ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

(ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ,ΧΑΡΩΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ)
ΕΙΝΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟ ΝΑ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΤΑ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
2601.Αυτό βέβαια πολλές φορές κάνουν και οι πατέρες στα παιδιά τους, αφού κάποιος από κείνους πάρει το παιδί του που έχει διαφθαρεί και έχει διαπράξει πολλά κακά, κι αν ακόμη έχει πείσει τον εαυτό του ότι μόνο του και με τη δική του θέληση εξώκειλε στην αμαρτία, όμως σε άλλον μεταφέρει και επιρρίπτει πολλές φορές τις κατηγορίες, λέγοντας περίπου τα εξής: «Ξέρω, ότι δεν ήταν δικό σου το αμάρτημα, άλλοι σε διέφθειραν και σε εξαπάτησαν, όλο το φταίξιμο είναι δικό τους». Εκείνος λοιπόν που ακούει αυτά, θα μπορέσει, αφού για λίγο δει μέσα από την κακία στην οποία βρίσκεται το σωστό, να επιστρέψει ευκολότερα στην αρετή, ντρεπόμενος και κοκκινίζοντας να φανεί ανάξιος για τη γνώμη που έχουν γι' αυτόν. (Εις Δαυίδ και Σαούλ,ομιλ. Β', 3, ΕΠΕ 7, 590-592- ΜG 54, 691). ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ
2602.Κοινή είναι η διδασκαλία, κοινά και τα τραύματα, γι’ αυτό και επιθέτω κοινά φάρμακα. Υπήρξε και αυτό έργο της φιλανθρωπίας του Θεού, να κυβερνώνται δηλαδή με τους ίδιους νόμους και αυτός που μιλάει και εκείνοι που ακούνε, να είναι από την ίδια φύση και να είναι κατά τρόπο όμοιο υπεύθυνοι, όταν παραβαίνουν τους νόμους. Γιατί; Για να κάνει (ο δάσκαλος) την επίπληξη με μέτρο, για να δίνει εύκολα τη συγγνώμη σ’ εκείνους που σφάλλουν, για να θυμάται τη δική του αδυναμία και να μην κάνει ανυπόφορο τον έλεγχο. Γι’ αυτό και δεν κατέβασε ο Θεός αγγέλους από τον ουρανό, για να τους κάμει δασκάλους των ανθρώπων, που είναι κατώτεροι από αυτούς στη φύση. Γιατί τότε, λόγω της υπεροχής της φύσεώς τους και επειδή θα αγνοούσαν την ανθρώπινη αδυναμία, θα μας έκαναν πολύ περισσότερες παρατηρήσεις. Αλλά έδωσε για δασκάλους ανθρώπους θνητούς και για ιερείς ανθρώπους που έχουν και αυτοί αδυναμίες, ώστε με τον τρόπο αυτό, η κοινή ευθύνη που έχουν και εκείνος που μιλάει και εκείνοι που ακούνε, να γίνεται χαλινάρι στη γλώσσα του δασκάλου και να μην του επιτρέπει να είναι υπερβολικός στις παρατηρήσεις και κατηγορίες του. Και ότι αυτή είναι η αλήθεια, φαίνεται από όσα είπε ο Απ. Παύλος, ο οποίος όρισε αυτό το νόμο και μας δίδαξε την αιτία, λέγοντας τα εξής: «Κάθε ιερέας, που ξεχωρίζεται για το έργο αυτό από τους ανθρώπους, για να τους υπηρετεί τελώντας τη λατρεία, είναι συμπαθής σ’ εκείνους που από άγνοια η πλάνη αμαρτάνουν. Με ποιά αφορμή και γιατί; «Γιατί και αυτός έχει την ασθενή ανθρώπινη φύση και είναι ηθικά αδύνατος»1. Βλέπεις ότι αιτία της συμπάθειας είναι η ηθική ασθένεια και αδυναμία και ότι η ομοιότητα της ανθρώπινης φύσης δεν επιτρέπει ποτέ σ’ εκείνον που επιπλήττει να πέσει σε υπερβολές, όσο κι αν κατέχεται από φιλόνεικη και επικριτική διάθεση; Δεν έκαμα λοιπόν εκείνους τους ελέγχους εξετάζοντας τα σφάλματα των άλλων με ψυχρό και αυστηρό πνεύμα, ούτε παρακινήθηκα από κάποια σκληρότητα, αλλά από μεγάλη φροντίδα και αγάπη. (Ότι επικίνδυνον και τοις λέγουσι, 1, ΕΠΕ 31, 138 -ΜG 50, 654-655). 1. Έβρ., 5,1-2.
Σ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΥΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ, ΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΗ
2603.Έπειτα, αφού πέτυχε ο Απ. Παύλος αυτό που ήθελε, μαλακώνει περισσότερο και υποχωρεί, όπου επιτρέπεται, με γενναιοδωρία. «Εμείς είμαστε συνεργάτες του Θεού και σεις είστε χωράφι του Θεού, οικοδομή του Θεού»1. (Εις Α' Κορ., ομιλ. Η', 3, ΕΠΕ 18,228- ΜG 61, 71-72). 1. Α'Κορ.3,9.
ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΥΜΠΑΘΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΝΟΧΟΙ ΣΕ ΠΟΛΛΑ
2604.Μην κατηγορείς με κακότητα τις πράξεις των άλλων, ούτε να είσαι αυστηρός δικαστής, αλλά ήμερος και φιλάνθρωπος γιατί κι εμείς έχουμε διαπράξει πλημμελήματα, που είναι άξια αυστηρότατης τιμωρίας... ”Ας μη γινόμαστε λοιπόν αυστηροί εξεταστές των άλλων, αλλά ας σκεπτόμαστε τα δικά μας σφάλματα και έτσι θα σταματήσουμε την απάνθρωπη και σκληρή αυτή συνήθεια. (Εις Ιωάν., ομιλ. Ξ', 5, ΕΠΕ 14, 140- ΜG 59, 334).
ΓΙΑΤΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΠΡΑΟΤΉΤΑ
2605.Όταν πρόκειται να ελέγξουμε, δεν χρειάζεται μόνον θάρρος, αλλά περισσότερο πραότητα παρά θάρρος. Γιατί οι αμαρτωλοί κανέναν άνθρωπο δεν αποστρέφονται και δεν μισούν τόσο, όσο αυτόν που πρόκειται να τους ελέγξει και επιθυμούν να πιασθούν από κάποια δικαιολογία, ώστε να αποσκιρτήσουν και να ξεφύγουν την επίπληξη. Πρέπει λοιπόν να τους συγκρατούμε με την πραότητα και την υποχωρητικότητα. Γ ιατί εκείνος που ελέγχει όχι μόνον με τη φωνή του, αλλά και με την παρουσία του γίνεται ενοχλητικός και ανυπόφορος σ’ εκείνους που αμαρτάνουν. «Γιατί», όπως λέγει η Γραφή, «είναι αποκρουστικός και ανυπόφορος και μόνον που τον βλέπουμε».1 Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει να δείχνουμε μεγάλη πραότητα. (Εις Ήσ., ομιλ. Ε', 2, ΕΠΕ 8Α, 414-ΜG56,131-132). 1. Σοφ.Σολ.2,14.
ΕΙΝΑΙ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΗ Η ΕΠΙΠΛΗΞΗ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΗΠΙΟ ΤΡΟΠΟ
2606.Αλλ’ όμως και έτσι τους επέπληξε με ηπιότητα και τους προξένησε περισσότερη ντροπή, πράγμα που έκανε και το λόγο βαρύτερο. [Εις Α’Κορ.,ομιλ.ΚΣΤ’,7,ΕΠΕ18Α,162-MG61,220ε].
ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΗΠΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
2607.Και οι γιατροί και οι πατέρες έτσι συνηθίζουν να κάνουν. Οι μεν γιατροί επιθέτουν πρώτα πρώτα φάρμακα δραστικότερα και, όταν ανοίξει η πληγή, τότε χρησιμοποιούν εκείνα τα φάρμακα που μπορούν να ανακουφίζουν τον πόνο. Οι δε πατέρες, όταν δουν τα παιδιά τους να ατακτούν, χρησιμοποιούν πρώτα τις περισσότερο αυστηρές επιπλήξεις και αργότερα συμβουλές και προτροπές. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο κι εμείς, αν και χθες χρησιμοποιήσαμε αυστηρότερα το λόγο, όμως σήμερα θα μιλήσουμε με καλοσύνη και θα θεραπεύσουμε τις πληγές σαν να πρόκειται για δικά μας μέλη. (Εις Γεν., ομιλ. Ζ’ , 1, ΕΠΕ2,162-ΜG53,62).
ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΙΜΩΡΙΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΗΠΙΟΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ
2608.Πρόσεξε την ταπεινοφροσύνη του Παύλου, πρόσεξε τη σοφία του, πώς δηλαδή προηγουμένως και βαθειά τομή έκαμε, μίλησε με αυστηρότητα και, όταν κατόρθωσε εκείνο που ήθελε, θεραπεύει και πάλι με στοργή και επιμέλεια. [Εις Ρωμ., ομιλ. Λ', 1, ΕΠΕ 17, 642 -ΜG 60, 653-654, oμιλ. ΚΘ', α ‘] ΘΑ ΠΡΟΧΩΡΟΥΜΕ ΗΡΕΜΑ
2609.Και τώρα μεν το λέει αυτό σε χαμηλό τόνο, αλλά καθώς προχωρεί και γίνεται ορμητικός, φωνάζει πλέον καθαρά και λέει... Αλλά αρχικά δεν μιλάει έτσι, γιατί ήταν χρήσιμο να προχωρήσει (στον έλεγχο) με ηρεμία και σιγά σιγά. (Εις Α'Κορ., ομιλ. ΛΗ’, 2, ΕΠΕ 18Α, 556- ΜG 61, 323). 2610.Νομίζω, ότι εκείνος που πρόκειται να ελέγξει, πρέπει να απομακρύνει όσο το δυνατόν περισσότερο την ψυχή του από τη θρασύτητα και την αλαζονεία και να δείξει τη δραστηριότητα του μέσα στα φυσικά όρια των λόγων και των πραγμάτων. Γιατί και οι γιατροί, όταν χρειάζεται να αποκόψουν τα σάπια μέλη ή να καταπραύνουν τα ερεθισμένα από φλόγωση, δεν αρχίζουν τη θεραπεία, αφού προηγουμένως οργισθούν, αλλά τότε προ πάντων φροντίζουν να διατηρήσουν το λογικό τους στην πρέπουσα ήρεμη κατάσταση, ώστε να μην βλάψουν την επιστήμη τους με την ταραχή τους. Αν λοιπόν, όταν πρόκειται να θεραπεύσει κανείς ένα σώμα, χρειάζεται τόσο μεγάλη γαλήνη, που να κατατάξουμε εκείνον που θεραπεύει ψυχές και πόση φιλοσοφημένη σκέψη πρέπει να απαιτήσουμε απ’ αυτόν; (Εις μακάρ. Βαβύλαν, 7, ΕΠΕ 34, 450 -ΜG50, 543-544).
ΜΕΘΟΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
2611.Εκείνος που ελέγχεται δεν πρέπει να αγανακτεί, γιατί
είμαστε άνθρωποι και έχουμε ελαττώματα ούτε εκείνος που ελέγχει να το κάνει σαν να περιγελά ή να επιπλήττει και να διαπομπεύει, αλλά ιδιαιτέρως και με καλοσύνη. Γιατί εκείνος που ελέγχει πρέπει να είναι περισσότερο πράος και ευγενής, για να πείσει τον ελεγχόμενο να υπομείνει την πληγή. Δεν βλέπετε τους γιατρούς, με πόση καλοσύνη κάνουν τη θεραπεία, όταν καυτηριάζουν, όταν χειρουργούν; Πολύ περισσότερο πρέπει να κάνουν το ίδιο εκείνοι που ελέγχουν γιατί ο έλεγχος είναι πιο δυνατός και από τη φωτιά και από το σίδηρο και κάνει τον άνθρωπο να αναπηδά και να αντιδρά. Γι’ αυτό και οι γιατροί μηχανεύονται πολλά, για να κάνουν την εγχείριση με πραότητα και καλοσύνη, όσο είναι δυνατόν την προχωρούν και αφού σταματήσουν για λίγο, δίνουν την ευκαιρία στον άρρωστο να αναπνεύσει. Έτσι πρέπει να κάνουμε και τους ελέγχους, για να μην αγανακτήσουν και φύγουν οι ελεγχόμενοι. Ακόμη κι’ αν χρειασθεί να βρισθούμε και να πληγωθούμε, να μην εγκαταλείψουμε την προσπάθεια. Γιατί και οι χειρουργούμενοι καταφέρονται με άπειρες κραυγές κατά των γιατρών, που τους χειρουργούν. Αλλ’ οι γιατροί δεν δίνουν σημασία σε τίποτε από αυτά, αλλά ενδιαφέρονται μόνον για την υγεία των αρρώστων. [ Εις Εβρ.,ομιλ.Λ’,3,ΕΠΕ25,306-MG63,212]
NA ΣΥΝΔΥΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΟΝΟΥ
2612.Όταν βλέπουμε το παιδί να δαιμονίζεται, θρηνούμε. Όταν όμως το βλέπουμε να αμαρτάνει, δεν συγκινούμαστε, ενώ τότε θα έπρεπε να χτυπιόμαστε από τον πόνο και να οδυρόμαστε, ή καλύτερα όχι να οδυρόμαστε μόνον, αλλά και να το συγκρατούμε και να το χαλιναγωγούμε, να το συμβουλεύουμε, να το παρακινούμε στο, καλό, να το φοβερίζουμε, να το επιπλήττουμε, να απομακρύνουμε με κάθε τρόπο θεραπείας την αρρώστια εκείνη. (Εις το «Χήρα καταλεγέσθω», 11, ΕΠΕ 27, 480 -ΜG51, 331).
ΝΑ ΣΥΝΔΥΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ
2613.Τέτοιος είναι και τέτοιος πρέπει να είναι εκείνος που συμβουλεύει, δεν προτρέπει μόνον, αλλά και ελέγχει, για να παρακινήσει περισσότερο, ώστε να πεισθούν σ’ αυτά που λέει.[Εις Ματθ., ομιλ. ΚΒ', 1, ΕΠΕ 10, 32 –MG57,299].
2614.Δεν θα τον κατηγορήσεις, ούτε θα τον επιπλήξεις μόνον, αλλά και θα τον συμβουλέψεις και θα τον παρακαλέσεις.[ Κατηχ..ΣΤ’,18,ΕΠΕ30,466-SOURCES CHRET.τ.50,224]
ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ
2615. Να πάρεις ιδιαιτέρως τον συνανθρωπό σου και να τον διορθώσεις. Γιατί οι κατηγορίες που γίνονται δημόσια, πολλές φορές τους κάνουν πιο αδιάντροπους και όσο βλέπουν οι περισσότεροι από εκείνους που περεκτρέπονται, ότι είναι δυνατόν να διαφύγουν την προσοχή των ανθρώπων, προτιμούν χωρίς δυσκολία να επανέλθουν στο σωστό δρόμο, όταν όμως χάσουν την καλή γνώμη των πολλών, πέφτουν πλέον μερικοί στην απόγνωση και γλιστρούν στην αδιαντροπιά. (Εις Ψαλμ. ΜΘ’10, ΕΠΕ 6, 288- ΜG55, 256).
2616. Όπως οι πληγές, όταν γυμνώνονται και έρχονται συχνά σε επαφή με τον ψυχρό αέρα, χειροτερεύουν, έτσι και η ψυχή που έχει αμαρτήσει, αν ελέγχεται μπροστά στα μάτια πολλών για όσα αμάρτησε, γίνεται πιο αδιάντροπη. Για να μη συμβεί λοιπόν αυτό, σας εθεράπευσε κρυφά ο λόγος. Και για να μάθετε ότι η κρυφή αυτή θεραπεία έχει μεγάλο κέρδος, ακούστε τι λέει ο Χριστός: «Εάν σου φταίξει σε κάτι ο αδελφός σου, πήγαινε και έλεγξέ τον»1. Δεν είπε (να γίνει ο έλεγχος) μπροστά σου και μπροστά στους πολίτες, ούτε μπροστά σου και μπροστά στο λαό, αλλ’ «όταν θα είστε οι δυό σας μόνοι»2. Ας γίνει, λέγει, χωρίς μάρτυρες η κατηγορία, για να καταστεί εύκολη η αλλαγή προς διόρθωση. Άρα λοιπόν είναι πολύ μεγάλο καλό το να κάμεις τη συμβουλή, χωρίς να γίνει γνωστή στους άλλους. Αρκεί η συνείδηση, αρκεί ο κριτής εκείνος ο αδωροδόκητος. Δεν επιπλήττεις αυτόν που αμάρτησε τόσο πολύ, όσο η συνείδησή του (είναι πικρότερος ο κατήγορος εκείνος), ούτε γνωρίζεις με περισσότερη ακρίβεια τα αμαρτήματα του. Μην προσθέσεις λοιπόν πληγή πάνω στις υπάρχουσες πληγές, φανερώνοντας αυτόν που αμάρτησε, αλλά να κάμεις τη συμβουλή, χωρίς να είναι παρόντες μάρτυρες.(Περί του μη δημοσιεύειν τα αμαρτήματα, 4, ΕΠΕ 31,260 -ΜG51,357). 1.Ματθ. 18, 15. 2.Ματθ. 18,15.
2617.Aν φταίξει σε σένα ο αδελφός σου, πήγαινε και έλεγξέ τον ιδιαιτέρως»1. Ο Κύριος δίνει εντολή, ο έλεγχος να γίνεται μεταξύ των δύο, ώστε να μη γίνει η κατηγορία πιο βαρειά με τη μαρτυρία των περισσοτέρων, και, αφού γίνει εκείνος θρασύτερος, παραμείνει δυσκολοδιόρθωτος. [Εις Ματθ., ομιλ. Ξ’, 1, ΕΠΕ 11, 398- MG58,583] 1.Ματθ.18,15
2618.Να μη διασύρουμε δημόσια τα σφάλματα των συνανθρώπων μας. (Εις Ματθ., ομιλ. Ξ', 2, ΕΠΕ 11, 404 -ΜG 58, 586).
2619.Κι αν ακόμη δεις τον αδελφό σου να σφάλλει, μη κάνεις τον έλεγχο δημόσια, αλλά ιδιαιτέρως, και να είστε παρόντες μόνον εσύ κι αυτός, χωρίς να κατηγορείς, ούτε να εξευτελίζεις αυτόν που έχει πέσει, αλλά με πόνο και οδύνη μεγάλη. [Εις Α’Κ ορ.ομιλ.ΜΔ’,6,ΕΠΕ18Α,754-MG61,378γ’]    2620.Από την κακολογία γεννιέται το μίσος..., ενώ από την συμβουλή και τους ελέγχους που γίνονται ιδιατέρως γεννιέται η φιλία και η αγάπη... Κι αν ακόμη δυσανασχετεί εξωτερικά, εν τούτοις μέσα του και ιδιαιτέρως θα τρέφει ευγνωμοσύνη προς το πρόσωπό σου. (Εις Α' Κορ., ομιλ. ΜΔ’,7, ΕΠΕ 18Α, 766 -ΜG 61, 380-381ε).
Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΟΣ
2621. Και ο έλεγχος (που έκανε ο Απ. Παύλος) δεν ήταν ενοχλητικός και ο έπαινος, που ήταν θερμός, δεν τους άφηνε να χάσουν το θάρρος τους και να απογοητευθούν. (Εις Κολ., ομιλ. Β’, 1, ΕΠΕ 22,102 ΜG 62, 309).
ΕΙΝΑΙ ΠΡOΤΙΜΟΤΕΡΟΣ Ο ΕΜΜΕΣΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΙΓΕΙ
2622. Ούτε τους ελέγχει με αυστηρότητα, ούτε τους αφήνει χωρίς επίπληξη, αλλά τους κατηγορεί μεν, χωρίς όμως να το υποπτεύονται και χωρίς να το αντιληφθούν, με την επίπληξη που έκαμε (ο Απ. Παύλος) σε άλλους για όμοιο με το δικό τους παράπτωμα. (Περί παρθενίας, οη' 3, ΕΠΕ 29, 700- ΜG48, 590).
ΓΙΝΕΤΑΙ ΗΠΙΟΤΕΡΟΣ, ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΤΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ Ο ΕΝΟΧΟΣ
2623.Πρόσεχε, πώς μετριάζει τη σφοδρότητα της κατηγόριας... Παρουσίασε αόριστα αυτόν που είχε αντίθετες απόψεις, ώστε να μπορεί ελεύθερα να χρησιμοποιήσει τον αυστηρό λόγο, χωρίς να προσβάλει υπερβολικά τους ακροατές του1. (Εις Α' Κορ., ομιλ. ΜΑ’,1, ΕΠΕ 18Α, 670- ΜG 61, 355). 1. Α' Κορ. 15,35-36.
ΝΑ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ ΕΜΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΥΣ,ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟΣ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ
2624. «Δεν γνωρίζετε ότι είστε πνευματικός ναός του Θεού;»1... Κατηγορεί λοιπόν και εκείνον που είχε πορνεύσει, καθαρά και ονομαστικά βέβαια ποτέ, υπαινίσσεται όμως αόριστα τον διεφθαρμένο του βίο... Όσον καιρό το πρόσωπο του ενόχου είναι άγνωστο, δεν είναι τόσο βαρύς ο έλεγχος, γιατί όλοι συμμετέχουν στο φόβο που προκαλεί η επίπληξη, κι έτσι δεν διαπομπεύεται ο κακός. (Εις Α' Κορ., ομιλ. Θ ', 2-3, ΕΠΕ 18, 256- ΜG61, 78-79). 1. Α' Κορ. 3,16
Ο ΑΠΡΟΣΩΠΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΙΟΡΘΩΝΕΙ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΛΗΓΩΝΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΞΟΡΓΙΖΕΙ
2625.Επιτιμάει (ο Απ. Παύλος) με μέτρο... Γιατί αυτή η διόρθωση είναι λιγότερο ενοχλητική, όταν κανείς, απευθύνοντας τον επιτιμητικό λόγο σε άλλον, χτυπάει άλλον. Γιατί ούτε αυτόν, που επιτιμάται, τον αφήνει να θυμώσει και συγχρόνως, χωρίς να γίνεται αντιληπτό, ρίχνει το φάρμακο της διορθώσεως. (Εις Ρωμ., ομιλ. ΚΣΤ', 1, ΕΠΕ 17, 550 -ΜG60, 628, oμιλ. ΚΕ ', α ’).
OΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΡΟΣΩΠΟΣ, Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΚΟΥΟΝΤΕΣ ΚΑΝΕΙ ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΙΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 2626.Oύτε όταν κατηγορεί φανερώνει τους ενόχους, για να μην τους κάνει περισσότερο αναίσχυντους, ούτε όταν επαινεί τους άξιους επαίνων,για να μην γίνουν νωθροί, αλλά αφήνει το λόγο αδιασαφήνιστο και τον έλεγχο και τον έπαινο, δίνοντας έτσι στον καθένα τη δυνατότητα να τον εφαρμόζει σύμφωνα με όσα του υπαγορεύει η συνείδηση του.[ Εις Α’Κορ.ομιλ.ΚΖ’,2,ΕΠΕ 18Α,190-MG61,227]    2627.Ο Απ. Παύλος κάνει το λόγο του λιγότερο δυσάρεστο, με το να μην μνημονεύει ονομαστικά εκείνους που διαιρούσαν την
Εκκλησία, αλλά κρύβοντάς τους με την χρησιμοποίηση των ονομάτων των Αποστόλων αντί των προσώπων που ήταν ένοχα της διαιρέσεως. «Εγώ είμαι μαθητής του Παύλου, εγώ είμαι του Απολλώ, εγώ είμαι μαθητής του Κηφά»1. (Εις Α 'Κορ., ομιλ. Γ', 1, ΕΠΕ 18,60-ΜG61, 24). 1. Α' Κορ. 1, 12.   2628.«Να παραγγείλεις σε μερικούς να μη διδάσκουν διαφορετικά από όσα λέει το Ευαγγέλιο»1. Δεν τους αναφέρει ονομαστικά, για να μην τους κάνει περισσότερο θρασείς με το δημόσιο έλεγχο που τους έκαμε. (Εις Α' Τιμ., ομιλ. Α’,2, ΕΠΕ 23, 128 -ΜG62, 506). 1. Α' Τιμ. 1,3.
ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΑΝΩΔΥΝΟ ΤΡΟΠΟ, ΧΩΡΙΣ ΚΑΝ ΝΑ ΤΟΝ ΥΠΟΠΤΕΥΕΤΑΙ Ο ΕΝΟΧΟΣ
2629.Βλέπεις, πώς τους κατηγορεί πάλι, χωρίς να το υποπτεύονται; Γιατί τα λόγια του είναι υπαινιγμός, ότι μερικοί απ’ αυτούς βρίσκονταν μέσα στην πλάνη. (ΕίςΡωμ., ομιλ. ΛΓ’, 1, ΕΠΕ 17, 720-ΜG60,677, ομιλ. ΛΒ ',α').
ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΣ, ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΙΓΕΤΑΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΣ
2630. Έχει μεγάλη αξία και δύναμη ο έλεγχος, όταν γίνεται χωρίς να τον υποψιάζεται και να θίγεται ο ελεγχόμενος. (Εις Κολ., ομιλ. Ζ’, 2, ΕΠΕ 22, 214- ΜG 62, 345).
Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΝΑ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΑΥΤΟΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ
2631.Όταν συλλάβεις τον εχθρό σου, μην τον κατηγορήσεις, αλλά πάρε το μέρος του, για να ετοιμάσεις εκείνον να κατηγορήσει τον εαυτόν του. Γιατί, αν εμείς τον κατηγορήσουμε, σκληρύνεται, αν όμως τον υπερασπισθούμε, από ντροπή για την επιείκειά μας, ο ίδιος θα κατηγορήσει τον εαυτό του. Και έτσι και ο έλεγχος γίνεται ανυποψίαστος και εκείνος απαλλάσσεται από κάθε κακία. (Εις Δαυίδ και Σαούλ, ομιλ. Γ', 8, ΕΠΕ 7, 646- ΜG 54, 706).
ΝΑ ΑΙΤΙΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΑ ΛΟΓΙΑ
2632.Aν επιπλήξεις χωρίς προηγουμένως να εξετάσεις, θα φανείς ότι είσαι θρασύς και κανείς δεν θα σε ανεχθεί. Μετά όμως την παρουσίαση αποδείξεων, θα δεχθεί την επίπληξη, ενώ προηγουμένως θα είναι αυθάδης αλλά και αν ελέγξεις και επιπλήξεις με οξύτητα όμως, χωρίς να συνοδέψεις τον έλεγχο με παρηγορητικά λόγια, πάλι το παν θα ανατραπεί. Γιατί ο έλεγχος αυτός καθ’ εαυτός είναι ασήκωτος, όταν δεν συνοδεύεται και από παρηγορητικά λόγια. "Όπως δηλαδή ακριβώς η εγχείριση αν και είναι σωτήρια, αν δεν συνοδεύεται από πολλά παρηγορητικά λόγια, που καταπραύνουν τους πόνους, δεν την ανέχεται ο ασθενής, που υφίσταται την εγχείριση και πονεί έτσι και εδώ. (Εις Β' Τιμ., ομιλ. Θ’,1, ΕΠΕ23, 634- ΜG62, 651).
2633. Κανείς, όταν γίνεται έλεγχος, δεν αποφαίνεται χωρίς αιτιολογία. (ΕίςΒ’Κορ., ομιλ. ΚΕ', 1, ΕΠΕ 20, 10-ΜG61, 570).
ΝΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ Σ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ
2634.«Μιλώ σε σας σαν σε φρόνιμους και συνετούς ανθρώπους. Κρίνετε σεις αυτό που λέω»1. Επειδή δηλαδή τους μίλησε για πολύ σοβαρό θέμα2 και τους κατηγόρησε περισσότερο, ονομάζοντας το πράγμα ειδωλολατρία, για να μη δώσει την εντύπωση ότι τους ερεθίζει και κάνει το λόγο του ενοχλητικό, παραχωρεί σ’ αυτούς την κρίση και τους καθίζει (τοποθετεί) στη θέση των δικαστών επαινώντας τους. «Μιλώ σε σας σαν σε φρόνιμους και συνετούς ανθρώπους», λέγει .Και αυτό βέβαια δείχνει άνθρωπο που ενθαρρύνει πάρα πολύ τους άλλους να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, το να καταστήσει δηλαδή κανείς τον κατηγορούμενο κριτή των λόγων του. Αυτό εγκαρδιώνει και τον ακροατή περισσότερο, όταν δηλαδή διαλέγεται κανείς μαζί του, όχι διατάσσοντας, ούτε ορίζοντας νόμους, αλλά σαν να συμβουλεύει και να κρίνεται από κείνους τους ίδιους τους ακροατές του. Γιατί με τους Ιουδαίους, επειδή συμπεριφέρονταν με τρόπο ανόητο και παιδαριώδη, δεν διαλεγόταν με τον ίδιο τρόπο ο Θεός, ούτε τους εξηγούσε πάντοτε την αιτία και το σκοπό των εντολών του, αλλά επρόσταζε μόνον. Εδώ όμως, επειδή αποκτήσαμε μεγάλη ελευθερία και τώρα απολαμβάνουμε τη συμβουλή του Απ. Παύλου, διαλέγεται μαζί μας σαν με φίλους και λέει ,δεν έχω ανάγκη από άλλους δικαστές, σεις οι ίδιοι θα εκφέρετε κρίση για μένα, εσάς θεωρώ ως δικαστές μου. 1. Α' Κορ. 10,15. 2. Για τη συμμετοχή των Χριστιανών στα τραπέζια που πρόσφεραν ειδωλόθυτα.
ΟΙ ΕΠΙΠΛΗΞΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΗΡΕΜΑ ΚΑΙ ΤΜΗΜΑΤΙΚΑ
2635. Οι επιπλήξεις πρέπει να γίνονται με ηρεμία και τμηματικά, σιγά-σιγά. (Εις Α’Κορ., ομιλ. Γ', 1, ΕΠΕ 18, 56- ΜG 61, 21).
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΤΙΚΟΣ, ΜΠΟΡΕΙ Ο ΕΛΕΓΧΩΝ ΝΑ ΠΑΡΑΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ TH ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΔΥΝΑΜΙΑ
2636.«Για να στηριχθείτε ακόμη περισσότερο στην κατά Χριστόν πίστη και ζωή, αλλά και να αλληλοπαρηγορηθούμε και αλληλοενισχυθούμε με την κοινή πίστη, που μας συνδέει»1 ...Αυτό όμως το έλεγε ο Απ. Παύλος,... για να μη γίνει ο λόγος του ελεγκτικός και η επίπληξή του σκληρή, γι’ αυτό και τους έλεγε ότι έχει ανάγκη από τη δική τους παρηγοριά. (Εις Ρωμ., ομιλ. Γ', 4, ΕΠΕ16Β, 360 -ΜG60, 405, oμιλ. Β ', δ'). 1.. Ρωμ.1,12
ΝΑ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ ΕΣΤΩ ΚΙ ΑΝ ΔΥΣΑΡΕΣΤΟΥΜΕ
2637.Βλέπεις τον αδελφό σου να οδηγεί τον εαυτό του στο γκρεμό, να έχει παραμελήσει την πνευματική του ζωή, να μην αντιλαμβάνεται καλά το συμφέρον του, και δεν απλώνεις χέρι βοήθειας; δεν τον σηκώνεις από την πτώση του; δεν τον κατηγορείς και δεν τον ελέγχεις; αλλά προτιμάς περισσότερο από τη σωτηρία του το να μη συγκρουσθείς μαζί του και να μη φανείς δυσάρεστος; Και ποιά συγχώρηση θα λάβεις από το Θεό; Ποια απολογία θα δώσεις; (Προς εγκαλέσαντας, 1, ΕΠΕ 26, 402 -ΜG51, 133-134).
ΠΩΣ ΝΑ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ
2638.Μη θελήσεις να τα επιτύχεις όλα δια μιας, γιατί δεν θα μπορέσεις, αλλά ήρεμα και σιγά σιγά. ”Aν τον δεις να πηγαίνει να πιει, και σε συμπόσια που οι συνδαιτημόνες μεθούν, και τότε κάνε το ίδιο και παρακάλεσε κι αυτόν, αν θα αντιληφθεί κάτι, να έχεις κάποιο ελάττωμα, να σε βοηθήσει και να σε διορθώσει. Γιατί έτσι θα ανεχθεί και τον έλεγχο που του κάνεις, όταν δει ότι και συ έχεις ανάγκη από ελέγχους και ότι δεν τον ελέγχεις σαν να τα έχεις όλα κατορθώσει, ούτε ως δάσκαλος σαν φίλος και αδελφός. Πες του, εγώ σε βοήθησα, υπενθυμίζοντας σε σένα το συμφέρον σου και συ, αν αντιληφθείς ότι έχω κάποιο ελάττωμα, εμπόδισε με, διόρθωσε με αν δεις ότι είμαι οργίλος, πλεονέκτης, συγκράτησε με, εμπόδισε με , με τη συμβουλή σου. (Εις Έβρ., oμιλ. Λ’,3, ΕΠΕ 25, 304 -ΜG63, 212).
ΑΝΤΙ ΝΑ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ, ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΑΝΑΘΕΤΟΥΜΕ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ
2639«Πηγαίνετε και διδάξτε την αλήθεια σ’ όλα τα έθνη...»1. "Από τα έργα των Ιουδαίων δεν υπενθυμίζει τίποτε, ούτε αναφέρει όσα συνέβησαν, ούτε κατηγορεί την άρνηση του Πέτρου, ούτε κανενός άλλου μαθητή του τη φυγή. Αντίθετα, παραγγέλλει να ξεχυθούν και να κηρύξουν σ’ όλη την οικουμένη. (Εις Ματθ., ομιλ. 90,2, ΕΠΕ 12, 400 -ΜG 58, 789). 1.Ματθ. 28,19.
ΝΑ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ ΜΕ ΔΙΣΤΑΓΜΟ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΓΩΝΟΥΜΕ
2640.«Όλα τα κάνουμε για τη δική σας πνευματική πρόοδο»1. Πάλι φροντίζει γι' αυτούς. Και ούτε εδώ λέγει σαφώς, ότι γι' αυτό δεν δεχόμαστε καμιά οικονομική βοήθεια, επειδή είστε αδύνατοι και υπάρχει ο κίνδυνος να σκανδαλισθείτε, αλλά λέει για να σας οικοδομήσουμε πνευματικά και μίλησε μεν σαφέστερα από ό,τι προηγουμένως και φανέρωσε αυτό που πολύ τον στενοχωρούσε, χωρίς όμως να πληγώσει. Γιατί δεν είπε, δεν δεχόμαστε βοήθεια εξ αιτίας της αδυναμίας σας, αλλά για να οικοδομηθείτ ε πνευματικά. «Γιατί φοβούμαι, μήπως όταν έλθω, δεν σας βρω, όπως σας θέλω, και σεις δεν με βρείτε, όπως με θέλετε»2. Πρόκειται να τους πει κάτι πολύ σοβαρό και ενοχλητικό. Γι’ αυτό και απολογείται, λέγοντας ότι όλα γίνονται για την πνευματική τους πρόοδο και προσθέτοντας, ότι φοβάται, μετριάζοντας έτσι τα σκληρά λόγια, που επρόκειτο να τους πει. Αυτό βεβαίως δεν ήταν καθόλου δείγμα θρασύτητας, ούτε διδασκαλικής εξουσίας, αλλά πατρικής φροντίδας, αφού φοβάται και τρέμει περισσότερο από αυτούς που αμάρτησαν, στη σκέψη ότι πρόκειται να ασχοληθεί με τη διόρθωσή τους. (Εις Β'Κορ., ομιλ. ΚΗ’,2, ΕΠΕ 20,84 -MG 61, 591α ’).
1.Β'Κορ. 12, 19. 2.Β'Κορ. 12,20.
ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ, ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΘΡΕΥΟΝΤΑΙ
2641.Δεν λέει τίποτε ο Χριστός (στους Ιουδαίους που Τον προκαλούσαν), για να μας διδάξει να μην ελέγχουμε πάντοτε αυτούς που μας εχθρεύονται, αλλά να υπομένουμε πολλά με επιείκεια και πραότητα.[Εις Ιωαν.ομιλ.ΞΑ’,1, ΕΠΕ14,154-156-MG59,337].
EΛΕΓΧΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΔΥΝΑΤΟΥΣ, ΔΙΟΡΘΩΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΔΥΝΑΤΟΥΣ
2642.Επιπλήτοντας κανείς τους ισχυρότερους, μπορεί να διορθώσει τους αδύνατους. [Εις Ρωμ.ομιλ.Κ’,6,ΕΠΕ17,414-MG60,590,ομιλ.ΙΘε’].
ΚΑΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΤΟ ΑΞΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΝΟΧΟΥ
2643. Όταν δούμε κάποιους που έχουν κάνει παρανομίες και θέλουμε να τους επιπλήξουμε αυστηρότερα, τους προσφωνούμε με τα αξιώματα τους, ώστε να κάνουμε βαρύτερη την κατηγορία. (Εις Ψαλμ. ΜΘ’,3, ΕΠΕ 6, 244 -ΜG 55, 244).
ΝΑ ΑΠΕΙΛΟΥΜΕ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΟΔΗΓΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ
2644.Ο Θεός συνηθίζει, και όταν ακόμη απειλεί, να εμποδίζει τη σωτηρία, ώστε να αυξήσει το φόβο και να μην τερματίζει εδώ το λόγο, ώστε να εντείνει τις αγαθές ελπίδες και να επαναφέρει με τον τρόπο αυτό τους αμαρτωλούς πάλι σε μετάνοια. (Εις Ήσ., κεφ. Α', 6, ΕΠΕ 8,224- ΜG56,21).

2561.Πρόσεξε, πόσα καλά προξένησε αυτή η επίπληξη. Γιατί τους απομάκρυνε από τις Ιουδαικές προλήψεις για διάκριση φαγητών και από ράθυμους που ήταν τους έκαμε πιο προσεκτικούς, και τους απάλλαξε από τη φιλοδοξία και ολιγοπιστία, ώστε να μη φοβούνται, ούτε να τρέμουν, αν συνέβαινε κάποτε να έ χουν λίγα ψωμιά, ούτε να φροντίζουν για την πείνα, αλλά να τα περιφρονούν όλα αυτά. (ΕίςΜατθ., ομιλ. ΝΓ', 3, ΕΠΕ11,160 -ΜG58, 530) .
ΘΑ ΛΕΜΕ OΣΑ ΩΦΕΛΟΥΝ, EΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝ ΕΝΟΧΛΟΥΝ
2562.Είναι ενοχλητικός ο ελεγκτικός λόγος, αλλά αν τον προσέχουμε, φέρνει κέρδος. Γιατί δεν πρέπει να λέμε πάντοτε εκείνα που ευχαριστούν, αλλά πάντοτε εκείνα που μπορούν να φέρουν συστολή στην ψυχή και να την σωφρονίσουν. [Εις Εφεσ., ομιλ. ΣΤ, 7, ΕΠΕ 20, 564 -ΜG62 -48-49δ’] . ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΝΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΨΕΙ
2563.Εκείνος που κατηγορεί όσους σφάλλουν, αν δεν τους ωφελεί τίποτε άλλο, τουλάχιστον δεν τους αφήνει να χειροτερέψουν. Γιατί κανένας δεν είναι τόσο πολύ αναίσχυντος και θρασύς, που να ακούει συνεχώς κάποιους να τον κατηγορούν και να μην ντρέπεται, ούτε να εγκαταλείπει την πολλή κακία. Γιατί υπάρχει, υπάρχει πραγματικά και στους αναίσχυντους κάποιο ίχνος ντροπής. Γιατί ο Θεός φύτεψε τη ντροπή στην ανθρώπινη φύση μας. Επειδή δηλαδή δεν αρκούσε ο φόβος να ρυθμίσει τη διαγωγή μας, ο Θεός εφεύρε και άλλους τρόπους, για να μην αμαρτάνουμε, όπως η κατηγορία, ο φόβος προς του ισχύοντες νόμους... Γιατί πολλές φορές μερικές πράξεις που δεν έγιναν από σεβασμό προς το Θεό, έγιναν από ντροπή. Αυτά που δεν έγιναν από σεβασμό προς το Θεό, έγιναν από το φόβο των ανθρώπων. [Εις Φιλιπ. ομιλ. Ε', 4, ΕΠΕ 21, 460-462- ΜG62, 209-210, oμιλ. Δ΄,4].
ΠΙΚΡΑΙΝΕΙ, ΑΛΛΑ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ
2564.Γνωρίζω ότι δαγκώνουν και προκαλούν πόνο τα ελεγκτικά λόγια, αλλά τι να κάνω; Αν δεν βάλω πικρά φάρμακα πάνω στις πληγές, δεν θεραπεύονται. [Εις Ήσ., ομιλ. ΣΤ', 4, ΕΠΕ 8Α, 438- ΜG 56,140].
Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΠΡΟΦΥΛΑΣΣΕΙ ΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ
2565. Και τα λέγω τώρα αυτά, όχι για να ελέγξω αυτόν που έπεσε, αλλά θέλοντας να καταστήσω περισσότερο ασφαλείς αυτούς που στέκουν όρθιοι, όχι για να ξύσω τα τραύματα του πληγωμένου, αλλά για να διατηρήσω μόνιμα υγιείς αυτούς που δεν πληγώθηκαν ακόμη, όχι για να καταποντίσω αυτόν που παλεύει μέσα στα κύματα, αλλά για να διδάξω αυτούς που πλέουν με ούριο άνεμο, ώστε να μην βουλιάξουν. (Εις Ευτρόπ., ομιλ. Α2, ΕΠΕ 33, 90- ΜG52, 393). ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Eδώ ο Χρυσόστομος αναφέρεται στους ελέγχους του προς τον αυλικό Εύτρόπιο, που έπεσε στη δυσμένεια του Αύτοκράτορα Άρκαδίου και, για να σωθεί, κατέφυγε στην Εκκλησία.
ΦΕΡΝΕΙ ΥΓΕΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ
2566.Εκείνος που ελέγχει μπορεί να φροντίζει περισσότερο από κείνους που κάνουν χατίρια;... Ναι, γιατί, όπως λέγει ο σοφός Σολομών: «Είναι περισσότερο άξια εμπιστοσύνης και ωφέλιμα τα τραύματα που μας προκαλούν οι έλεγχοι των φίλων, παρά τα πρόθυμα, αλλά υποκριτικά, φιλήματα των εχθρών»1..., γιατί τα τραύματα των ελέγχων θεραπεύουν, ενώ τα φιλήματα των εχθρών δημιουργούν αρρώστια αθεράπευτη. (Εις Εύτροπ., ομιλ. Α', 1, ΕΠΕ 33, 88- ΜG52, 392). 1. Παροιμ. 27, 6.
Η ΝΤΡΟΠΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΕΙΝΑΙ ΑΡΧΗ ΔΙΟΡΘΩΣΕΩΣ
2567.Οι αναίσθητες ψυχές δεν μπορούν να μεταβληθούν εύκολα, ενώ εκείνες που έχουν την ευαισθησία να ντρέπονται και να κοκκινίζουν και να πονούν και να θλίβονται στις επιπλήξεις, μας παρέχουν μεγάλη απόδειξη ότι γρήγορα θα απομακρυνθούν από την κακία... Γιατί αυτός που δεν ξέρει να πονάει, πώς είναι δυνατόν να διορθωθεί ποτέ; (Μη άναβαίνειν εις ιπποδρομίας και θέατρα, 1, ΕΠΕ 33, 332- ΜG 63, 511).
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΡΧΗ ΔΙΟΡΘΩΣΕΩΣ
2568.Βλέπω πολύ καρπό να βλαστάνει από τη λύπη που σας επροκάλεσαν οι παρατηρήσεις μου. Επειδή και τα φάρμακα, που θεραπεύουν τις πληγές, πρώτα ερεθίζουν τα τραύματα και έπειτα τα απαλλάσσουν από το σάπιο μέρος έτσι και ο λόγος που πληγώνει τον ακροατή, αρχίζει τη διόρθωσή του. (Μη άναβαίνειν εις Ιπποδρομίας και θέατρα, 1, ΕΠΕ 33, 330 -ΜG 63, 511).
OΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΠΡΑΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ, ΔΕΝ ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΙ ΑΛΛ’ ΑΓΓΙΖΕΙ TΗΝ ΨΥΧΗ
2569.Τους υπενθύμισε (ο Απ. Πέτρος) με πραότητα τις εγκληματικές τους πράξεις και δεν πρόσθεσε τίποτε άλλο... Ντράπηκαν (οι Ιουδαίοι) από την επιείκεια του Πέτρου, γιατί μιλούσε σαν στοργικός πατέρας και δάσκαλος σ’ αυτούς που σταύρωσαν τον Κύριό του και είχαν φονικές διαθέσεις και εναντίον των Αποστόλων. Όχι μόνον πείσθηκαν, αλλά καταδίκασαν τον εαυτό τους, συναισθάνθηκαν αυτά που είχαν διαπράξει. Γιατί δεν τους έδωσε αφορμή να εξαφθεί ο θυμός τους και να σκοτισθεί η διάνοιά τους, αλλά με την ταπεινοφροσύνη του, αφού σκόρπισε σαν κάποια ομίχλη την αγανάκτηση (που θα μπορούσε να προκαλέσει ο έλεγχός του), μ’ αυτό τον τρόπο τους παρουσίασε το έγκλημα, που είχαν τολμήσει να διαπράξουν... Ώστε, αν θέλεις να παρακινήσεις σε αγώνα για τη διόρθωσή του αυτόν που αδίκησε, μην τον κατηγορήσεις, αλλά προσπάθησε και θα κατηγορήσει εκείνος τον εαυτό του γιατί το γένος των ανθρώπων είναι φιλόνεικο (και γι’ αυτό δεν πρέπει να είμαστε εριστικοί). Αυτό έκαμε και ο Πέτρος ,δεν τους κατηγόρησε με αυστηρότητα, αλλά αντίθετα, προσπάθησε να πετύχει το σκοπό του, όσο μπορούσε πιο ήμερα γι’ αυτό και τους άγγιξε την ψυχή. (Εις Πράξ., ομιλ. Ζ, 1, ΕΠΕ 15, 196-198 -ΜG 60, 63).
ΣΤ') ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ. ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΟΚΝΗΡΟΥΣ
2570.Θέλεις να διορθώσεις τη συμπεριφορά του τεμπέλη και να τον απομακρύνεις από την οκνηρία και να τον βάλεις σε δουλειά; Δος του πρώτα δουλειά και τότε να τον επιπλήξεις, για να μη δώσεις την εντύπωση ότι είσαι σκληρός και κατηγορηθείς για αδιαφορία, αλλά να αποκτήσεις τη φήμη ότι φροντίζεις για τους άλλους... Εκείνος που ελέγχει, αφού προηγουμένως δώσει, κάνει ευπρόσδεκτη τη συμβουλή, γιατί επιπλήττει όχι από απανθρωπιά αλλά από ενδιαφέρον. (Εις την ρήσιν « Έχοντες το αυτό πνεύμα», ομιλ. Β', 8, ΕΠΕ 27, 338-340 -ΜG 51, 288 ].
ΟI ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΚΡΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥΝ, ΑΛΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΚΑΙΡΟ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΝΟ 2571.«Γιατί κατακρίνεις τον αδελφό σου;»1, λέγει ο Απ. Παύλος... Τι λοιπόν; Δεν πρέπει ούτε οι δάσκαλοι να κατακρίνουν τους μαθητές τους, όταν παρεκτρέπονται; Πρέπει βεβαίως, όταν πρόκειται για φανερά παραπτώματα, τα οποία έχουν oμολογήσει, αλλά κι αυτό πρέπει να γίνεται στον κατάλληλο καιρό και τότε με πόνο και ψυχική οδύνη και όχι με επίδειξη και αλαζονεία. (Εις Α’Κορ., ομιλ. ΙΑ΄, 2, ΕΠΕ 18,292 -ΜG61,90). 1. Ρωμ. 14,10.
ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΤΟΜΟΣ
2572.Με τη συντομία της εγχειρίσεως (του ελέγχου) να λιγοστεύουμε το αίσθημα του πόνου. Έτσι και αυτός1 με τη συντομία των λόγων σταμάτησε το ξέσπασμα της θρασύτητας του βασιλιά. Ό,τι δηλαδή ακριβώς είναι για τους αρρώστους η εγχείριση, το ίδιο είναι για τους αμαρτωλούς ο έλεγχος. (Εις Ήσ., ομιλ. Ε’, 2, ΕΠΕ 8Α, 414 -ΜG56, 132). 1.Ο Αρχιερέας Αζαρίας έλεγξε, αλλά με λίγα λόγια, το βασιλιά Οζία, που τόλμησε να εισέλθει στα Άγια των Αγίων, σφετεριζόμενος τα καθήκοντα του Άρχιερέα (Β' Παραλ. 26,16-21).
Ζ') ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
2573.Η επίπληξη σ’ ένα μόνον σκοπό ας αποβλέπει, στην ωφέλεια του πλησίον. (Εις Έβρ., ομιλ. ΚΓ', 4, ΕΠΕ 25, 148, 150 -ΜG 63, 165).
2574.Είτε επιπλήττει κανείς, είτε εξουσιάζει, είτε εξουσιάζεται, είτε μαθαίνει, είτε διδάσκει, όλα πρέπει να τα κάνει με αγάπη. (Εις Α'Κορ., ομιλ. ΜΑ ’, 2, ΕΠΕ 18Α, 744-746- ΜG 61, 375α').
ΑΠΟΒΛΕΠΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΑΡΕΚΤΡΟΠΗΣ
2575.Ο Θεός μας απειλεί με κόλαση, όχι για να μας ρίξει στην κόλαση, αλλά για να μας απαλλάξει από την κόλαση. Γιατί, αν ήθελε να μας τιμωρήσει, δεν θα μας απειλούσε προκαταβολικά, ώστε να λάβουμε μέτρα ασφάλειας και ν’ αποφύγουμε αυτά με τα οποία μας απειλεί. Απειλεί με τιμωρία, για να αποφύγουμε την πείρα της τιμωρίας μας φοβερίζει με λόγια, για να μη μας τιμωρήσει με έργα. [ Περί μετανοίας, ομιλ.Ζ΄,7,ΕΠΕ 30,280-MG49,336] .
2576.Είτε επαινείς, είτε κατηγορείς, και τα δύο να τα κάνεις όπως θέλει ο Θεός. Είναι δυνατόν να κατηγορήσει κάνεις προς δόξαν Θεού. Πώς; Πολλές φορές αγανακτούμε εναντίον των υπηρετών μας. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να κατηγορήσουμε προς δόξαν Θεού; αν δεις τον υπηρέτη ή τον φίλο ή κάποιον άλλον από τους δικούς σου να μεθάει, να κλέβει, αν τον δεις να τρέχει στα θέατρα, να αδιαφορεί για την ψυχή του, ή να ορκίζεται ή να παραβαίνει τον όρκο του ή να ψεύδεται, τότε να αγανακτήσεις, να τιμωρήσεις, να τον επαναφέρεις στον ορθό δρόμο, να τον διορθώσεις, όλα αυτά τότε τα έκαμες για το Θεό. Αν πάλι τον δεις να σφάλλει απέναντι σου και να μη σου προσφέρει τις υπηρεσίες που πρέπει, συγχώρεσέ τον, και τότε τον συγχώρεσες για το Θεό. Τώρα όμως πολλοί κάνουν το αντίθετο και για τους φίλους και για τους υπηρέτες τους. Όταν σφάλλουν απέναντι τους, γίνονται αυστηροί και ανελέητοι δικαστές, όταν όμως προσβάλλουν το Θεό και χάνουν τις ψυχές τους, τότε δεν κάνουν κανένα λόγο. (Λόγος εν ταίς Καλένδαις..., 4, ΕΠΕ 31, 482- MG 48, 958-959).
ΜΕΡΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΥΝ, ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΟΥΝ
2577.Μερικοί πολλές φορές επιπλήττουν, όχι επειδή θέλουν να ελέγξουν και να συμβουλέψουν, αλλά για να διαπομπεύσουν και να μεγαλοποιήσουν μπροστά στους άλλους το παράπτωμα. (ΕίςΑ ’Κορ., oμιλ. ΙΑ’,3, ΕΠΕ 18,298- ΜG 61, 91).
Η') Ο ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ- Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ
2578.Είναι μεγάλη αρετή να μπορεί κανείς να ανέχεται ελέγχους, είναι μεγάλη τέχνη να μπορεί κανείς να ελέγχει, αυτό είναι απόδειξη πολύ μεγάλης στοργής. (Προς εγκαλέσαντας, 1, ΕΠΕ 26, 400 -ΜG51, 133).
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΔΙΑΚΡΙΣΗ
2579.Ο Απ. Παύλος λέγει «έλεγξε, επίπληξε, παρηγόρησε»1. Δηλαδή ούτε αυτό πρέπει να κάνουμε μόνον, να ελέγχουμε δηλαδή, ούτε εκείνο μόνον (να παρηγορούμε), αλλά, αφού τα αναμίξουμε και τα δύο, να επιτύχουμε ολοκληρωμένη την ωφέλεια. Γιατί, αν ελέγχουμε τους ανθρώπους συνεχώς, τους κάνουμε πιο αδιάντροπους, αν πάλι τους παρηγορούμε συνεχώς, τους κάνουμε πιο νωθρούς και αδιάφορους. Γι' αυτό και οι γιατροί δεν χειρουργούν μόνον, αλλά και δένουν τα τραύματα, ούτε πάντοτε χορηγούν πικρά φάρμακα, αλλά πολλές φορές και ευχάριστα. Με τα πρώτα (την εγχείριση και τα πικρά φάρμακα) καθαρίζουν το σάπιο και με τα δεύτερα (με τους επιδέσμους και τα ευχάριστα φάρμακα) μαλακώνουν τον πόνο, που προέρχεται από την χειρουργική επέμβαση και τα πικρά φάρμακα. (ΕΙς Γέν., λόγ. Θ', 1, ΕΠΕ 8,156-158 -ΜG54, 621). 1. Β'Τιμ.4,2.
2580.Από τα πράγματα άλλα έχουν ανάγκη από διδασκαλία και άλλα από διαταγή. Αν λοιπόν διατάζεις όταν πρέπει να διδάσκεις, θα γίνεις καταγέλαστος. Το ίδιο ακριβώς θα πάθεις, όταν διδάσκεις σε περιπτώσεις που πρέπει να διατάζεις. (Εις Α' Τιμ., ομιλ. ΙΓ', 1, ΕΠΕ 23, 328 -ΜG 62, 563). ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΜΕΤΡΟ
2581.Πρέπει και εκείνοι που επιπλήττουν και ελέγχουν, να το κάνουν αυτό με μέτρο.(Εις Δαυίδ και Σαούλ, ομιλ. Γ', 2, ΕΠΕ7,616-ΜG54, 697).
2582. Ένας φιλόστοργος πατέρας που έχει άτακτο παιδί, επειδή κινείται από φυσική φιλοστοργία, δεν του κάνει παρατηρήσεις ανάλογες προς το σφάλμα του, ούτε πάλι το αφήνει εντελώς ατιμώρητο, αλλά το τιμωρεί με μετριοπάθεια, ώστε να μην εξοκείλει σε μεγαλύτερη κακία. [Κατήχησις Β', 4, ΕΠΕ 30,362-SOURCES CHRET. τ. 50,135].
Η ΕΠΙΠΛΗΞΗ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΡΗΜΕΝΗ
2583.Τα λόγια να είναι μετρημένα κατά την επίπληξη και να είναι συγχρόνως γεμάτα από θαυμασμό (για κάτι καλό που έχει αυτός που επιπλήττεται) και από επίπληξη για το παράπτωμά του.(Εις Πράξ., ομιλ. ΛΑ', 2, ΕΠΕ 16Α, 224-ΜG60, 230).
H ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΝΔΥΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΠΛΗΞΗ
2584.Η καλοσύνη δεν είναι πάντοτε καλή. Όπως δηλαδή τους εδίδασκε την παρρησία ο Κύριος, έτσι και τους ελέγχει, οικονομώντας έτσι με αυτή την ποικιλία τη σωτηρία τους. Πρόσεξε δε, ότι και η επίπληξη είναι συχνή και η επιείκειά του επίσης. [Εις Ματθ., ομιλ. ΝΓ', 3, ΕΠΕ 11,158- ΜG58, 529].
ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΠΟΝΟ
2585.«Να ελέγχεις με κάθε μακροθυμία και κατάλληλη διδασκαλία»1. Γιατί εκείνος που ελέγχει έχει ανάγκη από μακροθυμία και η επίπληξη πρέπει να συνοδεύεται από παρηγοριά, ώστε να γίνει δεκτή. Τι σημαίνει αυτό που προσθέτει στη μακροθυμία λέγοντας «και με κατάλληλη διδασκαλία;». Όχι με θυμό, όχι με αποστροφή, όχι επεμβαίνοντας στα προσωπικά του ζητήματα, όχι σαν να συνάντησες εχθρό, όλα αυτά ας τεθούν κατά μέρος. Αλλά πώς; Με αγάπη, συμπονώντας μαζί του, πενθώντας περισσότερο από εκείνον, λειώνοντας από τη θλίψη για την κατάστασή του. (Εις Β' Τιμ., ομιλ. Θ’, 1, ΕΠΕ 23, 634- ΜG62, 651). 1.Β Τιμ.4,2.  
2586.Στην περίπτωση της θεραπείας των σωμάτων αυτός που καθαρίζει την πληγή, δεν αισθάνεται καθόλου τον πόνο, ενώ αυτός που υφίσταται την τομή, αυτός μόνον συνταράσσεται από τους πόνους. Σ’ εκείνους όμως που θεραπεύουν τις ψυχές δεν συμβαίνει το ίδιο, ...αλλ’ εκείνος που μιλάει, αυτός πρώτος πονεί, όταν ελέγχει τους άλλους. Ούτε λοιπόν όταν ελεγχόμαστε από άλλους πονάμε τόσο πολύ,όσο όταν ελέγχουμε άλλους για αμαρτήματα για τα οποία είμαστε κι εμείς υπεύθυνοι. Γιατί αμέσως επεμβαίνει η συνείδηση του ομιλητή, που έχει το αξίωμα να διδάσκει, όταν πέφτει στα ίδια σφάλματα με τους μαθητές κι έχει ανάγκη από τον ίδιο έλεγχο και κάνει στο δάσκαλο πικρότερο τον πόνο. (Ότι επικίνδυνον και τοις λέγουσι, 1, ΕΠΕ 31, 140-ΜG 50, 655).
2587.Γράφοντας την επιστολή, υπέφερα, πονούσα, όχι μόνον γιατί αμαρτήσατε, αλλά και γιατί αναγκαζόμουνα να σας λυπήσω1. Αλλά και αυτό είχε ως κίνητρο την αγάπη, όπως ακριβώς ένας πατέρας που έχει γνήσιο παιδί και πάσχει από γάγγραινα, αναγκάζεται να το χειρουργήσει και να το καυτηριάσει, υποφέρει και για τα δύο, και επειδή είναι άρρωστο και επειδή αναγκάζεται να το χειρουργήσει.[Εις Β Κορ.ομιλ.Δ΄,3,ΕΠΕ19,130-ΜG61,421] 1.B’Κορ.2,4
2588. «Μ’ αυτά που γράφω δε θέλω να σας ντροπιάσω, αλλά σας συμβουλεύω σαν παιδιά μου αγαπητά»1 ...Αυτός ο τρόπος της θεραπείας είναι άριστος, το να ελέγχει και να συμβουλεύει δηλαδή κανείς και συγχρόνως να δικαιολογεί τη σκέψη και την ενέργειά του... Γιατί αυτό όχι μόνον δεν αχρηστεύει την τομή, αλλά την κάνει να πάει βαθύτερα στην πληγή και να την θεραπεύσει, αφού ανακουφίζει το μεγάλο πόνο που προκαλεί ο έλεγχος. Εκείνος δηλαδή που ακούει ότι τα λέει αυτά όχι με την πρόθεση να κατηγορήσει, αλλά από αγάπη, δέχεται ευκολότερα τη διόρθωση... Γιατί δεν είπε σας συμβουλεύω σαν δάσκαλός σας, ούτε σαν Απόστολος, ούτε σαν μαθητές μου, αλλά «σας συμβουλεύω σαν παιδιά μου αγαπητά» και δεν είπε απλώς παιδιά, αλλά παιδιά περιπόθητα. Είναι σαν να τους λέει συγχωρείστε με και αν σας είπα κάτι βαρύ, από αγάπη το έκαμα. Και δεν είπε «σας επιπλήττω», αλλά «σας συμβουλεύω».
Μετά απ’ αυτά, ποιος δεν θα ανεχόταν ένα πατέρα που συμβουλεύει με πόνο τα πρέποντα;. (ΕίςΑ 'Κορ., ομιλ. ΙΓ', 3, ΕΠΕ18, 360 -ΜG 61, 109β'). 1. Α 'Κορ. 4, 14.
ΝΑ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΗ
2589.Έτσι λοιπόν κι εμείς ας ελέγχουμε τα παιδιά, με συγκατάβαση, με αγάπη. (Εις Α' Κορ., ομιλ. ΑΓ', 7, ΕΠΕ 18Α, 406- ΜG61, 284στ'). Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ
2590.Αυτό προ πάντων είναι γνώρισμα ελέους και φιλανθρωπίας, το να επουλώνουμε τα τραύματα: «Λάδι όμως αμαρτωλού», λέει ο Ψαλμωδός, «ας μη χυθεί στο κεφάλι μου»1. Είδες ψυχή συγκροτημένη και γεμάτη αρετή; Των μεν δικαίων και εναρέτων και τις επιπλήξεις τις υπομένει με ευχαρίστηση, ενώ των παρανόμων και τα λόγια που λέγονται για ευχαρίστηση τα αποκρούει. Γιατί άραγε; Γιατί οι μεν παράνομοι και ελεώντας πολλές φορές κατέστρεψαν, ενώ οι δίκαιοι και επιπλήττοντας και ελέγχοντας αυστηρά διόρθωσαν. Και με τον μεν έλεγχο αυτών συνδέεται στενά και ευσπλαχνία, ενώ με την ευσπλαχνία εκείνων συνδέεται θάνατος. Γι’ αυτό και κάποιος είπε: «Είναι άξια περισσότερης εμπιστοσύνης τα τραύματα (οι έλεγχοι) που προέρχονται από φίλους, από τα γεμάτα φαινομενικό αυθορμητισμό φιλήματα (κολακείες) που προέρχονται από εχθρούς»2. Και πρόσεξε πώς αυτό εδώ φανερώνει τον αποστολικό λόγο: «Έλεγξε, επίπληξε, παρηγόρησε και ενίσχυσε»3. Τέτοιος βέβαια είναι και ο έλεγχος των αγίων. Έτσι κάνουν και οι γιατροί. Δεν χειρουργούν μόνον, αλλά και επιδένουν με επιδέσμους τις πληγές. Γι’ αυτό και ο Χριστός, θέλοντας να κάνει τον έλεγχο παραδεκτό, δεν επιτρέπει από την αρχή να δημοσιεύεται η επίπληξη και λέει: «Πήγαινε και υπόδειξέ του το σφάλμα του ιδιαιτέρως»4. Έτσι και ο Παύλος έκανε ασκώντας τον έλεγχο με ευσπλαχνία και άλλοτε μεν έλεγε: «Ω ανόητοι Γαλάτες»5, άλλοτε δε, «παιδάκια μου, που ξαναδοκιμάζω τώρα πόνους και ωδίνες για την αναγέννησή σας»6. Αυτός δηλαδή που ελέγχει, πρέπει να επινοεί πολλούς τρόπους ελέγχου, ώστε να γίνει εύκολα αποδεκτός ο έλεγχος, και χρειάζεται πολλή σύνεση εκείνος που παρέχει αυτό το φάρμακο. "Η καλύτερα χρειάζεται περισσότερη σύνεση εκείνος που ελέγχει, παρά εκείνος που χειρουργεί. Πώς αυτό; Γιατί εκεί μεν, άλλος είναι εκείνος που χειρουργεί και άλλος εκείνος που υπομένει τον πόνο, ενώ εδώ το ίδιο πρόσωπο και χειρουργείται και πονάει. (Εις Ψαλμ. ΡΜ', 7, ΕΠΕ 7,314-316-ΜG 55, 439-440η'). 1.Ψαλμ. 140, 5. 2.Παροιμ. 27, 6. 3.Β'Τιμ. 4,2 4.Ματθ. 18, 15. 5.Γαλ. 3, 1. 6.Γαλ. 4, 19
ΝΑ ΔΙΟΡΘΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΥΠΟΜΟΝΗ
2591.Πρέπει να σπεύδουμε να θεραπεύουμε και όχι να οργιζόμαστε και να αγανακτούμε. Γιατί και ο γιατρός, όταν διαπιστώσει ότι το νόσημα δύσκολα θεραπεύεται και υποχωρεί, δεν παραιτείται, ούτε δυσανασχετεί, αλλά τότε προπαρασκευάζεται περισσότερο για την επέμβαση και τη θεραπεία. (Εις Ματθ., ομιλ. Ξ', 1, ΕΠΕ 11, 400-402- ΜG58, 585).
ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΛΕΠΤΟΤΉΤΑ
2592. Πρόσεξε ότι και η επίπληξη γίνεται με δισταγμό, πράγμα που είναι γνώρισμα εκείνων που αγαπούν υπερβολικά. Δεν είπε, «δεν μας αγαπάτε», αλλά δεν μας αγαπάτε όσο εμείς γιατί δεν θέλει να τους προσβάλει υπερβολικά. (Εις Β 'Κορ., ομιλ. ΙΓ', 1, ΕΠΕ 19,360 -ΜG61,491).
2593.Τι λοιπόν, αν έχει ανάγκη διορθώσεως; «Δεν θα τον επιπλήξεις»1, λέγει ο Απ. Παύλος, αλλά θα συμπεριφερθείς σαν σε πατέρα που αμάρτησε, έτσι να διαλέγεσαι με καθένα που έσφαλε. «Τις ηλικιωμένες να τις συμβουλεύεις σαν μητέρες, τους νεωτέρους σαν αδελφούς, τις νεώτερες σαν αδελφές, προσέχοντας να τις συναναστρέφεσαι με κάθε αγνότητα»2. Η ίδια η φύση του πράγματος είναι κάτι το ενοχλητικό, εννοώ τον έλεγχο, και μάλιστα όταν γίνεται σε γέροντα ιδιαίτερα από νέο, η αυθάδεια είναι τριπλάσια. Μετριάζεται η δυσαρέσκεια που προξενεί ο έλεγχος με το λεπτό τρόπο και την καλοσύνη. Γιατί είναι δυνατόν να ελέγχει κανείς χωρίς να δυσαρεστεί, αν βεβαίως θέλει κάποιος να ελέγξει με προσοχή. Αυτό βέβαια απαιτεί πολλή σύνεση, είναι όμως δυνατόν. «Τους νεωτέρους να τους συμβουλεύεις σαν αδελφούς»1, λέγει. Γιατί και εδώ το προτρέπει αυτό; Υπονοεί τη θρασύτητα που διακρίνει τους νεαρούς εξ αιτίας της ηλικίας. Πρέπει λοιπόν και εδώ να ελαττώνουμε τη δυσαρέσκεια του ελέγχου με την επιείκεια. (Εις Α' Τιμ., ομιλ. ΙΓ', 2, ΕΠΕ 23, 334- ΜG62, 566). 1.Εδώ κάνει λόγο για τη συμπεριφορά μας προς ηλικιωμένα άτομα. Βλ. Α' Τιμ. 5,1. 2.Α ’Τιμ. 5,2. ΝΑ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΕΝΘΑΡΡΥΝΤΙΚΑ ΛΟΓΙΑ
2594.Αυτός είναι ο άριστος τρόπος θεραπείας, όχι μόνον να χειρουργούμε και να καθαρίζουμε, αλλά και να δένουμε τις πληγές με επιδέσμους. Αυτός είναι αποτελεσματικός κανόνας διδασκαλίας, όχι μόνον να επιπλήττουμε, αλλά και να παρηγορούμε και να ενισχύουμε. Τέτοια εντολή μας έδωσε ο Απ. Παύλος: «Να ελέγχεις, να επιπλήττεις, αλλά και να παρηγορείς, δείχνοντας μεγάλη μακροθυμία»1. αν παρηγορεί κανείς μόνον, κάνει τους ακροατές του αμελέστερους, αν τους επιπλήττει μόνον, τους κάνει σκληρότερους, γιατί δεν μπορούν να σηκώσουν το φορτίο των συνεχών ελέγχων και επαναστατούν αμέσως. Γι’ αυτό πρέπει να ποικίλει ο τρόπος της διδασκαλίας και του ελέγχου. Επειδή λοιπόν την προηγούμενη φορά ο λόγος ελύπησε πολύ την ψυχή πολλών, σήμερα η διδασκαλία πρέπει να είναι γλυκύτερη και για να ανακουφίσουμε τους πόνους που έφεραν οι έλεγχοι, είναι ανάγκη να στάξουμε σαν άλλο λάδι το γλυκό λόγο. [Ότι έπικίνδυνον καί τοίς λέγουσι..., 1, ΕΠΕ 31, 134 -ΜG50, 653]. 1. Β'Τιμ.,4,2.
2595.Γνωρίζω, ότι κάνω υπερβολική χρήση της επιπλήξεως, αλλά συγχωρείστε με, σας παρακαλώ. Γιατί τέτοια είναι η πονεμένη ψυχή. Γιατί δεν τα λέω αυτά από αποστροφή, αλλά από ενδιαφέρον και ψυχή φιλόστοργη. Γι’ αυτό, αφού αφήσω για λίγο την αυστηρότητα, επειδή η αυστηρότητα ενίκησε την επέκταση και της ίδιας της πληγής του πόνου, θέλω να οδηγήσω την αγάπη σας και προς αγαθές ελπίδες, ώστε να μην απελπισθείτε, ούτε να αποκάμετε. (Εις Γέν., ομιλ. ΣΤ', 2, ΕΠΕ2,136-138 - ΜG53, 55-56).
Η ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΑΥΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΕΚΤΡΑΠΕΙ- ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΟΡΓΗ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ
2596.Ας μην αγανακτούμε εναντίον τους, ούτε να δυσανασχετούμε γιατί κανείς, όταν θέλει να θεραπεύσει τον άρρωστο, δεν το πετυχαίνει με οργή και αυστηρές παρατηρήσεις, αλλά προσφέρει τα φάρμακα με αγάπη και λόγια παρηγορητικά. Γιατί, αν επρόκειτο να τους τιμωρήσουμε και είχαμε τη θέση δικαστών, τότε έπρεπε να δείχνουμε την οργή μας εφόσον όμως, αφήσαμε κατά μέρος αυτή τη θέση, και πήραμε τη θέση των γιατρών και εκείνων που θέλουν να θεραπεύσουν τον άρρωστο, πρέπει να τους ενθαρρύνουμε και να τους παρακαλούμε, και στην ανάγκη, και στα γόνατά τους να πέφτουμε, προκειμένου να επιτύχουμε αυτό που επιδιώκουμε. [Προς τους έχοντας παρθένους συνεισάκτους, 1, ΕΠΕ 29, 298- MG 47,496].
ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΕΚΤΟΣ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΕΝΘΑΡΡΥΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΡΗΓΟΡΟΥΜΕ
2597.Βλέπεις,πώς τους ενθαρρύνει, ώστε να μη γίνουν σκληρότεροι ακούγοντας όσα τους είπε.1 (Εις Α΄Κορ.ομιλ.Η’,3,ΕΠΕ18,228-MG61,71] 1.A’Κορ.3,5-8.
ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΛΟΓΙΑ ΓΛΥΚΑ
2598.Έπειτα, επειδή έκαμε [ο Απ. Παύλος] πιο αυστηρή την απειλή και έτσι έφερε πιο κοντά την τιμωρία και τους ετρόμαξε και τους έκαμε να περιμένουν την τιμωρία, κοίταξε πώς πάλι γίνεται γλυκομίλητος και καθησυχάζει το φόβο τους και δείχνει την περιφρόνησή του προς τις τιμές, τη στοργική φροντίδα προς τους μαθητές, τη βαθυστόχαστη σκέψη του, την ανωτερότητα και την έλλειψη κενοδοξίας (ματαιοδοξίας). [ Εις Β’Κορ.,ομιλ.ΚΘ’,4,ΕΠΕ20,122-ΜG61,601].
ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΑΛΑΚΑ
2599.Το μαχαίρι να το έχουμε κρυμμένο μέσα στο σφουγγάρι (δηλαδή τα μαλακά λόγια είναι αρκετά να πλήξουν εκείνον που ελέγχουμε). (Περί μετάνοιας, ομιλ. Β ', 2, ΕΠΕ 30, 120-ΜG49, 287). ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΣ, OΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ
2600. «Ο δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονεικεί»... « Αλλά να είναι ήπιος προς όλους»1... Αλλά τότε, πώς λέγει ο Απ. Παύλος σ’ άλλες επιστολές του: «Να τους ελέγχεις με κάθε εξουσία»2 και αλλού: «Να τους ελέγχεις αυστηρά»3; Γιατί και αυτό είναι δείγμα πραότητος. Γιατί ο έντονος έλεγχος, όταν γίνεται με επιείκεια, είναι ο πιο κατάλληλος για να στενοχωρήσει και να οδηγήσει στη διόρθωση. Γιατί είναι δυνατόν, είναι δυνατόν να αγγίξεις την καρδιά του άλλου περισσότερο με την πραότητα, παρά να τον διορθώσεις με θρασύτητα. (Εις Α' Τιμ., ομιλ. ΣΤ', 2, ΕΠΕ 23, 568 -ΜG 62, 632). 1.Β’Τιμ.2,24 2.Τιτ.2,15 3.Τιτ.1,13

Η Ανάληψη του Χριστού αποτελεί μία ακόμη εμφατική αποκάλυψη της δόξας του και σταθμό κορυφαίας σημασίας στο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Αφού από τη μεγάλη του αγάπη για τον άνθρωπο ο Λόγος ακολούθησε την κενωτική του πορεία και από τα ύψη της Θεότητας προσέλαβε την ανθρώπινη σάρκα, πέρασε μέσα από το Πάθος και τον πλέον ατιμωτικό θάνατο και έφτασε μέχρι των «ταμείων» του Άδη, επιστρέφει πλέον στον ουράνιο θρόνο, «συγκαθεζόμενος» του συναϊδίου Πατρός. Η βαρύτητα και οι λοιποί νόμοι της φύσης καταργούνται. Ο Κύριος της κτίσης θα συνεχίσει το απολυτρωτικό του έργο από τον ουρανό: «ο καταβάς αυτός εστιν και ο αναβάς υπεράνω πάντων των ουρανών, ίνα πληρώση τα πάντα» (Εφεσ. 4, 10). O Αρχιερέας Χριστός διήλθε τους ουρανούς (βλ. Εβρ. 4, 14), εισέδυσε στα Άγια των Αγίων, εισέδυσε στα αχειροποίητα Άγια των Αγίων, έγινε πρόδρομος της σωτηρίας μας και από τα δεξιά του Πατέρα του μεσιτεύει για μας (βλ. Ρωμ. 8, 34, Εφεσ. 2, 7, Εβρ. 6, 20).
Κατά την επίγεια παρουσία του, ο Χριστός κήρυττε διαρκώς τη λύτρωση από τη φθορά και το θάνατο τόσο με το λόγο όσο και με τα έργα του. Έτσι, αφού έδειξε με την Ανάστασή του στους μαθητές την επικράτησή του επί του θανάτου, με τη συναναστροφή του κατόπιν μαζί τους τούς έπεισε ότι ήταν εκείνος που αναστήθηκε, τελικά με την Ανάληψη τούς έκανε μάρτυρες της επιστροφής του στους κόλπους της θεότητος. Χωρίς αμφιβολία, η Ανάληψη συνιστά τη θριαμβευτική ολοκλήρωση του απολυτρωτικού του έργου του Χριστού στη Γη.
Από τον αναγνώστη του κειμένου των Πράξεων δε θα πρέπει να διαφύγει το γεγονός ότι προηγείται του γεγονότος της Ανάληψης (στ. 9-11) το ερώτημα των μαθητών του σχετικά με το χρόνο αποκατάστασης της βασιλείας του Ισραήλ (στ. 6). Αφού ο Ιησούς τούς εξήγησε ότι δεν ανήκει στην αρμοδιότητά τους η γνώση των μελλόντων, με την άνοδο στους ουρανούς τονίζει την πνευματική διάσταση του μηνύματός του. Αφού, δηλαδή, εκείνοι δεν μπορούσαν – ακόμη και μετά το υπερφυές γεγονός της Ανάστασης – να καταλάβουν τον πραγματικό χαρακτήρα της αποστολής του, ο Κύριος επιλέγει να αναληφθεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή μέσα σε μία νεφέλη για να υπογραμμίσει την ουράνια προέλευσή του. Η παρουσία των δύο αγγέλων στο γεγονός εμφαίνει τη θεία ιδιότητα του αναληφθέντος Λόγου.
Αυτή η αγγελική παρουσία δε θα πρέπει όμως να θεωρηθεί «διακοσμητική» ούτε μόνο για να επισημανθεί η κυριότητα του Χριστού σε όλη την κτίση. Δηλώνουν στους παριστάμενους μαθητές ότι ο αναληφθείς Κύριος πρόκειται να επανέλθει στη Γη, και συγκεκριμένα με τον ίδιο τρόπο. Δίνεται έτσι μία απάντηση στο προηγούμενο ερώτημά τους και επιπλέον παρέχεται μια υπόσχεση για τη μελλοντική πορεία του σώματος των πιστών. Επιπλέον, ο τρόπος της «αρπαγής» από νεφέλη αποτελεί ένα καθαρά εσχατολογικό σημείο (πρβλ. «έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα», Α΄ Θεσσ. 4, 17). Εξάλλου, το εσχατολογικό μήνυμα της επανόδου του σύντομα θα ενισχυθεί και θα συμπληρωθεί με την αποστολή του Παρακλήτου κατά την Πεντηκοστή.
Είναι δηλαδή γεγονός ότι τόσο με την απάντηση του Ιησού όσο και με τη διαβεβαίωση των αγγέλων εγκαινιάζεται η περίοδος της εσχατολογικής αναμονής της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και η κίνηση της Εκκλησίας είναι έκτοτε «αναληπτική». Τίθεται πλέον με βεβαιότητα ο προσανατολισμός της προς την ουράνια πατρίδα.
Tο γεγονός της Ανάληψης σημαίνει και επιστέφει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο το όλο σχέδιο της Θείας Οικονομίας: ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο, οδηγήθηκε στο πάθος και το θάνατο, αναστήθηκε και πλέον επιστρέφει δίπλα στον Πατέρα. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι διακόπτεται το έργο της Θείας Οικονομίας σ’ αυτό το σημείο: το έργο της λύτρωσης του ανθρώπου θα συνεχιστεί με την έλευση του Αγίου Πνεύματος και την αποστολή του σώματος της Εκκλησίας σε όλα τα έθνη.
Με την Ανάληψη η ανθρώπινη φύση επιστρέφει στον ουρανό, εν Χριστώ άφθαρτη, αθάνατη και ένδοξη: «και ημάς … συνήγειρεν και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις», (Εφεσ. 2, 5-6). Μέσω του Χριστού η σάρκα μας ανέβηκε στην ύψιστη βασιλεία, έγινε συγκληρονόμος του και της δωρήθηκε η αθανασία (Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Λόγος β΄, PG 52, 794). Μάλιστα, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς τονίζει ότι η τιμή αυτή δεν ανήκει απρόσωπα στην ανθρώπινη φύση, αλλά στον καθέναν από εμάς ξεχωριστά (Ομιλία ΚΑ΄, Εις την Ανάληψιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, PG 151, 277A). Σύμφωνα με την Πατερική Θεολογία, εξάλλου, οι εξωτριαδικές κινήσεις της Θεότητας δεν είναι εσωστρεφείς αλλά χαρακτηρίζονται από τη θεία αγάπη. Γι’ αυτό και η επιστροφή στους κόλπους της Τριάδας φέρει μαζί της την ανθρωπινότητα.
Η δόξα του Κυρίου (της οποίας έγιναν αυτόπτες μάρτυρες) και οι επαγγελίες των δύο αγγέλων έκαναν τους μαθητές να υπερβούν τη λύπη τους για τον αποχωρισμό και να επιστρέψουν στην Ιερουσαλήμ πλήρεις χαράς (Λουκ. 24, 52). Γι’ αυτό και την ημέρα αυτή δε γιορτάζεται ο αποχωρισμός από τον Κύριο – εξάλλου, ο ίδιος είχε διαβεβαιώσει για τη διηνεκή παρουσία του (βλ. Ματθ. 18, 20. 28, 20) – αλλά το άνοιγμα του ουρανού στην ανθρωπότητα. Γιορτάζουμε «την της φύσεως ημών ανίδρυσιν, την καταρχήν της εκάστου των πιστευόντων αναλήψεως» (Γρηγορίου Παλαμά, ό.π., 277CD).
Η Ανάληψη συνδέεται τόσο με τη βασιλική όσο και με την ιερατική (λόγω της ουράνιας μεσολάβησης) ιδιότητα του Χριστού. Η σημασία της τη συγκαταλέγει, εξάλλου, και στο Σύμβολο της Πίστεως ενώ περιλαμβανόταν ακόμη και στις πρώτες προβαπτισματικές Κατηχήσεις.
Ο Απ. Παύλος τονίζει το γεγονός της Ανάληψης και της επουράνιας δόξας του Χριστού, για να αντιμετωπίσει δοξασίες, όπως αυτή της αγγελολατρικής αίρεσης των Κολοσσών, που ήθελε τους αγγέλους να υπερέχουν του Ιησού (βλ. Κολ. 1, 15. 2, 15, 18).
Η Ανάληψη συνδέεται στενά με την Πεντηκοστή. Οι μαρτυρίες της αρχαίας Εκκλησίας μάς πληροφορούν ότι μέχρι τα τέλη του 4ου αι. υπήρχε κοινός εορτασμός των δύο γεγονότων. Γιορταζόταν, συγκεκριμένα, η ολοκλήρωση της εν σαρκί παρουσίας του Χριστού στον κόσμο Εξάλλου, μεταξύ Ανάληψης και Πεντηκοστής υπήρχε έντονη αναμονή των μαθητών για την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Ιησού.
Τέλος, με έναν έμμεσο αλλά σαφή τρόπο, στην άνοδο του Χριστού στους ουρανούς βλέπουμε να εξαίρεται και η θεμελιώδης χριστιανική αρετή της ταπείνωσης. Όπως προαναφέραμε, η κενωτική αγάπη του Θεού για το δημιούργημά του και η μέσω «αδοξίας» υπακοή του Υιού στο θέλημα του Πατέρα – χωρίς να επιβουλευθεί την εξίσωση μαζί του – τον οδήγησε «μέχρι θανάτου,θανάτου δε σταυρού». Γι’ αυτό και τελικά ο Πατέρας τον «υπερύψωσε και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα» (Φιλιπ. 2, 6-11). Εκπληρώνεται, παράλληλα, και η διδασκαλία του Ιησού ότι οι «έσχατοι έσονται πρώτοι» (Ματθ. 19, 30).

Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Επ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

(Οι Θρησκείες, Εκδοτική Αθηνών,τόμος Α΄ σελ. 67-75,Αναστασίου Γιαννουλάτου αρχιεπισκόπου Αλβανίας).
Βουδδισμός. Πολύμορφη ασιατική θρησκευτική παράδοση, της οποίας ο πυρήνας πρωτοεμφανίστηκε πριν από 2.500 χρόνια στη ΒΑ. Ινδία. Ο όρος διαμορφώθηκε από Ευρωπαίους μελετητές, για να προσδιοριστεί ένα ευρύτατο φάσμα από θρησκευτικές πεποιθήσεις, φιλοσοφικές αρχές, έθιμα, θεσμούς και ηθικούς κανόνες, που αποδίδονται στον Βούδδα, και να συμπυκνωθεί σε μια ενότητα ή θρησκευτική ανέλιξη, που ακολούθησε στο πέρασμα των αιώνων, καθώς το βουδδιστικό κήρυγμα αφομοιωνόταν από διάφορους ασιατικούς λαούς. Οι βουδδιστές ονομάζουν το θρησκευτικοφιλοσοφικό σύστημα, το οποίο ακολουθούν, «Μπούντα βατσάνα» (Buddhavacana), δηλ. λόγο του Βούδδα, ή «Μπούντα σάσανα» (Buddhasasana), μήνυμα, σύστημα του Βούδδα, και κυρίως Ντάρμα (dharma), Σανσκριτικά, ή Ντάμμα (dhamma), στη γλώσσα Πάλι, που σημαίνει διδασκαλία, απόλυτος νόμος, υπέρτατο και αιώνιο πρότυπο ζωής και κατ' επέκταση θρησκεία (Στο άρθρο αυτό οι όροι σημειώνονται πρώτα στη σανσκριτική και ύστερα στη γλώσσα Πάλι).
Στο Βουδδισμό, όπως και σε κάθε άλλη θρησκεία, διακρίνονται διάφορες κατευθύνσεις, σχολές και αιρέσεις. Οι κυριότερες από αυτές είναι: 1. ο Τεραβάντα (Theravada), όπως ονομάζεται από τους οπαδούς του, διότι μένει πιστός στην αρχική βουδδιστική διδασκαλία (thera-vada – διδασκαλία των πρεσβυτέρων) ή Χιναγιάνα (Hinayana = «Μικρό όχημα»), όπως αποκαλείται από τους οπαδούς άλλων κατευθύνσεων. 2. Ο Μαχαγιάνα (Mahayana = «Μεγάλο όχημα»), όπου το επίθετο μεγάλος, κατά τους οπαδούς της βουδδιστικής αυτής κατεύθυνσης, τονίζει τον ευρύτερο και ανώτερο χαρακτήρα της διαδασκαλίας, που αυτοί ασπάζονται. 3. Ο Βατζραγιάνα (Vajrayana = «Όχημα του διαμαντιού») ή Μαντραγιάνα (Mantrayana = «Όχημα των ιερών ήχων»), που είναι επίσης γνωστός ως μυστικός, Εσωτερικός ή Ταντρικός Βουδδισμός (βλ.λ. Ταντρισμός). Οι τρεις αυτοί κλάδοι του Βουδδισμού θα μπορούσαν ακόμη να προσδιοριστούν, περισσότερο ουδέτερα, ο πρώτος ως Νότιος Βουδδισμός, διότι επικρατεί στις χώρες της Ν. Ασίας, Σρι Λάνκα (Κεϋλάνη), Βιρμανία, Ταϋλάνδη (Σιάμ), Καμπότζη και Λάος, με μειονότητες στο Βιετνάμ, στο Μπαγκλαντές και στην Ινδία, ο δεύτερος ως Ανατολικός Βουδδισμός, διότι έχει εξαπλωθεί κυρίως στην Κίνα, στην Κορέα, στην Ιαπωνία, και εν μέρει στο Βιετνάμ και ο τρίτος ως Βόρειος Βουδδισμός, διότι οι οπαδοί του βρίσκονται στο Θιβέτ, στη Μογγολία και σε ορισμένες περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας. Βουδδιστικές κοινότητες, που ακολουθούν μια από τις παραπάνω κατευθύνσεις βρίσκονται σήμερα εγκατεσπαρμένες σε διάφορες άλλες χώρες.
Διδασκαλία. Πηγή της βουδδιστικής διδασκαλίας θεωρείται ο Σιντάρτα Γκαουτάμα (Siddhartha Gautama/Siddhattha Gotama), ο οποίος επονομάστηκε Βούδδας (Buddha), δηλ. Φωτισμένος. Έζησε πιθανότατα από το 563 ως το 483 π.Χ. στη ΒΑ. Ινδία, που σήμερα βρίσκεται στη συνοριακή περιοχή Νεπάλ-Ινδίας (βλ.λ. Βούδδας στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό). Ο Βούδδας υιοθέτησε τα βασικά αξιώματα της ινδικής θρησκείας της εποχής του: το νόμο της Σαμσάρα (Samsara), δηλ. της ατέρμονης εναλλαγής γεννήσεων και θανάτων, το νόμο του Κάρμα, ο οποίος προσδιορίζει την εξέλιξη κάθε όντος προς το καλύτερο ή το χειρότερο, και τη βεβαιότητα ότι η λύση βρίσκεται στη Νιρβάνα (Nirvana). Από την άλλη πλευρά ο Βούδδας αρνήθηκε θεμελιακές ινδικές ιδέες, όπως την ύπαρξη της ψυχής, του

Άτμαν, και τις κάστες, τις κοινωνικές τάξεις, και καθόρισε μια διδασκαλία με αυτόνομη λογική συνοχή, διακηρύσσοντας ότι ο ίδιος είχε κατορθώσει να φτάσει στο επιθυμητό τέρμα.
Οι βουδδιστικές σχολές, που αναπτύχθηκαν αργότερα στα πλαίσια των κλάδων Μαχαγιάνα και Βατζραγιάνα, εισήγαγαν και επεξεργάστηκαν διάφορες αντιλήψεις για τον Βούδδα. Συνήθως τον δέχονται ως υπερκόσμιο ον και μιλούν για πολυάριθμους Βούδδες, προγενέστερους του ιστορικού, τον οποίο προτιμούν να ονομάζουν Σακυαμούνι (Sakyamuni = ο σοφός των Σάκυας). Ενώ στον Τεραβάντα Βουδδισμό ο αριθμός των Βουδδών σχετίζεται με τις μορφές προηγούμενων βίων του ιστορικού Βούδδα, στο Μαχαγιάνα γίνεται λόγος για αμέτρητους Βούδδες και αναπτύσσονται ιδέες, όπως η διδασκαλία για Βούδδες ως απόλυτη αρχή, η θεωρία για τρία σώματα του Βούδδα κ.ά.
Οι πληροφορίες για την αφετηρία και την αρχική διδασκαλία του Βουδδισμού δεν είναι τόσο βέβαιες, όσο συνήθως νομίζεται. Τα πρώτα κείμενα για τη ζωή του Βούδδα γράφτηκαν πολλούς αιώνες μετά την εποχή, στην οποία υπολογίζεται ότι έζησε, και η μυθολογική διάθεση των Ασιατών έχει προσθέσει νέες συνθέσεις και οράματα.
Πηγές. Οι διάφοροι κλάδοι του Βουδδισμού δεν έχουν ένα κοινά παραδεκτό ιερό βιβλίο. Ο Τεραβάντα Βουδδισμός δέχεται τον «Κανόνα Πάλι», που ονομάστηκε έτσι από τη γλώσσα, στην οποία έχει συνταχθεί. Ονομάζεται επίσης «Τιπίτακα» (Tipitaka) ή Σανσκριτικά, «Τριπίτακα» (Tripitaka) (πρβλ. τον ελληνικό όρο «τρίπτυχο»), που σημαίνει «Τρεις Κάλαθοι» και αποτελείται από τις συλλογές «Βινάγια Πίτακα» (Vinaya Pitaka), το μοναχικό κανόνα, που περιέχει τις αρχές και τις υποχρεώσεις της βουδδιστικής μοναχικής ζωής, τη «Σούττα Πίτακα» (Sutta Pitaka), που εκθέτει τη βουδδιστική διδασκαλία, απηχώντας το κήρυγμα του Βούδδα, και την «Αμπιντάμμα Πίτακα» (Abhidhamma Pitaka), συλλογή που περιέχει αναλύσεις, ερμηνείες και ταξινομήσεις φιλοσοφικών και ψυχολογικών θεωριών. Ο κανόνας αυτός οριστικοποιήθηκε τον 1ο αι.π.Χ. στη Σρι Λάνκα με βάση προγενέστερο κανόνα (στη γλώσσα Μαγκάντι) που είχε διαμορφωθεί στην 3η βουδδιστική Σύνοδο.
Ο Μαχαγιάνα Βουδδισμός δεν διαθέτει κανόνα, που να διαμορφώθηκε με απόφαση βουδδιστικής Συνόδου. Ο πιστός, ανάλογα με τη σχολή, στην οποία ανήκει, δίνει ιδιαίτερη έμφαση και σημασία σε ορισμένα από τα πολλά ιερά κείμενα του Μαχαγιάνα Βουδδισμού. Αυτά αποτελούν ογκωδέστατη γραμματεία της οποίας η δημιουργία άρχισε πριν από 2.000 χρόνια. Ελάχιστο μέρος της διατηρείται στα Σανσκριτικά, ενώ το μεγαλύτερο είναι μεταφράσεις σε διάφορες ασιατικές γλώσσες, κυρίως στα Κινεζικά. Τη σημαντικότερη ιερή συλλογή αποτελεί η κινεζική «Τριπίτακα», που η διάταξή της είναι παρόμοια με του «Κανόνα Πάλι»: Μοναχικός κανόνας («Λυ»-Lu), Διδασκαλία («Τσινγκ»-Ching), Σχολαστική φιλοσοφία («Λουν»-Lun). Πρόκειται ουσιαστικά για ολόκληρη βιβλιοθήκη από ιερά και θύραθεν κείμενα. Ο παλαιότερος κατάλογος της κινεζικής «Τριπίτακα», από τις αρχές του 6ου αι. μ.Χ., αναφέρει 2.113 έργα. Η τελευταία, ιαπωνική έκδοση (Taisho, 1924-1929) εκτείνεται σε 55 τόμους, καθένας από τους οποίους έχει περίπου 1.000 σελίδες•αργότερα δημοσιεύτηκε και συμπληρώθηκε από 35 τόμους.
Η θιβετιανή βουδδιστική γραμματεία, στην οποία ουσιαστικά στηρίζεται ο Ταντρικός Βουδδισμός, αναπτύσσεται από τον 8ο αι. μ.Χ. και συνίσταται από μεταφράσεις σανσκριτικών πρωτοτύπων. Αποτελείται από την «Κα-τζιούρ» (bka- ‘gyur), συλλογή 100 τόμων περίπου, με περιεχόμενα το μοναχικό κανόνα, διάφορες Σούτρες και ταντρικά κείμενα, και την «Ταν-τζιούρ» (bs Tan-‘gyur), που αποτελείται από 225 τόμους και περιλαμβάνει υπομνήματα και ποικίλες θρησκευτικές πραγματείες. Η ιερή φιλολογία του Βουδδισμού είναι μια απέραντη και δύσβατη περιοχή, προϊόν επίμονου και διεισδυτικού στοχασμού.
Περιεχόμενο. Ο πυρήνας της διδασκαλίας του Βούδδα, όπως αναπτύσσεται στον Τεραβάντα Βουδδισμό, συμπυκνώνεται στις 4 «ευγενικές» αλήθειες: 1. Όλη η ύπαρξη είναι πόνος. Η λέξη «ντούκκα» (dukkha), που συνήθως μεταφράζεται ως πόνος, περικλείει ένα βαθύτερο φιλοσοφικό νόημα και σημαίνει δοκιμασία, σωματική και πνευματική θλίψη, ατέλεια, δυσαρμονία, υπαρξιακή αγωνία κλπ. 2. Η αιτία του πόνου βρίσκεται στην επιθυμία, την «τάνχα» (tanha). Εφόσον η φύση των πάντων είναι πρόσκαιρη και μεταβλητή, ο άνθρωπος επιθυμεί μόνο επειδή δεν έχει επίγνωση της πραγματικότητας. Η άγνοια λοιπόν, η «αβίτζα» (avijja), που εκδηλώνεται με την επιθυμία και την προσκόλληση σε πράγματα, είναι η αιτία του πόνου. 3. Ο άνθρωπος μπορεί να υπερβεί την τραγικότητα της ζωής, εφόσον υπάρχει μια κατάσταση λύτρωσης από τον πόνο, η Νιρβάνα. 4 Ο δρόμος που φέρνει στη Νιρβάνα εντοπίζεται ανάμεσα στην εγωιστική ικανοποίηση των παθών και στην υπερβολική άσκηση, γι' αυτό ονομάζεται και «μέση οδός». Αυτή, η «ευγενική οδός», είναι οκταπλή και καθορίζεται ως ορθή κατανόηση της βουδδιστικής διδασκαλίας, ορθή σκέψη, ορθή ομιλία, ορθή πράξη, ορθός βιοπορισμός, ορθή προσπάθεια, ορθή μνήμη και νοητική συγκέντρωση, ορθός αυτοβυθισμός. Οι δύο πρώτες σχετίζονται με τη σοφία («πάνυα»-panna), οι τρεις επόμενες με την ηθικότητα («σίλα»-sila) και οι τρεις τελευταίες με τον τρόπο περισυλλογής και αυτοβυθισμού («σαμάντι»-samadhi). Η οδός αυτή οδηγεί στην επίγνωση, που διαλύει την άγνοια, στο φωτισμό, σε μια κατάσταση απόλυτης γαλήνης και μακαριότητας.
Σύμφωνα με την παραπάνω διδασκαλία, η ανθρώπινη ζωή δεν τελειώνει με το θάνατο, αλλά συνεχίζεται σε νέες μορφές ύπαρξης, εφόσον υπάρχει η τάνχα. Η βουδδιστική αντίληψη για το σύμπαν, μέσα στο οποίο συνεχίζεται η περιπέτεια των μεταβιώσεων είναι εξαιρετικά σύνθετη. Ο κόσμος στο σύνολό του έχει πολλά επίπεδα, κατώτερα από το ανθρώπινο και ανώτερα από αυτό. Συγκεκριμένα αναφέρονται 4 υποχθόνια και 21 ουρανοί. Εκείνο που δίνει κίνηση και διατηρεί τη διαδικασία των αλλεπάλληλων γεννήσεων είναι το Κάρμα, λέξη που αρχικά σημαίνει πράξη ή έργο. Ανάλογα με τις πράξεις του, κάθε ον θα γεννηθεί στην επόμενη ζωή σε ανώτερη ή κατώτερη μορφή ύπαρξης. Το παρόν νοείται ως αποτέλεσμα του παρελθόντος και θα έχει τις συνέπειές του στο μέλλον. Τελικά, Κάρμα καταλήγει να σημαίνει το ποσόν της ενέργειας, που συσσωρεύει μια ύπαρξη, καθώς ενεργεί και δρα. Ο νόμος του Κάρμα είναι νοητός ως απρόσωπος και αυτόνομος, δηλ. ως νόμος παγκόσμιος και αδυσώπητος, που ρυθμίζει τα πάντα. Η ατέλειωτη σειρά των γεννήσεων, που χάνεται στην καταχνιά του παρελθόντος και υφίσταται εν δυνάμει λόγω του υπάρχοντος Κάρμα, στην ομίχλη του μέλλοντος, συνιστά την ανακύκληση των μεταβιώσεων, τη Σαμσάρα, στης οποίας το πλαίσιο ένα ον είναι δυνατόν να γεννηθεί ως ζώο, άνθρωπος, πνεύμα, θεός και, ανάλογα με τις πράξεις της πρότερης ζωής του, να ταλαιπωρείται ή να ευφραίνεται.
Κατά την κλασική ινδική σκέψη, σ' όλη αυτή την περιπέτεια υπάρχει κάτι σταθερό, το Άτμαν. Η λέξη αυτή αρχικά σήμαινε την αναπνοή, τη ζωή, ακολούθως την ψυχή, τη συνείδηση, το ιδιαίτερο εγώ, που διακρίνεται από τα άλλα, τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου. Ο Βουδδισμός όμως απορρίπτει την ύπαρξη αθάνατης ψυχής και τονίζει επίμονα τη θέση του για «μη ψυχή», «ανάτμαν» (anatman) ή «ανάττα» (anatta). Σύμφωνα με αυτή τη θέση, ό,τι ονομάζουμε «εγώ», είναι ένας συνεχώς μεταβαλλόμενος συνδυασμός φυσικών και διανοητικών δυνάμεων ή ενεργειών, οι οποίες αποτελούνται από πέντε σύνολα («παντσακκάντα»-pancakkhanda). Ένα ον έρχεται στην ύπαρξη, όταν αυτά τα σύνολα συναρτηθούν, η ψευδαίσθηση του εγώ γεννά την επιθυμία, η τάνχα προκαλεί εγωισμό, υπερηφάνεια, προσκόλληση στα πράγματα, τελικά πόνο, η αποδέσμευση από την ψευδαίσθηση του εαυτού μας φέρνει τη θεραπεία, και αυτή είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για το φωτισμό, τον τερματισμό της ανακύκλησης της ζωής, τη Νιρβάνα.
Κατά το Βουδδισμό, η φωτιά των επιθυμιών προκαλεί τις φλόγες, μέσα στις οποίες βρίσκεται ο κόσμος, η Σαμσάρα είναι πέρασμα από τη μια φλόγα στην άλλη. Η σωτηρία λοιπόν βρίσκεται στο σβήσιμο της φλόγας της επιθυμίας και, σαν συνέπεια. στη Νιρβάνα, που πρωταρχικά σημαίνει σβήσιμο φωτιάς. Για τους Βουδδιστές η Νιρβάνα δεν δηλώνει εκμηδενισμό, σβήσιμο του εαυτού, εφόσον δεν υπάρχει εαυτός. Πρόκειται για το σβήσιμο της αυταπάτης του εαυτού και συγχρόνως τη διάλυση των συνόλων, τα οποία σχετίζονται με αυτή την ψευδαίσθηση.
Σ' αυτό το θεωρητικό πλαίσιο έχουν διαμορφωθεί οι πρακτικές ηθικές κατευθύνσεις του Βουδδισμού, που καθορίζουν τη συμπεριφορά των οπαδών του. Οι λαϊκοί υποχρεούνται: 1. Να σέβονται κάθε μορφή ζωής και να αποφεύγουν οποιαδήποτε καταστροφή της (βλ.λ. Αχίμσα). 2. Να μην παίρνουν ό,τι δεν τους προσφέρεται 3. Να αποφεύγουν κάθε μορφή ασέλγειας. 4 Να αποφεύγουν το ψέμα. 5. Να μην πίνουν οινοπνευματώδη ποτά οποιασδήποτε μορφής. Οι μοναχοί οφείλουν να τηρούν ακόμη πέντε υποχρεώσεις: 6. Να τρώνε με μέτρο, και όχι ύστερα από τις μεσημβρινές ώρες. 7. Να μη γίνονται θεατές χορών, τραγουδιών ή θεατρικών παραστάσεων. 8. Να μη χρησιμοποιούν στεφάνια, μυρωδιές, κρέμες ή στολίδια 9. Να αποφεύγουν τα υψηλά ή πλατιά κρεββάτια. 10. Να μη δέχονται χρυσό ή άργυρο.
Τα κείμενα του Μαχαγιάνα εισάγουν στη φιλοσοφικο-θρησκευτική αναζήτηση του Βουδδισμού νέα, αποφασιστικά στοιχεία. Εν πρώτοις, η αναφερόμενη στον Βούδδα διδασκαλία γίνεται συνθετότερη με τη θεωρία για τα «τρία σώματα». Σύμφωνα με αυτήν, το «σώμα του Βούδδα» («Μπούντα-κάγια»-Βυddha-kaya) ή η φύση του Βούδδα είναι τριπλή. Αυτή είναι η «ντάρμα-κάγια» (dharma-kaya), που συνιστά την καθαρή ουσία, την απόλυτη άποψη της βουδδικότητας, η «σαμπόγκα-κάγια» (sambhoga-kaya), το δοξασμένο σώμα, η ακτινοβολία της βουδδικότητας, και η «νιρμάνα-κάγια» (nirmana-kaya), η μορφή την οποία προσέλαβε η απόλυτη φύση του Βούδδα, όταν εισήλθε στην ανθρώπινη ιστορία• και τέτοια περίπτωση, κατά τους Μαχαγιάνα, υπήρξε ο Σακυαμούνι Βούδδας, ο Σιντάρτα Γκαουτάμα, που έζησε στην Ινδία.
Επίσης κατά τους Μαχαγιάνα, εκτός από τον ιστορικό, υπάρχουν ακόμη πλήθος Βούδδες, έτοιμοι να βοηθήσουν τους ανθρώπους στην υπέρβαση της δοκιμασίας τους. Βούδδες που ακτινοβολούν ελπίδα και αισιοδοξία, όπως ο ουράνιος Βούδδας, ο Αμιτάβα, που το ονομά του σημαίνει το άπειρο φως. Κατοικεί στον ουράνιο χώρο Σουκάβατι (Sukhavati) και στην επικράτειά του ξαναγεννιούνται μετά το θάνατό τους όσοι προσκολλούν τη σκέψη τους σ' αυτόν και καλλιεργούν την καλοσύνη.
Τη σημαντικότερη καινοτομία της Μαχαγιάνα Σωτηριολογίας αποτελεί η διδασκαλία για τους Μποντισάττβες. Σύμφωνα με αυτήν, ο Μποντισάττβα, όπως δηλώνει το όνομα του, είναι ένα ολοφώτεινο ον, που προχωρεί στον πλήρη φωτισμό, στο να γίνει δηλ Βούδδας. Ενώ όμως έχει τη δυνατότητα να επιτύχει τη Νιρβάνα, εξακολουθεί, με τη θέλησή του, να μένει στην περιοχή της Σαμσάρα από συμπόνια για τα άλλα όντα για να τους συμπαρασταθεί και να συμβάλει στη σωτηρία τους. Έτσι, ο Μποντισάττβα γίνεται τελικά, ένας ουράνιος σωτήρας, για τον οποίο πιστεύεται ότι ζει στον ουρανό Τουσίτα. Αναφέρονται πλήθος Μποντισάττβες, από τους οποίους σημαντικότεροι είναι ο Αβαλοκιτεσβάρα, στα Κινεζικά Κουάν-γιν (Kuan-yin), ο Μαντζουσρί, ο Μαχασταμαπράπτα και ο Μαϊτρέγια που το όνομα του σημαίνει τον φιλικό και που πιστεύεται ως ο μελλοντικός Βούδδας, που περιμένει τον κατάλληλο χρόνο, για να κατεβεί στη Γη. Το κύριο χαρακτηριστικό κάθε Μποντισάττβα είναι η συμπάθεια προς όλα τα όντα και η διάθεση βοήθειας. Με τον τονισμό του ρόλου τους παραμερίζεται η διδασκαλία του Τεραβάντα Βουδδισμού για ατομική σωτηρία και αντικαθίσταται με την πίστη σε υπεργήινη συμπαράσταση και ευρύτερη, καθολική σωτηρία. Συγχρόνως η διδασκαλία για τους Μποντισάττβες προσφέρει μια υπόσχεση και ένα υψηλό ιδανικό. Ενώ το ιδεώδες που καλλιέργησε ο Τεραβάντα Βουδδισμός είναι ο «αραχάτ» (arahat) ή «αρχάτ» (arhat), ο άξιος, αυτός που με δική του προσπάθεια και ικανότητα προχώρησε στη γνώση και επέτυχε να λυτρωθεί από τη Σαμσάρα, για τον Μαχαγιάνα Βουδδισμό είναι ο Μποντισάττβα. Όλοι οι άνθρωποι φορούν και πρέπει να προχωρήσουν προς τη λύτρωση με τη βοήθεια κάποιου Μποντισάττβα.
Στο φιλοσοφικό πεδίο η κύρια διαφοροποίηση του Μαχαγιάνα Βουδδισμού από τους άλλους κλάδους του συντελέστηκε με τη διδασκαλία για την «κενότητα» («σουvυάτα»-sunyata). Τον πυρήνα της αντίληψης αυτής πρόσφεραν οι πρώιμες Μαχαγιάνα πραγματείες, η «Πράτζνια Παραμίτα Σούτρα» (Prajna Paramita Sutra = Το πλήρωμα της σοφίας). Την επεξεργάστηκε θεωρητικά ο διάσημος φιλόσοφος Ναγκαρτζούνα (Nagarjuna) προς το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. και τη συστηματοποίησε η σχολή Μαντυαμίκα (Madhyamika-Μέση οδός), που αυτός ίδρυσε. Η θεωρία αυτή ωθεί τη βασική αρχή του Βουδδισμού για «μη ψυχή» στα άκρα, στην αυτοκατάργησή της. Κατά τη θεωρία της κενότητας όχι μόνο δεν υπάρχουν τα σύνολα, τα συμπλέγματα, που συνθέτουν την ορατή πραγματικότητα, αλλά ούτε και τα στοιχεία τους υφίστανται ως ουσίες. Τα πάντα βρίσκονται σε σχέσεις αλληλεξάρτησης• είναι κενά («σούνυα»-sunya), και το σύνολο της πραγματικότητας είναι κενότητα («σουνυάτα»). Η φιλοσοφική αυτή βουδδιστική έννοια της κενότητας δεν σημαίνει χάος, μηδέν, αλλά κυρίως υπογραμμίζει ότι η πραγματικότητα είναι πλέγμα σχέσεων και εξαρτήσεων, από όπου λείπει μια αυθύπαρκτη και αυτόνομη ουσία. Η κενότητα υπερβαίνει όλες τις απόψεις, που στηρίζονται στις έννοιες του «είναι» ή του «μη είναι», καθώς και στις παραγωγές τους. Σ αυτό το πλαίσιο καμιά αρχή, θετική ή αρνητική, δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί. Έτσι, έχουμε και μια λογική κενότητα, που συμβαδίζει με την οντολογική. Αυτή η διδασκαλία κινείται με πρόθεση σωτηριολογική αποβλέποντας τελικά στο να ξερριζώσει πλήρως τη δυνατότητα επιθυμίας.
Ο Βατζραγιάνα ή Εσωτερικός Βουδδισμός στο φιλοσοφικο-θρησκευτικό πεδίο ακολουθεί βασικά τις Μαχαγιάνα απόψεις, επιδιώκοντας τη βίωσή τους μέσα στην ταντρική συμβολική πράξη και ένταση. Η τυπικότερη σήμερα εκπροσώπηση του κλάδου είναι ο Θιβετιανός Βουδδισμός, ο οποίος, συμβιώνοντας με την αυτόχθονη θρησκεία Μπον, διαμόρφωσε ιδιόμορφο πάνθεο θεοτήτων, που περιλαμβάνει θεούς και θεές. Οι τελευταίες συχνά θεωρούνται εκφράσεις, ή «σύζυγοι» κάποιου Βούδδα ή Μποντισάττβα. Ο Βατζραγιάνα Βουδδισμός προσδιόρισε με πολλή φροντίδα αντιστοιχίες ανάμεσα στο πάνθεο αυτό και το ανθρώπινο σώμα, τις εμπειρίες της περισυλλογής και γενικότερα του κόσμου και εξελίχθηκε σε περίπλοκο σύστημα Αποκρυφισμού και Μυστικισμού, τόνισε τη δυνατότητα φωτισμού σ' αυτή τη ζωή, υποστηρίζοντας ότι οι μέθοδοί του ανοίγουν συντομότερο μονοπάτι προς τη Νιρβάνα, και υιοθέτησε γι' αυτό το σκοπό μαγικές μεθόδους, μυήσεις, ερωτικούς συμβολισμούς, τρόπους εκστασιασμού, κινητοποίηση της εμπειρίας των αισθήσεων και της φαντασίας, με επιδίωξη την προσωπική μεταμόρφωση. Οι σχετικές πραγματείες, τάντρας (tantras) καθοδηγούν στο πώς πρέπει να γίνονται οι επικλήσεις στις θεότητες, πώς αποκτάται υπερφυσική μαγική δύναμη και πώς επιτυγχάνεται ο φωτισμός μέσω περισυλλογής και ασκήσεων Γιόγκα.
Η ταντρική πράξη βασίζεται εν μέρει στη μαχαγιανική αρχή ότι η Σαμσάρα και η Νιρβάνα τελικά δεν διαφέρουν μεταξύ τους. Αναπτύσσοντας τη θεωρία της «ταυτόχρονης προέλευσης», οι οπαδοί της υποστήριξαν ότι, εφόσον όλα τα φαινόμενα είναι ουσιαστικώς «κενά», είναι επίσης εσωτερικά καθαρά. Σκοπός της βουδδιστικής τάντρα είναι, με την καθοδήγηση κάποιου πεπειραμένου δασκάλου (Θιβετιανά «μπλάμα»-bLama), να καταστρέψει τα πάθη μέσω των παθών. Η τάντρα, στη θεωρία, στην περισυλλογή, στην τελετουργική πράξη, συγχωνεύει συχνά το πνευματικά με το ερωτικό-γενετήσιο στοιχείο.
Λατρεία. Από χώρα σε χώρα και κυρίως από σχολή σε σχολή, εμφανίζονται πολλές ιδιοτυπίες στη λατρευτική ζωή του Βουδδισμού. Ο Βουδδιστικός κόσμος έχει αναπτύξει πλούσια και σύνθετη λατρεία με κέντρα τα μοναστήρια.
Μοναχισμός. Ο Μοναχισμός αποτελεί το βασικό ιδανικό και χαρακτηριστικό γνώρισμα του Βουδδισμού. Ο ιδρυτής του υπήρξε ασκητής. Ίδρυσε τη μοναχική αδελφότητα, τη Σάνγκα (Sangha),η οποία μαζί με τον Βούδδα και την Ντάρμα, αποτελεί τα «τρία πολύτιμα κοσμήματα» του Βουδδισμού. Η μοναχική οργάνωση έδωσε στο Βουδδισμό δυναμικότητα και αντοχή. Ο αριθμός των μοναχών στις βουδδιστικές χώρες ήταν πάντα μεγάλος. Στο Θιβέτ μάλιστα υπήρξαν εποχές, κατά τις οποίες το 1/4 του πληθυσμού ζούσε σε μοναστήρια. Οι κανόνες που ρυθμίζουν τη βουδδιστική μοναχική ζωή διατυπώνονται με λεπτομέρειες στη «Βινάγια Πίτακα» και κυμαίνονται, ανάλογα με τις διάφορες σχολές, μεταξύ 227 και 253. Το βασικά ιδανικά του βουδδιστή μοναχού είναι η φτώχεια, η απόλυτη εγκράτεια και η αποφυγή πρόκλησης βλάβης σε ζωντανό πλάσμα Ο μοναχός ονομάζεται «μπίξου» (bhiksu) ή «μπίκκου» (bhikkhu), δηλ επαίτης, ζητιάνος. Οφείλει να ζει πολύ απλά, να μην κατέχει χρήματα και να επαιτεί κάθε μέρα την τροφή του. Η αγαμία θεωρείται βασικό χαρακτηριστικό της μοναχικής ζωής, αλλά στο Μαχαγιάνα Βουδδισμό ο κανόνας αυτός δεν είναι αυστηρός. Πολλές βουδδιστικές σχολές στην Κίνα, στην Κορέα και στην Ιαπωνία επέτρεψαν στους μοναχούς το γάμο. Ο Βούδδας, ύστερα από μεγάλες αντιρρήσεις, δέχτηκε την ίδρυση γυναικείου μοναχικού τάγματος. Οι μοναχές, οι «μπικκούνι» (bhikkhuni), είναι υποχρεωμένες να υπακούουν στους μοναχούς. Γενικά η Σάνγκα, η βουδδιστική μοναχική κοινότητα, παραμένει ο πυρήνας του βουδδιστικού κόσμου και τα μοναστήρια οι πνεύμονες του Βουδδισμού.
Αντικείμενα και τρόποι λατρείας. Η ευσέβεια και η λατρεία των Βουδδιστών στρέφεται κυρίως σε τρία πράγματα: Τα ιερά λείψανα, το ιερό δένδρο «μπόντι» (bodhi) και το άγαλμα του Βούδδα. Και τα τρία δεσπόζουν σε κάθε βουδδιστικό μοναστήρι. Σύμφωνα με την Τεραβάντα παράδοση, ο ίδιος ο Βούδδας καθοδήγησε τον αγαπημένο του μαθητή Ανάντα Τέρα για το πώς θα έπρεπε να φυλάξουν τα λείψανά του σε «στούπα» (stupa, ή «τούπα»-thupa ή «ντάγκαμπα»-dagaba). Αργότερα ανάλογα μνημεία χτίστηκαν για να δεχτούν λείψανα μαθητών του Βούδδα ή αλλά ιερά αντικείμενα. Οι κλασικές στούπες είναι ογκώδη μνημειακά κτίσματα στο Νότιο Βουδδισμό συνήθως σε σχήμα καμπάνας, λωτού ή χρυσαλλίδας, και στον Ανατολικό με πολλούς ορόφους, οι γνωστές παγόδες. Το δέντρο «μπόντι», που αναπτύσσεται στον περίβολο των βουδδιστικών μοναστηριών, συνδέεται με το φωτισμό του Βούδδα. Κατά την πρώτη βουδδιστική περίοδο δεν υπήρχαν αγάλματα και εικόνες του Φωτισμένου. Συνήθως χρησιμοποιούσαν σύμβολα, όπως ο τροχός, αποτύπωμα του ποδιού του Βούδδα, το δέντρο μπόντι κ.ά. Τα πρώτα αγάλματα του Βούδδα στην Ινδία εμφανίστηκαν τον 1ο αι. μ.Χ. Σήμερα σε όλες τις βουδδιστικές χώρες αγάλματα διαφόρων μεγεθών βρίσκονται στο κέντρο της λατρευτικής ζωής.
Ανεξάρτητα από τις φιλοσοφικές διαβεβαιώσεις των διανοουμένων Τεραβάντα σχετικά με την ανθρώπινη φύση του Βούδδα και το μη θεΐστικό χαρακτήρα της θρησκείας που φέρει το όνομά του, για τους περισσότερους Βουδδιστές ο Φωτισμένος είναι ο «ντεβάντι ντέβα», «ο θεός πάνω από τους θεούς». Ιδιαίτερα για το λαό, ο Βούδδας εκπροσωπεί ό,τι πολυτιμότερο και δυνατότερο υπάρχει στο σύμπαν. Η δοξολογική αναφορά του ονόματός του αποτελεί την αφετηρία κάθε λατρευτικής εκδήλωσης. Ακολουθεί η «καταφυγή στα τρία πολύτιμα κοσμήματα», τον Βούδδα, την Ντάρμα και τη Σάνγκα, και δίνεται η υπόσχεση τήρησης των βασικών υποχρεώσεων του Βουδδιστή, που σημειώθηκαν πιο πάνω. Εκτός από τις πέντε βασικές προστίθενται και άλλες τρεις, ως ειδική άσκηση και συμμετοχή στη ζωή της Σάνγκα. Ως έκφραση ευλάβειας προσφέρονται λουλούδια φώτα — καντήλια κεριά — τροφές, ποτά και άλλα χρήσιμα πράγματα για τους μοναχούς. Βασικό στοιχείο της βουδδιστικής ευσέβειας είναι η απαγγελία ιερών κειμένων και η προσεκτική παρακολούθηση κηρυγμάτων. Η ακρόαση αυτή θεωρείται αξιόμισθη πράξη, σπουδαιότερη και από τις προσφορές και την ατομική μελέτη. Συχνά επίσης τελείται ειδική ακολουθία προς τιμήν του Βούδδα, η «Μπούντα-πούτζα» (Buddha-puja).
Η αντιπροσωπευτικότερη μορφή της βουδδιστικής θρησκευτικότητας βρίσκεται στην περισυλλογή, στον αυτοβυθισμό («μπάβανα»-bhavana), μέθοδος, που ο Βουδδισμός κληρονόμησε από τη μακραίωνη ινδική παράδοση και την έχει αναπτύξει ιδιαίτερα. Δεν πρόκειται τόσο για διανοητική σκέψη και ανάλυση, όσο για τη συγκέντρωση με ένταση σε ένα συγκεκριμένο θέμα ή αντικείμενο. Ο βουδδιστικός κανόνας αναφέρει 40 βασικά πράγματα, τα οποία μπορούν να γίνουν αντικείμενα αυτής της επίμονης περισυλλογής. π.χ. ένα νεκρό σώμα, καθώς αποσυντίθεται, ή οι υπέροχες καταστάσεις της ύπαρξης, όπως είναι η συμπάθεια, η καλοσύνη, η χαρά και η αταραξία.
Εορτές. Προσκυνήματα. Ο ρυθμός του βουδδιστικού εορτολογίου καθορίζεται από τις φάσεις της Σελήνης, εκτός της εορτής του Νέου Έτους, που συνδέεται με τον Ήλιο. Πρόκειται για ένα σύνθετο εορτολόγιο, που σε κάθε βουδδιστική χώρα έχει αναπτυχθεί με ιδιαίτερο τρόπο και πολυδαίδαλες λεπτομέρειες. Οι εορτές διακρίνονται σε καθορισμένες και περιστασιακές. Στις χώρες όπου επικρατεί ο Τεραβάντα Βουδδισμός, ο κάθε μήνας — 30 ή 29 ημερών διαδοχικά — καταλήγει σε πανσέληνο. Οι περισσότερες μέρες που συμπίπτουν με πανσέληνο, έχουν οριστεί ως βουδδιστικές εορτές και είναι αφιερωμένες στην ανάμνηση ενός γεγονότος της ζωής του Βούδδα ή της ιστορίας του Βουδδισμού. π.χ. στην πανσέληνο του δεύτερου μήνα, που συμπίπτει συνήθως με την πανσέληνο του Απριλίου ή του Μαΐου, εορτάζεται η «Βεσάκ» (Vesak) ή «Βεσάκα» (Vesakha), η γέννηση, ο φωτισμός και η τελική είσοδος του Βούδδα στη Νιρβάνα. Είναι η σημαντικότερη βουδδιστική εορτή και έχει παμβουδδιστικό χαρακτήρα. Στην επόμενη πανσέληνο, τέλος του τρίτου μήνα γίνεται η εορτή «Ποσόν» (Poson), σε ανάμνηση της άφιξης στη Σρι Λάνκα του βουδδιστή ιεραπόστολου Μαχίντα γιου του βασιλιά Ασόκα. Στην πανσέληνο του 8ου μήνα, εορτάζεται η αποστολή των πρώτων βουδδιστών μοναχών, και σε ορισμένη τελετή («κατίνα»-kathina) προσφέρονται στους μοναχούς ενδύματα και αλλά δώρα.
Προσφιλείς στους Βουδδιστές είναι οι αποδημίες σε ιερούς τόπους, οι οποίες θεωρούνται ότι επιφέρουν πολλές αξιομισθίες. Κατά την παράδοση, ο ίδιος ο Βούδδας καθόρισε ως προσκυνήματα των οπαδών του το Λουμπίνι στο Νεπάλ, όπου γεννήθηκε, την Μπούντα-γκάγια, όπου φωτίστηκε κάτω από το δέντρο «μπόντι», τη Σάρανατ, στο ήρεμο πάρκο των ελαφιών κοντά στο Μπενάρες, όπου για πρώτη φορά κήρυξε, και την Κουσινάρα, όπου τελείωσε την πορεία του και πέρασε στη Νιρβάνα. Μετά την κατάληψη της Β. Ινδίας από τους Μουσουλμάνους διακόπηκαν οι επισκέψεις σ' αυτούς τους τόπους, τον τελευταίο όμως αιώνα επαναβίωσαν. Εκτός από τα προσκυνήματα στην Ινδία, στις διάφορες χώρες όπου επικρατεί ο Βουδδισμός υπάρχουν φημισμένα μοναστήρια, που έχουν ιερά λείψανα και προσελκύουν χιλιάδες πιστούς.
Πολλά Μαχαγιάνα μοναστήρια είχαν περίπου 35 ως 40 μεγάλες ή μικρότερες εορτές. Εκτός από το Νέο Έτος, που πάνδημα εορταζόταν στην Κίνα, οι σημαντικότερες εορτές για τους Βουδδιστές ήταν η γέννηση της Κουάν-γιν (πρόκειται για τον Μποντισσάττβα Αβαλοκιτεσβάρα, που στα Κινεζικά είναι θηλυκού γένους) στις 19 του δεύτερου σεληνιακού μήνα, η γέννηοη του Βούδδα στις 8 του τέταρτου μήνα, ο φωτισμός της Κουάν-γιν στις 19 του έκτου μήνα κ.ά.
Στις διάφορες Μαχαγιάνα σχολές (βλ πιο κάτω), και από χώρα σε χώρα υπάρχουν πολλές ιδιοτυπίες στη λατρεία π.χ. η βασικότερη λατρευτική έκφραση στον Αμιδισμό είναι η επανάληψη της επίκλησης «Νόμου Αμίντα Μπούτσου» (Namu Amida Butsu), δηλ Δόξα στον Βούδδα Αμίντα, που κατέληξε στη σύγκραση «Νεμπούτσου» (Nembutsu). Η λέξη ή φράση αυτή, σύμφωνα με την παράδοση της Κίνας, όπου πρωτοεμφανίστηκε η σχολή, καθώς και με το θεμελιωτή της στην Ιαπωνία τον Χόνεν (Honen), έπρεπε να επαναλαμβάνεται συνεχώς, αργότερα όμως υποστηρίχτηκε από τους μαθητές του τελευταίου ότι και μία μόνο επίκληση αρκεί για τη σωτηρία. Στο Βουδδιστικό κλάδο Ζεν η αληθινή γνώση, που αποσκοπεί στο φωτισμό, δεν μεταδίδεται με γραφές ή μακρές διδασκαλίες, αλλά με συμβολικές πράξεις του δάσκαλου-γέροντα που φαίνονται χωρίς νόημα. Μια κατεύθυνση Ζεν καλλιέργησε σαν μέσο για την επίτευξη του φωτισμού τον παρατεταμένο διαλογισμό, ενώ άλλη τόνισε τη μέθοδο των «κοάν» (koan), δηλ τη χρήση παράδοξων φράσεων, με τις οποίες ο δάσκαλος προκαλεί το μαθητή σε κρίση της λογικής, σε έξοδο από τη συμβατική πραγματικότητα, με τελικό ζητούμενο την άμεση εμπειρία.
Ιδιαίτερα πολύπλοκη είναι η λατρεία στον Ταντρικό Βουδδισμό. Σ’ αυτόν οι τελετουργίες είναι μακρές και σύνθετες, με αμέτρητες συμβολικές συναρτήσεις, απόκρυφες πλευρές και ψυχοσωματική διέγερση. Από τις κλασικότερες μορφές είναι η χρήση κατά την περισυλλογή των «μάνταλα» (mandala), πολυσύνθετων σχημάτων, που συμβολίζουν συνήθως ουράνιους κόσμους, καθώς επίσης τυποποιημένων ιερών φράσεων «μάντρα» (mantra), που συμπυκνώνουν μια αλήθεια, κάποτε μια ολόκληρη θεωρία. Σημαντικό τμήμα των ταντρικών τελετουργιών περιλαμβάνει συμβολισμούς γενετήσιου χαρακτήρα. Για την ορθή άσκηση της τάντρα απαιτείται η υπακοή σ' ένα πεπειραμένο δάσκαλο-γέροντα (Γκουρού ή Λάμα), που έχει παραλάβει τη μυστική αυτή γνώση από άλλους γέροντες.
Στο Θιβέτ οι εορτές ρυθμίζονται επίσης από το σεληνιακό ημερολόγιο, το οποίο μοιάζει βασικά με το κινεζικό, παρουσιάζει όμως και ορισμένες διαφορές. Κάθε μήνας αρχίζει με τη νέα Σελήνη και η πανσέληνος συμπίπτει με τη 15η του μήνα. Βασικές εορτές είναι του Νέου Έτους, των ιδρυτών των διαφόρων σχολών και αιρέσεων, των θεοτήτων που προστατεύουν τα μοναστήρια. Η γέννηση του Βούδδα εορτάζεται στις 7 του τέταρτου μήνα, ο φωτισμός και η είσοδός του στη Νιρβάνα στις 15 του τέταρτου μήνα, η ανάμνηση του πρώτου κηρύγματος του Βούδδα στις 4 του έκτου μήνα κ.ά.
Ιστορική διαδρομή. Εξάπλωση. Ο Βουδδισμός διαδόθηκε σε μια ευρύτατη περιοχή της ασιατικής ηπείρου, που εκτείνεται από το Αφγανιστάν ως την Ιαπωνία και την Ινδονησία. Τους πρώτους αιώνες της ανάπτυξής του εξαπλώθηκε κυρίως στην ινδική χερσόνησο. Στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. ο Ινδός αυτοκράτορας Ασόκα (περ. 270-232 π.Χ.) αναγνώρισε και επέβαλε το Βουδδισμό στην επικράτειά του, όμως 15 χρόνια μετά το θάνατό του ήρθε στην εξουσία η δυναστεία των Σούνγκα (Sunga), που υποστήριξε τη βραχμανική παράδοση. Ο Βουδδισμός εν τούτοις συνέχισε να ακμάζει, δεσπόζοντας κυρίως σε περιοχές εκτός της ΒΑ. Ινδίας. Από το 2ο αι π.Χ. ως τον 1ο αι. μ.Χ. εξελίχθηκε σε σπουδαία θρησκευτική δύναμη, που επηρέασε πλήθη ανθρώπων, από τις ελληνιστικές επαρχίες της ΒΔ. Ινδίας ως τη νότια άκρη της ινδικής χερσονήσου, τη Σρι Λάνκα, και ανατολικά πολλές περιοχές της Κεντρικής Ασίας. Ηγεμόνες, όπως ο Ντουτταγκάμανι (Duttagamani) στη Σρι Λάνκα και ο Κανίσκα (Kaniska), βασιλιάς του Κουσάν (2ος αι.μ.Χ.). που εκτεινόταν από τη βόρεια Ινδία ως την καρδιά της Κεντρικής Ασίας, μιμήθηκαν τη φιλοβουδδιστική στάση του Ασόκα και υιοθέτησαν το Βουδδισμό ως ενοποιητική θρησκεία των βασιλείων τους.
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ο Βουδδισμός άρχισε να διεισδύει από τη ΒΔ. Ινδία, μέσω των αραιοκατοικημένων περιοχών της Κεντρικής Ασίας, προς τα εμπορικά κέντρα της Β. Κίνας και από τις ανατολικές ακτές της Ινδίας, κατά μήκος των εμπορικών οδών, θαλασσίων και χερσαίων, διαδόθηκε (2ος - 5ος αι. μ.Χ.) στη ΝΑ. Ασία, στη Ν. Κίνα, στη Σουμάτρα και στην Ιάβα. Τέλος, από το λεκανοπέδιο του Γάγγη, δια μέσου των Ιμαλαΐων, εξαπλώθηκε στο Θιβέτ (7ος αι. μ.Χ.).
Ενώ ο Βουδδισμός. με την εξωτερική πίεση του Ισλάμ και την εσωτερική του Ινδουισμού, εξασθένησε στην Ινδία μέχρις αφανισμού (12ος αι. μ.Χ), η ανάπτυξη και η επικράτησή του σε άλλες χώρες συνεχίστηκε. Νέα κέντρα βουδδιστικής ακτινοβολίας αναδείχτηκαν: 1. Η Κίνα, από όπου ο Βουδδισμός, στη Μαχαγιάνα μορφή του, επηρέασε την Κορέα (4ος αι. μ.Χ.) και την Ιαπωνία (6ος αι. μ.Χ). 2. Η Σρι Λάνκα, η οποία εξελίχθηκε σε ορμητήριο διάδοσης του Τεραβάντα Βουδδισμού στη ΝΑ. ζώνη της Ασίας. Στη δράση των μοναχών της οφείλεται το ότι αυτή η μορφή του παραδοσιακού Βουδδισμού έγινε κρατική θρησκεία στη Βιρμανία, στην Ταϋλάνδη, στο Λάος και στην Καμπότζη (μεταξύ 12ου και 14ου αι. μ.Χ.). 3. Το Θιβέτ, από όπου το 16ο αι. ο Ταντρικός Βουδδισμός διαδόθηκε στη Μογγολία.
Σε όλες τις παραπάνω χώρες ο Βουδδισμός ήρθε σε στενότατη σχέση με τον αυτόχθονα πολιτισμό, επηρέασε τις τοπικές θρησκευτικές αντιλήψεις και λατρείες και επηρεάστηκε σημαντικά από αυτές, άλλοτε απορροφώντας και εντάσσοντάς τις στο δικό του σύστημα, άλλοτε απλώς συμβιώνοντας με αυτές. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνάντησε σοβαρότερη αντίσταση, π.χ. στην Κίνα προσέκρουσε σε κοινωνικές παραδόσεις, που είχαν χαλκευτεί επί αιώνες από κομφουκιανικές αρχές αντίθετες στο βουδδιστικό ιδεώδες και ταοϊστικές αντιλήψεις, που έμοιαζαν να το επικαλύπτουν, και στην Ιαπωνία αντιμετώπισε τη φυσιοκρατική λαϊκή θρησκευτικότητα του Σιντοϊσμού. Εκεί Βούδδες και Μποντισάττβες ταυτίστηκαν σε πολλές περιπτώσεις με αυτόχθονα υπερφυσικά πνεύματα («κάμι» - kami). Ποικίλες διασυνδέσεις βουδδιστικών παραστάσεων και λατρείας τοπικών πνευμάτων έγιναν επίσης στις χώρες της ΝΑ. Ασίας, όπως των «νατ» (nat) στη Βιρμανία και των «πι» (phi) στην Ταϋλάνδη. Στη Μογγολία ο Βουδδισμός συμβίωσε με την επιτόπια σαμανιστική παράδοση και παντού, ιδιαίτερα κατά την προσέλκυση των λαϊκών στρωμάτων, απορρόφησε ή συγχωνεύτηκε με μη βουδδιστικές αντιλήψεις, δημιουργώντας νέες συνθέσεις και φιλοσοφικο-θρησκευτικά αμαλγάματα.
Ο Βουδδισμός στην Τεραβάντα μορφή του διαδόθηκε ήδη το 19ο αι. στη Δ. Ευρώπη και τη Β. Αμερική. Στην εποχή μας το ενδιαφέρον για όλους τους βουδδιστικούς κλάδους συνεχίζεται αυξανόμενο, κυρίως στην Αγγλία, στη Γερμανία και στις Η.ΠΑ, και βουδδιστικές κοινότητες διαμορφώνονται σε διάφορες δυτικές χώρες. Τέλος, ο Βουδδισμός παρουσιάζει νέα ζωτικότητα στη γενέτειρά του, την Ινδία.
Σήμερα οι οπαδοί του Τεραβάντα ανέρχονται σε 100 περίπου εκατομμύρια και του Βατζραγιάνα σε 10. Λόγω της κομμουνιστικής κυριαρχίας στην Κίνα και σε άλλες περιοχές, όπου επικρατούσε ο Μαχαγιάνα Βουδδισμός, αλλά επίσης και λόγω του ότι πολλοί Βουδδιστές ακολουθούν συγχρόνως διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις (π.χ. Κομφουκιανισμό, Ταοϊσμό ή Σιντοϊσμό), δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο αριθμός των Μαχαγιάνα Βουδδιστών. Πάντως, στον ευρύτερο χώρο της Α. Ασίας, όπου ζουν πάνω από 1.200 εκατομμύρια άνθρωποι, ο Μαχαγιάνα είναι από τις σημαντικές θρησκευτικές παραδόσεις και επηρεάζει το βίο εκατομμυρίων Ασιατών. Με πολλές επιφυλάξεις, σύγχρονες στατιστικές (1987) υπολογίζουν τους Βουδδιστές σε 350 εκατομμύρια ή σε ποσοστό 6-7% του συνολικού πληθυσμού της Γης. 
Σχολές. Τρεις αιώνες μετά το θάνατο του Βούδδα αναφέρεται ότι υπήρχαν 18 σχολές ή αιρέσεις, που τα ιδεολογικά και οργανωτικά σύνορα μεταξύ τους ήταν μάλλον ρευστά. Κατά τους οπαδούς του Τεραβάντα, λίγες εβδομάδες μετά το θάνατο του Φωτισμένου συνήλθε η πρώτη Σύνοδος των μαθητών του στη Ρατζαγκάχα (Rajagaha), προκειμένου να καθορίσει το βουδδιστικό μοναχικό κανόνα. Η δεύτερη Σύνοδος πραγματοποιήθηκε στην πόλη Βεσάλι (Vesali), τον 4ο αι π.X. και σχετίζεται με ένα βασικό ρήγμα στη βουδδιστική κοινότητα. Οι αυστηροί ακόλουθοι του αρχικού Βουδδισμού συσπειρώθηκαν στην ομάδα των Σταβιραβάντιν (Sthaviravadin), ή Τεραβάντιν (Theravadin), την «οδό των πρεσβυτέρων», ενώ, όσοι έβλεπαν στον αρχικό Βουδδισμό μια δημοκρατικότερη λαϊκή κίνηση, σχημάτισαν την ομάδα των Μαχασανγκίκα (Mahasanghika), «των μελών της μεγάλης συνέλευσης». Ο Κανόνας του Τεραβάντα κλάδου, όπως ήδη σημειώθηκε, διαπλάστηκε στην τρίτη βουδδιστική Σύνοδο της Παταλιπούτρα (Pataliputra), επί βασιλείας του Ασόκα για να αποκρυσταλλωθεί τον 1ο αι π.Χ. στη γλώσσα Πάλι.
Μεταξύ 1ου αι. π.Χ. και 1ου αι. μ.Χ. εμφανίζεται ένας νέος βουδδιστικός προσανατολισμός, ο γνωστός Μαχαγιάνα. Καθώς η μορφή αυτή του βουδδιστικού συστήματος εισέδυε στην κεντρική και ανατολική περιοχή της ασιατικής ηπείρου, διαμορφώθηκαν διάφορες σχολές και τάσεις. Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες υπήρχε σημαντική εμπορική και πολιτιστική επικοινωνία μεταξύ Ινδικού και Ρωμαϊκού κόσμου, και είναι πιθανό να υπήρξαν έμμεσες ή και άμεσες χριστιανικές επιδράσεις στη νέα βουδδιστική πνευματική ζύμωση, ιδιαίτερα σχετικά με έννοιες όπως πίστη, αγάπη, χάρη.
Τον 5ο και 6ο αι. μ.Χ., με τη χαλάρωση των δεσμών Ινδίας και Κίνας, αναπτύχθηκαν στην Κίνα βουδδιστικές σχολές, που διακρίθηκαν για ένα νέο, ανεξάρτητο πνεύμα. Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε αργότερα και στην Ιαπωνία. Ο ανταγωνισμός μεταξύ ινδικού και κινεζικού πνεύματος φάνηκε χαρακτηριστικότερα στην προσπάθειά τους να επιδράσουν στο Θιβέτ. Τελικά ο θιβετιανός Βουδδισμός, αναζητώντας τις πρώτες πηγές, υιοθέτησε τα ταντρικά ινδικά στοιχεία και τα συγκέρασε με εντόπια λατρευτικά δεδομένα. Από τις κινεζικές σχολές, που έμειναν πιστές στην αρχαία παράδοση, διακρίνεται η Λυ Τσουνγκ (Lu Tsung), η οποία βασίστηκε στη Βινάγια και έδωσε την περισσότερη σημασία στην ηθικότητα και την πειθαρχία. Τη Βατζραγιάνα κατεύθυνση του Εσωτερικού Βουδδισμού ακολούθησαν στην Κίνα η σχολή Τσεν-γιεν (Chen-yen) και στην Ιαπωνία η Σινγκόν (Shingon) ή Μίκκυο (Mikkyo).
Περισσότερο διαφοροποιημένος παρουσιάζεται ο Μαχαγιάνα Βουδδισμός. Δύο σχολές του εξελίχθηκαν με βάση την παλαιά ινδική Μαχαγιάνα θεωρία: Η Μαντυαμίκα (Μadhyamika), Κινεζικά Σαν-λουν (San-lun), Ιαπωνικά Σανρόν (Sanron), γνωστή και ως Σουνυαταβάντα (Sunyatavada), που τονίζει τη σχετικότητα και την «κενότητα», και η Γιογκατσάρα (Yogacara), Κινεζικά Φα-χσιάν (Fah-siang), Ιαπωνικά Χοσσό (Hosso), που συνήθως χαρακτηρίζεται ως «ιδεαλιστική». Η Σουνυαταβάντα είναι προσανατολισμένη προς τη διόραση και τη σοφία, ενώ η Γιογκατσάρα την ηρεμία και την αυτοσυγκέντρωση. Η επόμενη ομάδα εκπροσωπεί τις τυπικά κινεζικές και αργότερα ιαπωνικές σχολές, όπως είναι η Αβατάμσακα (Avatamsaka), στην Κίνα Χουά-Γιεν (Hua-yen) και στην Ιαπωνία Κεγκόν (Kegon), γνωστή και ως «φιλοσοφία της ολότητας», και η Σανταρμαπουνταρίκα (Saddarmapundarika). «Λωτός του αληθινού νόμου», στην Κίνα Τ' ιεν-Τάι (Ti'en-tai) και στην Ιαπωνία Τεντάι (Τendai), που θεωρείται ιδιαίτερα διανοητική, αλλά συγχρόνως τονίζει παραδοσιακές πρακτικές της περισυλλογής.
Η τελευταία ομάδα περιλαμβάνει σχολές, που ακολούθησαν νέες μορφές ευσέβειας: Η σχολή της «Αγνής Γης» ή Σουκάβατι (Sukhavati), που τονίζει την αφοσίωση και τη σωτηρία με τη χάρη του Αμιτάβα.
Στην Κίνα έγινε γνωστή ως Σινγκ-τ 'ου (Ching-t'u), ενώ στην Ιαπωνία διακλαδώθηκε σε τρεις κοινότητες: την Τζόντο (Jodo), τη Σιν (Shin) και τη Τζι (JI). Η σχολή του Νιτσίρεν (Nichiren, 1222-82 μ.Χ.), καθαρά ιαπωνική, συνδύασε τη διδασκαλία της Σούτρας του «Λωτού του αληθινού νόμου», την οποία έθεσε ως κέντρο, με τις ιδέες της «Αγνής Γης» για πίστη και χάρη. Τέλος η σχολή Ντυάνα (Dyana), Κινεζικά Τσ'αν (Ch’an) και Ιαπωνικά Ζεν (Ζen), έγινε ονομαστή για την εικονοκλαστική διάθεση, την έμφαση που έδωσε στον αυθορμητισμό και στο αιφνίδιο της πραγματοποίησης του φωτισμού.
Γράμματα Τέχνες. Ο Βουδδισμός από τον 5ο ως τον 3ο αι. π.Χ. ήταν ενθουσιώδης θρησκευτική μειονότητα, που κυρίως προπαγάνδιζε ένα νέο μήνυμα λύτρωσης. Με την ενέργεια του Ασόκα, να τον ανυψώσει σε κρατική θρησκεία, άρχισε νέα φάση στην πορεία του, που τον ανέδειξε διαμορφωτή νέου πολιτισμού. Στη δεύτερη αυτή περίοδο, που εκτείνεται από τα μέσα του 3ου αι π.Χ. ως τα μέσα του 9ου αι. μ.Χ., ο Βουδδισμός εξελίχθηκε σε πανασιατική θρησκεία, σε υπερεθνική πολιτιστική δύναμη. Μεγάλα μοναστήρια αναδείχθηκαν σε πανεπιστημιακά κέντρα με πανασιατική ακτινοβολία, στα οποία καλλιεργήθηκαν η φιλολογία και διάφορες επιστήμες. Γενικότερα σ' αυτή την περίοδο ο Βουδδισμός καθόρισε τα κριτήρια της φιλοσοφικής, καλλιτεχνικής και γενικότερα πολιτιστικής ανάπτυξης της Ασίας και επηρέασε ευρύτερα τη λογική, τη φιλολογία, την ιατρική και την τέχνη. Στην ακόλουθη, τρίτη περίοδο, από το 10ο αι μ.Χ. και εξής, τονίστηκε περισσότερο η ιδιοτυπία των διαφόρων λαών και η ιδιαιτερότητα των τοπικών πολιτισμών, που γονιμοποιήθηκαν από τα βουδδιστική ιδεώδη. Οι δύο μεγάλοι βουδδιστικοί πολιτιστικοί άξονες, ο ινδικός και ο κινεζικός, χτυπημένοι από το εσωτερικό και το εξωτερικό, λύγισαν και υποχώρησαν. Έτσι από το 10ο αι. μ.Χ., συναντούμε διακεκριμένες πολιτιστικές μορφές Βουδδισμού στην Ιαπωνία, στην Κορέα, στο Θιβέτ, στη Σρι Λάνκα, στην Ταϋλάνδη, στη Βιρμανία, στο Λάος, στο Βιετνάμ. Σ' αυτά τα πλαίσια αναπτύχθηκε πολύμορφα η τοπική τέχνη, πλούσια σε ιδιοτυπίες, επιτεύγματα, πρωτοτυπία κα αξία, και η καλλιτεχνική δημιουργία προσέλαβε περισσότερο εθνικά χαρακτήρα.
Μεγάλη ήταν η συμβολή των μοναχών στα γράμματα ενώ τις τέχνες υπηρέτησαν κυρίως οι λαϊκοί. Οι βασικότεροι τομείς που καλλιεργήθηκαν είναι η γλυπτική, η αρχιτεκτονική, η ζωγραφική και οι διάφορες ειδικότητες της μικροτεχνίας. Η μουσική δεν αναπτύχθηκε στο Βουδδιστικό κόσμο, διότι στη λατρεία δεν κατέλαβε βασική θέση. Εκεί δέσποσε η μονότονη εμμελής απαγγελία των ιερών κειμένων.
Η καθιέρωση των αγαλμάτων του Βούδδα έδωσε εκπληκτική ώθηση στη γλυπτική. Τα πρώτα αγάλματα παρουσιάστηκαν στην Γκαντάρα, στο βορειοδυτικό άκρο της Ινδίας, τον 1ο αι μ.Χ., με σαφείς ελληνικές επιδράσεις• επίσης στη Ματούρα, νότια του Δελχί, με περισσότερο ινδικά χαρακτηριστικά. Κατά τη διάδοση του Βουδδισμού στις διάφορες χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας η τεχνοτροπία διαφοροποιήθηκε, προσλαμβάνοντας τοπικά χαρακτηριστικά. Δημιουργήθηκαν αναρίθμητα αγάλματα όλων των μεγεθών, από τις μινιατούρες που κοσμούν τα δωμάτια ως τα τεράστια γλυπτά που στήθηκαν σε περίοπτα μέρη ή λαξεύτηκαν σε βράχους και βουνά. Γι αυτό το σκοπό χρησιμοποιήθηκαν όλα σχεδόν τα υλικά ξύλο, πηλός, μάρμαρο, πολύτιμοι λίθος, ορείχαλκος. Στη γλυπτική παράδοση διαμορφώθηκαν διάφοροι τύποι απεικόνισης του Βούδδα. Στο Μαχαγιάνα Βουδδισμό η θεωρία για τους πολλούς Βούδδες και Μποντισάττβες παρακίνησε σε νέες γλυππκές και ζωγραφικές απεικονίσεις και συνθέσεις. Τα βασικά θέματα της βουδδιστικής ζωγραφικής στους τοίχους των μοναστηριών και των ναών είναι σκηνές από τη ζωή του Βούδδα και από τους προβεβιωμένους βίους του. Η συνεχώς αναπτυσσόμενη μυθολογία των διαφόρων σχολών άνοιξε τεράστιους ορίζοντες στη καλλιτεχνική φαντασία.
Έτσι σε όλη την κεντρική και ανατολική Ασία δεσπόζουν, σε ποικίλους ρυθμούς, εντυπωσιακές παγόδες, χαρακτηριστικοί βουδδιστικοί ναοί και μοναστηριακά συγκροτήματα.
Οι ανάγκες του πλούσιου βουδδιστικού τελετουργικού, καθώς και η βεβαιότητα για την αξιομισθία, που έχουν η ανέγερση βουδδιστικών μνημείων και οι προσφορές σε μονές και ναούς, όπως επίσης η άρτια εκτέλεση των έργων τέχνης παρακίνησαν χορηγούς και τεχνίτες σε αδιάκοπη καλλιτεχνική προσφορά και δημιουργία. Γενικά ο Βουδδισμός κατέχει εξέχουσα θέση στην παγκόσμια ιστορία του πολιτισμού.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΤΟΣ  Επίσκοπος Ανδρούσης

Εκ του βιβλίου Οι Γκουρού ο νέος και ο Γέροντας Παΐσιος. 

Ήταν απόγευμα πια και άρχισα να ανεβαίνω τα απότομα σκαλοπάτια, για να φτάσω στην κορυφή που βρισκόταν το άσραμ. Με προσπέρασε τρέχοντας ένας ολόγυμνος Δυτικός, άντρας γύρω στα τριάντα, που τουρτούριζε από το κρύο, γιατί μόλις είχε βγεί από τα παγωμένα νερά του ποταμού. Είχα διαβάσει για τα κρύα παρατεταμένα μπάνια που κάναν οι γιόγκι συνδυασμένα με μερικές ασάνες (πόζες), για να προκαλέσουν πίεση και διέγερση ορισμένων ορμονικών αδένων, ώστε ν' αλλάξει η βιοχημεία του σώματος. Όλα αυτά που έβλεπα γύρω μου θύμιζαν γνώσεις που είχα, ήταν πράγματα που ήθελα, είχα την επιθυμία να κάνω χρόνια τώρα... Η πρακτική εφαρμογή... η ζωή της γιόγκα,... της μαγείας. Η Μαγεία για μένα είχε θετική έννοια τότε.

Όμως... ο γέροντας, το Άγιον Όρος, οι «Χριστιανικές» εμπειρίες φώναζαν το αντίθετο. Προειδοποιούσαν για το Διάβολο που εξαπατά, που μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός, προκειμένου να εξαπατήσει. Δεν πίστευα. Αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στα δύο, δε γνώριζα τι είναι τι. Γι' αυτό είχα έρθει στην Ινδία. Για να καταλάβω.

Καθώς ανέβαινα τα σκαλοπάτια, φοβισμένος, έκπληκτος, γεμάτος περιέργεια και απορία, ένοιωσα να με πλησιάζει αοράτως μια ύπαρξη που με παρηγόρησε και με γαλήνεψε και με στήριξε, ενώ ταυτόχρονα άκουσα ολοκάθαρα μέσα στο νου μου μια φωνή να λέει: «Μη προσκυνήσεις τα είδωλα ουδέ μη λατρεύσεις αυτά. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου ούκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού».

Η πρώτη εντολή που είχε δώσει ο Θεός στο Μωυσή στο όρος Σινά!!! Εκείνη τη στιγμή ήμουν τόσο ήσυχος και καταλάβαινα τόσο βαθειά το νόημα της εντολής, που απορροφήθηκα από το νόημά της και όχι από τον περίεργο τρόπο που ήρθε σε μένα. Σήμερα πιστεύω ότι ήταν Άγγελος.

Ενώ ακόμα η φωνή αντηχούσε στο νού μου, τα σκαλοπάτια τελείωσαν και ήρθα φάτσα με φάτσα με έναν υπαίθριο, μικρό, ινδουιστικό ναό. Εκεί υπήρχαν οι διάφορες θεότητες του Ινδουιστικού πανθέου. Ένας «θεός» είχε ανθρώπινο σώμα και κεφάλι ελέφαντα, άλλος ήταν ανθρωπόμορφη μαϊμού, ο άλλος με 6 χέρια και 4 πόδια και άλλα διάφορα αγάλματα που δέχονταν λατρεία από τους κατοίκους του άσραμ. -«Αν δεν είναι αυτά είδωλα, τότε ποιά είναι;». Αναρωτήθηκα. Ήταν μια αποκάλυψη αυτό για μένα. Οι άνθρωποι ήταν ειδωλολάτρες!! Όπως οι αρχαίοι Έλληνες... όπως οι αρχαίοι λαοί προ Χριστού.

Ταυτόχρονα κατάλαβα κάτι, που το ξεχνούσα κάποιες φορές αργότερα. Η μία πλευρά τουλάχιστον, η Ορθοδοξία, ήταν κάθετη. Ξεκάθαρα έλεγε ότι δεν έχουμε σχέση πνευματική μ' όλους αυτούς. Μάλιστα έπαιρνε και θέση αντιθετική. Ένα καθαρό ΟΧΙ.

Ενώ οι Ινδουιστές προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τα πράγματα μ' έναν τρόπο που έλεγε ότι όλοι είμαστε το ίδιο περίπου και ότι υπάρχουν μερικοί μικρόμυαλοι φανατισμένοι που δε θέλουν να το παραδεχθούν. Μου είχε γίνει φανερό ότι αυτή η στάση τους ήταν παραπλανητική. Το όχι δεν το έλεγε κάποιος μικρόμυαλος παπάς ή καλόγερος, το έλεγε ο Ίδιος ο Θεός μέσα από τις εντολές που έδωσε στον προφήτη Μωυσή ˙ κοίτα την Παλαιά Διαθήκη. Οι πιο βασικές εντολές ήταν ενάντια στην πολυθεΐα και την ειδωλολατρεία. «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου, ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού». Δηλαδή, «Εγώ είμαι ο Θεός, δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός από Εμένα». Τι πιο ξεκάθαρο απ' αυτό; Γιατί το έκρυβαν αυτό οι Ινδουιστές; Γιατί διαστρέβλωναν την πίστη των αντιπάλων τους; Γιατί επέμεναν να παρουσιάζουν διαφορετικά τα πράγματα; Για ποιά ομοιότητα μιλούσαν, όταν υπήρχαν τόσο μεγάλες διαφορές;

Τι σχέση είχε ο Σίβα ή ο Γκανέσα με το ελεφαντίσιο κεφάλι ή ο άλλος που ήταν μαϊμού με το Θεό της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης; Όλοι αυτοί μοιάζαν πιο πολύ με το αρχαίο Δωδεκάθεο, με το θεό- πατέρα Δία και με το πλήθος των άλλων θεών και ημιθέων. Καμιά σχέση με τον Ένα, το Μοναδικό Θεό, τον Ποιητή του ουρανού και της γής. Δυστυχώς αυτό που μου έγινε ξεκάθαρο εκείνη τη στιγμή, το ξέχασα, το μπέρδεψα ή με μπέρδεψαν αργότερα.

Προσέξτε τη συμπεριφορά τους. Αξίζει τον κόπο. Για να μπεί κανείς στο άσραμ, έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά μέσα από το μικρό αυτό υπαίθριο ναό. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Με σταμάτησαν και μου είπαν να βγάλω τα παπούτσια και να περάσω ξυπόλυτος όσο είμαι στο ναό, γιατί ο τόπος είναι ιερός. Τα αγάλματα ήταν στολισμένα με λουλούδια και άλλα αφιερώματα. Αν αυτό δεν είναι λατρεία στα είδωλα, τότε τι είναι;

Προχώρησα πιο μέσα στο ναό, με τα παπούτσια στο χέρι και είδα ένα άγαλμα κατάμαυρο, γυαλιστερό που το μόνο άσπρο που είχε πάνω του ήταν το ασπράδι των ματιών. Έδειχνε ένα χοντρό, νέο άνθρωπο στη στάση του λωτού. Αργότερα έμαθα ότι το στιλβωτό, αστραφτερό, κατάμαυρο άγαλμα παρίστανε τον Babaji και το είχαν φτιάξει οι μαθητές του από την Ιταλία. Ήταν και αυτό στο ιερό και το λάτρευαν μαζί με τ' άλλα αγάλματα. Ήταν από πορσελάνη. Οι άνθρωποι του άσραμ πίστευαν ότι ο Babaji ήταν θεός!!!... Μάλιστα Θεός!!!... ενσαρκωμένος!!! Γι' αυτό τον λάτρευαν κάθε πρωί και βράδυ. Περνούσαν όλοι ένας- ένας από μπροστά του, ενώ αυτός καθόταν αναπαυτικά σε μια εξέδρα και τον προσκυνούσαν, ξαπλώνοντας στο χώμα μπροστά του και δίνοντάς του δώρα. Αυτός τα έπαιρνε και τους έδινε πίσω ένα μέρος, μαζί με την «ευλογία» του. Όλη αυτή η διαδικασία κρατούσε γύρω στις δύο ώρες, ίσως και περισσότερο.

Σε διάφορα εμφανή μέρη του άσραμ υπήρχε κρεμασμένη η φωτογραφία των ποδιών του, όπου φαίνονταν υποτίθεται τα σημάδια από τα οποία οι άλλοι γιόγκι, οι υπόλοιποι γκουρού, ως το Δάσκαλο των δασκάλων, ως ένα Αβατάρ, ως την ενσάρκωση του Babaji .

Εγώ έβλεπα μόνο ένα ζευγάρι γυμνά παχουλά πόδια και αναρωτιόμουν πόσοι γνώριζαν τα σημάδια που θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ˙ ή αν υπήρχαν κάν τέτοια σημάδια και δεν ήταν όλη η ιστορία απλά για υποβολή και εντυπωσιασμό. Μία ακόμη λεπτομέρεια στο όλο ντεκόρ. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν μια ζωγραφιά. Φλόγες σχημάτιζαν μια καρδιά με έντονα κόκκινα και πορτοκαλί χρώματα, που υπήρχε σε πολλά σημεία στα διάφορα οικήματα. Ήταν το έμβλημα του γκουρού απ' ό,τι κατάλαβα.

Με τις φίλες μου είχαμε χωρίσει. Αλλού έμενα εγώ, αλλού αυτές. Οι Δυτικοί (ευρωπαίοι, αμερικανοί, μαύροι) ήταν τουλάχιστον οι μισοί, αν όχι παραπάνω, από τους κατοίκους του άσραμ. Υπήρχε κάτι κοινό σε όλους εμάς.

Μοιράστηκε το φαγητό, φάγαμε σκόρπιοι κατά ομάδες και μετά αρχίσαμε να μαζευόμαστε σ' ένα παλιό οίκημα με χοντρές κολόνες και στέγη, χωρίς τοίχους, ανοιχτό από τις 3 πλευρές.Ήμουν από τους πρώτους που πήγα σ' αυτό το οίκημα. Με τράβηξε η μουσική από δύο μικρά τυμπανάκια. Κάποιος έψαλλε κιρτάν, θρησκευτικούς ινδουιστικούς ύμνους. Σε λίγο μαζεύτηκαν όλοι και γεμίσαμε το χώρο πυκνά, όρθιοι, ο ένας δίπλα στον άλλο. Ήρθε και ο Ήρθε και ο Babaji με τη συνοδεία του, που πρέπει να ήταν αυτοί οι 5-6 ίδιοι γιόγκι πάντοτε. Ένας κύκλος πιο στενών μαθητών του. Μου έκανε εντύπωση ότι όλοι τους ήταν Δυτικοί, λευκοί. Κάθισε, ξάπλωσε στην εξέδρα και άρχισαν να περνούν από μπροστά του... να τον προσκυνούν και να τον δωρίζουν. Ήταν τόσο... περίεργος που δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Είχα πάλι τα ίδια αισθήματα με την πρώτη φορά, μόνο που τώρα ήμουν δεκαπέντε μέτρα μακριά του. Τον κοιτούσα και προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν. Να βγάλω ένα συμπέρασμα γι' αυτό το παράξενο πλάσμα. Απορροφούσα κάθε λεπτομέρεια από τις κινήσεις του, κάθε πληροφορία από τις εκφράσεις του. Αναγνώρισα πολλά που διάβαζα σε μαγικά βιβλία να εξασκούνται συνεχώς απ' αυτόν. Πίσω του στον τοίχο κρεμασμένο ένα μεγάλο πανί κεντημένο παρίστανε ένα βουνό με τρεις κορυφές και έναν ήλιο με πολύ ιδιόμορφο σχήμα. Αναγνώρισα αμέσως αυτό που είχα δει και διαβάσει σ' ένα βιβλίο στην Ελλάδα περί μαγείας.

Ήταν το σύμβολο της υψηλής Μαγείας.

Η λατρεία που του έδειχνε ο καθένας διέφερε σε ένταση και βάθος. Πάντως όλοι πρόσεχαν αυτόν. Με πλησίασαν τρείς φορές και με παρεκίνησαν να πάω κι' εγώ να τον προσκυνήσω. Δεν το έκανα. Προσπαθούσα μόνο να τον κοιτάξω κατάματα.

Κάποια στιγμή τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Αυτός δεν κοίταξε εμένα συγκεκριμένα. Το βλέμμα του περιφερόταν μέσα στην αίθουσα, δε σταμάτησε πάνω μου, απλά για μια στιγμή πέρασε το βλέμμα του μέσα από το δικό μου.

Ε!... εκείνη τη στιγμή εγώ έχασα το περιβάλλον μου, έπεσα σε « έκσταση»!!...(;) Σαν να έβλεπα μέσα στο στήθος μου. Μέσα στο σκοτάδι... είδα με ζωηρότατα χρώματα την καρδιά μου μέσα στις φλόγες.

Το ίδιο ξαφνικά συνήλθα και είχα συνείδηση του τι μου είχε συμβεί. Συνέχισα να τον παρακολουθώ πιο εντυπωσιασμένος. Πάλι ήρθε κάποιος και μου είπε να πάω και εγώ μπροστά του. Να κάνω τι;... Μα ό,τι και όλοι οι υπόλοιποι... να τον προσκυνήσω. Δεν πήγα... Δεν ήξερα ποιος ήταν. Φοβόμουν...γιατί έπρεπε να προσκυνήσω δηλαδή;...

Ξαφνικά εκεί που ήταν χαλαρωμένος ο Babaji σηκώθηκε και πήρε τη στάση του λωτού με μεγάλη ένταση και εγρήγορση και τα μάτια του έγιναν πολύ έντονα σαν μαύρο αστραφτερό κάρβουνο. Μπροστά του βρισκόταν κάποιος που τον λάτρευε πολύ βαθειά και έντονα, πράγμα που εκδήλωνε με τις κινήσεις του και το όλο του παρουσιαστικό και τις επανειλημμένες μετάνοιες, χωρίς κανένα ενδοιασμό. Του προσέφερε πολλά δώρα, πλουσιώτατα.

Tότε ο Babaji στύλωσε τα μάτια του πάνω του με δύναμη. Ο άνθρωπος ένωσε σφιχτά τα χέρια μπροστά στο στήθος του και τα πόδια του μεταξύ τους. Έγινε σαν κολόνα. Ταυτόχρονα άρχισε να τρέμει και να χοροπηδά επί τόπου μ' ένα αφύσικο τρόπο, λες και είχε σούστες κάτω από τ' αλύγιστα πόδια του, ενώ ταυτόχρονα μούγκριζε δυνατά. Τι μούγκρισμα ήταν εκείνο! Δυνατό! Σου έπαιρνε τα΄ αυτιά. Σαν καμιά πληγωμένη και θυμωμένη αγελάδα. Τον κράτησε για ένα λεπτό περίπου σ΄ αυτή την κατάσταση. Μετά τον «άφησε» για λίγο και, πριν ο άνθρωπος συνέλθει τον «ξανάπιασε» πιο δυνατά αυτή τη φορά. Κουνιόταν εκεί μπροστά μου σαν κομπρεσέρ και μούγκριζε πολύ δυνατά. Όλοι είχαν μείνει άφωνοι και κοιτούσαν έκπληκτοι. Τι γινόταν μπροστά μου; τι έβλεπαν τα μάτια μου;... Μετά τον άφησε τελείως και συνέχισε να περνάει κόσμος από μπροστά του, ενώ αυτός πήρε τη συνηθισμένη χαλαρή μισοξαπλωτή θέση του. Μια κοπέλα δίπλα του μίλησε στο πλήθος και είπε ότι ο Babaji μόλις άρχισε τη «φώτιση» σ΄αυτό τον άνθρωπο!!!... Εγώ όμως βρισκόμουν σε δίλημμα. Σύμφωνα με την Ινδουιστική κοσμοθεωρία, για να φτάσει κανείς στη «φ ὠ τιση», το «Σαμαντί» ή όπως αλλοιώς το βαφτίζουν, χρειάζονταν πολλές προσπάθειες και έπρεπε να ζήσει κανείς πολλές ζωές ως γιόγκι. Ο Babaji τη «χάρισε» σ΄ αυτόν τον άνθρωπο μέσα σε λίγα λεπτά. Συντόμευσε την πνευματική του εξέλιξη κατά πολλούς κύκλους μετεμψύχωσης. Δεν ήταν αυτό μια ακόμη απόδειξη ότι ήταν...θεός;...Αυτό δεν έλεγαν οι πράξεις του;...Έτσι σκεφτόταν ο καθένας που είχε ασπασθεί την Ινδουιστική κοσμοθεωρία.

Η χριστιανική άποψη ήταν ότι ο υπερφυσικός γκουρού ήταν όντως υπερφυσικός, γιατί ήταν δαιμονισμένος. Είχε επιτρέψει δηλαδή να κατοικήσουν μέσα στην ανθρώπινη ψυχή του δαιμονικά πνεύματα. Η δύναμη που εκδηλωνόταν από μέσα του ήταν η πνευματική δύναμη των δαιμόνων.

Ο άνθρωπος που τον λάτρεψε, λάτρεψε τους Δαίμονες που κατοικούσαν μέσα του και έτσι τους έδωσε το δικαίωμα να μπουν και μέσα στην δική του ψυχή. Το «φαινόμενο» που παρακολουθήσαμε δηλαδή ήταν η διαδικασία της κατάληψης της ψυχής του από τα δαιμόνια. Οι άλλοι που τον προσκυνούσαν δεχόντουσαν απλά μια δαιμονική επίδραση, άλλος πιο έντονα, άλλος λιγότερο, όχι όμως δαιμονοποίηση...όχι κατάληψη της ψυχής τους από τα δαιμόνια. Ποια από τις δύο απόψεις ήταν η αλήθεια;...Η αντίθεση των δύο απόψεων ήταν οξύτατη. Τι ήταν «ο δάσκαλος των δασκάλων»;... Μάγος ή Άγιος; Θεός ή δαίμονας; Έπρεπε να βρω έναν τρόπο, ένα «κριτήριο» για να κρίνω, ένα «ζύγι» για να ζυγίσω, ένα «μέτρο» για να μετρήσω.

Σε λίγο σηκώθηκε μαζί με τους μαθητές του και έφυγε. Πέρασε από μπροστά μου, χωρίς να τον καταλάβω, αν και προσπαθούσα να τον δω από κοντά. Είδα μόνο την πλάτη του. «Κράτησε» το νου μου και δε μου επέτρεψε να τον κοιτάξω, όταν πέρασε από δίπλα μου.

Κάνοντας βόλτα μέσα στον χώρο του άσραμ, συνάντησα τη φίλη μου τη Ν. Ήταν έκπληκτη και καταθορυβημένη. Μου είπε ότι η Χ., η άλλη φίλη μας, είχε πέσει στο κρεβάτι άρρωστη και έχανε πολύ αίμα λόγω εμμήνου ρύσεως, αλλά αφύσικα πολύ αίμα, δεν το κουνούσε από κει και ήταν πολύ φοβισμένη. Όλες οι γυναίκες λέει κοιμούνταν κάτω από το δωμάτιο του Babaji . Και έκανε διάφορα σχόλια άσεμνα γι΄ αυτό. Το έρριχνε στην πλάκα. Αφού τα είπαμε , λίγο χωρίσαμε.

Το δωμάτιο που έμενε o Babaji ήταν απομονωμένο από τα υπόλοιπα κτήρια, είχε ιδιαίτερη είσοδο και ήταν στολισμένο εξωτερικά με πολύχρωμα γυαλιστερά πλακάκια. Πολύ γύφτικο για τα γούστα μου. Στην είσοδο με σταμάτησε κάποιος Ευρωπαίος. «Εδώ δεν μπορείς να μπεις» είπε και μου εξήγησε τα σχετικά. Ο άνθρωπος ντρεπόταν και ήταν μουδιασμένος. Ο λόγος ήταν ότι παρουσίαζε ένα γελοίο θέαμα. Κρατούσε ένα καλάμι στο χέρι, φορούσε ένα αστείο σκουφάκι και είχε μια ψάθα για ασπίδα. Του είχαν αναθέσει να φυλάει την είσοδο του Babaji . Ένοιωθε άσχημα και ήθελε να δικαιολογηθεί.

Τον λυπήθηκα. Κάθισα λίγο μαζί του και μου είπε την ιστορία του. Γνώριζε κάμποσα χρόνια τον γκουρού. Ήθελε να πάρει κάποια προαγωγή στην εταιρεία του, και γι΄ αυτό ήρθε να παρακαλέσει τον Babaji να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του, γι΄ αυτό το λόγο. «Φυσικά θα μπορούσα να γράψω ένα γράμμα μόνο, αλλά προτίμησα να έρθω ο ίδιος», είπε. Γι' αυτό άραγε δεχόταν αυτό το γελοίο ρόλο;... Επίτηδες τον γελοιοποιούσαν; η τον συνήθιζαν έτσι στην απόλυτη υπακοή και επέβαλαν την εξουσία τους πάνω του μ' αυτό τον τρόπο; Το βράδυ κοιμήθηκα σ' ένα μεγάλο δωμάτιο, με άλλα δέκα άτομα. Όλοι περίπου είχαμε την ίδια ηλικία. Όλοι είχαμε τα σακίδια και τους υπνόσακους και φαντάζομαι τον ίδιο πάνω -κάτω τρόπο ζωής και νοοτροπίας.

Κάποιος απ' αυτούς μου είπε ότι έβγαζε το ψωμί του διδάσκοντας στην Αμερική τους ανθρώπους να αναπνέουν. Δηλαδή αναπνευστικές κινήσεις γιόγκα! Επάγγελμα και αυτό! Σιγά -σιγά θα μας διδάσκουν πώς να περπατάμε, σκέφτηκα!

Το πρωί ξύπνησα, με την ανατολή και ανέβηκα σ' ένα λόφο έξω από το άσραμ, όπου συνάντησα την Ν. να μου λέει ότι έχουμε αργήσει και πρέπει οπωσδήποτε να πάμε στην πρωινή τελετή μπροστά στον γκουρού. Μας κάναν μάλιστα παρατήρηση, γιατί αργήσαμε, αυτό δεν επιτρεπόταν. Ήταν ασέβεια στο πρόσωπό του.

Αυτή τη φορά ο Babaji δεχόταν τους μαθητές του στην αυλή του δωματίου του . Μπήκαμε και εμείς εκεί. Ήταν λίγο στενά. Κάθισα προς τα πίσω και παρακολουθούσα όλος με απορία. Κάποιος μου έκανε παρατήρηση έντονη, γιατί υπήρχε ένα μικρό ιερό με φωτογραφίες και ζωγραφιές ανθρωπόμορφων ζώων ή ζωόμορφων ανθρώπων που ήταν θεοί. Κι' εγώ χωρίς να έχω πρόθεση τους... πρόσβαλα καθήμενος μέσα στο χώρο του ιερού.

Πάλι τα ίδια. Η θέα αυτού του πλάσματος ήταν αλλόκοτη. Έβλεπες μπροστά ένα θέαμα φοβερό. Από την άλλη μεριά ήταν μόνο ένας χοντρός νέος άνθρωπος.

Κοιτούσα, προσπαθούσα κάτι να καταλάβω, κάποιο στοιχείο που θα μου έδινε πληροφορίες. Και ήρθε...Πιστεύω ότι τα μικρά παιδιά, σαν πιο αγαθά έχουν καλύτερο ένστικτο από τους μεγάλους. Νοιώθουν πιο άμεσα τα συναισθήματα. Βιώνουν τον κόσμο μέσα από την καρδιά. Το μυαλό δεν τα μπερδεύει με διάφορα διανοήματα που μπορεί να μην έχουν καμία υπόσταση. Ήταν λοιπό ένα ζευγάρι Αυστραλοί, στη μέση της ουράς περίπου. Είχαν ένα μικρό τεσσάρων χρονών. Ξαφνικά ο Babaji ζήτησε να του φέρουν το παιδί. Πράγματι, το πήρε από τους γονείς ένας γιόγκι της συνοδείας του να το πάει.

Μόλις το παιδί τον πλησίασε, άρχισε να κλαίει να τσιρίζει, να χτυπιέται και να προσπαθεί να φύγει μακριά του. Μου έσκισαν την καρδιά τα κλάματά του. Οι γονείς του καθόντουσαν χωρίς καμία αντίδραση. Το πήρε ο γκουρού το παιδί στην αγκαλιά του, έβαλε τον αντίχειρά του στο στόμα του παιδιού, και τον δείκτη του ανάμεσα στα φρύδια του, και το παιδί τελείως απότομα

... κοιμήθηκε. Ύπνος ήταν ή τίποτε άλλο; (π.χ. ύπνωση;). Το κράτησε το παιδί σχεδόν όλη την ώρα της τελετής σ' αυτή την κατάσταση.

Η άρνηση του παιδιού και ο φόβος του μου έκαναν εντύπωση. Θυμήθηκα από το Ευαγγέλιο, με πόση χαρά και εμπιστοσύνη αγκάλιαζαν τα παιδιά το Χριστό.

Πάλι μας πλησίασαν... πάλι μας προέτρεψαν να πάμε να τον προσκυνήσουμε... Δεν πήγαμε!!! Ούτε εγώ, ούτε η φίλη μου. Η άλλη η φίλη μας ήταν ξαπλωμένη και δεν το κουνούσε από το κρεβάτι. Το αίμα που έχανε ήταν ένας καθαρισμός. Ευλογία του γκουρού!!... Αυτή την εξήγηση είχαν δώσει.

Πέρασαν όλοι από μπροστά του, εκτός από εμάς, και μετά σκορπίσαμε. Μας βρήκαν ύστερα από λίγο και μας είπαν να φύγουμε από το άσραμ. Δεν τους άρεσε η συμπεριφορά μας! Τι είχαμε κάνει; Επειδή δεν προσκυνήσαμε;!!... Η φίλη μου με ανακούφιση και χαρά πήγε να ετοιμάσει τα πράγματά της.

Εγώ έπεσα σε δίλημμα. Να φύγω; Χωρίς να βγάλω συμπέρασμα; Χωρίς να καταλήξω κάπου; Μα γι' αυτό είχα έρθει στην Ινδία. Να φύγω με άδεια χέρια;

Ζήτησα να δω τον γκουρού. Πήγαν να ρωτήσουν και σε λίγο γύρισαν να με οδηγήσουν κοντά του. Καθώς έμπαινα στην αυλή του, έκανα το σταυρό μου και ζήτησα βοήθεια από το Θεό. Δεν ξέρω τι μου έκανε από μακριά, αλλά το μυαλό μου δεν λειτουργούσε καλά. Κάπως σαν να ...έφυγε. Βρέθηκα να προχωρώ προς το μέρος του. Όταν έφτασα στα δύο μέτρα, κοίταζα να καθίσω κάπου, γιατί νόμιζα ότι θα συζητούσαμε.

Με κοίταξε άγρια...φοβισμένα...και με αηδία. Μάζεψε τα πόδια του και έστρεψε το πρόσωπό του στο πλάι, σαν να μην ήθελε να με δει, σαν να με φοβόταν, σαν να με σιχαινόταν και στρίγκλισε δυνατά.

Get out! (Φύγε).

Τα έχασα ακόμη πιο πολύ. Κοίταξα με απορία.

Get out ! στρίγκλισε δυνατότερα.

Only one question ...(Μόνο μια ερώτηση), είπα

No questions , here ! Get out (Δεν έχει ερωτήσεις εδώ. Φύγε!).

Έκανα μεταβολή και έφυγα ζαλισμένος.

Ήμουν γεμάτος απορία. Τι συμπεριφορά ήταν αυτή;

...Συνάντησα τις φίλες μου, τυχαία βγαίνοντας έξω από την αυλόπορτα του.

-Εμείς φεύγουμε οπωσδήποτε , εσύ θα έρθεις;

«Άντε να φύγω και ξανάρχομαι, αν θέλω», σκέφτηκα και πήραμε το δρόμο του γυρισμού.

Οι φίλες μου ήταν φεμινίστριες. Με το Χριστιανισμό είχαν εχθρικές μάλλον σχέσεις, ενώ έβλεπαν με κάποια θετική διάθεση τα διάφορα περί τη γιόγκα και τη μαγεία. Γι' αυτό μου έκανε εντύπωση η διαπίστωση και η παραδοχή που έκανε μία από αυτές.

-Καλέ, τι ήταν αυτός;...Πέσε και προσκύνησέ με!...Ενώ η δικιά μας η θρησκεία είναι γλυκιά. Αυτός έχει μια αγριίλα.

Την κοίταξα παραξενεμένος. Είχε ξεπεράσει την ιδεολογία της.

Στην επιστροφή βρεθήκαμε μ' ένα βραχμάνο, μαθητή του γκουρού και μία Ολλανδέζα που έμενε χρόνια στην Ινδία, μαθήτριά του και αυτή.

Ο βραχμάνος εκδήλωνε φανερά το ρατσισμό του απέναντι στους Ινδούς χαμηλότερης κάστας. Μας προσκάλεσε να μας φιλοξενήσει στο σπίτι του. Κάπου στους πρόποδες των Ιμαλαΐων. Μας είπε ότι η γυναίκα του είναι τρελή. Θεωρούσε την τρέλα ιερή. Με είχε τόσο πολύ ενοχλήσει η περιφρόνηση που έδειχνε στους συμπατριώτες του που αρνήθηκα την προσφορά του, προς μεγάλη έκπληξη της Ολλανδέζας μαθήτριας του Babaji .

Τελικά με τη βοήθεια της Ολλανδέζας γυρίσαμε στην πρωτεύουσα , στο Νέο Δελχί. Μείναμε, πληρώνοντας όσο σ' ένα καλό ξενοδοχείο, στο άσραμ του Σρι Αουρομπίνο.

 

     Τι ειρωνία! Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός και ο άνθρωπος αγνοώντας αυτό το κάλεσμα, οδηγήθηκε στην αποπροσωποποίηση του ανθρώπου! Σε μια εποχή που φαίνεται να έχουν αξία και σημασία το κέρδος, το γρήγορο χρήμα, η δόξα και η εξουσία, ο άνθρωπος απλώς καθίσταται ή το μέσο ή το εμπόδιο για την εξυπηρέτηση του ιδίου οφέλους! Έχει απολεσθεί ο σεβασμός και η αγάπη προς το πρόσωπο, την ψυχή το ‘είναι’ του ανθρώπου! Για τις οικονομικές πολιτικές, οι άνθρωποι είναι απλά νούμερα! Για φαντάσου! Νούμερα οι άνθρωποι! Ο Θεός αποθέωσε τον άνθρωπο με τη Σταυρανάστασή Του και ο άνθρωπος με τη συμπεριφορά του δείχνει να αδιαφορεί πλήρως για τη Θεική αυτή συγκατάβαση, για τη Θεία Αγάπη!

      Ω! Θεέ μου για πόσο ακόμη θα είσαι ελεήμων με εμάς; Ο Ιούδας πρόδωσε το Χριστό για 30 αργύρια κι εμείς ξεπουλάμε την ψυχή μας…την ατίμητη ψυχή μας, την ξεπλυμένη με το Αίμα του Χριστού, για ’30 αργύρια’ καθημερινά! Ω! τι προδοσία! Τι αχαριστία! Τι αναισχυντία! Ξέρουμε πως ο διάβολος είναι ο άρχοντας του αιώνα τούτου και βλέπουμε λοιπόν τα έργα και τις ημέρες αυτού και των δικών του ! Όμως ο Χριστός θυσιάστηκε για όλους τους ανθρώπους εώς της συντελείας του κόσμου!

     Εμείς οι Χριστιανοί αυτής της εποχής ας αναλάβουμε το ιερό καθήκον να αφυπνίσουμε τις συνειδήσεις, να θυμίσουμε τον ξεχασμένο προορισμό του ανθρώπου – τη Θέωση- , να κηρύξουμε το Ιερό Ευαγγέλιο και να ενταχθούμε στο μεγάλο τάγμα των στρατιωτών του Χριστού! Να δώσουμε γενναίες μάχες στον αόρατο πόλεμο που κατασπαράζει λυσσαλέα ό τι πολυτιμότερο έχει ο άνθρωπος….την ψυχή του! Ας μην γίνει η ψυχή μας λάφυρο του διαβόλου αλλά αντίδωρο στον Χριστό μας! (Α.Β.)

1. Η ζωή στον κόσμο. 
Χαίρομαι που μπόρεσες να δεις ότι η ζωή μέσα στον κόσμο μπορεί να είναι τόσο ευάρεστη στο Θεό, όσο και η ζωή μέσα σε μοναστήρι. Εκείνο που πραγματικά έχει σημασία, οπουδήποτε κι αν είμαστε, είναι η τήρηση των εντολών του Θεού, η αγάπη προς όλους και η γνήσια βίωση της ταπεινοφροσύνης.
Θυμήσου τον άγιο Αντώνιο και τον τσαγκάρη της Αλεξάνδρειας.
2. Πλούτος
Από τα παλιά χρόνια, όπως διαβάζουμε στους βίους των οσίων και στην εκκλησιαστική ιστορία, πολλοί άνθρωποι, ακολουθώντας την κλήση του Θεού, άφηναν τον κόσμο και αποσύρονταν στην έρημο. Κάνοντας χρήση - με τη βοήθεια του Θεού - του όπλου της ταπεινοφροσύνης, και ακολουθώντας - πάλι με τη βοήθεια του Θεού - κανόνα και τρόπο ζωής που απέβλεπε σ’ ένα μόνο στόχο, την αιωνιότητα, ξεπέρασαν όλες τις ανάγκες της σάρκας. Δεν ζητούσαν τίποτε από τον κόσμο. Δεν αναζητούσαν πλούτη. Αλλά η αρετή τους ασκούσε ακαταμάχητη έλξη σε πολλούς ανθρώπους. Αυτοί έτρεφαν την ελπίδα πως θα έβρισκαν το δρόμο για τη σωτηρία κάτω από την καθοδήγηση εκείνων, που είχαν απαρνηθεί κι εγκαταλείψει τον κόσμο.
Ευσεβείς πρίγκιπες και άρχοντες έστελναν συχνά θησαυρούς και χρήματα για την ανέγερση και συντήρηση μοναστηριών. Μετά από πολλή προσευχή, οι πατέρες δέχονταν καμιά φορά τις δωρεές εκείνες, με βαριά καρδιά όμως, γιατί αυτό θα συνεπαγόταν την κατάργηση της ησυχίας τους. Ποτέ, πάντως, δεν δέχονταν και το παραμικρό δώρο, αν δεν είχαν ξεκάθαρη πληροφορία ότι ο Θεός ήθελε να το δεχτούν. Κι αυτό όχι για τους ίδιους, αλλά για το πλήθος των ψυχών που θα έβρισκαν εκεί σωτηρία, είτε στο παρόν είτε στο μακρινό μέλλον...
Οι άνθρωποι προσφέρουν από το περίσσευμα της καρδιάς τους στα ιερά καθιδρύματα - στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, όπου είναι θησαυρισμένα τα λείψανα των αγίων - διάφορα ποσά: άλλος κατοστάρικο, άλλος χιλιάρικο, άλλος πεντοχίλιαρο. Οι άγιοι, βέβαια, δεν χρειάζονται τίποτε απ’ αυτά. Φυσικά, ούτε ο Θεός, ο οποίος όμως δέχεται με χαρά την αγνή προαίρεση της ψυχής. Αυτή είναι πάντα μια ευπρόσδεκτη θυσία.
                                                            ******
Δεν μπορώ να επιδοκιμάσω την πρόθεση σου να στείλεις το γιό σου στο εξωτερικό. Ούτε μπορώ να καταλάβω γιατί δίνεις τόσο μεγάλη σημασία στην ειδική εμπορική κατάρτιση που θα πάρει εκεί. Για ποιό λόγο πρέπει να μάθει πώς θ’ αποκτάει μεγαλύτερα κέρδη;
Εγώ νομίζω ότι μπορεί θαυμάσια να μάθει εδώ οτιδήποτε είναι πραγματικά σημαντικό. Δεν χρειάζεται ν’ αφήσει κανείς τον τόπο του για να γίνει καλός χριστιανός, καλλιεργημένος άνθρωπος, σεβαστικός γιός. Ούτε χρειάζεται να περιπλανιέται εδώ κι εκεί, για να διδαχθεί την προσευχή, την αγάπη, την πίστη, το σεβασμό στην αγία Εκκλησία μας και τους λειτουργούς της.
Υπάρχουν άραγε περισσότερες πιθανότητες, όταν θα είμαστε μακριά από την πατρίδα, ν’ ανάψει μέσα μας ο πόθος της σωτηρίας; Ή να μάθουμε πώς θ’ αγαπούμε το συνάνθρωπο μας; Ή πώς θα είμαστε προσεκτικοί και εγκρατείς σε όλα; Ή πώς θα ζήσουμε μια ζωή αγνή; Ή πώς δεν θα πικραίνουμε τους άλλους; Ή πώς θ’ αποκτήσουμε ταπεινό φρόνημα και θα το διατηρήσουμε ζωντανό και ενεργητικό;
Είσαι ήδη αρκετά πλούσιος. Τα κτήματα σου όχι μόνο εξασφαλίζουν ένα τίμιο εισόδημα σε σένα και την οικογένεια σου, αλλά σου δίνουν και τη δυνατότητα να επεκτείνεις τις αγαθοεργίες σου προς τους φτωχούς. Η καλλιέργεια της γης έχει προαιώνια ευλογηθεί από το Θεό. Να είσαι ικανοποιημένος με τα κέρδη που σου δίνει από τον τίμιο μόχθο σου.
Οι μικρές εμπορικές επιχειρήσεις, εξάλλου, που δημιούργησες μ’ αυτό το μόχθο, έγιναν αρκετά μεγάλες. Γιατί λοιπόν θέλεις τώρα να ρίξεις το βάρος σ’ αυτή τη δευτερεύουσα πτυχή της ζωής σου; Κάτι άλλο πρέπει να ζητάς πρωταρχικά: «την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού» (Ματθ. 6:33). Τότε μόνο θα ευλογήσει ο Θεός και τους κόπους σου και τα κέρδη σου. Γιατί αν δεν τα ευλογήσει ο Θεός, «ο ευλογήσας τους πέντε άρτους εν τη ερήμω και εξ’ αυτών πεντάκις χιλίους άνδρας χορτάσας», μην είσαι καθόλου βέβαιος ότι θα διατηρήσεις ή θ’ αυξήσεις τον πλούτο σου. Σαν καπνός μπορεί να σκορπιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Μην ξεχνάς: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκ- ζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».
Είναι πιο συνετό, λοιπόν, ν’ αλλάξεις σχέδια. Θυμήσου: «Οι βουλόμενοι πλουτείν εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίας πολλάς ανοήτους και βλαβεράς, αίτινες βυθίζουσι τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν. Ρίζα γαρ πάντων των κακών εστίν η φιλαργυρία» (Α' Τιμ. 6:9-10).
(Πνευματικές Νουθεσίες, εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, σελ. 107-111)

Ο πολιτισμός καλός είναι, αλλά, για να ωφελήση, πρέπει να «πολιτισθή» και η ψυχή. Αλλιώς είναι καταστροφή. Ο Αγιος Κοσμάς είπε: «Από τους γραμματισμένους θα έρθη το κακό» . Παρόλο που η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο πολύ και έκανε πρόοδο μεγάλη, εν τούτοις με ό,τι κάνουν γία νά βοηθήσουν τον κόσμο, χωρίς να το καταλαβαίνουν, καταστρέφουν τον κόσμο. Ο Θεός άφησε τον άνθρωπο να κάνη του κεφαλιού του, αφού δεν Τον ακούει, και έτσι τρώει το κεφάλι του. Καταστρέφεται μόνος του ο άνθρωπος με αυτά που φτιάχνει.
Τί κατόρθωσαν οι άνθρωποι του 20ου αιώνος με τον πολιτισμό! Παλάβωσαν τον κόσμο, μόλυναν την ατμόσφαιρα, τα πάντα. Η ρόδα, αν ξεφύγη από τον άξονα,
γυρίζει συνέχεια χωρίς σκοπό. Έτσι και οι άνθρωποι, άμα ξεφύγουν από την αρμονία του Θεού, βασανίζονται! Παλιά υπέφεραν οι άνθρωποι από τον πόλεμο, σήμερα υποφέρουν από τον πολιτισμό. Τότε έφευγαν από τις πόλεις στα χωριά εξ αιτίας του πολέμου και με ένα χωραφάκι περνούσαν. Τώρα θα φύγουν από τις πόλεις εξ αιτίας του πολιτισμού, γιατί δεν θα μπορούν να ζήσουν μέσα σ' αυτές. Τότε ο πόλεμος έφερνε θάνατο. Τώρα ο πολιτισμός φέρνει αρρώστια.
- Γέροντα, γιατί πλήθυνε τόσο πολύ ο καρκίνος;
- Το Τσερνομπίλ κ.λπ. τί έκαναν; Από εκεί είναι. Αυτά κάνουν οι άνθρωποι... Τί σακατεμένος κόσμος υπάρχει! Σε ποιά εποχή ήταν τόσοι άρρωστοι; Παλιά οι άνθρωποι δεν ήταν έτσι. Τώρα, όποιο γράμμα ανοίξω, καρκίνο ή ψυχοπάθεια ή εγκεφαλικό ή διαλυμένες οικογένειες, αυτά θα συναντήσω. Αλλοτε σπάνια υπήρχε καρκίνος. Βλέπεις, ήταν φυσική η ζωή. Αλλο θέμα τί επέτρεπε ο Θεός. Έτρωγε κανείς φυσικές τροφές και ήταν υγιέστατος. Φρούτα, κρεμμύδια, ντομάτες, ήταν όλα καθαρά. Τώρα και αυτές οι φυσικές τροφές σακατεύουν τον άνθρωπο. Αυτοί που τρώνε όλο τέτοιες τροφές παθαίνουν μεγαλύτερη ζημιά, γιατί όλα έχουν μολυνθή. Αν ήταν παλιά έτσι, εγώ θα πέθαινα από νέος, γιατί σαν καλόγερος έτρωγα ό,τι είχε ο κήπος, πράσα, μαρούλια, κρεμμύδια, λάχανα, όλο τέτοια, και ήμουν μία χαρά. Τώρα έχουν λιπάσματα, ραντίσματα. Τί τρώνε σήμερα οι άνθρωποι! Το άγχος, οι νοθευμένες τροφές αρρώστια φέρνουν. Αχρηστεύεται ο κόσμος, όταν χρησιμοποιή αδιάκριτα την επιστήμη.
- Γέροντα, παλιά πώς άντεχαν οι άνθρωποι περισσότερο στην άσκηση και ήταν πιο υγιείς; Βοηθούσαν και οι τροφές;
- Ναί, γιατί ήταν οι τροφές καθαρές τότε. Αυτό χρειάζεται συζήτηση; Και όλα τα έτρωγαν ώριμα. Τώρα όλα τα κόβουν άγουρα, για να μη χαλάσουν, και τα αφήνουν στο ψυγείο. Τα μαζεύουν πράσινα-πράσινα και τα αφήνουν να ωριμάσουν. Ενώ πρώτα ωρίμαζε το φρούτο, έπεφτε κάτω από το Δένδρο ή, μόλις το επίανες, κοβόταν. Αλλά εκτός που έτρωγαν καλές, υγιεινές τροφές - ψωμί και βούτυρο ή γάλα ήταν για το παιδί γερή τροφή -, δούλευαν και το μυαλό τους οι άνθρωποι και καταλάβαιναν, όταν πάθαιναν κάτι, αν ήταν από τις τροφές. Τώρα και οι τροφές είναι νοθευμένες και το μυαλό δεν το δουλεύουν.
Και πόσα από αυτά που φτιάχνει τώρα ο άνθρωπος είναι άχρηστα. Το μαλλί σιγά-σιγά το καταργούν. Δύσκολα να βρής μάλλινη φανέλλα να κρατά τον ιδρώτα. Φορώ μία φανέλλα μάλλινη και αμέσως καταλαβαίνω αν έχη συνθετικό, γιατί δεν μπορώ να πάρω αναπνοή, με πιάνει δυσφορία, πάω να σκάσω! Και το θεωρούν στέρεο, πιο καλό! Το θεωρούν πρόοδο! Είναι όμως υγιεινά αυτά; έτσι όπως τα κάνουν είναι ανθυγιεινά. Και γράφουν «αγνό παρθένο μαλλί»! Και θα βρουν και άλλες καθαρώτερες λέξεις, για να τα διαφημίζουν! Τα πρόβατα τώρα να τα έχουμε μόνο για το κρέας, αφού φτιάχνουμε μαλλί από πετρέλαιο. Και οι μεταξοσκώληκες λένε: «Αφού θέλετε καλύτερο μετάξι, φτιάξτε το εσείς»!

(Λόγοι οσίου Παισΐου τόμος Α σελ. 132-134)

Χαίρομαι πολύ αυτές τις ημέρες που, όποτε βρισκόμαστε με τα αδέρφια μου στο ναό, λέμε ‘ Χριστός Ανέστη!’ ‘Αληθώς Ανέστη!’Μακάρι όλο το χρόνο η Χαρά της Αναστάσεως να μας συντροφεύει! Όταν βλέπω τον αδερφό μου βαθιά χαρούμενο και αλλοιωμένο να μου λέει αυτό το χαρμόσυνο μήνυμα, με χαρά μεγάλη του απαντώ ‘Αληθώς Ανέστη’, γιατί βλέπω την Ανάσταση μέσα του! Όμως, δυστυχώς, προβληματίζομαι όταν κάποιος αδερφός μού λέει το ‘Χριστός Ανέστη’ και τον βλέπω όπως πριν… λυπημένο, αγχωμένο, χωρίς ελπίδα και χωρίς αναστάσιμη χαρά… και λέω μέσα μου: ‘ Αληθώς Ανέστη;’…

Πριν τρία χρόνια, την Κυριακή του Πάσχα, έτρωγα με τους γονείς μου και παρότι ήταν Πάσχα, εγώ ήμουν λυπημένος και θυμωμένος με έναν αδερφό μου! Ο πατέρας μου, που τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να έρθει σε μετάνοια, μου είπε : ‘Τί έγινε; Δεν αναστήθηκε φέτος ο Χριστός; Περίμενα να ήσουν χαρούμενος!’ Τότε ντράπηκα και κατάλαβα ότι όλα μου τα λόγια που του έλεγα τόσα χρόνια έπεσαν στο κενό! ‘Χωρίς την Ανάσταση του Χριστού είναι κενό το κήρυγμα μας!’ Και ντράπηκα που πίστευα ότι είμαι άξιος να κάνω ιεραποστολικό έργο, αφού ο εγωισμός μου δε νικήθηκε από την Ανάσταση του Χριστού ! Γίνεται να λέω ‘ Χριστός Ανέστη’ και να είμαι ο ίδιος όπως πριν αναστηθεί; Να παρεξηγούμαι με το παραμικρό ή να κάνω κακούς λογισμούς ή να έχω μνησικακία, πόνο και ζήλια;

Αφού ο Χριστός αναστήθηκε, εγώ γιατί συνεχίζω την ίδια συμπεριφορά; Η Ανάστασή Του έσεισε τον κόσμο και άνοιξαν οι τάφοι! Ο τάφος της καρδιάς μου γιατί δεν άνοιξε; Γιατί ακόμα βλέπω τον αδερφό μου και δεν τον αγαπώ, όπως Αυτός μας αγάπησε; Γιατί ακόμα σταγονόμετρο; Γιατί ακόμα φόβος και έλλειψη διάκρισης…; Μετά τον κενό Τάφο του Ιησού, για μένα, μεγαλύτερη απόδειξη της Ανάστασης του Κυρίου ήταν η αλλαγή της ζωής των Αποστόλων και όλων όσων Τον είδαν! Ο Πέτρος δεν Τον αρνήθηκε ποτέ ξανά, ο Θωμάς δεν ολιγοπίστησε, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης δεν ήθελαν πρωτοκαθεδρίες, όλοι έδωσαν τη ζωή τους γι’Αυτόν, είτε έζησαν μαρτυρικά, είτε έζησαν και πέθαναν μαρτυρικά! Και η μετάνοια των Αγίων όλων των εποχών την Ανάσταση του Χριστού δηλώνει!

Εμείς αν και ‘Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι’ θα συνεχίζουμε να ζούμε σαν νεκροί; Και φυσικά η Ανάσταση του Χριστού δε διαρκεί σαράντα ημέρες… θα φανεί το Νοέμβριο, που θα με απολύσουν. Θα πω ‘Χριστός Ανέστη και η ζωή πολιτεύεται;’ Θα φανεί το Δεκέμβριο, όταν όλοι μου οι αγαπημένοι θα με έχουν απογοητεύσει. Θα θυμηθώ ότι’ Χριστός Ανέστη και χαίρουσιν άγγελοι;’ Τον Ιανουάριο, που θα έχω απογοητευθεί τελείως από τον εαυτό μου, θα θυμηθώ ΄Χριστός Ανέστη και πεπτώκασι δαίμονες;’ Kαι κυρίως όταν κοιμηθεί κάποιος που υπεραγαπώ, θα ξεχάσω πως ‘ο Χριστός Ανέστη και ουδείς επί μνήματος’ ; …

Μακάρι ο Αναστημένος Χριστός να είναι βαθιά μέσα μας ακλόνητος και μαζί Του ο αναστημένος μας εαυτός, ώστε όσοι έχουν πνευματικά μάτια ή καλή προαίρεση να μας βλέπουν και να αγαλλιάζουν, λέγοντας : ‘Αληθώς Ανέστη!’

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικο στο κατά Ιωάννην στα νέα Ελληνικά!, Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

1 Καὶ παράγων(1) εἶδεν(2) ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς(3).
1 Καθώς πήγαινε στο δρόμο του ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. (Μετάφραση Βιβλικής Εταιρείας, δες https://www.bible.com/el/bible/173/JHN.11.TGV)
(*) Σύμφωνα με τους πατέρες το νέο αυτό θαύμα συνδέεται άμεσα με το προηγούμενο. «Και αφού βγήκε από το ιερό, ήλθε στο έργο επίτηδες» (Χ), και «πέφτει αμέσως το βλέμμα του στον εκ γενετής τυφλό» (Κ). Από τους ερμηνευτές άλλοι μεν αποδέχονται, ότι και το θαύμα αυτό έγινε γύρω στο απόγευμα (δες τις εικόνες στους σ. 4-5) του ίδιου Σαββάτου, κατά το πρωί του οποίου σημειώθηκε το θαύμα του παραλύτου (g)· άλλοι πάλι ότι αρχίζει εδώ η αφήγηση νέου τμήματος άσχετου με τα προηγούμενα (β), και άλλοι ότι το θαύμα έγινε κοντά στο ναό κατά την τελευταία ημέρα της γιορτής της σκηνοπηγίας, αφού καμία διακοπή στην αφήγηση δεν υποδηλώνεται (χ)· ή, εφόσον η συζήτηση που άρχισε με αφορμή αυτό το θαύμα συμπίπτει με την γιορτή των Εγκαινίων (Ιω. ι 22) κατά τις ημέρες της γιορτής αυτής έγινε και το θαύμα (τ).
Πρόκειται εδώ για τη θεραπεία τυφλού γνωστότατου, που καθόταν στο ναό ή σε άλλη πολυσύχναστη θέση και ζητούσε ελεημοσύνη. Το θαύμα λοιπόν μπορούσε εύκολα να ελεγχθεί, αλλά ήταν και πιο καταπληκτικό από όλα τα θαύματα θεραπείας που αναφέρονται. Για αυτό και ο ευαγγελιστής διαλέγει αυτό για αφήγηση, την οποία κάνει ζωηρά και με πολλές λεπτομέρειες, σαν να παρέχει σε μας τα πρακτικά του συμβάντος.
(1)   Διαμέσου της πόλης. Απότομη έναρξη της αφήγησης, όμως η εισαγωγή της με το «και» είναι εξ’ ολοκλήρου Ιωάννεια (β).
«Βγαίνει από το ιερό ο Κύριος επιχειρώντας να χαλαρώσει κάπως το θυμό των Ιουδαίων και μεταβαίνει σε θεραπεία ενός τυφλού, μαλακώνοντας με το θαύμα αυτό την σκληρότητα και ανυπακοή τους» (Θφ).
Παρόλο που οι Ιουδαίοι τόσο πολύ τον είχαν κακομεταχειριστεί και όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα τον είχαν προκαλέσει, ο Κύριος δεν έχανε ευκαιρία να ενεργεί το καλό μεταξύ τους και δεν πήρε ποτέ την απόφαση να σταματήσει να τους εξυπηρετεί. Η θεραπεία του τυφλού στην οποία προέβη, ήταν και ευεργεσία προς την ιουδαϊκή κοινωνία, αφού ο θεραπευμένος τυφλός έγινε ικανός να εργάζεται και η κοινωνία έτσι απαλλάχτηκε από το βάρος να τον διατρέφει. Είναι ευγενές και γενναίο και μας εξομοιώνει με το Χριστό να εξυπηρετούμε πρόθυμα την κοινωνία και όταν ακόμα παραγνωριζόμαστε από αυτήν.
(2)   «Αυτός είδε τον τυφλό, δεν πλησίασε ο τυφλός τον Ιησού» (Χ). Με αυτό φανερώνει, ότι ο Ιησούς δεν προκλήθηκε από τον τυφλό για θεραπεία των ματιών του. Το ερώτημα που έθεσαν οι μαθητές προκλήθηκε από το γεμάτο συμπάθεια ενδιαφέρον, με το οποίο ο Κύριος είδε τον τυφλό (g). Ο φτωχός αυτός άνθρωπος δεν μπορούσε να δει το Χριστό, ο Χριστός όμως είδε αυτόν και πρόλαβε και τις ικεσίες του και τις προσδοκίες του με θαυμαστή και καταπληκτική θεραπεία. Ο Χριστός βρίσκεται πολλές φορές από εκείνους, οι οποίοι δεν ζητούν ούτε βλέπουν αυτόν. Δες Ησ. ξε 1. Και αν γνωρίζουμε ή μαθαίνουμε κάτι για το Χριστό, αυτό οφείλεται στο ότι πρώτα γνωριστήκαμε από αυτόν (Γαλ. δ 9) και πιαστήκαμε από αυτόν (Φιλιπ. γ 12)
(3)   Η φράση είναι συνηθισμένη στους εθνικούς συγγραφείς. Η λέξη «γενετή» είναι από αυτές που λέγονται μοναδική φορά.
«Κάνει θαύμα όχι τυχαίο, αλλά το οποίο τότε για πρώτη φορά συνέβη» (Χ). «Θαύμα μέγιστο και το οποίο δεν είχε γίνει ποτέ μέχρι τότε. Διότι τυφλοί μεν και άλλοι ξαναείδαν· αλλά τυφλός εκ γενετής κανείς μέχρι τότε» (Ζ).
«Διότι από την αρχή του κόσμου, λέει, δεν ακούστηκε ότι άνοιξε κάποιος τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε τυφλός» (Χ). Η θεραπεία αυτή ξεπερνάει όλες τις θεραπείες τυφλών που εξιστορούν οι συνοπτικοί. Ο Ιωάννης εκλέγει επίτηδες αυτήν. Στον Ιουστίνο (Διάλογος προς Τρύφ. 69) συναντιέται υπαινιγμός που αναφέρεται στο θαύμα αυτό («θεράπευσε τους εκ γενετής και σωματικά τυφλούς και κουφούς και ανάπηρους»). Ενήργησε αυτό το θαύμα, για να δώσει δείγμα της δύναμης την οποία έχει να βοηθά αποτελεσματικά και στις πιο απελπιστικές περιπτώσεις και να μας συντρέχει και εκεί όπου κανείς άλλος δεν μπορεί να μας βοηθήσει.

2 Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ(1) αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν(2), οὗτος(3) ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ(4), ἵνα(5) τυφλὸς γεννηθῇ;
2 Τον ρώτησαν, λοιπόν, οι μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος ή οι γονείς του;»
(1)   Η φύση του ερωτήματος και η ονομασία Ραββί μαρτυρούν ότι μαθητές εδώ είναι ο στενότερος κύκλος των 12 γύρω από τον Ιησού (β).
(2)   Το ερώτημα τίθεται σύμφωνα με την ιδέα που γενικώς επικρατούσε στους Ιουδαίους, ότι υπήρχε στενή σχέση μεταξύ φυσικού κακού και αμαρτίας. Δες και Λουκ. ιγ 1 και εξής. Τρομερές ασθένειες θεωρούνταν ως συνέπειες αμαρτιών, όπως φαίνεται και από τα λόγια των τριών φίλων του Ιώβ προς αυτόν.
Ή «Πριν από αυτό, θεραπεύοντας τον παράλυτο, έλεγε: Ορίστε, έγινες υγιής· μην αμαρτάνεις πια. Αυτοί λοιπόν αφού κατάλαβαν ότι εκείνος λόγω αμαρτιών έγινε παράλυτος, λένε· Έστω, εκείνος λόγω αμαρτιών έγινε παράλυτος· για αυτόν όμως τι θα μπορούσες να πεις;» (Χ).
(3)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «όπως ακριβώς λοιπόν, βλέποντας κάποιο παιδί να βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, λέμε, Τι έκανε το παιδί; χωρίς να ρωτάμε, αλλά εκφράζουμε απορία, έτσι λοιπόν και οι μαθητές, δεν το έλεγαν αυτό τόσο υπό μορφή ερώτησης, αλλά απορίας» (Χ).
Ή, οι μαθητές αναφέρονται στην περίοδο πριν τη γέννηση του παιδιού. Λέγεται λοιπόν αυτό ή «σύμφωνα με πλάνη Ελληνική» που εισχώρησε και στους Ιουδαίους, σύμφωνα με την οποία «ισχυρίζονται ότι οι ψυχές των ανθρώπων προϋπάρχουν και προϋφίστανται πριν την κατασκευή των σωμάτων, και κατεβαίνουν πρόθυμα στη γη για να αμαρτάνουν και προτού αποκτήσουν τα σώματα, και εκείνη την ώρα συνδέονται αυτές με τα σώματα, όταν παίρνουν ως τιμωρία το να μπούνε μέσα σε σώμα» (Κ). Δηλαδή σύμφωνα με τις πλάνες σχετικά με την μετεμψύχωση και μετενσάρκωση.
Ή «όχι με την έννοια ότι επειδή αμάρτησε αρρώστησε. Διότι πώς ήταν δυνατόν να αμαρτήσει αυτός που δεν είχε ακόμη γεννηθεί; Αλλά με την έννοια ότι επρόκειτο στο μέλλον να αμαρτάνει, οπότε ο Θεός αφού το προγνώρισε, τού έδωσε την ασθένεια» (Θμ).
Ή, πιο πιθανή ερμηνεία, λέγεται αυτό σύμφωνα με την ιδέα που επικρατούσε και στους Ραββίνους (δες Bereshith,R 34), που προήλθε από παρερμηνεία ίσως των Γενέσ. κε 22 και Ψαλμ. ν 7, σύμφωνα με την οποία και στην κοιλιά της μητέρας τους τα έμβρυα μπορούσαν να αμαρτήσουν (g,β). Ο Bauer ερμηνεύοντας το παρόν χωρίο παραθέτει την απάντηση που δόθηκε από ραββίνο σε κάποιον από τους μαθητές του, που τον ρώτησε από πότε αρχίζει ο άνθρωπος να αμαρτάνει, αφότου γεννηθεί ή αφότου σχηματίζεται στην κοιλιά της μητέρας του. Και ο ραββίνος απάντησε· αφότου σχηματίζεται στην κοιλιά της μητέρας του (χ).
(4)   Η ιδέα, ότι ο άνθρωπος πάσχει για αμαρτίες των γονέων του μπορούσε να στηριχτεί στο Εξόδου κ 5 (g). Δες και Εξ. λδ 7,Αρ. ιδ 18,Ψαλμ. οη 8,ρη 14,Ησ. ξε 6-7. Την ιδέα όμως αυτήν απέκρουσε ο Ιεζεκιήλ διακηρύττοντας την αρχή «η ψυχή που αμαρτάνει, αυτή θα πεθάνει· ο γιος όμως δεν θα πάρει πάνω του την αδικία του πατέρα» (Ιεζ. ιη 20, δες και σ. 2-4)(β).
«Δεν είπε αυτό, ότι είναι δυνατόν δηλαδή και λόγω γονέων κάποιος να τιμωρηθεί· διότι και μέσω του Ιεζεκιήλ αναιρεί αυτήν την υπόνοια» (Χ).
«Διότι παρόλο που στο βιβλίο της Εξόδου έχει γραφτεί για το Θεό ότι, αποδίδει αμαρτίες πατέρων στα παιδιά, μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς, αλλά αυτό έχει ειπωθεί για εκείνους μόνο, δηλαδή για αυτούς από τους Ισραηλίτες που επρόκειτο να ειδωλολατρήσουν» (Ζ).
«Επειδή δηλαδή αυτοί που βγήκαν από την Αίγυπτο μετά τα σημεία και τα θαύματα έγιναν χειρότεροι από αυτούς που δεν είχαν δει τίποτα από αυτά, λέει ο Θεός ότι θα πάθουν τα ίδια, τα οποία έπαθαν εκείνοι, επειδή τόλμησαν τα ίδια» (Χ).
Ή «υπήρξε ίσως κάποιος άνδρας παράνομος… αλλά έδειξε καρτερία… με ανεξικακία ο Θεός, και δεν του έστειλε την οργή που του οφειλόταν. Έπειτα γέννησε αυτός γιο, ο οποίος συναγωνίστηκε την ασέβεια του πατέρα και ξεπέρασε σε κακία τον γονιό του· και μακροθύμησε και σε αυτόν ο Θεός· αλλά και από αυτόν γεννήθηκε τρίτος, ή και από τον τρίτο τέταρτος… ο οποίος εξάσκησε την ασέβεια στον ίδιο βαθμό με εκείνους. Στέλνει λοιπόν ο Θεός την οργή που οφείλεται σε όλη τη γενιά από παλιά και από την αρχή» (Κ).
(5)   «Μερικοί όμως λένε ότι αυτή η φράση (το ἵνα) δεν φανερώνει την αιτία, αλλά το αποτέλεσμα» (Χ). Ή, πιο σωστά. Το ἵνα διατηρεί σε κάποιο βαθμό την έννοια του σκοπού=έπρεπε να γεννηθεί έτσι σύμφωνα με το θείο σχέδιο (g).

3 Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς(1)· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ(2), ἀλλ' ἵνα(3) φανερωθῇ(4) τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ(5) ἐν αὐτῷ(6).
3 Ο Ιησούς απάντησε: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ’ αυτόν.
(1)   Για την αποσιώπηση του άρθρου δες α 50.
(2)   «Αυτό το λέει, όχι απαλλάσσοντας αυτούς από αμαρτήματα. Διότι δεν είπε απλώς: ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά πρόσθεσε: ώστε να γεννηθεί τυφλός… διότι αμάρτησε βέβαια και αυτός και οι γονείς του, αλλά δεν προήλθε από αυτό η τύφλωση» (Χ). Από εδώ διδασκόμαστε ότι οι θλίψεις και οι συμφορές δεν έρχονται πάντοτε ως τιμωρίες της αμαρτίας. Και για αυτό πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, ώστε να μην κατακρίνουμε τους άλλους ως μεγάλους αμαρτωλούς μόνο και μόνο διότι θλίβονται στον κόσμο αυτόν πολύ.
(3)   Η τύφλωση του ανθρώπου προκαθορίστηκε, για να γίνει ευκαιρία της φανέρωσης της θείας δύναμης στη θεραπεία του (β). Ο Κύριος διδάσκει τους μαθητές να συγκεντρώσουν την προσοχή τους, όχι στη μυστηριώδη αιτία του παθήματος, αλλά στο σκοπό, για τον οποίο ο Θεός επέτρεψε αυτό, και στα σωτήρια αποτελέσματα, τα οποία θα μπορούσαμε από αυτόν να αποκομίσουμε (g).
(4)   Η χρήση του ρήματος εξηγείται από το γεγονός, ότι τα έργα του Θεού αρχικά και πριν ακόμη εκτελεστούν, είναι κρυμμένα μέσα στο θείο σχέδιο (g). Υπάρχουν αυτά «κρυμμένα μόνο στη θεία και ανέκφραστη θέληση του Θεού» (Κ).
(5)   Ή, τα έργα της παντοδυναμίας και της άπειρης αγαθότητας του Θεού (F). «Είναι δυνατόν και μέσα από αυτό (την ασθένεια) να δοξάζεται ο Θεός. Διότι όταν με την ουράνια ενέργεια ελευθερωθεί από την ασθένεια που τον ενοχλεί και η οποία τον βρήκε, ποιός δεν θα θαυμάσει τον γιατρό; Ποιός δεν θα δει την δύναμη του θεραπευτή μέσα από αυτόν;» (Κ). Η θεραπεία του εκ γενετής τυφλού είναι η ορατή φανέρωση της δύναμης του Θεού, η οποία χρησιμοποιούνταν υπέρ των ανθρώπων μέσω εκείνου, ο οποίος στάλθηκε για να φωτίσει τον κόσμο που βρισκόταν θαμμένος στα σκοτάδια της πλάνης και της αμαρτίας (χ).
Ή, γενικότερα, όπως φαίνεται από τη συνέχεια, η φράση «τα έργα του Θεού» στη σκέψη του Ιησού περιλαμβάνει μαζί με την εξωτερική πράξη, η οποία φέρει τη σφραγίδα της θείας παντοδυναμίας (το θαύμα της θεραπείας σ. 6-7), και τα από αυτήν πνευματικά αποτελέσματα του πνευματικού φωτισμού και της σωτηρίας του τυφλού (σ. 35-38)(g). «Έτσι ώστε και τα έργα του Θεού να φανερωθούν, και αυτός με αφορμή αυτό να ξαναδεί ψυχικά» (Ζ). Η πρόσκαιρη τύφλωση προετοίμασε τον εκ γενετής τυφλό να υποδεχτεί ταυτόχρονα και το υλικό και το πνευματικό φως. Τα έργα με τα οποία άνοιξαν ταυτόχρονα και τα εξωτερικά και τα εσωτερικά μάτια του (δ).
Τα έργα. Σε πληθυντικό. Όταν ένα έργο του Θεού γίνει γνωστό, όλα γίνονται γνωστά. Από τα έργα του λάμπουν η δύναμη και η δόξα και η χάρη του Θεού (b). «Να πάλι μία άλλη απορία. Θα μπορούσε κάποιος να ζητήσει· Πώς το είπε αυτό· διότι αδικήθηκε ο άνθρωπος με το να στερηθεί του φωτός, για να φανερωθούν τα έργα του Θεού;… Με ποια αδικία αδικήθηκε, άνθρωπε; Με το να στερηθεί, θα πει κάποιος, του φωτός. Και ποια είναι η βλάβη του να στερηθεί κάποιος το αισθητό φως; Αντιθέτως λοιπόν περισσότερο ευεργετήθηκε. Διότι μαζί με την σωματική όραση, φωτίστηκε και στα ψυχικά μάτια. Επομένως η τύφλωση τού βγήκε σε καλό, αφού μέσω της θεραπείας ήλθε σε επίγνωση του αληθινού Ηλίου της δικαιοσύνης» (Θφ).
«Όπως ακριβώς λοιπόν τα κακά δεν είναι κακά, τα σχετικά με την παρούσα ζωή, έτσι ούτε τα αγαθά είναι αγαθά, αλλά η αμαρτία μόνη είναι κακό, ενώ η τύφλωση δεν είναι κακό» (Χ).
(6)   Με τη θαυμάσια αποκατάσταση της όρασής του. Ο Θεός έχει απεριόριστη κυριαρχία πάνω στα πλάσματά του και μπορεί να χρησιμοποιεί αυτά για δόξα του με όποιο τρόπο κρίνει κατάλληλο η σοφία του. Και εάν ο Θεός δοξάζεται είτε μέσω ημών είτε με εμάς, δεν δημιουργηθήκαμε ούτε υπάρχουμε μάταια.

4 Ἐμὲ(1) δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με(2) ἕως ἡμέρα ἐστίν(3)· ἔρχεται νὺξ(4) ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι(5).
4 Όσο διαρκεί η μέρα, πρέπει να εκτελώ τα έργα εκείνου που μ’ έστειλε. Έρχεται η νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται.
(1)   Υπάρχει και η γραφή ημάς, η οποία, μολονότι μαρτυρείται σοβαρότατα, δεν ευοδώνεται από τα συμφραζόμενα. Θα ερμηνεύσουμε αυτήν: «Επειδή ακριβώς μας ανέδειξε (ο Πατέρας) αποστόλους, πρέπει να εκπληρώνουμε τα έργα της αποστολής. Ο Κύριος όμως συναναμειγνύει τον εαυτό του με τους απεσταλμένους… και λέει αυτά τα λόγια, όχι οπωσδήποτε σαν να είναι μαζί μας ή σαν ένας από εμάς που είναι υποταγμένος από ανάγκη δουλική στα θελήματα αυτού που διατάζει, αλλά ακολουθεί ένα συνηθισμένο σχήμα λόγου και γνωστότατο σε εμάς» (Κ).
(2)   «Τα έργα που με αποδεικνύουν γιο του πατέρα και ίσο με το Θεό. Εγώ πρέπει να φανερώνω τον εαυτό μου… έτσι ώστε, αφού μέσω αυτών των έργων οδηγούνται οι άνθρωποι στην πίστη σε μένα, να μην χάνονται» (Ζ).
Ονομάζονται αυτά έργα του πατέρα που έστειλε, διότι συντελούνται με τη διαταγή και βοήθεια αυτού (G). Σημείωσε, ότι όταν ο επουράνιος Πατέρας έστειλε στον κόσμο τον Υιό του, όρισε σε αυτόν έργο το οποίο έπρεπε να συντελέσει. Δεν τον έστειλε για να τον υποδεχτούν σε επίσημες τελετές, αλλά για να εργαστεί. Εκείνον τον οποίο ο Θεός στέλνει, τον χρησιμοποιεί ως εργάτη και τον απασχολεί με έργο. Διότι δεν στέλνει κανέναν για να παραμένει οκνηρός. Έχουμε και εμείς έργο καθορισμένο ως καθήκον σε εμάς, για να επιτελέσουμε αυτό. Ενθυμούμενοι αυτό ας λέμε προς το Θεό: Κύριε, είμαι δούλος σου. Αποκάλυψε σε εμένα το θέλημα σου και ενίσχυέ με για να το εργάζομαι με επιμέλεια.
(3)   «Όσο συνεχίζεται αυτή η ζωή» (Χ). «Ημέρα μεν ονομάζει τον καιρό της ζωής με αυτό εδώ το σώμα, ενώ νύχτα βεβαίως τον χρόνο του θανάτου. Επειδή δηλαδή η ημέρα έχει καθοριστεί για τα έργα, ενώ η νύχτα για την απουσία εργασίας και τον ύπνο, για αυτό τον μεν χρόνο της ζωής κατά τον οποίο πρέπει να εργαζόμαστε το αγαθό, τον λέει ότι είναι ημέρα, ενώ νύχτα τον καιρό της κοίμησης, κατά τον οποίο είναι εντελώς αδύνατον να γίνει κάποιο έργο» (Κ).
Ίσως ο Κύριος τη στιγμή που έλεγε τα λόγια αυτά να έβλεπε στον ορίζοντα τον ήλιο να δύει. Και η ημέρα εκείνη, η οποία επρόκειτο να περάσει, παίρνεται από αυτόν ως σύμβολο της επίγειας ζωής, η οποία οδηγούνταν προς το τέλος της. Το έργο μου, λέει, είναι να φωτίζω τον κόσμο, όπως ο ήλιος αυτός που δύει. Και εγώ μετά από λίγο θα δύσω. Οφείλω λοιπόν να μην χάνω ούτε στιγμή από αυτές που απέμειναν σε μένα για εκπλήρωση του έργου μου (g).
Και ο ίδιος ο Χριστός είχε την ημέρα του. Πρώτον, όλο το έργο του, το οποίο ως μεσίτης και αρχιερέας επιτελεί, πρέπει να γίνει εντός ορισμένων χρονικών ορίων, δηλαδή για όσο διαρκεί η παρούσα κατάσταση του κόσμου. Διότι μετά τη συντέλεια του κόσμου η βασιλεία θα παραδοθεί «στο Θεό και Πατέρα, έτσι ώστε ο Θεός να είναι τα πάντα για όλους» (Α΄ Κορ. ιε 24,28). Δεύτερον, όλο το έργο, το οποίο προσωπικά είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας εδώ στη γη, έπρεπε να συντελεστεί πριν το θάνατό του. Και ως προς εμάς ο χρόνος της επίγειας ζωής μας είναι η ημέρα μας, κατά την οποία πρέπει να επιτελέσουμε καθετί που επιβάλλεται από τα καθήκοντά μας. Κατά τη διάρκεια της ημέρας αυτής πρέπει να εργαζόμαστε ακούραστα και να μην χάνουμε τον καιρό μας, ούτε να παίζουμε κατά τη διάρκεια του φωτός της ημέρας. Είναι τόσο λίγος ο χρόνος της ημέρας μας αυτής και περνά τόσο γρήγορα! Δεν έχουμε στη διάθεσή μας παρά μόνο μία ημέρα. Οσοδήποτε μακρός και αν μας φαίνεται εκ πρώτης όψεως ο βίος μας, «οι ημέρες μας σαν σκιά πέρασαν» και «χίλια έτη είναι σαν η ημέρα η χθεσινή, η οποία πέρασε» (Ψαλ. ρα 12,πθ 4).
(4)   Ημέρα και νύχτα αντιτίθενται εδώ ως χρόνος της εργασίας και χρόνος της ανάπαυσης (g). Όπως λοιπόν ο όρος ημέρα χρησιμοποιήθηκε από τον Κύριο για δήλωση του χρόνου, στον οποίον θα διαρκούσε η επίγειά του διακονία και αποστολή, έτσι και ο όρος νύχτα αναφέρεται στον τερματισμό αυτής με το θάνατό του (ο). Νύχτα είναι ο χρόνος κατά τον οποίο σταματά κάποιος το έργο (G). «Νύχτα είναι η μέλλουσα ζωή, διότι εκεί κανείς δεν μπορεί να εργάζεται» (Θφ). Έρχεται νύχτα, οπωσδήποτε θα έλθει αυτή και για μας και ενδέχεται να έλθει αιφνίδια, να είναι μάλιστα και πολύ κοντά. Πάντως ολοένα έρχεται και πλησιέστερα. Ίσως ήδη να βρισκόμαστε στο μεσημέρι ή και στο δειλινό αυτής της ημέρας. Και δεν είναι δυνατόν να εξασφαλίσουμε στον εαυτό μας κάποιο λυκόφως που θα παρεμβάλλεται ανάμεσα στην ημέρα του βίου μας και τη νύχτα του θανάτου μας. Ας μην χάνουμε λοιπόν ούτε στιγμή από τις ώρες της ζωής μας. Διότι έρχεται νύχτα όπου κανείς δεν μπορεί να εργάζεται.
(5)   «Μετά την απαλλαγή από εδώ» (Γ). Γενική και πασίγνωστη αλήθεια, κατά την οποία ο άνθρωπος κατά την ώρα του θανάτου του σταματά τα έργα του. Ο Κύριος ως θεάνθρωπος, Μεσίτης, αρχιερέας και Κριτής εξακολουθεί και μετά θάνατον να εργάζεται (ο). Αλλά στην ουράνια αυτή ζωή του στην πραγματικότητα θερίζει ό,τι έσπειρε κατά την επίγεια δράση του (g).

5 Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ(1), φῶς εἰμι(2) τοῦ κόσμου(3).
5 Όσο είμαι σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαι το φως για τον κόσμο».
(1)   «Αναφέρεται στη ζωή του στη γη… υποδηλώνοντας ταυτόχρονα τον εντός ολίγου θάνατό του» (Ζ).
(2)   «Επειδή ακριβώς έχω έλθει για να φωτίσω αυτά που έχουν έλλειψη φωτός, πρέπει και στα σωματικά μάτια, εάν ασθενούν με την απευκταία έλλειψη του φωτός, να εγκαθιστώ το φως» (Κ). Με αφορμή μεν τον τυφλό και την επικείμενη θεραπεία του λέγονται τα λόγια αυτά, η έννοιά τους όμως είναι γενική. Ο Χριστός είναι το πνευματικό φως, μέσω του οποίου «πρέπει οι σκοτισμένοι να φωτίζονται μέσω της πίστης» (Ζ). «…Είμαι φως του κόσμου· διότι με την διδασκαλία και την παρουσίαση των θαυμάτων, φωτίζω τις ψυχές» (Θφ).
Το θαύμα της θεραπείας του τυφλού ήταν τύπος ή σύμβολο του πνευματικού φωτισμού, τον οποίο ο Χριστός ως φως του κόσμου στάλθηκε να μεταδώσει. Ανήκε λοιπόν σε αυτόν, εφόσον ήταν στον κόσμο αυτόν, να παρέχει την υγεία τόσο στους σωματικά όσο και στους πνευματικά τυφλούς (ο). Ο Κύριος είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο οποίος σκορπίζει τις ακτίνες του όχι μόνο σε εκείνους, οι οποίοι έχουν μάτια και μπορούν να βλέπουν, αλλά και για τους τυφλούς, τους οποίους θεραπεύει, εφόσον δεν αντιστέκονται σε αυτό. Ο Χριστός λοιπόν θα θεράπευε τον τυφλό αυτόν, ο οποίος τη στιγμή εκείνη αντιπροσώπευε τον τυφλό και βυθισμένο στο ηθικό σκοτάδι κόσμο, διότι ήλθε για να είναι φως του κόσμου, το οποίο όχι μόνο παρέχει φωτισμό, αλλά δίνει και μάτια για να βλέπουν. Αυτό μας ενθαρρύνει στο να προσέλθουμε σε αυτόν σαν σε φως που καθοδηγεί, ζωογονεί και ευφραίνει τις ψυχές. Σε ποιον άλλον θα πρέπει να βλέπουμε εκτός από αυτόν; Πού αλλού θα έπρεπε να στρέψουμε τα μάτια μας παρά μόνο προς το φως;
(3)   Η επανάληψη της λέξης τονίζει την αντίθεση μεταξύ του Ιησού ως την πηγή κάθε ηθικού φωτός και του κόσμου που βρίσκεται στο ηθικό σκοτάδι, στον οποίο ήλθε να μεταδώσει φως και σωτηρία (ο).

6 Ταῦτα(1) εἰπὼν(2) ἔπτυσε χαμαὶ(3) καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος(4), καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ(5)
6 Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς, έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, άλειψε με τον πηλό τα μάτια του τυφλού,
(1)   «Ποια αυτά; Το «για να φανερωθούν…» και ότι «πρέπει εγώ να εργάζομαι τα έργα αυτού που με έστειλε» (Χ).
(2)   Ενώ άκουγε ο τυφλός (b). Το ακόλουθο θαύμα παρουσιάζεται έτσι ως άμεση εφαρμογή όσων λέχθηκαν προηγουμένως (g). Πιστοποίησε τα λόγια με τα έργα (χ).
(3)   Αντίθετα με τη συνήθειά του ο Κύριος, κατά την οποία ανέμενε πρώτα να εκδηλωθεί η πίστη αυτών που του ζητούσαν κάποια θεραπεία, στην παρούσα περίπτωση «με εκούσια και αυθόρμητη διάθεση έρχεται ο Σωτήρας στο να θέλει να θεραπεύσει τον άνθρωπο» (Κ).
(4)   «Γιατί δεν χρησιμοποιεί νερό στον πυλό, αλλά πτύσμα; Για να μάθεις ότι η δύναμη που βγήκε από το στόμα του, αυτή και διέπλασε και άνοιξε τα μάτια» (Χ). Ο Ιησούς έρχεται σε επαφή άμεση και προσωπική με τον τυφλό (g), και χρησιμοποιεί την επίχριση ως εξωτερικό σημάδι που πληροφορεί, ότι θεραπευτική δύναμη μεταδόθηκε σε αυτόν. «Ώστε το θαύμα να αποδοθεί στο πτύσμα» (Ζ). Με την ενέργειά του επίσης αυτή ο Κύριος ζήτησε να εμπνεύσει πίστη στον τυφλό, ότι η θεραπεία του επρόκειτο να προέλθει από το πρόσωπο που άλειψε αυτόν με το σάλιο του (μ). Ο Χριστός χρησιμοποιώντας το σάλιο του για θεραπεία υποδηλώνει ότι καθετί που ανήκει σε αυτόν, έχει μέσα του ιαματική δύναμη. Ο πηλός που έγινε από το πτύσμα του Χριστού υπήρξε ασύγκριτα πολυτιμότερος από κάθε άλλο βάλσαμο ή φαρμακευτικό παρασκεύασμα.
(5)   Διαφορετικές γραφές στα χειρόγραφα: επέθηκε· αυτού τον πηλόν. Με την επίχριση αυτή έκανε την τύφλωση βαθύτερη και πληρέστερη πριν ακόμη θεραπεύσει αυτήν. Έτσι και το μέσο, με το οποίο επιτεύχθηκε η θεραπεία, επιβεβαιώνει το υπερφυσικό αυτής. Χρησιμοποιεί ο Κύριος μέθοδο θεραπείας με την οποία και αυτός που θα είχε υγιή τα μάτια, θα τυφλωνόταν. Πηλός που μπαίνει σε υγιή μάτια κάνει αυτά έστω και πρόσκαιρα ανίκανα για όραση. Τονίζεται λοιπόν με τη μέθοδο της θεραπείας πολύ περισσότερο το μεγαλείο της δύναμης που θεράπευσε τον τυφλό. Διδασκόμαστε από εδώ, ότι η θεία δύναμη ενεργεί τα θαυμαστά της έργα όχι σπάνια και μέσω των αντιθέτων. Και κάνει πρώτον να αισθανθούν οι άνθρωποι την τύφλωσή τους, και έπειτα παρέχει σε αυτούς την όραση.
Η με τον πηλό επάλειψη και επιστροφή της όρασης μπορεί να υπενθυμίζει και την δημιουργική ενέργεια του Θεού. «Αλείφει με τον πηλό προσθέτοντας κατά κάποιο τρόπο αυτό που έλειπε και έπασχε στη φύση του ματιού, και δείχνοντας με αυτό, ότι αυτός ήταν που μας έπλασε στην αρχή, ο κτίστης και δημιουργός των πάντων» (Κ). Και ο Ειρηναίος (Κατά αιρέσεων 5,15,2) συμπεραίνει ότι η χρήση πηλού για τη θεραπεία του τυφλού υπήρξε έργο δημιουργικό· επειδή επρόκειτο για τυφλό εκ γενετής, που δεν είχε μάτια, ο Ιησούς δημιούργησε αυτά από τον πηλό. «Χρησιμοποίησε το χώμα για να διδάξει μόνο, ότι αυτός είναι που στην αρχή έπλασε από χώμα το σώμα του Αδάμ» (Ζ). «Διότι το να πει μεν, ότι Εγώ είμαι που έπλασα τον Αδάμ, θα ήταν ενοχλητικό στους ακροατές· παρουσιαζόμενο όμως με την πράξη, δεν ήταν πλέον δυσάρεστο» (Θφ). Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τη γη· τώρα η δημιουργία της όρασης λήφθηκε από την ίδια γη (b).

7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε(1) νίψαι(2) εἰς τὴν κολυμβήθραν(3) τοῦ Σιλωάμ(4), ὃ ἑρμηνεύεται(5) ἀπεσταλμένος(6). Ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο(7), καὶ ἦλθε βλέπων(8).
7 και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ» –που σημαίνει «απεσταλμένος από το Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ο άνθρωπος, πήγε και νίφτηκε και, όταν γύρισε πίσω, έβλεπε.
(1)   «Στέλνει αυτόν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, που ήταν μακριά, για να φανεί η πίστη και η υπακοή του τυφλού· διότι δεν υπήρχε κάποια υποψία, ότι η κολυμβήθρα θα τον θεραπεύσει. Διότι πολλοί εκεί κάθε μέρα αν και πλένονταν και λούζονταν, κανείς ποτέ δεν απαλλάχτηκε από κάποια νόσο» (Ζ). «Δεν σκέφτηκε ο τυφλός· Αν τελικά ο πηλός και το πτύσμα είναι που μου παρέχουν τα μάτια, τι ανάγκη έχω τον Σιλωάμ ή το να πλυθώ; Αλλά υπάκουσε σε αυτόν που διατάζει» (Θφ).
Σοβαρή και η ερμηνεία: «Το ότι διέταξε να πάει να πλυθεί, και αφού πλυθεί να του δώσει τη θεραπεία, ήταν σχέδιο του Χριστού ώστε από κανενός την προσοχή να μην διαφύγει το θαύμα που γινόταν. Διότι όπως ακριβώς διέταξε τον παράλυτο να κουβαλήσει το κρεβάτι σε ημέρα κατά την οποία δεν επιτρεπόταν να κάνει αυτό, έτσι ώστε ο καθένας κατηγορώντας για την παρανομία, να μάθει το μέγεθος του θαύματος που έγινε, έτσι και σε αυτόν που ήταν μακριά από την κολυμβήθρα, τον διέταξε να πάει να πλυθεί» (Ω).
(2)   Αναφέρεται σε μόνο το πρόσωπο και όχι σε ολόκληρο το σώμα, οπότε θα χρησιμοποιούσε το ρήμα λούομαι.
(3)   Δεξαμενή νερών χρήσιμη για λουτρό. Δες και Ιω. ε 2,4 (G).
(4)   Η κολυμβήθρα αυτή βρισκόταν έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, δυτικά του όρους Οφήλ (F), νότια του ναού (β). Για την ακριβή της τοποθεσία υπάρχει αμφισβήτηση (G). Αναφέρεται και από τον Ησαΐα (η 6), ο οποίος αντιθέτει το νερό της «που πορεύεται ήσυχα» με το «νερό του ποταμού» Ευφράτη, «το ισχυρό και το πολύ», που συμβολίζει την ωμή δύναμη των εχθρών της θεοκρατίας και μάλιστα του βασιλιά των Ασσυρίων. Το νερό λοιπόν του Σιλωάμ, που έρρεε ήσυχα στους πρόποδες του λόφου του ναού, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως έμβλημα της σωτηρίας που συντελέστηκε από τον Μεσσία (g).
(5)   Και εδώ παρατηρείται η τάση του ευαγγελιστή να ερμηνεύει για τους Έλληνες αναγνώστες του τα εβραϊκά ονόματα. Η φράση είναι η ίδια με το Ιω. α 42.
(6)   Το όνομα αυτό δόθηκε στην κολυμβήθρα διότι το νερό της ερχόταν σε αυτήν με τεχνητούς αγωγούς από μακριά, από την πηγή της Παρθένου, στην κοιλάδα Ιωσαφάτ. Μπορεί λοιπόν κάποιος να εξηγήσει τη λέξη απεσταλμένος=νερό που μεταφέρεται από μακριά (g). Σοβαρή η ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία η παραπομπή του τυφλού από τον Ιησού στην κολυμβήθρα αυτή έγινε, όχι άσχετα με τον συμβολισμό της που υποδηλωνόταν στην Παλαιά Διαθήκη.
«Θέλει να αποδείξει, ότι δεν είναι ξένος με τον νόμο και την Παλαιά, στέλνοντας στον Σιλωάμ… Όπως ακριβώς ο Χριστός ήταν πέτρα πνευματική (Α΄Κορ. ι 4), έτσι ήταν και Σιλωάμ πνευματικός» (Χ).
«Θεωρούμε δηλαδή ότι κανείς άλλος δεν είναι ο απεσταλμένος, παρά μόνο ο Μονογενής Θεός ο οποίος κατέβηκε στη γη και στάλθηκε σε εμάς από τον ουρανό και από τον Πατέρα, για καταστροφή της αμαρτίας και της πλεονεξίας του διαβόλου» (Κ).
Εφόσον ο Ιησούς συχνά στο δ΄ ευαγγέλιο χαρακτηρίζεται ως ο απεσταλμένος από τον Πατέρα, στη διάνοια του τέταρτου ευαγγελιστή τα νερά του Σιλωάμ εξαφανίζονται μπροστά στο ζωντανό νερό του Χριστού (χ).
(7)   «Πήγε χωρίς καμία αμφιβολία, αλλά υπακούοντας αμέσως, αν και ήταν λογικό να πει… Μήπως με πλανά και μάταια με στέλνει; Διότι πολλές φορές που πλύθηκα εκεί, τίποτα δεν κέρδισα» (Ζ).
(8)   Ήλθε από την κολυμβήθρα στο σπίτι του (β). «Αν όμως κάποιος θα έλεγε: Πώς λοιπόν ξαναείδε όταν έβγαλε τον πηλό; Τίποτα άλλο δεν θα ακούσει από εμάς παρά μόνο ότι δεν ξέρουμε τον τρόπο. Διότι ούτε ο ευαγγελιστής γνώριζε, ούτε ο ίδιος ο θεραπευμένος. Αλλά αυτό μεν που έγινε το ξέρει, να καταλάβει όμως τον τρόπο δεν μπορεί» (Χ).
Είναι αξιοσημείωτο, ότι όπως ο Χριστός πρώτος κινείται προς τον τυφλό, χωρίς ο τελευταίος αυτός να απευθύνει κάποιο αίτημα προς αυτόν κινώντας την συμπάθειά του, έτσι και ο Θεός από αγάπη πρώτος κινήθηκε προς εμάς ζητώντας εκείνους, οι οποίοι δεν είχαν μάτια να τον δουν. Ο υιός του ανθρώπου έσπευσε να ζητήσει το χαμένο πρόβατο, χωρίς να αναμείνει να ζητήσει αυτό πρώτο τον ποιμένα του. Αλλά εάν το πρώτο βήμα για ανάβλεψη του τυφλού έγινε από το Χριστό, το δεύτερο βήμα για πραγματοποίηση αυτής της ανάβλεψης ζητήθηκε από αυτόν τον ίδιο τον τυφλό. Η επάλειψη του πηλού ήταν το πρώτο βήμα, το οποίο θα έμενε χωρίς αποτέλεσμα, εάν δεν ακολουθούσε το δεύτερο βήμα. Και αυτό ήταν ότι ο τυφλός έπρεπε να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Η χάρη αρχίζει μέσα μας το έργο της σωτηρίας μας, αλλά και εμείς οφείλουμε να εισφέρουμε την ασθενή συμβολή μας συνεργαζόμενοι μαζί της.

8 Οἱ οὖν(1) γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες(2) αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν(3), ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν(4);
8 Τότε οι γείτονες κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν εδώ και ζητιάνευε;»
(1)   Οι σ. 8-12 περιγράφουν φυσικότατα και δραματικότατα την εντύπωση που προκλήθηκε από την επιστροφή του τυφλού, που τώρα έβλεπε, στο σπίτι του (g).
(2)   Από τους γείτονες του τυφλού διακρίνονται όλοι εκείνοι, οι οποίοι γενικά είχαν συνηθίσει να τον βλέπουν να κάθεται σε συγκεκριμένο μέρος και να ζητά ελεημοσύνη.
(3)   Παλαιότερη γραφή: προσαίτης ἦν. Είχαν συνηθίσει να τον βλέπουν, διότι ήταν ζητιάνος και ζητούσε από αυτούς ελεημοσύνη.
(4)   «Διαχωρίζονται από ενδοιασμό λόγω του συμβάντος» (Κ). «Διότι η παραδοξότητα του γεγονότος τους οδηγούσε και σε απιστία» (Χ). Προσαιτώ= ικετευτικά πλησιάζω κάποιον, ζητώ ελεημοσύνη (G). «Δεν επισημαίνει άσκοπα ο ευαγγελιστής ότι ήταν ζητιάνος, αλλά για να δείξει την ανέκφραστη φιλανθρωπία του Κυρίου, το πώς δηλαδή συγκατέβαινε μέχρι και τους ασήμαντους, ώστε και ζητιάνους να θεραπεύει με πολλή φροντίδα» (Θφ).
Ή, πιο σωστά, λέγεται το προσαιτῶν, για να δηλωθεί ότι ο θεραπευμένος ήταν πρόσωπο γνωστό δημόσια. Σχεδιάστηκε σοφά από τη θεία Πρόνοια το πρόσωπο, στο οποίο έγινε το θαύμα να είναι γνωστός σε όλους ζητιάνος, έτσι ώστε η αυθεντικότητα του θαύματος να διαπιστωθεί ευκολότερα και ευρύτερα.

9 Ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν(1)· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν(2). Ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι(3).
9 Μερικοί έλεγαν: «Αυτός είναι», ενώ άλλοι έλεγαν: «Είναι κάποιος που του μοιάζει». Ο ίδιος όμως έλεγε: «Εγώ είμαι».
(1)   «Άλλοι… τιμώντας το θαύμα από σεβασμό και φόβο, λένε ότι είναι εκείνος ο ίδιος» (Κ).
(2)   Γραφή που μαρτυρείται: «άλλοι έλεγον Ουχί, αλλά ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν», η οποία παρουσιάζει την αμφιβολία αυτή ζωηρότερα αφού αποκτά τον ξεκάθαρο χαρακτήρα της άρνησης. Η μερίδα των ανθρώπων αυτών θέτει στον θεραπευμένο τις ερωτήσεις των σ. 10 και 12. Από τις αντιλογίες, οι οποίες προκλήθηκαν για την ταυτότητα του θεραπευμένου τυφλού, παίρνουμε την αφορμή να θαυμάσουμε, την σοφία και δύναμη του Θεού, ο οποίος δημιουργώντας τους ανθρώπους οικονόμησε έτσι τα πράγματα ώστε να υπάρχει τόση ποικιλία μορφών μεταξύ των ανδρών και των γυναικών, ώστε να γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν δύο άτομα να μοιάζουν στο πρόσωπο και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του σώματος, μέχρι σημείου ώστε να επέρχεται πλήρης σύγχυση στην διακρίβωση της ταυτότητάς τους. Η διάκριση του ενός προσώπου από το άλλο είναι τώρα εύκολη, και αυτό είναι απαραιτήτως αναγκαίο στην κοινωνία, στις συναλλαγές του εμπορίου και στην απονομή της δικαιοσύνης.
Το ότι επίσης μετά την θεραπεία των ματιών του έγινε ο πρώην τυφλός αγνώριστος, υπενθυμίζει σε εμάς και άλλη μεγάλη αλήθεια. Η θεία χάρη ενεργεί συνηθέστατα τέτοιες μεταβολές σε μερικούς, οι οποίοι υπήρξαν προηγουμένως πολύ πονηροί και διεφθαρμένοι, ώστε γίνονται αυτοί αγνώριστοι σε εκείνους, ανάμεσα στους οποίους ζούσαν.
(3)   «Λύνει αμέσως το ζητούμενο ο θεραπευμένος, προσφέροντας πάρα πολύ αξιόλογη την από προσωπική του πείρα δική του ομολογία. Διότι δεν θα μπορούσε κάποιος να αγνοήσει τον εαυτό του» (Κ). «Η φωνή του εκφράζει την ευγνωμοσύνη του, ώστε δεν μπορεί να κατακριθεί ως αχάριστος» (Αυ).

10 Ἔλεγον οὖν αὐτῷ(1)· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί(2);
10 Τότε τον ρωτούσαν: «Πώς, λοιπόν, άνοιξαν τα μάτια σου;»
(1)  Ως συνέπεια της βεβαίωσής του, ότι Εγώ είμαι, ακολουθεί το ερώτημα αυτό. «Συμφωνούν αφού πίστεψαν ότι είναι αυτός ο ίδιος εκείνος, τον οποίο γνώριζαν από την αρχή» (Κ).
(2)   «Ρωτούν πώς απέβαλε την τυφλότητα και με ποιο τρόπο έγινε αυτό το ανέλπιστο πράγμα» (Κ). Δεν αμφισβητούν λοιπόν τη θεραπεία και ζητούν να μάθουν τον τρόπο με τον οποίο συντελέστηκε αυτή.

11 Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς(1) πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι(2)· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα(3).
11 Εκείνος απάντησε: «Ένας άνθρωπος που τον λένε Ιησού έκανε πηλό, μου άλειψε τα μάτια και μου είπε: “πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου”· πήγα λοιπόν εκεί, νίφτηκα και βρήκα το φως μου».
(1)   «Ότι μεν είναι Θεός από τη φύση του ο Σωτήρας, φαίνεται ακόμα ότι το αγνοεί· διότι δεν θα μιλούσε τόσο κατώτερα για αυτόν» (Κ). «Άνθρωπος κάνει τέτοια;» (Χ). Αλλά δεν γνωρίζει ακόμα τον Ιησού ως τον Χριστό. Δες σ. 36. Πιο αυθεντική γραφή: Ο άνθρωπος ο λεγόμενος· μαζί με άρθρο, οπότε δηλώνεται έτσι ότι πρόκειται για τον γνωστό φημισμένο Ιησού (κ). «Αλλά από πού έμαθε, ότι λέγεται Ιησούς; Οπωσδήποτε θα ρώτησε τότε τους παρόντες» (Ζ). Ή, πιο πιθανή ερμηνεία, «από τη συζήτηση με τους μαθητές. Όταν δηλαδή ρώτησαν μεν για αυτόν οι μαθητές τον Κύριο, και αυτός μίλησε περισσότερο μαζί τους» (Θφ).
(2)   Παρέχει με λίγα λόγια πιστή αναπαράσταση του τρόπου της θεραπείας, όπως αντιλήφθηκε αυτόν με τις άλλες του αισθήσεις, εκτός από την όραση την οποία στερούνταν. Έτσι «δεν είπε από πού έκανε» τον πηλό· «διότι αυτό που δεν είδε, δεν το λέει· διότι δεν είδε ότι έφτυσε χάμω· ότι όμως άλειψε, αυτό το μάθαινε από την αίσθηση και την αφή. Δες πόσο ειλικρινής είναι» (Χ). Υπάρχει και η γραφή: Εις τον Σιλωάμ, αντί για την: εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ.
(3)   Ο αόριστος δηλώνει, ότι η θεραπεία ακολούθησε αμέσως μετά το πλύσιμο. Το «ανέβλεψα» λέγεται κυριολεκτικά για αυτούς που είχαν κάποτε την όραση υγιή και αφού ακολούθως την έχασαν , την ξανααπέκτησαν. Χρησιμοποιεί παρ’ όλα αυτά το ρήμα αυτό και στον εκ γενετής τυφλό, διότι η τύφλωση, μάλιστα η εκ γενετής, αποτελεί κατάσταση εναντίον της φύσης (g).

12 Εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος(1); λέγει· οὐκ οἶδα(2).
12 Τον ρώτησαν, λοιπόν: «Πού είναι ο άνθρωπος εκείνος;» «Δεν ξέρω», τους απάντησε.
(1)   «Δεν ζητούν τον Ιησού από φιλόθεη διάθεση» (Κ), αλλά «έχοντας τώρα φονικές διαθέσεις εναντίον του» (Χ). Η πρόθεσή τους ήταν να προκαλέσουν ευρύτερη έρευνα του γεγονότος και αναζητούν για αυτό και τον δράστη του, για να οδηγήσουν αυτόν μαζί με τον θεραπευμένο στους Φαρισαίους.
(2)   «Διότι αφού άλειψε και διέταξε τον τυφλό να πάει στην κολυμβήθρα, αναχώρησε αμέσως, αποφεύγοντας τον θόρυβο από το θαύμα» (Ζ). «Διότι δεν ήθελε να κερδίσει δόξα, ούτε να ασκήσει δημαγωγία ούτε να επιδειχτεί» (Χ). Οι ταπεινές ψυχές τέρπονται περισσότερο όταν πράττουν το αγαθό αφανώς, παρά όταν ακούνε αυτό να διαφημίζεται. Υπάρχει καιρός να ακούσουν αυτό να διακηρύττεται μπροστά σε όλους τους ανθρώπους. Και ο καιρός αυτός είναι ο της κοινής ανάστασης.

13 Ἄγουσιν αὐτὸν(1) πρὸς τοὺς Φαρισαίους(2), τόν ποτε τυφλόν(3).
13 Τον έφεραν τότε στους Φαρισαίους, τον άνθρωπο που ήταν άλλοτε τυφλός.
(1)   «Ήθελαν μεν λοιπόν να βρουν το Χριστό, ώστε να τον οδηγήσουν στους ιερείς. Επειδή όμως δεν το πέτυχαν, οδηγούν τον τυφλό προς τους Φαρισαίους, για να τον ρωτήσουν με πιο αυστηρό τρόπο» (Χ). Η πρόθεσή τους ήταν κακή; Κάποιοι από τους νεώτερους (F,g) φρονούν, ότι μάλλον για επισημότερη διαπίστωση της θεραπείας έγινε η προσφυγή προς τους Φαρισαίους.
Πιο σωστό όμως φαίνεται, ότι «μεταφέρουν τον άνθρωπο στους άρχοντες, όχι για να θαυμάσουν αφού μάθουν τα σχετικά με αυτόν… αλλά για να καταστήσουν ολοφάνερη την παρανομία του» (Κ). «Διότι για αυτό και ο ευαγγελιστής επισημαίνει ότι ήταν Σάββατο, για να φανερώσει την πονηρή του διάθεση και την αιτία για την οποία ζητούσαν, βρίσκοντας δήθεν κάποια λαβή και μπορώντας να συκοφαντήσουν το θαύμα με την φαινομενική παράβαση του νόμου» (Χ).
(2)   Η λέξη αυτή δεν μπορεί να σημαίνει το συνέδριο ολόκληρο. Οδηγούν αυτόν προς τους Φαρισαίους, οι οποίοι νομίζονταν ως οι ορθοδοξότεροι και αυστηρότεροι από τους θρησκευτικούς αρχηγούς. Δες και Ιω. ζ 32. Άλλωστε το Σάββατο το συνέδριο δεν συνεδρίαζε (δ).
(3)   Από το επίρρημα «ποτε» συμπέραναν κάποιοι από τους νεώτερους (β,g) ότι η προσαγωγή στους Φαρισαίους δεν έγινε την ίδια την ημέρα της θεραπείας. Πιο σωστό φαίνεται ότι τονίζεται με έμφαση η κατάσταση της τύφλωσης ότι ανήκει πλέον στο παρελθόν και χάθηκε οριστικά.

14 Ἦν δὲ σάββατον(1) ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν(2) ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.
14 Η μέρα που έφτιαξε ο Ιησούς τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια ήταν Σάββατο.
(1)   Παρεμβάλλει αυτήν την παρατήρηση ετοιμάζοντας τον αναγνώστη για πλήρη κατανόηση των συμβάντων που ακολούθησαν. Αντί για το ὅτε οι σιναϊτικός, βατικανός και δύο άλλοι μεγαλογράμματοι κώδικες γράφουν: εν ᾗ ημέρα.
(2)   Με τη φράση αυτή δηλώνεται η πράξη, με την οποία παραβιάστηκε το Σάββατο.
«Νομίζουν ότι έχει παραβιαστεί από τον Σωτήρας μας η νομική εντολή που έλεγε ότι δεν πρέπει το Σάββατο να διαπράττεται τίποτα το περιττό… επειδή απλώς και μόνο τόλμησε να αγγίξει πηλό τρίβοντας με το δάχτυλό του τη γη, και επιπλέον τούτου διέταξε τον άνθρωπο ότι πρέπει να πλυθεί ημέρα σαββάτου» (Κ). Αλλά ο Ιησούς σε αυτήν εδώ την περίπτωση δεν παραβίασε πραγματικά την εντολή του Σαββάτου, αλλά τις Φαρισαϊκές αντιλήψεις για τον τρόπο της τήρησής της. Πράγματι.
«Ο Χριστός μεν που με ένα δάχτυλο άλειψε τον πηλό το Σάββατο, κατηγορείται, ενώ αυτοί που με ολόκληρο το χέρι έλυναν τα ζώα και τα πήγαιναν για πότισμα, και έβγαζαν τα πρόβατα που έπεφταν σε λάκκο, δεν κατηγορούνται» (αμ).
Θα μπορούσε κάποιος να πει, ότι εξεπίτηδες ο Χριστός δεν αποφεύγει τις θεραπείες κατά τις ημέρες του Σαββάτου και μάλιστα να διενεργεί με τρόπο, που μπορούσε να προκαλέσει την υποκρισία των Φαρισαίων, διότι ήθελε να επανορθώσει μεν τις διεστραμμένες αντιλήψεις τους για την τήρηση του σαββάτου, και να διδάξει, ότι έργα ευποιΐας και ευεργεσίας του πλησίον, όταν μάλιστα η επιτέλεσή τους παρουσιάζεται είτε εύκολη, είτε επείγουσα, εναρμονίζονται με την τήρηση της εντολής του Σαββάτου. Παρέχοντας επίσης την ίαση το Σάββατο από τη μία στον παραλυτικό και από την άλλη στον τυφλό επιβεβαίωνε συγχρόνως, ότι και τα ηθικά θαύματα της θεραπείας ψυχών, τα οποία θα συντελούνταν στο όνομά του, μάλιστα και προπαντός κατά την χριστιανική ημέρα του Σαββάτου, δηλαδή την Κυριακή, θα γίνονταν συστηματικότερα. Πράγματι· πόσα μάτια τυφλωμένα ανοίγουν με το κήρυγμα του ευαγγελίου την ημέρα του Σαββάτου! Πόσες παράλυτες ψυχές ανορθώνονται υγιείς κατά την ημέρα εκείνη!
Αξιόλογη και η ερμηνεία: «Το ότι δεν δυσανασχέτησαν λίγο για το ότι φτιάχτηκε πηλός το Σάββατο, καθιστώντας το σε εμάς σαφές ο μακάριος Ευαγγελιστής, με κατάλληλο τρόπο επισημαίνει την γελοιότητα του πράγματος προσθέτοντας… «την ημέρα που έκανε τον πηλό ο Ιησούς»» (Κ).

15 Πάλιν(1) οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν(2). Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς(3)· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω(4).
15 Άρχισαν λοιπόν και οι Φαρισαίοι να τον ρωτούν πάλι πώς απέκτησε το φως του. Αυτός τους απάντησε: «Έβαλε πάνω στα μάτια μου πηλό, νίφτηκα και βλέπω».
(1)   Υπαινίσσεται την εξέταση στο σ. 10.
(2)   Παραδέχονται οι Φαρισαίοι, ότι συντελέστηκε η έκτακτη θεραπεία του τυφλού, αλλά ενδιαφέρει αυτούς μάλλον, επειδή ήταν Φαρισαίοι, ο τρόπος της θεραπείας. «Ζητούν περισσότερο να ακούσουν το πώς ξαναείδε· αυτό λοιπόν προσπαθούσαν πάρα πολύ να ακούσουν, το ότι δηλαδή έφτιαξε πηλό και μου έχρισε τα μάτια. Διότι σε αυτό θεωρούσαν ασύνετα ότι βρισκόταν όλη η παράβαση του νόμου» (Κ).
Κάθε άνθρωπος καλής πίστης θα περίμενε ότι, ότι, όταν ένας τέτοιος άνθρωπος, τυφλός εκ γενετής, θα οδηγούνταν θεραπευμένος μπροστά σε αυτούς που από επάγγελμα σπούδαζαν και ερμήνευαν το νόμο, θα υποδέχονταν αυτοί αυτόν με ασυγκράτητο θαυμασμό για το θαύμα και θα συνέχαιραν τον θεραπευμένο για την ευτυχία της ίασης. Αλλά ο φθόνος τους και η εχθρότητά τους προς τον Χριστό τους έχει αποστερήσει από κάθε συναίσθημα ανθρωπισμού και αντί να χαρούν για τη θεραπεία ενός δυστυχούς με θαύμα, ταράζονται και αγανακτούν.
(3)   Στις απαντήσεις του τώρα ο θεραπευμένος είναι πιο ολιγόλογος. Αυτό οφείλεται στο ότι διακρίνοντας τις προθέσεις των ανακριτών του στους οποίους ήταν ήδη γνωστό το γεγονός, κουράζεται από τις ερωτήσεις τους.
«Χωρίς δηλαδή ούτε το όνομα να πει, ούτε το ότι μου είπε: Πήγαινε πλύσου, αμέσως λέει. Έβαλε πηλό στα μάτια μου…, διότι ήδη είχε εκδηλωθεί πολλή κατηγορία» (Χ).
«Μπορούμε να δούμε αυτόν που απαντά, πώς μεν απαντά στους πρώτους και πώς στους δεύτερους, στους μεν προηγούμενους ακριβέστερα, διότι ήταν γείτονες και τον έβλεπαν πριν που ήταν ζητιάνος, ενώ στους Φαρισαίους ούτε τα σχετικά με τον Σιλωάμ διηγήθηκε, ούτε ότι ο σωτήρας έκανε πηλό, ούτε ότι τον διέταξε κάτι. Και ίσως επειδή έβλεπε ο θεραπευμένος ότι των μεν πρώτων η ερώτηση ήταν αποτέλεσμα φιλομάθειας, ενώ των δεύτερων κακοήθειας, με αυτόν τον τρόπο απαντά στον κάθε έναν» (Ω).
(4)   «Αξίζει να θαυμάσουμε και πολύ δίκαια τον άνθρωπο, διότι στα λόγια σχετικά με αυτά προσθέτει χρήσιμα σαν κάποια κορωνίδα το «Βλέπω»… δηλαδή δεν δείχνω το μάτι μου ότι απλώς άνοιξε, αλλά όντως βλέπω» (Κ).
«Στους Φαρισαίους μιλά χωρίς έκπληξη. Διότι αυτοί μεν ήθελαν, αφού νιώσει κατάπληξη από το φόβο, να αρνηθεί την θεραπεία· αυτός όμως πιο δυνατά φωνάζει, ότι βλέπω» (Θφ).

16 Ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές(1)· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ(2), ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ(3). ἄλλοι ἔλεγον(4)· πῶς δύναται ἄνθρωπος(5) ἁμαρτωλὸς(6) τοιαῦτα σημεῖα(7) ποιεῖν; Καὶ σχίσμα(8) ἦν ἐν αὐτοῖς.
16 Μερικοί από τους Φαρισαίους έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από το Θεό, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου». Άλλοι όμως έλεγαν: «Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια σημεία;» Και υπήρχε διχογνωμία ανάμεσά τους.
(1)   «Κάποιοι· όχι όλοι, αλλά οι πιο θρασείς» (Θφ).
(2)   «Δεν στάλθηκε δηλαδή (από το Θεό)· ή, δεν είναι από το Θεό» (Ζ).
(3)   «Αποσιωπώντας από πονηρία το γεγονός, έφερναν στο προσκήνιο την φαινομενική παράβαση· διότι δεν έλεγαν ότι το Σάββατο θεραπεύει, αλλά ότι το Σάββατο δεν τηρεί» (Χ).
Και «λεπτολογούν για το Σάββατο… αυτοί που θαύμαζαν τον αρχαίο εκείνον Ιησού [του Ναυή] ο οποίος από τη μία κυρίευσε ημέρα σαββάτου την Ιεριχώ, και από την άλλη διέταξε τους πατέρες τους να διαπράξουν αυτά που συνήθιζαν οι νικητές» (Κ).
Η ίδια κατηγορία διατυπώθηκε και στην θεραπεία του παραλύτου (Ιω. ε 10). Παρουσιαζόταν εν προκειμένω μία διπλή παραβίαση του σαββάτου· πρώτον μεν διότι με το δάχτυλο έκανε πηλό ο Ιησούς, και έπειτα διότι ήταν ειδικά απαγορευμένο να χρησιμοποιείται το Σάββατο το σάλιο για θεραπεία άρρωστων ματιών. Δες Shabb. c 21(β).
(4)   Αυτοί ήταν πιθανώς ο Νικόδημος, ο από Αριμαθαίας, ο Ιωσήφ, ο Γαμαλιήλ και άλλοι που είχαν παρομοίως ακέραιο χαρακτήρα (ο).
«Αξίζει να σημειωθεί και αυτό, το πώς δηλαδή οι άρχοντες είναι νωθρότεροι από τον όχλο στο καλό. Διότι να, ο όχλος προηγουμένως διχάστηκε στις γνώμες και δεν υπήρξε ομοφωνία όλων εναντίον του Χριστού» (Θφ).
«Οι άρχοντες όμως επειδή ήταν πιο ασύνετοι από τους πολλούς, διχάστηκαν ύστερα. Αλλά μετά το διχασμό τους πάλι, τίποτα το γενναίο δεν έδειξαν, βλέποντας μπροστά τους τούς Φαρισαίους» (Χ).
(5)   «Και αυτοί έχουν ακόμα χαμηλή ιδέα για αυτόν, και μιλούν και σκέφτονται σαν να πρόκειται για απλό άνθρωπο» (Κ). «Διότι αν δεν τον νόμιζαν ότι είναι σκέτος άνθρωπος, θα μπορούσαν να απολογηθούν και με άλλο τρόπο, λέγοντας ότι είναι κύριος του Σαββάτου, και αυτός δημιούργησε αυτό· αλλά ακόμη δεν είχαν αυτήν τη γνώμη» (Χ).
(6)   Αναφέρεται στη φράση των άλλων «δεν είναι από το Θεό». Ό,τι εκείνοι εξέφρασαν αρνητικά, αυτοί το λένε θετικά (ο). Δεν πρέπει να πάρουμε τη λέξη με την συνηθισμένη της έννοια, διότι οι υπερασπιστές αυτοί του Ιησού δεν φρονούν, ότι ο Ιησούς είναι απολύτως αναμάρτητος. Η κατάληξη -ωλός εκφράζει και ποσότητα μεγάλη και συνήθεια=άνθρωπος που από συνήθεια παραβαίνει το νόμο, παραβιαστής του Σαββάτου (g).
(7)   Σε πληθυντικό. Από όπου φαίνεται, ότι γνωρίζουν αυτοί και τα άλλα θαύματα του Ιησού (F).
«Πρόσεχε όμως και τη φράση «Τέτοια θαύματα» η οποία δεν μπήκε άσκοπα. Επειδή δηλαδή υπάρχουν διαφορές θαυμάτων,… η φράση «τέτοια» ειπώθηκε διότι υπερέχουν αυτά που έγιναν από το Χριστό στο ότι είναι και αληθινά και μεγάλα πάνω στη γη» (Ω).
«Βλέπεις που οι πολλοί μαλακώνουν από τα θαύματα; Να αυτοί που είναι Φαρισαίοι και άρχοντες, όμως από το θαύμα ντρέπονται και απολογούνται υπέρ αυτού» (Θφ).
Οι πρώτοι θέτουν ως βάση του συλλογισμού τους το απαραβίαστο του Σαββάτου και αμφισβητούν στον Ιησού την θεία αποστολή. Οπότε έπεται λογικά η άρνηση του θαύματος. Οι άλλοι αναχωρώντας από το γεγονός του θαύματος, καταλήγουν στο να δεχτούν τον άγιο χαρακτήρα του Ιησού και να αρνηθούν έτσι έμμεσα το απαραβίαστο του Σαββάτου. Το παν εξαρτάται από ποια βάση θα διαλέξει κάποιος· η εκλογή όμως αυτή εξαρτάται και εδώ, όπως πάντοτε, από την ηθική ελευθερία (g).
(8)   Με την έννοια της διαίρεσης, της διχογνωμίας (F). Διαιρέθηκαν, διότι άλλοι μεν αρνούνταν εξαιτίας της παραβίασης του Σαββάτου την θεία αποστολή του Χριστού, άλλοι όμως αρνούνταν, ότι έλαβε χώρα παραβίαση του Σαββάτου, ορμώμενοι από την ιδέα, ότι μόνο από το Θεό σταλμένος άνθρωπος μπορούσε να κάνει τέτοιο θαύμα (μ).
«Όμως, αν και διχάστηκαν, αλλά πρόβαλλαν ενστάσεις υπέρ του Χριστού, με πιο μαλακό τρόπο και με αμφιβολία μάλλον και αμφιταλάντευση παρά με βεβαιότητα» (Θφ).

17 Λέγουσι(1) τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς(2); Ὁ δὲ εἶπεν(3) ὅτι προφήτης(4) ἐστίν.
17 Ρωτούν λοιπόν πάλι τον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν; πώς εξηγείς ότι σου άνοιξε τα μάτια;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Είναι προφήτης».
(1)   Ποιοι; Ή «όχι αυτοί που είπαν ότι «Δεν είναι από το Θεό», αλλά αυτοί που αποχωρίστηκαν από αυτούς» (Ζ), οι οποίοι «θέλοντας να αποστομώσουν πλέον (τους άλλους), για να μην νομιστούν ότι συνηγορούν υπέρ του Χριστού, οδηγούν μπροστά τους αυτόν που έλαβε πείρα της δύναμής του και τον ρωτούν» (Χ).
Ή, πιο σωστά, αυτοί που είχαν ευνοϊκές διαθέσεις προς τον Ιησού σιγούν τώρα και παραμένουν σιωπηλοί θεατές (ο) και οι άλλοι «προκατειλημμένοι κατά κάποιο τρόπο από τα δεσμά του φθόνου απευθύνουν αλαζονικά τα λόγια στον άνθρωπο ο οποίος ήταν θεραπευμένος και ρωτούν πάλι αυτό που πολλές φορές ακούστηκε, θεωρώντας ότι ο τυφλός μαζί με αυτούς θα καταδικάσει τον Ιησού και θα ακολουθήσει τα δικά τους λόγια» (Κ).
(2)   Ερμηνεύτηκε με διάφορους τρόπους. Ή, θεωρήθηκε αραμαϊκός τρόπος έκφρασης και θεωρήθηκε το «ότι» ότι λέγεται αντί για την αναφορική αντωνυμία=ο οποίος σου άνοιξε… Έτσι μεταφράζει και η Βουλγάτα (επίσημη Λατινική μετάφραση). Ή, θεωρήθηκε το «ότι» ότι είναι ειδικό και ερμηνεύτηκε=για το ότι σου άνοιξε… (g). Τι έχεις να πεις σε σχέση με τα όσα είπες, ότι σου άνοιξε τα μάτια (ο).
Ή, πιο σωστά, το «ότι» είναι αιτιολογικό=διότι σου άνοιξε τα μάτια. Και εφόσον τα δικά σου μάτια άνοιξε, η γνώμη σου για αυτόν τον άνθρωπο πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη (β). «Και δεν είπαν, Εσύ τι λες για αυτό, ότι παραβίασε το Σάββατο; Αλλά θέτουν τώρα την ερώτηση της απολογίας αντί της κατηγορίας» (Χ).
(3)   «Δες την σοφία του φτωχού· διότι μιλά πιο συνετά από όλους αυτούς» (Χ), «και δεν φοβήθηκε τον θυμό αυτών που έλεγαν ότι δεν είναι από το Θεό. Διότι ήταν σταθερός και φίλος της αλήθειας και με ευγνωμοσύνη» (Ζ).
(4)   «Προφήτες ονόμαζαν τους θείους άνδρες» (Ζ). Γενικότερα προφήτης=άνθρωπος εμποτισμένος με το θείο πνεύμα, ο οποίος με εντολή και εξουσία Θεού αναγγέλλει με σπουδαίο λόγο τα του Θεού και προάγει την σωτηρία των ανθρώπων (G). Σύμφωνα με τον ορισμό στις Κλημέντιες ομιλίες (2,6) «προφήτης της αλήθειας είναι αυτός που πάντοτε όλα τα γνωρίζει, αυτά μεν που έγιναν όπως έγιναν, αυτά που γίνονται όπως γίνονται, και αυτά που θα γίνουν όπως θα είναι».
Επειδή όμως οι από το Θεό σταλμένοι προφήτες πιστοποιούσαν και με θαύματα την αποστολή τους, για αυτό «συνήθιζαν οι Ιουδαίοι να αποκαλούν προφήτες αυτούς που έκαναν θαύματα, διότι λόγω αυτού έδινε ο Θεός μαρτυρία για την αγιότητά τους» (Κ). Δεν λέει ο προφήτης, αλλά χωρίς άρθρο «αφού δεν έμαθε ακόμα με ακρίβεια ποιος είναι αληθινά» (Κ). Όπως φαίνεται από αυτά που εξιστορούνται στους σ. 35-38, ο τυφλός μετέπειτα πίστεψε, ότι ο Ιησούς ήταν ο προφήτης, ο Χριστός.

18 Οὐκ ἐπίστευσαν(1) οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι(2) περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν(3), ἕως ὅτου(4) ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ(5) τοῦ ἀναβλέψαντος
18 Οι Ιουδαίοι όμως δεν εννοούσαν να πιστέψουν πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου κάλεσαν τους γονείς του ανθρώπου
(1)   «Πρόσεξε με πόσους τρόπους επιχειρούν να επισκιάσουν το θαύμα και να το αναιρέσουν» (Χ).
«Επειδή μέσα τους είναι εντονότατος ο φθόνος εναντίον αυτού που έκανε τη θεραπεία, δεν τους αφήνει να πιστέψουν αυτό που από όλους ομολογείται» (Κ). Άνθρωποι οι οποίοι έχουν αμφιβολίες για την αλήθεια, μπορούν να απαλλαχτούν από αυτές και να βρουν την αλήθεια, αρκεί να θέλουν. Εκείνοι όμως πάλι, οι οποίοι αρέσκονται στην πλάνη και το ψεύδος, δεν χρειάζονται χέρια για να κρατούν αυτήν, αλλά το σκοτάδι της ολοένα κατακυριεύει το εσωτερικό τους. Καλούν και οι Φαρισαίοι τώρα τους γονείς του θεραπευμένου τυφλού. Το διάβημά τους αυτό δεν προέρχεται από συνετή επιφυλακτικότητα αλλά από προκαταλήψεις απιστίας. Είναι παρ’ όλα αυτά η μέθοδος αυτή καλή για εξακρίβωση και περαιτέρω έλεγχο του γεγονότος.
(2)   Ονομάζει έτσι τους ίδιους, τους οποίους πριν ονόμασε Φαρισαίους, δηλώνοντας τώρα αυτούς όχι πλέον από τη θέση την οποία κατείχαν στο Ισραήλ, αλλά από τη διάθεσή τους απέναντι στον Ιησού. Πρόκειται για αυτούς που είχαν τις πιο εχθρικές διαθέσεις εναντίον του Ιησού.
(3)   Είναι αξιοσημείωτη η αντίφαση, στην οποία καταλήγει με τον εαυτό της η κακία. Αφού παραδέχονται ότι ήταν τυφλός και ξαναείδε, «πώς τον κατηγόρησαν ότι δεν τηρεί το Σάββατο, αν όχι επειδή, εννοείται, πίστεψαν; Αλλά παντού το ψεύδος πέφτει από μόνο του» (Χ).
(4)   Δεν σημαίνει βεβαίως ότι πίστεψαν κατόπιν, παρόλο βεβαίως που όφειλαν, μετά την ανάκριση και των γονέων (κ).
(5)   Υποπτεύονται συμπαιγνία μεταξύ Ιησού και τυφλού (g). Καλούν για αυτό τους γονείς του τυφλού για περαιτέρω εξακολούθηση της ανάκρισης.
«Αλλά αυτή είναι η φύση της αλήθειας, με εκείνα που φαίνεται ότι επιβουλεύεται από τους ανθρώπους, με αυτά γίνεται ισχυρότερη· με αυτά λάμπει, με τα οποία επισκιάζεται» (Χ).
Οι γονείς του άλλοτε τυφλού ήταν φτωχοί και δειλοί. Εάν λοιπόν έλεγαν, ότι δεν μπορούν να είναι βέβαιοι για το ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο γιος τους· ή αν έλεγαν, ότι μόνο κάποια ασθένεια και αδυναμία είχε στα μάτια του και ότι προηγουμένως είχαν χρησιμοποιήσει φάρμακα για τη θεραπεία τους· ή εάν διατύπωναν άλλες επιφυλάξεις από φόβο προς τους Ιουδαίους και το συνέδριό τους, οι Φαρισαίοι θα θριάμβευαν εναντίον του Ιησού και θα κέρδιζαν στην προσπάθειά τους εναντίον της αλήθειας του θαύματος. Αλλά ο Θεός διέταξε και κατηύθυνε το σχέδιο, που επινοήθηκε και καταστρώθηκε από τους εχθρούς της αλήθειας, ώστε αυτό κατά την πραγματοποίησή του στράφηκε υπέρ της αληθείας και απόδειξης του θαύματος μέχρι σημείου, ώστε οι Φαρισαίοι να τεθούν μπροστά στο δίλημμα ή να δεχτούν το θαύμα, ή να περιέλθουν σε πλήρη σύγχυση ως προς αυτό.

19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς(1) λέγοντες· οὗτός ἐστιν(2) ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη(3); πῶς οὖν ἄρτι βλέπει(4);
19 και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;»
(1)   «Αφού τους έστησαν στη μέση, ώστε να τους βάλουν σε αγωνία, με πολλή αυστηρότητα και θυμό κάνουν την ερώτηση» (Χ), «προσδοκώντας να τους φοβίσουν» (Ζ). Τους ρώτησαν με επιτακτικό και απειλητικό τρόπο. «Επειδή δηλαδή αυτόν που ξαναείδε δεν μπόρεσαν να τον φοβίσουν, αλλά τον έβλεπαν με κάθε θάρρος να κηρύττει τον ευεργέτη, ήλπιζαν ότι με τους γονείς του θα φέρουν πλήγμα στο θαύμα» (Χ).
(2)  Η εξέταση γίνεται με αντιπαράσταση. «Τρία πράγματα ρωτιούνται. Αν αυτός είναι ο γιος τους, αν γεννήθηκε τυφλός και πώς τώρα βλέπει» (Ζ). Σαν να τους έλεγαν: Ορκίζεστε ότι αυτός πράγματι είναι ο γιος σας;
(3)   «Σχεδόν λένε· Τον οποίον εσείς κάνατε τυφλό, και όχι μόνο αυτό, αλλά και διαδώσατε παντού τον λόγο» (Χ). Λέτε για αυτόν ότι γεννήθηκε τυφλός. Είστε βέβαιοι για αυτό; Ή μήπως βεβαιώνατε εσείς ότι ήταν τυφλός, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν τέτοιος, αλλά θέλατε να έχετε δικαιολογία της επαιτείας του;
(4)   «Με τα δύο λοιπόν αυτά επιχειρούν να τους κάνουν να αρνηθούν, και με το να πουν «τον οποίο εσείς λέτε» και με το «Πώς λοιπόν τώρα βλέπει»; Δική σας, λέει, είναι η σκευωρία και η επινόηση» (Χ)· ἄρτι· είναι συνηθισμένη λέξη στον Ιωάννη και σημαίνει: αυτήν τη στιγμή, οπότε διακρίνεται από το γενικότερο κάπως νυν=κατά τον παρόντα χρόνο. Δες σ. 25 και ιγ 7,33,37,ιστ 12,31 (β).

20 Ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη(1)·
20 Οι γονείς του τότε αποκρίθηκαν: «Ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός·
(1)   «Ενώ έγιναν τρεις ερωτήσεις, αν ήταν γιος τους, αν ήταν τυφλός και πώς ξαναείδε, τις δύο μόνο ομολογούν, ενώ την τρίτη δεν την προσθέτουν» (Χ), «επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους, όπως θα δηλωθεί στη συνέχεια» (Ζ). Γνωρίζουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας, διότι κάθε μέρα αφότου γεννήθηκε, τον συναναστρεφόμαστε και συνδεόμαστε με φυσική στοργή προς αυτόν. Γνωρίζουμε ακόμα ότι είναι τυφλός, διότι έχουμε δοκιμάσει πολλές λύπες για το πάθημά του αυτό και πολλές φροντίδες λάβαμε για αυτόν και πολλές αγωνιώδεις ώρες περάσαμε από τότε εξαιτίας αυτού του παθήματος. Πράγματι· πόσες φορές είδαν με θλίψη προς αυτόν και έκλαψαν για την από μικρή ηλικία τύφλωσή του πολύ περισσότερο από όσο για όλα τα άλλα βάρη και τις στενοχώριες της φτώχειας τους.

21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν(1)· αὐτὸς(2) ἡλικίαν ἔχει(3), αὐτὸν(4) ἐρωτήσατε, αὐτὸς(4) περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει(5).
21 πώς όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο· ενήλικος είναι, αυτός μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του».
(1)   Για το ότι θεραπεύτηκε ο γιος τους ήταν απολύτως βέβαιοι, παρόλο που δεν ήταν αυτόπτες κατά την θεραπεία. Ήταν λοιπόν υποχρεωμένοι να επιδείξουν ευγνωμοσύνη προς εκείνον, ο οποίος τον θεράπευσε και να παράσχουν την μαρτυρία τους ξεκάθαρη και ανεπιφύλαχτη υπέρ του. Αλλά αυτοί νομίζουν, ότι ήταν αρκετό να μην πουν τίποτα εναντίον του ευεργέτη τους. Αλλά κατά την ημέρα, κατά την οποία κρίνεται στα ανθρώπινα δικαστήρια ο Χριστός και το ευαγγέλιό του, ισχύει εξ’ ολοκλήρου ο λόγος του Κυρίου: «Αυτός που δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου» (Λουκ. η 38).
(2)   «Βγάζοντας τον εαυτό τους από τον κίνδυνο, παραπέμπουν την ερώτηση στον θεραπευμένο, ως πιο αξιόπιστο από αυτούς σε αυτό το ζήτημα» (Ζ).
(3)   «Δεν είναι παιδί ούτε ατελής, αλλά ικανός να μαρτυρήσει για τον εαυτό του» (Χ). «Έχει τη δυνατότητα της φρόνησης και από το χρόνο και από την ηλικία… και με ποιο τρόπο έγινε σε αυτόν η θεραπεία θα το πει όχι με παιδικό μυαλό, αλλά με νου που έχει ήδη ωριμάσει καλά και μπορεί να συνδιαλέγεται με όσους τυχόν θέλει» (Κ).
Εάν ήταν ανήλικος, θα μιλούσαν αυτοί για αυτόν. Υπονοείται δηλαδή από αυτό, ότι όταν τα παιδιά είναι μικρά και ανήλικα, οι γονείς τους μιλούν αντί για αυτά· μιλούν στο Θεό με τις προσευχές τους, μιλούν στην εκκλησία για αυτά κατά την ώρα του βαπτίσματός τους. Και όταν πλέον ενηλικιωθούν, είναι τότε ο κατάλληλος καιρός να προκληθούν, για να δηλώσουν, εάν θέλουν να εμμείνουν σε όσα οι γονείς τους έπραξαν για αυτά και εξ’ ονόματός τους.
(4)   Αλεξανδρινή γραφή: αυτόν ερωτήσατε, ηλικίαν έχει, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Η επανάληψη της αντωνυμίας αυτός δείχνει την κατάσταση της ταραχής και αγωνίας των γονέων του τυφλού, οι οποίοι ζητούσαν να μεταβιβάσουν την υποχρέωση της απάντησης στον γιο τους (ο).
(5)   Αφού τον γιο τους «τον παρουσίασαν αξιόπιστο, έτσι παραιτήθηκαν» (Χ). Ο θεραπευμένος τυφλός, όπως φαίνεται και από τις απαντήσεις, τις οποίες έδινε στους Ιουδαίους, είχε οξεία αντίληψη και συνεπώς περισσότερο από κάθε άλλον μπορούσε αυτός να μιλήσει για το συμβάν. Έτσι ο Θεός, όπως φαίνεται και από μύριες άλλες περιπτώσεις παρέχει στη διάνοια περισσότερα προσόντα, με τα οποία αναπληρώνονται οι φυσικές ελλείψεις του σώματος των αναπήρων.

22 Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο(1) τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη(2) γὰρ συνετέθειντο(3) οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος(4) γένηται.
22 Αυτά είπαν οι γονείς του, από φόβο προς τους Ιουδαίους. Γιατί, οι Ιουδαίοι άρχοντες είχαν κιόλας συμφωνήσει να αφορίζεται από τη συναγωγή όποιος παραδεχτεί πως ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας.
(1)   Σε τέτοιο βαθμό, ώστε άφησαν τον γιο τους μόνο στον κίνδυνο (b). Ήταν αδύνατον οι γονείς του τυφλού, όταν είδαν τον γιο τους να βλέπει, να μην ενδιαφέρθηκαν να πληροφορηθούν από αυτόν τα σχετικά με τη θεραπεία του. Γνώριζαν λοιπόν και πώς ξαναείδε και από ποιόν θεραπεύτηκε. Ο φόβος γίνεται παγίδα επικίνδυνη στον άνθρωπο και παρασύρει πολλούς να αρνηθούν το Χριστό και τις αλήθειές του και τις οδούς του και να ενεργήσουν εναντίον της συνείδησής τους.
(2)   Δεν σημειώνει κάτι ο ευαγγελιστής για το χρόνο στον οποίο λήφθηκε η απόφαση αυτή, πάντως όμως δεν φαίνεται να έγινε αυτό πριν πολύ καιρό. Ίσως ο χρόνος αυτός να συμπίπτει με το διάστημα, που παρεμβλήθηκε ανάμεσα στο επεισόδιο που σημειώθηκε στο η 59 («πήραν λοιπόν πέτρες να τις ρίξουν εναντίον του…») και την θεραπεία του τυφλού (ο). Ή, και κάπως παλαιότερα, όταν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι έστειλαν υπηρέτες για να τον πιάσουν. Δες Ιω. ζ 32 και εξής (β).
(3)   «Δηλαδή συμφώνησαν» (Ζ). Είχαν πάρει απόφαση. Ήδη από την πρώτη εμφάνισή της η αγία θρησκεία του Χριστού αντιμετώπισε νόμους ποινικούς και καταδιωκτικούς εναντίον εκείνων οι οποίοι την ομολογούσαν. Χρησιμοποιήθηκαν βίαια μέτρα για παρεμπόδιση των κατακτήσεών της, διότι η διαυγής και λάμπουσα αλήθειά της φυσικό ήταν να θέλξει τον κόσμο και να κατακτήσει αυτόν.
(4)   Ο αποκλεισμένος από τις ιερές συναθροίσεις των Ισραηλιτών (G). Υπήρχαν 3 είδη ή στάδια αφορισμού από την συναγωγή. Το πρώτο διαρκούσε 30 ημέρες, κατά τις οποίες ο αποσυνάγωγος ξυρίζοντας το κεφάλι αποκλειόταν από το λουτρό και απαγορευόταν να πλησιάσει κάποιον άλλον πιο κοντά από 4 πήχεις. Ήταν σε πένθος, αλλά μπορούσε να είναι παρών στις δημόσιες συναθροίσεις. Εάν επέμενε πεισματικά στο σφάλμα του κατά το τέλος των 30 ημερών ακολουθούσε το δεύτερο στάδιο, κατά το οποίο βρισκόταν αυτός κάτω από βαριά κατάρα και αποκλειόταν και από τις δημόσιες συναθροίσεις και από κάθε επικοινωνία με τους άλλους. Το τρίτο στάδιο επέφερε πλήρη στέρηση όλων των προνομίων του Ισραήλ, και των πολιτικών και των θρησκευτικών. Συχνά συνεπαγόταν και αυτήν την ποινή του θανάτου (ο).
Παρ’ όλα αυτά τα δύο ή τρία είδη του αφορισμού, τα οποία οι ραββίνοι του Ταλμούδ αναφέρουν, είναι μεταγενέστερα από την εποχή εκείνη. Δες Ματθ. ιη 17 (δ). Είναι αμφίβολο εάν η διάκριση τριών ειδών αφορισμού υπήρχε ήδη στα χρόνια του Χριστού ή και κατά τους πρώτους αιώνες μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων. Όμως ιδιαίτερα το Ιω. ιστ 2 δύσκολα θα επέτρεπε να υποθέσει κάποιος, ότι η ποινή αυτή και επί των ημερών του Χριστού συνίστατο απλώς σε προσωρινό αποκλεισμό από τη συναγωγή. Η ποινή αυτή συνίστατο σε αποκλεισμό από την κοινωνία του Ισραήλ, από τις ευλογίες του και τα προνόμιά του. Γίνεται λοιπόν αυτό ολοφάνερο από τη φύση της κοινωνίας αυτής και επιβάλλεται από την σοβαρότητα η οποία πρέπει να είχε αποδοθεί στην πράξη της αναγνώρισης του Ιησού ως Μεσσία. Παράλληλο χωρίο που διαφωτίζει για την έννοια του όρου αποσυνάγωγος είναι το Έσδρα ι 8 (C).

23 Διὰ τοῦτο(1) οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον(2) ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε.
23 Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του, «ενήλικος είναι, ρωτήστε τον ίδιο».
(1)   Αναφέρεται στα προηγούμενα=Επειδή ήδη είχαν συμφωνήσει να γίνεται αποσυνάγωγος αυτός που τον ομολογεί Χριστό, για αυτό… Εάν οι γονείς επιβεβαίωναν το θαύμα και απέδιδαν αυτό στον Ιησού, θα ομολογούσαν εμμέσως, ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός.
(2)   «Λέει πάλι το ίδιο διασύροντας αυτούς ως δειλούς και για να μην γίνουν αποσυνάγωγοι, προσποιούνται μεν ότι αγνοούν, και ρίχνουν όλο το φορτίο του αγώνα πάνω στο γιο τους» (Ζ).

24 Ἐφώνησαν(1) οὖν(2) ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ(3)· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ(4)· ἡμεῖς(5) οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν(6).
24 Κάλεσαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πριν τυφλός και του είπαν: «Πες την αλήθεια ενώπιον του Θεού· εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός».
(1)   Ή, μετά τη συζήτηση μαζί του στο σ. 17, είχαν διώξει αυτόν (b), ή, μετά την εξέταση και των γονέων του ακολούθησε κάποια διακοπή και κατ’ ιδίαν συνδιάσκεψη των Φαρισαίων, μετά από την οποία φώναξαν για δεύτερη φορά τον θεραπευμένο (g).
(2)   Σε συνέχεια των όσων προηγήθηκαν. Αφού δηλαδή βρήκαν, ότι τίποτα από τους γονείς δεν μπορούσαν να αποσπάσουν καταδικαστικό του Ιησού ή που να μπορούσε να κάνει ύποπτο το θαύμα, καλούν ξανά τον θεραπευμένο (ο). «Επειδή οι γονείς πρόβαλλαν την ένσταση ότι πρέπει ο γιος τους να ερωτηθεί, αυτό κάνουν οι πειραστές» (Θφ).
(3)   «Επειδή δεν μπόρεσαν να απομακρύνουν τον άνθρωπο από την εκτίμηση για τον Χριστό… βιάζονται να τον τραβήξουν προς τον δικό τους σκοπό, με κάποιο αγαθό κατά κάποιο τρόπο δέλεαρ» (Κ). Επιζητούν να αποσπάσουν από τον άλλοτε τυφλό την αποκήρυξη του θαύματος εν ονόματι της δήθεν παραβίασης του Σαββάτου.
«Και φανερά μεν και αναίσχυντα δεν λένε· Αρνήσου ότι ο Χριστός σε θεράπευσε, αλλά θέλουν να αποδείξουν αυτό με το πρόσχημα της ευλάβειας… Διότι το να πουν μεν στους γονείς· Αρνηθείτε ότι είναι γιος σας και ότι τον γεννήσατε τυφλό, θα φαινόταν πολύ άξιο για γέλια, αλλά και να πουν πάλι σε αυτόν αυτό, θα ήταν φανερή αναισχυντία· για αυτό το μεθοδεύουν αλλιώς, λέγοντας «δώσε δόξα στο Θεό»» (Χ).
(4)   Ή, δίνει δόξα στο Θεό αυτός που ομολογεί την αλήθεια και μάλιστα σε υπόθεση και περίπτωση που έχει πολλές δυσκολίες (b). Και προτρέπουν αυτόν να διακηρύξει την αλήθεια και να ομολογήσει την πλάνη του. Δες Ιησ. Ν. ζ 19 (μ,χ). Εδώ δηλαδή θα δόξαζε το Θεό ο τυφλός, εάν συνομολογούσε με τους Φαρισαίους, ότι ο Ιησούς ήταν αμαρτωλός (F).
«Αυτό δηλαδή είναι δόξα του Θεού, το να μην μαρτυρήσει τίποτα το αγαθό για τον Ιησού» (Θφ).
«Αρνήσου ό,τι πήρες. Αλλά τέτοια διαγωγή προφανώς δεν ισοδυναμεί με το να δίνει δόξα στο Θεό, αλλά μάλλον με το να βλασφημεί αυτόν» (Αυ).
Σχετική με την ερμηνεία αυτή: το να δίνει δόξα στο Θεό κάποιος σημαίνει τον σεβασμό που αποδίδεται σε μία από τις θείες ιδιότητες που για λίγο επισκιάστηκε με λόγο ή γεγονός, το οποίο φαίνεται ότι προσβάλλει αυτήν. Δες Ιησ. Ν. ζ 19,Α Βασ. στ 5. Στην περίπτωση αυτή ο τυφλός είχε βλασφημήσει λέγοντας ότι Είναι Προφήτης. Με αυτό λοιπόν πρόσβαλε την αγιότητα και αλήθεια του Θεού αποδίδοντας τον τίτλο αυτόν στον παραβιαστή του Σαββάτου. Θα ξέπλενε λοιπόν την ενοχή του και θα έδινε δόξα στο Θεό, εάν τώρα διακήρυττε ότι ήταν αμαρτωλός (g).
Ή, «δόξασε τον Θεό διότι από αυτόν θεραπεύτηκες και όχι από τον Ιησού» (Ζ). «Με πολλή μεγάλη πανουργία λένε ότι πρέπει να αφιερώσει δόξα στο Θεό για το θαύμα, υποκρινόμενοι με αυτόν τον τρόπο ότι είναι ευσεβείς» (Κ). «Οι ανόητοι Ιουδαίοι που προστάζουν τον μεν Θεό να τον δοξάζει για το θαύμα, ενώ αυτόν που έπραξε το έργο του Θεού τον κατέκριναν» (αμ).
(5)   Επιχειρούν να προκαταλάβουν αυτόν ως αγράμματο με το βάρος του κύρους τους (b). «Αποδίδοντας το ότι γνωρίζουν με σαφήνεια μόνο στη δική τους γνώση… οι πλατιοί σε λόγια και φοβεροί σε αλαζονείες, με πάρα πολύ μεγάλη ανεξαρτησία από το Θεό φώναξαν «εμείς ξέρουμε»» (Κ).

25 Ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν(1)· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα(2)· ἓν οἶδα(3), ὅτι τυφλὸς ὢν(4) ἄρτι βλέπω(5).
25 Εκείνος τότε τους απάντησε: «Αν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω· ένα ξέρω: πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω».
(1)   Οι αλεξανδρινοί κώδικες παραλείπουν το: καὶ εἶπεν.
(2)   Αυτό «δεν το είπε διστάζοντας, αλλά κάνει σαν να διστάζει» (Ζ). Συνετά αποφεύγει να συζητήσει μαζί τους αυτό που βεβαίωσαν εκείνοι για τον Ιησού, ότι είναι αμαρτωλός. Παρ’ όλα αυτά «δεν υποχωρεί μπροστά στο ψευδές κύρος τους» (b). «Σαν να έλεγε· Δεν λέω τίποτα τώρα για αυτόν, ούτε εκφράζω γνώμη» (Χ). «Δεν θα ονομάσω αμαρτωλό αυτόν που θαυματουργεί έτσι» (Κ). Σιωπηρά αποδοκιμάζει την βεβαιότητα, την οποία έχουν για το ότι αυτός που έκανε το θαύμα είναι άνθρωπος αμαρτωλός.
(3)   Παραπέμπει στο γεγονός. Η γλώσσα του παίρνει τόνο ειρωνικό, διότι έχει συνείδηση της κακοπιστίας των ανακριτών του (g). Βασίζεται στην πείρα, την οποία ο ίδιος έλαβε για την αγαθότητα και τη δύναμη του Ιησού. Αντίρρηση λοιπόν για εκείνο, το οποίο μαρτυρεί κάποιος εξ ιδίας πείρας, δεν χωρά τουλάχιστον ως προς αυτόν, ο οποίος με τις δικές του αισθήσεις έλαβε γνώση και βεβαιώθηκε για αυτό.
(4)   Η μετοχή είναι σε παρατατικό όπως γίνεται φανερό από το «τώρα βλέπω» που ακολουθεί (b). «Ήμουν τυφλός και βλέπω» (Κ).
(5)   «Δεν έχω πιστέψει τα σχετικά με εκείνον από λόγια άλλου… αλλά εγώ ο ίδιος είμαι η απόδειξη της δύναμης εκείνου» (Κ). Αποφεύγοντας ο τυφλός να συζητήσει το εάν ο Ιησούς ήταν αμαρτωλός και περιοριζόμενος στο να παραπέμψει τους ανακριτές του στο γεγονός, «απέδειξε τον εαυτό του υπεράνω υποψίας και την μαρτυρία αδέκαστη» (Χ).
Για αυτό οι Φαρισαίοι αισθανόμενοι το βάρος της απάντησης επανέρχονται ξανά στην έρευνα του γεγονότος. Ο θεραπευμένος τυφλός δεν παρέχει εξηγήσεις για τη μέθοδο και τον τρόπο της θεραπείας, ούτε καταφεύγει σε θεωρίες, για να αποσαφηνίσει τα σχετικά με το θαύμα. Περιορίζεται στο γεγονός: Ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω. Έτσι και στο έργο της χάρης. Αυτοί που απαλλάσσονται με την ενέργειά της από την πνευματική τύφλωση αισθάνονται μεν το ευεργετικό αποτέλεσμα και ευλογούν το Θεό για την μεταβολή που έγινε, ο τρόπος όμως με τον οποίο συντελέστηκε αυτή και τα στάδια, από τα οποία διήλθε, παραμένουν άγνωστα σε αυτούς. Ήμουν τυφλός, λέει ο καθένας από αυτούς. Ζούσα βίο σαρκικό, κοσμικό και φιλήδονο. Και τώρα, δόξα στο Θεό, βλέπω από ποιο θάνατο σώθηκα μέσω του Χριστού και σε ποια μακάρια ζωή με τη χάρη του Θεού βαδίζω.

26 Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν(1)· τί ἐποίησέ σοι; Πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς(2);
26 Τον ρώτησαν πάλι: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;»
(1)   «Αφού από παντού αποκρούστηκαν και δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν τίποτα από αυτά που ήθελαν, πάλι γυρνούν στο προηγούμενο ερώτημα» (Ζ). Οι κώδικες συναϊτικός βατικανός και ο του Βέζα αποσιωπούν το: πάλιν.
(2)   «Αρέσκονται στο να ρωτούν πάλι και διερευνούν τον τρόπο της θαυματουργίας, κάνοντας αυτό όχι από καλή σκέψη ή για να μάθουν τα αγαθά, αλλά… όλα αυτά πάλι τα ανασκαλεύουν, θεωρώντας κατά κάποιο τρόπο ότι ο άνθρωπος δεν θα πει πάλι τα ίδια, αλλά θα αναφέρει κάτι που να είναι αντίθετο με τα προηγούμενα, έτσι ώστε αρπάζοντας τη διαφωνία, να διακηρύξουν ότι είναι κάποιος υποκριτής και ψεύτης» (Κ).
«Περιεργάζονται τον τρόπο της θεραπείας του, όπως ακριβώς μερικοί που κυνηγούν για ένα σίγουρο θήραμα και ψάχνουν παντού, τρέχοντας άλλοτε μεν προς τα εδώ, άλλοτε πάλι προς τα εκεί» (Χ). Επειδή δεν πέτυχαν να ανατρέψουν το θαύμα με την δογματική, θέλουν να το υποσκάψουν με την κριτική (g).

27 Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη(1), καὶ οὐκ ἠκούσατε(2)· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν(3); Μὴ(4) καὶ ὑμεῖς(5) θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι(4);
27 «Σας το είπα κιόλας», τους αποκρίθηκε, «αλλά δεν πειστήκατε· γιατί θέλετε να το ξανακούσετε; Μήπως θέλετε κι εσείς να γίνετε μαθητές του;»
(1)   «Κατηγορώντας τους ο θεραπευμένος όχι πλέον με συστολή, αλλά με πιο πολύ θάρρος απαντά» (Ζ). «Διότι όσον μεν η υπόθεση χρειαζόταν εξέταση και ελέγχους, παρείχε την απόδειξη μιλώντας συνεσταλμένα» (Χ). Όταν όμως έγινε ολοφάνερη η κακοπιστία τους «τότε λοιπόν τους αντιμετωπίζει ο ίδιος με θάρρος» (Χ). Αρνείται να επαναλάβει την αφήγηση παραπέμποντας αυτούς σε όσα είχε ήδη πει.
(2)   Το ότι κήρυξαν ως αμαρτωλό αυτόν που διέπραξε το θαύμα, ήταν σαφής απόδειξη, ότι απέρριπταν την περιγραφή που τους έκανε.
«Αυτό που λέει έχει την εξής έννοια· Δεν προσέχετε τα λόγια μου· για αυτό δεν θα πω πλέον, ούτε θα απαντώ συνεχώς σε εσάς που ρωτάτε μάταια και θέλετε να ακούσετε όχι για να μάθετε, αλλά για να κατηγορήσετε τα λεγόμενα» (Χ). Δεν ακούσατε. Είστε λοιπόν κουφοί (g). Ή «δεν πιστέψατε» (Ζ)· δεν προσέξατε διόλου τα όσα είπα.
(3)   «Για ποιο λόγο ζητάτε πάλι να ακούτε;» (Ζ). «Το μεν «ακούσατε» ισοδυναμεί με το «δεν παραδεχτήκατε», δεν θελήσατε το λεγόμενο, το «Τι λοιπόν πάλι θέλετε να ακούτε;» ισοδυναμεί με το: Τι λοιπόν, ω τέτοιοι, άραγε θέλετε τώρα να ακούσετε; Διότι μάταια θέλετε να ακούτε» (Ω).
(4)   «Έπειτα διακωμώδησε αυτούς και τους έπληξε σε μεγάλο βαθμό» (Χ). Ήπια και αρμόζουσα ειρωνεία (b). «Αυτό φανερώνει ψυχή θαρραλέα και ατρόμητη και που δεν πτοείται από την μανία τους» (Θφ). Όσοι συστηματικά καταπολεμούν την αλήθεια και αποκρούουν πεισματικά τον από αυτήν φωτισμό, κάνουν τους εαυτούς του καταγέλαστους και εκτίθενται στην περιφρονητική επίκριση καθενός μη σκοτισμένου ανθρώπου, αλλά που έχει υγιή το νου.
(5)   Υπαινίσσεται ή ότι ήταν γνωστό ότι ο Ιησούς είχε ήδη κάποιους μαθητές και γνώριζαν αυτό οι Φαρισαίοι (β), ή «κατέταξε πλέον τον εαυτό του στο χορό των μαθητών· διότι το «και εσείς» είναι λόγος ανθρώπου που δείχνει τον εαυτό του ότι είναι μαθητής του» (Χ). «Είμαι ήδη ένας εγώ» (Αυ).
Ή, το «εσείς» λέγεται με κάποια έμφαση αναφορικά με την κρίση τους στο σ. 24 (ο)=Εσείς οι οποίοι τον κηρύξατε αμαρτωλό. Η πρώτη ερμηνεία φαίνεται πιο σωστή, χωρίς να αποκλείεται και συνδυασμός της με την δεύτερη=Έχει πολλούς μαθητές και μεταξύ τους θα συγκαταριθμηθώ και εγώ. Μήπως θέλετε και εσείς να πράξετε το ίδιο;

28 Ἐλοιδόρησαν αὐτὸν(1) καὶ εἶπον· σὺ(2) εἶ μαθητὴς ἐκείνου(3)· ἡμεῖς(2) δὲ τοῦ Μωυσέως(3) ἐσμὲν μαθηταί(4).
28 Τον περιγέλασαν τότε και του είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή·
(1)   Αφού δεν πέτυχαν να αποσπάσουν από τον τυφλό κάποια ομολογία εναντίον του θαύματος, και θίχτηκαν επιπλέον και από την λεπτή ειρωνεία, χρησιμοποιούν τώρα τρόπο υβριστικό εναντίον του.
(2)   Η αντίθεση εδώ είναι όχι ανάμεσα στον Ιησού και τον Μωϋσή, αλλά ανάμεσα στον τυφλό και αυτούς.
(3)   «Για μεν το Χριστό λένε το «Εκείνου», αλλά διευρυνόμενοι κατά κάποιο τρόπο σε υπέρογκη αλαζονεία, λένε ανόητα «εμείς όμως είμαστε μαθητές του Μωϋσή»» (Κ). Εκείνου (του Ιησού), ο οποίος καταργεί το Σάββατο και δεν είναι από το Θεό και τον Μωϋσή, ο οποίος ήταν από το Θεό και μέσω αυτού ο Θεός έδωσε την εντολή του Σαββάτου.
(4)   «Εσείς ούτε του Μωϋσή ούτε αυτού» (Χ) είστε μαθητές. «Διότι αν ήσασταν του Μωϋσή, θα ήσασταν και του Χριστού. Διότι αν πιστεύατε, λέει ο Χριστός, στον Μωϋσή, θα πιστεύατε σε εμένα» (Ζ).
Άνθρωποι σαρκικοί, οι οποίοι συνδέονται τελείως εξωτερικά και επαγγελματικά με τη θρησκεία, είναι έτοιμοι να καυχηθούν για το αξίωμα και τα προνόμια του εκκλησιαστικού του επαγγέλματος, αλλά είναι τελείως ξένοι με τις αρχές και την δύναμη της θρησκείας, την οποία θέλουν να εκπροσωπούν. Οι Φαρισαίοι αυτοί οι οποίοι τώρα εξετάζουν τον τυφλό, είχαν προηγουμένως καυχηθεί για την καταγωγή τους από τον Αβραάμ, τώρα όμως καυχιούνται για την μόρφωσή τους, η οποία είχε συντελεστεί, όπως αυτοί φρονούν, με την σπουδή των συγγραφών του Μωϋσή. Σαν να ήταν αρκετά αυτά για να σώσουν αυτούς. Δες επίσης, πόσο ο εγωισμός τυφλώνει τον άνθρωπο. Ισχυρίζονται ότι είναι του Μωϋσή μαθητές. Αλλά μεταξύ Μωϋσή και Χριστού υπάρχει αρμονική συμφωνία. Ο Μωϋσής προετοίμασε τα πράγματα για την έλευση του Χριστού και ο Χριστός εκπλήρωσε και τελειοποίησε όσα ο Μωϋσής παράγγειλε και προείπε, έτσι ώστε οι μαθητές του Μωϋσή φυσικό ήταν να γίνουν και του Χριστού μαθητές.

29 Ἡμεῖς(1) οἴδαμεν(2) ὅτι Μωυσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός(3)· τοῦτον δὲ(4) οὐκ οἴδαμεν(5) πόθεν ἐστίν(4).
29 εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε την προέλευσή του».
(1)   Με έμφαση που φανερώνει τον εγωισμό τους. Εμείς, οι αναγνωρισμένοι πνευματικοί ηγέτες του έθνους. «Αυθαδιάζουν πάλι… και αλαζονευόμενοι με άθραυστη αναισχυντία, ξαναλένε το «Εμείς ξέρουμε»» (Κ).
(2)   «Εάν γνώριζαν ότι στον Μωϋσή μίλησε ο Θεός, θα γνώριζαν επίσης και τι ο Θεός κήρυξε μέσω του Μωϋσή» (Αυ).
(3)   Για αυτό και είναι υπερήφανοι, διότι είναι μαθητές του Μωϋσή. Μίλησε ο Θεός και προκήρυξε, ότι επρόκειτο να έλθει και άλλος προφήτης, όμοιος με τον Μωϋσή, τον οποίο όφειλαν αυτοί να αναμένουν και προς τον οποίο έπρεπε να πειθαρχήσουν. Έδωσε όμως ο Χριστός σαφή δείγματα και τεκμήρια, ότι σε αυτόν όφειλαν οι Ιουδαίοι να στραφούν με εμπιστοσύνη και βεβαιότητα, ότι αυτός ήταν ο αναμενόμενος προφήτης.
(4)   «Από πού στάλθηκε» (Ζ). Ομολογούν πλήρη άγνοια για το παρελθόν του Ιησού παρόλο που κάποιοι από τους Ιεροσολυμίτες γνώριζαν από πού καταγόταν και προερχόταν ο Ιησούς (Ιω. ζ 27). Αλλά οι Φαρισαίοι ούτε ενδιαφέρονταν ούτε ήθελαν να φανούν ότι φρόντιζαν να μάθουν ποια ήταν η καταγωγή του και ποιοι οι συγγενείς του (β).
Μιλούν για τον Ιησού με περιφρόνηση. Την άγνοιά τους για το Χριστό την προβάλουν ως λόγο δικαιολογητικό της εναντίον του περιφρόνησής τους. «Αυτόν». Μπαίνει μπροστά με έμφαση, για να δηλωθεί εντονότερα η περιφρόνησή τους. Εκφράζονται έτσι για τον Ποιμένα του Ισραήλ, σαν να μην ήταν άξιος να συγκαταριθμηθεί ούτε με τα σκυλιά του ποιμνίου τους. Νόμιζαν ότι κατείχαν αυτοί το κλειδί της γνώσης και ότι κανείς δεν επιτρεπόταν να κηρύττει, εάν δεν είχε την άδειά τους. Αξίωναν, ώστε όλοι όσοι ήθελαν να ασκήσουν το διδασκαλικό έργο να υποβληθούν σε εξετάσεις μπροστά τους και εφόσον θα εγκρίνονταν από αυτούς, τότε θα γίνονταν αναγνωρισμένοι ραββίνοι. Αλλά ο Ιησούς δεν έπραξε ποτέ κάτι τέτοιο. Για αυτό λένε για αυτόν: «Αυτόν δεν τον ξέρουμε από πού είναι». Υπερήφανοι και εγωπαθείς άνθρωποι δεν θεωρούν καλό παρά μόνο τον εαυτό τους και εκείνους, οι οποίοι υπηρετούν τα θελήματά τους και τα συμφέροντά τους. Όχι πριν πολύ αυτοί οι ίδιοι διακήρυξαν για τον Ιησού: «Αυτόν ξέρουμε από πού είναι· ενώ ο Χριστός, όταν θα έλθει, κανείς δεν θα ξέρει από πού είναι» (Ιω. ζ 27) έτσι βεβαιώνουν τη μία φορά αυτό, το οποίο αρνούνται ξεκάθαρα την άλλη. Ανάλογα με τα συμφέροντά τους και όπως εξυπηρετούνται κάθε φορά τα θελήματά τους και οι ορέξεις τους.
(5)   Η σχετικά με τον Ιησού άγνοιά τους είναι ένοχη.
«Δεν είπαν Εμείς ακούσαμε ότι στον Μωϋσή μίλησε ο Θεός, αλλά είπαν: γνωρίζουμε. Αυτά που άκουσαν ισχυρίζονται ότι τα γνωρίζουν, αυτά που βλέπουν όμως τα θεωρούν κατώτερα από όσα άκουσαν. Δεν είναι αξιοπιστότερος από τους προγόνους σας αυτός που με τα θαύματα επιβεβαιώνει αυτό, ότι δηλαδή ήλθε από το Θεό;» (Χ).
Όφειλαν να είχαν εξετάσει. Ο Μεσσίας κατά τη γενική τότε προσδοκία από στιγμή σε στιγμή επρόκειτο να φανεί. Και ήταν καθήκον τους να εξετάσουν κάθε ένδειξη, που μπορούσε να τους πείσει ότι ο Μεσσίας ήλθε. Αν μη τι άλλο, έπρεπε να εξετάσουν τη διδασκαλία του, τα θαύματά του, τη γενικότερη αναστροφή του. Είχαν μάλιστα αυτοί κατασκόπους και όργανα παρακολούθησης παντού. Και από τις ειδήσεις τις οποίες έπαιρναν από αυτούς, μπορούσαν να είναι καλά πληροφορημένοι για το ποιος ήταν ο Χριστός. Αλλά δες πόσο παράλογη είναι η απιστία. Δεν θέλουν να γνωρίσουν τη διδασκαλία του Χριστού μόνο και μόνο διότι είναι αποφασισμένοι να μην την πιστέψουν και να μην την εγκολπωθούν. Και στη συνέχεια ισχυρίζονται ότι δεν την πιστεύουν, διότι δεν την γνωρίζουν!

30 Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ(1) τούτῳ(2) θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς(3) οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί(4), καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς(5).
30 Τότε απάντησε ο άνθρωπος και τους είπε: «Εδώ είναι το παράξενο, πως εσείς δεν ξέρετε από πού είναι ο άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια.
(1)   Με έννοια συμπερασματική που μπορεί να μεταφραστεί και με το: βεβαίως= Ομολογείτε, ότι αγνοείτε από πού είναι. Σε αυτό βεβαίως (πράγματι) υπάρχει το θαυμαστό (G,g).
(2)   Συνδέεται με το ακόλουθο ὅτι. Υπάρχει και η γραφή: το θαυμαστόν.
(3)   Οι «θεωρούμενοι ότι παραμένετε κοντά στο Θεό χωρίς περισπασμούς και είστε οι αρχηγοί του νόμου και μελετάτε τις ιερές συλλαβές και σας έλαχε η ηγεμονία» (Κ).
(4)   Δηλαδή εάν είναι από το Θεό (b). «Άνθρωπος που δεν είναι από τους επίσημούς σας, ούτε από τους επιφανείς… μπορεί να κάνει τέτοια» (Χ). «Διότι αν ήταν από τους επίσημους και ένδοξους, δεν θα ήταν τόσο θαυμαστό» (Ζ).
(5)   «Παντού επαναλαμβάνει το θαύμα, επειδή αυτό δεν μπορούσαν να το απορρίψουν, και από αυτό διατυπώνει τις σκέψεις του» (Χ).
Εκείνος ο οποίος άνοιξε τα μάτια τυφλού εκ γενετής, πρέπει να μην ήταν κάποιος ασήμαντος άνθρωπος, αλλά προσωπικότητα άξια πολλής προσοχής. Οι Φαρισαίοι επίσης ήταν άνθρωποι με πολλές γνωριμίες και επιδείκνυαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ζητήματα που σχετίζονταν με τη θρησκεία, θεωρώντας τους εαυτούς τους φρουρούς της πίστης και άγρυπνους φύλακες της ιουδαϊκής συναγωγής. Το ότι λοιπόν αγνοούσαν τον άνθρωπο αυτόν ή δεν θεώρησαν άξιο να έλθουν σε γνωριμία μαζί του, αυτό ήταν πράγματι παράδοξο.
Υπάρχουν και μέχρι σήμερα πολλοί άνθρωποι που δείχνουν εξαιρετική ευφυΐα σε ορισμένα ζητήματα και οι οποίοι θεωρούνται μορφωμένοι και ιδιαίτερα καλλιεργημένοι άνθρωποι, και όμως αγνοούν την διδασκαλία του Κυρίου, και δεν δείχνουν ούτε απλή περιέργεια για εκείνα, στα οποία επιθυμούν άγγελοι να σκύψουν. Ενδέχεται να είναι σε ορισμένο κλάδο της επιστήμης παγκοσμίου φήμης επιστήμονες και στο σχολείο του Χριστού να είναι αστοιχείωτοι ή και ανεπίδεκτοι μάθησης. Και όπως και ο θεραπευμένος τυφλός απέναντι στους Φαρισαίους, έτσι και καθένας που έλαβε πείρα της ευεργετικής επίδρασης της διδασκαλίας του Κυρίου και των χαρίτων, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν, απορεί και θαυμάζει, πώς οι άνθρωποι αυτοί σε ζητήματα τόσο ουσιώδη για τη σωτηρία της ψυχής τους, παρουσιάζονται τόσο αμαθείς και παράλογοι.

31 Οἴδαμεν(1) δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει(2), ἀλλ' ἐάν τις θεοσεβὴς(3) ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ(4), τούτου ἀκούει(5).
31 Ξέρουμε πως ο Θεός τούς αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος τον σέβεται και κάνει το θέλημά του, αυτόν τον ακούει.
(1)   Εισάγει αξίωμα σε όλους γνωστό και «από αυτά που ομολογούνται χωρίς ενδοιασμούς» (Κ). Αντίθετα με τους Φαρισαίους που βάζουν μπροστά πάντοτε το «Εμείς ξέρουμε», ο άλλοτε τυφλός μιλώντας με σεμνότητα και μετριοφροσύνη δεν χρησιμοποιεί την αντωνυμία (ο). Το επιχείρημά του είναι απλό και σαφές και ο συλλογισμός του ισχυρός. Ο σ. 31 αποτελεί την μείζονα πρόταση. Ο σ. 32 την ελάσσονα και ο σ. 33 το συμπέρασμα (g). Ο όλος συλλογισμός έχει ως εξής: Ο Θεός δεν ακούει τις δεήσεις των αμαρτωλών και τα θαύματα γίνονται ως απάντηση στις προσευχές ευσεβών και θεοφιλών ανθρώπων. Ο Ιησούς έκανε θαύμα. Ο Ιησούς άρα είναι θεοσεβής και δίκαιος (β). Είναι αξιοσημείωτο το ολοένα αυξανόμενο θάρρος του τυφλού.
«Επειδή προηγουμένως είπαν· Εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός, τότε μεν υπό μορφήν δισταγμού απέκρουσε το λόγο· τώρα όμως είναι γεμάτος με θάρρος» (Ζ) «και όχι μόνο απάλλαξε τον Ιησού από αμαρτήματα, αλλά δείχνει ότι είναι και πολύ αρεστός στο Θεό και πράττει όλα τα του Θεού» (Χ).
Ο μέχρι προ ολίγου τυφλός δεν είχε ποτέ διαβάσει την Γραφή και τον λόγο του Θεού. Όμως γνώριζε καλά τα του Θεού και τα της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής. Δεν είχε την αίσθηση της όρασης, είχε όμως την αίσθηση της ακοής, και όπως είναι γνωστό, «η πίστη προέρχεται από την ακοή». Παρ’ όλα αυτά τίποτα δεν θα ωφελούσε αυτόν η αίσθηση της ακοής, εάν δεν είχε και την πρόθεσή του αγαθή, αλλά και τον Θεό να φωτίζει και να οδηγεί αυτόν σε γνώση της αλήθειας.
(2)   Με πτώση γενική το ακούω, διότι υπονοεί την ακρόαση με προσοχή (β). Για το αξίωμα, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, δες Ιώβ κζ 8-9,Ψαλμ. ξε 18,Ησ. α 15,νθ 2,Ιεζ. η 18,Μιχ. γ 4,Ζαχ. ζ 13. Το αξίωμα παρ’ όλα αυτά δεν ισχύει απολύτως. Διότι διαφορετικά «εάν ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, μάταια ο τελώνης ρίχνοντας τα μάτια στο έδαφος και χτυπώντας το στήθος του θα είχε πει: ω Θεέ, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό» (Αυ).
«Ένα τέτοιας σημασίας δόγμα, εάν ήταν αληθινό, το ότι δηλαδή ο Θεός δεν ακούει τον αμαρτωλό, δεν θα αποσιωπούνταν, αλλά θα λεγόταν από κάποιον άξιο εμπιστοσύνης, για παράδειγμα ή τον Μωϋσή ή κάποιον από τους προφήτες. Πώς όμως, αν ο Θεός δεν ακούει τον αμαρτωλό, διδάσκονταν οι αμαρτωλοί να λένε: Συγχώρεσε σε εμάς τα παραπτώματά μας…; Ποιους λοιπόν ακούει ο Θεός; Αυτούς που δείχνουν διάθεση μετανοίας, έστω και αν ακόμα δεν σταμάτησαν να είναι αμαρτωλοί… Ίσως όμως αυτό το ρητό, δεν αναφέρεται στα τυχόντα αιτήματα της προσευχής του αμαρτωλού, αλλά αναφέρεται σε τέτοιας σπουδαιότητας έργα, όπως ήταν τα έργα του Ιησού. Όταν δηλαδή για τόσο σπουδαία έργα παρακαλείται ο Θεός από αμαρτωλούς, δεν ακούει» (Ω).
«Δεν ακούει ο Θεός όταν πρόκειται για τέτοια θαύματα» (Ζ), ώστε να τελέσει μέσω αυτών (των αμαρτωλών) τέτοια θαύματα (δ).
(3)   Από τις λέξεις που αναφέρονται μόνο μία φορά στην Κ.Δ.=Αυτός που σέβεται το Θεό, ο ευσεβής (G).
(4)   «Δεν αρκεί να αναγνωρίζουμε το Θεό, αλλά πρέπει να κάνουμε και το θέλημά του» (Χ). «Διότι πολλοί είναι μεν θεοσεβείς, αλλά δεν εκτελούν το θέλημα του Θεού» (Θφ).
(5)   Δες Ψαλμ. λγ 16,ρμδ 19,Παροιμ. ιε 29.

32 Ἐκ τοῦ αἰῶνος(1) οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις(2) ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου(3).
32 Από τότε που έγινε ο κόσμος δεν ακούστηκε ν’ ανοίξει κανείς τα μάτια ενός γεννημένου τυφλού.
(1)   Λέγεται με υπερβολή και με φράση που χρησιμοποιεί ο λαός (G). Από τότε που άρχισε ο κόσμος (β).
(2)   «Παρόλο που εμφανίστηκε πολύς μεν χορός αγίων προφητών και οι ιερές γραφές αναφέρουν όχι ολιγάριθμους δίκαιους» (Κ), «τυφλού εκ γενετής, κανείς» (Ζ) δεν άνοιξε τα μάτια. Πράγματι καμία άλλη αφήγηση τέτοιας θεραπείας προηγούμενης δεν συναντάμε στη Βίβλο (ο).
«Αυτό τίποτα άλλο δεν υποδήλωνε, παρά ότι ο Χριστός ήταν ανώτερος και ενδοξότερος όλων, ο οποίος παρουσίαζε με γεγονότα ότι υπήρχε μέσα του τέτοια και δύναμη και εξουσία, την οποία δεν διέθετε κανείς από τους αγίους προφήτες ποτέ έως τώρα» (Κ).
Τα θαύματα του Κυρίου Ιησού υπήρξαν τέτοια, ώστε όμοια με αυτά δεν είχαν συντελεστεί προηγουμένως από τα θεοφιλή πρόσωπα της Π.Δ.
(3)   Και ο ίδιος ο Κύριος μαρτυρείται στα Ευαγγέλια ότι θεράπευσε πολλούς τυφλούς, αλλά σε καμία άλλη περίπτωση εκτός από την παρούσα δεν αναφέρεται ότι θεράπευσε τυφλό εκ γενετής (ο). Σωστά ο θεραπευμένος τυφλός τονίζει το θαύμα, επιζητώντας από ευγνώμονα αναγνώριση να τιμήσει τον Κύριο, ο οποίος έκανε αυτό. Είναι δίκαιο και επιβεβλημένο όσοι έτυχαν της ευσπλαχνίας και του πλουσίου ελέους του Θεού, να διακηρύττουν αυτό και να μιλούν με τιμή για αυτό, όχι για να εξάρουν το άτομό τους, παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ότι ιδιαίτερα ευνοήθηκε από το Θεό, αλλά για να αποδίδουν δόξα στο Θεό.

33 Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ(1), οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν(2).
33 Αν αυτός δεν ήταν από το Θεό δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα».
(1)   Θριαμβευτική απάντηση σε αυτό που είπαν οι Φαρισαίοι: Δεν γνωρίζουμε από πού είναι. «Επειδή δηλαδή είπαν ανόητα για το Χριστό ότι Αυτόν δεν τον ξέρουμε από πού είναι, τούς ελέγχει πάλι δυναμικά ότι φρονούν λανθασμένα» (Κ).
(2)   Όχι μόνο από αυτά, τα οποία αυτός κάνει, αλλά και από εκείνα τα οποία άλλοι εξέχοντες άνδρες κάνουν (b). Η έννοια του όλου συλλογισμού: «εάν ομολογείτε ότι ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά αυτός έκανε θαύμα, και θαύμα τέτοιο, το οποίο κανείς άνθρωπος δεν έκανε, είναι ολοφάνερο ότι νίκησε τον καθένα ως προς την αρετή και είναι μεγαλύτερη η δύναμή του από την ανθρώπινη δύναμη» (Χ). Είναι λοιπόν από το Θεό.

34 Ἀπεκρίθησαν(1) καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης(2) ὅλος(3), καὶ σὺ(4) διδάσκεις ἡμᾶς(4); Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω(5).
34 «Εσύ είσαι βουτηγμένος στην αμαρτία από τότε που γεννήθηκες», του αποκρίθηκαν, «και κάνεις το δάσκαλο σ’ εμάς;» Και τον πέταξαν έξω.
(1)   «Οι περισσότεροι δεν παραδέχονται εύκολα τα τραύματα του ελέγχου και την επανόρθωση με αυτά» (Κ). «Όσο μεν προσδοκούσαν από αυτόν να αρνηθεί, τον νόμιζαν αξιόπιστο και τον καλούσαν και μία και δεύτερη φορά… Όταν όμως είπε την αλήθεια, χωρίς να φοβηθεί τίποτα, τότε τον καταδικάζουν» (Χ).
(2)   «Εδώ κοροϊδεύουν με σκληρότητα και την τύφλωσή του· σαν να έλεγαν. Από την αρχή της ζωής σου είσαι μέσα στην αμαρτία» (Χ). «Διότι θεωρούσαν ότι λόγω κάποιων αμαρτιών γεννήθηκε τυφλός» (Ζ). Δεν καταλαβαίνουν, ότι με αυτήν την ύβρη αποδίδουν τιμή στην πραγματικότητα του θαύματος, την οποία επιζητούν να αρνηθούν (g). Το «μέσα σε αμαρτίες» μπαίνει μπροστά με έμφαση. Εάν εξακολουθούσε να είναι τυφλός, θα ήταν βάρβαρο και πολύ σκληρό να τον επικρίνουν για το ατύχημά του και να διακηρύττουν, ότι γεννήθηκε τυφλός, διότι ήταν βουτηγμένος μέσα στην αμαρτία περισσότερο από κάθε άλλον. Τώρα όμως που είχε θεραπευτεί, ήταν τελείως άδικο να επικρίνουν έτσι το πάθημά του, διότι με τη θεραπεία του είχε πλέον αποδειχτεί, ότι ο Θεός είχε ευνοήσει αυτόν.
(3)   =Στην ψυχή και στο σώμα (ο).
(4)   Με έμφαση και οι δύο αντωνυμίες=Εσύ ο άθλιος και από την κοιλιά της μάνας σου αμαρτωλός, εμάς τους ειδήμονες στο νόμο και τους ευσεβέστερους όλου του έθνους (ο). Εγωιστές άνθρωποι δεν καταδέχονται να διδάσκονται από τους φαινομενικά κατώτερούς τους, ενώ δεν θα έπρεπε να θεωρούμε τους εαυτούς μας τόσο προχωρημένους και τόσο σοφούς και τέλειους στην αρετή, ώστε να μην έχουμε ανάγκη υποδείξεων, ελέγχων και περαιτέρω μάθησης. Αυτοί που έχουν υλικά πλούτη είναι αχόρταγοι και θέλουν να αποκτήσουν περισσότερα. Γιατί να μην συμβαίνει το ίδιο και σε εκείνους, οι οποίοι έχουν ένα μέρος της γνώσης, και μάλιστα όταν πρόκειται να οδηγηθούν στη σωτήρια γνώση;
(5)   Αυτό δεν σημαίνει, ότι τον έκαναν αποσυνάγωγο, διότι την απόφαση για αυτό μόνο το συνέδριο ήταν αρμόδιο να λάβει (β). Τον έδιωξαν βίαια από την αίθουσα της συνεδρίασης, ίσως με την πρόθεση να προκαλέσουν ακολούθως και τον αφορισμό από το Συνέδριο (g).
Ο φτωχός αυτός άνθρωπος υπήρξε ο πρώτος ομολογητής, όπως και ο βαπτιστής Ιωάννης υπήρξε ο πρώτος μάρτυρας της χριστιανικής εκκλησίας. «Τον βγάζουν έξω ως ομολογητή της αλήθειας, οι γιοι του ψεύδους» (Θφ). Αυτή η συμπεριφορά των Φαρισαίων αποτελεί νέο σταθμό χειρότερης προκοπής τους στην απιστία. Για πρώτη φορά τώρα εμφανίζονται διώκτες και αυτών που έχουν ευνοϊκές διαθέσεις προς τον Ιησού αποκόβοντας τον ευγνώμονα τυφλό από την θεοκρατική κοινωνία. Έτσι το γεγονός αυτό σημειώνει την πρώτη πράξη ρήξης μεταξύ της εκκλησίας και της συναγωγής. Για αυτό λοιπόν και ο Ιωάννης αφηγείται με τόσες λεπτομέρειες το έκτακτο αυτό θαύμα.

35 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω(1), καὶ εὑρὼν(2) αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις(3) εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ(4);
35 Ο Ιησούς έμαθε ότι τον πέταξαν έξω και, όταν τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;»
(1)   «Αυτοί που για την αλήθεια και την ομολογία στο Χριστό πάσχουν κάτι κακό και υβρίζονται, αυτοί κατ’ εξοχήν είναι οι τιμημένοι» (Χ). «Διώχτηκε μεν από τους Φαρισαίους ο άλλοτε τυφλός, αλλά αφού τον βρήκε ο Χριστός, χωρίς να μεσολαβήσει πολύς χρόνος στο μεταξύ, τον διδάσκει τα ιερά μυστήρια» (Κ). Ο Κύριος θεραπεύοντας τον άλλοτε τυφλό απέβλεπε κυρίως στον πνευματικό φωτισμό και τη σωτηρία του. Η θαρραλέα λοιπόν ομολογία, την οποία έκανε αυτός ενώπιον των Φαρισαίων, τον καθιστούσε άξιο και της νέας αυτής χάρης (g). Για αυτό και ο Ιησούς «να ευεργετήσει περισσότερο αυτόν που διώχτηκε για χάρη του» (Ζ).
(2)   «Τον αναζητά ο Χριστός και αφού τον βρήκε, τον διδάσκει τα μυστήρια» (Κ). Ο Ιησούς βρήκε αυτόν, δεν βρήκε ο θεραπευμένος τυφλός τον Ιησού. Μεγάλη αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Ο Ιησούς βρήκε και εμένα. Ο δεσμός μου μαζί του οφείλεται στους οικτιρμούς και τα ελέη του (τ).
Με το ρήμα βρήκε «δείχνει ο ευαγγελιστής ότι (ο Ιησούς) για αυτό ήλθε, για να τον συναντήσει» (Χ), «για να τον παρηγορήσει, όπως ακριβώς κάποιος αγωνοθέτης που δέχεται αθλητή που κοπίασε πολύ και στεφανώθηκε» (Θφ). «Επειδή οι Ιουδαίοι τον έβγαλαν έξω από αυτούς λόγω του θάρρους του για τον Σωτήρα, για αυτό τον βρήκε ο Ιησούς. Διότι εάν ο Σωτήρας έχει έλθει να ζητήσει και να σώσει το χαμένο, και σκοπός για αυτόν που αναζητά είναι η εύρεση του ζητουμένου, είναι φανερό ότι δεν πρέπει έτσι απλά να ακούσουμε τη λέξη «εὑρὼν αὐτὸν (αφού βρήκε αυτόν)». Διότι πράγματι, τότε κυρίως έπρεπε να βρεθεί αυτός, όταν διώχτηκε από αυτούς που δεν παραδέχτηκαν την μαρτυρία για τον Ιησού. Διότι με το να βγει έξω από αυτούς, έγινε κατάλληλος στο να βρεθεί» (Ω).
Πόσος χρόνος παρεμβλήθηκε ανάμεσα στην εκδίωξη του πρώην τυφλού από τους Φαρισαίους και τη συνάντησή του με τον Ιησού, αγνοούμε. Και δεν φαίνεται ο χρόνος αυτός να υπήρξε μακρός. Έως ότου όμως φτάσει στα αυτιά του Ιησού ο λόγος για την εκδίωξη και έως ότου αναζητήσει και ξαναβρεί τον θεραπευμένο ο Ιησούς, πιθανόν είναι ότι πέρασαν κάποιες ημέρες (ο). Διώκτες θα υπάρχουν πάντοτε για να καταδιώκουν αυτούς που πιστεύουν στο Χριστό και να αποκλείουν τους ενάρετους από τις σχέσεις τους. Δεν μπορούν όμως να αποκλείσουν αυτούς από την κοινωνία και σχέση με το Χριστό, ούτε να τους βγάλουν έξω από τους δρόμους με τους οποίους ο Χριστός αόρατα επισκέπτεται αυτούς. Ευτυχείς είναι εκείνοι, οι οποίοι έχουν φίλο το Χριστό, από τον οποίο κανείς από τους ανθρώπους δεν μπορεί να τους χωρίσει. Ο Χριστός θα βρει ασφαλώς γεμάτος χάριτες εκείνους, οι οποίοι άδικα διώχτηκαν για αυτόν.
(3)   Με έμφαση μπαίνει μπροστά η αντωνυμία. «Το «εσύ» βεβαίως, το είπε εξαιτίας εκείνων, των άπιστων» (Ζ). «Είναι σαν να λέει σχεδόν, Θέλεις να φανείς ανώτερος από την ανοησία εκείνων; Διότι το «Εσύ», εισάγει μία τέτοιου είδους αντίθεση ως προς τους άλλους» (Κ). Εσύ αν και άλλοι δεν πιστεύουν (b) πιστεύεις; «Τι είναι αυτό; Μετά τόση αντίρρηση που έκανε στους Ιουδαίους, μετά από τόσα λόγια, ρωτά: Αν πιστεύεις; Δεν το κάνει αυτό αγνοώντας, αλλά θέλοντας να γνωρίσει τον εαυτό του στον τυφλό» (Θφ). «Τώρα πλένει τα μάτια της καρδιάς του τυφλού» (Αυ).
(4)   Υπάρχει και η γραφή: εις τον υιόν του ανθρώπου. Από την άλλη ο συνηθισμένος τίτλος του Ιησού στο κατά Ιωάννην είναι ο τίτλος υιός του Θεού και σύμφωνα με το κ 31 ο σκοπός του δ΄ ευαγγελίου είναι, ώστε οι αναγνώστες να πιστέψουν ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο υιός του Θεού (β). Επί πλέον η γραφή «εις τον υιόν του Θεού» εξηγεί καλύτερα την πράξη της προσκύνησης, με την οποία τερματίζεται η σκηνή (σ. 38).
Ο Westcott όμως παρατηρεί εύλογα, ότι πιθανότερο ήταν να αντικατασταθεί από τους γραφείς η αρχική γραφή υιός του ανθρώπου με την λαϊκότερη και γνωστότερη υιός του Θεού, παρά το αντίθετο. Εάν διαβάσουμε «εις τον υιόν του ανθρώπου», η έννοια είναι: Στον άνθρωπο ο οποίος έχει θέση ξεχωριστή μεταξύ όλων των αδελφών του και ο οποίος στάλθηκε για να σώσει όλους αυτούς (g). Δηλαδή στον Χριστό, τον Μεσσία. Δες Ιω. ιβ 34 (F).

36 Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι(1), Κύριε(2), ἵνα πιστεύσω(3) εἰς αὐτόν;
36 Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι αυτός, κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;»
(1)   «Αναπτερώθηκε με τον λόγο, επειδή ήταν έτοιμος στο να πιστέψει, και ζητά να μάθει, ποιος είναι!» (Ζ). «Ο λόγος φανερώνει ψυχή που ποθεί και επιθυμεί πάρα πολύ» (Χ). Ο θεραπευμένος είχε ομολογήσει τον Ιησού ως προφήτη, και έτσι ήταν έτοιμος να πράξει οτιδήποτε ο Ιησούς θα τον προέτρεπε. Θα πίστευε στον Υιό του ανθρώπου, εάν ο Ιησούς του έλεγε ποιος ήταν (β). Το «και» στην αρχή της ερώτησης εκφράζει με πολλή ζωηρότητα την σχέση αυτή ανάμεσα στην από τον τυφλό αναγνώριση του Ιησού ως προφήτη και την ηθική υποχρέωση, την οποία ο τυφλός αισθάνεται, να πιστέψει στην μαρτυρία αυτού του προφήτη (g). Δες παρόμοια χρήση του «και» στο Μάρκ. ι 26,Λουκ. ιη 26 και Ιω. ιδ 22.
(2)   Με σεβασμό προσφωνεί τον Ιησού, τον οποίο σύμφωνα με τη γνώμη των περισσότερων ερμηνευτών αναγνώρισε, ότι είναι αυτός που τον θεράπευσε, αλλά δεν ήξερε ότι αυτός ήταν και ο Υιός του Θεού. Γεννήθηκε όμως το ερώτημα, πώς ο πρώην τυφλός αναγνώρισε τον Ιησού, αφού ουδέποτε είχε δει αυτόν; Όταν θυμηθεί κάποιος πόσο οξεία γίνεται η ακοή στα πρόσωπα που στερούνται της όρασης, λύνεται το ζήτημα (ο).
(3)   «Επειδή αγνοούσε, απαντώντας είπε το Ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω σε αυτόν; Βρισκόταν λοιπόν στο μεταίχμιο, για να το πω έτσι, μεταξύ πίστης και απιστίας. Για αυτό λέει προς αυτόν ο σωτήρας: Και τον έχεις δει και αυτός που μιλά μαζί σου εκείνος είναι» (Ω).

37 Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας(1) αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν(2) μετὰ σοῦἐκεῖνός ἐστιν.
37 «Μα τον έχεις κιόλας δει», του είπε ο Ιησούς. «Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου, αυτός είναι».
(1)   «Όχι προηγουμένως, αλλά τώρα» (Ζ). Βάζει πρώτα το ρήμα εώρακας, το οποίο έτσι αποκτά ειδική έμφαση απευθυνόμενο σε άνθρωπο εκ γενετής τυφλό (β). «Είδες αυτόν με τα μάτια σου, τα οποία σου άνοιξαν» (b). Είδε τώρα σε αυτήν την συνάντηση (δ). Παρ’ όλα αυτά η διαφορά του χρόνου (με το λαλῶν που ακολουθεί) παρέχει αφορμή στην πιθανή υπόθεση ότι λέγοντας ο Ιησούς «έχεις δει» και όχι «βλέπεις» θύμιζε την πρώτη τους συνάντηση και την θεραπεία σαν να είχε δει (αισθανθεί εν πάση περιπτώσει την παρουσία κλπ.) (κ). Το «και» που μπαίνει μπροστά, συνδέει την αποκάλυψη, την οποία κάνει ο Κύριος, με την υπόσχεση του πρώην τυφλού στον προηγούμενο στίχο (g).
(2)   «Δεν είπε Εγώ είμαι, αλλά έμμεσα ακόμα και καλυμμένα» (Χ), σε τρίτο πρόσωπο (b). Για παρόμοιο τρόπο μετριόφρονας έκφρασης δες και δ 26. Οι ηγεμόνες της γης θέλουν να βλέπονται και να επευφημούνται από τα πλήθη του λαού, νιώθουν βάρος όμως και δεν θέλουν να συναναμειχθούν μαζί τους και να συζητήσουν μαζί τους. Ο Χριστός όμως με τον λόγο του και το Πνεύμα του μιλά προς εκείνους, οι οποίοι θέλουν να είναι μαζί του και συνομιλώντας μαζί τους αποκαλύπτει τον εαυτό του προς αυτούς, όπως τώρα στον τυφλό και προηγουμένως στην Σαμαρείτιδα και όπως μετά την ανάστασή του σε αυτούς που πορεύονταν προς Εμμαούς.

38 Ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω(1), Κύριε(2)· καὶ προσεκύνησεν(3) αὐτῷ(4).
38 Τότε εκείνος είπε: «Πιστεύω Κύριε», και τον προσκύνησε.
(1)   «Αμέσως πίστεψε· διότι αμέσως ο λόγος άγγιξε την ψυχή του, βρίσκοντάς την αγαθή, και έλαμψε σε αυτήν ώστε να έλθει σε επίγνωση και πίστη» (Ζ).
(2)   Χρησιμοποιεί τώρα τον όρο αυτόν με περισσότερο ακριβή έννοια από ότι πριν στο σ. 36 (b).
(3)   «Φανερώνοντας την πολλή διάθεση προσκύνησε αμέσως… Για να μην νομίσει δηλαδή κάποιος ότι ήταν μόνο λόγια αυτό που ειπώθηκε, πρόσθεσε και το έργο» (Χ). Στον Ιωάννη το ρήμα προσκυνώ χρησιμοποιείται πάντοτε για τη θεία λατρεία. Δες δ 20 και εξής και ιβ 20 (g).
«Τον προσκύνησε ως Θεό», διότι «πίστεψε ότι είναι Θεός από το θαύμα που παράδοξα έγινε και τελέστηκε σε αυτόν» (Κ). «Έτσι η μεν προσκύνηση ακολουθεί την πίστη, ενώ η πίστη βεβαιώνεται από τη δύναμη… Γνωρίζουμε λοιπόν από τη δύναμη το Θεό. Επομένως πιστεύουμε από τη μία σε αυτόν που γνωρίσαμε, προσκυνούμε από την άλλη αυτόν που πιστέψαμε» (Β).
Κανείς άλλος εκτός από τον Θεό δεν πρέπει να λατρεύεται και να προσκυνείται. Έτσι ώστε ο άλλοτε τυφλός προσκυνώντας τον Χριστό ομολόγησε αυτόν Θεό. Αληθινή πίστη θα δειχτεί και με ταπεινή λατρεία και προσκύνηση του Κυρίου Ιησού. Όσοι πιστεύουν σε αυτόν, όσο περισσότερο τον γνωρίζουν, τόσο θα τον βρίσκουν περισσότερο αγαπητό και λατρευτό και τόσο περισσότερο θα αισθάνονται, ότι τίποτα στον κόσμο δεν είναι τόσο θελκτικό και γοητευτικό και άξιο να λατρεύεται, όσο ο Ιησούς.
(4)   Μπροστά στον άνθρωπο αυτόν, γονατισμένο και φωτισμένο ήδη εσωτερικά, ο Ιησούς αισθάνεται τον εαυτό του να καλείται να διακηρύξει το γενικό αποτέλεσμα, το οποίο θα έχει η διακονία του σε ολόκληρο τον κόσμο και του οποίου πρώτο δείγμα υπήρξε το γεγονός που εξιστορήθηκε. Ο σιναϊτικός κώδικας αποσιωπά τον σ. 38 μέχρι το εἰς κρῖμα του σ. 39.

39 Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· εἰς κρῖμα(1) ἐγὼ(2) εἰς τὸν κόσμον τοῦτον(3) ἦλθον, ἵνα(4) οἱ μὴ βλέποντες(5) βλέπωσι(6) καὶ οἱ βλέποντες(7) τυφλοὶ γένωνται(8).
39 Κι ο Ιησούς είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δε βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί».
(1)   Ή «για μεγαλύτερη τιμωρία» (Χ)· «εγώ ενανθρώπησα για καταδίκη κάποιων» (Ζ). Ή, πιο σωστά, για κρίση· εννοώντας μάλλον το αποτέλεσμα της κρίσης, παρά την δικαστική πράξη. «Για να διακριθούν και να διαχωριστούν αυτοί και εκείνοι, για να φανεί των μεν, η από αγαθή προαίρεση ανάβλεψη, των δε η από πονηρή γνώμη αποτύφλωση» (Ζ). Για απόφαση σωστική ή καταδικαστική (κ). Η κρίση δεν ήταν ο σκοπός της έλευσής του (Ιω. γ 17), αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμά της (τ). Δεν γίνεται αναφορά της προσωπικότητας του δικαστή και για αυτό καμία αντίφαση δεν υπάρχει με τα λεγόμενα στο γ 17 (δες και η 15)(β). Πράγματι ο Χριστός δεν ήλθε για να κρίνει αλλά για να σώσει τον κόσμο. Αλλά ο σκοπός αυτός, για τον οποίο ήλθε ο Χριστός, δεν επιτυγχάνεται ως προς όλους, διότι όλοι δεν θέλουν να δεχτούν τον φωτισμό από τον Κύριο και την σωτηρία από αυτόν (g). Για αυτό αυτοί που απωθούν το φως τυφλώνονται από αυτό.
«Διότι ήλθε μεν (ο Χριστός) για να εκτελέσει τον σκοπό που έθεσε από μακροθυμία προς εμάς, δηλαδή να φωτίσει πλήρως όλους… Αλλά επειδή οι Ιουδαίοι ήταν φοβεροί στην ανυπακοή, δεν αποδέχτηκαν την χάρη που τους καταλάμπρυνε, και κάλεσαν αυτόκλητο κατά κάποιο τρόπο το σκοτάδι πάνω τους» (Κ).
Ήλθε ο Χριστός να κηρύξει νόμο και διδασκαλία, η οποία θα δοκίμαζε τους ανθρώπους και θα φανέρωνε αυτούς και θα διαχώριζε αυτούς μεταξύ τους. Θα αποκάλυπτε με την πίστη και την υπακοή στο νόμο του τις σκέψεις και τις διαθέσεις των καρδιών των ανθρώπων και θα έκανε φανερούς τους χαρακτήρες τους.
(2)   Με έμφαση μπαίνει μπροστά η αντωνυμία, η οποία διαφορετικά μπορούσε να παραλειφθεί.
(3)   Σημαίνει τον επίγειο κόσμο, την κατοικία του πεσμένου ανθρώπου (β). Η φράση υπενθυμίζει την άλλη φράση «φως… του κόσμου» στο σ. 5 (g).
(4)   Δεν σημαίνει εδώ αιτία ή σκοπό, αλλά αποτέλεσμα (ο). Έφερε η έλευση του Χριστού ως αποτέλεσμα το άνοιγμα τυφλών ματιών και την τύφλωση ματιών, τα οποία είδαν (τ).
(5)   Ή, αυτοί που συναισθάνονται την τύφλωσή τους (Καλβίνος), αυτοί που βρίσκονται στο σκοτάδι και έχουν συνείδηση αυτού και θέλουν το φως να τους φωτίσει (μ).
Ή, πιο σωστά, «οι φαινομενικά τυφλοί στο νου λόγω της άγνοιας των Γραφών» (Ζ)· οι βυθισμένοι στην πνευματική άγνοια· εκείνοι τους οποίους οι άρχοντες αυτοί των Ιουδαίων αποκαλούσαν (Ιω. ζ 49): Ο όχλος αυτός, που δεν γνωρίζει το νόμο (g). Αυτό εφαρμόζεται και στους εθνικούς, οι οποίοι από παλιά στερούνταν το φως της θείας αποκάλυψης και οι οποίοι θα έβλεπαν με το κήρυγμα του ευαγγελίου, ενώ οι Ιουδαίοι, οι οποίοι από παλιά απόλαυσαν το φως αυτό, δεν θα γνώριζαν τελικά τα σχετικά με την ειρήνη τους.
(6)   «(Θα δουν) Το φως της αλήθειας, αφού άνοιξαν σε αυτούς τα ψυχικά μάτια από την πίστη σε μένα» (Ζ). Είναι αξιοσημείωτο, ότι η τάξη αυτή δεν χαρακτηρίζονται ως τυφλοί, αλλά απλώς ότι δεν βλέπουν, το οποίο σημαίνει μάλλον ότι η όρασή τους δεν αναπτύχθηκε ακόμα, σε αντίθεση με τους άλλους, για τους οποίους χρησιμοποιείται η φράση τυφλοὶ γένωνται (g). Με την διδασκαλία του μεν παρέχει το φως, ενώ με το Πνεύμα του δίνει την ίαση στα μάτια της διάνοιας, ώστε πολλές ψυχές να επιστρέψουν από το σκοτάδι στο φως.
(7)   «Αυτοί που φαίνονται οξυδερκείς στη γνώση των Γραφών» (Ζ), «όπως ήταν οι Φαρισαίοι» (Θφ)· αυτοί που σε όλο το κεφάλαιο αυτό του Ευαγγελίου λένε, όσες φορές μιλούν για τον εαυτό τους: Εμείς ξέρουμε (g).
(8)   «Δεν έγινε κάτι άλλο αιτία για το ότι έπαθαν τον σκοτισμό, αλλά εξαιτίας των ίδιων τους των ανυπακοών τράβηξαν οι ίδιοι πάνω στους εαυτούς τους την ασθένεια» (Κ). Η φράση δεν υπονοεί, ότι και προηγουμένως δεν είχαν την πνευματική τύφλωση, αλλά αναφέρεται μάλλον στην επαύξηση της τύφλωσης και την σκλήρυνση της καρδιάς, η οποία προέρχεται από ζωή αμετανοησίας και απιστίας (ο). Το χωρίο αυτό εκφράζει την ίδια σκέψη, την οποία και τα λόγια του Κυρίου στα Ματθ. ια 25 και Λουκ. ι 21. «Δύο λοιπόν αναβλέψεις λέει εδώ και δύο τυφλότητες. Διότι να, ο μεν εκ γενετής τυφλός βλέπει και ψυχικά και σωματικά. Ενώ αυτοί που φαινομενικά έβλεπαν, τυφλώθηκαν στο νου» (Θφ).

40 Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες μετ' αὐτοῦ(1), καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ(2) καὶ ἡμεῖς(3) τυφλοί(4) ἐσμεν;
40 Μερικοί Φαρισαίοι που ήταν εκεί μαζί του, άκουσαν τα λόγια αυτά και του είπαν: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;»
(1)   «Στέκονται κοντά οι Φαρισαίοι και επιδιώκουν να βαδίζουν μαζί με τον Σωτήρα Χριστό… μαζεύοντας τροφές για το μίσος τους και ετοιμάζοντας με πολλούς τρόπους συκοφαντίες για τα θαύματα» (Κ). «Διότι κάποιοι Φαρισαίοι τον ακολουθούσαν, βλέποντας και ακούγοντας τι κάνει και τι λέει» (Ζ). Η πρόθεση «μετά», εδώ σημαίνει εγγύτητα τόπου και όχι τον σύνδεσμο του μαθητή. Η ακόλουθη απάντηση του Ιησού αποκλείει την υπόθεση, ότι οι Φαρισαίοι αυτοί συγκαταλέγονται σε αυτούς που στο η 31 αναφέρονται ως μισοπιστεύοντες Ιουδαίοι (β).
(2)   Η μορφή αυτή της ερώτησης υπονοεί ότι αυτοί που ρωτούν θεωρούν ως μόνη ορθή απάντηση την αρνητική (β).
(3)   Με έμφαση=εμείς οι οποίοι είμαστε αναγνωρισμένοι θρησκευτικοί δάσκαλοι του έθνους (β). Η ερώτηση γίνεται με σαρκαστική ειρωνεία. Η υψηλή ιδέα την οποία σχηματίζουν οι άνθρωποι για τους εαυτούς τους, παρασυρόμενοι και από τις ευμενείς κρίσεις των άλλων ή από τον σεβασμό που επιδεικνύεται σε αυτούς από τα αφελή πλήθη, γίνονται στην καρδιά πυκνό σύννεφο ομίχλης, που εμποδίζει τον άνθρωπο, που πιστεύει πλέον ότι δεν έχει ανάγκη από την οδηγία κανενός, να εκτιμήσει την αλήθεια. Καυχιόντουσαν οι Φαρισαίοι, ότι δεν ήταν τυφλοί και ότι έβλεπαν με τα δικά τους μάτια, έχοντας όπως νόμιζαν, πάρα πολλές ικανότητες, αρκετές για να καθοδηγούνται από αυτές μόνοι, χωρίς να προστρέχουν στην συμβουλή άλλου. Αυτή η ιδέα τους η ψευδής, αποτελούσε ακριβώς, όπως βεβαιώνει ο Κύριος, τον ολέθριο σκοτισμό και την θανάσιμη τύφλωσή τους.
(4)   Ρωτούν αν η γενική ιδέα της τυφλότητας εφαρμόζεται και σε αυτούς (g), και εάν «και για αυτούς ειπώθηκε ο λόγος» (Ζ). Κάποιοι από τους ερμηνευτές υποστήριξαν, ότι οι Φαρισαίοι παρανόησαν τον Ιησού, νομίζοντας ότι μιλά εδώ για φυσική τυφλότητα. Αλλά αυτή η εκδοχή θα αποστερούσε το ερώτημα από τη δύναμή του. Η αληθινή έννοια της ερώτησης: Γίναμε και εμείς τυφλοί με την εμφάνισή σου; Πρέπει λοιπόν να γίνουμε μαθητές σου για να βλέπουμε; (ο).

41 Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε(1), οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν(2)· νῦν δὲ λέγετε(3) ὅτι βλέπομεν(4)· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει(5).
41 «Αν ήσασταν τυφλοί», τους απάντησε ο Ιησούς, «δε θα ήσασταν ένοχοι· τώρα όμως λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας λοιπόν παραμένει».
(1)   Ή, λέγεται αυτό «για τη σωματική τύφλωση» (Κ). «Ενώ ο Κύριος τους έλεγχε για ψυχική τύφλωση, εκείνοι έλεγαν για τα σωματικά μάτια τους ότι βλέπουν, οπότε τους λέει, γιατί δηλαδή λέτε ότι βλέπετε; Θα ήταν καλύτερο για σας να ήσασταν τυφλοί στα μάτια· διότι από αυτό θα είχατε κάποια συγγνώμη για την απιστία σας. Τώρα όμως, επειδή ακριβώς νομίζετε ότι βλέπετε, παρόλο που και με αυτά τα ίδια σας τα μάτια είδατε τον πρώην τυφλό να βλέπει, απιστείτε στους γείτονές του, εξαιτίας αυτού, αφού δεν μπορείτε να έχετε καμία απολογία, δέχεστε αναμφισβήτητη την κατηγορία της απιστίας» (Θμ).
Ή, πιο σωστά, τυφλοί εδώ εννοούνται, αυτοί που δεν έχουν τις θρησκευτικές γνώσεις, που παρέχονταν από την διαρκή σπουδή του νόμου (g). «Εάν ήσασταν τυφλοί, δηλαδή δεν είχατε μάθει τις Γραφές» (Θφ). Οι Φαρισαίοι περίμεναν να ακούσουν τώρα από το στόμα του Κυρίου: Ναι, είστε τυφλοί. Αλλά «τους λειώνει πάλι ο Σωτήρας αναμειγνύοντας τον έλεγχο με τέχνη. Διότι απομακρύνεται από κάθε κοροϊδία, τους ντροπιάζει όμως παραθέτοντας τη δύναμη της αλήθειας» (Κ).
(2)   «Για την απιστία σας, εννοείται» (Ζ), «αφού θα αμαρτάνατε λόγω άγνοιας» (Θφ). Η από άγνοια μη αποδοχή του Ιησού ως Μεσσία θα ήταν άξια συγχώρησης. Δες και ιε 22 («Εάν δεν είχα έλθει και μιλούσα σε αυτούς, δεν θα είχαν αμαρτία»).
(3)   «Δεν λέει βεβαιωτικά: Ότι βλέπετε, αλλά Εσείς, λέει, λέτε ότι βλέπουμε. Διότι θα ήταν βεβαίως και πάρα πολύ άτοπο να αποδίδει σύνεση σε αυτούς που είχαν τόσο τυφλό και σβησμένο νου» (Κ). «Εσείς λέτε αυτό, εγώ πάντως όχι» (Ζ). Αναφερόμενος όμως ο Κύριος στα δικά τους λόγια, αποδεικνύει αυτούς ένοχους από την δική τους ομολογία. «Αυτοκατάκριτοι λοιπόν οι Ιουδαίοι διαβεβαιώνουν τους εαυτούς τους μεν ότι βλέπουν, αλλά δεν πράττουν απολύτως τίποτα από αυτά που έπρεπε να κάνουν» (Κ).
(4)   Είμαστε όσον αφορά τη γνώση της Γραφής, ασύγκριτα ανώτεροι από όλο το λαό και δικαιωματικά κατέχουμε το αξίωμα του πνευματικού οδηγού (ο). «Παρουσιάζετε τους εαυτούς σας συνετούς και νομομαθείς» (Θφ).
«Εάν θεωρούσατε τους εαυτούς σας τυφλούς… θα προστρέχατε και εσείς στον γιατρό… και δεν θα είχατε αμαρτία, διότι ήλθα, για να πάρω την αμαρτία. Αλλά τώρα λέτε, Βλέπουμε· η αμαρτία σας λοιπόν μένει… Δεν ζητάτε τον γιατρό και μένετε στην τύφλωσή σας» (Αυ).
Εάν συναισθανόσασταν την τύφλωσή σας, εάν βλέπατε την ανάγκη οδηγού, ο οποίος να σας χειραγωγήσει, θα προστρέχατε σε εμένα και θα με εγκολπωνόσασταν ως οδηγό σας. Και δεν θα είχατε τότε αμαρτία, διότι θα δικαιωνόσασταν κοντά μου. Διδασκόμαστε λοιπόν από εδώ, ότι εκείνοι, οι οποίοι είναι πεισμένοι για την ασθένεια των ψυχών τους, βρίσκονται σε καλό δρόμο θεραπείας, διότι δεν υπάρχει άλλο μεγαλύτερο εμπόδιο για την σωτηρία των ψυχών από την αυταρέσκεια και τον αυτοθαυμασμό.
(5)   Υπάρχει και η γραφή: αι αμαρτίαι… μένουσι. «Εδώ, αυτό ακριβώς που νόμιζαν ότι είναι μεγάλο εγκώμιο, αυτό τούς δείχνει ότι τούς φέρνει τιμωρία» (Χ). Αφού βλέπετε, «έχετε μεγαλύτερη την αμαρτία, αφού αμαρτάνετε εν γνώσει» (Θφ) και για αυτό η αμαρτία σας είναι ασυγχώρητη. «Ο Κύριός μας αυτό ακριβώς επισημαίνοντας στα ευαγγέλια, λέει: αυτός που γνωρίζει το θέλημα του κυρίου του και δεν το έπραξε, θα δαρθεί πολλές φορές» (Κ).
Η αμαρτία τους, επειδή προέρχεται από το ότι απορρίπτουν την αλήθεια, την οποία λόγω της θρησκευτικής τους γνώσης είναι σε θέση να διακρίνουν, είναι ασυγχώρητη. Φοβερό να είναι κάποιος τυφλός, και συγχρόνως να φρονεί ότι βλέπει. Κανένας άλλος ασθενής δεν είναι τόσο δύσκολα διαχειρίσιμος και τόσο δύσκολα θεραπεύσιμος, όσο ο τρελός, ο οποίος ενώ πάσχει, φρονεί, ότι είναι καλά και δεν ακούει κανέναν. Κάτι τέτοιο έπασχαν και οι Φαρισαίοι. Η αμαρτία τους λοιπόν ήταν μόνιμη και αθεράπευτη. Διότι φρονώντας, ότι δεν έχουν ανάγκη φωτισμού και πνευματικής θεραπείας, απέρριπταν το ευαγγέλιο της χάρης και έτσι παρέμεναν ασυγχώρητοι, αποκρούοντας επιπλέον και την χάρη του Αγίου Πνεύματος διατηρούσαν τα δεσμά της αμαρτίας άθραυστα. Και λόγω της τύφλωσής τους αυτής υπήρχε μεγαλύτερη ελπίδα για μια πόρνη ή για έναν τελώνη να σωθεί, παρά για έναν Φαρισαίο να επιστρέψει.

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 335-362 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. )

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας, Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος, Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος, Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας, Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης, Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας, Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός, Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

katafigioti

lifecoaching