E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Θα με βοηθήσετε;

Το 1989, ένας σεισμός 8.2 βαθμών ισοπέδωσε σχεδόν την Αρμενία, σκοτώνοντας πάνω από 30.000 άτομα σε λιγότερο από τέσσερα λεπτά.

Μέσα από την ολοκληρωτική καταστροφή και το χάος, ένας πατέρας άφησε τη γυναίκα του στο σπίτι κι έτρεξε στο σχολείο όπου βρισκόταν ο γιος του, όπου ανακάλυψε πως το σχολικό κτίριο ήταν ένας σωρός από ερείπια.

Μετά από το αρχικό τραυματικό σοκ, θυμήθηκε την υπόσχεση που είχε δώσει στο γιο του: «Ότι και να συμβεί θα είμαι πάντα δίπλα σου!» και τα μάτια του άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα. Καθώς κοιτούσε το σωρό με τα ερείπια κάθε ελπίδα φαινόταν μάταια, αλλά η υπόσχεση που είχε δώσει στο γιο του εξακολούθησε να τον απασχολεί.

Προσπάθησε να συγκεντρώσει τη σκέψη του στη διαδρομή που ακολούθησε ο γιος του για το σχολείο κάθε πρωί. Καθώς θυμήθηκε ότι η τάξη του βρισκόταν στην πίσω δεξιά γωνία του κτιρίου, έτρεξε προς τα εκεί κι άρχισε να σκάβει.

Στο μεταξύ, άρχισαν να καταφθάνουν κι άλλοι απελπισμένοι γονείς, οι οποίοι φώναζαν: «Ο γιος μου!» «Η κόρη μου!» Κάποιοι γονείς, καλοπροαίρετα, προσπάθησαν να τον τραβήξουν πίσω από τα ερείπια λέγοντας του:

«Τελείωσε πια!» «Έχουν σκοτωθεί!» «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα!» «Πήγαινε στο σπίτι σου!» «Έλα , αντιμετώπισε την αλήθεια, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πια!» «Απλώς θα χειροτερέψεις τα πράγματα!»

Απαντούσε σε όλους στερεότυπα: «Θα με βοηθήσετε τώρα;» και συνέχιζε να σκάβει για να βρει το γιο του, σηκώνοντας μία μία τις πέτρες.

Ο διοικητής της πυροσβεστικής εμφανίστηκε σε κάποια στιγμή και προσπάθησε να τον απομακρύνει από τα ερείπια λέγοντάς του: «Έχουν ξεσπάσει πυρκαγιές, από παντού ακούγονται εκρήξεις. Κινδυνεύεις. Θα το αναλάβουμε εμείς αυτό. Πήγαινε στο σπίτι σου». Και πάλι ο στοργικός πατέρας είπε: «Θα με βοηθήσετε τώρα;»

Μετά, ήρθε η αστυνομία και του είπε: «Είσαι θυμωμένος, απελπισμένος. Αλλά βάζεις άλλους σε κίνδυνο. Πήγαινε στο σπίτι σου. Θα κάνουμε εμείς αυτό που πρέπει να γίνει». Εκείνος αποκρίθηκε: «Θα με βοηθήσετε τώρα;» Κανένας δεν τον βοήθησε.

Με θάρρος συνέχισε μόνος του να σκάβει, θέλοντας να διαπιστώσει αν το παιδί του ήταν ζωντανό ή νεκρό. Έσκαβε οκτώ ώρες... δώδεκα ώρες… είκοσι τέσσερις ώρες… τριάντα έξι ώρες. Στην τριακοστή όγδοη ώρα, σήκωσε μια μεγάλη πέτρα κι άκουσε τη φωνή του γιου του. Φώναξε τ’ όνομα του παιδιού του: «Αρμάντ!» Από κάτω ήρθε η απάντηση: «Πατέρα! Εγώ είμαι πατέρα! Είπα στα άλλα παιδιά να μην ανησυχούν. Τους είπα ότι αν ήσουν ζωντανός, θα με έσωζες και μαζί μ’ εμένα θα έσωζες κι εκείνα. Υποσχέθηκες: «Ό,τι και να συμβεί θα είμαι δίπλα σου!» Το τήρησες, πατέρα»

«Τι γίνεται εκεί μέσα; Πώς είναι η κατάσταση;» ρώτησε ο πατέρας.

«Είμαστε 14 ζωντανοί από 33, πατέρα. Είμαστε τρομαγμένοι, πεινάμε, διψάμε και χαιρόμαστε που βρίσκεσαι εδώ. Όταν κατέρρευσε το κτίριο, σχηματίστηκε μια σφήνα, ένα τρίγωνο που μας προστάτεψε».

«Έλα βγες έξω αγόρι μου».

«Όχι, πατέρα! Ας βγουν πρώτα τα άλλα παιδιά, εγώ ξέρω πως θα με βγάλεις! Ό,τι και να συμβεί ξέρω πως θα είσαι δίπλα μου!»  Marc V. Hansen

(από το βιβλίο Βάλσαμο για την ψυχή, σελ. 222-224)

Σε μια λαϊκή εξέγερση ο όχλος είχε πετροβολήσει ένα άγαλμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του είχε παραμορφώσει το πρόσωπο. Οι αυλικοί τότε του συνέστησαν να προβεί σε παραδειγματική τιμωρία.
-     Δεν υπάρχει –του είπαν- ποινή ισάξια με το έγκλημα που διέπραξαν οι άνθρωποι αυτοί, τολμώντας να λιθοβολήσουν σου το σεπτό σου πρόσωπο
-     Μα τι λέτε εκεί – έκανε ο Μέγας Κωνσταντίνος με αγαθότητα φέρνοντας συγχρόνως τα δάχτυλα του στο πρόσωπο του – εγώ δεν νιώθω καμιά πληγή στο πρόσωπο μου.
Και τους συγχώρεσε όλους.
                         ***
Σε όσους θύμιζαν στον Ιφικράτη την ταπεινή καταγωγή του, εκείνος έλεγε: «Πράγματι δεν είμαι η ουρά κάποιας σπουδαίας οικογένειας,. Θα γίνω αρχηγός μιας μεγάλης γενιάς!». Το ίδιο και ο Μέγας Ναπολέων. Σ’ αυτούς που σχολίαζαν ότι ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας, χωρίς να προέρχεται από γένος αυτοκρατορικό, εκείνος απαντούσε:
«Απ’ εμού το Γένος!»
Δεν είμαι απόγονος, είμαι Γενάρχης!
                        ***
Όταν μαθαίνεις τις άδικες κακολογίες εις βάρος σου, να θυμάσαι τις δίκαιες που κανείς δεν τις λέει, γιατί κανείς δεν τις έμαθε.
«’Εν άλλοις πταίομεν και εν άλλοις άπολαμβάνομε».
- Για άλλα φταίμε και σε άλλα πληρώνουμε.
                        ***
Είχε την ονομαστική του ο Ανδρέας Λασκαράτος, όταν έλαβε από έναν βαμμένο εχθρό το δώρο του. Άνοιξε περίεργος το δέμα και έμεινε κατάπληκτος από το περιεχόμενο. Ήσαν … κέρατα. Το ξανάκλεισε και περίμενε. Σε λίγες μέρες ερχόταν η ονομαστική του χυδαίου αυτού ανθρώπου. Νικόλα τον έλεγαν. Κατέβηκε λοιπόν στον κήπο του ο Λασκαράτος έφτιαξε μια ωραία ανθοδέσμη και του την έστειλε μαζί με ένα σημείωμα όπου ο κεφαλλονίτης ποιητής έγραφε: «Έκαστος προσφέρει από αυτά που έχει. Χρόνια πολλά». Και υπέγραψε.
                        ***
Προτιμώ να είμαι καλεσμένος ενός φτωχού που με περιμένει χαμογελαστός στο κατώφλι του παρά ενός πλουσίου που στέλνει το θυρωρό του να μου ανοίξει την πύλη του μεγάρου του. (Σάιξπηρ)
(Από το βιβλίο: Στάχυα τόμος Α, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

Η ερωτική έξαρση και η τρυφεράδα μέσα στον γάμο εξαντλούνται γρήγορα, όπως το πρώτο κρασί στο γάμο της Κανά. Για να διατηρηθεί όμως η ευφορία και η χαρά μέσα στο σπίτι, πρέπει να έρθει ο «καλός οίνος». Αλλ’ αυτό δεν γίνεται παρά μόνο με θαύμα. Και ένα τέτοιο θαύμα μόνο ένας μπορεί να το κάμει. Ο Χριστός. Αρκεί να είναι προσκεκλημένος, και στο δικό σου γάμο, όπως τότε της Κανά της Γαλιλαίας

                           ***

Ο γάμος είναι η πιο δύσκολη απ’ όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, γιατί είναι η πιο στενή κι η πιο συνεχής. Να ζεις τόσο κοντά με άλλο πρόσωπο –που παραμένει «κάποιος άλλος»-, να συνδέεσαι τόσο στενά με άλλη προσωπικότητα χωρίς προστριβές και χωρίς συγκρούσει είναι δύσκολο. Μερικοί ισχυρίζονται πως είναι πιο εύκολο να πεθάνεις για τη γυναίκα που αγαπάς, παρά να ζήσεις μαζί της. Και πολλές γυναίκες θα μπορούσαν να πουν: είναι πολύ πιο εύκολο να πεθάνεις για τον άντρα που αγαπάς, παρά να ζήσεις μαζί του.

Ο ένας πρέπει να υποφέρει τον άλλον. Είναι ο μόνος τρόπος ενός ευτυχισμένου γάμου.

                           ***

Κάθε μια από τις ρυτίδες σου –έγραφε ένας τρυφερός σύζυγος στη σύντροφο του- αυτές οι βαθιές γραμμές στις άκρες των ματιών σου, φαντάζουν σαν πεντάγραμμο, που πάνω του εγράψαμε τα ωραιότερα τραγούδια της ζωής μας. Και τώρα ύστερα από την μακριά, την ολονύχτια αγρυπνία της βιοπάλης μας, απολαμβάνουμε το εωθινό εμβατήριο, καθώς πηγαίνουμε να κοιμηθούμε στην πρωινή γαλήνη της Βασιλείας του Θεού.

                           ***

Ρωτούσε επίμονα η μητέρα του τον Θαλή τον Μιλήσιο πότε θα παντρευτεί.
- «Ούπω καιρός». Της έλεγε εκείνος. Δεν είναι ακόμα καιρός.
Έπειτα από πολύ καιρό η μητέρα του επανήλθε.
Πότε επιτέλους θα παντρευτείς; ρώτησε με αγωνία.
-«Ουκέτι καιρός»! απάντησε αυτή τη φορά. Πέρασε πια ο καιρός. Δεν υπάρχουν πια περιθώρια. Γέρασα.
Από το «ούπω» μέχρι το «ουκέτι» ο χρόνος κύλησε και χάθηκε! Και ο σοφός Θαλής έμεινε μόνος!

                           ***

-Κύριε Πρόεδρε, γιατί μείνατε άγαμος; ρώτησε ένας δημοσιογράφος τον γάλλο πολιτικό Σουμάν.
-Γιατί ζητούσα ιδανική σύζυγο.
-Επειδή δεν βρήκατε λοιπόν;
-Όχι, την βρήκα.
Ο δημοσιογράφος απόρησε:
-Μα τότε γιατί δεν την παντρευτήκατε;
-Γιατί κι εκείνη-κατά σύμπτωση- ζητούσε τον ιδανικό σύζυγο, τον οποίο δεν βρήκε ακόμη…

                          ***

Αλυσίδες δεν μπορούν να κρατήσουν το γάμο στέρεα. Μόνο κλωστές, πολλές λεπτές μεταξωτές κλωστές μπορούν να δέσουν δυο ανθρώπους και να τους κρατήσουν τον ένα κοντά στον άλλο, δια βίου.

                          ***

Για την ευτυχία στο γάμο χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από το να βρεις το σωστό πρόσωπο.

Χρειάζεται να είσαι και εσύ το σωστό πρόσωπο.

                          ***

Χθες παραμονή της Πρωτοχρονιά, ήμουνα ξαπλωμένος στο κουβούκλι μας περασμένα μεσάνυχτα και συλλογιζόμουνα. Είχα δουλέψει νυχτέρι για να τελειώσω μια Παναγία Γλυκοφιλούσα, και δίπλα μου καθόταν η γυναίκα μου και έπλεκε. Όποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σε μεγάλη κατάνυξη, και ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα, λοιπόν, εκεί που ζωγράφιζα την Παναγία, κι η Μαρία έψελνε και εκείνη μαζί μου με τη γλυκιά φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μου έδωσε ο Θεός, ας είναι δοξασμένο το όνομα του, για όλα τα μυστήρια της οικονομίας του. Τον ευχαριστώ για όσα μου έδωσε, και πρώτα απ’ όλα για την απλή τη Μαρία, που μου τη δώρισε συντροφιά στη ζωή μου, ψυχή θρησκευτική, ένα δροσερό ποταμάκι που γλυκομουρμουρίζει μέρα-νύχτα δίπλα σε έναν παλιό καστρότοιχο. Το κρυσταλλένιο νερό του δεν θολώνει με τα χρόνια, αλλά γίνεται και ολοένα πιο καθαρό και πιο γλυκόλαλο:

«Καλότυχος ο άνδρας που ‘χει καλή γυναίκα. Κοντά μου κάθεται και με συντροφεύει, ήμερος άνθρωπος, Μαρία η Απλή. Εκείνη πλέκει είτε ράβει, κι εγώ δουλεύω την αγιασμένη τέχνη μου και φιλοτεχνώ εικονίσματα που τα προσκυνά ο κόσμος. Τι χάρη μας έδωσε ο Παντοδύναμος, που την έχουνε λιγοστοί άνθρωποι: «Ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωση των δούλων αυτού». Το καλύβι μας είναι φτωχό στα μάτια του κόσμου, και μολαταύτα στ’ αλήθεια είναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κι ηλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε η πίστη κι η ευλάβεια. Κι εμείς που καθόμαστε μέσα, είμαστε οι πιο φτωχοί από τους φτωχούς, πλην μας πλουτίζει με τα πλούτη του Εκείνος, που είπε: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριο ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».

Φώτης Κόντογλου

                         ***

Ρώτησαν τον Γέροντα ποια είναι τα πιο κρίσιμα χρόνια στο γάμο.
- Τα πρώτα πέντε και τα τελευταία δέκα, τους απάντησε.
- Τα πρώτα είναι τα χρόνια της προσαρμογής του ενός προς τον άλλον, τα δεύτερα είναι τα χρόνια της υπομονής του ενός προς τον άλλον. Και είναι ίσως τα πιο δύσκολα.

                         ***

Άστραφτε από νιότη κι ομορφιά,
κατ’ απ’ του γάμου τα στεφάνια η κόρη,
παρόμοια με αγγέλου ζωγραφιά,
δίπλα στο τιμημένο της αγόρι.
Μα η σεμνή του γάμου τελετή,
μόλις με τα φιλιά είχε τελειώσει
και η ωραία φεύγει φτερωτή,
χωρίς καμιάν εξήγηση να δώσει.
Που πάει η νύφη έτσι, βιαστικά,
στου ποθητού το χέρι ακουμπισμένη,
κι έχει θολά τα μάτια τα γλυκά
κι είναι στη σκέψη όλο βυθισμένη;
Στον πατρικό της τάφο η φτωχή
πάει για μια στιγμή να γονατίσει
και των νεκρών γονιών της την ευχή
μαζί με τον καλό της να ζητήσει.
Εύγε σου, κόρη, που δεν λησμονείς
μες στις χαρές του γάμου και στα γέλια,
πως οι ευχές, που δίνουν οι γονείς
στο νέο σπίτι, βάζουν τα θεμέλια.
(Κωνσταντίνος Καλλίνικος, «Δάφναι και Μυρσίναι»)

(από το βιβλίο: Στάχυα τόμος Α, Κωνσταντίνος Κούρκουλας)  

 

Τί αξία έχει αδελφοί μου, εάν μιλώ αιώνια για τον Θεό και ο Θεός αιώνια σιωπά; Μπορώ άραγε να υπερασπιστώ το δίκαιο του Θεού, εάν ο Θεός δεν το θέσει υπό την προστασία Του; Μπορώ να αποδείξω τον Θεό στους άθεους εάν ο Θεός κρύβεται;
Μπορώ να αγαπώ τα παιδιά Του, εάν Αυτός είναι αδιάφορος απέναντι στα παθήματά τους;

Όχι. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορώ. Οι λέξεις μου δεν έχουν φτερά για να μπορούν να υψώσουν στον Θεό όλους τους πεσμένους και ξεπερασμένους από τον Θεό ούτε έχουν φωτιά για να ζεστάνουν τις παγωμένες καρδίες των παιδιών έναντι του Πατέρα τους. Οι λέξεις μου δεν είναι τίποτα, αν δεν είναι απήχηση και επανάληψη αυτού που ο Θεός με τη δική του δυνατή γλώσσα λέει.

Τί είναι ο ψίθυρος στα βότσαλα της ακτής μπροστά στο φοβερό βουητό του ωκεανού; Έτσι είναι και οι λέξεις μου απέναντι στους λόγους του Θεού. Πώς μπορεί να ακούσει κάποιος τον ψίθυρο στα βότσαλα, τα σκεπασμένα από τον αφρό του μανιώδους στοιχείου, όταν είναι κουφός μπροστά στο βουητό του ωκεανού;

Πώς θα δει τον Θεό στα λόγια μου εκείνος που δεν μπορεί να τον δει στη φύση και στη ζωή;

Πώς οι αδύναμες ανθρώπινες λέξεις μπορούν να πείσουν εκείνον που ούτε οι κεραυνοί δεν είναι σε θέσει να πείσουν;

Πώς θα ζεσταθεί με μία σπίθα εκείνος που άφησε τη φωτιά πίσω του;

Δεν σιωπά ο Θεός αδελφοί μου, αλλά μιλά δυνατότερα από όλες τις θύελλες και τους κεραυνούς. Δεν εγκαταλείπει ο Θεός τον δίκαιο, αλλά τον παρακολουθεί στα παθήματά του και απαλά τον οδηγεί στον θρόνο. Δεν εξαρτάται ο Θεός από οποιουδήποτε την καλή θέληση, αλλά πράττει τα πάντα εξαρτώμενα από τη δική Του καλή θέληση. Θα ήταν κακόμοιρος ο Θεός μας, εάν εξαρτιόταν από τις δικανικές υπερασπίσεις ενός θνητού ανθρώπου.

Ο Θεός είναι αυτός που είναι, είτε εμείς τον μεγαλύνουμε είτε τον υποτιμούμε.

Ο Θεός θα υπάρχει , φωτεινός και μεγάλος όπως και σήμερα, και τότε που οι ακτίνες του ηλίου μάταια θα αναζητούν ένα ανθρώπινο πλάσμα στη γη, και αντί ζωντανών θα ζεσταίνουν μόνον τους τάφους των νεκρών…

Το ζήτημα της υπάρξεως του Θεού και της Θείας του Οικονομίας θα καταστρεφόταν αν εξαρτιόταν από τους λόγους μου και από τις δικές σας συνήθειες. Αλλά το ζήτημα του Θεού, ανεξάρτητα απ’ όλους εμάς θα πετύχει και θα νικήσει. Εκείνος του οποίου τα χρόνια δεν έχουν αριθμό και η οντότητά του δεν έχει αρχή και τέλος δεν μπορεί να αφήσει το «επίγειο σπίτι» του στις διαθέσεις μας, στα αδύναμα δημιουργήματά του, των οποίων η αρχή και το τέλος σχεδόν συναντιόνται σε ένα σημείο και των οποίων η οντότητα είναι μία κουκκίδα.

Δεν είναι ο άνθρωπος φερέγγυος αλλά ο Θεός και πιστός εγγυητής της Βασιλείας της αγάπης στη γη…

Από το βιβλίο: Αργά βαδίζει ο Χριστός, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδ.Εν πλω.

 


Τα άλμπατρος είναι πουλιά των μακρινών θαλασσών, που οι ναυτικοί τα πιάνουν για να διασκεδάσουν. Εφοδιασμένα με πολύ μεγάλα φτερά, που σέρνονται χάμω, δυσκολεύουν με κωμικό τρόπο το περπάτημα τους. Πράγμα, που οι ναυτικοί το γλεντούν.
Έτσι και για μερικές εκλεκτές ψυχές. Εξόριστοι εδώ στη γη, «πάροικοι και παρεπίδημοι», τα γιγάντια φτερά τους τούς εμποδίζουν να περπατούν.. «κανονικά» σαν τους άλλους. Και δέχονται γιουχαΐσματα από τα γύρω άπτερα σπονδυλωτά.
*****
Αντάμωσαν, ο αητός με τον σαλίγκαρο, στην κορυφή ενός απότομου βράχου.
- Πώς φτάσατε εδώ πάνω; τους ρώτησαν
- Με τα φτερά μου, πετώντας, απάντησε περήφανα ο αητός.
- Με τα σάλια μου γλείφοντας και έρποντας, μουρμούρισε ο άλλος.
Πολλοί άνθρωποι στέκουν σε μεγάλα αξιώματα και φτάνουν σε υψηλές θέσεις από διαφορετικούς δρόμους. Τι το όφελος όμως; Όλοι ξέρουν, πως ο ένας είναι αητός και ο άλλος γυμνοσάλιαγκας
*****
Για να αποκτήσεις καλό όνομα απαιτούνται πολλές καλές πράξεις. Για να το χάσεις φτάνει μια και μόνο κακή πράξη.
***
Όταν η θέληση μας είναι θέληση του Θεού, αυτό είναι καλό. Όταν η θέληση του Θεού είναι και δική μας θέληση, αυτό είναι καλύτερο.
***
Ένας Άγιος είπε: « Κάθε καλή πράξη που έχω κάνει στη ζωή μου προσπαθώ να μην τη σκέφτομαι καθόλου». Και όταν τον ρωτούσαν γιατί, απαντούσε χαριτολογώντας:
- Τη σκέφτεται, λυπημένος, νύχτα και μέρα ο διάβολος και αναστενάζει. Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμία ανάγκη να τη σκεφτόμαστε και οι δύο.
. ***
Ο σταθερός άνθρωπος μοιάζει μα αναμμένη λαμπάδα, που όπου κι αν την γυρίσει, η φλόγα της προς τα επάνω θα στραφεί.
***
Ο όσιος Χριστόδουλος έφερνε γύρα τα σπίτια των πλουσίων, ζητώντας χρήματα για να μοιράσει στους φτωχούς. Ένας από αυτούς τους πλουσίους όμως του αρνήθηκε και μάλιστα του κακομίλησε.
Ο Όσιος σαν μην είχε ακούσει, επέμενε να του ζητά. Τότε εκείνος οργίστηκε και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Αλλά ο Άγιος του είπε ατάραχος:
- Ευχαριστώ. Αλλά το ράπισμα ήταν για μένα. Τώρα δώσε μου σε παρακαλώ και κάτι για τους φτωχούς. Και ο πλούσιος έκπληκτος και μετανοημένος, του έδωσε χρήματα πολλά…
***
Οι συγγενείς ενός αγίου επισκόπου, που βρισκόταν στην επιθανάτια κλίνη, τον ρώτησαν, με τρόπο, που είχε φυλαγμένα τα χρήματα του. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε:
- Στις τσέπες των φτωχών.
***
Συμβαίνει ώστε μερικοί άνθρωποι με μεγάλα προγονικά ονόματα να μοιάζουν με το φυτό της πατάτας. Ό,τι αξίζει από τα ονόματα αυτά βρίσκεται κάτω από τη γη. Στο νεκροταφείο.
*****
Κάποιος ανόητος Αθηναίος κορόιδευε μια μέρα τον Αναχάρσι, έναν από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, γιατί ήταν «βάρβαρος». Ο Αναχάρσις που ήταν πράγματι Σκύθης, απάντησε χωρίς να ταραχθεί:
- Είναι καλύτερα να συστέλλεται κανείς για την πατρίδα του παρά η πατρίδα του γι αυτόν, τον ίδιο.
Ο άνθρωπος δίνει αξία στον τόπο του και όχι ο τόπος στον άνθρωπο.
***
Σε ένα κύκλο συζητήσεων γινόταν λόγος για το καλύτερο είδος μορφώσεως. Οι μεν έλεγαν ότι η καλύτερη μόρφωση είναι η φιλοσοφία. Άλλοι υποστήριζαν, ότι είναι οι καλές τέχνες. Άλλοι έθεταν την προτίμηση τους στη στρατιωτική κατάρτιση. Και τέλος άλλοι στην πολιτική πείρα.
Αφού είπε ο καθένας τη γνώμη του, ρώτησαν και το φιλόσοφο Αντισθένη, ο οποίος απάντησε:
- Για μένα η καλύτερη μόρφωση είναι το να ξεμάθει κανείς την κακία
***
Κάποιος έχωσε -λέει ο Αίσωπος- και έπιασε στη χούφτα του όσα πιο πολλά φουντούκια μπορούσε. Όταν θέλησε να τραβήξει το χέρι του είδε ότι του ήταν αδύνατο, γιατί ο λαιμός του σταμνιού ήταν στενός. Για να το βγάλει, έπρεπε να ανοίξει τη χούφτα του και ν’ αφήσει τα φουντούκια. Έτσι κι ο άνθρωπος. Δεν μπορεί ν’ απελευθερωθεί, αν δεν ανοίξει το χέρι που κρατάει επίμονα τα φθαρτά και μάταια του κόσμου τούτου, και τα εγκαταλείψει.
***
Στο ολυμπιακό στάδιο των χριστιανικών αγώνων δεν υπάρχουν κερκίδες, ούτε θέσεις για θεατές. Μόνο στίβος. Ο Χριστιανισμός δεν έχει απόμαχους, ούτε συνταξιούχους. Μόνο αθλητές.
***
Πολλοί Χριστιανοί μοιάζουν σαν τα χριστουγεννιάτικα δένδρα. Δεν έχουν καρπούς. Είναι νεκρά και φέρουν πάνω τους κρεμασμένα στολίδια. Έτσι και οι άνθρωποι αυτοί αντί για καρπούς, που είναι οι αρετές, επιδεικνύουν τα ψεύτικα στολίδια μιας επίπλαστης ευσέβειας. Ο Χριστός όμως θέλει τους οπαδούς του όχι νεκρά χριστουγεννιάτικα δένδρα, αλλά δένδρα καρποφόρα. «ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός-λέγει ο Παύλος- ἐστιν ἀγάπη, μακροθυμία, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια».
Μόνο με τέτοιους καρπούς παύει να είναι κανείς νεκρό χριστουγεννιάτικο δένδρο, που το πετάμε σε λίγες μέρες, αλλά δένδρο πολύφυλλο γεμάτο καρπούς.
***
Στα κείμενα ενός νεώτερου Αγίου, βρέθηκε και η παρακάτω προσευχή:
«Αν σε αγαπώ, Κύριε δεν το κάνω αυτό για τον παράδεισο που μας υποσχέθηκες. Αν φοβούμαι να πέσω στην αμαρτία, ο λόγος δεν είναι η κόλαση που μας απειλεί. Ό,τι με ελκύει κοντά Σου, Κύριε, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μονάχα Εσύ. Εσύ που αγάπησες τόσο το πλάσμα σου, ώστε να σταυρωθείς γι ‘αυτό σαν κακούργος. Σε αγαπώ τόσο, ώστε κι αν δεν υπήρχε Παράδεισος, θα σε αναζητούσα. Κι αν δεν υπήρχε Κόλαση, θα σε λογάριαζα.»
(Από το βιβλίο: Στάχυα τόμος Α, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

 

Ένας άθεος σύζυγος έλεγε πειραχτικά στη σύζυγο του.
- Εσύ έζησες όλη σου τη ζωή με την πίστη στην αθανασία. Αλίμονο σου, όμως, εάν δεν υπάρχει παρά μόνο θάνατος.
- Όχι, αγαπητέ μου, απάντησε εκείνη, αλίμονο σε σένα εάν υπάρχει αθανασία, γιατί εσύ στήριξες τη ζωή σου στο θάνατο. Εγώ, στο κάτω-κάτω και με τη δική σου εκδοχή, δεν θα ζήσω να δω τη διάψευση. Εάν όμως υπάρχει όντως αθανασία, τι γίνεται με σένα; Εγώ τουλάχιστον πέρασα τη ζωή μου σε ένα όμορφο όνειρο. Της αθανασίας. Δεν είναι καλύτερα έτσι;
*****
«Ω ξέρω – γράφει προς τη νεκρή κόρη της μια συγγραφέας – ξέρω πως μπορούσες να χαρείς ακόμα τόσα και τόσα πράγματα σε τούτη τη ζωή. Θα χαιρόσουν εκείνα, που απάνω τους άφησαν οι άνθρωποι το καλύτερο μέρος της ψυχής τους: τα βιβλία, τους ζωγραφικούς πίνακες, τους καθεδρικούς ναούς, τις μουσικές συμφωνίες και προ πάντων εκείνα, που επάνω τους ο Θεός έχει βάλει το χαμόγελο Του, τα βουνά με το βυσσινί χρώμα, μέσα στην ομίχλη που τη ξεσκίζει ο ήλιος, τα μεγάλα ορμητικά ή ήσυχα ποτάμια μέσα στις πράσινες όχθες τους, τη θάλασσα που δεν πρόφτασες ακόμα να δεις…
Αλλά αν ο Θεός, αγαπητό μου παιδί, έχει στολίσει με τέτοια χρώματα τους τοίχους της φυλακής μας, τι θαύματα λοιπόν έχει φυλάξει για το παλάτι των εκλεκτών του; Λυπάμαι, γιατί με άφησες μόνη σ’ αυτή τη τερπνή φυλακή. Χαίρω για ότι απολαμβάνεις στο αιώνιο Παλάτι της Ζωής!»
*****
Ξέρω τις δυσκολίες του ανθρώπου να πιστέψει στην αθανασία. Αλλά ξέρω την αδυναμία του πιστού να πιστέψει στον θάνατο. Μου είναι πολύ δύσκολο να πιστέψω στην αθανασία. Μου είναι αδύνατο να πιστέψω στο θάνατο. (Αλέξανδρος Τσιριντάνης)
*****
Υπάρχουν Άγιοι και Αγίες, που είναι άγνωστοι και κανείς δεν τους καίει κερί και λιβάνι. Υπάρχουν και παλιάνθρωποι διακεκριμένοι, που πολλοί τους προσφέρουν άνθη και δώρα και σαν πεθάνουν τους καταθέτουν στεφάνια. Πώς να το κάνουμε; Υπάρχουν. Να γιατί χρειάζεται να υπάρχει – όπως είπε και ο Κάντ – μια άλλη ζωή, όπου η ανεστραμμένη πυραμίδα θα αποκατασταθεί. Και το στεφάνι, «τον στέφανον της ζωής», θα τον πάρουν εκείνοι που τους αξίζει.
*****
Οι δύο λέξεις «Μέλλουσα Κρίσις» υπενθυμίζουν την επιγραφή με δύο άλλες λέξεις, που συναντάμε στη διαδρομή μας «Κίνδυνος – Θάνατος».
Πολλούς δεν τους ευχαριστούν αυτές οι λέξεις. Τις θεωρούν.. γρουσούζικες στο ταξίδι τους. Και μάλιστα τη δεύτερη. Όσο όμως κι αν τις αποφεύγουν, αυτές δεν παύουν να αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα και να παρέχουν μια σωτήρια υπόμνηση.
Όπως και οι άλλες δύο «Μέλλουσα Κρίσις». Πολλοί τις αποστρέφονται. Άλλοι τις περιγελούν. Αυτές όμως στέκουν εκεί, σε κάθε δύσκολη στροφή του ταξιδιού στη ζωή μας, επιμένοντας: «Μέλλουσα Κρίσις».
*****
Εκλήθηκα κάποτε να κηρύξω σε μια κηδεία. Άνοιξα την Αγία Γραφή για να βρω κάτι σχετικό με επικήδειο. Μα δεν βρήκα. Όπου συνάντησε νεκρό ο Κύριος τον ανάστησε. Στην Γραφή δεν υπάρχει επικήδειος. Υπάρχει μόνο κήρυγμα αναστάσεως και διακήρυξη αθανασίας. «Ο πιστεύων εις εμέ θάνατον ου μη θεωρήσει εις τον αιώνα», διαβεβαίωσε ο Κύριος.
*****
Λίγο πριν πεθάνει ο Βενιαμίν Φραγκλίνος ετοίμασε το εξής επίγραμμα για τον τάφο του:
«Ενθάδε κείται ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, πρώην τυπογράφος. Το σώμα του είναι σαν το εξώφυλλο ενός βιβλίου, που οι σελίδες του δεν βρίσκονται εδώ μέσα. Το εξώφυλλο αυτό θα φαγωθεί από τα σκουλήκια. Αλλά το βιβλίο δεν θα χαθεί. Θα ξαναεκδοθεί με άφθαρτες σελίδες κι ωραιότερο εξώφυλλο, κατά την ημέρα της Κρίσεως, απ’ τον Εκδοτικό Οίκο του Ουρανού».
*****
Πολλοί δεν θέλουν να ακούν καν περί Κρίσεως και ανταποδόσεως και μιμούνται έτσι την στρουθοκάμηλο, που, κρύβοντας το κεφάλι της στην άμμο, για να μη βλέπει τους κυνηγούς, που την σκοπεύουν, φαντάζεται πως απομακρύνει έτσι και κρύβει τον κίνδυνο. Παρ’ όλον όμως τούτο, η Μέλλουσα Κρίσις δεν παύει να είναι μια αλήθεια και μια ανάγκη. Που την απαιτεί η ανθρώπινη λογική. Που την ποθεί και την διαισθάνεται η ανθρώπινη καρδιά. Που την εκζητεί η φιλοσοφούσα διάνοια. Που την αποκαλύπτει ο Χριστός.
****
(Από το βιβλίο: Στάχυα ,Τόμος Α ,Κωνσταντίνος Κούρκουλας)

 

Από τους δύο ληστές ο ένας σώθηκε. Μην απελπίζεσθε.
Από τους δύο ληστές ο ένας χάθηκε. Μην επαναπαύεσθε. Αγωνίζεσθε!
(ιερός Αυγουστίνος)
*****
Ένας μοναχός εξομολογήθηκε στον αββά Σισώη.
- Έπεσα πάτερ! Τι να κάμω τώρα; Ρώτησε απελπισμένος.
- Να σηκωθείς, του απάντησε με την χαρακτηριστική του απλότητα ο Γέροντας.
Έπειτα από κάμποσο καιρό ξανάρθε στον αββά.
- Ξανάπεσα στα ίδια, κλαψούρισε.
- Να ξανασηκωθείς! Επρόσταξε ο Γέροντας.
- Έως πότε; Ρώτησε ο μοναχός
- Έως ότου σε βρει ο θάνατος. Είναι γραμμένο «όπου εύρω σε, εκεί και κρίνω σε», εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή όρθιος.
*****
Ρώτησαν τον ασκητή:
- Πως μπορούμε να αγαπήσουμε το Θεό;
- Αγαπώντας τους ανθρώπους, απάντησε, εκείνος.
- Και πως μπορούμε να αγαπήσουμε τους ανθρώπους;
- Πολεμώντας να τους φέρουμε, με το καλό, στο σωστό δρόμο.
- Και ποιος είναι ο σωστός δρόμος;
- Ο ανήφορος!
*****
Δεν μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν σου. Μπορεί, όμως, αδιαφορώντας για το παρόν σου να καταστρέψεις το μέλλον σου.
*****
Πολλά είναι τα όσα ήθελες και δεν μπόρεσες. Περισσότερα όσα μπορούσες και δεν θέλησες. Και ακόμα περισσότερα όσα δεν θέλησες και που έπρεπε και να θελήσεις και να μπορέσεις. (Κωνσταντίνος Τσάτσος)
*****
Κάποιος μέθυσος πήγε σε έναν ασκητή και του ζήτησε να τον γιατρέψει από το πάθος του, ραντίζοντας τον με αγιασμένο νερό.
- Πραγματικά, χρειάζεσαι νερό – του απάντησε ο ασκητής- για να γίνεις καλά. Αλλά νερό με το οποίο όχι να ραντίζεις το σώμα σου, αλλά να το ρίχνεις στο ποτήρι σου.
*****
Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς, όταν κοιμήθηκα αργά και ονειρεύτηκα, πως η ζωή ήταν χαρά.
Ξύπνησα νωρίς και είδα πως η ζωή δεν ήταν, παρά αγώνας.
Ρίχτηκα στον αγώνα και να, στο τέλος της χρονιάς διαπίστωσα, πως με τον αγώνα η ζωή γίνεται χαρά.
*****
Στην αρχαία Σπάρτη, απαγορευόταν στους πολεμιστές να ρωτούν «πόσοι είναι», αλλά μόνο το «που είναι ο εχθρός». Και προς τα εκεί ορμούσαν.
Το ίδιο και για τον πνευματικό αγωνιστή., που μπαίνει στο «στάδιο των αρετών» με την πανοπλία του Πνεύματος για να αγωνισθεί και να νικήσει.
*****
Ένας ασκητής βρήκε πολλούς πειρασμούς στον τόπο που πρωτάρχισε να αγωνίζεται. Έχασε την υπομονή του και αποφάσισε να φύγει μακριά για να βρει την ησυχία του. Καθώς έσκυψε να δέσει τα σανδάλια του για να ξεκινήσει, είδε αντίκρυ του κάποιον άλλον, να δένει κι αυτός τα δικά του.
- Ποιος είσαι συ; τον ρώτησε
- Εκείνος που σε βγάζει από δω, του αποκρίθηκε. Και να ΄μαι πάλι έτοιμος να προπορευθώ εκεί που σκοπεύεις να καταφύγεις και να σε περιμένω.
Ήταν ο διάβολος! Έπειτα από αυτό ο ασκητής έμεινε στο κελί του αποφασισμένος αν αγωνισθεί εκεί που «ετάχθη».
*****
(από το βιβλίο: Στάχυα Τόμος Α, Κωνσταντίνος Κούρκουλας)

Για να πλεύσει ο άνθρωπος προς τον Ουρανό, χρειάζεται η βάρκα του δύο κουπιά. Την Πίστη και την Αγάπη. Εάν συνέβαινε σε κάποιο ναυάγιο, να χάσει το ένα από αυτά, θα ήταν προτιμότερο να του μείνει η Αγάπη. Γιατί μέσα στην Αγάπη θα του μείνει κάτι από την Πίστη. Ενώ εάν χάσει την Αγάπη, που κατά τον Παύλο είναι «μείζων», τι να την κάνει την Πίστη; Και ο διάβολος πιστεύει και φρίττει. «Πίστις άνευ έργων νεκρά εστίν». (Αλέξανδρος Τσιριντάνης)
                               ***
Όταν γεννιέται στις Ινδίες ένα παιδί, ο αρχηγός της φυλής το σηκώνει ψηλά και λέει «Έρχεσαι στον κόσμο κλαίγοντας, ενώ όλοι γύρω σου γελάνε». Προσπάθησε να ζήσεις, έτσι ώστε όταν φύγεις από τον κόσμο, εσύ να γελάς, ενώ όλοι γύρω σου θα κλαίνε.
                               ***
Μιλούσε ο Πρόεδρος Λίνκολν σε μια συγκέντρωση για την εντολή της αγάπης προς τους εχθρούς. Σε μια στιγμή, λοιπόν, τον διέκοψε ένας ακροατής.
- Μα, είναι δυνατόν να αγαπάμε αυτούς που, σαν επικίνδυνους εχθρούς, πρέπει να εξαφανίσουμε από προσώπου της γης; Και ο Λίνκολν του απάντησε με ετοιμότητα.
- Ακριβώς αυτό κάνουμε, φίλε μου. Εξαφανίζουμε τους εχθρούς μας, με το να τους κάνουμε δια της αγάπης φίλους μας.
                               ***
Η αγάπη είναι μια πράξη, που δεν πειθαρχεί στους κανόνες της αριθμητικής. Διαιρούμενη πολλαπλασιάζεται. Όσο τη μοιράζεις, τόσο και πληθαίνει. Και όσο σπάταλα την προσφέρεις, τόσο πλουσιοπάροχη γίνεται. Γι’ αυτό και ο ιερός Αυγουστίνος έλεγε: «Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις» (Ama et fac quod vis). Γιατί η αγάπη δεν είναι παρά μητέρα παντός αγαθού.
                               ***
Να ένας ευτυχής πολλαπλασιασμός: Κάθε πρωί να παίρνεις την απόφαση να κάνεις ευτυχισμένη τη μέρα σε ένα τουλάχιστον γνωστό σου. Ένα ρούχο σε εκείνον που έχει ανάγκη. Έναν λόγο παρηγορητικό σε κάποιον θλιμμένο. Μια λέξη καθησυχαστική στον ταραγμένο. Εάν το κάνεις κάθε μέρα, ευεργετείς 365 πρόσωπα το χρόνο. Κι αν ζήσεις μόνο 40 χρόνια, από τότε που θα αρχίσεις αυτή τη δουλειά, θα έχεις κάμει 14.600 ευτυχισμένους ανθρώπους. Και θα ‘χεις δημιουργήσει με το τίποτα ένα θησαυρό στον Ουρανό.
                               ***
Ο άλλος, απέναντι μου, δεν είναι η κόλαση μου, αλλά ο παράδεισος μου. Γίνεται η κόλαση μου, όταν εγώ δεν γίνομαι γι’ αυτόν ο παράδεισος του.
                               ***
Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια, για να καταλάβω πως εκείνο το Α και το Ω στην εικόνα του Ιησού, είναι η αρχή και το τέλος στη λέξη Α Γ Α Π Ω.
                               ***
Είχε στριμώξει η αστυνομία καμιά σαρανταριά κρατούμενους σε ένα μπουντρούμι, που το φώτιζε ένας μικρός φεγγίτης. Αν συμφωνούσαν να μείνουν ήρεμοι θα μπορούσαν με το λίγο οξυγόνο να βγάλουν τη νύχτα. Άρχισαν όμως να καυγαδίζουν ποιος θα πάει πιο κοντά στον φεγγίτη. Ο καυγάς εξελίχθηκε σε άγρια μάχη. Το πρωί όταν ο φύλακας άνοιξε την πόρτα βρέθηκε μπροστά σε ένα αποτρόπαιο θέαμα. Σ’ ένα σωρό από πτώματα, που στην κορυφή καθόταν ο τελευταίος επιζήσας με θολά μάτια, με σαλεμένα τα λογικά του. Ήταν…. ο «νικητής». Είχε καταλάβει την κορυφαία θέση σε μια πυραμίδα από πτώματα και είχε κερδίσει την…παραφροσύνη. Το κέρδος που προσφέρει η απουσία της αγάπης και της συνεργασίας.
                               ***
Κάποτε, ζούσε σε μια μικρή πόλη ένας γιατρός, μιμητής των Αγίων Αναργύρων, που δεχόταν όλους τους πτωχούς αρρώστους χωρίς να τους παίρνει αμοιβή. Ο γιατρός αυτός, κατοικούσε στο επάνω πάτωμα μιας μικρής πολυκατοικίας. Στη θύρα της πολυκατοικίας υπήρχε μια ταμπέλα με το όνομα του και τις λέξεις: ΣΤΟ ΕΠΑΝΩ ΠΑΤΩΜΑ.
Όταν λοιπόν, πέθανε, σκέφτηκαν τι επιγραφή να βάλουν στο μνήμα του. Τότε ένας συμπολίτης του πρότεινε να τοποθετήσουν την ταμπέλα με το όνομα του και τις λέξεις που αναφέραμε. Πραγματικά, ο καλός αυτός γιατρός, βρισκόταν τώρα στο «επάνω πάτωμα».Στη βασιλεία της αγάπης
                               ***
Μην πιέζεις τους άλλους να σε αγαπήσουν. Πίεσε τον εαυτό σου να προσφέρει αγάπη στους άλλους. Είναι ο μόνος τρόπος να κατακτήσεις την αυθόρμητη αγάπη όλων. Ζήσε για να αγαπάς και αγάπα για να ζήσεις. (Τολστόι).
(από το βιβλίο: Στάχυα, Τόμος Α, Κωνσταντίνος Κούρκουλας.)


Τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀνθοῦσε ὁ ἀσκητισμὸς στὴν Αἴγυπτο, ζοῦσε στὴν Ἀλεξάνδρεια μία ὀρφανὴ κόρη ποὺ τὴν ἔλεγαν Ταϊσία. Ὅταν πέθαναν οἱ καλοὶ γονεῖς της, τῆς ἄφησαν κληρονομιὰ πρῶτα ἀπ' ὅλα τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἀγάπη τους γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ ξένους, καὶ ὕστερα ἕνα μεγάλο σπίτι καὶ πολλὰ χρήματα.
Ἡ κόρη, ἀπὸ μεγάλη εὐλάβεια πρὸς τοὺς ἐρημίτες, ἔκανε τὸ σπίτι της ξενώνα γιὰ χάρη τους.
Κι ὅταν κατέβαιναν στὴν πόλη νὰ πουλήσουν τὰ ἐργόχειρά τους, τοὺς περιποιόταν μὲ ὅλη της τὴν καρδιά. Μὲ τὰ χρόνια ὅμως τὰ χρήματα ξοδεύτηκαν καὶ ἡ ἴδια ἄρχισε νὰ στερῆται. Τότε μπῆκαν στὴ μέση κακοὶ καὶ διεφθαρμένοι ἄνθρωποι. Ἐκμεταλλεύτηκαν τὴ δυστυχία της καὶ μὲ τὴν πονηριά τους τὴν παρέσυραν στὴ διαφθορά. Ἡ ὡραία Ταϊσία κατάντησε διάσημη ἑταίρα!
Ὅταν ἔμαθαν τὸ κατρακύλισμα τῆς ὀρφανῆς κόρης οἱ πατέρες τῆς ἐρήμου, ἀποφάσισαν νὰ κάνουν ὅ,τι περνοῦσε ἀπὸ τὸ χέρι τους γιὰ νὰ τὴ σώσουν.
— Ἐκείνη, ὅταν εἶχε τὰ μέσα, μᾶς ἔδειχνε ὅλη τὴ συμπάθειά της, ἔλεγαν μεταξύ τους. Τώρα ποὺ κινδυνεύει ἡ ψυχή της, πρέπει κι ἐμεῖς νὰ τὴ βοηθήσουμε.
Ἀνέθεσαν λοιπὸν στὸν ἀββᾶ Ἰωάννη τὸν Κολοβὸ τὴ λεπτὴ καὶ δύσκολη ἀποστολή. Ἐκεῖνος στὴν ἀρχὴ δίστασε. Τοῦ φαινόταν ἀκατόρθωτο τὸ ἔργο. Τέλος ὅμως, γιὰ νὰ μὴ γίνη παρήκοος στοὺς γέροντες, ἀποφάσισε νὰ κατέβη στὴν πόλη καὶ νὰ παρουσιαστῆ στὸ σπίτι τῆς ἁμαρτωλῆς. Παρακάλεσε τὴ θυρωρὸ νὰ τὸν ὁδήγηση στὴν κυρία της.
—Φύγε ἀπὸ δῶ, παλιοκαλόγερε! τοῦ φώναξε ἐκείνη θυμωμένη. Φάγατε πρῶτα τὴν περιουσία της κι ἀκόμη δὲν παύετε νὰ τὴν ἐνοχλῆτε.
Ὁ ἀββὰς δὲν ἀπελπίστηκε. Ἐξακολουθοῦσε νὰ παρακαλῆ νὰ δῆ τὴν Ταϊσία. Ἔλεγε πὼς τὴν ἤθελε γιὰ κάτι πολὺ ὠφέλιμο. Μπροστὰ στὴ μεγάλη του ἐπιμονή, ἡ γριὰ ὑποχώρησε καὶ πῆγε νὰ εἰδοποίηση τὴν κυρία της.
—Αυτοί οἱ καλόγεροι ψαρεύουν συχνὰ στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ βρίσκουν μαργαριτάρια, εἶπε ἡ Ταϊσία. Φέρε τον ἐπάνω.
Κοιτάχτηκε στὸν καθρέφτη της, ἔφτιαξε τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ φορέματά της, ἔριξε ἄφθονο ἄρωμα πάνω της καὶ πῆρε τὸ ὕφος τῶν ξεπεσμένων γυναικῶν, γιὰ νὰ ὑποδεχτῆ τὸν ἐρημίτη.
Ὁ ἀββὰς Ἰωάννης μπῆκε στὸ δωμάτιο καὶ στάθηκε περίλυπος ἀπέναντί της. Τὴν κοίταξε ἀρκετὴ ὥρα ἀμίλητος μὲ οἶκτο. Ὕστερα τῆς εἶπε μὲ σιγανὴ φωνή:
—Σε τί σοῦ ἔφταιξε ὁ Χριστός μας, Ταϊσία, καὶ Τὸν προσβάλλεις τόσο ἄσπλαχνα;
Σταμάτησε. Δὲν μποροῦσε νὰ συνεχίση. Τὸν ἔπνιγαν οἱ λυγμοί. Ἀπὸ τὰ βαθουλωμένα μάτια του ἔτρεχαν καυτὰ δάκρυα. Ἐκείνη ἔνιωσε ντροπή. Ἄφησε τὴν ἄπρεπη προκλητική της στάση καὶ στενοχωρημένη τὸν ρώτησε:
—Γιατί κλαῖς, ἀββᾶ;
—Πῶς νὰ μὴν κλάψω, κόρη μου, ποὺ βλέπω τὸν σατανᾶ νὰ παίζη στὴ μορφή σου;
Ἡ κόρη ταράχτηκε. Ρίγος διαπέρασε ὁλόκληρο τὸ κορμί της.
—Τώρα ποὺ ἦρθες εἶναι πολὺ ἀργά, γέροντα... Δὲν ἔχει μείνει τίποτε ὄρθιο μέσα μου. Τὰ κύλισα ὅλα στὴ λάσπη, σιγομουρμούρισε συγχυσμένη.
Ἤθελε καὶ κάτι ἄλλο νὰ πῆ, ἀλλὰ σταμάτησε. Ὁ γέροντας περίμενε μὲ σταυρωμένα χέρια. Μέσα του προσευχόταν τόσο δυνατὰ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς κόρης, ποὺ λὲς καὶ γύρευε νὰ τραντάξη τὰ οὐράνια.
—Ὑπάρχει ἄραγε ἐλπίδα σωτηρίας γιὰ μένα, ἀββᾶ; ψιθύρισε μὲ ἀμφιβολία ἐκείνη.
—Ὦ, ναί, ὑπάρχει, κόρη μου, φώναξε μὲ ἀγωνία ὁ γέροντας. Ἡ μετάνοια ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία.
Τὸ θαῦμα, ποὺ τόση ὥρα γύρευε μὲ τὴν προσευχή του, ἔγινε τὴ στιγμὴ ἐκείνη.
Ἡ Ταϊσία ἔπεσε συντετριμμένη στὰ πόδια του καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακάλεσε:
—Βγάλε με ἀπὸ δῶ μέσα, πάτερ. Δεῖξε μου τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
—Ἀκολούθησέ με.
Χωρὶς ἄλλη κουβέντα ἡ κόρη σηκώθηκε καὶ ἀκολούθησε τὸν γέροντα. Ἐκεῖνος θαύμασε πῶς δὲν ἔδειξε κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ σπιτικό της. Πῆραν τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἔρημο. Μὰ εἶχαν πολὺ διάστημα νὰ βαδίσουν καὶ τοὺς βρῆκε ἡ νύχτα. Σταμάτησαν. Ὁ ἀββὰς Ἰωάννης ἔκοψε θάμνους κι ἔφτιαξε ἕνα πρόχειρο κρεβάτι γιὰ τὴν κόρη.
—Κοιμήσου ἐσὺ ἐδῶ μέχρι νὰ ξημερώση, τὴ συμβούλεψε.
Ἐκεῖνος ἀπομακρύνθηκε ἀρκετά. Εἶπε τὶς προσευχές του καὶ πλάγιασε στὸ χῶμα νὰ ξαποστάση, παίρνοντας γιὰ προσκεφάλι του μιὰ πέτρα. Κοιμήθηκε λίγο καὶ ξύπνησε πάλι τὰ μεσάνυχτα νὰ συνεχίση τὴν προσευχή του. Τότε παρουσιάστηκε μπροστὰ στὰ μάτια του ἕνα θέαμα μεγαλειῶδες. Ἀπὸ τὸ σημεῖο, ποὺ εἶχε ἀφήσει τὴν κόρη νὰ κοιμᾶται, ἄρχιζε ἕνας δρόμος ὁλοφώτεινος ποὺ ἄγγιζε τὸν οὐρανό! Ἄγγελοι γοργόφτεροι ἀνέβαζαν μία ψυχή, ὁλόλευκη σὰν περιστέρι, στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ! Ὁ ὅσιος στάθηκε πολλὴ ὥρα καὶ κοίταζε συνεπαρμένος.
Ὕστερα πῆγε νὰ συνάντηση τὴν Ταϊσία. Τῆς φώναξε νὰ ξυπνήση. Δὲν πῆρε ἀπάντηση. Τὴν κίνησε ἐλαφρά. Δὲν αἰσθανόταν. Ἡ ψυχὴ της εἶχε πετάξει στὸν οὐρανό.
Ὁ ὅσιος γονάτισε καὶ προσευχήθηκε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ. Τότε θεία φωνὴ τὸν πληροφόρησε ὅτι ἡ σύντομη μετάνοια τῆς πόρνης, εὐαρέστησε τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπὸ τὴ μετάνοια πολλῶν ἄλλων, γιὰ τὴ θερμότητά της.
(Γεροντικὸν, Γερόντισσας Θεοδώρας Χαμπάκη Ἔκδοσις ΛΥΔΙΑ, σελ. 137)

 

Αναδημοσίευση από: www.myriobiblos

Από Γ.Ν. Φίλια: «Οι Θεομητορικές Εορτές στη Λατρεία της Εκκλησίας.» Εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 2002.

1. Η δημιουργία της εορτής

(I) Εισαγωγική αναφορά στο θέμα των πηγών

(α) Οι πηγές μιας εορτής αποτελούν πάντοτε ζήτημα εισαγωγικό και, ταυτοχρόνως, νευραλγικό σχετικώς με τη δημιουργία της. Η έρευνα των εορτών, όμως, πριν από τη μελέτη του ημερολογιακού καθορισμού, ενδιαφέρεται για την προέλευση του περιεχομένου της εορτής. Με δεδομένη την παντελή απουσία καινοδιαθηκικών μαρτυριών περί των γεγονότων της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το έορτολογικό περιεχόμενο αναζητείται σε εξωβιβλικές πηγές.

Αναφερόμεθα, ουσιαστικώς, σε ένα απόκρυφο κείμενο το οποίο φέρει τον τίτλο «De Transitu beatae Mariae virginis» (περί Μεταστάσεως της μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογείται περί τον 5ο αι. και είναι λατινική μετάφραση παλαιοτέρου απολεσθέντος ελληνικού πρωτοτύπου(1). Ως «Liber transitus Mariae» παρατίθεται υπό του J.P. Migne(2), αποδιδόμενο λανθασμένα στον Μελίτωνα Σάρδεων(3). Περί τον 6ο αι. χρονολογείται η λατινική μετάφραση ενός άλλου περί την Κοίμηση απόκρυφου υπό τον τίτλο «Joannis liber de Dormitione Mariae» (βίβλος Ιωάννου περί της κοιμήσεως της Μαρίας)(4). Μετά την έκδοση του συριακού πρωτοτύπου του εν λόγω απόκρυφου υπό του Wright (5) έγινε αντιληπτό ότι η λατινική μετάφραση του «transitus» αποτελεί ελεύθερη απόδοση του συριακού «Joannis liber...».

Οι απόκρυφες διηγήσεις περί των σχετικών με την Κοίμηση της Θεοτόκου γεγονότων δεν μπορεί να περιορίζονται μόνο στο εν λόγω κείμενο, εφόσον η Κοίμησις δεν αποτελεί γεγονός ελάσσονος σημασίας για την χριστιανική εκκλησιαστική παράδοση. Φαίνεται, εν προκειμένω, ότι ισχύει η θέση του P. Voulet, εκδότου των θεομητορικών Ομιλιών του Ιωάννου Δαμασκηνού, ο οποίος υπεστήριξε ότι το «Transitus Mariae» αποτελεί σύνοψη του συνόλου των περί της Κοιμήσεως απόκρυφων διηγήσεων, μη διασωθεισών στην εκκλησιαστική παράδοση εφόσον είχαν ενσωματωθεί στο εν λόγω κείμενο(6).
Τα φιλολογικά ερωτήματα περί του κειμένου αυτού δεν έχουν γνωρίσει την πλήρη διαλεύκανση. Είναι δύσκολο να αποδεχθούμε την απολυτότητα του Dom Cabrol ότι το πρωτότυπο είναι συριακό(7), εφόσον και το ελληνικό πρωτότυπο φαίνεται ότι διεκδικεί την αλήθεια(8). Συριακό ή ελληνικό,το πρωτότυπο κείμενο χρονολογείται περί τα τέλη του 4ου-αρχές του 5ου αι., έτυχε μεταφράσεως στην κοπτική, λατινική και αραβική γλώσσα, θεωρείται δε ως σύνοψη αρχαιοτέρων στοιχείων, ίσως και του 2ου αι.(9). Η μελέτη του περιεχομένου του, άλλωστε, ενισχύει τη διαίσθηση ότι στο εν λόγω κείμενο περιέχονται πρωτοχριστιανικές διηγήσεις περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου(10).

(β)Το κείμενο της «Transitus Mariae» υπήρξε πηγή της περί Κοιμήσεως της Θεοτόκου παραδόσεως, η οποία χαρακτηρίζεται ως «Ευθυμιακή ιστορία» και η οποία διασώθηκε στον Β' Λόγο του Ιωάννου Δαμασκηνού στην Κοίμηση(11). Η απόκρυφη αυτή διήγηση έχει δανειστεί, μεν, στοιχεία εκ της «Transitus», περιέχει όμως και άλλα εξαιρετικώς άτοπα και ελεγχόμενα (όπως το αίτημα της Πουλχερίας -5ος αι.- περί μεταφοράς στην Κωνσταντινούπολη του λειψάνου της Θεοτόκου!), τα οποία την καθιστούν «διπλά απόκρυφη»(12). Η επιβίωση της «Ευθυμιακής ιστορίας» έως την εποχή του Δαμασκηνού επιβεβαιώνει την επισήμανση της προηγουμένης παραγράφου ότι, το γεγονός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είχε μεγάλη σημασία για την εκκλησιαστική παράδοση, με αποτέλεσμα την επεξεργασία του σε διάφορες απόκρυφες παραδόσεις.

 
(II) Η παράδοση περί της ταφής της Θεοτόκου

Οι απόκρυφες διηγήσεις παρέχουν μεν στοιχεία του εορτολογικού περιεχομένου (των γεγονότων της εορτής της Κοιμήσεως), δεν σχετίζονται όμως με τη διαδικασία εμφανίσεως της εορτής(13). Το ενδιαφέρον της περί του θέματος της εμφανίσεως μελέτης πρέπει να επικεντρωθεί στην παράδοση περί του τόπου της Κοιμήσεως και της ταφής της Θεοτόκου, εφόσον είναι εύλογο οι τοποθεσίες αυτές να απετέλεσαν το λίκνο εμφανίσεως της εορτής(14).

Η παράδοση περί Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην εν Ιεροσολύμοις οικία της(15) και ταφής της στην ίδια πόλη αναφαίνεται περί τον 5ο αι.(16) (περί τα τέλη του 4ου αι. ο Επιφάνιος Σαλαμίνος ουδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει(17) και ενισχύεται από μαρτυρίες «Οδοιπορικών» του 6ου αι., τόσο του προσκυνητού Θεοδοσίου (530) περί υπάρξεως ναού προς τιμή της Θεοτόκου στη Γεθσημανή(18), όσο και του Αντωνίου της Πλακεντίας (570), ο οποίος επισημαίνει ότι εντός του ναού αυτού υπήρχε και ο τάφος της Θεοτόκου(19). Μνεία του τάφου αυτού γίνεται τον 7ο αι. στην Ανακρεόντιο ποίηση του Σοφρωνίου Ιεροσολύμων (+638)(20), ο οποίος τιμά τη Θεοτόκο στη συγκεκριμένη τοποθεσία(21). Η παράδοση της «Dormitio hierosolymata» (Κοιμήσεως εν Ιεροσολύμοις), όπως αναφέρεται στο «Brevarius de Hierosolyma» του 6ου αι.(22), φαίνεται να κατέχει την αίγλη της ιστορικότητας(23), προς αυτήν δε προσανατολίζονται σημαντικές έρευνες περί του τάφου της Θεοτόκου(24).

Κατά συγκυρία περισσότερο «μυστικιστική» και ολιγότερο ερευνητική ανεφάνη η παράδοση περί Κοιμήσεως και ταφής της Θεοτόκου στην Έφεσο. Αναφερόμεθα στην περί του θέματος «δραματική αποκάλυψη», την οποία διετείνετο ότι είχε η Anna Vatherine Emmerich, αυγουστινιανή μοναχή του αβαείου Agnetenberg της Βεστφαλίας (+1824). Οι «αποκαλύψεις» της Emmerich σχετίζονται με το γεγονός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, την οποία (Κοίμηση) τοποθετούν στην Έφεσο και, μάλιστα, στην οικία την οποία είχε οικοδομήσει ο ευαγγελιστής Ιωάννης(25). Η περιοχή της Εφέσου «Παναγία-Καπούλη» (πόρτες της Παναγίας) εθεωρήθη ως η τοποθεσία Κοιμήσεως της Θεοτόκου(26). Οι απόψεις αυτές δεν είχαν μεν την απαιτούμενη τεκμηρίωση, συνεκίνησαν όμως τους διατεινόμενους ότι η Θεοτόκος δεν ετάφη στη Γεθσημανή(27). Η παράδοση περί Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Έφεσο, άλλωστε, συντηρήθηκε από την απόκρυφη γραμματεία(28), αλλά κυρίως από το γεγονός συγκλίσεως της Γ' Οικουμενικής Συνόδου στο ναό της «αγίας Μαρίας» στην Έφεσο(29), αν και δεν υπάρχει βεβαιότητα περί αφιερώσεως του ναού αυτού στην παρθένο Μαρία ή σε ομώνυμη αγία(30).

Η «παράδοση της Εφέσου» αποτελεί μάλλον παρένθεση στο όλο θέμα του τόπου Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η μετακίνηση του ευαγγελιστού Ιωάννη στην Έφεσο πραγματοποιείται σε χρονική στιγμή μεταγενέστερη του ημίσεως του 1ου αι., γεγονός το οποίο αποδυναμώνει εξαιρετικά την περίπτωση μεταφοράς της Θεοτόκου στην Έφεσο. Η περί Θεοτόκου παράδοση στην πόλη αυτή δεν είναι αναγκαίο να σχετίζεται με την αυτοπρόσωπη παρουσία της Θεοτόκου, αλλά προφανώς με την παρουσία του Ιωάννη, ο οποίος στην εκκλησιαστική συνείδηση ευρίσκετο στενά συνδεδεμένος με τη Θεοτόκο. Η πόλη των Ιεροσολύμων, άλλωστε, κατέχει μεγαλύτερες «περγαμηνές» -σε σχέση με την Έφεσο- ώστε να θεωρείται ως το λίκνο εμφανίσεως της εορτής της Κοιμήσεως.

(III) Η πρώτη εορτή προς τιμή της Θεοτόκου στα Ιεροσόλυμα

Οι εορτές γεννώνται σ’ ένα τόπο δια της ισχύος των τοπικών παραδόσεων και αναμνήσεων. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη ικανότητα έρευνας της χριστιανικής Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, ώστε να συμπεράνουμε ότι το γεγονός το οποίο κυριαρχούσε στις συνειδήσεις σχετικώς με τη Θεοτόκο ήταν η θεϊκή μητρότητα. Η υπό της Θεοτόκου Γέννηση του Κυρίου είναι εύλογο να αποτελούσε το εορτολογικό περιεχόμενο της όποιας πρωτογεννούς Θεομητορικής εορτής(31). Ας μην παραθεωρείται μία σημαντική παράμετρος της ιστορίας των εορτών, συμφώνως προς την οποία ή εμφάνιση κάποιας εορτής σε συγκεκριμέμη χρονική περίοδο δεν συμπίπτει με τη γένεση του εορτολογικού της περιεχομένου. Το γεγονός, δηλαδή, ότι υπήρχε αντικείμενο τιμής της Θεοτόκου (εν προκειμένω η Γέννηση του Κυρίου) είναι προγενέστερο από την ημερολογιακή διαμόρφωση αντίστοιχης εορτής. Τα δύο δεδομένα όχι μόνο δεν ταυτίζονται, αλλά χαρακτηρίζονται από επαγωγική σχέση εφόσον το πρώτο (ή πρωτοχριστιανική τιμή προς τη Θεοτόκο) προετοίμασε την εμφάνιση του δευτέρου (τον ημερολογιακό καθορισμό αντίστοιχης εορτής).

Η εκτίμηση περί υπάρξεως ενός «πρωτογεννούς Θεομητορικού έορτολογικού υλικού» συνδέεται με μία τοποθεσία τρία μίλια μετά τα Ιεροσόλυμα καθ' οδόν προς Βηθλεέμ, η οποία επονομάζεται «Κάθισμα»(32). Η εν λόγω τοποθεσία εκίνησε το ευρύτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον των ερευνητών(33), ειδικότερον
όμως ως προς τη Θεοτόκο απετέλεσε τόπο ιερό, εφόσον κατά την απόκρυφη παράδοση του Πρωτευαγγελίου του Ιακώβου (17, 2-3) η Θεοτόκος, καθ' οδόν προς τη Βηθλεέμ και ευρισκόμενη ολίγον προ της κυήσεως, εζήτησε από τον Ιωσήφ να κατέλθει εκ της όνου για να ξεκουρασθεί(34). Την παράδοση αυτή επιβεβαιώνει το 530 ο προσκυνητής Θεοδόσιος(35), φαίνεται δε ότι ήταν η κυρίαρχη σε σχέση με άλλη, περί παραμονής επ' ολίγον της Θεοτόκου στο συγκεκριμένο τόπο κατά τη φυγή προς την Αίγυπτο(36).

Σύμφωνα με τη μαρτυρία Κυρίλλου του Σκυθοπολίτου, στο «Κάθισμα» ανοικοδομήθηκε ναός προς τιμή της Θεοτόκου από μία Ρωμαία, ευγενούς καταγωγής και μεγάλης πίστεως προσκυνήτρια, την Ικελία (ή Ικηλία), κατά τους χρόνους πατριαρχείας του Ιουβεναλίου Ιεροσολύμων (417-458)(37) Ο ναός αυτός δεν φαίνεται να αντικατέστησε κάποιον παλαιότερο, εφόσον αποκαλείται ως «Κάθισμα παλαιόν» από το Θεόδωρο Πέτρας, το βιογράφο Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, ο οποίος βεβαιώνει και περί ανεγέρσεως ναού υπό της Ικελίας(38). Ως εκ τούτου, το εν λόγω «Κάθισμα» πρέπει να απετέλεσε τον πρώτο συγκεκριμένο τόπο τιμής προς τη Θεοτόκο στις αρχές του 5ου αι.(39) και, επομένως, τον πρώτο τόπο επιτελέσεως μιας εορτής, την οποία ο προαναφερθείς Θεόδωρος Πέτρας αποκαλεί «μνήμην Θεοτόκου» και επισημαίνει ότι τελείται «άπαξ του ενιαυτού»(40).

Ποια ήταν όμως, η ακριβής ημερομηνία της μίας αυτής εορτής κατ' έτος και ποιο ήταν το εορτολογικό της περιεχόμενο; Ο Baumstark διατείνεται ότι συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν αυτή της 13-15 Αυγούστου (την περί 13ης Αυγούστου άποψη υιοθετεί και ο καθ. Ι.Φουντούλης(41)), αλλά περιπλέκει το όλο θέμα υποστηρίζων ότι το περιεχόμενο της εορτής είχε σχέση με τα εγκαίνια του ναού της Ικελίας κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία(42). Είναι πιθανόν οι, εκτιμήσεις του Baumstark περί του εορτολογικού περιεχομένου να πηγάζουν από το γενικότερο κανόνα ότι, προ της διαμορφώσεως μιας εορτής, προηγείται η ανάμνηση εγκαινίων ενός αντιστοίχου ναού. Θεωρούμε, όμως, ότι η άποψη αυτή του μεγάλου Γερμανού λειτουργιολόγου στερείται συγκεκριμένης ιστορικής κατοχυρώσεως περί πιθανού εγκαινιασμού του ναού της Ικελίας στις 13 Αυγούστου κάποιου έτους, αλλά και παρακάμπτει τη συνάφεια του «Καθίσματος» με την τιμή της Θεοτόκου ως Μητέρας του Κυρίου.

(IV) Η εορτολογική εξέλιξη προς τη 15η Αυγούστου

Τα παραπάνω στοιχεία πιστοποιούν ότι, η εορτή του «Καθίσματος» της Θεοτόκου προετοιμάζει μεν ημερολογιακώς την εορτή της Κοιμήσεως, αλλά το εορτολογικό περιεχόμενό της είναι παντελώς διαφορετικό από το γεγονός της Κοιμήσεως(43). Εάν λάβουμε υπόψη το «αρμενικό λεκτσιονάριο» ή «εκλογάδιο», το oποίο εξέδωσε σε παράρτημα ο Conybeare(44) και περί του οποίου o εκδότης ισχυρίζεται ότι καταγράφει τη λειτουργική πράξη των Ιεροσολύμων κατά τον 6ο αι.(45), συμπεραίνουμε ότι την εποχή εκείνη ισχύει ακόμα η εορτή με το γενικό θεομητορικό περιεχόμενο (η εορτή του «Καθίσματος»)(46). Στο χρονικό αυτό σημείο φαίνεται ότι επαληθεύεται η άποψη του Cabrol περί δημιουργίας της εορτής της Κοιμήσεως υπό το βάρος του κύρους, το οποίο ακτινοβολούσε ο τάφος της Θεοτόκου στη Γεθσημανή(47).

Οι εορτολογικές εξελίξεις εμφανίζονται καταιγιστικές από τα μέσα του 5ου αι, όταν ο αυτοκράτορας Μαρκιανός (450-457) έκτισε ναό προς τιμή της Θεοτόκου στη Γεθσημανή(48). Τρία έτη μετά το θάνατο του αυτοκράτορα, το 460, εμφανίζεται για πρώτη φορά εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου και στον συγκεκριμένο ναό(49), εκτοπιζομένης τοιουτοτρόπως της παλαιάς θεομητορικής εορτής του «Καθίσματος»(50). Στο σημείο αυτό πολύτιμη εμφανίζεται η μαρτυρία του «Γεωργιανού Κανοναρίου», ενός κειμένου το οποίο αντικατοπτρίζει την ιεροσολυμιτική λατρεία μεταξύ 450 και 750(51), το οποιο φαίνεται ότι γνωρίζει ο Μόδεστος Ιεροσολύμων (645-646)(52) και το οποίο αποτελεί γεωργιανή μετάφραση απολεσθέντος ελληνικού πρωτοτύπου, η ύπαρξη του οποίου ήταν άγνωστη έως τις αρχές του 20ου αι,(53).

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του «Κανοναρίου», στις 15 Αυγούστου «τιμάται η μνήμη της Θεοτόκου στη Γεθσημανή στο ναό του αυτοκράτορα Μαρκιανού («Μαυρικίου» κατά γεωργιανή παραλλαγή(54)»(55). Η επιβεβαίωση των εξελίξεων είναι σαφής: η παλαιά θεομητορική εορτή του ναού της Ικελίας έχει εκτοπισθεί (οι δύο εκδότες του «Κανοναρίου» αναφέρουν ότι η εορτή αυτή μετατοπίσθηκε στις 13 Αυγούστου και εξαφανίσθηκε σταδιακώς(56)), στη θέση της δε κατά τις 15 Αυγούστου τοποθετήθηκε η εορτή της Κοιμήσεως(57). Ουδείς, βεβαίως, δύναται να συμπεράνει ότι η Εκκλησία των Ιεροσολύμων επανέφερε στην ιστορική της μνήμη το γεγονός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το 460 (!). Η εορτολογική έρευνα θα πρέπει να διακρίνει μεταξύ της τιμής ενός θεομητορικού γεγονότος στη συνείδηση της Εκκλησίας (αυτή η τιμή είναι πρωτοχριστιανική) και του ημερολογιακού καθορισμού εορτασμού του (αυτός ο καθορισμός επισυμβαίνει πάντοτε κατόπιν μακρών χρονικών εξελίξεων).

Ευνόητο είναι ότι η περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εορτολογική εξέλιξη δεν μπορεί να εννοηθεί ανεξαρτήτως της διατυπώσεως του ορθοδόξου Μαριολογικού δόγματος κατά την Γ' Οικουμενική Σύνοδο(58). Η από τα μέσα του 5ου αι. εορτολογική παράδοση περί της Κοιμήσεως συμπορεύεται με την εδραίωση του περί της Θεοτόκου ορθοδόξου δόγματος, γεγονός το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την εδραίωση, διάδοση και καθολική επισημοποίηση της εορτής της Κοιμήσεως. Η επισημοποίηση αυτή επισυμβαίνει περί τα τέλη του 6ου αι., όταν ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος (582-602), σύμφωνα με τη μαρτυρία Νικηφόρου του Καλλίστου(59), καθορίζει δια διατάγματος την επιτέλεση της εορτής στις 15 Αυγούστου.

Πρόκειται περί αποκρυσταλλώσεως μιας μακραίωνης θεομητορικής παραδόσεως, ενόσω η εορτή της Κοιμήσεως περιβάλλεται πλέον με νομική ισχύ(60). Είναι σαφές ότι με το διάταγμα του Μαυρικίου δεν επιτελείται σύσταση νέας εορτής, εφόσον αναφέρεται ότι η σύστασή της έχει συντελεσθεί κατά το παρελθόν(61). Ο Μαυρίκιος υιοθέτησε επισήμως και καθολικώς την ιεροσολυμιτική ημερομηνία περί της «Μνήμης της Θεοτόκου», συνειδητοποιήσας προφανώς την καθολική ευλάβεια προς το μνήμα της Θεοτόκου στη Γεθσημανή(62) και υπό την αύξουσα ακτινοβολία του εν λόγω προσκυνήματος, όπου συνέρρεε πλήθος προσκυνητών(63). Δεν φαίνεται, όμως, ότι η κατά τον 6ο αι. αποκρυσταλλωθείσα εορτή της Κοιμήσεως επεβλήθη αυτομάτως σε όλο το εύρος του χριστιανικού κόσμου. Όπως τονίζει τον 7ο αι. ο Ιωάννης Θεσσαλονίκης, «υπήρχαν κάποιοι τόποι, οι οποίοι δεν εόρταζαν ακόμα την ετήσια μνήμη της Κοιμήσεως», μεταξύ δε αυτών ο Ιωάννης συγκαταλέγει και τη Θεσσαλονίκη(64).

(V) Περαιτέρω εξέλιξη της εορτής στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο

Στις αρχές του 6ου αι. η εορτή της Κοιμήσεως υιοθετείται από την Εκκλησία της Συρίας(65). Είναι χαρακτηριστική η ποίηση περί του θανάτου και του τάφου της Θεοτόκου, την οποία κατέλειπε ο Ιάκωβος του Sarug(66) (Σύρος επίσκοπος περί το 518). Στην ποίηση αυτή είναι σαφής η ιδιαιτερότητα της εορτής της Κοιμήσεως, αλλά δεν είναι σαφής η ημερομηνία παρά την περί της 15ης Αυγούστου επιχειρηματολογία του Faller(67). Η ασάφεια της ημερομηνίας έγκειται στην παράδοση της Συριακής Εκκλησίας να υιοθετήσει μεν την ιεροσολυμιτική εορτή της Κοιμήσεως, αλλά να την τοποθετήσει στις 26 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με την απόκρυφη παράδοση περί Κοιμήσεως της Θεοτόκου την ίδια ημέρα Γεννήσεως του Κυρίου, μετατεθείσης της εορτής κατά μία ημέρα ώστε να μην συμπέσουν οι δύο εορτές(68).

Από τη Συρία η εορτή της Κοιμήσεως μεταλαμπαδεύτηκε στη Ρώμη.
Διαρκούντος, ήδη, του 6ου αι.,ο Γρηγόριος Τουρώνης (573-593) αναφέρεται σε εορτή υπό τον γενικό τίτλο «Festivitas S. Mariae»(69). Στη συγκεκριμένη μαρτυρία ουδεμία αναφορά γίνεται στο γεγονός της Κοιμήσεως, συμπεραίνουμε δε ότι πρόκειται προφανώς περί κάποιας θεομητορικής εορτής γενικού χαρακτήρος(70). Ο πάπας Θεόδωρος Α' (647-649) είναι ο πρώτος, ο οποίος επεχείρησε εισαγωγή της εορτής στη Ρώμη, φαίνεται όμως ότι η προσπάθειά του δεν στέφθηκε από επιτυχία(71). Η παραπάνω επισήμανση ότι η Συρία επέδρασε επί της Ρώμης στην υιοθέτηση της εορτής της Κοιμήσεως αφορά στην εδραίωση της εορτής στη Ρώμη από το Σύρο πάπα Σέργιο Α' (687-701), ο οποίος μετέφερε στη Ρώμη την τελετουργική λαμπρότητα της Συρίας κατά τον εορτασμό της Κοιμήσεως(72). Η ορολογία της εορτής φαίνεται ότι αποκρυσταλλώθηκε σταδιακώς: το «ευαγγελιστάριο» του 740 αναγγέλει την εορτή ως «Sollemnitas de pausatione sanctae Mariae»(73), ενώ το «Aνδριανό ευχολόγιο» (περί το 770) καταχωρίζει ακολουθία εορτής της «Μεταστάσεως» (Transitus)(74). Γνωρίζουμε ότι o πάπας Αδριανός εγκαινίασε την εορτή στο ναό της «Αγίας Μαρίας της Μείζονος» στη Ρώμη(75).

Στην αιγυπτιακή Εκκλησία φαίνεται ότι κατά τον 5ο αι. εμφανίζεται εορτή της Κοιμήσεως εξ επιδράσεως των Ιεροσολύμων. Ο κατά την εποχή αυτή, όμως, χρονολογούμενος Ψευδο-Διοσκορικός πανηγυρικός του Μακαρίου αναφέρει ότι, οι πιστοί συνάζονται στην Εκκλησία της Παρθένου στη Γεθσημανή στις 21 του αιγυπτιακού μηνός «Τομπί», ημερομηνία αντίστοιχη με την 16η Ιανουαρίου του Ιουλιανού ημερολογίου(76). Από τον Ψευδο-πανηγυρικό συμπεραίνουμε, επίσης, ότι η συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν εορτασμός της Κοιμήσεως, ενώ διετηρείτο και η ημερομηνία της 15ης Αυγούστου ως εορτασμός της Μεταστάσεως. Η εορτολογική ερμηνεία των αιγυπτιακών μαρτυριών φαίνεται ότι μπορεί να διατυπωθεί μόνο σε υποθετικό επίπεδο: εφόσον δηλαδή η 6η Ιανουαρίου ήταν -κατά την αρχαία αιγυπτιακή παράδοση- η ημερομηνία εορτασμού της Γεννήσεως του Κυρίου (ταυτοχρόνως με τον εορτασμό της Βαπτίσεως)(77) η 16η εντάσσεται στον χριστουγεννιάτικο εορτολογικό κύκλο της αιγυπτιακής Εκκλησίας, σύμφωνα με την απόκρυφη παράδοση περί Κοιμήσεως της Θεοτόκου την ιδία εποχή ή και ημερομηνία με τη Γέννηση του Κυρίου. Εύλογο ήταν η ίδια εορτολογική διάκριση (16 Ιανουαρίου η εορτή της Κοιμήσεως/15 Αυγούστου ή της Μεταστάσεως) να παραληφθεί και από την Εκκλησία της Αιθιοπίας(78).

Υποσημειώσεις

1. Βλ. Χρήστου, Πατρολογία, Β', σ. 673.

2. PG 5,1231-1240.

3. Το γεγονός ότι πρόκειται περί ψευδο-Μελίτωνος υποστηρίζεται επαρκώς υπό του M.Jugie, «Homélies mariales Byzantines», εν Ρ.Graffin, Patrologia Orientalis19 (2), 1926,σ.370.

4. Το εξέδωσε ο Tischendorf, Apocrypha,σς. 95-112.

5. Apocrypha Literature, σσ. 42-51.

6. S. Jean Damascéne, Homélies sur la Nativité et la Dormition, SC 80, 1961, σ.26.

7. «Assomption», στ. 2998.

8. Βλ. σχετικώς εν P.Voulet, ό.π., σ. 27.

9. Είναι αξιοσημείωτο ότι μια παραλλαγή του κειμένου αποδίδεται στον Μελίτωνα Σάρδεων (+180), στο έργο του «Κοίμησις Θεοτόκου», το οποίο, όμως, είναι νόθο και μεταγενέστερο του 4ου αι. (Παπαδοπούλου, Πατρολογία, Α', σ. 263).

10. Πρβλ. Leclercq, «Assomption», στ.2993.

11. Το περιεχόμενό της θα εκτεθεί σε επόμενη παράγραφο των σχετικών με το Λόγο του Δαμασκηνού.

12. Πρβλ. Jugie, mort et assumption, σ.92.

13. Νέλλα, Θεομήτωρ,σ. 27, σημ. 1.

14. Πρβλ. Cabrol, «Assomption», στ.2996.

15. H οικία αυτή είναι διαφορετική από το «υπερώο» των Πράξεων των Αποστόλων (1,13). Βλ. περισσότερα εν Lagrange, «Dormition», σσ. 599-600.

16. Βλ. σχετικώς εν Καλογήρου, «Μαρία», στ. 663/Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ. 14.

17. Κατά αιρέσεων, 78,11, PG 42, 716Β-C. Βλ. και τίς παρατηρήσεις του Kellner, Heortologie, σ. 172.

18. Ibi est vallis Iosaphat, ibi Dominum Iudas traditit. Ibi est ecclesia Domnae Mariae matris Domini (De situ terrae sanctae, έκδ. Geyer, CCL 175, σ. 119). Ο Capelle επιχειρεί να αξιολογήσει περισσότερο τη μαρτυρία αυτή («Fete de la Vierge», σ.29, σημ. 61).

19. In qua valle Gethsemanae est Basilica sanctae Mariae, in qua monstratur sepulcrum de quo dicunt sanctam Mariam ad caelos fuisse sublatam (εκδ. J. Tobler, Itinera et descriptiones Terrae sanctae, t. I,Iena1877, σ.100). Ο Raes, όμως, θεωρεί ότι ο μαρτυρούμενος ναός και ο τάφος δεν ευρίσκοντο στον ίδιο τόπο («Assomption», σ.264).

20. PG 83(3), 3789Α• 3821Β- 3824Β.

21. H εν λόγω μαρτυρία του Σοφρωνίου παρατίθεται στην παρούσα ενότητα επειδή δεν συνεξετάζουμε την ποίησή του με τους εγκωμιαστικούς προς την Κοίμηση λόγους των λοιπών εκκλησιαστικών συγγραφέων.

22. Πρόκειται περί της ιεροσολυμιτικής λειτουργικής τάξεως, όπως εξάγεται από τα «Oδοιπορικά» των εκ της Δύσεως προερχομένων προσκυνητών των Αγίων Τόπων. Στο εν λόγω breviarium επαναλαμβάνεται η μαρτυρία των «Οδοιπορικών» ότι ibi (στη Γεθσημανή) est basilica sanctae Ariae, et ibi est sepulchrum eius (έκδ. Geyer, εν CCL 175, σ. 155).

23. Σωστές οι επισημάνσεις των Abel (Jerusalem, σσ. 816-817) και Σιώτη (Λατρεία Θεοτόκου,σ. 13).

24. Σύνοψη των ερευνών αυτών στις μελέτες των Nirsche (Das Grab) και Bagatti («tomba delle Vergine», σσ. 236-290). Τις θέσεις του Nirsche σχολιάζει και o Kellner (Heortologie, σ.172, σημ. 2).

25. Οι επί του θέματος αυτού «δραματικές αποκαλύψεις» της Emmerich εξεδόθησαν από το αβαείο της στο έργο Vie de Saint Vierge d’ après les meditations d’A,C. Emmerich, γαλλική μετάφραση υπό Η. Cazalès Paris 1931, ιδιαιτέρως σσ. 380-381.

26. Τα αναλυτικότερα συμπεράσματα της Emmerich δημοσιεύθηκαν μετά το θάνατό της (βλ. Panagia-Capouli). Σχετική αναφορά γίνεται και στην τότε νεοσύστατη Revue Biblique [1 (1892), σ. 463], γεγονός το oποίο μαρτυρεί το ερευνητικό ενδιαφέρον περί των απόψεων της Emmerich.

27. Ο κυριότερος εκπρόσωπος της απόψεως αυτής είναι ο (βλ. στη μελέτη του Grab der Maria)

28. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή, όταν o ευαγγελιστής Ιωάννης ήλθε στην Έφεσο, έφερε μαζύ του τη Θεοτόκο (βλ.σχετικώς εν Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ. 12).

29. Βλ. Cabrol, «Assomption», στ. 2995.

30. Στεφανίδου, Ιστορία, σ. 316. Είναι χαρακτηριστικό της επί του θέματος ασαφείας ότι, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας προσφωνών τα μέλη της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου αναφέρεται σε ναό προς τιμή της Θεοτόκου [Χαίροις τύνοιν παρ’ ημών αγία μυστική Τριάς, η τούτους ημάς πάντας συγκαλεσαμένη επί τήνδε την Εκκλησίαν της Θεοτόκου Μαρίας, PG 77, 992Α-Β], ενώ ο τίτλος της προσφωνήσεώς του αναφέρεται σε ναό της αγίας Μαρίας [Όμιλία Δ', Εν Εφέσω λεχθείσα προς Νεστόριον, ηνίκα κατήλθον οι επτά προς την αγίαν Μαρίαν, 992Α].

31. Βλ. Jugie, «fetes ίείεδ ηΐ3Π3ΐε8», σ. 130. Το γεγονός υπάρξεως παλαιοχριστιανικής εορτής στα Ιεροσόλυμα προς τιμή της Θεοτόκου επισημαίνει και o Kellner (Heortologie, σ.172).

32. Βλ. Φουντούλη, «Κοίμησις», στ.705/Milik, «topographie palestinienne», σσ. 571-572/Aubineau, Hesychius, σσ. 137-138.

33. Ενδεικτικώς αναφέρουμε τις μελέτες των Von Riess, “Kathisma”, σσ. 17-23/Klameth, Lokaltraditionen, σσ. 60-71/Abel, Bethleem, σ.3.

34. Πρβλ. Strycher, Protévangile, σσ.142-145. Βλ. επίσης Capelle, «Fete de la Vierge», σ. 21/ Martimort, Eglise en Prière IV, σ. 147.

35. Est locus tertio miliario de Hierusalem civitate. Dum domna Maria mater Domini iret in Bethleem, descendit de asina et sedit super petram et benedixit eam (De situ terrae sanctae, 28, έκδ. Geyer, CCL 175, σ. 124).

36. Βλ. σχετικώς εν Klameth, Localtraditiones, σσ. 60-71. Αξιοσημείωτη είναι και η πληροφορία του Raes ότι, στο εν λόγω «Κάθισμα» η Ραχήλ εγένησε το Βενιαμίν και απέθανε εκεί («Assomption», σ. 262).

37. Πρβλ. Schwartz, Kyrillos σ. 236 (20).

38. Βίος Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, εκδ. Usener, Thedosios, σσ. 3 και 14.

39. Βλ. Capelle, «Fete de la Vierge», σ. 22.

40. Πρβλ. Usener, Theodosios. σ.58.

41. «Κοίμησις», στ. 705.

42. Πρβλ. Baumstark, Liturgie, σ. 202/Του ιδίου, Festbrevier, σσ. 216 εξ.

43. Είναι απορίας άξιον το γεγονός ότι, ο Faller θεωρεί την εορτή του «Καθίσματος» ως εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (silentio circa Assumptionem, σσ. 18-20).

44. Rituale Armenorum, Oxford, Clarendon Press,1905, σσ. 507-527. H έκδοση έγινε με βάση δύο χειρόγραφα, εκ των οποίων το αρχαιότερο ανάγεται στον 9ο αι. (Paris fonds arménien, 20). Περί της μαρτυρίας του «αρμενικού λεκτσιοναρίου» περί εορτασμού της «Μαρίας Θεοτόκου» στο «Κάθισμα» κατά τις 15 Αυγούστου, βλ. και Renoux, Codex arménien,σ. 357.

45. Ο καθ. Ι. Φουντούλης θεωρεί ότι η καταγραφόμενη λειτουργική πράξη είναι του 5ου αι. («Κοίμησις», στ. 507). Την ίδια χρονολόγηση παρέχει ο Raes, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το «λεκτσιονάριο» συνετάγει σε μοναστήρι της Ιερουσαλήμ περί το 460 («Assomption», σ. 262).

46. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τα υπό του «λεκτσιοναρίου» αναφερόμενα περί εορτής της Θεοτόκου στη μονή του αγ.Ευθυμίου προ του 479 (βλ. σχετικώς εν Capelle, «fete de la Vierge», σσ. 19-20). Το γεγονός ότι κατά τον 5ο αι. υφίσταται η παλαιά εορτή του «Καθίσματος» επισημαίνεται και από τον C.Andrinicof (Sens des fetes σ. 279).

47. «Assomption», στ. 2997.

48. Στεφανίδου, Ιστορία, σ. 317.

49. Βλ. Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ. 11/Martimort, Eglise en Prière, IV, σ. 147.

50. Πρβλ. Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος, σ. 64.

51. Πρβλ. Wenger, Assomption,σσ. 102-103/Esbroek,«Dormition», σσ. 363-369.

52. Στην οικεία παράγραφο θα γίνει αναφορά στις πληροφορίες του Μόδεστου περί της εορτής της Κοιμήσεως, μέσα από την Ομιλία του στην Κοίμηση. Επί του παρόντος αρκούμεθα στην επισήμανση της ενότητας των δύο πηγών, δηλαδή του «Κανοναρίου» και της Ομιλίας του Μοδέστου (βλ. περισσότερα εν Raes, «Assomptionη», σ. 264).

53. Πρώτος γνωστοποίησε την ύπαρξή του ο C. Kékedidzé», ο οποίος και το εξέδωσε το 1912 (Kanonar. Κριτική παρουσίαση υπό Peeters, «Kékedidzé», σσ.349-350). Το 1923 o H.Goussen πραγματοποίησε διορθωτική επανεξέταση της αρχικής εκδόσεως (georgische Drucke. Κριτική παρουσίαση υπό Peeters «Goussen», σσ. 137-140), ενώ την ίδια εποχή ο Α. Chanidzé ολοκλήρωσε την παλαιογραφική έρευνα του κειμένου («histoire de la langue géorgienne». Κριτική παρουσίαση υπό Peeters, «Chanidzέ», σσ. 384-386). H χρονολόγηση του «Κανοναρίου» υπό του Capelle κατά τον 8ο αι. δεν δημιουργεί προβλήματα στα συμπεράσματα της έρευνας («Fetes de la Vierge», σ. 2).

54. Από την παραλλαγή αυτή προφανώς πηγάζει ο χαρακτηρισμός του ναού στη Γεθσημανή ως «ευκτηρίου του Μαυρικίου» (Φουντούλη, «Κοίμησις», στ. 705). Ο Kékedidzé διορθώνει το γεωργιανό πρωτότυπο περί «Μαυρικίου» σε «Μαρκιανό», επειδή προφανώς εγνώριζε ότι δύο προσκυνητές των αγίων Τόπων (ο Θεοδόσιος περί το 530 και ο Αντώνιος της Πλακεντίας περί το 570) μαρτυρούν περί υπάρξεως του ναού, ο οποίος επομένως υπήρχε προ του Μαυρικίου (582-602). Είναι πιθανόν η μετατροπή του «Μαρκιανός» σε «Μαυρίκιος» υπό του γεωργιανού) πρωτοτύπου να οφείλεται στην επωνυμία του Μαρκιανοΰ ως «Μαυρικιανοϋ» (βλ.Raes, «Assomption» σ. 264).

55. Kékedidzé, Kanonar, σ. 123. Ο Dalmais συγκρίνει τη μαρτυρία με μεταγενέστερες γεωργιανές πηγές και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ο συγκεκριμένος εορτασμός δεν περιορίζετο κατά τη 15η Αυγούστου, αλλά εξετείνετο μεταξύ 13ης και 17ης Αυγούστου («Apocryphes de la Dormition», σσ. 13-14).

56. Πρβλ. Kékedidzé, Kanonar, σ. 123/Goussen, georgische Drucke σ. 29.

57. Νέλλα, Θεομήτωρ, σ. 27, σημ. I/P.Voulet, όπ.π., σ. 9. Περί των θεωριών αιτιολογήσεως της 15ης Αυγούστου ως ημέρας Κοιμήσεως της Θεοτόκου επί τη βάσει ειδωλολατρικών δεδομένων-θεωρίες καταδικασμένες από την Εκκλησία, βλ. εν Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ.12.

58. Πρβλ., Jugie, «tete mariale», σσ. 130-131/Kellner, Heortologie, σσ. 172-173.

59. Τάττει δε και Μαυρίκιος την της πανάγνου και θεομήτορος κοίμησιν, κατά την πεντεκαιδεκάτην του Αυγούστου μηνός (Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλησιαστική ιστορία,17.28, ΡG 147, 292Α-Β).

60. Βλ. Στεφανίδου, Ιστορία, σ. 317/Martimort , Eglise en Prière ; IV, σ. 147/Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος, σ. 64/Καλογήρου, «Μαρία», στ. 663/Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου,σ.11.

61. Βλ. και, Cabrol, «Assomption», στ. 2997.

62. Πρβλ. Capelle, «Fete de la Vierge», σσ.28-29.

63. Φουντούλη, «Κοίμησις», στ.705.

64. Κοίμησις της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, 1, έκδ. Μ. Jugie, «Homélies mariales byzantines», εν Ρ. Graffin, Patrolologia Orientalis 19 (2),1926, σ.376.

65. Βλ.Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ. 11.

66. Λατινική μετάφραση υπό A. Baumstark, Or. Chr.(1905), σσ. 91-99.

67. Silentio circa Assumptionem, σσ. 20-22.

68. Βλ. περισσότερα εν Wallis Budge, Blessed Virgin,σσ. 125/Raes, «Assumption» σ. 270.

69. Πρβλ. De gloria martyrum, Ι,4, PL 71, 713.

70. Την άποψη αυτή αποδέχεται και o Cabrol, «Assomption», στ. 2998.

71. Πρβλ. Andronikof, Sens des fetes, σ. 280.

72. Βλ. Φουντούλη,«Κοίμησις», στ. 706.

73. Πρβλ. Klauser, Capitulare, σ.81.

74. Βλ. στο Γρηγοριανό ευχολόγιο (η έκδοση περιλαμβάνει και επιμέρους ευχολόγια), έκδ. J. Deshusses, Fribourg 1971, σ. 262 (Spicilegium Friburgense, 12).

75. Βλ. περισσότερα εν Duchesne, Liber Pontificalis, Ι, σ. 500.

76. Έκδ. Amélineau, «Panégyrique de Macaire», σ.125.

77. Βλ. Mossay, Νοel-Epiphanie, σ.57.

78. Βλ. σχετικώς εν Nollet, «culte de marie», σσ. 376-379/Martimort, Eglise en Prière IV, σ. 148.


Αναδημοσίευση από: www.myriobiblos

katafigioti

lifecoaching