


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
" Κάνε αυτά που μας λέγει ο Χριστός, και τα προβλήματά σου θα πάνε καλά "
Μία μέρα, που βρισκόμουν στο κελί του και κουβεντιάζαμε, άκουγα να ηχεί διαρκώς το τηλέφωνο, χωρίς ο Γέροντας να το σηκώνει το ακουστικό. Κάποια στιγμή όμως, μου είπε : " Σε παρακαλώ σήκωσέ το και ρώτησε, ποιός είναι και τί θέλει " . Ήταν μία κυρία, από κάποια πόλη της Βορείου Ελλάδος και έλεγε, πως ήταν ανάγκη να μιλήσει με το Γέροντα. Εκείνος απάντησε : " Πες της, δεν μπορώ τώρα, έχω πολύ κόσμο που περιμένει, ας πάρει
το βράδυ ".
Το διαβίβασα. Η κυρία παρεκάλεσε να πώ στο Γέροντα, ότι τον παρακαλεί πολύ να προσευχηθεί για ένα σοβαρό και επείγον οικογενειακό της πρόβλημα. Όταν το άκουσε ο Γέροντας, μου είπε να τη διαβεβαιώσω ότι προσεύχεται. Εκείνη επανέλαβε το επείγον του προβλήματος.
Τότε ο Γέροντας μου λέει : " Δώσε μου το τηλέφωνο ". Και, ανοίγοντας τη συσκευή, έτσι που να ακούω το διάλογο, της είπε : " Ε, βρε ευλογημένη, γιατί είσαι ανυπόμονη, αφού σου είπα ότι προσεύχομαι, νομίζεις ότι χρειάζεται να σ' ακούω για να μάθω το πρόβλημά σου ;
Δεν είναι αυτό κι αυτό ; Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο μ' εσένα, είναι και με τον άνδρα σου, που του συμβαίνει αυτό. Αλλά και με το πρώτο σου παιδί και με το δεύτερο, που τους συμβαίνουν αυτά κι αυτά. Δεν είναι έτσι, όπως σου τα λέω ; " Και η κυρία έκπληκτη του απαντούσε : Έτσι είναι ακριβώς, όπως μου τα λέτε, Γέροντα. Κι ο Γέροντας : " Ε, αφού είναι έτσι, κάνε προσευχή, κάνε αυτά που μας λέει ο Χριστός. Θα προσεύχομαι κι εγώ και μην έχεις αγωνία, τα προβλήματά σου θα πάνε καλά ".
Η κυρία δεν εύρισκε λόγια να τον ευχαριστήσει.
Ο Γέροντας, αφού της έδωσε κι άλλες συμβουλές, την ευλόγησε, έκλεισε το τηλέφωνο και στράφηκε σε μένα, που τον κοίταζα εμβρόντητος : " Τα άκουσες ; Τί θαύμα ήταν αυτό ; Τί μεγάλο και τί καλό Θεό που έχουμε ! Εγώ εδώ, εκείνη μία άγνωστη εκεί μακριά, κι ο Θεός έδειξε καθαρά, σε μένα τον αμαρτωλό, τα προβλήματα τα δικά της, του ανδρός της, των παιδιών της. Τί μεγάλο Θεό που έχουμε " !
[Γ 307π.]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.307-308)
Ο άγιος πρωτοπρεσβύτερος της Κροστάνδης π. Ιωάννης άρχισε το ποιμαντικό του έργο στη δύσκολη κοινωνία της πόλεως αυτής από τα φτωχά παιδιά. Πίσω από τα παιδιά ακολούθησαν οι μεγάλοι. Σιγά- σιγά ο κόσμος τον πλησίασε και ένα καλοκαίρι έκανε έναρξη των συζητήσεων μαζί με τους καθισμένους πάνω στο γρασίδι έξω από την πόλη. Τα παιδιά και οι μεγάλοι άρχισαν να μαζεύωνται γύρω του και, άλλοι καθιστοί, άλλοι όρθιοι, τον παρακολουθούσαν με προσοχή. Έπειτα άρχισαν να τον καλούν σπίτια τους. Αυτό βέβαια έγινε σιγά- σιγά. Στην αρχή η σκοτεινή κοινωνία της Κροστάνδης με δυσπιστία και έχθρα αντιμετώπιζε τις προσπάθειες του να την πλησιάση. Με τον καιρό είχε σημαντικές ποιμαντικές επιτυχίες.
« Μια φορά, διηγείται ένας επαγγελματίας, γύρισα στο σπίτι μου κάπως λιγώτερο μεθυσμένος. Βλέπω μέσα ένα νέο παππούλη, που κρατούσε τον γιό μου στα χέρια του και του έλεγε τρυφερά κάτι. Πήγα να ξεσπάσω σε ύβρεις… Τα μάτια όμως του μπάτουσκα ( πατερούλη), μάτια γεμάτα αγάπη και σοβαρότητα, με καθήλωσαν. Ένιωθα ντροπή. Έσκυψα το πρόσωπο καθώς εκείνος κοίταζε κατ’ευθείαν μέσα στην ψυχή μου. Άρχισε να ομιλή. Δεν θα μπορέσω να τα μεταδώσω όλα όσα έλεγε. Μου έλεγε ότι εδώ στην κάμαρα μου έχω τον παράδεισο, γιατί όπου υπάρχουν παιδιά εκεί υπάρχει ο παράδεισος, και δεν πρέπει αυτόν τον παράδεισο να τον ανταλλάσσω με την κνίσα της ταβέρνας. Δεν με κατηγορούσε, αντίθετα με δικαιολογούσε, για τη ζωή που έκανα. Μόνο που εγώ καταλάβαινα ότι ήμουν αδικαιολόγητος… Έφυγε έπειτα και εγώ κάθησα σιωπηλός. Δεν έκλαιγα. Η ψυχή μου όμως ήταν σαν να κλαίη… Η σύζυγος μου με κοίταζε με απορία. Και να, από τότε έγινα άνθρωπος».
Κάποιος έμπορος, χήρος μ’ ένα μικρό γιό, άρχισε από τη στενοχώρια του να πίνη πολύ. Ακολούθησαν εμπορικές ζημιές και χωρίς να το πάρη είδηση κατάντησε μέθυσος. Κάποια φορά τον συνάντησε ο π. Ιωάννης, του είπε ότι ερχόταν ειδικά γι’ αυτόν και άρχισε να τον συμβουλεύη να σταματήση το πιοτό:
-Φθάνει πια να γυρνάς στους δρόμους άπρακτος. Ήσουν άνθρωπος πριν. Άνθρωπος να ξαναγίνης.
Μετά σηκώθηκε, φόρεσε το επιτραχήλιο του και του είπε:
-Για να γίνη μια καλή αρχή στη νέα σου ζωή πρέπει να προσευχηθούμε.
Και άρχισε να προσεύχεται…
« Με δάκρυα προσευχόταν για μένα τον αμαρτωλό, διηγείται ο έμπορος. Έπειτα μας ευλόγησε, εμένα και τον γιό μου, υποσχέθηκε ότι θα μας επισκέπτεται και θα προσεύχεται για μας, και έφυγε…. Αισθανόμουν σαν να ξύπνησα από μεγάλο
και βαθύ ύπνο. Το δωμάτιο μας έγινε πιο αγαπητό σε μένα. Με δάκρυα μετανοίας αγκάλιασα το παιδί μου… Το εμπόριο αποκαταστάθηκε και εγώ ξανάγινα πάλι άνθρωπος».
Μια κοπέλα θεωρούσε τον εαυτό της δυστυχισμένο λόγω πολλών αιτιών από τα παιδικά της ήδη χρόνια. Όταν πια έχασε και τη μητέρα της, ένιωσε τον εαυτό της τόσο θλιμμένο και απογοητευμένο, που άρχισε να σκέπτεται την αυτοκτονία. Κάποτε βρέθηκε στην Κροστάνδη και βυθισμένη στις μαύρες της σκέψεις κάθησε σ’ ένα παγκάκι κάποιου πάρκου. Τότε ένας άγνωστος ιερέας πλησίασε και κάθησε στην άλλη άκρη του πάγκου.
«Εγώ σηκώθηκα και θέλησα να απομακρυνθώ, διηγείται η κοπέλα, αλλά ο άγνωστος παππούλης με σταμάτησε και είπε:
-Με συγχωρείτε… δεν μπόρεσα να μην παρατηρήσω τη βαριά κατάσταση της ψυχής σας και σαν ιερέας αποφάσισα να σας πλησιάσω… Αποκαλύψτε μου τη θλίψη σας. Ίσως ο Κύριος διά μέσου εμού του αμαρτωλού, να σας καταπραΰνη και να σας παρηγορήση…
Εγώ έκλαψα τότε πικρά, πολύ πικρά, αλλά τίποτε δεν μπόρεσα να πω παρά μόνο:
-Είμαι δυστυχισμένη, άχρηστη στον κόσμο.
-Ο μεγάλος νους του Πλάστη δεν μπορεί να κάνη τίποτε άχρηστο στον κόσμο, μου απάντησε αμέσως ο μπάτουσκα».
Έπειτα από την απάντηση αυτή η κοπέλα δεν μπόρεσε να συγκρατηθή και άρχισε η συζήτηση. Με ειλικρινή, πατρική αγάπη ο ιερέας την ενθάρρυνε. Το όνομα του δεν το αποκάλυψε. Όταν όμως αυτή διηγήθηκε το περιστατικό στους οικείους της, δεν τους έμεινε αμφιβολία ότι ήταν ο π. Ιωάννης.
( Ιωάννης της Κροστάνδης)
( Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Γ΄,σελ.231-234)
Μήν κάνης δικό σου ό,τι σού έδωσε ο Θεός
- Γέροντα, υπερηφανεύομαι για τις σωματικές ικανότητες και για τα πνευματικά χαρίσματα που νομίζω πώς έχω.
- Γιατί να υπερηφανεύεσαι; Εσύ «εποίησας τον ουρανόν και την γην»; Πρόσεξε, μην κάνης δικό σου ό,τι σού έδωσε ο Θεός καί, ό,τι σού λείπει, μην προσπαθής να δείχνης ότι το έχεις. Να λές στον εαυτό σου: «Ο Θεός, επειδή ήμουν αδύνατη, μου έδωσε μερικά χαρίσματα, γιατί αλλιώς θα στεναχωριόμουν και θα ήμουν κακορρίζικη. Εκείνο που πρέπει να κάνω τώρα είναι να τα αξιοποιήσω, για να πλουτήσω πνευματικά. Δόξα σοι, Θεέ μου! Σ’ ευχαριστώ, που με λυπήθηκες και με βοήθησες». Εσύ θεωρείς ότι είναι δικά σου όλα τα χαρίσματα που έχεις· είναι όμως δικά σου; «Τί έχεις ό ουκ έλαβες;». Εδώ χρειάζεται η εξυπνάδα, εδώ πρέπει να δουλέψης το μυαλό και να καταλάβης ότι όλα τα χαρίσματα είναι του Θεού. Λίγο αν μας εγκαταλείψη η Χάρις του Θεού, τίποτε δεν θα μπορούμε να κάνουμε. Είναι απλά τα πράγματα. Έχει, ας υποθέσουμε, κάποιος μερικές ικανότητες και υπερηφανεύεται γι’ αυτές. Πρέπει να σκεφθή: Που τις βρήκε; Του τις έδωσε ο Θεός. Αυτός τί έκανε; Τίποτε. Δίνει λ.χ. ο Θεός σε κάποιον λίγο παραπάνω μυαλό και μπορεί να έχη μια μεγάλη επιχείρηση και να ζη άνετα. Να υπερηφανευθή ότι τα καταφέρνει; Λίγο να τον εγκαταλείψη ο Θεός, μπορεί να χρεωκοπήση και να πάη φυλακή.
Πάντως, όποιος έχει χαρίσματα, αλλά δεν έχει ταπείνωση και πληγώνει με την προκλητική συμπεριφορά του τον πλησίον του, αναγκάζει τον Χριστό να πάρη το κατσαβιδάκι και να του λασκάρη λίγο την βίδα, για να ταπεινωθή ακουσίως. Ας υποθέσουμε, κάποιος θέλει να βγάλη έναν βράχο και παιδεύεται, γιατί δεν έχει πολύ μυαλό, ώστε να βρη έναν τρόπο να τον μετακινήση. Οπότε τον πλησιάζει ένας άλλος που είναι λίγο έξυπνος και του λέει: «Βρέ χαμένε, δεν σού κόβει;». Παίρνει αμέσως έναν λοστό, τον κάνει μοχλό και βγάζει εύκολα τον βράχο. Έ, αφού φέρεται έτσι, δεν είναι δίκαιο να πάρη το κατσαβίδι ο Θεός και να του λασκάρη λίγο το μυαλό; Μερικοί που είναι μεγάλοι ρήτορες παθαίνουν μεγάλες διαλείψεις και φθάνουν σε σημείο να μην μπορούν ούτε μια λέξη να πούν! Έτσι ταπεινώνονται. Αν άφηνε ο Θεός κάποιον συνέχεια ρήτορα-ρήτορα κι εκείνος υπερηφανευόταν, τί θα γινόταν; Τον καθέναν ο Θεός τον φρενάρει με κάποιον τρόπο, για να μην πάθη ζημιά.
Πρέπει πολύ να προσέξουμε τα χαρίσματα που μας έδωσε ο Θεός να μην τα οικειοποιούμαστε, αλλά να ευχαριστούμε τον Θεό και να έχουμε την ανησυχία μην τυχόν δεν ανταποκρινόμαστε σ’ αυτά. Συγχρόνως να πονάμε για τους άλλους που δεν αξιώθηκαν να λάβουν τέτοια χαρίσματα από τον Θεό και να προσευχώμαστε γι’ αυτούς. Και όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο να υστερή σε κάτι, να λέμε με τον λογισμό μας: «Εάν αυτός είχε τα χαρίσματα που έδωσε σ’ εμένα ο Θεός, θα ήταν τώρα άγιος, ενώ εγώ δεν τα αξιοποίησα, και επιπλέον αδικώ τον Θεό κάνοντας δικά μου τα χαρίσματα που μου έδωσε». Ο Θεός βέβαια δεν στενοχωριέται, όταν ο άνθρωπος οικειοποιήται τα χαρίσματα που του δίνει· δεν μπορεί όμως να του δώση άλλα, για να μην τον βλάψη. Ενώ, αν κάποιος κινήται απλά και ταπεινά, γιατί αναγνωρίζει ότι τα χαρίσματα που έχει είναι του Θεού, τότε ο Θεός θα του δώση και άλλα.
Με την υπερηφάνεια κάνουμε τον εαυτό μας δυστυχισμένο, επειδή τον απογυμνώνουμε από τα χαρίσματα που μας δίνει ο Θεός, αλλά στενοχωρούμε και τον Θεό, που πονάει, γιατί μας βλέπει δυστυχισμένους. Γ ιατί, ενώ έχει άφθονα πλούτη να μας δωρίση, δεν μας τα δίνει, για να μη μας βλάψη. Γιατί τί γίνεται; Αν μας δώση κάποιο χάρισμα, βλέπουμε τους άλλους σαν μυρμήγκια και τους πληγώνουμε με την υπερήφανη συμπεριφορά μας. Αν δεν μας δώση, απελπιζόμαστε. Οπότε και ο Θεός λέει: «Αν τους δώσω κάποιο χάρισμα, υπερηφανεύονται, βλάπτουν τον εαυτό τους και στους άλλους φέρονται με αναίδεια. Αν δεν τους δώσω, είναι ταλαίπωροι, βασανισμένοι. Κι εγώ δεν ξέρω τί να κάνω».
Να ευχαριστούμε τον Θεό όχι μόνο για τα χαρίσματα που μας έχει δώσει, αλλά και για το ότι μας έχει κάνει ανθρώπους, ενώ Νοικοκύρης είναι και μπορούσε να μας κάνη και φίδια και σκορπιούς και χελώνες και μουλαράκια και γαϊδουράκια. «Ο Θεός, να λέμε, μπορούσε να με κάνη μουλάρι και να έπεφτα σε αδιάκριτα χέρια και να με φόρτωναν εκατόν πενήντα κιλά βάρος και να με χτυπούσαν, αλλά δεν με έκανε. Μπορούσε να με κάνη φίδι ή σκορπιό, αλλά δεν με έκανε. Μπορούσε να με κάνη χελώνα, γουρούνι, βάτραχο, κουνούπι, μύγα κ.λπ., αλλά δεν με έκανε. Τί με έκανε; Με έκανε άνθρωπο. Εγώ έχω ανταποκριθή σε όσα μου έδωσε; Όχι». Αν ο άνθρωπος δεν εξετάζη τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο, ενώ φαίνεται στους ανθρώπους δίκαιος, είναι ο μεγαλύτερος άδικος του κόσμου, γιατί δεν αδικεί ανθρώπους, αλλά τον Θεό, που του έδωσε τόσα χαρίσματα. Όταν όμως τα εξετάζη με αυτόν τον τρόπο, ακόμη κι αν φθάση σε πνευματικά μέτρα και κάνη χιλιάδες θαύματα την ημέρα, πάλι δεν θα του πη ο λογισμός ότι κάτι κάνει, γιατί όλα τα αποδίδει στον Θεό και αυτός ελέγχεται συνέχεια μήπως δεν έχει ανταποκριθή σε όσα του έδωσε ο Θεός. Και τότε αρχίζει από αυτήν την ζωή η μία Χάρις να διαδέχεται την άλλη και η άλλη την άλλη, και έτσι γίνεται χαριτωμένος άνθρωπος, επειδή η ταπείνωση του έγινε πλέον κατάσταση. Και όταν τα αποδίδη όλα στον Θεό και γίνη ευγνώμων δούλος του Θεού, θα ακούση στην άλλη ζωή το «εύ, δούλε αγαθέ και πιστέ! επί ολίγα ής πιστός, επί πολλών σε καταστήσω».
(Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 93-96)
ΜΕ ΤΙΠΟΤΕ άλλο δεν χαίρεται τόσο ο διάβολος, όσο με τον μοναχό που κρύβει στην εξομολόγηση τους λογισμούς του, έλεγε κάποιος Γέροντας.
ΑΝ ΕΝΟΧΛΕΙΣΑΙ από πονηρούς λογισμούς, συμβουλεύει άλλος Πατήρ, φανέρωσε τους στην εξομολόγηση, για ν’ απαλλαγείς γρήγορα απ΄ αυτούς. Όπως το φίδι εξαφανίζεται μόλις βγει από την φωλιά του, έτσι χάνεται κι ο κακός λογισμός μόλις εξαγορευθεί.
Ένας αδελφός πειραζόταν από σαρκική επιθυμία. Πολλά χρόνια κοπίαζε μόνος του, αλλά δεν έβλεπε ωφέλεια στον εαυτό του. Για να νικήσει τέλος το πάθος του, στάθηκε μια Κυριακή στην μέση της εκκλησίας, ύστερα από την Λειτουργία, και είπε δυνατά, για ν’ ακουστεί από όλους τους μοναχούς:
- Προσευχηθείτε για μένα, αδελφοί, να μ' ελεήσει ο Θεός, γιατί δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια έχω πολεμο στην σάρκα.
Λέγοντας αυτά, αίσθανθηκε αμέσως να έλευθερώνεται από το πάθος. Ό,τι δεν έκανε χρόνων κόπος και άσκηση, το κατόρθωσε σε μια στιγμή η εξομολόγηση.
(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ.120)
Το ζόρισμα δεν βοηθάει τα παιδιά
Μερικοί γονείς κάνουν μεγάλο στρίμωγμα στα παιδιά τους, και μάλιστα μπροστά στους άλλους!
Λές και έχουν ένα μουλάρι και το οδηγούν με την βέργα να πάει ίσα μπροστά,
έχουν το καπίστρι στο χέρι και του λένε: «Να περπατάς ελεύθερα!».
Ύστερα φθάνουν και αυτά στο σημείο να τους δέρνουν.
Σήμερα ήρθε μια μάνα με το παιδί της - ένα παλληκάρι μέχρι εκεί επάνω -, που ήταν άρρωστο.
«Τί να κάνω, Πάτερ; μου λέει, το παιδί μου δεν τρώει και δεν θέλει ούτε να μας δή».
Της είπα τί να κάνη και με ξαναρωτάει: «Τώρα τί να κάνω;».
-Μήπως, Γέροντα, δεν κατάλαβε τί της είπατε;
-Πώς δεν κατάλαβε! «Εγώ ούτε μια ώρα, της είπα, δεν μπορώ να καθήσω μαζί σου,
πώς να μείνη το παιδί μαζί σου; το παλάβωσες!». «Όχι, μου λέει, το αγαπάω».
«Τί το αγαπάς, αφού δεν αναπαύεται κοντά σου, θέλει να φύγη από το σπίτι,
γιατί θέλει να βρίσκεται σε άλλο περιβάλλον. Όταν βρίσκεται μακριά σας, είναι μια χαρά.
Για να μη σας θέλη, φαίνεται φταίτε κι εσείς. Να μην το ερεθίζετε, το σακατεύεις το παιδί έτσι που φέρεσαι.
Με το καλό να του φέρεσαι, με υπομονή». Αφού της είπα όλα αυτά, με ξαναρωτάει: «Τί να κάνω; Το παιδί δεν μας θέλει».
Πώς να συνεννοηθής έτσι; Να είναι το παιδί μια χαρά και να το βγάζουν χαζό. Αυτό είναι βλάβη.
Με το ζόρισμα οι γονείς δεν βοηθούν τα παιδιά, τα πνίγουν.
Συνέχεια «μη αυτό, μη εκείνο, αυτό κάν’ το έτσι...». Πρέπει να τραβούν τα γκέμια τόσο που να μη σπάζουν.
Να ελέγχουν με τρόπο τα παιδιά, για να τα φέρνουν σε έναν λογαριασμό, αλλά να μη δημιουργούνται χάσματα μεταξύ τους.
Να κάνουν ό,τι κάνει ο καλός κηπουρός, όταν φυτεύη ένα δενδράκι: Το δένει απαλά με ένα σχοινάκι σε έναν πάσσαλο,
για να μη στραβώση και να μην τραυματίζεται, όταν το γέρνη ο αέρας λίγο δεξιά-λίγο αριστερά.
Το φράζει κιόλας γύρω-γύρω και συγχρόνως το ποτίζει, το φροντίζει, μέχρι να μεγαλώσουν τα κλωνάρια του,
για να μην το φάνε τα κατσίκια. Γιατί, αν το κουτσουρέψουν τα κατσίκια, πάει, καταστράφηκε.
Ένα κουτσουρεμένο δένδρο ούτε να καρπίση μπορεί ούτε σκιά να κάνη.
Όταν μεγαλώσουν τα κλωνάρια του, τότε ο κηπουρός βγάζει τον φράχτη,
οπότε και καρπίζει το δένδρο και στην σκιά του μπορούν να φιλοξενούνται και κατσίκια και πρόβατα και άνθρωποι.
Οι γονείς όμως πολλές φορές από υπερβολικό ενδιαφέρον θέλουν να δέσουν το παιδί με σύρμα,
ενώ πρέπει να το δένουν απαλά, για να μην το πληγώνουν. Ν
α προσπαθούν να βοηθούν τα παιδιά με τον αρχοντικό τρόπο, ο οποίος καλλιεργεί το φιλότιμο στις ψυχές τους,
ώστε να καταλάβουν το καλό ως ανάγκη. Να τους εξηγούν το καλό, όσο μπορούν με καλό τρόπο, με αγάπη και με πόνο.
Θυμάμαι μια μητέρα που, όταν έβλεπε τα παιδάκια να κάνουν καμμιά αταξία,
τα μάτια της βούρκωναν από πόνο και έλεγε: «μη, χρυσό μου παιδί».
Και με το παράδειγμά της τους μάθαινε να αγωνίζωνται με χαρά, για να αποφεύγουν τους πειρασμούς της ζωής,
να μην ταράζωνται εύκολα μπροστά σε μια δυσκολία, αλλά να την αντιμετωπίζουν με προσευχή και με εμπιστοσύνη στον Θεό.
Σήμερα μικροί-μεγάλοι στον κόσμο ζουν σαν σε τρελλοκομείο, γι’ αυτό χρειάζεται πολλή υπομονή και πολλή προσευχή.
Ένα σωρό παιδιά παθαίνουν εγκεφαλικό.
Είναι λίγο χαλασμένο το ρολόι, το κουρντίζουν και οι γονείς λίγο παραπάνω και σπάζει το ελατήριό του.
Χρειάζεται διάκριση. Άλλο παιδί θέλει περισσότερο κούρντισμα και άλλο λιγώτερο.
Τα καημένα τα παιδιά είναι εκτεθειμένα σε όλα τα ρεύματα.
Όταν ακούν έξω στις διάφορες συντροφιές «μη σέβεστε γονείς, μη σέβεστε τίποτε»,
και οι μητέρες πάνε να τα σφίξουν, τότε αντιδρούν χειρότερα.
Γ ι’ αυτό λέω στις μητέρες να ζοριστούν στην προσευχή, και όχι να ζορίζουν τα παιδιά.
Αν συνέχεια λένε «μή, μή» στο παιδί, ακόμη και για μικροπράγματα, ή καμμιά φορά και άδικα, τότε,
όταν πρόκειται για κάτι σοβαρό, όταν πάη λ.χ. το παιδάκι να ρίξη βενζίνη στην φωτιά, δεν ακούει και το κάνει,
οπότε μπορεί να πάθη μεγάλη ζημιά. Το παιδί δεν καταλαβαίνει ότι μέσα στο «μή» κρύβεται η αγάπη.
Αλλά και όταν μεγαλώση λίγο, μπαίνει ο εγωισμός και αντιδράει, όταν του κάνουν καμμιά παρατήρηση,
γιατί λέει: «μικρός είμαι και μου φέρονται έτσι;».
Οι γονείς πρέπει να δώσουν στο παιδί να καταλάβη ότι, όπως, όταν ήταν μικρό, το πρόσεχαν να μην καή,
έτσι και τώρα που μεγάλωσε, υπάρχει άλλη φωτιά.
Γ ι’ αυτό πρέπει να προσέχη, να μη δίνη δικαιώματα στον πειρασμό, για να διατηρήση την Χάρη του Αγίου Βαπτίσματος.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 109-112)
Απάντηση σε όσους λένε (σε ντοκιμαντέρ,βιβλία κλπ) ότι δεν υπήρχε αρχικά Ευαγγέλιο (ως ενιαίο σώμα), ούτε η λέξη "Ευαγγέλια", & ότι υπήρχε πληθώρα άλλων, ίσης αυθεντίας(!) κειμένων, & πολύ αργότερα (κυρίως στην Α΄Οικουμενική Σύνοδο το 325!) επιλέχτηκαν τα 4 μόνο που "βόλευαν" την Εκκλησία, ενώ τα άλλα καταδικάστηκαν τότε (!) ως απόκρυφα! Οι παρακάτω μαρτυρίες των πρώτων συγγραφέων αμέσως μετά τους Αποστόλους δείχνουν το ανάποδο! Ξέρουν τα 4 μόνο ονομαστικά, τα ονομάζουν ευαγγέλια, Γραφή, απομνημονεύματα!
1) «ούτε να προσεύχεστε, όπως οι υποκριτές, αλλά όπως διέταξε ο Κύριος στο ευαγγέλιό του…» (Διδαχή 8,2, γύρω στο 100 μ.Χ.) [αξιοσημείωτη η χρήση ενικού «ευαγγέλιο» ως ενιαία συλλογή των ευαγγελίων]
2) «άλλη πάλι γραφή λέει, δεν ήλθα να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς (Ματθ. 9,13)» (Κλήμης Ρώμης Β΄προς Κορινθ.) [το κατά Ματθαίον χαρακτηρίζεται Γραφή(!), όπως η Παλαιά Διαθήκη]
3) Η μαρτυρία του Παπία, επισκόπου Ιεραπόλεως είναι σπουδαία διότι υπήρξε κατά πάσα πιθανότητα μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη και γράφει ενωρίτατα για τα Ευαγγέλια, γύρω στο 130 μ.Χ.)
3. «Δεν θα διστάσω να καταχωρήσω στις ερμηνείες και όσα έμαθα κάποτε καλά από τους πρεσβυτέρους και τα θυμάμαι καλά, επιβεβαιώνοντας την αλήθεια τους. Διότι δεν αφοσιωνόμουν σ’ εκείνους που έλεγαν τα πολλά, όπως κάνουν πολλοί, αλλά σ’ εκείνους που δίδασκαν τα αληθινά, ούτε σ’ εκείνους που ανέφεραν τις εντολές των άλλων, αλλά σ’ εκείνους που έρχονταν να διδάξουν τις εντολές που δόθηκαν από τον Κύριο με την πίστη και προέρχονταν από την ίδια την αλήθεια.
4. Εάν ερχόταν και κανένας που είχε παρακολουθήσει τους πρεσβυτέρους, εξέταζα τους λόγους των πρεσβυτέρων˙ δηλαδή τι είπε ο Ανδρέας και τι ο Πέτρος, ή τι είπε ο Φίλιππος και ο Θωμάς και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και ο Ματθαίος, ή κάποιος άλλος από τους μαθητές του Κυρίου, και αυτά που λένε ο Αριστίων και ο πρεσβύτερος Ιωάννης, οι μαθητές του Κυρίου. Διότι δεν δεχόμουν ότι με ωφελούν τόσο πολύ όσα μάθαινα από τα βιβλία, όσο εκείνα που άκουα από τη ζωντανή φωνή που μένει».... 15. «Ο πρεσβύτερος έλεγε και το εξής˙ Ο Μάρκος, που έγινε ακόλουθος του Πέτρου, όσα θυμόταν τα έγραψε πιστά, όχι βέβαια με τη σειρά όπως τα είπε ή τα έκανε ο Χριστός. Άλλωστε δεν άκουσε τον Κύριο, ούτε τον ακολούθησε, ύστερα όμως, όπως είπα, ακολούθησε τον Πέτρο, ο οποίος έκανε τις διδασκαλίες του ανάλογα με τις περιστάσεις, και όχι σαν να έκανε σύνταξη των λόγων του Κυρίου, γι’ αυτό δεν έκανε λάθος ο Μάρκος γράφοντας έτσι μερικά όπως τα απομνημόνευσε. Διότι για ένα μόνο πράγμα προνόησε˙ να μη παραλείψει τίποτε από αυτά που άκουσε ή να διαστρέψει κάτι από αυτά».
Αυτά λοιπόν εξιστορούνται από τον Παπία για τον Μάρκο. Για τον Ματθαίο πάλι λέει τα εξής˙«Ο Ματθαίος έγραψε τα λόγια στην εβραϊκή γλώσσα, και τα ερμήνευσε αυτά όπως μπορούσε ο καθένας». (στο Ευσεβίου Εκκλησιαστική ιστορία 3,39 παραγρ. 3 και 15, εκδ ΕΠΕ,Αποστολικοι Πατέρες,τόμος 4, σελ. 597 & 603)
4) Ο άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς ήδη γνωρίζει τα 4 Ευαγγέλια στα χρόνια του ως ολοκληρωμένη συλλογή. Αυτό ως απάντηση στο ότι η Εκκλησία πολύ αργότερα διάλεξε και επέβαλλε τα 4 μόνο Ευαγγέλια! Τα παρακάτω γράφτηκαν το 147 μ.Χ. ή γύρω στο 150 μ.Χ. Τόπος συγγραφής η Ρώμη κατά τον Π. Χρήστου, μεταξύ των ετών 150 και 155 κατά τον Στυλιανό Παπαδόπουλο)
1) «Διότι οι Απόστολοι στα γραμμένα από αυτούς απομνημονεύματα, τα οποία ονομάζονται ευαγγέλια, παρέδωσαν ότι έτσι διατάχτηκε σε αυτούς. Ο Ιησούς αφού πήρε άρτο και ευχαρίστησε, είπε, «αυτό να κάνετε στην ανάμνησή μου, αυτό είναι το σώμα μου, ομοίως αφού πήρε το ποτήρι και ευχαρίστησε είπε, αυτό είναι το αίμα μου (Λουκ. 22,19 ε.)» (Απολογία Α 66,3)
2) «Και κατά την ημέρα που λέγεται «του ηλίου»(=Κυριακή) γίνεται συνάθροιση στο ίδιο μέρος όλων των πιστών, που κατοικούν είτε σε πόλεις είτε στην ύπαιθρο, και διαβάζονται τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών, όσο επιτρέπει ο χρόνος». (ο.π. 67,3)
3) «Πράγματι στα απομνημονεύματα, τα οποία λέω ότι συντάχτηκαν από τους Αποστόλους του και τους μαθητές τους, έχει γραφτεί ότι «χυνόταν κάτω ιδρώτας σαν θρόμβοι» (Λουκ. 22,44)» (Διάλογος προς Τρύφωνα 103,8)
4) «Το ότι λέει ότι μετωνόμασε Πέτρο έναν από τους Αποστόλους και όπως γράφτηκε στα απομνημονεύματα αυτού ότι αυτό έγινε, μαζί με το ότι επωνόμασε και άλλους δύο αδελφούς, υιούς Ζεβεδαίου, με το όνομα «Βοανεργές, δηλαδή υιοί βροντής»(Μαρκ. 3,16)». (Διάλογος... 106,3)
5) «Και για το ότι επρόκειτο να αναστηθεί την τρίτη ημέρα μετά τη σταύρωση, έχει γραφτεί στα απομνημονεύματα ότι οι από το γένος σας συζητούντες με αυτόν έλεγαν ότι, «δείξε μας σημείο» (Ματθ. 12,38,)». (Διάλογος... 107,1)(εκδόσεις ΕΠΕ, Απολογηται 1, Ιουστίνος, όπου και η μετάφραση παραλλαγμένη προς τα νέα ελληνικά, υπογραμμίσεις δικές μας)
5) «…ας προσέχουμε μήπως, όπως έχει γραφεί, βρεθούμε «πολλοί κλητοί, αλλά λίγοι εκλεκτοί»(Ματθ.22,14)» (Βαρνάβα Επιστολή, 4,14)(γύρω στο 100-130 μ.Χ.)[η φράση «ως γέγραπται» είναι κλασική φράση που λέγεται για την Παλαιά Διαθήκη και γενικώς το Λόγο του Θεού, άρα το Κατά Ματθαίον θεωρείται εδώ Γραφή]
6) Ο Τατιανός (170 μ.Χ.) συνέταξε αρμονία και από τα 4 ευαγγέλια, την οποία ονόμασε «το δια τεσσάρων» άρα γνώριζε μόνο αυτά τα 4 ως κανονικά. Αλλιώς θα διάλεγε & άλλα που κυκλοφορούσαν απόκρυφα.
7) άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυών (το 180 μ.Χ.).
«Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, όπως ξέρετε, το έγραψε ο Ματθαίος. Το έγραψε για τους Εβραίους. Και φυσικά στη γλώσσα τους. Το έγραψε τότε, που οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος βρίσκονταν στη Ρώμη και θεμελίωναν την εκεί Εκκλησία. Μετά το θάνατο των δύο αυτών αποστόλων ο Μάρκος, μαθητής και εκφραστής των θέσεων του Πέτρου, έγραψε και αυτός Ευαγγέλιο, που περιέχει αυτά που κήρυττε ο Πέτρος. Την ίδια εποχή έγραψε σε βιβλίο το Ευαγγέλιο και ο Λουκάς, που ήταν συνοδοιπόρος του Παύλου. Ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του έγραψε αυτά που δίδασκε ο Παύλος. Λίγο αργότερα, δηλαδή τότε που έμενε στην Έφεσο, έγραψε Ευαγγέλιο και ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, εκείνος που στον μυστικό δείπνο ανέπεσεν επί το στήθος του Ιησού». (Ειρηναίου Λουγδούνου, Έλεγχος και ανατροπή… Γ, 1,1,4-7 (P.G. 7,844) στο Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου,Τι είναι ο Χριστός;, Πρέβεζα 1991, σελ. 36)
... «Επειδή είναι τέσσερα τα σημεία του κόσμου στον οποίο ζούμε και τέσσερεις οι διευθύνσεις των ανέμων και ακόμα η Εκκλησία έχει διασπαρεί σε όλη τη γη και στύλος της και στήριγμά της είναι το Ευαγγέλιο και το Πνεύμα που ζωοποιεί, είναι φυσικό να έχει τέσσερεις στύλους, που πνέουν από παντού αφθαρσία και ζωοποιούν τους ανθρώπους. Ο Λόγος, ο Δημιουργός των πάντων, που κάθεται πάνω στα Χερουβείμ και συνέχει τα πάντα και φανερώθηκε στους ανθρώπους,
Αυτός μας έδωσε το τετράμορφο Ευαγγέλιο, που διέπεται από ένα Πνεύμα […]. Τα Χερουβείμ έχουν τέσσερα πρόσωπα και εικονίζουν την παρουσία του Χριστού. Το πρώτο ζώο είναι όμοιο με λιοντάρι, που χαρακτηρίζει το δραστήριο, το ηγεμονικό, το βασιλικό, ο μόσχος την ιερατική και ιερουργική τάξη, ο άνθρωπος την παρουσία του ανθρώπου και ο αετός τη χάρη, που δόθηκε στην Εκκλησία με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Και τα Ευαγγέλια συμφωνούν. Έχουν την ίδια μορφή με τα Χερουβείμ, επί των οποίων κάθεται ο Χριστός.Το κατά Ιωάννην την ηγεμονική και ένδοξη καταγωγή του από τον Πατέρα, το κατά Λουκάν τον ιερατικό χαρακτήρα, ο Ματθαίος τη γέννηση του ανθρώπου […] τον τύπο του πράου και ταπεινόφρονα ανθρώπου […] ο Μάρκος από το προφητικό Πνεύμα, που επιφοίτησε εξ’ ύψους στους ανθρώπους δείχνει την πτερωτική εικόνα του Ευαγγελίου. Γι αυτό και είναι σύντομο και το κήρυγμα το κάνει επιτροχάδην. Είναι προφητικός ο χαρακτήρας του… Για αυτό και δόθηκαν στην ανθρωπότητα τέσσερεις γενικές διαθήκες (μία του κατακλυσμού με το ουράνιο τόξο, δεύτερη του Αβραάμ με το σημείο της περιτομής, τρίτη η νομοθεσία επί του Μωϋσή, τέταρτη η του Ευαγγελίου με τον Κύριο ημων Ιησού Χριστό […] Είναι ανόητοι και αμαθείς, επιπλέον δε και αυθάδεις όσοι αρνούνται τη μορφή του Ευαγγελίου και εισάγουν περισσότερες μορφές (για να φανούν ότι βρήκαν περισσότερα από την αλήθεια) είτε λιγότερες (για να αρνηθούν τις οικονομίες του Θεού)»
(Αγίου Ειρηναίου,Έλεγχος και ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως Γ΄11,8-9,μετάφρ. Αρχιμ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη, στο βιβλίο Ο Κώδικας των Ευαγγελίων, Σωτηρίου Δεσπότη,εκδ.Άθως, σελ.41-42)
8) Ο κανόνας του Μουρατόρι (180-200 μ.Χ.) είναι ο αρχαιότερος κατάλογος βιβλίων της Κ.Δ. Αναφέρει αριθμητικά τα Ευαγγέλια. Στο κείμενο λείπουν τα δύο πρώτα λόγω φθοράς του κειμένου.
Στίχοι:(1) Λείπει η αρχή……
….στα οποία παρά ταύτα εκείνος ήταν παρών, και έτσι τα τοποθέτησε [μέσα στην αφήγησή του].
(2) Το τρίτο βιβλίο του Ευαγγελίου είναι εκείνο του Κατά Λουκάν.(3) Ο Λουκάς, ο πολύ γνωστός ιατρός, μετά την Ανάληψη του Χριστού,(4-5) όταν ο Παύλος τον είχε πάρει μαζί του ως ένα ζηλωτή του νόμου,(6) το συνέταξε στο δικό του όνομα, σύμφωνα με [την γενική] πεποίθηση. Όμως ο ίδιος δεν είχε(7) δει τον Κύριο εν σαρκί, και έτσι, κατά πώς μπορούσε να εξακριβώσει τα γεγονότα,(8) έτσι πράγματι αρχίζει να λέει την ιστορία από την γέννηση του Ιωάννη. (9) Το τέταρτο εκ των Ευαγγελίων είναι εκείνο του Ιωάννη, [ενός εκ] των μαθητών.
9) Θεόφιλος Αντιοχείας γράφει γύρω στο 180 μ.Χ. "... μας διδάσκουν σχετικά οι άγιες Γραφές και όλοι οι πνευματοφόροι, εκ των οποίων ο Ιωάννης λέει "εν αρχή ην ο Λόγος..."(Προς Αυτόλυκον Β,22,ΕΠΕ Απολογητές 2,407)
10) «Έτσι άδεται ο φόβος του νόμου και γνωρίζεται η χάρις των προφητών και στερεώνεται η πίστη των ευαγγελίων και φυλάσσεται η παράδοση των Αποστόλων και η χάρη της Εκκλησίας σκιρτά (Προς Διόγνητον Επιστολή 11,ΕΠΕ Απολογητές 2,555)(γύρω στο 200 μ.Χ.)
(π. Νικόλαος)
Η τιμωρία και η λύτρωση
Στα χρόνια του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του νέου, πλήθος από Σκύθες με δική του διαταγή ξεκίνησαν για την Ανατολή. Κάποτε έφτασαν κοντά στην Τραπεζούντα. Ανάμεσα τους ήταν και κάποιος δεμένος με αλυσίδες, γιατί είχε μέσα του ολόκληρη λεγεώνα πονηρών πνευμάτων. Οι άλλοι Σκύθες τον πρόσεχαν νύχτα- μέρα, από φόβο μήπως οι δαίμονες τον ρίξουν στη φωτιά και τον κάψουν ή τον πνίξουν στο νερό ή τον γκρεμίσουν σε κανένα βάραθρο.
Πριν δαιμονιστεί ο Σκύθης αυτός, από νέος ακόμα, έκανε τα θελήματα των δαιμόνων και ζούσε ζωή ακόλαστη. Κάποτε όμως έκανε και μια φρικτή ασέβεια: Στη Βασιλεύουσα, όπου είχε πάει μαζί με άλλους ομοφύλους του, επισκέφθηκε μια εκκλησία. Εκεί, μολονότι αβάπτιστος και ακάθαρτος, τόλμησε να πλησιάσει στο άγιο ποτήριο την ώρα της θείας μεταλήψεως και να κοινωνήσει! Την ίδια όμως στιγμή παραδόθηκε στους απάνθρωπους δαίμονες, που άρχισαν από τότε να τον βασανίζουν αλύπητα.
Σ’ αυτή λοιπόν την κατάσταση έφτανε στην Τραπεζούντα. Οι σύντροφοί του, μαθαίνοντας για τα πολλά θαύματα του αγίου Ευγενίου, τον έφεραν στο ναό του.
Στο μεταξύ η σατανική λεγεώνα τον έκανε να σπαράζει και ν’ αφρίζει.
-Πώς τόλμησες, τον φοβέριζαν τα δαιμόνια, να μεταλάβεις το Χριστό, αφού είσαι δικός μας; Θα σ’ εξαφανίσουμε με τον πιο σκληρό τρόπο! Κανένας δεν θα σε γλυτώσει απ’ τα χέρια μας!...
Ενώ όμως κόμπαζαν και απειλούσαν οι μιαροί δαίμονες, τί κάνει ο γρήγορος βοηθός των ανθρώπων, ο ένδοξος Ευγένιος; Παρακαλεί τον φιλάνθρωπο Δεσπότη να σπλαχνιστεί το πλάσμα Του και να το απαλλάξει από την τυραννία του σατανά. Και με τις παρακλήσεις του λυγίζει τον πολυέλεο Κύριο.
Καθώς στεκόταν λοιπόν ο δαιμονισμένος μπροστά στο λείψανο του αγίου, ήρθε σε έκσταση. Του φάνηκε πως είδε το Χριστό να κατεβαίνει από τον ουρανό μέσα στην εκκλησία. Εκεί, αφού του θύμισε τις βέβηλες πράξεις, που από νέος είχε κάνει, άρχισε να τον ελέγχει αυστηρά.
-Μ’ όλες τούτες τις παρανομίες σου, κατέληξε ο Κύριος, με λύπησες πάρα πολύ. Δεν είσαι άξιος ελέους. Για χάρη όμως του αγαπητού μου Ευγενίου σε λυπήθηκα και θα σ’ ελεήσω.
Και γυρίζοντας στο μάρτυρα, που στεκόταν δίπλα Του ικετευτικά, συνέχισε:
-Γιάτρεψε τον, Ευγένιε, αφού κατέφυγε στην προστασία σου.
Αμέσως ο Ιησούς εξαφανίστηκε.
Ο άγιος είπε τότε στον δαιμονισμένο:
-Αυτό το κακό το έπαθες επειδή κοινώνησες τα άχραντα Μυστήρια, ενώ ήσουν αβάπτιστος και βουτηγμένος στις αμαρτίες.
Ο Σκύθης συνήλθε από την έκσταση. Είδε τότε, αισθητά πια, να βγαίνει φωτιά από τα άγια λείψανα, να μπαίνει στο στόμα του και να κατακαίει- έτσι του φάνηκε- τα σωθικά του.
Όσοι ήταν εκεί κοντά μπόρεσαν να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τη δύναμη του αγίου Ευγενίου, που βασάνιζε και τιμωρούσε εξουσιαστικά τους πονηρούς δαίμονες, διώχνοντας τους βίαια μέσ’ από τον ταλαίπωρο άνθρωπο.
Άφριζε και ίδρωνε και χτυπιόταν ο Σκύθης, ώσπου ελευθερώθηκε εντελώς από τ’ ακάθαρτα πνεύματα.
Ειρηνικός πια και ανενόχλητος, σιχάθηκε την παλιά του ζωή, και δεν έπαψε ποτέ να ευχαριστεί τον θαυματουργό μάρτυρα που τον ευεργέτησε.
( Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία, Ι. Μονή Παρακλήτου, σελ.126-128)
"Να είναι ευλογημένο!"
(Ο "πνευματικός" του αποσπάσματος που ακολουθεί είχε αρρωστήσει πολύ βαριά από καρκίνο,
και ζήτησε από το Γέροντα Πορφύριο να προσευχηθεί να γίνει το θέλημα του Θεού).
Δεν πέρασαν πολλά χρόνια και η ασθένεια του πνευματικού υποτροπίασε.
Χρειάσθηκε νέα εγχείρηση, αλλά η κατάσταση της υγείας του διαρκώς χειροτέρευε.
Ο ασθενής πονούσε αφόρητα, δεν έτρωγε τίποτε, τον διατηρούσαν με ορούς και μέρα με τη μέρα έλιωνε σαν το κερί.
Σε μία από τις τελευταίες επισκέψεις μου στο σπίτι, όπου έμενε ο πνευματικός μου,
εκείνος μου είπε, με σβησμένη φωνή: "Να πεις στον π. Πορφύριο, ότι πονάω πάρα πολύ
και τον παρακαλώ γονυπετώς να προσευχηθεί για μένα.
Αν είναι θέλημα του Θεού να ζήσω, ας με κάνει δώρο στα πνευματικά μου παιδιά,
αν πάλι το θέλημά Του είναι να με πάρει, ας με πάρει. Ευλογημένο το όνομά Του".
Όταν μετέφερα το μήνυμα αυτό στον π. Πορφύριο, συγκινήθηκε ακούοντάς το
και μου ζήτησε να σχηματίσω αμέσως τον αριθμό τηλεφώνου του.
Και τότε ακολούθησε ένας συγκλονιστικός διάλογος, μεταξύ του πνευματικού μου,
που βρισκόταν στο χείλος του τάφου, και του π. Πορφυρίου που έφθασε, κατά το παρελθόν,
τρεις φορές μέχρι το σημείο αυτό.
Ο π. Πορφύριος τον ενεθάρρυνε, αναφέροντάς του περιστατικά από ανάλογες δικές του εμπειρίες,
κι ο πνευματικός μου μόλις που μπορούσε να απαντά μονολεκτικά, κάτω από τους φοβερούς πόνους του.
Ο "καθηγητής" της αγιοπνευματικής ζωής, που σταυρώθηκε πολλές φορές, στήριζε το "δάσκαλο",
στις πιο δύσκολες ώρες του σταυρού του. Ο π. Πορφύριος άφησε ανοιχτή την τηλεφωνική συσκευή
και άκουσα όλη τη συνομιλία γονατιστός και δακρυσμένος.
Όταν τελείωσε, ο π. Πορφύριος στράφηκε σε μένα και είπε: "Τί θαύμα ήταν αυτό; Ο πνευματικός σου ήταν δίπλα μου.
Τον είδες; "Όχι Γέροντα, του απήντησα, δεν τον είδα".
Κι ο π. Πορφύριος συνέχισε: "Είναι μεγάλο θαύμα. Τα σώματα μακριά, οι ψυχές μαζί!
Του τηλεφωνώ τακτικά και τη μέρα και τη νύχτα, ιδιαίτερα όταν βλέπω ότι πονά πολύ.
Συμφωνήσαμε να προσευχόμαστε μαζί τις ίδιες ώρες. Θέλω να του μιλώ, όταν πονά πολύ.
Αυτό κάνει πολύ καλό. Αλλά τον κουράζουν οι επισκέπτες, κι αυτόν και εμένα.
Τον καταλαβαίνω πολύ, τα έχω περάσει κι εγώ. Καλά κάνανε και δεν τον ανοίξανε.
Έτσι να τον αφήσουν, όσο τον κρατήσει ο Θεός".
Με απεγνωσμένη ελπίδα, τον ρώτησα: Γέροντα, αν θέλει ο Θεός, έστω και τώρα, δεν μπορεί να γίνει θαύμα και να ζήσει;
Ο Γέροντας απήντησε: "Αν θέλει ο Θεός, όλα γίνονται".
Αλλά ο Θεός δεν θέλησε ή, μάλλον, θέλησε διαφορετικά, κατά την πανσοφία της αγάπης Του.
Σε λίγες μέρες τον πήρες στον ουρανό.
[Γ 166-8]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, σελ. 111-112)
Άθλιοι
όσοι περιφρονούν τα αιώνια
Είμαστε άθλιοι και ταλαίπωροι.
Ήρθαν στα χέρια μας τόσα αγαθά απ’ τους ουρανούς,
κι εμείς τα απωθήσαμε
και τα πετάξαμε με μανία.
Ε.Π.Ε. 34,102
Αθυμία
χειρότερη από το θάνατο
«Χαλεπώτερον αθυμία θανάτου».
Ε.Π.Ε. 7,460
υπέρμετρη
Βλέπεις πόσο σατανικό είναι το να θρηνείς
παραπάνω από όσο πρέπει!
Είναι κατόρθωμα της σατανικής παγίδας.
Μετατρέπουμε, λοιπόν, το φάρμακο της σωτηρίας
με την αμετρία μας σε δηλητήριο;
Ε.Π.Ε. 37,452
βασανιστήριο
Η αθυμία είναι βασανιστήριο της ψυχής σκληρό.
Είναι μια απερίγραπτη οδύνη.
Είναι καταδίκη πικρότερη από κάθε άλλη καταδίκη τιμωρία.
Διότι μοιάζει με σκουλήκι θανατηφόρο.
Ε.Π.Ε. 37,452
τυραννεί
Μην αφήσεις την τυραννία της λύπης να σε ρίξει στη μελαγχολία.
Να την εξαφανίσεις πιο εύκολα από ότι διασπάς μια αράχνη.
Στάσου λαμπρός στην παράταξη της μάχης
και με θάρρος πολύ να ματαιώσεις τα σχέδια των αντιπάλων.
Ε.Π.Ε. 38,216
τίναξε την
Άνοιξε τα φτερά της διανοίας σου
και αφού τινάξεις τη σκόνη της θλίψεως,
να τρέχεις με πολλή ευκολία τη φάλαγγα,
οργανώνοντας, ετοιμάζοντας,
ξεσηκώνοντας όλους,
ενισχύοντας,
κάνοντας τους πιο ετοιμοπόλεμους. Ε.Π.Ε. 38,218
πένθος
Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, πέφτω στα γόνατά σου,
διώξε το πένθος της λύπης από την καρδιά σου.
Ε.Π.Ε. 38,242
Αθύρματα
παιδιών όλα τα της γης υλικά
Βλέπεις λαμπρές οικοδομές και σε απατά η θέα τους;
Αλλ’ αμέσως ρίξε ένα βλέμμα στον ουρανό.
Απ’ τις πέτρες και τις κολώνες κοίταξε την ομορφιά εκείνη και θα δεις,
πώς τα υλικά έργα μοιάζουν με παιχνίδια μικρών παιδιών.
Ε.Π.Ε. 23,400
(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, Τόμος Α΄, σελ. 114-115)
«Εξήνθησεν η έρημος»
Κάποτε ο όσιος επίσκοπος Ιωάννης ο Ησυχαστής πήρε ένα ξερό σύκο και λέει στους μαθητές του Θεόδωρο και Ιωάννη:
- Ακούστε με, παιδιά μου. Εάν η φιλανθρωπία του Θεού δωρήση σ’ αυτό το σύκο χάρι και σ’ αυτή την πέτρα δύναμι ώστε να βγάλη καρπό, μάθετε ότι μου χαρίζεται σαν δωρεά η βασιλεία των ουρανών.
Με τα λόγια αυτά το κόλλησε πάνω σε μια κατάξερη και συμπαγή πέτρα. Και ο Θεός που πρόσταξε τη ράβδο του Ααρών ν’ ανθήση, αυτός και τη συμπαγή και κατάξερη πέτρα πρόσταξε να βλαστήση, με σκοπό να δείξη στις ερχόμενες γενιές πόση χάρι είχε ο δούλος του.
Ο όσιος Ιωάννης μόλις είδε το βλαστάρι, ευχαρίστησε τον Θεό με δάκρυα. Αυτό το βλαστάρι μέσα στον χρόνο καρποφόρησε τρία σύκα! Τα πήρε ο άγιος και με δάκρυα τα φίλησε πολλές φορές. Κατόπιν τα έφαγε ευχαριστώντας τον Θεό που του έστειλε αυτή την πληροφορία, και μοίρασε κι από λίγο στους μαθητές του.
Όταν ο σύγχρονος του οσίου βιογράφος του Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης πήγε να τον συναντήση και αντίκρυσε το καταπληκτικό θέαμα του βλασταριού, προσπάθησε μ’ επιμονή να μάθη πώς έπιασαν οι ρίζες και μήπως ο βράχος είχε κάποια σχισμή. Δεν μπόρεσε όμως τίποτα να βρη και με έκπληξι αναφώνησε: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού, ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού»!
Μάλιστα όσοι έχουν ζήσει στη λαύρα του μακαρίου Σάββα γνωρίζουν καλά πως ούτε σε κήπο ούτε στο ύπαιθρο φυτρώνει συκιά η άλλο δέντρο, γιατί οι άνεμοι εκεί είναι πολύ ζεστοί και ξεροί.
(Βίοι οσίων Ιωάννου…)
(Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τ. Β΄, σ. 122-123)