ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


Μεγάλη υπόθεση να έχη ο άνθρωπος την ευλογία του Θεού! Πλούτος είναι! Ό,τι έχει ευλογία, στέκει, δεν γκρεμίζεται. Ό,τι δεν έχει ευλογία, δεν στέκει. Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία. Όλες οι αμαρτίες έχουν ελαφρυντικά, η αδικία δεν έχει, μαζεύει οργή Θεού. Φοβερό! Αυτοί που αδικούν, βάζουν φωτιά στο κεφάλι τους. Από την μία μεριά βλέπεις να κάνουν μία αδικία και από την άλλη να πεθαίνουν δικοί τους άνθρωποι και να μη δίνουν σημασία. Πώς να κάνουν προκοπή οι άνθρωποι με τόσες αδικίες; Κάνουν αυτά που κάνουν, δίνουν δικαιώματα και στον διάβολο, γι αυτό μετά περνούν δοκιμασίες, τους βρίσκουν αρρώστιες κ.λπ. και σού λένε: «Κάνε προσευχή να γίνω καλά».
Τα περισσότερα κακά που συμβαίνουν είναι από αδικίες. Όταν λ.χ. μαζεύεται με αδικία η περιουσία, ζουν οι άνθρωποι λίγα χρόνια σαν αρχοντόπουλα και μετά τα δίνουν, όσα μάζεψαν, στους γιατρούς. Τί λέει ο Ψαλμός; «Κρείσσον ολίγον τω δικαίω υπέρ πλούτον αμαρτωλών πολύν»39. «Ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα». Όσα μαζεύουν, φεύγουν, όλα εξανεμίζονται. Σπάνια, σε πολύ λίγους συμβαίνει να είναι οι αρρώστιες, οι χρεωκοπίες κ.λπ. μία δοκιμασία του Θεού. Αυτοί θα έχουν καθαρό μισθό. Σ' αυτήν την περίπτωση συνήθως γίνονται ύστερα πιο πλούσιοι, σαν τον Ιωβ. Αλλά, και πολλοί άνθρωποι που βγαίνουν άλειωτοι, είναι και από αυτό, κάποια αδικία έχουν κάνει.
Ο άδικος βασανίζεται
Ο άδικος, και γενικά κάθε ένοχος, όταν δεν ζητήση συγχώρηση, ταλαιπωρείται από την συνείδησή του και επιπλέον από την αγανάκτηση του αδικημένου. Γιατί, όταν ο αδικημένος δεν τον συγχωρήση και γογγύζη, τότε ο άδικος ταλαιπωρείται πολύ, βασανίζεται. Δεν μπορεί να κοιμηθή. Σαν να τον χτυπούν κύματα και τον φέρνουν σβούρα. Είναι μυστήριο πράγμα το πώς το πληροφορείται! Όπως, όταν ένας αγαπά κάποιον και τον σκέφτεται με την καλή έννοια, εκείνος το πληροφορείται, έτσι και σ' αυτήν την περίπτωση. Ώ, ο γογγυσμός του άλλου τον κάνει άνω-κάτω! Και μακριά να είναι, τί στην Αυστραλία, τί στο Γιοχάννεμπουργκ, δεν μπορεί να ησυχάση, όταν είναι αγανακτισμένος ο άλλος εξ αιτίας του.
- Αν είναι αναίσθητος;
- Οι αναίσθητοι λές ότι δεν υποφέρουν; Το πολύ-πολύ να καταφύγουν σε καμμιά ψυχαγωγία, για να ξεχασθούν. Μπορεί πάλι ο αδικημένος να τον συγχώρησε τον ένοχο, αλλά να έχη μείνει λίγη αγανάκτηση μέσα του. τότε και ο ίδιος ταλαιπωρείται σε έναν βαθμό, αλλά ο ένοχος ταλαιπωρείται πολύ από την αγανάκτηση του άλλου. Αν όμως ο ένοχος ζητήση συγνώμη και δεν του την δώση ο αδικημένος, τότε ταλαιπωρείται εκείνος. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωτιά από το εσωτερικό κάψιμο της ψυχής από την συνείδηση. Την βασανίζει και την τρώει συνέχεια με το σαράκι σ' ετούτη την ζωή και πιο πολύ φυσικά θα την τρώη στην άλλη
ζωή, την αιώνια, «ο ακοίμητος σκώληξ», αν δεν μετανοήση ο άνθρωπος σ' αυτήν την ζωή και δεν επιστρέψη τις αδικίες του στους συνανθρώπους του, έστω και με την αγαθή του προαίρεση, σε περίπτωση που δεν μπορεί με άλλον τρόπο.

(Λόγοι τόμος Α, σελ. 85-87)

Το «τόλμημα» — όπως το αποκαλείς— που έκανες, να αυτοτραυματιστείς δηλαδή και να γράψεις με το αίμα σου(!) μια διακήρυξη αιώνιας πίστεως στο Θεό και την πατρίδα, σου το λέω απερίφραστα πως ήταν άτοπο και γελοίο. Και μην ψάχνεις μάταια να βρεις οποιεσδήποτε δικαιολογίες.
Οι πλανεμένες απόψεις σου γύρω από την υπερηφάνεια και την ταπείνωση, καθώς και οι φλυαρίες που στοχεύουν στην αυτοδικαίωσή σου, σκοτίζουν την υπόθεση και δεν πιάνουν την ουσία της. Το πράγμα είναι απλό. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει: Όπου δεις πτώση, να είσαι σίγουρος ότι η περηφάνια προηγήθηκε.
Ούτε ένας απ’ όλους εμάς δεν μπορεί να «καυχηθεί» πως έχει αποκτήσει ταπείνωση. Κάθε πράξη μας, ολόκληρη η ζωή μας, αποδεικνύουν το αντίθετο. Και όπου λείπει η ταπείνωση, εκεί βρίσκεται πάντα παρούσα η έπαρση. Όπου δεν υπάρχει φως, εκεί βασιλεύει το σκοτάδι…
***
Πιστεύεις πράγματι ότι η εσωτερική ειρήνη που αναζητάς, εξαρτάται από την τοποθεσία που θα επιλέξεις τελικά για να ζήσεις; Να είσαι βέβαιος ότι η ειρήνη της ψυχής δεν εξαρτάται από τους τόπους διαβιώσεως. Δεν έχει τόση σημασία αν θα είσαι στο βουνό ή στη θάλασσα, στην πόλη ή στην έρημο, μέσα στους θορύβους των αμαξιών ή μέσα στο θρόισμα των φύλλων του δάσους. Τη γαλήνη της καρδιάς θα την κερδίσεις, όπου κι αν είσαι, μόνο με δύο προϋποθέσεις: Αν αγωνιστείς ν’ αποκτήσεις ταπείνωση, και αν αυτή την ταπείνωση τη συνδυάσεις με την ακριβή τήρηση των εντολών του Χριστού. Σου το λέει ο ίδιος: «Μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11:29).
Αυτό είναι. Τώρα, το που θα το πραγματοποιήσεις, δεν έχει καμιά σημασία.
Η συνοίκηση και επικοινωνία με άλλους ανθρώπους μας επιτρέπει να αποκτήσουμε πολύ πιο σύντομα την ικανότητα διαγνώσεως των ελαττωμάτων μας, ενώ η καταμόνας διαβίωση μας αφαιρεί αυτό το πλεονέκτημα. Όταν, ταπεινωμένοι από τη διαπίστωση της ψυχικής μας ρυπαρότητος, προσευχόμαστε στο Θεό να μας ελεήσει, Εκείνος ποτέ δεν μας αφήνει να περιμένουμε για πολύ. «Αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών» (Εφεσ. 2:14). Μην ξεγελιέσαι, λοιπόν. Κανένας τόπος, κανένας άνθρωπος και καμιά μέθοδος δεν μπορούν να σου εξασφαλίσουν με σιγουριά την αληθινή ειρήνη. Τίποτα άλλο, εκτός από τη χάρη του Θεού, δεν μπορεί να καταστήσει την ανθρώπινη καρδιά μόνιμο και ασφαλές καταφύγιο αυτής της ουράνιας ειρήνης, που προεκτείνεται μέχρι την αιωνιότητα.
***
Δείχνεις υπερβολικά και αδικαιολόγητα πικραμένος, επειδή οι δικοί σου αποδοκιμάζουν τις ενέργειές σου. Γιατί τόση ταραχή; Αφού, σύμφωνα με τη μαρτυρία της συνειδήσεως σου, δεν ευθύνεσαι για την εχθρική τους στάση, αφού δεν έχεις κάνει τίποτα που να δικαιολογεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, πρέπει να είσαι ειρηνικός. Να είσαι ειρηνικός και να προσεύχεσαι γι’ αυτούς. Εκ των πραγμάτων, δεν μπορούμε πάντοτε να πείθουμε τους άλλους για την ορθότητα των πράξεών μας ή για την αγνότητα των ελατηρίων μας. Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του τρόπο σκέψεως, τις δικές του αντιλήψεις για τη ζωή, τις δικές του απόψεις για τα μικρά ή τα μεγάλα ζητήματα της καθημερινότητος.
Εσύ πάντως, ό,τι κάνεις, να το προσφέρεις ως «θυσίαν δεκτήν, ευάρεστον τω Θεώ» (Φιλιππ. 4:18). Και όταν παίρνεις μέρος σε συζητήσεις που αφορούν την πίστη μας, να μιλάς με ταπείνωση, με πραότητα, με σεβασμό στο πρόσωπο των συνομιλητών σου, όποιοι και αν είναι αυτοί. Μην τους αντιμετωπίζεις όπως ο δάσκαλος τα παιδιά του δημοτικού σχολείου. Μην ξεχνάς πως κι ο πιο σκληρός άθεος είναι εικόνα του Θεού!
Αν όμως διακρίνεις στον άπιστο ή τον πλανεμένο συζητητή σου κακοπιστία και παράλογη ισχυρογνωμοσύνη, μη χάνεις τον καιρό σου. Ένα τέτοιον άνθρωπο «μετά μίαν και δευτέραν νουθεσία παραιτού, είδως ότι εξεστράπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος (Τίτ. 3:10-11).
***
Μην επιχειρήσεις ποτέ να εκτιμήσεις την ποιότητα και την αξία της προσευχής σου. Μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει. Εμείς πρέπει πάντα να θεωρούμε την προσευχή μας τόσο ανεπαρκή σαν προσπάθεια και τόσο φτωχή σε αποτελεσματικότητα, ώστε αυθόρμητα ν’ ανεβαίνει στα χείλη μας η θρηνητική ικεσία του τελώνη: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18:13). Τίποτα άλλο…

(Πνευματικές Νουθεσίες, εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, σελ. 70-74)


- Γέροντα, συχνά κοσμικοί άνθρωποι λένε ότι αισθάνονται ένα κενό, ενώ έχουν όλα τα καλά.
- Η πραγματική, η γνήσια χαρά βρίσκεται κοντά στον Χριστό. Αν συνδεθής μαζί Του με την προσευχή, θα δής πληρωμένη την ψυχή σου. Οι κοσμικοί την χαρά την ζητούν στις απολαύσεις. Μερικοί πάλι πνευματικοί άνθρωποι την ζητούν σε θεολογικές συζητήσεις, ομιλίες κ.λπ. Και όταν τελειώσουν αυτά, μένουν με ένα κενό και αναρωτιούνται τί θα κάνουν στην συνέχεια. Είτε αμαρτωλά είτε αδιάφορα είναι αυτά με τα οποία ασχολούνται, το ίδιο είναι. Δεν πηγαίνουν τουλάχιστον να κοιμηθούν, να είναι ξεζαλισμένοι το πρωί στην δουλειά τους;
Εκπληρώνοντας τις κοσμικές επιθυμίες της καρδιάς, δεν έρχεται η πνευματική χαρά, άγχος έρχεται. Η κοσμική χαρά φέρνει και το άγχος στους πνευματικούς ανθρώπους. Η κοσμική χαρά δεν είναι μόνιμη, αληθινή χαρά, είναι μία χαρά πρόσκαιρη, εκείνης της στιγμής. Αυτή είναι υλική χαρά, δεν είναι πνευματική, από υλικές χαρές όμως δεν «γεμίζει» η ψυχή του ανθρώπου. Ίσα-ίσα γεμίζει σαβούρα μέσα. Όταν νιώσουμε την πνευματική χαρά, δεν θα θέλουμε την υλική χαρά. «Χορτασθήσομαι εν τω οφθήναι μοί την δόξαν σου!»33. Η κοσμική χαρά δεν ξεκουράζει τον πνευματικό άνθρωπο, τον κουράζει. Βάλε έναν πνευματικό άνθρωπο σ' ένα κοσμικό σπίτι. Δεν ξεκουράζεται. Και ο κοσμικός άνθρωπος νομίζει ότι ξεκουράζεται, αλλά βασανίζεται. Το αίρεται εξωτερικά, αλλά μέσα του δεν ευχαριστιέται, βασανισμένος είναι.
- Με την κοσμική τάξη, Γέροντα, σε πιάνει ασφυξία.
- Και ασφυξία τους πιάνει και τα θέλουν κιόλας, όπως ο βάτραχος τρέχει στο στόμα του φιδιού. Το φίδι κάθεται απέναντι από την στέρνα και κοιτάζει συνέχεια τον βάτραχο. Αν ξεγελασθή ο βάτραχος και κοιτάξη το φίδι, ηλεκτρίζεται, ζαλίζεται και τρέχει φωνάζοντας στο στόμα του φιδιού. Μετά το φίδι τον δαγκάνει και τον δηλητηριάζει, για να μη χτυπιέται. Τότε φωνάζει ο βάτραχος, αλλά, και να τον γλυτώσης, έχει δηλητηριασθή και θα ψοφήση.
- Γέροντα, γιατί οι άνθρωποι χαίρονται με τα κοσμικά πράγματα;
- Δεν σκέφτονται την αιωνιότητα οι σημερινοί άνθρωποι. Η φιλαυτία τους κάνει να ξεχνούν ότι θα χαθούν τα πάντα. Δεν έχουν συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής. Δεν νιώσανε άλλες, ουράνιες χαρές. Δεν σκιρτά η καρδιά τους για κάτι
ανώτερο. Δίνεις λ.χ. σε κάποιον ένα κολοκύθι. «Τι ωραίο κολοκύθι!». λέει. Του δίνεις ανανά, «Ο ανανάς έχει λέπια», σού λέει και τον πετάει, γιατί δεν έφαγε ποτέ. Ή πές σε έναν τυφλοπόντικα: «Τί ωραίος είναι ο ήλιος!», αυτός πάλι θα χωθή μέσα στο χώμα. Όσοι αναπαύονται μέσα στον υλικό κόσμο, μοιάζουν με τα ανόητα πουλάκια που δεν θορυβούν μέσα στο αυγό, για να σπάσουν το τσόφλι και να βγουν έξω, να χαρούν τον ήλιο - το ουράνιο πέταγμα στην παραδεισένια ζωή -, αλλά παραμένουν ακίνητα και πεθαίνουν μέσα στο τσόφλι του αυγού.
Το κοσμικό πνεύμα στην πνευματική ζωή
- Γέροντα, μερικές φορές λέτε ότι ο τάδε άνθρωπος βλέπει με ευρωπαϊκό φακό και όχι με ανατολίτικο πνεύμα. Τί εννοείτε;
- Εννοώ ότι βλέπει με ευρωπαϊκό μάτι, με ευρωπαϊκή λογική, χωρίς πίστη, ανθρώπινα.
- Και ποιό είναι το ανατολίτικο πνεύμα;
- «Ανατολή ανατολών και οι εν σκότει και σκιά...» !
- Δηλαδή;
- Όταν λέω ότι ένας επίασε το ανατολίτικο πνεύμα και άφησε το ευρωπαϊκό πνεύμα, θέλω να πω ότι άφησε την λογική, τον ορθολογισμό, και επίασε την απλότητα και την ευλάβεια, γιατί αυτό είναι το ορθόδοξο πνεύμα στο οποίο αναπαύεται ο Χριστός, απλότης και ευλάβεια. Σήμερα, συχνά λείπει η απλότητα από τους πνευματικούς ανθρώπους, η αγία απλότητα που ξεκουράζει την ψυχή. Αν δεν αρνηθή κανείς το κοσμικό πνεύμα και δεν κινηθή απλά, να μη σκέφτεται δηλαδή πώς θα τον δούν ή τί θα πούν γι' αυτόν, τότε δεν συγγενεύει με τον Θεό, με τους Αγίους. Για να συγγενέψη, πρέπει να κινηθή στον πνευματικό χώρο. Όσο κανείς κινείται με απλότητα, ιδίως μέσα σε ένα Κοινόβιο, τόσο στρογγυλεύει, γιατί φεύγουν τα εξογκώματα των παθών. Αλλιώς κοιτάζει να φτιάξη έναν ψεύτικο άνθρωπο. Γι' αυτό να προσπαθήσουμε να πετάξουμε τον κοσμικό καρνάβαλο, για να αγγελοποιηθούμε.
Ξέρετε τί κάνουν οι κοσμικοί και τί κάνουν οι πνευματικοί άνθρωποι; Οι κοσμικοί κοιτάζουν η αυλή τους να είναι καθαρή. Το σπίτι μέσα δεν τους ενδιαφέρει αν έχη σκουπίδια. Σκουπίζουν την αυλή και πετούν τα σκουπίδια μέσα στο σπίτι! Σού λέει: «Οι άλλοι την αυλή βλέπουν, δεν βλέπουν μέσα το σπίτι». Μέσα μου δηλαδή ας έχω σκουπίδια, όχι όμως έξω! Τους ενδιαφέρει να τους καμαρώνουν οι άλλοι. Ενώ οι πνευματικοί άνθρωποι κοιτάζουν το σπίτι μέσα να είναι καθαρό. Δεν τους ενδιαφέρει τί θα πη ο κόσμος, γιατί ο Χριστός κατοικεί στο σπίτι, στην καρδιά, δεν κατοικεί στην αυλή.
Μερικές φορές όμως και πνευματικοί άνθρωποι κινούνται επιφανειακά, κοσμι-κά, και για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, φαρισαϊκά. Αυτοί οι άνθρωποι δεν σκέφτο-νται πώς θα πάνε στον Παράδεισο, κοντά στον Θεό, αλλά πώς θα φανούν εδώ καλοί. Στερούνται όλες τις πνευματικές χαρές, ενώ μπορούσαν να ζήσουν από 'δω τον
Παράδεισο. Έτσι μένουν γήινοι άνθρωποι. Προσπαθούν να ζήσουν μία πνευματική ζωή με κοσμικό τρόπο. Μέσα τους όμως είναι άδειοι, δεν υπάρχει Θεός.
Δυστυχώς, το κοσμικό πνεύμα έχει επιδράσει πολύ και στους πνευματικούς ανθρώπους. Αν πνευματικοί άνθρωποι ενεργούν και σκέφτωνται κοσμικά, τί να κά-νουν οι κοσμικοί; Είπα σε μερικούς να βοηθήσουν ναρκομανή παιδιά και μου είπαν: «Αν κάνουμε ένα ίδρυμα για ναρκομανείς, δεν θα μας δίνουν καμμιά περιουσία. Γι' αυτό θα κάνουμε Γηροκομείο». Δεν λέω ότι το Γηροκομείο δεν χρειάζεται. Αλλοίμονο! Αλλά, αν ξεκινούμε έτσι, αυτά δεν θα είναι ευαγή αλλά... «ναυαγή» ιδρύματα! Δεν καταλαβαίνουν ότι η κοσμική επιτυχία είναι αποτυχία πνευματική.

(Λόγοι τόμος Α σελ. 75-78)

Λες ότι, έτσι άσχημα που εξελίσσονται τα πάθη και οι αδυναμίες σου, έχεις δεχτεί ήρεμα και αγόγγυστα και το νέο «σκόλοπα», που, σαν παιδαγωγική τιμωρία, παραχώρησε ο Θεός να σε βρει: τη φυματίωση. Το μόνο πράγμα που σε στεναχωρεί είναι ότι τώρα κουράζεις τους δικούς σου και τους έχεις γίνει φόρτωμα.
Πολύ μεγάλο λάθος! Γιατί κάνεις τέτοιες δυσάρεστες, θα ‘λεγα μάλιστα και προσβλητικές σκέψεις για τους άλλους; Γιατί παίρνεις σαν δεδομένο ότι είναι τόσο κακοί; Δεν είναι χριστιανοί; Δεν τολμώ να σκεφτώ πως είναι τόσο άσπλαχνοι, ώστε να βλέπουν έναν άρρωστο άνθρωπο σαν βάρος. Γιατί, αναμφίβολα, αν έστω και μία φορά στη ζωή τους άνοιξαν το Ευαγγέλιο, πρέπει να γνωρίζουν ότι, διακονώντας εσένα, είναι σαν να διακονούν τον ίδιο το Χριστό!...
Έρχομαι τώρα στο θέμα της νηστείας. Αν και αντιμετωπίζω με σεβασμό και συγκατάβαση την εντολή του γιατρού, που σου υποδεικνύει να τρως τα πάντα και να μη νηστεύεις τη σαρακοστή και τις άλλες νηστίσιμες ημέρες, νομίζω πως δεν θα μπορούσα να σου δώσω επίσημα - ας το πω έτσι - την «άδεια» να το κάνεις. Γιατί εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να επιτρέπουμε ό,τι η Εκκλησία μας απαγορεύει.
Θα σου δώσω όμως μια συμβουλή: Δέξου και το φαγητό όπως δέχεσαι τα άλλα φάρμακα, που σου έχουν ορίσει να παίρνεις. Και τρώγε ό,τι πρέπει, με διάκριση και μέτρο. Όχι για την απόλαυση, αλλά για την ανάρρωσή σου. Όταν όμως θα πας να εξομολογηθείς, πες το και αυτό σαν μία παρεκτροπή σου από τις προσταγές της Εκκλησίας μα. Από τη στιγμή που εξομολογείσαι ταπεινά μία παράβαση - μικρή ή μεγάλη, εκούσια ή ακούσια, αδικαιολόγητη ή δικαιολογημένη από τις περιστάσεις - ο εξομολόγος μπορεί να σου δώσει την άφεση. Και δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι, ειδικά στην προκειμένη περίπτωση, θα σου τη δώσει. Αλλά ούτε εκείνος ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος μπορεί να κάνει επιλογή και διάκριση των εκκλησιαστικών κανόνων και διατάξεων, επιβάλλοντας την τήρηση ορισμένων και επιτρέποντας την παράλειψη άλλων . Μ’ άλλα λόγια, όταν δεν νηστεύεις, έστω και για σοβαρούς λόγους υγείας, ή όταν αθετείς κάποια άλλη εντολή, για αιτίες ανεξάρτητες από τη θέλησή σου, έχε πάντως τη συναίσθηση πως είσαι παραβάτης, και ζήτα ταπεινά το έλεος του Θεού γι’ αυτό.
Το πρωταρχικό μέλημά σου οπωσδήποτε πρέπει να είναι η επίτευξη απόλυτης ψυχικής ηρεμίας και υπομονής, ακόμα και κάτω απ’ αυτές τις δύσκολες περιστάσεις. Και δεν χρειάζεται να εξουθενώνεις το ήδη ταλαιπωρημένο και ασθενικό σώμα σου με πνευματικές ασκήσεις. Άνοιξε την καρδιά σου σε μία διαρκή δοξολογία του Θεού, και ευχαρίστησέ Τον για το σταυρό που παραχωρεί να σηκώνεις. Αυτά είναι όλα όσα χρειάζεσαι στην τωρινή κατάστασή σου.

(Πνευματικές Νουθεσίες, εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, σελ. 68-70)

Όσοι δεν φρενάρουν την καρδιά τους από τις υλικές επιθυμίες, τις μη απαραίτητες, - ούτε καν λόγος γίνεται για σαρκικές επιθυμίες - και δεν συμμαζέψουν τον νού τους μέσα στην καρδιά, για να τα δώσουν όλα μαζί με την ψυχή στον Θεό, διπλή δυστυχία τους περιμένει.
- Γέροντα, είναι πάντα κακό το να επιθυμής κάτι;
- Όχι, η επιθυμία της καρδιάς δεν είναι καθ' εαυτή κακή. Αλλά, όταν μου παίρνουν ένα κομμάτι της καρδιάς μου πράγματα, έστω και μη αμαρτωλά, μου ελαττώνουν την αγάπη μου προς τον Χριστό. Αυτή η επιθυμία πάλι είναι κακή, γιατί ο εχθρός μου κόβει την αγάπη μου από τον Χριστό. Όταν επιθυμώ ένα πράγμα χρήσιμο, ένα βιβλίο λ.χ., και μου παίρνη ένα κομμάτι της καρδιάς, τότε αυτό είναι κακό. Γιατί να μου πάρη ένα κομμάτι της καρδιάς ένα βιβλίο; Το βιβλίο θα επιθυμώ ή τον Χριστό θα λαχταρώ; Κάθε επιθυμία, όσο καλή και να φαίνεται, δεν είναι καλύτερη από το να επιθυμή κανείς τον Χριστό ή την Παναγία. Όταν δώσω την καρδιά μου στον Θεό, είναι δυνατόν ο Θεός να μη μου δώση όλο τον Εαυτό Του; Ο Θεός ζητάει την καρδιά του ανθρώπου. «Δος μοί, υιέ, σήν καρδίαν» . Αμα Του δώση ο άνθρωπος την καρδιά του, μετά ο Θεός του δίνει και ό,τι αγαπά η καρδιά του, αρκεί να μην τον βλάψη. Μόνο στον Χριστό όταν δίνεται η καρδιά δεν χαραμίζεται, και μόνο στον Χριστό βρίσκεις πλούσια ανταπόκριση θεϊκής αγάπης σ' αυτήν την ζωή, και στην άλλη, την αιώνια, την θεία αγαλλίαση.
Πρέπει να αποφεύγουμε τα κοσμικά πράγματα, για να μη μας παίρνουν την καρδιά, και να χρησιμοποιούμε τα απλά, μόνο για να εξυπηρετούμαστε. Να φροντίζουμε όμως να είναι στέρεα. Αν θέλω να χρησιμοποιώ ένα όμορφο πράγμα, δίνω όλη την καρδιά μου στην ομορφιά και για τον Θεό δεν μένει ούτε ένα κομματάκι. Περνάς από κάπου και βλέπεις ένα σπίτι με ωραία μάρμαρα, σχέδια, σκαλίσματα... Θαυμάζεις τις πέτρες, τα τούβλα και αφήνεις την καρδιά σου εκεί. Ή βλέπεις σε ένα κατάστημα έναν ωραίο σκελετό για τα γυαλιά σου και τον επιθυμείς. Αν δεν τον αγοράσεις, αφήνεις την καρδιά σου στο κατάστημα. Αν τον αγοράσεις, κρεμάς την καρδιά σου από τον σκελετό που φοράς! Ιδίως οι γυναίκες εύκολα κλέβονται. Λίγες είναι εκείνες που δεν χαραμίζουν στα μάταια την καρδιά τους. Θέλω να πώ, κλέβει ο διάβολος την πλούσια καρδιά που έχουν με όλα τα κοσμικά, τα χρωματιστά, τα γυαλιστερά. Χρειάζεται μία ένα πιάτο; Θα ψάξη να βρη πιάτο με λουλούδια. Λές και θα ξινίση το φαγητό, αν δεν έχη λουλούδια το πιάτο! Μερικές πνευματικές γυναίκες θα συγκινηθούν με σοβαρά σχέδια, με δικέφαλο αετό κ.λπ. Μετά ρωτάνε: «Γιατί δεν συγκινούμαι από τα πνευματικά;». Πώς να συγκινηθής, αφού η καρδιά σου είναι σκορπισμένη στα ντουλάπια, στα πιάτα; Δεν έχεις καρδιά, έχεις μόνον κρέας, που μέσα κάτι χτυπάει τίκ-τάκ, μηχανικά, σαν το ρολόι, ίσα για να περπατάς! Γιατί πάει λίγη καρδιά στο ένα, λίγη καρδιά στο άλλο και για τον Χριστό δεν μένει τίποτε.
- Δηλαδή, Γέροντα, και αυτές οι απλές επιθυμίες είναι αμαρτωλές;
- Οι επιθυμίες αυτές, όσο και αμαρτωλές να μην είναι, είναι χειρότερες από τις αμαρτωλές. Γιατί μία αμαρτωλή επιθυμία θα τον συγκλονίση τον άνθρωπο κάποια φορά και θα τον πειράξη η συνείδηση, όποτε θα κάνη μία προσπάθεια, θα μετανοήση, θα πη «ήμαρτον, Θεέ μού». Ενώ αυτές οι επιθυμίες, οι «καλές», δεν τον ανησυχούν. Νομίζει ότι πάει καλά. «Αγαπώ το καλό, αγαπώ το όμορφο, λέει. Αλλωστε και ο Θεός τα έκανε όλα όμορφα». Ναί, αλλά δεν πάει να στον Κτίστη η αγάπη του, πάει στο κτίσμα. Γι' αυτό καλά είναι να κόβουμε κάθε επιθυμία. Όταν κανείς κάνη μία προσπάθεια για τον Χριστό και θυσιάζη αυτό που αγαπάει και κάνη κάτι που δεν το αγαπάει - όσο καλό και να είναι αυτό που αγαπάει -, τότε ο Θεός του δίνει μεγαλύτερη ανάπαυση.
Η καρδιά, πριν καθαρισθή, έχει τις κοσμικές επιθυμίες και χαίρεται μ' αυτές. Όταν όμως εξαγνισθή, μετά στενοχωριέται με τις κοσμικές επιθυμίες, σιχαίνεται τις κοσμικές επιθυμίες και τότε οι χαρές είναι πνευματικές. Έτσι εξαγνίζεται η καρδιά, όταν σιχαθή τις κοσμικές επιθυμίες. Πριν τις σιχαθή, έλκεται από αυτές. Αλλά, βλέπεις, εμείς δεν θέλουμε να στενοχωρήσουμε λίγο τον παλαιό άνθρωπο, θέλουμε να κάνουμε τα χατήρια του παλαιού ανθρώπου. Πώς θα γίνουμε μετά μιμητές Χριστού;
- Όταν, Γέροντα, δυσκολεύωμαι να κόψω μία επιθυμία μου, πρέπει να επιμείνω στον αγώνα;
- Ναί, ακόμη και αν στενοχωρήται η καρδιά σου, επειδή δεν κάνεις αυτά που την αναπαύουν, δεν πρέπει να υπακούσης στην καρδιά. Γιατί, αν υπακούσης, θα νιώθης μία χαρά κοσμική και μετά ένα άγχος, πάλι κοσμικό. Ενώ, αν δεν υπακούσης
και στενοχωρηθή η καρδιά, επειδή δεν έκανες αυτά που την αναπαύουν, και το χαίρεσαι αυτό, τότε έρχεται η θεία Χάρις. Και αυτός είναι ο σκοπός, να αποκτήσουμε την θεία Χάρη. Για να αποκτήσης δηλαδή την θεία Χάρη, πρέπει να κοπούν οι επιθυμίες, και καλές να είναι, να κοπή το θέλημα. Τότε ταπεινώνεται ο άνθρωπος καί, όταν ταπεινωθή, έρχεται μετά η θεία Χάρις. Όταν δυσαρεστηθή κοσμικά η καρδιά, τότε θα χαρή πνευματικά. Όσο μπορεί κανείς, να μάθη να αποφεύγη την κοσμική παρηγοριά, να κάνη εσωτερική εργασία πνευματική, για να αποκτήση την θεϊκή παρηγοριά.

(Λόγοι τόμος Α σελ. 72-74)

Πως η πνευματική μου ζωή με βοήθησε να μετατρέψω την υπερευαισθησία σε απλή ευαισθησία.
Η υπερευαισθησία ήταν η πραγματικότητα της ζωής μου, και είχε έντονα συμπτώματα με χειρότερο αυτό των κρίσεων πανικού που πάθαινα και της έντονης ευθιξίας που είχα.
Κάτω από έντονες συγκρουσιακές συνθήκες με έπιαναν κρίσεις πανικού που εκδηλώνονταν με συμπτώματα λυγμών σε σημείο να περιορίζεται η όρασή μου. Τις στιγμές αυτές δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με κανέναν, δεν μπορούσα να ορίσω την κίνηση του σώματος μου και γενικότερα βυθιζόμουν σε μια κατάσταση έντονης λύπης και βαθιάς απογοήτευσης.
Άλλες φορές πάλι η υπεραισθησία με οδηγούσε σε καταστάσεις ευθιξίας με αποτέλεσμα να δίνω υπερβολική σημασία σε ασήμαντα πράγματα και καταστάσεις. Ανέλυα και έδινα ανυπόστατες ερμηνείες σε πράξεις άλλων, ήμουν ευαιρέσθητη. Έβαζα κακούς λογισμούς στο μυαλό τους και παίδευα των εαυτό μου με σκέψεις ουσιαστικά ανυπόστατες.
Ενώ δηλαδή από τη μια βίωνα δύσκολες συνθήκες που έπρεπε να διαχειριστώ και με οδηγούσαν στις κρίσεις πανικού, από την άλλη υπέρβαλα στις αντιδράσεις μου στα απλά γεγονότα. Είχα μια απόλυτη σύγχυση και αντιφατικότητα στη συμπεριφορά μου. Ενώ κατάπινα την κάμηλο διύλιζα τον κώνωπα.
Η πνευματική μου ζωή με βοήθησε να βάλω τα πράγματα στη σωστή τους θέση. Να ελέγξω τη σκέψη μου. Ξεχώρισα τις λέξεις αλήθεια και ευθύτητα και έγιναν αυτές οι απαραίτητες αρετές οι οποίες θα με βοηθούσαν ελέγξω «την ευαισθησία μου» και να βάλω τα πράγματα σε μια λογική βάση.
Αρχικά σκέφτηκα, ότι η υποκειμενικότητα με την οποία αντιμετωπίζουν την οποιαδήποτε αλήθεια οι άνθρωποι, δημιουργεί δυσκολίες στη συνεννόηση, με αποτέλεσμα ο καθένας να βλέπει αυτά που θέλει να δει και να ακούει αυτά που θέλει να ακούσει. Αυτό με έμαθε να προσπαθώ να δω τα πράγματα όπως οι άλλοι, δηλαδή ουσιαστικά να μπαίνω στη θέση τους και να αντιληφθώ τον τρόπο που σκέφτονται προλαβαίνοντας τις συγκρούσεις. Είναι προφανές ότι αυτό δεν είναι πάντα εφικτό και οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες. Τότε αποδέχομαι τις καταστάσεις ως «προβληματικές», και τους ανθρώπους που τις προκαλούν ως «ασθενείς». Προσπαθώ να διαφυλάξω την πνευματική μου υγεία χωρίς να ταυτίζομαι με όλα τα προβλήματα που οι άλλοι θέλουν να δημιουργήσουν και να με εντάξουν μέσα σε αυτά.
Γι’ αυτό το λόγο χρησιμοποίησα την ευθύτητα για να διαχωρίσω τη θέση μου από ακραίες καταστάσεις συγκρούσεων, θυμού, οργής στις οποίες δεν ήθελα να πάρω θέση. Ήταν απόφασή μου να το κάνω.
Όλα αυτά γίνονται βήμα – βήμα , στιγμή – στιγμή.
Η πνευματική ζωή με δίδαξε ότι δεν μπορεί τίποτε αρνητικό να με επηρεάσει αν δεν το επιτρέψω, τα πάθη των άλλων δεν είναι δικά μου πάθη, οι κακοί λογισμού μου για τους άλλους είναι πρώτα στο δικό μυαλό μου, δικαιολογώ πριν αντιδράσω αρνητικά, κατανοώ την αντίδραση του άλλου με βάση την προσωπικότητά του, δεν φοβάμαι.
Οι ακρότητες περιέχουν εγωισμό, γιατί είναι σα να παίρνω τα πράγματα προσωπικά εναντίον μου. Δεν γεννήθηκε κανείς για να με εξοντώσει, μάλλον εξόντωνα μόνη μου τον ευατό μου. Κρατάω αποστάσεις από οποιαδήποτε «μιζέρια», διατηρώντας την εσωτερική μου ειρήνη, αλλά συμπονώ το άνθρωπο δίπλα μου που δεν το ελέγχει και ζει «μίζερα».
Φυσικά όλα αυτά προσπαθούσα με καλή προαίρεση να τα κάνω και εκτός πνευματικής ζωής. Αλλά δεν κατάφερα τίποτα. Προφανώς Κάποιος με βοήθησε πολύ. Με αγάπησε πολύ, γιατί ενώ δυσκολεύτηκα πολύ, τώρα τολμώ να πω ότι «είμαι καλά» και οι κρίσεις πανικού περιορίστηκαν, σχεδόν εξαφανίστηκαν. Δοξολογώ το Θεό που έστρεψε το δρόμο της ζωής μου προς την εκκλησία , που φύτεψε μέσα μου την ειρήνη Του και προσεύχομαι να συνεχίσω έτσι γιατί τη ζωή μου χωρίς Θεό δεν την άντεχα.

 

Με ρωτάς αν πρέπει, πριν από την εξομολόγηση και τη θεία μετάληψη, να πηγαίνεις και να ζητάς συγχώρηση από τους ανθρώπους που λύπησες , όταν ξέρεις ότι δεν θα πετύχεις τίποτα καλύτερο από την είσπραξη ειρωνιών και… «κοσμητικών επιθέτων». Νομίζω πως δεν πρέπει να εξετάζεις το θέμα τόσο τυπικά, τόσο «νομικά».
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να επιδιώκεις είναι η καθαρή αντίληψη και πεποίθηση της αμαρτωλότητός σου. Όταν αυτή θα την έχεις βιώσει, και όταν η αληθινή μετάνοια θα έχει ωριμάσει μέσα στην ψυχή σου, ίσως και εκείνοι οι άνθρωποι να έχουν υποστεί μία παρόμοια εσωτερική αλλαγή. Αν όμως γνωρίζεις πως αυτό δεν συμβαίνει και πως πράγματι θα σε ειρωνευτούν ή και θα σε βρίσουν, ζήτησε συγχώρηση από το Θεό στις προσευχές σου και από εκείνους μέσα στα μυστικά βάθη της καρδιάς σου. Πήγαινε κατόπιν στον πνευματικό και εξομολογήσου με συντριβή και μεταμέλεια. Μετά απ’ όλ’ αυτά θεώρησε ότι το θέμα έχει κλείσει και ειρήνευε.
***
Εκδηλώνεις μεγάλη ψυχική ταραχή κάθε φορά που πρέπει ν’ αναφερθείς σε σφάλματα των άλλων, προκειμένου να διαφωτιστούν περισσότερο οι δικές σου πράξεις και τα κίνητρά τους. Νιώθεις, απ’ ό,τι διαπιστώνω, τόσο μεγάλη σύγχυση και αμηχανία, όταν βρίσκεσαι μπροστά σ’ αυτή την ανάγκη, ώστε προτιμάς να παραλείπεις εντελώς την αναφορά σε περίπλοκες και δύσκολες καταστάσεις.
Αυτοί οι ενδοιασμοί όμως είναι αρρωστημένοι. Όταν κάνεις την πρέπουσα αυτοεξέταση και βλέπεις ότι, για να μου παραστήσεις κάποια κατάσταση αντικειμενικά και κατανοητά, πρέπει αναπόφευκτα ν’ αναφερθείς και σε παραπτώματα που διέπραξαν άλλοι, μη διστάζεις να το κάνεις. Κάνε το όμως ήρεμα, κατά το δυνατό χωρίς εμπάθεια, και οπωσδήποτε χωρίς διάθεση κατακριτική. Δεν θα καταδικάζεις τους συνανθρώπους σου, ούτε βέβαια θα επιδιώκεις να τους καταδικάσω εγώ, αλλ’ απλά και μόνο θα διευκρινίζεις και θ’ αποσαφηνίζεις τα γεγονότα. Ίσως έτσι θ’ απαλλαγείς από τα διλήμματα και τις φοβίες σου. Αν αντιμετωπίσεις το όλο θέμα με πίστη και ταπείνωση, ο Θεός θα σου στείλει γαλήνη και ανακούφιση.
***
Η δυσκολία που αντιμετωπίζεις στη διατήρηση της ψυχικής ηρεμίας και της πνευματικής διαύγειας πριν από την εξομολόγηση, θα εξαφανιστεί αν δεις το θέμα με ταπείνωση, χωρίς ίχνος εγωϊστικής ντροπής και χωρίς την παραμικρή διάθεση αυτοδικαιώσεως. Να συντονίσεις ολόκληρο το είναι σου, νου και καρδιά, σ’ αυτές τις τέσσερις λέξεις: Κύριε αμάρτησα, συγχώρεσέ με! Έπειτα εξομολογήσου στον πνευματικό σου πώς ακριβώς αμάρτησες, και το βαρύ ψυχικό φορτίο σου θα κάνει φτερά!
Όπως και άλλοτε σου είπα, ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός μας εξηγεί στον τρίτο τόμο της Φιλοκαλίας το πως - μετά από επίπονο αγώνα προς την πνευματική τελείωση και μετά από πολύχρονη και συστηματική εξάσκηση των ευαγγελικών αρετών - ο άνθρωπος τελικά φτάνει να δει όλες τις αμαρτίες του απλωμένες μπροστά του, αναρίθμητες, σαν την άμμο της θάλασσας. Αυτή τη θέα ο όσιος την περιγράφει σαν το πρώτο θαμπό φως, την πρώτη αναλαμπή της ταπεινώσεως.
(Πνευματικές Νουθεσίες, εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, σελ. 66-68)


Η ταπείνωση έχει μεγάλη δύναμη και διαλύει τον διάβολο. Όπου υπάρχει ταπείνωση, δεν έχει θέση ο διάβολος. Και όπου δεν υπάρχει διάβολος, επόμενο είναι να μην υπάρχουν πειρασμοί. Μία φορά ένας ασκητής ζόρισε ένα ταγκαλάκι να πη το «Αγιος ο Θεός...» Είπε το ταγκαλάκι «Αγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος», «ελέησον ημάς» δεν έλεγε. Πές: «ελέησον ημάς»! Τίποτε! Αν το έλεγε, θα γινόταν Αγγελος. Όλα τα λέει το ταγκαλάκι, το «ελέησον μέ» δεν το λέει, γιατί χρειάζεται ταπείνωση. Το «ελέησον μέ» έχει ταπείνωση, και δέχεται η ψυχή το μεγάλο έλεος του Θεού που ζητάει.
Ό,τι και να κάνουμε, ταπείνωση-αγάπη-αρχοντιά χρειάζεται. Τα πράγματα είναι απλά. Εμείς τα κάνουμε δύσκολα. Όσο μπορούμε, να κάνουμε ό,τι είναι δύσκολο στον διάβολο και εύκολο στον άνθρωπο. Η αγάπη και η ταπείνωση είναι δύσκολες στον διάβολο και εύκολες στον άνθρωπο. Και ένας φιλάσθενος που δεν μπορεί να κάνη άσκηση, μπορεί να νικήση τον διάβολο με την ταπείνωση. Σε ένα λεπτό μέσα μπορεί ο άνθρωπος να γίνη Αγγελος ή ταγκαλάκι. Πώς; Με την ταπείνωση ή την υπερηφάνεια. Τί, μήπως χρειάσθηκαν ώρες για να γίνη ο Εωσφόρος από Αγγελος διάβολος; Μέσα σε δευτερόλεπτα έγινε. Ο ευκολώτερος τρόπος για να σωθούμε, είναι η αγάπη και η ταπείνωση. Γι' αυτό από την αγάπη και την ταπείνωση να αρχίσουμε και μετά να προχωρήσουμε στα άλλα. 
Να εύχεσθε να δίνουμε συνέχεια χαρά στον Χριστό και ταγκαλάκι, μία που του αρέσει η κόλαση και δεν θέλει να μετανοηση
Ο διάβολος κυβερνάει την ματαιότητα
- Γέροντα, γιατί τον διάβολο τον λένε «κοσμοκράτορα»; Είναι πράγματι;
- Ακόμη αυτό έλειπε, να κυβερνά ο διάβολος τον κόσμο! Όταν είπε ο Χριστός για τον διάβολο «ο άρχων του κόσμον τούτον» , δεν εννοούσε ότι είναι κοσμοκράτορας, αλλά ότι κυριαρχεί στην ματαιότητα, στην ψευτιά. Αλλοίμονο, θα άφηνε ο Θεός τον διάβολο κοσμοκράτορα! Όσοι όμως έχουν δοσμένη την καρδιά τους στα μάταια, στα κοσμικά, αυτοί ζουν υπό την εξουσία «τού κοσμοκράτορος του αιώνος τούτου» . Ο διάβολος δηλαδή κυβερνάει την ματαιότητα και τους ανθρώπους που είναι κυριευμένοι από την ματαιότητα, από τον «κόσμο». «Κόσμος» τί θα πή; Δεν θα πη κόσμημα, μάταιο στολίδι; Όποιος λοιπόν είναι κυριευμένος από την ματαιότητα είναι υπό την κατοχή του διαβόλου. Η αιχμαλωτισμένη καρδιά από τον μάταιο κόσμο διατηρεί και την ψυχή ατροφική και τον νού σκοτισμένο. Τότε, ενώ φαίνεται κανείς ότι είναι άνθρωπος, στην ουσία είναι πνευματικό έκτρωμα.
Μου λέει ο λογισμός ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της ψυχής μας ακόμη και από τον διάβολο είναι το κοσμικό πνεύμα, γιατί μας παρασύρει γλυκά και μας πικραίνει τελικά αιώνια. Ενώ, αν βλέπαμε τον ίδιο τον διάβολο, θα μας επίανε τρόμος, θα αναγκαζόμασταν να καταφύγουμε στον Θεό και θα εξασφαλίζαμε τότε τον Παράδεισο. Στην εποχή μας, πολύς «κόσμος» -κοσμικό πνεύμα - μπήκε στον κόσμο και αυτός ο «κόσμος» θα τον καταστρέψη. Έβαλαν οι άνθρωποι μέσα τους τον «κόσμο» και διώξανε από μέσα τους τον Χριστό.
- Γέροντα, γιατί δεν καταλαβαίνουμε πόσο κακό κάνει το κοσμικό πνεύμα και παρασυρόμαστε από αυτό;
- Γιατί το κοσμικό πνεύμα μπαίνει σιγά-σιγά, όπως ο σκαντζόχοιρος μπήκε στην φωλιά του λαγού. Στην αρχή ο σκαντζόχοιρος παρακάλεσε τον λαγό να βάλη λίγο το κεφάλι του μέσα στην φωλιά του, για να μη βρέχεται. Μετά έβαλε το ένα πόδι, μετά το άλλο, και τελικά μπήκε ολόκληρος, και με τα αγκάθια του έβγαλε τελείως έξω τον λαγό. Έτσι και το κοσμικό φρόνημα μας ξεγελάει με μικρές παραχωρήσεις και σιγά-σιγά μας κυριεύει. Το κακό λίγο-λίγο προχωράει. Αν ερχόταν απότομα, δεν θα ξεγελιόμασταν. Βλέπεις. Αν θέλης να ζεματίσης έναν βάτραχο, πρέπει να του ρίξης λίγο-λίγο το ζεματιστό νερό. Αν το ρίξης απότομα όλο μαζί, πετιέται και φεύγει, γλυτώνει. Ενώ, αν του ρίξης λίγο καυτό νερό, στην αρχή θα το τινάξη λίγο από την πλάτη του και μετά θα το δεχθή. Αν του ρίξης ακόμη λίγο, πάλι θα το τινάξη λίγο, και σιγά-σιγά θα ζεματιστή, χωρίς να το καταλάβη. «Βρε, βάτραχε, αφού σου έρριξε λίγο καυτό νερό, σήκω και φύγε!». Δεν φεύγει. Φουσκώνει-φουσκώνει και μετά ζεματιέται. Έτσι κάνει και ο διάβολος, μας ζεματίζει λίγο-λίγο, και τελικά, χωρίς να το καταλάβουμε, βρισκόμαστε ζεματισμένοι!

(Λόγοι τόμος Α σελ. 67-70)

Με ρώτησαν αν συγχωρώ και διαπίστωσα ότι η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δεν είναι απλή. Η ειλικρινής πηγαία συγχώρεση δεν είναι εύκολη υπόθεση. Έκανα κάποιες σκέψεις και εντόπισα το βαθμό της συγχώρεσης που έχω μέσα μου.
Ήμουν και είμαι σε ένα βαθμό ένας άνθρωπος με ενοχές, όχι τόσο από τον τρόπο που μεγάλωσα όσο λόγω χαρακτήρα. Από παιδί συνήθιζα να ενοχοποιώ τον εαυτό μου για οποιαδήποτε αρνητικό συνέβαινε, και να αναζητώ το ποσοστό του λάθους που έκανα ή τι δεν έκανα σωστά και τα πράγματα οδηγήθηκαν σε ένα κακό αποτέλεσμα.
Οι ενοχές είναι ένας κακός σύμβουλος για να μεγαλώσει ένα παιδί και αυτό αποδείχθηκε όταν βγήκα από το στενό πυρήνα της οικογένειας στη πραγματική ζωή. Τότε ήρθαν τα δύσκολα. Οι άνθρωποι που συνάντησα ήταν ιδιαίτεροι και εγώ προσπαθούσα να τους διορθώσω παίρνοντας απάνω μου ευθύνες που δεν μου αναλογούσαν.
Δεν επιθυμούσα τις συγκρούσεις και τις απέφευγα αποδίδοντας στον εαυτό μου την αιτία για την οποία δημιουργήθηκαν.
Έδειχνα ότι έκανα υπομονή, όμως κατά βάθος μέσα μου «έβραζα», ένοιωθα ένα τσαλάκωμα ψυχής, αισθανόμουν ότι από κάπου έπρεπε να δραπετεύσω. Ουσιαστικά δεν συγχωρούσα, έκανα απλά υπομονή, και είχα κλειστεί σε ένα ψυχικό καβούκι. Οδηγήθηκα σε μια ιδιότυπη εσωστρέφεια με στοιχεία κατάκρισης και μνησικακίας. Ανέπτυξα μια υπεραισθησία με στοιχεία αυτοκαταστροφικά και ακυρωτικά για τον ίδιο μου τον εαυτό.
Ψάχνοντας μέσα μου, διαπίστωσα ότι το αίσθημα εκείνο που με μπλόκαρε και δημιουργούσε όλο αυτό το ψυχικό μόρφωμα, ήταν ο φόβος. Είχα φοβηθεί πάρα πολύ – εύλογα ίσως – αλλά αυτό μου στερούσε την αγάπη, την πραγματική ενότητα στις σχέσεις, την καθαρή ματιά στα δεδομένα της ζωής. Υπερβολές, κινδυνολογίες, μηδενιστικές τάσεις με έκαναν να κλείνομαι στον εαυτό μου. Ωστόσο μέσα μου δούλευαν κατακριτικά όλα αυτά και στην πραγματικότητα δεν συγχωρούσα, αντιθέτως έψαχνα αφορμές να αποδείξω τα λάθη των άλλων «κουνώντας το δάκτυλο». Ώσπου αντιλήφθηκα ότι αυτά τα πράγματα δεν λύνονται με αυτό τον τρόπο.
Ο πνευματικός αγώνας μπήκε στη ζωή μου τη στιγμή που τον χρειαζόμουν περισσότερο.
Η ζωή μου μέσα στην εκκλησία με μαθαίνει να πατάω στα πόδια μου, να αγαπώ το εαυτό μου, να προσπαθώ και ας κάνω και λάθη, να μη περιμένω τίποτε από τους άλλους, να δίνω απροϋπόθετα , να ξεχνάω ότι με ταπεινώνουν. Τα πάθη των άλλων ανθρώπων δεν τα κάνω δικά μου πάθη. Προσπαθώ με μια σταθερότερα και ευθύτητα στη συμπεριφορά να τους αποδεχθώ ως επιλογές του Θεού στη ζωή μου, να αναδείξω τα θετικά τους στοιχεία. Κρατάω τις αποστάσεις εκεί που πρέπει, διαφυλάσσοντας την πνευματική μου υγεία, και ταυτίζομαι όταν υπάρχει ανάγκη.
Έτσι περιορίζεται μέσα μου η μνησικακία, μειώνονται οι κακοί κατακριτικοί λογισμοί. Δεν παίρνω τα πράγματα προσωπικά, δεν δίνω περισσότερη σημασία από ότι πρέπει σε οτιδήποτε.
Η Αγία Γραφή, τα πνευματικά κείμενα, περιέχουν μαθήματα ζωής - μιας όμορφής ζωής - που επέλεξα να ζήσω.
Όλα αυτά δεν τα θεωρώ πνευματικά κατορθώματα αλλά μια συνεχή πορεία, με πισωγυρίσματα πολλές φορές, αλλά με συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Οχυρώνω την ψυχή μου με πίστη και μέσα σε όλη αυτή την προσπάθεια ένοιωσα την αγάπη του Θεού να αγγίζει γλυκά την ψυχή μου. Μια ασυνήθιστη κατάσταση μέθης από αγάπη, μιας αγάπης αλλιώτικης, με γέμισε , με ολοκλήρωσε και έτσι σιγά σιγά ο φόβος φεύγει και δίνει τόπο στην αγάπη για τους άλλους, τα δάκρυα λύπης γίνονται δάκρυα χαράς. Εξάλλου γιατί να φοβάμαι πια αφού έχω μαζί μου τον Κύριο μου.
Δεν ξέρω αν ο Κύριος μου έδωσε αγάπη και έτσι μειώθηκε ο φόβος ή μείωσε μέσα μου το φόβο και έτσι ήρθε η αγάπη. Εκείνος ξέρει. Εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι αυτά τα δύο λειτουργούν μέσα μου αντιστρόφως ανάλογα και μέσα σε αυτή τη πορεία μετασχηματισμού εντόπισα την συγχώρεση.
Δεν ευθύνεται κανένας αν δεν μπόρεσα να σκεφτώ με αυτό τον τρόπο νωρίτερα και άφησα τον εαυτό μου ευάλωτο στο φόβο. Γι’ αυτό δεν αποδίδω καμία ευθύνη σε κανένα. Για όσα έζησα ευθύνομαι μόνο εγώ. Γι’ αυτό και συγχωρώ.
Σήμερα μετά από τέσσερα χρόνια πνευματικής ζωής αισθάνομαι ότι η ψυχή μου σμιλεύτηκε, μαλάκωσε τόσο πολύ που τολμώ να πω ότι ενώ οι δύσκολοι άνθρωποι της ζωής μου με πόνεσαν πολύ , με ευεργέτησαν ταυτόχρονα. Χωρίς αυτούς δεν θα γνώριζα αυτό το άλλο με το οποίο ζω μαζί. Τους αγαπώ , είναι οι άνθρωποι μου! Ας είναι ευλογημένοι!!

Μ.Ψ.

π. Συμεών Κραγιόπουλος (†). 

Το άγχος είναι ανύπαρκτο. Οι άνθρωποι μόνοι τους δημιουργούν το άγχος, όπως και τόσα άλλα· και πρέπει να το προσέξουμε αυτό. Όλα τα δημιουργεί ο άνθρωπος με τη λαθεμένη στάση του απέναντι στον Θεό.

Το μεγάλο κακό στη ζωή δεν είναι το οποιοδήποτε κακό μας συμβεί. Το μεγάλο κακό είναι αν, το οποιοδήποτε πράγμα μας συμβεί, δεν το αντιμετωπίσουμε σωστά. Αν το αντιμετωπίσουμε ως άνθρωποι του Θεού, κάτω από την πρόνοια του Θεού, ως κάτι το οποίο το ξέρει ο Θεός, το ελέγχει ο Θεός και το επιτρέπει για το καλό μας, αν το αντιμετωπίσουμε, με τις γνώσεις τις πνευματικές που έχουμε, ως κάτι το οποίο θα μας ωφελήσει, δεν μπορεί καθόλου να μας βλάψει, και δεν δημιουργείται τότε άγχος.

Το άγχος το έχουν οι μεγάλοι, καθώς αρχίζουν λίγο-λίγο να συνειδητοποιούν την ευθύνη που έχουν για τον εαυτό τους, την ευθύνη τους μέσα στη ζωή. Όταν ο άνθρωπος εμπιστευθεί στον Θεό, δεν έχει άγχος. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει. Σας παρακαλώ να το προσέξουμε. Δεν είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει. Μπορεί να γίνει. Οποιοσδήποτε άνθρωπος, οποιαδήποτε προβλήματα ή δυσκολίες κι αν έχει, μπορεί να εμπιστευθεί στον Θεό έτσι όπως εμπιστεύεται ένα μικρό παιδί στον πατέρα του· διότι έτσι σε αναλαμβάνει ο Θεός. Ή, μάλλον, πολύ περισσότερο! Πολύ περισσότερο φροντίζει ο Θεός για τον άνθρωπό του απ’ ό,τι οι γονείς φροντίζουν για το παιδί τους. Και πολύ περισσότερο απ’ ό,τι το παιδί νιώθει ξένοιαστο στην αγκάλη των γονέων του, νιώθει ξένοιαστος ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος θα αφεθεί στον Θεό με τη βεβαιότητα ότι ξέρει ο Θεός. Όχι ότι δεν θα κάνει τις δουλειές του. Θα κάνει τις δουλειές του, θα βάλει το μυαλό του να σκεφθεί, θα ιδρώσει, θα κουραστεί. Δεν είναι η δουλειά, δεν είναι ο ιδρώτας που τρώει τον άνθρωπο, δεν είναι η κούραση, γενικώς, που εξαντλεί τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο τον εξαντλεί, τον τρώει αυτό το άγχος, που κυρίως ο σημερινός άνθρωπος έχει.

Εκείνο που χρειάζεται να δώσει κανείς είναι ο εαυτός του. Αυτό θέλει ο Θεός. Άμα δεν δώσουμε τον εαυτό μας στον Θεό, αλλά εμείς κουμαντάρουμε, διαφεντεύουμε και είμαστε κύριοι του εαυτού μας, ανάπαυση δεν θα βρει ο εαυτός μας, θα άγχεται.

Πρέπει να αφεθούμε στον Θεό. Εκείνος τα έχει όλα στα χέρια του. Ο άνθρωπος, όσο κι αν προσέξει, όσο κι αν προσπαθήσει να προλάβει και να οικονομήσει τα πράγματα, πάντοτε θα βρίσκεται σ’ ένα αδιέξοδο. Ο Θεός είναι που έχει τα πάντα στα χέρια του και αυτός τα κανονίζει. Αφήνεσαι λοιπόν στον Θεό και δεν σε τρώει καθόλου κανένα άγχος, μην τυχόν δεν τα καταφέρει ο Θεός. Και την ώρα ακόμη που πάνε τόσο στραβά τα πράγματα, ώστε να νομίζεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα χαθούν τα πάντα, και πάλι είσαι αναπαυμένος με τον Θεό. Διότι για τον Θεό δεν υπάρχει ούτε θάνατος ούτε αδιέξοδο ούτε τίποτε.

Ο άνθρωπος, μόνο όταν συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, όταν τα πάει καλά με τον εαυτό του και μπορεί να ζήσει με τον εαυτό του –να κάνει συντροφιά ατέλειωτη με τον εαυτό του, χωρίς να έχει προβλήματα– τότε μόνο μπορεί να έχει ειρήνη. Όταν συνέχεια τον κυνηγά ο εαυτός του, όταν φοβάται να μείνει με τον εαυτό του, πώς μπορεί να έχει ειρήνη και να μην έχει άγχος; Αυτό είναι το μεγάλο θέμα, το μεγάλο πρόβλημα του σημερινού ανθρώπου: δεν μπορεί να μείνει λίγο με τον εαυτό του. Γι’ αυτό και αποφεύγει τη σιωπή, την ησυχία, την περισυλλογή, την απομόνωση με την καλή έννοια.

Το άγχος, σε τελευταία ανάλυση, δημιουργείται, επειδή δεν γίνεται το δικό μας. Αλλιώς, δεν άγχεται ο άνθρωπος· να το ξέρετε αυτό. Το άγχος προέρχεται από το ότι τελικά δεν γίνεται αυτό που θέλω εγώ· δηλαδή δεν γίνεται αυτό που θέλει το εγώ μου, δεν ικανοποιείται η φιλαυτία μου. Ο ταπεινός άνθρωπος αποκλείεται να έχει άγχος.

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Άγχος. Πώς δημιουργείται και πώς θεραπεύεται», Ι. Γυν. Ησυχαστήριον «Το Γενέσιον της Θεοτόκου», Πανόραμα Θεσσαλονίκης 2015 (αποσπάσματα).

katafigioti

lifecoaching