


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους: “ὡς μὴ ἐρχομένου δέ μου πρὸς ὑμᾶς ἐφυσιώθησάν τινες·” ( Α’Κορ.4 , 18). Για ποιο λόγο υπερηφανεύτηκαν; Ο θείος απόστολος απουσίαζε πολύ καιρό και μεταξύ των χριστιανών της Κορίνθου έγινε αυτό που συνήθως γίνεται όταν το ποίμνιο μένει χωρίς καλό ποιμένα, όταν αφήνεται στην τύχη του.
Βρέθηκαν στο ποίμνιο του Χριστού άτομα που είχαν ξεχάσει την ταπείνωση, την πραότητα και την αγάπη, είχαν ξεχάσει όλα όσα δίδασκε ο Ποιμήν ο Καλός, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και άρχισαν να ακολουθούν τη δική τους λογική. Βρέθηκαν μεταξύ των Κορινθίων άνθρωποι που άρχισαν να κατηγορούν τον απόστολο Παύλο να λένε οτι δεν είναι δυνατός στο λόγο ,οτι δεν είναι καλός ομιλητής. Θεωρούσαν τον εαυτό τους καλύτερο από αυτόν και έλεγαν οτι έχει πολλά ελατώματα.Όλο και περισσότερο φούσκωναν από υπερηφάνεια.
“ἐλεύσομαι δὲ ταχέως πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ γνώσομαι οὐ τὸν λόγον τῶν πεφυσιωμένων, ἀλλὰ τὴν δύναμιν· οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ἐν δυνάμει.” Α’ Κορ. 4.19 – 20) . Ο θείος Παύλος δοκιμάζει την καρδιά αυτών των υπερηφάνων, όχι από τα λόγια , αλλά από τη δύναμή τους.Λέει οτι θα δει αν υπάρχει στην καρδιά τους η δύναμη του Χριστού. Αν είναι κενά τα λόγια τους η έχουν δύναμη.
“οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ἐν δυνάμει”.Ποιά είναι αυτή η Βασιλεία του Θεού για την οποία μιλάει; Είναι η Βασιλεία του Θεού η οποία υπάρχει μέσα μας, η οποία αποκαλύπτεται στην ψυχή κάθε γνήσιου χριστιανού ήδη εδώ στη γή και όχι μόνο μετά τη Φοβερά Κρίση του Κυρίου. Γι αυτή λοιπόν την Βασιλεία του Θεού μιλάει εδώ ο θείος απόστολος. Και αυτή η Βασιλεία του Θεού μέσα στην καρδιά μας “οὐ γὰρ ἐν λόγῳ… ἀλλ᾿ἐν δυνάμει”. Και αυτό σημαίνει οτι όχι από τα λόγια μας γίνεται φανερό αν μετέχουμε η όχι στη θεία και αιώνια ζωή αλλά από την πνευματική δύναμη. Και αν έχουμε η όχι αυτή τη δύναμη το δείχνει η ζωή μας, οι πράξεις μας.
Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι “ρήτορες” που φαίνονται δυνατοί εν λόγω, που με την ευγλωττία τους σαγηνεύουν τις καρδιές των ανθρώπων. Αλλά ποιών ανθρώπων; Αυτών που γοητεύονται από τα εξωτερικά σχήματα. Διότι μόνο σχήματα υπάρχουν στα λόγια τέτοιων “ρητόρων” , μόνο σχήματα και όχι δύναμη, η δύναμη δεν υπάρχει καθόλου.
Την δύναμή του, την γνήσια πνευματική δύναμη που μπαίνει βαθιά στην καρδιά των ανθρώπων, ο ανθρώπινος λόγος, την αποκτά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μόνο ο λόγος των ανθρώπων που ζουν εν Αγίω Πνεύματι έχει αυτή την αληθινή δύναμη που αιχμαλωτίζει την καρδιά αυτών που τον ακούνε. Είναι η δύναμη του Θεού, η δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Οι άνθρωποι όταν γίνονται μετοχοι αυτής της δύναμης αγιάζονται, αποκτούν καθαρή καρδιά, την αγάπη προς το καλό και την αλήθεια και μισούν το κακό και το ψεύδος. Μόνο στην καρδιά τέτοιων ανθρώπων αποκαλύπτεται η δύναμη του Θεού και η δύναμη του Αγιου Πνεύματος που κατοικεί μέσα τους.
Αυτή η δύναμη αιχμαλωτίζει την καρδιά των ανθρώπων. Μπορεί κανείς να είναι πάντα σιωπηλός, να μη μιλάει, να μην κυρήττει. Μπορεί να μην έχει την ικανότητα του λόγου και ταυτόχρονα να αγγίζει την καρδιά των ανθρώπων, να μπαίνει βαθιά μέσα της. Και χωρίς να έχουμε την ικανότητα του λόγου, μέσα στη σιωπή, αν οι πράξεις μας φανερώνουν την καλωσύνη μας, την ταπείνωση της καρδιάς, την δύναμη της πίστεως και την αγάπη, τότε εκπέμπουμε τέτοια ευωδία σαν το τριαντάφυλλο.
Το τριαντάφυλλο δεν μιλάει αλλά μοσχοβολάει δυνατά. Το ίδιο και εμείς πρέπει να μοσχοβολάμε, να εκπέμπουμε την πνευματική ευωδία, την ευωδία του Χριστού. Να ακούγεται από μακρυά το άρωμα των πράξεών μας,καλών, καθαρών, δίκαιων και γεμάτων αγάπη.Μόνο έτσι μπορεί να φανερωθεί η Βασιλεία του Θεού, η οποία υπάρχει μέσα στην καρδιά μας, να φανερωθεί όχι εν λόγων αλλά εν δυνάμει. Αμήν.
(πηγή : από το βιβλίο Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980) .Έκδοσις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ)
Τις προάλλες διάβαζα ένα βιβλίο της γερόντισσας Γαβριηλίας και έλεγε πως αν δεν σπάσεις το εγώ και το αδειάσεις, πώς θα κάνεις χώρο να έρθει ο Θεός; Και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος [ Κατά Ιωάννην 3,30] μας λέει...΄Εκείνος πρέπει να αυξάνει, εγώ δε να ελαττώνομαι΄.Και σκεφτόμουν πως ο εγωισμός είναι από τα σημαντικότερα αναχώματα της συνεύρεσης μας με τον Κύριο! Ακούω πολλούς ανθρώπους να ρωτάνε πώς θα βρουν το Χριστό, πώς θα νιώσουν το Χριστό, πώς θα ακούσουν το Χριστό! Αν δεν γονατίσει η καρδιά μας, αν δεν ξεφουσκώσουμε την αλαζονεία, τον εγωισμό και την αυτοπεποίθηση μας, είναι απίθανο να συνευρεθούμε με το Θεό! Άγαπάτε, υπομένετε, παραβλέπετε, μην εξάπτεσθε, αλληλοσυγχωρείτε για να ομοιάσετε του Χριστού μας και να αξιωθείτε να είστε κοντά Του εις την Βασιλείαν Του΄.[ γέροντας Εφραίμ Φιλοθείτης]
Βέβαια η μετάβαση από την πεποίθηση στον εαυτό μας, στην πεποίθηση στο Θεό είναι συνήθως επώδυνη γιατί μας φέρνει σε διαμάχη με τα πάθη και τις αδυναμίες μας! Αχ! Και αυτά τα πάθη αντιστέκονται σθεναρά στην εξέλιξη μας!
Σε κοιτώ πάνω στο Σταυρό και βλέπω και τον κενό Σου Τάφο και η Αγάπη Σου με συγκλονίζει! Άφησες τη Δόξα Σου και ενανθρώπησες για μας! Η θυσία Σου με κινητοποιεί να θυσιάσω κι εγώ κάτι από τον εαυτό μου και όλον να Σου τον δώσω, να τον ακουμπήσω στα πόδια Σου, να τον κάνεις ό,τι θες! Να έρθεις μέσα μου, να φύγω εγώ! Τί είμαι άλλωστε εγώ χωρίς Εσένα; Μα δεν το έχω δει τόσα χρόνια; Όταν ήμουν άρρωστη με παρηγόρησες και με θεράπευσες, όταν οι σχέσεις μου νοσούσαν τις γιάτρεψες, όταν δεν είχα να φάω με τάισες, όταν δεν είχα ρούχα με έντυσες….
Στα σκοτάδια με φωτίζεις, στις θλίψεις με ανακουφίζεις, στις λύπες με κάνεις να χαμογελώ! Εσύ! Όλα Εσύ! Πριν μόνη μου βυθιζόμουν στα κύματα της ταραγμένης ζωής μου, τώρα μαζί Σου, απολαμβάνω τη διακριτική αύρα της Παρουσίας Σου!
Και όλα αυτά γιατί Σου έκανα χώρο να μπεις στην καρδιά μου, να μπεις στη ζωή μου! Δεν είναι παραχώρηση, δεν είναι υποχώρηση, δεν είναι ήττα η έλευση Σου στη ζωή μου! Είναι νίκη, γιατί είσαι ο Νικητής! Είναι ελευθερία, γιατί είσαι ο Λυτρωτής! Είναι έμπνευση, γιατί έστειλες το Πνεύμα το Άγιο! Είναι ελπίδα, γιατί είσαι η Ανάσταση!
Ας προσευχόμαστε καθημερινά να ζούμε κάθε μας στιγμή μέσα στην παρουσία του Θεού, να λιγοστεύουμε εμείς και να αυξάνει Εκείνος, γιατί αυτή η αναλογία θα μας οδηγήσει στη Βασιλεία των Ουρανών! Αμήν!
"Αν δεν γίνητε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις τη Βασιλεία των Ουρανών"!
…Και κάπου εκεί στην εφηβεία, αντίο αθωότητα, αντίο ανεμελιά, αντίο ξεγνασιά! Και όσο προχωράει η ενηλικίωση αφήνουμε ολοένα και πιο πίσω το παιδί που έπαιζε με τις κούκλες και τα αυτοκινητάκια, που εξερευνούσε με τα γεμάτα αθωότητα μάτια του τα πάντα γύρω του, που με το γέλιο του γέμιζε το σπίτι χαρά!
Τώρα, βάρυναν οι ώμοι από τα προβλήματα, βάρυνε η καρδιά από το άγχος, έφυγε το χαμόγελο από τα χείλη, έφυγε η αθωότητα από το βλέμμα! Ενήλικες… άνθρωποι κουρασμένοι, θλιμμένοι, αγχωμένοι, ζούμε με χιλιάδες νευρώσεις και την αγωνία του σήμερα και του αύριο! Με μια καρδιά που ασφυκτιά μέσα στα προβλήματα της καθημερινότητας και που έχει ξεχάσει πλέον να χτυπά στο ρυθμό της χαμένης παιδικότητας!
Οι μέριμνες πήραν τη θέση του παιχνιδιού, οι υποχρεώσεις δεν αφήνουν χρόνο για ονειροπόληση και φαντασία, οι γρήγοροι ρυθμοί δεν επιτρέπουν την αναπόληση των παιδικών χρόνων και την ενθύμηση της ύπαρξης κάποτε ενός παιδιού που ήταν πολύ χαρούμενο και ειρηνικό, ενός παιδιού που στην πορεία της ζωής το ξεχάσαμε κάπου εκεί βαθιά μέσα μας και δεν ασχοληθήκαμε ποτέ ξανά μαζί του!
Κι όμως, αυτό το παιδί υπάρχει ακόμα εκεί! Ας γυρίσουμε πίσω να το ξαναβρούμε!
Ας ψάξουμε μέσα στην καρδιά μας να το ανακαλύψουμε! Και τότε θα πούμε ‘Γιατί άφησα να μεγαλώσω; Πώς ξεγελάστηκα;’ Αυτό το παιδί θα μας διασφαλίσει τη χαρά, την ειρήνη, την ισορροπία… αυτό το παιδί θα μας οδηγήσει και θα μας συνδέσει με το Χριστό! Να είμαστε παιδιά όλη μας τη ζωή! Τι ευτυχία! Φοβερή κατάκτηση στον αδυσώπητο αιώνα τούτο που κατασπαράζει κάθε τι αγνό, φωτεινό και αθώο!
Να είμαστε παιδιά στην καρδιά, όχι στο μυαλό! Αθώοι, όχι χαζοί… ανέμελοι, όχι αναίσθητοι… απλοί, όχι αφελείς… χαρωποί, όχι χαζοχαρούμενοι… ταπεινοί, όχι ταπεινολόγοι… με πίστη απλή και άδολη, με φως να αντανακλά στο πρόσωπο, με διάθεση και κέφι για ζωή!
Κι εμείς οι χριστιανοί οφείλουμε να αναζητήσουμε και να αφυπνίσουμε το παιδί που υπάρχει μέσα μας και έτσι με μια καρδιά γεμάτη φως, ελπίδα, πίστη και χαρά να αντανακλούμε τον Αναστημένο Χριστό γιατί τελικά αυτό το παιδί που ο καθένας έχει μέσα του μπορεί να ακούσει το Χριστό!
‘Αφήστε τα παιδιά να έρχονται σε Μένα και μην τα σταματάτε, επειδή η Βασιλεία του Θεού ανήκει σε εκείνους που μοιάζουν με αυτά!’
(Α.Β)
(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανιας).
Ινδουισμός. Η πολύπτυχη θρησκευτική παράδοση των Ινδών, που περικλείει σε μικρογραφία τους περισσότερους τύπους θρησκευτικής εμπειρίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε στους νεότερους χρόνους από Ευρωπαίους μελετητές, για να περιλάβει την απίθανη ποικιλία θρησκειακών μορφωμάτων, που αναπτύχθηκε στη διαδρομή των αιώνων στην Ινδική χερσόνησο. Οι ίδιοι οι Ινδοί ονομάζουν τη Θρησκεία τους ‘σανάτανα ντάρμα’ (sanatana dharma), δηλ. αιώνιο νόμο ή αιώνια θρησκευτική διδασκαλία. Αριθμητικά είναι η τρίτη μεγάλη Θρησκεία, μετά το Χριστιανισμό και το Ισλάμ.
Παλαιότερα, ορισμένοι συγγραφείς εξέταζαν ως ιδιαίτερα θρησκεύματα το Βεδισμό, το Βραχμανισμό και τον Ινδουισμό. Προτιμούμε την υιοθετούμενη από τους ίδιους τους Ινδούς και τους σύγχρονους ερευνητές διαπραγμάτευση των δύο πρώτων ως αρχικών στρωμάτων του Ινδουισμού. Στην ινδική θρησκευτικότητα υπάρχει αδιάκοπη αναζήτηση, συνεχής ανέλιξη. Οι Ινδοί θεωρούν τη Θρησκεία τους αιώνια και πιστεύουν ότι οι ρίζες της βυθίζονται στην αρχή του κόσμου.
Ο Ινδουισμός είναι το αποτέλεσμα διαδικασιών που κράτησαν χιλιάδες χρόνια και αποτελείται από αλλεπάλληλα θρησκευτικο-πνευματικά στρώματα. Συχνά, τα πρώτα σπέρματα βασικών ινδουιστικών ιδεών εμφανίζονται σε μία αρχαιότερη περίοδο, αλλά η ουσιαστική ανάπτυξη και καρποφορία συντελείται σε μια επόμενη ή μεθεπόμενη φάση. Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς τον καθορισμό των επί μέρους περιόδων ανάπτυξης του Ινδουισμού. Σημαντικές παραλλαγές παρατηρούνται ως προς τον προσδιορισμό τους και τα χρονικά όριά τους. Διαγραμματικά διακρίνονται:
1. Προβεδική περίδος (4η χιλιετία - μέσα 2ης χιλιετίας π.Χ.). Ορισμένοι την αποκαλούν προϊστορική, άλλοι «πρωτο-ιστορικό» Ινδουισμό. Σ' αυτή δεσπόζει η παλαιά Θρησκεία των λαών της κοιλάδας του Ινδού ποταμού. 2. Βεδική (περίπου μέσα 2ης χιλιετίας - 7ος αι. π.Χ.), κατά την οποία πραγματοποιείται η σύνθεση και συλλογή των βεδικών ύμνων. 3. Περίοδος ζυμώσεων και αντιδράσεων (7ος - 2ος αι. π.Χ.). Η παλαιά βεδική Θρησκεία εξελίσσεται προς μονιστικές και μονοθεϊστικές κατευθύνσεις. Συγχρόνως αναπτύσσονται οι βασικές αντιλήψεις της ινδικής θρησκευτικής σκέψης και πνευματικότητας. Αναδύονται ο Τζαϊνισμός και ο Βουδδισμός, που εξελίσσονται σε ιδιαίτερες θρησκείες. 4. Περίοδος παγίωσης του κλασικού Ινδουισμού (2ος αι. π.Χ. - 8ος αι. μ.Χ.). Οι ιδέες που εμφανίζονται στα έπη και την πουρανική φιλολογία τονώνουν ένα τύπο θρησκευτικότητας στραμμένης σε προσωπικούς θεούς. Επίσης, στο θεωρητικό πεδίο διαμορφώνονται τα βασικά θεολογικά -φιλοσοφικά συστήματα. 5. Αύξηση και ακμή της μπάκτι (bhakti) θρησκευτικότητας (8ος - 19ος αι.). Αναπτύσσονται, ιδιαίτερα στο δραβιδικό Νότο, ενθουσιώδεις λατρείες με κέντρο την αφοσίωση σε ορισμένη θεότητα. Από τη συνάντηση Ινδουισμού και Ισλάμ προκύπτει (15ος αι.) μια νέα θρησκεία, ο Σικχισμός. 6. Σύγχρονη περίοδος (19ος αι. ως σήμερα), κατά την οποία ο Ινδουισμός αντιμετωπίζει την επιρροή του δυτικο-ευρωπαϊκού Χριστιανισμού και πολιτισμού. Η αντίδραση στις ξένες επιδράσεις συμβάλλει στην εκ νέου κατάφαση των παλαιών αξιών του ινδικού πολιτισμού και στην ανασύνταξη της ινδουιστικής θρησκείας.
Στη μακραίωνη θρησκευτική σύνθεση που πραγματοποιήθηκε στους κόλπους του Ινδουισμού διαφαίνονται δύο διεργασίες. Η πρώτη, που θα την ονομάζαμε «σανσκριτοποίηση», υπήρξε μια τάση να ενσωματωθούν τοπικές λατρείες και αντιλήψεις της πολυποίκιλης ινδικής υπαίθρου στον κλασικό βραχμανικό πολιτιστικό και θρησκευτικό τύπο (π.χ. να δοθούν σανσκριτικά ονόματα σε θεότητες διαφόρων χωριών και να αναγνωριστεί η υπεροχή των Βραχμάνων). Η άλλη διεργασία, που θα μπορούσε να αποκληθεί «δραβιδοποίηση», συνέβαλε στη σταδιακή απορρόφηση από τους ινδο-ευρωπαίους Αρίους ορισμένων στοιχείων της Θρησκείας και του πολιτισμού της Ν. Ινδίας. Δραβίδες ονομάζονται οι γηγενείς μελανοϊνδικοί λαοί που ομιλούν σήμερα τις γλώσσες Ταμύλ, Τελέγκου, Καναρέσε, Μαλαγιαλάμ και Τούλου. Οι λαοί αυτοί στα νεότερα χρόνια έχουν έντονα αντιδράσει στις θρησκευτικές και κοινωνικές απαιτήσεις των Βραχμάνων και στην επιβολή της γλώσσας Χίνα, απογόνου της αρχαίας σανσκριτικής, στο νότιο τμήμα της Ινδίας.
Διδασκαλία. Ο Ινδουισμός δεν έχει κοινό πιστεύω. Είναι κατεξοχήν ελαστικός. Χωρίς δυσκολία υιοθετεί και αφομοιώνει νέες αντιλήψεις. Ένας Ινδουιστής μπορεί να λατρεύει ένα θεό ή πολλούς, να λατρεύει κάποιον άνθρωπο σαν θεό ή να μην λατρεύει κανένα θεό. Οι θρησκευτικές δοξασίες και αντιλήψεις των Ινδών παρουσιάζονται εξαιρετικά δαιδαλώδεις και οι διάφορες απόπειρες λογικών ταξινομήσεων και αναλύσεων παραμένουν ατελείς και συμβατικές. Πάντως, ως καθολικά χαρακτηριστικά στοιχεία των διαφόρων ινδουιστικών ομάδων εμφανίζονται η πεποίθηση στη μετενσάρκωση, στον καθοριστικό ρόλο του κάρμα (Karma) και η αναγνώριση των «Βεδών» ως αυθεντικής αποκάλυψης. Ο Ινδουισμός γενικά τονίζει την τελική ενότητα του σύμπαντος, την ενότητα του Θείου, το θεϊκό χαρακτήρα της ψυχής. Διακηρύσσει επίσης ότι η πνευματικότητα πρέπει να εκφραστεί με ανιδιοτελή βίο και ότι πολλοί δρόμοι οδηγούν στην Υπέρτατη πραγματικότητα.
Πηγές. Τα ιερά κείμενα του Ινδουισμού αποτελούν μία πολύτομη φιλολογική παραγωγή, που διαμορφώθηκε σε διάστημα δύο σχεδόν χιλιετηρίδων. Η ιερή αυτή γραμματεία δεν είναι σαφώς και αυστηρώς περιχαρακωμένη, ώστε ν' αποτελεί ένα είδος «κανόνα». Συνήθως διακρίνονται η ‘σρούτι’ (sruti), που σημαίνει αυτό που έχει ακουστεί και, κατ' επέκταση, αυτό που έχει αποκαλυφθεί, και η ‘σμρίτι’ (smriti), που δηλώνει την παράδοση. Μεγαλύτερο κύρος έχει η πρώτη ομάδα. Σ' αυτήν ανήκουν: 1. Οι «Βέδες», που θεωρούνται η αρχαιότερη και σημαντικότερη ιερή συλλογή και περιλαμβάνουν, στη σανσκριτική, ύμνους και λατρευτικές διατάξεις. 2. Οι «Βραχμάνες», ογκώδη βιβλία, σε πεζό λόγο, που αποτελούν υπομνήματα των «Βεδών», κυρίως επί των τελετουργικών θεμάτων. 3. Οι «Ουπανισάδες», που επιχειρούν τη φιλοσοφική εμπέδωση των «Βεδών» και διακρίνονται για τη διανοητική και ποιητική τους έξαρση. Αποτελούνται από πραγματείες, ομιλίες, αφορισμούς, ύμνους, γνωμικά και αποφθέγματα παλαιών Ινδών ασκητών και σοφών, που εκφράζουν εμπειρίες για το απόλυτο Ένα.
Στην ομάδα Σμρίτι εντάσσονται: 1.Τα έπη «Ιτιχάσας» (itihasas), που περιλαμβάνουν τα ποιήματα «Μαχαβάρατα» και «Ραμάγιανα» και είναι για τους Ινδούς ό,τι η Iλιάς και η Οδύσσεια για τους Έλληνες. Αποτελούν το πρότυπο της ινδικής και, ευρύτερα, της ασιατικής ποίησης. Το τελευταίο μέρος της «Μαχαβάρατα». που θεωρείται το άνθος της ινδικής θρησκευτικής έμπνευσης, αποσπάται συνήθως από το υπόλοιπο έπος και απαρτίζει το κατεξοχήν βιβλίο της θρησκευτικής οικοδομής των Ινδών, τη «Βαγκαβατγκίτα», δηλ. «Το άσμα του Κυρίου» ή «του Υπερόχου». 2. Οι «Ντάρμα-σούτρας» και «Ντάρμα-σάστρας». Πρόκειται για έργα φιλοσοφικο-θρησκευτικά, στα οποία αποθησαυρίζονται παραδόσεις τελετουργικές και νομικές, που αφορούν σε πρακτικές πλευρές της ινδικής θρησκευτικότητας. 3. Οι «Πουράνας», που αποτελούν συλλογές της μετακλασικής θρησκευτικής φιλολογίας, η οποία αναπτύχθηκε στη διάρκεια της πάλης του Ινδουισμού με το Βουδδισμό, και ιδιαίτερα μετά από αυτήν. Ενσωματώνουν παλαιές παραδόσεις και βοηθούν στη γνώση των θρησκευτικών ζυμώσεων που συντελέστηκαν στον ινδικό κόσμο. 4. Οι «Άγκαμας» και οι «Τάντρας». Οι τελευταίες είναι εγχειρίδια μαγείας και
μυθολογίας, που περιγράφουν ιδιότυπες τελετουργίες, δίνοντας οδηγίες για την απόκτηση υπερφυσικών δυνάμεων. Υπάρχουν ακόμη πολυάριθμα βιβλία φιλοσοφικού, θεολογικού και υμνολογικού χαρακτήρα πολλά γραμμένα σε τοπικές διαλέκτους. που επηρεάζουν τη θρησκευτική ζωή των Ινδών. Τα ιερά κείμενα του Ινδουισμού αποτελούν μια πολύτομη και δαιδαλώδη φιλολογία στην οποία συναντούμε τις πιο αντίθετες απόψεις και τάσεις.
Αντιλήψεις περί Θείου. Η κλασική ινδική φιλοσοφία και θρησκευτικότητα παρατρέχει την επιφάνεια της ζωής και στρέφεται κυρίως στα προβλήματα τα οποία σχετίζονται με το άπειρο, το Υπερβατικό. Αναζητεί την πρώτη αιτία των πάντων, ενδιαφέρεται για εκείνο που υπάρχει «πέρα από τις κατηγορίες της ανθρώπινης σκέψης», για την αναζήτηση του αμετάβλητου της παγκόσμιας αρμονίας, της αιώνιας ουσίας, που διαπερνά το σύμπαν.
Το πιο αρχαϊκό στρώμα όπως παρουσιάζεται στις «Βέδες», χαρακτηρίζεται από ανθρωπομορφικό πολυθεϊσμό. Στη «Ριγκ-Βέδα» έχουν συγκεντρωθεί ύμνοι σε διάφορους θεούς και μαρτυρούν ένα είδος φυσιολατρίας. Το βεδικό πάνθεο περιλάμβανε πολλούς θεούς, όπως τον Βαρούνα, εξουσιαστή του ουράνιου χώρου, τον Αγκνί, θεό της φωτιάς, τον Ίντρα, θεό της βροχής, τον Ρούντρα, θεό των βουνών και της χιονοθύελλας. Συγχρόνως όμως, από τις «Βέδες» αναδύεται ένας συνθετότερος στοχασμός γύρω από τους θεούς και αναπτύσσονται τα πρώτα σπέρματα ενός μονιστικού Πανθεϊσμού.
Τα περισσότερα ινδουιστικά συστήματα αρνούνται την ύπαρξη ενός προσωπικού, υπέρτατου Θεού, δημιουργού και κυβερνήτη του κόσμου. Αναφέρονται στο Βράχμαν ως την ύψιστη, απρόσωπη αρχή, που βρίσκεται πάνω απ' όλα, μέσα σ' όλα, περικλείει τα πάντα, διαποτίζει τα πάντα. Σύμφωνα με τις «Ουπανισάδες» Βράχμαν είναι ο αιθέρας, η ζωή, το κενό· περιλαμβάνει ό,τι υπάρχει και ό,τι δεν υπάρχει, βρίσκεται πέρα από κάθε ορισμό.
Στον κλασικό Ινδουισμό διαπιστώνεται συνύπαρξη εναλλακτικών τύπων λατρείας του Βίσνου και του Σίβα, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν δύο μορφές του υπέρτατου Θεού. Στον κύκλο των Βαϊσνάβα (Vaisnava, δηλ. των πιστών στον Βίσνου) αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η διδασκαλία περί αβατάρα, η πίστη στις διαδοχικές ενσαρκώσεις του Βίσνου. Ο όρος σημαίνει κάθοδο, κατάβαση της θεότητας στη γη (ava = κάτω). Η διδασκαλία αυτή εμφανίζεται με μεγάλη εκφραστική δύναμη στη «Βαγκαβατγκίτα». Προβάλλει ως αντίδραση στο μονισμό και τον πολύτροπο πολυθεϊσμό. Ενώ στις «Ουπανισάδες» το υπέρτατο Ον παρουσιάζεται συνήθως απρόσωπο και χωρίς ιδιότητες, στις μορφές του Κρίσνα και του Ράμα το απόλυτο αυτό γνωρίζεται, γίνεται προσφιλές και ταυτίζεται με κάθε τι που υπάρχει. Σύμφωνα με το δόγμα αυτό, όταν ο κόσμος βρίσκεται σε φοβερή κρίση, ο προνοητής θεός Βίσνου, για να δώσει λύση στο αδιέξοδο κατέρχεται με μια ορισμένη μορφή. Μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί 8 αβατάρα. Ο Βίσνου έχει εμφανιστεί στο παρελθόν ως Ιχθύς (Matsya), Χελώνα (Kurma), Κάπρος (Varaha), Λεοντάνθρωπος (Narasimha), Νάνος (Vamana), πελεκυφόρος Ράμα (Parasurama), Κρίσνα (Krsna) και Ράμα (Rama). Στο θεολογικό αυτό σύστημα των Βαϊσνάβα εκτός από τους αβατάρα υπάρχουν και άλλες λαοφιλείς θεότητες, όπως ο Σρι Γκανέσα (Sri Canesa), ο οποίος παρουσιάζεται με μορφή καλοκάγαθου ελέφαντα και πιστεύεται ότι είναι γιος του Βίσνου.
Στη «Βαγκαβατγκίτα» παρουσιάζεται μια αντίληψη περί Θεού, που αποτελεί κράμα των αντιλήψεων περί απρόσωπης αρχής των «Ουπανισάδων» και της πίστης σ' έναν από τους προσωπικούς θεούς της λαϊκής ευσέβειας, τον Κρίσνα, την 7η ενσάρκωση του Βίσνου. Με τη σύνθεση αυτή εναρμονίζονται μερικές αντίθετες απόψεις, που ενυπάρχουν στη μακραίωνη παράδοση του Ινδουισμού, και έτσι επιτυγχάνεται η αξιοποίηση ορισμένων στοιχείων της ινδικής θρησκευτικής ζωής, τα οποία ενώ συγκινούν τις μάζες, δεν αφήνουν αδιάφορους τους τυπολάτρες και τους διανοούμενους. Γενικά, ο Θεός στην περίπτωση αυτή δεν ταυτίζεται με τον κόσμο, με τα σώματα ή τις ψυχές των ανθρώπων. Είναι η πρώτη αρχή και η ψυχή του κόσμου, ό,τι υψηλότερο και ωραιότερο.
Στο θρησκευτικό σύστημα της δεύτερης μεγάλης ομάδας, των Σάιβα (Saiva), των οπαδών του Σίβα κεντρική επίσης θέση κατέχουν οι θεές Κάλι και Ντούργκα. που δεσπόζουν στη λατρευτική ζωή της περιοχής της Βεγγάλης. Στο μεταγενέστερο Ινδουισμό οι γυναικείες αυτές θεότητες αποκαλούνται Σάκτι, δηλ. ενέργειες, δυνάμεις του Θεού. Συνήθως προσωποποιούνται και θεωρούνται «σύζυγοι» του Σίβα. Στο λατρευτικό αυτό τύπο αφομοιώθηκαν, ως φαίνεται, παλαιότερες μορφές λατρείας Μητέρων – θεών. Οι φανατικοί θιασώτες της λατρείας αυτής είναι γνωστοί ως Σάκτας (Saktas).
Στις «Πουράνας» και τις «Άγκαμας» επανέρχονται παλαιά θεολογικά θέματα με νέες ερμηνείες και εμφάσεις. Η θεολογία τους αντανακλά περισσότερο μια θρησκευτικότητα στραμμένη σε προσωπικούς θεούς. Η παλαιά, απρόσωπη αρχή του σύμπαντος, το Βράχμαν των «Ουπανισάδων», παίρνει στη θρησκευτική ζωή του λαού τριπρόσωπη μορφή. 'Έτσι, η προσοχή συγκεντρώνεται στο τριμούρτι (trimurti), στην τριάδα των θεών: Βράχμα, τον δημιουργό, Βίσνου, τον συντηρητή, και Σίβα, τον καταστροφέα. Δίπλα στον Βράχμα στέκεται ως σύζυγος η Σαρασβάτι, στον Βίσνου η Λάξμι και στον Σίβα η Παρβάτι. Οι διάφορες θρησκευτικές ομάδες βλέπουν το δικό τους Θεό σαν πηγή προέλευσης των δύο άλλων. Η σύνθεση του ˝τριμούρτι˝ δεν παραμένει σταθερή (πχ σε μια «Πουράνα» προστίθεται η μορφή του Κρίσνα). Ο Βράχμα κατέχει σοβαρή θέση στη θεολογία, αλλά υποχωρεί ολοκληρωτικά στη Λατρεία.
Η αφοσίωση στις θεότητες αυτές κατάκτησε το μεγαλύτερο μέρος της Ινδίας, εκτοπίζοντας τη λατρεία παλαιών βεδικών θεών, όπως του Βαρούνα, του Ίντρα κ.α. Ο επισκέπτης της Ινδίας σήμερα συναντά κυρίως αυτό τον τύπο ινδικής θρησκευτικότητας. Λέγεται ότι στο ινδουιστικό σύμπαν του υπερβατικού κινούνται 330 εκατομμύρια θεοί. Οι Ινδοί διανοούμενοι δεν ενοχλούνται από τη λατρεία πολλών θεοτήτων. Τους αντιμετωπίζουν ως εκφράσεις και εκδηλώσεις της μιας θεϊκής πραγματικότητας και υποστηρίζουν ότι οι θεότητες αυτές είναι όψεις και αντανακλάσεις του ενός. (Για τις περί Θεού αντιλήψεις του φιλοσοφικού Ινδουισμού, όπως αποκρυσταλλώθηκαν στις έξι «ορθόδοξες» ντάρσανας βλ κατωτέρω).
Ο κόσμος για την ινδουιστική σκέψη δεν δημιουργήθηκε από το Θεό εκ του μηδενός. Κινείται με απρόσωπους φυσικούς νόμους. Ότι αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις, είναι παραισθήσεις. Ο πολύμορφος κόσμος αποτελεί φανταστική εικόνα, οφθαλμαπάτη, «μάγια» (maya) και όχι πραγματικότητα. Το σύμπαν περιοδικά καταστρέφεται και αναδημιουργείται. Υπάρχει ανακύκληση των κόσμων. Αφού διανυθεί ορισμένη χρονική περίοδος ζωής, η οποία ονομάζεται κάλπα (kalpa), το σύμπαν καταστρέφεται. Μεσολαβεί περίοδος αδράνειας, ανυπαρξίας και ακολουθεί νέα φάση διαμόρφωσης καινούργιου κόσμου. Η κάλπα χαρακτηρίζεται σαν ημερονύκτιο του Βράχμα και υπολογίζεται σε 4.320 εκατομμύρια έτη (βλ.λ. Γιούγκα).
Για την ινδική σκέψη υπάρχει διαβάθμιση των όντων, που αρχίζει από τα φυτά, τα ζώα και φτάνει στους υπέρτατους θεούς. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε ενδιάμεση βαθμίδα και είναι δυνατόν να ξαναγεννηθεί παίρνοντας διάφορες μορφές ύπαρξης. Το δόγμα της μετενσάρκωσης, της ανακύκλησης των μεταβιώσεων, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του Ινδουισμού και των Φιλοσοφικών συστημάτων, τα οποία αναπτύχθηκαν στο χώρο του. Το ουσιαστικότερο στοιχείο του ανθρώπου είναι το άτμαν. Η πρώτη σημασία της λέξης ήταν ˝αναπνοή˝, ζωή, τελικά όμως έφτασε να σημαίνει: ψυχή, εγώ, συνείδηση, το όχημα του νου και του χαρακτήρα τη βαθύτερη ουσία ενός όντος. Με το θάνατο, το άτμαν αναχωρεί από το φυσικό σώμα για να κατοικήσει σ' ένα καινούργιο. Το αν στη συνέχεια ενσωματωθεί σε κατώτερη ή ανώτερη μορφή ύπαρξης, αυτό εξαρτάται από το κάρμα. Βασικά, η λέξη αυτή σημαίνει πράξη, έργο, αλλά στην ινδουιστική ορολογία δηλώνει το ποσόν ενέργειας, θετικής ή αρνητικής, που συσσωρεύει μια ύπαρξη, καθώς ζει και δρα. Η αλυσίδα των γεννήσεων, θανάτων και αναγεννήσεων, στην οποία είναι καταδικασμένο το άτμαν, ονομάζεται μπάβα - τσάκρα (bhava-cakra), τροχός της ζωής ή σαμσάρα, ανακύκληση των μεταβιώσεων.
Στη βεδική εποχή η θέση της γυναίκας ήταν σχετικά υψηλή. Αργότερα σε συσχετισμό με το γενετήσιο αυτοέλεγχο, που καλλιέργησε η Φιλοσοφία των «Ουπανισάδων», αναπτύχθηκαν στην ινδουιστική κοινωνία κανόνες, που φανερώνουν σαφή υποτίμηση της γυναίκας. Ώς κόρη είναι εξαρτημένη από τον πατέρα της, ως σύζυγος από τον άντρα της, αν χηρεύσει από τους γιους της. Δεν δικαιούται να ενεργεί αυτοδύναμα. Κατά περιόδους επικράτησε το έθιμο να καίεται μαζί με τον νεκρό σύζυγό της στην πυρά. Η θυσία αυτή (sati) θα συνέβαλλε σε μια καλύτερη μετενσάρκωση των συζύγων.
Λύτρωση. Βασικό θέμα της ινδικής θρησκευτικής αναζήτησης υπήρξε ο προσδιορισμός της οδού για τη λύτρωση. Το πρόβλημα αυτό συνυφάνθηκε με πλήθος άλλων ζητημάτων, στα οποία οι συζητήσεις και απαντήσεις κατά τη μακραίωνη εξέλιξη του Ινδουισμού υπήρξαν πολυσύνθετες. Οι τρεις δρόμοι πορείας προς τη λύτρωση, τους οποίους καθόρισε η ινδική σκέψη είναι: Η κάρμα-μάργκα (karma-marga), οδός των έργων, η τζνάνα-μάργκα (Jnana-marga), η οδός της γνώσης, και η μπάκτι-μάργκα (bhakti-marga), η οδός της αφοσίωσης Η: κάρμα-γιόγκα (karma-yoga), τζνάνα-γιόγκα (jnana-yoga), μπάκτι-γιόγκα (bhakti-yoga). Γιόγκα σημαίνει άσκηση, γυμνασία, ζεύξη. Υπάρχουν διάφορες άλλες παραλλαγές και συνδυαστικές μορφές της ινδουιστικής ευσέβειας.
Σύμφωνα με τον πρώτο δρόμο, όπως χαράχθηκε από το Βεδισμό και το Βραχμανισμό, το κέντρο της θρησκευτικής ζωής συνιστούν οι θυσίες, τα τελετουργικά έργα, και προϋπόθεση για την αποδοχή εκ μέρους των θεών των αιτημάτων του ανθρώπου αποτελεί η ακριβής τήρηση του τυπικού. Η θυσία προσφέρει και παράγει το παν. Αργότερα αναζητήθηκε βαθύτερη θεολογική ερμηνεία του νοήματος των τελετουργικών τύπων.
Η δεύτερη λυτρωτική κατεύθυνση, που επισημαίνουν κυρίως οι «Ουπανισάδες», τονίζει ότι στο σύμπαν υπάρχει ένα μόνο Άτμαν. Τα αλλά, τα επί μέρους άτμαν, αποτελούν απλώς διαφοροποιήσεις του ενός. Η ινδική σκέψη θα ταυτίσει τελικά το ένα και μοναδικό Άτμαν με το Βράχμαν. Οι «Ουπανισάδες», αναζητώντας τη σωτηρία τη μόξα (moksa) τονίζουν ότι ο τελικός σκοπός, τον οποίο πρέπει να επιδιώξει ο άνθρωπος, είναι η λύτρωση από την αδιάκοπη ροή της σαμσάρα και ότι αυτό το επιτυγχάνει, όταν συνειδητοποιήσει την ταυτότητα Άτμαν και Βράχμαν. Ο άνθρωπος, αποτελώντας μια σπίθα της παγκόσμιας ψυχής, του Άτμαν, δεν αποχωρίζεται από αυτή την ενότητα με ανυπακοή ηθικής τάξης. Η υπέρτατη αρχή του σύμπαντος το Βράχμαν, εφόσον είναι απρόσωπη, δεν μπορεί να προσβληθεί. Για την ινδική, λοιπόν, σκέψη αμαρτία κυρίως είναι η άγνοια. Και αυτή πρέπει να υπερνικηθεί με τη γνώση και την εμπειρία για να φτάσει κανείς στην έλλαμψη. Η θέληση επιστρατεύεται όχι για τη μεταμόρφωση του κόσμου, αλλά για την απομάκρυνση του ατόμου απ' αυτό τον κόσμο της απάτης.
Η «Βαγκαβατγκίτα» ως οδός σωτηρίας απλούστερη και αμεσότερη, εξήρε την οδό της αφοσίωσης σε προσωπική θεότητα (μπάκτι-μάργκα). Ο επιφανέστερος θεολόγος της αφοσίωσης και αγαπητικής προσκόλλησης σε μια ορισμένη θεότητα υπήρξε ο μεγάλος θεολόγος και ποιητής Ραμανούτζα (Ramanuja, 11ος - 12ος αι. μ.Χ.). Η θερμή αγάπη του είχε δοθεί στον Βίσνου και ιδιαίτερα στην ενσάρκωση του, τον Κρίσνα
Στο κοινωνικό πεδίο ο κλασικός Ινδουισμός, αιώνες τώρα ήδη από τη βεδική εποχή, διαχωρίζει τους ανθρώπους σε αυστηρά περιχαρακωμένες τάξεις, κάστες (varnas). Τις 4 ανώτερες τάξεις στην ινδουιστική κοινωνία αποτελούν: οι βραχμάνες (brahmanas), οι ιερείς, oι ξάτριγυας (ksatriyas), οι πολεμιστές, όπου ανήκουν βασιλείς και αριστοκράτες. Οι βαϊσυας (vaisyas) οι επαγγελματίες. Οι Σούντρας (sudras), οι χωρικοί. Όσοι βρίσκονται έξω από τις τάξεις, θεωρούνται παρίες. Οι παραδοσιακές βεδικές κάστες υποδιαιρούνται σ' άλλες μικρότερες και συνολικά φτάνουν σήμερα στις 26 χιλιάδες υποκάστες. Στην τάξη των βραχμάνων και μόνο, διακρίνονται 1.887 υποδιαιρέσεις. Στη δεκαετία του 1960 το 82.4% του πληθυσμού ανήκε στις τέσσερις παραδοσιακές κάστες, ενώ το 17.6% αποτελούσαν οι παρίες.
Η ινδουιστική παράδοση έχει καθορίσει με προσοχή τα ατομικά και κοινωνικά καθήκοντα των ανθρώπων κάθε επαγγέλματος, τάξης, κοινωνικής ομάδας και έχει υπογραμμίσει την ανάγκη περιορισμού του εγωισμού, το χρέος για συνεχή πνευματική βελτίωση και αναζήτηση της αλήθειας. Η περί σαμσάρα και κάρμα διδασκαλία ενώ παρουσιάζεται ως ηθική ερμηνεία που τονίζει τη σημασία των αγαθών ή κακών πράξεων, αποτελεί ταυτόχρονα μια αδρανοποίηση της κοινωνίας. Διότι αποδυναμώνει κάθε σκέψη εξέγερσης κατά της κοινωνικής αδικίας. Αυτό που είναι ο κάθε άνθρωπος, πλούσιος ή φτωχός, υγιής ή ασθενής οφείλεται στο γεγονός ότι στην προηγούμενη μορφή ύπαρξης είχε πράξει το καλό ή το κακό. Αμφισβήτηση των δογμάτων της σαμσάρα και του κάρμα, αγώνας για κοινωνική ισότητα σημαίνουν στην ουσία άγνοια των νόμων της ύπαρξης, ασέβεια. Το ιδανικό είναι, τελικά, η πλήρης απόσταση από τις υποθέσεις της ζωής, η αδιαφορία για τον κόσμο και την ανθρώπινη κοινωνία και η ασκητική αναζήτηση της λύτρωσης, πολλές φορές με τη μεσολάβηση υπνωτικής τεχνικής ή με ένα είδος νηφάλιας έκστασης.
Φιλοσοφικο-θεολογικά συστήματα. Οι βασικότερες κατευθύνσεις του φιλοσοφικού Ινδουισμού αποκρυσταλλώθηκαν στις 6 «ορθόδοξες» ντάρσανας (darsanas). Η καθεμιά από αυτές προσφέρει ιδιαίτερο πλαίσιο γνώσης, όπου εντάσσονται τα διάφορα στοιχεία της ινδουιστικής παράδοσης για τον κόσμο και γενικότερα για το νόημα της ζωής και τους δρόμους προς τη λύτρωση. Η καθιερωμένη σήμερα μορφή τους αποτελεί προϊόν μακροχρόνιας επεξεργασίας, στην οποία έλαβαν μέρος πολλά πρωτότυπα πνεύματα και μεταγενέστεροι σχολιαστές. Τα συστήματα αυτά είναι: 1. Η Νυάγια (Nyaya). που ασχολείται κυρίως με τις αρχές της διαλεκτικής, για να διευκολύνει το συνεπή συλλογισμό σε θρησκευτικά προβλήματα. 2. Η Βαϊσέσικα (Vaisesika), είδος φυσιοκρατικής φιλοσοφίας, που επισημαίνει τις ιδιοτυπίες (visesa) των όντων. 3. Η Σάνκυα (Sankhya), δυαλιστική φιλοσοφία, που διδάσκει ότι το σύμπαν αποτελείται από την ύλη και αναρίθμητες άυλες ουσίες. 4. Η Γιόγκα, η οποία, έχοντας ως φιλοσοφικό υπόβαθρο τη φιλοσοφία της Σάνκυα, επεξεργάστηκε κυρίως την πρακτική μέθοδο αυτοσυγκέντρωσης και αυτοβυθισμού. 5. Η Μιμάμσα (Mimamsa), ερμηνευτική θεολογία των ιερών κειμένων, και μάλιστα των τελετουργικών. Η φιλοσοφική της θέση βρίσκεται κοντά στον πλουραλιστικό ρεαλισμό των δύο πρώτων σχολών. 6. Η Βεδάντα (Vedanta) ή Ούτταρα Μιμάμσα (Uttara Mimamsa) μεταγενέστερη ερμηνευτική, η οποία επιχειρεί τη βαθύτερη κατανόηση των «Ουπανισάδων» τη σύνθεση και εναρμόνιση των θεολογικών και φιλοσοφικών στοιχείων τους.
Στο περί Θεού ζήτημα οι ντάρσανας διαφοροποιούνται σημαντικά. Η Νυάγια και η Βαϊσέσικα υιοθετούν την πίστη σ' ένα Θεό προσωπικό, ο οποίος καθοδηγεί και είναι αιώνιος, ενώ δέχονται ότι αιώνιες επίσης είναι η ύλη και οι ψυχές. Η Μιμάμσα και η αρχαία Σάνκυα αρνούνται την ύπαρξη Θεού προνοητού και υποστηρίζουν ότι ο κόσμος κινείται με βάση απρόσωπους, φυσικούς ή ηθικούς νόμους. Η κλασική Γιόγκα αναγνωρίζει ένα παντογνώστη και αιώνιο Θεό, δεν παραδέχεται όμως ότι αυτός επεμβαίνει στα ανθρώπινα. Θεό επίσης δέχεται και η μεταγενέστερη Σάνκυα. Στα κείμενα της Βεδάντα, όπως θα φανεί στη συνέχεια διακρίνονται 3 ρεύματα θρησκευτικών εμπνεύσεων. Αλλά και τα συστήματα που δέχονται Θεό, δεν καθορίζουν το όνομα του, αν αυτός λέγεται Βίσνου, Σίβα ή αν έχει άλλο όνομα, αυτό αφήνεται στη διάθεση του κάθε Ινδού.
Η Βεδάντα, που είναι η σπουδαιότερη σχολή της ινδουιστικής φιλοσοφίας και ως σήμερα ασκεί βαθιά επιρροή τόσο μέσα στην Ινδία όσο και σε άλλες χώρες, διακλαδίζεται σε 3 ιδιαίτερες σχολές: 1. Την Αντβάιτα Βεδάντα (Advaita Vedanta), δηλ τη μη δυιστική σχολή που υποστηρίζει την ενότητα της ουσίας του σύμπαντος και δεν δέχεται διάκριση ύλης και πνεύματος. Διαμορφώθηκε κυρίως από τον φιλόσοφο Σάνκαρα (Sankara, 788-820 μ.Χ.). 2. Τη Βισίστ-αντβάιτα Βεδάντα (Visist-advaita Vedanta), τη διαφοροποιημένη μονιστική σχολή του Ραμανούτζα (Ramanuja, 1017-1137 μ.Χ. ), θεωρία της πολυθεϊστικής πολυμορφίας, η οποία ισχυρίζεται ότι υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο Θεό, στην ύλη και στις ψυχές. 3. Τη Ντβάιτα Βεδάντα (Dvaita Vedanta), τη δυαλιστική σχολή του Μάντβα (Madhva, 1199-1278), η οποία δέχεται την πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου και την ύπαρξη προσωπικού Θεού.
Εκτός από τα κλασικά αυτά φιλοσοφικά συστήματα στους κόλπους του μεταγενέστερου Ινδουισμού διαμορφώθηκαν πολλές ακόμη φιλοσοφικές τάσεις και σχολές, όπως: Μεταξύ των οπαδών του Βίσνου, η Ντβαϊταντβάιτα (Dvaitadvaita) και η Σουνταντβάιτα (Suddhadvaita), που στρέφονται γύρω από τη λατρεία του Κρίσνα και μεταξύ των οπαδών του Σίβα ή Σάιβα σιντάντα (Saiva siddhanta), η κατ' εξοχήν φιλοσοφία των Σαϊβιτών της Ν. Ινδίας, ο Κασμίρα Σαϊβισμός• (Kasmira-Saivism), τύπος φιλοσοφικού μονισμού κ.ά.
Η θρησκευτική φιλοσοφία του Ινδουισμού είναι μια φαντασμαγορική δημιουργία στην οποία κινούνται με απίθανη άνεση ο ρεαλισμός και ο ιδεαλισμός, ο θεϊσμός και ο Αθεϊσμός, ο Πανθεϊσμός και ο Μονισμός, με πλήθος ενδιάμεσες συνθέσεις.
Λατρεία. Η λατρευτική ζωή του Ινδουισμού εμφανίζει πολυδαίδαλη διαφοροποίηση. Διαφέρει από κάστα σε κάστα από περιοχή σε περιοχή, από χωριό σε χωριό. Για τον ευλαβή Ινδό, αυτό που έχει σημασία είναι να λατρεύει Κάτι ή Κάποιον με όλη του την καρδιά. Εκτός από την παλαιά, βεδική λατρεία αναπτύχθηκαν στους κόλπους του Ινδουισμού και άλλες ιδιάζουσες λατρείες, οι οποίες απέκτησαν αναρίθμητους θιασώτες. Ενώ τα διάφορα θεολογικοφιλοσοφικά συστήματα δίνουν έμφαση στη γνώση για την επίτευξη της λύτρωσης, οι λατρευτικοί αυτοί κλάδοι τονίζουν τη σημασία της λατρείας ενός συγκεκριμένου Θεού και έχουν διαμορφώσει ιδιαίτερα τυπικά. Οι ομάδες αυτές χρησιμοποιούν κατ’ επιλογή θεωρίες των ντάρσανας, ενώ κινούνται κυρίως μέσα στα πλαίσια μιας θρησκευτικότητας τύπου μπάκτι.
Οι 5 σημαντικότερες ομάδες Λατρείας, που συγκεντρώνουν εκατομμύρια οπαδών, είναι: 1. Η Βαϊσνάβα, στην οποία η ύψιστη Πραγματικότητα ταυτίζεται με τον Βίσνου και τις ενσαρκώσεις του, τις αβατάρα. 2. Η Σάιβα με κέντρο τον πολυδύναμο Σίβα και με δαιδαλώδεις Θεολογικές ποικιλίες. 3. Η Σάκτα η οποία εξωτερικά παρουσιάζεται οργιαστική, όπως όμως ισχυρίζονται οι θιασώτες της, έχει ανώτερο συμβολικό και φιλοσοφικό νόημα. 4. Η Γκαναπάτυα (Ganapatua), η λατρεία του Γκαναπάτι (Ganapati), ή Γκανέσα, του ελεφαντόμορφου Θεού της σοφίας και της τύχης. 5. Η Σάουρα (Saura), που αντικείμενό της έχει τον ήλιο. Σπουδαιότερες στην εποχή μας είναι οι δύο πρώτες. Η τρίτη η οποία συγγενεύει με τη λατρεία Σάιβα παρουσίασε κάποια ύφεση, τελευταία όμως συγκεντρώνει νέο ενδιαφέρον. Οι εσωτερικές πτυχές των μορφών λατρείας είναι λαβυρινθώδεις σε ιδέες, όρους, πράξεις, τυπικά. Κατά κανόνα παρατηρείται αυστηρή προσκόλληση στην τήρηση του παραδοσιακού τελετουργικού και η πολυσύνθετη διαδικασία των προσφορών απαιτεί σχολαστική ακρίβεια.
Η παραδοσιακή ιερατική τάξη είναι η κάστα των Βραχμάνων. Δεν είναι όμως όλοι οι Βραχμάνες ιερείς. Λίγοι μόνο στην πράξη ασκούν το ιερατικό λειτούργημα. Ούτε όλοι όσοι ασχολούνται με θρησκευτικά λειτουργήματα ανήκουν στην τάξη των Βραχμάνων. Οι Βραχμάνες συνήθως υπηρετούν ως ιερείς τις 3 ανώτερες ινδουιστικές τάξεις. Ορισμένες ιερουργίες τελούνται από τον αρχηγό της οικογένειας. Όλα τα χωριά λίγο πολύ διαθέτουν για τις θρησκευτικές τελετουργίες κάποιον ανεπίσημο «ιερέα», ο οποίος γνωρίζει τους τρόπους προσφυγής στους γκράμα ντεβάτας (grama devatas), τις θεότητες-προστάτες του χωριού, ή πιθανώς έναν εξορκιστή ή μάντη.
Όλοι αυτοί προέρχονται σχεδόν πάντοτε από τις κατώτερες τάξεις και βρίσκονται σε ιδιαίτερη σχέση με τις θεότητες του χωριού, των οποίων θεωρούνται όργανα και, σε κατάσταση πνευματοληψίας, μιλούν εξ ονόματός τους. Δεν υπάρχει αποκλειστική ενοποιός ιερατική δομή και αρχή στον Ινδουισμό. Το γεγονός αυτό, που συμβαδίζει με την ενδογενή ποικιλομορφία στην ινδική κοινωνία, διευκόλυνε τις πολλές λατρευτικές και θεολογικές διαφοροποιήσεις.
Διακρίνονται 4 κατηγορίες λατρευτικής ζωής: Η λατρεία στους ναούς, η οικογενειακή, η ατομική και η συντροφική. Η Ινδία είναι κατάσπαρτη από ιερά και ναούς, από τους απλούς βωμούς, που έχουν ένα μόνο σύμβολο, ως τα πιο εντυπωσιακά κτίσματα. Τα σπουδαιότερα βρίσκονται σήμερα στο νότιο τμήμα της χερσονήσου. Στις βόρειες επαρχίες δεν διατηρούνται πολλοί αρχαίοι ναοί, διότι οι μουσουλμάνοι Μογγόλοι κατεδάφισαν τα παλαιά ιερά. Ο ιερότερος χώρος του ναού, όπου φυλάσσεται το είδωλο ή το σύμβολο του Θεού, είναι συνήθως ένα κτίσμα μάλλον μικρό. Ο ινδουιστικός ναός είναι περισσότερο «θεϊκό παλάτι», παρά οικοδόμημα για να φιλοξενεί μεγάλες συνάξεις λαού. Ο Βίσνου και οι αβατάρα, κυρίως ο Ράμα και ο Κρίσνα, συμβολίζονται με αγάλματα ή εικόνες. Ανάλογες είναι και οι αναπαραστάσεις της θεάς Μητέρας (Κάλι, Ντούργκα) στις διάφορες μορφές της. Ο Σίβα συχνά αναπαρίσταται με τη λίνγκα (linga), σύμβολο, συνήθως από μαύρη πέτρα, λαξευμένο στο σχήμα φαλλού, που τοποθετείται στο γιόνι (yoni), που έχει σχήμα γυναικείου αιδοίου. Στο είδωλο του Θεού αποδίδονται καθημερινά βασιλικές τιμές. Στις επίσημες εορταστικές ημέρες εφαρμόζονται συνθετότερα τελετουργικά, με λιτανείες, περιφορές του ειδώλου και άλλες εντυπωσιακές τελετές. Δεν υπάρχει επίσημη υποχρέωση για τον Ινδό να μεταβεί στο ναό. Εν τούτοις, συνηθίζει να επισκέπτεται τους ναούς, για να δώσει προσφορές, να ζητήσει κάποια χάρη, για να εκπληρώσει κάποιο τάμα του, ή ακόμα με την προσδοκία μιας θρησκευτικής εμπειρίας.
Οι περισσότερες οικογένειες διαθέτουν μια γωνιά ή και ολόκληρο δωμάτιο, όπου τοποθετείται το είδωλο ή το ιδιαίτερο σύμβολο της προστάτιδας θεότητας ή και περισσότερων θεοτήτων. Η οικογενειακή οικιακή λατρεία είναι μικρογραφία εκείνης που τελείται στους ναούς. Τα σύμβολα ή τα ειδώλια του Θεού δέχονται ιδιαίτερες λατρευτικές περιποιήσεις. Χρόνος προσευχής είναι συνήθως το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ. Ως σύμβολα για τη λατρεία χρησιμοποιούνται επίσης οι γιάντρας (yantras) και μάνταλας (mandalas), σύνθετα γεωμετρικά σχήματα. Αυτά αρχίζουν από απλά σχήματα, τα οποία σημειώνονται στο έδαφος με σκόνη διαφορετικών χρωμάτων, και φτάνουν σε συνθετότατα μυστικιστικά σύμβολα, που χρησιμοποιούνται σε ταντρικές τελετουργίες.
Ο ευλαβής Ινδός, που ανήκει σε μια από τις 3 ανώτερες τάξεις, απαγγέλλει πολλές φορές -ιδιαίτερα όταν εμφανίζεται ο ήλιος στον ορίζοντα - μια σύντομη προσευχή, γνωστή ως Γκαγιάτρι (Gayatri), που προέρχεται από τη «Ριγκ-Βέδα» {3. 62,10): «Ω! Ας αναλογιστούμε το υπέροχο φως του ακτινοβολούντος ηλίου. Είθε να κατευθύνει το νου μας». Πολλοί διανοούμενοι συνηθίζουν να στοχάζονται πάνω σε αποσπάσματα των ιερών κειμένων, όπως είναι ο στίχος των «Ουπανισάδων»: «Από το μη πραγματικό οδήγησέ με στο πραγματικό. Από το σκοτάδι στο φως. Από το θάνατο στην αθανασία» (Μπανταρανυάκα Ουπανισάδα 1.3. 30).
Ομάδες αφοσιωμένων οπαδών ενός ορισμένου Θεού ή ακόμη οπαδοί διαφόρων θεών συνέρχονται κατά διαστήματα, για να ψάλλουν ύμνους, τις μπάτζανας (bhajanas).
Η υμνωδία και η έντονη συγκίνηση δημιουργούν ατμόσφαιρα κατανυκτική, που συχνά οδηγεί σε έκσταση. Σ΄ όλα τα μέρη της Ινδίας και σ’ όλα τα κοινωνικά επίπεδα συνηθίζονται τέτοιου είδους λατρευτικές συνάξεις. Τον πυρήνα ενός άλλου τύπου ομαδικής λατρείας, γνωστού ως κάθα (katha), αποτελεί η απαγγελία ιερών κειμένων, που γίνεται από διακεκριμένους ιερείς ενώπιον ειδικώς προσκεκλημένου ακροατηρίου. Πολλοί Ινδοί επισκέπτονται συχνά ένα Γκουρού, για να τον ακούσουν να απαγγέλλει και να σχολιάζει τα ιερά κείμενα.
Από τις χαρακτηριστικές ιδιοτυπίες όλων σχεδόν των ινδουιστικών συστημάτων και λατρευτικών ομάδων είναι η έμφαση στο διαλογισμό, την περισυλλογή, που αναπτύχθηκε με διάφορες σωματικο-πνευματικές τεχνικές. Σκοπός του διαλογισμού είναι να εισδύσει στο εσωτερικό του εγώ, να κατακτήσει την αυτοσυνειδησία.
Η πεποίθηση στη μετενσάρκωση έχει οδηγήσει τον Ινδό να δείχνει σεβασμό όχι μόνο στους θεούς και σε ορισμένους ανθρώπους, αλλά και σε ζώα. Ιδιαίτερα ευλαβείται ως ιερό ζώο την αγελάδα. Αλλά και ο πίθηκος θεωρείται από πολλούς Ινδούς ιερός.
Με ιδιαίτερη ευλάβεια τελούν οι Ινδοί τις σάμσκαρας (samskaras), μυήσεις, που σχετίζονται με κρίσιμες καμπές της ανθρώπινης ζωής. Στα ιερά κείμενα γίνεται λόγος για 40 τέτοιες τελετουργίες, αλλά σήμερα έχουν περιοριστεί σε λιγότερες από 10. Αποσκοπούν στην ασφαλή μετάβαση από μία φάση ζωής σε άλλη. Οι σημαντικότερες σχετίζονται με τη γέννηση, την ονοματοδοσία (ναμακαράνα - namakarana) στην 6η ημέρα ή μερικές φορές τη 12η. Παλαιότερα συνηθίζονταν ορισμένες τελετές κατά την εγκυμοσύνη, αλλά σήμερα έχουν τεθεί σε αχρηστία. Αρκετές οικογένειες και κάστες συνεχίζουν να τηρούν τις προβλεπόμενες τελετές, την πρώτη φορά που το παιδί βλέπει τον ήλιο, που τρώει στερεά τροφή ή το κουρεύουν, όταν συμπληρώσει το πρώτο έτος ή και αργότερα. Ιδιαίτερη σπουδαιότητα έχει η μύηση στην εφηβεία, η ουπαναγιάνα (upanayana). Μ' αυτήν τα αγόρια των τριών ανωτέρων καστών πιστεύεται ότι γεννιούνται εκ νέου, ονομάζονται «διπλογεννημένοι» και εντάσσονται επίσημα στην ινδουιστική κοινότητα. Σήμερα η μύηση αυτή έχει κυρίως περιοριστεί στις βραχμανικές υποκάστες.
Ο γάμος θεωρείται υποχρεωτικός για τον Ινδό και η σχετική ιερουργία, βίβαχα (vivaha), που σχετίζεται μ’ αυτόν, έχει εξαιρετική θρησκευτική και κοινωνική σημασία. Η γαμήλια τελετή είναι συνθετότατη και μπορεί να διαρκέσει μία εβδομάδα ή και περισσότερο. Η κηδεία (antyesti) επισφραγίζει την επίγεια περιπέτεια του ανθρώπου και αποσκοπεί: Πρώτο, να βοηθήσει το πνεύμα του τεθνεώτος να προχωρήσει ομαλά στην επόμενη μετενσάρκωσή του, και δεύτερο, να αντιμετωπίσει την τελετουργική μόλυνση, που συνεπάγεται για τους οικείους και φίλους το γεγονός του θανάτου. Οι επικήδειες τελετουργίες πιστεύεται ότι συμβάλλουν σε μια καλή μετενσάρκωση και επιβάλλεται να γίνουν από ένα γιο του τεθνεώτος. Γι’ αυτό οι Ινδοί επιθυμούν ιδιαίτερα να αποκτήσουν αγόρια.
Εορτές. Προσκυνήματα. Σε όλους τους ναούς συνηθίζονται ετήσιες εορτές με φαντασμαγορικό και πολύπλοκο τυπικό. Τα είδωλα ή τα σύμβολα της θεότητας, σε πομπή πάνω σε άρματα διακοσμημένα, οδηγούνται σ' ένα γειτονικό ποταμό, όπου τα λούζουν με τρόπο πανηγυρικό. Διάφορες εορτές αναφέρονται στο μυθικό βίο του Θεού ή συνδέονται με ποικίλες παραδόσεις.
Υπάρχουν επίσης πολλές εποχιακές πανηγύρεις. Προσφιλής εορτή του νέου έτους είναι η Ντιουάλι (Diwali -συστάδα φώτων), με την οποία τιμάται η θεά Λάξμη, σύζυγος του Βίσνου, θεά του πλούτου και της ευτυχίας, στην οποία συνήθως απευθύνονται οι οικογενειάρχες, οι επιχειρηματίες και οι φοιτητές. Την άνοιξη τελείται η εορτή Χόλι (Ηοli), που σχετίζεται με τον Κρίσνα έχει τις ρίζες της σε αρχέγονες τελετουργίες γονιμότητας. Η φθινοπωρινή εορτή Ντασέρα (Dashera) έχει ως κύριο θέμα την ανάμνηση του αγώνα του Θεού Ράμα κατά του δαίμονα Ραβάνα. Μεγάλα ομοιώματα του τελευταίου και των οπαδών του γεμίζονται με εκρηκτικές ύλες και πυρπολούνται με πύρινα βέλη.
Πανάρχαιο είναι στην Ινδία το έθιμο των ιερών αποδημιών σε διάφορους ιερούς τόπους. Υπάρχουν τοπικά, επαρχιακά και παν-ινδικά προσκυνήματα. Το καθένα έχει τα δικά του χαρακτηριστικά και προσφέρει ειδικές ευλογίες π.χ. η Μαθούρα (Mathura) και η Μπρινταβάν (Brindavan) συνδέονται με τον Κρίσνα και προσελκύουν εκατοντάδες χιλιάδες προσκυνητές. Υπάρχουν επίσης ιδιαίτεροι τόποι προσκυνημάτων, για την απόκτηση παιδιών, την ανακούφιση σε δερματικές ή οφθαλμολογικές ασθένειες κλπ. Η κατεξοχήν, πάντως, ιερή πόλη των Ινδών είναι το περίφημο Βαρανάσι (Varanasi), γνωστό και ως Μπενάρες, στις όχθες του Γάγγη. Εκεί κήρυξαν μεγάλοι σοφοί και προφήτες του Ινδουισμού. Θεωρείται το κέντρο του κόσμου και έχει χιλιάδες ναούς και βωμούς. Πλήθη προσκυνητών συρρέουν καθημερινά στις όχθες του ιερού ποταμού, για να τελέσουν το τελετουργικό τους λουτρό, να μελετήσουν ιερά κείμενα και ν' ακούσουν τα κηρύγματα διδασκάλων και ασκητών. Στις ιερές αυτές αποδημίες συναντιόνται πολλές χιλιάδες Ινδοί από διάφορες απομακρυσμένες περιοχές και η ινδουιστική ευσέβεια και αυτοσυνειδησία τους ενισχύονται. Μερικά προσκυνήματα πραγματοποιούνται σε ορισμένες ημέρες του έτους, οπότε τελούνται ιδιαίτερες θρησκευτικές εορτές, όπως είναι η εορτή Τζαγκανάθα (Jagannatha), στο Πούρι (Puri). Οι πιο εντυπωσιακές όμως συγκεντρώσεις γίνονται κάθε 12 χρόνια με τις ιερές αποδημίες σε 4 αγίους τόπους: Αλλαχαμπάντ (Allahabad), Χαρντουάρ (Hardwar), Ουτζάιν (Ujjain) και Νασίκ (Nasik), στις περίφημες θρησκευτικές πανηγύρεις, τις γνωστές ως Μέλα (Kubla mela), στις οποίες προσέρχονται εκατομμύρια προσκυνητών. Οι πολυποίκιλες αυτές λατρευτικές εκφράσεις του Ινδουισμού γοητεύουν τα λαϊκά στρώματα, χρωματίζουν το θρησκευτικό τους ήθος και το επηρεάζουν περισσότερο απ' όσο η φιλοσοφική ινδουιστική θεολογία.
Εξάπλωση. Σύγχρονη δυναμική. Ο Ινδουισμός, βαθύτατα ριζωμένος στην ινδική ψυχή, παρέμεινε αειθαλής στην Ινδία. Ούτε οι εσωτερικές αναστατώσεις (π.χ. Βουδδισμός. Τζαϊνισμός, Σικχισμός), ούτε οι εξωτερικές θρησκευτικές επιρροές (Χριστιανισμός, Ισλάμ) τον κλόνισαν. Αλλ' ακόμη διαδόθηκε και έξω από τα σύνορα της Ινδικής χερσονήσου, προς τη ΝΑ. Ασία. Για πολλούς αιώνες, περίπου ως το 13ο αι. μ.Χ, υπήρξε ζωντανό στοιχείο του πολιτισμού πολλών ασιατικών χωρών (Βιρμανίας, Ταϋλάνδης, Καμπότζης, Λάος και Βιετνάμ), που σήμερα στην πλειοψηφία τους είναι βουδδιστικές. Επίσης αναπτύχθηκε στο αρχιπέλαγος της Ινδονησίας. Για 1.000 σχεδόν χρόνια, από τον 7ο έως τον 16ο αι. μ.Χ.. ο ινδικός πολιτισμός άσκησε σοβαρή επιρροή στη Σουμάτρα και την Ιάβα. Οι ηγεμόνες των βασιλείων των μεγάλων αυτών νησιών υιοθέτησαν τις θρησκευτικές τελετουργικές παραδόσεις των φημισμένων Ινδών βασιλέων, τους οποίους είχαν ως πρότυπα.
Στην καμπή του 10ου προς τον 11ο αι. μ.Χ. μεταφράστηκε στη γλώσσα της Ιάβας η «Μαχαβάρατα» και αποτέλεσε την αρχή της ιαβανικής φιλολογίας. Με την είσοδο του Ισλάμ υποχώρησαν οι ινδουιστικές λατρείες στα νησιά αυτά και μόνο στη νήσο Μπάλι, ανατολικά της Ιάβας, ο Ινδουισμός επιβιώνει ως σήμερα σε συγκερασμό με τη λαϊκή προϊνδουιστική θρησκεία.
Στο εσωτερικό της Ινδίας, για την αντιμετώπιση του κινδύνου ξένων επιρροών, και ιδιαίτερα της χριστιανικής διείσδυσης, δημιουργήθηκαν διάφορες ινδουιστικές μεταρρυθμιστικές κινήσεις, όπως: 1. Η Βράχμα Σαμάτζ (Brahma Samaj), που ιδρύθηκε το 1828 από τον Rammohan Roy (1772 - 1833) με σκοπό την αφύπνιση και ανάπλαση της ινδουιστικής παράδοσης. 2. Η Άρυα Σαμάτζ (Arya Samaj), κίνηση περισσότερο ανανεωτική παρά μεταρρυθμιστική, που ιδρύθηκε το 1875 από τον Dayananda Sarasvati (1824 - 1883), με σκοπό την αναγέννηση της παλαιάς Βεδικής θρησκείας. 3. Η Αποστολή Ραμακρίσνα (Ramakrishna Mission), η οποία έχει σήμερα κέντρα σ' όλη την Ινδία, αλλά και σε διάφορα αλλά μέρη του κόσμου, επιδιώκοντας τη διάδοση του Ινδουισμού στις ξένες χώρες και την αναγέννησή του μέσα στην πατρίδα του.
Αποφασιστικό ρόλο στο σύγχρονο προσανατολισμό των Ινδών έπαιξαν μερικές μεγάλες φυσιογνωμίες του 19ου και του 20ού αι., που ηγήθηκαν σε διάφορα πνευματικά και κοινωνικά κινήματα, όπως: Ο Mahatma Gandhi, (1862 -1948), ο οποίος οδήγησε τη χώρα του στην ανεξαρτησία ο ποιητής R. Tagore (1861 - 1941) ο Sri Aurobindo Ghose (1872 -1950) ο S. Radhakrishnan (1888 - 1975), φιλόσοφος απολογητής του Ινδουισμού ο Ramana Maharsi (1879 - 1950) κ.ά.
Στη σύγχρονη Ινδία ο Ινδουισμός επηρεάζει το 78% του πληθυσμού της. Εκατοντάδες ινδουιστικών ομάδων και αιρέσεων συμβιούν στη χώρα: 1. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ινδουιστών (98%) είναι προσκολλημένη στον παραδοσιακό τρόπο και διαιρούνται στους οπαδούς του Σίβα, οι οποίοι επικρατούν στη Ν. Ινδία, στους οπαδούς του Βίσνου, οι οποίοι πλειοψηφούν στις υπόλοιπες ινδικές πολιτείες, και στους οπαδούς των Σάκτι. 2. Μία πολύ μικρή μειοψηφία (0.5%) αποτελούν οι θρησκευτικές κινήσεις των διανοουμένων, που αντιτίθενται στον πολυθεϊσμό. 3. Οι υπόλοιποι (1,5%) ακολουθούν νεότερες αιρέσεις και νέο-ινδουιστικές κινήσεις.
Με τη μετανάστευση πολλών Ινδών σε διάφορες περιοχές του κόσμου κατά τον 20ό αι., αναπτύχθηκαν ινδουιστικές κοινότητες στη ΝΑ. Ασία, την Α. Αφρική, τη Μ. Βρεταννία, την Καραϊβική κ.α. Αλλά και σε πολλές άλλες χώρες της Δ. Ευρώπης και της Β. Αμερικής οι ινδουιστικές φιλοσοφικο-θρησκευτικές θεωρίες και πρακτικές, ιδίως η Γιόγκα, γοητεύουν διάφορες ομάδες ανθρώπων, με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται και εκεί ινδουιστικές κοινότητες. Σε 5 περίπου δισεκατομμύρια πληθυσμό της γης οι Ινδουιστές ανέρχονται σε 658,6 εκατομμύρια, δηλ. αποτελούν το 13% της ανθρωπότητας.
Γράμματα-Τεχνες. Η ινδική γραμματεία είναι απέραντη και περιλαμβάνει όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου. Οι ύμνοι των «Βεδών» και τα μεγάλα έπη «Μαχαβάρατα» και «Ραμάγιανα» αποτελούν κορυφαία δημιουργήματα του ανθρώπινου πολιτισμού. Η θρησκειο-φιλοσοφική σκέψη καλλιεργήθηκε με ιδιαίτερη ένταση, ποικιλία και πάθος στο ινδουιστικό έδαφος. Οι φιλοσοφικές πραγματείες των «Ουπανισάδων» άνοιξαν νέους πνευματικούς και φιλοσοφικούς ορίζοντες και ως σήμερα επηρεάζουν την παγκόσμια πνευματική αναζήτηση.
Από τις τέχνες, ιδιαίτερα άνθισε η αρχιτεκτονική. Τα ινδικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα είναι πολυσύνθετα (στις μορφές τους). Συχνά παρουσιάζονται ως γλυπτά σε κολοσσιαίο μέγεθος. Οι κυριότεροι ρυθμοί της ινδικής αρχιτεκτονικής είναι 6: 4 στο Βορρά (Ινδό- Άρειος, Γκούπτα, Κασμιρικός, Νεπαλικός) και 2 στο Νότο (Δραβιδικός και Τσαλουκυανικός). Σε στενό συνδυασμό με την αρχιτεκτονική, ως συμπλήρωμα και εξάρτημά της, αναπτύχθηκε η γλυπτική. Αμέτρητα αγάλματα, συνήθως ογκώδη, και αλλά γλυπτά κοσμούν τους ινδικούς ναούς. Η διάθεση των καλλιτεχνών είναι συμβολική. Προσπαθούν με το υλικό τους —πηλό, ξύλο, μέταλλο, κεραμίδι, κυρίως όμως πέτρα— να αποδώσουν διάφορες όψεις της ινδικής θεολογίας και μυθολογίας. Η γλυπτική φτάνει στο ζενίθ στην περίοδο Γκούπτα (319 - 647 μ.Χ.), με κέντρο τη Μαθούρα. Τα αγάλματα των θεών δεν αποτελούν απομίμηση ιδανικής ανθρώπινης μορφής, αλλά προσπάθεια να εκφραστεί το υπερφυσικό με αισθητούς συμβολισμούς. Λίγα μόνο παραδείγματα ζωγραφικής σώζονται από την πρώιμη εποχή, υποδειγματικά στο σχέδιο, τις γραμμές, τα χρώματα. Κατά την περίοδο Γκούπτα η ζωγραφική τέχνη τέθηκε υπό την προστασία της βασιλικής αυλής και αποτέλεσε μέρος της αγωγής των πριγκίπων και της ανώτερης τάξης.
Η μουσική καλλιεργήθηκε στην Ινδία από τα αρχαία χρόνια και θεωρήθηκε σπουδαίο μέσο για την ανάπτυξη της πνευματικότητας του ανθρώπου. Ήδη στη «Σάμα-Βέδα» υπάρχουν χωρία που επεξηγούν το παλαιό σύστημα ινδικής μουσικής, το οποίο θεωρείται το παλαιότερο του κόσμου. Σύμφωνα με αρχαία παράδοση, προέρχεται από τον Βράχμα και εκτελείται από μεγάλους διδασκάλους με θεϊκή συγκατάθεση. Στις περισσότερες ινδουιστικές λατρευτικές εκδηλώσεις η μουσική, ενόργανη και φωνητική, έχει δεσπόζουσα θέση. Τα ινδικά μουσικά όργανα ταξινομούνται σε έγχορδα που κρούονται με το δάκτυλο, έγχορδα που παίζονται με δοξάρι, κρουστά και πνευστά.
Σε στενό σύνδεσμο με τα τελούμενα στους ναούς αναπτύχθηκε ο χορός, ο οποίος για τους Ινδούς δεν αποτελεί μόνο αισθητική απόλαυση, αλλά και διακόνημα στην ινδουιστική λατρεία. Με την έντονη συμβολικότητά του ανακαλεί ιστορίες των θεών, επανενεργοποιεί ιερά γεγονότα. Στις μεγάλες εορταστικές λιτανείες συμμετέχουν ομάδες μουσικών και νεαρές χορεύτριες. Σε παρόμοια ινδουιστικά πλαίσια αναπτύχθηκε επίσης το θέατρο. Τα θέματα του, δραματικά, κωμικά, ιστορικά, κοινωνικά, προέρχονται συνήθως από τα έπη και διάφορες άλλες μυθολογικές θρησκευτικές πηγές.
Χάρη στη γεωγραφική της θέση, η Ινδία δέχτηκε επιδράσεις τόσο από τη Δυτική Ασία, όσο και από την Κεντρική. Οι Ινδοί καλλιτέχνες έδειξαν μεγάλη ικανότητα στην αποδοχή, αφομοίωση και μεταμόρφωση αυτών των στοιχείων, σύμφωνα με τη δική τους παράδοση και πνευματικότητα. Εξάλλου, η ινδική τέχνη επέδρασε γόνιμα και σε άλλες ασιατικές χώρες: Κεϋλάνη, Βιρμανία, Ταϋλάνδη, Καμπότζη, έως την Ινδονησία.
Γενικά, η ινδουιστική τέχνη, πλούσια και πολυποίκιλη, χωρίς όμως να χάνει τη συνοχή της, διακρίνεται άλλοτε για πλαστικότητα, άλλοτε για αφαίρεση και συνήθως διαπνέεται από πολύμορφο συμβολισμό. Καρπός δημιουργικής φαντασίας εκατομμυρίων ανθρώπων, διαμορφωμένη σε διάστημα χιλιάδων χρόνων, η τέχνη αυτή είναι διαποτισμένη με τη βαθύτατη θρησκευτικότητα της Ινδίας. Αλλά η ινδουιστική τέχνη με τη σειρά της έχει συμβάλει στη σταθεροποίηση, αντοχή και ενδυνάμωση του θρησκευτικού βιώματος των Ινδών. Πιστή στη βασική πνευματική ινδουιστική παράδοση, στρέφει την προσοχή του λαού προς την αθέατη πλευρά της πραγματικότητας, προς το Υπερβατικό, και υπογραμμίζει την αιώνια και ασύγκριτη αξία του πνεύματος, αποσκοπώντας στο να προκαλέσει περισυλλογή και να οδηγήσει τον πιστό σε κοινωνία με το θείο.
1ο Κείμενο (Οι Θρησκείες, Εκδοτική Αθηνών).
Μετεμψύχωση ή Μετενσάρκωση ή Μετενσωμάτωση. Η σύμφωνη με τις θρησκευτικές δοξασίες ορισμένων λαών μετάβαση της ψυχής, μετά το θάνατο από ένα σώμα σε άλλο, σε μία νέα ή περισσότερες διαδοχικές υπάρξεις, που μπορεί να είναι άνθρωποι, ζώα ή φυτά. Σύμφωνα με απόκρυφες διδασκαλίες, ως μετενσάρκωση νοείται η επάνοδος του ανθρώπινου πνεύματος στο φυσικό πεδίο σαν συνέχεια μιας ή περισσότερων υλικών υποστάσεων, δεδομένης της πίστης ότι κάθε ανθρώπινη οντότητα είναι μέρος του Υπέρτατου όντος. Έτσι ο άνθρωπος ως πνεύμα απορρέει από το θείο πνεύμα και με σειρά υλικών υπάρξεων αποκτά τη γνώση μέσω της εμπειρίας και αναπτύσσει τις εν δυνάμει θείες ιδιότητές του ως το στάδιο του τέλειου ανθρώπου. Η θεοσοφική διδασκαλία, επηρεασμένη από το Βουδδισμό, τον Ινδουισμό και ρεύματα του Αποκρυφισμού, υποστηρίζει ότι, για να φτάσει ο άνθρωπος στην τελειότητα, απαιτείται να περάσει από πολλές μετενσαρκώσεις.
Σε Πρωτόγονες θρησκείες είναι διαδεδομένη η πίστη σε πολλαπλές ψυχές, δηλ. πιστεύεται ότι η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα από το στόμα ή τη μύτη και ξαναγεννιέται σαν πουλί, πεταλούδα, έντομο κλπ. Ορισμένες φυλές της Αφρικής πιστεύουν ότι το λιοντάρι είναι φορέας ψυχών βασιλέων, ενώ άλλες δέχονται μόνο μια νέα γέννηση, δηλ. ότι η ψυχή ενός ανθρώπου εμφανίζεται σ' ένα παιδί, πιθανώς της επόμενης γενιάς.
Στην αρχαία Ελλάδα τις παραπάνω διδασκαλίες εκπροσώπησαν κυρίως οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι. Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο, 8,77 Long, ο Εμπεδοκλής (5ος αι. π.Χ.) δίδασκε ότι και την ψυχήν παντοία είδη ζώων και φυτών ενδύεσθαι φησί γούν ήδη γάρ ποτ' έγώ γενόμην κουρός τε κόρη τε / θάμνος τ' οιωνός τε και έξαλος έμπυρος ιχθύς. Ο Πλάτων αναφέρει την ιδέα της μετενσωμάτωσης των ψυχών, και στο διάλογό του Φαίδων, στηρίζει αυτή την αντίληψη, επικαλούμενος από τη μια ένα νόμο των αντιθέτων, σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον ο θάνατος προέρχεται από τη ζωή, πρέπει και η ζωή να γεννιέται από το θάνατο, και από την άλλη τη θεωρία του για την ανάμνηση, σύμφωνα με την οποία «το να μαθαίνει κανείς σημαίνει να θυμάται, να επαναφέρει στη μνήμη του ό,τι γνώρισε σε προηγούμενη ύπαρξη (προβεβιωμένους βίους)». Αυτές οι αντιλήψεις καλλιεργήθηκαν αργότερα στις διδασκαλίες των Νεοπυθαγορείων και των Νεοπλατωνικών.
Οι σημαντικότερες θρησκείες, που περιέχουν την πίστη στη μετενσωμάτωση, είναι οι ασιατικές και κυρίως ο Ινδουισμός, ο Τζαϊνισμός, ο Βουδδισμός και ο Σικχισμός. Βασικός άξονας της διδασκαλίας αυτών των θρησκειών είναι το δόγμα του Κάρμα, ως νόμου αιτίας και αποτελέσματος, το οποίο δηλώνει ότι κάθε πράξη της παρούσας ζωής θα επηρεάσει αρνητικά ή θετικά τη μετέπειτα ζωή.
Στον Ινδουισμό θεωρείται ότι η διαδικασία των μετενσωματώσεων είναι ατέλειωτη και κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τον τροχό της ζωής (Σαμσάρα), την ανακύκληση των μεταβιώσεων, και ν' αποκτήσει τελικά τη σωτηρία (Μόξα), παρά μόνο εφόσον συνειδητοποιήσει ότι η ατομική ψυχή (Άτμαν) και η απόλυτη ψυχή (Βράχμαν) ταυτίζονται.
Κατά το Βουδδισμό η ανθρώπινη ζωή συνεχίζεται μετά το θάνατο σε νέες, ανώτερες ή κατώτερες, μορφές ύπαρξης, σύμφωνα με το νόμο του Κάρμα. Κερδίζοντας την απάθεια μέσω πειθαρχίας και διαλογισμού, μπορεί κανείς ν' απελευθερωθεί από τον κύκλο των διαδοχικών γεννήσεων και να φτάσει στη Νιρβάνα.
Ο Τζαϊνισμός περιλαμβάνει την πίστη σε μια απόλυτη ψυχή και υποστηρίζει ότι η «πυκνότητα» του Κάρμα επηρεάζεται από τις πράξεις των προσώπων, δηλ. ότι το βάρος του παλαιού Κάρμα προστίθεται στο νέο Κάρμα, που αποκτάται κατά την προσεχή ύπαρξη, ώσπου η ψυχή να απελευθερωθεί μέσω διαφόρων θρησκευτικών επιταγών και να λυτρωθεί οριστικά.
Ο Σικχισμός βασίζεται στην ινδουιστική θεώρηση του κόσμου, αλλά διδάσκει επί πλέον ότι μετά την έσχατη κρίση οι ψυχές, οι οποίες έχουν μετενσωματωθεί σε διάφορες υπάρξεις, θ' απορροφηθούν από το Θεό.
Ανάλογες αντιλήψεις για μετενσωμάτωση των ψυχών φαίνεται ότι υπήρχαν στους Δρυίδες της Δ. Ευρώπης, ενώ στις ιρλανδικές παραδόσεις αναφέρεται η εκ νέου γέννηση των ηρώων. Επίσης, σύμφωνα με το Βιβλίο των νεκρών των Μάγιας, ο θάνατος είναι απλώς μια εξελικτική φάση της κυκλικής πορείας από τη ζωή στο θάνατο και από το θάνατο στη ζωή, μέσω των μετενσωματώσεων.
Γενικά η μετεμψύχωση και η μετενσάρκωση δεν είναι αποδεκτές από τον Ιουδαϊσμό (αν και γίνονται σαφείς υπαινιγμοί στην Καββάλα), από το Χριστιανισμό και από το Ισλάμ όπου, κατά το σχετικό Βιβλίο των νεκρών, ο θάνατος είναι η αρχή νέας ζωής, ανεξάρτητα από την ενσώματη ζωή, που αποτελεί απλώς ένα σταθμό στο μεγάλο ταξίδι της ψυχής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: G. Adler, Wiedergeboren nach dam Tode?. Frankfurt 1977. W.D. O'Flaherty (εκδ), Karma and Rebirth in Classical Indian Traditions: Berkeley 1980 R. Passian, Wiedergeburt: Munchen 1985. (Γ. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΥ)
2ο Κείμενο (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια,τόμος 8, εκδ. Α. Μαρτίνος)
MΕΤΕΜΨΥΧΩΣΙΣ Καλείται ούτως η πίστις ότι η ψυχή του ανθρώπου εισέρχεται μετά θάνατον εις διάφορα σώματα, ανθρώπων ή ζώων και διανύει και άλλην ζωήν προκειμένου να καθαρθή ηθικώς ή να τιμωρηθή δια τας αμαρτίας της. Πολλάκις πρόκειται περί αιωνίας ανακυκλήσεως υπάρξεων, περί διαδοχικών μετενσωματώσεων, μέχρις ου επέλθη μία πλήρης κάθαρσις της ψυχής. Τας μορφάς των μετενσωματώσεων καθορίζει πάντοτε ο βαθμός των αμαρτιών. Η μετεμψύχωσις καλείται επίσης μετενσάρκωσις, μετενσωμάτωσις ή και ενσάρκωσις. Ορθότερον πάντως είναι να καλήται αύτη μετενσωμάτωσις ή μετενσάρκωσις και όχι μετεμψύχωσις, διότι δεν πρόκειται περί «εμψυχώσεως» της ψυχής, αλλά περί εισόδου αυτής εις διάφορα εκάστοτε σώματα.
Η πίστις εις την μετενσωμάτωσιν είναι πολύ παλαιά. Απαντάται το πρώτον παρ’ Ινδοίς, πολύ προ του Βουδδισμού, εις τα κείμενα των Ουπανισάδων. Εις ένα απ’ αυτά αναγινώσκομεν: «Όπως μία κάμπη, όταν φθάση εις το άκρον του ψύλλου, μίαν άλλην αρχήν πιάνει και προς τα εκεί το σώμα της σύρει, ούτως επίσης και η ψυχή, όταν αποτινάξη το σώμα και απαλλαγή από την άγνοιαν, συλλαμβάνει μίαν άλλην αρχήν και προς τα εκεί οδηγεί εαυτήν. Όπως ένας χρυσοχόος λαμβάνει από ένα έργον τέχνης το υλικόν και απ’ αυτό σφυρηλατεί μίαν νέαν, διαφορετικήν, ωραιοτέραν μορφήν, ούτω και η ψυχή, αφού αποτινάξη το σώμα και απαλλαγή από την άγνοιαν, δημιουργεί δια τον εαυτόν της μίαν άλλην, νέαν, ωραιοτέραν μορφήν, είτε των προγόνων... είτε των θεών... είτε άλλων όντων...».
Ο λόγος των μετενσωματώσεων κατά τα βραχμανιστικά αυτά κείμενα είναι η άγνοια ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι εν με την ψυχήν του παντός, η άγνοια της ταυτότητος Άτμαν και Βράχμαν. Ο βραχμανιστής πιστεύει ότι δια των καλών έργων του δύναται να μεταβή από μίαν κατωτέραν μορφήν υπάρξεως εις μίαν ανωτέραν. Επειδή όμως θεωρεί την ζωήν πλήρη θλίψεως και πόνου, προτιμά το τελειωτικόν σταμάτημα των μετενσωματώσεων και το βύθισμα εις την κοσμικήν ψυχήν.
Η βασική εξ άλλου πλάνη και αμαρτία του ανθρώπου είναι η ιδέα ότι είναι κάτι διαφορετικόν και ανεξάρτητον από την ψυχήν του κόσμου, και η αντίληψις ακριβώς αυτή προκαλεί τας ατελευτήτους μετενσωματώσεις και κατ’ ακολουθίαν την διαιώνισιν του πόνου. Εις τον Βουδδισμόν η ιδέα της μετενσωματώσεως αποτελεί βασικόν δόγμα. Επεξηγείται μάλιστα το φαινόμενον, θεωρούμενον ως αποτέλεσμα της τάσεως προς την ζωήν. Η βούλησις προς την ζωήν είναι ακριβώς εκείνη, η οποία ως αναγκαστική αιτία προκαλεί την νέαν ζωήν, την νέαν γέννησιν και ενσάρκωσιν.
Επί ελληνικού εδάφους συναντώμεν την θεωρίαν της μετενσωματώσεως εις τον Πυθαγόραν, ο οποίος, κατά την έκθεσην του Ηροδότου, παρέλαβε ταύτην εκ των Αιγυπτίων: «πρώτοι.., τόνδε τον λόγον Αιγύπτιοί είσιν οι ειπόντες ως ανθρώπου ψυχή αθάνατός έστι, του σώματος δε καταφθίνοντος εις άλλο ζώον αεί γινόμενον εσδύεται, επέαν δε πάντα περιέλθη τα χερσαία και τα θαλάσσια και τα πετεινά, αύτις ές ανθρώπου σώμα γινόμενον εσδύνειν, την περιήλυσιν δε αυτή γίνεσθαι εν τρισχιλίοισι έτεσι. Τούτω τω λόγω εισίν, οι Ελλήνων εχρήσαντο, οι μεν πρότερον, οι δε ύστερον, ως ιδίω εαυτών εόντι..» (Ήροδ., Ίστορ. II, 123).
Εκ του Πυθαγόρου παραλαμβάνει την θεωρίαν της μετενσωματώσεως ο Πλάτων. Εις τον Φαίδωνά του γράφεται: «Ενδούνται δε (αι ψυχαί των φαύλων), ώσπερ εικός, εις τοιαύτα ήθη οποί’ άττ' αν και μελετηκυίαι τύχωσιν εν τω βίω... Οίον τας μεν γαστριμαργίας τε και ύβρεις και φιλοποσίας μεμελετηκότας και μη διευλαβημένους εις τα των όνων γένη και των τοιούτων θηρίων εικός ενδύεσθαι... τους δε γε αδικίας τε και τυραννίδας και αρπαγάς προτετιμηκότας εις τα των λύκων τε και ιεράκων και ικτίνων γένη... οι την δημοτικήν και πολιτικήν αρετήν επιτετηδευκότες...εικός εστίν εις τοιούτον πάλιν αφικνείσθαι πολιτικόν τε και ήμερον γένος, ή που μελιττών ή σφηκών ή μυρμήκων, ή και εις ταυτόν γε πάλιν το ανθρώπινον γένος, και γίγνεσθαι εξ αυτών άνδρας μετρίους» (XXXI).
Μόνον ο φιλόσοφος, ο οποίος είναι καθαρός από τας επιθυμίας του σώματος και τας επιδράσεις των αισθήσεων, απαλλάσσεται αυτής της περιπέτειας, αξιούμενος ευθύς μετά τον θάνατον «της του θείου τε και καθαρού και μονοειδούς συνουσίας».
Σημειωτέον όμως ότι η περί μετενσωματώσεως θεωρία παρά Πλάτωνι ευρίσκεται εις τα περιθώρια της φιλοσοφίας του μαζί με τον ασκητισμόν του, αμφοτέρων ανατολικών επιδράσεων. Πάντως εις τον Πλάτωνα φθάνουν δια της πυθαγορείου φιλοσοφίας, η οποία φέρει αρκετά θρησκευτικά στοιχεία. Περαιτέρω μετά τον Πλάτωνα η δοξασία της μετενσωματώσεως φιλοξενείται εις το φιλοσοφικόν σύστημα του Πλωτίνου, το οποίον έχει μεταβληθή σχεδόν εις θρησκείαν.
Οπωσδήποτε η ιδέα της μετενσωματώσεως μετά των ασκητικών προϋποθέσεών της είναι ανατολικής προελεύσεως και ξένη προς τον ορθολογιστικόν χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Είναι, καθώς παρετηρήθη, «ξένη σταγών εις ελληνικόν αίμα». Η είσοδός της εις τον ελληνικόν χώρον συνετελέσθη δια του Ορφισμού και του Πυθαγορισμού.
Σήμερον την αντίληψιν περί μετενσωματώσεων συναντώμεν μεταξύ των φαντασιοκοπημάτων της Θεοσοφίας και του Πνευματισμού, παρά τω οποίω η μετενσωμάτωσις είναι και πάλιν μέσον καθάρσεως, ενώ συγχρόνως υφίσταται και ως λαϊκή δοξασία αορίστου μορφής. Η πίστις εις την μετενσωμάτωσιν είναι οπωσδήποτε μία απλή εικασία, όχι απλώς πιθανή, αλλ’ εντελώς φανταστική, διότι ελλείπουν εντελώς αι ενδείξεις, αι οποίαι θα ηδύναντο να καταστήσουν πιθανήν την ύπαρξιν ενός τοιούτου φαινομένου. Παρά ταύτα η δοξασία αύτη δεν πρέπει να θεωρηθή ως εν αυθαίρετον δημιούργημα της φαντασίας. Αντιθέτως πρέπει να εξετασθούν οι λόγοι, οι οποίοι ωδήγησαν εις την σύλληψιν της ιδέας ταύτης.
Οι λόγοι ούτοι είναι καθαρώς ηθικοί, είναι δηλ. η ανάγκη καθάρσεως της ανθρωπίνης ψυχής. Η κάθαρσις αύτη θεωρείται επιτυγχανομένη δια συνεχών μετενσωματώσεων, δια των οποίων παρέχεται η ευκαιρία αναθεωρήσεως του βίου και ηθικής μεταβολής. Συγχρόνως είναι και εν είδος ταλαιπωρίας και τιμωρίας, διότι η ψυχή υποβάλλεται εις τον κόπον των συνεχών ενσαρκώσεων, αντί να τακτοποιηθή η θέσις της οριστικώς εις το υπερπέραν.
Εν τούτοις δέον να σημειωθή ότι η θεωρία της μετενσωματώσεως αίρει η ιδία τας προϋποθέσεις της ηθικής βελτιώσεως, όταν θέλη τους ανθρώπους μεταμορφουμένους ακόμη και εις ζώα. Από τα ζώα ελλείπει ως γνωστόν και η ηθική κρίσις και η ελευθερία, αι οποίαι είναι αι προϋποθέσεις ηθικού βίου. Αλλά και η μεταμόρφωσις εις άνθρωπον πρέπει να έχη ως αναγκαίον συνακολούθημα την συναποκόμισιν όλης της προηγούμενης εμπειρίας και των καταστάσεων της προηγούμενης ζωής, ακόμη δε και την διατήρησιν της ενότητος και ταυτότητος της συνειδήσεως, ώστε να καταστή δυνατή η αναθεώρησις και η μεταβολή του βίου. Τοιαύτα όμως γεγονότα ελλείπουν εντελώς, αν εξαιρέση κανείς μόνον την εντύπωσιν μερικών ατόμων, ότι έζησαν και μίαν άλλην ζωήν εις το παρελθόν, εντύπωσιν προερχομένην είτε από ασαφείς παραστάσεις εκ της παιδικής ζωής είτε και από διχασμόν της προσωπικότητος.
Έπειτα η έννοια της δια των μετενσωματώσεων καθάρσεως παρίσταται εντελώς διαφορετικά από το κάθε θρησκευτικόν ή φιλοσοφικόν σύστημα. Ούτω κατά τον Βραχμανισμόν ο σκοπός και ο λόγος των συνεχών μετενσωματώσεων είναι να καταλάβη επί τέλους ο άνθρωπος ότι δεν είναι αυτοτελές ον, αλλ’ είναι εν μετά της κοσμικής ψυχής (του Βράχμαν). Από την στιγμήν, κατά την όποιαν θα καταλάβη την μεγάλην αυτήν αλήθειαν, λυτρούται, όπερ σημαίνει εξαφανίζεται μέσα εις την κοσμικήν ψυχήν και σταματά το μαρτύριον των μετενσωματώσεων.
Κατά τον Βουδδισμόν εξάλλου αι μετενσωματώσεις προκαλούνται από την ορμήν προς την ζωήν και σταματούν όταν ο άνθρωπος νεκρώση την ορμήν αυτήν και περιπέση εις το Νιρβάνα. Είναι φανερόν λοιπόν ότι η ιδέα της μετενσωματώσεως εις τον Βραχμανισμόν και τον Βουδδισμόν φέρει ένα μεταφυσικόν χαρακτήρα, είναι συνδεδεμένη με μεταφυσικάς προϋποθέσεις, με την σχέσιν του ανθρώπου έναντι της ψυχής του παντός και έναντι της ζωής. Ο ηθικός χαρακτήρ σχεδόν εξαφανίζεται, διότι τα καλά έργα δεν παίζουν τόσην σημασίαν, όσην η αναγνώρισις των ανωτέρω βασικών αληθειών, έπειτα δε γίνεται λόγος όχι περί καθάρσεως, αλλά κυρίως περί λυτρώσεως.
Αντιθέτως εις την περί μετενσωματώσεως θεωρίαν του Πυθαγόρου, του Πλάτωνος και του Πλωτίνου υπόκειται ως βάσις μία ιδιαιτέρα ηθική εκδοχή, η οποία θα ηδύνατο να ονομασθή «ασκητική ηθική», όχι βεβαίως υπό την έννοιαν της βουδδιστικής αρνήσεως της ζωής ως βιολογικού φαινομένου, αλλά της θεωρήσεως της ύλης και της απολαύσεως αυτής ως τίνος αμαρτωλού και φύσει ακαθάρτου. Κατά τους ανωτέρω εκείνων αι ψυχαί μετενσωματούνται, οι οποίοι δεικνύουν εις την ζωήν μίαν ιδιαιτέραν κλίσιν προς τας κατ' αίσθησιν ηδονάς και απολαύσεις. Κατά τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνον ιδία, ο οποίος διδάσκει ένα απόλυτον πνευματικισμόν και χωρισμόν της ύλης από το πνεύμα, η αγάπη της ανθρωπίνης ψυχής προς το σώμα και τας σωματικάς ηδονάς είναι εκείνη η οποία ρίπτει πάλιν την ψυχήν εις τα δεσμά του σώματος, ήτοι εις εν νέον σώμα μετά την καταστροφήν του παλαιού.
Ώστε λοιπόν—δια να σύρωμεν την ειδοποιόν διαφοράν, η οποία χωρίζει την ινδικήν από την ελληνικήν αντίληψιν περί μετενσωματώσεως—η μεν πρώτη θέτει ως βάσιν αυτής την μη αναγνώρισιν μιας βιοθεωριακής αρχής, ότι δηλ. η ζωή είναι εν άπληστον ένστικτον, το οποίον δεν σταματά να φέρεται προς ζωήν, δια συνεχών μετενσωματώσεων, και να βασανίζη τον άνθρωπον, εάν δεν μηδενισθή, ενώ η δευτέρα (η ελληνική άποψις) θέτει ως βάσιν της μετενσωματώσεως το γεγονός ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν έχει επιτύχει την απόλυτον αυτοτέλειάν της απέναντι της ύλης, η οποία την σύρει πάλιν προς εαυτήν και εις την γηίνην ζωήν. Δια τούτο η ινδική άποψις ζητεί την λύτρωσιν (από τον πόνον της ζωής), ενώ η ελληνική, την κάθαρσιν από το μίασμα της ύλης. Περιττόν να είπωμεν ότι ούτε η ορμή προς την ζωήν ούτε η σύνδεσις της ψυχής με την ύλην είναι ικαναί να επιβάλουν την μετενσωμάτωσιν. Αύτη είναι μία εντελώς φανταστική σύλληψις, μία απλοϊκή θρησκευτικοφιλοσοφική ιδέα. Εκείνο, το οποίον δέον να σημειωθή είναι η επίδρασις της εν λόγω ιδέας επί της οικονομικής ζωής, διότι όλα τα συστήματα τα δεχόμενα την μετενσωμάτωσιν απηγόρευον την σφαγήν και βρώσιν ζώων, με τον φόβον μήπως υπ’ αυτά κρύπτονται μετενσαρκωμένοι άνθρωποι.
Τέλος πρέπει να σημειωθή ότι η μετενσωμάτωσις η μετενσάρκωσις δεν είναι ταυτόσημος προς την (απλήν) ενσάρκωσιν, μίαν θεωρίαν την όποιαν υποστηρίζουν όσοι δέχονται το περί προυπάρξεως της ψυχής δόγμα, κατά το οποίον η ψυχή του ανθρώπου, πνεύμα κατ’ αρχάς ούσα, εξέπεσεν εκ του ουρανίου χώρου εις την γήν και περιεβλήθη υλικόν σώμα. Την θεωρίαν αυτήν υποστηρίζουν επίσης ο Πλάτων, Φίλων ο Ιουδαίος,ο Πλωτίνος, ο Ωριγένης, οι Μανιχαίοι κ.ά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡ. Paul Deussen, Allgemeine Geschichte der Philosophie mit besonderer Berϋcksichtgung der Relligionen, 1906. Helm.V. Glasenapp, Die Philosophie der Inder. Eine Einfϋhrυng in ihre Geschichte und ihre Lehren,1946. G. F. Moore, Metempsychosis,1921. β’ εκδ.W. Stettner, Die Seelenwanderung bel Griechen und Romern, 1934.
(Ζιάκα Γρηγορίου, Το Ισλάμ, εκδ. Πουρναρα,Θεσσαλονικη 2004 σελ.80-89).
Η πρώτη αποκάλυψις.
Περί του σταδίου της εσωτερικής προετοιμασίας, η οποία εσημειώθη εις τον Μωάμεθ πριν ή ούτος εμφανισθή εις τον λαόν του ως απόστολος του Θεού και προφήτης, δεν γνωρίζομεν πολλά. Κατά τας ευσεβείς δοξασίας της μουσουλμανικής παραδόσεως, ουδεμία εσωτερική προετοιμασία εσημειώθη εις τον Μωάμεθ, διότι ούτος εκλήθη αιφνιδίως εις το προφητικόν του αξίωμα δια τινος οράματος, κατά την διάρκειαν του οποίου ο Θεός εξαπέστειλεν εις αυτόν την πρώτην αποκάλυψιν. Πράγματι όμως η περί προφητικής του αποστολής συνείδησις ανεπτύχθη και εστερεώθη βαθμιαίως μέσα του. Εάν λάβωμεν υπόψιν τας μαρτυρίας της μουσουλμανικής παραδόσεως, ο Μωάμεθ ήτο τεσσαράκοντα ετών ή και ολίγον ακόμη μεγαλύτερος, όταν εδέχθη την πρώτην αποκάλυψιν και ενεφανίσθη δημοσία κηρύττων. Τούτο σημαίνει ότι μέχρι της ωρίμου ηλικίας του παρέμεινε πιστός εις την ειδωλολατρικήν πίστην των πατέρων του.
Κατά το Κοράνιον ο Θεός τον εύρε κάποτε εις την οδόν της πλάνης και τον καθωδήγησε (93,7). Η καθοδήγησις αυτή υποδηλοί ότι πριν ή ο Μωάμεθ συνειδητοποιήση την προφητικήν του αποστολήν, διήλθε ωρισμένον τινά χρόνον εσωτερικής προεργασίας και περισυλλογής. Κατά τον χρόνον αυτόν ησχολήθη συνειδητώς ή ασυνειδήτως με θρησκευτικά προβλήματα. Κατά το χρονικόν τούτο διάστημα αι χριστιανικαί και ιουδαϊκαί διδασκαλίαι, τας οποίας κατά καιρούς ήκουσε, εδημιούργησαν εντός του δυσπιστίαν προς την πατρώαν ειδωλολατρικήν θρησκείαν. Ούτω συν τω χρόνω προητοιμάζετο μία εσωτερική αλλαγή μέσα του, η οποία εκορυφώθη κάποτε με ένα συνταρακτικόν όραμα «κλήσεώς» του, το οποίον υπήρξεν αποφασιστικός σταθμός δι’ όλην την μετέπειτα δράσιν του. Το όραμα τούτο περιγράφεται παραστατικώτατα εις το Κοράνιον και σχολιάζεται ιδιαιτέρως υπό της μουσουλμανικής παραδόσεως. Δίδεται εις την σούραν 96, 1-5, η οποία θεωρείται υπό της μουσουλμανικής παραδόσεως ως η πρώτη κορανική αποκάλυψις. Παραλλαγή του αυτού οράματος δίδεται εις σούραν 74,1-7.
Κατά τας ειδήσεις των χωρίων τούτων και της μουσουλμανικής παραδόσεως ο Μωάμεθ εκάθητο κάποιαν νύκτα εν περισυλλογή εντός του αγαπητού του σπηλαίου του όρους Χίρα (Hira’) πλησίον της Μέκκας όπου πολλάκις ηρέσκετο να αποσύρεται και να αφοσιώνεται εν ηρεμία εις θεωρίας. Αίφνης ήκουσε φωνήν άνωθεν καλούσαν αυτόν να γίνη προφήτης του Θεού. Κάποιον υπερβατικόν ον, το οποίον αρχικώς ο Μωάμεθ ωνόμαζε «ένδοξον μηνυτήν», «πιστόν πνεύμα» ή «άγιον πνεύμα» (ruh al-quds) και αργότερον, κατά την εν Μεδίνη δράσιν του, εταύτισε προς τον αρχάγγελον Γαβριήλ, απεκάλυψεν εν οράματι εις αυτόν την πρώτην αποκάλυψιν και τον διέταξε να αναγνώση τους πέντε πρώτους στίχους του 96ου κεφαλαίου του Κορανίου. Ο άγγελος του είπε˙
«iqra’ = ανάγνωθι (απάγγειλον) εν ονόματι του Κυρίου σου όστις έκτισε (τα πάντα˙ ο οποίος έπλασε τον άνθρωπον εκ θρόμβου αίματος (δηλαδή εξ ενός εμβρύου). Ανάγνωθι: Ο Κύριός σου είναι ο γενναιότατος απάντων των επί της γης. (Αυτός) ο οποίος εδίδαξε την χρήσιν της γραφίδος, εδίδαξε τον άνθρωπον ό,τι (πρότερον) ηγνόει».
Κατά την μουσουλμανικήν παράδοσιν, ο Μωάμεθ κατ’ αρχάς εξεπλάγη, διότι ήτο αναλφάβητος, και δις ηρώτησε τον άγγελον τί έπρεπε να αναγνώση και πώς ηδύνατο να αναγνώση, αφού δεν εγνώριζε ανάγνωσιν! Τότε ο Άγγελος επίεσε τον λαιμόν του μέχρι πνιγμονής και ο Μωάμεθ εξαναγκασθείς, ήρχισε να αναγινώσκη.
Κατά την μουσουλμανικήν παράδοσιν μετά την αποστολήν άνωθεν της αποκαλύψεως ταύτης τρόμος και θλίψις κατέλαβε τον Μωάμεθ. Λέγεται ότι κατά την στιγμήν της αποκαλύψεως ο Μωάμεθ κατελήφθη υπό παροξυσμού, κατά τρόπον ώστε αφρός εξήλθεν εκ του στόματος αυτού, η κεφαλή του έκλινε, το πρόσωπόν του ωχρίασε ή ερυθρίασε, ο ιδρώς έτρεχεν ακατασχέτως και ούτος εκραύγαζεν ως «πώλος καμήλου». Ο παροξυσμός ούτος καλείται από δύο σπουδαίους συλλογείς της μουσουλμανικής παραδόσεως, τον Bakhari και τον Waqidi, «πυρετός» (buraha’). Εκ των μαρτυριών τούτων παρακινηθέντες οι βυζαντινοί συγγραφείς ωμίλησαν εις την κατά του Ισλάμ πολεμικήν των περί επιληψίας, η οποία κατείχε τον Μωάμεθ, και τας απόψεις αυτών επαναλαμβάνει ο δυτικός βιογράφος του Μωάμεθ Gustav Weil (Das Leben Muhammeds, Stuttgart 1864, 42).
Αι ερμηνείαι όμως αύται δεν έχουν ιστορικά ερείσματα και αγνοούν την διαδικασίαν εμπνεύσεως, την οποίαν μετήρχοντο οι εκστασιαζόμενοι μάντεις και οραματισταί της ειδωλολατρικής Αραβίας. Αν λάβωμεν υπόψιν τας μαρτυρίας των χωρίων 73,1 εξ. και 74,1 εξ., ένθα ο Μωάμεθ εντέλλεται να εγερθή κατά την διάρκειαν της νυκτός και να προσευχηθή, πρέπει να υποθέσωμεν ότι ούτος προητοιμάζετο διά την παραλαβήν της αποκαλύψεως. Η προετοιμασία φαίνεται ότι εγίνετο κατ’ αρχάς κατά τα πρότυπα των αρχαίων Αράβων μάντεων και οραματιστών. Εις τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι οι εχθροί του εις Μέκκαν τον απεκάλουν «δαιμονιζόμενον» (majnun) ή έχοντα δαιμόνιον (jinn) εντός του. «Δαιμονιζόμενοι» όμως ή εμπνεόμενοι από τους δαίμονας, τα jinn, εθεωρούντο και οι Άραβες μάντεις και ποιηταί. Το δαιμόνιον εδώ δεν έχει έννοιαν βιβλικήν, αλλά την σημασίαν περίπου την οποίαν η λέξις είχεν εις την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν. Ήτο θεϊκόν τι ον, το οποίον ενέπνεε τους μάντεις ή ποιητάς του αρχαίου αραβικού κόσμου, συνήθως προς το καλόν της φυλής. Ο ποιητής, ο οποίος δια των ποιημάτων του υπηρέτει την λατρείαν της φυλής του, εθεωρείτο ότι ευρίσκετο κατά την ώραν της συνθέσεως υπό την επήρειαν του εντός αυτού κατοικούντος «δαιμονίου». Διά τούτο μάντεις και ποιηταί εκαλούντο «majnun», «μαινόμενοι» ή «δαιμονιζόμενοι».
Δεν φαίνονται συνεπώς αληθείς αι απόψεις ότι ο Μωάμεθ ήτο «επιληπτικός». Από τον τρόπον όμως της εκστάσεώς του δυνάμεθα να συναγάγωμεν άλλα σπουδαία συμπεράσματα. Να ιδούμε δηλαδή ότι εις τον εξωχριστιανικόν τρόπον εκστάσεως επικρατεί έντασις και ταραχή, αντιθέτως προς την έμπνευσιν και έκστασιν αγίων προσώπων εν τη χριστιανική πίστει, όπου επικρατεί ηρεμία, γαλήνη και πληρότης. Το «φως ιλαρόν», που αποτελεί ύμνον της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας, είναι το χαρακτηριστικόν γνώρισμα του προσώπου, το οποίον δια της προσευχής αίρεται εις τας υπερβατικάς σφαίρας και κοινωνεί μετά του προσωπικού Θεού. Η γαλήνη και η ηρεμία πληρούν την ψυχήν του και «φως ιλαρόν» εκπέμπει το πρόσωπόν του.
Αντιθέτως εις την εξωχριστιανικήν έκστασιν επικρατεί συνήθως η έντασις. Ακόμη και εις μορφάς εκστάσεως του βουδδισμού, όπου συνήθως η περισυλλογή εσωτερικεύει τον άνθρωπον εις σημείον ώστε οι οφθαλμοί του να μένουν απλανείς, ουδέν εκφράζοντες, ακόμη και εκεί παρατηρείται εις πολλάς μορφάς εκστάσεως έντασις. Διά τούτο όχι μόνον εις τον βουδδισμόν, αλλά και εις τον Ινδοϊσμόν γενικώς απαγορεύεται να ασκείται η Yoga άνευ της παρουσίας του διδασκάλου, ο οποίος, όταν αρχίσει η έκστασις (κυρίως προκειμένου περί του Ζεν βουδδισμού) έχει ραβδίον, με το οποίον κτυπά ελαφρώς εν αρχή την πλάτην του εκστασιαζομένου, και όσον περισσότερον ανεβαίνει η έντασις, τόσον περισσότερον τα κτυπήματα δυναμώνουν, και εις το τέλος γίνονται τόσον ισχυρά, ώστε, αν ο εκστασιαζόμενος ευρίσκετο εν νηφαλία καταστάσει, θα εκραύγαζεν εκ του πόνου. Αυτό όμως γίνεται διά να χαλαρώνη η έντασις του νευρικού συστήματος, το οποίον υπάρχει κίνδυνος να υποστή βλάβην, να σπάσουν κατά το κοινώς λεγόμενον τα νεύρα του εκστασιαζομένου και να μείνη διανοητικώς ή σωματικώς ανάπηρος κατά την υπόλοιπον ζωήν του. Και υπάρχουν πολλά τοιαύτα παραδείγματα.
Παρόμοιας μορφάς εκστάσεως παρατηρούμεν εις ωρισμένους ορχουμένους δερβίσσας του Ισλάμ, όπου οι εκστασιαζόμενοι ρίπτουν αναμμένα κάρβουνα εις το στόμα των η εμπηγνύουν αιχμηρά αντικείμενα εις τους βραχίονας και εις άλλα μαλακά μέρη του σώματος. Εις μεγάλης μάλιστα εντάσεως εκστάσεις χρησιμοποιούνται πυρακτωμένα σίδηρα, τα οποία εναποτίθενται επί του δέρματος, διά να κατευνάσουν την έντασιν των νεύρων και να επαναφέρουν τον εκστασιαζόμενον εις την ομαλήν του κατάστασιν. Ούτως δύναται να εξηγηθή και το γνωστόν παρ’ ημίν φαινόμενον των Ανασταινάρηδων, οι οποίοι διά να επιτύχουν το βάδισμα επί της πυράς, εκστασιάζονται.
Τοιαύτα λοιπόν φαινόμενα εκστάσεως είναι ξένα εις την χριστιανικήν μυστικήν εμπειρίαν, όπου η μετά του Θεού κοινωνία φέρει γαλήνην, πλήρωμα εσωτερικόν, και «φως ιλαρόν», που σημαίνει ότι πληροί τον άνθρωπον με χαράν και φαιδρότητα.
Διάφορος λοιπόν της χριστιανικής εκστάσεως ήτο και η έκστασις του Μωάμεθ: Κατά τας περιγραφάς της μουσουλμανικής παραδόσεως και τους υπαινιγμούς του Κορανίου, ο Μωάμεθ μετά το πέρας του οράματος κατελήφθη υπό φόβου και εξάψεως, η οποία του έφερε ρίγος και θέρμην συγχρόνως. Διά τούτο επέστρεψεν εσπευσμένως εις την γυναίκα του Χαντίτζια και εφώναξε˙ «κάλυψόν με δι’ ενός μανδύου (dithar), και ρίψον επ’ εμοί ψυχρόν ύδωρ» (Sura 73,1 και 74,1).
Το αιφνίδιον και συνταρακτικόν αυτό όραμα επροξένησε τοιαύτην φρίκην εις τον Μωάμεθ, ώστε επί αρκετόν χρόνον μετά ταύτα έπαυσε τελείως να δέχεται περαιτέρω αποκαλύψεις. Η μουσουλμανική παράδοσις αναφέρει ότι εσημειώθη επί τρία έτη διακοπή (fatra) εις το κήρυγμά του. Την φρίκην, η οποία κατέλαβε τον Μωάμεθ μετά την συνταρακτικήν αυτήν εμπειρίαν της αποκαλύψεώς του, περιγράφουν παραστατικώτατα οι πρώτοι στίχοι του 74ου κορανικού κεφαλαίου. Οι στίχοι αυτοί θεωρούνται υπό της μουσουλμανικής παραδόσεως ως η αμέσως μετά την διακοπήν της πρώτης αποκαλύψεώς επακολουθήσασα αποκάλυψις, η οποία εκάλεσε τον Μωάμεθ να εγερθή και να συνέχιση το κήρυγμά του.
«'Ώ συ, όστις εκάλυψας εαυτόν διά μανδύου (dithar). Εγέρθητι και προειδοποίησον (τους ανθρώπους της χώρας σου διά την τιμωρίαν του Θεού). Και αίνει τον Κύριόν σου! Κάθαρον τα ιμάτιά σου και απόφευγε το βδέλυγμα (της ειδωλολατρίας)».
Πάντα ταύτα δηλούν α) ότι κατ’ αρχάς ο Μωάμεθ δεν είχε συνειδητοποιήσει την «αποστολήν» του. Η συνείδησις ότι είναι απόστολος του Θεού, μάλιστα δε η πρόθεσίς του να παρουσίαση εαυτόν ως προφήτην δεν ήτο το αρχικόν εις την συνείδησιν του σχέδιον. Είναι περισσότερον ορθόν να υποθέσωμεν, όπως πράττει ο Caetani, ότι έφθασεν εις την σύλληψιν των ιδεών του τούτων μόνον διστάζων και ψηλαφών. Καίτοι ο άγγελος εγνωστοποίησεν εις αυτόν ότι ήτο ο εκλεγείς προφήτης του Θεού, ο Μωάμεθ ημφέβαλλε περί της αληθείας του οράματός του. Εφοβείτο μάλιστα μήπως είχε καταληφθή υπό του δαίμονος και είναι θύμα διαβολικής απάτης και επενεργείας. Κατά την μουσουλμανικήν παράδοσιν η περίοδος της απομονώσεώς του διήρκεσε περί τα τρία έτη. Αίφνης όμως η περίοδος αύτη έληξε και ο χείμαρρος των θείων αποκαλύψεων ήρχισε να κατακλύζη αδιακόπως αυτόν μέχρι τέλους της ζωής του.
β) Συνάγεται επίσης ότι η προφητική του Μωάμεθ συνείδησις διαμορφούται αρχικώς επί τη βάσει των αρχεγόνων παραστάσεων του λαού του. Την πρώτην βεβαίως αμυδράν περί προφητείας έννοιαν συνέλαβεν ούτος επί τη βάσει των ολίγων βιβλικών διδασκαλιών, τας οποίας ήκουσεν, αλλά ταύτην συνενέμειξε μετά μαγικών και μαντικών παραστάσεων του αυτοχθόνου αραβικού περιβάλλοντος. Τα λεκτικά σχήματα, το ύφος και ο έμμετρος λόγος των αρχικών του αποκαλύψεων φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των χρησμών και αφορισμών των αρχαίων αράβων μάντεων και οραματιστών (kuhhan).
Εν αρχή ούτος δεν εγνώριζε πολλά περί προφητείας. Περί των προφητών της Π. Διαθήκης ενημερώθη αργότερον και ελλιπώς. Άρα κατά την αρχικήν περίοδον των οραματισμών του, δεν ήτο δυνατόν ούτοι να αποτελέσουν τα καθοδηγητικά του πρότυπα. Μέχρις ου αναχθή εις την πεποίθησιν ότι είναι «απόστολος του Θεού», παρήλθε χρόνος, του οποίου την έκτασιν δεν δυνάμεθα να προσδιορίσωμεν ακριβώς. Αι περί προφητείας και αποκαλύψεως ιδέαι υπό την βιβλικήν αυτών έννοιαν ήσαν ξέναι εις τους Άραβας. Η ιδέα επίσης περί υπάρξεως οιουδήποτε ανθρώπου φορέως θείας αποκαλύψεως, εις τον οποίον ο Θεός εμπιστεύεται την θείαν επαγγελίαν, ίνα κομίση αυτήν εις τον λαόν του, δεν ήτο οικεία εις τους συγχρόνους αυτού Άραβας. Αντιθέτως ούτοι εγνώριζον τους εν μέσω αυτών υπάρχοντας «μάντεις» (kahin) και τους «οραματιζομένους ποιητάς» (sha‘ir), οι οποίοι τη επηρεία αγαθών δαιμόνων (jinn ή jann), εξ ων κατελαμβάνοντο, ηδύναντο να προφητεύσουν και να δώσουν χρησμούς περί των μυστηρίων του μέλλοντος. Ο «ποιητής» (sha‘ir) ετοποθετείτο επί του αυτού μετά του «μάντεως (kahin) επιπέδου και εθεωρείτο άνθρωπος του οποίου τα οράματα και τα σημεία ήσαν πλήρη σημασίας, διότι προέλεγον τα μέλλοντα. Κατά την εποχήν εκείνην ο άραψ ποιητής είχε τελείως μαγικόν χαρακτήρα και οι Άραβες επίστευον ότι ώφειλε την έμπνευσίν του εις τι δαιμόνιον, το οποίον εισήρχετο εν αυτώ. Ούτω sha‘ir εσήμαινε τον «γνώστην οραματιστήν». Ο δαίμων, ο οποίος εισήρχετο εις τον sha‘ir, δεν εισήρχετο ίνα εμπνεύση εις αυτόν ωραίους λόγους και ιδέας, αλλ’ ίνα διαφωτίση αυτόν περί των πραγμάτων εκείνων, των οποίων δεομένη η φυλή κατέφευγεν εις την πνευματικήν του βοήθειαν.
Άρα είναι φυσικόν να υποθέσωμεν ότι αρχικώς ο Μωάμεθ, πιεζόμενος εκ των εσωτερικών του παρορμήσεων και οραμάτων, εξεφράζετο κατά τον τρόπον οραματισμού των Αράβων μάντεων. Όπως οι μάντεις και οι οραματισταί, ούτω και αυτός είχε να είπη τι το σπουδαίον. Πράγματι, κατά τινα παράδοσιν την οποίαν αναφέρει ο Ibn Sa‘d, στηρίζων αυτήν επί του αρχαιοτέρου αξιοπίστου μάρτυρος της μουσουλμανικής παραδόσεως, του Urwa Ibn az-Zubair, ο Μωάμεθ παρουσιάζεται ειπών ποτέ εις την σύζυγον αυτού Khatija «Βλέπω φώς τι και ακούω φωνήν τινα. Φοβούμαι αληθώς μη τυχόν είμαι τις kahin».
Αι μετά των kahin ομοιότητες του Μωάμεθ παρουσιάζονται κυρίως εις τον τρόπον εκφοράς των αρχικών κορανικών αποκαλύψεων. Όπως οι χρησμοί του μάντεως ήσαν ιδιόμορφοι, ούτως είναι και αι αρχικαί αυτού αποκαλύψεις. Προς εκφοράν των χρησμών του ο μάντις εχρησιμοποίει τον ομοιοκατάληκτον έμμετρον και πεζόν ομού λόγον (το ομοιοκατάληκτον «πεζοτράγουδον»), τον αποκαλούμενον saj', ο οποίος αποτελείτο από βραχείας ρυθμικάς προτάσεις, διαφόρους όμως εκείνων της πραγματικής ποιήσεως. Υπ’ αυτήν ακριβώς την μορφήν του saj' εκφέρονται ου μόνον τα παλαιότερα (2), αλλ’ άπαντα τα κεφάλαια του Κορανίου (3). Κατά τα πρώτα όμως βήματα του κηρύγματός του ο Μωάμεθ ομιλών κατά τα εκστατικά πρότυπα των αράβων οραματιστών, εξέφραζε τας αποκαλύψεις του υπό μορφήν βραχέων και ελλειπτικών αφορισμών και είχε την εντύπωσιν ότι ενεπνέετο υπό θείου τινός πνεύματος (4), το οποίον αργότερον εταύτισε μετά του αγγέλου Γαβριήλ (5). Όπως δε οι μάντεις, επιθυμούντες να καταστήσουν πιστευτούς τούς χρησμούς των, ωρκίζοντο εις τον ουρανόν και την γην, εις το φώς και το σκότος, εις ζώα και φυτά, ούτω και ο Μωάμεθ εις το αρχικόν του κήρυγμα ομνύει εις την νύκτα, την ημέραν, τον εωθινόν, το όρος (Σινά), εις τον ουρανόν και τους αστέρας κ.λ.π. (6). Υπ’ αυτάς τας προϋποθέσεις δυνάμεθα να κατανοήσωμεν τους όρκους του αρχικού κηρύγματος του Μωάμεθ, οι οποίοι εκφέρονται αορίστως, άνευ λογικής συναφείας προς το ακολουθούν κείμενον. Έχοντες υπ’ όψει τους χρησμούς των μάντεων αυτών οι σύγχρονοι του Μωάμεθ Μεκκίται εταύτισαν αυτόν μετά των μάντεων τούτων (7).
Σημειωσεις
(2) Χαρακτηριστικά παραδείγματα των αρχικών κατά έμμετρον λόγον εκφερομένων αποκαλύψεων είναι τα κεφάλαια 90, 1- 16˙ 96, 1-8.
(3) Αι εικασίαι του Bell, καθ’ άς αι αρχικώταται εκφράσεις του Μωάμεθ δεν ήσαν έμμετροι, δεν φαίνονται πιθαναί (Muhammed’s Call, 13 - 19 και Muhammad’s Visions 145 - 154).
(4) Sura 16, 104 (102)˙ 26, 193.
(5) Sura 2, 91 (97).
(6) Sura 93, 1 εξ.˙ 103, 1˙ 84, 16 - 18˙ 74, 35 - 37˙ 92,1 - 3˙ 89, 1 - 4˙ 53, 1˙ 86,1˙ πρβλ. 81, 15- 18˙ 56, 74 εξ., 86, 11 εξ.˙ 91, 1- 8.
(7) Sura 52, 29˙ 69, 42.
Αι ομοιότητες όμως και αι επιρροαί αύται δεν πρέπει να υπερτονισθούν, διότι το κορανικόν κήρυγμα καθ’ εαυτό ελαχίστην έχει σχέσιν προς τους αφορισμούς των αράβων μάντεων. Πολύ ενωρίς ο Μωάμεθ κατεπολέμησε την ιδέαν της μετά των kahin και sha'ir ταυτίσεώς του. Τα περί kahin και sha'ir ομιλούντα κορανικά χωρία σκοπούν να άρουν τας κατά του Μωάμεθ κατηγορίας και να δηλώσουν απεριφράστως την πλήρη προς αυτούς αντίθεσίν του (1). Ήδη αι αμφιβολίαι του μήπως είναι kahin δηλούν ότι εξ αρχής διέστελλεν εαυτόν και το κήρυγμά του εκ της μαντικής επενεργείας. Ενωρίς αι αόριστοι περί τας βιβλικάς αληθείας γνώσεις του ωδήγησαν αυτόν μακράν των μάντεων. Διά τούτο τονίζει ότι έρχεται ως απλούς απόστολος του Θεού, ο οποίος δεν ζητεί μισθόν ως οι μάντεις, δεν θέλει να έχη σχέσιν προς τους δαίμονας της πολυθεΐας, αλλά προς τον μόνον Θεόν. Ούτω φαίνεται ότι εξ αρχής είχεν αποκτήσει ασαφή τινα περί προφητείας αντίληψιν, και προς αυτήν συνεχώς έτεινε. Βεβαίως κατ’ αρχάς εις τον τρόπον εκφοράς των αποκαλύψεών του έχει υπ’ όψει τους μαντικούς χρησμούς, καθ’ ους δεν ομιλεί ο μάντις, αλλά το πνεύμα, ο δε μάντις ακούει και ανακοινώνει. Το αυτό ποιεί και ο Μωάμεθ˙ ακούει τον ουράνιον μηνυτήν και ανακοινώνει τας αποκαλύψεις του. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι παραμένει συνεχώς εις τον πρωτόγονον τρόπον εμπνεύσεως. Αντιθέτως φαίνεται ότι πολύ ενωρίς επηρεάσθη εκ της βιβλικής παραδόσεως, αλλά και εξ αναλόγων γνωστικών αντιλήψεων.
Ήδη εις την Παλαιάν Διαθήκην η ακοή είναι αίσθησις προηγουμένη της οράσεως. Ο Θεός απεκαλύφθη εις τους προφήτας δι’ ακροάσεων και όχι δι’ οράσεων. Ο Θεός προσκαλεί τον Μωυσή επί του όρους Σινά και ομιλεί μετ’ αυτού˙ αλλ’ όταν ο Μωυσής παρακαλή τον Θεόν να εμφανίση εις αυτόν το πρόσωπόν του, ο Θεός απαντά˙ «ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου˙ ου γάρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται» (2) . Η ιστορία αύτη της Βίβλου αποδίδεται, διά τινων κατά μυθικόν τρόπον εκφερομένων παραλλαγών, και εις το Κοράνιον (3) . Άπαντα τα οράματα του Μωάμεθ σχετίζονται προς τον άγγελον του Θεού, όχι προς αυτόν τον Θεόν (4) .
Αν αρχικώς επίστευσεν ότι είδε τον ίδιον τον Θεόν, τούτο ήτο πεποίθησις, την οποίαν έζησεν υπό τον πυρετόν του αρχικού του οίστρου και των οραμάτων. Συν τω χρόνω όμως ούτος γίνεται νηφαλιώτερος και αι εμπνεύσεις του πραγματοποιούνται τη επηρεία του αγγέλου.Sura 52, 29 εξ.˙ 69, 41 εξ.˙ 37, 35 (36)˙ 21,5. Έξοδος 33, 18 εξ.
Sura 7, 139 (143). Πρβλ. περί των βιβλικών πηγών, εξ ων ηντλήθησαν αι ανάλογοι κορανικαί απόψεις, Speyer, Die bibl. Erzahl. im Qoran, 141. Πρβλ. Ηοrovitz, εν Der Islam 9 (1919) 159 – 160.
Ν.Π.Βασιλειάδη.
Bαθύτατη επίδραση στην όλη Θρησκευτική εξέλιξη του Μωάμεθ άσκησε ο εξάδελφος της Κατίτζας ο Ουάρακας. Ο Ουάρακας ήταν κατ’ άλλους μεν Εβραίος κατ’ άλλους δε hanif. Άλλοι νομίζουν ότι ήταν διανοούμενος τον οποίο δεν ικανοποιούσε η παλιά θρησκεία. Υπάρχει και η άποψη ότι ήταν χριστιανός και «εκ περισσού αστρολόγος». Γνώστης της εβραϊκής και της ελληνικής ο Ουάρακας μετέφρασε στην αραβική αποσπάσματα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Ο εξάδελφος της Κατίτζας έδωσε στον Μωάμεθ πολλές πληροφορίες περί της Παλαιάς και της καινής Διαθήκης καθώς επίσης και περί των εβραϊκών παραδόσεων της Μίσνας και του Ταλμούδ, τις οποίες ο Μωάμεθ μετέφερε κατόπιν στο Κοράνιο.
Όλες αυτές οι γνώσεις τις οποίες ο Μωάμεθ αποθησαύριζε στην αφάνταστα ισχυρή μνήμη του αύξησαν τη δυσμένειά του κατά της ποταπής και πολυωνύμου ειδωλολατρίας των διαφόρων αραβικών φυλών. Και αποφάσισε να προχωρήσει σε θρησκευτική αναμόρφωση με βάση τις αρχές του Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού. Τις υψηλές όμως αρχές των δύο αυτών μονοθεϊστικών θρησκειών άρχισε να τις συγχωνεύει με δικές του σκέψεις και στοχασμούς. Διότι ο Μωάμεθ ήταν μεν αγράμματος αλλά πολύ ευφυής. Διέθετε δε πνεύμα οργανωτικό και νεωτεριστικό. Οι θαυμαστές του έλεγαν ότι ήταν απαίδευτος μεν αλλά σοφότατος. Σκοπός του ήταν να ανατρέψει την ειδωλολατρία και να συνενώσει τους Άραβες σε ένα λαό με μία μονοθεϊστική θρησκεία και κάτω από μία πολιτική εξουσία.
Είχε ήδη πεισθεί ότι η αληθινή θρησκεία απεκαλύφθη στον Αδάμ. Αλλά, κατά την άποψη του Μωάμεθ, ο οποίος διέθετε ισχυρό νου, ευφράδεια, θέληση, επιμονή, προσεκτική ζωή και πλούτο πολύ, η πίστη εκείνη είχε παρανοηθεί και διαφθαρεί από την ειδωλολατρία. Γι’ αυτό ο Θεός έστειλε στον κόσμο προφήτες, όπως π.χ. τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Ιησούν Χριστόν. Όμως οι άνθρωποι αποστάτησαν και πάλιν. Έπρεπε, συνεπώς, να επανέλθουν στο δρόμο της αλήθειας. Προς τον σκοπό αυτό χρειαζόταν, κατά την αντίληψη του Μωάμεθ, ένας νέος προφήτης απεσταλμένος από τον Θεόν.
Όλα αυτά είχαν βυθίσει τον Μωάμεθ σε βαθειά συλλογή. Άρχισε να απομονώνεται σε ερημικό τόπο και να στοχάζεται. Ήταν τότε σαράντα ετών. Ιδιαίτερα κατέφευγε σε μια σπηλιά, που ονομαζόταν Χίρα (Hira) ή Χαράα και απείχε περίπου τρία χιλιόμετρα από τη Μέκκα. Κατά τον Washington Irving (Ουάσιγκτων Έρβιγκ) «τόσον έντονος απασχόλησις της διανοίας του επί ενός ζητήματος δεν ήτο δυνατόν παρά να επιδράση επ' αυτού, ο Μωάμεθ δε ήρχισε να πίπτη εις εκστάσεις και να έχη κρίσεις καταλήψιας. Πολλάκις έχανε την συναίσθησιν των πέριξ και έπιπτε κατά γης αναίσθητος»(18). Όταν η Κατίτζα, γεμάτη ανησυχία, θέλησε να μάθει την αιτία των παροξυσμών αυτών, ο Μωάμεθ απαντούσε με υπεκφυγές.
Για τις παραισθήσεις και τους παροξυσμούς του Μωάμεθ έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς διάφορες γνώμες.
«Τινές των εχθρών του αποδίδουν τας κρίσεις αυτάς εις επιληψίαν, αλλ’ οι πιστοί Μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι αύται ήσαν προπαρασκευαστικοί της μελλούσης προφητικής αποστολής του. Διότι έκτοτε — λέγουν οι πιστοί (Μουσουλμάνοι) — η θέλησις του Υψίστου ήρχισεν αποκαλυτπομένη, καίτοι αορίστως εις αυτόν»(19).
Ο δρ. Γουσταύος Βάϊλ στο έργο του «Μωάμεθ ο προφήτης» εξετάζει εκτενώς το ζήτημα των επιληπτικών κρίσεων του Μωάμεθ. «Γενικώς επιστεύετο, ότι εχαρακτήρισαν ως επιληπτικόν τον Μωάμεθ οι εχθροί του και Χριστιανοί τινες συγγραφείς. Εν τούτοις, φαίνεται ότι τα περί ασθενείας του προφήτου εβεβαιώθησαν υπο τινων εκ των παλαιοτέρων Μουσουλμάνων συγγραφέων, επί τη βάσει των λεχθέντων υπό των οικείων του. Κατ' αρχάς, λέγουν ούτοι, ο Μωάμεθ κατελαμβάνετο υπό τρόμου και έπιπτεν εις αναισθησίαν σπασμών ενώ δε το μέτωπόν του ίδρωνεν οσονδήποτε ψυχρός και αν ήτο ο καιρός και από του στόματός του εξήρχετο αφρός, αυτός έμενε με κλειστούς τους οφθαλμούς, εκβάλλων ανάρθρους κραυγάς. Η Αϊσά, μία των συζύγων του, και ο Ζεΐδ, εις των μαθητών του, αναφέρονται ως μαρτυρήσαντες περί της ασθενείας του. Οι πιστοί του εφρόνουν ότι κατά τας κρίσεις ταύτας απεκαλύπτοντο εις τον Μωάμεθ αι θείαι αλήθειαι. Βέβαιον όμως είναι ότι ο Μωάμεθ είχε τοιαύτας κρίσεις εν Μέκκα προ της αποκαλύψεως του Κορανίου εις αυτόν. Η Κατίτζα εφοβείτο, ότι ο σύζυγός της κατείχετο υπό κακοποιών πνευμάτων και ήθελε να καταφύγη εις εξορκιστάς, αλλ’ ο σύζυγός της την ημπόδισε, διότι δεν ήθελε να τον βλέπουν όταν υπέφερεν» (20).
Ο George W. Gilmore (Τζώρτζ Ούιλλιαμ Γκίλμορ) αναφέρει, ότι ο Μωάμεθ «εκληρονόμησε από τη μητέρα του μια νευρική, ευέξαπτη ιδιοσυγκρασία και μια ροπή προς την επιληψία, που είχε εκδηλωθεί με ένα σπασμό (παροξυσμό) στην ηλικία των τεσσάρων και εξ ετών και αργότερα με επανειλημμένες υποτροπές σε μια καταληπτική κατάσταση, που τελικά τέθηκε υπό έλεγχο»(21).
Οι Βυζαντινοί, όπως ο Θεοφάνης (+917) στη «Χρονογραφία» του, ο Γεώργιος Αμαρτωλός στο «Χρονικό» του, ο Βαρθολομαίος ο Εδεσσηνός και ο Ευθύμιος ο Ζιγαβηνός, υποστηρίζουν την περί επιληψίας άποψη. Προσθέτουν μάλιστα και στοιχεία, που είναι προσφιλή στη σύγχρονη ψυχανάλυση. Διότι ομιλούν και περί συζυγικών δυσκολιών με τη σύζυγό του, ένεκα της επιληψίας του Μωάμεθ, και περί μεσολαβήσεως ενός φίλου του Χριστιανού αιρετικού μοναχού, ο όποιος ήταν «εξόριστος εις εκείνα τα μέρη δια κακοπιστίαν». Αυτός «εξ υποθήκης του Μωάμεθ», δηλαδή κατόπιν συμβουλής και προτροπής του Μωάμεθ, επληροφόρησε την Κατίτζαν ότι ο σύζυγός της δεν πάσχει από συνήθη ασθένειαν. Αλλά κάθε φορά, που «βλέπει» τον αρχάγγελο Γαβριήλ, μη μπορώντας να υποφέρει «την φοβερόν επιφάνειαν» (=εμφάνιση, λάμψη) πέφτει σ’ αυτό «το πάθος» (= το νόσημα, την ασθένειαν)(22)!...
Έτσι εξήγησε ο εξόριστος αιρετικός μοναχός την οπτασία, που ισχυριζόταν ότι είδε κατά τη μόνωσή του ο Μωάμεθ στο σπήλαιο Χίρα (ή Χαράα) το 610 μ.Χ. (κατ’ άλλους το 609 μ.Χ.).
Ο Μωάμεθ βρισκόταν τότε — τον μήνα του ραμαζανίου (23) — ξα-πλωμένος στο σπήλαιο. Εκεί, κατά τον ισχυρισμό του, τον πλησίασε ένας άγγελος με... 700 φτερούγες(!), ο όποιος του παρουσιάσθη υπό μορφή ανθρώπου, ξεδίπλωσε ένα μετάξινο ύφασμα πάνω στο όποιο υπήρχαν γράμματα και τον διέταξε:
«Διάβασε»! «Δεν μπορώ», απάντησε ο Μωάμεθ, «δεν γνωρίζω ανάγνωση». Τότε ο άγγελος τον κράτησε και του επανέλαβε: «Ανάγνωσε! Ανάγνωσε! Ανάγνωσε!». Ο άγγελος άρχισε να αναγινώσκει και ο Μωάμεθ επανελάμβανε (24). Εκείνη ήταν η πρώτη «αποκάλυψη», που δέχτηκε ο Μωάμεθ, ο όποιος καθ’ υπαγόρευση του αγγέλου εδιάβασε τους πρώτους πέντε στίχους του Κορανίου: «Διάβασε με το όνομα του Κυρίου σου, που δημιούργησε. Έπλασε τον άνθρωπο από ένα (απλό) θρόμβο πηκτού αίματος. Διάβαζε! Και ο Κύριός σου είναι ο πλέον Γενναιόδωρος, που δίδαξε (τη χρήση) της Γραφίδας (της πέννας), δίδαξε τον άνθρωπο, ό,τι δεν ήξερε» (Στάδιο 96, Διάβασε, η Προκήρυξε η ο θρόμβος πηκτού αίματος, εδάφ. 1 - β)(25).
Το επόμενο πρωί ο Μωάμεθ γεμάτος δέος, και βασανιζόμενος από προβληματισμούς, διηγήθηκε το περιστατικό στη σύζυγό του. Η Κατίτζα, που τον υπεραγαπούσε και εφ’ όσον είχε πείσθει από τον αιρετικό μοναχό, ότι ο άγγελος που εμφανίστηκε στον Μωάμεθ ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, εβεβαίωσε τον ταραγμένο σύζυγό της ότι το πρόσωπο, που του είχε εμφανιστεί, ήταν πράγματι ο αρχάγγελος αυτός! Η σύζυγός του, που ως τότε ανησυχούσε υπερβολικά, και η όποια «είχε πίστιν, ήτις συνεδυάζετο προς την ευπιστίαν αγαπώσης συζύγου, είδε εις την εμφάνισιν του αγγέλου την πλήρωσιν των πόθων του ανδρός της και το τέλος των παροξυσμών και των στερήσεων»(26).
Αφού η Κατίτζα βοήθησε το σύζυγό της να καθησυχάσει, ανακοίνωσε το περιστατικό και στον εξάδελφό της Ουάρακα, τον μεταφραστή των Γραφών και σύμβουλο του Μωάμεθ στα ζητήματα της θρησκείας. Ο Ουάρακας με τη σειρά του εβεβαίωσε και αυτός τον Μωάμεθ ότι το άγγελμα προερχόταν από τον Θεόν, κομιστής του δε ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ! Ο Μωάμεθ έκανε λόγο για την «αποκάλυψη» αυτή και στον πιστό δούλο του Ζεΐντ, ο όποιος επίστευσε. Έτσι οι πρώτοι, που πίστεψαν ότι ο Μωάμεθ ήταν ήδη προ¬φήτης, ήσαν η σύζυγός του, ο Ιουδαιοχριστιανός αιρετικός Ουάρακας και ο Ζεΐντ. Αργότερα προσετέθη στους πιστούς του Μωάμεθ και άλλος συγγενής του, ο Αμπού Μπέκρ (Abu Bakr). Ο τελευταίος προσηλύτισε στη νέα πίστη και άλλους πέντε αρχηγούς της Μέκκας- αποτέλεσε δε μαζί μ’ αυτούς ομάδα των «έξι συντρόφων» του Μωάμεθ, των όποιων τα απομνημονεύματα αποτέλεσαν τις παραδόσεις του Ισλάμ.
Μετά από μακρά διακοπή — ίσως και τριών ετών — οι αποκαλύψεις επανελήφθησαν. Όμως η κοινοποίησή τους προκαλούσε, ανάλογα με το ακροατήριο, συμπάθεια ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του Μωάμεθ. Τα πρώτα βήματα του Μωάμεθ ήσαν δειλά και διατακτικά, οι δε προσχωρήσεις στη νέα θρησκεία περιορισμένες. Οι προσήλυτοι, που δεν είχαν υπερβεί τους 40, συνέρχονταν μυστικά για να προσευχηθούν. Ωστόσο οι φανατικοί ειδωλολάτρες τους είχαν ανακαλύψει. Ακόμη και συγγενείς του Μωάμεθ ήσαν εξοργισμένοι εναντίον του• από δε τους πιο αμείλικτους εχθρούς του ήταν ο θείος του Αμπού Λάχαμπ. Ο Μωάμεθ έγινε πολύ σκεπτικός, αφαιρείτο, το δε βλέμμα του ήταν βλοσυρό. Οι φίλοι του ανησυχούσαν για την υγεία του, ενώ οι εχθροί του διέδιδαν ότι παρεφρόνησε(27).
Παραπομπές:
18 ΟΥΑΣΙΓΚΤΩΝ ΕΡΒΙΓΚ, Μωάμεθ..., σελ. 42. 19 ΟΥΑΣΙΓΚΤΩΝ ΕΡΒΙΓΚ, Μωάμεθ..., όπ.π.
20 ΟΥΑΣΙΓΚΤΩΝ ΕΡΒΙΓΚ, Μωάμεθ..., όπ.π. σελ.45-46, 21 βλ.Αρθρο Mohammed, Mohammedanism, στη The NS-HE of R N.vol VII p.436. 22 Θεοφάνους Χρονογραφία έκδ. C de Bour (1883) ,Γεωργ. Αμαρτωλού «Χρονικόν» βιβλ.Δ235 pg110 865 BC Eυθυμίου του Ζιγαβηνού, πανοπλια δογματική pg 130 1333B ΠΡΒΛ. Βαρθολομαίου Εδεσσηνού Έλεγχος Αγαρηνού pg 104 1428BC . Νεότεροι συγγραφείς δέχονται την άποψη περί επιληψίας του Μωάμεθ ο οποίος παρέδωσε το Κοράνιο στους ανθρώπους σε επιληπτική κατάσταση.
23 Ραμαζάνι: Ένας από τους μήνες της Αραβικής σεληνιακής χρονιάς. Κατά τον μήνα αυτόν άρχισε η «άποκάλυψη» του Κορανίου. Στη συνέχεια ο μήνας αυτός ορίσθηκε επίσημα από το Κοράνιο ως μήνας νηστείας . 24. Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Επισκόπου Ανδρούσης Ισλάμ σελ.77
25. Κοράνιο σελ.931. 26. Ουάσιγκτον Ερβιγκ Μωάμεθ σελ.44. 27. Ουάσιγκτον Ερβιγκ Μωάμεθ σελ.48
(Ν. Π. Βασιλειάδη, Ορθοδοξία Ισλάμ και Πολιτισμός, εκδ. ο Σωτήρ, 2007, σελ. 21-26)
Όποιος μετά προσοχής λέγει αυτή την προσευχή , αυθόρμητα φθάνει στο φόβο και τον τρόμο από τη συνείδηση της αναξιότητάς του να δεχθεί στη μολυσμένη ψυχή του το Άγιο Πνεύμα.
«Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας…». Αυτά τα λόγια σαν να ενθαρρύνουν την ψυχή, λέγουν ότι το Άγιο Πνεύμα που είναι Θεός, ένα πρόσωπο της αχωρίστου Αγίας Τριάδος, επιβλέπει σε όλους όσους ζουν στην γη και επικαλούνται το άγιο όνομα Του και είναι έτοιμο να βοηθήσει κάθε ψυχή και να προσφέρει παρηγοριά και ενίσχυση.
Βασιλεύ Ουράνιε! Εσύ βλέπεις πόσο άσχημα είμαι! Η ψυχή μου είναι αιχμάλωτη στα πάθη και τα ελαττώματα και δεν έχω δυνάμεις να πολεμήσω εναντίον τους. Νιώθω αδύναμος κάτω από το βάρος των αμαρτιών μου. Ποιος μπορεί να με σώσει και να με παρηγορήσει στην απελπιστική μου κατάσταση εκτός από Σένα Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας;
«Ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Με τα λόγια αυτά δυναμώνει στην ψυχή η ελπίδα ,αυξάνεται η χαρά που δίνει η πίστη ότι το Άγιο Πνεύμα είναι παντού, γύρω μας, μας αγκαλιάζει εξωτερικά και εισέρχεται και στον εσωτερικό ναό μας, στην ψυχή μας. Οποιαδήποτε στιγμή κάλεσε το Άγιο Πνεύμα και Αυτό δεν θα καθυστερήσει να δώσει την αγαθή Του βοήθεια, να προσφέρει και να πληρώσει τα πάντα.
Βασιλεύ Ουράνιε ! Συ είσαι η δύναμή μου και το στερέωμά μου! Δια σου ζωοποιούνται τα πάντα. Είσαι παντού και πληροίς τα πάντα. Πλήρωσε με χαρά και ευθυμία την ψυχή μου, με ελπίδα στη δική Σου Θεία βοήθεια.
«Ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός». Κάθε αγαθό και καλό συντελείται με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Όποιος με πίστη, ελπίδα και αγάπη, με όλη την καρδιά και την ψυχή του αναπνέει τον Θεό, παραμένει αδιάλειπτα στην προσευχή, στην ψυχή του ανθρώπου κατοικεί το Άγιο Πνεύμα, διότι Αυτός, ο θησαυρός των αγαθών, δίνει σε όλους ζωήν αιώνιον.
Βασιλεύ Ουράνιε! Δώσε μου ό,τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου: σταθερή πίστη, ελπίδα, αγάπη, αληθινή μετάνοια, ταπείνωση, υπακοή, υπομονή. Δίδαξέ μου κάθε αγαθό και άγιο. Δίδαξέ με να προσεύχομαι και εσύ ο Ίδιος προσευχήσου εντός μου.
«Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος». Η ψυχή που συναισθάνεται τη μηδαμινότητά της ενώπιον του Θεού, με βαθειά θλίψη και δάκρυα παρακαλεί στην προσευχή της: «Πνεύμα Άγιο, μη με αποστραφείς, μην απομακρυνθείς από μένα, μη βδελυχθείς την ακάθαρτη και δυσώδη καρδιά μου, αλλά έλα σε μένα και κατοίκησε μέσα μου, καθάρισέ με από κάθε κηλίδα και γλύτωσέ με από το βάρος των παθών».
Βασιλεύ Ουράνιε! Εκ των Θείων ομμάτων Σου τίποτε δεν μένει κρυφό. Εσύ βλέπεις όλα τα μυστικά της ψυχής μου και όλες τις κηλίδες της. Εσύ βλέπεις την αδυναμία μου στην πάλη κατά της αμαρτίας. Εσύ ο Ίδιος , το Πνεύμα το Άγιο, με την παντοδύναμή Σου χάρη καθάρισέ με από κάθε ακαθαρσία σαρκός και πνεύματος.
«Και σώσον , Αγαθέ, τας ψυχάς ημών». Με τα λόγια αυτά μια ακτίνα ελπίδας τρεμοσβήνει στη θλιμμένη ψυχή κι αυτή με την παρρησία της πίστεως και την ελπίδα στην ευσπλαχνία του Θεού παρακαλεί: «Σώσε με, Αγαθέ, Πνεύμα Άγιο, μη απορρίψεις εμέ το απολωλός πρόβατο της ποίμνης του Χριστού. Σώσε τον πνευματικό μου πατέρα με όλα τα πνευματικά του τέκνα και όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς. Δώσε μου τη χάρη, Κύριε, πάντοτε να αγαπώ τον κάθε πλησίον μου, όπως τον εαυτό μου και έχοντας αυτή την αγάπη ποτέ να μη νιώσω πικρία γι’ αυτούς και κάνω έργα του Διαβόλου.
Δώσε μου τη δύναμη, Πνεύμα Άγιο, να σταυρώσω τη φιλαυτία μου, την υπερηφάνειά μου, την φιλοκτημοσύνη μου, την ολιγοπιστία και τα υπόλοιπα πάθη. Ένα ας με χαρακτηρίζει: Η εις αλλήλους Αγάπη».
Από το βιβλίο: «ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ
Το Αγιο Πνεύμα,ο όσιος Σεραφείμ & ο Μοτοβίλωφ.
Ἡ συγκλονιστική συνομιλία & εμπειρία τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μὲ τὸν Μοτοβίλωφ
(Ὁ κτηματίας Νικόλαος Μοτοβίλωφ, πού τό 1831 θεραπεύθηκε θαυματουργικά ἀπό σοβαρή ἀσθένεια μέ τήν προσευχή τοῦ ὁσίου Σεραφείμ, ἀπέκτησε τήν εὔνοιά του καί ἀξιώθηκε νά συζητήση πολύ μαζί του γύρω ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Τή συζήτησί του αὐτή κατέγραψε σέ σημειώσεις, οἱ ὁποῖες παρέμειναν στή μονή Ντιβέγιεβο περισσότερο ἀπό ἑξῆντα χρόνια. Τό 1902 τίς παρέλαβε ὁ Σ.Α. Νεῖλος ἀπό τή γερόντισσα Ἑλένα Νικαλάεβνα, χήρα τοῦ Μοτοβίλωφ, καί μέ τήν ἄδεια τῆς ἡγουμένης Μαρίας τίς ἔφερε στό φῶς τῆς δημοσιότητος τό 1903 στά «Μοσχοβίτικα χρονικά» τοῦ Ἰουλίου μέ τόν τίτλο: «Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀναπαυόταν φανερά στόν πατέρα Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, στή συζήτησί του γιά τόν σκοπό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς».
Ἀργότερα οἱ σημειώσεις αὐτές ἀναδημοσιεύθηκαν ἀπό τόν Λ. Ντενίσωφ στό βιβλίο του «Ὁ βίος τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ» καί ἀπό τόν πατέρα Π. Φλορένσκυ στό ἔργο του «Στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας».)
Α. Η αποκαλυπτική συζήτηση
Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας
«Ἦταν Πέμπτη. Ἡ μέρα ἦταν σκοτεινή. Τὸ χιόνι, περίπου 25 πόντοι, σκέπαζε τὴ γῆ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐξακολουθοῦσαν νὰ πέφτουν πυκνὲς νιφάδες χιονιοῦ, ὅταν ὁ στάρετς (γέροντας) Σεραφεὶμ ἄρχισε νὰ συνομιλεῖ μαζί μου. Μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω σ’ ἕνα κορμὸ δένδρου ποὺ μόλις εἶχε κόψει, καὶ ὁ ἴδιος κάθησε ἀπέναντί μου. Βρισκόμασταν στὸ δάσος πλάι στὸ ἐρημητήρι του στὸ βουνὸ ποὺ κατεβαίνει μέχρι τὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Σάρωφκα.
— Ὁ Κύριος μοῦ ἀπεκάλυψε, εἶπε ὁ μεγάλος στάρετς, ὅτι ἀπὸ τὰ παιδικά σου χρόνια ζητᾶς μὲ φλογερὸ πόθο νὰ μάθεις ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ ὅτι πολλὲς φορὲς ρώτησες γι' αὐτὸ διάφορους πνευματικοὺς ἀνθρώπους.
— Πραγματικά, ἀπάντησα, ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνιά μου μὲ ἀπασχολοῦσε ἐπίμονα αὐτὴ ἡ σκέψη καὶ ἀπευθύνθηκα σὲ πολλὰ πνευματικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ οἱ ἀπαντήσεις δὲν μὲ ἱκανοποιοῦσαν.
— Ναὶ συνέχισε ὁ στάρετς, γιατί κανεὶς δὲν σοῦ ἔδωσε ὁριστικὴ ἀπάντηση. Σοῦ ἔλεγαν: «Πήγαινε στὴν Ἐκκλησία, προσευχήσου στὸ Θεό, ἐφάρμοσε τὶς ἐντολές Του, κᾶνε τὸ καλό. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς». Μερικοί, μάλιστα δυσανασχετοῦσαν μαζί σου γιατί ἔδειχνες μία περιέργεια ποὺ δὲν θὰ ἄρεσε στὸ Θεό (!). «Μὴ ζητᾶς πράγματα ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις σου», σοῦ ἔλεγαν. Αὐτὲς οἱ ἀπαντήσεις ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ σὲ ἱκανοποιήσουν.
Ἐγώ, ὁ φτωχὸς Σεραφείμ, θὰ σοῦ ἐξηγήσω τώρα ποιὸς εἶναι πραγματικὰ αὐτὸς ὁ σκοπός. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ ἄσκηση καὶ ὅποιο χριστιανικὸ ἔργο, ὅσο καλὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτὸ καθαυτό, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, μολονότι εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ. Δὲν μπορεῖ, λοιπόν, τὸ μέσο νὰ γίνει σκοπός.
Πραγματικὸς σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Πρέπει νὰ γνωρίζεις, συνέχισε ὁ στάρετς, ὅτι ὁποιοδήποτε χριστιανικὸ ἔργο, μόνον ὅταν γίνεται ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστό, φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ὅλα τὰ ἄλλα καλὰ ἔργα, ποὺ γίνονται χάριν τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο μέσα γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποκτήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; ρώτησα τὸ στάρετς. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω καλὰ αὐτό.
— Ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μοιάζει λίγο μὲ τὸ ἐμπόριο. Ἀποκτῶ, σημαίνει μαζεύω, συγκεντρώνω, ἀπάντησε ὁ στάρετς. Ἐσὺ γνωρίζεις σίγουρα τί σημαίνει ἀποκτῶ χρήματα. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Σκέψου, λοιπόν, τὴ σημασία τῆς λέξης «ἀποκτῶ» μὲ τὴν κοσμική, τὴ γήινη ἔννοια. Οἱ ἄνθρωποι σκοπεύουν στὴν ἀπόκτηση χρημάτων, τιμῶν, διακρίσεων καὶ ἄλλων ἀνταμοιβῶν γιὰ τὶς προσφερόμενες ὑπηρεσίες τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἕνα «κεφάλαιο» γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ ὁποίου ἀγωνίζεται ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι ὅμως ἕνα «κεφάλαιο» αἰώνιο, μοναδικό, ἀστείρευτο καὶ εὐλογημένο. Ἀποκτᾶται μὲ τοὺς ἴδιους περίπου τρόπους, ὅπως τὸ χρηματικὸ κεφάλαιο ἢ τὰ διάφορα ἀξιώματα.
Γήινα ἐμπορεύματα εἶναι τὰ καλὰ ἔργα ποὺ γίνονται ἀπὸ ἀγάπη στὸ Χριστὸ καὶ φέρνουν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Κάθε καλὸ ἔργο ποὺ γίνεται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φέρνει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Περισσότερο ὅμως ἀπ' ὅλα μᾶς τὴ φέρνει ἡ προσευχή, γιατί εἶναι πάντα στὰ χέρια μας σὰν ἕνα εὔχρηστο ὅπλο. Εἶναι προσιτὴ στὸν πλούσιο, στὸ φτωχό, στὸ σοφό, στὸν ἁπλοϊκό, στὸ δυνατό, στὸν ἀδύνατο, στὸ γερό, στὸν ἀσθενῆ, στὸ δίκαιο καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς. Περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο μέσο, εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς φέρει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ βρίσκεται πάντα στὴ διάθεση τοῦ καθενός, θὰ εἴμαστε μακάριοι, ἂν μᾶς βρεῖ ὁ Κύριος ἄγρυπνους, ἐν προσευχῇ, μέσα στὴν πληρότητα τῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Γέροντα, τοῦ εἶπα, μιλᾶς συνεχῶς γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς σκοπὸ τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ πῶς καὶ ποῦ μπορῶ νὰ τὸ δῶ; Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι ὁρατά. Ἄραγε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ γίνει ὁρατό; Πῶς μπορῶ νὰ ξέρω ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι μαζί μου;
— Στὶς μέρες μας, ἀποκρίθηκε ὁ στάρετς, ὑπάρχει γενικὴ ψυχρότητα γιὰ τὴν ἁγία πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὴ θεία Πρόνοια ποὺ ἐνεργεῖ τὰ πάντα γιὰ νὰ μᾶς φέρει κοντά Του. Ἡ ψυχρότητα καὶ ἡ ἀδιαφορία διέκοψαν τὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ μᾶς ἀπομάκρυναν σχεδὸν ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. Στὴν Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, συχνὰ ἀναφέρεται ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Μερικοὶ λένε: «Τὰ χωρία αὐτὰ εἶναι ἀκατανόητα. Πῶς μποροῦν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια νὰ δοῦν τὸ Θεό»; Τίποτε ὅμως ἀκατανόητο δὲν ὑπάρχει ἐδῶ. Ἡ δυσκολία προέρχεται ἀπὸ τὴ δική μας ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Θεό. Γίναμε ἀδιάφοροι γιὰ τὴ σωτηρία μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἑρμηνεύουμε λανθασμένα πολλὰ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης μπήκαμε σὲ τέτοιο σκοτάδι ἄγνοιας ὥστε μᾶς φαίνονται ἀκατανόητα ὅσα γιὰ τοὺς παλιοὺς ἦταν προσιτὰ καὶ κατανοητά. Ἐκεῖνοι δὲν ἔβρισκαν καθόλου παράδοξη τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά τους. Ἔβλεπαν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὄχι στὸν ὕπνο τους ἢ σὲ φανταστικὲς ἐκστάσεις, ἀλλὰ καθαρὰ καὶ ἀληθινά.
Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φιλόθεε, δίνεται σὲ ὅλους μας κατὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Στὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Χρίσματος ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς σφραγίζει μυστηριακὰ μὲ τὴ χρίση τῶν βασικῶν ὀργάνων τοῦ σώματός μας, ὅπως ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία, ὁ αἰώνιος φύλακας αὐτῆς τῆς χάρης. Κατὰ τὴ χρίση λέμε: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ ἄνθρωποι συνήθως σφραγίζουμε τὰ θησαυροφυλάκια ποὺ περιέχουν κάποιο θησαυρό. Ἀλλὰ ποιὸς θησαυρὸς μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλύτερος καὶ πολυτιμότερος ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ὁποία μᾶς προσφέρονται κατὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα; Ἡ χάρη αὐτὴ εἶναι τόσο μεγάλη, βαθιὰ καὶ ἀπαραίτητη, ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν πλανεμένο ἄνθρωπο δὲν τοῦ ἀφαιρεῖται μέχρι τὸ θάνατό του.
— Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ξέρω, ρώτησα τὸν Γέροντα, ἂν βρίσκομαι καὶ ἐγὼ στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
— Εἶναι πολὺ ἁπλό, μοῦ ἀπάντησε. Ὁ Κύριος λέει ὅτι ὅλα εἶναι ἁπλὰ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἀποκτάει τὴ γνώση. Τὸ δυστύχημα γιὰ μᾶς εἶναι ὅτι δὲν ζητᾶμε αὐτὴ τὴ θεϊκὴ γνώση ἡ ὁποία δὲν κάνει θόρυβο, γιατί δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν αὐτὴ τὴ γνώση καὶ καταλάβαιναν ἂν εἶχαν μαζί τους τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἢ ὄχι. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ τὸ «ἔδοξε τῷ Ἁγίω Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. 15:28). Βλέπεις, λοιπόν, ἀγαπητέ μου, ὅτι τὸ πράγμα εἶναι ἁπλό;
Β. Η συγκλονιστική εμπειρία & αποκάλυψη
— Παρ' ὅλα αὐτὰ δὲν καταλαβαίνω πῶς μπορῶ νὰ εἶμαι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι βρίσκομαι στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Πῶς μπορῶ νὰ διακρίνω τὴν πραγματική Του παρουσία στὴ ζωή μου;
— Σοὺ εἶπα, φιλόθεε, ὅτι αὐτὸ εἶναι πολὺ ἁπλὸ καὶ σοῦ διηγήθηκα λεπτομερειακὰ πῶς μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ γεμίσουν μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ πῶς μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν παρουσία του μέσα μας. Τί περισσότερο ζητᾶς;
— Θέλω νὰ τὰ καταλάβω αὐτὰ πολὺ καλά, ἀπάντησα.
Τότε ὁ στάρετς Σεραφεὶμ μὲ ἔπιασε δυνατὰ ἀπὸ τοὺς ὤμους καὶ μοῦ εἶπε:
— Τώρα βρισκόμαστε, παιδί μου, καὶ οἱ δύο μέσα στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί δὲν μὲ κοιτᾶς;
— Δὲν μπορῶ νὰ σὲ κοιτάξω, Γέροντα, γιατί ἀπὸ τὰ μάτια σου βγαίνουν λάμψεις. Τὸ πρόσωπό σου ἔγινε φωτεινότερο καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὰ μάτια μου κλείνουν ἀπὸ τὸν πόνο.
— Μὴ φοβᾶσαι, φιλόθεε. Τώρα καὶ ἐσὺ ἔχεις γίνει φωτεινὸς ὅπως ἐγώ. Ἔχεις καὶ ἐσὺ πληρωθεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ μὲ δεῖς ἔτσι ὅπως μὲ βλέπεις.
Καὶ σκύβοντας κοντά μου μοῦ εἶπε ψιθυριστά:
— Παρακαλοῦσα τὸν Κύριο μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ σὲ ἀξιώσει νὰ δεῖς φανερὰ καὶ μὲ τὰ σωματικά σου μάτια τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ νά, ἀγαπητέ μου, ὁ Κύριος ἱκανοποίησε τὴν ταπεινὴ παράκληση τοῦ φτωχοῦ Σεραφείμ. Πῶς νὰ μὴν Τὸν εὐγνωμονοῦμε καὶ οἱ δύο γιὰ τὴν ἀνέκφραστη αὐτὴ δωρεά Του! Εὐχαρίστησε Τὸν, φιλόθεε, γιατί παρηγόρησε τὴν καρδιά σου μὲ τὴ θεία χάρη Του ὅπως ἡ φιλόστοργη μάνα θάλπει τὰ παιδιά της. Λοιπόν, παιδί μου, γιατί δὲν μὲ κοιτᾶς στὰ μάτια; Κοίταξέ με ἁπλὰ καὶ μὴ φοβᾶσαι. Ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας.
Ὕστερα ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τὸν κοίταξα στὸ πρόσωπο. Συγκλονίστηκα κυριολεκτικά. Μὲ πλημμύρισε δέος. Φαντασθεῖτε τὸν ἥλιο στὴν πιὸ δυνατὴ λάμψη τῆς μεσημβρινῆς ἀκτινοβολίας του καὶ στὸ κέντρο τοῦ ἥλιου νὰ κοιτάζετε τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ὁποῖο συνομιλεῖτε. Βλέπετε τὶς κινήσεις τῶν χειλιῶν του, τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του, ἀκοῦτε τὴ φωνή του, αἰσθάνεστε τὰ χέρια του ἁπλωμένα γύρω ἀπὸ τοὺς ὤμους σας, ἀλλὰ δὲν βλέπετε οὔτε αὐτὸ τὸ χέρι, οὔτε τὸ σχῆμα του, οὔτε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σας. Δὲν βλέπετε παρὰ μόνο τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς ποὺ ἁπλώνεται παντοῦ γύρω σας καὶ φωτίζει μὲ τὴ λάμψη του τὸ χιόνι ποὺ καλύπτει τὸ ξέφωτο καὶ τὶς χιονοστιβάδες ποὺ πέφτουν τριγύρω. Εἶναι ἀδύνατο νὰ φανταστεῖ κανεὶς αὐτὰ ποὺ ἔζησα ἐκεῖνες τὶς στιγμές!
— Τί αἰσθάνεσαι τώρα; μὲ ρώτησε ὁ στάρετς Σεραφείμ.
— Ἐξαιρετικὰ καλά, εἶπα.
— Δηλαδή, πές μου συγκεκριμένα, τί νιώθεις;
— Νιώθω τέτοια γαλήνη καὶ εἰρήνη ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω μὲ λόγια!, ἀπάντησα.
— Αὐτὴ φιλόθεε, εἶπε ὁ στάρετς, εἶναι ἡ εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία μίλησε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές Του: «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω. 14, 27). Σ' αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ κόσμος μισεῖ ἀλλὰ ὁ Θεὸς «φιλεῖ», δίνει ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν εἰρήνη ποὺ τώρα ἐσὺ αἰσθάνεσαι. Τί ἄλλο νιώθεις;
— Μιὰ ἀσυνήθιστη γλυκύτητα, ἀπάντησα.
— Αὐτὴ εἶναι ἡ γλυκύτητα γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ἡ Ἁγία Γραφή: «μεθυσθήσονται ἀπὸ ποιότητος οἴνου σου, καὶ τὸν χειμάρρουν τῆς τρυφῆς σου ποτιεῖς αὐτοὺς» (Ψαλμ. 35:9). Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ γλυκύτητα πλημμυρίζει τώρα τὶς καρδιές μας καὶ ξεχύνεται σ' ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας σὰν μία ἀνέκφραστη εὐφροσύνη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ γλυκύτητα οἱ καρδιὲς μας μοιάζει νὰ λιώνουν. Νιώθουμε καὶ οἱ δύο μας τόση εὐτυχία, ποὺ καμμιὰ γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει. Τί ἄλλο αἰσθάνεσαι;
— Μιὰ ἀνείπωτη χαρά.
— Καὶ αὐτὴ ἡ χαρά, παιδί μου, εἶναι μηδαμινὴ ὅταν συγκριθεῖ μὲ κείνη τὴ χαρὰ γιὰ τὴν ὁποία ἔχει γραφτεῖ: «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβει, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτὸν» (Α! Κορινθ. 2:9). Τώρα σὲ μᾶς δίνεται ἡ πρόγευση αὐτῆς τῆς χαρᾶς. Καὶ ἂν νιώθουμε τόση γλυκύτητα καὶ εὐφροσύνη τώρα, τί νὰ ποῦμε τότε γιὰ τὴ χαρὰ ἐκείνη ποὺ ἑτοιμάστηκε γι' αὐτοὺς ποὺ κοπιάζουν ἐδῶ στὴ γῆ; Καὶ σύ, παιδί μου, ἀρκετὰ ὑπέφερες στὴ ζωή σου. Κοίταξε ὅμως μὲ ποιὰ χαρὰ τώρα σὲ παρηγορεῖ ὁ Κύριος! Τί ἄλλο αἰσθάνεσαι;
— Μιὰ ἐξαιρετικὴ θερμότητα, ἀπάντησα.
— Τί θερμότητα, παιδί μου; Βρισκόμαστε στὴν καρδιὰ τοῦ χειμώνα καὶ καθόμαστε ἔξω στὸ δάσος, πατᾶμε στὸ χιόνι καὶ οἱ χιονονιφάδες συνεχίζουν νὰ πέφτουν πάνω μας καὶ μᾶς ἔχουν σχεδὸν σκεπάσει. Τί εἴδους θερμότητα μπορεῖ νὰ αἰσθάνεσαι;
— Ὅπως ὅταν λούζομαι στὸ λουτρὸ μὲ ζεστὸ νερὸ καὶ μὲ περιτυλίγουν οἱ ἀτμοί.
— Μήπως αἰσθάνεσαι καὶ τὴ μυρωδιὰ τοῦ λουτροῦ;
— Ὄχι, ἀπάντησα. Στὴ γῆ δὲν ὑπάρχει παρόμοια εὐωδία. Κανένα ἄρωμα ἀπ' ὅσα ἔχω χρησιμοποιήσει δὲν δίνει τέτοια εὐωδία.
— Ξέρω, ξέρω, εἶπε ἐκεῖνος. Ἔτσι εἶναι ἀκριβῶς ὅπως τὸ λές. Σὲ ρώτησα ἐπίτηδες γιὰ νὰ δῶ ἂν καὶ ἐσὺ αἰσθάνεσαι τὸ ἴδιο. Πραγματικά. Ἡ πιὸ εὐχάριστη εὐωδία πάνω στὴ γῆ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ αὐτὴ ποὺ νιώθουμε τώρα, γιατί μᾶς πλημμυρίζει ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ποιὰ ἐπίγεια εὐωδία μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μ' αὐτή; Εἶπες, θεόφιλε, ὅτι γύρω μας ὑπάρχει θερμότητα ὅπως καὶ στὸ λουτρό. Κοίτα ὅμως! Τὸ χιόνι δὲν ἔλιωσε πάνω μας οὔτε στὴ γῆ ποὺ πατᾶμε. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θερμότητα δὲν βρίσκεται στὴν ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ μέσα μας. Εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς κάνει «τῷ πνεύματι ζέωντες» (Ρωμ, 12:1). θερμαινόμενοι ἀπὸ αὐτὴ τὴ θερμότητα οἱ ἐρημίτες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, δὲν φοβόταν τὴν παγωνιὰ τοῦ χειμώνα. Ἔνιωθαν σὰν νὰ ἦταν ντυμένοι μὲ ζεστὲς γοῦνες. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ μᾶς τώρα, γιατί μέσα μας ἀναπαύεται ἡ θεία χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθὼς εἶπε ὁ Κύριος: «ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστὶ» (Λουκ. 17:21). Ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ βρίσκεται τώρα μέσα μας καὶ μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς θερμαίνει, εὐφραίνει τὶς αἰσθήσεις μας καὶ γεμίζει τὶς καρδιές μας. Νὰ τί σημαίνει νὰ βρίσκεται κανεὶς μέσα στὴν πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος γράφει: «ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι γεμάτος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Μ' αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γέμισε τώρα καὶ μᾶς τοὺς φτωχοὺς ὁ Κύριος. Δὲν νομίζω πὼς τώρα πιὰ θὰ ξαναρωτήσεις, φιλόθεε, μὲ ποιὸ τρόπο ἀποκτοῦν οἱ ἄνθρωποι τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Θὰ θυμᾶσαι τὴν ἀνέκφραστη εὐσπλαχνία τοῦ θεοῦ ποὺ μᾶς ἐπισκέφθηκε σήμερα;
— Δὲν ξέρω, Γέροντα, ἂν μὲ ἀξιώσει ὁ θεὸς νὰ θυμᾶμαι τόσο ζωντανὰ καὶ καθαρὰ ὅσα ἔζησα σήμερα.
— Ἐγὼ πιστεύω, ἀπάντησε ὁ στάρετς, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει νὰ κρατήσεις γιὰ πάντα στὴ μνήμη σου αὐτὴ τὴ φανέρωση. Γιατί διαφορετικὰ δὲν θὰ ἀπαντοῦσε ἡ ἀγαθότητά Του τόσο γρήγορα στὴν ταπεινὴ παράκληση τοῦ φτωχοῦ Σεραφείμ. Ἀκόμα δέ, γιατί ὅλα αὐτὰ δὲν δόθηκαν ἀποκλειστικὰ σὲ σένα μόνο, ἀλλὰ διὰ σοῦ σ' ὅλο τὸν κόσμο ὥστε καὶ ἐσὺ νὰ στερεωθεῖς στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλους νὰ ὠφελήσεις. Ὁ,τιδήποτε, λοιπὸν φιλόθεε, ζητήσεις ἀπὸ τὸν Κύριο θὰ τὸ λάβεις ἀρκεῖ νὰ ἀποβλέπει στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ καλό τοῦ πλησίον. Γιατί ὁ Θεὸς δὲν ξεχωρίζει τὸ καλό τοῦ πλησίον μας ἀπὸ τὴ δόξα Του. Ἀλλὰ καὶ ἂν ζητήσεις κάτι γιὰ προσωπικό σου ὄφελος μὴν ἀμφιβάλεις ὅτι θὰ σοῦ τὸ δώσει πρόθυμα ἀρκεῖ αὐτὸ ποὺ ζητᾶς νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖο. Σοῦ εἶπα καὶ σοῦ ἔδειξα στὴ πράξη ὅλα ὅσα ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία Μητέρα Του θέλησαν νὰ σοῦ ποῦν καὶ νὰ σοῦ δείξουν μέσα ἀπὸ μένα τὸ φτωχὸ Σεραφείμ. Τώρα «πορεύου ἐν εἰρήνῃ». Ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία ἂς εἶναι μαζί σου.
Ὅταν ξεκίνησα νὰ φύγω τὸ ὅραμα δὲν εἶχε σταματήσει. Ὁ Γέροντας βρισκόταν στὴν ἴδια θέση ποὺ εἶχε στὴν ἀρχὴ τῆς συνομιλίας μας καὶ τὸ Ἄρρητο Φῶς ποὺ εἶχα δεῖ μὲ τὰ μάτια μου συνέχιζε νὰ τὸν περιβάλλει».
Πηγή:http://www.agiazoni.gr/
Το Αγιο Πνεύμα,ο όσιος Σεραφείμ & ο Μοτοβίλωφ.
Ἡ συγκλονιστική συνομιλία & εμπειρία τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μὲ τὸν Μοτοβίλωφ
(Ὁ κτηματίας Νικόλαος Μοτοβίλωφ, πού τό 1831 θεραπεύθηκε θαυματουργικά ἀπό σοβαρή ἀσθένεια μέ τήν προσευχή τοῦ ὁσίου Σεραφείμ, ἀπέκτησε τήν εὔνοιά του καί ἀξιώθηκε νά συζητήση πολύ μαζί του γύρω ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Τή συζήτησί του αὐτή κατέγραψε σέ σημειώσεις, οἱ ὁποῖες παρέμειναν στή μονή Ντιβέγιεβο περισσότερο ἀπό ἑξῆντα χρόνια. Τό 1902 τίς παρέλαβε ὁ Σ.Α. Νεῖλος ἀπό τή γερόντισσα Ἑλένα Νικαλάεβνα, χήρα τοῦ Μοτοβίλωφ, καί μέ τήν ἄδεια τῆς ἡγουμένης Μαρίας τίς ἔφερε στό φῶς τῆς δημοσιότητος τό 1903 στά «Μοσχοβίτικα χρονικά» τοῦ Ἰουλίου μέ τόν τίτλο: «Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀναπαυόταν φανερά στόν πατέρα Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, στή συζήτησί του γιά τόν σκοπό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς».
Ἀργότερα οἱ σημειώσεις αὐτές ἀναδημοσιεύθηκαν ἀπό τόν Λ. Ντενίσωφ στό βιβλίο του «Ὁ βίος τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ» καί ἀπό τόν πατέρα Π. Φλορένσκυ στό ἔργο του «Στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας».)
Α. Η αποκαλυπτική συζήτηση
Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας
«Ἦταν Πέμπτη. Ἡ μέρα ἦταν σκοτεινή. Τὸ χιόνι, περίπου 25 πόντοι, σκέπαζε τὴ γῆ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐξακολουθοῦσαν νὰ πέφτουν πυκνὲς νιφάδες χιονιοῦ, ὅταν ὁ στάρετς (γέροντας) Σεραφεὶμ ἄρχισε νὰ συνομιλεῖ μαζί μου. Μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω σ’ ἕνα κορμὸ δένδρου ποὺ μόλις εἶχε κόψει, καὶ ὁ ἴδιος κάθησε ἀπέναντί μου. Βρισκόμασταν στὸ δάσος πλάι στὸ ἐρημητήρι του στὸ βουνὸ ποὺ κατεβαίνει μέχρι τὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Σάρωφκα.
— Ὁ Κύριος μοῦ ἀπεκάλυψε, εἶπε ὁ μεγάλος στάρετς, ὅτι ἀπὸ τὰ παιδικά σου χρόνια ζητᾶς μὲ φλογερὸ πόθο νὰ μάθεις ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ ὅτι πολλὲς φορὲς ρώτησες γι' αὐτὸ διάφορους πνευματικοὺς ἀνθρώπους.
— Πραγματικά, ἀπάντησα, ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνιά μου μὲ ἀπασχολοῦσε ἐπίμονα αὐτὴ ἡ σκέψη καὶ ἀπευθύνθηκα σὲ πολλὰ πνευματικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ οἱ ἀπαντήσεις δὲν μὲ ἱκανοποιοῦσαν.
— Ναὶ συνέχισε ὁ στάρετς, γιατί κανεὶς δὲν σοῦ ἔδωσε ὁριστικὴ ἀπάντηση. Σοῦ ἔλεγαν: «Πήγαινε στὴν Ἐκκλησία, προσευχήσου στὸ Θεό, ἐφάρμοσε τὶς ἐντολές Του, κᾶνε τὸ καλό. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς». Μερικοί, μάλιστα δυσανασχετοῦσαν μαζί σου γιατί ἔδειχνες μία περιέργεια ποὺ δὲν θὰ ἄρεσε στὸ Θεό (!). «Μὴ ζητᾶς πράγματα ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις σου», σοῦ ἔλεγαν. Αὐτὲς οἱ ἀπαντήσεις ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ σὲ ἱκανοποιήσουν.
Ἐγώ, ὁ φτωχὸς Σεραφείμ, θὰ σοῦ ἐξηγήσω τώρα ποιὸς εἶναι πραγματικὰ αὐτὸς ὁ σκοπός. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ ἄσκηση καὶ ὅποιο χριστιανικὸ ἔργο, ὅσο καλὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτὸ καθαυτό, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, μολονότι εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ. Δὲν μπορεῖ, λοιπόν, τὸ μέσο νὰ γίνει σκοπός.
Πραγματικὸς σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Πρέπει νὰ γνωρίζεις, συνέχισε ὁ στάρετς, ὅτι ὁποιοδήποτε χριστιανικὸ ἔργο, μόνον ὅταν γίνεται ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστό, φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ὅλα τὰ ἄλλα καλὰ ἔργα, ποὺ γίνονται χάριν τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο μέσα γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποκτήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; ρώτησα τὸ στάρετς. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω καλὰ αὐτό.
— Ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μοιάζει λίγο μὲ τὸ ἐμπόριο. Ἀποκτῶ, σημαίνει μαζεύω, συγκεντρώνω, ἀπάντησε ὁ στάρετς. Ἐσὺ γνωρίζεις σίγουρα τί σημαίνει ἀποκτῶ χρήματα. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Σκέψου, λοιπόν, τὴ σημασία τῆς λέξης «ἀποκτῶ» μὲ τὴν κοσμική, τὴ γήινη ἔννοια. Οἱ ἄνθρωποι σκοπεύουν στὴν ἀπόκτηση χρημάτων, τιμῶν, διακρίσεων καὶ ἄλλων ἀνταμοιβῶν γιὰ τὶς προσφερόμενες ὑπηρεσίες τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἕνα «κεφάλαιο» γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ ὁποίου ἀγωνίζεται ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι ὅμως ἕνα «κεφάλαιο» αἰώνιο, μοναδικό, ἀστείρευτο καὶ εὐλογημένο. Ἀποκτᾶται μὲ τοὺς ἴδιους περίπου τρόπους, ὅπως τὸ χρηματικὸ κεφάλαιο ἢ τὰ διάφορα ἀξιώματα.
Γήινα ἐμπορεύματα εἶναι τὰ καλὰ ἔργα ποὺ γίνονται ἀπὸ ἀγάπη στὸ Χριστὸ καὶ φέρνουν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Κάθε καλὸ ἔργο ποὺ γίνεται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φέρνει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Περισσότερο ὅμως ἀπ' ὅλα μᾶς τὴ φέρνει ἡ προσευχή, γιατί εἶναι πάντα στὰ χέρια μας σὰν ἕνα εὔχρηστο ὅπλο. Εἶναι προσιτὴ στὸν πλούσιο, στὸ φτωχό, στὸ σοφό, στὸν ἁπλοϊκό, στὸ δυνατό, στὸν ἀδύνατο, στὸ γερό, στὸν ἀσθενῆ, στὸ δίκαιο καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς. Περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο μέσο, εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς φέρει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ βρίσκεται πάντα στὴ διάθεση τοῦ καθενός, θὰ εἴμαστε μακάριοι, ἂν μᾶς βρεῖ ὁ Κύριος ἄγρυπνους, ἐν προσευχῇ, μέσα στὴν πληρότητα τῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Γέροντα, τοῦ εἶπα, μιλᾶς συνεχῶς γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς σκοπὸ τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ πῶς καὶ ποῦ μπορῶ νὰ τὸ δῶ; Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι ὁρατά. Ἄραγε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ γίνει ὁρατό; Πῶς μπορῶ νὰ ξέρω ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι μαζί μου;
— Στὶς μέρες μας, ἀποκρίθηκε ὁ στάρετς, ὑπάρχει γενικὴ ψυχρότητα γιὰ τὴν ἁγία πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὴ θεία Πρόνοια ποὺ ἐνεργεῖ τὰ πάντα γιὰ νὰ μᾶς φέρει κοντά Του. Ἡ ψυχρότητα καὶ ἡ ἀδιαφορία διέκοψαν τὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ μᾶς ἀπομάκρυναν σχεδὸν ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. Στὴν Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, συχνὰ ἀναφέρεται ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Μερικοὶ λένε: «Τὰ χωρία αὐτὰ εἶναι ἀκατανόητα. Πῶς μποροῦν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια νὰ δοῦν τὸ Θεό»; Τίποτε ὅμως ἀκατανόητο δὲν ὑπάρχει ἐδῶ. Ἡ δυσκολία προέρχεται ἀπὸ τὴ δική μας ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Θεό. Γίναμε ἀδιάφοροι γιὰ τὴ σωτηρία μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἑρμηνεύουμε λανθασμένα πολλὰ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης μπήκαμε σὲ τέτοιο σκοτάδι ἄγνοιας ὥστε μᾶς φαίνονται ἀκατανόητα ὅσα γιὰ τοὺς παλιοὺς ἦταν προσιτὰ καὶ κατανοητά. Ἐκεῖνοι δὲν ἔβρισκαν καθόλου παράδοξη τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά τους. Ἔβλεπαν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὄχι στὸν ὕπνο τους ἢ σὲ φανταστικὲς ἐκστάσεις, ἀλλὰ καθαρὰ καὶ ἀληθινά.
Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φιλόθεε, δίνεται σὲ ὅλους μας κατὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Στὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Χρίσματος ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς σφραγίζει μυστηριακὰ μὲ τὴ χρίση τῶν βασικῶν ὀργάνων τοῦ σώματός μας, ὅπως ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία, ὁ αἰώνιος φύλακας αὐτῆς τῆς χάρης. Κατὰ τὴ χρίση λέμε: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ ἄνθρωποι συνήθως σφραγίζουμε τὰ θησαυροφυλάκια ποὺ περιέχουν κάποιο θησαυρό. Ἀλλὰ ποιὸς θησαυρὸς μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλύτερος καὶ πολυτιμότερος ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ὁποία μᾶς προσφέρονται κατὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα; Ἡ χάρη αὐτὴ εἶναι τόσο μεγάλη, βαθιὰ καὶ ἀπαραίτητη, ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν πλανεμένο ἄνθρωπο δὲν τοῦ ἀφαιρεῖται μέχρι τὸ θάνατό του.
— Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ξέρω, ρώτησα τὸν Γέροντα, ἂν βρίσκομαι καὶ ἐγὼ στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
— Εἶναι πολὺ ἁπλό, μοῦ ἀπάντησε. Ὁ Κύριος λέει ὅτι ὅλα εἶναι ἁπλὰ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἀποκτάει τὴ γνώση. Τὸ δυστύχημα γιὰ μᾶς εἶναι ὅτι δὲν ζητᾶμε αὐτὴ τὴ θεϊκὴ γνώση ἡ ὁποία δὲν κάνει θόρυβο, γιατί δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν αὐτὴ τὴ γνώση καὶ καταλάβαιναν ἂν εἶχαν μαζί τους τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἢ ὄχι. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ τὸ «ἔδοξε τῷ Ἁγίω Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. 15:28). Βλέπεις, λοιπόν, ἀγαπητέ μου, ὅτι τὸ πράγμα εἶναι ἁπλό;
Β. Η συγκλονιστική εμπειρία & αποκάλυψη
— Παρ' ὅλα αὐτὰ δὲν καταλαβαίνω πῶς μπορῶ νὰ εἶμαι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι βρίσκομαι στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Πῶς μπορῶ νὰ διακρίνω τὴν πραγματική Του παρουσία στὴ ζωή μου;
— Σοὺ εἶπα, φιλόθεε, ὅτι αὐτὸ εἶναι πολὺ ἁπλὸ καὶ σοῦ διηγήθηκα λεπτομερειακὰ πῶς μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ γεμίσουν μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ πῶς μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν παρουσία του μέσα μας. Τί περισσότερο ζητᾶς;
— Θέλω νὰ τὰ καταλάβω αὐτὰ πολὺ καλά, ἀπάντησα.
Τότε ὁ στάρετς Σεραφεὶμ μὲ ἔπιασε δυνατὰ ἀπὸ τοὺς ὤμους καὶ μοῦ εἶπε:
— Τώρα βρισκόμαστε, παιδί μου, καὶ οἱ δύο μέσα στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί δὲν μὲ κοιτᾶς;
— Δὲν μπορῶ νὰ σὲ κοιτάξω, Γέροντα, γιατί ἀπὸ τὰ μάτια σου βγαίνουν λάμψεις. Τὸ πρόσωπό σου ἔγινε φωτεινότερο καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὰ μάτια μου κλείνουν ἀπὸ τὸν πόνο.
— Μὴ φοβᾶσαι, φιλόθεε. Τώρα καὶ ἐσὺ ἔχεις γίνει φωτεινὸς ὅπως ἐγώ. Ἔχεις καὶ ἐσὺ πληρωθεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ μὲ δεῖς ἔτσι ὅπως μὲ βλέπεις.
Καὶ σκύβοντας κοντά μου μοῦ εἶπε ψιθυριστά:
— Παρακαλοῦσα τὸν Κύριο μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ σὲ ἀξιώσει νὰ δεῖς φανερὰ καὶ μὲ τὰ σωματικά σου μάτια τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ νά, ἀγαπητέ μου, ὁ Κύριος ἱκανοποίησε τὴν ταπεινὴ παράκληση τοῦ φτωχοῦ Σεραφείμ. Πῶς νὰ μὴν Τὸν εὐγνωμονοῦμε καὶ οἱ δύο γιὰ τὴν ἀνέκφραστη αὐτὴ δωρεά Του! Εὐχαρίστησε Τὸν, φιλόθεε, γιατί παρηγόρησε τὴν καρδιά σου μὲ τὴ θεία χάρη Του ὅπως ἡ φιλόστοργη μάνα θάλπει τὰ παιδιά της. Λοιπόν, παιδί μου, γιατί δὲν μὲ κοιτᾶς στὰ μάτια; Κοίταξέ με ἁπλὰ καὶ μὴ φοβᾶσαι. Ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας.
Ὕστερα ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τὸν κοίταξα στὸ πρόσωπο. Συγκλονίστηκα κυριολεκτικά. Μὲ πλημμύρισε δέος. Φαντασθεῖτε τὸν ἥλιο στὴν πιὸ δυνατὴ λάμψη τῆς μεσημβρινῆς ἀκτινοβολίας του καὶ στὸ κέντρο τοῦ ἥλιου νὰ κοιτάζετε τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ὁποῖο συνομιλεῖτε. Βλέπετε τὶς κινήσεις τῶν χειλιῶν του, τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του, ἀκοῦτε τὴ φωνή του, αἰσθάνεστε τὰ χέρια του ἁπλωμένα γύρω ἀπὸ τοὺς ὤμους σας, ἀλλὰ δὲν βλέπετε οὔτε αὐτὸ τὸ χέρι, οὔτε τὸ σχῆμα του, οὔτε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σας. Δὲν βλέπετε παρὰ μόνο τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς ποὺ ἁπλώνεται παντοῦ γύρω σας καὶ φωτίζει μὲ τὴ λάμψη του τὸ χιόνι ποὺ καλύπτει τὸ ξέφωτο καὶ τὶς χιονοστιβάδες ποὺ πέφτουν τριγύρω. Εἶναι ἀδύνατο νὰ φανταστεῖ κανεὶς αὐτὰ ποὺ ἔζησα ἐκεῖνες τὶς στιγμές!
— Τί αἰσθάνεσαι τώρα; μὲ ρώτησε ὁ στάρετς Σεραφείμ.
— Ἐξαιρετικὰ καλά, εἶπα.
— Δηλαδή, πές μου συγκεκριμένα, τί νιώθεις;
— Νιώθω τέτοια γαλήνη καὶ εἰρήνη ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω μὲ λόγια!, ἀπάντησα.
— Αὐτὴ φιλόθεε, εἶπε ὁ στάρετς, εἶναι ἡ εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία μίλησε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές Του: «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω. 14, 27). Σ' αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ κόσμος μισεῖ ἀλλὰ ὁ Θεὸς «φιλεῖ», δίνει ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν εἰρήνη ποὺ τώρα ἐσὺ αἰσθάνεσαι. Τί ἄλλο νιώθεις;
— Μιὰ ἀσυνήθιστη γλυκύτητα, ἀπάντησα.
— Αὐτὴ εἶναι ἡ γλυκύτητα γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ἡ Ἁγία Γραφή: «μεθυσθήσονται ἀπὸ ποιότητος οἴνου σου, καὶ τὸν χειμάρρουν τῆς τρυφῆς σου ποτιεῖς αὐτοὺς» (Ψαλμ. 35:9). Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ γλυκύτητα πλημμυρίζει τώρα τὶς καρδιές μας καὶ ξεχύνεται σ' ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας σὰν μία ἀνέκφραστη εὐφροσύνη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ γλυκύτητα οἱ καρδιὲς μας μοιάζει νὰ λιώνουν. Νιώθουμε καὶ οἱ δύο μας τόση εὐτυχία, ποὺ καμμιὰ γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει. Τί ἄλλο αἰσθάνεσαι;
— Μιὰ ἀνείπωτη χαρά.
— Καὶ αὐτὴ ἡ χαρά, παιδί μου, εἶναι μηδαμινὴ ὅταν συγκριθεῖ μὲ κείνη τὴ χαρὰ γιὰ τὴν ὁποία ἔχει γραφτεῖ: «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβει, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτὸν» (Α! Κορινθ. 2:9). Τώρα σὲ μᾶς δίνεται ἡ πρόγευση αὐτῆς τῆς χαρᾶς. Καὶ ἂν νιώθουμε τόση γλυκύτητα καὶ εὐφροσύνη τώρα, τί νὰ ποῦμε τότε γιὰ τὴ χαρὰ ἐκείνη ποὺ ἑτοιμάστηκε γι' αὐτοὺς ποὺ κοπιάζουν ἐδῶ στὴ γῆ; Καὶ σύ, παιδί μου, ἀρκετὰ ὑπέφερες στὴ ζωή σου. Κοίταξε ὅμως μὲ ποιὰ χαρὰ τώρα σὲ παρηγορεῖ ὁ Κύριος! Τί ἄλλο αἰσθάνεσαι;
— Μιὰ ἐξαιρετικὴ θερμότητα, ἀπάντησα.
— Τί θερμότητα, παιδί μου; Βρισκόμαστε στὴν καρδιὰ τοῦ χειμώνα καὶ καθόμαστε ἔξω στὸ δάσος, πατᾶμε στὸ χιόνι καὶ οἱ χιονονιφάδες συνεχίζουν νὰ πέφτουν πάνω μας καὶ μᾶς ἔχουν σχεδὸν σκεπάσει. Τί εἴδους θερμότητα μπορεῖ νὰ αἰσθάνεσαι;
— Ὅπως ὅταν λούζομαι στὸ λουτρὸ μὲ ζεστὸ νερὸ καὶ μὲ περιτυλίγουν οἱ ἀτμοί.
— Μήπως αἰσθάνεσαι καὶ τὴ μυρωδιὰ τοῦ λουτροῦ;
— Ὄχι, ἀπάντησα. Στὴ γῆ δὲν ὑπάρχει παρόμοια εὐωδία. Κανένα ἄρωμα ἀπ' ὅσα ἔχω χρησιμοποιήσει δὲν δίνει τέτοια εὐωδία.
— Ξέρω, ξέρω, εἶπε ἐκεῖνος. Ἔτσι εἶναι ἀκριβῶς ὅπως τὸ λές. Σὲ ρώτησα ἐπίτηδες γιὰ νὰ δῶ ἂν καὶ ἐσὺ αἰσθάνεσαι τὸ ἴδιο. Πραγματικά. Ἡ πιὸ εὐχάριστη εὐωδία πάνω στὴ γῆ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ αὐτὴ ποὺ νιώθουμε τώρα, γιατί μᾶς πλημμυρίζει ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ποιὰ ἐπίγεια εὐωδία μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μ' αὐτή; Εἶπες, θεόφιλε, ὅτι γύρω μας ὑπάρχει θερμότητα ὅπως καὶ στὸ λουτρό. Κοίτα ὅμως! Τὸ χιόνι δὲν ἔλιωσε πάνω μας οὔτε στὴ γῆ ποὺ πατᾶμε. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θερμότητα δὲν βρίσκεται στὴν ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ μέσα μας. Εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς κάνει «τῷ πνεύματι ζέωντες» (Ρωμ, 12:1). θερμαινόμενοι ἀπὸ αὐτὴ τὴ θερμότητα οἱ ἐρημίτες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, δὲν φοβόταν τὴν παγωνιὰ τοῦ χειμώνα. Ἔνιωθαν σὰν νὰ ἦταν ντυμένοι μὲ ζεστὲς γοῦνες. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ μᾶς τώρα, γιατί μέσα μας ἀναπαύεται ἡ θεία χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθὼς εἶπε ὁ Κύριος: «ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστὶ» (Λουκ. 17:21). Ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ βρίσκεται τώρα μέσα μας καὶ μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς θερμαίνει, εὐφραίνει τὶς αἰσθήσεις μας καὶ γεμίζει τὶς καρδιές μας. Νὰ τί σημαίνει νὰ βρίσκεται κανεὶς μέσα στὴν πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος γράφει: «ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι γεμάτος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Μ' αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γέμισε τώρα καὶ μᾶς τοὺς φτωχοὺς ὁ Κύριος. Δὲν νομίζω πὼς τώρα πιὰ θὰ ξαναρωτήσεις, φιλόθεε, μὲ ποιὸ τρόπο ἀποκτοῦν οἱ ἄνθρωποι τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Θὰ θυμᾶσαι τὴν ἀνέκφραστη εὐσπλαχνία τοῦ θεοῦ ποὺ μᾶς ἐπισκέφθηκε σήμερα;
— Δὲν ξέρω, Γέροντα, ἂν μὲ ἀξιώσει ὁ θεὸς νὰ θυμᾶμαι τόσο ζωντανὰ καὶ καθαρὰ ὅσα ἔζησα σήμερα.
— Ἐγὼ πιστεύω, ἀπάντησε ὁ στάρετς, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει νὰ κρατήσεις γιὰ πάντα στὴ μνήμη σου αὐτὴ τὴ φανέρωση. Γιατί διαφορετικὰ δὲν θὰ ἀπαντοῦσε ἡ ἀγαθότητά Του τόσο γρήγορα στὴν ταπεινὴ παράκληση τοῦ φτωχοῦ Σεραφείμ. Ἀκόμα δέ, γιατί ὅλα αὐτὰ δὲν δόθηκαν ἀποκλειστικὰ σὲ σένα μόνο, ἀλλὰ διὰ σοῦ σ' ὅλο τὸν κόσμο ὥστε καὶ ἐσὺ νὰ στερεωθεῖς στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλους νὰ ὠφελήσεις. Ὁ,τιδήποτε, λοιπὸν φιλόθεε, ζητήσεις ἀπὸ τὸν Κύριο θὰ τὸ λάβεις ἀρκεῖ νὰ ἀποβλέπει στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ καλό τοῦ πλησίον. Γιατί ὁ Θεὸς δὲν ξεχωρίζει τὸ καλό τοῦ πλησίον μας ἀπὸ τὴ δόξα Του. Ἀλλὰ καὶ ἂν ζητήσεις κάτι γιὰ προσωπικό σου ὄφελος μὴν ἀμφιβάλεις ὅτι θὰ σοῦ τὸ δώσει πρόθυμα ἀρκεῖ αὐτὸ ποὺ ζητᾶς νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖο. Σοῦ εἶπα καὶ σοῦ ἔδειξα στὴ πράξη ὅλα ὅσα ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία Μητέρα Του θέλησαν νὰ σοῦ ποῦν καὶ νὰ σοῦ δείξουν μέσα ἀπὸ μένα τὸ φτωχὸ Σεραφείμ. Τώρα «πορεύου ἐν εἰρήνῃ». Ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία ἂς εἶναι μαζί σου.
Ὅταν ξεκίνησα νὰ φύγω τὸ ὅραμα δὲν εἶχε σταματήσει. Ὁ Γέροντας βρισκόταν στὴν ἴδια θέση ποὺ εἶχε στὴν ἀρχὴ τῆς συνομιλίας μας καὶ τὸ Ἄρρητο Φῶς ποὺ εἶχα δεῖ μὲ τὰ μάτια μου συνέχιζε νὰ τὸν περιβάλλει».
Πηγή:http://www.agiazoni.gr/