

Ο συγγραφέας του ευαγγελίου
Ότι το δ' ευαγγέλιο είναι έργο του Ιωάννη του μαθητή του Κυρίου αποτελεί σταθερή παράδοση της Εκκλησίας από το 2° ήδη μ.Χ. αιώνα. Σαφώς ο Ειρηναίος αποδίδοντας τη συγγραφή του ευαγγελίου στον Ιωάννη γράφει: «Έπειτα ο Ιωάννης, ο μαθητής του Κυρίου ο και επί του στήθους αυτού αναπεσών, και αυτός εξέδωκε το ευαγγέλιον, εν Εφέσω της Ασίας διατρίβων» (βλ. Ευσεβίου, Έκκλ. Ιστορία Ε' 8,4). Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας άλλωστε χαρακτηρίζει το δ' ευαγγέλιο «πνευματικό» και παρατηρεί τα εξής: «Τον μεν Ιωάννην έσχατον συνιδόντα ότι τα σωματικά εν τοις ευαγγελίοις δεδήλωται, προτραπέντα υπό των γνωρίμων, πνεύματι θεοφορηθέντα πνευματικόν ποιήσαι ευαγγέλιον» (Έκκλ. Ιστορία ΣΤ' 14,7). Εκτός από τούς Αλόγους, αιρετικούς του 2ου αιώνα, που απέδιδαν το δ' ευαγγέλιο στον Κήρινθο, όλη η εκκλησιαστική παράδοση δέχεται ως συγγραφέα του ευαγγελίου τον απόστολο Ιωάννη.
Πολλή σύγχυση προκάλεσε στη σύγχρονη έρευνα το ακόλουθο χωρίο του Παπία, το οποίο εκτός από τον Ιωάννη, τον μαθητή του Κυρίου, μνημονεύει και άλλον Ιωάννη τον πρεσβύτερο: «Ουκ οκνήσω δε σοι και όσα ποτέ παρά των πρεσβυτέρων καλώς έμαθον και καλώς εμνημόνευσα συγκατατάξαι ταις ερμηνείαις, διαβεβαιούμενος υπέρ αυτών αλήθειαν. Ου γάρ τοις τα πολλά λέγουσιν έχαιρον, ώσπερ οι πολλοί, αλλά τοις ταληθή διδάσκουσιν, ουδέ τοις τας αλλοτρίας εντολάς μνημονεύουσιν, αλλά τοις τας παρά του Κυρίου τη πίστει δεδομένας και απ’ αυτής παραγινομένας της αληθείας. Ει δε που παρηκολουθηκώς τις τοις πρεσβυτέροις έλθοι, τους των πρεσβυτέρων ανέκρινον λόγους, τί Άνδρέας ή τι Πέτρος είπεν ή τι Φίλιππος ή τι Θωμάς ή τι Ιάκωβος ή τι Ιωάννης ή Ματθαίος ή τις έτερος των του Κυρίου μαθητών, άτε Αριστίων και ο πρεσβύτερος Ιωάννης του Κυρίου μαθηταί, λέγουσιν. Ου γαρ τα εκ των βιβλίων τοσούτον με ωφελείν υπελάμβανον, όσον τα παρά ζώσης φωνής και μενούσης» (Ευσεβίου, Έκκλ. 'Ιστορία Γ' 39,3 - 4).
Το πρόβλημα των «δύο Ιωαννών» απασχόλησε κυρίως τούς νεότερους ερμηνευτές. Από τους αρχαιότερους ο Ευσέβιος που παραθέτει το χωρίο του Παπία φρονεί ότι στη δεύτερη μνεία του Ιωάννη πρόκειται για άλλο πρόσωπο, διάφορο από το μαθητή. Στον δεύτερο αυτόν Ιωάννη, τον πρεσβύτερο, αποδίδει την Αποκάλυψη (Έκκλ. Ιστορία Γ' 39,10). Από τους νεότερους, εκτός από ελάχιστους που δέχονται ότι και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για τον μαθητή Ιωάννη, οι περισσότεροι διακρίνουν τα δύο πρόσωπα και βρίσκουν τη λύση του προβλήματος του συγγραφέα του δ' ευαγγελίου αποδίδοντάς το στον πρεσβύτερο Ιωάννη.
Βέβαια ο συγγραφέας πουθενά στο ευαγγέλιό του δεν αναφέρει το όνομά του, δίνει όμως αρκετές ενδείξεις για την ταυτότητά του. Ας δούμε τις κυριότερες απ’ αυτές:
α) Παρουσιάζεται όχι απλώς αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των γεγονότων που εκθέτει αλλά ακριβής γνώστης σημαντικών ή και ασήμαντων λεπτομερειών από τη ζωή του κύκλου των μαθητών, των σχέσεων μεταξύ τους, της ακριβούς ώρας κατά την οποία συνέβησαν ορισμένα επεισόδιο, κλπ. Έτσι διαβάζουμε σε μερικά χωρία ότι «ώρα ην ως δεκάτη» (1,39), «ώρα ην ωσεί έκτη» (4,6) «ην δε νυξ» (13,30)· βλ. επίσης τίς χαρακτηριστικές λεπτομέρειες στα 2,6. 4,40. 6,9. 10,22. 18,10. 19,23' 39. 20,4. 21,11 κ.ά. Γνωρίζει τις ιδιαίτερες σχέσεις του Ιησού με πρόσωπα εκτός του κύκλου των δώδεκα ή λεπτομέρειες από την προσωπική και συναισθηματική ζωή του (κόπωση, συγκίνηση, δάκρυα κλπ.). Όλα αυτά μαρτυρούν ότι ο συγγραφέας του ευαγγελίου προέρχεται από τον κύκλο των στενών μαθητών του Ιησού και μάλιστα από το στενότερο κύκλο.
β) Ο συγγραφέας υπαινίσσεται τον εαυτό του με τη φράση που προκάλεσε πολλές συζητήσεις «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» (13,23. 19,26. 20,3. 21,7' 20) ή με τη φράση «ο άλλος μαθητής» (18,15. 20,3 · 4). Η φράση δεν είναι δυνατό να δηλώνει μια ιδεατή μορφή, τον τέλειο χριστιανό ή την εξ’ εθνών Εκκλησία, όπως δέχονται ορισμένοι ερμηνευτές γιατί σε όλες τις περιπτώσεις πρόκειται για συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο συνδέεται στενά με τον Ιησού. Οι προσπάθειες αναζήτησης άλλου προσώπου ως υπονοουμένου με τη φράση αυτή, όπως π.χ. του Λάζαρου ή του Ιωάννη Μάρκου, ή του Θωμά, ή κάποιου άλλου υπαρκτού ή ιδεατού προσώπου κινούνται στο χώρο των υποθέσεων. Άλλοι πάλι ερμηνευτές αδυνατούν να δεχθούν ότι ο Ιωάννης μιλάει με αυτόν τον εγωιστικό τρόπο για τον εαυτό του και νομίζουν ότι ο μαθητής «ον ηγάπα ο Ιησούς» είναι βέβαια ο Ιωάννης, αλλά συγγραφέας του ευαγγελίου είναι ο πρεσβύτερος Ιωάννης.
Νομίζουμε ότι οι εσωτερικές ενδείξεις που συνάγονται από το ευαγγέλιο δεν επιτρέπουν να αμφισβητήσουμε τη σχέση του δ' ευαγγελίου με τον απόστολο Ιωάννη, στην αυθεντία και τις προσωπικές αναμνήσεις του οποίου στηρίζεται το ευαγγέλιο από την αρχή ως το τέλος. Γεννιέται όμως το ερώτημα: Δεν υπάρχει περιθώριο και δυνατότητα συμμέτοχης της Εκκλησίας και μάλιστα της Εκκλησίας της Εφέσου, όπου σύμφωνα με την αρχαία παράδοση και τους περισσότερους από τους σύγχρονους γράφηκε το ευαγγέλιο κατά τα τέλη του Α' αιώνα, στην τελική καταγραφή και έκδοσή του; Νομίζουμε ότι τα στοιχεία που μας επιτρέπουν να απαντήσουμε καταφατικά στο ερώτημα αυτό είναι τα εξής:
α. Συχνά στο δ' ευαγγέλιο συναντούμε το α' πληθ. πρόσωπο -πράγμα που σημαίνει ότι έτσι εκφράζεται η εμπειρία και η πίστη όχι μόνο ενός προσώπου, του συγγραφέα, αλλά ολόκληρης της Εκκλησίας: 1,14: «και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού», 1,16: «εκ του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ελάβομεν», 3,11: «ο οίδαμεν λαλούμεν και ο εωράκαμεν μαρτυρούμεν και την μαρτυρίαν ημών ου λαμβάνετε», 21,24: «ούτος εστίν ο μαθητής ο μαρτύρων περί τούτων και ο γράψας ταύτα, και οίδαμεν ότι αληθής αυτού η μαρτυρία εστίν».
β. Η Εκκλησία της Εφέσου μπορούσε πιο άνετα απ’ ό,τι ο ίδιος ο Ιωάννης να χρησιμοποιήσει γι’ αυτόν το χαρακτηρισμό του «αγαπημένου μαθητή στον οποίο η Εκκλησία στηρίζει το κύρος τού περιεχομένου του ευαγγελίου και την αυθεντικότητα της παράδοσής του.
γ. Το 21ο κεφάλαιο χαρακτηρίζεται συνήθως σαν προσθήκη ή σαν παράρτημα του ευαγγελίου που γράφηκε αργότερα είτε από τον ίδιο τον Ιωάννη, είτε από άλλον, πιθανώς μαθητή του. Σ’ αυτό γίνεται λόγος για το μαθητή «ον ηγάπα ο Ιησούς» τρεις φορές (21,7. 20. 23) και διορθώνεται η παρερμηνευθείσα φράση του Ιησού γι’ αυτόν προς τον Πέτρο «εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;». Δεν υπάρχει λόγος να καταφύγουμε σε απόψεις, όπως αυτή του Bultmann, ότι κάποιος μεταγενέστερος αναθεωρητής (Redaktor) του ευαγγελίου, ο οποίος έκανε και άλλες προσθήκες στο ευαγγέλιο, πρόσθεσε το κεφάλαιο αυτό για να ταυτίσει τον «μαθητήν ον ηγάπα ο Ιησούς» με τον Ιωάννη, τη στιγμή που η ίδια η Εκκλησία βάζει τη σφραγίδα της στο στίχ. 24 («και οίδαμεν ότι αληθής αυτού ή μαρτυρία εστίν»),
Το δ' ευαγγέλιο έχει έναν έκδηλο προσωπικό χαρακτήρα από την αρχή ως το τέλος· είναι έργο μιας προσωπικότητας μεγάλου κύρους και αδιαμφισβήτητης αυθεντίας, του Ιωάννη του «μαθητού ον ηγάπα ο Ιησούς». Σ’ όλο όμως το ευαγγέλιο αναγνωρίζει κανείς συγχρόνως και την παρουσία τής Εκκλησίας, η οποία μαρτυρεί για το μαθητή αυτόν και εκφράζει την πίστη της σε όσα ο μαθητής αυτός παραδίδει. Ο καθηγητής Σ. Αγουρίδης, που περισσότερο από κάθε άλλον στον τόπο μας ασχολήθηκε με το δ' ευαγγέλιο, διατυπώνει την υπόθεση (βλ. Εισαγωγή εις την Κ. Διαθήκην, σ. 163) ότι ο απόστολος Ιωάννης ίσως δεν πρόλαβε να εκδώσει το ευαγγέλιό του κι έτσι υπεύθυνη για την τελική μορφή του κειμένου είναι η Εκκλησία της Εφέσου. Άλλωστε, σήμερα γενικότερα γίνεται λόγος για «Ιωάννειο κύκλο», από τον οποίο προέρχονται το δ' ευαγγέλιο, οι τρεις Καθολικές επιστολές και η Αποκάλυψη. Δεν πρέπει να συγχέεται η αυθεντία του μαθητή του Ιησού, στον οποίον στηρίζονται αυτά τα έργα, και η τελική καταγραφή τους. Η θεοπνευστία δεν συνίσταται στον τρόπο της φραστικής διατύπωσης (όπως νομίζουν οι φονταμενταλιστές όλων των εποχών) αλλά στις αλήθειες που περιέχει το κείμενο. Για τις αλήθειες αυτές εγγυάται η αυθεντία του Ιωάννη καθώς και η Εκκλησία, στην οποία παίρνουν σάρκα και οστά αυτές οι αλήθειες. (Ιωάννου Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, εκδ.Πουρναρα. σελ. 185-189)
«καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θ ε ὸ ν αὐτῶν· καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού (Λουκάς α 16,17 = και θα κάνει πολλούς Ισραηλίτες να επιστρέψουν στον Κύριο το Θεό τους. Αυτός θα προπορευτεί στο έργο του Κυρίου με το πνεύμα και τη δύναμη του προφήτη Ηλία)
«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θ ε ὸ ς ἦν ὁ Λόγος» (Ίωάννου α' 1 = Απ’ όλα πριν υπήρχε ο Λόγος κι ο Λόγος ήτανε με τον Θεό, κι ήταν Θεός ο Λόγος).
«Καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θ ε ό ς μου» (Ιωάννου κ 28)
«Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θ ε ο ῦ , ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. (Πράξεις 20,28 =Προσέχετε, λοιπόν, τον εαυτό σας και όλο το ποίμνιο, στο οποίο το Πνεύμα το Άγιο σας έθεσε επισκόπους για να ποιμαίνετε την εκκλησία του Κυρίου και Θεού, που την έκανε δική του με το αίμα του)
«οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται… ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὢν ἐπὶ πάντων Θ ε ὸ ς εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· =Είναι οι απόγονοι του Ισραήλ, … κι απ’ αυτούς κατάγεται ως άνθρωπος ο Χριστός, ο Θεός) (Ρωμαίους 9,4-5)
«Τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ Θ ε ο ῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών» (Φιλιππησίους β' 5-7 Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, δε θεώρησε την ισότητά του με το Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα,και πήρε μορφή δούλου· έγινε άνθρωπος)
«ὅπως ἐνδοξασθῇ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ἐν αὐτῷ, κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θ ε ο ῦ ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. (Β΄Θεσσαλονικείς 1,12 =Έτσι θα δοξαστεί το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού από σας κι εσείς θα δοξαστείτε μ’ αυτόν, σύμφωνα με τη χάρη του Θεού μας και Κυρίου Ιησού Χριστού).
«προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θ ε ο ῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὃς ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν (Τίτου 2,13-14 =περιμένοντας τη μακαριότητα που ελπίζουμε, δηλαδή την εμφάνιση της δόξας του μεγάλου Θεού και σωτήρα μας, του Ιησού Χριστού. Αυτός έδωσε τον εαυτό του για μας)
«Πλείονος γὰρ δόξης οὗτος παρὰ Μωϋσῆν ἠξίωται, καθ' ὅσον πλείονα τιμὴν ἔχει τοῦ οἴκου ὁ κατασκευάσας αὐτόν. Πᾶς γὰρ οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θ ε ό ς. Καὶ Μωϋσῆς μὲν πιστὸς ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ ὡς θεράπων, εἰς μαρτύριον τῶν λαληθησομένων, Χριστὸς δὲ ὡς υἱὸς ἐπὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ (Εβραίους γ 3-6 =Ο Ιησούς όμως αξιώθηκε μεγαλύτερη τιμή από το Μωυσή, μια και όποιος κατασκευάζει ένα σπίτι αξίζει περισσότερο από το ίδιο το σπίτι. Κάθε σπίτι, βλέπετε, χρειάζεται κάποιον δημιουργό· αλλά εκείνος που δημιούργησε τα πάντα είναι ο Θεός. Ο Μωυσής βέβαια ήταν πιστός σ’ ολόκληρο το σπίτι που του εμπιστεύτηκε ο Θεός, όπως ένας υπηρέτης, και μαρτύρησε γι’ αυτά που θα φανέρωνε μελλοντικά ο Θεός. Ενώ ο Χριστός ήταν πιστός, όπως ένας γιος στο σπίτι του πατέρα του)
«Συμεὼν Πέτρος, δοῦλος καὶ ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῖς ἰσότιμον ἡμῖν λαχοῦσι πίστιν ἐν δικαιοσύνῃ τοῦ Θ ε ο ῦ ἡμῶν καὶ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ· (Β Πέτρου 1,1 =Ο Συμεών Πέτρος, δούλος κι απόστολος του Ιησού Χριστού. Προς εκείνους που η αγάπη του Θεού και του σωτήρα μας Ιησού Χριστού δώρισε την ίδια πίστη που έχουμε κι εμείς οι απόστολοι)
«Οἴδαμεν δὲ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν ἵνα γινώσκωμεν τὸν ἀληθινόν· καί ἐσμεν ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστῷ. οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θ ε ὸ ς καὶ ζωὴ αἰώνιος (Α Ιωάννου 5,20 =Ξέρουμε πως ο Υιός του Θεού ήρθε και μας έδωσε την πνευματική δύναμη για να γνωρίσουμε τον αληθινό Θεό. Είμαστε ενωμένοι με τον αληθινό Θεό μέσω του Υιού του, του Ιησού Χριστού. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, αυτός είναι η αιώνια ζωή)
«Καὶ λέγει μοι· οὗτοι οἱ λόγοι πιστοὶ καὶ ἀληθινοί, καὶ Κύριος ὁ Θ ε ὸ ς τῶν πνευμάτων τῶν προφητῶν ἀπέστειλε τὸν ἄγγελον αὐτοῦ δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει…Ἐγὼ Ἰησοῦς ἔπεμψα τὸν ἄγγελόν μου μαρτυρῆσαι ὑμῖν ταῦτα ἐπὶ ταῖς ἐκκλησίαις (Αποκάλυψη 22,6,16 =Ύστερα μου λέει ο άγγελος: «Τα λόγια αυτά είναι αληθινά κι άξια εμπιστοσύνης. Ο Κύριος ο Θεός, που με το Πνεύμα του μίλησαν οι προφήτες, έστειλε τον άγγελό του να δείξει στους δούλους του όσα είναι να γίνουν πολύ σύντομα»…. «Εγώ, ο Ιησούς, έστειλα τον άγγελό μου να σας τα αναγγείλει αυτά στις εκκλησίες)
«Στo σύνολο των εκκλησιών». Δεν είναι κι αυτό μικρό, γιατί είναι μεγάλη η δύναμη και του συνόλου, δηλαδή των εκκλησιών.
Πρόσεχε πόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του συνόλου των εκκλησιών. Η προσευχή της Εκκλησίας απελευθέρωσε τον Πέτρο από τη φυλακή, άνοιξε το στόμα του Παύλου, ενώ η κοινή απόφαση αυτών αποτελεί αξιόλογο εφόδιο και στολίδι γι’ αυτούς. Γι’ αυτό κι όποιος πρόκειται να χειροτονήσει, ζητάει και τις ευχές των πιστών, κι αυτοί εγκρίνουν την επιλογή και επιδοκιμάζουν φωναχτά, πράγματα που είναι γνωστά στους μυημένους, γιατί οι αμύητοι δεν επιτρέπεται να τα ξέρουν όλα. Και υπάρχουν περιπτώσεις που δε διαφέρει καθόλου ο ιερέας από τον πιστό, όπως για παράδειγμα την ώρα της θείας Κοινωνίας, που όλοι απολαμβάνουμε τα ίδια με τον ίδιο τρόπο. Όχι όπως γινόταν στην Παλαιά Διαθήκη, όπου άλλα έτρωγε ο ιερέας και άλλα οι υπόλοιποι, και απαγορευόταν να μετέχει ο λαός σε όσα μετείχε ο ιερέας. Αυτό δε γίνεται τώρα, αλλ’ ένα σώμα βρίσκεται μπροστά σ’ όλους και ένα ποτήρι. Και στις προσευχές βλέπει κανείς ότι ο λαός συμμετέχει πολύ. Γιατί προσεύχονται και για όσα γίνονται και για τους αμαρτωλούς τόσο ο ιερέας όσο και ο λαός και όλοι λένε την ίδια προσευχή, προσευχή γεμάτη φιλανθρωπία. Και όταν δεχόμαστε μέσα στον ιερό ναό εκείνους που δεν επιτρέπεται να μετάσχουν στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, πρέπει να γίνει ιδιαίτερη προσευχή και όλοι μαζί γονατίζουμε στο έδαφος και σηκωνόμαστε όρθιοι όλοι μαζί. Όταν επίσης πρόκειται να μεταλάβουμε, όλοι ανταλλάσσουμε ασπασμούς. Κι όταν πάλι τελείται το πιο θαυμαστό μυστήριο, εύχεται ο ιερέας στο λαό, και ο λαός στον ιερέα, αφού η φράση, «μετά του πνεύματός σου», δε σημαίνει τίποτα άλλο, παρά αυτό ακριβώς. Και η ευχαριστία επίσης είναι κοινή. Γιατί δεν ευχαριστεί μόνο ο ιερέας, αλλά και όλος ο λαός. Αφού αρχίζει εκείνος, έπειτα συμφωνούν όλοι ότι αυτό γίνεται σωστά και δίκαια και μετά αρχίζει η ευχαριστία.
Και γιατί θαυμάζεις που ο λαός προσεύχεται μαζί με τον ιερέα, αφού και μαζί με τα ίδια τα Χερουβίμ και τις ουράνιες δυνάμεις ψάλλει τους ιερούς εκείνους ύμνους προς το Θεό; Όλα αυτά τα είπα, για να είναι σεμνοί όλοι οι πιστοί, για να κατανοήσουμε ότι όλοι είμαστε ένα σώμα και έχουμε τόση διαφορά μεταξύ μας, όση το ένα μέλος του σώματος από το άλλο, και να μη θεωρούμε υπεύθυνους για όλα τους ιερείς, αλλά και οι ίδιοι να φροντίζουμε σαν να είμαστε εμείς άρχοντες, αφού η Εκκλησία είναι το κοινό σώμα μας. Γιατί αυτό μας εξασφαλίζει μεγαλύτερη σιγουριά και περισσότερο ζήλο για την αρετή.
Άκουσε τώρα πώς ζητούσαν τη γνώμη των πιστών και για άλλα ζητήματα κατά την εποχή των Αποστόλων. Όταν δηλαδή επρόκειτο να χειροτονήσουν τους επτά διακόνους, συνεννοήθηκαν πρώτα με το λαό. Το ίδιο έκαμε και ο Πέτρος για το Ματθία. Συνεννοήθηκε με όλους τους τότε παρόντες, άνδρες και γυναίκες. Γιατί η Εκκλησία δεν είναι για να φουσκώνουν τα μυαλά των αρχόντων, ούτε για να γίνονται δουλοπρεπείς οι υπόλοιποι, αλλά είναι εξουσία πνευματική, πού έχει μάλιστα το πλεονέκτημα ότι οι άρχοντες φορτώνονται με περισσότερους κόπους και μεγαλύτερες φροντίδες και δε ζητούν περισσότερες τιμές. Πρέπει να διοικούν την Εκκλησία σαν ένα σπίτι, σαν ένα σώμα. Έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε όλοι. Όπως βέβαια και το βάπτισμα είναι ένα και η τράπεζα μία και η πηγή μία και η κλήση μία και ο Πατέρας ένας.
Γιατί λοιπόν είμαστε διαιρεμένοι, αφού είναι τόσα εκείνα που μας ενώνουν; Γιατί είμαστε διασπασμένοι; Δυστυχώς αναγκάζομαι να θρηνήσω πάλι για όσα πολλές φορές έχω θρηνήσει. Η κατάστασή μας είναι αξιοθρήνητη. Τόσο διασπασμένοι είμαστε μεταξύ μας, ενώ πρέπει να είμαστε ενωμένοι σαν ένα σώμα. Γιατί έτσι θα μπορέσει να ωφεληθεί ακόμη κι ο ανώτερος από τον κατώτερο. Αφού και ο Μωϋσής έμαθε από τον πενθερό του κάτι που δεν ήξερε, πολύ περισσότερο θα μπορούσε να ωφεληθεί η Εκκλησία σε παρόμοια περίπτωση. Και τι είναι εκείνο, πού ήξερε ο άπιστος και δεν το ήξερε ο πνευματικός ηγέτης; Έγινε όμως αυτό, για να μάθουν όλοι οι σύγχρονοί του ότι ήταν άνθρωπος, που, αν και σχίζει τη θάλασσα, αν και χωρίζει την πέτρα, έχει ανάγκη της βοήθειας του Θεού, και ότι τα θαύματά του δεν οφείλονταν στην ανθρώπινη φύση του, αλλά στη δύναμη τού Θεού. Και τώρα, αν κάποιος δεν λέει τα ωφέλιμα, ας σηκωθεί κάποιος κι ας τα πει. Κι αν είναι ο πιο ασήμαντος, επικρότησε τη γνώμη του, αν λέει κάτι το ωφέλιμο. Κι αν είναι ο πιο αξιοκαταφρόνητος, μην τον προσβάλεις. Γιατί κανένας δεν απέχει τόσο από τους συνανθρώπους του, όσο ο πενθερός από το Μωϋσή, που δεν περιφρόνησε τα λόγια του, αλλά δέχθηκε τη γνώμη του και υπάκουσε, την έγραψε, και δεν ντράπηκε να την παραδώσει στην ιστορία, καταστέλλοντας έτσι τον εγωισμό των πολλών. Γι’ αυτό τα άφησε σα γραμμένα σε στήλη. Γιατί γνώριζε ότι αυτή η ιστορία θα είναι ωφέλιμη σε πολλούς.
Ας μην περιφρονούμε λοιπόν εκείνους που δίνουν σωστές συμβουλές, κι αν ακόμη είναι απλοί άνθρωποι και καταφρονημένοι, κι ας μην έχουμε την αξίωση να γίνουν οπωσδήποτε όσα εμείς συμβουλεύουμε, αλλ’ ας επικροτούμε όλοι εκείνα που θα θεωρηθούν ωφέλιμα. Γιατί πολλοί από εκείνους που δεν έχουν καλή όραση, βλέπουν καλύτερα από εκείνους που έχουν καλή, γιατί μελετούν και επιστρατεύουν τις ικανότητές τους. Μη λες, ‘τί μου ζητάς να σου δώσω συμβουλή, αφού δεν κάνεις αυτά που σου λέγω;’ Τέτοιον έλεγχο δεν τον κάνουν οι σύμβουλοι, αλλά οι τύραννοι. Γιατί ο σύμβουλος έχει δικαίωμα μόνο να πει τη γνώμη του, αν όμως κριθεί πιο ωφέλιμη μια άλλη γνώμη και επιμένει ο σύμβουλος να γίνουν όσα εκείνος συμβούλευσε, τότε δεν είναι σύμβουλος, αλλά, όπως είπα πιο πάνω, είναι τύραννος.
Ας μη συμπεριφερόμαστε λοιπόν έτσι. Ας καθαρίσουμε την ψυχή μας από κάθε εγωισμό και ανοησία, κι ας επιδιώκουμε όχι πώς να επικρατήσει μόνο η γνώμη μας, αλλά πώς να επικρατήσει η πιο ωφέλιμη γνώμη, έστω κι αν δεν την εκφράσαμε εμείς. Γιατί δε θα είναι μικρό το κέρδος μας αν δεχθούμε τις γνώμες των άλλων, στην περίπτωση πού εμείς δεν μπορέσαμε να βρούμε τη σωστή λύση. Έτσι και ο Θεός θα μας αμείψει και δόξα θα αποχτήσουμε με τον τρόπο αυτό. Γιατί, όπως εκείνος που συμβούλευσε τα ωφέλιμα θεωρήθηκε φρόνιμος, έτσι κι εμείς, αν τα δεχθούμε, θα μας επαινέσουν για τη φρονιμάδα μας και για τη σύνεσή μας. Έτσι μπορούν να ωφεληθούν περισσότερο και το σπίτι και η πόλη και η Εκκλησία που διοικούνται με αυτόν τον τρόπο. (ΕΠΕ 19,485-491)
Άκουσε τώρα πώς ζητούσαν τη γνώμη των πιστών και για άλλα ζητήματα κατά την εποχή των Αποστόλων. Όταν δηλαδή επρόκειτο να χειροτονήσουν τους επτά διακόνους, συνεννοήθηκαν πρώτα με το λαό. Το ίδιο έκαμε και ο Πέτρος για το Ματθία. Συνεννοήθηκε με όλους τους τότε παρόντες, άνδρες και γυναίκες. Γιατί η Εκκλησία δεν είναι για να φουσκώνουν τα μυαλά των αρχόντων, ούτε για να γίνονται δουλοπρεπείς οι υπόλοιποι, αλλά είναι εξουσία πνευματική, πού έχει μάλιστα το πλεονέκτημα ότι οι άρχοντες φορτώνονται με περισσότερους κόπους και μεγαλύτερες φροντίδες και δε ζητούν περισσότερες τιμές. Πρέπει να διοικούν την Εκκλησία σαν ένα σπίτι, σαν ένα σώμα. Έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε όλοι. Όπως βέβαια και το βάπτισμα είναι ένα και η τράπεζα μία και η πηγή μία και η κλήση μία και ο Πατέρας ένας.
Γιατί λοιπόν είμαστε διαιρεμένοι, αφού είναι τόσα εκείνα που μας ενώνουν; Γιατί είμαστε διασπασμένοι; Δυστυχώς αναγκάζομαι να θρηνήσω πάλι για όσα πολλές φορές έχω θρηνήσει. Η κατάστασή μας είναι αξιοθρήνητη. Τόσο διασπασμένοι είμαστε μεταξύ μας, ενώ πρέπει να είμαστε ενωμένοι σαν ένα σώμα. Γιατί έτσι θα μπορέσει να ωφεληθεί ακόμη κι ο ανώτερος από τον κατώτερο.
Αφού και ο Μωϋσής έμαθε από τον πενθερό του κάτι που δεν ήξερε, πολύ περισσότερο θα μπορούσε να ωφεληθεί η Εκκλησία σε παρόμοια περίπτωση. Και τι είναι εκείνο, πού ήξερε ο άπιστος και δεν το ήξερε ο πνευματικός ηγέτης; Έγινε όμως αυτό, για να μάθουν όλοι οι σύγχρονοί του ότι ήταν άνθρωπος, που, αν και σχίζει τη θάλασσα, αν και χωρίζει την πέτρα, έχει ανάγκη της βοήθειας του Θεού, και ότι τα θαύματά του δεν οφείλονταν στην ανθρώπινη φύση του, αλλά στη δύναμη τού Θεού.
Και τώρα, αν κάποιος δεν λέει τα ωφέλιμα, ας σηκωθεί κάποιος κι ας τα πει. Κι αν είναι ο πιο ασήμαντος, επικρότησε τη γνώμη του, αν λέει κάτι το ωφέλιμο. Κι αν είναι ο πιο αξιοκαταφρόνητος, μην τον προσβάλεις. Γιατί κανένας δεν απέχει τόσο από τους συνανθρώπους του, όσο ο πενθερός από το Μωϋσή, που δεν περιφρόνησε τα λόγια του, αλλά δέχθηκε τη γνώμη του και υπάκουσε, την έγραψε, και δεν ντράπηκε να την παραδώσει στην ιστορία, καταστέλλοντας έτσι τον εγωισμό των πολλών. Γι’ αυτό τα άφησε σα γραμμένα σε στήλη. Γιατί γνώριζε ότι αυτή η ιστορία θα είναι ωφέλιμη σε πολλούς.
Ας μην περιφρονούμε λοιπόν εκείνους που δίνουν σωστές συμβουλές, κι αν ακόμη είναι απλοί άνθρωποι και καταφρονημένοι, κι ας μην έχουμε την αξίωση να γίνουν οπωσδήποτε όσα εμείς συμβουλεύουμε, αλλ’ ας επικροτούμε όλοι εκείνα που θα θεωρηθούν ωφέλιμα. Γιατί πολλοί από εκείνους που δεν έχουν καλή όραση, βλέπουν καλύτερα από εκείνους που έχουν καλή, γιατί μελετούν και επιστρατεύουν τις ικανότητές τους.
Μη λες, ‘τί μου ζητάς να σου δώσω συμβουλή, αφού δεν κάνεις αυτά που σου λέγω;’ Τέτοιον έλεγχο δεν τον κάνουν οι σύμβουλοι, αλλά οι τύραννοι. Γιατί ο σύμβουλος έχει δικαίωμα μόνο να πει τη γνώμη του, αν όμως κριθεί πιο ωφέλιμη μια άλλη γνώμη και επιμένει ο σύμβουλος να γίνουν όσα εκείνος συμβούλευσε, τότε δεν είναι σύμβουλος, αλλά, όπως είπα πιο πάνω, είναι τύραννος.
Ας μη συμπεριφερόμαστε λοιπόν έτσι. Ας καθαρίσουμε την ψυχή μας από κάθε εγωισμό και ανοησία, κι ας επιδιώκουμε όχι πώς να επικρατήσει μόνο η γνώμη μας, αλλά πώς να επικρατήσει η πιο ωφέλιμη γνώμη, έστω κι αν δεν την εκφράσαμε εμείς. Γιατί δε θα είναι μικρό το κέρδος μας αν δεχθούμε τις γνώμες των άλλων, στην περίπτωση πού εμείς δεν μπορέσαμε να βρούμε τη σωστή λύση. Έτσι και ο Θεός θα μας αμείψει και δόξα θα αποχτήσουμε με τον τρόπο αυτό. Γιατί, όπως εκείνος που συμβούλευσε τα ωφέλιμα θεωρήθηκε φρόνιμος, έτσι κι εμείς, αν τα δεχθούμε, θα μας επαινέσουν για τη φρονιμάδα μας και για τη σύνεσή μας. Έτσι μπορούν να ωφεληθούν περισσότερο και το σπίτι και η πόλη και η Εκκλησία που διοικούνται με αυτόν τον τρόπο. (ΕΠΕ 19,485-491)
«Δεν είμαστε κυρίαρχοι της πίστης σας, αγαπητοί, ούτε παραγγέλλουμε αυτά με τρόπο δεσποτικό· έχουμε οριστεί για τη διδασκαλία του λόγου και όχι για εξουσία, ούτε για δεσποτισμό· έχουμε θέση συμβούλων, οι οποίοι συμβουλεύουν. Εκείνος ο οποίος συμβουλεύει, λέει τη γνώμη του, χωρίς να εξαναγκάζει τον ακροατή, αλλά αφήνει αυτόν ελεύθερο να προτιμήσει τα λεγόμενα· σε αυτό μόνο είναι υπεύθυνος, αν δεν πει δηλαδή αυτά τα οποία πρέπει να διδάξει» (Χρυσόστομος ΕΠΕ 20,711-713)
«Δύο τρόποι αποκοπής από το σώμα της Εκκλησίας υπάρχουν· ο ένας, όταν ψυχράνουμε την αγάπην, και ο δεύτερος, όταν τολμήσουμε πράγματα που είναι ανάξια να γίνονται εις εκείνο το σώμα· διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζουμε τους εαυτούς μας από τό πλήρωμα της Εκκλησίας.
Εάν όμως εμείς [οι κληρικοί], που έχουμε ταχθεί να οικοδομούμε και άλλους σε αυτό, πρώτοι γινόμαστε εμείς αίτιοι δια ν’ αποσχίζωνται από αυτήν, τι δεν θα πάθουμε; Τίποτε δεν θα μπορέσει να διαιρέσει τόσο εύκολα την Εκκλησία, όσο η φιλαρχία˙ τίποτα δεν παροξύνει τόσο το Θεό, όσο το να διαιρεθεί η Εκκλησία. Και αν ακόμη έχουμε πράξει άπειρα καλά, δεν θα καταδικασθούμε λιγότερο από αυτούς οι οποίοι διαμέλισαν το σώμα του, εμείς οι οποίοι διαιρούμε το εκκλησιαστικό πλήρωμα…
Κάποιος άγιος άνδρας [εννοεί τον άγιο Κυπριανό Καρχηδόνος (+258 μ.Χ.)] είπε κάτι το οποίο φαίνεται ότι είναι τολμηρό, πλην όμως το είπε. Ποιο είναι λοιπόν αυτό; Ούτε το αίμα του μαρτυρίου μπορεί να εξαλείψει αυτήν την αμαρτία. Διότι, πες μου, γιατί μαρτυρείς; δεν το κάνεις αυτό για τη δόξα του Χριστού; Συ, λοιπόν, ο οποίος θυσιάζεις τη ζωή σου υπέρ του Χριστού, πώς εξολοθρεύεις την Εκκλησία, υπέρ της οποίας πρώτος εθυσιάσθη ο Χριστός;… Η νόσος προέρχεται από φιλαρχία.
…Τι λες; Η ίδια πίστη είναι [των σχισματικών], ορθόδοξοι είναι και εκείνοι. Γιατί λοιπόν δεν είναι μαζί με εμάς;… Εάν αυτά που κάνουν αυτοί είναι ορθά, τότε τα δικά μας είναι λανθασμένα˙ εάν όμως τα δικά μας είναι ορθά, τότε τα δικά τους είναι λανθασμένα. … Πες μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λες δηλαδή ότι είναι ορθόδοξοι; τα σχετικά όμως με την χειροτονία [την εγκυρότητά της δηλ] έφυγαν και χάθηκαν; Και ποιο το όφελος εάν αυτή δεν έγινε κατα τρόπο κανονικό; Όπως ακριβώς λοιπόν για την πίστη, έτσι πρέπει να αγωνιζόμαστε και για αυτήν [την κανονική χειροτονία]. Διότι, εάν στον καθένα είναι δυνατόν να χειροτονεί… και έτσι να γίνονται ιερείς, ας γνωρίζουν όλοι, ότι μάταια έχει οικοδομηθελι αυτό το θυσιαστήριο, μάταια υπάρχει το πλήρωμα της Εκκλησίας και το πλήθος των ιερέων˙ ας τα καταργήσουμε αυτά και ας τα καταστρέψουμε… Εάν η ίδια πίστη υπάρχει παντού, εάν τα ίδια μυστήρια, γιατί να επιπηδά σε άλλη Εκκλησία κάποιος άλλος επίσκοπος; Βλέπετε, λέγει [ο ειδωλολάτρης], ότι όλα τα των Χριστιανών έχουν γεμίσει από κενοδοξίαν; Και ότι υπάρχει σε αυτούς φιλαρχία και απάτη;…
Τα λέω και σας παρακαλώ με επιμονή, ότι το να δημιουργήσει κανείς σχίσμα στην Εκκλησία δεν είναι μικρότερο κακό από το να πέσει σε αίρεση… Εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει το Χριστό, ποιας κόλασης δεν θα είναι άξιος;… Ως προς εκείνους οι οποίοι αποσκιρτούν [από την κανονική Εκκλησία], μοιχεία είναι αυτό το πράγμα. Εάν όμως δεν ανέχεσαι να ακούς αυτά για εκείνους, λοιπόν να μην ανέχεσαι ούτε για εμάς˙ διότι το ένα από τα δύο κατ’ ανάγκην γίνεται παράνομα. Αν μεν λοιπόν υποπτεύεσθε αυτά για μένα, είμαι έτοιμος να παραχωρήσω το αξίωμα σε όποιον θέλετε˙ μόνο η εκκλησία να είναι μία˙ εάν όμως εγώ έγινα νόμιμα [επίσκοπος], να πείθετε εκείνους οι οποίοι έχουν ανεβεί παράνομα στο θρόνο [του επισκόπυ] να αποθέσουν ό,τι δεν τους ανήκει». (Χρυσόστομος, εκδόσεις ΕΠΕ, τόμος 20, σελ. 705-717)
Ποιμαντική προς αιρετικούς.
Εν Αθήναις τη 12η Απριλίου 1980.
Κύριε Διευθυντά…
… Γράφει το φυλλάδιον ότι «προσπαθώ να περιορίσω την σημασίαν του «γεγονότος» (Σημ.: εννοείται η παράστασις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών εν τη επιμνημοσύνω δεήσει υπέρ του Πάπα Παύλου ΣΤ') και να το δικαιολογήσω ως «εθιμοτυπίαν». Ας μας επιτρέψη -συνεχίζει το φυλλάδιο- ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος να είπωμεν ότι εις την Ορθοδοξίαν τίποτε δεν δικαιολογεί την επικοινωνίαν Ορθοδόξων και Αιρετικών. Από την Αποστολικήν ακόμη περίοδον κατεδικάζετο και ο απλός χαιρετισμός προς τους Αιρετικούς. Και αυτός που δίδει μίαν τοιαύτην αυστηράν εντολήν αποφυγής των Αιρετικών, έστω και δια λόγους ... εθιμοτυπικούς, υπήρξεν ο Απόστολος της Αγάπης, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης! Τι έχει επ’ αυτού να μας είπη ο π. Επιφάνιος;».
Έχω επ’ αυτού να είπω τα εξής: ’Ότι το χωρίον του Ευαγγελιστού Ιωάννου («εί τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ού φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν και χαίρειν αυτώ μη λέγετε», Έπιστ. Β', στ. 10), παρερμηνεύεται! Παρερμηνεύεται δ’ υπό πολλών, αγαπητοί συντάκται του φυλλαδίου, και ου μόνον υφ’ υμών, διό και πρέπει να γένηται εκτενής λόγος περί αυτού. Ο Απόστολος Ιωάννης δεν εννοεί εν τω εδαφίω τούτω πάσαν σχέσιν, αλλά μόνον την σχέσιν διδασκαλίας- μαθητείας. «Ει τις έρχεται προς υμάς, και ταύτην την διδαχήν ού φέρει», λέγει. Δηλαδή, ει τις έρχεται προς υμάς ως διδάσκαλος· ει τις έρχεται προς υμάς, έχων ως σκοπόν να κηρύξη εις υμάς. Αυτός ο διδάσκαλος, αν μέν φέρη «ταύτην την διδαχήν» (ότι ο Χριστός είνε ο Υιός του Θεού και ήλθεν εν σαρκί), γενέσθω δεκτός υφ’ υμών και διδαξάτω υμάς Αν δε φέρη άλλην διδαχήν, αποκρουσθήτω παντελώς. Ού μόνον μη δέχησθε αυτόν ίνα διδάξη υμάς, αλλά μηδέ εις τον οίκον υμών εισαγάγητε αυτόν, μηδ’ απλού χαιρετισμού αξιώσητε αυτόν. Μεγάλη προσοχή, ίνα μη κλονισθήτε υπό αιρετικών διδασκάλων. Φυλάξατε εαυτούς πάση δυνάμει από του κινδύνου να αποβήτε μαθηταί κακοδόξων κ η ρ ύ κ ω ν. Φράξατε τα ώτα εις πάσαν ετεροδιδασκαλίαν. Έτι πλέον: Μη ενισχύετε, δια της παροχής φιλοξενίας, το διαβρωτικόν έργον των ανθρώπων αυτών. Μη παρέχετε εις αυτούς ευκολίας, ώστε να διεξάγωσι μετ’ άνέσεως και αποτελεσματικότητος τας περιοδείας αυτών προς διάδοσιν της αιρέσεως. Στήσατε οδοφράγματα εις την καταστρεπτικήν πορείαν αυτών. Αγνοήσατε, αποστράφητε, απομονώσατε, αχρηστεύσατε τους διδασκάλους της πλάνης. Αυτό, αδελφοί μου, είνε το νόημα των λόγων του Ιωάννου. Παρόμοια ακριβώς γράφει και η «Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων» (ια, 12), βιβλίον αρχαιότατον: «Ος αν ούν ελθών διδάξη υ μ ά ς ταύτα πάντα τα προειρημένα, δέξασθε αυτόν· εάν δε αυτός ο διδάσκων στραφείς διδάσκη άλλην διδαχήν εις το καταλύσαι, μ η αυτού ακούσητε». Ουδέποτε διενοήθη ο Απόστολος Ιωάννης να ζητήση παρά των πιστών, όπως ενεργώσιν ... ανάκρισιν προς πάντα κρούοντα την θύραν αυτών δι’ οιονδήποτε λόγον και δι’ οιανδήποτε χρείαν.
Φαντασθώμεν μίαν τοιαύτην σκηνήν κατά την εποχήν εκείνην:
«Τι θέλεις, άνθρωπε; Τί ζητείς, κρούων την θύραν μου;».
Ελεημοσύνην! Πεινώ πολύ και τρέμω εκ του ψύχους».
«Πριν η άνοίξω την θύραν της οικίας μου και σε εισαγάγω εντός αυτής, πρέπει να σοι υποβάλω μίαν ερώτησιν: Πιστεύεις ότι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, ήλθεν εις τον κόσμον εν σαρκί; Αν πιστεύης τούτο, θα εισέλθης εις την οικίαν μου και θα φάγης. Αν όχι, δεν θα εισέλθης, αλλά θα μείνης έξω, επι της οδού, παρά το δριμύ ψύχος, μέχρις ότου εγώ ετοιμάσω σοι γεύμα και εύρω εν ένδυμα, άτινα και θα σοι προσκομίσω ενταύθα, επί της οδού»...
’Η ας φαντασθώμεν άλλην σκηνήν, σύγχρονον: Έπαθε βλάβην ο σωλήν της υδρεύσεως και τα ύδατα ρέουσιν ακατασχέτως εν τη οικία ήμών. Άνοίγομεν τον «Χρυσόν Όδηγόν» Του Ο.Τ.Ε. και τηλεφωνούμεν εσπευσμένως εις υδραυλικόν. Καταφθάνει και κρούει την θύραν. Όπότε αρχίζομεν την... ανάκρισιν: «Πριν σε χαιρετίσω και πριν σε εισαγάγω εντός της οικίας μου, ερωτώ σε: Πιστεύεις ότι ο Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμον εν σαρκί;». -Οχι!, απαντά ο υδραυλικός. «Πιστεύω μόνον σε κάποιαν ανωτέραν δύναμιν. Τίποτε περισσότερον!» «Φύγε τότε!», απαντώμεν και τηλεφωνούμεν εις δεύτερον. Αλλά και αυτός, έλθών, απαντά, εις την ως άνω ερώτησιν, «όχι!» και προσθέτει ότι «δεν πιστεύει τίποτε!». Όπότε εκδιώκομεν και αυτόν και καλούμεν τρίτον. Έρχεται πάραυτα, αλλά και αυτός ερωτώμενος, απαντά ότι δεν είνε μέν άπιστος, είνε όμως ετερόδοξος. Αποπέμπομεν πύξ-λάξ και αυτόν, ενώ τα ύδατα ού μόνον κατέκλυσαν τα πάντα εν τη οικία ήμών, αλλ έχουσιν ήδη φθάσει εις το κατάστρωμα της οδού...
Ετέρα σκηνή: Αποθνήσκει η μήτηρ ημών και έρχονται εις την οικίαν
ήμών, πλήν των συγγενών και των φίλων, και πολλοί γείτονες, άλλοι περισσότερον και άλλοι ελάχιστα (ή και ύποτυπωδώς) γνωστοί, ίνα εκφράσωσι συλλυπητήρια και ίνα συντροφεύσωσιν ημάς μέχρι και της ταφής της κοιμηθείσης. Ημείς βεβαίως, πριν «χαιρετίσωμεν» τους ερχομένους, πριν επιτρέψωμεν αυτοίς να αποθέσωσιν άνθη επί του φέρετρου, πριν είπωμεν εις αυτούς να καθίσωσιν, οφείλομεν όπως ερωτήσωμεν αυτούς αν πιστεύωσιν εις «ταύτην την διδαχήν». Άναλόγως δε της απαντήσεως, ή θα δεχθώμεν ή θα αποπέμψωμεν αυτούς! Συμφωνείτε, αδελφοί; Πρέπει να συμφωνήτε!...
Τοιαύτας λοιπόν σχέσεις και επαφάς είχε κατά νουν ο Ιωάννης, ότε καθώριζε την έναντι των αιρετικών συμπεριφοράν ημών; ’Όχι, φίλοι μου! Ο άγιος Ιωάννης επέστησεν εντόνως την προσοχήν των πιστών και υπέδειξεν αυτοίς πώς πρέπει να αντιμετωπίζωσι τους επισκεπτομένους αυτούς επί σκοπώ διδασκαλίας, επί σκοπώ «προσηλυτισμού», όπως θα ελέγομεν σήμερον. Θέλων δε να παρεμβάλει προσκόμματα εις το προσηλυτιστικόν έργον των κακοδόξων αυτών διδασκάλων, απαγορεύει την υπό των πιστών φιλοξενίαν αυτών, οπότε ούτοι, μη ευρίσκοντες κατάλυμα κατά τας περιοδείας αυτών, ή θα αχρηστεύοντο, ή, τούλάχιστον, θα περιώριζον κατ’ ανάγκην την φθοροποιόν δράσιν αυτών. Φοβούμενος δ’ ακόμη ο θείος Απόστολος μήπως και εκ της απλής μετά των ψευδοδιδασκάλων επαφής και συζητήσεως, κλονισθώσιν οι πιστοί εξ όσων θα ακούσωσιν, αξιώνει παρ’ αυτών, εκ λόγων στοιχειώδους ποιμαντικής συνέσεως, όπως ου μόνον μη φιλοξενώσιν αυτούς, αλλά και εκδιώκωσιν αυτούς αυθωρεί και παρά χρήμα. (Τότε οι ψευδοδιδάσκαλοι περιήρχοντο τας οικίας, προς άγραν οπαδών, όπως σήμερον οι Χιλιασταί.)
Αλλά και μία ακόμη παρατήρησις: Η εντολή του θείου Αποστόλου περί αποφυγής των αιρετικών διδασκάλων είνε αυτονόητον ότι δεν ισχύει δια πάντας ανεξαιρέτως τους πιστούς. Η εντολή εδόθη ίνα προφυλάξη το μέγα πλήθος των πιστών, όπερ, είτε λόγω ασθενούς πίστεως είτε λόγω ελλιπούς καταρτίσεως, είνε ευάλωτον. Δεν εδόθη δια τους ποιμένας και διδασκάλους της Εκκλησίας ή ακόμη και δια «δυνατούς εν ταις Γραφαίς» λαϊκούς. Αυτοί, εφ΄ όσον βεβαίως είνε καλώς κατηρτισμένοι, έχουσι δικαίωμα άμα και υποχρέωσιν ού μόνον να δέχωνται εν ταις οικίαις αυτών τους αιρετικούς διδασκάλους (πολλώ δε μάλλον τους απλούς οπαδούς της αιρέσεως), αλλά και να κ α λ ώ σ ι ν αυτούς επί σκοπώ διαλόγου και διαφωτίσεως. Ο καλώς κατηρτισμένος πιστός (Κληρικός ή λαϊκός) δεν κωλύεται να καλέση αιρετικούς (και απλούς οπαδούς και αρχηγούς) εις την οικίαν αυτού και «χαιρετισμόν» να ανταλλάξη μετ’ αυτών και «κέρασμα» να δώση εις αυτούς και ακολούθως να άνοιξη διάλογον μετ’ αυτών και, δια της χάριτος του Κυρίου, να κατατροπώση αυτούς. Απ’ αρχαιοτάτων χρόνων εγίνοντο απειράριθμοι διαλεκτικαί μάχαι μεταξύ επιλέκτων αγωνιστών της Ορθοδοξίας και αιρετικών. Πώς συνέβαινε τούτο, αν απηγορεύετο γενικώς και απολύτως πάσα επικοινωνία Ορθοδόξων και αιρετικών, ακόμη δε και ο απλούς χαιρετισμός, ως φρονείτε υμεις; Κακώς εγίνοντο αυταί αι μάχαι; Και σήμερον μία δραξ Κληρικών και λαϊκών θεολόγων έχει αποβή δεινός «κεφαλόπονος» ηγετικών τινών στελεχών των Χιλιαστών, άτινα ουχί απλώς «λαμβάνει», αλλά και καλεί «εις οικίαν» και «κέρασμα» προσφέρει και ακολούθως ανοίγει μετ’ αύτών διάλογον, παρουσία μάλιστα πολλών ακροατών, και τρέπει αυτά εις άτακτον φυγήν. Τι πιστεύετε, οι άνθρωποι αυτοί... παραβαίνουσι την εντολήν του Ιωάννου;
Ή μήπως παρέβη την εντολήν του Ιωάννου και ο Αββάς Ποιμήν, όστις, ότε ήλθον προς αυτόν αιρετικοί τινες «και ήρξαντο καταλαλείν του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, ότι παρά Πρεσβυτέρων έχει την χειροτονίαν», «εφώνησε τον αδελφόν αυτού και είπε· παράθες την τράπεζαν και ποίησον αυτούς φαγείν και πέμψον αυτούς μετ’ ειρήνης»; («Το Γεροντικόν», έκδοσις β' υπό «Άστέρος», εν Άθήναις 1970, σελ. 92).
Ή μήπως παρέβησαν την έντολήν Του Ιωάννου οι αββάδες Λωτ και Αρσένιος, μετά πολλής αγάπης και αβροφροσύνης συμπεριενεχθέντες προς τον ωριγενιστήν Μοναχόν; Ιδού τι έπραξαν ούτοι: «Ήλθε τις των γερόντων προς τον αββάν Λωτ εις το μικρόν έλος του Άρσενοΐτου και παρεκάλεσεν αυτόν δια κελλίον και έδωκεν αυτώ• ήν δε ο γέρων ασθενής και ανέπαυσεν αυτόν ο Αββάς Λωτ• και εί ήρχοντο τινες παραβαλείν τω Αββά Λωτ, εποίει αυτούς παραβαλείν και τω γέροντι τω ασθενεί και ήρξατο λαλείν αυτοίς λόγους του Ώριγένους και εθλίβετο ο Αββάς Λωτ, λέγων, μη και νομίσωσι οι πατέρες, ότι και ημείς ούτως εσμέν και εκβαλείν αυτόν εκ του τόπου εφροβείτο δια την εντολήν (της αγάπης) και αναστάς ο Αββάς Λώτ, ήλθε προς τον Αββάν Αρσένιον και διηγήσατο αυτώ περί του γέροντος και λέγει αυτώ ο Αββάς Αρσένιος• μ η διώξης αυτόν, αλλ ειπέ αυτώ• ιδού εκ των του Θεού φάγε, πίε ως θέλεις, μόνον τον λόγον τούτον μη λαλήσης· καί εάν θέλη, διορθούται, εί δε μη θέλη διορθώσασθαι, αφ’ εαυτού μέλλει παρακαλείν του αναχωρήσαι εκ του τόπου• και ουκ από σου γίνεται η αφορμή· απελθών ούν ο Αββάς Λώτ εποίησεν ούτως και ο γέρων ως ήκουσε ταύτα, ουκ ήθελε διορθώσασθαι αλλ έβαλε παρακαλείν, λέγων· δια τον Κύριον πέμψατέ με έντεύθεν, ότι ουκ έτι δύναμαι βαστάξαι την έρημον και ούτως αναστάς εξήλθε, προπεμπόμενος μετ’ αγάπης» (Αύτόθι, σελ. 62).
Βεβαίως αν υπάρχη αιρεσιάρχης τις εγνωσμένης και πανθομολογουμένης κακοπιστίας και πωρώσεως, λυσσώδης εχθρός της αληθούς Πίστεως, άνθρωπος πολλάκις νουθετηθείς και μηδέν ωφεληθείς, άνθρωπος εθελοκακών και εθελοτυφλών μετά πείσματος ακατανικήτου, άνθρωπος φθάσας εις κατάστασιν «ατρεψίας», δυνάμεθα (ίσως και επιβάλλεται) να επιδείξωμεν προς αυτόν, και όσοι δεν κινδυνεύομεν να κλονισθώμεν εξ’ αυτού, στάσιν περιφρονήσεως και αποστροφής, ως
έπραξε και ο Απόστολος Ιωάννης δια τον Κήρινθον. Αλλά το τοιούτον είνε μία όλως ειδική περίπτωσις. Ας μη παραθεωρώμεν αναριθμήτους άλλας περιπτώσεις αίρετικών, διδασκάλων τε και απλών οπαδών, οίτινες ανένηψαν και επανήλθον εις την Εκκλησίαν εκ της εν γένει καλής συμπεριφοράς Ορθοδόξων ποιμένων (ή και λαϊκών). Είνε ύψιστον ποιμαντικόν χρέος των Λειτουργών της Εκκλησίας η περί των αιρετικών, δηλαδή η περί μεταστροφής των αιρετικών, μέριμνα και φροντίς. Ο ποιμήν ο καλός θα κοπιάση, θα ιδρώση, θα ενεργήση ό,τι δει, θα μετέλθη παν θεμιτόν μέσον, ίνα πλησιάση τους αιρετικούς και διαλεχθή μετ’ αυτών και διαφώτιση αυτούς, όσους τουλάχιστον είνε επιδεκτικοί διορθώσεως. Ποιμήν αδιαφορών παντελώς δια τους αιρετικούς και αποφεύγων να διαλεχθή μετ’ αυτών και να νουθετήση πατρικώς αυτούς, είνε ανάξιος της εαυτού αποστολής (Πρβλ. και Κανόνας 99; 131 και 132 της εν Καρθαγένη Συνόδου). Ο πραγματικός ποιμήν οφείλει να μη λησμονή ουδ’ επί στιγμήν ποια καθήκοντα επωμίσθη: «Το απολωλός ζητήσω και το πλανώμενον επιστρέψω και το συντετριμμένον καταδήσω και το εκλείπον ενισχύσω και το ισχυρόν φυλάξω και βοσκήσω αυτά μετά κρίματος» (Ίεζ. λδ' 16). Δεν επιτρέπεται να αγνοώμεν ότι και οι αιρετικοί και οι αλλόθρησκοι και οι άπιστοι είνε και αυτοί αντικείμενα του ευρυτέρου ποιμαντικού και ιεραποστολικού έργου της Εκκλησίας. Ποιμαντικόν όμως έργον άνευ ουδεμιάς σχέσεως και επαφής και επικοινωνίας μετά των αντικειμένων αυτού (εν προκειμένω των ετεροδόξων) δεν είνε δυνατόν να διεξαχθή!
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προέτρεπε τους πιστούς να επιχειρώσι την διόρθωσιν των αιρετικών, συναναστρεφόμενοι αυτούς, αρκεί να πράττωσι τούτο μετά συνέσεως πολλής, ίνα μη τυχόν βλαβώσι: «Και τους ετέρως φρονούντας, ως λύμην της αλήθειας, έως αν μεν η δυνατόν, προσλαμβανώμεθα και θεραπεύωμεν· ανιάτως δ’ έχοντας αποστρεφώμεθα, μη της νόσου μεταλάβωμεν πριν μεταδούναι της εαυτών υγείας» (Λόγος ΣΤ', 22). Παρόμοια εδίδασκε και ο θείος Χρυσόστομος το ποίμνιον αυτού: «Δια δη ταύτα παρακαλώ πάντας υμάς καθάπερ τους φρενίτιδι περιπεσόντας νόσω και παραπαίοντας, κατά δύναμιν την υμετέραν πειράσθαι θεραπεύειν, μετά προσηνείας και επιεικείας αυτοίς διαλεγομένους... Ταύτα προς ισχυροτέρους λέγω και ανεπηρεάστους και δυναμένους εκ της εκείνων ομιλίας (=συναναστροφής) μηδεμίαν παραδέξασθαι βλάβην ως ει τις ασθενέστερος είη, φευγέτω τούτων τας συνουσίας (δηλαδή τας μετ’ αυτών συναντήσεις), αποπηδάτω τους συλλόγους, ώστε μη την της φιλίας υπόθεσιν αφορμήν ασεβείας γενέσθαι... Ο μεν γαρ ιατρός αν έλθη προς τον κάμνοντα, κακείνον και εαυτόν πολλάκις ωφέλησεν· ο δε ασθενέστερος και εαυτόν και τον αρρωστούντα παρέβλαψε» (Λόγος Β' Περί ακαταλήπτου, παράγρ. ζ'). Και αλλαχού ζητεί παρά των ακροατών αυτού, όπως φέρωσι τους αιρετικούς εις τον Ναόν προς παρακολούθησιν των αντιαιρετικών κηρυγμάτων αυτού. Και αν μέν παραστώσι, λέγει, ας ακούσωσι παρ’ εμού την αλήθειαν. Αν δεν θέλωσι να έλθωσι, είπατε υμείς εις αυτούς όσα ηκούσατε, ίνα μάθωσι παρ’ υμών τα ορθά: «Ενταύθα μοι τον αιρετικόν κάλει· εάν τε παρή, εάν τε μη παρή. Εάν τε γαρ παρή, παρά της ημετέρας φωνής παιδευέσθω· εάν τε μη παρή, δια της υμετέρας ακροάσεως μανθανέτω» (Όμιλία εις τον άγιον Μάρτυρα Φωκάν).
Εννοείται ότι πάντα τα ανωτέρω ουδαμώς δικαιολογούσι την μετά ετεροδόξων συμπροσευχήν. Η συμπροσευχή απαγορεύεται υπό των Ιερών Κανόνων και, ως εκ τούτου, είνε πάντη αποκρουστέα. Περιττεύει δε να σημειώσω ότι και η απαγόρευσις υπό της Εκκλησίας της μεθ’ αιρετικών συμπροσευχής και γενικώς της εκκλησιαστικής κοινωνίας, εξ’ αγάπης απορρέει. Εξ’ αγάπης ου μόνον προς τους Ορθοδόξους (ίνα μη δια τοιούτων εκδηλώσεων, καθαρώς θρησκευτικών, αμβλυνθή παρ’ αυτοίς το Ορθόδοξον αισθητήριον και ολίγον κατ’ ολίγον γένηται δεκτή εν τη συνειδήσει αυτών η αρμονική και αδιατάρακτος συνύπαρξις αληθείας και ψεύδους, φωτός και σκότους), αλλά και προς αυτούς τους αιρετικούς, οίτινες δι’ αυτού του αποκλεισμού, δι’ αυτής της θρησκευτικής (και όχι κοινωνικής) «καραντίνας», καλούνται να συνειδητοποιήσωσι την πλάνην αυτών, καλούνται να αντιληφθώσι το γεγονός ότι είνε εκτός της σωζούσης Κιβωτού, καλούνται να συναισθανθώσιν ότι βαδίζουσιν εν οδώ επισφαλεστάτη. Πάσαι αι απαγορεύσεις αύται δεν είνε ειμή κώδωνες αφυπνίσεως, κρουόμενοι φιλοστόργως υπό της τους πάντας αγαπώσης και δια πάντας αγρυπνούσης και υπέρ πάντων αγωνιζομένης Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν μισεί τους αιρετικούς. Πλάσματα του Θεού είνε και αυτοί και η Εκκλησία ου μόνον αγαπά αυτούς, αλλά και αλγεί και οδυνάται δι’ αυτούς. Όσα μέτρα έχει θεσπίσει η Εκκλησία «εναντίον» αυτών, θεωρούμενα εις βάθος, είνε «υπέρ» αυτών. Αποσκοπούσι δηλαδή να επισημάνωσιν εις αυτούς την πλάνην αυτών, να δημιουργήσωσι παρ’ αυτοίς «κρίσιν συνειδήσεως» και να οδηγήσωσιν αυτούς εις μετάνοιαν και επιστροφήν. Ακόμη και αυτοί οι αναθεματισμοί των αιρεσιαρχών δεν εσκόπουν μόνον εις την διατήρησιν της Πίστεως ανοθεύτου και εις την προφύλαξιν των μελών της Εκκλησίας από της αιρετικής λύμης, αλλ’ απέβλεπον και εις τον ενδεχόμενον συγκλονισμόν της συνειδήσεως των αναθεματιζομένων επί τη ελπίδι ανανήψεως και σωτηρίας αυτών.
Συνοψίζω τα κατά το εδάφιον του Ευαγγελιστού: α') Ο Ιωάννης δεν αναφέρεται εις π ά σ αν σχέσιν ημών προς τους αιρετικούς, αλλά μόνον και αποκλειστικώς εις το θέμα της αποδοχής αυτών ως διδασκάλων, ως κηρύκων. Προς αποφυγήν δε, τούτο μεν, διευκολύνσεως του ολεθρίου αυτών «ιεραποστολικού» έργου, τούτο δε, παντός κινδύνου κλονισμού των πιστών, αξιώνει παρ’ αυτών όπως ούτε φιλοξενίαν παρέχωσιν αυτοίς ούτε καν «χαιρετισμόν» αποτείνωσι προς τους τοιούτους διδασκάλους, ίνα ούτως αποκλεισθεί απ’ αρχής και στεγανώς η δυνατότης διαδόσεως της πλάνης,
β') Οι ποιμένες της Εκκλησίας, αλλά και οι καλώς κατηρτισμένοι πιστοί, ουδαμώς κωλύονται (αντιθέτως, έχουσι χρέος!) και να δέχωνται τους αιρετικούς διδασκάλους (ή και απλούς οπαδούς), αλλά και να καλώσιν αυτούς εις τας οικίας αυτών και να δημιουργώσιν ευκαιρίας διαλεκτικών «συμπλοκών» μετ’ αυτών προς συντριβήν και κατατρόπωσιν αυτών, οπότε ούτοι είνε ενδεχόμενον να οδηγηθώσιν εις επιστροφήν.
Ταύτα, φίλοι μου, είχον να είπω επί του χωρίου του Ευαγγελιστού Ιωάννου. …
Μετά της εν Κυρίω αγάπης.
(Βιβλίο: Τα δύο άκρα, αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, σελ.228-236)
Οι άθεοι, πολλοί αιρετικοί, το κίνημα της Νέας Εποχής και όλος ο Αποκρυφισμός, αρνούμενοι α) τη θεότητα του Ιησού Χριστού, β) τα Μυστήρια της Εκκλησίας που λυτρώνουν, γ) την αμαρτία και την ενοχή της, άρα και τη μετάνοια και το κύρος των εντολών που απαγορεύουν την αμαρτία, λένε ότι ο Χριστός δεν πέθανε για τις αμαρτίες μας ούτε ο θάνατός του ήταν εξιλαστήριος, αλλά πέθανε ως αθώο ανθρώπινο θύμα από τους κακούς ανθρώπους για τη διδασκαλία Του και μόνο. ως ένας μάρτυρας της αλήθειας, όπως και τόσοι άλλοι. Μάλιστα ψεύδονται ασύστολα λέγοντας ότι το δόγμα της εξιλέωσης το ανακάλυψε ο Απόστολος Παύλος! Η Αγία Γραφή, περιοριζόμαστε μόνο στην Καινή Διαθήκη, λέει τα ακριβώς ανάποδα!
Ματθαίος 20,28 [μιλά ο ίδιος ο Χριστός!] Όπως κι ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή του λύτρο για όλους».
Ματθ. 26,28 [στο Μυστικό Δείπνο] γιατί αυτό είναι το αίμα μου, που επισφραγίζει τη νέα διαθήκη και χύνεται για χάρη όλων, για να τους συγχωρηθούν οι αμαρτίες.
Ιωάννης 1,29 Την άλλη μέρα, ο Ιωάννης βλέπει τον Ιησού να έρχεται προς το μέρος του και λέει: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού, που παίρνει πάνω του την αμαρτία των ανθρώπων.
Ιω. 3,16 Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στο θάνατο το μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια
Α Πέτρου 2,24 Αυτός σήκωσε τις αμαρτίες μας με το ίδιο του το σώμα στο σταυρό, για να πεθάνουμε κι εμείς ως προς την αμαρτία, και να ζήσουμε μέσα στο θέλημα του Θεού. Με τις πληγές του Χριστού γιατρευτήκατε.
Α Πετρ. 3, 18 Γιατί κι ο Χριστός υπέμεινε το πάθος μια για πάντα για τις αμαρτίες μας, ένας δίκαιος για χάρη των αμαρτωλών, για να μας φέρει κοντά στο Θεό.
Α Ιωάννου 4.10 Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της αγάπης του Θεού: Όχι ότι εμείς τον αγαπήσαμε, αλλά ότι αυτός μας αγάπησε και έστειλε τον Υιό του, που θυσιάστηκε για να μας ελευθερώσει από τις αμαρτίες μας.
Ρωμαίους 3,25 Ο Θεός τον όρισε να γίνει, με το σταυρικό του θάνατο, ο εξιλασμός των αμαρτιών δια της πίστεως δείχνοντας την αγάπη του και συγχωρώντας τις αμαρτίες που έγιναν στο παρελθόν
Ρωμ. 4,25 Ο Ιησούς παραδόθηκε στο θάνατο για τις ανομίες μας και αναστήθηκε για τη σωτηρία μας.
Α Κορινθ. 6,19-20. Δεν ανήκετε στον εαυτό σας· 20 σας αγόρασε ο Θεός πληρώνοντας το τίμημα.
Α Κορινθίους 5,7. Γιατί η δική μας γιορτή του Πάσχα συνίσταται στο γεγονός ότι θυσιάστηκε για χάρη μας ο Χριστός.
Β Κορ. 5,21 Αυτόν που δεν είχε γνωρίσει αμαρτία, τον φόρτωσε ο Θεός με όλη την αμαρτία για χάρη μας, για να μπορέσουμε εμείς μέσω εκείνου να βρούμε τη σωτηρία κοντά στο Θεό
Εφεσίους 5,2 να συμπεριφέρεστε με αγάπη κατά το πρότυπο του Χριστού, που μας αγάπησε κι έδωσε τη ζωή του για μας, προσφορά και θυσία που τη δέχεται ευχάριστα ο Θεός.
Κολοσσαείς 2, 14 Κατήργησε το χρεόγραφο με τις διατάξεις του, που ήταν εναντίον μας, και το έβγαλε από τη μέση καρφώνοντάς το στο σταυρό.
Α Τιμοθέου 2,5-6. Γιατί ένας είναι ο Θεός κι ένας ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, 6που πρόσφερε τη ζωή του λύτρο για χάρη όλων.
Εβραίους 9,28 Έτσι κι ο Χριστός, αφού θυσιάστηκε μία φορά για να σηκώσει πάνω του τις αμαρτίες όλων μας, θα εμφανιστεί για δεύτερη φορά
Εβρ.10,12 Αντίθετα, ο Ιησούς πρόσφερε για τις αμαρτίες μία θυσία για πάντα, κι έπειτα κάθισε στα δεξιά του Θεού·... 14 Γιατί με μία μόνο προσφορά οδήγησε στην τελειότητα για πάντα αυτούς που εξαγνίστηκαν με το αίμα του.
Εβρ. 6,6 και παρ’ όλα αυτά πρόδωσαν την πίστη τους, είναι αδύνατο να τους κάνουμε να ξαναεπιστρέψουν στο Θεό με τη μετάνοια, τη στιγμή που με τη συμπεριφορά τους ξανασταυρώνουν και διαπομπεύουν τον Υιό του Θεού.
«Συμβουλεύτηκα τους φιλοσόφους μας… Τους βρήκα όλους εξίσου επηρμένους, βέβαιους για τον εαυτό τους, δογματικούς· ισχυριζόμενους -έστω και με τη μορφή του λεγόμενου σκεπτικισμού τους- ότι γνωρίζουν τα πάντα· χωρίς να αποδεικνύουν τίποτα και ειρωνευόμενους ο ένας τον άλλον. Το τελευταίο αυτό… μου φάνηκε ως το μόνο σημείο που είχαν δίκιο. Θρασείς στην επίθεση, είναι ανίκανοι να αμυνθούν. Οι διδασκαλίες τους είναι όλες φθοροποιές· στις διακηρύξεις τους ο καθένας μιλάει για τον εαυτό του και μόνο… Ούτε ένας δεν υπάρχει μεταξύ τους, ο οποίος, εάν συνέβαινε να ανακαλύψει τη διαφορά μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, δεν θα προτιμούσε το δικό του ψεύδος από την αλήθεια, την οποία κάποιος άλλος είχε πει. Ποιος είναι ο φιλόσοφος εκείνος, ο οποίος δεν θα εξαπατούσε ολόκληρο τον κόσμο χάριν της δικής του δόξας;» (Ρουσσώ, Will Durant, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τόμος Ι σελ. 260 εκδ. 1970 σε ελεύθερη απόδοση)
"Ο Βολταίρος εζήτησε πένναν και χαρτί και έγραψε ιδιοχείρως:
«Ο υπογεγραμμένος, εξεμών αίμα από τετραμήνου και μη δυνάμενος πλέον, εις ηλικίαν 84 ετών, να συρθώ εις την εκκλησίαν· και επειδή ο εφημέριος του Αγίου Σουλπικίου ηθέλησε να προσθέσει εις τα αγαθά του έργα και τούτο, ότι μου απέστειλε τον ιερέα Γκωτιέ· εξωμολογήθην εις αυτόν· και [δηλώ] ότι, εάν είναι θέλημα του Θεού ν’ αποθάνω, αποθνήσκω εις τους κόλπους της καθολικής θρησκείας εις τους οποίους εγεννήθην, ελπίζων εις το θείον έλεος όπως συγχωρήση όλα μου τα σφάλματα· και ότι, εάν ποτέ εσκανδάλισα την Εκκλησίαν, ζητώ συγχώρησιν από τον Θεόν και από αυτήν. - Ο δηλών Βολταίρος τη 2 Μαρτίου 1778, εν τη οικία του κ. μαρκησίου ντε Βιλλέτ»"
(Will Durant, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού τόμος Ι 2, σελ. 521,εκδ.1968)