


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Το θαύμα αυτό το διηγήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Vologda Νίκων.
Μας δείχνει, πόσο κοντά μας είναι οι άγιοι και πόσο λάθος κάνουν, όσοι αυτό δεν το πιστεύουν.
"Σε ένα χωριό, κοντά στο Vologda, ζούσε ένας καλός Χριστιανός. Πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία. Όπου και αν τύχαινε να είναι, ακούγοντας την καμπάνα έπαιρνε τα παιδιά του και πήγαινε, όσο πιο νωρίς μπορούσε. Και συμβούλευε τη γυναίκα του να μην αργεί, να μην αφήνει να την απορροφούν οι δουλειές του σπιτιού.
Έτσι έτυχε μια μέρα και εκείνη βγαίνοντας βιαστική, για να μην αργήσει, ξέχασε να κλείσει την πόρτα του σπιτιού πίσω της.
Ήταν η μνήμη του αγίου Νικολάου, και το είχε και δική της φιλοτιμία, να πάει έγκαιρα.
Σε λίγο όμως, πέρασε έξω από το σπίτι της ένας κλέφτης. Είδε την πόρτα ανοιχτή. Και μπήκε κι άρχισε να μαζεύει τα τιμαλφή, τα πράγματα με αξία. Και αφού πήρε ό,τι ήθελε, τα έκανε κόμπο, δέμα, τα σήκωσε και ετοιμάστηκε να βγει!
Αλλά δεν πρόφθασε! Είδε ένα όραμα τρομακτικό.
Εκείνη τη στιγμή, από την πόρτα την οποία είχε φροντίσει και την είχε κλείσει πίσω του, είδε να μπαίνει στο σπίτι ο άγιος Νικόλαος, ντυμένος με ολόκληρη την αρχιερατική του στολή! Και ρίχνοντας ένα βλέμμα άγριο στον κλέπτη, του είπε:
- Ώστε έτσι! Οι άνθρωποι που αγαπούν το Θεό, στην Εκκλησία! Και στο σπίτι τους εσύ, για να τους κλέψεις; Αμ, δεν θα σου περάσει!
Και με τα λόγια αυτά ο άγιος άστραψε ένα δυνατό χαστούκι στον κλέπτη, που αυτοστιγμεί τυφλώθηκε. Κι ο άγιος εξαφανίστηκε.
Ο κλέπτης άρχισε να ψάχνει να βρει την πόρτα να φύγει. Αλλά δεν το κατόρθωσε. Και γύρισε ο Ιβάν από την Εκκλησία και τον βρήκε μέσα. Έτσι ο κλέφτης συνελήφθη, παραπέμφθηκε σε δίκη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε εκτόπιση στη Σιβηρία.
Αλλά όλο αυτό το διάστημα, η συνείδησή του δούλευε μέσα του. Κατάλαβε, ότι το λάθος δεν ήταν δικό του. Αυτός καλά και έξυπνα την έκανε τη δουλειά του. Κατάλαβε, ότι για το «πάθημά» του «έφταιγε» ο άγιος Νικόλαος· ότι η εμφάνισή του δεν ήταν φαντασία. Και θυμήθηκε, ότι οι άγιοι δεν είναι μισάνθρωποι. Και ζήτησε να του επιτρέψουν, να πάει στο χωριό του να προσκυνήσει τον άγιο και να του ζητήσει έλεος και συγγνώμη.
Και τον πήγαν. Και γονάτισε μπροστά στην εικόνα του. Και με δάκρυα του ζήτησε συγχώρηση για την αμαρτία του. Προσευχήθηκε ώρα πολλή, με το κεφάλι στη γη. Κι ευχαρίστησε τον άγιο, που του έκλεισε τα μάτια του σώματος και του άνοιξε τα μάτια της ψυχής. Και σηκώθηκε και ασπάστηκε την ιερή εικόνα του αγίου. Και φιλώντας την άνοιξαν και τα μάτια του σώματός του".
(πηγή: "Αγιολογία", αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 234-236)
Κάποιος άνθρωπος υπέστη οικονομική καταστροφή και κατάντησε άδοξος από ένδοξος και φτωχός από πλούσιος. Ο άνθρωπος αυτός σχεδίαζε όλες τις δυνατές λύσεις στην περιπέτειά του, αφού είχε καταντήσει πάμφτωχος, επειδή του έλειπαν ήδη και αυτά τα απολύτως αναγκαία για την επιβίωση της οικογένειάς του. Αλίμονο! μέχρι και ποιο σημείο η ανέχεια βιάζεται να προχωρεί! Στην απελπισία του, λοιπόν, επάνω πήρε την απόφαση να εκδίδει τις θυγατέρες του (είχε τρεις, που διακρίνονταν για το υπέροχο κάλλος και την εξαιρετική ομορφιά τους) προς ακολασία σ’ αυτούς που το επιθυμούν, παίρνοντας χρήματα, και έτσι να εξασφαλίζει την τροφή για τον εαυτό του και τα παιδιά του.
Και βέβαια λένε: το να θέλει να βορβορολογεί κάποιος από το βόρβορο και να εξασφαλίζει πόρους για τον εαυτό του ποιας άραγε φτώχειας δεν είναι περισσότερο χαλεπό;
Επιθυμούσε, λοιπόν, ο άνθρωπος να τις παντρέψει δεν μπορούσε όμως εξαιτίας της μεγάλης φτώχειας του. Έτσι αυτές θα ατιμάζονταν απ’ όλους και ο σωματικός έρωτας αξίωνε εδώ το δεύτερο άθλο για τον έρωτα των χρημάτων. Ο άνθρωπος, λοιπόν, αυτός βρισκόταν σ’ αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση και υπέφερε ψυχικά για την κακή αυτή σκέψη του, όμως προχωρούσε ήδη να κάμει πράξη την απόφασή του. Λένε ότι, πραγματικά, δεν υπάρχει τίποτε πιο φοβερό από την ανέχεια. Αλλά Συ ο φιλάνθρωπος, ο αγαθοποιός προς όλους τους ανθρώπους Θεός, Συ που κάμπτεσαι με φιλανθρωπία από τις ανάγκες μας, ποιον τρόπο βρίσκεις, λοιπόν, και ποια θεραπεία για το ακαταμάχητο αυτό κακό; Και πράγματι, βρίσκεις τρόπο να φτάσει στ’ αυτιά του θεράποντά σου, του αγίου Νικολάου, αυτό που πρόκειται να συμβεί με τα τρία κορίτσια και τον στέλνεις με τρόπο αξιοθαύμαστο, ως αγαθό άγγελο, στον πατέρα τους, που πιέζεται σωματικά και κινδυνεύει η ψυχή του, να τον συντρέξει στη φτώχεια του και να τον διασώσει από την απώλεια στην οποία αυτή τον οδηγεί.
Εκτός από τα άλλα, κοίτα και τη μεγαλοψυχία του Αγίου, πώς δηλαδή συνδυάζει τη σύνεση με τη συμπάθεια. Να τι έκαμε: Δε σκέφτηκε καθόλου να προσέλθει στο δυστυχισμένο άνθρωπο, ούτε και να συζητήσει για λίγο το θέμα, ούτε να φανερώσει σ’ αυτόν και μόνον το ευεργετικό του χέρι, πράγμα που συνηθίζουν όλοι οι μικρόψυχοι που κάνουν κάποια μικροελεημοσύνη. Γιατί ήξερε ότι αυτά είναι ενοχλητικά γι’ αυτούς που ξέπεσαν από τον πλούτο και τη δόξα στην ανέχεια και στη δυστυχία, αφού και τους ντροπιάζουν και την ευημερία που είχαν πριν τους υπενθυμίζουν. Αλλά, νομίζω, σαν να επιθυμούσε εκείνος να ξεπεράσει και την ευαγγελική παραγγελία, δηλαδή το να μη γνωρίζει το αριστερό χέρι τι κάνει το δεξιό, δεν ηθέλησε να έχει ως μάρτυρα της πράξεώς του ούτε τον ίδιο τον ευεργετούμενο. Έτσι απείχε πολύ από του να ζητεί τη δόξα των ανθρώπων, αφού και περισσότερο αυτός φρόντιζε να κρύβει τις αγαθοεργίες του, παρά άλλοι που έκαναν αισχρές πράξεις. Πήρε, λοιπόν, κομπόδεμα με χρυσάφι, πήγε τα μεσάνυχτα κοντά στο σπίτι του φτωχού ανθρώπου, το έριξε από ένα παραθυράκι μέσα και γύρισε αμέσως σπίτι του, σαν να ντρεπόταν μην τον ιδούν, όταν έκανε αυτή την αγαθοεργία.
Μία από τις αδελφές παντρεύεται. Χρυσάφι και για άλλη.
Πρωί πρωί, που ξύπνησε ο άνθρωπος, βρήκε το χρυσάφι και, στη συνέχεια, αφού έλυσε το κομπόδεμα, εξεπλάγη και νόμιζε ότι μπορεί να είχε εξαπατηθεί, φοβούμενος μήπως δεν είναι χρυσάφι αυτό που έβλεπε. Αναρωτιόταν, λοιπόν, για ποιο λόγο δε θέλησε ο ευεργέτης να έχει ως μάρτυρα της ευεργεσίας του αυτόν που ευεργετήθηκε. Τη στιγμή εκείνη, τρίβοντας το μέταλλο με τα άκρα των δακτύλων του και παρατηρώντας το πιο προσεκτικά, διαπίστωσε ότι ήταν πράγματι χρυσάφι. Για το απροσδόκητο αυτό γεγονός χαιρόταν πολύ, ένιωθε έκπληξη και απορούσε, ενώ έχυνε θερμά δάκρυα από τη μεγάλη του χαρά• δεν είχε και τι να κάνει. Και επειδή, στριφογυρίζοντας πολλά στο νου του, δεν είχε κανέναν από τους γνωστούς του στον οποίο να αποδώσει το γεγονός της αγαθοεργίας αυτής, το απέδωσε στο Θεό και δε σταματούσε να εκφράζει με δάκρυα τις ευχαριστίες του. Τώρα βέβαια, πριν από τις άλλες ανάγκες, βιαζόταν να απαλλαγεί από την αμαρτία του προς το Θεό και πάντρεψε μια από τις θυγατέρες του, την πρώτη, δίνοντάς της ως προίκα το χρυσάφι που έρευσε μόνο του ή, καλύτερα, θα έλεγα το θεόσταλτο, που ήταν σημαντικό.
Το γεγονός του γάμου το πληροφορήθηκε ο θαυμαστός Νικόλαος και διαπίστωσε ότι ο πατέρας έπραξε σύμφωνα με τη γνώμη του —αυτό πράγματι και επιθυμούσε, δηλαδή να του λύσει με το γάμο την πρόφαση της αμαρτίας—, γι’ αυτό και ετοιμάστηκε να προσφέρει βοήθεια και για το δεύτερο κορίτσι. Και πραγματικά, και άλλο κομπόδεμα με χρυσάφι, ισόποσο προς το προηγούμενο, προσέφερε σ’ αυτόν τη νύχτα, χωρίς να τον πάρει κανείς είδηση. Τα χαράματα, λοιπόν, που σηκώθηκε ο πατέρας των κοριτσιών, βρήκε στο δάπεδο το χρυσάφι. Και, αφού είδε πως ο Θεός, χωρίς ο ίδιος να κοπιάσει καθόλου, έριξε σαν βροχή τον πλούτο σ’ αυτόν και του έδωσε, όπως λέει ο λόγος, σιτάρι αλεσμένο, διακατεχόταν και πάλι από την ίδια έκπληξη.
Ακολούθως, αφού έσκυψε βαθιά και στήριξε στο έδαφος το μέτωπό του, έχυνε θερμότερα δάκρυα λέγοντας: «Θεέ αγαθέ, Θεέ κηδεμόνα των πάντων και αίτιε κάθε αγαθού, οικονόμε της σωτηρίας μας, Συ που έγινες άνθρωπος και για τις δικές μου αμαρτίες και τώρα σώζεις εμέ μαζί με τα παιδιά μου από την αναπόφευκτη παγίδα του εχθρού, σε παρακαλώ γνώρισέ μου ποιος είναι ο υπηρέτης του θελήματος σου, ο μιμητής σου, ο άγγελος ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτός που έτσι πάλι με αναπλάθει, που αποκαθιστά την ευημερία μου και με λυτρώνει από την ολέθρια απόφασή μου. Και να, με το δικό σου έλεος δίνω και τη δεύτερη κόρη μου σε νόμιμο άνδρα. Έτσι γλίτωσε πλέον και αυτή τη «μνηστεία» με το διάβολο και εγώ είχα κέρδος, αφού δεν εκτέλεσα πράξη που θα μου προκαλούσε ζημιά στην ψυχή».
Ο γάμος της δεύτερης κόρης. Ο Άγιος προσφέρει χρυσάφι και για την τρίτη κόρη. Ο πατέρας ανακαλύπτει τον ευεργέτη του.
Αυτά έλεγε, και πολύ γρήγορα πάντρεψε και τη δεύτερη κόρη του, έχοντας πλέον και την αγαθή ελπίδα ότι δε θα καθυστερήσει να παντρέψει και την τρίτη.
Πράγματι, πίστευε ότι είχε ήδη την προίκα στα χέρια του. Και το πίστευε αυτό, στηριζόμενος, καθώς ήταν φυσικό, σε ό,τι είχε συμβεί με τις δύο άλλες κόρες του. Ύστερα από αυτά, λοιπόν, παρακολουθούσε προσεκτικά και βρισκόταν σε ετοιμότητα μήπως έλθει ο ευεργέτης και πάλι δεν τον αντιληφτεί. Βέβαια θα ευφραινόταν με την παροχή, θα στενοχωριόταν όμως, αν δεν τον έβλεπε και, ακόμη, αν δεν ήθελε να δεχτεί να του εκφράσει με λόγια την ευγνωμοσύνη του.
Έμενε, λοιπόν, άγρυπνος και έτσι περίμενε την έλευση του φιλανθρώπου. Ο ευεργέτης πήγε και για τρίτη φορά Πήγε όμως πάρα πολύ προσεκτικά, αργά τη νύχτα, χωρίς να ακούγεται καθόλου το περπάτημά του, και, μόλις έφτασε στο συνηθισμένο τόπο, έριξε από το ίδιο παραθυράκι μέσα στο σπίτι κομπόδεμα με ίση ποσότητα χρυσού. Αμέσως απομακρύνθηκε τρέχοντας και γύρισε στο σπίτι του.
Ο πατέρας των κοριτσιών, που δεχόταν τις ευεργεσίες του φιλανθρώπου, μόλις άκουσε το θόρυβο του χρυσού που έπεσε στο δάπεδο —και δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι του συμπαρίσταται ο ίδιος πλουτοδότης —, έτρεξε πίσω του με όση ταχύτητα μπορούσε, για να τον φτάσει. Αφού τον έφτασε και γνώρισε ποιος είναι —γιατί ήταν πασίγνωστος για την αρετή του — , η χαρά του ήταν απερίγραπτη, επειδή κρατούσε ασφαλώς το θήραμά του και είχε στα χέρια του τον ευεργέτη του. Έπεσε, λοιπόν, με ευχαρίστηση στα πόδια του και τον αποκαλούσε λυτρωτή και βοηθό και σωτήρα ψυχών που κινδύνευσαν να φτάσουν στο έσχατο της καταστροφής και της αμαρτίας. «Εάν πραγματικά, έλεγε, δεν υποκινούσε τα σπλαχνικά σου αισθήματα ο πολυέλεος Κύριος, θα είχαμε από καιρό ψυχικώς» χαθεί εγώ ο άθλιος πατέρας μαζί με τις τρεις, αλίμονο, θυγατέρες μου. Αλλά τώρα μας έσωσε μέσω του προσώπου σου και μας διαφύλαξε από την πικρή πτώση στην αμαρτία και σήκωσε ο Κύριος φτωχούς από την κατάσταση της βρωμιάς και ανέσυρε από τη γη δυστυχισμένους». Αυτά τα λόγια, λοιπόν, έλεγε στον Άγιο εκείνος ο πατέρας, με δάκρυα χαράς και θερμή πίστη, και παρέμεινε πολύ χρόνο πεσμένος μπροστά στα ευλογημένα πόδια του.
Ο Άγιος όμως, επειδή διαπίστωσε ότι έγινε γνωστός πλέον στον πατέρα των κοριτσιών, τον σήκωσε επάνω και τον δέσμευσε με πολύ μεγάλους όρκους να μην ανακοινώσει ποτέ σε άλλους αυτά που είχαν γίνει, ούτε να γνωστοποιήσει την ελεημοσύνη γενικότερα στο λαό.
(ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΉΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ, Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα).
Ό Αγιος διασώζει αυτούς που ταξίδευαν στή θάλασσα
ΚΗ. Τό όνομα, λοιπόν, τού άγιου Νικολάου, ό όποιος ήταν πιστός θεράπων τού Θεού, μεγαλυνόταν μέ τά θαυμαστά έργα πού έκανε ό Θεός. Έτσι ή φήμη τού Άγιου πήρε φτερά, πέταξε στά ύψη, έτρεχε παντού και περιλάμβανε τά πάντα, διέβαινε τό πέλαγος, περιφερόταν σέ ολόκληρη τή θάλασσα και δέν άφηνε κανέναν τόπο πού νά μήν άκούει γιά τά μεγάλα θαύματά του.
Κάποτε ναύτες συνάντησαν στή θάλασσα φοβερή φουρτούνα και έχασαν κάθε έλπιδα σωτηρίας άπό τις δικές τους δυνάμεις. Επειδή όμως ήξεραν, άπό τις φήμες πού κυκλοφορούσαν, ότι ό μέγας Νικόλαος προσέφερε, άνέλπιστα, άποτελεσματική βοήθεια οέ κινδυνεύοντες, όλοι στήριξαν σ’ αυτόν τήν έλπιδα τους γιά σωτήρια. Επικαλούνταν, λοιπόν, νοερά τή βοήθειά του νά σωθούν άπό τή φουρτούνα, άπλωναν ολόψυχα προς αυτόν τά χέρια τους, σάν νά ήταν δίπλα τους, και άπό αυτόν έξαρτούοαν τη μοναδική βοήθεια. Και ό Άγιος, χωρίς να χάσει καθόλου καιρό, ανέβηκε γρήγορα πάνω στο πλοίο και παρουσιάστηκε μπροστά στά μάτια τους.
«Νά, τούς είπε, με έχετε καλέσει και ήρθα νά σάς βοηθήσω».
Έπειτα, άφού τούς προέτρεψε νά έχουν θάρρος, πήρε τό πηδάλιο στά χέρια του, κάτω από τή θέα όλων, και έτσι σαφώς φαινόταν νά κατευθύνει τό πλοίο. Επιπλέον ό "Αγιος, άφού έπιτίμηοε τή θάλασσα, κατεύνασε προς χάρη των ναυτών τις τρικυμίες, τούς άνεμοστρόβιλους και τά άλλα άσχημα φαινόμενα τής κακοκαιρίας, όπως άλλωστε είχε πράξει παλαιότερα και ό Χριστός μας. Έτσι ό Άγιος, μέ τό θαύμα του, χάρισε γιά τούς ναύτες αυτούς ένα ήρεμο και γαλήνιο ταξίδι.
Όταν, λοιπόν, οι ναύτες, πλέοντες μέ άπαλό άεράκι, έφτασαν στή στεριά, κατεβαίνοντας άπό τό πλοίο, βιάζονταν νά προφτάσουν αυτόν πού τούς διέσωσε άπό τον κίνδυνο. Άφού έμαθαν ότι αύτός πήγε στο Ναό, έσπευσαν εκεί. Εκείνος άνακατεύτηκε μέ τούς άλλους κληρικούς και είχε σταθεί άνάμεσά τους, χωρίς νά ξεχωρίζει. Οι ναύτες, μόλις έριξαν σ’ αυτόν τά βλέμματά τους, ένώ ούδέποτε στο παρελθόν τον είχαν γνωρίσει, τον άναγνώρισαν άπό τήν έμφάνισή του στο πέλαγος και σ’ έκείνον άμέσως μίλησαν. Στή συνέχεια έτρεξαν και έπεσαν στά πόδια του και τά φιλούσαν, ένώ συγχρόνως εξέφραζαν μέ λόγια τις εύχαριστίες τους. Επίσης, ενθυμούμενοι τό φοβερό κίνδυνο πού διέτρεξαν, εξηγούσαν μέ δάκρυα και άπερίγραπτη χαρά πώς σώθηκαν. Έπειτα διηγούνταν μέ κάθε λεπτομέρεια και στούς παρευρισκομένους τό δράμα τους στή θάλασσα και τή θαυματουργική διάσωσή τους.
Ό Άγιος αποκαλύπτει τή μοχθηρία των ναυτικών καί τούς δίνει συμβουλές
ΚΘ. Ό θαυμαστός όμως Νικόλαος γνώριζε πολύ καλά ότι ύπήρχε άνάγκη νά σώσει τούς ναυτικούς και άπό τούς κινδύνους πού άπειλούσαν τήν ψυχή τους, ή όποια μάλιστα άξιζε για περισσότερη φροντίδα. Επειδή, λοιπόν, ό "Αγιος είχε διορατικό χάρισμα, δώρο τού Αγιου Πνεύματος, έβλεπε ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν μοχθηρία στην ψυχή τους, ή όποια τούς άπομάκρυνε άπό τό Θεό και τις εντολές του. Για τό λόγο αυτό, με υψωμένο τον τόνο τής φωνής του, τούς είπε τά έξής λόγια: «Σάς παρακαλώ, παιδιά μου, εξετάστε, έξετάστε στο βάθος τον έαυτό σας, τι πραγματικά άνθρωποι είστε, και στρέψτε τις καρδιές σας, τις σκέψεις σας και τά διανοήματά σας οέ ευαρέστηση τού Θεού. Γιατί και άν μπορούμε νά κρύβουμε άπό τούς άλλους άνθρώπους τήν άποψή μας, ότι τό πάν βρίσκεται στο νά κάνει κανείς φαύλες πράξεις, και φαινόμαστε καλοί άνθρωποι, όμως δέν είναι δυνατόν καμιά πράξη μας νά διαφεύγει άπό τό βλέμμα τού Θεού. Ή Αγια Γραφή, σχετικά μέ τό θέμα, λέγει’ ‘ό άνθρωπος βλέπει τό πρόσωπο [26], δηλαδή έξωτερικά και έπιφανειακά, ενώ ό Θεός βλέπει τήν καρδιά, δηλαδή τό βάθος τής ψυχής τού άνθρώπου’. Επίσης ή Γραφή λέγει και τό έξής' ‘μήν κάνετε κακές πράξεις και, έτσι, δέ θά σάς βρει κακό στή ζωή σας’ [27 ] Μάθετε έπιμόνως νά πράττετε τό καλό στους συνανθρώπους σας και νά έπιδιώκετε μέ όλη σας τήν καλή πρόθεση τον άγιασμό τού σώματός σας, γιατί, όπως λέγει ό θειος Παύλος, ‘είμαστε Ναός τού Θεού και εκείνον πού καταστρέφει τό Ναό τού Θεού θά τον καταστρέψει ό Θεός’ [ 28 ]. Έτσι νά κάνετε στή ζωή σας, και θά έχετε τό Θεό βοηθό άκαταμάχητο».
26. Β' Κορινθίους, κεφ. ι', στ. 7.
27. Σοφία Σειράχ, κεφ. ζ', στίχ. 1.
28. Α' Κορινθίους, κεφ. γ', στίχ. 16-17.
(ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ
(Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα) Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια Πραγματολογικά στοιχεία - Παραπομπές Επιλογή ύμνων άπό την άσματική 'Ακολουθία Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου θεολόγον. Φιλολόγου - Λυκειάρχου, έκδοση Αποστολικής Διακονίας)
Μόλις έπρόκειτο οι στρατηγοί μέ τά στρατεύματά τους νά πάρουν τό δρόμο γιά τή Φρυγία, προσήλθαν στον Άγιο μερικοί κάτοικοι τής πόλεως καί μέ πολύ ψυχικό πόνο τού υπέβαλαν μιά θερμότατη παράκληση: τού ζήτησαν δηλαδή νά υπερασπίσει κάποιους άδικουμένους. Καί πραγματικά, πολύ σύντομα αύτοί θά έκτελούνταν άδικα. Συγκεκριμένα, έλεγαν στον Άγιο ότι ό Εύστάθιος, ό διοικητής τής πόλεως, άφού δωροδοκήθηκε μέ πολλά χρήματα άπό φθονερούς καί φοβερά κακούς ανθρώπους, καταδίκασε σέ θάνατο τρεις κατοίκους τής πόλεως, χωρίς νά έχουν κάμει καί τήν παραμικρή παράβαση, καί δέν τούς έπέβαλε κάποια μικρή τιμωρία, πού καί αυτό βέβαια θά ήταν δυσάρεστο γιά άθώους, αλλά ύποφερτό. Τού έλεγαν άκόμη ότι και ολόκληρη ή πόλη πενθεί πολύ και οδύρεται για την άδικη καταδίκη των αθώων σε θάνατο και επικαλείται με φωνές απελπισίας την παρουσία του καί, αν πάει εκεί, ό ήλιος δεν πρόκειται να δεί τέτοιο μίασμα σ’ αύτή.
Όταν τούς άκουσε ό άνθρωπος τού Θεού καί ακριβέστατος μιμητής τής φιλευσπλαχνίας τού ’Ιησού, δέ θεώρησε άδικαιολόγητη την ανάγκη για βοήθεια, ούτε καθυστέρησε καθόλου, άπό τη στιγμή πού άκουσε τό αίτημα, να σπεύσει να βοηθήσει. Έτσι, αφού ντύθηκε τό ζήλο για τό καλό, σαν κάποια λεοντή, αμέσως τινάχτηκε όρθιος καί γέμισε ή ψυχή του μέ άκατάβλητο θάρρος. Χωρίς καθυστέρηση συμπαρέλαβε τούς τρεις στρατηγούς, για τούς όποιους έγινε λόγος παραπάνω, καί πήρε τό δρόμο να προλάβει να σώσει τούς άδικουμένους άπό την εκτέλεση.
Όταν, λοιπόν, έφτασε σέ κάποιον τόπο, πού ονομαζόταν Λέων, ζητούσε να μάθει άπό τούς έκεί παρευρισκόμενους άν γνωρίζουν κάτι γιά τούς καταδίκους καί πού τούς έχουν άφήσει. Εκείνοι τού είπαν ότι τούς έχουν στην τοποθεσία πού ονομάζεται Διόσκουροι, στην πλατεία. Τότε ό Αγιος προχώρησε κατευθείαν προς τον τόπο τού μαρτυρίου των αγίων Κρίσκεντος καί Διοσκουρίδου. Προχωρώντας έμαθε ότι οί κατάδικοι λίγο πριν πέρασαν την πύλη καί οδηγούνταν κοντά στο Βηρά. Στον τόπο αύτό θά γινόταν ή έκτέλεσή τους. ’Αμέσως έπιτάχυνε τό βήμα καί, άναπληρώνοντας την άδυναμία των γηρατειών του μέ τη φλόγα τής καρδιάς του, έφτασε σέ σύντομο χρόνο στον καθορισμένο γιά την εκτέλεση τόπο. Έκεί είδε πολύν όχλο γύρω γύρω συγκεντρωμένον καί τούς καταδίκους — άλίμονο! — μέ τα χέρια δεμένα πίσω καί τα μάτια τους καλυμμένα να περιμένουν μέ γυμνό τον τράχηλο τό χτύπημα τού δημίου. Ό δήμιος είχε ήδη βγάλει τό ξίφος άπό τή θήκη του καί έβλεπε μέ φονική καί μανιακή διάθεση τούς καταδίκους, υποδηλώνοντας μέ τήν έκφραση τού προσώπου του τήν ορμή του προς τή σφαγή. Τό θέαμα ήταν φρικτό καί δέν ήταν δυνατόν νά τό άντικρίσει συνετός οφθαλμός.
Όταν ό "Αγιος είδε αυτό τό τραγικό θέαμα, αφού συνδύασε την αύστηρότητα με την πραότητα, δεν έβγαλε δυνατή και ταραγμένη φωνή, ούτε πλησίασε μέ άπρεπή συμπεριφορά και έξαλλοσύνη, άλλα άπλώς έτρεξε άμέσως προς τον δήμιο, τού άρπαξε τό ξίφος άπό τά χέρια, χωρίς καθόλου νά φοβηθεί ούτε νά τά χάσει, τό πέταξε στο έδαφος και ελευθέρωσε τούς καταδίκους άπό τις χειροπέδες.
’Αλλά έκείνο πού είναι τό πιο έκπληκτικό άπ’ όλα είναι τό γεγονός ότι αύτά τά έκανε ό Αγιος σάν νά είχε άπεριόριστη εξουσία στά χέρια του και, ένώ όλοι τά έβλεπαν, δέν ύπήρξε κάνεις πού νά τον έμποδίσει. Αύτό, κατά τή γνώμη μου, οφείλεται στο ότι ντρέπονταν τήν πλεονάζουσα άρετή του και τό ζήλο του γιά δικαιοσύνη.
Οι άνθρωποι, λοιπόν, πού σώθηκαν έχυναν θερμά δάκρυα χαράς και έβγαζαν φωνές άγαλλιάσεως γιά τήν άνέλπιστη μεταβολή τής τύχης τους, ένώ όλος ό τόπος έγινε ένα θέατρο άνθρώπων, πού επευφημούσαν τον "Αγιο και έπιδοκίμαζαν τήν πράξη του και ομιλούσαν μεταξύ τους γιά τό γεγονός, κατακυριευμένοι άπό τήν έκπληξη και τό θαύμα.
Εκεί έκαμε τήν εμφάνισή του και ό Εύστάθιος, ό διοικητής, ό όποιος άδικα είχε έτοιμάσει γι’ αύτούς τό ποτήρι τού θανάτου. Ό "Αγιος όμως δέν έδωσε καμιά σημασία στήν παρουσία του καί, όταν έκείνος πλησίασε κοντά του, δέν τον δέχτηκε καί, άκόμη, όταν προσπαθούσε νά πέσει στά πόδια του, τον άπώθησε. Επιπλέον, τον άπείλησε ότι θά τον καταγγείλει στο βασιλιά καί θά έπικαλεσθεί τό Θεό νά τον τιμωρήσει μέ τις βαρύτερες τιμωρίες, γιατί χρησιμοποιούσε μέ πολύ άδικο τρόπο τήν έξουσία του καί διέπραττε μεγάλα κακά καί άδικίες.
Ύστερα άπό αύτά, ό Εύστάθιος αισθανόταν φοβερό τό χτύπημα από τό κεντρί τής μεταμέλειας και ακόμη πιο φοβερούς τούς ελέγχους τής συνειδήσεώς του. Για τό λόγο αύτό έπιζητούσε με δάκρυα τήν ευσπλαχνία και έπεσε ικετευτικά στά πόδια τού Άγιου λέγοντας τι βεβαίως θά έπρεπε νά κάνει, ώστε ό μεγάλος Άγιος νά θέσει τέρμα στήν άγανάκτησή του και νά τον συγχωρήσει. Έπειτα μετέθετε τήν εύθύνη του, γιά τήν άδικία εις βάρος των τριών άνδρών, στο Σιμωνίδη και τον Εύδόξιο, τούς τοπικούς άρχοντες των Μυρέων. Ό Άγιος όμως ήξερε ότι αύτός έλεγε ψέματα. Πραγματικά, γνώριζε πολύ καλά ότι ό Εύστάθιος έβαλε σέ κατώτερη μοίρα τό δίκαιο άπό τό χρυσάφι, μέ τό όποιο τον δωροδόκησαν, και καταδίκασε αθώους άνθρώπους σέ θάνατο. Όλοι, λοιπόν, οι συγκεντρωμένοι έκει άνθρωποι έξέφραζαν προς τον Άγιο τις εύχαριστίες τους και τό όνομα τού Νικολάου έγινε στο στόμα τους κελάηδημα και λειτούργημα χωρίς τελειωμό.
ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ,ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ (Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα)
«Προσέχετε δε έαυτοίς μήποτε βαρηθώσιν υμών αϊ καρδίαι εν κραιπάλη καί μέθη καί μερίμναις βιωτικαίς, καί αιφνίδιος έφ' υμάς έπιστη ή ήμερα εκείνη' ως παγίς γαρ έπελεύσεται επί πάντας τους καθήμενους επί πρόσωπον πάσης της γης» (Λκ. 21, 34-35). «Ή ήμερα εκείνη» είναι ή ημέρα της Φοβέρας Κρίσεως. Ή εντολή πού μας δίνει εδώ ό Κύριος είναι πολύ σημαντική. Προσέχετε, δεν μας λέει να μην εργαζόμαστε, να μην τρώμε καί να μην πίνουμε τίποτα. Δεν ζητάει από μας αυτό το πράγμα, μόνο θέλει να μην παραδιδόμαστε στην κραιπάλη και στη μέθη. Καί κρασί μπορούμε να πίνουμε καί να τρώμε όλα τα φαγητά, πού μας έδωσε ό Κύριος, όμως με μέτρο.
Πέστε μου μπορεί ένας άνθρωπος πού το στομάχι του είναι γεμάτο καί ό νους είναι θολωμένος από κρασί να μένει άγρυπνος καί να προσεύχεται; Ασφαλώς όχι, αμέσως πέφτει στο κρεββάτι του καί τον παίρνει ό ύπνος. Κοιμάται πολλές ώρες και όταν σηκώνεται πάλι τον περιβάλλουν οί βιωτικές μέριμνες, κραιπάλη και μέθη, καί δεν έχει καθόλου χρόνο καί όρεξη για αγρυπνία καί προσευχή. Αυτά τα πράγματα έχουν γι' αυτόν δευτερεύουσα θέση, ενώ πρέπει να είναι στην πρώτη, διότι αυτή είναι ή εντολή του Κυρίου' να είμαστε άγρυπνοι καί να προσευχόμαστε.
Αυτό δεν σημαίνει να μην κοιμόμαστε ποτέ. Αυτό σημαίνει να έχουμε πάντα τη μνήμη του θανάτου καί της Φοβέρας Κρίσεως ή οποία σαν την παγίδα θα έλθει αιφνιδίως στον κόσμο. Πολλές φορές ό θάνατος βρίσκει τους ανθρώπους τότε πού δεν περιμένουν καί δεν σκέφτονται τη φοβερά εκείνη ώρα του θανάτου και είναι απροετοίμαστοι. Αυτό πού ζητάει από μας ό Κύριος είναι να μην κατέχουν την κεντρική θέση στη ζωή μας οι βιοτικές μέριμνες, να τίς θεωρούμε δευτερεύουσας σημασίας καί το κέντρο βάρους να πέφτει στην αγρυπνία καί την προσευχή.
Θα μου πείτε, πώς να το πραγματοποιήσουμε στη ζωή μας, πώς να προσευχόμαστε πάντα, αφού έχουμε τόσες ασχολίες και περισπασμούς; Ναί, όντως, ή αδιάλειπτη προσευχή για σας είναι πολύ δύσκολη. Όμως το να είστε άγρυπνοι καί να αναγκάζετε τον εαυτό σας και να προσεύχεστε δεν είναι κάτι το ακατόρθωτο. Ό Κύριος ανέδειξε μεγάλους δασκάλους της νήψεως, της νηστείας καί της προσευχής καί μας δείχνει ότι είναι μέσα στίς δυνατότητες του ανθρώπου να κάνει, όχι μόνο εκείνα τα ολίγα πού του ζητάει, αλλά πολύ περισσότερα.
Και αυτό το πραγματοποίησαν οι άγιοι στη ζωή τους. Βλέπουμε, διαβάζοντας τους βίους τους, ότι υπάρχει τέτοια ασκητική ζωή πού εμάς σήμερα μας φαίνεται παραμύθι. Πολλούς, πάρα πολλούς άγιους ανέδειξε ό Κύριος. Μεταξύ τους λάμπει ιδιαίτερα ή αρετή ενός μεγάλου οσίου, του άγιου Σάββα του Ήγιασμένου, τη μνήμη του οποίου τιμάμε σήμερα. Ή Εκκλησία μας τον τιμά ιδιαίτερα καί ή μνήμη του γιορτάζεται πιο πανηγυρικά ακόμα καί από τη μνήμη κάποιων αποστόλων. Για ποιο λόγο το κάνει ή Εκκλησία; Γιατί ή εορτή του με τη λαμπρότητα της βρίσκεται στην ϊδια σειρά με την εορτή του αγίου αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου;
Διότι ό άγιος πού γιορτάζουμε σήμερα είναι φωστήρας μεγάλος, ένας από τους μεγαλύτερους αγωνιστές της ευσέβειας. Γνωρίζουμε πολλούς αγίους, έχουμε καί πολλούς δικούς μας Ρώσους αγίους. Τους αγίους Αντώνιο και Θεοδόσιο του Κιέβου, για παράδειγμα, τον άγιο Σέργιο του Ράντονεζ, τον άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ καί πολλούς άλλους. Όμως ό άγιος Σάββας ό Ήγιασμένος είναι με κάποιον τρόπο αρχιστράτηγος της μεγάλης αυτής στρατιάς των οσίων του Θεοΰ.
Ήταν μεγάλος ασκητής καί υπήρξε ιδρυτής της Λαύρας. Ή Λαύρα του ή οποία βρισκόταν κοντά στα Ιεροσόλυμα υπήρχε για πολλούς αιώνες μεγάλο κέντρο μοναχισμού καί πρότυπο της μοναχικής ζωής. Ήταν πάρα πολύ αυστηρό μοναστήρι, μάλλον το πιο αυστηρό άπ'.ολα στην εποχή του. Δεν ήταν σαν τα συνηθισμένα μοναστήρια, τα όποια έχουν στο κέντρο τους καθολικό και γύρω γύρω μοναστηριακά κτίρια.
ΜΟΝΗ ΑΓ.ΣΑΒΒΑ
Το μοναστήρι του αγίου Σάββα βρισκόταν μέσα σε βράχο. Σέ μία σπηλιά μεγάλη βρισκόταν το καθολικό της μονής καί γύρω σε σπήλαια πιο μικρά τα κελλιά των μοναχών. Τον τόπο οπού θα έπρεπε να χτιστεί ή εκκλησία τον έδειξε στον όσιο ό ίδιος ό Θεός με μία πύρινη στήλη. Υπάρχει καί εδώ σε μας ένα μοναστήρι πού μοιάζει με το μοναστήρι του αγίου Σάββα. Είναι ή σκήτη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ή οποία βρίσκεται κοντά στο Μπαχτσισαράι. Καί αυτή όπως καί το μοναστήρι του άγιου Σάββα βρίσκεται μέσα σε βράχο. Όμως το μοναστήρι του αγίου Σάββα ήταν πολύ πιο μεγαλοπρεπές.
Δεν μπορούσε οποιοσδήποτε άνθρωπος να μπει στη Λαύρα του όσιου. Για να βρεθεί μέσα, έπρεπε ν' ανεβεί τα σχοινιά, πού τα πετούσαν οι μοναχοί από πάνω. Έκεΐ μέσα στα σπήλαια ζοΰσε ό άγιος Σάββαςμε τους μοναχούς του. Ή ζωή τους ήταν πάρα πολύ δύσκολη, πιο δύσκολη από τη ζωή των μοναχών σε άλλα μοναστήρια. Υπήρχε πάρα πολύ έντονο το στοιχείο της προσευχής. Την προσευχή του Ίησοϋ πού συνήθως στα μοναστήρια οι μοναχοί την κάνουν 500 φορές την ημέρα, στην Λαύρα του αγίου την έκαναν 1500 φορές καί με πολλές μετάνοιες.
Πόσο δυνατή ήταν ή προσευχή του οσίου Σάββα γνωρίζουμε από πολλά παραδείγματα πού αναφέρει ό βίος του. Να, ένα άπ' αυτά. Μια φορά τον καιρό της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ό όσιος βρέθηκε στην έρημο της Ιουδαίας μαζί με έναν μαθητή του. Έκεί στην έρημο υπήρχαν πολλά λιοντάρια. Ό μαθητής του άποκαμωμένος από τον κόπο της νηστείας κοιμόταν ενώ ό όσιος έκανε το συνηθισμένο του κανόνα.
Ξαφνικά έρχεται από την έρημο ένα μεγάλο λιοντάρι καί ορμά πάνω στον κοιμισμένο μοναχό. Ό όσιος προσευχήθηκε στον Θεό και Τον παρακάλεσε να σώσει τον μαθητή του. Το λιοντάρι έβγαλε μία άγρια κραυγή και χάθηκε μέσα στην έρημο διωγμένο από τη φλογερή προσευχή του όσιου. Πολλά θαύματα έκανε στη ζωή του ό άγιος καί ακόμα περισσότερα μετά τη μακάρια κοίμηση του.
Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τη ζωή του μεγάλου αύτοϋ αγίου του Θεού. Θα διηγηθώ μόνο ένα περιστατικό πού μαρτυρεί για τη γενναιότητα του πνεύματος του. Ό άγιος Σάββας ζούσε στα τέλη του πέμπτου καί το πρώτο μισό του έκτου αιώνα. Το 451 στη Χαλκηδόνα συνήλθε ή τέταρτη Οικουμενική σύνοδος, ή οποία καταδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμοϋ. Αρχηγός της αΐρέσεως αυτής ήταν ό αρχιμανδρίτης Ευτύχιος, ό όποιος δίδασκε ότι μετά την ένωση στον Χριστό υπάρχει μόνο μία φύση ή θεία. Γι'αυτό, κατά τον Ευτυχή, ό Κύριος Ιησούς Χριστός είναι μόνο Θεός καί δχι Θεάνθρωπος.
Παρ' ότι ή Σύνοδος καταδίκασε την αίρεση υπήρχαν πολλοί πού δεν δέχθηκαν τίς αποφάσεις της Συ-νόδου καί θεωρούσαν τη διδασκαλία του Ευτυχή ορθόδοξη. Ό πατριάρχης Ιεροσολύμων έστειλε επιστολή στον αυτοκράτορα οπού τον παρακαλούσε να βάλει τέλος στην εξάπλωση της αίρέσεως του μονοφυσιτισμου. Στό γράμμα του ό πατριάρχης έγραψε ότι στην αποστολή πού θα φέρει το γράμμα θα είναι καί ό Μέγας Σάββας.
Αφού διάβασε την επιστολή ό αυτοκράτορας, ζήτησε να δει τον άγιο Σάββα."~Εν τω μεταξύ οι αυλικοί δεν τον άφησαν να παρουσιαστεί μπροστά στον αυτοκράτορα επειδή όλο το ράσο του ήταν μπαλωμένο. Φώναξαν αμέσως τον άγιο Σάββα. Ό αυτοκράτορας 'Αναστάσιος όταν τον είδε έμεινε κατάπληκτος. Μπροστά του στεκόταν ένας άνθρωπος μεγαλοπρεπής καί ταυτόχρονα ταπεινός, με πρόσωπο πού έλαμπε από τη θεία χάρη. Ό αυτοκράτορας σηκώθηκε από το θρόνο του καί έβαλε στον άγιο βαθιά μετάνοια. Του υποσχέθηκε ότι θα κάνει όλα όσα ζητάει ό πατριάρχης καί ότι θα σταματήσει την αίρεση.
ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΟΥ ΑΓ.ΣΑΒΒΑ
Παρ' όλ' αυτά ό αυτοκράτορας πολύ γρήγορα ξέχασε τίς υποσχέσεις του. Στόν πατριαρχικό θρόνο της Αντιοχείας τοποθέτησε τον αιρετικό Σεβήρο, έδιωξε από τη θέση του τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Κοσμά, τον όποιο έστειλε εξορία καί αντί αυτού έβαλε τον Ιωάννη. Ό Ιωάννης όμως αρνήθηκε να έχει κοινωνία με τον Σεβήρο καί δεν τον άφησε να μπει στον ναό του Παναγίου Τάφου. Ό αυτοκράτορας όταν το έμαθε ξέσπασε με οργή.
Τί κάνει τότε ό μεγάλος αυτός, ό όσιος Σάββας;Μια μέρα μετά το τέλος της θείας λειτουργίας ό πατριάρχης Ιωάννης μαζί με τον άγιο Σάββα και με έναν άλλο μεγάλο άγιο, τον Θεόδωρο, ανεβαίνουν στον άμβωνα καί από εκεί απαγγέλλουν το ανάθεμα εναντίον του Σεβήρου και του αυτοκράτορα Αναστασίου. Βλέπετε την μεγαλοψυχία, την ανδρεία καί την δύναμη της πίστης;
Ό αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να συλληφθούν αμέσως οί τρεις γενναίοι όμολογητές και να κλειστούν στη φυλακή. Είχε σκοπό να τους στείλει αργότερα στην εξορία. Ό Κύριος όμως δεν άφησε τον Αναστάσιο να πραγματοποιήσει το σχέδιο του. Πολύ σύντομα αυτός πέθανε. Ό νέος αυτοκράτορας, πού ανέβηκε στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως έβαλε τέλος στην αίρεση του μονοφυσιτισμου καί οί τρεις αγωνιστές της αλήθειας αποφυλακίστηκαν.
Την υπόλοιπη ζωή του ό όσιος Σάββας την πέρασε στην αυστηρή νηστεία καί την προσευχή. Ή νηστεία πού τηρούσε ό άγιος σε μας σήμερα μάλλον φαίνεται απίθανη' πέντε ήμερες την εβδομάδα δεν έτρωγε τίποτα και μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές, όταν πήγαινε στο μοναστήρι, εκεί έτρωγε λίγο. Στή σπηλιά οπού ζούσε ασχολιόταν μόνο με την προσευχή καί τη χειρωνακτική εργασία πλέκοντας καλάθια.
Βλέπετε πώς τηρούσε ό άγιος την εντολή του Χρίστου να μην παραδιδόμαστε στην κραιπάλη, στη μέθη καί στις βιοτικές μέριμνες; Βλέπετε την ετοιμότητα καί την προθυμία του να υποφέρει για την αλήθεια; Βλέπετε τη λαμπρότητα της ψυχής του; Να θυμόμαστε τον άγιο αυτό αγωνιστή της ευσέβειας καί να μην παραδιδόμαστε στην κραιπάλη, στη μέθη και στίς βιοτικές μέριμνες. Να μην ξεχνάμε ότι μεταξύ των έργων πού κάνουμε, την πρωτεύουσα θέση πρέπει να κατέχουν ή προσευχή, ή νηστεία καί ή νήψη. Να προηγείται όλων ή φροντίδα για τη σωτηρία της ψυχής, και οι βιοτικές μέριμνες να είναι στη δεύτερη θέση. Αμήν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ Β
ΕΚΔ.''ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ'
Δεν θυμάμαι μέρα να μην έχη παρηγοριά θεϊκή. Διακοπές γίνονται μερικές φορές και τότε νιώθω άσχημα, και έτσι μπορώ να καταλάβω πόσο άσχημα ζουν οι περισσότεροι άνθρωποι που είναι απαρηγόρητοι, γιατί είναι απομακρυσμένοι από τον Θεό. Όσο απομακρύνεται κανείς από τον Θεό, τόσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα. Μπορεί να μην έχη κανείς τίποτα, άμα έχη τον Θεό, δεν θέλει τίποτε! Αυτό είναι! Ενώ, αν τα έχη όλα, άμα δεν έχη τον Θεό, είναι μέσα του βασανισμένος. Γι' αυτό, όσο μπορεί κανείς, να πλησιάση τον Θεό, Μόνον κοντά στον Θεό βρίσκει κανείς την πραγματική και αιώνια χαρά. Φαρμάκι γευόμαστε, όταν ζούμε μακριά από τον γλυκύ Ιησού. Όταν ο άνθρωπος από παλιάνθρωπος γίνη άνθρωπος, βασιλόπουλο, τρέφεται με την θεία ηδονή, με την ουράνια γλυκύτητα, και νιώθει την παραδεισένια αγαλίαση, αισθάνεται από 'δω ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου. Από την μικρή παραδεισένια χαρά καθημερινά προχωράει στην μεγαλύτερη και αναρωτιέται αν υπάρχη κάτι ανώτερο στον Παράδεισο από αυτό που ζη εδώ. Είναι τέτοια η κατάσταση που ζή, που δεν μπορεί να κάνη καμμιά εργασία. Τα γόνατά του λυγίζουν σαν λαμπάδες από την θεία εκείνη θερμότητα και γλυκύτητα, η καρδιά του σκιρτάει και πάει να σπάσει τους τσατμάδες , για να φύγη, γιατί η γη και τα γήινά της φαίνονται χαμένα πράγματα.
Ο άνθρωπος πρώτα είχε επικοινωνία με τον Θεό. Μετά όμως, όταν απομακρύν-θηκε από την Χάρη του Θεού, ήταν σαν έναν που ζούσε μέσα σε παλάτι και ύστερα βρέθηκε για πάντα έξω από το παλάτι και το έβλεπε από μακριά και έκλαιγε. Όπως το παιδάκι, όταν απομακρυνθή από την μάνα του, υποφέρει, έτσι και ο άνθρωπος, όταν απομακρυνθή από τον Θεό, υποφέρει, βασανίζεται. Η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό είναι κόλαση. Ο διάβολος κατόρθωσε να απομακρύνη τους ανθρώπους τόσο πολύ από τον Θεό, ώστε να φθάσουν στο σημείο να λατρεύουν τα αγάλματα και να θυσιάζουν τα παιδιά τους στα αγάλματα. Φοβερό! Και που τους βρίσκουν τόσους θεούς οι δαίμονες! Θεός Χαμώς !... Μόνον το όνομά του να ακούσης, φθάνει! Ο πιο βασανισμένος όμως είναι ο διάβολος, γιατί είναι ο πιο απομακρυσμένος από τον Θεό, από την αγάπη. Αλλά, αν φύγη η αγάπη, μετά είναι κόλαση. Αντίθετό της αγάπης τί είναι; Η κακία, κακία ίσον βάσανο.
Ένας που είναι απομακρυσμένος από τον Θεό, δέχεται την δαιμονική επίδραση. Ενώ αυτός που είναι κοντά στον Θεό, δέχεται την θεία Χάρη. Όποιος έχει Χάρη Θεού, θα του δοθή και άλλη. και όποιος έχει λίγη και την περιφρονεί, θα του αφαιρεθή και αυτή . η Χάρις του Θεού λείπει από τους σημερινούς ανθρώπους, γιατί με την αμαρτία πετάνε και την λίγη που έχουν. Και όταν φύγη η θεία Χάρις, ορμούν όλοι οι δαίμονες μέσα στον άνθρωπο.
Ανάλογα με την απομάκρυνσή τους από τον Θεό οι άνθρωποι αισθάνονται σ' αυτήν την ζωή στενοχώρια και στην άλλη ζωή θα ζουν την αιώνια στενοχώρια. Γιατί από αυτήν την ζωή γεύεται κανείς, σε κάποιο βαθμό, ανάλογα με το πόσο ζη σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου. Ή θα ζήσουμε ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου από εδώ, και θα πάμε και στον Παράδεισο,, ή θα ζήσουμε ένα μέρος της κολάσεως και - Θεός φυλάξοι! - θα πάμε στην κόλαση. Παράδεισος ίσον καλωσύνη.. Κόλαση ίσον κακωσύνη. Κάνει κανείς μία καλωσύνη, αισθάνεται χαρά. Κάνει μία στραβοξυλιά, υποφέρει. Όσο περισσότερο καλό κάνει, τόσο περισσότερο αγάλλεται. Όσο περισσότερο κακό κάνει, τόσο περισσότερο υποφέρει η ψυχή του. ο κλέφτης νιώθει χαρά; δεν νιώθει χαρά. Ενώ αυτός που κάνει καλωσύνες νιώθει χαρά. Και να βρη κανείς κάτι στον δρόμο, αν το κρατήση και πη ότι είναι δικό του, ανάπαυση δεν θα έχη! Ούτε ξέρει σε ποιόν ανήκει ούτε αδίκησε κάποιον ούτε το κλέβει, και όμως δεν αναπαύεται. Πόσο μάλλον να το κλέψη! Ακόμη και όταν κανείς λαμβάνη, πάλι δεν νιώθει την χαρά που νιώθει όταν δίνη. Πόσο μάλλον όταν κλέβη η όταν αδικη, να νιώθη χαρά! Γι' αυτό, βλέπεις, οι άνθρωποι με την αδικία τί πρόσωπα έχουν, τί γκριμάτσες κάνουν!
(Λόγοι τόμος Α σελ. 46-48)
(Συμεών του Μεταφραστού, Η άθληση και το μαρτύριο των αγίων Αγάθης -Βαρβάρας-Ευφημίας-Θέκλας- Ιουλιανής – Σοφίας και των θυγατέρων της, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2002).
Α’. O ανόσιος αυτοκράτορας των Ρωμαίων Μαξιμιανός (2), έδειχνε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την πλάνη των ειδώλων. Έτσι, από τη μια μεριά επιμελούνταν πάρα πολύ και θεωρούσε άξιο αδιάλειπτης φροντίδας το έξης έργο: να λατρεύει τους δαίμονες και να ενισχύει την ειδωλολατρία με όλη του τη δύναμη· από την άλλη μεριά ζητούσε από τους σεβόμενους το θείο όνομα του Χριστού, τους χριστιανούς, να απαρνηθούν την ευσεβή τους πίστη. Στην περίπτωση που οι χριστιανοί έμεναν σταθεροί και ακλόνητοι στην πίστη τους, όπως κατά κανόνα γίνονταν οι εξαιρέσεις ήταν σπάνιες, τους παρέδιδε σε ποικίλα βασανιστήρια και τελικά στον θάνατο, δημεύοντας παράλληλα και τις περιουσίες τους.
Κατά την εποχή του Μαξιμιανού στην Ηλιούπολη (3) ήταν τοπάρχης ένας ειδωλολάτρης, πολύ πλούσιος και με κοσμική λάμψη και δύναμη. Ο άνθρωπος αυτός ονομαζόταν Διόσκορος και είχε μια μοναχοκόρη, ονόματι Βαρβάρα, την οποία υπεραγαπούσε, επειδή και μόνο σ’ αυτήν στήριζε τις ελπίδες του.
Η Βαρβάρα ήταν πάρα πολύ ευπαρουσίαστη και εξαιρετικού κάλλους, ο δε πατέρας της ήθελε να την διατηρήσει αγνή και άφθορη. Για τούτο θεώρησε σκόπιμο να μην είναι η Βαρβάρα εκτεθειμένη στα βλέμματα των ανθρώπων. Έτσι λοιπόν έχτισε έναν πύργο, μέσα στον όποιο φιλοτέχνησε μια μικρή πολυτελή οικία. Στην οικία αυτή εγκατέστησε τη Βαρβάρα, για να κατοικεί, χωρίς να εξέρχεται από αυτήν και, έτσι, να είναι αθώρητη από τα μάτια όλων των ανδρών. Τούτο όμως ήταν έργο της θείας πρόνοιας, η όποια άνωθεν επισκοπούσε το μέλλον της Βαρβάρας.
Πράγματι, ενώ η Βαρβάρα κατοικούσε κλεισμένη στην οικία που ήταν φιλοτεχνημένη μέσα στον πύργο, η χάρη του Παρακλήτου της άγγιξε αφανώς τους αφανείς οφθαλμούς της καρδιάς της και τη φώτισε με το φως της αληθινής θεογνωσίας, καθιστώντας υπερφυώς γνώριμο σ’ αυτήν τον αληθινό Θεό. Είχε λοιπόν ο πύργος στην παρθένο οικοδομημένη πλέον πάνω στο θεμέλιο της πίστεως και συντηρούμενη στο να γίνει αφορμή σωτηρίας σε πολλούς.
Ο πόθος της αγνείας
Β’. Όταν η Βαρβάρα έφτασε σε ηλικία γάμου, ο πατέρας της μεριμνούσε πολύ και σκεπτόταν για το πρόσωπο που θα ήταν κατάλληλο να την πάρει ως σύζυγο. Και βέβαια προσήλθαν σ’ αυτόν πολλοί, που διακρίνονταν για την ευγένεια της καταγωγής τους και για τον πλούτο τους, και του τη ζήτησαν σε γάμο. Και τούτο, διότι το κάλλος της Βαρβάρας, αν και δεν ήταν θεατό, αφού ήταν κλεισμένη στον πύργο, ήταν όμως ακουστό· και, επομένως, αυτή ήταν περιζήτητη για γάμο. Πλην όμως στον πατέρα φαινόταν άκομψο και προφανώς ανελεύθερο το να μην περιέλθει σε γνώση της κόρης του η μεριμνά του για να την παντρέψει και το να μην έχει και τη συγκατάθεση της ίδιας για τον σκοπό αυτό. Έτσι λοιπόν πήγε σ’ αυτήν, της μίλησε περί γάμου και της ανάγγειλε ότι σχεδίαζε να την παντρέψει. Η Βαρβάρα όμως, μη θέλοντας ούτε καν να ακούσει τέτοιο πράγμα και ούτε το παραμικρό να πέσει στην καρδιά της, το απέρριψε ως ανάρμοστο και άτοπο· απώθησε δε με αγανάκτηση τον πατέρα της, λέγοντας του: «Για το θέμα αυτό να μη μου κάμεις λόγο δεύτερη φορά, διότι, εν εναντία περιπτώσει, και εσύ του λοιπού δεν θα ονομάζεσαι πατέρας και εμένα θα με κάμεις να θέσω τέρμα η ίδια στη ζωή μου». Μετά την απάντηση της αυτή, ο πατέρας της, κρίνοντας ότι ευγενικό μάλλον είναι η πειθώ και όχι η πίεση, σχημάτισε την εντύπωση ότι η άρνηση της κόρης του για γάμο δεν οφειλότα ν σε δυστροπία ούτε σε απείθεια, αλλά σε ισχυρό πόθο αγνείας. Έτσι λοιπόν, παρέχοντας της άλλωστε και χρόνο να σκεφτεί μήπως αλλάξει γνώμη και υπακούσει σ’ αυτόν, δεν της είπε τίποτε επιπλέον και κατήλθε αμέσως από τον πύργο. Ο Διόσκορος, μόλις κατέβηκε από τον πύργο, πήγε στο λουτρό, που έτυχε τελευταία να κατασκευάζει, και απασχολούνταν αποκλειστικά με αυτό, διότι βιαζόταν να το τελειώσει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έτσι, έβαλε πολλούς τεχνίτες και τους πρόσταξε να αποπερατώσουν την οικοδομή. Τους έδωσε μάλιστα και όλη την αμοιβή από πριν και αναχώρησε για κάποια χώρα μακρινή.
Ο τύπος του τιμίου Σταυρού
Γ. Επειδή ο Διόσκορος χρονοτριβούσε στην αποδημία, η δούλη του Θεού Βαρβάρα, η κόρη του, κατήλθε από τον πύργο, για να δει το λουτρό. Μόλις έφτασε εκεί και είδε το προς νότον μέρος του να φωτίζεται από δύο παράθυρα, κατηγόρησε τους τεχνίτες, λέγοντας τους: «Για ποιο λόγο στα δύο παράθυρα δεν προσθέσατε και τρίτο, ώστε και πιο ευπρεπές να ήταν και περισσότερο άπλετος ο φωτισμός του λουτρού;». Εκείνοι της είπαν: «Έτσι πρόσταξε ο πατέρας σου». Μετά την απάντηση αυτή των τεχνιτών, η Βαρβάρα πρόβαλε αντίρρηση και τους παρακάλεσε να προσθέσουν και τρίτο παράθυρο. Εκείνοι όμως δίσταζαν να κάμουν την προσθήκη, προβάλλοντας ως εύλογη δικαιολογία τον φόβο του πατέρα της. Τότε η μακάρια Βαρβάρα, δείχνοντας ταυτόχρονα τα τρία από τα δάχτυλα του ενός χεριού της είπε: «Να κατασκευάσετε τρία, τρία σας λέγω, παράθυρα. Και αν γι’ αυτό δυσανασχετήσει ο πατέρας μου, θα λογοδοτήσω εγώ».Ύστερα από τη διαβεβαίωση αυτή της Βαρβάρας, οι τεχνίτες υποχώρησαν και κατασκεύασαν και τρίτο παράθυρο.
Όταν ολοκληρώθηκε η όλη διακόσμηση του λουτρού, η Αγία προσερχόταν συχνότερα προς αυτό το θέαμα, επειδή και η καρδιά της πλημμύρισε με τη χάρη του θείου Πνεύματος και δια της πίστεως η ψυχή της οπλίστηκε με μεγάλη παρρησία προς το Χριστό. Έτσι λοιπόν στάθηκε κοντά στη δεξαμενή και, αφού έστρεψε το βλέμμα της προς ανατολάς, χάραξε με το δάχτυλο της στα μάρμαρα του λουτρού τον τύπο του τιμίου Σταυρού. Και, ω του θαύματος!, για να γίνεται γνωστό και στους μετέπειτα το γεγονός αυτό και να κηρύττεται η δύναμη του Χρίστου, ο τύπος του Σταυρού που σημείωσε η Αγία με το δάχτυλο της στο μάρμαρο, ωσάν να χαράχτηκε με σιδερένιο όργανο, φαίνεται μέχρι σήμερα (4) σημειωμένος στο μάρμαρο, όχι μόνο για να καταφαίνεται το θαύμα, αλλά και για να επαυξάνει την πίστη εκείνων που τον βλέπουν. Αλλά βέβαια και το ίδιο το λουτρό διασώζεται μέχρι και σήμερα (5) και θεραπεύει κάθε πάθηση των φιλοχρίστων που προσέρχονται σ’ αυτό. Και αν κάποιος θα ήθελε να παραβάλει το λουτρό αυτό με τα ρείθρα του Ιορδάνη (6), ή με την πληγή του Σιλωάμ (7), ή και με την Προβατική κολυμβήθρα (8) , δεν θα έκανε καθόλου λάθος. Δηλαδή και δια του λουτρού εκείνου η δύναμη του Χριστού διενεργεί ομοίως πολλά και παράδοξα θαύματα.
Κάποια ημέρα, περνώντας η Μάρτυς από το λουτρό, έριξε το βλέμμα της στα είδωλα που λάτρευε ο πατέρας της, τα οποία κακώς θεωρούνταν θεοί. Μόλις τα είδε, της προκάλεσαν αηδία και βαριαναστέναξε για την αναίσθητη ψυχή εκείνου που τα λάτρευε. Έπειτα η Αγία έφτυσε στα πρόσωπα των ειδώλων εκείνων, λέγοντας: «Να γίνουν όμοιοί σας εκείνοι
που σας προσκυνούν και όλοι όσοι σας καλούν σε βοήθεια». Αυτά είπε η Βαρβάρα· και αφού ανήλθε και πάλι στον πύργο, καταγινόταν με τις προσευχές και τις νηστείες, εξαρτώντας ολόκληρο τον εαυτό της από τα ουράνια αγαθά πού περίμενε.
Το νόημα των τριών παραθύρων. Η αντίδραση του Διόσκορου
Δ’. Εν τω μεταξύ δεν πέρασε πολύς καιρός, και ο πατέρας της αγίας Βαρβάρας επανήλθε από τη χώρα στην οποία είχε μεταβεί. Αμέσως δε μετά την επάνοδο του έριξε ολόγυρα ένα προσεκτικό βλέμμα και κοίταζε όλα τα της οικίας του. Μόλις έστρεψε το βλέμμα του και στο λουτρό, είδε ότι στα δύο παράθυρα είχε προστεθεί και τρίτο. Το γεγονός αυτό του προκάλεσε απορία και ρώτησε τους τεχνίτες γιατί έκαμαν ένα τέτοιο πράγμα παραβιάζοντας την εντολή του. Εκείνοι του απάντησαν ότι την ευθύνη για την καινοτομία τη φέρει η κόρη του. Τότε ο Διόσκορος έστειλε και κάλεσε τη Βαρβάρα και της ζητούσε εξηγήσεις. Η Βαρβάρα όχι μόνο δεν αρνήθηκε την ευθύνη τας, αλλά και διατεινόταν ότι έτσι έπρεπε να γίνει και καλώς έγινε. Εκείνος εξοργίστηκε πολύ από την απάντηση της κόρης του και της είπε: «Πες μου με ποιόν τρόπο και κατά τι είναι καλύτερο έτσι το πράγμα;». Εκείνη του απάντησε ότι τα τρία παράθυρα διαφέρουν πολύ από τα δύο. Διότι τα τρία παράθυρα, είπε, φωτίζουν κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο. Και τούτο βέβαια το είπε, υποδηλώνοντας τη μεγαλειότητα της Αγίας Τριάδος. Ο Διόσκορος συνταράχτηκε από το παράξενο και ασυνήθιστο του λόγου της κόρης του Βαρβάρας. Έτσι λοιπόν την παρέλαβε κατ’ ιδίαν, πήγε στη δεξαμενή του λουτρού και τη ράπησε : «Πως το φως των τριών παραθύρων φωτίζει κάθε άνθρωπο;». Η Αγία του απάντησε: «Πρόσεξε, πατέρα μου, και θα καταλάβεις αυτό που σου είπα». Και αφού του είπε αυτά, έκαμε το σημείο του Σταυρού εν συνεχεία, δείχνοντάς του τα τρία δάχτυλα της, του είπε: «Κοίτα, Πατήρ, Υιός και ’γιο Πνεύμα από το φως αυτό όλη η κτίση φωτίζεται νοερώς και λάμπει».
Όμως η φαύλη εκείνη ακοή και ασκημένη στο ψεύδος της ειδωλολατρίας δεν ήταν δυνατόν να ανεχθεί τον λόγο της αλήθειας και κατελήφθη από μεγάλο θυμό και οργή. Και ο πατέρας ξεχνώντας το ότι ήταν πατέρας, έσπευδε να γίνει τύραννος και φονιάς. Έτσι λοιπόν έσυρε το ξίφος του, που κρεμόταν από τους ώμους του, και όρμησε να θανατώσει με τα ίδια του τα χέρια την κόρη του Βαρβάρα. Εκείνη δε, υψώνοντας ταυτόχρονα τα χέρια της, τα μάτια της, και τη διάνοια της προς τον ουρανό, καλούσε σε βοήθεια Εκείνον που είχε τη δύναμη να τη σώσει. Και Αυτός δεν άργησε να πράξει αυτά πού συνήθιζε. Τοιουτοτρόπως, όπως διέσωσε την πρωτομάρτυρα Θέκλα (9) από εκείνους που την καταδίωκαν, προστάζοντας την πέτρα που βρέθηκε μπροστά στην Πρωτομάρτυρα να ανοίξει και να την κλείσει μέσα της έτσι και την αοίδιμη Βαρβάρα: και αυτήν τη διέσωσε ο παντοδύναμος Θεός με όμοιο και ίσο θαύμα. Πράγματι, όταν εκείνος ο δήμιος δηλαδή είναι ανόσιος, ένας τέτοιος αιμοχαρής να ονομάζεται πατέρας έσυρε το ξίφος του και έτρεχε εναντίον της κόρης του, μια πέτρα, η οποία άνοιξε στα δύο με την επέμβαση της θείας και παντουργού θελήσεως του Θεού, δέχτηκε μέσα της την Αγία και τη διέσωσε ασύλληπτη από τα αιμοδιψή χέρια του πατέρα της, δίδοντας της τη δυνατότητα να ανέλθει σε ορεινότερους τόπους. Αλλά, και που εξαφανίστηκε η κόρη του από τα μάτια του, ο απαθέστερος και αναισθητότερος και από αυτούς τους λίθους αιμοχαρής εκείνος πατέρας δεν είχε τη δύναμη να λογικευθεί. Το αντίθετο: ενέτεινε ακόμη περισσότερο την ορμή του και ποθούσε να συλλάβει την κόρη του όχι ως πατέρας της, αλλά ως υιός μάλλον του εξαρχής ανθρωποκτόνου, του διαβόλου, όπως λέγει η θεία Γραφή (10). Προσπαθούσε δηλαδή να βρει και να συλλάβει την κόρη του, για να τη θανατώσει και να την εξαφανίσει.
Η σύλληψη της Αγίας και η παράδοση της στον ηγεμόνα Μαρκιανό
Ε’. Συνεχίζοντας λοιπόν ακάθεκτος ο Διόσκορος τις προσπάθειες του να βρει και να συλλάβει την κόρη του Βαρβάρα, συνάντησε δύο βοσκούς και τους ρώτησε αν ξέρουν κάτι γι’ αυτήν. Ο ένας, όντας φιλεύσπλαχνος και φιλάνθρωπος, δεν έκρινε πρέπον να προδώσει την καταδιωκώμενη. Έτσι, αρνήθηκ ε πάραυτα και υποκρίθηκε ότι δεν ήξερε τίποτε, προτιμώντας, θα έλεγε κάποιος, το σωτήριο ψεύδος αντί για την αλήθεια που θα έβλαπτε. Και ας γίνει εδώ μια παρέκβαση: να ντρέπεται ο Ηρώδης, που όλως ασυνέτως τήρησε τον όρκο του για την ηδονή και την πονηρή κρίση (και αποκεφάλισε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο) (11). Ο άλλος βοσκός όμως, όντας κακοηθέστατος, δεν μίλησε μεν, για να μην τον ακούσουν και εκτεθεί· με το δάχτυλο του όμως έδειξε στον Διόσκορο τον δρόμο που οδηγούσε εκεί που βρισκόταν η Αγία. Την πράξη του όμως αυτή δεν την ανέχτηκε η θεία δικαιοσύνη, και για το κακούργημα του επέφερε κατ’ αυτού βαριά τιμωρία: τα πρόβατα του, μετά από κατάρα της Αγίας, δεν ήταν πλέον πρόβατα· μεταβλήθηκαν σε κανθάρους, οι οποίοι, προς συνεχή κατηγορία του κακουργήματος εκείνου, πετούν συνεχώς πάνω και γύρω από τον τάφο της Αγίας.
Λοιπόν, ο μανιώδης Διόσκορος, ακολουθώντας τις υποδείξεις εκείνου του κακοηθέστατου βοσκού, βρήκε την Αγία στο όρος και την συνέλαβε. Και πρώτα, έτσι όπως ήταν εξοργισμένος, τη μαστίγωσε ανηλεώς και της καταπλήγωσε ολόκληρο το σώμα. Ακολούθως την άρπαξε από τα μαλλιά και, τραβώντας την με βία, την έκλεισε σε έναν οικίσκο. Έξω από τον οικίσκο εγκατέστησε φρουρούς, αφού προηγουμένως ασφάλισε και τη θύρα με ειδικές σφραγίδες. Μετά ταύτα και όσο μπορούσε πιο γρήγορα πήγε στον ηγεμόνα Μαρκιανό, ο οποίος τον καιρό εκείνο είχε την εξουσία στην περιοχή, και του εξέθεσε με κάθε λεπτομέρεια τα σχετικά με την κόρη του Βαρβάρα. Δηλαδή, περιληπτικά, του είπε ότι η κόρη του αρνήθηκε τους πάτριους θεούς και επέλεξε παρ ‘ ελπίδα να τιμάει και να πρεσβεύει τα των χριστιανών.
Αυτά είπε ο Διόσκορος στον Μαρκιανό. Εν συνεχεία πήγε και έφερε την κόρη του από τον οικίσκο και την παρέδωσε στα χέρια του, εξορκίζοντας τον στους θεούς τους να μη φεισθεί της κόρης του σε τίποτε (πατέρας που να σου πετύχει!), αλλά να μετέλθει τη σκληρότερη βία εναντίον της και να της επιβάλει τα πιο φριχτά βασανιστήρια.
Ακλόνητη η πίστη της Βαρβάρας. Μαστίγωση
ΣΤ. Λοιπόν, ο Μαρκιανός κάθισε στην έδρα του δικαστηρίου και πρόσταξε να οδηγήσουν την Αγία ενώπιον του. Μόλις η Αγία εμφανίστηκε ενώπιον του στο δικαστήριο, εκείνος, βλέποντας την κοσμιότητα του ήθους της και ταυτόχρονα το ανυπέρβλητο κάλλος της μορφής της, λησμόνησε τους όρκους του πατέρα της και ήταν έτοιμος να εκφράσει τον θαυμασμό του προς αυτήν, παρά να την τιμωρήσει. Έτσι λοιπόν και με λόγια πιο φιλάνθρωπα της έλεγε: «Λυπήσου τον εαυτό σου, Βαρβάρα, και πρόσφερε μαζί μας θυσία στους θεούς. Διότι εγώ φρόντιζω για το καλό σου και διστάζω να υποβάλω σε βασανιστήρια ένα τόσο εξαίσιο κάλλος. Αν όμως δεν θελήσεις να πεισθείς, θα με εξαναγκάσεις να πράξω εφεξής εναντίον σου έτσι που καταβάθος δεν θέλω». Η Αγία δε, απαντώντας στην πρόταση του Μαρκιανού να προσφέρει θυσία στους θεούς, είπε: «Εγώ προσφέρω θυσία αινέσεως στον Θεό μου, ο Οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όλα όσα είναι σ’ αυτά. Περί των ψεύτικων δε και ανύπαρκτων θεών σου έχει λεχθεί από τον Δαβίδ, ύστερα από φωτισμό που έλαβε από το ’γιο Πνεύμα, ότι τα είδωλα που λατρεύουν οι εθνικοί είναι από αργυρό (ασήμι) και χρυσάφι, και κατασκευασμένα από χέρια ανθρώπων» (12) και ότι όλοι οι θεοί των ειδωλολατρικών λαών είναι δαιμόνια, ανύπαρκτοι, πλάσματα της φαντασίας και επινοήματα του διαβόλου» (13). Συμφωνώ δε και εγώ με την άποψη και ομολογώ ρητά και κατηγορηματικά ότι η ελπίδα η στηριζόμενη στους ψεύτικους και ανύπαρκτους αυτούς θεούς είναι κενή και μάταιη».
Τα λόγια αυτά της αγίας Βαρβάρας εξόργισαν τον δικαστή. Έτσι λοιπόν αυτός πρόσταξε να τη δέσουν και να της καταπληγιάσουν το σώμα χτυπώντας την ανηλεώς με σκληρά βούνευρα. Έπειτα, θέλοντας να την κάμει να αισθάνεται δριμύτερους τους πόνους, πρόσταξε να τρίβουν με τρίχινα υφάσματα τις πληγές της. Έτσι λοιπόν απάνθρωπα κακοποιούμενη η Μάρτυς, ανοίγονταν στο σώμα της χαλεπές και ασταμάτητες πηγές αιμάτων, ώστε από το αίμα που ανέβλυζε από αυτές κατακοκκίνησε όλο το έδαφος κάτω και γύρω από το σώμα της.
Μετά την ανελέητη μαστίγωση της αγίας Μάρτυρος, ο ηγεμόνας ήθελε να σκεφτεί σε τι είδους τιμωρία εν συνεχεία θα την παρέδιδε. Για τον λόγο αυτό πρόσταξε και την έκλεισαν προσωρινά στη φυλακή.
Ο Χριστός ενθαρρύνει την Αγία. Η Ιουλιανή
Ζ. Κατά τα μεσάνυχτα όμως ένα ολόλαμπρο ουράνιο φως περιέλαμψε την Αγία και εμφανίστηκε σ’ αυτήν ο Χριστός, ο Οποίος της έδωσε πολύ θάρρος και την προέτρεψε να μη φοβάται καθόλου τα κακά που προέρχονται από ανθρώπους. «Εγώ είμαι μαζί σου», της είπε, «και θα είσαι ασφαλισμένη κάτω από τη σκιά των πτερύγων μου». Δεν είχαν δε ακόμη τελειώσει οι λόγοι του Χρίστου προς την Μάρτυρα, και βρήκε την εκπλήρωσή του σ’ αυτήν εκείνο που έχει ειπωθεί από τον προφήτη Ησαΐα (14) 14, αφού γρήγορα ανέτειλε η ίασή της και οι πληγές της, ωσάν να μην υπήρχαν εξαρχής, εξαφανίστηκαν από το σώμα της και δεν φαινόταν ούτε ίχνος. Διακατείχε δε την Αγία χαρά και αγαλλίαση, και ευφροσύνη αιώνιος στεφάνωνε τρόπον τινά την κεφαλήν της, για να λεχθεί πάλι το του Ησαΐα (15). Τότε μία γυναίκα θεοσεβής και φοβούμενη τον Θεό, ονόματι Ιουλιανή (16), η οποία συναναστρεφόταν τότε με τη Μάρτυρα, μόλις είδε τα θαυμαστά και παράδοξα που συνέβησαν σ’ αυτήν και με ποιόν τρόπο εξαφανίστηκαν τάχιστα οι πληγές της, δοξολόγησε τον Θεό και, συμφωνώντας πέρα ως πέρα με όλα εκείνα που πίστευε και η αγία Βαρβάρα, προετοίμαζε και εκείνη τον εαυτό της προς πληγές και μαστιγώσεις.
Έτσι είχαν τα πράγματα, και ο ηγεμόνας, αφού κάθισε για δεύτερη φορά στην έδρα του δικαστηρίου, πρόσταξε να του φέρουν και πάλι ενώπιον του την άγια Βαρβάρα. Μόλις η Αγία εμφανίστηκε ενώπιον του ηγεμόνα, όλοι όσοι την είδαν εξεπλάγησαν και τους έπιασε δέος, διότι στο σώμα της δεν διακρινόταν ούτε η παραμικρή αμυχή, ούτε ο ελάχιστος μώλωπας. Ο δικαστής όμως, αλίμονο!, ολοφάνερα τυφλός μπροστά στην αλήθεια, ενώ έπρεπε να αποδώσει το γεγονός της θεραπείας της Μάρτυρος στη μεγάλη δύναμη του Θεού και να αρνηθεί την απάτη της ειδωλολατρίας, εκείνος αναισχυντούσε ακόμη περισσότερο και απέδιδε την ίαση στους δικούς του θεούς. Συγκεκριμένα, με έλλειψη κάθε ντροπής και λογικής, είπε στην αγία Μάρτυρα: «Βλέπεις, Βαρβάρα, με ποιόν τρόπο σε προσέχουν οι θεοί και σε φρόντισαν θεραπεύοντας τις πληγές σου;». Απαντώντας δε η Μάρτυς του Θεού, τού είπε: «Οι θεοί σου, που είναι τυφλοί όπως εσύ και έχουν ανάγκη από ανθρώπινα χέρια για την κατασκευή τους, πως θα μπορούσαν να πράξουν κάτι τέτοιο; Αλλά αν θέλεις να μάθεις ποιος με θεράπευσε, σου λέγω ότι αυτός είναι ο Χριστός, ο Υιός του ζώντος Θεού (17), τον Οποίο εσύ δεν μπορείς να δεις, γιατί τα μάτια της ψυχής σου είναι τυφλωμένα από το βαθύ σκοτάδι της ασεβείας».
Αποτρόπαια βασανιστήρια
Η’. Ο ηγεμόνας εξοργίστηκε παράφορα από τα λόγια αυτά της αγίας Βαρβάρας και δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει τον εαυτό του. Έτσι λοιπόν πρόσταξε τους παρόντες να ξεσκίσουν με σιδερένια νύχια τις πλευρές τής Μάρτυρος επιπλέον, να της κατακαίνε με λαμπάδες πυρός τα ήδη ξεσκισμένα από τα σιδερένια νύχια μέλη της και να της χτυπάνε με σφυρί την τίμια κεφαλή της. Και βέβαια οι παρόντες δήμιοι έσπευσαν αμέσως και έπρατταν εκείνα που τους πρόσταξε ο ηγεμόνας Μαρκιανός. Βλέποντας δε η θεοσεβής Ιουλιανή τα μαρτύρια που υφίστατο η αγία Βαρβάρα, ένιωθε μεγάλο πόνο στην ψυχή της και επειδή δεν μπορούσε να τη βοηθήσει, έπραττε αυτό που της ήταν δυνατόν: έδειχνε σ’ αυτήν την αγάπη της, χωρίς να στρέφεται εναντίον των βασανιστών και του άρχοντα, αλλά χύνοντας από τα μάτια της ποτάμι τα δάκρυα. Κάποια στιγμή όμως ο Μαρκιανός έστρεψε το βλέμμα του στην Ιουλιανή και ζήτησε να μάθει ποια ήταν. Και μόλις άκουσε ότι και αυτή ήταν χριστιανή και ότι υπέφερε και πονούσε η ψυχή της από συμπάθεια προς τη Βαρβάρα, πρόσταξε να συλληφθεί και αυτή, να κρεμαστεί σε ξύλο και να καταξεσκιστούν οι πλευρές της με σιδερένιους ξυστήρες, παραπλήσια προς την αγία Μάρτυρα, τη Βαρβάρα. Οι δήμιοι έσπευσαν αμέσως και εκτέλεσαν την προσταγή.
Τότε λοιπόν η πολύαθλη Βαρβάρα ύψωσε το βλέμμα της προς τον ουρανό και είπε: «Εσύ, καρδιογνώστη Θεέ μου, γνωρίζεις ότι εγώ, ποθώντας Εσένα και αγαπώντας τους νόμους Σου, Σου προσέφερα ολόκληρο τον εαυτό μου και τον εξάρτησα από τη δεξιά Σου, Εσύ λοιπόν, Δέσποτα, μη μας εγκαταλείπεις, αλλά βοήθησε μας κατά το ελεός Σου και ενίσχυσε μας να φέρουμε εις πέρας και οι δυό μας τον παρόντα δρόμο». Μετά λόγια αυτά η Μάρτυς του Χριστού ικέτευε τον Κύριο, για τον Οποίο υπέμεινε τα βασανιστήρια αυτά, και ζητούσε τη βοήθεια Του, για να ξεπεραστεί η ασθένεια της ανθρώπινης φύσης. Γνώριζε δηλαδή η Αγία ποιος αψευδώς είπε: «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (18).
Θ’. Ο τύραννος όμως, αντιτάσσοντας τον εαυτό του ωσάν αντίπαλο σε όλα, για να εξουδετερώσει την ανδρεία της ψυχής της Βαρβάρας και της Ιουλιανής με περίσσεια βασανιστηρίων, στράφηκε και προς αλλού είδους τιμωρία: πρόσταξε να κόψουν με σμίλη τους μαστούς τους. Γνωρίζω (19) ότι και μόνο με την ακοή του βασανιστηρίου αυτού σας έπιασε ίλιγγος. Τι λοιπόν έμελλε αυτό το βασανιστήριο να κατορθώσει, και μάλιστα σε γυναίκες, αν η ακαταμάχητη αγάπη και η πίστη προς τον Χριστό δεν ενεύρωνε τις ψυχές τους; Αλλά βέβαια στη δούλη του Θεού Βαρβάρα δεν διέφυγε καθόλου από το νου της και ποιο ήταν γι’ αυτές το φάρμακο προς αντιμετώπιση μιας τόσο φρικτής οδύνης. Για τούτο καλούσε και πάλι την εξ ύψους βοήθεια, λέγοντας: «Μην αποστρέψεις από εμάς, Χριστέ μου, το πρόσωπο Σου και μη μας αφαιρέσεις το Πνεύμα Σου το ’γιο. Δώσε μας, Κύριε, τη μεγάλη χαρά της σωτηρίας που προέρχεται από Εσένα. Και στήριξε μας με ισχυρή θέληση, ώστε η πίστη μας και ευλάβεια μας προς Εσένα να μείνει ακλόνητη» (20).
Επειδή λοιπόν και προς αυτό το αποτρόπαιο βασανιστήριο υπήρχε και στις δύο μία και η αυτή βούληση και καρτερία, ο ηγεμόνας επινόησε κάτι σοφότερο, ή μάλλον κακουργότερο : διαχώρισε τη μία από την άλλη και πρόσταξε τη μεν Ιουλιανή να την κλείσουν στη φυλακή, τη δε Βαρβάρα να τη γυμνώσουν και να τη διαπομπεύσουν, περιφέροντας την σε όλη την πόλη· και επιπλέον να της μαστιγώσουν το σώμα. Η Μάρτυς όμως, γελοιοποιούμενη με την εξευτελιστική αυτή περιφορά, έπραττε πάλι εκείνα που συνήθιζε, δηλαδή έστρεψε το βλέμμα της προς τον ουρανό και είπε: «Βασιλεύ παντοδύναμε, που περιβάλλεις με τα νέφη τον ουρανό και σπαργανώνεις με την ομίχλη τη γη, Εσύ σκέπασε και τη δική μου γύμνωση και κάμε τα μέλη μου να γίνουν αθέατα στα μάτια των ασεβών, ώστε εγώ η δούλη Σου, Χριστέ μου, να μη γίνω μυκτηρισμός και χλευασμός από της που στέκονται γύρω της». Και από το Ναό τον άγιο Του ο ταχύς της βοήθεια Κύριος άκουσε την προσευχή της αγίας Μάρτυρος και, αφού εμφανίστηκε πάραυτα σ’ αυτήν, πλημμύρισε την καρδιά της από χαρά και αγαλλίαση αφενός και αφετέρου την περιέβαλε με μια αόρατη στολή· και αφού η Αγία έτσι πέρασε τη διαπόμπευση, περέστη και πάλι στον μιαρό Μαρκιανό.
Η τελική απόφαση του ηγεμόνα
Ι΄. Ύστερα από όλα αυτά, ο Μαρκιανός κατάλαβε πλέον ότι δεν μπορούσε ούτε με υποσχέσεις αγαθών ούτε με επινοήσεις βασανιστηρίων να πείσει, ούτε κατ’ ελάχιστο, την αγία Βαρβάρα και την ομόφρονά της και πανέμορφη Ιουλιανή. Για τούτο λοιπόν, προκειμένου αυτός να μην εξευτελιστεί περισσότερο επιχειρώντας τα αδύνατα και εκτρεπόμενος σε φανερή ανοησία, αποφάσισε την καταδίκη και των δύο σε θάνατο και πρόσταξε να τους κόψουν με ξίφος τα κεφάλια.
Παρών και θεατής σε όλα τα βασανιστήρια, που υπέστη η αγία Βαρβάρα, ήταν και ο κακούργος και παιδοκτόνος πατέρας της ο Διόσκορος. Αυτός δεν αισθάνθηκε χαρά μόνο για τα πραττόμενα κατά της κόρης του, ούτε αρκέστηκε με το μέγεθος της συμφοράς, το να δει δηλαδή με τα πατρικά του(!) μάτια την κόρη του, και κόρη τόσο ωραία, να θανατώνεται από τα χέρια των δημίων αλλά θεωρούσε ότι θα αποτελούσε καταισχύνη για τον ίδιο, ανανδρία και μαλθακότητα ψυχής, στην περίπτωση που δεν θα τη φόνευε ο ίδιος με τα ίδια του τα χέρια! Έτσι λοιπόν, για τον λόγο αυτό, μόλις εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, παρέλαβε την κόρη του, για να την αποκεφαλίσει με τα ίδια του τα χέρια.
Οδηγούμενη λοιπόν η Βαρβάρα στο όρος για τον αποκεφαλισμό της, ενώ συνακολουθούσε και η Ιουλιανή, προς αποκεφαλισμό και εκείνη, όντας πλέον (η Βαρβάρα) κοντά στο τέλος της ζωής της, φρόντισε για την προσφιλή προσευχή της. Έτσι, έκλινε τα γόνατα και είπε: «’ναρχε Θεέ, Εσύ που εξέτεινες τον ουρανό ωσάν θολωτή στέγη και θεμελίωσες τη γη πάνω στα ύδατα, Εσύ που προστάζει τις νεφέλες να βρέχουν και έστησες τον ήλιο να φωτίζει τα πάντα· και τις κοινές αυτές απολαύσεις τις χορηγείς σε δικαίους και αδίκους, σε αγαθούς και σε πονηρούς (21). Εσύ και τώρα, Βασιλεύ, εισάκουσε την προσευχή μου, και όποιον στον οίκο του μνημονεύει το Όνομά Σου και τα μαρτύρια μου για τη δόξα του Ονόματός Σου, αυτόν και τα άλλα μέλη της οικογένειας του αξίωσε τους να μην τους αγγίξει καμιά λοιμώδης νόσος ούτε κάτι άλλο από εκείνα που μπορούν να φέρουν στα σώματα βλάβη και πόνο. Διότι, Κύριε, ξέρεις ότι εμείς είμαστε σάρκες και αίμα, έργο των αχράντων χεριών Σου και τιμημένοι με τη δική Σου εικόνα και τη δυνατότητα να ομοιωθούμε με Εσένα».
Αυτά είπε στην προσευχή της η αγία μάρτυς Βαρβάρα· και μια παράδοξη φωνή ακούστηκε εξ ουρανού, η οποία καλούσε προς τον ουρανό και αυτήν, τη Βαρβάρα, και τη σύναθλό της Ιουλιανή, και υποσχόταν συνάμα την εκπλήρωση των αιτημάτων της. Ακούοντας δε η Αγία αυτήν τη γλυκιά φωνή, πήρε περισσότερο θάρρος και περπατούσε με βιασύνη στον δρόμο, ώστε να φτάσει το γρηγορότερο στον τόπο της τελειώσεως.
Η τελείωση
ΙΑ’. Μόλις η αγία μάρτυς Βαρβάρα έφτασε στον καθορισμένο τόπο, έσκυψε το κεφάλι της και δέχτηκε την τελείωση από τα πατερικά χέρια δια του πατρικού ξίφους και παραδόξω ς αναφάνηκε καρπός καλός από δέντρο φαύλο. Επίσης τελειώθηκ ε μαζί της δια ξίφους και η Ιουλιανή από κάποιον εκ των στρατιωτών πού ήταν εκεί. Όμως, μετά από τους άδικους αυτούς αποκεφαλισμούς, η θεία δίκη δεν περίμενε ούτε τον παραμικρό χρόνο, αλλά αμέσως τιμώρησε τον ασεβή και παιδοκτόνο εκείνον πατέρα, και για το αποτρόπαιο έγκλημα του και προς παραδειγματισμό. Συγκεκριμένα: ενώ αυτός, ο άθλιος όντως, κατέβαινε από το όρος, χτυπήθηκε από κεραυνό και εκβλήθηκε παντελώς από τη ζωή· όχι μόνο από την πρόσκαιρη και ρευστή, αλλά και από την αιώνια, όντας ανάξιος και στην παρούσα ζωή να ζει και τη μέλλουσα να απολαύσει. Αλλά η λάμψη και ο κρότος του θεήλατου εκείνου πυρός, του κεραυνού, έφτασε και μέχρι τον ηγεμόνα Μαρκιανό, ως προοίμιο οπωσδήποτε και αψευδές σύμβολο του άυλου και άσβεστου εκείνου πυρός, από το οποίο αυτός έμελλε να κολάζεται αιωνίως.
Τα ιερά σώματα των αγίων μαρτύρων Βαρβάρας και Ιουλιανής τα πήρε με ευλάβεια ένας ευσεβής και φιλόθεος άνδρας, ονόματι Ουαλεντίνος, και αφού τα τίμησε πρεπόντως με ιερά άσματα, τα ενταφίασε σεμνοπρεπώς και θεοφιλώς σε έναν τόπο που ονομάζεται Γελασσός και απέχει δώδεκα μίλια από τα Ευχάιτα (22). Και τα ενταφιασμένα εκεί ιερά αυτά σώματα αποτελούν νόσων ίαμα, ψυχών αγαλλίαμα, ανδρών φιλόθεων πολυέραστο εντρύφημα, προς δόξα του Χριστού, του αληθινού Θεού μας, στον Οποίο πρέπει τιμή, κράτος, μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΧΟΛΙΑ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
(1). Η μεγαλομάρτυς Βαρβάρα τιμάται στις 4 Δεκεμβρίου και από την Ορθόδοξη και από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο που άθλησε η αγία Βαρβάρα δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των ερευνητών. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι στις διάφορες πηγές ( ’κτα και Συναξάρια), ενώ τα μαρτύρια της Αγίας περιγράφονται σχεδόν ομοιόμορφα, τα περί του τόπου και του χρόνου διαφέρουν. Συγκεκριμένα, ως προς τον τόπο: άλλα κείμενα λένε ότι η αγία Βαρβάρα μαρτύρησε στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας· άλλα, τα λατινικά, λένε όχι μαρτύρησε στην Τοσκάνη της Ιταλίας· και άλλα, τα περισσότερα, λένε όχι μαρτύρησε στην Ηλιούπολη της Φοινίκης. Ας σημειωθεί ότι ο Συμεών ο Μεταφραστής και ο Λατίνος Mombritius, ως τόπο μαρτυρίου της Αγίας, δέχονται την Ηλιούπολη. Και αυτό κατά πάσα πιθανότητα είναι το σωστό. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι Ηλιουπολίτες θεωρούν την Αγία δική τους. Κοντά δε στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας υπήρχε αρχαία Μονή επ’ ονόματι της αγίας Βαρβάρας. Ως προς τον χρόνο: άλλα κείμενα λένε ότι η Αγία μαρτύρησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμίνου του Θρακός (235-238), και συγκεκριμένα περί το 237 μ.Χ., και άλλα λένε ότι μαρτύρησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286-305). Το πιο πιθανό είναι ότι η Αγία μαρτύρησε περί το 306 μ.Χ.
Το ιερό λείψανο της μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας μετακομίστηκε αργότερα από την Ηλιούπολη στην Κωνσταντινούπολη και αποθησαυρίστηκε στον ιερό Ναό, τον όποιο έχτισε ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ ο Σοφός (886-912) εντός των ανακτόρων επ’ ονόματι της Αγίας. Κατά το έτος 991 μ.Χ. τμήματα του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκαν στη Βενετία. Είναι γνωστό επίσης ότι η κόρη του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ του Κομνηνού (1081-118), ονόματι Βαρβάρα, σύζυγος του Ρώσου μεγάλου Δούκα του Κιέβου Σβιατοπόλκ – Μιχαήλ, μετέφερε στο Κίεβο τμήμα του ιερού λειψάνου της αγίας Βαρβάρας, το οποίο και εναπέθεσε στον ιερό Ναό Μονής του Κιέβου, τον οποίο ανήγειρε ο Σβιατοπόλκ 1108 μ.Χ.
Η μεγαλομάρτυς Βαρβάρα είναι από τις δημοφιλέστερες Αγίες της Εκκλησίας μας και κατέχει ιδιαίτερη θέση στη συνείδηση του ελληνικού λαού. Κατάσπαρτη είναι η χώρα μας από περικαλλείς ναούς και εξωκκλήσια επ’ ονόματι της. Την αγία μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα έχει ως προστάτιδά του το ελληνικό Πυροβολικό, το οποίο και πανηγυρίζει με κάθε λαμπρότητα κατά την ημέρα της μνήμης της, δηλαδή στις 4 Δεκεμβρίου.
Αλλά και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τιμάει ξεχωριστά την αγία Βαρβάρα. Η Αγία στη Δύση θεωρείται προστάτιδα των εργατών ορυχείων, των πύργων, των φυλακισμένων, των αρχιτεκτόνων, των κωδωνοποιών, των οχυρώσεων, των πυριτιδοποιών, των χαλκουργών, των μαγείρων κ.ά.
Στην Τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας η μεγαλομάρτυς Βαρβάρα εξεικονίζεται ως κόρη εξοχής ωραιότητας, κρατώντας σταυρό με το δεξιό της χέρι και έχοντας την παλάμη του αριστερού χεριού ανεστραμμένη, σύμβολο της καρτερίας της στο μαρτύριο. Η Αγία εξεικονίζεται και σε «υποθέσεις» (= συνθέσεις) του μαρτυρίου της. Σε μια «υπόθεση» λ.χ. ζωγραφίζεται ως καταδιωκόμενη από τον πατέρα της, ο οποίος κρατεί στο χέρι του ξίφος, ενώ στο βάθος διακρίνεται ό πύργος, στον όποιο κατά την παράδοση ήταν κλεισμένη.
Στην Τέχνη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας η Μεγαλομάρτυς εξεικονίζεται επίσης ως κόρη πάγκαλη, κρατώντας με το δεξιό της χέρι το ποτήριο του μαρτυρίου ή κλάδο φοίνικα, σύμβολο της νίκης στο μαρτύριο, ενώ πίσω της διακρίνεται ευκρινώς ο πύργος. Συχνά η Αγία ζωγραφίζεται και μαζί με άλλες παρθενομάρτυρες και ιδιαίτερα μαζί με την αγία Αικατερίνη.
Ας σημειωθεί και το έξης: η αγία Βαρβάρα κατέχει ξεχωριστή θέση στην Ελληνική Λαογραφία και είναι συνδεδεμένη με πολλά έθιμα και παραδόσεις του λαού μας (βλ. Ν. Πολίτου, Λαογραφικά σύμμεικτα Γ (1931), σσ. 69,90, 135, καί Γ. Μέγα, Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας (1943), σσ. 29-31).
(2). Ο Μαξιμιανός διατέλεσε συναυτοκράτορας του Διοκλητιανού και είχε την ευθύνη της διοικήσεως του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στο σύστημα της Τετραρχίας. Βασίλευσε από το 286 μέχρι το 305 μ.Χ. Υπήρξε άγριος και απηνής διώκτης του Χριστιανισμού.
(3). Η Ηλιούπολη, περί της οποίας γίνεται εδώ λόγος, είναι αρχαία πόλη της Κοίλης Συρίας (Φοινίκης), χτισμένη στους ανατολικούς πρόποδες του Αντιλιβάνου. Υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Συρίας. Διαδοχικά, μετά από τους Έλληνες, περιήλθε στους Ρωμαίους, στους Βυζαντινούς, στους ’ραβες (635 μ.Χ.) και αργότερα στους Οθωμανούς (1517 μ.Χ.). Από το έτος 1924 μ.Χ. περιελήφθη στο κράτος του Λιβάνου και από τους ντόπιους ονομάζεται Μπαλμπέκ (πόλη του Βάαλ, δηλαδή του Ήλιου).
Ας σημειωθεί εδώ ότι υπήρχε και άλλη Ηλιούπολη, η της Αιγύπτου· δεν έχει όμως σχέση με την αγία Βαρβάρα.
(4). Εννοείται κατά τους χρόνους της συγγραφής του Συναξαρίου από τον άγιο Συμεών τον Μεταφραστή (10ος αι. μ.Χ.).
(5). Βλ. σημ. 4.
(6). Τα ρείθρα του Ιορδάνη απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία, διότι σ’ αυτά βαπτίστηκε ο Κύριος από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.
(7). Βλ.Ιωάν.θ ‘ 1-7.
(8). Βλ.Ιωάν.ε ‘ 1-16.
(9) Περί της αγίας Θέκλας ιδέ στις σχετικές σελίδες του παρόντος βιβλίου.
(10). Βλ Ιωάν. η’ 44.
(11). Βλ. Ματθ. ιδ’ 1-12 και Μαρκ. οτ ‘ 14-29.
(12). Βλ.Ψαλμ.ριγ ‘(113)5.
(13). Βλ.ΨαλμΛε ‘(90)5.
(14). Βλ.Ησ.λε’4.
(15). Βλ. Ησ. λε’ 10.
(16). Η Ιουλιανή συνεμαρτύρησε με την αγία Βαρβάρα και η μνήμη και αυτής εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου.
(17). Βλ.Ματθ.ιστ’16.
(18). Βλ. Ματθ. κστ’ 41 και Μαρκ. ιδ’ 38.
(19) Εννοείται ο συγγραφέας του Συναξαρίου.
(20). Παράβαλε Ψαλμ. ν’ (50) 13-14.
(21). Παράβαλε Ματθ. ε’ 45.
(22). Εσφαλμένως αναφέρονται τα Ευχάιτα με το όνομα αυτό είναι γνωστές δύο αρχαίες μικρασιατικές πόλεις, αντί του ορθού Ηλιούπολη, πλησίον της οποίας και βρίσκεται η τοποθεσία Γελασσός.
αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα: Πατερική Θεολογία
Το σπουδαίο είναι να μπούμε στην Εκκλησία. Να ενωθούμε με τους συνανθρώπους μας, με τις χαρές και τις λύπες όλων. Να τους νιώθουμε δικούς μας, να προσευχόμαστε για όλους, να πονάμε για την σωτηρία τους, να ξεχνάμε τους εαυτούς μας. Να κάνομε το παν γι’ αυτούς, όπως ο Χριστός για μας. Μέσα στην Εκκλησία γινόμαστε ένα με κάθε δυστυχισμένο και πονεμένο κι αμαρτωλό. Κανείς δεν πρέπει να θέλει να σωθεί μόνος του, χωρίς να σωθούν και οι άλλοι. Είναι λάθος να προσεύχεται κανείς για τον εαυτό του, για να σωθεί ο ίδιος. Τους άλλους πρέπει να αγαπάμε και να προσευχόμαστε να μη χαθεί κανείς· να μπούν όλοι στην Εκκλησία. Αυτό έχει αξία. Και μ’ αυτή την επιθυμία πρέπει να φύγει κανείς απ’ τον κόσμο, για να πάει στο μοναστήρι η στην έρημο.
Μέσα στην Εκκλησία, που έχει τα μυστήρια που σώζουν, δεν υπάρχει απελπισία. Μπορεί να είμαστε πολύ αμαρτωλοί. Εξομολογούμαστε, όμως μας διαβάζει ο παπάς κι έτσι συγχωρούμαστε και προχωρούμε προς την αθανασία, χωρίς καθόλου άγχος, χωρίς καθόλου φόβο.
Όποιος ζει τον Χριστό, γίνεται ένα μαζί Του, με την Εκκλησία Του. Ζει μια τρέλα! Η ζωή αυτή είναι διαφορετική απ’ τη ζωή των ανθρώπων. Είναι χαρά, είναι φως, είναι αγαλλίαση, είναι ανάταση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή του Ευαγγελίου, η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» (Λουκ. 17,21). Έρχεται μέσα μας ο Χριστός κι εμείς είμαστε μέσα Του. Και συμβαίνει όπως μ’ ένα κομμάτι σίδηρο που τοποθετημένο μές στη φωτιά γίνεται φωτιά και φως· έξω απ’ τη φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.
Όσοι κατηγορούν την Εκκλησία για τα λάθη των εκπροσώπων της, με σκοπό δήθεν να βοηθήσουν για την διόρθωση, κάνουν μεγάλο λάθος. Αυτοί δεν αγαπούν την Εκκλησία. Ούτε, βέβαια τον Χριστό. Τότε αγαπάμε την Εκκλησία, όταν με την προσευχή μας αγκαλιάζουμε κάθε μέλος της και κάνομε ό,τι κάνει ο Χριστός. Θυσιαζόμαστε, αγρυπνούμε, κάνομε το παν, όπως εκείνος, ο οποίος «τις λοιδορίες δεν τις ανταπέδιδε, και όταν έπασχε δεν απειλούσε» (Α΄ Πετρ. 2,23).
Να προσέχουμε και το τυπικό μέρος. Να ζούμε τα μυστήρια, ιδιαίτερα το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σ’ αυτά βρίσκεται η Ορθοδοξία. Προσφέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία με τα μυστήρια και κυρίως με την Θεία Κοινωνία.
Για πολλούς, όμως, η θρησκεία είναι ένας αγώνας, μια αγωνία κι ένα άγχος. Γι’ αυτό πολλούς απ’ τους «θρήσκους» τους θεωρούνε δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται. Και πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το βάθος της θρησκείας και δεν την ζήσει, η θρησκεία καταντάει αρρώστεια και μάλιστα φοβερή. Τόσο φοβερή, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό κακού πνεύματος (δηλ. δαιμονικής ενέργειας). Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση είμαι μια σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοι άνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, σταυρούς, λένε, «είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι», και μόλις βγούνε έξω, αρχίζουν να βλασφημάνε τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. Φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει στο μέσον δαιμόνιο.
Στην πραγματικότητα, η χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τον άνθρωπο και τον θεραπεύει. Η κυριότερη, όμως, προϋπόθεση, για να αντιληφθεί και να διακρίνει ο άνθρωπος την αλήθεια, είναι η ταπείνωση. Ο εγωισμός σκοτίζει το νού του ανθρώπου, τον μπερδεύει, τον οδηγεί στην πλάνη, στην αίρεση. Είναι σπουδαίο να κατανοήσει ο άνθρωπος την αλήθεια.
Στις αιρέσεις πάνε όλοι οι μπερδεμένοι. Μπερδεμένα παιδιά μπερδεμένων γονέων.
Πολλές φορές ούτε ο κόπος, ούτε οι μετάνοιες, ούτε οι σταυροί προσελκύουν τη χάρη. Υπάρχουν μυστικά. Το ουσιαστικότερο είναι να φύγεις απ’ τον τύπο και να πηγαίνεις στην ουσία. Ό,τι γίνεται, να γίνεται από αγάπη.
Όταν δεν ζείς με τον Χριστό, ζείς μές στη μελαγχολία, στη θλίψη, στο άγχος, στη στενοχώρια. δεν ζείς σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ανωμαλίες και στον οργανισμό. Επηρεάζεται το σώμα, οι ενδοκρινείς αδένες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, το στομάχι. Σου λένε: «Για να είσαι υγιής, πάρε το πρωί το γάλα σου, το αυγουλάκι σου, το βουτυράκι σου με δύο-τρία παξιμάδια». Κι όμως, αν ζείς σωστά, αν αγαπήσεις τον Χριστό, μ’ ένα πορτοκάλι κι ένα μήλο είσαι εντάξει. Το μεγάλο φάρμακο είναι να επιδοθεί κανείς στην λατρεία του Χριστού. Όλα θεραπεύονται. Όλα λειτουργούν κανονικά. Η αγάπη του Θεού όλα τα μεταβάλλει, τα μεταποιεί, τα αγιάζει, τα διορθώνει, τα αλλάζει, τα μεταστοιχειώνει.
Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό.. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό. Η σαρκική αγάπη έχει κορεσμό. Μετά μπορεί ν’ αρχίσει η ζήλια, η γκρίνια, μέχρι κι ο φόνος. Μπορεί να μεταβληθεί σε μίσος. Η εν Χριστώ αγάπη δεν αλλοιώνεται. Η κοσμική αγάπη λίγο διατηρείται και σιγά σιγά σβήνει, ενώ η θεία αγάπη ολοένα μεγαλώνει και βαθαίνει. Κάθε άλλος έρωτας μπορεί να φέρει τον άνθρωπο σε απελπισία. Ο θείος έρως, όμως, μας ανεβάζει στη σφαίρα του Θεού, μας χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οι άλλες ηδονές κουράζουν, ενώ αυτή διαρκώς δεν χορταίνεται. Είναι μία ηδονή ακόρεστος, που δεν την βαριέται κανείς ποτέ. Είναι το άκρον αγαθόν.
Όταν αγαπάς τον Χριστό, παρόλες τις αδυναμίες και τη συναίσθηση που έχεις γι’ αυτές έχεις τη βεβαιότητα ότι ξεπέρασες τον θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στην κοινωνία της αγάπης του Χριστού.
Τον Χριστό να τον αισθανόμαστε σαν φίλο μας. Είναι φίλος μας. Το βεβαιώνει ο ίδιος, όταν λέει: «Εσείς είστε φίλοι μου…» (Ιω. 15,14). Σαν φίλο να τον ατενίζομε και να τον πλησιάζομε. Πέφτομε; Αμαρτάνομε; Με οικειότητα, με αγάπη κι εμπιστοσύνη να τρέχομε κοντά του· όχι με φόβο ότι θα μας τιμωρήσει αλλά με θάρρος, που θα μας το δίδει η αίσθηση του φίλου. Να του πούμε: «Κύριε, το έκανα, έπεσα, συγχώρεσέ με». Αλλά συγχρόνως να αισθανόμαστε ότι μας αγαπάει, ότι μας δέχεται τρυφερά, με αγάπη και μας συγχωρεί. Να μη μας χωρίζει απ’ τον Χριστό η αμαρτία. Όταν πιστεύουμε ότι μας αγαπάει και τον αγαπάμε, δεν θα αισθανόμαστε ξένοι και χωρισμένοι απ’ Αυτόν, ούτε όταν αμαρτάνουμε. Έχουμε εξασφαλίσει την αγάπη Του κι όπως και να φερθούμε, ξέρομε ότι μας αγαπάει.
Το Ευαγγέλιο, βέβαια, λέει με συμβολικές λέξεις για τον άδικο ότι θα βρεθεί εκεί, όπου υπάρχει «ο τριγμός και ο βρυγμός των οδόντων», διότι μακράν του Θεού έτσι είναι. Και από τους νηπτικούς Πατέρες της Εκκλησίας πολλοί ομιλούν για φόβο θανάτου και κολάσεως. Λένε: «Έχε μνήμη θανάτου πάντοτε». Αυτές οι λέξεις, αν τις εξετάσομε βαθιά, δημιουργούν τον φόβο της κολάσεως. Ο άνθρωπος προσπαθώντας ν’ αποφύγει την αμαρτία, κάνει αυτές τις σκέψεις, για να κυριευθεί η ψυχή του απ’ το φόβο του θανάτου, της κολάσεως και του διαβόλου. ...
Όλα έχουν τη σημασία τους, το χρόνο και την περίστασή τους. Η έννοια του φόβου είναι καλή για τα πρώτα στάδια. Είναι για τους αρχάριους, γι’ αυτούς που ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος. Ο άνθρωπος ο αρχάριος, που δεν έχει ακόμη λεπτυνθεί, συγκρατείται απ’ το κακό με το φόβο. Και ο φόβος είναι απαραίτητος, εφόσον είμαστε υλικοί και χαμερπείς. Αλλ’ αυτό είναι ένα στάδιο, ένας χαμηλός βαθμός σχέσεως με το θείον. Το πάμε στη συναλλαγή, προκειμένου να κερδίσομε τον Παράδεισο η να γλιτώσομε την κόλαση. Αυτό, αν το καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ιδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. Εμένα δε μου αρέσει αυτός ο τρόπος. Όταν ο άνθρωπος προχωρήσει και μπεί στην αγάπη του Θεού, τι του χρειάζεται ο φόβος; Ό,τι κάνει, το κάνει από αγάπη κι έχει πολύ μεγαλύτερη αξία αυτό. Το να γίνει καλός κάποιος από φόβο στον Θεό κι όχι από αγάπη δεν έχει τόση αξία.
Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού, διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις, διότι ο Χριστός «χοντρές» ψυχές δεν θέλει κοντά Του.
Κανείς να μη σάς βλέπει, κανείς να μην καταλαβαίνει τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον. Όλ’ αυτά κρυφά, μυστικά, σαν τους ασκητές. Θυμάστε που σάς έχω πεί για τ’ αηδονάκι; Μές στο δάσος κελαϊδάει. Στη σιγή. Να πεί πως κάποιος τ’ ακούει, πως κάποιος το επαινεί; Πόσο ωραίο κελάηδημα στην ερημιά! Έχετε δεί πως φουσκώνει ο λάρυγγάς του; Έτσι γίνεται και μ’ αυτόν που ερωτεύεται τον Χριστό. Άμα αγαπάει, «φουσκώνει ο λάρυγγας, παθαίνει, μαλλιάζει η γλώσσα». Πιάνει μια σπηλιά, ένα λαγκάδι και ζει τον Θεό μυστικά, «στεναγμοίς αλαλήτοις».
Περιφρονήστε τα πάθη, μην ασχολείσθε με τον διάβολο. Στραφείτε στον Χριστό.
Η θεία χάρις μας διδάσκει το δικό μας χρέος. Για να την προσελκύσουμε, θέλει αγάπη, λαχτάρα. Η χάρις του Θεού θέλει θείο έρωτα. Η αγάπη αρκεί, για να μας φέρει σε κατάλληλη «φόρμα» για προσευχή. Μόνος Του θα έλθει ο Χριστός και θα εγκύψει στην ψυχή μας, αρκεί να βρει ορισμένα πραγματάκια που να Τον ευχαριστούν· αγαθή προαίρεση, ταπείνωση και αγάπη. Χωρίς αυτά δεν μπορούμε να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»
Ο παραμικρός γογγυσμός κατά του πλησίον επηρεάζει την ψυχή σας και δεν μπορείτε να προσευχηθείτε. Το Πνεύμα το Άγιον, όταν βρίσκει έτσι την ψυχή, δεν τολμάει να πλησιάσει.
Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα.
Όταν ο Θεός δεν μας δίδει κάτι που επίμονα ζητάμε, έχει το λόγο Του. Έχει κι ο Θεός τα «μυστικά» Του.
Αν δεν κάνετε υπακοή (σε ιερέα-πνευματικό) και δεν έχετε ταπείνωση, η ευχή (δηλ. το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) δεν έρχεται και υπάρχει και φόβος πλάνης.
Να μην γίνεται η ευχή (το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) αγγαρεία. Η πίεση μπορεί να φέρει μία αντίδραση μέσα μας, να κάνει κακό. Έχουν αρρωστήσει πολλοί με την ευχή, γιατί την έκαναν με πίεση. Και γίνεται, βέβαια, κι όταν το κάνεις αγγαρεία· αλλά δεν είναι υγιές.
Δεν είναι ανάγκη να συγκεντρωθείτε ιδιαίτερα για να πείτε την ευχή. Δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια όταν έχεις θείο έρωτα. Όπου βρίσκεσθε, σε σκαμνί, σε καρέκλα, σε αυτοκίνητο, παντού, στον δρόμο, στο σχολείο, στο γραφείο, στη δουλειά μπορείτε να λέτε την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», απαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο.
Σημασία στην προσευχή έχει όχι η χρονική διάρκεια αλλά η ένταση. Να προσεύχεσθε έστω και πέντε λεπτά, αλλά δοσμένα στο Θεό με αγάπη και λαχτάρα. Μπορεί ένας μία ολόκληρη νύχτα να προσεύχεται κι αυτή η προσευχή των πέντε λεπτών να είναι ανώτερη. Μυστήριο είναι αυτό βέβαια, αλλά έτσι είναι.
Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει αμέσως αρχίζει: «Κύριε Ιησού Χριστέ…». Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αυπνία· να μη σκέπτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς η όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το «Κύριε Ιησού Χριστέ…» κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος.
Όλα είναι μέσα μας, και τα ένστικτα και τα πάντα, και ζητούν ικανοποίηση. Αν δεν τα ικανοποιήσομε, κάποτε θα εκδικηθούν, εκτός και τα διοχετεύσομε αλλού, στο ανώτερο, στον Θεό.
Δεν γίνεσθε άγιοι κυνηγώντας το κακό. Αφήστε το κακό. Να κοιτάζετε προς τον Χριστό κι Αυτός θα σάς σώσει. Αντί να στέκεσθε έξω από την πόρτα και να διώχνετε τον εχθρό, περιφρονήστε τον. Έρχεται από δώ το κακό; Δοθείτε μά τρόπο απαλό από εκεί. Δηλαδή έρχεται να σάς προσβάλει το κακό, δώστε εσείς την εσωτερική σας δύναμη στο καλό, στον Χριστό. Παρακαλέστε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ξέρει εκείνος πως να σάς ελεήσει, με τι τρόπο. Κι όταν γεμίζετε απ’ το καλό, δεν στρέφεσθε πια προς το κακό. Γίνεσθε μόνοι σας, με τη χάρη του Θεού, καλοί. Που να βρει τόπο τότε το κακό; Εξαφανίζεται!
Σάς πιάνει φοβία κι απογοήτευση; Στραφείτε στον Χριστό. Αγαπήστε τον απλά, ταπεινά, χωρίς απαίτηση και θα σάς απαλλάξει ο Ίδιος.
Να μη διαλέγετε αρνητικούς τρόπους για τη διόρθωσή σας. Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μία μικρή πείρα σ’ αυτά. Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.
Τις αδυναμίες αφήστε τις όλες, για να μην παίρνει είδηση το αντίθετο πνεύμα (δηλ. ο διάβολος) και σάς βουτάει και σάς καθηλώνει και σάς βάζει στη στενοχώρια. Να μην κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ απαλλαγείτε από αυτές. Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος. Μη λέτε: «Τώρα θα σφιχτώ, θα κάνω προσευχή ν’ αποκτήσω αγάπη, να γίνω καλός κ.λπ.». Δεν είναι καλό να σφίγγεσαι και να πλήττεις, για να γίνεις καλός. Έτσι θ’ αντιδράσετε χειρότερα. Όλα να γίνονται με απαλό τρόπο, αβίαστα και ελεύθερα. Ούτε να λέτε: «Θεέ μου, απάλλαξέ με απ’ αυτό», παραδείγματος χάριν, τον θυμό, την λύπη. Δεν είναι καλό να προσευχόμαστε η και να σκεπτόμαστε το συγκεκριμένο πάθος. κάτι γίνεται στην ψυχή μας και μπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο. Ρίξου με ορμή, για να νικήσεις το πάθος και θα δείς τότε πως θα σ’ αγκαλιάσει, θα σε σφίξει και δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα.
Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσομε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη.
Αυτό είναι η Εκκλησία μας, αυτή είναι η χαρά μας, αυτό είναι το παν για μας. Και ο άνθρωπος σήμερα αυτό ζητάει. Και παίρνει τα δηλητήρια και τα ναρκωτικά, για να έλθει σε κόσμους χαράς. αλλά ψεύτικης χαράς. Κάτι αισθάνεται εκείνη τη στιγμή και αύριο είναι τσακισμένος. Το ένα τον τρίβει, τον τρώει, τον τσακίζει, τον ψήνει. Ενώ το άλλο, δηλαδή το δόσιμο στον Χριστό, τον ζωογονεί, του δίνει χαρά, τον κάνει να χαίρεται τη ζωή, να νιώθει δύναμη, μεγαλείο.
Είναι μεγάλη τέχνη να τα καταφέρετε να αγιασθεί η ψυχή σας. Παντού μπορεί ν’ αγιάσει κανείς. Και στην Ομόνοια μπορεί ν’ αγιάσει, αν το θέλει. Στην εργασία σας, όποια και να είναι, μπορείτε να γίνετε άγιοι. Με την πραότητα, την υπομονή, την αγάπη. Να βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, με ενθουσιασμό και αγάπη, προσευχή και σιωπή. Όχι να έχετε άγχος και να σάς πονάει το στήθος.
Να εργάζεσθε με εγρήγορση, απλά, απαλά, χωρίς αγωνία, με χαρά κι αγαλλίαση, με αγαθή διάθεση. Τότε έρχεται η θεία χάρις.
Όλα τα δυσάρεστα, που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σάς καταπονούν. Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό.
Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεσθε. Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν’ ατενίσετε το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.
Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό.
Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει τον διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δεί την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να τη υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σάς παίρνει είδηση και σάς πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σάς αγκαλιάζει. Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρης, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρες, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μη κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε.
Ο ταπεινός έχει συνείδηση της εσωτερικής του καταστάσεως και, όσο κι αν είναι άσχημη, δεν χάνει την προσωπικότητά του. Δεν χάνει την ισορροπία του. Το αντίθετο συμβάνει με τον εγωιστή, τον έχοντα αισθήματα κατωτερότητος. Στην αρχή μοιάζει με τον ταπεινό. Λίγο, όμως, αν τον πειράξει κανείς, αμέσως χάνει την ειρήνη του, εκνευρίζεται, ταράζεται.
Όταν ο άνθρωπος ζει χωρίς Θεό, χωρίς γαλήνη, χωρίς εμπιστοσύνη, αλλά με άγχος, αγωνία, κατάθλιψη, απελπισία, αποκτάει ασθένειες σωματικές και ψυχικές. Η ψυχασθένεια, η νευρασθένεια, ο διχασμός είναι δαιμονικές καταστάσεις. Δαιμόνιο είναι επίσης και η ταπεινολογία. Το λένε αίσθημα κατωτερότητος. Η αληθινή ταπείνωση δεν μιλάει, δεν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «είμαι αμαρτωλός, ανάξιος, ελάχιστος πάντων…». Φοβάται ο ταπεινός μήπως με τις ταπεινολογίες πέσει στην κενοδοξία. Η χάρις του Θεού δεν πλησιάζει εδώ. Αντίθετα, η χάρις του Θεού βρίσκεται εκεί όπου υπάρχει αληθινή ταπείνωση, η θεία ταπείνωση, η τέλεια εμπιστοσύνη στον Θεό. Η εξάρτηση από Εκείνον.
Ο κενόδοξος την ψυχή του την αποξενώνει απ’ την αιώνια ζωή. Τελικά ο εγωισμός είναι σκέτη κουταμάρα! Η κενοδοξία μας κάνει κούφιους. Όταν κάνομε κάτι για να επιδειχθούμε, καταντούμε άδειοι ψυχικά. Ό,τι κάνομε, να το κάνομε για να ευχαριστήσομε τον Θεό· ανιδιοτελώς, χωρίς κενοδοξία, χωρίς υπηρηφάνεια, χωρίς εγωισμό, χωρίς, χωρίς…
Δεν πρέπει η ψυχή μας ν’ αντιστέκεται και να λέει, «γιατί το έκανε αυτό ο Θεός, γιατί το άλλο αλλιώς, δεν μπορούσε να το κάνει διαφορετικά;». Όλ’ αυτά δείχνουν μία εσωτερική μικροψυχία και αντίδραση. Δείχνουν την μεγάλα ιδέα που έχομε για τον εαυτό μας, την υπερηφάνειά μας και τον μεγάλο εγωισμό μας. Αυτά τα «γιατί» πολύ βασανίζουν τον άνθρωπο, δημιουργούν αυτό που λέει ο κόσμος «κόμπλεξ». παραδείγματος χάριν, «γιατί να είμαι πολύ ψηλός» η – το αντίθετο – «πολύ κοντός;». Αυτό δεν φεύγει από μέσα. Και προσεύχεται κανείς και αγρυπνεί, αλλά γίνεται το αντίθετο. Και υποφέρει και αγανακτεί χωρίς αποτέλεσμα. Ενώ με τον Χριστό, με την χάρη φεύγουν όλα. Υπάρχει αυτό το «κάτι» στο βάθος, δηλαδή το «γιατί», αλλ’ η χάρις του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο κι ενώ η ρίζα είναι το κόμπλεξ, εκεί πάνω φυτρώνει τριανταφυλλιά με ωραία τριαντάφυλλα κι όσο ποτίζεται με την πίστη, με την αγάπη, με την υπομονή, με την ταπείνωση, τόσο παύει να έχει δύναμη το κακό και παύει να υπάρχει· δηλαδή δεν εξαφανίζεται, αλλά μαραίνεται. Όσο δεν ποτίζεται η τριανταφυλλιά, τόσο μαραίνεται, ξηραίνεται, χάνεται και αμέσως ξεπετάγεται αγκάθι.
Εκπειράζουμε τον Θεό, όταν ζητούμε κάτι από Εκείνον, αλλά η ζωή μας είναι μακράν του Θεού. Τον εκπειράζομε, όταν ζητούμε κάτι, αλλά η ζωή μας δεν είναι σύμφωνη με το θέλημά Του-πράγματα, δηλαδή, ενάντια στον Θεό. άγχος, αγωνία, απ’ το ένα μέρος, κι απ’ το άλλο παρακαλούμε.
Μπορεί να σου πεί ο πνευματικός: «Πως θα ήθελα να ήμασταν σε ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου από την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου· όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν την ζωή σου».
Πολλές φορές έχω μεταχειρισθεί αυτή τη γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ’ αυτό. Την ώρα που λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει από όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές· διότι, την ώρα που τα λες ο εξομολόγος εύχεται θερμά για την απαλλαγή σου.
Ας μη γυρίζουμε πίσω στις αμαρτίες που έχουμε εξομολογηθεί. Η ανάμνηση των αμαρτιών κάνει κακό. Ζητήσαμε συγγνώμη; Τελείωσε. Ο Θεός όλα τα συγχωρεί με την εξομολόγηση. Κι εγώ σκέπτομαι ότι αμαρτάνω. Δεν βαδίζω καλά. Ό,τι όμως με στενοχωρεί, το κάνω προσευχή, δεν το κλείνω μέσα μου, πάω στο πνευματικό, το εξομολογούμαι, τελείωσε! Να μη γυρίζομε πίσω και να λέμε τι δεν κάναμε. Σημασία έχει τι θα κάνομε τώρα, απ’ αυτή τη στιγμή και έπειτα.
Η απελπισία και η απογοήτευση είναι το χειρότερο πράγμα. Είναι παγίδα του σατανά, για να κάνει τον άνθρωπο να χάσει την προθυμία του στα πνευματικά και να τον φέρει σε απελπισία.
Όλες σχεδόν οι αρρώστιες προέρχονται από έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό και αυτό δημιουργεί άγχος. Το άγχος το δημιουργεί η κατάργηση του θρησκευτικού αισθήματος. Αν δεν έχετε έρωτα για τον Χριστό, αν δεν ασχολείσθε με άγια πράγματα, σίγουρα θα γεμίσετε με μελαγχολία και κακό.
Ένα πράγμα που μπορεί να βοηθήσει τον καταθλιπτικό είναι και η εργασία, το ενδιαφέρον για τη ζωή. Ο κήπος, τα φυτά, τα λουλούδια, τα δέντρα, η εξοχή, ο περίπατος στην ύπαιθρο, η πορεία, όλ’ αυτά βγάζουν τον άνθρωπο απ’ την αδράνεια και του δημιουργούν άλλα ενδιαφέροντα. Επιδρούν σαν φάρμακα. Η ασχολία με την τέχνη, τη μουσική κ.λπ. κάνει πολύ καλό. Σ’ εκείνο, όμως, που δίδω τη μεγαλύτερη σημασία είναι το ενδιαφέρον για την Εκκλησία, για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, για τις ακολουθίες. Μελετώντας τα λόγια του Θεού, θεραπεύεται κανείς χωρίς να το καταλάβει.
Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνομε από πράγματα επιφανειακά και εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή η άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά να μπαίνετε, στο βάθος, στην ψυχή της. Ίσως να είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να εκλύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα. Σκεφθείτε να γνωρίσει αυτή τον Χριστό. Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα τη στρέψει στον Χριστό. Θα κάνει το παν, για να ελκύσει τη χάρη του Θεού. Θα γίνει αγία.
Πολλές φορές με την αγωνία μας και τους φόβους μας και την άσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρίς να το θέλομε και χωρίς να το καταλαβαίνομε, κάνομε κακό στον άλλον, έστω κι αν τον αγαπάμε πάρα πολύ, όπως, για παραδείγματος χάριν, η μάνα το παιδί της. Η μάνα μεταδίδει στο παιδί όλο το άγχος της για τη ζωή του, για την υγεία του, για την πρόοδό του, έστω κι αν δεν του μιλάει, έστω κι αν δεν εκδηλώνει αυτό που έχει μέσα της. Αυτή η αγάπη, η φυσική αγάπη, μπορεί κάποτε να βλάψει. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την αγάπη του Χριστού, που συνδυάζεται με την προσευχή και με την αγιότητα του βίου. Η αγάπη αυτή κάνει άγιο τον άνθρωπο, τον ειρηνεύει, διότι αγάπη είναι ο Θεός.
Βίος και Λόγοι, έκδ. Ιεράς Μονή Χρυσοπηγής Χανίων.
2003
Γέρων Πορφύριος
αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα Πατερική Θεολογία
Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη· αυτά να μεταδίδομε.
Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.
Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε. Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;». Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο Θεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.
Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός. Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό.
Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βγαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλο, όπως μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλος παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς. Αυτό γίνεται απ’ τη δική μας αγανάκτηση. Εμείς μεταδίδομε μυστικώ τω τρόπω την κακία μας. Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς …».
Η βασκανία είναι πολύ άσχημο πράγμα. Είναι η κακή επίδραση που γίνεται όταν κανείς ζηλέψει κι ορεχθεί κάτι ή κάποιον. Θέλει μεγάλη προσοχή. Η ζήλεια κάνει πολύ κακό στον άλλο. Αυτός που βασκαίνει δεν το βάζει καν στο νου του ότι κάνει κακό. Είδατε τι λέει και η Παλαιά Διαθήκη: «Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά».
Όταν όμως ο άλλος είναι άνθρωπος του Θεού και εξομολογείται και μεταλαμβάνει και έχει πάνω του τον Σταυρό, δεν τον πιάνει τίποτα. Όλοι οι δαίμονες να πέσουν πάνω του δεν καταφέρνουν τίποτα.
Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται «ηθικολόγος». Αυτός ο «ηθικολόγος» όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλο. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός.
… Λέμε παραδείγματος χάριν: «Έπρεπε να κάνεις αυτό· δεν το έκανες, να τι έπαθες!». Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί. Κατά ένα μυστηριώδη και αφανή τρόπο μειώνομε στον άλλο τη δύναμη να πάει στο αγαθό, του κάνομε κακό. Μπορεί να γίνομε αιτία ν’ αρρωστήσει, να χάσει τη δουλειά του, την περιουσία του κ.λπ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν κάνομε κακό μόνο στον πλησίον μας αλλά και στον εαυτό μας, γιατί απομακρυνόμαστε απ’ την χάρι του Θεού. Και τότε προσευχόμεθα και δεν εισακουόμεθα. «Αιτούμεν και ου λαμβάνομεν». Γιατί; Το σκεφθήκαμε ποτέ αυτό; «Διότι κακώς αιτούμεθα». Πρέπει να βρούμε τρόπο να θεραπεύσομε την τάση που υπάρχει μέσα μας να αισθανόμαστε και να σκεπτόμαστε με κακία για τον άλλο.
Είναι δυνατόν να πει κάποιος, «έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ’ τον Θεό», και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Είναι, όμως, πολύ λεπτό πράγμα να διακρίνει κανείς αν έχει ή δεν έχει κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.
Δεν συμβαίνει το ίδιο αν πούμε μετά φόβου ότι ο άλλος δεν ζει καλά και να προσευχόμαστε να τον βοηθήσει ο Θεός και να του δώσει μετάνοια· δηλαδή ούτε λέμε, ούτε κατά βάθος επιθυμούμε να τον τιμωρήσει ο Θεός γι’ αυτό που κάνει. Τότε όχι μόνο δεν κάνομε στον πλησίον κακό, αλλά του κάνομε και καλό. Όταν εύχεται κανείς για τον πλησίον του, μια καλή δύναμη βγαίνει απ’ αυτόν και πηγαίνει στον αδελφό και τον θεραπεύει και τον δυναμώνει και τον ζωογονεί. Μυστήριο πως φεύγει από μας αυτή η δύναμη. Όμως πράγματι αυτός που έχει μέσα του το καλό στέλνει την καλή αυτή δύναμη στους άλλους μυστικά και απαλά. Στέλνει στον πλησίον του φως, που δημιουργεί έναν κύκλο προστασίας γύρω του και τον προφυλάσσει απ’ το κακό. Όταν έχομε για τον άλλο αγαθή διάθεση και προσευχόμαστε, θεραπεύομε τον αδελφό και τον βοηθάμε να πάει προς τον Θεό.
Υπάρχει μία ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα. Αυτό γίνεται και με την κατάρα, η οποία είναι δύναμη που ενεργεί το κακό. Αν, όμως, πάλι με αγάπη προσευχηθούμε για κάποιον, όση απόσταση κι αν μας χωρίζει, μεταδίδεται το καλό. Άρα και το καλό και το κακό δεν τα επηρεάζουν οι αποστάσεις. Μπορούμε να τα στείλομε σε αποστάσεις απέραντες. … Ο θρούς της ψυχής μας φθάνει μυστηριωδώς κι επηρεάζει τον άλλον, έστω κι αν δεν εκφράσομε ούτε μια λέξη. Και χωρίς να μιλήσουμε, μπορεί να μεταδώσουμε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ’ τα λόγια.
Η κακή δύναμη δεν έχει φραγμούς, δεν εμποδίζεται ούτε από κλειδαριές ούτε από αποστάσεις. Η κακή δύναμη μπορεί και το αυτοκίνητο να το γκρεμίσει χωρίς να υπάρχει καμιά βλάβη.
Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσουμε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνουμε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια.
Βέβαια αυτό στην αρχή είναι λίγο δύσκολο.
Πρώτα ήταν ανίκανος να κάνει το καλό, (ο απόστολος Παύλος) μετά που ήλθε ο Χριστός μέσα του έγινε ανίκανος να κάνει το κακό. Και φώναζε μάλιστα: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός». Το έλεγε, το κήρυττε με καύχηση, ότι «έχω τον Χριστό μέσα μου», ενώ πρωτύτερα έλεγε: «Ήθελα να κάνω το καλό, αλλά δεν μπορούσα».
Έτσι θ’ αποσπάσουμε την χάρη του Θεού, θα καταστούμε ένθεοι. Άμα δοθούμε κατά κει, άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως. Παράδεισος!
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ
Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα σ’ αυτά.
Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.
Τις αδυναμίες αφήστε τις όλες, για να μην παίρνει είδηση το αντίθετο πνεύμα (δηλ. ο διάβολος) και σας βουτάει και σας καθηλώνει και σας βάζει στη στενοχώρια. Να μην κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ απαλλαγείτε από αυτές. Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος.
Μη λέτε: «Τώρα θα σφιχτώ, θα κάνω προσευχή ν’ αποκτήσω αγάπη, να γίνω καλός κ.λπ.». Δεν είναι καλό να σφίγγεσαι και να πλήττεις, για να γίνεις καλός. Έτσι θ’ αντιδράσετε χειρότερα.
Όλα να γίνονται με απαλό τρόπο, αβίαστα και ελεύθερα. Ούτε να λέτε: «Θεέ μου, απάλλαξέ με απ’ αυτό», παραδείγματος χάριν, τον θυμό, την λύπη. Δεν είναι καλό να προσευχόμαστε ή και να σκεπτόμαστε το συγκεκριμένο πάθος. κάτι γίνεται στην ψυχή μας και μπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο. Ρίξου με ορμή, για να νικήσεις το πάθος και θα δεις τότε πως θα σ’ αγκαλιάσει, θα σε σφίξει και δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα.
Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσουμε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη.
Άγιος Πορφύριος