ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Το ότι πάλι βαρύνεσαι πολύ από την πορνεία, αυτό γίνεται επειδή σκέφτεσαι εναντίον του πλησίον και τον κρίνεις και ακόμη σου συμβαίνει αυτό επειδή συμπεριφέρεσαι με παρρησία προς εκείνους που σου είπα να μη συμπεριφέρεσαι με παρρησία. ...
...Και εγώ πολλές φορές, αδελφέ, στα νειάτα μου πειράχθηκα σφοδρώς από τον δαίμονα της πορνείας και κοπίαζα παλεύοντας προς τους λογισμούς και αντιλέγοντας και αρνούμενος να συγκατατεθώ σ’ αυτούς, αλλά θέτοντας μπροστά στα μάτια μου τις αιώνιες κολάσεις και κάνοντας το ίδιο πράγμα κάθε μέρα επί πέντε χρόνια, με ανακούφισε ο Θεός από αυτούς. Το πράγμα αυτό το καταργεί η αδιάλειπτη προσευχή μαζί με τον κλαυθμό.

(Βαρσανουφίου Έργα, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τομ. 18B, σελ.37,77)

«Ο αγώνας κατά των παθών είναι ένα διηνεκές γλυκό μαρτύριο για την τήρηση των εντολών,για την αγάπη του Χριστού». 

 -Γέροντα, όταν ο Προφήτης Δαβίδ έλεγε: «πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με», τι ζητούσε;
 -Ο Δαβίδ ζητούσε από τον Θεό να του δώση διοικητικό χάρισμα, επειδή είχε να κυβερνήση ανθρώπους. Αλλά και ο κάθε άνθρωπος χρειάζεται «πνεύμα ηγεμονικό», γιατί έχει να κυβερνήση τον εαυτό του, για να μην τον κάνουν κουμάντο τα πάθη του.
 -Γέροντα, τι είναι τα πάθη;
 -Εγώ τα πάθη τα βλέπω σαν δυνάμεις της ψυχής. Ο Θεός δεν δίνει ελαττώματα αλλά δυνάμεις. Όταν όμως δεν αξιοποιούμε αυτές τις δυνάμεις για το καλό, έρχεται το ταγκαλάκι, τις εκμεταλλεύεται και γίνονται πάθη, και ύστερα γκρινιάζουμε και τα βάζουμε με τον Θεό. Ενώ, αν τις αξιοποιήσουμε στρέφοντάς τες εναντίον του κακού, μας βοηθούν στον πνευματικό αγώνα. Ο θυμός λ.χ. δείχνει ότι η ψυχή έχει ανδρισμό, ο οποίος βοηθάει στην πνευματική ζωή. Κάποιος που δεν είναι θυμώδης και δεν έχει ανδρισμό δεν μπορεί να βάλη εύκολα τον εαυτό του στην θέση του. Ο θυμώδης άνθρωπος, αν αξιοποιήση στην πνευματική ζωή την δύναμη που έχει, είναι σαν ένα γερό αυτοκίνητο που πιάνει την ευθεία και κανείς δεν το φθάνει. Αν όμως δεν την αξιοποιήση και αφήνη ανεξέλεγκτο τον εαυτό του, μοιάζει με αυτοκίνητο που τρέχει με υπερβολική ταχύτητα σε ανώμαλο δρόμο και κάθε τόσο εκτροχιάζεται.
 Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίση τις δυνάμεις που έχει και να τις στρέψη στο καλό. Έτσι θα φθάση, με την βοήθεια του Θεού, σε καλή πνευματική κατάσταση. Τον εγωισμό λ.χ. να τον στρέψη εναντίον του διαβόλου και να μην το βάζη κάτω, όταν πάη και τον πειράζη. Την τάση για φλυαρία να την αγιάση καλλιεργώντας την ευχή. Δεν είναι καλύτερα να μιλάη με τον Χριστό και να αγιάζεται παρά να φλυαρή και να αμαρτάνη; Ανάλογα δηλαδή με το πώς θα χρησιμοποιήση ο άνθρωπος τις δυνάμεις της ψυχής, μπορεί να γίνη καλός ή κακός.

(Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 21-22)

ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΙΣΤΟΡΙΑ μας την διηγείται ο Επίσκοπος Ελενουπόλεως Παλλάδιος.

 Ο Σεραπίων ήταν Αιγύπτιος Ασκητής, τελείως ακτήμων και πολύ ελεήμων. Πολλές φορές τον είχαν δει να γυρίζει μ’ ένα σεντόνι τυλιγμένο γύρω από το γυμνό του σώμα, γιατί τα ενδύματα του τα είχε δώσει ελεημοσύνη. Έτσι του έμεινε και το όνομα Σινδόνιος. Κάποτε πουλήθηκε σαν δούλος σ’ έναν ειδωλολάτρη ηθοποιό, για είκοσι νομίσματα. Άρχισε με μεγάλη προθυμία να υπηρετεί τον κύριό του και όλη του την οικογένεια. Εργαζόταν αδιάκοπα χωρίς απαιτήσεις. Το φαγητό του αποτελούνταν μόνο από ψωμί και νερό. Ενώ τα χέρια του δούλευαν, ο νους του ήταν απασχολημένος με την προσευχή. Τα λόγια της Γραφής δεν έλειπαν ποτέ από τα χείλη του. Σκοπός του ήταν να μεταδώσει το φως του Χριστού στους κυρίους του και δεν άργησε να το επιτύχει. Τους προσείλκυσε στην πίστη, πρώτα από όλα με το παράδειγμα του χριστιανικού βίου του και ύστερα με την διδασκαλία του Ευαγγελίου, που πέφτει σαν βάλσαμο παρηγοριάς στις ταλαιπωρημένες από την κοσμική ματαιότητα ψυχές. Όταν ο μίμος -έτσι έλεγαν τότε τους ηθοποιούς-, η σύζυγος και τα παιδιά του πήραν την χάρη του Αγίου Βαπτίσματος, άφησαν το επάγγελμά τους, που δεν συμφωνούσε πια με την νέα ζωή τους, και έγιναν ενεργά μέλη της Εκκλησίας. Μια μέρα πήρε ιδιαιτέρως τον Σινδόνιο ο κύριός του και του είπε:
- Είναι καιρός, αδελφέ, να σου ανταποδώσω την ευεργεσία που μου έκανες να ελευθερώσεις και μένα και την οικογένειά μου από το σκοτάδι της ειδωλολατρίας. Πάρε κι εσύ για αντάλλαγμα την ελευθερία σου.
Τότε ο Σινδόνιος κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα να του αποκαλύψει την αλήθεια. Του είπε λοιπόν πως δεν ήταν δούλος και πως με την θέλησή του πουλήθηκε σ’ αυτόν, για να τον οδηγήσει στον Χριστό.
- Αφού εξεπλήρωσε ο Θεός την επιθυμία μου, ας πάω τώρα να βοηθήσω κι άλλους.
Επέστρεψε τα είκοσι νομίσματα στον κύριό του και έφυγε για άλλη χώρα. Εκεί πουλήθηκε σε οικογένεια αιρετικών. Με τον ίδιο τρόπο έφερε κι αυτήν πολύ γρήγορα στους κόλπους της Εκκλησίας. Μέχρι τέλους της ζωής του, ο Σινδόνιος υπηρετούσε σωματικά και ψυχικά τους συνανθρώπους του.

ΓΙΑΤΙ, Αββά, οι σημερινοί μοναχοί, ενώ κοπιάζουν, δεν παίρνουν από τον Θεό τα χαρίσματα που έπαιρναν οι παλαιοί Πατέρες; ρώτησε έναν Γέροντα κάποιος αδελφός.
- Τον παλαιό καιρό, παιδί μου, αποκρίθηκε ο σεβάσμιος Γέροντας, υπήρχε αγάπη μεταξύ των μοναχών και καθένας προθυμοποιούνταν να βοηθήσει τον αδελφό του να ανεβεί προς τα επάνω. Τώρα η αγάπη ψυχράνθηκε και ο ένας παρασύρει τον άλλον προς τα κάτω. Για τον λόγο αυτό δεν χορηγεί πλέον ο Θεός χαρίσματα πνευματικά.

ΤΟΝ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ καιρό - έλεγε ο Αββάς Ιωάννης σ’ έναν νέο μοναχό, που πήγε να τον συμβουλευθεί- η πνευματική απασχόληση ήταν το κύριο έργο του μοναχού και η εργασία πάρεργο. Σήμερα αντιστράφηκαν οι όροι και θεωρείται πάρεργο το έργο της ψυχής και έργο το εργόχειρο.
- Ποιό είναι το έργο της ψυχής; ρώτησε ο αδελφός.
- Εκείνο που γίνεται χάριν της θείας εντολής, εξήγησε ο Γέροντας. Μαθαίνεις, λόγου χάρη, πως είμαι άρρωστος και η συνείδησή σου σου λέει πως είναι καθήκον σου να με επισκεφθείς. Εσύ όμως κάθεσαι και σκέπτεσαι: “Αν πάω, θα μείνει πίσω το εργόχειρό μου, γιατί θα χάσω χρόνο”. Δεν έρχεσαι και παραβαίνεις την εντολή της αγάπης. Ή κάποιος σου ζητά να τον βοηθήσεις στην εργασία του. Εσύ μονολογείς: “Είναι ανάγκη τώρα ν’ αφήσω την δική μου δουλειά στην μέση, για να βοηθήσω άλλον;”. Αρνείσαι, παραβλέποντας την εντολή του Θεού, που είναι έργο της ψυχής, και προσηλώνεσαι στο εργόχειρό σου, που είναι πάρεργο.

ΠΗΓΕ μια φορά ο Όσιος Μακάριος να κάνει συντροφιά σ’ έναν άρρωστο Ερημίτη. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω στο γυμνό κελλἀκι του, είδε πώς δεν υπήρχε πουθενά ούτε ίχνος φαγητού.
- Τί θα ήθελες να φας, αδελφέ; ρώτησε ο Όσιος.
Ο άρρωστος δίστασε να απαντήσει. Τί να ζητούσε τάχα, αφού δεν υπήρχε τίποτε σ’ εκείνη την ερημιά; Τέλος, επειδή επέμενε να τον ρωτά ο Όσιος, είπε πως είχε επιθυμήσει λίγη αλευρόσουπα. Αλλά που να βρεθεί αλεύρι; Ο Όσιος Μακάριος, για να αναπαύσει τον άρρωστο αδελφό του, κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια, κάνοντας πενήντα μίλια με τα πόδια, για να βρει αλεύρι.



(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελιδες 11-13)

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

"Ο Χριστός είναι το παν"
(Απομαγνητοφωνημένα λόγια του Γέροντα. Αναδίδουν το μυστικό άρωμα της ένθεης πνευματικής του ζωής).

Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει τελείωσε. Αν δεν βλέπεις το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.
Πώς το κατάλαβες;
Θυμάμαι και ένα τραγούδι.
"Συν Χριστώ πανταχού, φόβος ουδαμού".
Το έχετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δε το θυμάμαι.
Λοιπόν, έτσι πράγματι πρέπει να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδερφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν.
Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: "Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε εγώ δεν είμαι... δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω.
Σας θέλω να χαίρεσθε μαζί μου τη ζωή".
Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς
και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον τραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πώς το λέω; Ο Χριστός είναι το παν.
Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.
Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιον θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά.
Ο Χριστιανός όμως, όταν βρει το Χριστό, όταν γνωρίσει το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψει μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθεί,
θέλει να φωνάζει και να το λέει παντού, θέλει να λέει για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός. Αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της αγάπης Αυτού.
Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.
Και μακράν του Χριστού η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στεναχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών.
Όλα ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί, και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι μία
σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό.
Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε βγαίναν έξω να κάνουνε πιο πέρα, θέλαν να είναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.
Ο Χριστός είναι το παν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πώς τα βλέπεις, ρε Νίκο;
- Αυτά, που είπατε Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα. Όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.
Ε, ναι - εξακολούθησε ο Γέροντας- αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες;
Ό,τι να είναι. Και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλομε να είμαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι φίλος μας, είναι ο αδερφός μας, το φωνάζει: "Υμείς φίλοι μου έστε".
"Δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι με μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος.
Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε να με αισθάνεσθε στην ψυχή σας, το φίλο σας. ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια".
Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει σατανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν.
Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.
Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν' αγαπήσει το Χριστό και όταν αγαπήσει το Χριστό, απαλλάττεται απ' το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πεις, εσύ έφθασες να είσαι έτσι;
Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω.
Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζώ. Όμως, ε... προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου πώ, πώς να σας πώ;
Δεν έχω πάει σ' ένα μέρος έτσι... ή πήγα μία φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω.
Να πάω, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μου 'ρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε;
-Ναι, Γέροντα.

(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως Μήλεσι, σελ. 39 - 42)

Τον Υιό υπέρ των δούλων
Τόσο μας αγάπησε, ώστε να δώση τον Υιό Του υπέρ των δούλων, και μάλιστα δούλων αχαρίστων. Ε.Π.Ε. 13, 156

ποιός, ποιούς αγάπησε;
Φανερώνει την υπερβολή της αγάπης.
Πώς; Ο Αθάνατος, ο Άναρχος, η απέραντη Μεγαλωσύνη, αγάπησε τους χωματένιους, αυτούς που είναι γεμάτοι μύρια αμαρτήματα,
που συνεχώς Του πηγαίνουν κόντρα, τους αχάριστους ανθρώπους. Ε.Π.Ε. 13, 158

δέσιμο σφιχτό
Είναι μεγάλη η εξάρτισης της αγάπης
Όλα τ’ αφήνει και παραδίνει την ψυχή σ' αυτό που αγαπά.
Αν έτσι αγαπήσουμε τον Χριστό, όλα τα εδώ θα μας φαίνονται σκιά, φαντασία και όνειρο. Ε.Π.Ε. 14,732

αποσπά το έλεος του Θεού
Τίποτε δεν κάνει το Θεό σπλαχνικό στον αμαρτωλό, όσο η αγάπη στους εχθρούς. Ε.Π.Ε. 15, 654

στους εχθρούς
Έτσι να τους αντιμετωπίζουμε, χωρίς θυμό και τραχύτητα. Αν τους αποστομώνουμε με θυμό, δεν θεωρείται αυτό θάρρος, αλλά πάθος.
Αν όμως με αγάπη, πραγματικά τότε έχουμε δύναμι. Ε.Π.Ε. 15,492

αμοιβαία
Όχι μόνο ν’ αγαπάμε, αλλά και να μας αγαπούν. Ε.Π.Ε. 16α,490

θερμή και αληθινή
Ας Αγαπήσουμε τον Χριστό όπως πρέπει να Τον αγαπάμε.
Διότι αυτό είναι η μεγάλη μας πληρωμή, αυτό είναι η χαρά μας και η ευχαρίστησις μας, αυτό η τρυφή και η δόξα και η τιμή μας, αυτό το φως μας, αυτό η μυριομακαριότητα, που κανένας λόγος δεν μπορεί να παραστήση και κανένας νους δεν μπορεί να καταλάβη. Ε.Π.Ε. 16β,464

δεν μας την χρωστούσε
Δεν έχει ανάγκη Εκείνος των δικών μας, κι όμως δεν σταματά γι’ αυτό το λόγο να μας αγαπά.
Εμείς έχουμε πάρα πολύ ανάγκη των αγαθών του Θεού, κι όμως ούτε έτσι δεχόμαστε την αγάπη Του, αλλά προτιμάμε αντί γι’ Αυτόν τα χρήματα και τις φιλίες των ανθρώπων. Ε.Π.Ε. 16β,466

στην κατάψυξι
Είναι αρρώστια το να παγώνη τελείως η αγάπη. Συ να μη παύσης να λες: Όσο κι αν με μισής, εγώ θα σ’αγαπώ.
Έτσι έβγαλες απ’ την ψυχή σου κάθε ψύξι. Ε.Π.Ε. 17,614

σε άλλους
Ας υπακούουμε, λοιπόν, και ας είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας.
Εδώ η προτροπή δεν απευθύνεται προς τους αδυνάτους μόνο, αλλά προς όλους.
Κι αν ακόμα κάποιος θέλη να χωρισθή από σένα, εσύ να μη χωρισθής. Ούτε να πης εκείνον τον ψυχρό λόγο.
Αν μ’ αγαπά, τον αγαπώ. Δηλαδή, αν δεν μ’ αγαπά το δεξί μου μάτι, το βγάζω. Ε.Π.Ε. 17,614

έρωτας
Δεν ντρεπόμαστε, να μη μπορούμε να δείχνουμε την κατά Θεόν αγάπη τόσο, όσο μπορεί ο σατανικός έρωτας; Ε.Π.Ε.17,618

και εγκράτεια
Ποιό είναι το κέρδος της νηστείας και της εγκράτειας, αν έχη διασπαστή η αγάπη; Κανένα.
Μιλάω και για την προσευχή, που γίνεται με μεγάλο ζήλο κατά την περίοδο της εγκράτειας.
Είναι δυνατόν να ζη κανείς με γυναίκα και να προσέχη στην προσευχή, αλλ’ αυτή (η προσευχή) γίνεται ακριβέστερη με την εγκράτεια. Ε.Π.Ε. 18, 522

και γνώσις
Εκείνος, που έχει αγάπη, ακόμα κι αν έχη μερικές ελλείψεις, γρήγορα θ’ απολαύση τη γνώσι χάρι στην αγάπη, όπως ο Κορνήλιος και πολλοί άλλοι.
Εκείνος όμως, που έχει μεν γνώσι, αλλά δεν έχει αγάπη, όχι μόνον δεν θα κερδίση τίποτε, αλλά θα χάση και αυτήν που έχει, διότι θα πεση πολλές φορές σε αλαζονεία. Ε.Π.Ε. 18,554

και άσκησις
Κι αν ακόμα νηστεύσης, κι αν κοιμάσαι στο χώμα για σκληραγωγία, κι αν θυσιάσης τον εαυτό σου, τίποτε σπουδαίο δεν κάνεις, αν δεν φροντίζης για τον πλησίον σου. Ε.Π.Ε 18α, 120

ενδιαφέρον για τον άλλον
Κανένας απ’ τους άγιους δεν επεδίωξε τα δικά του, αλλά καθένας φρόντισε για το συμφέρον του πλησίον.
Γι’ αυτό και έλαμψαν περισσότερο. Ε.Π.Ε. 18α,122

υπεράνω όλων
Ούτε η ακτημοσύνη, ούτε το μαρτύριο, ούτε άλλο τι μπορεί να ωφελήση, αν δεν έχουμε αποκτήσει την τέλεια αγάπη. Ε.Π.Ε. 18α,132

σκαλοπάτια της
Όποιος αγαπά αυτόν που τον αγαπά, δεν κάνει τίποτε σπουδαίο.
Όποιος όμως ευεργετεί αυτόν που τον μισεί, αυτός κυρίως είναι άξιος επαίνου και βραβείου. Ε.Π.Ε. 18α,166

(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, Τόμος Α΄, σελ. 35 - 37)

Και η έγγαμη και η άγαμη ζωή είναι ευλογημένες
-Γέροντα, τί πρέπει να απαντήση κανείς σε νέα παιδιά που ρωτούν αν η μοναχική ζωή είναι ανώτερη από την έγγαμη;
-Κατ’ αρχάς πρέπει να τους δώση να καταλάβουν ποιός είναι ο προορισμός του ανθρώπου και ποιό είναι το νόημα της ζωής.
Ύστερα να τους εξηγήση ότι και οι δύο δρόμοι που έχει χαράξει η Εκκλησία μας είναι ευλογημένοι,
γιατί και οι δύο μπορούν να τους οδηγήσουν στον Παράδεισο, αν ζήσουν κατά Θεόν.
Ας υποθέσουμε ότι δύο άνθρωποι ξεκινούν να πάνε σε ένα προσκύνημα.
Ο ένας πηγαίνει με το λεωφορείο από τον δημόσιο δρόμο και ο άλλος πηγαίνει με τα πόδια από κάποιο μονοπάτι.
Και οι δύο όμως έχουν τον ίδιο σκοπό. Ο Θεός και το ένα το χαίρεται και το άλλο το θαυμάζει.
Κακό είναι όταν αυτός που πάει από το μονοπάτι κατακρίνη μέσα του τον άλλον που πάει από τον δημόσιο δρόμο ή και το αντίστροφο.
Καλά είναι οι νέοι που σκέφτονται τον Μοναχισμό να γνωρίζουν ότι η αποστολή του μοναχού είναι πολύ μεγάλη, είναι να γίνη Αγγελος.
Στην άλλη ζωή, στον Ουρανό, θα ζούμε σαν Αγγελοι, είπε ο Χριστός στους Σαδδουκαίους.
Γι’ αυτό μερικοί πολύ φιλότιμοι νέοι γίνονται μοναχοί και αρχίζουν την αγγελική ζωή από τούτη την ζωή.
Ας μη νομίση όμως κανείς ότι όσοι πάνε στο μοναστήρι θα σωθούν, επειδή απλώς έγιναν μοναχοί.
Ο κάθε άνθρωπος θα δώση λόγο στον Θεό αν την ζωή που διάλεξε την αγίασε. Παντού χρειάζεται φιλότιμο.
Ο Θεός δεν κάνει προκομμένους και ανεπρόκοπους ανθρώπους, αλλά, όποιος δεν έχει φιλότιμο, όποια ζωή κι αν ακολουθήση, ανεπρόκοπος θα είναι.
Ενώ ο φιλότιμος προκόβει, όπου κι αν βρεθή, επειδή η θεία Χάρις βρίσκεται μαζί του. Υπάρχουν έγγαμοι που ζουν πολύ ενάρετα και αγιάζονται.
Ένας οικογενειάρχης, αν αγαπάη τον Θεό και έλκεται από τον θείο έρωτα, μπορεί να κάνη μεγάλη πνευματική προκοπή.
Εν τω μεταξύ προικίζει τα παιδιά του με αρετές, δημιουργεί μια καλή οικογένεια, οπότε θα πάρη διπλό μισθό από τον Θεό.
Γι’ αυτό ο κάθε νέος πρέπει να έχη στόχο να αγωνισθή με φιλότιμο και χωρίς άγχος, ώστε την ζωή που θα διαλέξη να την αγιάση.
Θέλει τον γάμο; Να παντρευτή, αλλά να αγωνισθή να γίνη καλός οικογενειάρχης και να ζήση άγια.
Θέλει τον Μοναχισμό; Να γίνη μοναχός, αλλά να αγωνισθή να γίνη καλός μοναχός.
Ας μετρήση τις δυνάμεις του, ας δη τί μπορεί να κάνη, και ανάλογα να προχωρήση σε έναν από τους δύο δρόμους.
Αν μια κοπέλα λ.χ. βλέπη ότι δεν έχει δυνάμεις να γίνη μοναχή, τότε να πη ταπεινά στον Θεό: «Θεέ μου, είμαι αδύναμη,
δεν μπορώ να ζήσω ως μοναχή, στείλε μου έναν άνθρωπο που θα με βοηθάη, ώστε να κάνω μια καλή οικογένεια και να ζώ πνευματικά», και ο Θεός τότε δεν θα την αφήση.
Αν παντρευτή και κάνη μια καλή οικογένεια, ζη σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, δεν θα ζητήση ο Θεός περισσότερα από αυτήν.
Βέβαια υπάρχουν νέοι από τους οποίους ο Θεός ζητάει λίγα, αλλά εκείνοι από φιλότιμο αγωνίζονται πολύ και Του προσφέρουν περισσότερα διαλέγοντας την μοναχική ζωή.
Αυτοί θα λάβουν διπλά στεφάνια. Εάν δηλαδή μια ψυχή έχη κλίση προς την έγγαμη ζωή και θελήση από πολύ φιλότιμο να θυσιάση τα πάντα και να ακολουθήση την μοναχική ζωή, αυτό πολύ συγκινεί τον Θεό.
Μόνο να προσέξη τα ελατήριά της να είναι πολύ αγνά, να μην κινηθή από υπερηφάνεια.
Από εκεί και πέρα ο Θεός θα σκορπίση όλες τις δυσκολίες.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 19-21

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. 

Η αγάπη είναι εκείνη που μας ταυτίζει με τον αγαπημένο και μας δίνει τη δυνατότητα να κοινωνούμε ανεπιφύλακτα, όχι μόνο στα παθήματά του, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο εκείνος αντιμετωπίζει και αυτά και εκείνον που του τα προκαλεί. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τη Μητέρα του Θεού ή το μαθητή Του να διαμαρτύρονται γι’ αυτό που υπήρξε το «αποκεκαλυμμένο θέλημα» του Eσταυρωμένου Υιού του Θεού. «Κανείς δεν μου αφαιρεί τη ζωή. Εγώ με τη θέλησή μου την παραδίδω» (Ιωάν. 10, 18). Πέθανε θεληματικά και σύμφωνα με το δικό Του σχέδιο για τη σωτηρία του κόσμου. Αυτός ο θάνατός Του υπήρξε η σωτηρία του κόσμου και γι’ αυτό εκείνοι που πίστεψαν σ’ Αυτόν και θέλησαν να είναι ένα μαζί Του μπόρεσαν να μοιραστούν τον πόνο του θανάτου Του, μπόρεσαν να συμπάσχουν κοντά Του. Δεν μπορούσαν όμως να αρνηθούν το πάθος, δεν μπορούσαν να στραφούν ενάντια στο πλήθος που σταύρωσε το Χριστό. Γιατί η σταύρωση ήταν θέλημα του Ίδιου του Χριστού.
Συμβαίνει καμιά φορά στη ζωή να διαμαρτυρόμαστε για τα παθήματα κάποιου, να διαμαρτυρόμαστε για το θάνατό του, όταν αυτός καλά ή άσχημα δεν τον αποδέχεται ή εναντιώνεται σ’ αυτόν. Άλλοτε πάλι διαμαρτυρόμαστε όταν δεν συμφωνούμε για την πρόθεσή του να πεθάνει ή δεν δεχόμαστε τη θέση που ο ίδιος παίρνει εμπρός στο θάνατο και στον πόνο. Τότε όμως η αγάπη που έχουμε γι’ αυτόν τον άνθρωπο είναι λειψή και δημιουργεί ψυχική απόσταση. Είναι αυτή η αγάπη που έδειξε ο Απόστολος Πέτρος, όταν ο Χριστός, καθώς πορευόταν στα Ιεροσόλυμα, είπε στους μαθητές Του ότι πορευόταν προς το θάνατό Του. «Και ο Πέτρος, αφού Τον πήρε παράμερα, άρχισε με έντονο τρόπο να Τον αποτρέπει από την απόφασή Του να δεχτεί το θάνατο». Αλλά ο Χριστός απάντησε: «Φύγε από μπρος μου σατανά, γιατί δεν φρονείς εκείνα που αρέσουν στο Θεό, αλλά όσα αρέσουν στους ανθρώπους» (Μάρκ. 8,33). Μπορούμε να φανταστούμε ότι η γυναίκα του ληστή, που βρισκόταν σταυρωμένος στα αριστερά του Χριστού, θα ήταν γεμάτη από τις ίδιες αντιδράσεις και διαμαρτυρίες, που είχε ενάντια στο θάνατό του και ο άντρας της. Απ’ αυτή την άποψη υπήρχε απόλυτη κοινωνία μεταξύ τους, κοινωνούσαν όμως στην ίδια λαθεμένη συμπεριφορά.
Το να συμμετέχει κανείς στο πάθος, στο Σταυρό και στο θάνατο του Χριστού, σημαίνει να αποδέχεται, με το ίδιο πνεύμα και χωρίς καμιά επιφύλαξη, όλα αυτά τα γεγονότα. Να αποδέχεται δηλαδή, εντελώς ελεύθερα, να υποφέρει μαζί με τον «πάσχοντα Θεάνθρωπο». Να παραμένει σιωπηλός στη βαθιά σιωπή του Χριστού, η οποία διακόπηκε μόνο από λίγες αποφασιστικές λέξεις, στη σιωπή της πραγματικής κοινωνίας. Στη σιωπή η οποία γεννιέται από τη συμμετοχή στο πάθος του άλλου και όχι από οίκτο γι’ αυτόν. Στη σιωπή που μας δίνει τη δυνατότητα να ταυτιστούμε μαζί Του, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην υπάρχει «Εγώ» και «Συ», αλλά να είμαστε ένα, ενωμένοι και στη ζωή και στο θάνατο.

(Ζωντανή Προσευχή. Antony Bloom, σελ. 26-27).

Η ολότητα πιο ευδιάκριτη από τα έργα
Η ολότητα είναι πάντα πια ευδιάκριτη από ένα μέρος της ολότητας. Αυτό οπωσδήποτε συμβαίνει για λόγους σημασίας και φερεγγυότητας της ολότητας.
Είναι πια οφθαλμοφανής η βελανιδιά από το βελανίδι στη βελανιδιά. Είναι πιο ευδιάκριτη η άμαξα από τον άξονα της άμαξας. Είναι πιο εμφανής ο άνθρωπος από το χέρι του ανθρώπου. Η ολότητα της φύσης είναι πιο οφθαλμοφανής από οποιοδήποτε πράγμα μέσα στη φύση.
Ο Θεός είναι πιο εμφανής από τη φύση και απ’ όλα στη φύση. Όμως όταν ο άνθρωπος κοιτάζει το βελανίδι στη βελανιδιά, το βελανίδι γίνεται γι’ αυτόν πιο οφθαλμοφανές από τη βελανιδιά. Όταν κοιτάζει τον τροχό, ο τροχός γίνεται γι’ αυτόν πιο ευδιάκριτος από την άμαξα. Όταν κοιτάζει το χέρι, το χέρι του γίνεται πιο εμφανές από τον άνθρωπο. Όταν κοιτάζει οποιοδήποτε πράγμα στη φύση, αυτό το πράγμα γίνεται γι’ αυτόν πιο οφθαλμοφανές από τη φύση. Όταν κοιτάζει τη φύση, η φύση γι’ αυτόν γίνεται πιο ευδιάκριτη από τον Θεό.
Όμως αυτό το οφθαλμοφανές της πράξης είναι στιγμιαίο, ενώ το οφθαλμοφανές της ολότητας είναι μόνιμο.
Ως εκ τούτου ο Θεός είναι το μεγαλύτερο και το μονιμότερο και το πλέον εμφανές.

Η σιωπή
Περί τριών πραγμάτων μην βιάζεσαι να μιλάς: Περί του Θεού - μέχρι να στερεώσεις την πίστη σ’ Αυτόν. Περί της αμαρτίας του άλλου - μέχρι να θυμηθείς τη δική σου και περί της επόμενης ημέρας - μέχρι την αυγή της

(Στοχασμοί περί καλού και κακού, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, σελ. 19-20).

Παιδικές Ασκήσεις. 

Αξιοθαύμαστος ήταν ο ζήλος του μικρού Αρσενίου για νηστεία. Νήστευε αυστηρά από πολύ μικρός. Ζητούσε από την μητέρα του να του μαγειρεύη αλάδωτα χόρτα. Για να αναγκάζεται μετά την θεία Λειτουργία να παραμένη νηστικός, το αντίδωρο το κρατούσε και το έτρωγε ύστερα από ώρες. Για να περιορίζη την ποσότητα, έσφιγγε πολύ την ζώνη. Κάποτε νήστευσε τόσο που από την εξάντληση έπεσε στο κρεββάτι.
Έλεγε αργότερα ο Γέροντας: «Τα χέρια μου ήταν (λεπτά) σαν τον μικρών παιδιών της Αφρικής, διότι ο οργανισμός μου στερήθηκε βασικές τροφές, όταν ήμουν μικρός. Ο λαιμός μου είχε γίνει σαν το κοτσιάνι του κερασιού. Τα παιδιά μου έλεγαν: "Θα πέσει το κεφάλι σου"».
Η ευλαβής Κονιτσιώτισσα Κέτη (Ερρικέτη) Πατέρα, μεγαλύτερή του στην ηλικία, ανέφερε σχετικά: «Τον ρώτησα κάποτε:
—Παιδί μου, έφαγες τίποτε σήμερα;
—Δεν έφαγα. Τι να φάω, αφού η μητέρα μου τα βράζει όλα τα φαγητά στην ίδια κατσαρόλα, και το κρέας και τα νηστήσιμα. Η ίδια κατσαρόλα απορροφά• δεν μπορώ να φάω.
—Παιδί μου, αφού η μάννα σου είναι τόσο καθαρή και την πλένει καλά με αλισίβα.
— Δεν μπορώ να φάω από αυτά, απαντούσε. »
Και νήστευε, νήστευε συνέχεια και αποτραβιόταν μοναχός του για να προσεύχεται».
Όταν έμαθε να διαβάζη καλά, βρήκε την Αγία Γραφή και μελετούσε κάθε ημέρα το Τετραβάγγελο. Εύρισκε επίσης βίους Αγίων και εντρυφούσε. Είχε μαζέψει ένα κουτί με βίους. Μόλις γύριζε από το σχολείο, δεν ήθελε ούτε να φάη. Πρώτα πήγαινε, άνοιγε το κουτί, έπαιρνε και διάβαζε τους βίους των Αγίων. Ο μεγαλύτερός του αδελφός τους έκρυβε, αν και ευλαβής, διότι δεν ήθελε να ασχολήται ο μικρός Αρσένιος πολύ με τα εκκλησιαστικά, για να μην παραμελή τα μαθήματα. Ο Αρσένιος δεν έλεγε τίποτε. Εύρισκε άλλους βίους Αγίων και τρεφόταν πνευματικά.
Μαρτυρεί ο αδελφός του: «Ο Αρσένιος από την δευτέρα Δημοτικού διάβαζε θρησκευτικά βιβλία, απομονωνόταν και προσευχόταν πολύ. Δεν έπαιζε πως τα άλλα παιδιά».
Ό,τι διάβαζε στα Συναξάρια προσπαθούσε να το εφαρμόση. Διάβασε πώς, όταν φοβάσαι σε έναν τόπο, πρέπει να συχνάζης εκεί για να διώξης τον φόβο . Επειδή φοβόταν όταν περνούσε από το κοιμητήριά αποφάσισε να πάη εκεί τη νύχτα, για να του φύγη ο φόβος. Ήταν τότε στην τετάρτη τάξη του Δημοτικού. «Είδα», διηγήθηκε, «από την ημέρα έναν άδειο τάφο. Μόλις νύχτωσε η καρδιά μου χτυπούσε, αλλά πήγα και μπήκα στον τάφο. Στην αρχή ήταν δύσκολο αλλά μετά συνήθισα. Κάθησα αρκετή ώρα και εξοικειώθηκα. Πήρα θάρρος και άρχισα να γυρίζω από μνήμα σε μνήμα, αλλά πρόσεχα να μη με δουν και με περάσουν για φάντασμα. Αυτό ήταν• πήγα τρία βράδυα και έμεινα μέχρι αργά στο κοιμητήρι και μου έφυγε ο φόβος».
Αισθανόταν αγάπη μεγάλη προς τον Θεό και η προσευχή του ήταν εκδήλωση αυτής της αγάπης. Στις μεγάλες γιορτές παρέμενε άγρυπνος, άναβε το καντηλάκι και προσευχόταν όρθιος όλη τη νύχτα. Ο μεγαλύτερος αδελφός του τον εμπόδιζε. Δεν τον άφηνε να σηκώνεται τις νύχτες για να διαβάζη το Ψαλτήρι. Τον έβαζε κάτω από τις κουβέρτες. Γενικά η τακτική του αδελφού του όχι μόνο δεν έκαμψε τον ζήλο του αλλά αύξησε την αγάπη του προς τον Θεό.
Πήγαινε από μικρός ατό δάσος, μάζευε βελανίδια, τα τρυπούσε με ένα καρφί, τα περνούσε σε σχοινί και έκανε κομποσχοίνια για να μέτρα τις προσευχές και τις μετάνοιες.
Η αδελφή του Χριστίνα θυμάται ότι, ενώ κάποτε οι γονείς τους ήταν στο χωράφι, άρχισε να βρέχη. Ο Αρσένιος τους σκεφτόταν που βρέχονταν. Πήρε τα δύο μικρότερα αδέλφια του, πήγαν στο εικονοστάσι, γονάτισαν, έκαναν προσευχή και η βροχή σταμάτησε.
Όταν έπεφταν κεραυνοί, συνήθιζε να λέγη: «Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος».
Η έμφυτη μοναχική του κλίση εκδηλώθηκε ενωρίς. Όταν τον ρωτούσαν τι θα γίνει όταν μεγαλώση, ο Αρσένιος απαντούσε σταθερά: «Καλόγηρος», χωρίς να έχη δει μοναχούς μέχρι τότε.
Διηγήθηκε και το εξής: «Όταν ακόμη ήμουν στο σχολείο, διάβαζα τους βίους των Αγίων και επιθυμούσα από τότε να γίνω ασκητής. Έβγαινα συχνά έξω από το χωριό. Ήμουν τότε ένδεκα χρόνων. Είχα επισημάνει ένα βράχο μεγάλο. Μια μέρα ξεκίνησα για να ανεβώ, να γίνω στυλίτης. Πήρα μόνο ένα μικρό σιδεράκι μαζί μου , για να τρώω κανα χορταράκι, όπως οι παλιοί ασκητές. Περπάτησα μιάμιση ώρα μεσ’ τα βουνά και τον βρήκα. Ήταν ψηλός ο βράχος. Ανέβηκα με δυσκολία και άρχισα να προσεύχωμαι. Εξάντλησα όλες μου τις δυνάμεις και μετά άρχισα να σκέπτομαι: "Οι ερημίτες είχαν ρίζες και έτρωγαν• λίγο νεράκι, ένα χουρμά... Εσύ δεν έχεις τίποτε εδώ πάνω στον βράχο. Πώς θα ζήσεις;". Με είχε κόψει η πείνα, δεν άντεχα άλλο, οπότε λέω: "Ας πάω να φάω κανα χορταράκι". Που να κατέβω όμως! Καλά ανέβηκα, αλλά πώς κατεβαίνω τώρα. Τέλος πήρα μια κουτρουβάλα, πώς δεν σκοτώθηκα. Η Παναγία με φύλαξε και δεν τσακίστηκα στα βράχια. Σιγά-σιγά κουτσαίνοντας ξεκίνησα να γυρίσω σπίτι. Χάθηκα όμως μέσα στη νύχτα και με πολλές δυσκολίες έφθασα γύρω στα μεσάνυχτα».

(Βίος Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, ιερομ. Ισαάκ, σελ. 44-48).

82-       ΕΚΕΙΝΟΣ ΕΦΤΑΙΓΕ. Ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης συνάντησε μια μέρα στον δρόμο ένα μικρούλη με τον παιδαγωγό του. Το παιδί πήρε τότε μια πέτρα και την πέταξε εναντίον του Διογένους, αποδείχνοντας έτσι ότι ήταν κακοανατεθραμμένο. Κι ο φιλόσοφος, αντί να μαλλώση τον μικρό, έδωσε ένα ράπισμα στον παιδαγωγό του, θέλοντας να δείξει μ’ αυτό ότι εκείνος έφταιγε.
84-       ΜΗΤΡΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ.
Ένα αγοράκι, περνώντας με τη μητέρα του μπροστά από ένα επαίτη, έρριξε στη λάσπη ένα νόμισμα, και του είπε:
            -Αν το θέλης, πήγαινε να το πάρης!
Η μητέρα μάλλωσε πολύ το παιδί της για την πράξι του αυτή και το ανάγκασε να πάη παρευθύς να πιάση από τη λάσπη το νόμισμα, να το καθαρίση και να το δώση στο φτωχό φιλώντας του το χέρι.Το παιδάκι δεν λησμόνησε ποτέ το μάθημα που του έδωσε η μητέρα του, και όταν μεγάλωσε και έγινε επίσκοπος, το διηγόταν στους άλλους, εξυμνώντας την καλή του μητέρα.
86-       ΑΜΗΧΑΝΙΑ.
Πατέρα, στο σχολείο μου λένε:
            -Μα, στο σπίτι δεν σε μορφώνουν;
            Κι’ εσύ μου λες:
            -Μα, στο σχολείο δεν σε μορφώνουν;
            Κι έτσι, δεν ξέρω που να πάω να με μορφώσουν.
88-       ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ. Ρωτούσαν το Μ. Αλέξανδρο γιατί έδειχνε περισσότερη εκτίμησι κι ευγνωμοσύνη στον Αριστοτέλη, παρά στον πατέρα του.
            -Διότι ο πατέρας μου με κατέβασε από τον ουρανό στη γη, ενώ ο Αριστοτέλης, με την παιδεία, με ανεβάζει από τη γη στον ουρανό.
 

katafigioti

lifecoaching