


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Durant (Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τόμος ΣΤ, σελ.461-469)
ΙΙI. OI ΑΝΑΒΑΠΤΙΣΤΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΝ:1534 - 1536
Μόνον όταν παρατηρήσωμεν με ποίον ευλαβή ενθουσιασμόν μερικοί από τους συγχρόνους μας υιοθετούν οικονομικάς αιρέσεις, δυνάμεθα να κατανοήσωμεν την ζέσιν με την οποίαν ευλαβείς επαναστατικαί μειονότητες ηκολούθησαν, ακόμη και μέχρι της πυράς, την μίαν ή την άλλην τροπήν της θρησκευτικής επαναστάσεως κατα τον δέκατον έκτον αιώνα.
Οι πλέον ριζοσπαστικοί από τους νέους αιρετικούς έλαβον το όνομα Αναβαπτισταί (Wiedertaufer) από την επιμονήν των ότι το βάπτισμα, εαν δίδεται εις βρεφικήν ηλικίαν, πρέπει να επαναλαμβάνεται όταν θα ωριμάση ο άνθρωπος και ότι ακόμη καλύτερον θα ήτο να αναβάλλεται, όπως υπό του Ιωάννου του Βαπτιστού, μέχρις ότου ο ώριμος λαμβάνων αυτό, δυνηθή με επίγνωσιν και οικειοθελώς να ομολογήση την χριστιανικήν πίστιν.Υπήρχον και άλλαι αιρέσεις προκύψασαι από αυτήν την αίρεσιν. Εκείνοι οι όποιοι ηκολούθησαν τον Χάνς Ντένκ και τον Λουδοβίκον Χαϊτσερ, ηρνούντο την θεότητα του Χριστού: ήτο μόνον ο θειότερος των ανθρώπων, ο όποιος μας ελύτρωσεν όχι με την αγωνίαν του επί του σταυρού αλλά με το παράδειγμα της ζωής του. Ο Ντένκ ύψωνε την ατομικήν συνείδησιν υπεράνω της Εκκλησίας, του κράτους και αυτής της Βίβλου.
Οι πλείστοι των Αναβαπτιστών υιοθέτησαν μιαν πουριτανικήν αυστηρότητα ηθών και άπλοτητα τροπών και ενδυμασίας. Αναπτύσσοντες με τολμηράν λογικήν την ιδέαν του Λουθήρου περί χριστιανικής ελευθερίας, κατεδίκαζον πάσαν κυβέρνησιν δια της βίας και πάσαν αντίστασιν προς αυτήν δια της βίας. Απέρριπτον την στρατιωτικήν υπηρεσίαν με την δικαιολογίαν ότι είναι οπωσδήποτε αμαρτία η αφαίρεσις της ανθρωπίνης ζωής. Όπως οι πρώτοι χριστιανοί, ηρνούντο να δώσουν όρκους, χωρίς να εξαιρούν τους όρκους πίστεως προς ηγεμόνα ή αυτοκράτορα. Ο συνήθης χαιρετισμός των ήτο «Η ειρήνη του Κυρίου να είναι μετα σου»: απήχησις του Ιουδαϊκού και του μουσουλμανικού χαιρετισμού και πρόδρομος του χαιρετισμού των Κουακέρων. Ενώ ο Λούθηρος, ο Ζβίγγλιος, ο Καλβίνος και ο Κνόξ συνεφώνουν με τους πάπας ότι η Θρησκευτική ανοχή ήτο παραλογισμός, οι Αναβαπτισταί την εκήρυττον και την εφήρμοζον· ένας εξ αυτών, ο Βαλτάσαρ Χούμπμαϊερ, έγραψε την πρώτην σαφή υπεράσπισίν της (1524). Απέφευγον τα δημόσια αξιώματα και πάσης φύσεως έριδας. Ήσαν τολστοϊκοί αναρχικοί τρεις αιώνας προ του Τολστόι και ενα αιώνα μετά τον Πέτρον Τσελτίσκυ, από τον οποίον πιθανόν να παρέλαβον την πίστιν των. Εν γνώσει των ή ασυναισθήτως κληρονομήσαντες την θεωρίαν των Βοημών Θαβωριτών ή των Μοραβών Αδελφών, μερικοί Αναβαπτισταί διεκήρυξαν την κοινοκτημοσύνην των αγαθών. Μερικοί, αν θα πρέπει να πιστεύσωμεν χρονογράφους, διακειμένους εχθρικώς προς αυτούς, επρότειναν κοινοκτημοσύνην των συζύγων. Κατά γενικόν κανόνα, εν τούτοις, η αίρεσις απέρριπτεν οιανδήποτε υποχρεωτικήν διανομήν των αγαθών, υπεστήριξεν εθελοντικήν αμοιβαίαν βοήθειαν και επίστευεν ότι εις την βασιλείαν των ουρανών ο κομμουνισμός θα ήτο οικουμενικός.
Όλαι αι ομάδες των Αναβαπτιστών ενεπνέοντο από την Αποκάλυψιν και την μετ’ εμπιστοσύνης αναμονήν της ταχείας επανόδου του Χριστού επί της γης. Πολλοί πιστοί ισχυρίζοντο ότι εγνώριζον την ημέραν και την ώραν της αφίξεως Του. Κατόπιν, όλοι οι ασεβείς — εις την περίπτωσιν αυτήν όλοι οι μη Αναβαπτισταί — θα εξωλοθρεύοντο από το ξίφος του Κυρίου και οι εκλεκτοί θα έζων με δόξαν εις ένα επίγειον παράδεισον χωρίς νόμους και γάμον και με αφθονίαν όλων των καλών πραγμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπον άνθρωποι πλήρεις ελπίδος εστρέφοντο σταθερώς εναντίον του μόχθου και της μονογαμίας.
Οι Αναβαπτισταί ενεφανίσθησαν κατ’ αρχάς εις την Ελβετίαν. ΄Ισως ένας ειρηνικός χριστιανισμός είχεν εισδύσει εκεί από τους Βαλδίους της Νοτίου Γαλλίας και τους Βεγκάρδους των Κάτω Χωρών. Εδώ και εκεί, όπως εις την Βασιλείαν, μερικοί διανοούμενοι υπέθαλψαν την ιδέαν μιας κομμουνιστικής κοινωνίας. Μερικά κομμουνιστικά χωρία εις την «Ουτοπίαν» του Μώρ πιθανόν να παρεκίνησαν τους λογίους, οι οποίοι συνηθροίζοντο περί τον Έρασμον. Τρία μέλη του κύκλου αυτού έγιναν ηγέται των Αναβαπτιστών: ο Κόνδαρ Γκρέμπελ και ο Φέλιξ Μάντζ από την Ζυρίχην και ο Βαλτάσαρ Χούμπμαϊερ από το Βάλντσχουτ, ακριβώς πέραν των αυστριακών συνόρων. Το 1524, ο Μύντζερ επεσκέφθη το Βάλντσχουτ, ο Κάρλστατ ήλθεν εις την Ζυρίχην και μια αναβαπτιστική αίρεσις εσχηματίσθη εις την Ζυρίχην υπό το όνομα «Πνευματικοί» ή «Αδελφοί». Εκήρυττε το βάπτισμα των ενηλίκων και την έλευσιν του Χριστού, απέρριπτε την Εκκλησίαν και το κράτος και επρότεινε να τεθή τέρμα εις τους τόκους, τους φόρους, την στρατιωτικήν υπηρεσίαν, τας δεκάτας και τους όρκους.
Κατά την εποχήν εκείνην, ο Ούλριχ Ζβίγγλιος εκέρδιζε το Μέγα Συμβούλιον της Ζυρίχης εις τας προτεσταντικάς του απόψεις, αι οποίαι περιελάμβανον και τον έλεγχον της θρησκείας υπό των κοσμικών εξουσιών. Συνηγόρησεν εις τους «Αδελφούς» να μετριάσουν την αντιπάθειαν των δια το κράτος και να εφαρμόζουν το βάπτισμα των βρεφών· αυτοί ηρνήθησαν. Το συμβούλιον τους εκάλεσεν εις μιαν δημοσίαν συζήτησιν (17 Ιανουαρίου 1525)· αποτυχόν να τους προσηλυτίση, εθέσπισεν ότι οι γονείς μη βαπτισμένων παιδιών πρέπει να εγκαταλείψουν την πόλιν.
Οι Aναβαπτισταί κατήγγειλαν το συμβούλιον, απεκάλεσαν τον Ζβίγγλιον γέρο - δράκοντα και παρήλασαν εις τας οδούς κραυγάζοντες, «Αίσχος εις την Ζυρίχην!». Οι αρχηγοί των συνελήφθησαν και εξωρίσθησαν, πράγμα το οποίον τους επέτρεψε να διαδώσουν τα δογματά των. Η Σαίν - Γκάλ και η Άππεντσελ εδέχθησαν το κίνημα· η Βέρνη και η Βασιλεία ανεταράχθησαν υπ’ αυτού. Ο Χούμπμαϊερ εκέρδισε σχεδόν ολόκληρον το Βάλντσχουτ εις τας απόψεις του. Εις το Άππεντσελ 1200 άνδρες και γυναίκες, δεχόμενοι κατά γράμμα τους λόγους του Χριστού — «Μη μεριμνάτε τι φάγητε» — εκάθησαν κάτω και ανέμενον τον Θεόν να έλθη και να τους θρέψη.
Η φαινομενική επιτυχία του πολέμου των χωρικών κατά την άνοιξιν του 1525 προήγαγεν αυτούς τους προσηλυτισμούς αλλά η αποτυχία του ενεθάρρυνε τας τάξεις των ιδιοκτητών εις τας ελβετικάς πόλεις να προβούν εις κατασταλτικά μέτρα. Το Συμβούλιον της Ζυρίχης συνέλαβε τον Μάντς (Ιούλιος), κατόπιν τον Γκρέμπελ, έπειτα τον Χούμπμαϊερ και διέταξεν, όλοι οι φανατικοί Αναβαπτισταί «να φυλακισθούν εις τον πύργον», να διατρέφωνται μόνον με άρτον και ύδωρ και «να αφεθούν να αποθάνουν και να σαπίσουν». Ο Γκρέμπελ το έκαμεν, ο Μάντς επνίγη· ο Χούμπμαϊερ απηρνήθη, απηλευθερώθη, απηρνήθη την απάρνησίν του και ανέλαβε να προσηλυτίση το Άουγκσμπουργκ και την Μοραβίαν. Ο Χαϊτσερ απεκεφαλίσθη εις την Κωνσταντίαν δι’ αναβαπτισμόν και μοιχείαν. Προτεσταντικά και ρωμαιοαθολικά καντόνια επέδειξαν την αυτήν ενεργητικότητα δια να υποτάξουν την αίρεσιν και περί το 1530 δεν είχεν απομείνη τίποτε εξ αυτής εις την Ελβετίαν εκτός μερικών μυστικών και αμελητέων ομάδων.
Έν τω μεταξύ το κίνημα εξηπλώθη, όπως εξαπλώνεται η φήμη, εις την Νότιον Γερμανίαν. Οι προσήλυτοι κατελήφθησαν από ένα ζήλον δι’ ευαγγελικήν προπαγάνδαν, ο οποίος τους μετέβαλεν εις ένθερμους ιεραποστόλους της νέας πίστεως. Εις το Άουγκσμπουργκ, ο Ντένκ και ο Χούμπμαϊερ έκαμαν ταχείας προόδους μεταξύ των εργατών των υφαντουργιών και της κατωτέρας μέσης τάξεως. Εις το Τυρόλον πολλοί μεταλλωρύχοι, αντιπαραβάλλοντες την πενίαν των προς τον πλούτον των Φούγκερ και των Χοχσταΐτερ οι οποίοι ήσαν ιδιοκτήται των μεταλλείων, ησπάσθησαν τον Αναβαπτισμόν όταν κατέρρευσεν η επανάστασις των χωρικών. Εις το Στρασβούργον, η πάλη μεταξύ καθολικών και προτεσταντών επέτρεψεν εις την αίρεσιν να πολλαπλασιασθή χωρίς να γίνη αντιληπτή επί τινα χρόνον. Αλλά ένα φυλλάδιον του 1528 συνέστησεν εις τας αρχάς ότι «εκείνος ο οποίος διδάσκει ότι όλα τα πράγματα πρόκειται να γίνουν κοινά, δεν έχει τίποτε άλλο κατα νούν παρα να εξεγείρη· τους πτωχούς εναντίον των πλουσίων, τους υπηκόους εναντίον των κυβερνητών, οι οποίοι έχουν καθορισθή από τον Θεόν».
Κατά το ίδιον έτος ο Κάρολος Ε' εξέδωσε διάταγμα, δια του οποίου καθίστα τον αναβαπτισμόν μέγα έγκλημα. Η δίαιτα της Σπέγιερ (1529) επεκύρωσε το διάταγμα του αυτοκράτορος και διέταξεν όπως οι Αναβαπτισταί φονεύωνται παντού ως άγρια θηρία, μόλις συλλαμβάνονται χωρίς δίκην ή δικαστήν. Ένας Αναβαπτιστής χρονικογράφος, ίσως υπερβάλλων, αναφέρει το αποτέλεσμα εις το ύφος των πρώτων χριστιανών συγγραφέων των βίων των άγιων:
«Μερικοί εβασανίσθησαν εις τον τροχόν και ετεμαχίσθησαν· άλλοι εκάησαν μέχρι ότου έγιναν στάκτη· μερικοί εψήθησαν επί στύλων η απεσπάσθησαν οι σάρκες των με πυρακτωμένος τσιμπίδας... ΄Αλλοι εκρεμάσθησαν επί δέντρων, απεκεφαλίσθησαν δια του ξίφους ή ερρίφθησαν εις το ύδωρ... Μερικοί απέθανον εκ πείνης ή εσάπισαν εις υπογείους φυλακάς... μερικοί οι οποίοι εθεωρήθησαν πολύ νέοι δια να εκτελεσθούν, εδάρησαν με ράβδους και πολλοί παρέμειναν επί έτη εις ανήλια πηγάδια... Πολλοί υπέστησαν διάτρησιν των παρειών των με πυρακτωμένα σιδηρά.... Οι υπόλοιποι κατεδιώκοντο από την μιαν χώραν εις την άλλην ή από το ένα μέρος εις το άλλο. Όπως οι κόρακες και οι κουκουβάγιες δεν πετούν την ημέραν, ήσαν συχνά υποχρεωμένοι να κρύπτωνται και να ζούν εις τους βράχους και τα σπήλαια, εις άγρια δάση η εις υπόγεια και πηγάδια».
Περί το 1530, λέγει ο σύγχρονος Σεβαστιανός Φράνκ, 2.000 Αναβαπτισταί εθανατώθησαν. Εις μίαν αλσατικήν πόλιν, την Ενσισχαίμ, εξετελέσθησαν 600. Εις το Σάλτσμπουργκ, εκείνοι οι όποιοι απηρνήθησαν την πίστιν των, έτυχον της χάριτος να αποκεφαλισθούν πριν τοποθετηθούν επί της πυράς. Οι αμετανόητοι εψήθησαν εις χαμηλόν πυρ μέχρις ότου απέθανον (1528). Οι Αναβαπτισταί συνέθεσαν συγκινητικούς ύμνους δια να αποθανατίσουν τα μαρτύρια αυτά. Πολλοί από τους συνθέτας των ύμνων έγιναν και αυτοί μάρτυρες με την σειράν των.
Παρ’ όλας αυτάς τας θανατώσεις, η αιρέσις ηύξανε και μετεκινήθη εις την Βόρειον Γερμανίαν. Εις την Πρωσσίαν και την Βυρτεμβέργην, μερικοί ευγενείς υπεδέχθησαν καλώς τους Αναβαπτιστάς ως φιλειρηνικούς και εργατικούς γεωργούς. Εις την Σαξονίαν, λέγει ένας εκ των παλαιοτέρων λουθηρανών ιστορικών, η κοιλάς της Βέρρα εγέμισεν από αυτούς και εις την Ερφούρτην ισχυρίσθησαν ότι απέστειλαν 300 ιεραποστόλους δια να προσηλυτίσουν τον αποθνήσκοντα κόσμον. Εις την Λυμπέκ, ο Γύργκεν Βούλλενβεφερ, ο οποίος κατηγορήθη δι’ αναβαπτισμόν, εντος συντόμου χρονικού διαστήματος επέτυχε τον έλεγχον επί της πόλεως (1533—34). Εις την Μοραβίαν, ο Χούμπμαϊερ εσημείωσε πρόοδον με την μετριοπαθή θεωρίαν του, η οποία ηρμήνευσε τον κομμουνισμόν όχι ως «κοινήν ιδιοκτησίαν» αλλ’ ως υποστηρίζοντα ότι «πρέπει κανείς να τρέφη τον πεινώντα, να δίδη ποτόν εις τον διψώντα, να ενδύη τον γυμνόν διότι εις την πραγματικότητα δεν είμεθα κύριοι των υπαρχόντων μας αλλά μόνον διαχειρισταί και διανομείς των». Ο Χάνς Χούτ, εμπνεόμενος από τας διδασκαλίας του Μύντζερ, απέσπασε τους Αναβαπτιστάς της Μοραβίας από τον Χούμπμαϊερ, κηρύττων πλήρη κοινοκτημοσύνην των αγαθών. Ο Χούμπμαϊερ απεσύρθη εις την Βιέννην όπου εκάη εις την πυράν η δε σύζυγός του ερρίφθη δέσμια εις τον Δούναβιν (1528).
Ο Χούτ και οι οπαδοί του εγκατέστησαν ένα κουμμουνιστικόν κέντρον εις το Αούστερλιτς, όπου, ως εάν προέβλεπον τον Ναπολέοντα, ηρνήθησαν πάσαν στρατιωτικήν υπηρεσίαν και κατήγγειλαν παν είδος πολέμου. Περιοριζόμενοι εις την καλλιέργειαν και εις την μικράν βιομηχανίαν, οι Αναβαπτισταί αυτοί διετήρησαν τον κομμουνισμόν των επί ένα σχεδόν αιώνα. Οι ευγενείς οι οποίοι κατείχον την γην τους επροστάτευον ως πλουτίζοντας τα κτήματα με την ευσυνείδητον εργασίαν των. Η καλλιέργεια της γης ήτο κοινή· τα υλικά δια την γεωργίαν και την χειροτεχνίαν ηγοράζοντο και διετίθεντο από τους κοινοτικούς άρχοντας μέρος έκ των προϊόντων κατεβάλλετο εις τον ιδιοκτήτην ως ενοίκιον και το υπόλοιπον διενέμετο αναλόγως των αναγκών. Κοινωνική μονάς δεν ήτο η οικογένεια αλλά ο οίκος (Hausbabe) περιλαμβάνων περί τα 400 έως 2000 πρόσωπα με κοινόν μαγειρείον, κοινόν πλυντήριον, σχολείον, νοσοκομείον και ζυθοποιείον. Τα παιδία, μετα τον απογαλακτισμόν, ανετρέφοντο από κοινού αλλά η μονογαμία παρέμεινε. Κατά τον Τριακονταετή Πόλεμον, δι’ ενός αυτοκρατορικού διατάγματος του 1622, κατηργήθη η κομμουνιστική αυτή κοινωνία. Τα μέλη της ησπάσθησαν τον καθολικισμόν ή εξωρίσθησαν. Μερικοί εκ των εξορίστων μετέβησαν εις την Ρωσίαν, άλλοι εις την Ουγγαρίαν. Θα είπωμεν και πάλιν περί αυτών.
Εις τας Κάτω Χώρας, ο Μελχιόρ Χόφμαν, ένας Σουηβός βυρσοδέψης, εκήρυξε το Ευαγγέλιον των Αναβαπτιστών με πολλήν επιτυχίαν. Εις το Λέυδεν, ο μαθητής του Γιάν Ματθύς κατέληξεν εις το συμπέρασμα ότι δεν ήτο πλέον δυνατόν να αναμένεται υπομονητικώς η Νέα Ιερουσαλήμ, αλλά θα έπρεπε να επιτευχθή αμέσως και εν ανάγκη, δια της βίας. Απέστειλεν ανα την Ολλανδίαν δώδεκα Αποστόλους δια να αναγγείλουν τα ευχάριστα νέα. Ο ικανώτερος εξ αυτών ήτο ένας νεαρός ράπτης, ο Γιάν Μπόυκελστσοον, γνωστός εις την ιστορίαν ως Ιωάννης εκ Λέυδεν και εις την όπεραν του Μάγιερμπεερ ως ο «Προφήτης». Χωρίς τυπικήν παιδείαν, είχεν οξύ πνεύμα, ζωηράν φαντασίαν, ωραίαν έμφανισιν, φυσικήν ευφράδειαν και αποφασιστικήν θέλησιν. Έγραψε και ανεβίβασεν επί σκηνής δράματα και συνέθεσε ποιήματα. ΄Οταν ανέγνωσε τα συγγράμματα του Θωμά Μύντζερ, ησθάνθη ότι όλαι αι άλλαι μορφαί του χριστιανισμού εκτός εκείνης η οποία είχε κερδίσει και χάσει την Μυλχάουζεν, ήσαν μικρόψυχοι και ανειλικρινείς. Ήκουσε τον Γιάν Ματθύς και προσεχώρησεν εις τον Αναβαπτισμόν (1533). Ήτο τότε 24 ετών. Κατά το αυτό έτος απεδέχθη μίαν μοιραίαν πρόσκλησιν να μεταβή και να κηρύξη εις το Μύνστερ, την πλουσίαν και πολυάνθρωπον πρωτεύουσαν της Βεστφαλίας.
Ονομασθέν από το μοναστήριον, πέριξ του οποίου ανεπτύχθη, το Μύνστερ ήτο φεουδαρχικώς υποτελές εις τον επίσκοπόν του και εις το μητροπολιτικόν συμβούλιον. Εν τούτοις η αύξησις της βιομηχανίας και του εμπορίου, είχε γεννήσει ενα βαθμόν δημοκρατίας. Οι συνερχόμενοι πολίται, αντιπροσωπεύοντες δέκα επτά συντεχνίας, εξέλεγον κατ’ έτος δέκα εκλέκτορας, οι όποιοι εξέλεγον το δημοτικόν συμβούλιον. Αλλ’ η μειονότης των εύπορων διέθετε την περισσοτέραν πολιτικήν ικανότητα και κατά φυσικόν λόγον εκυριαρχεί εις το συμβούλιον. Το 1525, ενθουσιασθείσαι από τας εξεγέρσεις των χωρικών, αι κατώτεροι τάξεις παρουσίασαν εις το συμβούλιον τριάντα εξ «αιτήματα». Ολίγα εξ αυτών έγιναν δεκτά, τα υπόλοιπα παρεπέμφθησαν εις τας καλένδας. Ένας λουθηρανός ιεροκήρυξ, ο Βερνάρδος Ρόττμαν, έγινεν ο συνήγορος των δυσηρεστημένων και εζήτησεν από τον Γιάν Ματθύς να αποστείλη μερικούς Ολλανδούς Αναβαπτιστάς εις βοηθειάν του. Ο Ιωάννης εκ Λέυδεν εφθασε την 13ην Ιανουαρίου 1534 και μετ’ολίγον και ο ίδιος ο Γιάν Ματθύς. Το «κόμμα της τάξεως», φοβούμενον ταραχάς, εκανόνισεν όπως ο επίσκοπος Φράντς φόν Βαλδέκ εισέλθη εις την πόλιν με τους 2.000 στρατιώτας του. Ο όχλος, υπό την ηγεσίαν του Γιάν Ματθύς και του Ιωάννου εκ Λέυδεν, τους επολέμησεν εις τας οδούς, τους εξέβαλεν εκ της πόλεως και κατέλαβε στρατιωτικώς το Μύνστερ (10 Φεβρουάριου 1534). ΄Εγιναν νέαι εκλογαί οι Αναβαπτισταί εκέρδισαν το συμβούλιον· δυο εξ αυτών, ο Κνίππερντολλινγκ και ο Κίππενμπροϊκ, εξελέγησαν δήμαρχοι. Το συναρπαστικόν πείραμα ήρχισε.
Το Μύνστερ ευρέθη αμέσως εις κατάστασιν πολέμου, πολιορκούμενον από τον επίσκοπον και τον ενισχυθέντα στρατόν του και φοβούμενον ότι εντός ολίγου όλαι αι δυνάμεις της ισχυούσης τάξεως εις την Γερμανίαν θα συνηνούντο εναντίον του. Δια να προστατευθή εναντίον εσωτερικής αντιδράσεως, το νέον συμβούλιον εθέσπισεν, ότι όλοι οι μη Αναβαπτισταί πρέπει να δεχθούν να βαπτισθούν εκ νέου ή να εγκαταλείψουν την πόλιν. Το μέτρον ήτο σκληρόν διότι εσήμαινεν ότι γέροντες, γυναίκες φέρουσαι βρέφη και γυμνόποδα παιδία θα έπρεπε να αναχωρήσουν από την πόλιν εις την καρδίαν του γερμανικού χειμώνος. Κατά την διάρκειαν της πολιορκίας και τα δύο μέρη εξετέλουν αμειλίκτως όσους ανεκάλυπτον ότι ειργάζοντο υπερ του εχθρού. Υπό την πίεσιν του πολέμου, υπεράνω του συμβουλίου ετέθη μια λαϊκή συνέλευσις και μία επιτροπή δημοσίας ασφαλείας, εις τας οποίας εκυριάρχουν οι θρησκευτικοί ηγέται. Ο Ματθύς έπεσε μαχόμενος εις μίαν ανεπιτυχή έξοδον (5 Απριλίου 1534) και μετά τούτα ο Ιωάννης εκ Λέυδεν εκυβέρνα την πόλιν ως βασιλεύς αυτής.
Ο «κομμουνισμός» ο οποίος καθιερώθη τώρα, ήτο μία πολεμική οικονομία, όπως πρέπει ίσως να είναι κάθε αυστηρός κομμουνισμός· διότι οι άνθρωποι είναι εκ «φύσεως άνισοι και δύνανται να πεισθούν να μοιράσουν τα αγαθά και τας τύχας των μόνον από ένα κοινόν και ζωτικόν κίνδυνον. Η εσωτερική ελευθερία ποικίλλει αναλόγως της εξωτερικής ασφαλείας και ο κομμουνισμός εκπηδά από τας πιέσεις της ειρήνης. Βλέποντες την ζωήν των εις κίνδυνον εαν θα έχανον την ενότητά των, εμπνεόμενοι από θρησκευτικήν πίστιν και γοητεύουσαν ευγλωττίαν, οι πολιορκούμενοι εδέχθησαν μίαν «σοσιαλιστικήν θεοκρατίαν» με την απεγνωσμένην ελπίδα ότι επραγματοποίουν την Νέαν Ιερουσαλήμ, την οποίαν είχεν οραματισθή η Αποκάλυψις. Τα μέλη της επιτροπής της δημοσίας ασφαλείας ωνομάσθησαν «οι πρεσβύτεροι των δώδεκα φυλών του Ισραήλ» και ο Ιωάννης εκ Λέυδεν έγινε «βασιλεύς του Ισραήλ». ΄Ισως δια να δώσουν εις τα μάτια των απλοϊκών κάποιαν αξιοπρέπειαν εις το αβέβαιον αξιωμά των, ο Ιωάννης και οι υπασπισταί του περιεβλήθησαν τας λαμπράς ενδυμασίας, τας οποίας είχον εγκαταλείψει οι πλούσιοι εξόριστοι. Διάφοροι εχθροί των κατηγόρουν τους ριζοσπάστας αρχηγούς ότι έτρωγον αφθόνως καθ’ ον χρόνον ο πολιορκούμενος πληθυσμός εκινδύνευε να αποθάνη εκ πείνης. Η μαρτυρία δεν είναι πειστική οι δε ηγέται αισθάνονται πάντοτε μίαν επιτακτικήν υποχρέωσιν να διατηρούνται καλώς. Τα πλείστα των κατασχεθέντων ειδών πολυτελείας είχον διανεμηθή εις τον λαόν· «οι πτωχότεροι εξ ημών», έγραφεν ένας εξ αυτών, «περιφέρονται πλουσίως ενδεδυμένοι»· επείνων με μεγαλοπρέπειαν.
Κατά τα άλλα, ο κομμουνισμός του Μύνστερ ήτο περιωρισμένος και προσωρινός. Οι κυβερνώντες, συμφώνως προς ένα εχθρικώς διακείμενον μάρτυρα, εθέσπισαν ότι «όλα τα υπάρχοντα πρέπει να είναι κοινά», αλλά εις την πραγματικότητα η ατομική ιδιοκτησία εξηκολούθει να υφίσταται εις όλα· πλήν των κοσμημάτων, των πολυτίμων μετάλλων και της πολεμικής λείας. Τα γεύματα ελαμβάνοντο από κοινού αλλά μόνον από εκείνους οι όποιοι μετείχον εις την άμυναν της πόλεως. Κατά τα γεύματα αυτά ανεγιγνώσκετο ένα κεφάλαιον από την Αγίαν Γραφήν και εψάλλοντο θρησκευτικοί ύμνοι. Τρεις «διάκονοι» είχον διορισθή δια να φροντίζουν δια τας ανάγκας των πτωχών και δια να εξασφαλίζωνται τα υλικά δια τας ελεημοσύνας αυτάς, οι υπολειπόμενοι εύποροι επείθοντο ή εξηναγκάζοντο να διαθέσουν τα περισσεύματά των. Καλλιεργήσιμον έδαφος εντός της πόλεως διετέθει εις εκάστην οικογένειαν αναλόγως του αριθμού των μελών της. Ένα διάταγμα επεκύρωσε την πατροπαράδοτον κυριαρχίαν του ανδρός επί της συζύγου του.
Η δημοσία ηθική εκανονίζετο με αυστηρούς νόμους. Χοροί, παιγνίδια και θρησκευτικά δράματα ενεθαρρύνοντο, υπό επίβλεψιν, αλλά η μέθη και η χαρτοπαιξία ετιμωρούντο αυστηρώς, η πορνεία απηγορεύετο, αι εξώγαμοι σεξουαλικαί σχέσεις και η μοιχεία ήσαν μεγάλα εγκλήματα. Η ύπαρξις υπεραρίθμων γυναικών, οφειλομένη εις την φυγήν πολλών ανδρών, ηνάγκασε τους ηγέτας να θεσπίσουν, βάσει βιβλικών προηγουμένων, ότι γυναίκες μη έχουσαι δεσμόν, θα εγίνοντο «σύντροφοι των συζύγων», εις την πραγματικότητα παλλακίδες. Αι προστιθέμεναι αυταί γυναίκες φαίνεται ότι επροτίμων την κατάστασιν αυτήν από την μονήρη στειρότητα. Μερικοί συντηρητικοί εις την πόλιν διεμαρτυρήθησαν, ωργάνωσαν μίαν εξέγερσιν και εφυλάκισαν τον βασιλέα· αλλά οι στρατιώται των, μεθυσθέντες μετ’ ολίγον με οίνον, κατεσφάγησαν από τους Αναβαπτιστάς στρατιώτας· εις την νίκην αυτήν της Νέας Ιερουσαλήμ, αι γυναίκες έπαιξαν ανδρικόν ρόλον. Ο Ιωάννης, απελευθερωθείς και επανενθρονισθείς, έλαβε πολλάς συζύγους και (όπως λέγει ο εχθρικός χρονογράφος) εκυβέρνησε με βίαν και τυραννίαν. Πρέπει να είχε θελκτικάς ιδιότητας διότι πολλοί ηνείχοντο ευχαρίστως την κυριαρχίαν του και προσέφερον την ζωήν των εις την υπηρεσίαν του. ΄Οταν εζήτησεν εθελοντάς να τον ακολουθήσουν εις μίαν έξοδον εναντίον του στρατοπέδου του επισκόπου, παρουσιάσθησαν περισσότεραι γυναίκες από όσας εθεώρει φρόνιμον να χρησιμοποιήση. ΄Οταν εζήτησεν «αποστόλους» να διακινδυνεύσουν διερχόμενοι δια μέσου των πολιορκητών δια να ζητήσουν βοήθειαν από άλλας ομάδας Αναβαπτιστών, δώδεκα άνδρες επεχείρησαν να διέλθουν δια των εχθρικών γραμμών, συνελήφθησαν όλοι και εφονεύθησαν. Μια ενθουσιώδης γυνή, εμπνεομένη από την ιστορίαν της Ιουδείθ, εξήλθε δια να δολοφονήση τον επίσκοπον αλλ’ ανεκαλύφθη και εθανατώθη.
Αν και πολλοί Αναβαπτισταί εις την Γερμανίαν και την Ολλανδίαν απέκλειον την καταφυγήν εις την βίαν, την όποιαν μετεχειρίζοντο οι αδελφοί των του Μύνστερ, πολύ περισσότεροι επεκρότησαν την επανάστασιν. Η Κολωνία, η Τρίερ, το ΄Αμστερνταμ και το Λέυδεν εψιθύριζον αναβαπτιστικάς προσευχάς δια την επιτυχίαν της. Από το Άμστερνταμ απέπλευσαν πενήντα πλοία (22 και 25 Μαρτίου 1535) δια να μεταφέρουν ενισχύσεις εις την πολιορκουμένην πόλιν αλλά όλα διεσκορπίσθησαν υπό των ολλανδικών αρχών. Την 28 Μαρτίου, απηχούσα την εξέγερσιν του Μύνστερ, μία συμμορία Αναβαπτιστών κατέλαβε και ωχύρωσεν ένα μοναστήριον εις την Δυτικήν Φρισλανδίαν· τούτο κατεβλήθη με απώλειαν 800 ψυχών.
Αντιμετωπίζουσαι την επεκτεινομένην αυτήν ανταρσίαν, όλαι αι συντηρητικαί δυνάμεις της αυτοκρατορίας, προτεστάνται και καθολικοί, επεστρατεύθησαν δια να καταβάλουν τους Αναβαπτιστάς οπουδήποτε ευρίσκοντο. Ο Λούθηρος, ο όποιος το 1528 είχε συστήσει επείκειαν προς τους νέους αιρετικούς, συνέστησε το 1530 «την χρήσιν του ξίφους» εναντίον των ως «όχι μόνον βλάσφημων αλλά εξαιρετικώς στασιαστικών» και ο Μελάγχθων συνήργησε με αυτόν. Η μία πόλις μετά την άλλην απέστελλεν άνδρας ή χρήματα εις τον επίσκοπον· μία δίαιτα εις την Βόρμς (4 Απριλίου 1535) ώρισεν ένα φόρον εις ολόκληρον την Γερμανίαν δια να χρηματοδοτηθή η πολιορκία. Ο επίσκοπος κατώρθωσε τώρα να περικλείση την πόλιν και να αποκόψη αποτελεσματικώς τους ανεφοδιασμούς της.
Αντιμετωπίζων την πείναν και την πτώσιν του ηθικού, ο βασιλεύς Ιωάννης εξήγγειλεν ότι όλοι όσοι επεθύμουν, ηδύναντο να εγκαταλείψουν την πόλιν. Πολλαί γυναίκες και παιδία και μερικοί άνδρες επωφελήθησαν της ευκαιρίας. Οι άνδρες εφυλακίσθησαν ή εφονεύθησαν από τους στρατιώτας του επισκόπου, οι οποίοι ελυπήθησαν τάς γυναίκας και τας εχρησιμοποίησαν εις διαφόρους υπηρεσίας. Ένας από τους «πρόσφυγας» έσωσε την ζωήν του προσφερθείς να δείξη εις τους πολιορκητάς ενα μη υπερασπιζόμενον μέρος των τειχών. Υπό την οδηγίαν του, μία δύναμις από Λάντσκνεχτς ανήλθεν επ’ αυτών και ήνοιξε μίαν πύλην (24 Ιουνίου)· εντός ολίγου, πολλαί χιλιάδες στρατιωτών εισέδυσαν εις την πόλιν. Η πείνα είχε κάμει το έργον της και μόνον 800 από τους πολιορκουμένους ηδύναντο να φέρουν ακόμη όπλα. Ωχυρώθησαν προχείρως εις την αγοράν· κατόπιν παρεδόθησαν με την υπόσχεσιν ότι θα τους εδίδετο η άδεια να αναχωρήσουν από το Μύνστερ. ΄Οταν παρέδωσαν τα όπλα των, κατεσφάγησαν ομαδικώς. Αι οικίαι ηρευνήθησαν και 400 κρυμμένοι επιζώντες εσφάγησαν. Ο Ιωάννης εκ Λέυδεν και δύο από τους υπασπιστάς του εδέθησαν επί πασσάλων ·όλα τα μέρη του σώματός των εκάησαν με πυρακτωμένας τσιμπίδας μέχρις ότου «όλοι σχεδόν όσοι ίσταντο εις την αγοράν ησθάνθησαν αηδίαν από την κακοσμίαν». Αι γλώσσαι των απεσπάσθησαν από τα στόματά των και τέλος τους εκάρφωσαν μίαν μάχαιραν εις την καρδίαν.
Ο επίσκοπος ανέκτησε την πόλιν του και ηύξησε την προηγουμένην ισχύν του. Εις το εξής όλαι αι πράξεις των πολιτικών αρχών υπέκειντο εις το επισκοπικόν βέτο. Ο ρωμαιοκαθολικισμός αποκατεστάθη θριαμβευτικώς. Εις ολόκληρον την αυτοκρατορίαν, οι Αναβαπτισταί, φοβούμενοι δια την ζωήν των, απηρνούντο παν μέλος της αιρέσεως των το οποίον ήτο ένοχον διαπράξεως βίας. Εν τούτοις πολλοί από τους φιλησύχους αυτούς αιρετικούς εξετελέσθησαν. Ο Μελάγχθων και ο Λούθηρος συνέστησαν εις τον Φίλιππον της Έσσης να θανατώση όλους όσοι ανήκον εις την αίρεσιν. Οι συντηρητικοί ηγέται ησθάνοντο οτι μια τόσον σοβαρά απειλή κατά της υφισταμένης οικονομικής και πολιτικής τάξεως έπρεπε να τιμωρηθή με αυστηρότητα η οποία θα παρέμενεν αλησμόνητος.
Οι Αναβαπτισταί εδέχθησαν το μάθημα, ανέβαλον τον κομμουνισμόν δια το τέλος της χιλιετηρίδος και περιωρίσθησαν εις την άσκησιν εκείνων εκ των αρχών των -εγκρατούς, απλής, ευλαβούς και ειρηνικής ζωής- αι οποίαι δεν προσέβαλλον το κράτος. Ο Μέννον Σίμονς, ένας καθολικός ιερεύς προσηλυτισθείς εις τον Αναβαπτισμόν (1531), έδωσεν εις τους Γερμανούς και Ολλανδούς οπαδούς του τοιαύτην σοφήν καθοδήγησιν ώστε οι Μεννονίται επέζησαν από όλας τας περιπετείας και συνεκρότησαν επιτυχείς αγροτικάς κοινότητας εις την Ολλανδίαν, την Ρωσίαν και την Αμερικήν. Δεν υπάρχει σαφής συγγένεια μεταξύ των Ευρωπαίων Αναβαπτιστών και των Άγγλων Κουακέρων και των Αμερικανών Βαπτιστών, αλλά η υπό των Κουακέρων καταδίκη του πολέμου και των όρκων και επιμονή των Βαπτιστών εις το βάπτισμα των ενηλίκων, προφανώς κατάγονται από τας ιδίας παραδόσεις πίστεως και συμπεριφοράς, αι οποίαι εις την Ελβετίαν, την Γερμανίαν και την Ολλανδίαν έλαβον αναβαπτιστικάς μορφάς. Όλαι σχεδόν αυταί αι ομάδες είχον κοινήν μιαν αρετήν, την διάθεσιν των να ανέχωνται ειρηνικώς πίστεις διαφορετικάς από την ιδικήν των. Η θεολογία, η οποία τους εστήριξε δια μέσου ταλαιπωριών, πτωχείας και μαρτυρίων, δέν συνταυτίζεται με την πρόσκαιρον φιλοσοφίαν μας αλλα και αυτοί επίσης, με την ειλικρίνειαν, την ευσέβειάν των και ευπροσηγορίαν των, επλούτισαν την κληρονομίαν μας και ελύτρωσαν την κηλιδωμένην μας ανθρωπότητα.
(φυλλάδιο ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)
Χριστός γεννάται, δοξάσατε...» Η ορθόδοξη υμνολογία των Χριστουγέννων αναγγέλλει θριαμβευτικά, αλλά και τοποθετεί θεολογικά, το μέγα μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως.
Αφ’ ότου οι προπάτορές μας, ο Αδάμ και η Εύα, παρήκουσαν την εντολή του Θεού και εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο, «η αμαρτία ηγέρθη ως μεσότοιχον έχθρας μεταξύ Θεού και ανθρώπου», όπως γράφει στην Ιερά Κατήχησί του ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, με αποτέλεσμα την ολέθρια αποδέσμευσι του ανθρώπου από τον φιλάνθρωπο Θεό και την αναπόφευκτη υποταγή του στον μισόκαλο διάβολο, στην αμαρτία και τον θάνατο. Έτσι, «προ της Χριστού παρουσίας - λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος - εβασιλεύετο ημών η φύσις υπό του διαβόλου, υπό της αμαρτίας, υπό του θανάτου... Και ο μεν διάβολος ηπάτα, η δε αμαρτία έσφαζεν, ο δε θάνατος έθαπτεν».
Για τη λύτρωσι του ανθρώπου από την τυραννία της ψυχοκτόνου αυτής τριάδος (διάβολος, αμαρτία, θάνατος), δεν απέμενε άλλη ελπίδα από την άφατη θεία φιλανθρωπία.
Έτσι «ο πανάγιος του Πατρός Υιός, εικών ων του Πατρός, παρεγένετο επί τους ημετέρους τόπους, ίνα τον κατ’ αυτόν πεποιημένον άνθρωπον ανακαίνιση» (Μ. Αθανάσιος).
Γι’ αυτό λοιπόν χαίρει η οικουμένη. γι’ αυτό πανηγυρίζει η Εκκλησία. γι’ αυτό του Χρυσορρήμονος η γλώσσα αποκαλεί την εορτή των Χριστουγέννων «μητρόπολιν πασών των εορτών». γι’ αυτό όλοι οι άνθρωποι σκιρτούμε τώρα με ελπίδα: «ότι Θεός εν σαρκί εφάνη, σωτήρ των ψυχών ημών».
Η ομιλία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου «Εις το γενέθλιον του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού», της οποίας το μεγαλύτερο μέρος ακολουθεί σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοσι, εκφωνήθηκε στην Αντιόχεια, κάποια Χριστούγεννα της προτελευταίας δεκαετίας του 4ου αι.
Θέμα της είναι το μυστήριο της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού και η ερμηνεία του μεγαλειώδους σχεδίου της θείας οικονομίας. Συγκρίνοντας ο άγιος πατήρ τα γεγονότα Παλαιάς Διαθήκης και Καινής, διαπιστώνει την προαγγελία της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, την οποία, αν και γνώριζαν οι Ιουδαίοι, δεν αποδέχθηκαν. Έτσι, τόσο αυτοί όσο, κατ’ επέκτασι, και όλοι οι ανά τους αιώνες άπιστοι και αμφισβητίες ελέγχονται για την αγνωμοσύνη τους προς τον ευεργέτη μας Κύριο.
Ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου με το ενθουσιώδες πανηγυρικό ύφος, τη συστηματική αγιογραφική κατοχύρωσι, τον πλούτο των επιχειρημάτων και τη θεολογική σαφήνεια, τέρπει, πείθει, ενθουσιάζει, συναρπάζει...
Με συνοδοιπόρο λοιπόν τον ιερό πατέρα και τα χρυσά του λόγια, ας πορευθούμε μέχρι το «θεοδέγμον σπήλαιον», κι ας προσκυνήσουμε τον «σπαργάνοις ειλημένον» για τη σωτηρία μας Θεάνθρωπο Κύριο.
Χριστός γεννάται
Μυστήριο παράξενο και παράδοξο αντικρύζω. Φωνές ποιμένων φθάνουν μέχρι τ’ αυτιά μου.
Δεν παίζουν σήμερα με τις φλογέρες τους κάποιο τυχαίο σκοπό. Τα χείλη τους ψάλλουν ύμνο ουράνιο.
Οι άγγελοι υμνολογούν, οι αρχάγγελοι ανυμνούν, ψάλλουν τα χερουβείμ και δοξολογούν τα σεραφείμ.
Πανηγυρίζουν όλοι βλέποντας τον Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς.
Σήμερα η Βηθλεέμ μιμήθηκε τον ουρανό: αντί για αστέρια δέχθηκε τους αγγέλους. αντί για ήλιο, δέχθηκε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Μη ζητάς να μάθης πώς.
«Όπου γαρ βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις».
Εκείνος λοιπόν το θέλησε. Και το έκανε. Κατέβηκε στη γη και έσωσε τον άνθρωπο. Όλα συνεργάστηκαν μαζί του γι’ αυτό τον σκοπό.
Σήμερα γεννιέται αυτός που υπάρχει αιώνια, και γίνεται αυτό που ποτέ δεν υπήρξε. Είναι Θεός και γίνεται άνθρωπος. Γίνεται άνθρωπος, και πάλι Θεός μένει.
Όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν δέχονταν την παράδοξη γέννησί του: Από τη μια οι Φαρισαίοι παρερμήνευαν τα ιερά βιβλία. κι από την άλλη οι γραμματείς δίδασκαν άλλα αντί άλλων.
Ο Ηρώδης πάλι ζητούσε να βρη το νεογέννητο βρέφος όχι για να το τιμήση, μα για να το σκοτώση.
Ε, λοιπόν, όλοι αυτοί σήμερα τρίβουν τα μάτια τους, βλέποντας τον βασιλιά τ’ ουρανού να βρίσκεται στη γη, μ’ ανθρώπινη σάρκα, γεννημένος από παρθενική μήτρα.
Και ήρθαν οι βασιλείς να προσκυνήσουν τον επουράνιο βασιλιά της δόξης.
Ήρθαν οι στρατιώτες να υπηρετήσουν τον αρχιστράτηγο των ουρανίων δυνάμεων.
Ήρθαν οι γυναίκες να προσκυνήσουν εκείνον που μετέβαλε τις λύπες της γυναίκας σε χαρά.
Ήρθαν οι παρθένες να προσκυνήσουν εκείνον που δημιούργησε τους μαστούς και το γάλα, και τώρα θηλάζει από μητέρα παρθένο.
Ήρθαν τα νήπια να προσκυνήσουν εκείνον που έγινε νήπιο, για να συνθέση δοξολογικό ύμνο «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων».
Ήρθαν τα παιδιά να προσκυνήσουν εκείνον που η μανία του Ηρώδη τα ανέδειξε σε πρωτομάρτυρες.
Ήρθαν οι άνδρες να προσκυνήσουν εκείνον που έγινε άνθρωπος για ν’ απαλλάξη τους ανθρώπους από τα δεινά τους.
Ήρθαν οι ποιμένες να προσκυνήσουν τον καλό ποιμένα, που θυσίασε τη ζωή του για χάρι των προβάτων.
Ήρθαν οι ιερείς να προσκυνήσουν εκείνον που έγινε αρχιερεύς «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».
Ήρθαν οι δούλοι να προσκυνήσουν εκείνον που πήρε δούλου μορφή, για να μετατρέψη τη δουλεία μας σ’ ελευθερία.
Ήρθαν οι ψαράδες να προσκυνήσουν εκείνον που τους μετέβαλε σε «αλιείς ανθρώπων».
Ήρθαν οι τελώνες να προσκυνήσουν εκείνον που από τους τελώνες ανέδειξε ευαγγελιστή.
Ήρθαν οι πόρνες να προσκυνήσουν εκείνον που παρέδωσε τα πόδια του στα δάκρυα μιας πόρνης.
Κοντολογής, ήρθαν όλοι οι αμαρτωλοί να δουν τον Αμνό του Θεού, που σηκώνει στους ώμους του την αμαρτία του κόσμου:
Οι μάγοι για να τον προσκυνήσουν.
οι ποιμένες για να τον δοξολογήσουν.
οι τελώνες για να τον κηρύξουν.
οι πόρνες για να του προσφέρουν μύρα.
η Σαμαρείτις για να ξεδιψάση.
η Χαναναία για να ευεργετηθή.
Αφού λοιπόν όλοι σκιρτούν από χαρά, θέλω κι εγώ να σκιρτήσω, θέλω να χορέψω, θέλω να πανηγυρίσω. Χωρίς κιθάρα, χωρίς αυλό, χωρίς λαμπάδες αναμμένες στα χέρια μου.
Πανηγυρίζω κρατώντας, αντί γι’ αυτά, τα σπάργανα του Χριστού. Αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά η ζωή μου, αυτά η σωτηρία μου, αυτά ο αυλός μου, αυτά η κιθάρα μου.
Γι’ αυτό τα 'χω μαζί μου: για να πάρω από τη δύναμί τους δύναμι, για να φωνάξω μαζί με τους αγγέλους «δόξα εν υψίστοις Θεώ», και με τους ποιμένες «και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. 2, 14).
Και ξέρετε γιατί; Γιατί εκείνος που προαιώνια γεννήθηκε από τον Πατέρα ανεξήγητα, γεννιέται σήμερα από παρθένο υπερφυσικά. Το πώς, το γνωρίζει η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Εμείς μόνο τούτο μπορούμε να πούμε: ότι αληθινή είναι και η ουράνια γέννησίς του, αδιάψευστη είναι και η επίγεια. Αλήθεια είναι ότι γεννήθηκε Θεός από Θεό, αλήθεια είναι και ότι γεννήθηκε άνθρωπος από παρθένο. Στον ουρανό είναι ο μόνος που γεννήθηκε από τον Πατέρα μόνο, Υιός του μονογενής. Και στη γη είναι ο μόνος που γεννήθηκε από την Παρθένο μόνο. Υιός της μονογενής. Όπως στην περίπτωσιν της ουράνιας γεννήσεώς του είναι ασέβεια να σκεφθούμε μητέρα, έτσι και στην περίπτωσι της επίγειας γεννήσεώς του είναι βλασφημία να υποθέσουμε πατέρα. Ο Θεός τον εγέννησε με τρόπο θεϊκό. Η Παρθένος τον εγέννησε με τρόπο υπερφυσικό. Έτσι, ούτε η ουράνια γέννησίς του μπορεί να εξηγηθή, ούτε η ενανθρώπησίς του μπορεί να ερευνηθή. Το ότι τον εγέννησε η Παρθένος σήμερα το γνωρίζω. Το ότι τον εγέννησε ο Θεός προαιώνια το πιστεύω. Κι έχω μάθει να τιμώ σιωπηλά τη γέννησί του, χωρίς φιλοπερίεργες έρευνες κι ανώφελες συζητήσεις. Γιατί, σ’ ό,τι αφορά τον Θεό, δεν πρέπει να στέκεται κανείς στη φυσική εξέλιξι των πραγμάτων, αλλά να πιστεύη στη δύναμι εκείνου που κατευθύνει τα πάντα.
Τί φυσικώτερο απ’ το να γεννήση μια παντρεμένη γυναίκα; Αλλά και τί πιο παράδοξο απ’ το να γέννηση παιδί μια παρθένος, χωρίς άνδρα, και πάλι παρθένος να μείνη;
Γι’ αυτό λοιπόν, μπορούμε να ερευνούμε ό,τι γίνεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Ό,τι όμως συμβαίνει με τρόπο υπερφυσικό, να το σεβόμαστε σιωπηλά. Όχι γιατί είναι επικίνδυνο, αλλ’ επειδή είναι ανερμήνευτο.
Φόβο νιώθω μπροστά στο θείο μυστήριο.
«Τί είπω ή τί λαλήσω;»
Βλέπω εκείνη που γέννησε. Βλέπω κι εκείνον που γεννήθηκε. Αλλά τον τρόπο της γεννήσεως δεν μπορώ να τον καταλάβω. Όπου θέλει, βλέπετε, ο Θεός, νικώνται οι φυσικοί νόμοι.
Έτσι έγινε κι εδώ: η φυσική τάξις παραμερίσθηκε, και ενήργησε η θεία θέλησις.
Πόσο ανέκφραστη είναι η ευσπλαχνία του Θεού!
Ο προαιώνιος Υιός του Θεού, ο άφθαρτος και αόρατος και ασώματος, κατοίκησε μέσα στο φθαρτό και ορατό σώμα μας. Για ποιο λόγο; Να, όπως ξέρετε, εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε περισσότερο σ’ ό,τι βλέπουμε παρά σ’ ό,τι ακούμε.
Στα ορατά πιστεύουμε. Στα αόρατα απιστούμε. Έτσι, δεν πιστεύαμε στον αόρατο αληθινό Θεό, αλλά λατρεύαμε ορατά είδωλα με μορφή ανθρώπων.
Δέχθηκε λοιπόν ο Θεός να παρουσιαστή μπροστά μας με ορατή μορφή ανθρώπου, για να διαλύση μ’ αυτό τον τρόπο κάθε αμφιβολία για την ύπαρξί του.
Κι ύστερα, αφού μας διδάξη με την αισθητή και αναμφισβήτητη παρουσία του, να μας οδηγήση εύκολα στην αληθινή πίστι, στα αόρατα και υπερφυσικά.
Κατάπληξι με γεμίζει το θαύμα!
Παιδί βλέπω τον παλαιό των ημερών!
Σε φάτνη αναπαύεται, αυτός που έχει θρόνο τον ουρανό!
Χέρια ανθρώπινα αγγίζουν τον απρόσιτο κι ασώματο!
Με σπάργανα είναι σφιχτοδεμένος, αυτός που σπάει τα δεσμά της αμαρτίας!
Όμως... αυτό είναι το θέλημά του: την ατιμία να μεταβάλη σε τιμή. με δόξα να ντύση την ευτέλεια. και την προσβολή σε αρετή να μεταπλάση.
Πήρε το σώμα μου. Μου προσφέρει το Πνεύμα του. Μου χαρίζει τον θησαυρό της αιώνιας ζωής παίρνοντας αλλά και δίνοντάς μου: παίρνει τη σάρκα μου για να με αγιάση. μου δίνει το Πνεύμα του για να με σώση.
«Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει» (Ησ. 7, 14).
Τα λόγια είναι της συναγωγής, μα το απόκτημα της Εκκλησίας.
Η συναγωγή βρήκε τα κείμενα που ήτανε γραμμένο. η Εκκλησία ανεκάλυψε τον θησαυρό που ήταν μέσα τους κρυμμένος.
Η συναγωγή έβαψε το νήμα. η Εκκλησία φόρεσε τη βασιλική στολή.
Η Ιουδαία τον εγέννησε. η οικουμένη τον υποδέχθηκε.
Η συναγωγή τον εθήλασε και τον έθρεψε. η Εκκλησία τον παρέλαβε και ωφελήθηκε.
Στη συναγωγή βλάστησε το κλήμα. εμείς όμως απολαμβάνουμε τα σταφύλια της αλήθειας.
Η συναγωγή τρύγησε τα σταφύλια. οι ειδωλολάτρες όμως πίνουν το μυστικό πιοτό.
Εκείνη έσπειρε στην Ιουδαία τον σπόρο. οι ειδωλολάτρες όμως θέρισαν το στάχυ με το δρεπάνι της πίστεως. Αυτοί έκοψαν με σεβασμό το ρόδο, και στους Ιουδαίους έμεινε το αγκάθι της απιστίας.
Το πουλάκι πέταξε, κι αυτοί οι ανόητοι κάθονται και φυλάνε ακόμη τη φωλιά.
Οι Ιουδαίοι πασχίζουν να ερμηνεύσουν το βιβλίο του γράμματος, και οι ειδωλολάτρες τρυγούν τον καρπό του Πνεύματος.
«Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει».
Πες μου Ιουδαίε, πες μου λοιπόν, ποιον εγέννησε;
Δείξε, σε παρακαλώ, θάρρος, έστω και σαν εκείνο που έδειξες μπροστά στον Ηρώδη. Αλλά δεν έχεις θάρρος. Και ξέρω γιατί: εξ αιτίας της επιβουλής σου.
Στον Ηρώδη, μίλησες για να τον εξολόθρευση. σε μένα όμως δεν μιλάς για να μην τον προσκυνήσω.
Ποιον λοιπόν εγέννησε; Ποιον;
Τον δημιουργό της κτίσεως. Κι αν εσύ σωπαίνεις, η φύσις το βροντοφωνάζει. Τον εγέννησε λοιπόν με τον τρόπο που ο ίδιος θέλησε να γεννηθή.
Στη φύσι δεν υπήρχε η δυνατότητα μιας τέτοιας γεννήσεως. Εκείνος όμως, σαν κύριος της φύσεως, επενόησε τρόπο γεννήσεως παράδοξο.
Κι έδειξε έτσι ότι, και άνθρωπος που έγινε, δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος, μα όπως μόνο σε Θεό ταιριάζει.
Εκείνος που έπλασε τον Αδάμ από παρθένα γη, εκείνος που από τον Αδάμ κατόπιν έκαμε γυναίκα,
γεννήθηκε σήμερα από παρθένο κόρη που νίκησε τη φύσι, ξεπερνώντας τον νόμο του γάμου.
Ο Αδάμ, τότε, χωρίς να έχη γυναίκα, γυναίκα απέκτησε.
Η Παρθένος τώρα, χωρίς να έχη άνδρα, άνδρα γέννησε.
Και γιατί έγινε αυτό; Να γιατί:
Οι γυναίκες είχαν ένα παλιό χρέος προς τους άνδρες, αφού από τον Αδάμ είχε βλαστήσει γυναίκα χωρίς τη μεσολάβησι άλλης γυναίκας.
Γι’ αυτό η Παρθένος σήμερα, ξεπληρώνοντας στους άνδρες το χρέος της Εύας, γέννησε χωρίς άνδρα, δείχνοντας έτσι την ισοτιμία της φύσεως.
Σώος έμεινε ο Αδάμ μετά την αφαίρεσι της πλευράς του.
Αδιάφθορη έμεινε κι η Παρθένος μετά τη γέννησι του βρέφους.
Αλλά πρόσεξε και κάτι ακόμη:
Δεν έπλασε ο Κύριος κάποιο άλλο σώμα για να εμφανισθή στη γη. Προσέλαβε το σώμα του ανθρώπου για να μη φανή ότι περιφρονεί την ύλη από την οποία δημιουργήθηκε ο Αδάμ.
Ήρθαν έτσι, Θεός και άνθρωπος, σε μυστική ένωσι. Κι ο διάβολος, που είχε υποδουλώσει τον άνθρωπο, τράπηκε σε φυγή.
Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αλλά γεννιέται σαν Θεός. Αν προερχόταν, όπως εγώ, από ένα κοινό γάμο, πολλοί θα θεωρούσαν απάτη τη γέννησί του.
Γι’ αυτό γεννιέται από παρθένο. γι’ αυτό διατηρεί τη μήτρα της άθικτη. γι’ αυτό διαφυλάττει την παρθενία της ακεραία: για να γίνη ο παράξενος τρόπος της γεννήσεως αιτία ακλόνητης πίστεως.
Σ’ αυτόν λοιπόν που θα αμφισβητήση την άσπορη γέννησι του Λόγου του Θεού, θα επικαλεσθώ σαν μάρτυρα την αμόλυντη σφραγίδα της παρθενίας.
Πες μου λοιπόν, Ιουδαίε, γέννησε η Παρθένος ή όχι; Κι αν μεν εγέννησε, γιατί δεν ομολογείς την υπερφυσική γέννησι; Αν πάλι δεν εγέννησε, γιατί εξαπάτησες τον Ηρώδη; Όταν εκείνος ζητούσε να μάθη «που ο Χριστός γεννάται», εσύ δεν είπες «εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας;» (Ματθ. 2, 4). Μήπως εγώ γνώριζα την πόλι ή τον τόπο; Μήπως εγώ γνώριζα την αξία του βρέφους που ήρθε στον κόσμο; Ο Ησαΐας και οι προφήτες σας δεν μίλησαν γι’ αυτό; Κι εσείς, οι αγνώμονες εχθροί, δεν εξηγήσατε την αλήθεια; Εσείς, οι γραμματείς κι οι Φαρισαίοι, οι ακριβείς φύλακες του νόμου, δεν μας διδάξατε για τον Χριστό; Εσείς δεν ερμηνεύσατε τις Γραφές; Μήπως εμείς γνωρίζαμε τη γλώσσα σας; Και όταν εγέννησε η Παρθένος, εσείς δεν παρουσιάσατε στον Ηρώδη τη μαρτυρία του προφήτη Μιχαία: «Και συ Βηθλεέμ, οίκος του Εφραθά, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα. εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ»; (Ματθ. 2, 6).
Πολύ καλά είπε ο προφήτης «εκ σου». Από σας προήλθε και παρουσιάσθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Παρουσιάσθηκε σαν άνθρωπος για να καθοδηγήση τους ανθρώπους. Παρουσιάσθηκε σαν Θεός για να σώση την οικουμένη.
Μα τί ωφέλιμοι εχθροί είστε εσείς! Τί φιλάνθρωποι κατήγοροι!
Εσείς κατά λάθος δείξατε πως το νεογέννητο της Βηθλεέμ είναι Θεός. Εσείς τον κηρύξατε χωρίς να το θέλετε. Εσείς τον φανερώσατε πασχίζοντας να τον κρύψετε. Εσείς τον ευεργετήσατε επιθυμώντας να τον βλάψετε.
Τί αστοιχείωτοι δάσκαλοι είστε, αλήθεια; Εσείς πεινάτε, και τρέφετε άλλους. Εσείς διψάτε, και ποτίζετε άλλους. Πάμπτωχοι είστε και πλουτίζετε άλλους.
Ελάτε λοιπόν να γιορτάσουμε. Ελάτε να πανηγυρίσουμε. Είναι παράξενος ο τρόπος της γιορτής - όσο παράξενος είναι κι ο λόγος της γεννήσεως του Χριστού.
Σήμερα λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά.
Ο διάβολος καταντροπιάσθηκε.
Οι δαίμονες δραπέτευσαν.
Ο θάνατος καταργήθηκε.
Ο παράδεισος ανοίχθηκε.
Η κατάρα εξαφανίσθηκε.
Η αμαρτία διώχθηκε.
Η πλάνη απομακρύνθηκε.
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε.
Το κήρυγμα της ευσεβείας ξεχύθηκε και διαδόθηκε παντού.
Η βασιλεία των ουρανών μεταφυτεύθηκε στη γη.
Οι άγγελοι συνομιλούν με τους ανθρώπους.
Όλα έγιναν ένα.
Γιατί;
Γιατί κατέβηκε ο Θεός στη γη κι ο άνθρωπος ανέβηκε στους ουρανούς. Κατέβηκε ο Θεός στη γη και πάλι βρίσκεται στον ουρανό. Ολόκληρος είναι στον ουρανό κι ολόκληρος στη γη.
Έγινε άνθρωπος κι είναι Θεός. Είναι Θεός κι έλαβε σάρκα. Κρατιέται σε παρθενική αγκαλιά, και στα χέρια του κρατεί την οικουμένη.
Τρέχουν κοντά του οι μάγοι. Τρέχουμε κι εμείς. Τρέχει και τ’ αστέρι για να φανερώση τον Κύριο του ουρανού. Μα... κι εκείνος τρέχει. Τρέχει προς την Αίγυπτο.
Και φαίνεται βέβαια πως πηγαίνει εκεί για ν’ αποφύγη την επιβουλή του Ηρώδη. Όμως τούτο γίνεται για να εκπληρωθούν τα προφητικά λόγια:
«Έσται εν τη ημέρα εκείνη Ισραήλ τρίτος εν τοις Ασσυρίοις, και εν τοις Αιγυπτίοις ευλογημένος έσται ο λαός μου εν τη γη ην ευλόγησε Κύριος Σαβαώθ» (πρβλ. Ησ. 19, 24).
Τί λες, Ιουδαίε; Εσύ που ήσουν πρώτος έγινες τρίτος; Οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι μπήκαν μπροστά, και ο πρωτότοκος Ισραήλ πήγε πίσω;
Ναι. Έτσι είναι. Οι Ασσύριοι θα γίνουν πρώτοι, επειδή αυτοί πρώτοι με τους μάγους τους προσκύνησαν τον Κύριο. Πίσω τους οι Αιγύπτιοι, που τον δέχθηκαν όταν κατέφυγε στα μέρη τους για ν’ αποφύγη την επιβουλή του Ηρώδη.
Τρίτος και τελευταίος ο Ισραηλιτικός λαός, που γνώρισε τον Κύριο από τους αποστόλους, μετά τη βάπτισί του στον Ιορδάνη.
Τί άλλο μένει να πω;
Δημιουργό και φάτνη βλέπω... Βρέφος και σπάργανα... Λεχώνα παρθένο, περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή... Ανέχεια πολλή...
Είδες όμως τί πλούτος μέσα στη μεγάλη φτώχεια;
Ο πλούσιος πτώχευσε για χάρι μας.
Δεν έχει ούτε κρεββάτι ούτε στρώμα. Μέσα σε φάτνη ταπεινή τον έχουν αποθέσει...
Ω φτώχεια, πλούτου πηγή!
Ω πλούτε αμέτρητε, κρυμμένε μες στη φτώχεια!
Μέσα στη φάτνη κείτεσαι, και την οικουμένη σαλεύεις.
Μέσα σε σπάργανα τυλίγεσαι, και σπας τα δεσμά της αμαρτίας.
Λέξι ακόμη δεν άρθρωσες, και δίδαξες τους μάγους τη θεογνωσία.
«Τί είπω ή τί λαλήσω;»
Να βρέφος σπαργανωμένο.
Να η Μαρία, μητέρα και παρθένος μαζί.
Να ο Ιωσήφ, πατέρας τάχα του παιδιού.
Εκείνη η γυναίκα, αυτός ο άνδρας. Νόμιμες οι ονομασίες, αλλά χωρίς περιεχόμενο.
Ο Ιωσήφ μνηστεύθηκε μόνο την Μαρία, και το Άγιο Πνεύμα την επεσκίασε. Έτσι, γεμάτος απορία, δεν ήξερε τι να υποθέση για το βρέφος:
Να πη πως ήταν καρπός μοιχείας δεν τολμούσε. Να προφέρη λόγο βλάσφημο κατά της Παρθένου δεν μπορούσε. Ούτε πάλι δεχόταν το παιδί σαν δικό του, γιατί του ήταν άγνωστο το πώς και από ποιον γεννήθηκε.
Αλλά να που πάνω στη σύγχυσί του παίρνει απάντησι από τον ουρανό, με τη φωνή του αγγέλου: «Μη φοβού, Ιωσήφ. το γαρ γεννώμενον εξ αυτής εκ Πνεύματός εστιν αγίου» (Ματθ. 1, 20).
Και φανέρωσε έτσι σ’ εκείνον και σε μας ότι το Άγιο Πνεύμα επεσκίασε την Παρθένο.
Γιατί όμως ο Χριστός θέλησε να γεννηθή από παρθένο αφήνοντας αβλαβή την παρθενία της;
Να γιατί:
Κάποτε ο διάβολος εξαπάτησε την παρθένο Εύα.
Τώρα ο άγγελος έφερε το λυτρωτικό μήνυμα στην παρθένο Μαριάμ.
Κάποτε η Εύα ξεστόμισε λόγο που έγινε αιτία θανάτου. Τώρα η Μαρία γέννησε τον Λόγο που έγινε αιτία αιώνιας ζωής.
Ο λόγος της Εύας έδειξε το δέντρο που έβγαλε τον Αδάμ από τον παράδεισο.
Ο Λόγος της Μαρίας έδειξε τον Σταυρό που έβαλε τον Αδάμ πάλι στον παράδεισο.
Σ’ αυτόν λοιπόν τον Λόγο του Θεού και Υιό της Παρθένου, που άνοιξε δρόμο μέσα σε τόπο αδιάβατο, ας αναπέμψουμε δοξολογία «συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν».
ΠΗΓΗ:
Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
“ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ”
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000
Αυτή την ευλογημένη μέρα,θέλω να ζητήσω από τον Χριστό που γεννήθηκε...
"Να Τον ΑΓΑΠΩ." Περισσότερο κι από την ίδια τη ζωή που μου χάρισε!
Να τον αγαπώ και να παίρνω δύναμη απ' την αγάπη, την πίστη και την εμπιστοσύνη μου σ' Εκείνον.
Να τον αγαπώ και ν'αφήνω κάθε βιοτική μέριμνα,που σαν σαράκι ροκανίζει τη σκέψη και την καρδιά μου.
Να τον αγαπώ και να μπορώ να δέχομαι τα πλάσματά Του, τα κομματιασμένα, τα αναγκεμένα, τα θλιμμένα,
τα μοναχικά, τα αγαπημένα,τις συντετριμμένες εικόνες, συνανθρώπους και αδελφούς μου και να μην μεμψιμοιρώ,
να μην κολλά το μυαλό μου στα μικρά κι ασήμαντα.
Να τον αγαπώ και να μπορώ να δαμάσω τα πάθη μου, θηρία που με πολεμούν κάθε δευτερόλεπτο, απειλούν να με κατασπαράξουν,
να τα μετατρέψω στις δυνάμεις που μ'αυτές προίκισε την ψυχή μου και να την οδηγήσω σε δρόμο σωτηρίας.
Για μένα, άλλοτε είναι ο αγαπημένος,ο φίλος, ο αδελφός, ο γονιός, ο ευεργέτης, ο παιδαγωγός, η αγκαλιά, η εστία,
ο δικός μου άνθρωπος,η ψυχή, η καρδιά και η ζωή μου.
Κι άλλες φορές, στη Θεία Λειτουργία, είναι ο Άναρχος, ο Ατελεύτητος, ο Αχώρητος, ο Ζηλωτής, ο Κυρίαρχος της ζωής και του θανάτου,
ο Φοβερός Θεός και Δημιουργός του σύμπαντος.
Θέλω να νοιώθω τα πόδια μου να τρέμουν, να μην βλέπω με τα υλικά μάτια αλλά να αισθάνομαι τη φοβερή παρουσία Του,
τη δύναμή Του αλλά και συγχρόνως την άπειρη αγάπη Του, όταν πλησιάζω το Άγιο Ποτήριο και Τον κοινωνώ
στην κορυφαία πράξη αγάπης και προσφοράς, τη Θεία Λειτουργία!
Αν Τον αγαπώ τόσο πολύ, γιατί να νοιάζομαι και να αναλώνομαι πνευματικά,ψυχικά και σωματικά;
Εκείνος θα με φροντίσει, θα με καθοδηγήσει, θα παρακολουθεί κάθε βήμα μου
και θά 'ναι εκείνος που θα με περιμένει σε μια ζεστή αμμουδιά το δειλινό, μετά από κάθε μου ταξίδι,
ήρεμο, ταλαίπωρο, κουραστικό, άσχημο, θλιβερό ή βρώμικο,
με ψωμί και κρασί και την ανθρακιά αναμμένη για τα οψάρια
και τότε, θα μου χαμογελάσει, θα με σφίξει στη στοργική αγκαλιά Του,θα με παρηγορήσει, θα με ξεκουράσει με την άπειρη αγάπη Του
και μ'αυτήν θα μ'ευχαριστήσει για την ψαριά που Του έφερα, τη μικρή, τη λίγη, τη λειψή, την ασήμαντη,
που θα την ευλογήσει για να χορτάσουν χιλιάδες απ'αυτήν,θα με ελεήσει και θα μου δώσει τη χάρη Του.
Γεννιέται και θέλω να Τον σφίξω στην αγκαλιά μου,εγώ...ο πηλός, να Τον χωρέσω στο πνεύμα,την ψυχή και την καρδιά μου,
Αυτόν που υμνούν και τρέμουν οι δυνάμεις των ουρανών,τον Δημιουργό το παντός!
Έλα Κύριε στη φάτνη των αλόγων, την άθλια ψυχή μου, μια ζεστή γωνιά σε περιμένει με λαχτάρα, για να γεννηθείς σ'αυτήν.
Έλα να την καθαρίσεις, να την εξαγνίσεις,να την εξαυλώσεις. Άνοιξε τα μάτια του μυαλού, της ψυχής και της καρδιάς μου,
για να Σε κατανοήσω και να σ'αγαπήσω πάνω κι απ' την ίδια τη ζωή μου,γιατί κι εγώ...
"Εικών ειμί της αρρήτου δόξης Σου,ει και στίγματα φέρω πταισμάτων". ΑΜΗΝ.
Χρόνια πολλά, καλά, ευλογημένα
Ενώπιον της αγίας φάτνης ας ομολογήσουμε ειλικρινά ότι απατηθήκαμε προσκυνώντας αλλότριους θεούς, θυσιάζοντας σε ξένα είδωλα. Νομίσαμε τους εαυτούς μας ελεύθερους κι ευτυχισμένους. Ανομήσαμε, παρακούσαμε, τίποτε δεν συντηρήσαμε απ’ όσα ωραία μας ζήτησε. Όμως ο Χριστός έρχεται και για μας, γιατί είναι πάντοτε πλούσιος σε αγαθότητα. Η απογοήτευση μας κούρασε αλλά και μας ταπείνωσε. Η ταπείνωση μας οδηγεί στην άκρα ταπείνωση.
Οι άγγελοι, λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ο Αγιορείτης, με την κατά σάρκα γέννηση του Σωτήρος γνώρισαν, κατά το εξαίσιο παράδειγμά του, ότι υψώνεται κανείς όχι με την υπερηφάνεια αλλά με την ταπείνωση. Έτσι και οι άνθρωποι γνώρισαν με τον καλύτερο τρόπο πως η οδός της σωτηρίας είναι το ταπεινό φρόνημα. Με την ταπείνωση επανορθώνεται η αποστασία. Ο δαίμονας καταντροπιάστηκε και ηττήθηκε με το γεγονός της ενανθρωπίσεως του Θεού Λόγου. Έτσι, η άγνωστη για τον δαίμονα ταπείνωση τον κατανικά με τη στάση των ταπεινών. Ο μεγάλος Θεός γίνεται μικρός από αγάπη στον άνθρωπο.
Το μεγαλείο των Χριστουγέννων μπορούν να αισθανθούν περισσότερο οι ταπεινοί. Τη χαρά τη βιώνει καλύτερα ο ταπεινός, όπως οι αγραυλούντες ποιμένες της Βηθλεέμ και οι σοφοί Μάγοι της Ανατολής, που προσκυνούν το νεογέννητο βρέφος του σπηλαίου. Η μεγάλη έκφραση της ταπεινώσεως είναι η σεμνή κόρη της Γενησαρέτ, η Υπεραγία Θεοτόκος. Το ίδιο ταπεινός είναι και ο σιωπηλός μνήστορας Ιωσήφ. Ο Χριστός έρχεται σε ένα δύσκολο και ανάστατο τόπο με τον πιο ταπεινό τρόπο. Δεν γινόταν να ταπεινωθεί πιο πολύ. Γεννήθηκε σε μια σπηλιά ζώων, δεν τον αντιλήφθηκε κανένας, Αυτόν που χάριζε νέα ζωή. Ο κόσμος έτρεχε σε ξέφρενους ρυθμούς, σε διαφορετικά προγράμματα, με άλλους στόχους. Έτσι τότε, έτσι και τώρα.
Μόνοι τους οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να βρουν τη σωτήρια ταπείνωση. Τους την υπέδειξε ο ίδιος ο ταπεινός Ιησούς με το παράδειγμά του. Παράδειγμα δίνει και η Παναγία με τη σεμνότητά της, την απλότητά της, τη σιωπή της και την ταπείνωσή της. Δίχως αυτή την εμβάθυνση η εορτή των Χριστουγέννων παραμένει τυπική και συνηθισμένη. Θα πρέπει να έχει ουσιαστική επίπτωση στη ζωή μας. Το βάθος, το νόημα, το μυστήριο, η αξία και η σημασία της εορτής έγκειται στην αναμόρφωση και ανακαίνιση του έσω ανθρώπου. Το βαθύ αυτό περιεχόμενο πλημμυρίζει τον άνθρωπο αισιοδοξία, ελπίδα και χαρά. Δίνει λύτρωση από την απόγνωση. Χρειάζεται βιωματική αίσθηση του υπερφυούς γεγονότος της Σαρκώσεως του Ιησού και Λόγου του Θεού. Μη μείνουμε σε αποπροσανατολιστικούς τρόπους που απομακρύνουν από τον Ζωοδότη, Φωτοδότη και Ειρηνοδότη Χριστό.
Θα πρέπει να ταπεινωθούμε ενώπιον του ταπεινωθέντος Ιησού, αδελφοί μου. Άφησε τη μεγαλειώδη δόξα των ουρανών και ήλθε να σκηνώσει μεταξύ αλόγων ζώων. Να μας συγκινήσει η άφατη κένωσή του, να μας παροτρύνει σε ομοίωση. Η ωραία και γνήσια ταπείνωση εμάς θα ωφελήσει, θα ειρηνοποιήσει και θα χαροποιήσει. Τα εφετινά άγια Χριστούγεννα ας γίνουν σταθμός στην πνευματική μας πορεία. Ας αγαπήσουμε την ταπείνωση, ας προσκυνήσουμε ευγνώμονα τον ταπεινό Χριστό της αγρυπνούσης Βηθλεέμ. Το αταπείνωτο φρόνημα μας οδήγησε σε αδιέξοδα. Το ταπεινό φρόνημα ας μας συνοδεύσει στο νέο πολιτικό έτος 2013.
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀδαμαντίου Αὐγουστίδη
Πηγή: http://www.apostoliki-diakonia.gr
Παραμονές Χριστουγέννων καί, ὅπως συμβαίνει ὅλο καί συχνότερα τά τελευταῖα χρόνια, βλέπουν τό φῶς τῆς δημοσιότητας κείμενα πού "καταγγέλουν" ὅτι ἔχει χαθεῖ τό νόημα τῆς γιορτῆς καί ὅτι ὁ ὑπερκαταναλωτισμός ἔχει ἐπιβάλει τό ὕφος καί τήν κυριαρχία του. Ὅμως ἄν ἀπογυμνωθοῦν οἱ γιορτές αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἀπό τό φολκλορικό τους στοιχεῖο, τά ρεβεγιόν, τήν εὐκαιρία γιά ὀλιγοήμερες διακοπές καί τίς ὑποχρεωτικές οἰκογενειακές συγκεντρώσεις, "πού τίς ἐπιβάλουν οἱ μέρες", τί θά ἀπέμενε ἄραγε γιά τούς πολλούς πού νά θυμίζει ὅτι εἶναι Χριστούγεννα;
Τό ἐρώτημά μας δέν ἀντιμάχεται τήν, δικαιολογημένη ἄλλωστε, δυσθυμία πού καλύπτεται πίσω ἀπό τή "γκρίνια". Θέλουμε ὅμως νά προκαλέσουμε τή σκέψη, καί γιατί ὄχι καί τήν ψυχή μας, νά ἀναγνωρίσει ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι πιά δεδομένα καί αὐτονόητα καί ἡ μεμψιμοιρία δέν μπορεῖ νά τά διορθώσει. Τό πολύ νά τονισθεῖ καί γραπτῶς τό ἔλλειμμα νοήματος καί νά ἐπιδεινωθεῖ τό αἴσθημα τῆς πνευματικῆς μιζέριας καί τῆς συναισθηματικῆς στέρησης πού συγκαλύπτει ἡ τεχνητή λάμψη τῶν ἡμερῶν.
Εἶναι φανερό ὅτι ἡ καταναλωτική ἔξαρση δέν ἀποτελεῖ τή φυσική ἐκδήλωση μιᾶς εὐτυχίας πού ζητᾶ ἐκτόνωση ἀλλά λειτουργεῖ σάν διεγερτικό μιᾶς χαρᾶς πού δέν ἔχει λόγο καί νόημα ὥστε νά ἐκδηλωθεῖ αὐθόρμητα. Ἡ ὑπερφωταγωγημένη ἐρημία τῶν ἀπρόσωπων πόλεων ἀγωνίζεται νά συσκοτίσει τή σχεδόν ὑπομανιακή ὑποχρεωτική εὐθυμία. Τίποτα ὅμως δέν μπορεῖ νά κρύψει τήν κατάθλιψη πού φουντώνει τέτοιες μέρες, τίς ἀπόπειρες αὐτοκτονίας πού αὐξάνουν καί τά "κοριτσάκια μέ τά σπίρτα" πού γίνονται ὁρατά ὅσο ποτέ ἄλλοτε. Στό πνευματικό ἐπίπεδο, ἄλλωστε, πόσο μακριά βρισκόμαστε ἀπό αὐτά σχεδόν ὅλοι μας.
Τό νά καταφύγει κανείς σέ μελαγχολικές διαπιστώσεις εἶναι εὔκολο· καί τό ἑπόμενο βῆμα εἶναι συνήθως ἡ καταφυγή στό πρόσχημα καί στήν ψευδαίσθηση τῶν ἀναμνήσεων τοῦ παλιοῦ καλοῦ καιροῦ, μέχρι νά κυλίσουν οἱ μέρες καί νά ἐπιστρέψουμε στήν ψυχοφθόρα ἀσφάλεια τῆς ρουτίνας μας.
Ἄς μήν καθηλωθοῦμε ὅμως στίς θλιβερές διαπιστώσεις, ὅσο ἀληθινές κι ἄν εἶναι αὐτές. Ἐάν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τήν καθυπόταξη τῆς σκέψης μας στήν ἀπογοήτευση πού γεννᾶ ἡ παρατήρηση αὐτῶν τῶν φαινομένων καί προσεγγίσουμε τό ψυχολογικό τους ὑπόβαθρο, μπορεῖ νά ὁδηγηθοῦμε σέ ἐνδιαφέρουσες ἀνακαλύψεις.
Μέ ὅποιο τρόπο κι ἄν προσπαθεῖται νά καταπνιγεῖ ἡ κραυγή τῆς ὑπαρξιακῆς μας ἀγωνίας, εἴτε στό θόρυβο τῶν ρεβεγιόν, εἴτε κάτω ἀπό τό πέπλο τῆς φαντασμαγορίας καί τῆς τεχνητῆς εὐφορίας, ἡ μεταμφιεσμένη κατάθλιψη παραμένει ἡ ἀληθινή, κυριαρχοῦσα συναισθηματική κατάσταση. Οἱ εἰδικοί γνωρίζουν καλά τήν ἀμυντική βουλιμική διάθεση τοῦ καταθλιπτικοῦ ἀτόμου, πού προσπαθεῖ νά συγκαλύψει μέ "στοματικές" ἱκανοποιήσεις, ὅπως ἡ καταναλωτική μανία, τό ἔλλειμμα πού βιώνει στό συναισθηματικό ἐπίπεδο. Τυπικό τό παράδειγμα τῆς συζύγου, πού προσπαθεῖ νά ἀνακουφίσει τό καταθλιπτικό ἄγχος τῆς συναισθηματικῆς της στέρησης, "σηκώνοντας" τά μαγαζιά. Ὁ ἴδιος μηχανισμός μᾶς ὠθεῖ νά ἐκφραζόμαστε ψευδοευφορικά στήν προσπάθεια νά ἀποφύγουμε τή συναίσθηση τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κενοῦ καί τῆς δυσθυμικῆς μας διάθεσης.
Τί μᾶς κάνει λοιπόν ὁμοθυμαδόν μελαγχολικούς καί κατ' ἀνάγκη συμμέτοχους τῆς προκατασκευασμένης καί ψευδεπίπλαστης ἱλαρότητας πού χαρακτηρίζει τό κλίμα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν; Ἄν τά Χριστούγεννα ἦσαν ἐξ ὁρισμοῦ ἄνευ Χριστοῦ, μιά γιορτή τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου ὅπως ἦταν προχριστιανικά ἡ 25η Δεκεμβρίου, τότε ἴσως δέν θά εἶχαν νόημα οἱ σκέψεις καί οἱ προβληματισμοί. Θά μπορούσαμε νά ἐπαναπαυθοῦμε στή σιωπηλή συμφωνία ὅτι κάποιες εὐκαιρίες διαφυγῆς ἀπό τή ρουτίνα εἶναι χρήσιμες· ἑπομένως καί νά συμβιβαστοῦμε μέ τήν ὑποταγή στή χρησιμοθηρία τοῦ γιορτασμοῦ. Ὅσο δέ πιό ἐκκωφαντική ἡ ἀνάπαυλα, τόσο πιό μεγάλη ἡ συγκάλυψη τοῦ τραγικοῦ στοιχείου τῆς καθημερινότητάς μας.
Ὅμως τό βαθύτερο αἴτημα τῆς λύτρωσής μας ἀπό τή φθορά, τό χρόνο καί τήν ἀναγκαιότητα δέν μπορεῖ νά ἀπαντηθεῖ μέ τήν ὑποταγή σέ θεσμοθετημένες ἐπιμέρους ἀναγκαιότητες, ἔστω διασκεδαστικές ἀλλά τελικά πάντοτε φθοροποιές. Πόση χαρά μπορεῖ νά περιέχει ἕνα πανηγύρι στό ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι γιορτάζεται ἡ γέννηση Ἐκείνου πού θά μποροῦσε νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τήν δουλεία τῆς πνευματικῆς μας ἀνελευθερίας καί τῆς ὑπαρξιακῆς μας μιζέριας, ὅταν Τόν ἔχουμε ἤδη ἐξορίσει ἀπό τή ζωή μας καί ἀπό τό νόημά της; Ποιό γαμήλιο γλέντι δικαιολογεῖ τούς πανηγυρισμούς καί τίς γιορταστικές ὑπερβολές ὅταν ἔχει ἐκδιωχθεῖ ὁ "νυμφίος"; Τέτοιοι "γάμοι" μοιάζουν περισσότερο μέ κηδεῖες τῶν ὁποίων ἡ λαμπρότητα ὀφείλεται κυρίως στίς ἐνοχές τῶν οἰκείων παρά στήν ἀγάπη καί τή χριστοκεντρική ἐλπίδα.
Ἡ συγκαλυμμένη μελαγχολία τῶν ἡμερῶν μπορεῖ νά κρύβει τό ἐνοχοποιημένο πένθος γιά τόν ἐξοστρακισμό τῆς ἐνσαρκωμένης μας ἐλπίδας· τοῦ προαιώνιου Θεοῦ πού "παιδίον γέγονεν" καί ἀναζητᾶ ἐγκάρδιες φάτνες γιά νά τίς μετατρέψει, φιλοξενούμενος ἐκεῖ, σέ οἴκους τοῦ Πατρός Του.
Παρόλο τόν ξεπεσμό της ὑπάρχει κάτι θετικό καί ἐλπιδοφόρο σ' αὐτή τή συνεχῶς πιό ἐκκοσμικευμένη ἀτμόσφαιρα τῆς γιορτῆς. Ὅσο πιό ψευδεπίπλαστα ἐπιμένουμε νά τή γιορτάζουμε, πνίγοντάς την σέ φῶς ἀπό "νέον" καί πλαστικά πλουμίδια, τόσο πιό κούφια καί ἄπελπις θά εἶναι ἡ γεύση πού θά ἀφήνει. Καί τόσο πιό πολύ ὁ λαός "ὁ καθήμενος ἐν σκότει" θά ἀρχίσει νά ἀναζητᾶ τό Μέγα Φῶς πού τό συλλογικό του ἀσυνείδητο θυμᾶται πώς γνώρισε κάποτε. Ἴσως λοιπόν τότε νά ξαναζητήσει τόν ἀστέρα πού ὁδηγεῖ στή φάτνη. Στήν προσωπική καρδιακή φάτνη τοῦ καθενός πού θά κατανοήσει ὅτι ὅσο ταπεινή καί βρώμικη κι ἄν εἶναι, ὁ Χριστός θά τήν καταδεχθεῖ, θά τήν ἐνοικήσει καί θά τήν μετατρέψει σέ σῶμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Μέχρι τότε, ὅσοι ἀπό μᾶς θέλουν νά βρίσκονται κοντύτερα στή φάτνη παρά στά ἀνάκτορα τοῦ Ἡρώδη ἄς προσπαθήσουμε νά ζήσουμε τή γιορτή καί τή ζωή μας μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἄν κάποιος μᾶς ρωτήσει γιά τό ἀστέρι τῶν μάγων ἤ παρατηρήσει τή δική μας πορεία νά βρεῖ τό σωστό δρόμο. Τότε ἡ χαρά τῆς γιορτῆς θά ξαναβρεῖ τό νόημα καί τήν αὐθεντικότητά της. Τότε ἡ χαρά τῆς γιορτῆς θά ξαναβρεῖ τό νόημα καί τήν αὐθεντικότητά της. Τότε, ἀντί τῆς παθητικῆς μας συμμετοχῆς σέ ψευδοπαρηγορητικά τηλεοπτικά βαριετέ, ἴσως σταθοῦμε ἱκανοί νά ἀπολαύσουμε τήν εὐφρόσυνη καί βιωματική μας συμμετοχή στόν χαρμόσυνο ὕμνο: "Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε".
“Εύχομαι η καρδιά σας να γίνει Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώσει όλες τις ευλογίες Του.”
-Γέροντα,δώστε μου μια ευχή για τα Χριστούγεννα.
–Εύχομαι ο Χριστός και η Παναγία να σε έχουν κοντά τους σαν το αρνάκι που είναι δίπλα στην φάτνη. Νομίζω, περνάει καλά, όπως και το βοϊδάκι και το γαϊδουράκι που ζεσταίνουν τον Χριστό στην φάτνη…
“΄Εγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του Κυρίου αυτού”, λέει ο Προφήτης Ησαΐας (Ης. 1,3).
Γνώρισε δηλαδή το βοϊδάκι το αφεντικό του και το γαϊδουράκι την φάτνη του Κυρίου του. Γνώρισαν τι ήταν μέσα στη φάτνη και με τα χνώτα τους το ζέσταιναν! Κατάλαβαν τον Δημιουργό τους! Αλλά και το γαϊδουράκι, τι τιμή να πάει τον Χριστό μετά στην Αίγυπτο! Οι άρχοντες είχαν άρματα χρυσοκέντητα, και ο Χριστός τι χρησιμοποίησε!
Τι καλά να ήμουν αυτό το γαϊδουράκι!
(Γέροντος Παϊσίου Λόγοι, τόμος Ε, σ. 231)
Αυτό που καμιά θρησκεία, καμιά φιλοσοφία δεν τόλμησε ποτέ να παρουσιάσει ήταν ένας θεός να γίνεται άνθρωπος,
να υποφέρει και να κενώνει τον εαυτό του από τη μεγαλοπρέπειά του, ώστε να γίνει πλήρως και απολύτως προσιτός σ΄εμάς.
Στην Ενσάρκωση ανακαλύπτουμε ότι ο Θεός μας–ο Άγιος του Ισραήλ, ο Δημιουργός του κόσμου, η Ωραιότης που υπερβαίνει κάθε ωραιότητα, η Αλήθεια και η μόνη πραγματικότητα του κόσμου-
επιλέγει, μέσα από μία αγαπητική κίνηση, να ταυτιστεί τόσο πολύ με τη μοίρα του ανθρώπινου γένους, τόσο πολύ να πάρει επάνω Του ολοκληρωτική και απόλυτη την ευθύνη για τη δημιουργική Του πράξη, ώστε να επιστρατευτεί όλη η ομορφιά του κόσμου –ταυτόχρονα όμως δίνει στον κόσμο την ελευθερία που καταστρέφει και παραμορφώνει αυτή την ομορφιά.
Αυτόν τον Θεό που επιλέγει να γίνει εύθραυστος, ευάλωτος, ανυπεράσπιστος και άξιος περιφρόνησης στα μάτια όλων εκείνων που πιστεύουν μόνο στη δύναμη, στην ισχύ και στην προσωρινά ορατή νίκη, έναν τέτοιο Θεό ο πιστός και ευλαβής άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να Τον έχει επινοήσει.
Μητροπολίτης Antony Bloom
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ
Ο θυμός είναι μια σύντομη τρέλα. Αυτοί που θυμώνουν βάζουν πολλές φορές μόνοι τους τον εαυτό τους σε ολοφάνερο κίνδυνο, γιατί η μανία τους για εκδίκηση τους κάνει να ξεχνούν το συμφέρον τους. Όταν σκέφτονται αυτούς που τους στενοχώρησαν, είναι σαν να τους τσιμπάει μύγα και, από μέσα τους, τους κάνει ο θυμός να χτυπιούνται και να τινάζονται. Και δεν ησυχάζουν, αν δεν κάνουν κάτι κακό σε αυτόν που τους θύμωσε ή αν δεν πάθουν οι ίδιοι κάτι κακό. Κι αυτό το τελευταίο είναι πιθανό, όπως ακριβώς συμβαίνει με κάτι που σκάει κι εκρήγνυται: μπορεί να σπάσει σε κομμάτια και να πάθει συχνά μεγαλύτερο κακό από το κακό που προκάλεσε. (Μ. Βασίλειος)
«...[από τότε] ούτε μια φορά δεν οργίστηκα εναντίον κάποιου, γιατί η ψυχή μου θυμάται την αγάπη του Κυρίου και τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος και ξεχνάει την προσβολή».
(όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)
ΘΥΜΟΣ ΚΑΙ ΝΤΡΟΠΗ
Ποιος, πες μου, είναι άξιος αποδοχής; Εκείνος που ταράζεται, που συγχύζεται, που γίνεται θηρίο και σαν θηρίο φέρεται στους συνανθρώπους του ή εκείνος που έχει γαλήνη, αταραξία και πνευματική αντιμετώπιση; Δεν μοιάζουν ο ένας με άγγελο και ο άλλος ούτε καν με άνθρωπο; Ο ένας δεν μπορεί ούτε τα δικά του προβλήματα να αντέξει ενώ ο άλλος καταφέρνει να σηκώνει και τα ξένα. Αυτός που θυμώνει δεν μπορεί ούτε τον εαυτό του να υποφέρει ενώ ο πράος ανέχεται και τον άλλον. Ο πρώτος είναι ναυαγός ενώ ο δεύτερος πλέει με ασφάλεια μέσα σε πλοίο που το οδηγεί ούριος άνεμος. Γιατί δεν άφησε τον αέρα του θυμού να πέσει στα πανιά και να ανατρέψει το σκάφος της ψυχής του. Αντίθετα, για χάρη του, φύσηξε λεπτή και γλυκιά αύρα, το αεράκι της ανεξικακίας, και τον οδήγησε πολύ ήσυχα στο λιμάνι της φιλοσοφημένης στάσης.
Όσοι θυμώνουν κάνουν σαν τους ναύτες σε πλοίο που βουλιάζει: ρίχνουν στη θάλασσα ό, τι βρουν μπροστά τους, χωρίς να ξέρουν αν είναι πράγματα δικά τους ή είναι ξένα, που τους τα έδωσαν να τα φυλάξουν, ούτε αν είναι πολύτιμα ή δεν είναι. Όταν όμως σταματήσει η κακοκαιρία, τότε αναλογίζονται όσα πέταξαν και κλαίνε, και η ζημιά που πάθανε δεν τους αφήνει να χαρούν το γαλήνεμα της θάλασσας. Έτσι και αυτοί που θυμώνουν. Όταν τους πιάσει ο θυμός και ξεσπάσει η καταιγίδα, πετάνε ό,τι δεν πρέπει, κι όταν τους περάσει ο θυμός, τότε αναλογίζονται τι έβγαλαν προς τα έξω και καταλαβαίνουν τη ζημιά και δεν έχουν ανάπαυση, γιατί θυμούνται τα λόγια που είπαν και ντρόπιασαν τον ίδιο τους τον εαυτό. Με τα λόγια αυτά έπαθαν τη χειρότερη ζημιά, όχι σε χρήμα αλλά στην εκτίμηση που τους είχαν οι άλλοι, ότι είναι καλοί και πράοι άνθρωποι. (Ιωάννης Χρυσόστομος)
«Το σύμπαν είναι κατοικήσιμο εφόσον έχουμε τον Θεό πατέρα και τον συνάνθρωπο αδελφό μας». (Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης)
(Ελένη Κονδύλη, Μικρή Φιλοκαλία της καρδιάς, εκδ. Ατέρμονον, σελ. 77-79)
ΠΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
(γράφτηκε ανάμεσα στο 107 & 117 πριν φτάσει στη Ρώμη για το μαρτύριο. Οι χριστιανοί της Ρώμης πάσχιζαν να τον σώσουν και αυτός ζητά στην επιστολή το ακριβώς αντίθετο!)
Εγώ ο Ιγνάτιος, που ονομάζομαι και Θεοφόρος, στην ελεημένη από τη μεγαλειότητα του ύψιστου Πατέρα και του Ιησού Χριστού, του μοναδικού Υιού του, Εκκλησία, την αγαπημένη και φωτισμένη με το θέλημα εκείνου που θέλησε τα πάντα, τα οποία υπάρχουν με την αγάπη του Ιησού Χριστού του Θεού μας, που προΐσταται στη θέση της χώρας των Ρωμαίων, την αντάξια του Θεού, την αξιοπρεπή, την αξιομακάριστη, την αξιέπαινη, την αξία επιτυχίας, την επάξια αγνή και προηγούμενη στην αγάπη, αυτήν που ακολουθεί τον νόμο του Χριστού και φέρει το όνομα του Πατέρα, την οποία και ασπάζομαι στο όνομα του Ιησού Χριστού, του Υιού του Πατέρα, που σωματικά και πνευματικά είναι ενωμένοι με κάθε εντολή αυτού, τους γεμάτους από τη χάρη του Θεού χωρίς διακρίσεις και αποκαθαρισμένους από κάθε ξένο χαρακτηριστικό, είθε να δοκιμάζουν πάρα πολύ μεγάλη χαρά ενωμένοι άμεμπτα με τον Ιησού Χριστό, τον Θεό μας.
I. Αφού προσευχήθηκα στον Θεό, πέτυχα να δω τα αξιόλογα πρόσωπα σας, τα οποία ζητούσα πολύ να συναντήσω. Διότι ως δέσμιος για τον Ιησού Χριστό, ελπίζω να σας ασπασθώ, εάν βέβαια είναι θέλημα να αξιωθώ να φτάσω στο τέλος. 2. Διότι η αρχή είναι εύκολη, εάν βέβαια επιτύχω τη χάρη στο να απολαύσω τον κλήρο μου χωρίς εμπόδια. Γιατί φοβάμαι τη δική σας αγάπη, μήπως με αδικήσει αυτή. Διότι σε σας είναι εύκολο να κάνετε ότι θέλετε, σε μένα όμως είναι δύσκολο να επιτύχω τον Θεό, εάν σεις δεν με σπλαχνισθείτε.
II. Διότι δεν θέλω να αρέσετε στους ανθρώπους, αλλά να αρέσετε στο Θεό, όπως και αρέσετε. Γιατί εγώ ποτέ δεν θα έχω τέτοια ευκαιρία να επιτύχω τον Θεό, ούτε σεις, εάν σωπάσετε, έχετε την ευκαιρία να εγγράψετε στο ενεργητικό σας ανώτερο έργο. Διότι, εάν δεν μιλήσετε για μένα θα γίνω λόγος του Θεού, εάν όμως αγαπήσετε τη σάρκα μου, εγώ θα γίνω πάλι ηχώ. 2. Μη μου δώσετε περισσότερα από του να προσφερθώ σπονδή στο Θεό, αφού ήδη το θυσιαστήριο είναι έτοιμο, ώστε με αγάπη, αφού σχηματίσετε χορωδία, να ψάλετε στον Πατέρα μαζί με τον Ιησού Χριστό, ότι ο Θεός αξίωσε τον επίσκοπο της Συρίας να βρεθεί στη Δύση, αφού τον προσκάλεσε από την Ανατολή. Είναι ωραίο να δύσω από τον κόσμο προς τον Θεό, για να ανατείλω σ’ αυτόν.
III. Δεν βλάψατε ποτέ κανένα· αλλά τους διδάξατε. Εγώ όμως θέλω να είναι βεβαιωμένα και εκείνα που δίνετε ως εντολή διδάσκοντας. 2. Μόνο δύναμη ζητείστε για μένα, εσωτερική και εξωτερική, για να μη λέω μόνο, αλλά και να θέλω, ώστε να μη ονομάζομαι μόνο Χριστιανός αλλά και να είμαι.Διότι εάν είμαι, μπορώ και να ονομάζομαι, και τότε θα είμαι πιστός, όταν δεν φαίνομαι στον κόσμο ότι είμαι. 3. Τίποτε από αυτά που φαίνονται δεν είναι αγαθό. Διότι ο Θεός μας Ιησούς Χριστός, που βρίσκεται στον Πατέρα του, φαίνεται περισσότερο. Ο Χριστιανισμός δεν είναι έργο πειστικότητας, αλλά μεγαλείου, όταν μισείτε από τον κόσμο.
IV. Εγώ γράφω σε όλες τις εκκλησίας και παραγγέλνω σε όλους, ότι εγώ πεθαίνω για τον Θεό θεληματικά, εάν βέβαια εσείς δεν με εμποδίσετε. Σας παρακαλώ να μη μου γίνετε εύνοια που εκδηλώνεται σε ακατάλληλο καιρό. Αφήστε με να γίνω τροφή των θηρίων, δια των οποίων θα μπορέσω να επιτύχω τον Θεό. Είμαι σιτάρι του Θεού και αλέθομαι με τα δόντια των θηρίων, για να γίνω καθαρό σιτάρι του Χριστού. 2. καλύτερα να καλοπιάσετε τα θηρία για να γίνουν τάφος μου και να μη αφήσουν τίποτε από το σώμα μου, για μην γίνω βάρος σε κανέναν όταν κοιμηθώ. Τότε θα γίνω αληθινός μαθητής του Χριστού, όταν ο κόσμος δεν δει ούτε το σώμα μου. Εκλιπαρήστε τον Χριστό για μένα, ώστε μέσω των οργάνων αυτών (των θηρίων) να γίνω θυσία στο Θεό. 3. Δεν σας διατάζω όπως ο Πέτρος και ο Παύλος. Εκείνοι ήταν απόστολοι, εγώ κατάδικος· εκείνοι ήταν ελεύθεροι, ενώ εγώ μέχρι τώρα δούλος. Εάν όμως πάθω, θα γίνω δούλος του Ιησού Χριστού που ελευθερώθηκε, και θα αναστηθώ μαζί του ελεύθερος. Τώρα που είμαι δέσμιος έμαθα να μην επιθυμώ τίποτε.
V. Από τη Συρία μέχρι τη Ρώμη δίνω μάχη με τα θηρία στη γη και στη θάλασσα, δεμένος νύχτα και μέρα με δέκα λεοπαρδάλεις, που είναι στρατιωτικό τμήμα, οι οποίοι όταν ευεργετούνται γίνονται χειρότεροι. Από τα αδικήματα τους όμως διδάσκομαι περισσότερο, «χωρίς όμως με αυτό να δικαιώνομαι». 2. Θα προτιμούσα τα θηρία που είναι ετοιμασμένα για μένα, και προσεύχομαι να τα συναντήσω σύντομα, και θα τα παρακαλέσω για να με καταβροχθίσουν, και όχι όπως συνέβηκε με μερικούς, που από δειλία δεν τους άγγιξαν. Και εάν αυτά δεν θελήσουν θα τα εξαναγκάσω εγώ. 3. Να με συγχωρήσετε· εγώ γνωρίζω τι με συμφέρει. Τώρα αρχίζω να γίνομαι μαθητής. Τίποτε να μη με ελκύσει από τα ορατά και αόρατα, για να επιτύχω τον Ιησού Χριστό. Ας έρθουν πάνω μου φωτιά και σταυρός και συμπλοκές θηρίων, κομματιάσματα, διαμελισμοί και διασκορπισμοί των οστών μου, τεμαχισμός των μελών, αλεσμοί όλου του σώματος, κακά βασανιστήρια του διαβόλου, αρκεί μόνο να κερδίσω τον Ιησού Χριστό.
VI. «Τίποτε δεν θα με ωφελήσουν τα ευχάριστα του κόσμου», ούτε οι βασιλείς του κόσμου αυτού. Είναι προτιμότερο να πεθάνω για τον Ιησού Χριστό, παρά να βασιλεύω στα πέρατα της γης. Ζητώ Εκείνον, ο οποίος πέθανε για μας· θέλω Εκείνον, που αναστήθηκε για μας. Και η γέννηση για μένα όπου να ναι, πλησιάζει. 2. Συγχωρήστε με, αδελφοί, μη με εμποδίσετε να ζήσω, μη θελήσετε να πεθάνω· αυτόν που θέλει να ανήκει στον Θεό, μην τον χαρίσετε στον κόσμο, ούτε να τον εξαπατήσετε με την ύλη. 3. Επιτρέψτε μου να γίνω μιμητής του πάθους του Θεού μου. Εάν κάποιος τον έχει μέσα του, ας καταλάβει αυτό που θέλω και ας με συμπαθήσει, γνωρίζοντας αυτά που με έχουν κυριευμένο.
VII. Ο άρχοντας του κόσμου αυτού θέλει να με αρπάξει και να καταστρέψει τη γνώμη μου για το Θεό. Κανένας λοιπόν από σας τους παρόντες να μην τον βοηθήσει· γίνετε μάλλον δικοί μου, δηλαδή του Θεού. Μη κηρύσσετε τον Ιησού Χριστό, αλλά επιθυμείτε τον κόσμο. 2. Να μην υπάρχει μέσα σας φθόνος. Ούτε και αν ακόμα εγώ είμαι παρών και σας παρακαλώ, να μη με πιστέψετε· να πιστέψετε μάλλον σ’ αυτά που σας γράφω. Γιατί σας γράφω ζωντανός, επιθυμώντας να πεθάνω. Ο δικός μου έρωτας, (δηλαδή ο Χριστός) σταυρώθηκε και δεν υπάρχει μέσα μου φωτιά σαρκική, αλλά νερό «ζωντανό», που μιλάει σε μένα από μέσα μου και λέει· έλα στον Πατέρα. 3. Δεν ευχαριστιέμαι με τροφή θανάτου, ούτε με τις ηδονές της ζωής αυτής. Θέλω τον άρτο του Θεού, δηλαδή το σώμα το Ιησού Χριστού, που κατάγεται από τη γενιά του Δαβίδ, και πιοτό θέλω το αίμα του, που είναι αγάπη αθάνατη.
VIII. Δεν θέλω πια να ζω όπως ζουν οι άνθρωποι. Και αυτό θα γίνει, εάν σεις το θελήσετε. Θελήστε το, για να θεληθείτε και σεις. 2. Σας παρακαλώ με λίγα γράμματα· πιστέψτε με. Και ο Ιησούς Χριστός θα σας τα φανερώσει αυτά, ότι τα λέω αληθινά, στο στόμα που δεν λέει ψέματα, με το οποίο μίλησε ο Πατέρας αληθινά. 3. Ζητείστε για μένα να επιτύχω. Δεν σας έγραψα σύμφωνα με την επιθυμία των ανθρώπων, αλλά σύμφωνα με τη γνώμη του Θεού. Εάν πεθάνω, με θέλατε· εάν αποδοκιμαστώ, με μισήσατε.
IX. Να μνημονεύετε στην προσευχή σας για την Εκκλησία της Συρίας, η οποία στη θέση μου χρησιμοποιεί ως ποιμένα της τον Θεό. Μόνο ο Ιησούς Χριστός θα είναι γι’ αυτήν επίσκοπος και η αγάπη σας. 2. Εγώ όμως ντρέπομαι να λέγομαι ότι είμαι από αυτούς· διότι δεν είμαι άξιος, «επειδή είμαι ο τελευταίος από αυτούς και έκτρωμα». Αλλά ελεήθηκα να γίνω κάτι αν επιτύχω το Θεό. 3. Σας ασπάζεται το πνεύμα μου και η αγάπη των εκκλησιών που με δέχθηκαν στο όνομα του Ιησού Χριστού, όχι σαν τυχαίο διαβάτη. Διότι και εκείνες που δεν ήταν στον δρόμο, που ακολουθούσα σωματικά, με συναντούσαν στις πόλεις.
X. Σας τα γράφω αυτά από τη Σμύρνη, μέσω των αξιομακάριστων Εφεσίων. Μαζί μου είναι μεταξύ άλλων πολλών και ο Κρόκος, το ποθητό μου όνομα. 2. Γι αυτούς που ήρθαν πριν από μένα στη Ρώμη από τη Συρία προς δόξα του Θεού, νομίζω ότι τους έχετε γνωρίσει, να πείτε σ’ αυτούς ότι βρίσκομαι κοντά. Διότι όλοι τους είναι αντάξιοι απέναντι στο Θεό και σε σας, τους οποίους πρέπει να τους αναπαύσετε σε όλα. 3. Τα έγραψα αυτά σε σας την προηγούμενη μέρα των καλάντων του Σεπτεμβρίου.
Να υγιαίνετε και να χαίρεστε μέχρι τέλους, δείχνοντας υπομονή στο όνομα του Ιησού Χριστού.
(εκδόσεις ΕΠΕ, Αποστολικοί Πατέρες τόμος 4 σελ. 113-121, οι υπογραμμίσεις δικές μας)
Εάν μέσα του βεβαιωθεί ότι μπροστά του είναι ο Θεός. Διότι εάν κάποιος που βλέπει έναν άρχοντα ή προϊστάμενο και συζητεί μαζί του έχει το βλέμμα προσηλωμένο σ’ αυτόν, πόσο μάλλον αυτός που προσεύχεται στο Θεό θα έχει το νου προσηλωμένο σ’ Αυτόν που ελέγχει καρδίες και νεφρούς -«ετάζων καρδίας και νεφρούς ό Θεός» (Ψαλμ. 10)- εφαρμόζοντας αυτό που λέγει η Γραφή: «…και τα χέρια που υψώνουν στον ουρανό να είναι καθαρά, χωρίς οργή και εριστικότητα» (Α’ Τιμόθ. 2, 8),
Όταν ο Κύριος είπε στην προσευχή του: «Πάτερα μου, αν είναι δυνατόν, ας μην πιω αυτό το ποτήρι» (Ματθ. 26′, 39), ύστερα συμπλήρωσε: «αλλά ας μη γίνει το δικό μου θέλημα αλλά το δικό σου». Συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν μας έχει επιτραπεί να ζητούμε ό,τι θέλουμε, αφού δεν γνωρίζουμε ούτε καν το συμφέρον μας: «…εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι ούτε πως να προσευχηθούμε…» (Ρωμ. 8′ 26). Ώστε τα αιτήματα πρέπει να τα υποβάλλουμε στο Θεό με πολλή περίσκεψη, σύμφωνα με το θέλημά του· κι εάν δεν εισακουσθούμε πρέπει να γνωρίζουμε ότι χρειάζεται επίμονη και καρτερία, σύμφωνα με την παραβολή του Κυρίου για το ότι «πρέπει πάντοτε να προσευχόμαστε και να μην αποκάμουμε» (Λουκ. 18, 1) και με τον άλλο λόγο του Κυρίου που είπε σε άλλη περίσταση ότι: «… για την αναίδειά του θα σηκωθεί και θα του δώσει ό,τι χρειάζεται» (Λουκ. 11′ 8)· ή χρειάζεσαι διόρθωση και επιμέλεια, σύμφωνα με αυτό που είπε ο Θεός σε κάποιους ανθρώπους διά μέσου του Προφήτη: «όταν εκτείνετε τα χέρια σας, θα αποστρέψω τα μάτια μου από σας. Και εάν αυξήσετε τις δεήσεις σας, δεν θα εισακουστείτε, γιατί τα χέρια σας είναι γεμάτα αίματα. Λουσθείτε, και γίνετε καθαροί…» κ.λπ. (Ησ. Α’ 15-16). Ότι δε και τώρα γίνονται και είναι τα χέρια των πολλών γεμάτα αίματα, δεν πρέπει καθόλου ν’ αμφιβάλλουν αυτοί που πιστεύουν σ’ εκείνη την κρίση του Θεού…
– Ποιο είναι το «ταμιείον», στο οποίο προστάζει ο Κύριος να εισέλθει ο προσευχόμενος;
Ταμείο συνήθως ονομάζουμε ένα χώρο κενό και απόμερο, που βάζουμε ό,τι θέλουμε να αποθηκεύσουμε, ή που είναι δυνατόν να κρυφτούμε, όπως αναφέρεται από τον Προφήτη: «Βάδιζε, λαέ μου, μπες μέσα στο ταμείο σου, κλείσε τη πόρτα σου, κρύψου…» (Ησ. 26′ 20). Η δύναμη της εντολής γίνεται σαφής από τα συμφραζόμενα, διότι ο λόγος απευθύνεται σ’ αυτούς που πάσχουν από ανθρωπαρέσκεια. Ώστε αν κάποιος ενοχλείται από αυτό το πάθος, καλά κάνει που αποσύρεται στην προσευχή και απομονώνεται, μέχρι να μπορέσει ν’ αποκτήσει τη διάθεση να μην προσέχει τους επαίνους των ανθρώπων, αλλά να αποβλέπει μόνο στο Θεό, όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «όπως τα μάτια των δούλων είναι προσηλωμένα στα χέρια του Κυρίου τους, και τα μάτια της δούλης στα χέρια της Κυρίας της, έτσι και τα δικά μας μάτια να είναι στραμμένα προς τον Κύριο και Θεό μας…» (Ψαλμ. 122′ 2). Εάν όμως κάποιος με τη χάρη του Θεού είναι καθαρός από εκείνο το πάθος, δεν έχει ανάγκη να κρύβει το καλό.
Όταν ο διάβολος επιχειρεί να μας επιβουλευθεί και προσπαθεί να εκτοξεύσει τους λογισμούς του σαν πυρακτωμένα βέλη με πολλή σφοδρότητα μέσα στην αμέριμνη και ήσυχη ψυχή και ξαφνικά να την πυρπολήσει και να υπενθυμίζει μακροχρόνια και επίμονα εκείνα που έσπειρε μία φορά, τότε πρέπει αυτές τις επιβουλές να τις αντιμετωπίσουμε με εγρήγορση και εντατική προσοχή, όπως ο αθλητής που αποτρέπει τις λαβές των αντιπάλων με την ακριβέστατη επιφυλακή και την ταχύτητα του σώματος, και να αναθέσουμε στην προσευχή και την πρόσκληση της συμμαχίας του Θεού τη διεξαγωγή του πολέμου και την αποφυγή των βελών. Διότι αυτό μας δίδαξε ο Παύλος, λέγοντας: «… εκτός από όλα αυτά, κρατάτε πάντα την πίστη σαν ασπίδα, πάνω στην οποία θα μπορέσετε να σβήσετε τα φλογισμένα βέλη του πονηρού…» (Εφ. 6, 16). Και αν λοιπόν υποβάλλει τις πονηρές φαντασίες του κατά την ώρα της προσευχής, να μη σταματήσει η ψυχή να προσεύχεται, ούτε να νομίζει ότι αυτή είναι υπεύθυνη για την σπορά του εχθρού στον αγρό της και για τις ποικίλες φαντασίες του πονηρού, αλλά σκεπτόμενη ότι η φαντασία των άτοπων σκέψεων οφείλεται στην αναίδεια του εφευρέτη της πονηρίας, ας εντείνει τη γονυκλισία και ας ικετεύει το Θεό να διαλυθεί το πονηρό τείχος της μνήμης των άτοπων λογισμών, ώστε ανεμπόδιστα, με τη δύναμη του νου να διαβεί στη στιγμή ακάθεκτη προς το Θεό, χωρίς να διακόπτεται σε κανένα σημείο από τις εφόδους των πονηρών ενθυμήσεων.
Εάν στέκεσαι ενώπιον του Θεού όπως πρέπει και προσφέρεις όλες σου τις δυνάμεις, μην απομακρυνθείς μέχρι να λάβεις το αίτημά σου· εάν όμως σε κατακρίνει η συνείδησή σου ότι καταφρονείς και εάν, ενώ μπορείς, δεν προσεύχεσαι συγκεντρωμένος, μην τολμήσεις να σταθείς ενώπιον του Θεού, για να μη γίνει η προσευχή σου αφορμή αμαρτίας. Εάν όμως, επειδή εξαντλήθηκες από την αμαρτία, δεν μπορείς να προσεύχεσαι απερίσπαστα, να βιάζεις όσο μπορείς τον εαυτό σου και να στέκεσαι επίμονα ενώπιον του Θεού, έχοντας το νου σου σ’ Αυτόν και συμμαζεύοντάς τον στον εαυτό του· και ο Θεός συγχωρεί, επειδή αδυνατείς να σταθείς όπως πρέπει ενώπιόν Του, όχι από καταφρόνηση, αλλά από αδυναμία. Εάν βιάζεις τον εαυτό σου μ’ αυτό τον τρόπο σε κάθε καλό έργο, μην αποκάμεις μέχρι να λάβεις το αίτημά σου, αλλά κτύπα την πόρτα Του ζητώντας το αίτημά σου. Διότι λέγει: «όποιος ζητάει παίρνει, όποιος ψάχνει βρίσκει και όποιος χτυπάει του ανοίγεται» (Λουκ. 11′, 10). Διότι τι άλλο θέλεις να επιτύχεις παρά μόνο την κατά Θεό σωτηρία;
(Από το βιβλίο «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)