


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
Ο πλανεμένος αναχωρητής
Κάποιος αναχωρητής, από αμάθεια πιο πολύ, δεν ήθελε να παραδεχθεί πως ο άγιος Άρτος που μεταλαμβάνουμε είναι το Σώμα του Κυρίου.
Οι γέροντες της Σκήτης, όταν το έμαθαν, τον κάλεσαν και τον κατήχησαν με την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας για τα άχραντα Μυστήρια. Εκείνος όμως επέμενε στην πλάνη του.
Οι πατέρες τον άφησαν, αλλά προσευχήθηκαν να τον φωτίσει ο Θεός, ώστε να καταλάβει την αλήθεια.
Μια Κυριακή ο αναχωρητής συμμετείχε στη θεία λειτουργία από το άγιο βήμα του ναού της Σκήτης.
Τη στιγμή που ο ιερέας πήρε στα χέρια του το πρόσφορο για να προσκομίσει, ο πλανεμένος μοναχός είδε κατάπληκτος ένα βρέφος ξαπλωμένο πάνω στην αγία τράπεζα.
Κι όταν άρχισε να διαμελίζει τον Άρτο, φάνηκε άγιος άγγελος πάνω από το θυσιαστήριο, κρατώντας στο χέρι του ένα μαχαίρι.
Συγχρόνως με τον ιερέα διαμέλισε κι αυτός το θείο Βρέφος κι έχυσε το Αίμα Του στο άγιο ποτήριο.
Ο αναχωρητής ταράχθηκε.
Μα ύστερα από λίγο, όταν πήγε να κοινωνήσει, συνέβη κάτι πιο φοβερό.
Είδε μέσα στο άγιο ποτήριο ανθρώπινη σάρκα βαμμένη στο αίμα.
Κλαίγοντας τότε ομολόγησε την πλάνη του και παρακάλεσε τον Κύριο να σκεπάσει με τη χάρη Του τα θεία Μυστήρια, για να τολμήσει να κοινωνήσει.
Πραγματικά, μέσα στο άγιο ποτήριο είδε πάλι ψωμί και κρασί, από τα οποία μετάλαβε ευχαριστώντας το Θεό.
(Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, σελ. 41-42)
Ο απεγνωσμένος αμαρτωλός
Ανάμεσα στα άνθη της οθωνικής ερήμου, εξαίσιος και ευωδιαστός κρίνος ανεδείχθη ο παπα-Σάββας ο Πνευματικός ( 1821-1908).
Πολλές δεκαετίες μετά την οσιακή του κοίμησι οι αγιορείτες έλεγαν :
« Εκεί απέναντι, στην Μικρά Αγία Άννα, στην καλύβη της Αναστάσεως,
έμενε ο περίφημος πνευματικός παπα- Σάββας»,
« Από το μονοπάτι αυτό ανέβαιναν τα πλήθη για να εξομολογηθούν στον παπα- Σάββα»,
« Αυτό το είπε ο παπα-Σάββας», « Τόσα ονόματα μνημόνευε, έτσι λειτουργούσε,
έτσι θεράπευε τους δαιμονισμένους ο παπα- Σάββας»κ.α.
Θα αναφέρουμε εδώ μια εκδήλωση της ποιμαντικής του δεινότητος.
Στο εξομολογητήριο κάποιου πνευματικού ήρθε ένας πολύ βαρειά αμαρτωλός.
Άλλος με τόσα μεγάλα κρίματα δεν του είχε ξανατύχει.
Καθώς λοιπόν τον άκουγε, κυριεύθηκε από φρίκη.
Αναταράχθηκαν τα σωθικά του.
« Θεέ μου! Πώ, πώ, φρικαλεότητες! Τί ακούω! Τί σατανάς είναι τούτος»!
Δεν πρόλαβε ο δυστυχής να αποτελείωση και ο πνευματικός γεμάτος ταραχή του είπε:
- Σταμάτησε! Έχω φρίξει. Θα χάσω το μυαλό μου.
Δεν είναι ανθρώπινες αμαρτίες αυτές. Σατανικές είναι. Φύγε!
Η συγχώρησις σού έλειψε. Φύγε! Δεν μπορώ άλλο να σε ακούω! Φύγε!
Βγήκε από το εξομολογητήριο απεγνωσμένος.
Τί να κάνη τώρα; Το μόνο που του είχε απομείνει στον κόσμο ήταν το έλεος του Θεού.
Αφού όμως και η πόρτα αυτή έκλεισε, δεν του απέμενε τίποτε.
Αντικρύζοντας κάτω την θάλασσα σκεπτόταν τη μόνη λύσι:
Να ορμήση να πνιγή! Να θέση τέρμα στις τραγωδίες του!
Ο Θεός όμως είναι μεγάλος!
Στην κατάστασι αυτή τον είδε κάποιος αγιαννανίτης μοναχός, που έτυχε να είναι και γνώριμος του.
-Ε! Τί συμβαίνει; Πώς είσαι έτσι; Τί έχεις;
Εκείνος δεν μιλούσε.
-Ε! Τί έπαθες; Γιατί δεν μιλάς;
Με τα πολλά κατόρθωσε να μάθη τα καθέκαστα.
Στενοχωρήθηκε, πικράθηκε η ψυχή του. Πώς να τον βοηθήση;
Σκέφτηκε πως μια μόνο λύσις απέμενε, να τον οδηγήση πάση θυσία στον παπα- Σάββα.
Κουράστηκε πολύ, αλλά στο τέλος νίκησε.
Σαν τον αντίκρυσε ο παπα- Σάββας κατάλαβε όλο του το δράμα.
Ο αδελφός μου, σκέφτηκε, βρίσκεται στην άβυσσο.
Για να τον ανεβάσω χρειάζεται να κατέβω κι εγώ ως εκεί.
-Πνευματικέ, υπάρχει για μένα σωτηρία;
-Για σένα, αδελφέ μου; Για όλους υπάρχει σωτηρία.
Η ευσπλαχνία του Θεού είναι πιο πλατειά από τον ουρανό και πιο βαθειά από την άβυσσο.
-Μπα! Για μένα τον αμαρτωλό δεν υπάρχει σωτηρία. Αδύνατο. Δεν υπάρχει για μένα.
- Για σένα; Αστείο πράγμα. Αφού, να σκεφθής, υπήρξε για μένα σωτηρία.
- Και τί αμαρτίες έκανες εσύ;
- Μεγάλες, πολύ μεγάλες αμαρτίες.
-Τί μεγάλες! Ποιος μπορεί να έχη φταίξει στον Θεό σαν εμένα τον ταλαίπωρο!
- Και όμως! Να, κάποτε δεν πρόσεξα, παρασύρθηκα κι έπεσα στην εξής αμαρτία.
Και ανέφερε εδώ ο παπα- Σάββας κάποια σοβαρή αμαρτία. Ο άλλος τότε σαν να ζωντάνεψε. Πήρε θάρρος.
- Α! Πνευματικέ μου, την αμαρτία αυτή, έτσι ακριβώς, την έχω κάνει κι εγώ.
- Κι εσύ; Μην ανησυχής. Ο Θεός θα σε συγχωρήση. Αρκεί που το ωμολόγησες.
Ο παπα- Σάββας προχώρησε με τον ίδιο τρόπο. Το τέχνασμα πέτυχε απόλυτα.
Ξεθάρρεψε ο δυστυχής και παρουσίασε με κάθε ειλικρίνεια όλο τον θλιβερό κατάλογο των εγκλημάτων του.
Του έδινε κουράγιο η ιδέα πως και ο πνευματικός ήταν όμοιος του.
- Εγώ, του λέει στο τέλος ο παπα-Σάββας, μετενόησα και έκλαψα πικρά.
Έχω δυο χρόνια τώρα που άλλαξα ζωή. Μου έβαλαν κανόνα μάλιστα να γίνω… πνευματικός. Το έκανα κι αυτό. Έκανα ελεημοσύνες. Έκανα νηστείες. Έγινα άλλος άνθρωπος.
- Κι εγώ, πνευματικέ μου, μετανοώ με όλη μου την ψυχή. Και νηστείες και ό,τι άλλο μου πης θα το εφαρμόσω.
- Αφού αποφασίζεις να αλλάξης ζωή, σκύψε να σου διαβάσω την συγχωρητική ευχή, να σου εξαλείψη ο Θεός όλες τις αμαρτίες.
Έπειτα από λίγο ένας άνθρωπος φτερούγιζε από χαρά, γιατί πέταξε από πάνω του δυσβάσταχτα φορτία. Συναντώντας στη σκήτη της Αγίας Άννης τον γνωστό του μοναχό τού είπε:
- Μ’έσωσες! Έγινα άλλος άνθρωπος.
- Να δοξάζης τον Θεό.
- Καλός πνευματικός! Καλός! Πονετικός! Μόνο που ο καυμένος έκανε στη ζωή του χειρότερα από μένα. Ο άλλος, που μπήκε αμέσως στο νόημα, του είπε:
- Χειρότερα από σένα; Να γελάσω λίγο! Αυτός, χριστιανέ μου, ζη από μικρός στο Άγιον Όρος και είναι σωστός άγγελος. Γι’αυτό αξιώθηκε να γίνη και ιερέας. Ο άλλος έμεινε άναυδος. Τί συνέβαινε; Με τις εξηγήσεις όμως που του έγιναν, κατάλαβε το τέχνασμα της αγάπης. Δοκίμασε μεγάλη έκπληξι. Πράγματι, έπειτα από το πλήγμα που του έφερε ο προηγούμενος πνευματικός δεν υπήρχε άλλος τρόπος να σωθή από το χείλος της αβύσσου. Και από την στιγμή αυτή κορυφώθηκε μέσα του ένας απέραντος θαυμασμός και μια απεριόριστη αγάπη για τον υπέροχο γιατρό και θεραπευτή των ψυχών.
( Σάββας ο Πνευματικός)
( Χαρίσματα και χαρισματούχοι, Ι.Μ Παρακλήτου, τόμος α΄, σελ. 36-39)
Παλιότερα στενοχωριόμουν όταν άνθρωποι που αγαπούσα πολύ και σεβόμουν την άποψη τους δε με επαινούσαν, δεν αναγνώριζαν την προσφορά μου. Ένιωθα πολύ αδικημένος και πικραμένος! Προσπάθησα πολύ για να καταφέρω να μην παραπονιέμαι όταν με αδικούν. Σκεφτόμουν πως ο Χριστός είναι δίκαιος και Αυτός θα με ανταμείψει όταν έρθει η ώρα. Στην προσπάθεια μου όμως αυτή, εξετάζοντας τα πράγματα καλύτερα, συνειδητοποίησα ότι δε με αδικούσαν οι άλλοι. Απλά δεν ήμουν κάποιος τόσο σπουδαίος όσο πίστευα ούτε έκανα κάτι τόσο αξιέπαινο. Έτσι, συμφιλιώθηκα με τον εαυτό μου και ειρήνευσα! Κοιτούσα μόνο τα λάθη μου και τις παραλείψεις μου και πόσες φορές έχω αδικήσει το Χριστό και τους αδερφούς μου εγώ με τη συμπεριφορά μου! Πέρασε αρκετός καιρός που ήμουν ελεύθερος από την επιδοκιμασία των άλλων!
Ώσπου ήρθαν οι έπαινοι και οι εξυψώσεις! Και ένιωσα πάλι το πάθος της ανθρωπαρέσκειας να αναζωπυρώνονται! Κι εκεί τρόμαξα με το πόσο επικίνδυνο είναι να νομίζεις ότι είσαι καλός ενώ δεν είσαι! Καταφέρνεις να κάνεις κάτι καλό επειδή στο δώρισε ο πανάγαθος και φιλεύσπλαχνος Κύριος, επειδή προσευχήθηκαν για σένα ο πνευματικός σου και άλλοι άνθρωποι που σε αγαπούν και θα πάρεις εσύ τη δόξα; Τί έχουμε που δε μας δόθηκε από το Θεό; Κι αν κάνουμε καλές πράξεις δε σημαίνει ότι γίναμε καλοί! Κι αν έχουμε όλες τις αρετές του κόσμου ‘αχρείοι δούλοι’ είμαστε. Αυτό συμβούλεψε ο Χριστός τους μαθητές του και όλους μας. [ Λουκ.17,10] Είναι θανάσιμο σφάλμα να φουσκώνουμε απ’τα καλά λόγια των άλλων και να νομίζουμε ότι καταφέραμε κάτι.
Είναι καλό να μας λένε καλά λόγια οι άνθρωποι! Καλό γι’αυτούς αλλά όχι για μας! Να χαιρόμαστε όταν οι κόποι μας αναγνωρίζονται γιατί σημαίνει ότι περιβαλλόμαστε από ανθρώπους που ξέρουν να αγαπούν και να εκτιμούν. Η δόξα όμως ανήκει στον Κύριο! Ο Χριστός μπορεί και από τον πιο ανάξιο δούλο Του να βγάλει κάτι ωφέλιμο για να μας δείξει την παντοδυναμία Του και ότι κανείς δεν πρέπει να απελπίζεται! Όμως δυστυχώς οι άνθρωποι δοξάζουν τους ανθρώπους αντί το Θεό! Σπανιότατα άκουγα ‘μπράβο’ στη ζωή μου! Τώρα που τα ακούω, μερικές φορές ντρέπομαι και λέω ‘ Εσύ, Χριστέ μου, ξέρεις ποιος είμαι… κρύβεις από τους ανθρώπους τις αναρίθμητες αμαρτίες μου και τους φανερώνεις τις λίγες σταγόνες που αξιοποίησα από τον ωκεανό της Αγάπης Σου! Καλά να είναι κι αυτοί που με επαινούν και όλοι τους όμως μη με αφήσεις να πιστέψω ότι αξίζω κάτι… μην κρύψεις τις αμαρτίες μου και από μένα!’
Τελικά από το να είσαι καλός και να σε αδικούν είναι πολύ χειρότερο και επιβλαβές για την ψυχή σου το να είσαι κακός και να σε επαινούν! Νιώθω ότι τους εξαπατάω έτσι και ζητάω από τον Κύριο να συνεχίσει να τους δίνει καλούς λογισμούς και να τους φωτίζει! Προσπαθώ να ξεπεράσω κι αυτό το εμπόδιο και να μην επηρεάζομαι από κανένα λόγο, είτε καλό είτε κακό! Μια εικόνα έχω μόνο στο μυαλό μου… όλοι αυτοί που με επαινούν να είναι μαζεμένοι στη Βασιλεία των Ουρανών μαζί με την Αγία Τριάδα και που και που να αναρωτιούνται ‘ μα ποιος λείπει;’ (Κ.Δ.Κ)
Όταν με έκαμαν μοναχό, ο πειρασμός έφυγε
Ο Γέροντας Πορφύριος φανέρωσε την ταπείνωσή του,
με την υπακοή του στο θέλημα του Θεού από μικρό παιδάκι.
Βόσκοντας τα ζώα έξω από το χωριό του
και διαβάζοντας συλλαβιστά το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου,
αγάπησε τους αγίους και πάνω απ' όλους το Χριστό.
Και έδειξε την αγάπη του, όπως ορίζει ο Χριστός :
" Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε ".
Για την αγάπη του Χριστού, αν και παιδάκι αδύναμο,
δε δίστασε να θυσιάσει κάθε αγάπη φυσική.
Μου έλεγε, στην αρχή της γνωριμίας μας :
" Ξέρεις, όταν πήγα στο Άγιον Όρος, ήμουν παιδί 13 χρόνων.
Εγώ δεν είχα πειρασμούς, όπως οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, που στενοχωρούνταν,
επειδή θυμούνταν αγαπητικές και τέτοια. Εγώ είχα άλλο πειρασμό.
Επειδή αγαπούσα πολύ τους γονείς μου, ο διάβολός μου τους έφερνε ολοζώντανους μπροστά μου,
με την φαντασία μου, κι εγώ έκλαιγα, έκλαιγα απαρηγόρητος.
Αλλά, όταν με έκαμαν μοναχό, ο πειρασμός έφυγε ".
Ο Χριστός λέει : " Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπερ εμέ ουκ έστι μου άξιος ".
Ο π. Πορφύριος αποδείχθηκε, εξ απαλών ονύχων, άξιος του Χριστού,
με την ολόψυχη ταπείνωση κι αγάπη του προς Εκείνον.
[ Γ 320π. ]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.266)
Η οσία Μελάνη η Νεωτέρα (383-439), εγγονή της ομωνύμου Πρεσβυτέρας, μοίρασε με το σύζυγο της Πινιανό την τεράστια περιουσία της σε εκκλησίες και σε φτωχούς. Μετά ταξίδεψαν στην Αίγυπτο, για να γνωρίσουν αγίους ερημίτες και να προσφέρουν και σ’αυτούς διάφορα δώρα. Έφτασαν έτσι και στην καλύβα του αββά Ηφαιστίωνα. Τον χαιρέτησαν και τον παρακάλεσαν να δεχτή κι αυτός κάτι. Εκείνος τους απάντησε:
-Δεν μου χρειάζεται τίποτε! Τί να τα κάνω αυτά εδώ στην έρημο; Η οσία επέμενε. Επέμενε όμως και ο ερημίτης να μη δέχεται τίποτε. Σκέφτηκε τότε να του αφήση κάτι κρυφά! Έκανε ότι εξετάζη προσεκτικά το εσωτερικό της καλύβας. Αλλά δε βρήκε τίποτε εκτός από ψαθιά για πλέξιμο ζεμπιλιών κι ένα σακκουλάκι με αλάτι. Την ώρα λοιπόν που συνομιλούσε ο ασκητής με το σύζυγο της, έσκυψε και έχωσε στο σακκουλάκι μια ποσότητα χρυσών νομισμάτων. Αμέσως μετά διέκοψε τη συνομιλία, ζήτησε ευχή, πήρε τον Πινιανό και απομακρύνθηκαν γρήγορα.
Ο αββάς Ηφαιστίων δεν άργησε να ανακαλύψη τα νομίσματα και έτρεξε να τους προλάβη. Από μακρία τους φώναζε:
- Πάρτε τα αυτά. Μου είναι άχρηστα εδώ στην έρημο.
- Κράτησε τα, γέροντα, είπαν εκείνοι. Κι αν δε σου χρειάζονται, δώσε τα σε άλλον που έχει ανάγκη.
- Κανείς δεν πρόκειται να τα ζητήση, τους φώναξε πάλι. Από δω κανείς δεν περνά.
Επειδή όμως εκείνοι με κανένα τρόπο δεν ήθελαν να τα πάρουν πίσω, τα έριξε στο ποτάμι, για να μην έχη λογισμούς φιλαργυρίας.
( Ευεργετινός Δ΄)
( Χαρίσματα και χαρισματούχοι, Ι.Μ Παρακλήτου, τόμος γ΄, σελ. 64-65)
Οκτώ Σαρακηνοί πεινώντες.
Αυτό τον άγιο γέροντα Γεώργιο, επισκέφτηκαν κάποτε οχτώ πεινασμένοι Σαρακηνοί. Κ εκείνος, μην έχοντας να τους προσφέρει τίποτε από τ’ αγαθά του αιώνος τούτου - γιατί η άγρια κάππαρη που εκείνος έτρωγε ωμή, θα μπορούσε με την πίκρα της ακόμη και καμήλα να σκοτώσει - και βλέποντας τους φοβερά πεινασμένους, λέγει σ’ έναν απ’ αυτούς:
-Πάρε το τόξο σου και πήγαινε πίσω απ΄ αυτό το βουνό εκεί θα βρεις ένα κοπάδι από άγρια γίδια. Σημάδεψε, λοιπόν, και σκότωσε ένα, όποιο θέλεις, απ΄ αυτά, αλλά μη δοκιμάσεις να σκοτώσεις και δεύτερο.
Εκείνος ο Σαρακηνός πήγε, κατά το λόγο του Γέροντα, πίσω απ΄ το βουνό και σκότωσε κ έσφαξε ένα. Όταν, όμως, δοκίμασε με το τόξο του να σημαδέψει και δεύτερο, αμέσως το τόξο του έγινε κομμάτια!
Επέστρεψε τότε, κουβαλώντας το κρέας στον ώμο του, και διηγήθηκε στους συντρόφους του όσα του συνέβησαν.
Φύλαξον το μικρόν κηπίον τούτο.
Ο αββάς Κυριακός μας διηγήθηκε κάποτε για τον αββά Στέφανο, το Γέροντα του, που έμενε στον τόπο, τον λεγόμενο Μαλωχάν.
Αυτός ο τόπος είν’ ένας χείμαρρος πολύ δύσβατος, σχεδόν αδύνατο να τον περάσει κανείς, αν δεν τον ξέρει. Εκεί είχα μείνει κ εγώ κάποτε, και απέχει από το άγιον όρος μας σαράντα μίλια κακοτράχαλο μονοπάτι, δυσκολοπέραστο.
Μια φορά είχε σπείρει ο Γέροντας λίγα ζαρζαβατικά για να ’χει πότε πότε να τρέφεται, γιατί δεν έτρωγε τίποτε άλλο. Ερχόταν, όμως, οι σκαντζόχοιροι και τα ’τρωγαν και ρημάζανε το μικρό κηπάκι του. Εκεί που καθόταν και συλλογιζόταν, πολύ λυπημένος, ο Γέροντας, βλέπει μια λεοπάρδαλη που περνούσε και τη φωνάζει. Μόλις ήρθε το θηρίο και κάθησε στα πόδια του, του λέει ο Γέροντας:
Σε παρακαλώ, κάνε μου τη χάρη και μη φύγεις από δώ, αλλά φύλαξε μου το μικρό τούτο κηπάκι. Κι αν έρθουν οι σκαντζόχοιροι, να τους πιάσεις και να τους φας.
Κ έμεινε εκεί κοντά η λεοπάρδαλη γι ’ αρκετά χρόνια, φυλάγοντας τα μικρά λάχανα, ώσπου ο Γέροντας εκοιμήθη εν Κυρίω.
Εφίλησε τα ίχνη του Γέροντος.
Ο αββάς Ιωάννης ο Ρωμαίος, ο μαθητής του φημισμένου Αββά Ιωάννου του Σαββαΐτου, μου διηγήθηκε το ακόλουθο περιστατικό.
-Καθόμασταν με τον Γέροντα μου στα μέρη Αρσελάου. Μια μέρα βλέπουμε να πλησιάζει μια σκαντζοχοιρίνα μεγάλη και να φέρνει το μικρό της που ήταν τυφλό κρατώντας το στο στόμα. Το έφερε και το άφησε μπρός στα πόδια του Γέροντα. Βλέποντας το τυφλό, ο Γέροντας, έφτυσε κατά γης, έκανε λάσπη και του άλειψε τα μάτια. Εκείνο άνοιξε αμέσως τα μάτια του, βρίσκοντας την όραση του. Τότε, πλησίασε η μάνα του κ' εφίλησε τα ίχνη από τις πατημασιές του Γέροντα, να δείξει την ευγνωμοσύνη της. Πήρε μετά το παιδί της που ήδη περπατούσε μόνο του κ έφυγε σκιρτώντας από χαρά.
Την άλλη μέρα, ιδού κ ’ έρχεται η σκαντζοχοιρίνα μάνα, μ ένα μεγάλο καρμπολάχανο στο στόμα, που το έσερνε με κόπο, και το αφήνει μπρός στο Γέροντα. Ο Γέροντας, μόλις την είδε, χαμογέλασε και της λέγει: - Από που το πήρες και το ’φερες εδώ αυτό; Οπωσδήποτε, από κάποιον κηπάκο των πατέρων θα το ’κλεψες. Ξέρεις, όμως, πως εγώ δεν τρώω από κλεμμένο. Πάρτο, λοιπόν, και πήγαινε το πάλι εκεί, απ΄ όπου το κλεψες.
Και το ζώο, καταντροπιασμένο, πήρε πάλι το καρμπολάχανο και το ξαναπήγε στον κήπο, απ΄ όπου το είχε κλέψει.
Τα ζώα εις τον ουρανόν εκραύγασαν.
Άλλοτε πάλι, όταν έπεσε μεγάλη αναβροχιά και στέγνωσαν όλες οι στέρνες της ερήμου, μαζεύτηκεν ένα μεγάλο κοπάδι από άγρια γίδια και τριγυρνούσαν όλα τα μέρη στην τοποθεσία Αρσελάου, αναζητώντας λίγο νερό να πιουν, αλλά δεν έβρισκαν, πουθενά. Ήτανε μήνας Αύγουστος.
Και καθώς έμελλαν να χαθούν από τη δίψα, όλ ’ αυτά τα γίδια, ανεβαίνουν στην πιο ακραία και ψηλή βουνοκορφή των βράχων της ερήμου κ’ εκεί, ατενίζοντας τον ουρανό όλα εκείνα τα ζώα, άρχισαν όλα μαζί να βελάζουν και να κραυγάζουν, σα να βοούν προς τον Κτίστη τους και Κύριο της δόξης. Και δεν κουνήθηκαν από κείνο τον τόπο, λένε, ώσπου σε λίγο ήρθε μεγάλη βροχή από τον ουρανό, και μάλιστα σε κείνη τη βουνοκορφή μονάχα. Κ’ έτσι, όλα κείνα τα γίδια ήπιαν, σύμφωνα με την προφητική φωνή που λέει για το Θεό: «Εκείνος δίνει στα ζώα την τροφή τους, καθώς και στα μικρά πουλιά των κοράκων, που τον επικαλούνται με τις φωνές τους» (Ψαλμ. 146, 9).
(Π.Β. Πάσχου, Μέλι το εκ πέτρας, εκδ. Ακρίτας σελ.163-167)
Σκοπός της ασκήσεως: η απέκδυση από τον παλαιό μας άνθρωπο
- Πώς, Γέροντα, θα ξεπεράσω την φιλαυτία; Οι σωματικές μου δυνάμεις είναι λίγες και δυσκολεύομαι στην αυταπάρνηση και στην θυσία.
- «Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένο καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει»1. Δεν ξεπερνάς την φιλαυτία σου με το να σηκώνης τον βαρύ τουρβά του άλλου - αυτό δεν θα το ζητήση από σένα ο Θεός, αφού δεν έχεις σωματικές δυνάμεις -, αλλά αν ταπεινώνεσαι και σηκώνης μια κουβέντα, μια αδικία. Κι αν προστεθή και λίγος σωματικός κόπος από αγάπη και καλωσύνη, ξέρεις πώς βοηθάει μετά ο Θεός;
- Γέροντα, ο σωματικός κόπος και η άσκηση τί σχέση έχουν με την εκκοπή των παθών;
- Ο σωματικός κόπος υποτάσσει το σώμα στο πνεύμα. Και η νηστεία και η αγρυπνία και κάθε άσκηση, όταν γίνωνται για την αγάπη του Χριστού, παράλληλα με τον αγώνα για την εκκοπη των ψυχικών παθών, βοηθούν. Γιατί, αν δεν κάνη κανείς αγώνα για να ξερριζώση τα ψυχικά πάθη, την υπερηφάνεια, την ζήλεια, τον θυμό, και κάνη μόνο μια ξερή σωματική άσκηση, θα θρέψη τα πάθη του με την υπερηφάνεια. Τα ψυχικά πάθη μας κάνουν μεγαλύτερο κακό από ό,τι το πάχος του σώματος· αυτό είναι καλοήθης όγκος, ενώ τα ψυχικά πάθη είναι κακοήθης όγκος. Δεν λέω να μην κάνη κανείς άσκηση, αλλά να μπή στο νόημα της ασκήσεως που σκοπός της είναι η απέκδυση από τον παλαιό μας άνθρωπο.
- Πώς πρέπει, Γέροντα, να αγωνίζεται κανείς στην εγκράτεια;
- Ο αγώνας πρέπει να γίνεται ως εξής: Ό,τι έχει ανάγκη ο οργανισμός να του το δίνη κανείς· ύπνο, φαγητό κ.λπ. Μετά θα έχη στόχο να κόβη τα ψυχικά πάθη: τις επιθυμίες του, τον εγωισμό του, την ζήλεια του κ.λπ. Και μετά να κάνη εγκράτεια στο φαγητό, στον ύπνο. Τότε θα έχη νόημα η σωματική άσκηση.
- Γέροντα, πώς θα διακρίνη κανείς μέχρι που φθάνουν τα όρια της αντοχής του και από που ξεκινάει η φιλαυτία;
- Πρέπει να παρακολουθή τον εαυτό του και να δοκιμάζη. Δοκιμάζοντας θα βρη τα δικά του μέτρα. Και ο μπακάλης στην αρχή που είναι άπειρος, όταν ζυγίζη, άλλοτε βάζει λίγο και άλλοτε πολύ. Όταν μετά αποκτήση πείρα, βάζει όσο χρειάζεται. Πάντως, όταν είναι νέος κανείς, μπορεί να κάνη περισσότερη άσκηση. Όσο περνάει η ηλικία, οι δυνάμεις κάμπτονται και δεν μπορεί να ζορίση πολύ τον εαυτό του. Αν τον ζορίση παραπάνω, μπορεί να βλάψη και την υγεία του. Γι’ αυτό κατά καιρούς χρειάζεται να κάνη μια αναθεώρηση των δυνάμεών του και να προσαρμόζεται ανάλογα με την νέα κατάστασή του.
- Καμμιά φορά, Γέροντα, όταν αισθάνωμαι μία εξάντληση, με πιάνει μία δειλία και δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Μήπως είναι φιλαυτία;
- Όταν αισθάνεσαι εξάντληση, να εξετάζης εάν είναι από αρρώστια. Εάν δεν είναι από αρρώστια, δές μήπως σού λείπη ύπνος ή μήπως χρειαζόταν να φάς ή να ξεκουρασθής λίγο παραπάνω. Αν τίποτε από αυτά δεν συμβαίνη, τότε είναι του πειρασμού. Σήκω, άρχισε την δουλειά σου, και νικάς τον πειρασμό.
- Πόσο πρέπει να επιμείνω, Γέροντα, στον κόπο; Μήπως με το να οικονομάω τον εαυτό μου διώχνω την Χάρη του Θεού;
- Όχι, ευλογημένη! Θέλει να προσέχης και να σταματάς, πριν φθάσης να μην μπορης.
- Όμως, Γέροντα, αισθάνομαι ότι ποτέ δεν εφάρμοσα αυτό που λένε οι Πατέρες: «Δώσε αίμα, για να λάβης πνεύμα».
Τί αίμα να δώσης εσύ, αφού σού λείπει αίμα; Εσύ έχεις ανάγκη να σού δώσουν αίμα... Τα ψυχικά πάθη να προσέξης.
(Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 49-51)
ΈΝΑΣ αδελφός από την έρημο πήγε στην πόλη να πουλήσει τα καλάθια του. Πλησιάζοντας στην αγορά, είδε πεσμένο κάτω ένα σακκούλι. Το σήκωσε και κατάλαβε από το βάρος πως είχε μέσα πάνω από χίλια χρυσά νομίσματα. Δεν το πείραξε όμως, περίμενε εκεί, με την σκέψη πώς θα έρθει να το αναζητήσει εκείνος που το έχασε.
Σε λίγο φάνηκε ένας άνθρωπος καταστενοχωρημένος και γύρευε το σακκούλι που είχε πέσει από την ζώνη του.
Ο αδελφός του το παρέδωσε αμέσως. Συγκινημένος ο άνθρωπος από την καλοσύνη του μονάχου, έβγαλε από το σακκούλι μια χούφτα χρυσά νομίσματα για να τον ανταμείψει.
- Δεν θέλω, φίλε μου, ανταμοιβή, του είπε ο αδελφός, γι΄ αυτό που ήταν καθήκον μου να κάνω.
Έκπληκτος ο άνθρωπος άρχισε να φωνάζει στους διαβάτες:
- Τρέξτε να δείτε αληθινά του Θεού άνθρωπο.
Στο μεταξύ όμως χάθηκε ο αδελφός ανάμεσα στο πλήθος, άφήνοντας και τα καλάθια του στην μέση, για να αποφύγει τον έπαινο.
ΚΑΘΩΣ γύριζαν μια μέρα στο κελλί τους ο Αββάς Αγάθων με τον υποτακτικό του, ο νέος βρήκε στον δρόμο ένα φρέσκο φασόλι:
- Να το πάρω, Αββά; ρώτησε τον Γέροντα.
Εκείνος του έριξε ένα βλέμμα αυστηρό κι ύστερα του είπε:
- Μήπως το έβαλες του λόγου σου εκεί;
- Όχι, Αββά.
ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ κάποτε την έρημο του Ιορδάνου, κάθισε κατάκοπος να ξεκουραστεί κάτω από μια συκιά ο Αββάς Ζήνων. Πεινασμένος καθώς ήταν, του έλεγε ο λογισμός του πως δεν ήταν σπουδαίο πράγμα να κόψει ένα σύκο για να φάει.
- Οι κλέφτες πάνε στην κόλαση, αποκρίθηκε σ’ αυτόν τον λογισμό ο Γέροντας. Δοκίμασε λοιπόν αν την υπομένεις, κι ύστερα κόβεις.
Πήρε το ραβδί του κι άρχισε να χτυπά τον εαυτό του αλύπητα.
- Αν δεν υποφἐρεις την τιμωρἰα, ταπεινἐ, μην τολμἀς να κλἐβεις εἰπε μὀνος του κι απἐφυγε τον πειρασμὀ.
Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ. 50-51)
Το «φταίξιμο» και το «δίκαιο» των συζύγων
Έχω παρατηρήσει ότι μερικοί Πνευματικοί λένε στους άνδρες που έχουν προβλήματα με τις γυναίκες τους: «Κάνε υπομονή, αυτός είναι ο σταυρός σου.
Τί να κάνουμε; Θα έχης μισθό από τον Θεό».
Πάνε μετά οι γυναίκες και λένε και σ’ αυτές: «Κάνε υπομονή, για να έχης μισθό από τον Θεό».
Δηλαδή μπορεί να φταίνε και οι δύο και να λέη και στους δύο ο Πνευματικός: «Κάνε υπομονή».
Ή μπορεί να φταίη ο ένας και να του λέη ο Πνευματικός: «Κάνε υπομονή».
Οπότε αυτός που φταίει αναπαύει τον λογισμό του ότι ανέχεται τον άλλον, ενώ κάθε μέρα τον σκάζει.
Μια φορά ήρθε στο Καλύβι κάποιος και μου είπε ότι είχε προβλήματα με την γυναίκα του.
Πήγαιναν για χωρισμό. Δεν ήθελε να δη ο ένας τον άλλον. Ήταν και οι δύο δάσκαλοι, είχαν και δύο παιδάκια.
Δεν έτρωγαν ποτέ στο σπίτι. Σε άλλο εστιατόριο έτρωγε ο ένας μετά το σχολείο, σε άλλο ο άλλος, και αγόραζαν και κάτι σάντουιτς,
για να φάνε τα παιδιά. Τα καημένα, όταν οι γονείς γύριζαν στο σπίτι, πήγαιναν και έψαχναν στις τσέπες και στις τσάντες τους,
για να δούν τί τους έφεραν απ’ έξω να φάνε. Περνούσαν μεγάλο δράμα! Αυτός έκανε και τον ψάλτη.
Σε άλλη εκκλησία πήγαινε η γυναίκα του, σε άλλη έψαλλε αυτός. Τόσο πολύ! «Τί να κάνω, Πάτερ, μου λέει, σηκώνω μεγάλο σταυρό, πολύ μεγάλο.
Κάθε μέρα έχουμε φασαρίες στο σπίτι». «Πήγες στον Πνευματικό;», τον ρωτάω. «Ναί, πήγα, μου λέει, και μου είπε: "Υπομονή να κάνης, σηκώνεις μεγάλο σταυρό"».
«Για να δώ, του λέω, ποιός σηκώνει μεγάλο σταυρό. Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Όταν παντρευτήκατε, μαλώνατε έτσι;». «Όχι, μου λέει. Οκτώ χρόνια ήμασταν πολύ αγαπημένοι.
Λάτρευα την γυναίκα μου περισσότερο από τον Θεό! Μετά εκείνη άλλαξε. Έγινε γκρινιάρα, ιδιότροπη...».
Ακούς; Την Λάτρευε περισσότερο από τον Θεό! «Έλα εδώ, του Λέω. Λάτρευες την γυναίκα σου περισσότερο από τον Θεό! Η γυναίκα σου φταίει τώρα ή εσύ,
που φθάσατε σ’ αυτήν την κατάσταση; Εξ αιτίας σου πήρε την Χάρη Του ο Θεός από την γυναίκα σου. Και τί σκέφτεσαι να κάνης τώρα;», τον ρωτάω.
«Μάλλον να χωρίσουμε», μου Λέει. «Μήπως έμπλεξες και με καμμιά άλλη;». «Ναί, έχω υπ’ όψιν μου κάποια», μου λέει.
«Βρέ, δεν καταλαβαίνεις ότι εσύ είσαι ο φταίχτης; Να ζητήσης πρώτα συγχώρεση από τον Θεό, γιατί λάτρευες την γυναίκα σου περισσότερο από Εκείνον.
Μετά να πας να ζητήσης συγχώρεση από την γυναίκα σου.
"Να με συγχωρέσης, να της πής, εγώ έγινα αιτία να δημιουργηθή αυτή η κατάσταση στο σπίτι και να ταλαιπωρούνται και τα παιδιά".
Έπειτα να πας να εξομολογηθής και να λατρεύης τον Θεό σαν Θεό και να αγαπάς την γυναίκα σου σαν γυναίκα σου, και θα δής, τα πράγματα θα πάνε καλά».
Τον τράνταξα. Αρχισε να κλαίη. Μου υποσχέθηκε πώς θα με ακούση. Ήρθε μετά από λίγο καιρό χαρούμενος.
«Σ’ ευχαριστώ, Πάτερ, μας έσωσες, μου λέει. Είμαστε μια χαρά, κι εμείς και τα παιδιά μας». Βλέπεις;
Να είναι αυτός ο φταίχτης και να νομίζη κιόλας ότι σηκώνει πολύ μεγάλο σταυρό!
Κι εσείς ποτέ να μη δικαιολογήτε τις γυναίκες που έρχονται και σάς κάνουν παράπονα για τους άνδρες.
Εγώ ούτε τους άνδρες δικαιολογώ ούτε τις γυναίκες, αλλά τους προβληματίζω.
Μου λέει, ας υποθέσουμε, η γυναίκα: «Ο άνδρας μου πίνει, γυρίζει στο σπίτι αργά το βράδυ, βρίζει...».
«Κοίταξε, της λέω, όταν γυρίζη στο σπίτι την νύχτα μεθυσμένος, να του φέρεσαι με καλωσύνη.
Αν αρχίζης εσύ και γκρινιάζης "γιατί άργησες; τί ώρα είναι αυτή που ήρθες; δεν θα αλλάξης επιτέλους;
τί κατάσταση είναι αυτή; δεν είναι μια μέρα, δεν είναι δύο, πόσο θα κάνω υπομονή;" και κατεβάζης τα μούτρα,
ο διάβολος θα του πή: "Βρέ, χαμένος είσαι που κάθεσαι μ’ αυτήν την χαζή! Δεν πας να γλεντάς με καμμιά άλλη;".
Μπορεί να έχης δίκαιο, αλλά ο διάβολος θα τον μπλέξη αλλού. Ενώ, όταν εσύ του φερθής με καλωσύνη και κάνης λίγη υπομονή και προσευχή,
χωρίς να παραπονήσαι για το τί κάνει εκείνος, θα δη λίγο λιακάδα, θα προβληματισθή και θα διορθωθή».
Έρχεται μετά ο άνδρας και μου λέει: «Η γυναίκα μου γκρινιάζει, φωνάζει». «Βρέ, σε περιμένουν τα παιδιά και η φουκαριάρα η γυναίκα σου με λαχτάρα μέχρι τα μεσάνυχτα,
του λέω, κι εσύ γυρνάς στο σπίτι μεθυσμένος και αρχίζεις να βρίζης! Είναι ντροπή!
Για να βασανίζης την οικογένεια παντρεύτηκες;».
Υπάρχουν και περιπτώσεις που μπορεί να έχη και ο ένας και ο άλλος δίκαιο.
Κάποτε έλεγα σε μια συντροφιά πόσο αγνός ήταν ο Μακρυγιάννης. Είχε και σωματική και ψυχική αγνότητα.
Οπότε πετάγεται κάποιος και μου λέει: «Όχι, να θέλουν να παρουσιάσουν τον Μακρυγιάννη και για άγιο!».
«Γιατί όχι;», τον ρωτάω. «Γιατί έδερνε την γυναίκα του», μου απαντάει. «Κοίταξε να σου πω τί συνέβαινε:
Ο Μακρυγιάννης, όταν τύχαινε να έχη κανένα τάλληρο και ερχόταν καμμιά χήρα που είχε παιδιά, της το έδινε.
Η γυναίκα του, η καημένη, γκρίνιαζε. "Μα κι εσύ παιδιά έχεις, του έλεγε, γιατί το έδωσες;".
Κι εκείνος της έδινε κανένα μπάτσο και της έλεγε. "Εσύ έχεις τον άνδρα σου που θα σε οικονομήση.
Αυτή η καημένη δεν έχει άνδρα, ποιός θα την οικονομήση;". Δηλαδή και οι δύο είχαν δίκαιο».
Ύστερα, αν ο ένας από τους δύο συζύγους ζη πνευματικά, τότε και δίκαιο να έχη, δεν έχει κατά κάποιον τρόπο δίκαιο.
Γιατί, σαν πνευματικός άνθρωπος που είναι, πρέπει να αντιμετωπίση μια αδικία πνευματικά.
Να τα αντιμετωπίζη δηλαδή όλα με την θεία δικαιοσύνη, να βλέπη τί αναπαύει τον άλλον.
Γιατί, αν μια ψυχή είναι αδύνατη και σφάλλη, έχει κατά κάποιον τρόπο ελαφρυντικά.
Ο άλλος όμως, που είναι σε καλύτερη πνευματική κατάσταση και δεν δείχνει κατανόηση, σφάλλει πολύ περισσότερο.
Όταν και οι πνευματικοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα πράγματα κοσμικά, με την κοσμική, την ανθρώπινη, δικαιοσύνη, τί γίνεται μετά;
Πρέπει να πηγαίνουν συνέχεια στα κοσμικά δικαστήρια. Γι’ αυτό και βασανίζονται οι άνθρωποι.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 55-58)
ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΙ ΤΟΠΟΙ
"Οι εμπειρίες του Γέροντα"
Μας έλεγε ο Γέρων ότι, οσάκις πήγε σε αγιασμένους χώρους, όπως είναι το όρος Σινά, το
Σπήλαιο της Αποκαλύψεως στη νήσο Πάτμο ή τα Ιεροσόλυμα, αισθανόταν απερίγραπτα
βιώματα. Πάντοτε τόνιζε ότι υπάρχει αγιασμός των τόπων, ότι οι τόποι αγιάζουν, ότι είναι
διαποτισμένοι από τη χάρη του Θεού.
Μας έλεγε χαρακτηριστικά ότι, όταν αγωνιζόταν σε κάποιο μέρος, προκειμένου να φτάσει σε μια
πνευματική κατάσταση με την προσευχή, χρειαζόταν λ.χ. ενός τετάρτου ή μισής ώρας αγώνα.
Αλλά όταν αυτό γινόταν σε αγιασμένο τόπο, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. "Μπαίνω για
παράδειγμα", μας έλεγε,"μέσα σ'ένα άγιο σπήλαιο, όπως το σπήλαιο του Αγίου Νήφωνος ή
του Αγίου Νείλου στο Άγιον Όρος ή στο Σπήλαιο της Αποκαλύψεως και δεν προλαβαίνω ν'
αρχίσω να προσεύχομαι κι αμέσως ο αγιασμένος χώρος με ανεβάζει στα ύψη".
[Ί 94π.]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος,
σελ. 66-67)
ΑΔΙΚΙΑ
"Άδικα τον απέλυσες, δεν ήταν κλέφτης"
Ο Γέρων Πορφύριος είπε σε κάποιον επισκέπτη του ότι έβλεπε πώς κάτι κακό είχε κάνει στη
ζωή του.
Εκείνος του απάντησε ότι δεν ένιωθε να τον ηή συνείδηση του σε οτιδήποτε κι ότι τριάντα
τόσα χρόνια που βρισκόταν στήν Αθήνα, όπου είχε ένα έμπορικό κατάστημα, ύπηρξε ένας
τίμιος έμπορος. Δεν θυμόταν ο άνθρωπος να είχε κάνει οποιοδήποτε κακό.
"Στο χωριό σου", τον ρωτά ο Γέρων Πορφύριος, "δεν έκανες κανένα κακό;", "Όχι", απάντησε
εκείνος. "Είμαστε πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας μου πέθανε και μου άφησε όλη την περιουσία του.
Και για να καταλάβετε ότι είμαι καλός άνθρωπος, θα σας πω ένα παράδειγμα.
Μια φορά μας έκλεψε ο επιστάτης μας ένα μεγάλο για την εποχή εκείνη ποσό.
Κι εγώ δεν τον κατάγγειλα στην αστυνομία. Αλλά βέβαια, τον απέλυσα, διότι δεν μπορούσα ν' αφήσω έναν κλέφτη
στα κτήματά μας".
Τον ρωτά οό Γέρων Πορφύριος: "Τον είδες εσύ ο ίδιος να κλέβει το ποσό αύτό;" "Όχι",
απάντησε εκείνος, "αλλά ήμουν σίγουρος ότι αυτός το είχε κλέψει, διότι μόνο εκείνος ήξερε που είχαμε τα χρήματα".
Του λέει τότε ο Γέρων Πορφύριος "Όχι, δέν ήταν αυτός που τα έκλεψε . Κι εσύ, απολύοντάς τον, αμαύρωσες το δικό του όνομα και ολόκληρης της
οικογενείας του. Κι εκείνη η πράξη σου σ'εμποδίζει τώρα να δεχθείς το σώμα και το αίμα του Χριστού μας".
Ο πραγματικός ένοχος ήταν άλλος. Τότε, πήγε στο χωριό του και ενώπιον των συγχωριανών
του, αποκατέστησε τον επιστάτη τους, τον οποίο είχε τόσο πολύ αδικήσει, εν αγνοία του βέβαια.
Κι αμέσως μετά, πήγε και κοινώνησε.
[Ί 180]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, σελ. 67-68)