


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
2,9 «ότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς»
Όχι ο άνθρωπος, αλλά ο Θεάνθρωπος είναι η λύση όλων των ανθρώπινων προβλημάτων και η ενσάρκωση όλων των ανθρώπινων ευαγγελιών. Ευαγγελίες, οι οποίες αρχίζουν στον κόσμο αυτό, για να ανθίσουν και να διατηρηθούν αιώνια, σε «κείνο τον κόσμο».
Ο Θεός Λόγος «καθιστάμενος» άνθρωπος, το «παν» του ανθρώπου, το μετέτρεψε σε αιώνια ευαγγελία.
Ποια ανεκλάλητη ευαγγελία, το να είσαι άνθρωπος, από τότε που ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος!
Ποια ανεκλάλητη ευαγγελία, το να έχεις ανθρώπινη ψυχή, από τότε που η ανθρώπινη ψυχή «κατέστη» ψυχή του Θεανθρώπου Χριστού!
Ποια θαυμαστή ευαγγελία, το να ζεις την ανθρώπινη ζωή, από τότε που ο ενσαρκωμένος Θεός Λόγος, έζησε σαν άνθρωπος στον κόσμο αυτό!
Σε Αυτόν, κάθε τι το ανθρώπινο, ο Θεός το «ευλόγησε εν πάση ευλογία πνευματική» (Εφ. 1,3) και το «παν» πλέον «άνθισε» με την ένθεη αθανασία.
Γιατί, «εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς» (2,9). Παν το πλήρωμα της Θεϊκής αλήθειας, παν το πλήρωμα της Θεϊκής δικαιοσύνης, παν το πλήρωμα της Θεϊκής ζωής, παν το πλήρωμα της Θεϊκής αιωνιότητας, παν το πλήρωμα όλων των ένθεων τελειοτήτων! Με μια λέξη, παν το πλήρωμα της Δεύτερης Υπόστασης της Παναγίας Τριάδος. Και αυτό ζει - telesno - σωματικά. «O ην απ’ αρχής, ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εφηλάφησαν, περί του Λόγου της ζωής» (Α΄ Ιω. 1,1).
Να, ο Άπειρος στο πεπερασμένο, ο Αιώνιος στο χρονικό, ο Θεός στον άνθρωπο!
«Αν και ενσαρκώνεται άπας ο Θεός Λόγος, είναι άπας μετά του Πατρός! εν τω σώματι περιορισμένος, δια της Θεότητος Απεριόριστος, Άπειρος, χωρίς σύνορα» (Οικουμένιος).
Κάθε τι το Θεϊκό, το οποίο επεθύμησαν οι άνθρωποι, τους δόθηκε «εν Κυρίω Ιησού Χριστώ» και μάλιστα τους δόθηκε σωματικά, εμπειρικά, πραγματικά.
Κάθε τι το αιώνιο, που επεθύμησαν να δουν οι άνθρωποι, το είδαν στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού ενσαρκωμένο, «πραγματοποιημένο σωματικά».
Με Αυτόν και «εν Αυτώ», εμείς πραγματικά έχουμε, βλέπουμε και εμπειρικά γνωρίζουμε, το Θεϊκά Απεριόριστο και Αιώνιο, σε όλες του τις τελειότητες.
Γιατί στον Θεάνθρωπο Χριστό, δεν υπάρχει τίποτε το αφηρημένο: «εν Αυτώ» όλος ο Θεός είναι σωματικά παρών στον κόσμο μας, σωματικά δοσμένος και γνωστός.
Γι’ αυτό, η Θεανθρώπινη φιλοσοφία, η φιλοσοφία «κατά Χριστόν», είναι η μοναδική, η πραγματική, η ρεαλιστική και εμπειρική, η πειραματική και πραγματικά «διαβιούμενη» φιλοσοφία.
«Δια του Χριστού», κάθε τι το «ένθεο» και «αιώνιο», κατέστη «ανθρωπίνως» πραγματικό, εμπειρικό, προσιτό στον άνθρωπο και «βιούμενο» απ’ αυτόν.
Όλο το πλήρωμα της Θεότητος ζει σωματικά στο σώμα του Χριστού, την Eκκλησία. Και οι χριστιανοί ζώντας στην Εκκλησία, ζουν στο πλήρωμα της Θεϊκής ζωής και ό,τι είναι του Χριστού, το διαβιώνουν σαν δικό τους.[…]
(Προς Κολασσαείς Επιστολή Αποστόλου Παύλου, Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, σ. 82-84)
Το πιστό ελάφι
Η Αγία Μαύρα έζησε τον 17ο- 18ο αιώνα. Καταγόταν από ένα χωριό της κοιλάδας Μπιστρίτα και, στα 20 της χρόνια, εγκατέλειψε τα εγκόσμια και πήγε στην Σκήτη Σιλβέστρου.
Η ζωή της ήταν ασκητική: λίγες ώρες ύπνου σε μια καρέκλα, ελάχιστο φαγητό μια φορά την ημέρα, μετά την δύσι του ηλίου, εκατοντάδες μετάνοιες, σιωπή, προσευχή, δάκρυα. Μόνο μία συντροφιά είχε, τα πουλιά του δάσους, που την αγαπούσαν και την επισκέπτονταν συχνά. Υπήρχε όμως και ένα ελάφι, που την ακολουθούσε παντού, όπου κι αν πήγαινε.
Όταν, μετά από λίγο καιρό, η Αγία Μαύρα αναζήτησε την τέλεια απομόνωσι και αποτραβήχθηκε σ’ ένα ξέφωτο, κάτω από την κορυφή ενός όρους, όπου έφτιαξε ένα στοιχειώδες κατάλυμα για να προφυλάσσεται από τα χιόνια και τις βροχές, το ελάφι την ακολούθησε κι εκεί και ήταν η μόνη της συντροφιά, μέχρι τον θάνατό της.
ΖΩΑ ΚΑΙ ΆΝΘΡΩΠΟΣ
106. «Ιωσήφ δίκαιος ων μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι» (Ματθ. α΄19).
Τρικυμία εν κρανίω ξέσπασε στον Ιωσήφ: Σκέψεις, υποψίες, φόβος, ταραχή, αμηχανία... Και πάνω απ’ όλα το καυτό και επείγον δίλημμα: τί να κάνη;
Δύο δρόμοι ανοίγονται στον Ιωσήφ, μετά την διαπίστωσι της εγκυμοσύνης της Μαριάμ: ο ένας ήταν η διαπόμπευσις που προέβλεπε ο Νόμος (Λευϊτ. κ΄ 10) και ο άλλος ήταν η αποφυγή της δημοσιότητος. Προτίμησε το δεύτερο. Επειδή ήταν «δίκαιος», σημειώνει ο Ευαγγελιστής, «και δεν ήθελε να την διαπομπεύση παραδειγματικά, σκέφθηκε να της δώση μυστικά το διαζύγιο».
Στα μεγάλα διλήμματα οι σώφρονες και δίκαιοι άνθρωποι δίνουν την πιο προσιτή και εφικτή λύσι. Διαλέγουν «το μη χείρον». Όχι ότι δε μπορούν να επιδιώξουν το απόλυτο. Αλλ΄ ο δρόμος για το απόλυτο στις περιπτώσεις αυτές δημιουργεί περισσότερα και μεγαλύτερα προβλήματα και διλήμματα.
Για να διαλέξη όμως τις προσιτές λύσεις κανείς πρέπει να είναι «δίκαιος», ευσεβής και ελεύθερος άνθρωπος. Να κρίνη δηλαδή τα πράγματα έξω και πέρα από κάθε προσωπική προοπτική και μέσα στο χώρο της ελευθερίας και του θελήματος του Θεού. Όταν στις περιπτώσεις αυτές δεν κυττάμε μόνο το προσωπικό μας συμφέρον, αλλά και το συμφέρον του άλλου, τότε θα μπορούμε να δίνωμε τις πιο επιτυχημένες λύσεις στα δύσκολα και πολύπλοκα ανθρώπινα διλήμματα. Ο απ. Παύλος, καθιερώνοντας μια γενική αρχή για τα θέματα αυτά παραγγέλλει: «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος» (Α΄ Κορ. ι' 24). Στην περίπτωσι που εξετάζομε, ο Ιωσήφ δεν έλαβε υπ’ όψιν του μόνο το δικό του συμφέρον, αλλά και το συμφέρον της Μαριάμ.
Τάδε λέγει Ιωσήφ προς την Παρθένον·
Μαρία, τί το δράμα τούτο, ο εν σοι τεθέαμαι;
απορώ και εξίσταται
και τον νούν καταπλήττομαι!
Λάθρα τοίνυν απ’ εμού, γενού εν τάχει,
Μαρία, τί το δράμα τούτο, ο εν σοί τεθέαμαι; αντί τιμής, αισχύνην
αντί του επαινείσθαι, τον ψόγον μοι προσήγαγες.
Ουκ έτι φέρω λοιπόν το όνειδος ανθρώπων·
υπό γαρ Ιερέων εκ του ναού,
ως άμεμπτον Κυρίου σε παρέλαβον·
και τί το ορώμενον;
(24 Δεκεμβρίου, Ωρα Α΄ )
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ.132-133)
108. Ποιός είναι ο ανώτατος φορέας της εκκλησιαστικής εξουσίας;
Φυσικά ο επίσκοπος, δυνάμει του αξιώματος της αρχιεροσύνης του. Στη βάση αυτοί όλοι οι επίσκοποι είναι ίσοι μεταξύ τους. Την ισότητα αυτή δεν παραβλάπτουν εκκλησιαστικές διακρίσεις που απονέμονται σε επισκόπους διοικητικών περιφερειών, τους μητροπολίτες, η επίσημων πρωτευουσών πόλεων, τους Πατριάρχες, τέσσερις μετά το σχίσμα: Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων. Οι Πατριάρχες διαφέρουν από τους μητροπολίτες και αυτοί από τους επισκόπους μόνο κατά την καθέδρα και αλλά διοικητικά προνόμια (με αυτά ασχολείται το κανονικό δίκαιο). Ως γνωστό, σε κάθε αυτοκέφαλη Εκκλησία διοικητική αρχή είναι το συνοδικό σύστημα.
Η ανώτατη αρχή των τοπικών Εκκλησιών είναι η σύνοδος των επισκόπων, όλων δε των ορθόδοξων Εκκλησιών το σύνολο των επισκόπων, συνερχομένων σε σύνοδο Οικουμενική. Σ’ αυτή εκφράζεται το αλάθητο της Εκκλησίας, που αυτή έχει από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο μένει σ’ αυτή, τη φωτίζει και την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν» (’Ιωαν. 16,13). Οι δογματικές αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων ως εν Αγίω Πνεύματι ειλημμένες είναι αλάθητες, αιώνιες και ακατάλυτες, δεσμεύουσες την πίστη της Εκκλησίας. Οτι δε είναι αποφάσεις λαμβανόμενες με το φωτισμό και την επιστασία του Αγίου Πνεύματος, φανερώνει ο τρόπος με τον οποίο οι συνοδικοί επίσκοποι υπογράφουν τα θεσπίσματα των οικουμενικών συνόδων: «Έδοξε τω αγίω Πνεύματι» και «ταύτα ορίσας υπέγραψα». Παρόλο όμως ότι οι επίσκοποι στην οικουμενική σύνοδο αποφαίνονται jure divino (θείω δικαίω) και όχι ως απλοί εντολοδόχοι των πιστών, εντούτοις η αποδοχή των αποφάσεων τους από το πλήρωμα της Εκκλησίας αποτελεί το εξωτερικό κριτήριο ότι δογματίζοντες χειραγωγούνταν από το Άγιο Πνεύμα και ερμήνευαν ορθώς την πίστη της Εκκλησίας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στις οικουμενικές συνόδους δεν είναι φανέρωση νέων δογμάτων, γιατί η θεία αποκάλυψη έκλεισε οριστικά στο πρόσωπο του ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού, αλλ΄ απλή επιστασία, δηλαδή προφύλαξη των συνοδικών από κάθε πλάνη, και χειραγωγία στην αλάθητη διατύπωση των δογμάτων της πίστεως. Αυτό διαπιστώνεται και από το γεγονός ότι οι επίσκοποι στη σύνοδο δεν αναμένουν μηχανικά την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος, αλλά συζητούν ελεύθερα τα ζητήματα και εργάζονται με όσες δυνάμεις ο καθένας διαθέτει, το δε επιστατούν Πνεύμα, χωρίς να καταργεί την ανθρώπινη προσπάθειά τους, την ενισχύει και την καθοδηγεί στη διατύπωση της θείας αλήθειας.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 152-154)
Καπερναούμ την παραθαλασσίαν
Ματθαίου δ' 13
Η Καπερναούμ ήταν μεγάλο λιμάνι. Αυτό το λιμάνι έκανε κέντρο της δράσεώς του ο Ιησούς. Γιατί;
Στο λιμάνι οι άνθρωποι δένουν και λύνουν τα καράβια τους. Ο Ιησούς ήλθε για να πείση τους εξόριστους ποντοπόρους του ουρανού να μη κρατούν τα καράβια τους δεμένα στους βρώμικους μώλους της γης. Ο Ιησούς ήλθε για να σπρώξη τους ανθρώπους στην μεγάλη περιπέτεια του ταξιδιού προς την ουράνια πατρίδα. Και το επέτυχε.
Η Εκκλησία, που εκείνος ίδρυσε, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η «νοητή ναύς», η οποία, με ανοιγμένα όλα τα πανιά, με τον Χριστό κυβερνήτη, πλέει «ουριοδρομούσα» προς την ουράνια πατρίδα. Η Εκκλησία έμελλε να είναι το πιο μεγάλο καράβι της ιστορίας, το οποίο θα μετέφερε τους πιο πολλούς επιβάτες απ’ όσους μετέφεραν όλα τα πλοία μαζύ, που υπήρξαν ποτέ. Αυτό ακριβώς το καράβι άρχισε να ναυπηγήται από τον Κύριο και τους μαθητάς του στα μυστικά ναυπηγεία της «Καπερναούμ της παραθαλασσίας».
Εκκλησίας ουδέν ίσον.
Μη μοι λέγε τείχη και όπλα. Τείχη μεν γαρ τω χρόνω παλαιούνται,
η Εκκλησία δε ουδέποτε γηρά. Τείχη βάρβαροι καταλύουσιν,
Εκκλησίας δε ουδέ δαίμονες περιγίνονται. ...Πόσοι επολέμησαν την Εκκλησίαν και οι πολεμήσαντες απώλοντο; αύτη δε υπέρ των ουρανών αναβέβηκε. Τοιούτον έχει μέγεθος η Εκκλησία. Πολεμουμένη νικά.
Επιβουλευομένη περιγίνεται.
Υβριζομένη, λαμπροτέρα καθίσταται.
Δέχεται τραύματα και ου καταπίπτει υπό των ελκών.
Κλυδωνίζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται.
Χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει.
Παλαίει, αλλ’ ουχ ηττάται.
Πυκτεύει, αλλ’ ου νικάται».
(Ί. Χρυσόστομος. Προς Ευτρόπιον Β. 387, Β)
(Επισκόπου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, «Εκείνος» Ο Ιησούς Χριστός, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 104)
ΚΑΠΟΙΟΣ Γέροντας πήγε μια μέρα να επισκεφθεί ένα νέο μοναχό, που πριν λίγο καιρό είχε εγκατασταθεί σ’ ένα γειτονικό κελλί. Όταν πλησίασε, τον άκουσε να μιλάει δυνατά. Νόμιζε πως διάβαζε και στάθηκε ν’ ακούσει.
Ο δυστυχισμένος νέος όμως τόσο πολύ είχε εξαπατηθεί από τον δαίμονα της κενοδοξίας, που αυτοχειροτονούνταν Διάκονος και την στιγμή εκείνη έδινε την απόλυση στους κατηχουμένους, που έβλεπε μπροστά του με την φαντασία του.
Ακούγοντας αυτά ο Γέροντας, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μεσα στο κελλί του μοναχού, χωρίς να χτυπήσει. Σαστισμένος εκείνος σηκώθηκε να τον υποδεχτεί και τον ρώτησε ανήσυχος αν περίμενε πολλή ώρα εξω.
- Μολις πρόλαβα την απολυση, του αποκρίθηκε αδιάφορα τάχα ο Γέροντας.
Καταντροπιασμένος ο κενόδοξος μοναχός, επεσε στα πόδια του Γέροντα κι αφού εξομολογήθηκε, τον παρακάλεσε να προσευχηθεί γι’ αυτόν ν’ απαλλαγεί από το καταραμένο πάθος της κενοδοξίας, που τόσο τον βασάνιζε και στην έρημο ακόμη, μακριά από τις αφορμές του κόσμου.
(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου
Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ. 167-168)
293. «Οὗ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη’ 20). Γιατί υπόσχεται ο Χριστός την παρουσία του κατ’ εξοχήν στους δύο ή στους τρείς; Γιατί εκεί όπου είναι δύο ή τρεις συνηγμένοι στο όνομα του Χριστού, υπάρχει η Εκκλησία, η ένωσις πίστεως και αγάπης. Εκεί υπάρχει η αμοιβαία αγάπη. «Εν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ιω. ιγ’ 35).
294. Να πιστεύης ακράδαντα ότι, όπως είναι εύκολο για σένα να αναπνεής τον αέρα και έτσι να ζης, άλλο τόσο και ακόμη πιο πολύ είναι εύκολο για την πίστι σου να λαμβάνη όλες τις πνευματικές δωρεές του Κυρίου. Η προσευχή είναι η αναπνοή της ψυχής. Η προσευχή είναι η πνευματική μας βρώσις και πόσις.
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 127)
107. Πόσοι είναι οι βαθμοί της ιερωσύνης;
Είναι τρεις, ο του διακόνου, του πρεσβυτέρου και του επισκόπου, όλοι μαρτυρούμενοι στην Αγία Γραφή. Και ο μεν επίσκοπος είναι το κέντρο της πνευματικής εξουσίας και η ορατή κεφαλή της κατά τόπους Εκκλησίας. Χωρίς αυτόν δεν μπορεί να νοηθεί η Εκκλησία. Στο αξίωμά του καθίσταται δια χειροτονίας από άλλους επισκόπους, αυτός δε πάλι δια χειροτονίας καθιστά στον οικείο βαθμό τους διακόνους και τους πρεσβυτέρους. Οι διάκονοι είναι απλοί βοηθοί των επισκόπων και των πρεσβυτέρων, χωρίς ευρύτερη μυστηριακή δικαιοδοσία. Οι δε πρεσβύτεροι τελούν ό,τι και ο επίσκοπος εκτός από τη μετάδοση της ιερωσύνης και τον καθαγιασμό του άγιου μύρου, η τέλεση των οποίων ανήκει μόνο στον επίσκοπο. Καλούνται δε και ιερείς, επειδή προσφέρουν τη θυσία της θείας Ευχαριστίας.
Αληθεύει βέβαια ότι στην Κ. Διαθήκη οι όροι επίσκοπος και πρεσβύτερος ήταν κατ’ άρχάς ισοδύναμοι και εναλλάσσονταν. Έτσι οι πρεσβύτεροι στην Έφεσο και τους Φιλίππους ονομάζονταν και επίσκοποι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ταύτιση των δυο ιερατικών βαθμών. Παρά την εναλλαγή των ονομάτων, άλλοι ήταν οι πρεσβύτεροι και άλλοι οι επίσκοποι. Πρώτοι επίσκοποι της Εκκλησίας ήταν οι Απόστολοι, οι μαθητές του Χριστοί, οι οποίοι χειροτονούσαν τους ιδίως επισκόπους ως διαδόχους των στο έργο της εκκλησιαστικής διακονίας. Ως τέτοιοι επίσκοποι μνημονεύονται ο Τιμόθεος στην Έφεσο και ο Τίτος στην Κρήτη, όπως επίσκοποι ήταν και οι επτά άγγελοι των Εκκλησιών της Αποκαλύψεως.
Το τρισσόν της εκκλησιαστικής ιεραρχίας μαρτυρείται περιφανώς από τη χορεία των ιερών Πατέρων της Εκκλησίας. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία του άγιου Ιγνατίου Αντιόχειας: «Ομοίως πάντες εντρεπέσθωσαν τους διακόνους ως εντολήν Ιησού Χριστού και τον επίσκοπον ως Ιησούν Χριστόν τους δε πρεσβυτέρους ως συνέδριον Θεού και ως σύνδεσμον των Αποστολων».
Διατυπώθηκε βέβαια και η ιδέα (Ιερώνυμος) ότι στην αρχή την Εκκλησία κυβερνούσαν οι πρεσβύτεροι και ότι προς αποφυγή ερίδων εξέλεξαν ένα εξ αυτών για να τους κυβερνά, τον οποίον ονόμασαν επίσκοπο. Στην άποψη αυτή στηρίζουν ορισμένοι εκ των Διαμαρτυρομένων τη γένεση του επισκοπικού αξιώματος. Αυτό όμως δεν είναι σωστό, γιατί, κι αν αλήθευε η γνώμη αυτή, δεν εξηγείται πώς σε όλα τα μέρη και κατά τον ίδιο τρόπο κανονίσθηκε το πράγμα. Ούτε πάλι είναι σωστή η άλλη προτεσταντική θεωρία κατά την οποία πρώϊμα ορισμένοι φίλαρχοι πρεσβύτεροι σφετερίσθηκαν το επισκοπικό αξίωμα, δηλαδή ανακηρύχθηκαν οι ίδιοι επίσκοποι. Ένα τέτοιο «πραξικόπημα» θα δημιουργούσε οπωσδήποτε αντιδράσεις, οι οποίες όμως δεν μαρτυρούνται πουθενά, ούτε το φαινόμενο της υφαρπαγής μαρτυρείται από την ιστορία της αρχαίας Εκκλησίας. Τουναντίον οι επισκοπικοί κατάλογοι των ορθόδοξων Εκκλησιών ανέρχονται αδιάκοπα μέχρι των Αποστόλων.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 151-152)
«Ο λίθος έγινε… λίθος στον οποίο σκοντάφτουν οι άπιστοι και πέτρα εξαιτίας της οποίας σκανδαλίζονται» (Α’ Πετ. 2:7-8)
Ο Θωμάς Πέιν, ένας πρόσφυγας που ήρθε στην Αμερική το 1787, απέκτησε φήμη γράφοντας κάποια εμπνευσμένα φυλλάδια περί «ελευθερίας». Λίγο μετά διέπραξε ένα θανάσιμο λάθος. Άρχισε να γράφει το αριστούργημά του, όπως το ονόμασε, «Ο αιώνας της Αιτιοκρατίας», με το οποίο χλεύαζε τη χριστιανική αλήθεια. «Το βιβλίο αυτό θα θανατώσει την Αγ. Γραφή», είπε. «Μέσα σε 100 χρόνια οι Γραφές θα βρίσκονται μόνο σε Μουσεία ή σε σκονισμένα ράφια παλαιοπωλείων». Το βιβλίο του αυτό εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1794, αλλά έφερε τόση μιζέρια και μοναξιά στη ζωή του, που κάποτε είπε: «Θα έδινα κόσμους ολόκληρους για να μην είχα γράψει το βιβλίο μου αυτό». Ο Πέιν κατέληξε να ζει σε μια αναπηρική καρέκλα μέχρι το τέλος της ζωής του, χωρίς φίλους, βυθισμένος στη μοναξιά, αλλ’ η Αγ. Γραφή εξακολουθεί να κρατάει τα σκήπτρα της κυκλοφορίας.
«Είναι μάταιο να κλωτσάει κανείς σε καρφιά», είπε ο Κύριος στο Σαούλ, το διώχτη Του. Όταν κάποιος αντιτίθεται στο Θεό είναι σαν να κλωτσάει καρφιά. Θα ματώσει, θα αιμορραγεί, θα πεθάνει, θα αφανιστεί αιώνια. Ο Παύλος σταμάτησε να κλωτσάει, δέχτηκε την κλήση του Θεού και σώθηκε. Μήπως εσύ, αγαπητέ μας φίλε, συνεχίζεις;
«Του λέει ο Ιησούς: Εγώ είμαι ο Δρόμος και η Αλήθεια και η Ζωή. Κανένας δεν έρχεται στον Πατέρα παρά μονάχα περνώντας από μένα» (Ιωάννης 14:6)
Γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα χτύπησε το τηλέφωνο. Είχε χτυπήσει ο συναγερμός του γραφείου μας δείχνοντας ότι είχε παραβιαστεί η κεντρική είσοδος. Ντύθηκα βιαστικά και ξεκίνησα. Οδηγούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Λίγο πριν φτάσω βρήκα το δρόμο μπλοκαρισμένο με πυροσβεστικά που προσπαθούσαν να σβήσουν μια πυρκαγιά σ’ ένα σπίτι. Ήταν αδύνατο να περάσω. Οι πυροσβέστες μου υπέδειξαν να πάρω άλλο δρόμο, που δεν τον ήξερα. Χάθηκα, λοιπόν, μέσα στην άγρια νύχτα, άλλαξα πολλούς δρόμους και τελικά μπήκα σ’ έναν πιο κεντρικό δρόμο που δεν είχε τελειωμό. Σταμάτησα σε μια άκρη, όπου υπήρχε μια επιγραφή μιας πόλης, και τηλεφώνησα στην τροχαία να ρωτήσω πώς θα βρω το δρόμο μου. Τους είπα το όνομα της πόλης και πού ήθελα να πάω. Μου είπαν πως είχα πάρει αντίθετη κατεύθυνση και είχα απομακρυνθεί πάνω από μία ώρα. Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Τελικά κατά τα ξημερώματα έφτασα στα γραφεία της AMG!
Αυτό συμβαίνει και με τον άνθρωπο που θέλει να βρει στη σωτηρία του παίρνοντας δρόμους άλλους εκτός από το Χριστό. Αυτός είναι ο μόνος Δρόμος προς τη σωτηρία. Όσοι Τον δεχτήκαμε βρήκαμε το Δρόμο μας. Εσύ;
(Εκδόσεις «Ο Λόγος»)
289. Όλα τα πιθανά αμαρτήματα και πάθη είναι έτοιμα να εισβάλουν στην ψυχή σου και κάθε στιγμή προσπαθούν να το επιτύχουν. Να αγωνίζεσαι εναντίον τους γενναία, πάνοπλος, έως την τελευταία σου πνοή. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψευδαισθήσεις, που επινοεί το πονηρό πνεύμα.
290. Να είσαι τόσο βέβαιος για το ότι ο Θεός είναι πολύ κοντά σου, ώστε, όταν προσεύχεσαι, να αισθάνεσαι ότι τον εγγίζεις όχι μόνο με την καρδιά σου, αλλά και με το στόμα σου: «ἐγγύς σου τὸ ρῆμά ἐστιν, ἐν τῷ στόματί σου καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ σου» (Ρωμ. ι’ 8), δηλαδή ο Θεός.
291. Να μη συγχέης τον άνθρωπο –εικόνα του Θεού- με τις αμαρτίες στις οποίες έπεσε. Η αμαρτία είναι ένα επεισόδιο. Η πραγματική φύσις του ανθρώπου –η εικόνα του Θεού- πάντοτε παραμένει.
292. Το Άγιο Πνεύμα, σαν τον αέρα, φθάνει παντού και διεισδύει παντού. Γι’ αυτό λέμε στην προσευχή μας προς Αυτό: «Ο πανταχοῦ παρών καὶ τὰ πάντα πληρῶν». Όσοι προσεύχονται θερμά, ελκύουν το Άγιο Πνεύμα πάνω τους και προσεύχονται μέσα στο Άγιο Πνεύμα.
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 126-127)