφνικά κάπου τριάντα από τους μοναχούς διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά τους, όπως παλαιά οι γύρω από τον Άννα και Καϊάφα, κινήθησαν με άναρθρες κραυγές και φονικές διαθέσεις, διετάραξαν όλη την εκκλησία, και εσήκωσαν αυθαδώς τα άνομα χέρια τους κατά του πατρός των, για να τον συλλάβουν και τον διασπαράξουν σαν θηρία. Αυτός δε, μόλις είδε την αλλαγή των και την αποξένωσί τους από τον διδάσκαλο και πατέρα τους, έδεσε τα χέρια του και εσήκωσε την σκέψι τoυ προς τον ουρανό· με αυτόν τον τρόπο έμεινε επί τόπου ακίνητος χαμογελώντας και ατενίζοντας χαρούμενα προς τους μιαρούς. Καθώς δε ώρμησαν εναντίον του και με τις άναρθρες κραυγές και βλασφημίες επέδειξαν μανία και αναίδεια σκύλων που υλακτούσαν, εμποδίσθηκαν άνωθεν να επιβάλουν επάνω του τα άνομα χέρια διότι η χάρις που ενοικούσε στον Συμεών τους εκρατούσε μακριά και τους απέπεμπε. Απορώντας δε τι να πράξουν, εξέρχονται τρέχοντος από την εκκλησία και, αφού έσπασαν τα κλείθρα της πύλης του μοναστηριού, εγκαταλείποντας μόνον τον μακάριο μαζί μ’ εκείνους που εζούσαν μ’ ευλαβική διαγωγή. Καθώς δε επέρασαν άοπλοι την πρώτη πύλη της μεγάλης του Θεού Εκκλησίας και άρχισαν να ενοχλούν με τις κραυγές τον αρχιερέα —που ήταν ο Σισίννιος— από κάτω, τους εκάλεσε ο πατριάρχης και, αφού έμαθε την αιτία της ταραχής και την εκ μέρους των ραδιουργία κατά του αγίου, τους απέδωσε δεινή μανία, και εκάλεσε την επομένη ημέρα τον άγιο.

Όταν λοιπόν ο μακάριος εισήλθε με σεμνό ήθος και ιλαρό παρουσιαστικό προς αυτόν, ο πατριάρχης ερωτά για την αιτία της εναντίον του μανίας των μοναχών. Όταν δε εκείνος διηγήθηκε με τον νόστιμο χαριτωμένο λόγο όλα τα σχετικά προς την συνηθισμένη ομιλία και κατήχησι και έπειτα, τα της αναιδείας και της φονικής εξορμήσεώς των, και πώς έφυγαν συντρίβοντας τα κλείθρα και τους μοχλούς των πυλών, ο πατριάρχης εξεπλάγη και αντιλαμβανόμενος τον φθόνο και την μανία των ασυνέτων, καταλήφθηκε από δίκαιο θυμό και τους κατεδίκασε όλους σε εξορία. Εάν βέβαια ήταν κάποιος άλλος αυτός που έπαθε αυτά από εκείνους, δεν θα ικανοποιώταν από την απόφασι; Δεν θα ευφραινόταν κατά τον βιβλικό λόγο, όταν είδε τέτοια καταδίκη; Δεν συνέβηκε όμως αυτό στον καλό ποιμένα και ακριβέστατο μιμητή του πρώτου ποιμένος. Όταν δηλαδή είδε τους φύλακες έτοιμους να συλλάβουν τους αποστάτες, πίπτει πρηνής και εγγίζει τα πατριαρχικά εκείνα πόδια ο ηγούμενος με την ευαίσθητη ψυχή, την οποία προσφέρει υπέρ των προβάτων του, και με θρήνους ζητεί συγγνώμην. Ο πατριάρχης κάμπτεται με δυσκολία και λόγω των παρακλήσεων ανακαλεί την απόφασι περί εξορίας, δεν τους επιτρέπει όμως να εισέλθουν πάλι στην μονή. Αμέσως λοιπόν απελαύνονται όλοι από την εκκλησία και γεμάτοι μανία σκορπίζονται ακολουθώντας ο καθένας το θέλημά του. Άλλοι κατατάχθηκαν ανάμεσα στα κατηχουμενεία των εκκλησιών, άλλοι ερρίφθηκαν σε άλλες μονές, όσοι δε ανήκαν στην κατώτερη και ευτελέστερη μοίρα διασκορπίσθηκαν όπου έτυχε ο καθένας, εδώ κι εκεί.

Τι έπραξε λοιπόν ο ποιμήν ο καλός; Eπιστρέφει μόνος του στο μοναστήρι, σπαρασσόμενος εσωτερικά για την στέρησι των προβάτων του Χριστού και χύνοντας άφθονα δάκρυα. Και, παρακαλώ, παρατηρήσατε ακεραιότητα άγιας ψυχής και ανεξικακία δικαίου ανδρός. Eπειδή δεν υπέφερε να βλέπη αδειανή την αυλή των προβάτων, τι κάμνει ο καθ’ όλα σοφός και γενναίος, για να συμφιλιώση το ποίμνιο προς τον εαυτό του και τον Θεό και να το συναθροίση κοντά του; Ερευνά για τους τόπους της πόλεως όπου εζούσε ο καθένας τους κατά την θέλησί του.

Όταν τους έμαθε, στέλλει στον καθένα τα απαιτούμενα για την συντήρησί του, συνοδεύοντας την προσφορά με παρηγορητικούς λόγους που εμάλασσαν την καρδιά τους. Καθώς αυτό εγινόταν επί πολλές ημέρες και ο πραγματικά καλός ποιμήν ερχόμενος με ταπεινή εμφάνισι, εκαθόταν μαζί με τον καθένα τους, τους απηύθυνε λόγια αγάπης και εζητούσε την επιστροφή τους μαζί με την συγγνώμη, σαν να τους είχε αδικήσει μάλλον παρά να είχε αδικηθή από αυτούς· με διδακτικούς λόγους εμαλάκωσε την στυγνότητα και σκληρότητα της καρδιάς τους. Έτσι σε σύντομο χρόνο τους συνάθροισε όλους ο καλός ποιμήν, που εισήλθε στην αυλή των προβάτων δια της θύρας του Ιησού και δεν ανέβηκε σ’ αυτήν από άλλο σημείο, και εγέμισε πάλι την αυλή του με τα ήμερα πρόβατα που προ ολίγου είχαν αγριεύσει» (τ.19Α, σελ.97-101).

«άλλοτε μεν τον έπλυναν με ύβρεις και λοιδορίες και τον ονείδιζαν πικρά, μερικές φορές εσήκωναν και χέρια επάνω του, αν και ήταν γέρων και αδύνατος ήδη, και τον έρριπταν κατά γης (ώ, πόση ανοχή και πόση άφατη μακροθυμία έχεις, Χριστέ) με φονικό χέρι, άλλοτε δε ελιθοβολούσαν τον δίκαιο.

Ένας από αυτούς μάλιστα κάποια φορά έλαβε λίθο, όσον μεγάλο μπορούσε να χωρέσει το χέρι του, και τον πετά δυνατά προς τον τόπο, όπου συνήθιζε να κάθεται ο άγιος και να γράφη τα λόγια της θείας χάριτος. Ο λίθος, αφού συνέτριψε το υαλωτό, διέρχεται κατά του μήνιγγος του αγίου, και πέφτει αντίκρυ από την όψι του και με μόνο το ορμητικό κτύπημα εγέμισε ζάλη το σεβαστό κεφάλι του· αν είχε κτυπήσει σ’ αυτό κατά την φορά του, τίποτε δεν θα εμπόδιζε να στείλη τον άγιο την ίδια στιγμή στον θάνατο.

Τι πράττει λοιπόν τότε ο μιμητής του ειπόντος, «να μη ανταποδώσης κακό για κακό»; Αντάμειψε με αγαθά τόσο αυτόν όσο και όλους τους άλλους που τον κακοποιούσαν· γι’ αυτό φωνάζει με γαλήνια λαλιά τον μαθητή του Συμεών και λέγει· «βλέπεις την εναντίον μας απειλή, αδελφέ;» και του υπέδειξε τον λίθο. «Αλλά πήγαινε και σβήσε τον εναντίον μας θυμό του ανθρώπου με το έλεος της φιλανθρωπίας, χορηγώντας σ’ αυτόν αφθόνως τα αναγκαία για την θεραπεία από το υστέρημά μας» (τ.19Α, σ.231).

Από τη διδασκαλία του….

«Άλλο είναι το να μην αγανακτούμε γι’ ατιμίες και ύβρεις, για πειρασμούς και θλίψεις, και άλλο το να ευχαριστούμαστε γι’ αυτά και να ευχόμαστε υπέρ εκείνων που το προκαλούν σ’ εμάς· άλλο είναι το να τους αγαπούμε από ψυχή και άλλο υπεράνω αυτού το να αποτυπώνωμε νοερώς το πρόσωπο του καθενός από αυτούς και να τους καταφιλούμε απαθώς ως γνησίους φίλους με δάκρυα ειλικρινούς αγάπης, οπότε φυσικά δεν ευρίσκεται καθόλου ούτε ίχνος αηδίας στην ψυχή.

Ανώτερο δε από αυτά που αναφέραμε είναι, όταν ακόμη και στον καιρό των πειρασμών έχει κανείς ίση και όμοια αναλλοιώτως διάθεσι προς εκείνους που τον λοιδορούν κατά πρόσωπο και τον διαβάλλουν, τον κατακρίνουν και τον καταδικάζουν, τον υβρίζουν και τον εμπτύουν, αλλ’ επίσης και προς εκείνους που εξωτερικά τηρούν το πρόσχημα φιλίας, κρυφά δε διαπράττουν τα όμοια χωρίς να διαφεύγουν την προσοχή· ασυγκρίτως δε ανώτερο τούτων πάλι θεωρώ ότι είναι το να λησμονήση κανείς τελείως όσα έχει υποφέρει και να μη τα θυμάται, είτε παρόντες είτε απόντες είναι αυτοί που τον έθλιψαν, να προσδέχεται δε και αυτούς ομοίως με τους φίλους στις συναναστροφές και συνεστιάσεις χωρίς ανάμνηση των συμβάντων» (τ.19Α, σ.451).

«Εμείς οι πιστοί οφείλομε να βλέπωμε όλους τους πιστούς σαν ένα και να θεωρούμε ότι στον καθένα από αυτούς είναι ο Χριστός και η αγάπη προς αυτόν πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να είμαστε έτοιμοι να δώσουμε υπέρ αυτού τις ψυχές μας. Δεν πρέπει μάλιστα καθόλου να λέμε ή να νομίζουμε κανέναν πονηρό, αλλά όλους να τους βλέπουμε σαν αγαθούς, όπως είπαμε. Ακόμη και αν ιδής κάποιον να ενοχλήται από πάθη, να μη μισήσης τον αδελφό, αλλά τα πάθη που τον πολεμούν· αν τον ιδής να τυραννήται από επιθυμίες και προσβολές, να τον σπλαγχνισθής περισσότερο, μη τυχόν πειρασθής και ο ίδιος, αφού είσαι εκτεθειμένος στην μεταβολή ασταθούς ύλης» (τ.19Α, σελ.475-477).

«τότε (Κύριε) εγνώρισα ότι σε έχω μέσα μου συνειδητώς. Από τότε λοιπόν δεν σε αγαπούσα από την ενθύμησι σου και των ιδικών σου, αλλά επίστευσα ότι έχω αληθινά μέσα μου εσέ, την ενυπόστατη αγάπη. Διότι η πραγματική αγάπη είσαι εσύ, ο Θεός» (τ. 19Α, σ. 587).

«Η αγάπη λοιπόν αυτή, δηλαδή η κεφαλή όλων των αρετών, είναι ο Χριστός και Θεός» (τ.19Β, σ.395).

«Η άγια πάλι αγάπη είναι το παντουργό και παντοδύναμο φως, πολύ και ασυγκρίτως λαμπρότερο από αυτό το ηλιακό φως· αυτή εγγίζει τις καρδιές αυτών, τις αυξάνει καθημερινά και τις πληροί τελείως διότι δεν παύει όπως το φως της σελήνης, αλλά συντηρείται πάντοτε ολόφωτη με τον ζήλο και την αγαθοεργία των άγιων» (τ.19Β, σ.411).

«όσους μπορεί κάποιος να υπηρετήσει και δεν θέλει να το κάμει, τόσους αδικεί και καθιστά τον εαυτό του υπεύθυνο του κρίματος και της δεσποτικής αποφάσεως που λέγει "φύγετε από μένα οι καταραμένοι στο πυρ το αιώνιο"» (τ.19Γ, σ.53).

«Εάν σε υβρίσει κανείς δικαίως ή αδίκως ή σε κακολογήσει ή σε διαβάλλει, και δεν υποφέρεις με πραότητα την ατιμία, ή όταν λυπηθείς και δαγκωθείς στην καρδιά, δεν βαστάξεις και δεν χαλιναγωγήσεις τις κινήσεις της ψυχής σου, αλλά υβρίσεις αυτόν που σε ύβρισε ή τον κακολογήσεις ή πράξεις κάτι ενάντιο σ’ αυτόν, ή πάλι δεν κάνεις τίποτε από αυτά σ’ εκείνον, αλλά φύγεις έχοντας στην καρδιά σου μίσος εναντίον του και δεν τον συγχωρήσεις με όλη την ψυχή σου και δεν προσευχηθείς γι’ αυτόν από την καρδιά σου, να, εστρατεύθηκες κατά του Χριστού, ενεργώντας αντίθετα από τα προστάγματά του, κι έγινες πολέμιός του, έχασες επίσης και την ψυχή σου, επισφραγίζοντας και επικυρώνοντας τις προϋπάρχουσες αμαρτίες σου και καθιστώντας τις ανεξάλειπτες. Εάν πάλι κάποιος σε ραπίσει στο δεξί σαγόνι κι έπειτα δεν του στρέψεις και το άλλο, αλλά μάλλον τον κτυπήσεις κι εσύ, έγινες στρατιώτης και βοηθός του αντικειμένου Σατανά κι εκτύπησες όχι μόνο τον αδελφό, αλλά δι’ αυτού κι αυτόν που σου είπε να μη κτυπήσεις, αλλά να στρέψεις μάλλον και το άλλο σαγόνι σ’ αυτόν. Και εάν κάποιος σου αφαιρέσει χρυσό ή κάτι άλλο λαθραία ή φανερά, δανειζόμενος τυχόν ή αρπάζοντάς το, έπειτα δεν θελήσει να σου το δώσει, κακοπραγώντας ή εξ αιτίας φτώχειας, κι εσύ δεν το υποφέρεις με ευχαρίστηση και αμνησικακία, αλλά σύρεις εκείνον που το άρπαξε στα δικαστήρια και μισθώσεις συνηγόρους, ζητώντας βοήθεια από τους ανθρώπους, και παρουσιάζεσαι στο δικαστήριο στενοχωρούμενος, λυπούμενος, οδηγώντας και σύροντας τον αδελφό σε δίκη, χρησιμοποιώντας όρκους και ψευδορκίες και αναγκάζοντάς τον να ορκίζεται και να επιορκεί και να ψεύδεται, πράγμα που είναι χειρότερο όλων των άλλων, και μαζί μ’ αυτά τον παραδώσεις στις φυλακές και ενεργείς και πράττεις τα πάντα, ώστε να λάβεις όσα σου χρωστάει, πώς δεν είσαι φανερώς πολέμιος και του εαυτού σου;» (τ.19Γ, σ.219).

«και σ’ εκείνον που θέλει να δικασθεί με σένα και να λάβει τον χιτώνα σου να του αφήνεις και το ιμάτιο, κι όχι μόνο αυτό, αλλά να προσφέρεις και την ίδια σου την ζωή στο θάνατο για την εντολή του Θεού, όταν δικάζεις για χαμένα χρήματα, παραβαίνοντας την προσταγή του Θεού, λυπούμενος, στενοχωρούμενος, και ρίχνοντας τον αδελφό σου στις φυλακές, δεν είσαι ολοφάνερα μανιακός, παροργίζοντας και πολεμώντας τον Θεό και αποστερώντας τον εαυτό σου από την αιώνια ζωή;» (τ.19Γ, σ.221).

«Ω αγάπη πολυπόθητη, μακάριος είναι όποιος σε ασπάσθηκε, διότι στο εξής δεν θα επιθυμήσει πλέον να ασπασθεί περιπαθώς κάλλος γήινου πράγματος. Μακάριος είναι όποιος συσφίχθηκε μαζί σου από θείο έρωτα διότι θ’ αρνηθεί όλον τον κόσμο και δεν θα μολυνθεί καθόλου πλησιάζοντας οποιονδήποτε άνθρωπο. Μακάριος είναι όποιος κατεφίλησε τα κάλλη σου και τα απήλαυσε με άπειρο πόθο, διότι θα αγιασθεί ψυχικώς με το καθαρό ύδωρ και αίμα που στάζει από εσένα. Μακάριος είναι όποιος σε κατασπάσθηκε, διότι θα υποστεί την καλή αλλοίωση πνευματικώς και θα ευφρανθεί ψυχικώς, διότι συ είσαι η ανεκλάλητη χαρά. Μακάριος είναι όποιος σε απέκτησε, διότι δεν θα υπολογίσει για τίποτε τους θησαυρούς του κόσμου, διότι είσαι ο αληθώς ακένωτος πλούτος. Μακάριος και τρισμακάριος είναι επίσης όποιον προσέλαβες εσύ διότι μέσα στην φαινομενική αδοξία θα είναι ενδοξότερος όλων των ενδόξων, τιμιώτερος όλων των τιμίων και σεπτότερος.

Αξιέπαινος είναι όποιος σε κυνηγά, επαινετώτερος όποιος σ’ ευρήκε, μακαριώτερος όποιος αγαπήθηκε από εσένα, όποιος έγινε δεκτός από εσένα, όποιος διδάχθηκε από εσένα, όποιος κατοίκησε μέσα σ’ εσένα, όποιος ετράφηκε από σένα με τροφή τον Χριστό τον αθάνατο, τον Χριστό τον Θεό μας. Ω θεία αγάπη, πού κρατείς τον Χριστό; Πού τον έχεις κρυμμένον; Γιατί επήρες τον Σωτήρα του κόσμου και απομακρύνθηκες από μας; Άνοιξε ένα παραθυράκι και σε μας τους αναξίους, για να ιδούμε και εμείς τον παθόντα για χάρη μας Χριστό και να πιστεύσομε με το έλεος του ότι δεν θ’ αποθάνομε πλέον, αφού τον ιδούμε. Άνοιξέ μας εσύ που έγινες θύρα του στην σαρκική του φανέρωση, που εβίασες τα άφθονα και αβίαστα σπλάγχνα του Δεσπότη μας, για να βαστάσουν τις αμαρτίες και τις ασθένειες όλων, και μη μας απορρίψεις, λέγοντας, «δεν σας γνωρίζω». Έλα μαζί μας, για να μας γνωρίσεις· διότι σου είμαστε άγνωστοι. Κατοίκησε μέσα μας, ώστε για χάρη σου να έλθει για να επισκεφθεί και μας τους ταπεινούς, προϋπαντώμενος από εσένα (αφού εμείς είμαστε τελείως ανάξιοι γι’ αυτό), ώστε να παραμείνει ομιλώντας για λίγο με εσένα και να δεχθεί και εμάς τους αμαρτωλούς να προσπέσομε στα άχραντα πόδια του· να συνομιλήσεις μαζί του για το καλό μας και να πρεσβεύσεις να μας συγχωρηθεί το χρέος των κακών μας, ώστε ν’ αξιωθούμε δια σου να δουλεύομε πάλι σ’ αυτόν τον Δεσπότη, να δεχθούμε την πρόνοιά του και να τρεφόμαστε από αυτόν. Διότι το να μη χρωστάει κανείς τίποτε, αλλά να αφανίζεται από την πείνα και την πτωχεία, σχεδόν προξενεί την ίση τιμωρία και κόλαση.

Είθε να συγχωρηθούμε από εσένα, άγια αγάπη, και δια μέσου σου, να φθάσομε στην απόλαυση των αγαθών του Δεσπότη μας, των οποίων την γλυκύτητα δεν μπορεί κανείς να γευθεί παρά μόνο δια σου. Διότι αυτός που δεν σε αγάπησε όσο πρέπει και δεν αγαπήθηκε από εσένα όπως χρειάζεται, ίσως βέβαια τρέχει, αλλά δεν τερματίζει. Κάθε δρομεύς πριν τελειώσει τον δρόμο είναι αβέβαιος. Όποιος όμως έφθασε σ’ εσένα ή καταλήφθηκε από εσένα, είναι οπωσδήποτε βέβαιος, επειδή το τέλος του νόμου είσαι εσύ, εσύ που με περικυκλώνεις, που με φλογίζεις, που από πόνο καρδιάς με ανάβεις σε άπειρο πόθο του Θεού και των αδελφών και πατέρων μου. Διότι εσύ είσαι η διδασκάλισσα των προφητών, η συνοδοιπόρος των αποστόλων, η δύναμη των μαρτύρων, η έμπνευση των πατέρων και διδασκάλων, η τελείωση όλων των άλλων και αυτήν την στιγμή εσύ είσαι η δική μου προχείριση για την παρούσα διακονία» (τ.19Γ, σελ.305-309).

«Διότι κάθε φροντίδα και κάθε άσκηση, συνοδευόμενη από πολλούς κόπους, αν δεν απολήγει στην αγάπη με συντριμμένο πνεύμα, είναι μάταια και δεν καταλήγει σε τίποτε χρήσιμο» (τ.19Γ, σ.309).

«Πράγματι είναι κακό το να κρυφακούει ή να παρατηρεί κανείς κρυφά τι συζητά ή διαπράττει ο πλησίον, αλλά μόνο όταν αυτό γίνεται με σκοπό να κατηγορήσει ή εξευτελίσει ή κακολογήσει ή διασύρει σε κατάλληλη ευκαιρία όσα είδε ή άκουσε.

Εάν όμως αυτό το κάμνει για να διορθώσει τα σφάλματα του πλησίον με συμπάθεια και σοφία και φρόνηση και να προσευχηθεί γι’ αυτόν με όλη την καρδιά του και με δάκρυα, τότε το έργο αυτό δεν είναι πονηρό. Διότι εγώ είδα άνθρωπο να χρησιμοποιεί πολλούς τρόπους και πολλές μεθόδους, για να μη του ξεφύγει τίποτε απαρατήρητο από όσα λέγονταν ή γίνονταν από τους συνανθρώπους του. Δεν το έκαμνε αυτό για να τους βλάψει, μη γένοιτο, αλλά για να τους απομακρύνει από τις αντίθετες πράξεις και τους λογισμούς, άλλον με τον λόγο, άλλον με δώρα, και άλλον με κάποια άλλη δικαιολογία»(τ.19Δ, σ.21).

«Και είδα άλλον να ενδιαφέρεται και να επιθυμεί τη σωτηρία των αδελφών του τόσο, ώστε πολλές φορές να δέεται στον φιλάνθρωπο Θεό με δάκρυα θερμά από το βάθος της καρδιάς του ή και εκείνοι να σωθούν ή και αυτός μαζί με εκείνους να κατακριθεί, επειδή από διάθεση θεομίμητη και μωσαϊκή δεν ήθελε καθόλου να σώσει μόνο τον εαυτό του. Διότι, αφού συνδέθηκε προς αυτούς πνευματικά με την άγια αγάπη εν αγίω Πνεύματι, προτιμούσε να μην εισέλθει ούτε στη βασιλεία των ουρανών και να χωρισθεί απ’ αυτούς. Πω πω δεσμός άγιος, πω πω δύναμη απερίγραπτη, πω πω ψυχή ουρανόφρονη, ή καλύτερα να πούμε, ψυχή θεοφορούμενη και τελειωμένη μέσα στην αγάπη του Θεού και του πλησίον!» (τ.19Δ, σ.23).

«Αφού λοιπόν είσαι αδελφός και μέλος του, εάν όλους τους άλλους τιμήσεις, φιλοξενήσεις και υπηρετήσεις, και τον εαυτό σου τον παραβλέψεις και δεν αγωνισθείς με όλα τα μέσα για ν’ ανέλθεις στο υψηλότατο σημείο της κατά Θεόν πολιτείας και τιμής, αλλ’ εγκαταλείψεις την ψυχή σου σε πείνα αδιαφορίας ή σε δίψα απροθυμίας ή σε στενότατη φυλακή αυτού του ρυπαρού σώματος με τη γαστριμαργία ή φιληδονία, λερωμένη, στερημένη, κειμένη σε βαθύτατο σκότος σαν νεκρή, δεν πρόσβαλες τον αδελφό του Χριστού; Δεν τον εγκατέλειψες πεινασμένο και διψασμένο; Μήπως τον επισκέφθηκες, ενώ ήταν στη φυλακή; Λοιπόν γι’ αυτό θ’ ακούσεις «επειδή δεν ελέησες τον εαυτό σου, δεν θα ελεηθείς» (τ.19Δ, σ.45).

«εγώ ειλικρινά πορεύομαι γεμάτος από πένθος και σκυθρωπός και θρηνώντας έχασα την ελπίδα μου για τη ζωή, διότι δεν θεωρώ κέρδος το να σώζομαι μόνος, ούτε και θέλω να δοξάζω τον Θεό χωρίς εσάς» (τ.19Δ, σ.215).

«(Μιλά στο νεκρό αδελφό του Αντώνιο) Διότι οπωσδήποτε τώρα γνώρισες τα της διαθέσεώς μου για σένα και ότι ποτέ δεν σε επέπληττα επειδή σε μισούσα ή σε βδελυσσόμουν και με κάθε τρόπο σε ασφάλιζα με τις νουθεσίες, αλλ’ επειδή πολύ σε αγαπούσα και φλεγόμουν επίμονα από τον πόθο προς εσένα. Διότι βλέπεις τώρα, το γνωρίζω καλά, αφού ξεπέρασες τον γνόφο και την ομίχλη αυτού του σώματος, και βλέπεις γυμνή την ψυχή μου και τη διάθεσή της, καθώς και εσύ είσαι τώρα γυμνός από το σώμα. Διότι, αφού έγινες θεοειδής, βλέπεις θεοειδέστερα και όλα τα σχετικά με εμάς» (τ.19Δ, σ.245).

«το μίσος προς τον αδελφό κάνει αυτόν που το έχει, φονιά· διότι λέγει ο απόστολος, "εκείνος που μισεί τον αδελφό του, είναι ανθρωποκτόνος"» (τ.19Δ, σ.347).

«Ποιοι είναι οι ελεήμονες; Εκείνοι που δίνουν χρήματα και διατρέφουν φτωχούς; Όχι! Αλλά ποιοι; Εκείνοι που πτώχευσαν για εκείνον που πτώχευσε για χάρη μας και δεν έχουν να δώσουν τίποτε, αλλά πάντοτε θυμούνται νοερώς τους φτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά και τους ασθενείς και πολλές φορές τους βλέπουν και συμπάσχουν μαζί τους και κλαίνε θερμά γι’ αυτούς, όπως έκανε ο Ιώβ, που έλεγε, "εγώ έκλαψα για κάθε αδύνατο", και όταν αυτοί έχουν τους ελεούν με ιλαρότητα και υπενθυμίζουν με αφθονία σ’ όλους τα σχετικά με τη σωτηρία της ψυχής» (τ.19Δ, σελ.443-445).

«αυτό είναι το γνώρισμα της κατά Θεόν αγάπης, το να μη φροντίζει δηλαδή κάποιος για την απόκτηση του καλού μόνο για τον εαυτό του, αλλά να γνωρίζει τον πλούτο του και στους πλησίον του αδελφούς και να τους προτρέπει να τον αναζητήσουν και να τον βρουν και να κάνουν δικό τους τον πλούτο αυτόν» (τ.19Δ, σ.457).

«Ω αγάπη, που είσαι Θεός και θεούς κάνεις, ώ αγάπη, πράγμα εκπληκτικό και σπάνιο» (τ.19Ε, σ.89).

«Είναι η αγάπη Πνεύμα θείο παντουργό φως που φωτίζει, μα απ’ τον κόσμο αυτόν δεν είναι, ούτε κάτι απ’ τα του κόσμου, ούτε κτίσμα· αλλ’ άκτιστο είναι, άλλο από τα κτίσματα όλα· άκτιστο στα κτιστά μέσα» (τ.19Ε, σ.183).

«Έτσι πια σαν ξαναφάνη και την ένιωσα σ’ εμένα, διώχνει των δαιμόνων πέρα τις ορδές, διώχνει τη δειλία και μου φέρνει την ανδρεία» (τ.19Ε, σ.193).

«Κι απ’ τις αρετές η πρώτη, η βασίλισσα, η κυρία είναι αληθινά η αγάπη. Είναι η κεφαλή των όλων, είναι ρούχο τους και δόξα. Και χωρίς κεφάλι, σώμα πεθαμένο κι άψυχο είναι» (τ.19Ε, σ.197).

«Αρετές χωρίς αγάπη ανώφελες, ξεθυμασμένες· και γυμνός από τη θεία δόξα όποιος δεν έχει αγάπη· κι αν τις αρετές έχει όλες, στέκεται γυμνός τέλεια… κι έδωσε (ο Χριστός) το θείο Πνεύμα που ’ναι η αγάπη η ίδια» (τ.19Ε, σ.199).

«(Μιλά ο Χριστός) Άφησα την πόρνη εκείνη (του Ευαγγελίου) πιο σεμνή κι από παρθένες. Γιατί ξάφνου όλο το νόμο διασκελίζοντας σαν τείχος ή των αρετών τη σκάλα όλην ανεβαίνοντάς την στο τέλος του νόμου φτάνει, που όνομά του είναι η αγάπη, και την κράτησε ως το τέλος δίχως τραύμα είτε κηλίδα» (τ.19Ε, σελ.211-213).

«(Μιλά ο Χριστός) Όλα καλά ’ναι όσα για μένα πράττει έργα κανένας και η προς τον πλησίον συμπάθεια και η ελεημοσύνη, μα πρώτο να οικτίρει τον εαυτό του, τους λόγους μου πρόθυμα να φυλάξει, τέλος μετάνοια αληθινή να δείξει για όλα τα προηγούμενά του έργα κι ακόμα σ’ αυτά πια να μη γυρίσει, μα στου Κυρίου του, εμέ, τους λόγους να επιμείνει, στις προσταγές και νόμους της αλήθειας κι έτσι απαράβατα όλα να τα πράττει μέχρι θανάτου και παραμικρό ένα λόγο, ούτε στα γραμμένα μια κεραία, να παραδεί· θυσία αυτό για μένα, θυμίαμα αυτό και προσφορά και δώρο· χωρίς αυτά, απ’ τους εθνικούς πιο κάτω» (τ.19ΣΤ, σελ.403-405).

(ΕΠΕ, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

(Η συλλογή των κειμένων έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (527) Αγάπη Θεού (225) αγάπη σε Θεό (152) αγάπη σε Χριστό (123) άγγελοι (42) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (97) Αγιασμός (6) Άγιο Πνεύμα (67) άγιοι (138) άγιος (176) αγνότητα (24) άγχος (34) αγώνας (104) αγώνας πνευματικός (186) Αθανασία (5) Αθανάσιος ο Μέγας (3) αθεΐα (125) αιρέσει (1) αιρέσεις (314) ακτημοσὐνη (14) αλήθεια (86) αμαρτία (236) Αμβρόσιος άγιος (3) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (4) Ανάληψη Χριστού (4) Ανάσταση (123) ανασταση νεκρών (23) ανθρώπινες σχέσεις (274) άνθρωπος (160) αντίχριστος (9) αξιώματα (14) απἀθεια (4) απιστία (17) απλότητα (6) αποκάλυψη (8) απόκρυφα (16) Απολογητικά Θέματα (1) αρετή (176) Αρσένιος Όσιος (3) ασθένεια (92) άσκηση (42) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυταπάρνηση (15) αυτογνωσία (115) αυτοθυσἰα (21) αυτοκτονία (5) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (11) βάπτιση (15) βάπτισμα (25) Βαρβάρα αγία (1) Βαρσανουφίου Οσίου (31) Βασίλειος ο Μέγας (25) Βελιμίροβιτς Νικόλαος Άγιος (8) βία (4) βιβλίο (29) βιοηθική (10) Βουδδισμός (5) γάμος (113) Γένεση (5) Γέννηση Κυρίου (4) Γεροντικόν (194) Γερόντισσα Γαβριηλία (1) γηρατειά (10) γιόγκα (2) γλώσσα (63) γνώση (17) γονείς (127) Γρηγόριος ο Θεολόγος (14) Γρηγόριος ο Παλαμάς όσιος (6) γυναίκα (30) δάκρυα (35) δάσκαλος (22) Δεύτερη Παρουσία (14) Δημιουργία (59) διάβολος (176) Διάδοχος Φωτικής όσιος (13) διάκριση (130) διάλογος (5) δικαιο (3) δικαιοσύνη (23) Διονύσιος Αρεοπαγίτης Άγιος (1) Δογματικα Θέματα (173) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (47) Δωρόθεος αββάς (8) εγκράτεια (9) εγωισμός (225) εικόνες (25) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (41) εκκλησία (191) Εκκλησιαστική Ιστορία (24) Εκκλησιαστική περιουσία (3) έκτρωση (4) έλεγχος (11) ελεημοσύνη (80) ελευθερία (42) Ελλάδα (19) ελπίδα (44) εμπιστοσὐνη (38) εντολές (4) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (16) Εξομολόγηση (131) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (16) επιμονἠ (27) επιστήμη (105) εργασία (71) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (62) έρωτας (17) έρωτας θείος (5) Ευαγγέλια (81) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (33) ευγένεια (12) ευγνωμοσὐνη (23) ευσπλαχνία (27) ευτυχία (59) ευχαριστία (32) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (2) εχεμύθεια (1) ζήλεια (12) ζώα (37) ζωή (12) ηθική (13) ησυχία (24) θάνατος (227) θάρρος (76) θαύμα (181) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (146) Θεία Λειτουργία (109) θεία Πρόνοια (9) θἐλημα (30) θέληση (25) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (36) θεολογία (27) Θεός (185) Θεοφάνεια (5) θέωση (1) θλίψεις (249) θρησκείες (39) θυμός (93) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (7) ιατρική (11) Ιγνάτιος Θεοφόρος (9) ιεραποστολή (45) ιερέας (160) ιερωσύνη (10) Ινδουισμός (12) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (2) Ιουστίνος Πόποβιτς Άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (3) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (34) Ισλάμ (11) Ιστορία Ελληνική (8) Ιστορία Παγκόσμια (14) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Θεολόγος (1) Ιωάννης Κροστάνδης (194) Ιωάννης Χρυσόστομος (257) Ιωσήφ Ησυχαστής Άγιος (1) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (3) καρδιά (66) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (104) καταναλωτισμός (8) Κατηχητικό (3) καύση νεκρών (1) κενοδοξία (7) κήρυγμα (48) Κλίμακα (5) κλοπή (5) Κοίμησις Θεοτόκου (14) κοινωνία (164) κόλαση (31) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (22) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (70) λείψανα (7) λογισμοί (81) λόγος Θεού (4) Λουκάς Κριμαίας Άγιος (1) λύπη (47) μαγεία (12) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (23) μεγαλοσὐνη (6) Μεθοδιστές (1) μελέτη (45) μετά θάνατον (32) μετά θάνατον ζωή (58) Μεταμόρφωση (3) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (247) Μετενσάρκωση (3) μητέρα (48) μίσος (9) ΜΜΕ (4) μνημόσυνα (6) μοναξιά (17) μοναχισμός (92) Μορμόνοι (1) μόρφωση (20) μουσική (4) Ναός (13) ναρκωτικά (3) Νεκτάριος άγιος (13) νέοι (25) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (52) Νικόλαος Άγιος (3) νους (26) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομολογία (3) ομορφιά (15) ομοφυλοφιλία (1) όνειρα (30) οραμα (17) οράματα (16) Ορθοδοξία (250) όρκος (1) πάθη (222) πάθος (26) παιδεία (23) παιδιά (124) Παΐσιος Όσιος (246) Παλαιά Διαθήκη (5) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (9) παλαιοημερολογίτες (13) Παναγία (216) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (36) Παράδεισος (89) Παράδοση Ιερά (6) Παρθένιος ο Χίος Όσιος (1) Πάσχα (19) πατήρ Νικόλαος Πουλάδας (17) πατρίδα (9) Πατρολογία (8) Παύλος Απόστολος (4) πειρασμοί (13) Πεντηκοστή (10) Πέτρος Απόστολος (1) πίστη (446) πλησἰον (36) πλούτος (52) Πνευματικές Νουθεσίες (87) πνευματική ζωή (226) πνευματικός πατέρας (91) πνευματισμός (9) ποίηση (17) πόλεμος (25) πολιτική (25) πολιτισμός (7) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (17) Πορφύριος Όσιος (221) προθυμἰα (8) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (80) προορισμός (10) προσευχή (532) προσοχή (27) προσπἀθεια (76) προτεσταντισμός (26) προφητείες (13) ραθυμία (12) Ρωμαιοκαθολικισμός (33) Σαρακοστή (10) σεβασμός (16) Σεραφείμ του Σαρώφ Όσιος (4) σιωπή (3) σοφία (40) Σπυρίδων Άγιος (1) Σταυρός (67) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (45) συγχώρηση (60) Συμεών Νέος Θεολόγος όσιος (17) συμπὀνια (14) συνείδηση (18) σχίσμα (32) σώμα (29) Σωφρόνιος του Έσσεξ (26) τάματα (2) ταπεινοφροσύνη (211) ταπείνωση (87) Τέλος Κόσμου (3) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (4) τέχνη (1) τιμωρία (7) Τριάδα Αγία (29) τύχη (2) υγεία (8) υλικά αγαθά (36) υπακοή (93) Υπαπαντή (1) υπαρξιακά (73) υπερηφἀνεια (41) υποκρισία (16) υπομονή (183) φανατισμός (5) φαντασία (3) φαντάσματα (2) φιλαργυρἰα (6) φιλαυτἰα (10) φιλία (26) φιλοσοφία (22) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (48) φὀβος Θεοὐ (9) φως (25) χαρά (88) Χαράλαμπος Άγιος (1) χάρις θεία (73) χαρίσματα (26) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (18) χριστιανός (74) Χριστός (170) Χριστούγεννα (58) χρόνος (34) ψεύδος (22) ψυχαγωγία (9) ψυχή (195) ψυχολογία (23)