


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
«Γιατί όλοι αμάρτησαν και βρίσκονται μακριά από τη δόξα του Θεού»
(Ρωμ. 3:23)
Κάποιος δημοσιογράφος ρώτησε τον Έλβις Πρίσλεϋ, τον ξακουστό τραγουδιστή της ροκ, έξι εβδομάδες πριν πεθάνει: “Έλβις, όταν άρχισες την καριέρα σου ως μουσικός, είπες πως θα ήθελες να πετύχεις τρία πράγματα στη ζωή σου. Να γίνεις πλούσιος, διάσημος κι ευτυχισμένος. Είσαι τώρα ευτυχισμένος, Έλβις;». Εκείνος απάντησε: «Αισθάνομαι τόσο δυστυχισμένος και μόνος, σαν να είμαι στην κόλαση». Μοναξιά και κατάθλιψη είναι συνήθως το πρόβλημα του ανθρώπου. Δεν είναι μόνο οι φτωχοί κι άρρωστοι που πάσχουν από μοναξιά, φόβο, κατάθλιψη κι άγχος και που ομολογούν πως είναι δυστυχισμένοι. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και φτωχοί, σ’ όλες τις εποχές το ίδιο λένε κι επιθυμούν βαθιά, να βρουν την ειρήνη και την ευτυχία. Κανείς τους όμως δεν τη βρίσκει έξω από το Θεό και το Χριστό. Ο αποχωρισμός μας από το Θεό είναι η αιτία κι είναι τούτο ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Ο Λόγος του Θεού το επιβεβαιώνει: «Θυμηθείτε, λέει, ότι τον καιρό εκείνο ήσαστε χωρίς Χριστό…χωρίς να έχετε ελπίδα… Τώρα όμως βρεθήκατε κοντά Του, χάρη στο αίμα του Χριστού» (Εφ. 2:12-13).
«Ο νόμος του Πνεύματος, δηλαδή της ζωής με το Χριστό, με ελευθέρωσε από το νόμο της αμαρτίας και του θανάτου»
(Ρωμαίους 8:2)
Γιατί αγαπάμε την αμαρτία;
Πριν καιρό δημοσιεύτηκε μια έρευνα που έγινε εδώ στην Ελλάδα και εξετάζει τους λόγους που οι άνθρωποι δεν αποχωρίζονται τις ανθυγιεινές τους συνήθειες, όπως το κάπνισμα, την κακή διατροφή, τη μειωμένη σωματική δραστηριότητα, το αλκοόλ και την αλόγιστη λήψη φαρμάκων. Και για να μην τα πολυλογούμε, η έρευνα ανακάλυψε ότι τέσσερις είναι οι παράγοντες που δε μας αφήνουν να ξεκολλήσουμε από τις κακές μας συνήθειες: η θέληση, η δύναμη της συνήθειας, η ευχαρίστηση που αντλούμε απ’ αυτές, και οι αντιστάσεις μας. Υπάρχουν όμως και «συνήθειες» που δεν είναι απλώς ανθυγιεινές αλλά απόλυτα καταστροφικές για ολόκληρη την ύπαρξή μας στον αιώνα. Κι όλη αυτή η κατάσταση συνοψίζεται σε μία φράση: η ζωή της αμαρτίας. Μας αρέσει να λατρεύουμε τον εαυτό μας και να περιφρονούμε τον άλλο. Πολλοί θέλουν ν’ αλλάξουν αλλά το προσπαθούν χωρίς τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος που τη δίνει μόνο ο Χριστός.
Εσένα σ’ έχει ελευθερώσει ο Χριστός; (Χ.Ι.ΝΤ.)
(Εκδόσεις «Ο Λόγος»)
52. Να αγαπάς κάθε άνθρωπο, αδιάφορο σε τι αμαρτήματα έχει πέσει. Να μη λαμβάνης υπ’ όψι σου τα αμαρτήματα, αλλά να θυμάσαι ότι κάθε άνθρωπος είναι εικών του θεού. Τα ελαττώματα των άλλων μας θλίβουν. Είναι κακόψυχοι, περήφανοι, φθονεροί, φιλάργυροι, επιρρεπείς στις σαρκικές ηδονές. Αλλά μήπως και συ είσαι απαλλαγμένος από την αμαρτία; Ίσως να είσαι πιο ένοχος από άλλους. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε αμαρτωλοί. «Πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ’ 23). Όλοι είμαστε ένοχοι ενώπιον του Θεού και έχουμε ανάγκη του ελέους του. Πρέπει λοιπόν να συγχωρούμε ο ένας τον άλλο, για να συγχωρήση και ο Θεός τον καθένα μας: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν» (Ματθ. στ’ 12).
Μην προσέχεις λοιπόν τα πταίσματα του πλησίον σου. Μονάχα ο Θεός είναι αναμάρτητος. Και αγάπα τον πλησίον σου, συ ο επίσης ένοχος, όπως και ο αναμάρτητος Θεός τον αγαπά.
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 39-40)
16. «Γέγονε η κοιλία σου αγία Τράπεζα, έχουσα τον ουράνιον άρτον» (Ω).
Στη Σκηνή του Μαρτυρίου και μέσα στα «Άγια» υπήρχε η χρυσή Τράπεζα «των άρτων και προθέσεως» (Έξοδ. κε' 22–29). Και εδώ η Εκκλησία διείδε τον τύπο της Θεοτόκου. Η Θεομήτωρ ήταν η πραγματική αγία Τράπεζα, διότι επάνω της ακούμπησε ο Θεός τον ουράνιο άρτο, «τον εκ του ουρανού καταβάντα» (Ιω. στ' 41), τον Κύριο Ιησού.
Η χρυσή Τράπεζα της Σκηνής εικόνιζε επί αιώνες την μορφή της Θεοτόκου. Κάθε φορά που Ιερείς και λαός ακουμπούσαν επάνω της τους άρτους της Προθέσεως, ικέτευαν, χωρίς να το γνωρίζουν, για την προετοιμασία και την εμφάνισι της μοναδικής αγίας Τράπεζας που θα δεχόταν τον «άρτον της ζωής». Η χρυσή Τράπεζα της Σκηνής κατασκευάστηκε σε μικρό χρονικό διάστημα· την Αγία Τράπεζα, την Θεοτόκο κατασκεύαζε ο Θεός επί αιώνες...
Η Εκκλησία, στο Ναό και μέσα στο Ιερό Βήμα, που εικονίζει τα «Άγια» της Σκηνής του Μαρτυρίου, έχει τοποθετήσει μόνιμα την Αγία Τράπεζα, πάνω στην οποία τελείται το ιερό μυστήριο του Άρτου και του Οίνου και όπου υπάρχει δια παντός το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Ιησού. Κάθε φορά που οι πιστοί προσέρχονται στην Αγία Τράπεζα για να κοινωνήσουν, ας θυμούνται ευγνώμονα την έμψυχο Τράπεζα του Θεού, τη Θεοτόκο. Διότι χωρίς Αυτή δεν θα μπορούσαν ποτέ ν’ απολαύσουν «ξενίας δεσποτικής και αθανάτου τραπέζης» (Τ).
17. «Του άνθρακος χρυσούν θυμιατήριον» (ΜΜ).
Μέσα στο δεύτερο τμήμα της Σκηνής του Μαρτυρίου που λεγόταν «Άγια των Αγίων» υπήρχε ένα «χρυσούν θυμιατήριον», (Εβρ. θ' 4), μέσα στο οποίο, κατά την λατρεία, έβαζαν αναμμένα κάρβουνα από το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων μαζί με θυμίαμα που συμβόλιζε την προσευχή (Λευΐτ. ι' 1. Έξοδ. λ΄ 1, 7 –10. Αριθ. ιζ' 11).
Η εκκλησιαστική ευσέβεια και στο ιερό αυτό σκεύος της λατρείας είδε μια ακόμη προτύπωσι της Θεοτόκου. Η Θεοτόκος ήτο το χρυσούν θυμιατήριον, όπου εκράτησεν αφλέκτως το πυρ της Θεότητος» (Η. Μηνιάτης. X, 13).
Η Θεοτόκος ήταν ο άνθρωπος της προσευχής. Από την πυρακτωμένη ύπαρξί της ανέβαινε συνεχώς προς τον ουρανό το ευωδιαστό θυμίαμα της προσευχής της. «Πάντοτε η Παναγία προσηύχετο. Από τα παιδικά της χρόνια εις την προσευχήν εύρισκε τροφήν και αγαλλίασιν· ήταν η προσευχομένη μητέρα» (X, 134). Το ότι η Θεοτόκος ήταν άνθρωπος της προσευχής μαρτυρείται από το γεγονός ότι η αγία Μορφή της ταυτίστηκε τελικά με την μορφή της Δεομένης ψυχής (πρβλ. Εικόνα της «Δεομένης» Θεοτόκου) .
Η λειτουργία της προσευχής δεν είναι ένα ξηρό μάθημα που μας διδάχθηκε... Είναι μια μυστική εμπειρία που μας παραδόθηκε από τον Κύριο, την Θεοτόκο και τους Αγίους της Εκκλησίας μας. Και η χριστιανική προσευχή, όπως μας την παρέδωσε η Εκκλησία δεν είναι «βαττολογία» (Ματθ. στ' 7), αλλά το θυμίαμα μιας ψυχής, πυρακτωμένης απ’ τη φωτιά της αγάπης και του θείου έρωτος. Είναι χαρακτηριστική η σχέσις της προσευχής με την φωτιά. Με σβυσμένα κάρβουνα δεν καίεται το θυμίαμα. Χωρίς τη φωτιά της αγάπης, προσευχή δεν ανεβαίνει στον ουρανό. Μόνο όποιος αγαπά προσεύχεται. Και η προσευχή που γίνεται δεκτή απ’ τον Θεό είναι εκείνη που προέρχεται από μια ύπαρξι, πυρακτωμένη απ’ την αγάπη και τον έρωτα του Θεού (πρβλ. «τετρωμένη αγάπης είμι εγώ») .
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 37-38 )
439- ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΥΓΕΙΑΣ. Η σωματική ευεξία ζωγραφίζεται στη γλώσσα και γι’ αυτό οι ιατροί την γλώσσα πρώτα εξετάζουν για να διαπιστώσουν την κατάστασι του αρρώστου. Παρομοίως και τη ψυχική ευεξία γνωρίζεται από τη χαλιναγώγησι ή μη, της γλώσσης.
440- ..Ω ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ. Ιδρυτής του «Οίκου του καλού Τύπου» στη Γαλλία, ο Πατήρ Βικέντιος Μπαγύ, είχε επιβάλει στη γλώσσα του να τηρή τον ακόλουθο κανονισμό:
Αγαπητή μου γλώσσα, σου χαράττω κανόνες συμπεριφοράς.
Δε θα ομιλής παρά ύστερα από τους άλλους.
Θα ομιλής πάντοτε καλά για τους άλλους.
Δε θα ομιλήσης ποτέ για να με δικαιολογήσης.
Απόφευγε να με λυπάσαι και να ομιλής για μένα.
Δε θα λέγης ούτε λέξι εναντίον της αληθείας.
Μη φανερώσης κανένα μυστικό, να είσαι διακριτική.
Ω, γλώσσα μου, μην ομιλείς ποτέ θυμωμένη!
441- ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ. Όταν ο Αίσωπος ήταν δούλος, ο κύριός του τον έστειλε μια μέρα στην αγορά να του αγοράση για γεύμα του «το καλύτερο φαΐ» που θα εύρισκε. Ο Αίσωπος του έφερε γλώσσες. Και στην απορία του κυρίου του αποκρίθηκε:
-Μα τι υπάρχει καλύτερο από τη γλώσσα; Αυτή είναι το όργανο της προσευχής, της αληθείας και της κοινωνικής συνεννοήσεως.
-Ε, λοιπόν, του είπε τότε ο κύριός του, αύριο να μου ψωνίσης το χειρότερο που θα βρής στην αγορά.
Ο Αίσωπος του έφερε και την άλλη μέρα…γλώσσες. Κι όταν ο κύριός του τον ερώτησε τι εσήμαινε αυτή η ιστορία, ο ποιητής του είπε:
-Μα η γλώσσα δεν είναι το χειρότερο απ’ όλα; Αυτή είναι το όργανο της βλασφημίας, της έριδος και του ψεύδους.
(Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας, Υακίνθου Γρατιανουπόλεως, σελ. 196-197)
Ο ΑΒΒΑΣ Ισίδωρος, ο Πρεσβύτερος μιας σκήτης στην Αίγυπτο, είχε τόση ανεξικακία, ώστε έπαιρνε κοντά του και διόρθωνε όλους τους κακούς υποτακτικούς. Όταν, λόγου χάρη, συνέβαινε να έχει κανένας από τους Γέροντες υποτακτικό αντίλογο ή ανυπότακτο και ήθελε να τον διώξει, ο Αββάς Ισίδωρος προλάβαινε και του έλεγε:
- Φέρε τον σε μένα, αδελφέ.
Τον κρατούσε στο κελλί και με την καλοσύνη και την υπομονή του τον διόρθωνε και τον έστελνε σωφρονισμένο στον Γέροντά του.
Στην εκκλησία πάλι το πιο προσφιλές του κήρυγμα ήταν το: «εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών...» (Ματθ. στ' 14).
- Αδελφοί, συγχωρήστε, συγχωρήστε τους αδελφούς σας, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας, φώναζε από τον άμβωνα με όλη την δύναμη της ψυχής του ο Άγιος Γέροντας.
ΈΝΑΣ ΑΠΟ τους Πατέρες της ερήμου έκανε αυτήν την παραστατική διδασκαλία στους νεώτερους μοναχούς:
- Υπόθεσε, αδελφέ μου, ότι αυτήν την στιγμή παίρνω το πρόσωπο του δικαίου Κριτού και ανεβαίνω στο δικαστικό βήμα. Σε ρωτώ, λοιπόν. «Τί θέλεις να σου κάνω;». Αν μου πεις, «ελέησέ με», σου αποκρίνομαι. «ελέησε κι εσύ τον αδελφό σου». Αν πάλι μου πεις. «συγχώρεσέ με», σου απαντώ. «συγχώρεσε κι εσύ τα σφάλματα του πλησίον σου».
- Μήπως είναι άδικος ο Κριτής; Μη γένοιτο!
Αδελφέ, στο χέρι σου είναι να κερδίσεις την συμπάθεια του Κριτού, αρκεί να έχεις μάθει να συγχωρείς.
(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ. 56 )
Ο ΑΒΒΑΣ Ισίδωρος, ο Πρεσβύτερος μιας σκήτης στην Αίγυπτο, είχε τόση ανεξικακία, ώστε έπαιρνε κοντά του και διόρθωνε όλους τους κακούς υποτακτικούς. Όταν, λόγου χάρη, συνέβαινε να έχει κανένας από τους Γέροντες υποτακτικό αντίλογο ή ανυπότακτο και ήθελε να τον διώξει, ο Αββάς Ισίδωρος προλάβαινε και του έλεγε:
- Φέρε τον σε μένα, αδελφέ.
Τον κρατούσε στο κελλί και με την καλοσύνη και την υπομονή του τον διόρθωνε και τον έστελνε σωφρονισμένο στον Γέροντά του.
Στην εκκλησία πάλι το πιο προσφιλές του κήρυγμα ήταν το. «εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών...» (Ματθ. στ' 14).
- Αδελφοί, συγχωρήστε, συγχωρήστε τους αδελφούς σας, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας, φώναζε από τον άμβωνα με όλη την δύναμη της ψυχής του ο Άγιος Γέροντας.
ΈΝΑΣ ΑΠΟ τους Πατέρες της ερήμου έκανε αυτήν την παραστατική διδασκαλία στους νεώτερους μοναχούς:
- Υπόθεσε, αδελφέ μου, ότι αυτήν την στιγμή παίρνω το πρόσωπο του δικαίου Κριτού και ανεβαίνω στο δικαστικό βήμα. Σε ρωτώ, λοιπόν. «Τί θέλεις να σου κάνω;». Αν μου πεις, «ελέησέ με», σου αποκρίνομαι. «ελέησε κι εσύ τον αδελφό σου». Αν πάλι μου πεις. «συγχώρεσέ με», σου απαντώ. «συγχώρεσε κι εσύ τα σφάλματα του πλησίον σου».
- Μήπως είναι άδικος ο Κριτής; Μη γένοιτο!
Αδελφέ, στο χέρι σου είναι να κερδίσεις την συμπάθεια του Κριτού, αρκεί να έχεις μάθει να συγχωρείς.
Η αξία της προσκομιδής
Η θεία χάρη, που αναβλύζει από την αναίμακτη θυσία, προσφέρεται όχι μόνο στους ζωντανούς, αλλά και στους νεκρούς. Γι’ αυτό οι λειτουργοί δεν παύουν να δέονται όχι μόνο «υπέρ υγείας», αλλά και «υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των κεκοιμημένων δούλων του Θεού».
"Όσο περισσότερη είναι η πίστη και η αγάπη των ιερέων, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κατάλογος των ονομάτων, που μνημονεύουν στην προσκομιδή .
Ο παπα-Σάββας ο πνευματικός, μια οσιακή αθωνίτικη μορφή (1821-1908), φαινόταν, με το μικροσκοπικό του σώμα, ένας άσημος καλόγερος. Όταν όμως λειτουργούσε, φαινόταν μεγαλοπρεπής, και το πρόσωπό του έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου.
Στην προσκομιδή, μνημόνευε ονόματα «ων ουκ έστιν αριθμός». Χρησιμοποιούσε ένα πολύ μεγάλο δισκάριο, και για δυο-τρεις ώρες έβγαζε μερίδες και μνημόνευε ακατάπαυστα.
— 'Άγιε πνευματικέ, πολύ κουράζεσαι με τόσα ονόματα, του έλεγαν από αγάπη μερικοί πατέρες.
— Δεν κουράζομαι, απαντούσε εκείνος. Αντίθετα, αισθάνομαι μεγάλη χαρά. Ωφελούνται πολύ οι μνημονευόμενοι. Η ωφέλειά τους είναι χαρά μου.
Νέος ακόμα ιερέας ο παπα-Σάββας δέχτηκε κάποια αποκάλυψη, με την οποία ο Θεός του φανέρωσε τη μεγάλη ωφέλεια που αποκομίζουν οι ψυχές από τη μνημόνευση. Την κατέγραψε, λίγο πριν την κοίμησή του, σαν απάντηση σ’ εκείνους που τον ρωτούσαν για ποιό λόγο μνημόνευε καθημερινά τόσα ονόματα.
“Το 1843, έγραφε, μου έδωσαν αρκετά ονόματα, για να κάνω σαρανταλείτουργο. Τη μέρα που θα τελούσα την τελευταία λειτουργία, περιμένοντας το γέροντά μου να πάρω καιρό , αποκοιμήθηκα ακουμπώντας στο αναλόγιο και είδα το εξής αποκαλυπτικό όνειρο:
“Ήμουν φορεμένος την ιερατική στολή και στεκόμουν μπροστά στην αγία τράπεζα, πάνω στην οποία βρισκόταν ο άγιος δίσκος της λειτουργίας, γεμάτος με το Αίμα του Χριστού.
Βλέπω τότε άγγελο Κυρίου με μορφή ιερέως να παίρνει το χαρτί με τα ονόματα από την προσκομιδή και να πλησιάζει στην αγία τράπεζα. Εκεί, αφού έβαλε το χαρτί κοντά στον άγιο δίσκο, βουτάει τη λαβίδα στο Αίμα του Χριστού και σβήνει ένα όνομα, και πάλι βουτάει και σβήνει, μέχρι που τελείωσαν όλα τα ονόματα και καθάρισε το χαρτί.
Μετά τη θεία λειτουργία ανέφερα το όνειρο στο γέροντά μου κι εκείνος ,μου είπε:
-Εσύ δεν είσαι άξιος για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες εκείνων, που μνημόνευσες. Με την πίστη έλαβαν την άφεση των αμαρτιών τους.
Αυτό το όνειρο είναι η αιτία που μνημονεύω τα ονόματα όλων.
[58]
(Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, σελ. 28-29)
Ο πρώην αυλικός
Εγκαταστάθηκε κάποτε σε σκήτη ένας αυλικός από την Ρώμη.
Βλέποντας ο προϊστάμενος της σκήτης ότι ήταν αδύνατος και μαθαίνοντας ότι ζούσε πριν σε παλάτια,
τον οικονομούσε και ό,τι καλό αφιέρωναν στην σκήτη, του το έστελνε.
Ο αυλικός, έπειτα από εικοσιπέντε χρόνια ασκήσεως, απέκτησε το διακριτικό χάρισμα και έγινε ξακουστός.
Ακούοντας γι’ αυτόν ένας αιγύπτιος μοναχός ήρθε να τον επισκεφθεί.
Τον ασπάσθηκε και, αφού προσευχήθηκαν, κάθησαν.
Βλέπει τότε ο επισκέπτης να φορά ο αββάς μαλακά ρούχα και σανδάλια,
να έχει στρωσίδι, προβιά και ένα μικρό μαξιλάρι. Όλα αυτά ήταν αντίθετα με την σκληρή άσκηση της σκήτης και σκανδαλίσθηκε. Ο διακριτικός γέροντας κατάλαβε ότι σκανδαλίσθηκε.
Λέει λοιπόν στον αδελφό που τον υπηρετούσε:
- Μαγείρεψε φαγητό σήμερα για χάρη του επισκέπτη μας.
Βγήκε εκείνος, βρήκε λίγα χόρτα και τα έβρασε. Είχε ο αββάς και λίγο κρασί για την ασθένειά του.
Το έβαλε κι αυτό ατό τραπέζι. Έφαγαν λοιπόν και ήπιαν.
Όταν βράδυασε, είπαν δώδεκα ψαλμούς και κοιμήθηκαν.
Το πρωί είπαν άλλους δώδεκα ψαλμούς και όταν ξημέρωνε ο επισκέπτης σηκώθηκε να φύγει,
μένοντας σκανδαλισμένος για την καλοπέραση του αββά.
Εκείνος όμως, θέλοντας να τον ωφελήσει, άρχισε να τον ρωτά, οπότε έγινε ο εξής διάλογος:
- Από ποιά χώρα είσαι;
- Από την Αίγυπτο.
- Και από ποιά πόλη; ,
- Δεν είμαι από πόλη. Σε χωριό γεννήθηκα.
- Και τι δουλειά έκανες;
- Φύλαγα τα κτήματα.
- Και που κοιμόσουν;
- Στα χωράφια.
- Είχες στρώμα να πλαγιάσεις;
- Που να βρεθεί στρώμα στα χωράφια;
- Τότε, που κοιμόσουν;
- Κάτω, στο χώμα.
- Είχες να τρως τίποτα στα χωράφια; Έπινες κρασί;
- Στα χωράφια δεν υπάρχει ούτε φαγητό ούτε πιοτό.
- Τότε, πώς ζούσες;
- Έτρωγα λίγα παξιμάδια η λίγο παστό κρέας, αν έβρισκα, και έπινα νερό.
- Δύσκολη ζωή. Αλλά για πες μου, υπήρχαν λουτρά στο χωριό;
- Όχι. Πλενόμασταν καμιά φορά στο ποτάμι.
Αφού ο διακριτικός γέροντας τον έκαμε με τον διάλογο να φανερώσει όλες τις ταλαιπωρίες της προηγουμένης του ζωής, άρχισε να τού διηγήται για τον εαυτό του:
- Εγώ ο άθλιος που με βλέπεις εδώ, είμαι από την κοσμοκράτειρα Ρώμη και είχα μεγάλο αξίωμα στα ανάκτορα του αυτοκράτορα.
Από τα πρώτα αυτά λόγια ο επισκέπτης ένιωσε μεγάλη συγκίνηση και άκουε με πολλή προσοχή τα παρακάτω.
- Άφησα λοιπόν τις απολαύσεις της Ρώμης και ήρθα εδώ στην σκληρή έρημο.
Είχα στην πατρίδα μου μέγαρα και θησαυρούς, κρεβάτια ολόχρυσα και πολυτελή στρώματα.
Και αντί γι’ αυτά, μου έδωσε ο καλός Θεός αυτό το στρωσίδι και αυτή την προβιά.
Τα ρούχα μου ήταν πανάκριβα. Αντί για κείνα, φορώ τώρα αυτά τα ευτελή.
Στα γεύματα, ξόδευα πολλά χρήματα. Αντί γι’ αυτά μου έδωσε ο Θεός λίγα χορταρικά κι αυτό το λίγο κρασί.
Με υπηρετούσαν πολλοί δούλοι. Αντί για κείνους, κίνησε ο Θεός την καρδιά αυτού του αδελφού
και ήρθε να με υπηρέτη στην δυσκολία μου. Αντί να πηγαίνω σε λουτρό, χύνω λίγο νερό στα πόδια μου.
Φορώ και σανδάλια για την αδυναμία μου.
Αντί ν’ ακούω μουσικούς και κιθάρες, λέω τους δώδεκα ψαλμούς.
Και την νύχτα, αντί για τις αμαρτίες που έκανα, προσεύχομαι ειρηνικά.
Σε παρακαλώ λοιπόν, αββά, μη σκανδαλίζεσαι με την αδυναμία μου.
Ακούοντας όλα αυτά ο επισκέπτης, μόλις μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά του.
'Όταν συνήλθε, είπε:
- Αλλοίμονο μου. Εγώ από την μεγάλη ταλαιπωρία που υπέμεινα στον κόσμο,
ήρθα σε ανάπαυση εδώ στην έρημο.
Και πράγματα που δεν είχα τότε, τα έχω τώρα.
Ενώ εσύ, από πολλή ανάπαυση ήρθες σε τ
αλαιπωρία, και από δόξα και πλούτο ήρθες σε ταπείνωση και φτώχεια.
Έφυγε έπειτα πολύ ωφελημένος. Έγινε φίλος του και τον επισκεπτόταν συχνά για να ωφελήται.
Γιατί ο πρώην αυλικός ήταν διακριτικός και σκορπούσε την ευωδία του Αγ. Πνεύματος.
(Ευεργετινός Δ')
(Χαρίσματα και χαρισματούχοι, Ι. Μ. Παρακλήτου, τόμος α΄, σελ. 31-34)
Ένας πολυάσχολος άνθρωπος του καιρού μας, αποφάσισε κάποτε να επισκεφτεί έναν Άγιο ερημίτη. Ήθελε να ηρεμήσει λίγο από το άγχος που τον βασάνιζε και να ζητήσει τις συμβουλές του γέροντα. Τον συνάντησε σε μία φτωχική καλύβα.
- Ευλογείτε, είπε χαιρετώντας τον ερημίτη. Ξέρετε έκανα πολύ δρόμο για να έρθω εδώ…
- Κάθισε, τον διέκοψε ο γέροντας. Άσε με να σου βάλω λίγο τσάι.
- Έχω περάσει πολλά χρόνια σπουδάζοντας σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού…, άρχισε να αυτοσυστήνεται ο επισκέπτης.
- Ας πιούμε πρώτα λίγο τσάι, επέμεινε ο γέροντας.
- Τώρα διευθύνω μία μεγάλη επιχείρηση…, συνέχιζε να περιαυτολογεί ο ξένος.
- Πιστεύω ότι το τσάι θα σας αρέσει πολύ, είπε ο ερημίτης συνεχίζοντας να γεμίζει την κούπα του επισκέπτη του.
- Μα εσείς την ξεχειλίσατε πάτερ· το τσάι χύνεται απέξω! παρατήρησε ενοχλημένος ο ξένος.
- Και εσύ μοιάζεις με αυτήν την ξεχειλισμένη κούπα! απάντησε τότε ο σοφός γέροντας. Αν δεν αδειάσεις, ευλογημένε, έστω λίγα από αυτά που κουβαλάς, πώς θα αφήσεις να στάξει μέσα σου κάτι από τα λίγα πράγματα που ξέρω;
("Μηνύματα από την λυχνία", τόμος Γ΄, αρχιμ. Βαρνάβα Λαμπροπούλου, σσ. 26-27)
Δε με άκουσε, την... έντυσε καλόγρια !
Μερικές φορές το " μπέρδεμα " ήταν βαθύτερο
και η λύση του δεν ήταν υπόθεση απλώς ορθών χειρισμών ενός εξωτερικού προβλήματος,
αλλά οδυνηρής αυτογνωσίας εσωτερικής προβληματικότητας.
Μου διηγήθηκε ο Γέροντας:
" Ερχόταν σε μένα, κάπου κάπου μια κοπέλα.
Από την πρώτη στιγμή είδα την ψυχή της.
Επισκέφθηκε μια φορά κι ένα γυναικείο Μοναστήρι.
Μια ημέρα μου ήρθε η Ηγουμένη.
Τί να κάνω Γέροντα, μ' αυτή την κοπέλα, μου λέει • έχει μεγάλο πόθο να γίνει μοναχή.
Της απάντησα : Μην την κάμεις μοναχή. Δε με άκουσε, ξανάρθε η Ηγουμένη, πολύ στεναχωρημένη.
Μεγάλο λάθος έκανα, που δε σ' άκουσα, μου λέει.
Εκείνη η κοπέλα πέταξε τα ράσα και την είδαν να χορεύει με κοσμικά ρούχα σ' ένα πανηγύρι.
"Τί να σου κάμω τώρα ; " της λέω.
Πέρασαν μέρες, κι ένα απόγευμα, να σου και μου 'ρχεται και η κοπέλα.
Είμαι απελπισμένη, μου λέει, αμφιταλαντεύομαι, δεν ξέρω αν κάνω για καλόγρια ή για γάμο.
Της λέω : Εσύ δεν κάνεις, ούτε για καλόγρια, ούτε για γάμο • εσύ κάνεις για τα Μάταλα,
κάνεις για ό,τι βρεθεί μπροστά σου.
Γιατί ; με ρώτησε θυμωμένη. Γιατί, της λέω, δεν είσαι σταθερή, είσαι σαν τον ανεμόμυλο,
που γυρίζει όπου φυσάει ο άνεμος.
Με χριστιανές βρέθηκες, έκανες τη χριστιανή, με τους κοσμικούς την κοσμική
• αν βρισκόσουν με τους χίπηδες, θα πήγαινες μαζί τους και στα Μάταλα.
Πηγαίνεις πότε εδώ, πότε εκεί, γιατί δεν έχεις αποκτήσει δική σου πίστη " .
[ Γ 362 ]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ. 262-263)
Κάποια άσεμνη γυναίκα στοιχημάτισε με τους φίλους της, πως θα πετύχαινε να παρασύρει στην αμαρτία έναν ερημίτη , που ζούσε στο βουνό, μακριά από την πόλη, και είχε φήμη αγίου.
Φόρεσε λοιπόν πυκνό πέπλο, που έκρυβε την ομορφιά της, κι ανέβηκε στο βουνό. Oι φίλοι της την περίμεναν στα μισά του δρόμου. Σαν βράδιασε, χτύπησε την πόρτα της σπηλιάς του ερημίτη. Εκείνος, όταν την είδε ταράχτηκε. Πως βρέθηκε γυναίκα τέτοια ώρα σ’αυτή την έρημο
- Πλάνη σου είναι τούτη, διάβολε συλλογίστηκε
Τη ρώτησε ποια ήταν και τι γύρευε. Εκείνη έβαλε τα κλάματα.
- Ώρες ολόκληρες πλανιέμαι σ’ αυτές τις ερημιές, αββά…Έχασα τον δρόμο και τη συντροφιά μου και ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα εδώ. Μα για όνομα του Θεού, μην με αφήσεις να με φάνε τα θηρία.
Ο ερημίτης βρέθηκε σε δίλλημα. Να βάλει γυναίκα στην κατοικία του; Τέτοιο πράγμα δεν του είχε συμβεί ποτέ. Μα να αφήσει πάλι το πλάσμα του Θεού να φαγωθεί από τα θηρία? Αυτό θα ήταν απάνθρωπο ,σχεδόν έγκλημα. Νικήθηκε τέλος από τη συμπάθεια και την έβαλε μέσα. Εκείνη τότε τράβηξε δήθεν με αφέλεια το πέπλο της και του φανέρωσε τα θέλγητρά της. Ο πειρασμός άρχισε να φλογίζει τον αγωνιστή, αφού η αμαρτία δεν ήταν πια δύσκολη.
Έριξε καταγής μερικά φύλλα και είπε στη γυναίκα να ξεκουραστεί εκεί ενώ αυτός τράβηξε στο βάθος της σπηλιάς. Γονάτισε και έκανε θερμή προσευχή.
- Απόψε συλλογίστηκε, έχω να δώσω την πιο σκληρή μάχη εναντίον του ορατού και αόρατου εχθρού. Ή θα νικήσω ή θα χάσω όλους μου τους κόπους.
Όσο προχωρούσε η νύχτα, τόσο η φλόγα της σαρκικής επιθυμίας τον καταέκαιγε. Για μια στιγμή ένιωσε να λυγίζει η αντίστασή του και τρόμαξε.
- Αυτοί που μολύνουν το σώμα με πράξεις αμαρτίας πηγαίνουν στην κόλαση, σχεδόν φωναχτά. Για κάνε δοκιμή, αν θα υπομένεις τη φωτιά.
Άναψε λοιπόν το λυχνάρι του και έβαλε το δάχτυλό του στη φλόγα. Μα η άλλη φλόγα, που του κατά έκαιγε τη σάρκα, ήταν πιο δυνατή και δεν τον άφηνε να νιώσει τον πόνο από το κάψιμο. Αφού αχρηστεύτηκε το πρώτο δάχτυλο, έβαλε στη φλόγα του λυχναριού το δεύτερο. Μετά το τρίτο… ώσπου να ξημερώσει έκαψε και τα πέντε δάκτυλα του χεριού του!
Εκείνη η άθλια παρακολουθούσε κρυφά τον υπεράνθρωπο αγώνα του δούλου του Θεού και, βλέποντάς τον να καίει όλα τα δάχτυλά του, το ένα πίσω από το άλλο, τόσο πολύ ταράχτηκε, που από τον τρόμο της ξεψύχησε.
Οι φίλοι της που το πρωί έκαναν αιφνιδιασμό στη σπηλιά του ερημίτη για να γελάσουν εις βάρους του. Τον βρήκαν όμως από έξω να προσεύχεται.
- Μήπως φάνηκε από δω χτες βράδυ καμιά γυναίκα; τον ρώτησαν
- Μέσα είναι και κοιμάται, τους αποκρίθηκε εκείνος.
Μπήκαν και τη βρήκαν νεκρή.
- Αββά, πέθανε! Φώναξαν τρομαγμένοι.
Εκείνος τότε ξεσκέπασε το χέρι του και τους έδειξε τα δάχτυλά του.
- Για δέστε εδώ, τι μου έκανε η ταλαίπωρη… η εντολή του Χριστού όμως με προστάζει να αποδίδω καλό αντί κακού.
Στάθηκε, προσευχήθηκε πάνω από το άψυχο σώμα και το επανέφερε στη ζωή!
(Γεροντικό)
(Χαρίσματα και χαρισματούχοι, Ι.Μ. Παρακλήτου, τόμος β΄, σελ.42-44)