ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

    «Εάν όμως η προσευχή των πολλών έσωσε τον Παύλο από τους κινδύνους, πώς δεν πρέπει να περιμένουμε και εμείς ότι θα ωφεληθούμε πολύ από την προστασία αυτή; Γιατί, όταν προσευχόμαστε μόνοι μας, είμαστε αδύναμοι, όταν όμως συγκεντρωθούμε, γινόμαστε περισσότερο δυνατοί, και ικετεύουμε το Θεό με το πλήθος και τη συμμαχία.
    Έτσι και ένας βασιλιάς πολλές φορές, όταν στείλει κάποιον σε θάνατο, δεν υποχωρεί σ' έναν που παρακαλεί για τον κατάδικο, όταν όμως τον παρακαλεί ολόκληρη πόλη, υποχωρεί, και αυτόν που οδηγούνταν στην καταστροφή, εξ’ αιτίας των πολλών που τον παρακαλούσαν, τον γλύτωσε από το θάνατο και τον έφερε πάλι στη ζωή. Τόσο μεγάλη είναι η δύναμη της ικεσίας του πλήθους.
    Γι' αυτό συγκεντρωνόμαστε και εδώ όλοι, για να παρακαλέσουμε το Θεό για μεγαλύτερη ευσπλαχνία. Επειδή λοιπόν, όταν προσευχόμαστε μόνοι μας, όπως είπα παραπάνω, είμαστε αδύναμοι, ενώνοντας την αγάπη μας ικετεύουμε το Θεό να μας δώσει αυτά που ζητάμε. Αυτά όμως δεν τα λέγω άσκοπα, ούτε για τον εαυτό μου μόνο, αλλά για να τρέχετε πάντοτε στις συγκεντρώσεις μας, για να μη λέγετε· «Τι λοιπόν, δεν μπορώ να προσευχηθώ στο σπίτι μου;». Μπορείς βέβαια να προσευχηθείς, η προσευχή σου όμως δεν έχει τόση δύναμη, όπως όταν γίνεται μαζί με τα συγγενικά σου μέλη, όπως όταν ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας ομόψυχα απευθύνει στο Θεό τη δέηση με μια φωνή, ενώ είναι παρόντες οι ιερείς και προσφέρουν τις προσευχές όλου του πλήθους.
    Θέλεις να μάθεις πόση είναι η δύναμη της προσευχής που γίνεται στην εκκλησία; Κάποτε ο Πέτρος ήταν φυλακισμένος και δεμένος με πολλές αλυσίδες· «Από την Εκκλησία όμως γινόταν συνέχεια για τη διάσωσή του θερμή προσευχή, και αμέσως τον ελευθέρωσε από τη φυλακή». Τι λοιπόν θα μπορούσε να γίνει πιο δυνατό από την προσευχή αυτή, η οποία ωφέλησε τους στύλους και τους πύργους της Εκκλησίας;» (ΕΠΕ 1,355-357).

Του Αββά Μιλησίου
Περνώντας ο Αββάς Μιλήσιος από κάποιο τόπο, είδε να έχουν συλλάβει ένα μοναχό, γιατί δήθεν είχε κάμει φόνο. Πλησίασε ο γέρων και ρώτησε σχετικά τον αδελφό. Και μαθαίνοντας ότι ήταν συκοφαντία, λέγει σ’ αυτούς όπου τον είχαν συλλάβει: «Πού είναι ο σκοτωμένος;». Και του έδειξαν. Πλησιάζοντας λοιπόν τον σκοτωμένο, είπε σε όλους να προσευχηθούν. Αφού δε ο ίδιος ύψωσε τα χέρια προς τον Θεό, σηκώθηκε ο νεκρός. Και του είπε μπροστά σε όλους: «Πες μας, ποιος σε σκότωσε;». Και εκείνος είπε ότι μπήκε στην εκκλησία, έδωσε χρήματα στον πρεσβύτερο και αυτός τότε του επετέθη και τον σκότωσε. Και, κατόπιν, τον μετέφερε και τον έρριξε στο Μοναστήρι του Αββά. Και πρόσθεσε: «Σας παρακαλώ, να πάρετε τα χρήματα και να τα δώσετε στα παιδιά μου». Τότε του είπε ο γέρων: «Πήγαινε, κοιμήσου, ώσπου να έλθη ο Κύριος και να σε σηκώση».
                                                      Του Αββά Μωτίου
α΄ . 'Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Μώτιο, λέγοντας: Αν φύγω για να μείνω κάπου, πώς ορίζεις να ζήσω εκεί;». Του λέγει ο γέρων: Αν εγκατασταθής κάπου, μη επιδιώξης να βγάλης όνομα για κάτι, λόγου χάρη, ότι δεν βγαίνω σε σύναξη ή δεν παίρνω μέρος σε τραπέζι αγάπης. Γιατί αυτά δημιουργούν όνομα κενό και ύστερα βρίσκεις ενόχληση. Μια και οι άνθρωποι, οπού βρίσκουν τέτοια, εκεί τρέχουν». Του λέγει τότε ο αδελφός: «Τι  λοιπόν να κάμω;». Και ο γέρων αποκρίνεται: «Όπου και αν εγκατασταθής, κάνε ό,τι κάνουν και οι άλλοι. Και ό,τι βλέπεις να κάνουν οι ευλαβείς, όπου τους έχεις εμπιστοσύνη, κάνε το και συ. Έτσι, θα έχης ανάπαυση. Γιατί αυτό είναι ταπείνωση, το να είσαι σαν τους άλλους. Και οι άνθρωποι, βλέποντάς σε να βγαίνης, θα σε έχουν ίδιο με όλους τους άλλους. Και κανείς δεν θα σε ενοχλή».
β'. Διηγήθηκε για τον Αββά  Μώτιο ο μαθητής του Αββάς Ισαάκ (και οι δυό τους έγιναν επίσκοποι), ότι πρώτος έχτισε Μονή ο γέρων στον Ηρακλά. Και σαν έφυγε από εκεί, πήγε σε άλλο τόπο και έχτισε εκεί και πάλι. Και με ενέργεια του διαβόλου, βρέθηκε κάποιος αδελφός όπου τον εχθρευόταν και τον έθλιβε. Σηκώθηκε τότε ο γέρων και πήγε στη δική του κώμη. Και έφτιαξε για τον εαυτό του Μονή, οπού και έγινε έγκλειστος. Και μετά καιρό, ήλθαν οι γέροντες του τόπου, από όπου είχε φύγει, και παίρνοντας και τον αδελφό όπου τον λυπούσε, πήγαν να τον παρακαλέσουν να έλθη μαζί τους στη Μονή όπου είχε χτίσει. Μόλις δε πλησίασαν εκεί όπου ήταν ο Αββάς Σώρης, άφησαν τους μανδύες τους κοντά του, ως και τον δύστροπο αδελφό. Και σαν χτύπησαν, βάζει ο γέρων τη μικρή σκάλα και σκύβει έξω και τους αναγνωρίζει και λέγει: «Πού είναι οι μανδύες σας;». Και του αποκρίθηκαν: Εδώ παρά κάτω, με τον αδελφό εκείνον». Μόλις δε άκουσε το όνομα του αδελφού, όπου τον είχε λυπήσει, ο γέρων από τη χαρά του πήρε τσεκούρι, χάλασε τη θύρα και βγήκε τρέχοντας εκεί οπού ήταν ο αδελφός. Και του έβαλε μετάνοια πρώτος και τον ασπάσθηκε. Και τον έμπασε στο κελλί του. Και επί τρεις μέρες τους εύφρανε και ήταν ανάμεσά τους και ο ίδιος. Πράγμα όπου δεν συνήθιζε να κάνη. Σηκώθηκε κατόπιν και πήγε μαζί τους. Και ύστερα, έγινε επίσκοπος. Ας σημειωθή δε ότι ήταν θαυματουργός. Και τον μαθητή του, τον Αββά Ισαάκ, έκαμε επίσκοπο ο μακάριος Κύριλλος.
                                                                Του Αββά Μεγεθίου
α . Έλεγαν για τον Αββά Μεγέθιο, ότι έβγαινε από το κελλί. Και αν του ερχόταν λογισμός να φύγη από εκείνο τον τόπο, δεν γύριζε στο κελλί του. Και δεν είχε τίποτε το υλικό από τον κόσμο αυτόν, παρά μονάχα μια σακκοράφα για να σχίζη μ’  αυτή τους φοινικοβλαστούς. Έφτιαχνε κάθε μέρα τρία ζεμπίλια, όσο του αρκούσε για να τρέφεται.
β'. Έλεγαν για τον δεύτερο Αββά Μεγέθιο, ότι ήταν πολύ ταπεινός, έχοντας μαθητεύσει σ’ Αιγυπτίους και συναναστραφή πολλούς γέροντες και τον Αββά Σισώη και τον Αββά Ποιμένα. Έμεινε δε και σε ποταμό, στο Σινά. Συνέβη λοιπόν κάποτε να τον επισκεφθή ένας από τους αγίους, όπως ο ίδιος ο γέρων διηγήθηκε. Και του λέγει: «Πώς περνάς, αδελφέ, σ’ αυτή την έρημο;». Και εκείνος είπε: «Νηστεύω επί δυο μέρες και ένα ψωμί τρώγω». Και του λέγει: Αν θέλης να με ακούσης, τρώγε κάθε μέρα το μισό ψωμί». Και κάνοντας έτσι, βρήκε ανάπαυση.
γ'. Ρώτησαν μερικοί πατέρες τον Αββά Μεγέθιο, λέγοντας: Αν περισσεύη φαγητό την άλλη μέρα, εγκρίνεις να το φάνε οι αδελφοί;». Τους λέγει ο γέρων: Αν έχη χαλάσει, δεν είναι ορθό να αναγκαστούν οι αδελφοί να το φάνε, γιατί θα αρρωστήσουν. Ας πεταχθή λοιπόν. Αν όμως είναι καλό και πεταχτή από αταξία και άλλο μαγειρευθή, αυτό είναι κακό».
δ'. Είπε πάλι: «Στην αρχή, κάθε φορά όπου συναζόμαστε μεταξύ μας και μιλούσαμε για ωφέλεια, οικοδομώντας ο ένας τον άλλο, γινόμαστε συντροφιές-  συντροφιές και ανεβαίναμε στους ουρανούς. Τώρα όμως συναζόμαστε, ερχόμαστε σε καταλαλιά ο ένας με τον άλλο και πέφτουμε χαμηλά».
                                                     Του Αββά Μιώς
α'. Είπε ο Αββάς Μιώς του Βελέου, ότι η υπακοή φέρνει υπακοή. Αν τινάς υπακούη στον Θεό, ο Θεός τον υπακούει.
β'. Είπε πάλι για κάποιο γέροντα, ότι ζούσε στη Σκήτη, προερχόταν από την τάξη των δούλων και ήταν παρά πολύ διακριτικός. Και ερχόταν κάθε χρόνο στην Αλεξάνδρεια για τη μισθοφορία στους κυρίους του. Και έβγαιναν να τον υποδεχθούν και τον προσκυνούσαν. Ο δε γέρων έρριξε νερό στη λεκάνη και την έφερε για να πλύνη τα πόδια των κυρίων του. Και εκείνοι του έλεγαν: «Μη, πάτερ, μη μας φέρνεις σε δύσκολη θέση».  Αλλά αυτός τους έλεγε: «Ομολογώ ότι είμαι δούλος σας. Και ευχαριστώντας σας όπου με αφήσατε ελεύθερο να υπηρετώ τον Θεό, σας πλένω και εγώ τα πόδια και σας παρακαλώ να δεχθήτε αυτή μου την υπηρεσία». Εκείνοι όμως τον μάλωναν και δεν δέχονταν. Τους έλεγε λοιπόν: Αν δεν δεχθήτε, θα μείνω εδώ και θα είμαι πάλι δούλος σας». Και από σεβασμό, τον άφηναν να κάμη ό,τι ήθελε. Και τον ξεπροβόδιζαν με πολλά δώρα και πολλή τιμή, για να κάνη προς χάρη τους ελέη. Και γι’ αυτό έγινε ονομαστός στη Σκήτη και αγαπητός.
γ’.  Ρωτήθηκε ο Αββάς Μιώς από κάποιον στρατιωτικό, αν ο Θεός δέχεται μετάνοια. Και εκείνος, αφού τον κατήχησε με πολλά λόγια, τον ρωτά: «Πες μου, αγαπητέ. Αν σου σχισθή η χλαμύδα, την πετάς;». Λέγει:«Όχι.  Αλλά τη ράβω και την ξαναχρησιμοποιώ». Του λέγει τότε ο γέρων: Αν λοιπόν συ το ρούχο λυπάσαι, ο Θεός το πλάσμα του δεν θα το λυπηθή;».

(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996)

215. Μεγάλο καθημερινό κακό για μένα είναι η αμαρτία μου. Αλλά έναντι του κακού αυτού υπάρχει ένας Ελευθερωτής και Σωτήρ, ο Ιησούς Χριστός. Καθημερινά με ευεργετεί γενναιόδωρα. Φτωχοί αμαρτωλοί! Γνωρίστε αυτόν τον Σωτήρα, όπως τον γνώρισα και εγώ ο ανάξιος, με τη χάρι του, με τις δωρεές του.

216. Οι σωματικές ασθένειες δίνουν στον Θεό την ευκαιρία να ταπεινώση τον αμαρτωλό, σαρκικό άνθρωπο και να ενισχύση τον νέο άνθρωπο, τον χριστιανικό, τον αναγεννημένο. «Ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατὸς εἰμι» (Β’ Κορ. ιβ’ 10). Ας δεχόμαστε λοιπόν με ευγνωμοσύνη κάθε ασθένεια.

217. Σ’ ευχαριστώ, Κύριε και Θεέ μου, που με διδάσκεις να προσεύχωμαι με απλότητα. Που με ακούς όταν σε επικαλούμαι. Που με σώζεις από τις αμαρτίες μου και τις θλίψεις μου. Που ευθύνεις τους δρόμους μου.

 

(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 101)

57. Πώς μπορεί να προσεγγίσει κανείς το δόγμα του Τριαδικού Θεού;

Η περί τριαδικού Θεού διδασκαλία αποτελεί το κορυφαίο δόγμα της ορθόδοξης πίστεως. Είναι αλήθεια μυστηριακή, υπερβαίνουσα απόλυτα την ανθρώπινη κατάληψη. Ο ανθρώπινος λόγος με την όποια ιδιοσυστασία και την ποιότητά του, αδυνατεί να την προσεγγίσει. Ούτε υπάρχει κτιστή αναλογία που να την εκφράσει. Τόσο ο σοφός πιστός όσο και ο αμαθής βρίσκονται σε ίση απόσταση από το μέγεθος της θείας απειρίας. Μόνο με τη φωτισμένη πίστη μπορούμε κάπως να προσεγγίσουμε το απερινόητο μυστήριο. Αλλά και προσεγγίζοντάς το νιώθουμε να χανόμαστε στον ωκεανό της θείας ακαταληψίας. Το μόνο που αισθανόμαστε είναι ότι μιλάμε με το Θεό, ότι το Πνεύμα το Άγιο μιλάει στις φτωχικές μας καρδιές. Αυτός είναι ο πολύτιμος θησαυρός ο κρυμμένος στις καθαρές και άδολες ψυχές!

Ο άνθρωπος, ο φύσει ζητητικός και ερευνητικός, δεν μπορεί παρά να προσπαθεί να ερευνήσει το Θεό. Αυτό φυσικά δεν είναι κακό, αρκεί να γίνεται μέσα στα πλαίσια που οριοθετούν η θεία αποκάλυψη, η αίσθηση της απειρίας του Θεού και η συνείδηση της πενιχρότητας του ανθρώπινου λογικού. Στην έρευνα δυστυχώς αυτή ο ανθρώπινος λόγος δεν παραμένει πάντοτε στα φυσικά του όρια τα φωτιζόμενα από την πίστη, αλλά βγαίνει έξω, απομακρύνεται από την αληθινή διάστασή του και αντί να ερμηνεύσει το μυστήριο, το διαστρεβλώνει και το καταστρέφει δημιουργώντας τις διάφορες αιρέσεις. Αυτό συμβαίνει όταν ο λόγος δουλεύει αυτόνομα, χωρίς σχέση και αναφορά προς τη χάρη και το Πνεύμα του Θεού. Σ’ αυτό το έργο ο λόγος είναι πολύ λιγοστός, θρυμματίζεται εύκολα, φθείρεται και παραμορφώνεται.

 

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 79-80)

«Να προσέχετε και να φυλάγεστε από κάθε είδους πλεονεξία, γιατί η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα υπάρχοντά του, όσα παραπανίσια πλούτη κι αν αποκτήσει» (Λουκάς 12:15)

«Απέκτησα πλούτη και έζησα μια ζωή που θα τη ζήλευαν πολλοί. Τώρα έφτασα στο τέλος της ζωής μου και σε λίγο θα φύγω από τον κόσμο αυτό. Τώρα καταλαβαίνω πως όλα ήταν μια ματαιότητα, μια απάτη. Τίποτε απ’ όσα είχα τη δυνατότητα να απολαύσω δεν ικανοποίησε την ψυχή μου. Οι τύψεις μου είναι φοβερές».

Αυτή ήταν η ομολογία ενός ανθρώπου που είχε απολαύσει όσα επιθυμούσε στη ζωή του, χωρίς όμως να γνωρίσει το Θεό που δίνει την ικανοποίηση και γεμίζει πραγματικά τη ζωή. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο για να ζει σε αρμονική κοινωνία μαζί Του. Ήρθε όμως η αμαρτία και απέκοψε αυτήν την κοινωνία, την οποία αποκαθιστά μονάχα ο Χριστός μέσω του λυτρωτικού Του έργου. Το έκανε στη ζωή μυριάδων αμαρτωλών που μετανόησαν και Τον δέχτηκαν ως Σωτήρα τους και συνεχίζει να το κάνει, χαρίζοντάς τους την πραγματική ικανοποίηση της ψυχής τους. Αν συγκαταλέγεσαι ανάμεσα σ’ αυτούς, είσαι μακάριος. Αν όχι, κάνε το τώρα. Είναι έτοιμος να σώσε κι εσένα.

(Σ.Α.Ι.)

(Εκδόσεις «Ο Λόγος»)

    Η υπερηφάνεια είναι ικανή από μόνη της να καταστρέψει κάθε αρετή της ψυχής, είτε ελεημοσύνη βρει, είτε προσευχή, είτε νηστεία, είτε οτιδήποτε παρόμοιο. Διότι «η υψηλοφροσύνη των ανθρώπων, λέει, είναι ακάθαρτη απέναντι στον Κύριο».
    Επομένως δεν μολύνει μόνο η πορνεία εκείνους που επιδίδονται σε αυτήν, ούτε η μοιχεία, αλλά και η υπερηφάνεια και μάλιστα πολύ περισσότερο από εκείνες.
    Γιατί; Διότι η μεν πορνεία, μολονότι είναι ασυγχώρητο κακό, εν τούτοις έχει να προβάλλει κάνεις ως δικαιολογία την επιθυμία.
Ενώ η αλαζονεία δεν μπορεί να βρει ούτε κάποια δικαιολογία, ούτε οποιαδήποτε πρόφαση, για την οποία θα μπορούσε να πετύχει κάποια σκιώδη συγγνώμη.
    Αλλά αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά διαστροφή της ψυχής και πολύ βαριά νόσος που δεν γεννιέται από πουθενά αλλού, παρά μόνο από ανοησία.
Διότι δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα από τον άνθρωπο τον αλαζόνα, είτε είναι περιτριγυρισμένος από πλούτο, είτε κατέχει πολύ κοσμική σοφία, είτε βρίσκεται στην εξουσία, είτε έχει όλα εκείνα που θεωρούνται από τους ανθρώπους αξιοζήλευτα.  (Εις Ιωάννην Ομιλία ΙΣΤ 4, ΕΠΕ 13, 221-223)

213. Όταν προσεύχεσαι στον Θεό, νοιώσε ζωηρά μέσα σου σε ποιόν προσεύχεσαι. Προσεύχεσαι στον Άναρχο, τον Αθάνατο Βασιλέα της κτίσεως. Στον Πανάγιο, τον Πανάγαθο, τον Παντοδύναμο, τον Πάνσοφο, τον Πανταχού Παρόντα Θεό, που μυριάδες μυριάδων Αγγέλων τον λατρεύουν, που οι στρατιές των Μαρτύρων, οι χοροί των Προφητών και των Αποστόλων, των Δικαίων και των Οσίων δοξολογούν και υμνούν ασίγαστα. Όταν προσεύχεσαι στην Υπεραγία Δέσποινα Θεοτόκο, νοιώσε ζωηρά μέσα σου το μεγαλείο της, το έλεός της, την αγάπη της προς το ανθρώπινο γένος και την ταπεινή προσκύνησι που της προσφέρουν όλοι οι Άγγελοι και οι Άγιοι του Παραδείσου.

214. Η ζωή της καρδιάς είναι η αγάπη, ενώ η κακία απέναντι του αδελφού μας είναι ο θάνατος της καρδιάς. Ο Κύριος μας κρατεί ακόμη πάνω στη γη, ώσπου η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον να διαποτίση όλη την καρδιά μας. Αυτό είναι που περιμένει από όλους εμάς. Άλλο προορισμό δεν έχουμε.


(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 100-101)

92. «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον» (Λουκ. α΄ 46).
Ολόκληρη η υπαρξίς μου υμνεί και δοξολογεί τον Κύριο! Ο πρώτος αυτός στίχος της Ωδής της Θεοτόκου αποκαλύπτει την κατάστασι στην οποία βρισκόταν η Παρθένος Μαρία: Κατάστασι εξάρσεως και εμπνεύσεως που βρίσκει διέξοδο στον ύμνο. Ο Κύριος με όσα της απεκάλυψε και όσα ενήργησε στο πρόσωπό της έθεσε την ύπαρξι της σε κίνησι, σε έξαρσι και η εξαρσίς της ωδήγησε στον ύμνο. Ο Κύριος ανάβει τη φωτιά, η χύτρα της ψυχής βράζει και από το στόμα βγαίνει ο ατμός της δοξολογίας. Χωρίς τη φωτιά του Θεού δεν υπάρχει ύμνος. Για να τραγουδήσεις τα τραγούδια του Θεού χρειάζεται «ενθουσιασμός» με την αρχαία έννοια της λέξεως «ενθουσιάζω», που σημαίνει έχω μέσα μου τον Θεό.
Ο ύμνος και η δοξολογία, του Θεού φυτρώνει στα χείλη των πιστών μέσα στους ναούς. Η πίστι και η αγάπη στον Θεό θερμαίνουν την ψυχή των χριστιανών και από το στόμα τους ανεβαίνει ο ύμνος. Αν λιγοστεύουν οι εκκλησιαζόμενοι, είναι γιατί έχει λιγοστέψει η πίστη και η αγάπη στον Θεό. Και αν η σύγχρονη γενεά είναι «γενεά χωρίς τραγούδι» και από το στόμα των παιδιών δεν ακούγονται πια τραγούδια του Θεού είναι γιατί η φωτιά της αγάπης και της παρουσίας του Θεού έχει σβήσει μέσα στις καρδιές.
Με πόση νοσταλγία θυμάται κανείς το χρόνια του ’40 και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Την εποχή του πολέμου και τα ελαφρά ακόμα τραγούδια είχαν μεταποιηθή σε τραγούδια του Θεού και της Παναγίας, σε τραγούδια της Νίκης! Με πόσο ενθουσιασμό τραγουδήσαμε έπειτα τους ύμνους και τα χριστιανικά τραγούδια! Κάτω απ’ τους φωτεινούς θολούς των Ναών, στις εξοχές, στους δρόμους, στις βουνοκορφές και τις ακρογιαλιές. Ατελείωτα δοξαστικά, από νεανικές υπάρξεις, γεμάτες ιερό ενθουσιασμό... Τα πιο πολλά δοξαστικά, τα ωραιότερα τραγούδια της ζωής μας τα τραγουδήσαμε τον καιρό που η παρουσία και η κλήσις του Θεού πυρπολούσαν την ψυχή μας...

(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ.119 )

ΚΑΤΙ παρόμοιο συνέβη με τον Επίσκοπο Νόνο και την Οσία Πελάγια, όπως μας διηγείται ο βιογράφος της. Κάποτε ο Πατριάρχης Αντιοχείας καθόταν με τους Επισκόπους του στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Ιουλιανού. Ενώ συζητούσαν, άκουσαν ασυνήθιστο θόρυβο στον δρόμο. Την στιγμή εκείνη περνούσε έξω από την εκκλησία ένα πολυτελέστατο αμάξι. Μέσα καθόταν με πολλή φαντασία η εταίρα Πελαγία. Ο δρόμος άστραψε από την λάμψη των κοσμημάτων που φορούσε. Ο αέρας γέμισε από την ευωδιά των ακριβών αρωμάτων της. Το πλήθος ξέφρενο την ζητωκραύγαζε. Οι Αρχιερείς έστρεψαν με αηδία αλλού το πρόσωπο, για ν’ αποφύγουν το αντίκρισμα της σατανικής εκείνης γυναίκας, που είχε παρασύρει στον βούρκο της ανηθικότητας τους περισσότερους νέους της αριστοκρατίας της μεγάλης πόλεως. Μόνον ένας, ο Επίσκοπος Νόνος, την παρακολούθησε επίμονα με το βλέμμα του, ώσπου χάθηκε στην στροφή του δρόμου. Ύστερα γύρισε στους άλλους Επισκόπους και με φωνή θλιμμένη τους είπε: - Αλίμονό μας, εν Χριστώ αδελφοί, αυτή η γυναίκα πολύ μας κατακρίνει. Είδατε με πόση επιμέλεια έχει στολίσει το κορμί της, για να ελκύσει εραστές; Ενώ εμείς οι αμελείς τί κάνουμε για να στολίσουμε την ψυχή μας και να προσελκύσουμε την αγάπη του Ουρανίου μας Νυμφίου; Λέγοντας αυτά, προσευχήθηκε με θέρμη για την σωτηρία της αμαρτωλής εκείνης ψυχής. Κι η προσευχή του ακούστηκε. Η θεία Χάρη την επισκέφθηκε, πίστεψε στον Χριστό η Πελαγία, μετανόησε για τον αμαρτωλό βίο της, βαφτίστηκε από τον Άγιο Νόνο και είχε τέλος οσιακό.

ΚΑΤΕΒΗΚΕ κάποτε στην πόλη ο Αββάς Μακάριος με τον υποτακτικό του. Στον δρόμο που περπατούσαν, άκουσε ένα μικρό παιδί να λέει στην μητέρα του: - Μητέρα, ένας πλούσιος μ’ αγαπά, αλλά εγώ ούτε να τον ακούσω θέλω, κι ένας φτωχός με κατατρέχει κι εγώ τον αγαπώ. Ο Γέροντας σταμάτησε και παρακολούθησε την παιδική κουβέντα με εξαιρετικό ενδιαφέρον. - Άκουσες τί είπε ο μικρός; ρώτησε τον μαθητή του. - Ναι, αλλά είναι λόγια ανόητα, αποκρίθηκε εκείνος. - Καθόλου μάλιστα, είπε τότε ο Όσιος. Σκέψου πως ο Κύριός μας, πλούσιος σε έλεος, μας αγαπά κι εμείς Τον παροικούμε. Κι ο διάβολος, άμοιρος από κάθε καλό και εχθρός μας άσπονδος, μας μισεί και θέλει με κάθε τρόπο να μας βλάψει, κι εμείς τον ακολουθούμε και κάνουμε όλα του τα θελήματα.

(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ")

Η θεία Κοινωνία που βλάστησε στάχυα
Στην πόλη Σελεύκεια της Συρίας, όταν επίσκοπος ήταν ο Διονύσιος ( 6ος αι.), ζούσε ένας πραματευτής πολύ πλούσιος και ευλαβής. Ήταν όμως αιρετικός και πίστευε στα δόγματα του Σεβήρου. Αυτός είχε έναν υπάλληλο, που ήταν ορθόδοξος κι ακολουθούσε την αγία και αποστολική Εκκλησία. Ο ορθόδοξος, σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής, πήρε τη Μεγάλη Πέμπτη τη θεία Κοινωνία, την τοποθέτησε σε μια μικρή θήκη και την ασφάλισε σ’ ένα ντουλάπι. Μετά το Πάσχα έφυγε για εμπόριο στην Κωνσταντινούπολη, ξεχνώντας στο ντουλάπι, τις άγιες μερίδες. Είχε όμως αφήσει το κλειδί στο αφεντικό του.
Κάποια μέρα ο αιρετικός άνοιξε το ντουλάπι και βρήκε μέσα το κουτί με τις άγιες μερίδες. Λυπήθηκε γι’ αυτό και δεν ήξερε τι να τις κάνει, γιατί ανήκαν στην ορθόδοξη Εκκλησία, και ο ίδιος δεν ήθελε να μεταλάβει απ’ αυτές. Τις άφησε λοιπόν στο ντουλάπι με τη σκέψη ότι όπου να ναι έρχεται ο υπάλληλος του και μεταλαμβάνει. Πέρασε ένας χρόνος. Ήρθε πάλι η Μεγάλη Πέμπτη, αλλά ο υπάλληλος δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Το αφεντικό αποφάσισε τότε να κάψει τις μερίδες για να μη μείνουν και δεύτερο χρόνο. Ανοίγει το ντουλάπι, και τι να δει! Όλες είχαν βλαστήσει στάχυα!
Φόβος και τρόμος τον κυρίεψε. Τις πήρε αμέσως κι έτρεξε στον επίσκοπο Διονύσιο, φωνάζοντας το «Κύριε ελέησον». Το θαύμα το είδαν όλοι οι ορθόδοξοι και δόξασαν το Θεό. Αυτό μάλιστα έγινε αφορμή να πιστέψουν πολλοί και να προσέλθουν στην αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.
(Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία, Ι. Μονή Παρακλήτου, σελ.68-69)

katafigioti

lifecoaching