


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Του Αββά Δανιήλ.
α. Έλεγαν για τον Αββά Δανιήλ, ότι, όταν ήλθαν οι βάρβαροι σε Σκήτη, έφυγαν οι πατέρες. Και λέγει ο γέρων : «Αν δεν φροντίζη για μένα ο Θεός, γιατί και να ζώ;». Και πέρασε ανάμεσα στους βαρβάρους και δεν τον είδαν. Λέγει τότε στον εαυτό του : «Να, φρόντισε για μένα ο Θεός και δεν πέθανα. Κάμε λοιπόν και συ το ανθρώπινο και φύγε σαν τους πατέρες».
β. Ένας αδελφός παρακάλεσε τον Αββά Δανιήλ, λέγοντας : «Δος μου μια εντολή και θα την εφαρμόσω». Και του άπαντά : «Ποτέ μη απλώσης το χέρι σου μαζί με γυναίκα σε πιάτο και φας μαζί της. Έτσι, θα καταφέρης να ξεφύγης κάπως τον δαίμονα της σαρκικής αμαρτίας».
γ. Είπε ο Αββάς Δανιήλ ότι ήταν στη Βαβυλώνα μια κόρη άρχοντος, η οποία είχε δαιμόνιο. Ο δε πατέρας της είχε κάποιον - μοναχό αγαπητό του. Και του λέγει: «Κανείς δεν μπορεί να θεραπεύση την κόρη μου, παρά οι αναχωρητές οπού ξέρω. Αλλά αν τους παρακαλέσης, δεν θα τολμήσουν να το κάμουν, εξ αιτίας της ταπεινοφροσύνης τους. Ας κάμουμε λοιπόν το εξής : Όταν έλθουν στην αγορά, υποκριθήτε ότι θέλετε να αγοράσετε απ’ αυτούς εργόχειρα. Και όταν έλθουν να πληρωθούν την τιμή τους, τους λέμε να κάμουμε προσευχή και πιστεύω ότι η κόρη μου θα θεραπεύση ». Βγήκαν λοιπόν στην αγορά και βρίσκουν εκεί ένα μαθητή των γερόντων, όπου καθόταν για να πουλήση τα εργόχειρά του. Τον πήραν λοιπόν μαζί με τα ζεμπίλια του, για να τον πληρώσουν. Και όταν έφτασε ο μονάχος στο σπίτι, πάει η δαιμονισμένη και του δίνει ένα ράπισμα. Αυτός όμως έστρεψε και το άλλο σαγόνι, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου. Τότε ο δαίμων, χτυπημένος από εκείνο το γεγονός, φώναξε, λέγοντας : «με βία η εντολή του Ιησού με διώχνει». Και ευθύς καθαρίστηκε η κόρη. Και σαν ήλθαν οι γέροντες, τους ανακοίνωσαν τι συνέβη. Και δόξασαν τον Θεό και είπαν: «Συμβαίνει στην υπερηφάνεια του διαβόλου να πέφτη μπροστά στην ταπείνωση της εντολής του Χριστού».
δ. Έλεγε πάλι ο Αββάς Δανιήλ, ότι όσο το σώμα ακμάζει, τόσο η ψυχή αδυνατίζει. Και όσο το σώμα αδυνατίζει, τόσο η ψυχή ακμάζει.
ε. Οδοιπορούσαν κάποτε δ Αββάς Δανιήλ και ο Αββάς Αμώης. Και λέγει ο Αββάς Αμώης : «Πότε θα καθίσουμε και εμείς στο κελλί, πάτερ ; ». Και του αποκρίνεται ο Αββάς Δανιήλ : « Ποιος μπορεί να μας απομακρύνη τον Θεό τώρα ; Ο Θεός είναι στο κελλί και επίσης ο Θεός έξω απ’ αυτό ».
στ. Διηγήθηκε ο Αββάς Δανιήλ, ότι, όταν ήταν σε Σκήτη ο Αββάς Αντώνιος, υπήρχε εκεί κάποιος μοναχός όπου έκλεβε τα σκεύη των γερόντων. Και τον πήρε ο Αββάς Αρσένιος στο κελλί του, θέλοντας και αυτόν να κερδίση και τους γέροντες να αναπαύση. Και του λέγει : «Ό,τι θέλεις, εγώ θα σου το δίνω. Μονάχα να μη κλέψης». Και του έδωσε χρυσάφι και νομίσματα και Ιματισμό και όλα όσα χρειαζόταν. Αλλά εκείνος πήγαινε πάλι και έκλεβε. Οι γέροντες λοιπόν, βλέποντας ότι δεν σταμάτησε, τον έδιωξαν. Και έλεγαν, ότι, αν βρεθή αδελφός να έχη μια αδυναμία σαν ελάττωμα, πρέπει να τον υπομένουμε. Αν όμως κλέβη και παρά τις νουθεσίες δεν κόβη τη συνήθεια του αύτη, πρέπει να τον διώχνουμε. Γιατί και την ψυχή του ζημιώνει και όλους αναστατώνει όσους ζουν εδώ.
ζ. Διηγήθηκε ο Αββάς Δανιήλ, οπού προερχόταν από τη Φαράν : «Είπε ο πατέρας μας ο Αββάς Αρσένιος για κάποιον Σκητιώτη, ότι στην έμπρακτη αρετή ήταν μεγάλος, άλλα αφελής στην πίστη. Έπεφτε λοιπόν σε σφάλματα εξ αιτίας του αδυνάτου μυαλού του. Έτσι, έλεγε : Ο άρτος όπου μεταλαμβάνουμε, δεν είναι το πραγματικό σώμα του Χρίστου άλλα το σύμβολο του. Τον άκουσαν δυο γέροντες να μιλά έτσι και ξέροντας ότι ήταν μεγάλος στην ενεργό αρετή, σκέφθηκαν ότι μιλούσε έτσι με ακακία και αφελότητα. Πηγαίνουν λοιπόν και του λέγουν : Αββά, ακούσαμε για κάποιον ότι λέγει πράγματα ανορθόδοξα. Ήγουν λέγει ότι ο άρτος όπου μεταλαμβάνουμε, δεν είναι το πραγματικό σώμα του Χριστού άλλα σύμβολο του. Τους λέγει ο γέρων : Εγώ είμαι όπου το λέγω αυτό. Και εκείνοι ζητούσαν να τον μεταπείσουν, λέγοντας : Μη μένεις σε τέτοια γνώμη, Αββά, άλλα στην ορθόδοξη παράδοση. Εμείς οι ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι αυτός ο άρτος είναι σώμα του Χριστού και αυτός ο οίνος είναι το αίμα του Χριστού αληθινά και όχι συμβολικά. Άλλα καθώς αρχικά παίρνοντας χώμα από τη γη, έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα του και κανείς δε μπορεί να πη ότι δεν είναι εικόνα του θεού, έστω και αν είναι αυτό μυστήριο όπου δεν το χωρά ο νους, έτσι και ο άρτος όπου είπε γι’ αυτόν ότι είναι σώμα μου, αυτός πιστεύουμε ότι είναι πραγματικά σώμα Χριστού. Και ο γέρων λέγει : Αν δεν πειστώ με τα ίδια μου τα μάτια, δεν μπορώ να είμαι μέσα μου βέβαιος. Τότε εκείνοι του είπαν : Ας δεηθούμε στον Θεό γι’ αυτό το μυστήριο, ετούτη την εβδομάδα, και πιστεύουμε ότι ο Θεός θα μας το φανέρωση. Και ο γέρων μετά χαράς δέχθηκε τα λόγια τους. Και δεόταν στον Θεό και έλεγε : Κύριε, συ γνωρίζεις ότι δεν δυσπιστώ από κακή διάθεση. Αλλά, για να μη πλανηθώ σε αγνωσία, φανέρωσε μου, Κύριε Ιησού Χριστέ, την αλήθεια. Πήγαν και οι γέροντες στα δικά τους κελλιά και παρακαλούσαν τον Θεό και αυτοί, λέγοντας: Κύριε Ιησού Χριστέ, φανέρωσε στον γέροντα το μυστήριο αυτό, για να πιστέψη και να μη χάση τον κόπο του. Και εισάκουσε ο Θεός και τους τρεις. Σαν τελείωσε λοιπόν η εβδομάδα, ήλθαν την Κυριακή στην εκκλησία και στάθηκαν μαζί και οι τρεις, μονοί τους, σε ένα μαξιλαράκι, έχοντας στη μέση τους τον γέροντα. Και ανοίχθηκαν τα μάτια τους. Και όταν αποτέθηκε ο άρτος στην αγία τράπεζα, φαινόταν σε μόνους αυτούς τους τρεις σαν παιδί. Και καθώς άπλωσε ο πρεσβύτερος το χέρι, για να κόψη τον άρτο, ιδού Άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον ουρανό έχοντας μάχαιρα και θυσίασε το παιδί και άδειασε το αίμα του στο ποτήριο. Και καθώς ο πρεσβύτερος έκοψε τον άρτο σε μικρά μέρη, έκοβε και ο Άγγελος από το παιδί μικρά μέρη. Και όταν προσήλθαν για να μεταλάβουν, δόθηκε σε μόνο τον γέροντα κρέας ματωμένο. Και βλέποντάς το, φοβήθηκε και φώναξε, λέγοντας : Πιστεύω, Κύριε, ότι ο άρτος σώμα σου είναι και το ποτήριο έχει μέσα το αίμα σου. Και ευθύς, το κρέας όπου βρισκόταν στην παλάμη του έγινε άρτος, σύμφωνα με το μυστήριο. Και μετέλαβε ευχαριστώντας τον Θεό. Και του λέγουν οι γέροντες : Ο Θεός ξέρει την ανθρώπινη φύση, ότι δεν μπορεί να τρώγη ωμά κρέατα και γι’ αυτό μετέβαλε το σώμα του σε άρτο και το αίμα του σε οίνο, για όσους με πίστη τα δέχονται. Και ευχαρίστησαν τον Θεό για τον γέροντα, όπου δεν αφέθηκε να πάνε χαμένοι οι κόποι του. Και έφυγαν και οι τρεις μετά χαράς στα κελλιά τους».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996 σελ.67-70)
- Γέροντα, σκέφτονται να αρχίσουν να καίνε τους νεκρούς για λόγους υγιεινής και για εξοικονόμηση χώρου.
- Για λόγους υγιεινής; Ακούς κουβέντα! Δεν ντρέπονται που το λένε; Όλη την ατμόσφαιρα την έχουν μολύνει, τα οστά τους πείραξαν; Τα οστά στο κάτω-κάτω είναι και πλυμένα! Και για εξοικονόμηση χώρου; Ολόκληρη Ελλάδα με τόσα ρουμάνια και δεν βρίσκουν χώρο; Έβαλα τις φωνές σε έναν καθηγητή του Πανεπιστημίου γι' αυτό το θέμα. Πώς για τα σκουπίδια βρίσκουν τόσο τόπο και για τα οστά που είναι ιερά δεν βρίσκουν; Χάθηκε ο τόπος; Και πόσα οστά Αγίων μπορεί να είναι ανάμεσα σ' αυτά! Το σκέφτονται αυτό;
Στην Ευρώπη καίνε τους νεκρούς, όχι γιατί δεν υπάρχει χώρος να τους θάψουν, αλλά γιατί το θεωρούν πρόοδο. Δεν ανοίγουν κανένα δάσος, για να κάνουν χώρο, αλλά καίνε τους νεκρούς, τους κάνουν σκόνη, για να ανοίξουν χώρο... Βάζουν την σκόνη σε ένα τόσο δά κουτάκι για περισσότερη ευκολία και αυτό το θεωρούν πρόοδο. Τους καίνε τους νεκρούς, γιατί θέλουν οι μηδενιστές να τα διαλύσουν όλα, ακόμα και τον άνθρωπο. Να μη μείνη τίποτε που να θυμίζη στους ανθρώπους τους γονείς, τους παππούδες, την ζωή των προγόνων τους. Να ξεκόψουν τους ανθρώπους από την παράδοσή τους. Να τους κάνουν να ξεχάσουν την άλλη ζωή και να τους δέσουν σ' αυτή.
- Λένε όμως, Γέροντα, ότι έχει δημιουργηθή θέμα σε ορισμένους Δήμους της Αθήνας για το που θα θάβουν τους νεκρούς.
- Τόσος τόπος υπάρχει! Χάθηκε λίγο μέρος; Ένα σωρό εκτάσεις υπάρχουν έξω από την Αθήνα και είναι του Δημοσίου. Εγώ ξέρω μεγάλους που έχουν ένα σωρό εκτάσεις εκεί πέρα. Δεν μπορούν να κάνουν εκεί ένα νεκροταφείο; Και μετά οι περισσότεροι είναι από τις επαρχίες. Γιατί δεν τους πάνε στον τόπο τους; Να πάνε να τον θάψουν τον καθένα στον τόπο του. Εκεί δεν θα έχουν και έξοδα πολλά, μόνο για την μεταφορά. Να πούνε ότι όσοι είναι από τις επαρχίες και ήλθαν τώρα τελευταία στην Αθήνα, όταν πεθαίνουν, να θάβωνται στην επαρχία. Και είναι και καλύτερα. Γι' αυτούς που είναι τρεις γενεές στην Αθήνα, να βρουν μία λύση εκεί. Ύστερα, μετά την εκταφή να κάνουν λάκκους πιο βαθείς και εκεί να βάζουν τα οστά. Δύσκολο είναι; Εδώ κατεβαίνουν τόσο βαθιά μέσα στην γή, για να βγάλουν πετροκάρβουνα. Ας κάνουν για τα οστά μία μεγάλη δεξαμενή και να τα έχουν όλα μαζεμένα.
Έλειψε τελείως ο σεβασμός. Και βλέπεις τώρα τί γίνεται! Πετάνε και τους γονείς στα γηροκομεία. Παλιά και τα βόδια ακόμη τα γηροκομούσαν, δεν τα έσφαζαν, γιατί έλεγαν: «Φάγαμε ψωμί από αυτά».
Και τί σεβασμό είχαν στους νεκρούς! Θυμάμαι με τί κίνδυνο πηγαίναμε να τους θάψουμε στον πόλεμο! Καλά, ο παπάς ήταν υποχρεωμένος να πάη, αλλά και αυτοί που τους μετέφεραν μέσα στα χιόνια, μέσα στην παγωνιά, και από πάνω να πέφτουν ριπές συνέχεια! Το 1945, στον ανταρτοπόλεμο, πριν πάω στρατιώτης, με τον νεωκόρο κουβαλούσα τους νεκρούς. Μπροστά πήγαινε με το θυμιατό ο παπάς. Μόλις σφύριζε βλήμα, πέφταμε κάτω. Αντε μετά να σηκωθούμε. Μόλις ακούγαμε άλλο, πέφταμε πάλι κάτω. Αργότερα στον στρατό, στον πόλεμο, ξυπόλυτοι ήμασταν μέσα στα χιόνια και μας είπαν να πάμε να πάρουμε, αν θέλουμε, αρβύλες από τους νεκρούς. Κανένας δεν κουνήθηκε. Αχ, πάνε εκείνα τα καλά τα χρόνια!
Το κακό είναι ότι δεν φωνάζουν μερικοί που έχουν κάποια θέση, αλλά συμφω-νούν. Η Εκκλησία, από την στιγμή που παρουσιάστηκε αυτό το πρόβλημα, πρέπει να πάρη θέση, για να λυθή. Γιατί έτσι αφήνει στους κοσμικούς να χειρίζωνται πνευματικά θέματα και να λένε ό,τι θέλουν. Είναι ασέβεια αυτό. Πώς να έχη την ευλογία από τον Θεό ο κόσμος σήμερα; Ά, χαμένα πράγματα! Πάνε σιγά-σιγά τον άνθρωπο να τον εξευτελίσουν. Άχ, γι' αυτό θα βρεθή πολύς τόπος τώρα!... Θα βρεθή πάρα πολύς τόπος...
(Λόγοι τόμος Α΄, σελ. 136-138)
(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανίας).
ΒΟΥΔΔΑΣ.Προβληματική ή σαφής βιογράφηση.
Ο Βούδδας υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες μορφές στην παγκόσμια θρησκευτική ιστορία. Έζησε στη σημερινή συνοριακή περιοχή Νεπάλ-Ινδίας. Από τη ζωή και τη διδασκαλία του ξεπήδησε ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικό-ηθικά συστήματα και θρησκεύματα, γνωστό με το όνομά του, Βουδδισμός, που επηρέασε βαθύτατα εκατομμύρια ανθρώπους στη διαδρομή των αιώνων και σφράγισε την πνευματική, κοινωνική και πολιτική ζωή της Κεντρικής και Ανατολικής Ασίας.
Το ινδικό όνομα Μπούντα (Buddha, Βούδδας) σημαίνει τον «Φωτισμένο», τον Αφυπνισμένο». Πρόκειται για κατεξοχήν τιμητικό τίτλο και προσδιορισμό. Οι διάφορες βουδδιστικές σχολές δεν συμφωνούν απόλυτα για το πότε έζησε ο Διδάσκαλος. Η Τεραβάντα, που επικρατεί στη Νότια Ασία, τοποθετεί τη ζωή του μεταξύ του 623 (ή 624) και του 543 (ή 544) π. Χ. Οι Μαχαγιάνα βουδδιστές υποστηρίζουν διάφορες απόψεις. Πιθανότερο θεωρείται ότι γεννήθηκε το 563 και πέθανε το 483 π.X. Όλοι συμφωνούν ότι έζησε 80 χρόνια. Διατυπώθηκε και μια άποψη ότι ο Βούδδας υπήρξε παραλλαγή του περί Ηλίου μύθου, σύντομα όμως εγκαταλείφθηκε.
Ο Βούδδας κήρυξε στη «μαγκάντι», μια διάλεκτο της Β.Δ. Ινδίας, χωρίς να αφήσει γραπτά κείμενα. Σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας μια τεράστια γραμματεία ιερών βουδδιστικών γραφών στη σανσκριτική, την πάλι, την κινεζική και τη θιβετιανή. Κάθε σχολή έχει τα δικά της βιβλία, που περιέχουν αποσπάσματα της διδασκαλίας του Βούδδα. Συνεπώς, το πρόβλημα της ζωής του συνδέεται άμεσα με τον προβληματισμό γύρω από τα διάφορα ιερά κείμενα. Μερικά, του Μαχαγιάνα Βουδδισμού, ιδιαίτερα αυτά που αναφέρονται στον μοναχικό κανόνα, διατηρούν σημαντικό υλικό από τον αρχαϊκό Βουδδισμό. Αναγνωρίζεται όμως ότι τα παλαιότερα αποσπάσματα από ομιλίες του Βούδδα πρέπει να αναζητηθούν στον κανόνα της Τεραβάντα σχολής, την ΤριπίτακαΤιπίτακα που, γραμμένη στη γλώσσα Πάλι, διαμορφώθηκε στον 1ο αι. μX. (στο εξής, στην αναφορά των ονομάτων το πρώτο όνομα θα αντιστοιχεί στη σανσκριτική μορφή και το δεύτερο στην πάλι). Η μείξη του ιστορικού πυρήνα με το μυθολογικό στοιχείο, το οποίο πρόσθεσε η ποιητική ευαισθησία και ευλάβεια των οπαδών του Βούδδα, είναι τόσο βαθιά, ώστε ο αποχωρισμός καθίσταται ανέφικτος. Το θέμα βεβαίως του «Ιστορικού Βουδδισμού» για τους βουδδιστές είναι προϊόν τυπικά δυτικής προβληματικής. Οι ίδιοι ούτε διερωτώνται ούτε αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό. Αυθεντική λοιπόν κριτική βιογραφική απεικόνιση δεν μπορεί να δοθεί. Σύμφωνα με τις παλαιότερες βουδδιστικές πηγές, κυρίως την ΤριπίτακαΤιπίτακα, η ζωή του Βούδδα εξελίχθηκε διαγραμματικά ως εξής:
Νεανικά χρόνια Φωτισμός Ο Βούδδας γεννήθηκε στους πρόποδες των ιμαλάϊων, στο Καπιλαβάστου του Νεπάλ, 160 περίπου χλμ. βορείως του Μπενάρες. Ονομάσθηκε Σιντάρτα Σιντάττα. Το οικογενειακό του όνομα ήταν Γκαουτάμα/Γκοτάμα. Η οικογένειά του ανήκε στην κάστα των «ξάτριγυας», στους ευγενείς πολεμιστές της φυλής Σάκυα, γι αυτό είναι γνωστός και ως Σακυαμούνι (ο σοφός των Σάκυα). Πατέρας του ήταν ο Σουντοντάνα, που συχνά αναφέρεται με τον τίτλο του βασιλιά μάλλον ήταν ηγεμόνας, πρώτος μεταξύ ίσων στο συμβούλιο των ευγενών των Σάκυα. Η μητέρα του Σιντάρτα, η Μαχαμάγια, πέθανε λίγο μετά τη γέννηση του και την ανατροφή του ανέλαβε η θεία του Μαχαπρατζαπάτι. Τα παιδικά και νεανικά χρόνια του Σιντάρτα πέρασαν μέσα σε πολυτέλεια και χλιδή.
Στα 16 του χρόνια νυμφεύθηκε μια όμορφη και ευγενική νέα, τη Γιασοντάρα. Σε κάποια στιγμή της ζωής του ο νεαρός πρίγκιπας συνειδητοποίησε τη ματαιότητα του βίου. Σύμφωνα με την παράδοση, ο προβληματισμός του κορυφώθηκε όταν αντίκρισε διαδοχικά «τέσσερα θεάματα»: έναν καταβεβλημένο γέροντα, ένα βαριά άρρωστο, ένα σώμα νεκρού και ένα γαλήνιο ασκητή. Τα τρία πρώτα έθεταν με οξύτητα το θέμα του πόνου, το τελευταίο έδειχνε μια διέξοδο. Αυτό ήταν που τον οδήγησε στο αποφασιστικό άλμα. Έτσι, στα 29 του χρόνια, ενώ η ζωή γύρω του χαμογελούσε, ο Σιντάρτα άφησε γυναίκα και μοναχογιό και εγκαταλείποντας τα πάντα φόρεσε τον ασκητικό χιτώνα και άρχισε την αναζήτηση μέσα στη σιωπηλή μοναξιά, για να φθάσει σε μια βαθύτερη γνώση.
Ο Σιντάρτα μαθήτευσε αρχικά κοντά σε δύο διανοούμενους ασκητές, που δίδασκαν μεθόδους αυτοβυθισμού και αυτοσυνειδησίας. Ο πρώτος, ο Αλάρα Καλάμα, τον δίδαξε «για τη σφαίρα της ανυπαρξίας», στην οποία οδηγούν τα στάδια του διαλογισμού. Το θετικό μυαλό του μαθητή δεν ικανοποιήθηκε από τις περίπλοκες θεωρίες. Την ίδια απογοήτευση ένιωσε και από τη μαθητεία του κοντά στον δεύτερο ασκητή, τον Ουντάκα Ραμαπούττα. Μη βρίσκοντας στην κλασική ινδική φιλοσοφία τον δρόμο για τη λύτρωση, αποφάσισε να επιδοθεί στην πιο αμείλικτη άσκηση του σώματος, όπως δίδασκαν διάφορες θρησκευτικές ομάδες. «Παρ’ όλες αυτές τις φοβερές αυστηρότητες έλεγε αργότερα δεν κατόρθωσα να υπερβώ τα συνηθισμένα ανθρώπινα όρια και να φθάσω στα ύψη της υψηλής κατανοήσεως και θεωρίας» (Ματζίμα Νικάγια, 1,246). Τελικά αφοσιώθηκε σε παρατεταμένη, βαθιά περισυλλογή κάτω από μια συκομορέα, τη γνωστή ως «μπόντι-δένδρο». Ύστερα από 49 μέρες εντατικής ενδοσκοπήσεως έφτασε σε μια εσωτερική έλλαμψη, σ΄ένα συνταρακτικό απολυτρωτικό φωτισμό. Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι η επιθυμία, η «τάνχα», ήταν εκείνη που δεν αφήνει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τον πόνο. Αυτό, κατά τη βουδδιστική παράδοση, συνέβη μια πανσέληνο του Μαΐου στη θέση Μπόντι Γκάγια. Στο εξής, θα ήταν ο Φωτισμένος, ο Βούδδας, ο Τατάγκατα (αυτός που ανακάλυψε την αλήθεια), αυτός που ήδη έλαβε τη γεύση της «νιρβάνα». Ένα δίλημμα ορθώθηκε μπροστά του: θα έμπαινε αμέσως στη μακαριότητα ή θα καθυστερούσε, για να φωτίσει όλα τα όντα με τη διδασκαλία του; Αποφάσισε το δεύτερο και προχώρησε προς την ιερή πόλη Βαρανάσι (το γνωστό σήμερα Μπενάρες). Ήταν τότε 35 χρόνων.
Το κήρυγμα του Βούδδα Το πρώτο του κήρυγμα, με το οποίο «έθεσε σε κίνηση τον τροχό του καλού νόμου», έμεινε γνωστό ως «κήρυγμα στο πάρκο των ελάφων». Σ’ αυτό ο Βούδδας ανέπτυξε, στους πέντε πρώτους ασκητές που τον πλησίασαν, τη διδασκαλία για τη «μέση οδό», ανάμεσα στη σκληρή άσκηση μέχρι απονεκρώσεως και την ικανοποίηση των επιθυμιών, και φανέρωσε «τις τέσσερις ευγενικές αλήθειες». Άρχισε με την ανάλυση του προβλήματος: α) Όλη η ύπαρξη είναι πόνος, β) Ο πόνος προκαλείται από την εγωιστική επιθυμία. Και υπέδειξε τη λύση: γ) Αυτή η επιθυμία μπορεί να εξαλειφθεί. δ) Εξαλείφεται, όταν κανείς ακολουθήσει την «ευγενική οκτάπτυχη οδό»: ορθή κατανόηση, ορθή σκέψη, ορθή ομιλία, ορθή πράξη, ορθό βιοπορισμό, ορθή προσπάθεια, ορθή μνήμη, ορθό αυτοβυθισμό. Μ’ αυτό τον τρόπο φθάνει στη νιρβάνα, στο μακάριο σβήσιμο της υπάρξεως.
Οι πέντε ασκητές αποδέχθηκαν το μήνυμα του Βούδδα και έγιναν δεκτοί ως «μπίκκου» (μοναχοί). ’Ετσι ιδρύθηκε η «Σάνγκα/Σάμγκα» -το βουδδιστικό μοναχικό τάγμα. Σε μια δεύτερη ομιλία του ο Βούδδας ανέπτυξε την άποψη περί «ανάττα» περί μη υπάρξεως ψυχής. Σύντομα οι αφοσιωμένοι στον Βούδδα μοναχοί έφθασαν τους 60. Σ’ αυτούς ο διδάσκαλος ανέθεσε να περιοδεύσουν προς διάφορες κατευθύνσεις, για να διαδώσουν τη «ντάρμαντάμμα» (τη διδασκαλία), «για το καλό των πολλών, για την ευτυχία των πολλών, από συμπάθεια προς τον κόσμο». Ο ίδιος περιέτρεχε πόλεις και χωριά κηρύττοντας τη θεωρία του, που κεντρικές ιδέες είχε την αστάθεια και παροδικότητα των πάντων, την αδιαφορία μπροστά στις μεταφυσικές συζητήσεις των βραχμάνων, την έμφαση στην πρακτική, την ηθική πλευρά του βίου. Σαν άμεσο ιδανικό κήρυττε τη μοναχική ζωή, με πρότυπο τον εαυτό του.
Δημιουργία μοναστικών κοινοτήτων- Επίδραση. Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν βουδδιστικά μοναστήρια σε όλα σχεδόν τα κρατίδια της δυτικής λεκάνης του Γάγγη. Οι μοναχοί ζούσαν τηρώντας ορισμένους απλούς κανόνες και εξασφαλίζοντας την τροφή με επαιτεία. Όταν έφθανε η περίοδος της ξηρασίας, σκορπίζονταν για να κηρύξουν τη «ντάρμα». Ανάμεσα στους πολυάριθμους επώνυμους μαθητές του Βούδδα διακρίνονται οι δύο βραχμάνοι Σαριπούτρα/Σαριπούττα και Μαουντγκαλιάνα/Μογκαλλάνα και ο εξαδελφός του Ανάντα, τύπος αφοσιωμένου μαθητή. Ονομαστός για τα προβλήματα και τις διασπαστικές τάσεις που δημιούργησε στη Σάνγκα υπήρξε ο Ντεβαντάττα, ο οποίος, κινούμενος από φοβερή φιλοδοξία, έφθασε μέχρι συνωμοσίας.
Πολύ αργότερα, μετά από σοβαρούς δισταγμούς, ο Βούδδας έδωσε τη συγκατάθεσή του για την ίδρυση γυναικείου μοναχικού τάγματος, όπου εντάχθηκαν η θετή του μητέρα και η γυναίκα του. Οι μοναχές δεσμεύθηκαν με περισσότερους περιορισμούς.
Οι σημαντικότεροι ηγεμόνες των κρατιδίων της περιοχής εκδήλωσαν τον σεβασμό και την εύνοιά τους στον Βούδδα προσφέροντας σοβαρές δωρεές για την ανάπτυξη των βουδδιστικών μοναχικών κοινοτήτων. Ίσως, λόγω της πριγκιπικής καταγωγής, ο Βούδδας είχε ιδιαίτερη πρόσβαση και επίδραση στις τάξεις των ευγενών. Αναφέρονται ονόματα βασιλέων, όπως του Μπιμπισάρα της Μαγκάντα, που υπήρξαν αφοσιωμένοι λαϊκοί οπαδοί του. Αλλά και άνθρωποι από διάφορα κοινωνικά στρώματα, έμποροι, εργάτες, αρχόντισσες, εταίρες (όπως η Αμπαπάλι), τον θαύμαζαν και τον ακολουθούσαν.
Σαράντα πέντε χρόνια διήρκεσε η διδακτική δραστηριότητα του Βούδδα, που μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στη βαθιά περισυλλογή και την εκπαίδευση των μαθητών του και στις περιοδείες σε πόλεις και χωριά. Αν εξαιρέσει κανείς μερικά μικροεπεισόδια και μικροαντιδράσεις, η πορεία του Βούδδα παρουσιάζεται θριαμβευτική. Παντού γίνεται δεκτός με σεβασμό, επιβάλλεται με τη σοφία του, μαγνητίζει, ακτινοβολεί.
Στα 80 του χρόνια ο Βούδδας, ενώ κατευθυνόταν προς την πόλη Βεσάλι, αρρώστησε βαριά. Κατόρθωσε όμως να συνέλθει και να συνεχίσει την πορεία του. Ύστερα από τρεις μήνες φιλοξενήθηκε με τη συνοδεία του στο κτήμα του πιστού του οπαδού σιδηρουργού Τσούντα. Το δείπνο ήταν βαρύ όπως φαίνεται, χοιρινό ή μανιτάρια. Ακολούθησαν για τον Βούδδα βασανιστικοί πόνοι και εξάντληση. Συνέχισε όμως την οδοιπορία του προς την Κουσινάρα (τη σημερινή Κασία). Εκεί, τελικά, έσβησε, όπως το θέλει η παράδοση, τη βραδιά της πανσέληνου του Μαΐου μάλλον του 483 π.Χ. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Η φθορά είναι συμφυής με όλα τα σύνθετα πράγματα. Εργασθείτε για τη σωτηρία σας φιλόπονα» (Μάχα -Παρινιμπάνα, 2,6,7). Έτσι ο Φωτισμένος πέρασε στην απόλυτη νιρβάνα. Το λείψανό του κάηκε, αφού μαθητές και κάτοικοι της περιοχής το τίμησαν επί επτά ημέρες. Ό,τι απέμεινε, μοιράσθηκε στα οκτώ κρατίδια της περιοχής, όπου έζησε και δίδαξε ο Βούδδας. Αργότερα, τα ιερά λείψανα τοποθετήθηκαν σε ειδικά μαυσωλεία («στούπα»). Με την πάροδο του χρόνου έγιναν τόποι λατρευτικού προσκυνήματος.
Μυθολογικοί κύκλοι. Στη μεταγενέστερη βουδδιστική φιλολογία αναπτύσσονται και άλλες, πολύπτυχες, μυθολογικές διηγήσεις, με βασικό άξονα τις μορφές των προηγουμένων βίων του Βούδδα (γιατί και εκείνος, όπως τα αλλά όντα, πιστεύεται ότι υπέκειτο κάποτε στη ροή των μεταβιώσεων), τα νεανικά του χρόνια, τον φωτισμό, τη διδακτική του δράση, το πέρασμά του στη νιρβάνα. Οι μυθολογικοί αυτοί κύκλοι έχουν ιδιαίτερα επηρεάσει τη βουδδιστική τέχνη. Οι σχετικές διηγήσεις συνυφαίνονται με δογματικά στοιχεία. Οι πολυάριθμες βουδδιστικές σχολές, που διαμορφώθηκαν αργότερα, ανέπτυξαν ποικίλες απόψεις σχετικά με την ουσία του Βούδδα. Οι αρχαιότερες επιμένουν ότι υπήρξε άνθρωπος, ενώ άλλες τον βλέπουν ως υπερκόσμιο ον. Σε ορισμένα κείμενα αναφέρονται πολυάριθμοι Βούδδες, προγενέστεροι του Σακυαμούνι. Στον Τεραβάντα Βουδδισμό ο αριθμός των Βουδδών είναι περιορισμένος. Στον Μαχαγιάνα Βουδδισμό γίνεται λόγος για αμέτρητους Βούδδες και αναπτύσσονται ιδέες, όπως η θεωρία των «τριών σωμάτων του Βούδδα» και η θεωρία περί του Βούδδα ως απόλυτης αρχής.
Χαρακτηρισμός. Ανεξάρτητα από τα μυθολογικό-δογματικά πλαίσια στα οποία τοποθετήθηκε η εικόνα του, ο Βούδδας λάμπει στην παγκόσμια ιστορία σαν ένα πνεύμα τολμηρό, που με τη ζωή και τη σκέψη του ανέπτυξε ένα ανθεκτικό ήθικο-φιλοσοφικό σύστημα, μεταρρυθμίζοντας εν πολλοίς το ινδικό κοινωνικό κατεστημένο. Αυτή η θέση τον εντάσσει στους μεταρρυθμιστές του τελευταίου. Με οργανωτικό πνεύμα, κληρονομιά από την καταγωγή και την ανατροφή του, συγκρότησε το μοναχικό του τάγμα με αυστηρή πειθαρχία. Έγινε πρότυπο γέροντα μοναχού, που εμπνέει αυστηρή προσήλωση. Η μορφή του Βούδδα συνδυάζει διεισδυτική σοφία, ατσάλινη θέληση, στοργική συμπάθεια, εξαιρετική ευαισθησία στον ανθρώπινο πόνο αλλά και στη φυσική ομορφιά, μολονότι θεωρητικά αρνείται την πραγματικότητα του κόσμου και βλέπει τη λύτρωση στην άρνηση και την υπέρβασή του.
Ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε από τις ρίζες της σκέψεως του Βούδδα παρουσίασε πολλά ανθρωπιστικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Καλλιέργησε σ’ ολόκληρη την Ανατολική Ασία την αυτοπειθαρχία, την ανεκτικότητα, μια ευγενική διάθεση ανοχής και συμπάθειας προς κάθε μορφή ζωής. Τα δημιουργήματά του στην αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη φιλολογία, τη ζωγραφική, τη μικροτεχνία, διακρίνονται για τη λεπτότητά τους. Το βουδδιστικό θεωρητικό και ηθικό οικοδόμημα διατηρεί κάτι από το φως και την ομίχλη, την πολυεδρικότητα και απεραντοσύνη της σιωπηλής μοναξιάς των Ιμαλάϊων, στους πρόποδες των οποίων γεννήθηκε και έδρασε ο Βούδδας.
(Αναστασίου αρχιεπ. Αλβανίας).
ΛΑΟ-ΤΣΕ Παραδόσεις για τον βίο του
Στον Λάο-Τσέ η κινεζική παράδοση αποδίδει το ξεκίνημα μιας φιλοσοφικής τάσεως -και αργότερα μιας θρησκευτικής σχολής-, του Ταοϊσμού, που επιδιώκει την παράταση και την πλήρωση της ζωής με την περισυλλογή. Πρόκειται για μια ασαφή κινεζική προσωπικότητα του 6ου αι. π.Χ. Το όνομα Λάο-Τσέ σημαίνει «γέροντας-διδάσκαλος» και πρόκειται μάλλον για τίτλο. Σχετικά με τη ζωή του αναφέρονται τόσο ελάχιστα και εξαιρετικά αμφίβολα στοιχεία, ώστε να αμφισβητείται και το αν υπήρξε ιστορικό πρόσωπο. Οι περισσότεροι όμως μελετητές δέχονται ότι ο πυρήνας του βιβλίου Τάο-τέ-Τσίνγκ («Πραγματεία για την οδό και τη δύναμή της», ελλην. απόδοση Ανδρ. Τσακαλή, 1976), που συνδέθηκε με το όνομά του και που μέχρι την περίοδο των Χάν ονομαζόταν «Το κείμενο Λάο-Τσέ», πρέπει να αποδοθεί σε μια πολύ σημαντική ιστορική μορφή, την οποία ταυτίζουν με τον Λάο-Τσέ. Το κείμενο αυτό, με το λιτό, πυκνό, αινιγματικό ύφος του, υποδηλώνει όχι ένα συγγραφέα, αλλά πολλούς στοχαστές. Ωστόσο είναι ανεπτυγμένο γύρω από έναν κεντρικό άξονα, ο οποίος κάλλιστα μπορεί να προέρχεται από έναν κινέζο στοχαστή του 6ου π.Χ. αι., λίγο πιο ηλικιωμένο από τον Κομφούκιο.
Ο Σσ-μά Τσιάν, ο πατέρας της κινεζικής ιστορίας, συνέθεσε γύρω στα 100 π.X. μια βιογραφία του Λάο-Τσέ, όπου φαίνεται συγχέει τον Λάο Λάι-Τσέ, ιστορικό της δυναστείας Τσού, με τον ερημίτη Λί Έρλ. Τον θεωρεί γεννημένο στο Τσύ-Γιέν, χωριό της επαρχίας Χού, στο κράτος Τσού, στο σημερινό Λού-γί της επαρχίας Χονάν. Αναφέρεται ότι είχε θέση αρχειοφύλακα, ίσως ιστοριογράφου στο παλάτι του βασιλείου του Λώ, και ότι κάποτε συναντήθηκε με τον νεότερό του Κομφούκιο. Ο Λάο-Τσέ προτιμούσε την ησυχία και την απάθεια. Μπροστά στην αναμενόμενη κατάρρευση της δυναστείας Τσού, προτίμησε να απομακρυνθεί από το επερχόμενο χάος. Στράφηκε στα δυτικά , στο όρος του Παραδείσου, Κούν Λούν. Στα σύνορα τον σταμάτησαν και του ζήτησαν να αναπτύξει τις φιλοσοφικές του απόψεις. Υποτίθεται ότι παρέμεινε εκεί και έγραψε ένα κείμενο πέντε χιλιάδων λέξεων, που φεύγοντας παρέδωσε στον φύλακα των στενών, Χίν-Τσί. Κατόπιν αναχώρησε και τίποτε πια δεν ακούστηκε γι' αυτόν. Παραδόσεις αναφέρουν ότι έζησε ως ερημίτης μέχρι τα βαθιά γεράματα -ως τα εκατόν πενήντα ή διακόσια χρόνια.
Η ομίχλη, όπου κινείται η φυσιογνωμία του Λάο-Τσέ, συνταιριάζει με το γεγονός ότι ήταν μάλλον ένας ερημίτης ευγενής, του οποίου η διδασκαλία υπογράμμιζε την εσωτερική γαλήνη, τη σιωπή και την αδιαφορία για το ιστορικό γίγνεσθαι. Όσο όμως ομιχλώδης είναι η ιστορία του, τόσο λαμπερό εμφανίζεται το πρόσωπό του μέσα στις ακτίνες των ταοϊστικών θρύλων, που ζήτησαν να καθορίσουν τη μορφή του με σαφήνεια και αίγλη. Στις κινεζικές απεικονίσεις παρουσιάζεται σαν γέρος με πρόσωπο μικρού παιδιού. Ο θρύλος τον θέλει να γεννιέται ώριμος γέροντας, αφού έμεινε 62 χρόνια στην κοιλιά της μητέρας του, η οποία τον συνέλαβε κυττάζοντας ένα διάττοντα αστέρα. Η ταοϊστική παράδοση αργότερα όρισε με ακρίβεια ως ημέρα της γεννήσεώς του την 4η Σεπτεμβρίου του 604 π.Χ. Η μορφή του Λάο-Τσέ δεν έπαψε να είναι σεβαστή σε όλα τα στρώματα της κινεζικής κοινωνίας. Για τον λαό έγινε άγιος και θεοποιήθηκε.
Μία έπιγραφή του 165 μ.Χ. τον περιγράφει ως «απόρροια του αρχέγονου χάους», «συναιώνιο με τα φωτεινά σώματα», δηλαδή, τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα.
Διδασκαλία
Το Τάο-τέ-Τσίνγκ (ή Ντάου-ντά-τζίνγκ), που αποτελεί τη βασική έκφραση της σκέψεως του Λάο-Τσέ, κρατάει αρνητική στάση στη γνώση, τη δράση, τη δόξα, τον πλούτο. Καθορίζει μια γραμμή ασκητική. Κεντρική θέση κατέχει η διδασκαλία περί «Τάο» (κατά προσέγγιση, προφέρεται «Ντάου»), που προσδιορίζεται με αποφατική γλώσσα και αντιφατικές φράσεις. Είναι αθέατο, άφατο, άπιαστο, απρόσωπο. αλλά είναι αιώνιο, η πρώτη και τα πάντα περιέχουσα αρχή του σύμπαντος. Πρόκειται για μια διάθεση μονιστική, που διαβλέπει απόλυτη ενότητα στο σύμπαν. Ο Λάο-Τσέ θέλει τον άνθρωπο ταπεινό, πράο κι ευχαριστημένο με τα λίγα. Η πρωτόγονη απλότητα είναι το ιδανικό του. Η στάση που προτείνει στη ζωή είναι η απάθεια και η ησυχία. Η περίφημη θέση του, το «γουό γουάι», θα μπορούσε να συνοψισθεί στην παρότρυνση «μην κάνεις τίποτε», ή «κάνε το καθετί μην κάνοντας τίποτε».
Η σκέψη του Λάο-Τσέ οδήγησε την κινεζική φιλοσοφία σε μια στάση διαμετρικά αντίθετη από τον Κομφούκιο. Αμφισβήτησε τη σημασία της ανθρώπινης σοφίας και της πολιτιστικής προσπάθειας, εξύμνησε το αυθόρμητο, το φυσικό. Ο Λάο-Τσέ προσέφερε πολλά στη διαμόρφωση της κινεζικής νοοτροπίας, δείχνοντας την τρέλα που κρύβει η εγωιστική αναζήτηση, τους κινδύνους που έχει η τυπικότητα και η υπεροργάνωση. Εντούτοις, και οι δύο στοχαστές συμφωνούν ότι πρέπει να τονίζεται η άξια του μέτρου. Τα άκρα φέρουν το αντίθετο του επιδιωκομένου. Συχνά, οι απόψεις του Κομφουκιανισμού και του Ταοϊσμού συμπληρώνονται αντιθετικά μεταξύ τους. Διαμορφώνουν έτσι τις δύο βασικές πλευρές του κινέζικου χαρακτήρα.
Η μορφή του Λάο-Τσέ, απροσδιόριστη και συνάμα γοητευτική, κινείται μέσα στην κινεζική σκέψη σαν σύννεφο -που είναι, άλλωστε, το χαρακτηριστικό σύμβολο του Ταοϊσμού- μέσα στο φως του ήλιου μιας μυστικής διαισθήσεως, που το διαπερνά και το πλαισιώνει.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤ’ ΕΠΙΛΟΓΗΝ
Eichhorn, W., Die Religionen Chinas, Stuttgart 1973.
Kallenmark, M., Lao tseu et le taoisme, Paris 1965.
Kramers, R.P., «Die Laotzu Diskussionen in der Volksrepublik», Asiatische Studien 22 (1968).
Maspero, H., Le Taoisme, Paris 1950.
Seidel, A.K., La divinisation de Lao tseu dans le Taoisme des Han, Paris 1969. Waley, A., The Way and its Power: A Study of the Tao Ti Ching and its Place in Chinese Thought, New York 1958.
Αναλυτική βιβλιογραφία: Soymie, M., Litsch, F., Εtudes taoistes 3 (1968).(1986)
Ταοϊσμός (Τaoismus). Η μια από τις τρεις κυριότερες Θρησκείες της Κίνας, σε παράλληλη ιστορική πορεία με τον Κομφουκιανισμό και το Βουδδισμό, με τους οποίους βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση. Ο όρος Ταοϊσμός είναι σχηματισμένος από τη λέξη Τάο (προφέρεται Ντάο), που σημαίνει το δρόμο ή την κατεύθυνση και έχει για την κινέζικη σκέψη τη βαρύτητα που έχει για την ελληνική φιλοσοφία η έννοια του λόγου. Από την ίδια λέξη έχει σχηματιστεί και η ονομασία του Ιερού βιβλίου του Ταοϊσμού, του «Τάο-τε-κινγκ», που σημαίνει το βιβλίο (κινγκ) με τη δύναμη (τε) του Τάο. Το βιβλίο αυτό, που η παράδοση το θεωρεί έργο του Λάο Tσε, περιέχει οπωσδήποτε στοιχεία αρχαίας σοφίας, αποτελείται από 5.000 λέξεις, διαιρείται σε 81 σύντομα κεφάλαια και πραγματεύεται με αφοριστικό τρόπο την οντολογική διδασκαλία και την ηθική του Ταοϊσμού.
Η γέννηση του Ταοϊσμού συνδέεται παραδοσιακά με την προσωπικότητα του Λάο Τσε, που για τη δράση του και την εποχή του επικρατεί ασάφεια (παλαιότερα τον τοποθετούσαν στον 6ο αι. π.Χ. και τον έκαναν σύγχρονο του Κομφούκιου). Η ταοϊστική θεώρηση του κόσμου οδήγησε στην ανακάλυψη μιας ανώνυμης κοσμικής αρχής και στη στάση της απραγμοσύνης (Wu-wei), που είναι νοητή όχι ως αποφυγή κάθε εργασίας αλλά ως αποφυγή του να δίνεται κανείς στην εργασία ως αποφυγή του να τη θεωρεί σπουδαίο σκοπό της ζωής και να αφοσιώνεται σ' αυτή. Έτσι πιστεύεται ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε συμφωνία με το συμπαντικό Τάο, που αποκαλύπτεται στην απλότητα της φυσικής ζωής, ακόμα και μέσα στην αδυναμία της. Με αυτή τη θέση ο Ταοϊσμός συνδέει το Μυστικισμό με την αρχαϊκή λιτότητα του βίου, έρχεται όμως σε ριζική αντίθεση με την κοινωνικο-πολιτική θεωρία και πράξη του Κομφουκιανισμού. Ο Ταοϊσμός, εκφράζει την ανάγκη της πνευματικής ελευθερίας, ωστόσο όχι την ανάγκη για αποδέσμευση του ατόμου από κοινωνικές συμβατικότητες και περιορισμούς, αλλά προπάντων την ανάγκη για λύτρωση του ίδιου του πνεύματός του, μέσα από μια αυθυπέρβαση, από τα ενδιαφέροντα που το αφορούν και από τις προκαταλήψεις του.
Κατά την ιστορική διαδρομή του ο Ταοϊσμός συμπληρώθηκε, συμπεριλαμβάνοντας στις θέσεις του τις κινεζικές αρχές του Γιν και του Γιανγκ, τη θεωρία για τα 5 στοιχεία (μέταλλο, ξύλο, νερά φωτιά γη), ορισμένες θέσεις του Κομφουκιανισμού, θεότητες του Βουδδισμού, καθώς και τη διδασκαλία του για Μετενσάρκωση κ.α., με τα οποία έγινε δημοφιλέστερος στα λαϊκά στρώματα. Ο Ταοϊσμός στην καθαρά θρησκευτική σφαίρα συνδέθηκε ιδιαίτερα με την αναζήτηση της Αθανασίας, ακόμα και στη φυσική της μορφή, χρησιμοποιώντας ως μέσα διάφορα μαγικά φίλτρα ή την άσκηση της Γιόγκα. Για το μυημένο Ταοϊστή ο θάνατος είναι κάτι φαινομενικό και το σώμα του στον τάφο είναι κάποιο ομοίωμα του πραγματικού του σώματος, που πιστεύεται ως αθάνατο. Ε.Ν. ΡΟΥΣΣΟΣ
(Οι Θρησκείες, Εκδοτική Αθηνών)
Σιντοϊσμός. Η αυτόχθονη Θρησκεία της Ιαπωνίας. Στην ιαπωνική γλώσσα ονομάζεται Κάμι νο μίτσι, δηλ. Δρόμος του Κάμι. Το Κάμι νοείται ως θεϊκή ουσία, διάχυτη στο σύμπαν και αποκαλυπτόμενη μέσα στη φύση, στα νερά, στα βουνά, σε θαυμαστά αντικείμενα, σε ζώα και στον άνθρωπο, ιδιαίτερα στο πρόσωπο του αυτοκράτορα. Έτσι ο Σιντοϊσμός χαρακτηρίζεται από τη λατρεία της φύσης και, καθώς κυριαρχείται από την εδωκοσμική αντίληψη, συνδυάζεται με τις αρχές της πολιτικής οργάνωσης και εξελίχθηκε σε κρατική Θρησκεία. Σήμερα η Ιαπωνία είναι η μόνη χώρα στον κόσμο, που εναρμονίζει στον εθνικό βίο της έναν πολιτισμό υψηλής τεχνολογίας με μια πανάρχαια φυσική Θρησκεία.
Διδασκαλία. Με τη λατρεία της φύσης, των προγόνων και των τοπικών προστατευτικών πνευμάτων ο Σιντοϊσμός εκφράζεται ως Ανιμισμός και ως Πολυθεΐα. Σχετικά αναφέρεται η πίστη σε περίπου 800.000 πνεύματα συνολικά που όμως αποτελούν την ενότητα της θείας ουσίας του Κάμι. Από την παλαιότερη γενιά των ιαπωνικών θεών διακρίνονται ο Ιζανάγκι και η Ιζανάμι, που θεωρούνται και ως δημιουργοί του κόσμου. Οι σπουδαιότεροι θεοί του Σιντοϊσμού έχουν μυθολογηθεί σαν παιδιά ή απόγονοι αυτού του αρχαιότερου θεϊκού ζεύγους. Με τη σημασία που έχει για τη χώρα η καλλιέργεια του ρυζιού, εύλογο είναι ο Ινάρι, θεός αρμόδιος γι' αυτό το προϊόν, να κατέχει υψηλή θέση στο ιαπωνικό πάνθεο. Ιδιαίτερα αγαπητοί στο λαό είναι οι Σίχι-Φουκούτζιν, δηλ. οι «Επτά θεοί της ευτυχίας», και ο Κομπίρα, θεός της ναυσιπλοΐας και της μετάξης. Σύμφωνα με τη σιντοϊκή μυθική παράδοση, ο Ιζανάγκι, ως κύριος του ουρανού, όρισε την Αματεράσου θεά του ηλίου, τον Τσουκιγιόμι θεό της σελήνης και τον Σουσα-νό-ο θεό της θάλασσας, ενώ η Αματεράσου όρισε τον εγγονό της Νινίγκι κύριο της Ιαπωνίας και ιδρυτή της δυναστείας της. Άλλοι θεοί είναι ο Σαρουταχίτο, θεός των δρόμων, ο Χατσιμάν, θεός του πολέμου, και ο Σουγκαβάρα Μιτσιζάνε, θεός της καλλιγραφίας. Οι δύο τελευταίοι είναι ιστορικά πρόσωπα: ο πρώτος είναι ο αυτοκράτορας Ότζιν (270-312 μ.Χ.) και ο δεύτερος υπουργός του αυτοκράτορα (845-903 μ.Χ.). Για τις πηγές του Σιντοϊσμού βλ.λ. Κοτζίκι και Νιχόνγκι.
Λατρεία. Όπως υποδηλώθηκε ήδη, λατρεία αποδίδεται σε φυσικά φαινόμενα και αντικείμενα, σε προγόνους και σε ορισμένα τοπικά προστατευτικά πνεύματα. Η Λατρεία έχει οικογενειακό και δημόσιο χαρακτήρα. Σε κάθε σπίτι υπάρχει ορισμένος ιερός χώρος για την προσευχή και για τις προσφορές καρπών, λουλουδιών, παρασκευασμάτων με ρύζι κ.ά. Η δημόσια Λατρεία γίνεται σε δημόσιους φυσικούς χώρους, κυρίως λίμνες, ποταμούς, πηγές και βουνά σε οικοδομήματα από ξύλο, με 2 χώρους, τον πρώτο για τις προσευχές και για τις προσφορές και το δεύτερο για τη φύλαξη των Συμβόλων της λατρευόμενης θεότητας. Σπουδαιότατο είναι το Ιερό της Αματεράσου στην Ίζε, όπου φυλάσσεται ένας πανάρχαιος καθρέφτης, σύμβολο του ηλιακού δίσκου και γι' αυτό έμβλημα της ιαπωνικής δυναστείας. Ο αρχιερέας του ναού της Αματεράσου προέρχεται πάντα από το αριστοκρατικό γένος και ειδικά από την αυτοκρατορική οικογένεια. Οι ιερείς είναι έγγαμοι και κληροδοτούν το αξίωμά τους στους απογόνους τους. Κατά τις τελετουργίες φορούν λευκό χιτώνα και μαύρο κάλυμμα της κεφαλής. Η μουσική, ο χορός και οι πράξεις παντομίμας αποτελούν βασικά στοιχεία της Λατρείας. Οι κυριότερες Εορτές είναι της αρχής του έτους, της ικεσίας για την ευτυχία του παλατιού και η Εορτή του ρυζιού. Προσκυνήματα γίνονται, κυρίως σε ιερά βουνά.
Η συμμετοχή στις λατρευτικές πράξεις προϋποθέτει τελετουργικούς καθαρμούς. Η πειθαρχία, η αυτοκυριαρχία, η αφοσίωση στο καθήκον, η ειλικρίνεια η εμπιστοσύνη και η αυταπάρνηση συνθέτουν τον ηθικό κώδικα των Σαμουράι, της αριστοκρατικής τάξης της Ιαπωνίας. Αυτές οι ηθικές αρχές τονίζουν τον ενδοκοσμικό χαρακτήρα του Σιντοϊσμού.
Ιστορική διαδρομή. Ο Σιντοϊσμός περιέλαβε βαθμιαία όλες τις αυτόχθονες θρησκευτικές ιδέες και τελετουργικές πράξεις, που ίσχυαν στην Ιαπωνία ως την εισαγωγή του Βουδδισμού σ' αυτή τη χώρα (552 μ.Χ.). Από τότε ο Σιντοϊσμός ήταν υποχρεωμένος να αντιπαρατεθεί και να συμβιώσει με τον Βουδδισμό, τον Ταοϊσμό, τον Κομφουκιανισμό και τον Χριστιανισμό. Κατά τον περασμένο αιώνα η επίσημη ιαπωνική πολιτική στράφηκε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον Σιντοϊσμό, για να διασφαλίσει την κρατική ενότητα με την προοπτική ενός εθνικιστικού προγραμματισμού. Το 1871 ορίστηκε με νόμο η υποχρέωση κάθε πολίτη της Ιαπωνίας να ανήκει σε μια από τις σιντοϊστικές κοινότητες. Αυτό έγινε παρά τις αντιδράσεις των Βουδδιστών και τις πιέσεις από το εξωτερικό για θρησκευτική ελευθερία. Ο έλεγχος του κράτους στα θρησκευτικά πράγματα καταργήθηκε το 1945 με την ήττα της Ιαπωνίας στο Β' Παγκόσμιο πόλεμο, οπότε ματαιώθηκαν όλα τα εθνικιστικά προγράμματα. Σήμερα ο Σιντοϊσμός αριθμεί περίπου 100 εκατομμύρια οπαδούς, με 80 αιρέσεις, 80.000 κοινότητες με Ιερά και 20.000 ιερείς.
Ε.Ν. ΡΟΥΣΣΟΣ
(Οι Θρησκείες, Εκδοτική Αθηνων)
Περσική θρησκεία. Η θρησκευτικότητα του ιρανικού χώρου είναι περισσότερο γνωστή με τα ονόματα Παρσισμός ή Περσισμός, δηλ. θρησκεία των Περσών, Μασδαϊσμός, εφόσον επικεντρώνεται στο Θεό Αχούρα Μάσδα ή Ωρομάσδη*, και Ζωροαστρισμός, από τον Ζωροάστρη ή Ζαρατούστρα, το γνωστό μεταρρυθμιστή της.
Η εικόνα της ιρανικής θρησκευτικότητας που μας προσπορίζει η Ιστορία σήμερα, έχει ως εξής: Στις αρχές της πρώτης προχριστιανικής χιλιετίας σημειώνεται η κάθοδος ινδοευρωπαϊκών φυλών από τον ψυχρό Βορρά στο θερμό Νότο. Στην ινδο-ιρανική περιοχή της ασιατικής ηπείρου ακολουθούνται δύο κατευθύνσεις, η μια οδηγεί ανατολικά, στην Ινδία, η άλλη δυτικά, στο Ιράν. Τότε οι παραδοσιακές θρησκείες γνωρίζουν ανακατατάξεις, εξαιτίας αυτής της μετακίνησης, που συνοδεύεται από γενική κρίση, με τη μετάβαση από το νομαδικό στον αγροτικό βίο και τη μετατροπή της οικονομίας από κυνηγετική- κτηνοτροφική σε γεωργική, φαινόμενο που αντανακλάται στη θρησκεία* με τη λατρεία* των ζώων (ιεροποίηση της αγελάδας). Συνέπεια αυτής της μεταλλαγής είναι η εμφάνιση μεταρρυθμιστών των παραδοσιακών θρησκευμάτων σε δυο διαφορετικές γραμμές. Ανατολικά, στην Ινδία, εμφανίζεται ο Βούδδας, που ανανεώνει τον Ινδουισμό* και. με το Βουδδισμό*, καθιερώνει το Μυστικισμό*. Δυτικά, στο Ιράν, εμφανίζεται ο Ζωροάστρης, που μεταρρυθμίζει τον παραδοσιακό Μασδαϊσμό και εισάγει τον Προφητισμό. ‘Έτσι την ίδια περίοδο, περίπου τον 6ο αι. π.Χ., σε όμορους γεωπολιτικούς χώρους, τον ιρανικό και τον ινδικό, εμφανίζονται οι δύο θεμελιώδεις τύποι θρησκευτικότητας: ο μυστικός και ο προφητικός, ο «παθητικός» και ο «ενεργητικός», ο εσωστρεφής και ο εξωστρεφής.
Τα κύρια στρώματα της ιρανικής θρησκευτικότητας είναι τα παρακάτω: Στο υπέδαφος της παραδοσιακής θρησκείας, του Μασδαϊσμού, με βάση τη λατρεία του «σοφού Κυρίου», του Αχούρα Μάσδα ανακύπτει η μεταρρύθμιση του Ζωροάστρη, Ιερέα* και Προφήτη*, που ιδρύει το Ζωροαστρισμό, την επικρατέστερη μορφή της Περσικής θρησκείας ως την εμφάνιση του Ισλάμ*, τον 7ο αι. μΧ. Από αυτήν εμπνέεται ο Μανιχαϊσμός*, το 2ο και 3ο αι. μ.Χ., ο οποίος συνδυάζει τη Ζωροαστρική θρησκεία με τη φιλοσοφία του Γνωστικισμού*. Ανανεωτικά κινήματα της Ιρανικής θρησκείας με έμπνευση ζωροαστρική είναι ο Μασδακισμός*, τον 6ο αι. μΧ.. που δίνει κοινωνικοπολιτική διάσταση στο Ζωροαστρισμό, και ο Ζερβανισμός*, ιδιαίτερη μορφή του Ζωροαστρισμού, στην περίοδο των Αχαιμενιδών και Σασσανιδών βασιλέων της Περσίας, που επιχειρεί να αμβλύνει τη ζωροαστρική έννοια της δυαρχίας. Με την ισλαμική κατάκτηση του Ιράν εξαφανίζεται σχεδόν κάθε μορφή περσικής θρησκευτικότητας, ενώ τα κατάλοιπά της μετοικίζουν ανατολικά, στην Ινδία, όπου ακόμα σήμερα επιβιώνει στη Βομβάη κοινότητα περίπου 95.000 οπαδών του Παρσισμού. Η περίοδος ακμής της Ιρανικής θρησκείας, και μάλιστα του Ζωροαστρισμού, τοποθετείται μεταξύ 600 π.Χ. και 600 μΧ., οπότε αυτή η θρησκεία ισχύει ως επίσημη θρησκεία των Αχαιμενιδών και Σασσανιδών. Η σημασία του Ζωροαστρισμού όμως υπερβαίνει κατά πολύ τόσο τα χρονικά όσο και τα γεωγραφικά όριά του, διότι αυτός επηρέασε το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, μέσω του Μανιχαϊσμού, πρωτοτύπησε με την καθιέρωση του Μονοθεϊσμού στον εκτός του Ιουδαϊσμού* και του Χριστιανισμού* μεσανατολικό χώρο, εκπροσώπησε τον Προφητισμό και, για τη στροφή του από τη φυσιολατρία στην ανθρωπολογία εξυμνήθηκε από κορυφαίους διανοητές της Ευρώπης, όπως ο Γκαίτε και ο Νίτσε.
Διδασκαλία. Κύρια γνωρίσματα του Ζωροαστρισμού είναι ο μονοθεϊσμός, ο προφητισμός και η δυαρχία.
Η βασικότερη καινοτομία, που διαχωρίζει το Ζωροαστρισμό από κάθε άλλη θρησκεία ινδοευρωπαϊκού λαού στο μεσανατολικό χώρο, είναι ο μονοθεϊσμός, ενώ στο θείο αποδίδονται πια ιδιότητες ηθικές, όχι φυσικές. Απόρροια του μονοθεϊσμού είναι η υπερβατικότητα του θείου, δηλ. ο διαχωρισμός του από τον άνθρωπο, τον κόσμο και τη φύση. Χαρακτηριστικό της περσικής θρησκευτικότητας γίνεται η άρνηση του Ανθρωπομορφισμού* στο θείο, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος. 1,131, προφανώς εντυπωσιασμένος ότι ουκ ανθρωποφυέας ενόμισαν τους Θεούς κατά περ οι Έλληνες είναι. Γι΄ αυτό στους Πέρσες λείπουν τα αγάλματα, οι βωμοί και οι ναοί.
Συνέπεια του μονοθεϊσμού είναι ο προφητισμός. Ο Ζωροαστρισμός δεν είναι μυστική θρησκεία, όπως ο Βουδδισμός, που είναι εσωστρεφής και επικεντρώνεται στην εσωτερική αποκάθαρση. Οι προφητικές θρησκείες διακρίνονται για την εξωστρέφειά τους, την ανάπτυξη της ηθικής και κοινωνικής δράσης, την έντονη παρουσία των πιστών στο ιστορικό γίγνεσθαι. Όλα αυτά τα στοιχεία πρωταγωνιστούν στο Ζωροαστρισμό. Ο ιδρυτής του εμφανίζεται ως Προφήτης - Ιερέας και μεταρρυθμίζει την παραδοσιακή Μασδαϊκή θρησκεία του ιρανικού χώρου. Η άρνηση της Λατρείας, η έμφαση στις ηθικές αρετές της δικαιοσύνης, η επιλογή ανάμεσα στο καλό και στο κακό είναι τα πιο έκδηλα γνωρίσματα του ζωροαστρικού προφητισμού.
Το γνωστότερο χαρακτηριστικό της περσικής θρησκευτικότητας είναι η δυαρχία, δηλ. η πίστη στην ύπαρξη δύο αρχών των όντων, μιας καλής, δημιουργικής, και μιας κακής. καταστροφικής αιτίας. ‘Έτσι, η πραγματικότητα χωρίζεται σε δύο σκέλη, το καλό και το κακό, δημιουργημένα από δυο θεότητες, τον Αχούρα Μάσδα, δημιουργό του καλού, και τον αντίπαλό του, τον Αρειμάνιο*, δημιουργό του κακού. Με αυτό το κριτήριο η ζωή του ανθρώπου ερμηνεύεται ως επιλογή ανάμεσα στις δυο αρχές και ως πάλη του καλού ενάντια στο κακό για την οριστική επικράτηση του ενός από αυτά, δηλ. του καλού.
Στο ερώτημα του πώς ο μονοθεϊσμός συμβιβάζεται με τη δυαρχία, οι θρησκειολόγοι απαντούν ότι ο μονοθεϊσμός αρνείται την πολυθεΐα, όχι όμως και τη δυαρχία. Επιπλέον η δυαρχία δεν αποτελεί καταγγελία του μονοθεϊσμού, αλλά συνιστά απάντηση στο πρόβλημα του κακού, δίνοντας λύση στο ζήτημα της Θεοδικίας*. Έτσι ο καλός θεός συμβιβάζεται με τον κακό κόσμο, διότι ένας άλλος θεός, «κακός θεός», δαίμονας, δημιούργησε το κακό, την ύλη και το σώμα. Τα δύο αντίθετα «πνεύματα», το Σπέντα Μαϊνιού για το καλό και το Άνγκρα Μαϊνιού για το κακό, θεωρούνται ως δίδυμα τέκνα του ενός Θεού, του Αχούρα Μάσδα.
Το πάνθεο του Παρσισμού, που ο Ζωροαστρισμός διατυπώνει με ενάργεια στα κείμενά του, απηχεί ακριβώς το παραπάνω τρίπτυχο και συνοψίζεται στα παρακάτω στοιχεία: Αρχή του σύμπαντος είναι ο ένας θεός, ο Αχούρα Μάσδα, ο οποίος έχει δυο δίδυμα παιδιά, το «αγαθό πνεύμα», Σπέντα Μαϊνιού, που εκφράζει την αλήθεια, και το «πονηρό πνεύμα», ’Ανγκρα Μαϊνιού, που ενσαρκώνει το ψεύδος. Ανάλογα με την επιλογή του καλού ή του κακού, επικρατεί το αγαθό ή το πονηρό πνεύμα, τα οποία όμως πνεύματα δεν υπάρχουν καθεαυτά, αλλά υποστασιάζονται από την ηθική εκλογή κάθε στιγμής. Απέναντι στον ένα δημιουργό Θεό Αχούρα Μάσδα αντίκειται ο «δαίμονας»-«διάβολος» Αρειμάνιος, ενσάρκωση του «πονηρού πνεύματος», που βρίσκεται σε ακατάπαυτη πάλη με τον «καλό Θεό», τον Αχούρα Μάσδα. Κάτω από το Θεό και το διάβολο υπάρχουν ουράνιες οντότητες, οι Νταίβας, που εξαιτίας της επιλογής του κακού εξέπεσαν από «αγγελικά» πνεύματα σε «δαιμονικές» δυνάμεις. Στον αντίποδα των Νταίβας βρίσκονται 7 «αθάνατοι άγιοι», οι Αμέσα* Σπέντας, που περιβάλλουν τον «καλό Θεό» Αχούρα Μάσδα. τον διακονούν και ενσαρκώνουν τις 7 θεμελιωδέστερες αρετές του Ζωροαστρισμού: Καλή σκέψη, αλήθεια/δικαιοσύνη, επιθυμητή εξουσία, υπακοή, αφοσίωση/ευσέβεια, σωτηρία/τελείωση, αθανασία.
Η κοσμολογία του Παρσισμού εμπνέεται από τη θεογονία του, όπου διαπλέκονται αρχαιότερες Μασδαϊκές παραδόσεις με νεότερα ζωροαστρικά στοιχεία. Η δημιουργία του κόσμου από τον Αχούρα Μάσδα συντελείται σε 3 φάσεις: Η πρώτη λέγεται Μπουνταχίσν, δημιουργία του φυσικού κόσμου, η δεύτερη Γκουμέζισν. ανάμιξη δύο διαφορετικών πνευμάτων, η τρίτη Βιζάρισν, τελική διάκριση των δύο διαφορετικών οντοτήτων με την έσχατη μεταμόρφωση του σύμπαντος. Καθετί βρίσκεται σε δύο διαφορετικές καταστάσεις, την υλική ή φυσική, Γκέτιγκ, και την πνευματική, Μένογκ. Τα υλικά όντα μπορούν να μετασχηματιστούν σε πνευματικά, εκτός από τα πονηρά πνεύματα. Τα σωματικά όντα δεν υποτιμώνται, αλλά αναμένεται η μεταμόρφωσή τους ως αποτέλεσμα της επιλογής του καλού και του αγώνα για την κατανίκηση του κακού πνεύματος στον κόσμο. Στην πρώτη φάση της δημιουργίας του κόσμου τα δυο στοιχεία διαχωρίζονται στο Μένογκ, στη δεύτερη φάση ενώνονται στο Γκέτιγκ και στην τρίτη, τελική φάση, διαχωρίζονται πάλι, για να αποκατασταθούν στην τέλεια καθαρότητα, που ονομάζεται Αμπεζαγκί.
Η εσχατολογία χρωματίζει έντονα το Ζωροαστρισμό, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε προφητική Θρησκεία. Στην περσική θρησκευτικότητα συναντούμε πλήθος εσχατολογικών παραστάσεων, που διαδραματίζουν ρόλο σε άλλες μεσανατολικές παραδόσεις με αποκαλυπτικό προσανατολισμό. Σύμφωνα με την «Αβέστα»*, η ψυχή μετά το θάνατο ανάγεται στα ουράνια, στα Άναγκρα Ραόχα («άπειρα φώτα»), ακολουθώντας σταδιακή προαγωγή στο φωτισμό της από την ένταση του φωτός των αστέρων, των χουμάτα («καλές σκέψεις»), προς τη Σελήνη, τη Χούχτα («καλά λόγια») μέχρι τον Ήλιο, το Χβάρστα («καλά έργα»). Προκειμένου να συμβεί κάτι, οφείλει κάθε ψυχή να περάσει από τη γέφυρα Σινβάτ («Γέφυρα του χωρισμού»), και εκεί θα κριθεί από τον Μίθρα, τον Σραοσά και τον Ρασνού, αν είναι δίκαιη, οπότε θα της επιτραπεί να διαβεί στον κόσμο των αγαθών ή θα κατακρημνισθεί στην Κόλαση*. Αν κανείς τολμήσει να περάσει αυτή τη γέφυρα, παρότι του απαγορεύτηκε, τότε θα βρει οικτρό τέλος, αφού η γέφυρα στενεύει και γίνεται σαν τη κόψη του ξυραφιού. Μετά 3 ημέρες από το θάνατο και το χωρισμό της από το σώμα, η ψυχή θα συναντηθεί με το δικό της απείκασμα, το οποίο μεταμφιέζεται σε ένα ωραίο δεκαπεντάχρονο κορίτσι. Στην περσική εσχατολογία προβλέπεται ένα είδος Καθαρτηρίου*, ενδιάμεση κατάσταση, που ονομάζεται Χαμιστάγκαν («μεικτή περιοχή») και προορίζεται για όσους έχουν τόσες κακές όσες και καλές πράξεις, και έτσι θα συνεχίζουν να υπάρχουν στη σκιά, χωρίς φως ή σκότος, ανταμοιβή ή τιμωρία. Επίσης βασικό σημείο της ζωροαστρικής εσχατολογίας και γενικότερα της περσικής θρησκευτικότητας είναι η φωτιά, που εξαγνίζει και κατακαίει ως όργανο καθαρότητας και τιμωρίας.
Λατρεία. Η Λατρεία παίζει καθοριστικό ρόλο στο Ζωροαστρισμό, παρότι αυτός ανήκει στις προφητικές θρησκείες, όπου η Λατρεία δεν έχει τον πρώτο λόγο. Όπως φαίνεται, ο Ζωροαστρισμός υποχρεώθηκε να αφομοιώσει τα τελετουργικά δρώμενα της παράδοσης του Μασδαϊσμού. Βασική είναι η Προσευχή*, η Μαντρά, που τελείται 5 φορές την ημέρα. Ο διαλογισμός μπροστά στην πυρά είναι ένα από τα λατρευτικά δρώμενα του Ζωροαστρισμού με ιδιαίτερη σημασία. Οι ζωοθυσίες έγιναν ανεκτές από το Ζωροαστρισμό, παίρνοντας συμβολικό νόημα, και αποκαταστάθηκε η Χαόμα, προσφορά από μείγμα γάλακτος με φύλλα και χυμό από το μίσχο φυτών με ερεθιστικές και παραισθητικές ιδιότητες, ικανές, όπως πιστευόταν, να ενδυναμώσουν τους πολεμιστές, να εμπνεύσουν τους ποιητές και να σωφρονίσουν τους ιερείς. Με τη Χαόμα ραντίζονταν όλα τα πρόσωπα και τα πράγματα που χρειάζονταν καθαγιασμό ή εξαγνισμό. Επίσης από τις πηγές μαρτυρούνται καθαρτήριες, γαμήλιες, νεκρώσιμες κ.ά. τελετές. Η θεμελιώδης λατρευτική πράξη ήταν η Γιάσνα, «θυσία», που συνίστατο στην τέλεση της Χαόμα ενώπιον της πυράς. Επίκεντρο του συμβολισμού στον Παρσισμό ήταν η φωτιά. Υπήρχαν τρία είδη λατρευτικής πυράς, μια για κάθε τάξη, τους ιερείς, τους πολεμιστές και τους αγρότες, ενώ για το σύμπαν πιστευόταν ότι εμπεριέχει 5 είδη πυράς: για το Θεό, για τα σώματα ζώων και ανθρώπων, για τα φυτά, για τα σύννεφα και για τη γη. Ο χρόνος ήταν μοιρασμένος σε λατρευτικούς σκοπούς. Στον καιρό της δυναστείας των Σασσανιδών καθιερώθηκε το ζωροαστρικό ημερολόγιο με 365 ημέρες το έτος, 12 μήνες των 30 ημερών με 5 επιπλέον ημέρες. Ο πρώτος μήνας του έτους ήταν αφιερωμένος στους Φραβασίς («ομολογητές»), τους ουράνιους προστάτες των ανθρώπων, τα πνεύματα των δικαίων. Επίσης μνημονεύονται άλλες 6 μεγάλες εορτές του Ζωροαστρισμού με εξέχουσα του Μίθρα, στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο 1ος μήνας του περσικού έτους.
Εξέχουσα θέση κατέχει στον Παρσισμό το Ιερατείο*, που συγκροτείται από τους Μάγους, πρόσωπα καταγόμενα από ορισμένες οικογένειες με ειδική μόρφωση, που επιτελούσαν αποκλειστικό ιερατικά καθήκοντα και είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση ως κάτοχοι μυστικών γνώσεων αστρολογίας, μάντεις και χρησμολόγοι, θεωρούμενοι ως οι σοφοί του ιρανικού κόσμου και επίλεκτα μέλη της περσικής επικράτειας. Η ευρύτερη σημασία των Μάγων στο Ζωροαστρισμό έγκειται στις τροποποιήσεις που αυτοί μεταγενέστερα επέφεραν στη θεμελιώδη δυαρχία της Περσικής θρησκείας, όπως φαίνεται στην περίπτωση του Ζερβανισμού, μιας ειδικής μορφής του Ζωροαστρισμού ένεκα της πρόσμιξής του με τη βαβυλωνιακή αστρολογική παράδοση κατά την περίοδο των Αχαιμενιδών. Οι Μάγοι διατύπωσαν στο Ζερβανισμό την άποψη ότι τόσο ο Αχούρα Μάσδα όσο και ο αντίποδάς του, ο Αρειμάνιος, είναι τέκνα του Ζερβάν ή Ζουρβάν, που νοείται ως χρόνος ή μοίρα, ότι ο πατέρας Ζερβάν έδωσε την πρωτοκαθεδρία στον «κακό» γιο του Αρειμάνιο για 9.000 χρόνια οπότε θα βασιλεύσει ο αγαπημένος του «καλός» γιος Αχούρα Μάσδα. Έτσι, με αυτή την εκδοχή, αμβλύνθηκε ακόμα περισσότερο η ζωροαστρική δυαρχία. Στους Μάγους οφείλεται η συνάντηση του Ζωροαστρισμού με το βαβυλωνιακό Ιερατείο, τη χαλδαϊκή αστρολογία, καθώς και η παραπέρα διάδοση του Μιθραϊσμού. ‘Έτσι η σημασία των Μάγων υπερβαίνει κατά πολύ τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και φτάνει μέχρι το σημείο της λειτουργίας τους ως φιλοσόφων - αποστόλων της περσικής κοσμοθεωρίας σε Ανατολή και Δύση, ιδίως με τη λατρεία του Μίθρα μεταγενέστερα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Μ. Boyce, A History of Zoroastrianism, 1-2: Leiden 1975 - 1982.
M. Boyce, Textual Sourches for the Study of Zoroastrianism: Manchester 1984. J. Duchesne-Guillemin, La religion de I'lran ancien: Paris 1962. G. Gnoli, Zoroaster's Time and Homeland: Naples 1980. G. Widengen, Die Religionen Irans. Stuttgart 1965. R. C. Zaehner, The Dawn and Twilight of Zoroastrianism. London 1961.
Μ. Π. ΜΠΕΓΖΟΣ
Έβλεπα τις προάλλες μια εικόνα του Χριστού να είναι πάνω στο Σταυρό και στα χέρια Του να κουβαλάει όλους τους πιστούς. Από τη μία άκρη των χεριών Του ως την άλλη εκτείνονταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι για τους οποίους σταυρώθηκε και αναστήθηκε! Και σκέφτηκα πως αυτό είναι η Εκκλησία του Θεού… όλοι οι εν μετανοία άνθρωποι που πέρασαν και θα περάσουν ανά τους αιώνες και τώρα κι εμείς που αγωνιζόμαστε τον αγώνα τον Καλό ! Όλοι εμείς οι πληγωμένοι από την αμαρτία, όλοι εμείς που νοσούμε στην ψυχή καθώς είμαστε λαβωμένοι από τα πάθη μας!
Όλοι μας προστρέχουμε στο Δημιουργό και Ιατρό μας για να μας θεραπεύσει, να μας ανυψώσει και να μας θεώσει! Η Εκκλησία δεν είναι ορμητήριο αγίων, τέλειων και αψεγάδιαστων χριστιανών αλλά νοσοκομείο ψυχών, καταφύγιο πονεμένων και παγιδευμένων ανθρώπων που επιδιώκουν να γίνουν άγιοι ! ‘ Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ Άγιος ειμί!’ [ Α’ Επιστ. Πέτρου]
Δυστυχώς υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι οι χριστιανοί πρέπει να μην είναι κάτι λιγότερο από άγιοι! Καραδοκούν στη γωνία, στην πτώση σου να σε επιτιμήσουν! Ο χριστιανός είναι ένας άνθρωπος που έχει συνειδητοποιήσει την αμαρτωλότητά του και την ατέλεια του και στρέφει όλη του την ύπαρξη στο Θεό για να ολοκληρωθεί, να ελευθερωθεί, να θεραπευθεί, να αναπαυθεί και εν τέλει να αγιασθεί!
Και όλοι εμείς που διάγουμε βίο πνευματικό, είμαστε αδέλφια, σύμμαχοι, συνοδοιπόροι στο δρόμο προς την Αιωνιότητα! Αυτό είναι η Εκκλησία… άνθρωποι που πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού και ακολουθώντας το παράδειγμα Του, ανεβαίνουν κι αυτοί εσταυρωμένοι, ο καθένας το δικό του γολγοθά προσδοκώντας και τη δική του ανάσταση! Και παίρνει δύναμη ο ένας από τον άλλο και δίνει κουράγιο ο ένας στον άλλο και αν πέσεις θα σε σηκώσω και αν πέσω θα με σηκώσεις!
Αυτή η φιλαδελφία, αυτός ο παράλληλος βηματισμός και χτύπος της καρδιάς μας, συνθέτουν την Εκκλησία του Χριστού και αποτελούν τη Δόξα Του εδώ στη γη! (A.B.)
Δυστυχώς δεν έχω καταφέρει να πάω στο Άγιο Όρος ούτε να μιλήσω με άγιους Γέροντες που πολύς κόσμος αναζητά! Να πω την αλήθεια όμως δε μου λείπει και τόσο, όσο κι αν θαυμάζω το ασκητικό τους φρόνημα, τα θεόπνευστα λόγια τους και την αγάπη τους για το Χριστό μας! Μ’αξίωσε ο Κύριος να ζω πνευματικά σε μια ενορία με πολλούς αδελφούς, που για μένα είναι άγιοι. Μικροί ή μεγάλοι ο Κύριος το ξέρει! Όλοι μας, απ’το Δεσπότη μας και τους Γέροντες μέχρι και τον ‘τελευταίο’ πιστό, ανήκουμε στο ίδιο σώμα, στο Σώμα του Χριστού!
Αν σε κάποιον του έχει δοθεί αποστολή να είναι το μάτι και την φέρει εις πέρας, θα πάρει το μισθό του. Ομοίως και αυτός που έχει την αποστολή να είναι η βλεφαρίδα. Γι’αυτό δεν μπορεί το μάτι να υπερηφανεύεται στη βλεφαρίδα, ούτε η βλεφαρίδα να απογοητεύεται που δεν είναι μάτι! Αλλά όλοι να δοξολογούμε το Θεό που ανήκουμε σ’Αυτόν και να κάνουμε ό τι καλύτερο μπορούμε, συνεργαζόμενοι με αγάπη! Θαύμαζα και πάντα θα θαυμάζω την απόφαση του Αποστόλου Πέτρου να περπατήσει πάνω στα άγρια κύματα, για να είναι μαζί με τον Κύριο Του! Ομοίως θαυμάζω τους αδελφούς μου που δεν τους ξέρει σχεδόν κανείς και περπατούν πάνω στη φουρτουνιασμένη θάλασσα των παθών τους, των δυσκολιών του βίου τους και των δοκιμασιών που παραχωρεί ο Κύριος, για να είναι μαζί Του.
Θαυμάζω την απόφαση τους να ζουν εν παρθενία και αγνότητα, χωρίς προγαμιαίες σχέσεις, παρά την επιθυμία της σαρκός και τη νεότητα τους, σε έναν κόσμο που η αμαρτία είναι τόσο εύκολη και οι πειρασμοί τόσοι πολλοί! Που έχουν υπομονή και ελπίδα στο Χριστό για να κάνουν το θέλημα Του και όχι το θέλημα των γονιών και του κόσμου… Έχω σκουπίσει άγια δάκρυα αδελφών μου που απορρίφθηκαν επειδή ήταν ‘της Εκκλησίας’, και δεν ήθελαν προγαμιαίες σχέσεις. Ή που ήταν πράοι και ειρηνικοί και όχι ‘μάγκες’.
Θαυμάζω τα αδέλφια μου, που με τόσες δυσκολίες, παράλογα για τον κόσμο, φέρνουν στον κόσμο πολλά παιδιά, και τα ανατρέφουν χριστιανικά! Που αποφασίζουν να παντρευτούν χωρίς να τα έχουν όλα στρωμένα, αλλά έχουν στρώσει στην ψυχή τους χαλί να πατήσει ο Κύριος! Χαίρομαι που στην εργασία τους, δεν είναι της λογικής του ‘ ο θάνατος σου, η ζωή μου’, του ‘ φταίει ο άλλος’, της κολακείας για να ανέβουν σε υψηλές θέσεις, αλλά σκεπάζουν τις αδυναμίες των άλλων, και εργάζονται ευχόμενοι, σκληρά και ταπεινά και με υπομονή, γνωρίζοντας ότι για το Χριστό εργάζονται! Αγαλλιάζει η καρδιά μου που έχω δίπλα μου αδελφούς που όταν βλέπουν τον αδελφό τους να έχει πρόβλημα, θα τρέξουν δίπλα του να τον βοηθήσουν, να τον ακούσουν, να τον αγκαλιάσουν, ακόμη κι αν την προηγούμενη μέρα ήταν τσακωμένοι. Που επιλέγουν την αγάπη από τη λογική και το φόβο, την προσφορά από τη μνησικακία! Θαυμάζω και τιμώ τα αδέλφια μου που ενώ έχουν σοβαρότατα προβλήματα υγείας, έχουν πάντα το χαμόγελο στα χείλη και την ελπίδα στο Χριστό μας, που δεν το βάζουν κάτω ποτέ, ανθρώπους με σοβαρά ψυχικά τραύματα, να είναι εκεί, παρόντα ‘παρά τους πόδας του Ιησού’, στη Λειτουργία, στις ομιλίες, στις συγκεντρώσεις! Αδέλφια που έχασαν δικούς τους ανθρώπους, γονείς, συζύγους, παιδιά, και δεν κλονίστηκαν, αλλά αντίθετα έγιναν πιο δυνατοί.
Αδέλφια που αν και πέθαναν, είναι πιο ζωντανά από ποτέ! Ζήλευα τους Αποστόλους που έζησαν τρία χρόνια δίπλα στο Χριστό, τους αγωνιστές της πίστεως που πολεμούσαν τις αιρέσεις, τους μεγάλους Αββάδες του Γεροντικού… και να πω την αλήθεια ακόμη τους ζηλεύω, όπως ζηλεύω και όλους τους Αγίους! Όμως είναι μεγάλη παρηγοριά που σίγουρα θα τη ζήλευαν πολλοί να είμαι ανάμεσα σε τόσους αδελφούς που έχουν τις μικρές άγιες στιγμές τους!
Όλες αυτές τις στιγμές τις κρατώ μέσα στην καρδιά μου, σε ένα θησαυροφυλάκιο με την ετικέτα ‘ χαρά και ελπίδα’! Χαρά μου που τους γνώρισα και ελπίδα ότι ίσως κάποτε να τους μοιάσω έστω και λίγο…Μπορεί να μην έχω περπατήσει ακόμη στους Αγίους Τόπους αλλά δόξα τω Θεώ ‘περπάτησα’ πάνω σε αυτές τις άγιες καρδιές! (Κ.Β.)
(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανίας)
ΝΑΝΑΚ. Βίος. O θεμελιωτής του Σικκισμού Iνδός Νάνακ γεννήθηκε το 1469 μ.Χ. στο Ταλβάντι του Πουντζάμπ της Β. Ινδίας, 65 περίπου χλμ. νοτιοδυτικά της Λαχώρης, και ανήκε στην αριστοκρατική κάστα των «ξάτριγυας» (δηλαδή πολεμιστών), όπως και ο Μαχαβίρα, ο ιδρυτής του Τζαϊνισμού, και ο Βουδδας. Ο Νάνακ, ινδουϊστής στα πρώτα του βήματα, ζούσε σε μια περιοχή όπου συμβίωναν μουσουλμάνοι και ινδουϊστές, με συχνές εκρήξεις βίας και φανατισμού. Οι εμπειρίες αυτές τον οδήγησαν να αναζητήσει ένα συνδυασμό και μια υπέρβαση των δύο αυτών θρησκευτικών ομάδων. Η μυστική ινδική παράδοση άσκησε επάνω του εντονότερη επίδραση από τη μουσουλμανική. Χωρίς να απαρνηθεί τον κόσμο, την εργασία και την οικογένειά του -σύζυγο και δυό γιους-, ο Νάνακ βυθίσθηκε επί χρόνια σε έντονο στοχασμό. Σε ηλικία 30 ετών έζησε μια βαθιά πνευματική εμπειρία: ότι βρέθηκε στην αυλή του Θεού, όπου έλαβε απ’ ευθείας τα θρησκευτικά του μηνύματα.
Ο Νάνακ περιόδευσε σε διάφορες περιοχές της Ινδίας και επισκέφθηκε μουσουλμανικά και Ινδουϊστικά κέντρα. Διάφορες ιστορίες, με αμφισβητούμενη όμως ιστορική ακρίβεια, που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του και συγκεντρώθηκαν αργότερα σε ανθολόγια γνωστά ως “Τζάναμ-σάκκις”, αναφέρουν ότι ταξίδεψε και σε χώρες μακρινές, π.χ. Βαγδάτη, Μέκκα, Κεϋλάνη, και ακόμη ότι έφθασε ανατολικά μέχρι την Κίνα και δυτικά μέχρι τη Ρώμη. Το 1521 μ.Χ. ο Νάνακ με μερικούς αφοσιωμένους οπαδούς του εγκαταστάθηκε στο Καρταρπούρ, χωριό του κεντρικού Πουντζάμπ, όπου ίδρυσε την πρώτη κοινότητα των «σίκκα» (μαθητών). Είχε πια αναγνωρισθεί ως «γκουρού». Στην κοινότητα αυτή ήταν ευπρόσδεκτοι οι πάντες, αδιακρίτως φύλου ή κάστας. Μερικοί, φαίνεται, έμεναν μόνιμα κοντά του, ενώ άλλοι τον επισκέπτονταν για να πάρουν την ευλογία του.Προτού πεθάνει, ο Νάνακ όρισε διάδοχό του τον Λέχνα, ονομάζοντάς τον Άνγκαντ («μέλος του σώματός μου»). Ύμνοι και αποσπάσματα από το κήρυγμα του Νάνακ, που διακρίνονται για τη συνοχή και το κάλλος της εκφράσεως, συγκεντρώθηκαν από τον διάδοχό του και εντάχθηκαν στο Άντι Γκράνθ, ιερό βιβλίο των σικκιστών (γνωστό επίσης ως Γκούρου Γκράνθ Σαχίμπ).
Διδασκαλία -Χαρακτηρισμός Πυρήνα της διδαχής του Νάνακ αποτελεί η βεβαιότητα ότι υπάρχει «ένας Θεός (Οάνκαρ), και αιώνια αλήθεια είναι το όνομά Του». Είναι δημιουργός των πάντων, υπερβατικός, προσωπικός, ο οποίος όμως δεν γίνεται άνθρωπος, ούτε παίρνει άλλη μορφή. Αποκαλύπτεται με τον λόγο των εμπνευσμένων διδασκάλων (γκούρου). Ο Νάνακ αρνήθηκε την ινδουϊστική άποψη των «αβατάρα» (θείων ενσαρκώσεων), κράτησε όμως, με μερικές τροποποιήσεις, την πίστη στην ανακύκληση των μεταβιώσεων και τον νόμο του «κάρμα», ότι δηλαδή τη μορφή κάθε νέας γεννήσεως καθορίζουν οι πράξεις της προηγούμενης υπάρξεως. Το επιθυμητό «τέλος» το βλέπει ως συγχώνευση του ατομικού στο Απόλυτο. Η σωτηρία αυτή επιτυγχάνεται με έντονη συλλογή και αγαπητική μνήμη του θείου ονόματος, στο οποίο συγκεντρώνεται η αποκάλυψη. και ακόμη με αφοσίωση στον Θεό, η οποία εκφράζεται με τη φιλαλήθεια, την αγαθοεργία, την εθελοντική διακονία για το κοινό καλό και την αποφυγή του υλιστικού φρονήματος -ασέλγειας, πλεονεξίας, θυμού, φιλαυτίας.
Ο Νάνακ, απορρίπτοντας τις μορφές εκστάσεως και τα αισθησιακά λατρευτικά έθιμα, δεχόταν κάθε τύπο προσευχής, που προέρχεται από ειλικρινή καρδιά και συνοδεύεται με αγνή ζωή. Συνηγορώντας για μια λατρεία απέριττη και απλή, επέμενε κυρίως στη «σέουα» ή «σέβα», την καλοκάγαθη διακονία. Η θρησκευτική κίνηση που δημιούργησε ο Νάνακ υπήρξε ήρεμη, «ευσεβιστική» και δεν τάραξε ούτε ανησύχησε το θρησκευτικό ή πολιτικό κατεστημένο. Δεν αναφέρονται οχλήσεις από τους ινδουϊστές ή διώξεις από τους μουσουλμάνους ηγεμόνες. Η συμφιλίωση του ινδουϊστικού και μουσουλμανικού πνεύματος, που επιχείρησε, συγκίνησε πολλούς Ινδούς. Αργότερα όμως (τέλη 17ου αι.),η ειρηνιστική αδελφότητα εξελίχθηκε σε αγωνιστική. Σήμερα υπάρχουν πάνω από 12 εκατομμύρια σικκιστές σε διάφορα μέρη της γης. Η περιοχή του Πουντζάμπ, όπου αναπτύχθηκε ο Σικκισμός, διαμοιράσθηκε το 1947 ανάμεσα στην Ινδία και στο Πακιστάν. Η πικρία των σικκιστών για τον διαμελισμό και την αποστέρηση ενός δικού τους κράτους εκρήγνυται συχνά σε πράξεις βίαιης διαμαρτυρίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤ’ ΕΠΙΛΟΓΗΝ Cole Owen, S., Sikhism and its Indian Context (1469-1708). The Attitude of Guru Nanak and Early Sikhism to Indian Religious Beliefs and Practices, London 1984. Grewal, J.S., Guru Nanak in History, Chandigarh 1969. McLeod, W.H., Guru Nanak and the Sikh Religion, Oxford 1968. Singh Harbans, Perspectives on Guru Nanak, Patiala 1975. (1987)
Σικχισμός. Μονοθεϊστικό θρήσκευμα, που προήλθε από τους κόλπους της ινδικής θρησκευτικότητας. Ο πυρήνας του διαμορφώθηκε στα τέλη του 15ου αι. μ.Χ., στην επαρχία Πουντζάμπ, Β.Δ. του Δελχί, και αργότερα διαδόθηκε σε διάφορα μέρη της Ινδίας και αρκετές περιοχές του κόσμου. Ο όρος προέρχεται από τη λέξη sikkha = μαθητής. (Ο φθόγγος kh είναι κ δασύ πριν από το ελληνικό ι τον αποδίδουμε καταχρηστικά ως κχι). Ο Σικχισμός υπήρξε για άλλους ανανεωτική ινδική θρησκευτική κίνηση, ανάλογη με την Μπάκτι, συνέχεια της παράδοσης ‘σαντ΄, που αναπτύχθηκε στη Β. Ινδία για άλλους εκφράζει μια κίνηση συμφιλίωσης διαφόρων θρησκευτικών αντιλήψεων. για άλλους αποτελεί απόπειρα σύνθεσης Ινδουισμού και Ισλάμ. Οι ίδιοι οι οπαδοί του υποστηρίζουν ότι ο Σικχισμός αποτελεί νέα Αποκάλυψη, υπέρβαση τόσο του Ινδουισμού, όσο και του Ισλάμ.
Πηγές. Ο Σικχισμός ανέβλυσε από τη θεοκεντρική εμπειρία και διδασκαλία του Γκουρού Νάνακ (βλ.λ. Νάνακ, στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό), και διαμορφώθηκε με τη συμβολή σειράς άλλων 9 Γκουρού. Οι ύμνοι του Νάνακ αποτέλεσαν το θεμέλιο της ιερής βίβλου των Σικ, της γνωστής ως «Άντι Γκρανθ» (Adi Granth = Πρώτο βιβλίο). Το βιβλίο αυτό αποτελείται από ύμνους και θρησκευτικές διδασκαλίες σε ποιητική ως επί το πλείστον μορφή, που συνέταξαν οι 5 πρώτοι και ο 9ος Γκουρού. Περιλαμβάνει επίσης στίχους μουσουλμάνων και ινδουιστών διδασκάλων (π.χ. του Kabir). Η πρώτη συλλογή σχηματίστηκε το 1603 - 1604 με την εποπτεία του 5ου Γκουρού Αρτζάν (Arjan) και η οριστική διάπλαση του Ιερού βιβλίου έγινε το 1706 από τον 10ο Γκουρού, τον Γκομπίντ Σινγκ (Gobind Singh), ο οποίος τελικά το ανακήρυξε διάδοχό του το 1708. Από τότε η «Άντι Γκρανθ» ονομάζεται και «Γκουρού Γκρανθ Σαχίμπ» (Guru Granth Sahib). Για τους Σικ το κείμενο αυτό περιέχει την απόλυτη αλήθεια και καθορίζει όλο το ρυθμό της ζωής τους. Στην τυπωμένη μορφή, που σήμερα είναι γενικά αποδεκτή, εκτείνεται σε 1.430 σελίδες. Το Ιερό κείμενο δεσπόζει στο χώρο συγκέντρωσης των Σικ, την γκουρντουάρα, την οποία επισκέπτονται ατομικά ή οικογενειακά για να προσφέρουν χρήματα, τρόφιμα και ν΄ ακούσουν αναγνώσματα από τη Γραφή τους.
Ο Νάνακ συνέθεσε τους ύμνους του στη γλώσσα πουντζάμπι αργότερα καταγράφηκαν με το ιδιαίτερο αλφάβητο, το γνωστό ως γκουρμούκχι (gurmukhi), που δημιούργησε ο 2ος Γκουρού, ο Άννκαντ (Angad).
Διδασκαλία. Ο Σικχισμός τονίζει το ενιαίο του Θεού και την αδελφοσύνη των ανθρώπων. Ένας μόνο Θεός (ο Όνκαρ- Onkar) υπάρχει, υπερβατικός, προσωπικός, δημιουργός του σύμπαντος. Ενός ύμνος του Νάνακ, που επαναλαμβάνεται σε επίσημες λατρευτικές συνάξεις των Σικ (γνωστός ως μουλ μάντρα - mul mantra), συνοψίζει: «Υπάρχει ένας Θεός, το όνομά του είναι αιώνια αλήθεια. / Είναι ο Δημιουργός των πάντων,/ το τα πάντα πληρούν Πνεύμα / Άφοβος και χωρίς μίσος, άχρονος και άμορφος. Πέρα από γέννηση και θάνατο, είναι αυτόφωτος. Γνωρίζεται δια της χάριτος του γκουρού» Τη μονοθεϊστική αυτή παράδοση είχαν ήδη καλλιεργήσει στη Β. Ινδία σειρά διδασκάλων και Μυστικών από το 14ο αι.
Η Δημιουργία, το σύμπαν, είναι το Όνομα του Θεού {Ναμ - Nam). Δύο από τα βασικά θεία ονόματα είναι: Ακάλ Πουράκ (Akal Purakh), δηλ. ο Αιώνιος, και Σατνάμ (Satnam), το Αληθές Ονομα. Η λέξη Sat δηλώνει συγχρόνως την αλήθεια και την πραγματικότητα. Ο Θεός αποκαλείται ακόμη Πατέρας (Pita), Κύριος (Khasam, Sahib, Malik), Μέγας Δωρεοδότης (Data), πολύ συχνά Δοξασμένος (Wahiguru). Το τελευταίο άρχισε ως δοξολογική αναφώνηση (Wah guru) και αργότερα εξελίχθηκε σε βασικό θείο όνομα. Ο Θεός, κατά τον Νάνακ, άλλαξε τη φύση και τον τρόπο ενέργειάς του μετά τη δημιουργία του κόσμου. Πριν από αυτή ήταν χωρίς ιδιώματα (nirguna), σε βαθιά περισυλλογή (sunya samadhi). Μετά τη Δημιουργία όμως συγκέντρωσε όλες τις ιδιότητες (saguna). Είναι πρόξενος ακόμη και της δυαδικότητας και της πλάνης. Το καλό όσο και το κακό εκπηγάζουν από το Θεό και ο άνθρωπος καλείται να διαλέξει το ένα και να αποφύγει το άλλο. Μολονότι ο Θεός δεν έχει μορφή (ninankar), η παρουσία του γίνεται αισθητή στο φωτισμένο άνθρωπο, διότι ο Θεός ενυπάρχει σ΄ ολόκληρη τη Δημιουργία.
Η αντίληψη των Σικ περί Θεού έχει ποτιστεί από ένα είδος Πανθεϊσμού, όπως είχε καλλιεργηθεί από τη «Βαγκαβατγκίτα» και τις διάφορες βισνουιστικές σχολές. Ο Θεός είναι υπερκόσμια προσωπικότητα, συγχρόνως όμως διαπερνά τα πάντα, είναι η ενεργούμενη αιτία του υλικού κόσμου και των ψυχών. Κάθε τι που υπάρχει, είναι μία μορφή του Θεού, ένα κύμα μέσα στον θείο Ωκεανό. Τελικά ο κόσμος καταντά οφθαλμαπάτη. Στο Θεό περιέχονται τα πάντα.
Η ουσία του Θεού είναι πέρα από την κατανόηση και την ανθρώπινη γνώση, δεν περιγράφεται με εικόνες. Αλλά ο ίδιος ο Θεός επικοινωνεί με την ανθρωπότητα και της αποκαλύπτεται με το λόγο του. Όποιος συνειδητοποιήσει την εσωτερική αυτή ενέργεια του Θεού και απαντήσει στη φωνή του με υπακοή, επιτυγχάνει τη λύτρωση ήδη σ' αυτή τη ζωή. Μετά το θάνατο, το πνεύμα θα ζήσει ενώπιον του Θεού, χωρίς άλλη μετενσάρκωση. Όλη αυτή η λυτρωτική πορεία είναι αποτέλεσμα όχι ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά της Θείας θέλησης και χάρης.
Οι Σικ απορρίπτουν την ινδουιστική διδασκαλία περί Αβατάρα (ενσαρκώσεων του Θεού), τις θυσίες, το μεσολαβητικό ρόλο των Βραχμάνων, την αυθεντικότητα των «Bεδών», τον Ασκητισμό, την αυτοτιμωρία, την αντίληψη περί θρησκευτικής μόλυνσης, τα Προσκυνήματα, τα λουτρά στους ιερούς ποταμούς, τις κάστες και οποιαδήποτε άλλη διάκριση μεταξύ των ανθρώπων. Από την ινδική παράδοση ο Νάνακ κράτησε, με ορισμένες τροποποιήσεις, τις έννοιες του «Κάρμα», της «Σαμσάρα», της «Μάγια» και της «Νιρβάνα». Ακόμη πολλές από τις ινδουιστικές θεότητες θεωρούνται κατώτερα οντά, κάτι σαν Άγγελοι. Ως προς την Κοσμογονία, δέχεται την ινδική αντίληψη για την πληθώρα των κόσμων και την ανακύκλησή τους.
Κατά τον Νάνακ η καλοσύνη είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Όλοι κρύβουν μέσα τους απόθεμα αγαθοσύνης, κάτι σαν μαργαριτάρι, που περιμένει να ανοίξει το όστρακο. Μοίρα και απόλυτος προορισμός παραμερίζονται η ανθρώπινη θέληση μπορεί να θριαμβεύσει.
Από τις πιο τυπικές θέσεις του Σικχισμού είναι η διδασκαλία περί του Γκουρού, του «γέροντα», του δάσκαλου. Σικ, κατά τον προσδιορισμό των ίδιων, είναι όσοι πιστεύουν στον Ακάλ Πουράκ, στους 10 Γκουρού και την «Γκρανθ Σαχίμπ». Όποιος επιθυμεί λύτρωση, αναζητεί τη σωστή εκπαίδευση στα πόδια ενός καλά καταρτισμένου Γκουρού. Στο Σικχισμό όμως Γκουρού δεν νοείται ο καταρτισμένος στις «Βέδες» βραχμάνας, αλλά εκείνος ο οποίος είχε προσωπική εμπειρία φωτισμού, δώρο που προέρχεται κατευθείαν από το Θεό. Οι 10 Γκουρού του Σικχισμού τόνισαν με θέρμη και σαφήνεια ότι ο Θεός είναι ο δάσκαλος - ο Άντι Γκουρού (ο Πρώτος δάσκαλος) ή ο Σατ Γκουρού (ο θείος, ο αληθινός δάσκαλος) - και ότι η δική τους σημασία έγκειται μόνο στο ότι υπήρξαν πιστοί πρεσβευτές του, που αποκάλυψαν και κήρυξαν το λόγο του. Αυτή η βεβαιότητα τονίστηκε επίσημα, όταν ο 10ος Γκουρού επέβαλε την «Άντι Γκρανθ» ως τον Γκουρού της σικχικής κοινότητας. Ο τελευταίος Γκουρού δημιούργησε επίσης το 1699 τη σικχική κοινότητα, την Κάλσα (Khalsa), την Αδελφότητα των καθαρών, και τη χαρακτήρισε ως το άλλο του εγώ, τονίζοντας τον καθοδηγητικό της χαρακτήρα. Τον 20ό αι., η ιδιότητα αυτή του τελικού δασκάλου συγκεντρώθηκε στους 10 Γκουρού και τη Γραφή.
Ηθική. Οι υποχρεώσεις, που επιβάλλει ο Σικχισμός, συνοψίζονται σε 3 φράσεις: Ναμ τζάπνα (nam japna), συνεχής μνεία του ονόματος του Θεού κιρτ κάρνι (kirt karni), επιβίωση με τίμια μέσα και βαντ τσάκνα (vand chakna), προσφορά καλοσύνης, ελεημοσύνη. Οι 5 κακές παρορμήσεις, που οι Σικ πρέπει να αποφεύγουν, είναι η ηδυπάθεια, η απληστία, η προσκόλληση στα υλικά αγαθά, ο θυμός και η αλαζονεία. Αντίθετα, η καλοκάγαθη εξυπηρέτηση του πλησίον, η σέβα (seva), θεωρείται ιδιαίτερα ευλογημένη αρετή. Η φοβερότερη δύναμη είναι το εγώ όποιος το νικήσει, έλεγε ο Νάνακ, σώζεται, ενώ ακόμη βρίσκεται σ' αυτή τη ζωή. Γενικά ο Σικχισμός ζητεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την εγωκεντρικότητα και την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και να τον κάνει θεοκεντρικό, πιστό στο θείο θέλημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει εγκατάλειψη της κοινωνικής ζωής και έμφαση στην ασκητικότητα, όπως βλέπομε σε άλλες ινδικές θρησκευτικές τάσεις, αλλ’ αντίθετα αποδοχή της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής, εξάσκηση ενός έντιμου επαγγέλματος, συμμετοχή υπεύθυνη και ενάρετη στα κοινά. Η αφοσίωση στο Θεό εκφράζεται με τη φιλαλήθεια, την αγαθοεργία, την εθελοντική εργασία για το κοινό καλό. Οι Σικ αποφεύγουν το οινοπνευματώδη και τον καπνό, προσπαθώντας να ζουν λιτά. Από το 17ο αι, με πρωτοβουλία του 6ου Γκουρού, του Χαργκομπίντ (Hargobind), εγκατέλειψαν τη χορτοφαγία. Στην πράξη πάντως οι Σικ δεν φαίνεται να απελευθερώθηκαν πλήρως από τις ινδουιστικές παραδόσεις (π.χ. στη σύναψη γάμων), και παρά τη θεωρητική απόρριψη της ινδουιστικής αντίληψης περί θρησκευτικής μόλυνσης, διατηρούν συνήθειες Καθαρμών, εξαγνισμών (π.χ. ενός οικοδομήματος) και, ορισμένοι, τη χορτοφαγία.
Λατρεία. Σκοπός του Σικ είναι να διαποτιστεί ολόκληρη η ύπαρξή του από την παρουσία του Θεού, να (δια)φωτιστεί η συνείδησή του από αυτόν, να ξεπεραστεί κάθε ψευδαίσθηση δυαρχίας. Η πνευματική ανέλιξη και ανάπτυξη του ανθρώπου πραγματοποιείται με την περισυλλογή, ιδιαίτερα με τη ναμ σιμράν (nam simran), που σημαίνει διαρκή μνήμη του ονόματος του Θεού. Mε την επανάληψη του Ονόματος, όπως πίστευε ο Νάνακ, μπορεί κανείς να νικήσει το μέγιστο κακό: το εγώ. Ο Σικχισμός, απορρίπτοντας τα αισθησιακά λατρευτικά έθιμα του Ινδουισμού και τις διάφορες μορφές Έκστασης, διαμόρφωσε απέριττη Λατρεία, τονίζοντας την Προσευχή με αγνή καρδιά. Το καθημερινό λατρευτικό τυπικό των Σικ συνίσταται σε ορθρινό ξύπνημα, ψυχρό λουτρό, περισυλλογή με κέντρο το όνομα του Θεού, απαγγελία, πρωί και βράδυ, ορισμένων προσευχών, μελέτη του Ιερού τους βιβλίου.
Οι Σικ δεν έχουν Ιερατείο ούτε καθορισμένη ιερή ημέρα στην εβδομάδα. Ο χώρος, όπου γίνεται η σύναξη, ονομάζεται γκουρντουάρα (gurdwara), δηλ. η θύρα του Γκουρού. Το όνομα αυτό χρησιμοποιείται ακόμη και για το ειδικό δωμάτιο που έχουν στις οικίες τους. Το βασικό συστατικό του ιερού χώρου είναι η παρουσία του Ιερού βιβλίου. Το σημαντικότερο Ιερό των Σικ θεωρείται ο Χρυσός Ναός (Hari Mandir = Ναός του Θεού) στο Αμριτσάρ. Η δημόσια Λατρεία καθορίζεται ανάλογα με το ρυθμό ζωής της κοινότητας. Ως ειδική ημέρα Λατρείας θεωρείται συνήθως η 11η του σεληνιακού μήνα, η οποία ονομάζεται εκαντάσι (ekadashi), όπως επίσης η σανγκράντ (sangrand). Πολλοί Σικ επισκέπτονται, ατομικά ή οικογενειακά, την κοινοτική γκουρντουάρα οποιαδήποτε μέρα προσφέρουν χρήματα, φρούτα, γάλα κλπ. και ακούν αναγνώσματα από τη Γραφή τους.
Οι επέτειοι γέννησης και θανάτου κάθε Γκουρού, οι Γκουρπούμπ (Gurpub), αποτελούν τυπικές Εορτές των Σικ. Άλλες Εορτές, π.χ. Ντιουάλι (Diwali). Χολά Μοχάλα (Hola Mohalla), έχουν ινδουιστική καταγωγή. Άξονας της ζωής τους, βασικός οδηγός και δάσκαλός τους, είναι ο «Γκουρού Γκρανθ Σαχίμπ». Η Λατρεία περιλαμβάνει ομαδική υμνωδία από ιερά κείμενα με τη συνοδεία ενόργανης μουσικής, ανάγνωση και εξήγηση των Γραφών. Οι ευσεβείς Σικ συνηθίζουν να μελετούν καθημερινά την «Άντι Γκρανθ», ιδιαίτερα το βράδυ. Όλες οι φάσεις της ζωής αγιάζονται με την παρουσία της και σφραγίζονται με ανάγνωση ιερών κειμένων: Η ονοματοδοσία ενός παιδιού, ο γάμος (το ζεύγος περιφέρεται 4 φορές γύρω από τη Γραφή, ενώ ψάλλονται 4 στίχοι από το γαμήλιο ύμνο του Γκουρού Ραμ Ντας), η κηδεία. Πριν από καθοριστικές αποφάσεις (π.χ. νέα εργασία), καθώς επίσης και στις περισσότερες Εορτές, γίνεται ανάγνωση ολόκληρης της «Άντι Γκρανθ», που διαρκεί 46 περίπου ώρες ή, με διακοπές, 1 ή 2 εβδομάδες. Την ανάγνωση συνοδεύει ορισμένη προσευχή, που ένα μέλος της κοινότητας διαβάζει μπροστά στο Ιερό βιβλίο. Επίσης διανέμεται σ΄ όλα τα μέλη ζεστός χυλός από αλεύρι, σιμιγδάλι, νερό, ζάχαρη γνωστός ως καρά πρασάντ (karah prasad). Έτσι συμβολικά τονίζεται η ισότητα.
Ιδιαίτερη τελετή μύησης των Σικ είναι η Αμρίτ Παχούλ ή Κάντε κα ΑμρΙτ (Amrit Pahul ή Khande Ka Amrit). Εγκαινιάστηκε με την ίδρυση της Κάλσα (Khalsa). Όσοι μυούνται, δίνουν ορισμένους όρκους, υιοθετώντας τα λεγόμενα πέντε «Κ». Πρόκειται για 5 Σύμβολα, τα οποία στην πουντζάμπι γλώσσα αρχίζουν από Κ: kesh (ακούρευτη κόμη), kangha (ατσάλινη χτένα), kirpan (ξίφος), kara (ατσάλινο βραχιόλι), kachch (κοντό πανταλόνι). Αποτελούν τα διακριτικά των Σικ. Οι άντρες φορούν επιπλέον στο κεφάλι ένα τουρμπάνι. Η μύηση γίνεται μπροστά στον «Γκουρού Γκρανθ Σαχίμπ». Πέντε άντρες, μέλη της Κάλσα, φορώντας τα 5 Κ, διαλύουν ζάχαρη σε νερό με τη βοήθεια ενός δίκοπου ξίφους, ενώ ψέλνουν ορισμένους ύμνους. Οι μυούμενοι πίνουν από το υγρό αυτό και χρίονται στα μάτια και στα μαλλιά. Κατόπιν ορκίζονται ότι θα τηρούν τον επιβαλλόμενο κώδικα πειθαρχίας, γνωστό ως Ραχίτ (Rahit) και επαναλαμβάνουν τα λόγια της συνοπτικής ομολογίας Πίστης, της μουλ μάντρα. Οι μυημένοι άντρες αντικαθιστούν το όνομα της κάστας τους με τη λέξη Σινγκ (Singh), που σημαίνει λιοντάρι, ενώ οι γυναίκες με την Καούρ (Kaur = πριγκίπισσα), ανεβαίνοντας έτσι στο επίπεδο της τάξης των πολεμιστών. Δεν εντάσσονται όλοι οι Σικ στην Κάλσα και συνεπώς δεν έχουν όλοι τον επίζηλο τίτλο του Σινγκ. Αρκετοί εμπνέονται κυρίως από το ειρηνιστικό πνεύμα του Νάνακ και ονομάζονται Νάνακ πάνθι (Nanak panthi), αποκλίνοντος μάλλον προς το ινδουιστικό ήθος. Όσοι έχουν μυηθεί στην Κάλσα ονομάζονται αμρίτ ντάρι (amrit dhari), ενώ όσοι σέβονται βέβαια τους 10 Γκουρού και την ιερή Γραφή, αλλά δεν μυήθηκαν, ονομάζονται σαχάτζ ντάρι (sahaj dhari).
Ιστορική διαδρομή. Από πλευράς θρησκευτικής διακρίνεται μια πρώτη περίοδος, από το 15ο ως τις αρχές του 18ου αι., διαμορφωτική του Σικχισμού, με πρωταγωνιστές τους 10 Γκουρού, και μια δεύτερη, από το 18ο αι. και εξής, που ως απόλυτο κέντρο της έχει την ιερή Γραφή. Από πλευράς κοινωνικοπολιτικής η θρησκευτική κίνηση που αρχίζει με τον Νάνακ στην πρώτη της φάση (15ος - 16ος αι.) υπήρξε «ευσεβιστική» στη δεύτερη όμως φάση της (17ος αι. εξ.) εξελίχθηκε σε μαχητική. Η οριστική μεταμόρφωση του Σικχισμού από ειρηνιστική κίνηση σε αγωνιστική Αδελφότητα ολοκληρώθηκε με τον τελευταίο Γκουρού. Οι 10 Γκουρού των Σικ είναι 1ος, Nanak, 1469 - 1539. 2ος Angad, 1504 - 52 (Γκουρού 1539 - 52). 3ος Amar Das, 1479 - 1574 (Γκουρού 1552 - 74). 4ος Ram Das, 1534 - 81 (Γκουρού 1574 - 81). 5ος Arjan, 1563 - 1606 (Γκουρού 1581 - 1606). 6ος Hargobind, 1595 - 1644(Γκουρού 1606 - 44). 7ος Har Rai, 1630 - 61 (Γκουρού 1644 - 61). 8ος Har Krishan, 1656 - 64 (Γκουρού 1661 - 64), 9ος Tegh Bahadur, 1621 - 75 (Γκουρού 1664 - 75). 10ος Goblnd Singh, 1666 - 1708 (Γκουρού 1675 - 1708). Όλοι προήλθαν από την Κάτρι τζάτι (Khatri jati), εμπορική υποκάστα, που οι Σικ υποστηρίζουν ότι ανήκε στην ευρύτερη κάστα των Ξάτριγυα. Από τον 4ο Γκουρού η διαδοχή έγινε κληρονομική. Ο Σικχισμός αποδίδει και στους 10 Γκουρού την ίδια αξία. Η δεύτερη περίοδος του Σικχισμού αρχίζει το 1709. 0 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται από σκληρούς ανταγωνισμούς μεταξύ Σικ και Μογγόλων. Αργότερα ο Σικ μαχαραγιάς Ranjit Singh, ίδρυσε ανεξάρτητο κράτος στο Πουντζάμπ (1799 - 1849) το οποίο ο διάδοχός του DaΙip Singh παρέδωσε στους Βρεταννούς. Στο τέλος του 19ου αι., άνθισε η αναγεννητική κίνηση Σινγκ Σάμπχα (Singh Sabha) ως αντίδραση στη χριστιανική διείσδυση και στις ινδουιστικές προσηλυτιστικές δραστηριότητες. Η αναγέννηση του Σικχισμού επιδιώχθηκε με εκπαιδευτικές και φιλολογικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα με τη δημιουργία του Khalsa College (1892) στο Αμριτσάρ. Οι Σικ έλαβαν μέρος στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Κατά τραγικό όμως τρόπο, το 1947 η περιοχή Πουντζάπ, όπου γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Σικχισμός, διαμοιράστηκε από την Ινδία και το Πακιστάν. Επανειλημμένα οι Σικ, διαμαρτυρόμενοι τόσο κατά των Μουσουλμάνων όσο και κατά των Ινδουιστών, έχουν καταφύγει σε μαχητικές κινητοποιήσεις. Το 1966 ιδρύθηκε η Πουντζάμπι Σούμπα (Punjabi Suba), επικράτεια που συμπεριέλαβε το 85% των Σικ της Ινδίας και έχει επίσημη γλώσσα την πουντζάμπι. Αυτό εξασφάλισε κάποια αυτονομία, όχι όμως και την ποθητή ανεξαρτησία.
Από το τέλος του 19ου αι. άρχισε μεγάλη αποδημητική κίνηση των Σικ. Πολλοί από αυτούς που υπηρέτησαν (1870 - 1947) στο βρεταννικό στρατό εκτός Ινδίας, μετά την αποστράτευσή τους εγκαταστάθηκαν στο Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη άλλοι μετανάστευσαν για λόγους οικονομικούς στην Α. Αφρική και αλλού. Σήμερα αναπτύσσονται πολλές κοινότητες Σίκ σε αγγλόφωνες περιοχές, κυρίως της Βρεταννικής Κοινοπολιτείας. Τελευταία, ανεπίσημη στατιστική (1991) ανεβάζει τους Σικ σε 18.000.000 (ενώ στις αρχές του αιώνα ήταν 3 και το 1987 12 εκατ.).
Στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών δεν παρουσιάστηκε κάποια ιδιαίτερη ακτινοβολία του Σικχισμού. Η συμμετοχή των Σικ υπήρξε ενεργός κυρίως στον κοινωνικό χώρο. Ο Σικχισμός καλλιέργησε τη δημοκρατική συνείδηση και συνηγόρησε για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων και των λαών.
Βιβλιογραφία. Μεταφράσεις τον ιερού βιβλίου του Σικχισμού: Sri Guru-Granth Sahib, Gopal Singh: Deληi, Gur Das Kapur 1962. Sri Guru-Granth Sahib, Mannohan Singh: Shiromani Gurdwara Parbandhak Committee. Amritsar 1969. Ανθολόγηση και μετάφραση στην αγγλική: Selections from the Sacred Writings of the Sikhs (tr. Trilochasn Singh et al.): London, Alien & Unwin- New York, Macmillan 1960. W.H. McLeod. Sources for the Study of Sikhism: Manchester, University Press 1984.
Μονογραφίες: W.O. Cole, The Guru in Sikhism: London, Darton 1982. W.O. Cole. Sikhism snd its Indian Context, 1469 - 1708: London, Darton 1982. W.O Cole-P. S. Sambhi, The Sikhs: Their Religious Beliefs and Practices: London-Boston Mass., Routledge 1978. D. Cunnigham, A History of the Sikhs: (1849) επανεκδ. Delhl 1966. S.S. Johar. Handbook on Sikhism: Delhi, Vivek 1977. M.A. Macauliffe, The Sikh Religion 1-6 Oxford, Clarendon Press 1909, Delhl, Chand 1970 W.H. Mcleod. Guru Nanak and
ΝΑΝΑΚ Βίος
O θεμελιωτής του Σικκισμού Iνδός Νάνακ γεννήθηκε το 1469 μ.Χ. στο Ταλβάντι του Πουντζάμπ της Β. Ινδίας, 65 περίπου χλμ. νοτιοδυτικά της Λαχώρης, και ανήκε στην αριστοκρατική κάστα των «ξάτριγυας» (δηλαδή πολεμιστών), όπως και ο Μαχαβίρα, ο ιδρυτής του Τζαϊνισμού, και ο Βουδδας. Ο Νάνακ, ινδουϊστής στα πρώτα του βήματα, ζούσε σε μια περιοχή όπου συμβίωναν μουσουλμάνοι και ινδουϊστές, με συχνές εκρήξεις βίας και φανατισμού. Οι εμπειρίες αυτές τον οδήγησαν να αναζητήσει ένα συνδυασμό και μια υπέρβαση των δύο αυτών θρησκευτικών ομάδων. Η μυστική ινδική παράδοση άσκησε επάνω του εντονότερη επίδραση από τη μουσουλμανική.
Χωρίς να απαρνηθεί τον κόσμο, την εργασία και την οικογένειά του -σύζυγο και δυό γιους-, ο Νάνακ βυθίσθηκε επί χρόνια σε έντονο στοχασμό. Σε ηλικία 30 ετών έζησε μια βαθιά πνευματική εμπειρία: ότι βρέθηκε στην αυλή του Θεού, όπου έλαβε απ’ ευθείας τα θρησκευτικά του μηνύματα.
Ο Νάνακ περιόδευσε σε διάφορες περιοχές της Ινδίας και επισκέφθηκε μουσουλμανικά και Ινδουϊστικά κέντρα. Διάφορες ιστορίες, με αμφισβητούμενη όμως ιστορική ακρίβεια, που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του και συγκεντρώθηκαν αργότερα σε ανθολόγια γνωστά ως “Τζάναμ-σάκκις”, αναφέρουν ότι ταξίδεψε και σε χώρες μακρινές, π.χ. Βαγδάτη, Μέκκα, Κεϋλάνη, και ακόμη ότι έφθασε ανατολικά μέχρι την Κίνα και δυτικά μέχρι τη Ρώμη.
Το 1521 μ.Χ. ο Νάνακ με μερικούς αφοσιωμένους οπαδούς του εγκαταστάθηκε στο Καρταρπούρ, χωριό του κεντρικού Πουντζάμπ, όπου ίδρυσε την πρώτη κοινότητα των «σίκκα» (μαθητών). Είχε πια αναγνωρισθεί ως «γκουρού». Στην κοινότητα αυτή ήταν ευπρόσδεκτοι οι πάντες, αδιακρίτως φύλου ή κάστας. Μερικοί, φαίνεται, έμεναν μόνιμα κοντά του, ενώ άλλοι τον επισκέπτονταν για να πάρουν την ευλογία του.
Προτού πεθάνει, ο Νάνακ όρισε διάδοχό του τον Λέχνα, ονομάζοντάς τον Άνγκαντ («μέλος του σώματός μου»). Ύμνοι και αποσπάσματα από το κήρυγμα του Νάνακ, που διακρίνονται για τη συνοχή και το κάλλος της εκφράσεως, συγκεντρώθηκαν από τον διάδοχό του και εντάχθηκαν στο Άντι Γκράνθ, ιερό βιβλίο των σικκιστών (γνωστό επίσης ως Γκούρου Γκράνθ Σαχίμπ).
Διδασκαλία -Χαρακτηρισμός
Πυρήνα της διδαχής του Νάνακ αποτελεί η βεβαιότητα ότι υπάρχει «ένας Θεός (Οάνκαρ), και αιώνια αλήθεια είναι το όνομά Του». Είναι δημιουργός των πάντων, υπερβατικός, προσωπικός, ο οποίος όμως δεν γίνεται άνθρωπος, ούτε παίρνει άλλη μορφή. Αποκαλύπτεται με τον λόγο των εμπνευσμένων διδασκάλων (γκούρου). Ο Νάνακ αρνήθηκε την ινδουϊστική άποψη των «αβατάρα» (θείων ενσαρκώσεων), κράτησε όμως, με μερικές τροποποιήσεις, την πίστη στην ανακύκληση των μεταβιώσεων και τον νόμο του «κάρμα», ότι δηλαδή τη μορφή κάθε νέας γεννήσεως καθορίζουν οι πράξεις της προηγούμενης υπάρξεως. Το επιθυμητό «τέλος» το βλέπει ως συγχώνευση του ατομικού στο Απόλυτο. Η σωτηρία αυτή επιτυγχάνεται με έντονη συλλογή και αγαπητική μνήμη του θείου ονόματος, στο οποίο συγκεντρώνεται η αποκάλυψη. και ακόμη με αφοσίωση στον Θεό, η οποία εκφράζεται με τη φιλαλήθεια, την αγαθοεργία, την εθελοντική διακονία για το κοινό καλό και την αποφυγή του υλιστικού φρονήματος -ασέλγειας, πλεονεξίας, θυμού, φιλαυτίας.
Ο Νάνακ, απορρίπτοντας τις μορφές εκστάσεως και τα αισθησιακά λατρευτικά έθιμα, δεχόταν κάθε τύπο προσευχής, που προέρχεται από ειλικρινή καρδιά και συνοδεύεται με αγνή ζωή. Συνηγορώντας για μια λατρεία απέριττη και απλή, επέμενε κυρίως στη «σέουα» ή «σέβα», την καλοκάγαθη διακονία.
Η θρησκευτική κίνηση που δημιούργησε ο Νάνακ υπήρξε ήρεμη, «ευσεβιστική» και δεν τάραξε ούτε ανησύχησε το θρησκευτικό ή πολιτικό κατεστημένο. Δεν αναφέρονται οχλήσεις από τους ινδουϊστές ή διώξεις από τους μουσουλμάνους ηγεμόνες. Η συμφιλίωση του ινδουϊστικού και μουσουλμανικού πνεύματος, που επιχείρησε, συγκίνησε πολλούς Ινδούς.
Αργότερα όμως (τέλη 17ου αι.),η ειρηνιστική αδελφότητα εξελίχθηκε σε αγωνιστική. Σήμερα υπάρχουν πάνω από 12 εκατομμύρια σικκιστές σε διάφορα μέρη της γης. Η περιοχή του Πουντζάμπ, όπου αναπτύχθηκε ο Σικκισμός, διαμοιράσθηκε το 1947 ανάμεσα στην Ινδία και στο Πακιστάν. Η πικρία των σικκιστών για τον διαμελισμό και την αποστέρηση ενός δικού τους κράτους εκρήγνυται συχνά σε πράξεις βίαιης διαμαρτυρίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤ’ ΕΠΙΛΟΓΗΝ
Cole Owen, S., Sikhism and its Indian Context (1469-1708). The Attitude of Guru Nanak and Early Sikhism to Indian Religious Beliefs and Practices, London 1984.
Grewal, J.S., Guru Nanak in History, Chandigarh 1969.
McLeod, W.H., Guru Nanak and the Sikh Religion, Oxford 1968.
Singh Harbans, Perspectives on Guru Nanak, Patiala 1975.
(1987)
(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανίας).
Τζαϊνισμός ή Τζινισμός. Ινδικό θρήσκευμα ασκητικών, δυαλιστικών και αθεϊστικών αρχών. Οι Τζαϊνιστές υποστηρίζουν ότι ακολουθούν την αρχαϊκή ινδική Θρησκεία, από την οποία παρέκκλιναν οι Βραχμάνοι. Θεωρούν τη θρησκεία τους αιώνια. Παρά το μικρό ποσοστό τους, επί 2.500 χρόνια διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του ινδικού πολιτισμού και αναγνωρίζονται ως διακεκριμένο θρήσκευμα της Ινδίας. Ο όρος Τζάιν (Jain ή Jin) προέρχεται από τη λέξη Τζίνα (Jina), που σημαίνει νικητής, κατακτητής• αποδίδεται ειδικότερα σε 24 μεγάλους δασκάλους, οι οποίοι, χωρίς υπερφυσική βοήθεια, κατόρθωσαν να σπάσουν τα δεσμά της φυσικής ύπαρξης και να απελευθερωθούν από τον κλοιό των συνεχών γεννήσεων. Διαμορφωτής του Τζαϊνισμού θεωρείται ο Μαχαβίρα (Mahavira).
Οι Τζαϊνιστές διακρίνονται σε δύο βασικούς κλάδους, τους Σβετάμπαρα (Svetambara), τους «λευκοντυμένους» και τους Ντιγκάμπαρα (Digambara), τους «ντυμένους τον ουρανό», δηλ. γυμνούς. Υπάρχουν ακόμη ορισμένα παρακλάδια πχ οι Στανακβάσιν (Sthanakvasin) (βλ. Ιστορική διαδρομή). Βάση και σκοπός του Τζαϊνισμού είναι η αυστηρή άσκηση. Εντούτοις οι ασκητές αποτελούν μικρό μόνο ποσοστό του συνόλου των Τζαϊνιστών, ενώ η πλειοψηφία είναι λαϊκοί, με σαφή όμως ασκητικά ιδεώδη και ήθη.
Πηγές. Στο θέμα των ιερών κειμένων δεν υπάρχει συμφωνία. Οι Σβετάμπαρα αποδέχονται ως κανονική ιερή Γραφή τη «Σιντάντα»• συλλογή από 45 βιβλία γραμμένα στην Πράκριτ (Praktit), ομάδα αρχαϊκών ινδικών τοπικών διαλέκτων. Το παλαιότερο τμήμα του κανόνα αυτού συνιστούν οι 12 Angas, που περιλαμβάνουν αρχαία ασκητικά κείμενα, κηρύγματα και διαλόγους του Μαχαβίρα. Οι Στανακβάσιν ανακήρυξαν αυθεντικά 32 μόνο βιβλία της «Σιντάντα». Οι Ντιγκάμπαρα ισχυρίζονται ότι οι ιερές Τζαϊνικές Γραφές καταστράφηκαν το 789 μ.Χ. και ως ιερή συλλογή αναγνωρίζουν την «Ανουγιόγκα» (Anuyoga. δηλ Εκθέσεις), που πυρήνα της έχει δύο παλαιά κείμενα στο γλωσσικό ιδίωμα Πράκριτ και συμπληρώνεται με υπομνήματα και άλλα μεταγενέστερα κείμενα. Υπάρχει μια δεύτερη κατηγορία τζαϊνικών κειμένων στη Σανσκριτική. Τα τελευταία περιλαμβάνουν υπομνήματα στα παλιότερα ιερά βιβλία καθώς επίσης φιλοσοφικά, διδακτικά και κοσμοθεωριακά έργα. Υπάρχει τέλος και τρίτη κατηγορία πηγαίου υλικού για τον Τζαϊνισμό, έργα γραμμένα σε νεότερες ινδικές γλώσσες και, τον τελευταίο αιώνα στην Αγγλική.
Διδασκαλία. Ο πυρήνας της τζαϊνικής διδασκαλίας διαμορφώθηκε τον 6ο αι. π.Χ. από τον Βαρνταμάνα Τζναπιούτρα Μαχαβίρα (Vardhama – na Jnatputra Mahavira)• το τελευταίο όνομα είναι τιμητικός τίτλος. Ο Μαχαβίρα γεννήθηκε το 599 π.Χ. στη Β.Α. Ινδία και ανήκε στην κάστα των Ξάτριγυα (πολεμιστών). Στα 30 του εγκατέλειψε τον κοινωνικό βίο και άρχισε την περιπλάνηση ως επαίτης ασκητής. Ύστερα από 12 χρόνια φοβερών στερήσεων και έντονης περισυλλογής πέτυχε, κατά την παράδοση, την πλήρη απόσπαση από τις κοσμικές επιθυμίες, τη γνώση της φύσης του σύμπαντος και δίδαξε επί 30 χρόνια, συγκεντρώνοντας χιλιάδες οπαδούς, τους οποίους οργάνωσε άρτια. Πέθανε, κατά την τζαϊνική έκφραση, «εισήλθε στη Νιρβάνα», το 527/526 π.Χ. και το χρονικό αυτό σημείο αποτελεί την έναρξη της τζαϊνικής χρονολογίας. (Σύμφωνα με άλλη άποψη, ο θάνατος του συνέβη έναν αιώνα αργότερα).
Οι Τζαϊνιστές απορρίπτουν την ύπαρξη Θεού ή θεών. Το μόνο υπερβατικό που παραδέχονται είναι οι Τιρτάμκαρα (Tirthamkara), δηλ. οι τέλειοι, αλλά αυτοί δεν θεωρούνται θεία όντα• υπήρξαν ενάρετοι άνθρωποι που έφτασαν στην τελειότητα και η τιμή και ο σεβασμός που τους αποδίδονται, στηρίζονται στα πρότυπα της απάρνησης, τα οποία προσφέρουν. Για τον Τζαϊνισμό, το σύμπαν υπήρξε ανέκαθεν και θα παραμένει πάντα διηρημένο σε δύο απόλυτες αρχές, αιώνιες, ανεξάρτητες, τις jiva (καταχρηστικά θα τις αποκαλούσαμε ψυχές) και τα ajiva (άψυχα όντα). Οι Τζίβα δεν προέρχονται από ενιαία πηγή, ούτε συγχωνεύονται ή διαλύονται μέσα σε κάτι άλλο. Δεν υπάρχει υπέρτατο Τζίβα. Μέσα σ’ αυτό το αθεϊστικό και δυαλιστικό πλαίσιο έχει αναπτυχθεί μια πολυσύνθετη μεταφυσική. Ο Τζαϊνισμός επιμένει ότι η ουσιαστική πραγματικότητα είναι η αλλαγή. Το σύμπαν αποτελείται από 5 οντότητες (αστικάγια - astikaya): ψυχές (τζίβα), ύλη (πουντγκάλα- pudgala), διάστημα (ακάσα - akasa), κίνηση (ντάρμα - dharma), ανάπαυση (αντάρμα - adharma). Σ' αυτές μερικές σχολές προσθέτουν το χρόνο. Όλα είναι αιώνια. Τα 2 πρώτα είναι απειράριθμα τα υπόλοιπα απλά.
Τα ζώντα όντα είναι συνθέσεις ψυχής και ύλης, που συντίθενται από το Κάρμα, του οποίου υπάρχουν 8 είδη με πολλαπλές υποδιαιρέσεις το καθένα. Στον Τζαϊνισμό αντίληψη περί Κάρμα έχει ορισμένες ιδιομορφίες, που τη διακρίνουν από την αντίστοιχη του Iνδουισμού. Το κάρμα θεωρείται λεπτή μορφή ύλης. Η πουντγκάλα (ύλη) εφοδιάζει τις ψυχές με διάφορα σώματα, το οποία είναι 5 ειδών, καθένα με διαφορετικές λειτουργίες. Όλα τα ενσώματα όντα έχουν τουλάχιστον 2 «σώματα», το πύρινο και το καρμικό. Το τελευταίο προέρχεται από προηγούμενες υπάρξεις• προσκολλάται ενδόμυχα στην τζίβα, τη δεσμεύει και έτσι την οδηγεί στην ανακύκληση των μεταβιώσεων. Υπάρχουν 4 μορφές ύπαρξης, ανθρώπινη, θεία, ζωική και καταχθόνια. Για την επίτευξη της διάλυσης του δεσμού μεταξύ τζίβα και κάρμα επιβάλλεται απόλυτη απάρνηση από κάθε τι που δεν είναι τζίβα. Δεν αρκεί η απλή νοητική ή πνευματική άσκηση• απαιτείται άμεση φυσική στέρηση.
Η τζαϊνική αντίληψη περί κόσμου (λόκα - loka), πλησιάζοντας, χωρίς όμως να ταυτίζεται, την παραδοσιακή βραχμανική, υποστηρίζει ότι ο κόσμος αποτελείται από 3 μέρη: Το κατώτερο, που περιλαμβάνει 7 περιοχές Άδη, όπου συνωστίζονται και υποφέρουν όντα που έζησαν με σκληρότητα• το μεσαίο χώρο, που μοιάζει, με λεπτό δίσκο, όπου ζουν οι άνθρωποι και όπου μπορεί να επιτευχθεί η πνευματική ανάνηψη και λύτρωση• και τον άνω κόσμο, που αρχίζει στο διάστημα πάνω από τα άστρα και έχει διάφορα επίπεδα τα οποία βαθμηδόν γίνονται καθαρότερα. Στο υψηλότερο συναθροίζονται οι τέλειοι, οι απελευθερωμένες ψυχές.
Οι Τζαϊνιστές μιλούν για κύκλους εξέλιξης και διάλυσης, που ο καθένας έχει 6 εποχές. Δύο κύκλοι διαμορφώνουν μια μεγάλη χρονική περίοδο Γιούγκα: Ο πρώτος είναι η ουτσαρπίνη (utsarpini), ο ανοδικός κύκλος, κατά το διάστημα του οποίου τόσο οι άνθρωποι όσο και όλος ο κόσμος αρχίζουν άσχημα και εξελίσσονται προς το καλύτερο. Ο άλλος κύκλος, η αβασαρπίνι (avasarpini), είναι καθοδικός• τα πράγματα προχωρούν στο χειρότερο, οι άνθρωποι γεννιώνται μικρόσωμοι, πεθαίνουν γρηγορότερα. Η σύγχρονη περίοδος είναι η προτελευταία φάση της αβασαρπίνι. Σε κάθε κύκλο εμφανίζονται 24 Τζίνα ή Τιρ- τάμκαρα. Οι Τζίνα του παρόντος κύκλου έχουν ήδη εμφανιστεί και τα ονόματα τους είναι γνωστά. Ο πρώτος υπήρξε ο Ρισάμπα (Rsabha). Ο 22ος, ονομαζόμενος Νέμι (Nemi), θεωρείται ότι έζησε στα 5500 περίπου χρόνια π.Χ. Ο 23ος ήταν ο Πάρσβα (Parsva. θάν 776 π.Χ.). και 24ος ο Μαχαβίρα.
Ο υπέρτατος σκοπός, η σωτηρία (moksa), τον οποίο ένας Τζαϊνιστής επιδιώκει, με διανοητική και ηθική πειθαρχία, είναι η απελευθέρωση από τα υλικά δεσμά, από τα περιβλήματα που κρατούν αιχμάλωτη την ψυχή• είναι η Νιρβάνα η κατάσταση της μη-σύνθεσης, στην οποία δεν υπάρχει πλέον πόνος, ενσαρκώσεις, αλλά ζωή απόλυτης μακαριότητας. Η αντίληψη αυτή περί Νιρβάνα δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη ινδουιστική, δεδομένου ότι είναι ανύπαρκτη η έννοια του Θείου, του Βράχμαν και για τους Τζαϊνιστές η ατομικότητα παραμένει αιώνια.
Μοναχισμός. Η τζαϊνική κοινότητα (σάμγκα - samgha) είναι «τετράπλευρη». Αποτελούμενη από μοναχούς, μοναχές, λαϊκούς άνδρες και γυναίκες. Τους συνδέουν τα «τρία κοσμήματα» (τριράτνα - triratna): ορθή πίστη, ορθή γνώση, ορθή συμπεριφορά. Ο Τζαϊνισμός τονίζει απερίφραστα, περισσότερο από τον Ινδουισμό και το Βουδδισμό, την υπεροχή του ασκητικού βίου. Μόνο ο μοναχός ο «ελεύθερος από δεσμά» (νιργκράντα - nirgratha) μπορεί να λυτρωθεί από την ανακύκληση των μεταβιώσεων, αλλά και γι' αυτό θα απαιτηθούν πολλές ζωές σκληρής άσκησης.
Μοναχοί και λαϊκοί δίνουν επίσημες υποσχέσεις, οι οποίες καθορίζουν την ηθική τους στάση. Η όλη πορεία προς τη λύτρωση - η διαδοχική αποδέσμευση της τζίβα από τα καρμικά δεσμά και η ανάκτηση όλων των ενδογενών δυνατοτήτων της - συντελείται σε 14 φάσεις (γκουναστάνα - gunasthana). Μόλις στην 4η φάση αποκτά κανείς την αναγκαία πρώτη αποδέσμευση, ώστε να ζήσει ως ευλαβής λαϊκός Τζαϊνιστής. Στην 6η φάση αρχίζει η μοναστική πορεία. Κατόπιν ανοίγονται εμπρός στον ασκητή άλλα διακεκριμένα πεδία ασκητικού αγώνα. Η είσοδος στην 6η γκουναστάνα καθορίζεται με μοναστικές υποσχέσεις (μαχαβράτα - mahavrata) και επισφραγίζεται με τελετή μύησης, κατά την οποία ο μοναχός παίρνει νέο όνομα. Έκτοτε οφείλει να τηρεί με κάθε αυστηρότητα τις 5 βασικές υποσχέσεις: Να μη βλάπτει οποιοδήποτε ζωντανό• να αποφεύγει το ψέμμα την κλοπή• τις γενετήσιες σχέσεις και την κατοχή οιουδήποτε αντικειμένου.
Ο Τζαϊνιστής ασκητής ζει σε μοναστήρι ή ως περιοδεύων επαίτης. Απαγορεύεται να απευθύνει λόγο σε γυναίκα ή να την κοιτάξει από κοντά. Μια φορά το χρόνο ξυρίζει τα μαλλιά του. Οφείλει να είναι απόλυτα συγκροτημένος όταν μιλάει, τρώει βαδίζει χρησιμοποιεί κάποιο αντικείμενο• να μην επιθυμεί τίποτε, να μην προσκολλάται σε τίποτε. Πολλοί ασκητές, φτάνοντας σε γεροντική ηλικία και έχοντας την πεποίθηση ότι πολλές ακόμη ζωές απαιτούνται για την επίτευξη του τελικού σκοπού, αποφασίζουν να διακόψουν την παρούσα ζωή με μια τελετουργική νηστεία μέχρι θανάτου τη σαμλεκάνα (samlekhana).
Ηθικότητα - Ασκητικότητα των λαϊκών. Θεμέλιο της τζαϊνικής Ηθικής είναι η Αχίμσα, η μη βία, το μη βλάπτειν. Η βία (χίμσα - himsa) θεωρείται το σοβαρότερο από το 18 βασικά αμαρτήματα. Η Αχίμσα απαιτεί τη μη πρόκληση κακού σε οποιοδήποτε ον - άνθρωπο, ζώο, έντομο κλπ., διότι όλων η ζωή είναι εξίσου ιερή - και επεκτείνεται στην αποφυγή κάθε μορφής επιθετικότητας. Άμεση συνέπεια της αρχής αυτής είναι ότι οι Τζαϊνιστές, μοναχοί και λαϊκοί, είναι χορτοφάγοι και αντιτίθενται έντονα στη σφαγή ζώων. Οι αυστηρότεροι διυλίζουν το νερό που πίνουν και φέρουν μπροστά στο στόμα ένα μικρό πέπλο, για να μην καταπιούν κατά λάθος έντομα. Σήμερα στην Ινδία διατηρούν άσυλα προοριζόμενα για ηλικιωμένα ή άρρωστα ζώα. Η Αχίμσα δεν αποτελεί για τους Τζαϊνιστές ηθικό μόνο σκοπό, αλλ' ακόμη μεταφυσική αρχή, καθοριστική της πορείας προς τη λύτρωση.
Η τζαϊνική παράδοση διαμόρφωσε διάφορους πίνακες επιταγών - συνήθως αναφέρονται 52 για τους μοναχούς και 35 για τους λαϊκούς. Θεμελιώδεις πάντως είναι οι 5 ανουβράτα (anuvrata), «μικρές υποσχέσεις» που τηρούνται από όλους. Μη φονεύεις και κατ' επέκταση, μη συμμετέχεις σε ό,τι απειλεί τη ζωή. Μην ψεύδεσαι για οποιοδήποτε λόγο. Μην κλέβεις, με οποιοδήποτε τρόπο. Να κυριαρχείς στη γενετήσια ορμή. Περιόρισε στο ελάχιστο τις προσωπικές σου ανάγκες. Ακολουθούν 3 «ενισχυτικές υποσχέσεις» και 4 «υποσχέσεις πνευματικής πειθαρχίας», από τις οποίες η τελευταία είναι η ντάνα (dana) η συμπάθεια, η ελεημοσύνη (με πρώτους αποδέκτες τους ασκητές). Άλλες υποχρεώσεις, που μπορούν όλοι να αποδεχθούν, σχετίζονται με περιορισμούς στην κίνηση του σώματος, τον αριθμό των προσώπων που θα συναντήσουν, τη χρήση αντικειμένων, την ένταση της προσοχής στη σκέψη, στα λόγια, στις ενέργειες, την άσκηση σε μακρά περισυλλογή ή ακινησία, παρατεταμένη νηστεία, προσφορά φιλοξενίας κ.ά.
Οι λαϊκοί υποχρεούνται να εξασκούν έντιμο επάγγελμα στο οποίο να μην υπάρχει περίπτωση να σκοτώσουν κάτι. Οφείλουν να είναι απλοί στην ενδυμασία και τη συμπεριφορά τους, να παντρεύονται περιοριζόμενοι στις συζυγικές σχέσεις, να διαβάζουν καθημερινά τις Τζαϊνικές Γραφές και να αγαθοεργού ν. Στον κοινωνικό τομέα οι Τζαϊνιστές έχουν υιοθετήσει κοινωνική δομή, που θυμίζει τις ινδουιστικές «κάστες». Αλλά αυτές στην τζαϊνική κοινότητα δεν εμφανίζονται τόσο ως ιεραρχικές διακρίσεις όσο ως παράγοντες οικογενειακής σταθερότητας.
Λατρεία. Υπάρχει πλήθος από τζαϊνικούς Ναούς σ' όλη την Ινδία. Ακόμη και μικρές κοινότητες διαθέτουν ένα ή και περισσότερους. Ο άξονας της Λατρείας στο Ναό είναι η έκφραση του σεβασμού στα αγάλματα των Τιρτάμκαρα, οι οποίοι απεικονίζονται σε στάση βαθιάς περισυλλογής, καθιστοί ή όρθιοι, ακίνητοι με τα χέρια στα πλάγια. Στο άγαλμα προσφέρεται ένα είδος λατρείας (puja), που περιλαμβάνει δοξολογικές εκφράσεις (πχ. «Τιμή στους Τζίνα, τιμή στις ψυχές που έχουν επιτύχει την απολύτρωση»), προσφορές 8 πραγμάτων, που συμβολίζουν θρησκευτικές αρετές, απαγγελία των ονομάτων των 24 Τιρτάμκαρα κ.ά. Οι Τζαϊνιστές δεν έχουν ιδιαίτερο Ιερατείο. Η Λατρεία σε Ναούς βρίσκεται στην αρμοδιότητα των λαϊκών. Δεν υπηρετούν εκεί μοναχοί και μοναχές, ούτε καν είναι επιθυμητή η παρουσία τους κατά την τέλεση της πούτζα. Ιδιαίτεροι πόλοι έλξης για τους Τζαϊνιστές είναι διάφοροι προσκυνηματικοί τόποι που συνδέονται με την επίτευξη της απολύτρωσης από κάποιο Τιρτάμκαρα ή άλλο ιερό πρόσωπο του Τζαϊνισμού (π.χ. Shatrun-jaya στο Gujarat, στην Karnataka και Sameta, Sikhara και Pavapuri στο Bihar και Sravana-Belgola), (όπου, στην κορυφή ενός λόφου, υψώνεται ένα κολοσσιαίο άγαλμα 17,37 μ., που κατασκευάστηκε περίπου το 980 μ.Χ.).
Οι Τζαϊνιστές έχουν πολύπλοκο ετήσιο σύστημα Εορτών, που καθορίζεται από γεγονότα της ζωής των Τιρτάμκαρα. Η ημέρα της γέννησης του Μαχαβίρα (Μάρτιος / Απρίλιος) και της λύτρωσής του (Οκτώβριος / Νοέμβριος) εορτάζονται από όλους τους Τζαϊνιστές. Σημαντική είναι η λεγάμενη «Αθάνατη Τρίτη», που τελείται την 3η ημέρα του σεληνιακού μήνα Βαϊσάκ (Απρίλιος / Μάιος). Σ' αυτήν τονίζεται η αρετή της ελεημοσύνης και βοήθειας στους ασκητές, με αφορμή την ανάμνηση της πρώτης προσφοράς στον πρώτο Τιρτάμκαρα. Αλλά η πιο σπουδαία εορταστική περίοδος είναι η Παρυουσάνα (Paryushana) την εποχή των βροχών (Αύγουστος / Σεπτέμβριος), οπότε οι ασκητές βρίσκονται σε μακρά περισυλλογή. Διαρκεί για τους Σβετάμπαρα 8 ημέρες και για τους Ντιγκάμπαρα 10.
Σε παλαιότερη εποχή δεν υπήρχαν τζαϊνικές τελετουργίες για τους βασικούς σταθμούς της ανθρώπινης ζωής. Καθορίστηκαν στα μέσα της 1ης χιλιετίας μ.Χ. με τη νέα άνθιση του Τζαϊνισμού και είναι αντίστοιχες των ινδουιστικών μυήσεων (samskara). Από αυτές 22 αναφέρονται στη ζωή του οικογενειάρχη, ενώ 31 στο στάδια μετά την απάρνηση της οικογενειακής ζωής και την ασκητική πορεία προς τη λύτρωση. Συνήθως όμως οι Τζαϊνιστές υιοθετούν 16 τελετουργίες, που καλύπτουν όλο τον κύκλο του ανθρώπινου βίου• δεν τηρούν όμως μεταθανάτιες ιερουργίες, όπως οι ινδουιστές. Οι καθιερωμένες τελετές τερματίζονται με την καύση του νεκρού.
Ιστορική διαδρομή. Η πρώτη περίοδος του Τζαϊνισμού, από τον 6ο αι. π.Χ. ως τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, υπήρξε διαμορφωτική με κέντρο τη μοναχική κοινότητα. Για τη σταθεροποίηση της τζαϊνικής παράδοσης και των ιερών κειμένων συνήλθαν αρκετές Σύνοδοι. Οι μαθητές του Μαχαβίρα διέδωσαν τη διδασκαλία του από τις ΒΑ. ως τις ΒΔ. περιοχές της Α. Ινδίας. Κατά τον 3ο αι. π.Χ. ο Τζαϊνισμός διείσδυσε στην Κεντρική και Ν. Ινδία. Η ανάπτυξη του Τζαϊνισμού περιορίστηκε στην ινδική χερσόνησο.
Η τζαϊνική κοινότητα χωρίστηκε (79 μ.Χ.) στους Σβετάμπαρα και στους Ντιγκάμπαρα. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι ένας τέλειος Άγιος είναι απόλυτα ελεύθερος από κάθε τι γι’ αυτό δεν πρέπει να κατέχει ούτε ένα κουρέλι. Για να προσεγγίσουν αυτό το ιδανικό, οι μοναχοί δεν φορούν τίποτε. Ακόμη και οι λαϊκοί παλαιότερα περιφέρονταν γυμνοί, ώσπου οι Μουσουλμάνοι τους επέβαλαν ένα κόσμιο ένδυμα. Σήμερα και αυτοί φορούν έναν απλό, λευκό χιτώνα αλλά η παλαιά διάκριση παραμένει. Υπάρχουν ακόμη και άλλες διαφορές, που σταθεροποιούν αυτό το Σχίσμα. Οι Ντιγκάμπαρα π.χ. πιστεύουν ότι μία γυναίκα δεν μπορεί να σωθεί, όσον καιρό παραμένει στις επίγειες ενσαρκώσεις γυναίκα και θεωρούν απόκρυφες τις ιερές Γραφές που αναγνωρίζει ο άλλος κλάδος. Στο Σχίσμα αυτά συνέβαλαν, εκτός των θρησκευτικών, και λόγοι γλωσσικοί, τοπικιστικοί κ.ά. Οι δύο κλάδοι των Τζαϊνιστών αναπτύχθηκαν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές: Οι Σβετάμπαρα κυρίως στο βόρειο και το δυτικό τμήμα της χώρας, οι Ντιγκάμπαρα στην Κεντρική και Ν. Ινδία.
Η δεύτερη περίοδος, από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ως το 12ο αι. χαρακτηρίζεται από γενικότερη ανθοφορία και μεγαλύτερη συμμετοχή των λαϊκών στην ανάπτυξη του Τζαϊνισμού. Συγκεκριμένες δομές για την κοινότητα των λαϊκών διαμορφώθηκαν τον 5ο αι. μ.Χ.
Στην τρίτη περίοδο, 12ος αι μ.Χ. παρατηρούνται τάσεις μεταρρυθμίσεων και νέων ανελίξεων. Κάτω από την πίεση αναγεννητικών θεϊστικών κινημάτων του Ινδουισμού (12ος αι μ.Χ.) και στη συνέχεια κάτω από την προέλαση του Ισλάμ άρχισε η συρρίκνωση. Από το 1500 σταθεροποιείται η κατανομή των Τζαϊνιστών σε διάφορες επαρχίες της Ινδίας. Πολλές ανανεωτικές κινήσεις εμφανίστηκαν μέσα στον Τζαϊνισμό. Από τους Σβετάμπαρα προήλθαν το 1653 οι Στανακβάσιν και το 1761 οι Τεραπάντιν (Terapanthin) διαμαρτυρόμενοι για την προσφερόμενη τιμή στα αγάλματα και γενικότερα για το λατρευτικό τυπικό στους Ναούς.
Στην εποχή μας οι Τζαϊνιστές ανέπτυξαν αξιόλογες προσπάθειες στο χώρο των κοινωνικών αναζητήσεων. Ο ίδιος ο Μαχάτμα Γκάντι επηρεάστηκε από τη διδασκαλία και το ήθος τους. Οι Τζαϊνιστές σήμερα στην Ινδία υπολογίζονται στο 3.000.000 (κατά την απογραφή του 1981, 2,6). που αντιστοιχούν σε λιγότερο από 0.5% του ινδικού πληθυσμού. Τα 50% των Τζαϊνιστών ζουν σε αστικά κέντρα και είναι ως επί το πλείστον ευκατάστατοι και με κοινωνική επιρροή. Οι μοναχοί και μοναχές το 1977 υπολογίζονταν σε 5.500. Ο Τζαϊνισμός παρουσίασε μεγάλη ανθεκτικότητα. Η ιστορία του μέσα στην Ινδία υπήρξε συνεχής -πράγμα που δεν πέτυχε π.χ. ο Βουδδισμός.
Γράμματα-Τέχνες. Ο Τζαϊνισμός καλλιέργησε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα γράμματα, σε διάφορες τοπικές ινδικές γλώσσες (π.χ. τον 5ο αι. οι Ντιγκάμπαρα στην Κεντρική και Ν. Ινδία, και μερικούς αιώνες αργότερα οι Σβετάμπαρα στη Β. και Δ. Ινδία). Από τα μεσαιωνικά χρόνια θεωρούνταν ιδιαίτερα αξιόμισθο έργο η αντιγραφή ενός ιερού κειμένου. Οι τζαϊνικές βιβλιοθήκες περιέχουν πολύτιμους θησαυρούς τζαϊνικών και μη χειρογράφων. Σήμερα, με χορηγία Τζαϊνιστών, λειτουργούν σημαντικοί εκδοτικοί οίκοι και πολλά κέντρα μελέτης και έρευνας.
Οι Τζαϊνιστές φημίζονται στο χώρο της αρχιτεκτονικής. Ως έκφραση ευλάβειας ανεγείρουν επιβλητικούς και περίτεχνους Ναούς. Μερικοί από τους ωραιότερους Ναούς στην Ινδία οικοδομήθηκαν για να στεγάσουν αγάλματα των Τιρτάμκαρα, όπως στα όρη Girnar και Abu (όπου ένας από τους παλαιότερους Ναούς ανεγέρθηκε το 1032 και πολλοί χτίστηκαν με λευκό, φροντισμένο μάρμαρο). Οι Τζαϊνιστές καλλιτέχνες διακρίθηκαν επίσης στη γλυπτική με τα επιβλητικά αγάλματα, που δημιούργησαν από λίθο, μάρμαρο, τερρακότα ή μέταλλο (ένα άγαλμα στο Αμπού ζυγίζει περισσότερο από 4 τόνους)• επίσης στην ξυλογλυπτική, που καλλιεργήθηκε εντυπωσιακά στις περιοχές του Ρατζαστάν και Γκουτζαράτ, και στη ζωγραφική, η οποία χρησιμοποιήθηκε για διακόσμηση των Ναών, και ιδιαίτερα των πολλών χειρογράφων.
Η τζαϊνική τέχνη, παρά τα πολυτελή μέσα που χρησιμοποιεί, προσπαθεί να εκφράσει το ασκητικό ιδεώδες, τονίζοντας ότι η πραγμάτωση της φύσης των ανθρώπων πρέπει να αναζητηθεί στην απάρνηση.