


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Εκείνος λοιπόν που θέλει να καθαρίσει την καρδιά του
πρέπει να τη θερμαίνει δια παντός με τη μνήμη του Κυρίου Ιησού,
έχοντας αυτήν μόνο ως ακατάπαυστη μελέτη και έργο.
Γιατί, όποιος θέλει ν’ απορρίψει τη σαπίλα, δεν πρέπει άλλοτε να προσεύχεται και άλλοτε όχι,
αλλά ν’ ασχολείται πάντοτε με την προσευχή μέσα στη φύλαξη του νου,
ακόμα κι αν είναι έξω από τους ευκτήριους οίκους.
Γιατί, όπως εκείνος που θέλει να καθαρίσει τον χρυσό,
αν αφήσει και για λίγο ακόμα να σταματήσει η φωτιά του χωνευτηρίου,
κάνει πάλι σκληρή την καθαριζόμενη ύλη,
έτσι κι εκείνος που άλλοτε ενθυμείται τον Θεό κι άλλοτε όχι, αυτό που νομίζει ότι αποκτά με την προσευχή, τούτο το χάνει με την αργία.
(ΕΠΕ,Φιλοκαλία,τόμος 9, έργα Διαδόχου Φωτικής,σελ.85)
Ο Ευλόγιος και ο ανάπηρος
Ο μακάριος Ευλόγιος, κεντρισμένος από τον θείο έρωτα, εγκατέλειψε τους κοσμικούς θορύβους, τις δόξες, την μόρφωσι, τα πλούτη και ακολούθησε τον εξής δρόμο για την σωτηρία του:
Βρήκε στην αγορά της πόλεως έναν ανάπηρο χωρίς χέρια και πόδια. Αφού συλλογίσθηκε την δυστυχία του, προσευχήθηκε και έδωσε υπόσχεσι στον Θεό:
-Κύριε, στο όνομά Σου, παίρνω αυτόν τον σακάτη και τον περιποιούμαι μέχρι θανάτου, για να σωθώ μ’ αυτή την προσφορά. Χάρισέ μου υπομονή να τον υπηρετώ.
Τον πλησίασε έπειτα και του είπε:
-Θέλεις να σε πάρω στο κελλί μου και να σε υπηρετώ;
-Με πολλή χαρά, απήντησε εκείνος.
Τον πήρε λοιπόν ο Ευλόγιος στο κελλί του και τον φρόντιζε: Τον έτρεφε, τον έλουζε, τον έντυνε, τον παρηγορούσε, τον περιέθαλπε. Με τις περιποιήσεις αυτές ο ανάπηρος υπέμεινε καρτερικά την κατάστασί του και αντιμετώπιζε τον Ευλόγιο μ’ ευγνωμοσύνη. Έπειτα όμως από δεκαπέντε χρόνια, τον εκυρίευσε πνεύμα ακηδίας και εξεγέρθηκε εναντίον του.’Άρχισε να τον περιλούζη με βρισιές και κοροϊδίες:
-Παλιάνθρωπε, δραπέτη, έκλεψες ξένα χρήματα και θέλεις να σωθής προσφέροντάς μου υπηρεσία. Πήγαινέ με πάλι στην πόλι, στην αγορά που με βρήκες.
Άλλοτε απαιτούσε:
-Θέλω κρέας!
Του έφερνε ο Ευλόγιος κρέας, αλλά εκείνος δεν ησύχαζε. Φώναζε:
-Δεν αναπαύομαι. Θέλω να βλέπω κόσμο. Θέλω να ξαναπάω στην αγορά. Πήγαινέ με εκεί που με βρήκες.
Απελπισμένος ο Ευλόγιος κατέφυγε στους γειτονικούς μοναχούς και τους λέει:
-Τι να κάνω, που αυτός ο σακάτης με έχει φέρει σε απόγνωσι; Να τον εγκαταλείψω; Έχω δώσει υπόσχεσι στον Θεό και φοβάμαι. Να μην τον εγκαταλείψω; Μου κάνει μαύρη την ζωή. Δεν ξέρω λοιπόν, τι να κάνω.
Κι εκείνοι του λένε:
-Εφ΄ όσον ζη ο Μ. Αντώνιος, τι ρωτάς εμάς; Πάρε τον σακάτη, πήγαινε στην σπηλιά του και ρώτησε τον. Και ό,τι σου πη, κάνε υπακοή, γιατί μιλάει ο Θεός με το στόμα του.
Τους άκουσε, πήρε τον ανάπηρο και πήγε στον όσιο. Εκείνος τον χαιρέτησε με το όνομά του, ενώ δεν τον είχε ξαναδή. Και τον ρώτησε:
-Γιατί ήρθες εδώ;
-Αυτός που σου αποκάλυψε το όνομά μου, απήντησε ο Ευλόγιος, θα σου αποκάλυψε και το πρόβλημά μου.
-Γνωρίζω γιατί ήρθες! Αλλά πες το και συ, για να το ακούσουν και οι αδελφοί που είναι εδώ.
-Βρήκα στην αγορά αυτόν τον σακάτη και έδωσα υπόσχεσι στον Θεό να τον περιθάλψω, ώστε να σωθώ μ’ αυτόν και αυτός μ’ εμένα. Επειδή όμως έπειτα από δεκαπέντε χρόνια μ’ έφερε σε μεγάλη δοκιμασία, σκέφθηκα να τον εγκαταλείψω. Γι’ αυτό ήρθα στην οσιότητά σου. Να με συμβουλεύσης τι πρέπει να κάνω. Και να προσευχηθής για μένα, γιατί πολύ υποφέρω.
Του λέει με σοβαρό ύφος ο όσιος:
-Ώστε θέλεις να τον εγκαταλείψης... Αυτός όμως που τον έπλασε, δεν τον εγκαταλείπει. Αν εσύ τον εγκαταλείψης, θα βάλη έναν καλύτερό σου να τον περιμαζέψη.
Ο Ευλόγιος στα λόγια αυτά σιώπησε. Ο όσιος γύρισε τότε προς τον ανάπηρο και άρχισε να τον μαστιγώνη με την παιδαγωγική του γλώσσα:
- Άθλιε, ανάξιε του ουρανού και της γης, δεν παύεις να θεομαχής; Δεν ξέρεις ότι ο ίδιος ο Χριστός σε υπηρετεί; Πώς τολμάς να τα βάλης με τον Χριστό; Στο όνομα του Χριστού δεν σε περιποιείται ο Ευλόγιος;
Έπειτα τους πήρε και τους δύο και τους συμβούλευσε:
-Πηγαίνετε και μη χωρισθήτε μεταξύ σας. Ο Θεός θα σας οικονομήση. Σας ήρθε πειρασμός, γιατί και οι δύο βαδίζετε προς το τέλος των αγώνων σας και πρόκειται να βραβευθήτε με στεφάνια υπομονής. Μη λοιπόν χωρίσετε, και όταν θα έρθη ο άγγελος, να σας βρη στον τόπο της ασκήσεώς σας.
Συγκινημένοι εκείνοι με τα λόγια αυτά γύρισαν γρήγορα στο κελλί τους και συνέχισαν τον αγώνα τους. Και σε σαράντα ημέρες εκοιμήθη ο Ευλόγιος. Και σε άλλες τρείς εκοιμήθη και ο ανάπηρος.
(Λαυσαϊκή ιστορία)
(Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος πρώτος, σελ.17-19 )
Για οποιαδήποτε άδικη κατηγορία εις βάρος σου να μην αγανακτείς, ούτε από μέσα σου
Μια μέρα, που σκέψεις πικρίας με κατέκλυζαν για κάποιους ανθρώπους, που με κατέκριναν άδικα, ο Γέροντας έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την επιθετική μου, όπως είπε, στάση. Του αντέτεινα, ότι ούτε είπα, ούτε έκανα οτιδήποτε εναντίον των επικριτών μου, αλλά μόνο σκεπτόμουν αρνητικά, χωρίς να εξωτερικεύομαι και, γι' αυτό, χωρίς να θίγω κανέναν. Τότε ο Γέροντας μου φανέρωσε ακόμη ένα μυστικό του πνευματικού αγώνος, λέγοντάς μου: «Για οποιαδήποτε άδικη κατηγορία εις βάρος σου να μην αγανακτείς, ούτε από μέσα σου. Είναι κακό. Το κακό αρχίζει από τις κακές σκέψεις. Όταν πικραίνεσαι και αγανακτείς, έστω μόνο με τη σκέψη, χαλάς την πνευματική ατμόσφαιρα. Εμποδίζεις το Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει και επιτρέπεις στο διάβολο να μεγαλώσει το κακό. Εσύ πάντοτε να προσεύχεσαι, να αγαπάς και να συγχωρείς, διώχνοντας από μέσα σου κάθε κακό λογισμό».
Δίδασκε δηλαδή ο Γέροντας Πορφύριος ότι η κακή σκέψη μας για κάποιο συνάνθρωπό μας από τη μια μεριά μολύνει την ψυχή μας ως αμαρτία, από την άλλη μεριά κάνει ή μπορεί να κάνει κακό σ' αυτόν. Η κακή σκέψη εκπέμπει μια κακή δύναμη, που επηρεάζει τον άλλον, όπως η προσευχή τον βοηθά. Βέβαια όλα αυτά πρέπει να κατανοηθούν σωστά μέσα στη διδασκαλία της Εκκλησίας για την ύπαρξη πονηρών και αγαθών πνευμάτων και το έργο τους, που είναι για τα πονηρά μεν η διαβολή, το ψεύδος, η ταραχή, η διχόνοια κ.λ.π., για τα αγαθά δε η διακονία εκείνων που μέλλουν να κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού. Η κακή σκέψη δεν κρύβεται. Επηρεάζει δυσμενώς για μας εκείνον για τον οποίο σκεπτόμαστε άσχημα, ακόμη και από μακριά, ακόμη και όταν δεν συνειδητοποιεί αυτός το λόγο για τον οποίο έρχεται σε αντίθεση μαζί μας. Οφείλουμε, λοιπόν, να είμεθα «καθαροί τη καρδία», καθαροί όχι μόνο από κακά έργα, αλλά και από κακές σκέψεις, ιδιαίτερα δε από τη μνησικακία και την πίκρα. [Γ 38π]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.248-249)
Ο άθεος είναι δήμιος του εαυτού του.
Όταν ο άνθρωπος στρέψει το πρόσωπό του στον Θεό, όλοι οι δρόμοι οδηγούν σ’ Αυτόν. Όταν ο άνθρωπος αποστρέψει το πρόσωπό του από τον Θεό, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην καταστροφή.
Όποιος αρνηθεί τον Θεό, με τον λόγο και την καρδιά, τίποτα δεν μπορεί να κάνει στη ζωή, που να μην οδηγεί στην ολοκληρωτική ερήμωση του σώματος και της ψυχής.
Γι’ αυτό μην βιάζεσαι να ψάξεις δήμιο για τον άθεο. Τον βρήκε μόνος του στον εαυτό του, πιο αξιόπιστο, απ’ όσο όλος ο κόσμος μπορούσε να του προσφέρει.
Τα δυνατά πνεύματα.
Δεν φθάνει μόνο η δύναμη της θέλησης, ούτε μόνο η δύναμη της αίσθησης, ούτε μόνο η δύναμη του νου. Ούτε όλα αυτά μαζί φθάνουν χωρίς τον φωτεινό στόχο.
Ως προς τι αξίζει η ταχύτητα των ποδιών και η δύναμη των πνευμόνων στον αθλητή, εάν ο καθένας απομακρύνεται από αυτόν με φόβο και εάν κανείς δεν θέλει τη βοήθειά του;
Όλα τα ισχυρά και θυελλώδη στοιχεία της φύσης, ντυμένα στο σκοτάδι της νύχτας, γεμίζουν τον ταξιδιώτη με φόβο. Όμως, όταν ο πρωινός ήλιος τα φωτίσει, ο ταξιδιώτης γίνεται φίλος μ’ αυτά.
Τέτοια είναι και τα λεγάμενα δυνατά πνεύματα. Ντυμένα στο σκοτάδι του εγωισμού και της ματαιοδοξίας είναι σκιάχτρα και για τους ανθρώπους και για τη φύση γύρω τους. Όμως, σαν φωτιστούν με θεϊκό φως, γίνονται ανατολής χαρά για όλα γύρω τους.
Τα χαλάζι είναι πια δυνατό από τη βροχή, αλλά γι' αυτό δεν έχει φίλους στη γη.
Η καλοσύνη βλέπει μακριά.
Η καλοσύνη βλέπει μακριά και βλέπει τις πια απομακρυσμένες αιτίες. Η μοχθηρία είναι κοντόφθαλμη και βλέπει τις πια κοντινές αιτίες.
Η μοχθηρία και το πουλί βλέπουν ότι χρειάζεται σύννεφο για να βρέξει. Η καλοσύνη βλέπει ότι χρειάζεται ο Θεός για να βρέξει.
Η μοχθηρία και ο γάιδαρος βλέπουν ότι χρειάζεται κοπριά για να μεγαλώσει τα καλαμπόκι. Η καλοσύνη βλέπει ότι χρειάζεται ο Θεός για να μεγαλώσει το καλαμπόκι
(Στοχασμοί περί καλού και κακού, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, σελ. 18-19).
… τόσο πρέπει να διατηρούν την εγκράτεια στις τροφές, ώστε να μη φθάσει κανείς ποτέ να βδελυχθεί κάποια απ’ αυτές•γιατί τούτο είναι και επικατάρατο και εντελώς δαιμονικό. Δεν απέχουμε από τις τροφές γιατί είναι κακές -μη γένοιτο- αλλ’ απέχουμε για να διαπαιδαγωγούμε κατάλληλα τα αρρωστημένα μέρη της σάρκας, αποφεύγοντας τις πολλές και νόστιμες τροφές, και επί πλέον για να έρχεται και το περίσσευμά μας σε επαρκή βοήθεια στους φτωχούς, πράγμα που είναι γνώρισμα ειλικρινούς αγάπης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 47
Η νηστεία έχει καύχημα και καθ’ εαυτήν, όχι όμως προς το Θεό• γιατί μοιάζει με εργαλείο που ρυθμίζει στη σωφροσύνη εκείνους που θέλουν. Δεν πρέπει λοιπόν να μεγαλοφρονούν οι αγωνιστές της ευσέβειας γι’ αυτήν, αλλά μόνο πρέπει να περιμένουμε με πίστη στο Θεό την επίτευξη του σκοπού μας• γιατί ούτε οι τεχνολόγοι αποδίδουν ποτέ το αποτέλεσμα του επαγγέλματος στα εργαλεία, αλλ’ ο καθένας τους περιμένει το είδος της κατασκευής, ώστε ν’ αποδείξει από εκείνο την ακρίβεια της τέχνης.
(ΕΠΕ,Φιλοκαλία,τόμος 9, έργα Διαδόχου Φωτικής,σελ. 171,175 )
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 93.
Η οδός της αρετής, για εκείνους που αρχίζουν ν’ αγαπούν την ευσέβεια,
φαίνεται πολύ τραχεία και θλιβερή, όχι γιατί εκείνη τάχα είναι τέτοια,
αλλά γιατί η ανθρώπινη φύση ευθύς αμέσως από τη μητρική κοιλιά
συναναστρέφεται άφθονα με τις ηδονές.
Σ’ εκείνους όμως που μπορούν να ξεπεράσουν τη μέση της γίνεται όλη ευχάριστη και άνετη.
Γιατί η φαύλη συνήθεια, όταν υποταχθεί στην καλή με την ενέργεια του αγαθού,
χάνεται μαζί με τη μνήμη των αλόγιστων ηδονών.
Από τότε λοιπόν ευχαρίστως η ψυχή περνά όλα τα μονοπάτια των αρετών.
Γι’ αυτό ο Κύριος, εισάγοντάς μας στην οδό της σωτηρίας, λέγει,
«πόσο στενή και θλιμμένη είναι η οδός που οδηγεί στη βασιλεία και πόσο λίγοι θα περάσουν απ’ αυτήν».
Προς εκείνους όμως που θέλουν με σοβαρή πρόθεση να προχωρήσουν στην τήρηση των αγίων εντολών του λέγει,
«ο ζυγός μου είναι καλός και το φόρτωμά μου είναι ελαφρό».
(ΕΠΕ,Φιλοκαλία,τόμος 9, έργα Διαδόχου Φωτικής,σελ.269)
Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, μέρος 3ο.
«Να αγαπήσεις τον Κύριο και Θεό σου μέσα απ’ όλη σου την καρδιά, με όλη σου την ψυχή, με όλη σου τη δύναμη και με όλη σου τη διάνοια» (Λουκ. 10, 27). Αυτή η εντολή αρχικά φαίνεται πολύ απλή, όμως οι λέξεις της περικλείουν κάτι πολύ περισσότερο από εκείνο που βλέπει κανείς με την πρώτη ματιά. Όλοι ξέρουμε τι σημαίνει να αγαπάει κανείς κάποιον με όλη του την καρδιά. Ξέρουμε την ευχαρίστηση και την ψυχική θαλπωρή που του δίνει, όχι μόνο η παρουσία του αγαπημένου, αλλά και η απλή θύμησή του. Έτσι πρέπει να προσπαθήσουμε να αγαπήσουμε το Θεό. Κάθε φορά που μνημονεύεται το Άγιο Όνομά Του θα πρέπει να γεμίζει η ψυχή και η καρδιά μας με αστείρευτη γλυκύτητα και ζεστασιά. Η μνήμη του Θεού πρέπει να είναι μέσα μας αδιάκοπα. Παρά ταύτα εμείς Τον σκεπτόμαστε μόνο περιστατικά.
Δεν μπορούμε να αγαπήσουμε το Θεό με όλη τη δύναμή μας, αν δεν ξεριζώσουμε από μέσα μας καθετί που δεν έχει σχέση μ’ Αυτόν. Μετά από μια αγωνιστική προσπάθεια πάνω στη θέλησή μας, πρέπει να στραφούμε σταθερά προς το Θεό, είτε την ώρα που προσευχόμαστε - πράγμα που είναι πιο εύκολο, αφού κατά την ώρα της προσευχής είμαστε ήδη συγκεντρωμένοι στο Θεό - είτε την ώρα που κάνουμε οποιοδήποτε έργο. Στη δεύτερη όμως περίπτωση απαιτείται εκπαίδευση, γιατί κάνοντας κάτι, συγκεντρώνουμε την προσοχή μας στο έργο μας, το οποίο πρέπει, με ειδική προσπάθεια αργότερα, να το αφιερώσουμε στο Θεό.
Οι Μάγοι έκαναν τόσο μεγάλο ταξίδι για να συναντήσουν το Χριστό και κανείς δεν ξέρει πόσες δυσκολίες χρειάστηκε να ξεπεράσουν μέχρι να φτάσουν μπροστά Του. Καθένας μας ταξιδεύει για να συναντήσει το Θεό, όπως έκαναν κι αυτοί. Οι Μάγοι ήταν φορτωμένοι με δώρα. Χρυσάφι για το βασιλιά. Λιβάνι για το Θεό. Σμύρνα για τον «Υιό του ανθρώπου», που θα υπέμενε θάνατο. Που να βρούμε όμως εμείς χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, αφού Του οφείλουμε τα πάντα; Ξέρουμε καλά ότι καθετί που έχουμε μας δόθηκε απ’ Αυτόν και δεν μας ανήκει σίγουρα και για πάντα. Όλα μπορούν να μας αφαιρεθούν. Όλα εκτός από την αγάπη. Και αυτό είναι που κάνει την αγάπη μοναδική και γι’ αυτό το λόγο η αγάπη είναι κάτι που μπορούμε να το προσφέρουμε. Όλα τα άλλα, τα μέλη του σώματός μας, η νοημοσύνη μας, τα υπάρχοντά μας, μπορούν να μας αφαιρεθούν δια της βίας, αλλά την αγάπη δεν υπάρχει τρόπος να μας την πάρει κανείς, εκτός αν εμείς οι ίδιοι τη δώσουμε. Με αυτή την έννοια, με τον τρόπο που είμαστε ελεύθεροι να ζήσουμε τη ζωή της αγάπης, δεν είμαστε ελεύθεροι να ζήσουμε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα της ψυχής ή του σώματός μας. Παρόλο ότι βασικά η αγάπη είναι θείο δώρο, αφού κανένας από μόνος του δεν μπορεί να τη δημιουργήσει, όμως είναι το μόνο πράγμα το οποίο, αν ποτέ κανείς το αποκτήσει, μπορεί να το οικειοποιηθεί ή να το προσφέρει.
O Bernanos στο βιβλίο «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού ιερέα» λέει ότι μπορούμε ακόμα και την υπερηφάνειά μας να προσφέρουμε στο Θεό: «Δώσε την υπερηφάνειά σου, με όλα τα επακόλουθά της, δώστα όλα». Η υπερηφάνεια που προσφέρεται με αυτό το πνεύμα γίνεται δώρο αγάπης στα μάτια του Θεού. Και κάθε δώρο αγάπης είναι πάντα ευπρόσδεκτο από το Θεό.
Το «να αγαπάς τους εχθρούς σου και να ευλογείς όσους σε μισούν» (Ματθ. 5, 44), είναι εντολή του Θεού, την οποία λίγο - πολύ μπορεί ο καθένας να εφαρμόσει. Το να συγχωρέσει όμως κανείς αυτούς που έκαναν ένα αγαπημένο του πρόσωπο να υποφέρει, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι σαν να του λένε να κάνει, όχι πράξη αρετής, αλλά παρανομία. Ακόμη όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη μας για κάποιον που υποφέρει, τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητά μας να μοιραστούμε τον πόνο μαζί του και να τον συγχωρήσουμε για τυχόν σφάλματά του. Και με αυτή την έννοια κατακτάει κανείς τον υψηλότερο βαθμό της αγάπης, όταν δηλαδή μπορεί όπως ο Ραββίνος Yehel Μikhael να λέει: «Είμαι ο αγαπημένος μου». Όσο όμως λέμε «εγώ» και «αυτός» δεν μπορούμε να κοινωνήσουμε στα παθήματα του αδελφού μας και να αποδεχτούμε τον πόνο του. Η Θεοτόκος, όταν βρισκόταν κοντά στο Σταυρό του Κυρίου, δεν αναλύθηκε σε δάκρυα, όπως συνηθίζουν να την παριστάνουν οι δυτικές αγιογραφίες. Βρισκόταν σε τόσο απόλυτη κοινωνία με τον Υιό της, ώστε δεν διαμαρτυρήθηκε για τίποτα. Σταυρωνόταν κι αυτή μαζί με το Χριστό. Πέθαινε κι αυτή μαζί του. Η Μητέρα ολοκλήρωνε τώρα εκείνο που είχε αρχίσει την ημέρα της Υπαπαντής του Χριστού, όταν είχε προσφέρει τον Υιό της στο Θεό. Μόνος ο Χριστός απ’ όλους τους «υιούς Ισραήλ», έγινε τότε δεκτός από το Θεό «ως θυσία ζώσα». Και Εκείνη η Oποία τον είχε προσκομίσει δεχόταν τώρα με τη σειρά της τη συνέπεια της λειτουργικής πράξεώς της, η οποία τώρα εύρισκε πραγματικά την εκπλήρωσή της. Όπως τότε ο Χριστός βρισκόταν σε κοινωνία μαζί της, έτσι και τώρα Αυτή βρισκόταν σε απόλυτη κοινωνία μαζί του και δεν υπήρχε τίποτα για το οποίο μπορούσε να διαμαρτυρηθεί.
(Ζωντανή Προσευχή. Antony Bloom, σελ. 23-26).
Να μη δικαιολογούμε τα πάθη μας
- Γέροντα, μερικοί νομίζουν ότι δεν έχουν προϋποθέσεις για να κάνουν πνευματική ζωή και λένε: «Ουκ αν λάβης παρά του μη έχοντος».
- Αν λένε κιόλας ότι τους βαραίνουν πάθη κληρονομικά και δικαιολογούν τον εαυτό τους, αυτό είναι ακόμη χειρότερο.
- Και όταν, Γέροντα, κάποιον όντως τον βαραίνουν;
- Κοίταξε να σου πω: Ο κάθε άνθρωπος έχει κληρονομικές καταβολές καλές και κακές. Πρέπει να αγωνισθή να απαλλαγή από τα ελαττώματά του και να καλλιεργήση τα καλά που έχει, για να γίνη μια αληθινή, χαριτωμένη εικόνα του Θεού.
Οι κακές κληρονομικές καταβολές δεν είναι εμπόδιο για την πνευματική πρόοδο. Γιατί, όταν αγωνίζεται κανείς, έστω και λίγο αλλά με πολύ φιλότιμο, τότε κινείται στον πνευματικό χώρο, στο θαύμα, και όλα τα άσχημα κληρονομικά τα διαλύει η Χάρις του Θεού.
Ο Θεός πολύ συγκινείται και πολύ βοηθάει μία ψυχή που έχει κακές κληρονομικές καταβολές και αγωνίζεται φιλότιμα στο ουράνιο πέταγμα με την ατροφική της φτερούγα - την κακή κληρονομικότητα. Γνωρίζω πολλούς που με την μικρή προσπάθεια που κατέβαλαν και με την μεγάλη βοήθεια του Θεού ελευθερώθηκαν από αυτά. Αυτοί οι άνθρωποι είναι για τον Θεό μεγάλοι ήρωες. Γιατί αυτό που θα συγκινήση τον Θεό είναι η εργασία που θα κάνουμε στον παλαιό μας άνθρωπο.
- Γέροντα, το Βάπτισμα δεν εξαλείφει τις κακές κληρονομικές καταβολές;
- Το Βάπτισμα μας απαλλάσσει από την κατάρα του προπατορικού αμαρτήματος και από όλες τις αμαρτίες. Όταν βαπτίζεται ο άνθρωπος, ντύνεται τον Χριστό, απελευθερώνεται από το προπατορικό αμάρτημα και έρχεται η θεία Χάρις· οι κακές όμως κληρονομικές καταβολές μένουν. Μήπως ο Θεός δεν θα μπορούσε να τις εξαλείψη και αυτές με το Άγιο Βάπτισμα; Τις αφήνει όμως, για να αγωνισθούμε, να νικήσουμε και να στεφανωθούμε.
- Γέροντα, εγώ, όταν πέφτω συνέχεια σε κάποιο πάθος, λέω: «Έτσι γεννήθηκα, τέτοια είμαι».
- Ακόμη αυτό έλειψε, να μας πης ότι οι γονείς σου, σου έδωσαν όλα τα ελαττώματα που έχεις. Από πάππον προς πάππον όλα τα ελαττώματα σ’ εσένα δόθηκαν και όλα τα χαρίσματα στους άλλους;... Μήπως τα βάζεις και με τον Θεό; Όποιος λέει: «εγώ αυτόν τον χαρακτήρα έχω, έτσι γεννήθηκα, έχω άσχημες κληρονομικές καταβολές, μ’ αυτές τις συνθήκες μεγάλωσα, άρα δεν μπορώ να διορθωθώ...», είναι σαν να λέη: «Φταίει όχι μόνον ο πατέρας μου και η μάνα μου, αλλά και ο Θεός»! Όταν ακούω κάτι τέτοια, ξέρετε πώς στενοχωριέμαι; Έτσι βρίζει κανείς και τους γονείς του και τον Θεό. Από την στιγμή που σκέφτεται έτσι, παύει να ενεργή η Χάρις του Θεού.
- Γέροντα, μερικοί λένε ότι, όταν ένα ελάττωμα είναι στην δομή του ανθρώπου, δεν διορθώνεται.
- Ξέρεις τι γίνεται; μερικούς τους συμφέρει να λένε ότι κάποιο ελάττωμα οφείλεται στην δομή τους, γιατί έτσι δικαιολογούν τον εαυτό τους και δεν κάνουν καμμιά προσπάθεια να απαλλαγούν από αυτό. «Εμένα, λένε, δεν μου έδωσε χαρίσματα ο Θεός! Τι φταίω εγώ; Γιατί μου ζητούν πράγματα πάνω από τις δυνάμεις μου;»! Οπότε αραλίκι μετά. Δικαιολογούν τον εαυτό τους, αναπαύουν τον λογισμό τους και βαδίζουν με τον χαβά τους. Αν πούμε: «αυτά είναι κληρονομικά, τα άλλα είναι του χαρακτήρα μου», πώς θα διορθωθούμε; Αυτή η αντιμετώπιση διώχνει την πνευματική λεβεντιά.
- Ναι, Γέροντα, αλλά...
- Πάλι «αλλά»; Τι είσαι εσύ, βρέ παιδάκι μου; Σαν χέλι ξεγλιστράς. Συνέχεια δικαιολογείσαι.
- Γέροντα, εσκεμμένα το κάνω;
- Δεν λέω ότι το κάνεις εσκεμμένα, αλλά, ενώ ο Θεός σε προίκισε με τόσο μυαλό και είσαι σπίρτο, πανέξυπνη, δεν καταλαβαίνεις πόσο κακό είναι η δικαιολογία! Ένα τόσο δα κεφαλάκι να έχη τόσο μυαλό, και να μην το καταλαβαίνη!
Παρατήρησα ότι μερικοί, ενώ είναι έξυπνοι και καταλαβαίνουν ποιο είναι το σωστό, υποστηρίζουν το λανθασμένο, επειδή αυτό τους βολεύει, και έτσι δικαιολογούν τα πάθη τους. Άλλοι πάλι δεν δικαιολογούν τον εαυτό τους, αλλά με τον λογισμό ότι υπάρχει κάτι αδιόρθωτο στον χαρακτήρα τους πέφτουν στην απελπισία. Ο διάβολος έτσι κάνει: τον έναν τον εμποδίζει από την πνευματική πρόοδο με την δικαιολογία του εαυτού του, τον άλλον τον πιάνει με την υπερευαισθησία και τον ρίχνει στην απόγνωση.
Για να κοπή ένα πάθος, πρέπει να μη δικαιολογή ο άνθρωπος τον εαυτό του, αλλά να ταπεινώνεται. Αν λ.χ. λέη: «εγώ δεν έχω αγάπη στην φύση μου, ενώ ο άλλος έχει» και δεν αγωνίζεται να αποκτήση, πώς θα προκόψη; Χωρίς αγώνα δεν γίνεται προκοπή. Δεν έχετε διαβάσει στα Πατερικά βιβλία πόσα ελαττώματα είχαν μερικοί Πατέρες και σε τι πνευματικά μέτρα έφθασαν; Ξεπέρασαν άλλους που είχαν πολλές αρετές. Να, ο Αββάς Μωυσής ο Αιθίοπας, ένας τόσο μεγάλος εγκληματίας, σε τι κατάσταση έφθασε! Τι κάνει η Χάρις του Θεού!
Κατά τον λογισμό μου αυτός που έχει κακές κληρονομικές καταβολές και αγωνίζεται να αποκτήση αρετές, θα έχη πιο πολύ μισθό από εκείνον που κληρονόμησε από τους γονείς του αρετές και δεν χρειάζεται να αγωνισθή, για να τις αποκτήση. Γιατί ο ένας τα βρήκε όλα έτοιμα, ενώ ο άλλος αγωνίσθηκε σκληρά, για να τα αποκτήση. Βλέπεις, και οι άνθρωποι εκτιμούν περισσότερο εκείνα τα παιδιά που βρήκαν χρέη από τους γονείς τους και αγωνίσθηκαν σκληρά όχι μόνον να τα εξοφλήσουν, αλλά και να δημιουργήσουν περιουσία, παρά όσα βρήκαν περιουσία από τους γονείς τους και την διατήρησαν.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Ε΄, σελ. 23-26).
Η δύναμη του καλού λογισμού.
Γέροντα, στην Παλαιά Διαθήκη, στο Δ' βιβλίο των Μακκαβαίων, αναφέρεται: «Ο ευσεβής λογισμός δεν είναι εκριζωτής των παθών, αλλά ανταγωνιστής». Τί σημαίνει;
- Κοίταξε να δής: Τα πάθη είναι βαθιά ριζωμένα μέσα μας, αλλά ο ευσεβής, ο καλός, λογισμός μας βοηθάει να μην υποδουλωνώμαστε σ’ αυτά. Όταν ο άνθρωπος φέρνη όλο καλούς λογισμούς και σταθεροποιήση μια καλή κατάσταση, τα πάθη παύουν να ενεργούν, οπότε είναι σαν να μην υπάρχουν. Δηλαδή ο ευσεβής λογισμός δεν ξερριζώνει τα πάθη, αλλά τα πολεμάει και μπορεί να τα καταβάλη. Νομίζω, ο συγγραφεύς περιγράφει τί μπόρεσαν να υποφέρουν οι Αγιοι Επτά Παίδες, η μητέρα τους Αγία Σολομονή και ο διδάσκαλός τους Αγιος Ελεάζαρος, έχοντας ευσεβείς λογισμούς, για να δείξη ακριβώς την δύναμη του καλού λογισμού.
Ένας καλός λογισμός ισοδυναμεί με μια πολύωρη αγρυπνία! Έχει μεγάλη δύναμη. Όπως τώρα κάποια νέα όπλα σταματούν με ακτίνες λέιζερ τον πύραυλο στην βάση του και τον εμποδίζουν να εκτοξευθή, έτσι και οι καλοί λογισμοί προλαβαίνουν και καθηλώνουν τους κακούς λογισμούς στα «αεροδρόμια» του διαβόλου, από τα οποία ξεκινούν. Γι’ αυτό προσπαθήστε, όσο μπορείτε, πριν προλάβη ο πειρασμός να σάς φυτέψη κακούς λογισμούς, να φυτεύετε εσείς καλούς λογισμούς, για να γίνη η καρδιά σας ανθόκηπος και να συνοδεύεται η προσευχή σας από την θεία ευωδία της καρδιάς σας.
Όταν κανείς κρατά έστω και λίγο αριστερό, δηλαδή κακό, λογισμό για κάποιον, οποιαδήποτε άσκηση και αν κάνη, νηστεία, αγρυπνία κ.λπ., πάει χαμένη. Σε τί θα τον βοηθήση η άσκηση, αν δεν αγωνίζεται παράλληλα να μη δέχεται τους κακούς λογισμούς; Γιατί να μην αδειάση από το πιθάρι πρώτα όλο το κατακάθι του λαδιού, που είναι μόνο για σαπούνι, και ύστερα να βάλη το καλό λάδι, αλλά βάζει το καλό με το άχρηστο και το μουρνταρεύει;
Ένας αγνός, καλός, λογισμός έχει μεγαλύτερη δύναμη από κάθε άσκηση. Κάποιος νέος λ.χ. πολεμείται από τον διάβολο και έχει ακάθαρτους λογισμούς και κάνει αγρυπνίες, νηστείες, τριήμερα, για να απαλλαγή από αυτούς. Ένας αγνός λογισμός όμως που θα φέρη έχει μεγαλύτερη δύναμη και από τις αγρυπνίες και από τις νηστείες που κάνει και τον βοηθάει πιο θετικά.
- Γέροντα, όταν Λέτε «αγνός λογισμός», αναφέρεσθε μόνο σε ειδικά θέματα ή και σε γενικώτερα;
- Και σε γενικώτερα. Γιατί ο άνθρωπος, όταν τα βλέπη όλα με καλούς Λογισμούς, εξαγνίζεται και χαριτώνεται από τον Θεό. Με τους αριστερούς λογισμούς κατακρίνει και αδικεί τους άλλους, εμποδίζει την θεία Χάρη να έρθη, και έρχεται έπειτα ο διάβολος και τον αλωνίζει.
- Δηλαδή, Γέροντα, επειδή κατακρίνει, δίνει δικαίωμα στον διάβολο να τον αλωνίση;
- Ναί. Όλη η βάση είναι ο καλός λογισμός. Αυτό είναι που ανεβάζει τον άνθρωπο, τον αλλοιώνει προς το καλό. Πρέπει να φθάση κανείς στο σημείο να τα βλέπη όλα καθαρά. Είναι αυτό που είπε ο Χριστός: «Μη κρίνετε κατ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Μετά φθάνει ο άνθρωπος σε μία κατάσταση που βλέπει τα πάντα με τα πνευματικά μάτια· όχι με τα ανθρώπινα. Όλα τα δικαιολογεί, με την καλή έννοια.
Πρέπει να προσέχουμε να μη δεχώμαστε τα πονηρά τηλεγραφήματα του διαβόλου, για να μη μολύνουμε «τόν Ναόν του Αγίου Πνεύματος» και απομακρυνθή η Χάρις του Θεού, με αποτέλεσμα να σκοτισθούμε. Το Αγιο Πνεύμα, όταν δη την καρδιά μας αγνή, έρχεται και κατοικεί μέσα μας, γιατί αγαπάει την αγνότητα - γι’ αυτό και παρουσιάσθηκε σαν περιστέρι.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Γ΄, Πνευματικός Αγώνας, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 19-21)