


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
αετοί
για τη θ. Κοινωνία
Η θυσία απαιτεί να προσερχόμαστε με ομόνοια και θερμή αγάπη.
Ως αετοί του πνεύματος να πετάμε σε ουράνιο χώρο.
Μάλλον δε και πάνω από τον ουρανό.
Διότι η Τράπεζα αυτή είναι για τους αετούς,
όχι για τις καρακάξες.
Ε.Π.Ε. 18α,96
αθανασία
και πρόσκαιρα
Παρακαλώ, να επιζητάμε εκείνα, που μένουν αιώνια και δεν επιδέχονται καμμιά μεταβολή. Ε
.Π.Ε. 5,610
του κακού
Ο Αδάμ αμάρτησε, διότι είχε θνητό σώμα; Καθόλου.
Αν πραγματικά ήταν θνητό το σώμα του, δεν θα ετιμωρείτο με θάνατο.
Καθόλου το θνητό σώμα δεν εμποδίζει την αρετή.
Αντίθετα συντελεί στη σωφροσύνη και βοηθεί πάρα πολύ.
Ε.Π.Ε. 18,488
και ανάστασις
Κι αν η ψυχή μυριάδες φορές είναι αθάνατη, όπως ασφαλώς και είναι,
δεν θ’ απολαύση χωρίς το σώμα τα απερίγραπτα εκείνα αγαθά,
όπως φυσικά και δεν θα κολαστή χωρίς το σώμα.
«Όλα, λέει ο Παύλος, πρέπει να φανερωθούν μπροστά στο βήμα του Χριστού,
για να λάβη καθένας ό,τι του αρμόζει για όσα έπραξε με το σώμα του,
είτε αγαθά, είτε κακά».
Τα έλεγε αυτά ο Παύλος, για να τους στηρίζη στην αλήθεια της αναστάσεως των σωμάτων,
αλλά και για να τους πείθη για την αθάνατη ζωή,
για να μη νομίζουν, ότι τα ανθρώπινα τελειώνουν όλα στην παρούσα ζωή.
Ε.Π.Ε. 18α,598-600
και στους ειδωλολάτρες
Επειδή ο θάνατος φανερώνει τη θνητή φύση του ανθρώπου,
ο διάβολος προβάλλει άλλο δρόμο (για τη θεοποίηση ανθρώπων) την αθανασία της ψυχής.
Μ’ αυτήν ανακατεύει την υπερβολική κολακεία και πολλούς τους εκτρέπει σε ασέβεια.
Και βέβαια, όταν εμείς οι χριστιανοί μιλάμε για την αθανασία της ψυχής,
όπως πρέπει, κοντράρει το λόγο. Όταν όμως εκείνος θέλει πάνω σ’ αυτήν να στεριώση τους ψεύτικους θεούς του,
τότε με πολλή μαεστρία στηρίζει την αθανασία.
Ε.Π.Ε. 20,48
η ζωή του Χριστού
«Ζωήν λέγει την αθάνατον. Τούτο γαρ έστιν, «ίνα Θεώ ζήσω».
Ε.Π.Ε. 20,274
και στην κόλαση και στον παράδεισο
Όλα τα αγαθά και τα κακά τούτης της ζωής τελειώνουν και μάλιστα γρήγορα.
Στην άλλη ζωή και τα δυο είναι αθάνατα. Επεκτείνονται στους ατέλειωτους αιώνες.
Ως προς δε την ποιότητα, διαφέρουν τόσο πολύ τα εδώ με τα εκεί,
όσο κανένας δεν μπορεί να περιγράψει.
Ε.Π.Ε. 28, 786
αθάνατος θάνατος
«Τον αθάνατον θάνατον διαφεύγομεν»
Ε.Π.Ε. 12, 556
ο θάνατος εξ αιτίας της αμαρτίας
Ας αποφύγουμε την τόσο οδυνηρή ζωή της αμαρτίας,
διότι και μετά την οδύνη αυτή θ’ ακολουθήσει θάνατος,
θάνατος αθάνατος.
Ε.Π.Ε. 12, 556
ο θάνατος
Αν η μέρα του θανάτου μας πιάση να κοιμόμαστε (ν’ αδιαφορούμε),
θ’ ακολουθήσει θάνατος αθάνατος.
Ε.Π.Ε. 17,536
πλάστηκε ο Αδάμ
Απ’ την αρχή ήθελε να σε κάνη ο Θεός αθάνατον, αλλά συ δεν θέλησες.
Πραγματικά, ενδείξεις αθανασίας ήσαν: η συνοίκησις με το Θεό, η απουσία ταλαιπωριών απ’ τη ζωή,
η απαλλαγή από λύπη και φροντίδες και κόπους και όλα τα αλλά θνητά στοιχεία.
Ε.Π.Ε. 18,486
(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, Τόμος Α΄, σελ. 107-108)
Επιδράσεις που δέχονται τα παιδιά από το περιβάλλον
-Από ποιά ηλικία, Γέροντα, τα παιδιά επηρεάζονται από το περιβάλλον;
-Τα παιδιά από την κούνια ακόμη αντιγράφουν τους γονείς.
Ξεσηκώνουν ό,τι βλέπουν να κάνουν οι μεγάλοι και τα γράφουν όλα στην άδεια κασέτα τους.
Γι’ αυτό οι γονείς πρέπει να αγωνισθούν να κόψουν τα πάθη τους.
Ασχετα αν μερικά τα κληρονόμησαν από τους δικούς τους γονείς, θα δώσουν λόγο στον Θεό,
όχι μόνο γιατί δεν αγωνίσθηκαν να τα κόψουν, αλλά και γιατί έχουν ευθύνη που τα μεταδίδουν στα παιδιά τους.
-Γέροντα, παιδάκια που έχουν την ίδια αγωγή από το σπίτι τους, πώς γίνεται μερικές φορές να μη μοιάζουν καθόλου;
-Συχνά το παιδί δέχεται και πολλές επιδράσεις από το εξωτερικό περιβάλλον.
Αλλά, όταν μεγαλώση, αν έχη καλή διάθεση, ο Θεός θα του δώση περισσότερη φώτιση,
για να καταλάβη τις αρνητικές επιδράσεις που έχει δεχθή και να αγωνισθή να τις αποβάλη.
Σήμερα υπάρχει στον κόσμο μια κακότητα. Πάνε να καταστρέψουν τα παιδιά από μικρά.
Αντί να τα φρενάρουν από το κακό, μέχρι να ενηλικιωθούν, τα εμποδίζουν και από το καλό.
Και ύστερα, τα κακόμοιρα, όταν πέφτουν στην αμαρτία και ταλαιπωρούνται, θέλουν να σηκωθούν και δεν ξέρουν πώς να σηκωθούν.
Γιατί, άμα πάρουν τον γλυκό κατήφορο, δύσκολα μπορούν να σταματήσουν.
Έρχονται στο Καλύβι παιδιά είκοσι πέντε, είκοσι επτά χρονών, που παίρνουν ναρκωτικά κ.λπ., και τα καημένα ζητούν βοήθεια.
Έτυχε μια φορά να βοηθήσω ένα-δυό παιδιά να πάρουν μια καλή στροφή, και τώρα φέρνουν τον φίλο τους,
τον φίλο του φίλου τους, για να βοηθηθούν. Σου σπαράζουν την καρδιά.
Ένα παιδί, το καημένο, έπαιρνε βαριά ναρκωτικά και ήταν τελείως για πεθαμό. Τα χέρια του, τα δόντια του ήταν χάλια.
Ύστερα τα σταμάτησε και βοήθησε και άλλους νέους.
Κάπου δεκαπέντε παιδιά ήταν στην συντροφιά του και όποιο ερχόταν μετά έλεγε: «Είμαι του τάδε».
Τον είχαν για ...Γέροντα! Πολλά όμως έχουν φθάσει στον γκρεμό, κάνουν ενέσεις, πουλούν το αίμα τους...
Καταστρέφουν και τον εαυτό τους, καταστρέφουν και τους γονείς τους.
Και βλέπεις, ο πατέρας να πεθαίνη από εγκεφαλικό, η μητέρα από καρδιά, από συκώτι...
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 101-102)
Τι άραγε πρέπει να κάνουμε σήμερα; Γιατί βλέποντας το πλήθος σας φοβάμαι να μακρύνω το λόγο. Πραγματικά όταν η διδασκαλία προχωράει περισσότερο, βλέπω πως πατάει ο ένας τον άλλο, πως στενοχωριέστε και η θλίψη από τη στενοχώρια ζημιώνει την προσεκτική ακρόαση. Γιατί ένας ακροατής που δεν έχει άνεση, δεν μπορεί να προσέχει με ενδιαφέρον τα λεγόμενα.
Βλέποντας λοιπόν το πλήθος σας, όπως είπα, φοβάμαι να μακρύνω το λόγο˙ συλλογιζόμενος όμως τον πόθο σας, φοβάμαι να συντομεύσω τη διδασκαλία. Γιατί αυτός που διψάει, αν δε δει πρώτα γεμάτη τη φιάλη, ούτε στα χείλη του θα τη φέρει με ευχαρίστηση˙ αλλά και αν ακόμη δεν πρόκειται να την πιει ολόκληρη, θέλει να τη δει γεμάτη όλη. Γι’ αυτό δεν ξέρω ποιά μορφή να δώσω στην ομιλία. Γιατί θέλω με τη συντομία να ελαττώσω την κούρασή σας και με το μάκρος του λόγου να χορτάσω την επιθυμία σας. Αλλά και τα δύο αυτά πολλές φορές τα έκανα, και ούτε μία φορά ξέφυγα την κατηγορία. Ξέρω ότι πολλές φορές, επειδή σας λυπόμουν, σταμάτησα το λόγο πριν από το τέλος του και με αποδοκίμασαν αυτοί που έχουν αχόρταγη ψυχή, αυτοί που συνέχεια απολαμβάνουν τα θεία νάματα, αλλά ποτέ δε χορταίνουν, οι «μακάριοι εκείνοι που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη», και επειδή φοβήθηκα τις αποδοκιμασίες τους πάλι προχώρησα μακρύνοντας πολύ τη διδασκαλία, και γι’ αυτό δέχθηκα τις κατηγορίες άλλων. Γιατί εκείνοι που επιθυμούσαν τη συντομία, όταν με συναντούσαν, με παρακαλούσαν να λυπηθώ την αδυναμία τους και να ελαττώνω το μάκρος των λεγομένων.
Όταν λοιπόν σας δω στενοχωρημένους, οδηγώ το λόγο στο τέλος˙ όταν όμως σας δω να στενοχωριέστε και να μην απομακρύνεστε, αλλά να είστε αποφασισμένοι για περισσότερο δρόμο, επιθυμώ να διεγείρω τη γλώσσα μου. Από παντού μου είναι στενά τα πράγματα. Τι να κάνω; Γιατί εκείνος που δουλεύει σ’ ένα κύριο και είναι αναγκασμένος να υπηρετεί σε μία γνώμη, εύκολα μπορεί ν’ αρέσει στον κύριό του και να μην κάνει σφάλματα, ενώ εγώ έχω πολλούς κυρίους, αφού αναγκάζομαι να δουλεύω σε τόσο λαό που έχει διαφορετική γνώμη. Και αυτά τα είπα όχι γιατί δυσανασχετώ για τη δουλεία αυτή -μακριά μια τέτοια σκέψη-, ούτε γιατί θέλω να φύγω από την εξουσία σας. Γιατί τίποτε δε μου είναι σεμνότερο απ’ αυτή τη δουλεία. Ούτε ο βασιλιάς υπερηφανεύεται τόσο για το στέμμα και την πορφύρα, όσο εγώ τώρα καυχιέμαι για τη δουλεία της αγάπης σας. Γιατί εκείνη τη βασιλεία τη διαδέχεται θάνατος, ενώ αυτή τη δουλεία, αν εφαρμοσθεί σωστά, την περιμένει η βασιλεία των ουρανών. «Γιατί είναι μακάριος ο πιστός και συνετός δούλος, που ο κύριός του τον όρισε υπεύθυνο για να δίνει στους συνδούλους του το σιτηρέσιό του. Αλήθεια σας λέγω, θα τον βάλει υπεύθυνο σε όλα τα υπάρχοντα».
Είδες πόσο είναι το κέρδος απ’ αυτή τη δουλεία, όταν γίνονται με προσοχή; Ορίζεται υπεύθυνος σε όλα τα υπάρχοντα του κυρίου. Δεν αποφεύγω λοιπόν τη δουλεία, γιατί ασκώ τη δουλεία αυτή μαζί με τον Παύλο. Γιατί πραγματικά εκείνος λέγει, «δεν κηρύττουμε τον εαυτό μας, αλλά τον Ιησού Χριστό ως Κύριο, και τους εαυτούς μας δούλους σας για χάρη του Ιησού». Και γιατί λέγω για τον Παύλο; Αν αυτός που είχε θεϊκή ύπαρξη κένωσε τον εαυτό του παίρνοντας μορφή δούλου για χάρη των δούλων, τι το σπουδαίο πράγμα αν εγώ ο δούλος έγινα δούλος στους συνδούλους μου για χάρη του εαυτού μου; Δεν τα είπα λοιπόν αυτά γιατί θέλω ν’ αποφύγω την εξουσία σας, αλλά γιατί ζητώ να με συγχωρήσετε, αν δεν παραθέσω το τραπέζι κατάλληλο με τις γνώμες όλων.
Ή καλύτερα κάμετε αυτό που λέγω τώρα. Εσείς που δεν μπορείτε να χορτάσετε ποτέ, αλλά πεινάτε και διψάτε τη δικαιοσύνη και επιθυμείτε μακρούς λόγους, να ανέχεστε εξ αιτίας της αδυναμίας των αδελφών σας την περικοπή του συνηθισμένου μέτρου των λόγων. Επίσης εσείς που επιθυμείτε τη συντομία των λόγων και είστε πιο αδύνατοι, υπομείνετε για χάρη των ανικανοποίητων αδελφών σας μικρό κόπο, βαστάζοντας ο ένας τα βάρη του άλλου, ώστε έτσι να εφαρμόσετε πλήρως το νόμο του Χριστού.
Δε βλέπετε τους αθλητές των Ολυμπιακών αγώνων που στέκονται στη μέση του σταδίου το καταμεσήμερο και σαν σε καμίνι δέχονται μέσα στο σκάμμα με γυμνό το σώμα τις ακτίνες του ήλιου, σαν κάποιοι χάλκινοι ανδριάντες, και αγωνίζονται με τον ήλιο και τη σκόνη και τον καύσωνα, για να στεφανώσουν με φύλλα δάφνης το κεφάλι τους που τόσο πολύ ταλαιπωρήθηκε; Σε σας όμως σαν μισθός για την ακρόαση δεν έχει ορισθεί στεφάνι δάφνης» αλλά στεφάνι δικαιοσύνης, και δε σας κρατάμε μέχρι το μεσημέρι, αλλά σας απολύουμε απ’ την αρχή της ημέρας εξ αιτίας της αδιαφορίας σας, ενώ ο αέρας είναι ακόμη δροσερότερος και δεν έχει ζεσταθεί από την ακτινοβολία του ήλιου, χωρίς να σας προστάζουμε να δέχεστε με γυμνό το κεφάλι τις ακτίνες του ήλιου, αλλά σας φέρνουμε κάτω από τη θαυμάσια αυτή οροφή και σας παρέχουμε την ανακούφιση από τη στέγη, επινοώντας με κάθε τρόπο άνεση για σας, για να γίνει μόνιμη η ακρόαση των λεγομένων.
Ας μη γινόμαστε λοιπόν πιο μαλακοί από τα παιδιά μας που πηγαίνουν στα σχολεία. Εκείνα πριν το μεσημέρι δεν τολμούν να επιστρέψουν στο σπίτι τους, αλλά, παρ’ όλο που πριν από λίγο έκοψαν το γάλα και σταμάτησαν το θηλασμό και παρ’ όλο που δεν είναι ακόμη πέντε χρόνων, δείχνουν με το νεαρό και απαλό τους σώμα κάθε καρτερία. Και είτε τα ενοχλεί η μεγάλη ζέστη, είτε η δίψα, είτε οτιδήποτε άλλο, περιμένουν μέχρι το μεσημέρι και ταλαιπωρούνται καθισμένα στο σχολείο. Αν λοιπόν εμείς οι άνδρες που φθάσαμε σε ώριμη ηλικία δε μιμηθούμε κανένα άλλον, ας μιμηθούμε τουλάχιστο εκείνα τα παιδιά. Γιατί, αν δεν ανεχόμαστε ν’ ακούμε τους λόγους για την αρετή, ποιος θα μπορέσει να μας πιστέψει ότι θα υπομείνουμε τους κόπους υπέρ της αρετής; Αν είμαστε τόσο βάναυσοι για την ακρόαση, από που θα γίνει φανερό ότι είμαστε διεγερμένοι για την πράξη; Αν το πιο εύκολο περιφρονήσουμε, πώς θα υποφέρουμε το πιο δύσκολο; Αλλ’ είναι μεγάλη η στενοχώρια, υπάρχει μεγάλη βία. Άκουσε όμως ότι οι βιαστές αρπάζουν τη βασιλεία των ουρανών και ότι «είναι στενός και γεμάτος δυσκολίες ο δρόμος που οδηγεί στη ζωή». Αφού λοιπόν βαδίζουμε σε στενό και γεμάτο δυσκολίες δρόμο, πρέπει να στενοχωρούμε και να πιέζομε τους εαυτούς μας, για να μπορέσουμε να περάσουμε το στενό και δύσκολο δρόμο. Γιατί εκείνος που πλαταίνει τον εαυτό του δεν θα μπορεί να τρέξει τόσο εύκολα το στενό δρόμο, αλλ’ εκείνος που τον συγκρατεί και τον θλίβει και τον πιέζει. (ΕΠΕ,26,365-373)
"Με τέτοια πίστη δεν χρειάζεσαι τους γιατρούς"
Ρωτήσαμε τον πατέρα Πορφύριο πώς συμβαίνει, πολλές φορές, άνθρωποι να γίνονται καλά από αθεράπευτες ασθένειες,
κι εκείνος απάντησε: "Δια της πίστεως". Τον ρωτήσαμε τί εννοούσε "δια της πίστεως"
και μας εξήγησε ότι, αν ο ασθενής εγκαταλείψει τη φυσική γνώση των γιατρών και τα αφήσει στο Θεό,
τότε κάνει την πρόνοια του Θεού να αναλάβει να τον κάνει καλά. Και γίνεται έτσι καλά!
Να, ήλθε, μας είπε, μία κυρία με καρκίνο στο μαστό και μου λέει: Εγώ δεν θα πάω πουθενά, ούτε σε γιατρούς
ούτε σε κανένα και ό,τι θέλει ο Θεός ας γίνει.
Κι εγώ της είπα: Αφού έχεις τόση πίστη στο Θεό, τους γιατρούς δεν τους χρειάζεσαι.
[Πορ. 31]
"Ο καρκίνος του Γέροντα και η αγία υπομονή του"
Όταν μου το είπαν οι γιατροί ότι έχω καρκίνο, μετά από τις εξετάσεις που έκαναν,
το χάρηκα και είπα: Δόξα σοι ο Θεός. Μετά από τόσα χρόνια με ξέχασες το αίτημά μου.
Έχω καρκίνο εδώ, στην υπόφυση. Αυτή έχει κάνει όγκο που μεγαλώνει και πιέζει το οπτικό χίασμα.
Γι' αυτό άρχισα να μη βλέπω.Με αυτό το μάτι βλέπω λίγο φως • με το άλλο βλέπω τους ανθρώπους σαν σιλουέτες,
αλλά δε βλέπω με αυτά τα μάτια τα χαρακτηριστικά τους. Η γλώσσα μου έχει γίνει χονδρή και μακριά.
Με δυσκολεύει μέσα στο στόμα μου και η φωνή μου έχει αλλάξει. Έχω πόνους φοβερούς.
Όταν πονώ, κάνω υπομονή και προσεύχομαι. Στον πολύ πόνο δεν μπορώ να προσευχηθώ.
Όμως δεν γογγύζω ούτε παραπονούμαι. -Γέροντα, να παίρνετε κανένα παυσίπονο. Να ανακουφίζεσθε. -Δεν παίρνω.
Λέω αυτό που σου είπα: Δεν ξέρει ο Χριστός ότι πονάω; Το ξέρει. Λοιπόν σηκώνω το Σταυρό του Χριστού υπομονετικά.
Πώς σου φαίνεται αυτό; Σου είπα. Μπορεί να με πουν τρελό. Όμως μ' αρέσει αυτή η τρέλα.
Δε σε υποχρεώνω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. Εσύ, όπως το καταλαβαίνεις, όσο μπορείς. Εγώ έτσι το καταλαβαίνω.
Σε αγαπώ, μωρέ, το ξέρεις; -Το ξέρω, Γέροντα. Κι εγώ σας αγαπώ και παρακαλώ δι' ευχών σας να με ελεήσει ο Θεός.
-Μέσα στους πόνους μου παρακαλώ το Θεό να με ελεήσει και να συγχωρήσει τις αμαρτίες μου.
Όταν ο άνθρωπος φτάσει στην προπτωτική κατάσταση, δεν επιτρέπει ο Θεός αρρώστια.
Κι όταν Εκείνος θελήσει, μπορούμε αμέσως να γίνουμε υγιείς. Αυτά είναι δύσκολα.
Τα καταλαβαίνουν εκείνοι "οις δέδοται".
[Ά 67-9]
"Δε ζητώ από το Θεό να με κάνει καλά"
Τώρα πλέον μουδιάζουν τα πόδια μου, και δε με κρατούν να περπατώ.
Μόνο λίγο επί τόπου κάνω βήματα. Και ξεχνώ εύκολα. Δε ζητώ από το Θεό να με κάνει καλά.
Μόνο να μου συγχωρέσει τις αμαρτίες μου.
Συχνά σε σκέπτομαι και προσεύχομαι για σένα λέγοντας την ευχή για σένα: "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με" .
Να παίρνεις συχνά τηλέφωνο.
[Ά 95]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, σελ.102-104)
Ένα ποίημα αφιερωμένο στο όσιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη
Δεν θυμάμαι την ακριβή ημερομηνία.
Με τους αριθμούς άλλωστε δεν τα πάω καλά.
Έχουν πολύ λογική και με κουράζουν.
Μα εκείνο που σίγουρα θυμάμαι
είναι ότι σαν ήρθε το μακάριο λείψανο στο νησί μας
μετά από διήμερο προσκύνημα στην πρωτεύουσα,
ανέβηκα στο χωριό να δω έναν Άγιο.
Δεν είναι δα και τόσο συχνό το φαινόμενο!!!
Όταν πλησίασα κοντά του,
μια λάμψη που έκαιγε κάθε δισταγμό και λογοκρατούσα συνήθεια
φάνηκε ηχηρά στο πρόσωπό του.
Όχι !!!! Δε την έβλεπα μονάχα εγώ.
Ήταν πολλοί εκεί με αναμμένα τα κεριά
και πληγωμένη την καρδιά.
Έλαμπε!!!!!!
Μα η λάμψη αυτή δεν είχε κάτι από αυτή εδώ την κτίση.
Δεν ήταν φως σε δικό μας ουρανό.
Μήτε μορφή από εκείνες που στολίζουν τους τοίχους του χώρου και του χρόνου μας.
Δεν ήταν κορνίζα, για να ξυπνάει την λήθη και την μοναξιά του χωρισμένου.
Ήταν φως εκ φωτός. Λάμψη λαμπρής κοσμημένης.
Μα πιο πολύ από όλα, εκείνο που σταμάτησε της λογικής τους ήχους,
σώπασε και ηρέμησε,
εσώτερες φωνές των απειθών λογισμών μου,
…τα πόδια τα κουρασμένα του Αγίου.
Ήταν ζεστά και μαλακά σαν την καρδιά του,
κι όμως είχαν περάσει τρεις μέρες που είχε κοιμηθεί !!!
(π. Λίβυος)
Άραγε με θυμόσασταν κατά τον ενδιάμεσο αυτό χρόνο που χωρίστηκα από σας; Γιατί εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να σας ξεχάσω, αλλ’ αν και άφησα την πόλη, όμως δεν άφησα τη θύμησή σας, και όπως αυτοί που αγαπούν τα ωραία σώματα, όπου και αν πάνε, φέρνουν μαζί τους το πρόσωπο που ποθούν, έτσι λοιπόν και εγώ, επειδή αγάπησα την ομορφιά της ψυχής σας, φέρνω πάντοτε μαζί μου την ομορφιά της ψυχής σας. Και όπως ακριβώς οι ζωγράφοι, αναμειγνύοντας διάφορα χρώματα, φτιάχνουν τις εικόνες των ανθρώπων, έτσι και εγώ, αφού ανάμειξα, σαν διάφορα χρώματα της αρετής, το ενδιαφέρον σας για τις συγκεντρώσεις μας, την προθυμία σας για την ακρόαση, την αγάπη σας για τον ομιλητή, και όλα τα αλλά σας κατορθώματα, και ζωγράφισα την εικόνα της ψυχής σας και την τοποθέτησα μπροστά στα μάτια της διάνοιάς μου, έπαιρνα με τη φαντασία αυτή μεγάλη παρηγοριά στο χωρισμό αυτό.
Έτσι λοιπόν κι όταν έμενα στο σπίτι και όταν απουσίαζα, και όταν βάδιζα κι όταν αναπαυόμουν, κι όταν έμπαινα κι όταν έβγαινα, έφερνα συνέχεια στη φαντασία μου την αγάπη σας και έβρισκα ευχαρίστηση σ’ αυτές τις ονειροπολήσεις, όχι μόνο την ημέρα, αλλά και τη νύχτα. Και εκείνο που είπε ο Σολομών, «εγώ κοιμάμαι και η καρδιά μου αγρυπνεί» , αυτό πάθαινα κι εγώ τότε. Η ανάγκη δηλαδή του ύπνου βάραινε τα βλέφαρά μου, αλλ’ η τυραννική δύναμη της αγάπης σας απομάκρυνε τον ύπνο από τα μάτια της ψυχής μου, και πολλές φορές νόμιζα πώς μιλούσα μαζί σας. Γιατί η φύση της ψυχής είναι τέτοια, ώστε να βλέπει τη νύχτα στο όνειρό της όσα σκέφτεται την ημέρα, πράγμα που συνέβαινε τότε και σ’ εμένα. Κι ενώ δεν σας έβλεπα με τα μάτια του σώματος, σας έβλεπα με τα μάτια της αγάπης, κι ενώ δεν βρισκόμουν κοντά σας μετά το σώμα, βρισκόμουν κοντά σας με τη διάθεση, και στ’ αυτιά μου αντηχούσε πάντοτε η φωνή σας. Γι’ αυτό, αν και η σωματική αρρώστια μ’ ανάγκαζε να μένω εκεί περισσότερο, ωφελούμενος στην υγεία του σώματος από τον καθαρό αέρα, η δύναμη της αγάπης σας δε το ανεχόταν αυτό, αλλά κραύγαζε δυνατά και δεν έπαψε να με ενοχλεί, ώσπου μ’ έπεισε να φύγω και πριν από την ώρα που έπρεπε, κάμνοντας με να θεωρήσω σαν υγεία κι ευχαρίστηση και οτιδήποτε άλλο αγαθό τη συντροφιά σας.
Σ’ αυτή τη φωνή υπάκουσα εγώ και προτίμησα να επιστρέψω έχοντας τα υπολείμματα της αρρώστιας, παρά να θεραπευθώ τελείως από την ασθένεια του σώματος και να λυπήσω πολύ περισσότερο την αγάπη σας. Καθόσον παραμένοντας εκεί άκουα τις κατηγορίες σας, αλλά και επιστολές η μία πίσω από την άλλη μετέφερναν τα παράπονά σας˙ φυσικά εγώ πρόσεχα πολύ περισσότερο εκείνους που κατηγορούσαν, παρά εκείνους που επαινούσαν, γιατί οι κατηγορίες εκείνες προέρχονταν από ψυχή που ξέρει ν’ αγαπά. Και για όλα αυτά σηκώθηκα κι έτρεξα, για όλα αυτά ποτέ δεν μπόρεσα να σας βγάλω από το νου μου. Και τι το αξιοθαύμαστο είναι εάν εγώ, μένοντας στην εξοχή και απολαμβάνοντας την ησυχία, είχα διαρκώς στη μνήμη μου την αγάπη σας, τη στιγμή βέβαια που ο Παύλος, αν και ήταν αλυσοδεμένος και έμεινε στη φυλακή και έβλεπε αμέτρητους κινδύνους να υψώνονται μπροστά του, ζώντας στη φυλακή σαν να ζούσε μέσα σε λιβάδι, έτσι είχε στη μνήμη του τους αδελφούς και γράφοντας έλεγε, «και είναι σωστό να σκέφτομαι έτσι για όλους εσάς, γιατί σας έχω στην καρδία μου και στα δεσμά μου και κατά την απολογία μου και κατά την κήρυξη και βεβαίωση του Ευαγγελίου»;
Απ’ έξω η αλυσίδα εκ μέρους των εχθρών, κι από μέσα η αλυσίδα της αγάπης των μαθητών˙ αλλ’ η εξωτερική ήταν φτιαγμένη από σίδηρο, ενώ η εσωτερική φτιαγμένη από αγάπη˙ και εκείνην βέβαια πολλές φορές την έβγαλε από πάνω του, ενώ αυτήν ποτέ δεν την διέρρηξε, αλλ’ όπως ακριβώς οι γυναίκες εκείνες που δοκίμασαν τους πόνους του τοκετού κι έγιναν μητέρες, όπου κι αν βρίσκονται είναι δεμένες διαρκώς με τα παιδιά που γέννησαν, έτσι και ο Παύλος, ή καλύτερα και πολύ περισσότερο απ’ αυτές ήταν πάντοτε πολύ περισσότερο αφοσιωμένος στους μαθητές του, και τόσο περισσότερο, όσο τα φυσικά τέκνα είναι πιο αγαπητά από τα πνευματικά. Γιατί κι αυτός πόνεσε γι’ αυτούς όχι μια φορά, αλλά και για δεύτερη φορά, και βροντοφώναζε, λέγοντας˙ «τέκνα μου, που πάλι πονώ υπερβολικά για σας».
Αν και βέβαια αυτό δεν θα ήταν δυνατό να το πάθει ποτέ η γυναίκα, ούτε και να υποστεί τους ίδιους πάλι πόνους, αλλ’ ο Παύλος υπέμεινε αυτό, που δεν είναι δυνατό να το δει κανείς στη φύση, το να δεχθεί δηλαδή και πάλι στην κοιλιά της εκείνους που τους γέννησε μια φορά, και να υπομείνει τους φοβερούς πόνους γεννώντας και πάλι αυτούς. Γι’ αυτό και έλεγε, θέλοντας να τους κάνει να νιώσουν ντροπή, «που πάλι πονώ υπερβολικά για σας»˙ σα να έλεγε δηλαδή˙ ‘λυπηθείτε με˙ κανένας γιος δεν ξέσχισε με τους πόνους του τοκετού για δεύτερη φορά τη μητρική κοιλιά, πράγμα που σεις μ’ αναγκάζετε να πάσχω˙ αν και βέβαια εκείνοι οι πόνοι προξενούν πόνο μια στιγμή μόνο, και μόλις το παιδί βγει από την κοιλία, εξαφανίζονται κι εκείνοι, ενώ μ’ αυτούς τους πόνους δεν συμβαίνει το ίδιο, αλλά διαρκούν και μήνες ολόκληρους’˙ και πραγματικά ο Παύλος πολλές φορές υπόφερε ολόκληρο χρόνο από τους πόνους και δε γεννούσε τους κυομένους˙ και εκεί βέβαια ο πόνος είναι σαρκικός, ενώ εδώ οι φοβεροί πόνοι δε βασανίζουν την κοιλιά, αλλά κατακομματιάζουν την ίδια τη δύναμη της ψυχής.
Και για να μάθεις, ότι αυτοί οι πνευματικοί πόνοι είναι φοβερώτεροι, ποιός ποτέ ευχήθηκε να υπομείνει τη γέεννα προς χάρη των παιδιών που γέννησε; Όμως αυτός δεν προτιμά μόνο να υπομείνει τη γέεννα, αλλά και εύχεται να γίνει ανάθεμα και ν’ αποχωρισθεί από το Χριστό, ώστε να μπορέσει ν’ αναγεννήσει τους Ιουδαίους, για τους οποίους πονούσε πάρα πολύ πάντοτε και διαρκώς, και επειδή δε συνέβαινε αυτό, έλεγε με αφόρητο πόνο˙ «αισθάνομαι μεγάλη λύπη και αδιάκοπη οδύνη στην καρδιά μου». Και εδώ πάλι˙ «τέκνα μου, που για σας πάλι πονώ, μέχρι που να μορφωθεί μέσα σας ο Χριστός». Τι θα μπορούσε να υπάρξει πιο μακάριο από την κοιλιά εκείνη, που μπορούσε να γεννήσει τέτοια παιδιά, ώστε να έχουν μέσα τους το Χριστό; και τι πιο εύφορο απ’ αυτήν που αναγέννησε ολόκληρη την οικουμένη; Και ακόμα τι πιο δυνατό απ’ αυτήν, που μπόρεσε εκείνους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, αλλ’ αποβλήθηκαν σαν εκτρώματα, να τους αναλάβει και πάλι και να τους αναπλάσει με ουράνια μορφή; γιατί αυτό είναι αδύνατο στους φυσικούς τόκους. Γιατί όμως δεν είπε, «τέκνα μου, που πάλι σας αναγεννώ», αλλ’ είπε «που πονώ για σας»; Αν και βέβαια αλλού λέγει ότι τους γεννά˙ «γιατί σας γέννησα με τη χάρη του Ιησού Χριστού». Εκεί ήθελε να δείξει μόνο τη συγγένεια, ενώ εδώ φρόντιζε να παραστήσει και τον πόνο.
Και πώς ονομάζει ‘τέκνα’ εκείνους που δεν είχαν ακόμα γεννηθεί; γιατί, εφόσον πονούσε, δεν τους είχε γεννήσει ακόμα˙ πώς λοιπόν τους ονομάζει ‘τέκνα’; Για να μάθεις, ότι δεν ήταν αυτή η πρώτη φορά που πονούσε γι’ αυτούς, πράγμα που ήταν ικανό να τους κάνει να ντραπούν. Καθόσον λέγει, έγινα μια φορά πατέρας και υπέμεινα τους πόνους που όφειλα για σας, και σεις γίνατε τέκνα μου μια φορά˙ πώς λοιπόν πάλι μου προξενείτε πόνους για δεύτερη φορά; είναι αρκετοί οι πόνοι που ένιωσα όταν σας γέννησα στην αρχή γιατί με βασανίζετε πάλι με αβάσταχτους πόνους; Γιατί η πτώση των πιστών δεν προξενούσε σ’ αυτόν λιγότερο πόνο από εκείνον που του προξενούσαν εκείνοι που δεν είχαν πιστέψει ακόμα. Πραγματικά ήταν ανυπόφορο να τους βλέπει να ξαναγυρίζουν και πάλι στην ασέβεια μετά τη συμμετοχή τους σε τέτοια μυστήρια˙ γι’ αυτό και ήταν υπερβολικά οδυνηρό και περισσότερο από κάθε γυναίκα κραύγαζε με ανυπόφορη θλίψη, λέγοντας˙ «τέκνα μου, που για σας πάλι πονώ ανυπόφορα, μέχρι που να μορφωθεί μέσα σας ο Χριστός». Και αυτό το έλεγε, θέλοντας συγχρόνως και να τους ενθαρρύνει και να τους φοβίσει˙ γιατί με το να τους δείξει ότι δεν είχε μορφωθεί μέσα τους ο Χριστός τους προξενούσε αγωνία και φόβο, ενώ με το να δείξει ότι αυτός είναι δυνατό να μορφωθεί μέσα τους, τους έδινε πάλι θάρρος. Γιατί το να πει, «μέχρι που να μορφωθεί», δείχνει και τα δύο αυτά, και ότι δηλαδή δεν έχει ακόμα μορφωθεί μέσα τους, και ότι είναι δυνατό να μορφωθεί πάλι. Γιατί, εάν δεν ήταν δυνατό, άδικα έλεγε προς αυτούς, «μέχρι που να μορφωθεί μέσα σας ο Χριστός», και τους έτρεφε με μάταιες ελπίδες.(ΕΠΕ, 30-87-95)
Όταν μελετούσα το βίο του αγαπημένου μου Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση πως επειδή, κατά την παράδοση που αναφέρει ο Βίος, όταν αποφάσιζαν οι Απόστολοι προς τα πού θα κινηθούν για να διδάξουν το Ευαγγέλιο και σ ‘ αυτόν είχε τύχει η Έφεσος, εκείνος γόγγυσε μέσα του και δυσανασχέτησε γιατί οι Εφέσιοι είχαν πολύ κακή φήμη! Και εξαιτίας αυτού του γογγυσμού, πληροφορήθηκε από το Χριστό πως θα δυσκολευτεί πολύ να φτάσει στην Έφεσο. Και όντως θαλασσοδέρνονταν πολλές μέρες με το μαθητή του τον Πρόχορο και κινδύνεψαν και οι δύο να πνιγούν. Απόρησα πολύ με αυτό. Πήγα στην εικόνα του Χριστού και Τον ρώτησα : ‘ Χριστούλη μου, τον Ιωάννη Σου, τον αγαπημένο Σου που ήταν πάντα δίπλα Σου γιατί τον ταλαιπώρησες τόσο πολύ για ένα γογγυσμό;’ Καθόμουν, κοίταζα την εικόνα του Χριστού και περίμενα απάντηση αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή έρχεται στο δωμάτιο η σύζυγος μου και μου λέει : «Φεύγω, το νου σου στο πλυντήριο!» Λέω μέσα μου «να αφήσω την προσευχή και να πάω στο πλυντήριο; άλλο πάλι και τούτο». Όμως επειδή βασική αρχή στο γάμο μας είναι να κόβουμε το θέλημα μας από αγάπη προς τον άλλο, σηκώθηκα και πήγα στο πλυντήριο…
Και τότε κατάλαβα! ΄Εβλεπα τα ρούχα να στροβιλίζονται στον κάδο και σκεφτόμουν τον Ιωάννη στη θάλασσα. Είναι δυνατόν να φορέσουμε το αγαπημένο μας ρούχο, ένα κατάλευκο και μονάκριβο ρούχο με ένα λεκέ έστω και μικρό; Όχι! Έτσι λοιπόν έκανε και ο Χριστός με τον Ιωάννη Του! Τον καθάριζε ώστε να είναι ολόλευκος κι αστραφτερός! Κι έτσι φυσικά κάνει με όλους μας. Κάποιες φορές διαμαρτυρόμαστε και λέμε: ‘ γιατί σ’ εμένα αυτό ;’ ή ‘ όλο θλίψεις, αναποδιές και δυσκολίες… μήπως δεν μ’ αγαπάει ο Χριστός; Μήπως με εκδικείται;’ Είναι δυνατόν να σκεφτόμαστε αυτά; Δεν μας αγαπάει ο Χριστός μας; Ας μην ξεχνάμε ούτε για μια στιγμή ποιος είναι και τι έκανε και συνεχίζει να κάνει για μας! Μας αγαπάει με αγάπη ανείπωτη και μας θέλει πεντακάθαρους! Ένα πράγμα μόνο χρειάζεται… να Του έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη και να αφεθούμε σ’ Αυτόν ολοκληρωτικά! Να είμαστε ρούχα δικά Του!
Κι Αυτός ξέρει πότε θα μας βάλει στο πλυντήριο, σε πόσους βαθμούς, τι απορρυπαντικό και τι μαλακτικό θα χρησιμοποιήσει. Γι’ αυτό στις δυσκολίες να χαιρόμαστε και να δοξολογούμε τον Τριαδικό Θεό μας απ’ τα βάθη της καρδιάς μας. Οι θλίψεις, οι αδικίες, οι δύσκολοι άνθρωποι είναι τα απορρυπαντικά του Χριστού μας και η Εκκλησία το πλυντήριο Του! Να έχουμε λοιπόν εκεί το νου μας και να μη σαλευόμαστε ακόμα κι αν αυτά που μας συμβαίνουν φαίνονται αβάσταχτα. Ακόμα κι αν νιώθουμε να μας συνθλίβουν τόσο πιο πολύ να δοξολογούμε τον Κύριο! Γιατί σ’ αυτές τις περιπτώσεις μας ξεπλένει με τα ίδια Του τα χέρια!(Κ.Δ.Κ)
Η τρίχρονη ανομβρία
Ο μαθητής του Μ. Αντωνίου όσιος Ιλαρίων (†371), που ονομάσθηκε κι αυτός Μέγας, μεταφύτεψε τον αρχέγονο αιγυπτιακό μοναχισμό στην ιερή γη της Παλαιστίνης.
Όταν αργότερα επέστρεψε στην περιοχή της Θηβαΐδος, εκεί που ασκήτεψε ο διδάσκαλός του, βρήκε τους κατοίκους σε απόγνωσι… Είχε να βρέξη τρία χρόνια! Απλώθηκε έτσι ένας φοβερός λιμός. Όλα τα σπαρτά είχαν κατακαή από τον τροπικό ήλιο και τα ζώα άρχισαν να ψοφούν από την πείνα!
Μόλις οι κάτοικοι της Θηβαΐδος πληροφορήθηκαν την άφιξι του οσίου Ιλαρίωνος συγκεντρώθηκαν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, και ήρθαν να τον συναντήσουν. Η ταλαιπωρία τους από τον λιμό ήταν φανερή στα λιπόσαρκα κορμιά τους. Έπεσαν στα πόδια του και τον παρακάλεσαν:
- Σπλαχνίσου μας στη δυστυχία που μας βρήκε! Προσευχήσου στον Κύριο να λιγοστέψη την οργή του και να χαρίση ευεργετική βροχή στην κατετραμμένη χώρα μας.
Ο όσιος, βλέποντάς τους όλους αδύναμους και σκελετωμένους, αναστέναξε, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε θερμά στον Θεό να λυπηθή τους δούλους του και να δώση βροχή, να δροσίση την ξεραμένη γη.
Δεν πρόφθασε να τελειώση την προσευχή του και ξέσπασε μπόρα!
Την εκπληκτική αυτή ευεργεσία διαδέχθηκε ένας παράδοξος πειρασμός. Μόλις σταμάτησε η ζωογόνα βροχή, εμφανίσθηκαν αναρίθμητα δηλητηριώδη ερπετά και άρχισαν να δαγκώνουν τους ανθρώπους. Πολλοί τότε πληγωμένοι έπεφταν κάτω λιπόθυμοι. Βλέποντας ο όσιος Ιλαρίων τη νέα αναπάντεχη συμφορά πήρε λάδι, επικαλέσθηκε το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και άλειφε μ’ αυτό τους πληγωμένους. Η θεραπεία ήταν άμεση! Όλοι δόξαζαν τον Θεό και ευγνωμονούσαν τον άγιο δούλο του.
(Βίος οσίου Ιλαρίωνος)
(Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Β΄, σ. 107-108)
Πάλι ιπποδρομίες και θέατρα σατανικά και η συγκέντρωσή μας γίνεται μικρότερη. Γι’ αυτό και εγώ, φοβούμενος την αδιαφορία που δημιουργείται από την άνεση και την αφοβία, σας συμβούλευσα από πριν και παρακάλεσα την αγάπη σας ούτε τον πλούτο που συγκεντρώσατε από τη νηστεία να τον διασκορπίσετε, ούτε να προσθέσετε στον εαυτό σας την από τα σατανικά θέατρα καταστροφή, και όπως φαίνεται δεν αποκομίσατε κανένα κέρδος. Γιατί να, μερικοί που άκουσαν τη διδασκαλία μου εκείνη παρασύρθηκαν σήμερα και, αφού εγκατέλειψαν την πνευματική αυτή ακρόαση, έτρεξαν εκεί, απορρίπτοντας μέσα σε μια στιγμή από τη σκέψη τους όλα, την ανάμνηση δηλαδή της αγίας τεσσαρακοστής, τη σωτήρια εορτή της αναστάσιμης ημέρας, την φρικτή και απόρρητη κοινωνία των θείων μυστηρίων, τη συνέχεια της δικής μου διδασκαλίας.
Με ποιά λοιπόν, πες μου, προθυμία να συνεχίσω πια τη συνηθισμένη διδασκαλία, βλέποντας να μη κερδίζετε τίποτε επί πλέον από τα λεγόμενά μου, αλλά όσο περισσότερο παρατείνεται η διδασκαλία μου, τόσο και πιο πολύ αυξάνεται, όπως θα μπορούσα να πω, η αδιαφορία σας, πράγμα που και σε μένα κάμνει μεγαλύτερο τον πόνο και σ’ εκείνους προξενεί μεγαλύτερη κατάκριση; Ή καλύτερα δεν μου προξενεί μόνο πόνο, αλλά και η λύπη μου γίνεται μεγαλύτερη. Γιατί, όπως ακριβώς ο γεωργός όταν δει μετά τους πολλούς κόπους και μόχθους να μη παρέχει η γη τίποτε άξιο των κόπων του, αλλά να είναι άγονη σαν πέτρα, γίνεται στη συνέχεια πιο απρόθυμος για την καλλιέργεια αυτής, βλέποντας τον εαυτό του άδικα και στα χαμένα να κοπιάζει. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο και ο δάσκαλος, όταν δει τους μαθητές του μετά τη μεγάλη φροντίδα και τη συνεχή διδασκαλία να δείχνουν την ίδια αδιαφορία, δε θα μπορέσει ποτέ στη συνέχεια με την ίδια προθυμία να συνεχίσει την πνευματική διδασκαλία, αν και βέβαια στην περίπτωση αυτή δεν μειώνεται η αμοιβή για τους κόπους του από την αδιαφορία των ακροατών.
Γιατί στην περίπτωση της πνευματικής διδασκαλίας δεν συμβαίνει το ίδιο με εκείνο που συμβαίνει με τη γη. Στην περίπτωση δηλαδή της γης όταν αυτή διαψεύσει τις ελπίδες ο γεωργός γυρίζει στο σπίτι με άδεια χέρια, μη μπορώντας να βρει καμιά παρηγοριά για τους κόπους του, ενώ εδώ δεν συμβαίνει το ίδιο, αλλά κι αν ακόμη δείχνουν οι μαθητές την ίδια αδιαφορία, κι αν ακόμη δεν ωφελείται κανένας από τα λεγόμενα, όταν ο δάσκαλος δεν παραλείπει τίποτε από εκείνα που πρέπει να κάμνει, και τότε απολαμβάνει πλουσιοπάροχα τις αμοιβές των κόπων του, γιατί ο φιλάνθρωπος Θεός δεν μειώνει τις αμοιβές των κόπων του εξ αιτίας της αδιαφορίας εκείνων, αλλ΄ είτε ακούουν είτε δεν ακούουν, παρέχει πλούσιες τις ανταμοιβές.
Αλλ΄ επειδή δεν σκέπτομαι αυτό μόνο, εάν μας επιφυλάσσονται ακέραια τα των μισθών και των ανταμοιβών, αλλά μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ και το δικό σας κέρδος και η δική σας ωφέλεια, θεωρώντας ζημιά μου τη δική σας αδιαφορία, γι’ αυτό αναλογίζομαι ότι και μειώνεται η δική μου ηδονή και μάλιστα όταν σκεφθώ ότι αυτό ακριβώς θα γίνει αιτία μεγαλύτερης καταδίκης για εκείνους που μετά από τόσες συμβουλές δείχνουν την ίδια αδιαφορία και δεν θέλουν να κερδίσουν τίποτε από τη συνεχή διδασκαλία.
Και αυτό ακριβώς που έλεγε ο Χριστός για τους Ιουδαίους, «αν δεν ερχόμουν και δεν τους μιλούσα, αμαρτία δε θα είχαν, τώρα όμως δεν έχουν δικαιολογία για την αμαρτία», αυτό ταιριάζει και εγώ να πω τώρα για εκείνους που προτίμησαν αντί της εδώ συγκεντρώσεως τις έξω διασκεδάσεις, τις επιβλαβείς συγκεντρώσεις, τις ιπποδρομίες και τα θέατρα του διαβόλου. Αν δεν φρόντιζα από πριν να τους συμβουλεύσω τόσο πολύ, όλο τον καιρό να φωνάζω και να τους παρακαλώ σαν τα μικρά παιδιά, έτσι καθημερινά να τους προτρέπω με τη συνεχή διδασκαλία προς την οδό της αρετής, δείχνοντας της κακίας την καταστροφή, διαγείροντάς τους να διωρθώσουν τα πταίσματα που ήδη διέπραξαν, αν λοιπόν δεν τα είχα κάνει όλα αυτά από πριν, ίσως κάποιος θα μπορούσε να τους συγχωρήσει.(ΕΠΕ, 30,453-457)
Ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε για τον Γέροντα Ευμένιο: «Να πηγαίνετε να παίρνετε την ευχή του Γέροντα Ευμένιου, γιατί είναι ο κρυμμένος Άγιος των ημερών μας. Σαν τον Γέροντα Ευμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια».
Στο Νοσοκομείο Λοιμωδών ευτύχησε να γνωρίσει το λεπρό άγιο μοναχό Νικηφόρο, που, αν και τυφλός από την ασθένειά του, έγινε μεγάλος πνευματικός πατέρας των χριστιανών και δάσκαλος του Γέροντα Ευμένιου.
Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και την 23η Μαίου 1999 παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και τάφηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον τόπο που γεννήθηκε (στην Εθιά).
H προσευχή του Γέροντα (" Και εχάρη ο Θεός ") :
Η μυστική ζωή του αγίου Γέροντα (οι προσωπικοί ασκητικοί αγώνες του) δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Όμως έχει ιδιαίτερη σημασία η παρακάτω προσευχή του, που περιλαμβάνεται, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία για τη ζωή του και μαρτυρίες πολλών ανθρώπων που τον γνώρισαν (και πολλές μαρτυρίες για τα αγιοπνευματικά καί θαυματουργικά χαρίσματά του, στο εξαιρετικό βιβλίο του Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, σελ. 133-134).
Διηγείται σχετικά ο μητροπολίτης Μόρφου της Κύπρου Νεόφυτος.
«Ένα πολύ σημαντικό περιστατικό, που θυμούμαι από τον γέροντα Ευμένιο, είναι μία προσευχή του έκανε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους ανθρώπους".
"Κι εχάρη ο Θεός", μου έλεγε.
"Και μετά είπα:
"Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους Καθολικούς. Και όλους τους Προτεστάντες, Χριστέ μου, θέλω να σώσεις". Κι εχάρη ο Θεός.
"Θέλω να σώσεις και τους μουσουλμάνους και όσους ανήκουν σε όλες τις θρησκείες, και τους αθέους ακόμα θέλω να σώσεις". Κι εχάρη πολύ ο Θεός.
Και του είπα: "Χριστέ μου, θέλω να σώσεις όλους τους απ' αιώνες κεκοιμημένους από Αδάμ μέχρι τώρα". Κι εχάρη ο Θεός πολύ.
Και είπα: "Θεέ μου, θέλω να σώσεις και τον Ιούδα". Και στο τέλος είπα: "Θέλω να σώσεις και τον διάβολο". Κι ελυπήθη ο Θεός".
Του λέω:
---"Γιατί λυπήθηκε ο Θεός;".
---"Διότι θέλει ο Θεός και δεν θέλουν αυτοί" μου απάντησε, "δεν υπάρχει ίχνος καλής θελήσεως σωτηρίας στον διάβολο".
"Καλά" του είπα, "πώς κατάλαβες εσύ πότε ο Θεός χαιρόταν και πότε ελυπήθη;".
Και μου λέει: "Άμα η καρδιά σου γίνει ένα με την καρδία του Χριστού, αισθάνεσαι αυτά που αισθάνεται".
Δηλαδή αντιλαμβάνεσαι τι εύρος είχεν η καρδία αυτού του ανθρώπου;
Αυτό είναι από τα πιο δυνατά που έχω ακούσει και δεν το έχω ακούσει από κανέναν άλλον. Κι αυτό το καταλάβαινε από την ένταση της Χάριτος. Ανάλογα με τον βαθμό της Χάριτος αντιλαμβανόταν την λύπη ή την χαρά Του, σ' αυτό που ο ίδιος έλεγε ή έκανε».