


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
133. Είναι δυνατή η πλήρωση του ευαγγελικού νόμου;
Ο ευαγγελικός νόμος εκφράζει το θέλημα του Θεού, όπως αυτό καταγράφτηκε στις δυο διαθήκες του, την Παλαιά και την Καινή. Εφόσον δε το θέλημα του Θεού είναι άγιο, έτσι και ο νόμος ο εκφράζων αυτό είναι άγιος. Ο νόμος εκφράζεται με τη μορφή εντολών, τις οποίες ο πιστός καλείται να εκτελεί. Με την τέλεση των εντολών εμπνεομένων από την πίστη και τη ζωογόνο πνοή της χάριτος, ο χριστιανός πιστοποιεί την κλήση του, εκφράζει την αυτοσυνειδησία του ως ζωντανό μέλος του σώματος του Χρίστου, προάγεται στην αρετή και την πνευματική του τελείωση και γίνεται άξιος της βασιλείας των ουρανών. Δια της πιστής τηρήσεως των εντολών του Θεού ο άνθρωπος σώζεται. Αντίθετα, αν παραλείπει την τήρηση του νόμου του Θεού ή και καταπατεί αυτόν, ως συνέπεια θα έχει την απώλεια της ψυχής του.
Είναι όμως εφικτή η πλήρης και τέλεια πλήρωση του νόμου του Θεού; Όπως και σε όλες τις άλλες καταστάσεις, το απόλυτο και τέλειο διαφεύγει τις ανθρώπινες δυνατότητες. Το τέλειο είναι μόνο για τον τέλειο Θεό, όχι για τον πεπερασμένο άνθρωπο. Αν όμως το απολύτως τέλειο ισχύει μόνο για το Θεό, για τα πλάσματα ισχύει το σχετικώς τέλειο. Ο άνθρωπος δηλαδή πράττοντας το νόμο του Θεού μπορεί να απομάξει το ευαγγελικό ιδεώδες το σύμμετρο προς τις ηθικοπνευματικές του δυνάμεις, τελώντας ελεύθερα το νόμο του Θεού και επικουρούμενος από την τελειωτική χάρη του Αγίου Πνεύματος. Όσοι ισχυρίζονται ότι στα σχετικά ανθρώπινα πλαίσια είναι αδύνατη η πλήρωση του ευαγγελικού ιδεώδους δεν έχουν δίκαιο. Αυτό θ’ αποτελούσε κατασυκοφάντηση του Αγίου Θεού που επιτάσσει στους ανθρώπους εντάλματα, τα οποία αδυνατούν να εκτελέσουν. Φυσικά η πλήρωση του νόμου του Θεού δεν είναι πάντοτε εύκολη, αδύνατη δε στις δυνάμεις του φυσικού ανθρώπου. Μόνο στο πεδίο της χάριτος μπορεί να εκπληρώσει ο πιστός τα εντάλματα του Θεού. Αυτό θα εξαρτηθεί από την ιδιοφυία και τις όποιες άλλες δυνατότητες ταυ. Άλλοι μεν, οι άγιοι, φθάνουν στην τελείωση τους, άλλοι απλώς την πλησιάζουν, ενώ άλλοι μένουν μακριά. Εν πάση όμως περιπτώσει η κατά το δυνατόν πλήρωση του νόμου του Θεού είναι για όλους εφικτή και επιτακτική.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 193-194)
«Πολλοί θα μου πουν εκείνη την ημέρα: Κύριε, Κύριε, στο δικό σου όνομα δεν κηρύξαμε και στο δικό σου όνομα δε βγάλαμε δαιμόνια;… Και τότε θα τους πω: Ποτέ δε σας γνώρισα…» (Ματθαίος 7:22-23)
Ο Ουμπέρτο Έκο γράφει: «Ανατράφηκα ως Καθολικός και, παρ΄ότι έχω εγκαταλείψει τη θρησκεία, το Δεκέμβριο θα στολίσω ως συνήθως μια χριστουγεννιάτικη φάτνη για τον εγγονό μου». Πολλοί που ανατράφηκαν σε «χριστιανικές» χώρες, σήμερα είναι αγνωστικιστές κι εγκατέλειψαν τη θρησκεία τους. Κρατούν μόνο «τη φάτνη», το περίβλημα, χωρίς την ουσία. Η θρησκεία πολλών μοιάζει με μια καλοστολισμένη βιτρίνα με χριστουγεννιάτικο διάκοσμο. Μην καυχάσαι για το δόγμα σου, αν η ζωή σου είναι αντίθετη με το πιστεύω σου. Τότε είσαι σαν το κάλπικο νόμισμα, που είναι κατάλληλο μόνο για το καλάθι των αχρήστων. Ο Χριστός είπε, να μην Τον λέμε Κύριε, αν δεν κάνουμε αυτά που μας παραγγέλλει. Ο Χριστός δε θέλει απαθείς θεατές της πολυθρόνας, αλλά ακολούθους πρόθυμους να περπατήσουν στα ίχνη Του. Και πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι ένας άλλος –ισμός, αλλά είναι μια σχέση με το Χριστό.
Έχεις εσύ αυτή την προσωπική σχέση με το Θεό, που έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού για να μας σώσει από την αμαρτία;
«Όμως αυτά που ήταν για μένα κέρδη, αυτά ακριβώς τα θεώρησα ζημία σε σύγκριση με το Χριστό…για τον οποίο τα απαρνήθηκα όλα. Και πραγματικά τα θεωρώ ότι είναι σκουπίδια για πέταμα προκειμένου να κερδίσω το Χριστό και να βρεθώ ενωμένος μαζί του..» (Φιλιππησίους 3:7-9)
Ο Γερμανός πρίγκηπας Nicolas Ludwig Zinzendorf (1700-1760) ήταν φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Halle όταν αποφάσισε ν’ αφιερώσει τη ζωή του και τα πλούτη του στο Θεό και στο έργο Του. Μια μέρα πήγε να επισκεφτεί μια πινακοθήκη, όπου την προσοχή του την έλκυσε ένας πίνακας που παρουσίαζε το σταυρικό θάνατο του Χριστού. Κάτω από τον πίνακα διάβασε τη φράση: «Να τι έκανα για σένα, εσύ τι έκανες για μένα;». Αυτό ήταν που τον έκανε να καταλάβει ότι η ζωή του ανήκε στο Θεό κι έπρεπε να την επενδύσει για το σκοπό Του. Μετά την αποφοίτησή του απ’ το Πανεπιστήμιο, οδήγησε εκατοντάδες νέους στην ιεραποστολή και ήταν το όργανο που χρησιμοποίησε ο Θεός για να ιδρυθεί μια τεράστια ιεραποστολική κίνηση το 16ο αιώνα που έστειλε κάπου 3.000 ιεραποστόλους σε πολλά μέρη της γης! Δεν μπορούμε να γίνουμε όλοι σαν αυτόν τον νέο, αλλά μας καλεί όλους ο Θεός να Τον υπηρετήσουμε με κάποιον τρόπο. Εκείνος μας κάνει ικανούς και μας έχει δώσει μερικά ιδιαίτερα χαρίσματα που είναι μοναδικά. Αυτά πρέπει να επενδύσουμε στην υπηρεσία Του και να μην τα σπαταλήσουμε άδικα.
(Εκδόσεις «Ο Λόγος»)
321. Πολλές ευκαιρίες προσφέρει η ζωή στον θυμό, χάρις στις απειράριθμες ατέλειες που έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Ο θυμός δεν δίνει λύσι στα προβλήματα. Τα χειροτερεύει, όπως η καθημερινή πείρα μαρτυρεί. Είναι λοιπόν προτιμότερο να έχουμε συμπεριφορά ειρηνική στις κοινωνικές μας σχέσεις. Ο άνθρωπος δεν είναι άγγελος. Κάθε μέρα πέφτει σε αμαρτίες, ακόμη και παρά τη θέλησί του.
«Οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω» (Ρωμ. ζ’ 19). Και ο Κύριος μας εντέλλεται να είμαστε επιεικείς στα πταίσματα των άλλων: «ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν» (Ματθ. ζ’ 12). Και: «Πάντα οὖν ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς» (Ματθ. ζ’ 12). Και ποιος από μας δεν θέλει να του συμπεριφέρωνται οι άλλοι με επιείκεια και υπομονή, όταν τους στενοχωρή με τις ανάγκες του και τις πτώσεις του; Γι’ αυτό και ο Απόστολος πάλι μας διδάσκει να είμαστε μακρόθυμοι και επιεικείς: «ἡ ἀγάπη», λέγει ο θείος Παύλος, «μακροθυμεῖ, χρηστεύεται … οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, [13.6] οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικία, πάντα ὑπομένει … ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορ. ιγ’ 4-8).
322. Τι πνευματικές τρικυμίες, θύελλες και καταιγίδες βρίσκουν συχνά τον καλό ποιμένα, που έργο του είναι να σώση όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και πολλούς άλλους! Μονάχα χάρις στο έλεος του Θεού το σκάφος της ζωής μας δεν ανατρέπεται και δεν βουλιάζει μέσα σε τόσες αντιξοότητες.
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 137-138)
ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ κάποτε να επισκεφθεί μια σκήτη ο Όσιος Μακάριος, συνάντησε στον δρόμο τον διάβολο φορτωμένο μ’ ένα παράξενο φορτίο, να πηγαίνει κι εκείνος προς τα εκεί.
- Πού πας; τον ρώτησε ο Όσιος.
- Πάω να βάλω λογισμούς στους μοναχούς, αποκρίθηκε με αναίδεια εκείνος.
- Και τί είναι αυτά που κουβαλάς μαζί σου;
- Τα γεύματα που θα τους προσφέρω.
- Τόσα πολλά; απόρησε ο Όσιος.
- Βέβαια. Αν δεν ικανοποιούνται με το ένα, έχω άλλο έτοιμο κι αν δεν τους αρέσει κι αυτό, τους δίνω τρίτο. Ένα απ’ όλα θα είναι του γούστου τους.
- Έχεις πολλούς εκεί που σε ακολουθούνε; ρώτησε με φρίκη ο Αββάς.
- Όχι, αναγκάστηκε να ομολογήσει ο διάβολος. Οι περισσότεροι έχουν αγριέψει εναντίον μου. Έχω όμως κι έναν καλό φίλο.
- Πώς ονομάζεται; ρώτησε μ’ ένδιαφέρον ο Όσιος.
- Θεόπεμπτος, αποκρίθηκε ο διάβολος και τράβηξε βιαστικός τον δρόμο του.
Συλλογισμένος από όσα ακουσε ο Αββάς Μακάριος, ανέβηκε στην σκήτη. Οι αδελφοί του έκαναν θερμή υποδοχή και καθένας φιλοτιμήθηκε να τον προσκαλέσει στην καλύβα του. Ο Όσιος όμως ζήτησε τον Θεόπεμπτο και τον παρακάλεσε να τον φιλοξενήσει. Όταν έφτασαν στο κελλί του, τον ρώτησε πώς περνούσε.
- Καλά με την ευχή σου, Αββά, αποκρίθηκε εκείνος.
- Δεν σε πειράζουν οι λογισμοί;
Ο Θεόπεμπτος δίστασε λίγο. Ντρεπόταν να φανερώσει στον Όσιο πως δεχόταν ακάθαρτους λογισμούς.
- Καλά πηγαίνω, ψιθύρισε, προσπαθώντας να φανεί αδιάφορος.
- Αχ, αδελφέ μου! αναστέναξε βαθιά ο Όσιος. Εγώ, τόσα χρόνια ασκητής και γερασμένος πια, πειράζομαι από σαρκικούς λογισμούς κι ας με τιμούν οι άνθρωποι.
Ο Θεόπεμπτος πήρε θάρρος από τα λόγια του Οσίου και του φανέρωσε τον δικό του πολεμο. Εκείνος τότε τον συμβούλεψε πως ν’ αντιστέκεται στους κακούς λογισμούς κι αφού του έδωσε τον κανόνα που έπρεπε, έφυγε να γυρίσει στο κελλί του. Στον δρόμο βρήκε πάλι τον διάβολο, αλλά τώρα πολύ κατσουφιασμένο.
- Τί νέα; τον ρώτησε ο Αββάς.
- Πολύ άσχημα, αποκρίθηκε εκείνος. Όλοι οι μοναχοί μου εναντιώνονται και πιο πολύ ο παλιός μου φίλος. Γι’ αυτό κι εγώ ορκίστηκα να τους αφήσω πολύ καιρό απείραχτους, για να γίνουν αμέριμνοι οπως πρώτα.
Έφριξε ο Όσιος με την πανουργία του διαβόλου και παρακάλεσε θερμά τον Κύριο να προφυλάσσει απ’ αυτήν το ποίμνιό Του.
(Γεροντικό, Σταλαγματιές απο την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου
Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ. 170-171)
110. «Το γάρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος έστιν Αγίου» (Ματθ. α΄ 20).
Ο Άγγελος αποκαλύπτει τώρα και στον Ιωσήφ με τις ίδιες απλές λέξεις τον μυστικό και άγνωστο τρόπο της εγκυμοσύνης της Παρθένου: Η σύλληψις του κυοφορουμένου βρέφους έγινε με ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Ο Ιωσήφ ήταν πιστός και ενάρετος άνθρωπος. Στην Αγία Γραφή είχε προσέξει παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως δεν δυσκολεύθηκε να καταλάβη τα γεγονότα: το όνομα του Αγγέλου, η υπόμνησίς του ότι είναι «υιός Δαβίδ», οι πληροφορίες των Ιερέων περί της Παρθένου κλπ. όλα τώρα παίρνουν ένα νόημα μέσα του και εξηγούνται ολοκάθαρα. Βρίσκεται μπροστά σε ξεχωριστό «σημείο» του θείου σχεδίου. Θα πρέπει όχι μόνο να ησύχασε, αλλά και να πλημμύρισε η ύπαρξίς του από ευγνωμοσύνη και χαρά για «όσα άκουσε και είδε» για το ότι οι Ιερείς παρέδωσαν την Παρθένο σ’ αυτόν για να είναι «φύλακας της Παρθενίας της» (Δ, 119) .
Τα γεγονότα της ζωής μας φαίνονται συνήθως ασυνάρτητα. Γι΄ αυτό και πολλοί παραπονούνται ότι δεν υπάρχει κανένα νόημα στη ζωή. Όταν όμως πιστεύης ότι ο Θεός κυβερνάη τη ζωή σου, τότε όλα τα γεγονότα ενώνονται και αποκτούν μια ιδιαίτερη αξία και σημασία. Τα μεγάλα και μικρά γεγονότα της ζωής μας αποτελούν τους οικοδομικούς λίθους, με τους όποιους ο Θεός κτίζει το οικοδόμημα της ζωής και της σωτηρίας μας.
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 136)
Η δύναμη της νηστείας
Ανέβασαν κάποτε στη σκήτη των πατέρων ένα δαιμονισμένο νέο, για να τον θεραπεύσουν με την προσευχή τους. Εκείνοι όμως, από ταπείνωση, απέφευγαν. Πολύ καιρό βασανιζόταν έτσι ο δυστυχισμένος άνθρωπος, ώσπου κάποιος γέροντας τον λυπήθηκε, τον σταύρωσε με τον ξύλινο σταυρό που είχε στη ζώνη του, και έδιωξε το πονηρό πνεύμα.
-Αφού με βγάζεις από την κατοικία μου, του είπε εκείνο, θα μπω μέσα σου.
-Έλα, του αποκρίθηκε θαρραλέα ο γέροντας.
Έτσι μπήκε μέσα του το δαιμόνιο και τον βασάνιζε δώδεκα ολόκληρα χρόνια! Υπέμενε με καρτερία τον πόλεμο, αλλ’ αντιπολεμούσε κι εκείνος τον εχθρό με υπεράνθρωπη νηστεία και ακατάπαυστη προσευχή. Όλα αυτά τα χρόνια δεν έβαλε ούτε μια φορά στο στόμα του μαγειρευμένη τροφή!
Νικημένο τέλος το δαιμόνιο από τον ακατάπαυστο αγώνα, απομακρύνθηκε.
-Γιατί φεύγεις; το ρώτησε ο γέροντας. Εγώ πάντως δεν σε διώχνω.
-Με αφάνισε η νηστεία σου! κραύγασε εκείνο κι έγινε άφαντο.
(Γεροντικόν)
( Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Γ΄, σελ. 112-113)
132. Υπάρχουν δύο δικαιώσεις;
Η θεωρία περί δύο δικαιώσεων διατυπώθηκε από προτεστάντες θεολόγους, υιοθετηθείσα και από ορθοδόξους (Αντώνιος, Μακάριος, Δαμαλάς) για να συμβιβασθεί η διδασκαλία της Γραφής, η οποία άλλοτε μεν ομιλεί περί δικαιώσεως και σωτηρίας εκ πίστεως, άλλοτε δε δια πίστεως ενεργουμένης εν αγάπη. Κατά τη θεωρία, η δικαίωση δια πίστεως τελείται εδώ κάτω στη γη, ενώ η δεύτερη δια πίστεως και αγαθών έργων θα γίνει κατά την καθολική κρίση. Ο Χριστός δηλαδή όσους εδικαίωσε κατά το βαπτισμα δια της πίστεως, θα δικαιώσει για δεύτερη φορά κατά την κρίση με βάση την πίστη και τα αγαθά έργα τους. Στη δεύτερη περίπτωση η δικαίωση συμπίπτει με τη σωτηρία.
Σχηματικά η θεωρία αυτή είναι ορθή. Δεδομένου δε, οτι όσοι δικαιώνονται στο βάπτισμα δεν διαπτύσσουν τη δικαίωσή τους σε βίο θεοφιλή και ενάρετο προαγόμενοι με τη βοήθεια της χάριτος στο πεδίο του αγιασμού, είναι λογικό ο Θεός να σώσει μόνο εκείνους που πίστευσαν και συγχρόνως παρήγαγαν έργα αγαθά. Ουσιαστικά όμως φαίνεται περιττή και χωρίς περιεχόμενο η διαίρεση της μίας δικαιώσεως σε δυο, στην επίγεια και την επουράνια. Η δεύτερη δικαίωση δεν είναι τίποτε άλλο από την έσχατη κρίση του Θεού, ο οποίος θα κρίνει και θα σώσει τον κόσμο, σταθμώμενος τη δικαίωση που έφερε ο άνθρωπος κατά τη στιγμή του θανάτου του, αν δηλαδή οικειοποιήθηκε το λυτρωτικό έργο του Χριστού, έζησε με πίστη στο Σωτήρα και παρήγαγε έργα αγαθά και ενάρετα. Η μία δηλαδή πίστη η εν αγάπη ενεργουμένη, η οποία αποτελεί την ουσία της δικαιώσεως, απλά θα επιβραβευθεί από το Θεό ως σωτηρία πλέον και είσοδος στη βασιλεία των ουρανών.
(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 188-189)
Ο ελεήμων πατριάρχης
Αν ζητούσε κανείς στην παράδοση της Εκκλησίας μας έναν άγιο που να ενσαρκώνη κατά τον καλύτερο τρόπο τον «ιλαρόν δότην» που « αγαπά ο Θεός», θα σταματούσε σ’ έναν ιεράρχη, που γι’ αυτήν ακριβώς την ιδιότητα ονομάστηκε Ιωάννης ο Ελεήμων (+ 619). Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε χωρίς υπερβολή πως ολόκληρος ο βίος του ήταν μια διαρκής ελεημοσύνη. Ο άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Κύπρο. Ήταν πολύ ευκατάστατος. Η αγάπη που του ενέπνεε ο Χριστός για τους συνανθρώπους του, έβρισκε την ευκαιρία να εκδηλωθή πλουσιοπάροχα. Και όσο μοίραζε στους φτωχούς, τόσο ο Θεός τού έδινε περισσότερα αγαθά. Τα καλά έργα του τον έκαναν γνωστό σε όλη την Κύπρο. Η φήμη του έφτασε μέχρι την Κωνσταντινούπολη! Και όταν εκοιμήθη ο πατριάρχης Αλεξανδρείας, η σκέψη όλων στράφηκε στον Ιωάννη. Αλλά εκείνος με κανένα τρόπο δεν ήθελε να δεχτή ν’ αναλάβη την πατριαρχεία. Ο αυτοκράτωρ όμως Ηράκλειος επέμενε. Το ίδιο και ο λαός. Έτσι ο Ιωάννης αναγκάστηκε να υποχωρήση. Μόλις έγινε πατριάρχης, αμέσως κάλεσε στο γραφείο του τους ιερείς της Αλεξανδρείας που είχαν την φροντίδα των φτωχών, και τους είπε: -Πηγαίνετε στην πόλη και μάθετε πόσοι είναι οι κύριοι μου. Εκείνοι τον κοίταξαν έκπληκτοι! Δεν κατάλαβαν τί εννοούσε. Τους εξήγησε λοιπόν: -Εννοώ αυτούς που συνήθως οι άνθρωποι τους ονομάζουν φτωχούς. Αυτοί είναι οι δικοί μου κύριοι. Σε λίγες μέρες οι ιερείς τού έφεραν επτάμιση χιλιάδες ονόματα φτωχών που είχαν απόλυτη ανάγκη βοηθείας. Όλους αυτούς φρόντισε μα κάθε τρόπο να τους βοηθήση. Αγαπούσε τόσο πολύ τους άλλους, ώστε λησμονούσε τον ίδιο τον εαυτό του. Ζούσε φτωχικά. Δεν μπορούσε να ησυχάση όταν σκεφτόταν ότι αυτός τα είχε όλα, ενώ άλλοι ίσως να μην είχαν ένα κομμάτι ψωμί. Γι’ αυτό έδινε, έδινε μέχρι του σημείου να μην έχη τίποτε ο ίδιος. Το ράσο του ήταν παλιό και τριμμένο. Και το δωμάτιό του σχεδόν άδειο. Κάποτε ένας άρχοντας έτυχε να δη σε τί φτωχική στρωμνή αναπαυόταν ο πατριάρχης. Αγόρασε λοιπόν ένα ακριβό πάπλωμα και του το χάρισε. Εκείνος το δέχτηκε. Το βράδυ ξάπλωσε και σκεπάστηκε με το πολυτελές πάπλωμα. Μα του ήταν αδύνατο να κλείση μάτι! Στον νου του ερχόταν η εικόνα τόσων φτωχών ανθρώπων που θα έτρεμαν από το κρύο. Την άλλη μέρα πρωί –πρωί έστειλε και πούλησε το πάπλωμα και με τα χρήματα που πήρε έντυσε πολλούς φτωχούς, όπως γράφει ο βιογράφος του Λεόντιος. Τί συνέβη όμως; Συμπτωματικά το βλέπει ο άρχοντας που του το είχε αγοράσει, το αγοράζει πάλι και το ξαναστέλνει στον πατριάρχη. Αλλά ο άγιος το ξαναπούλησε και έντυσε άλλους φτωχούς! Αυτό έγινε και ξανάγινε, ώσπου κάποτε συναντήθηκαν ο πατριάρχης και ο δωρητής. Ο άγιος χαμογέλασε και του είπε: -Για να δούμε ποιος από τους δύο θα κουραστή πρώτος, εγώ να πουλώ το πάπλωμα ή εσύ να το αγοράζης; Τότε ο άρχοντας αποκρίθηκε: -Υπάρχει κίνδυνος να κρυολογήσετε, και τί θα γίνουν τόσες χιλιάδες φτωχοί; -Σ’ευχαριστώ πολύ για το ειλικρινές σου ενδιαφέρον, απάντησε ο πατριάρχης, αλλά πώς μπορούσα να ησυχάσω εγώ και να κοιμηθώ, όταν γύρω μου τόσα παιδιά μου υποφέρουν; Μπορεί ποτέ να καλοπερνά ο πατέρας, όταν στερούνται και δεινοπαθούν τα παιδιά του; Ο άρχοντας κατάλαβε ότι είχε δίκιο ο άγιος και δεν ξαναμίλησε. Κάποτε ο άγιος έμαθε πως ένας φτωχός ήταν σε πολύ μεγάλη στενοχώρια, μα ντρεπόταν να ζητήση χρήματα εμπρός στους ανθρώπους. Πάει λοιπόν ο πατριάρχης τη νύχτα κρυφά μοναχός του και του δίνει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο φτωχός γονάτισε και του φίλησε τα πόδια κλαίγοντας. -Σταμάτα, του αποκρίνεται εκείνος. Ακόμα δεν σταυρώθηκα, ούτε έχυσα το αίμα μου για σένα, όπως έκανε ο Χριστός για όλους μας.
( Η θύρα του ελέους)
(Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος Γ΄,σελ.121-123)
" Ο πειρασμός στη νοερή προσευχή "
Ένας αδελφός έκανε πολλή και καθαρή προσευχή. Όμως μου παραπονιόταν συνεχώς που ο Παππούλης μας μιά μέρα τον σταμάτησε σ' αυτό το είδος προσευχής που έκανε και του είπε ν' ασχοληθεί με τις τυπικές προσευχές που κάνουμε μέσα από τα βιβλία της Εκκλησίας μας.
Του επέτρεψε όμως να ασχολείται με την νοερή προσευχή μόνο δέκα λεπτά την ημέρα. Μετά από επτά ή οκτώ χρόνια από τότε, καθώς μετέφερε μιά μέρα τον Παππούλη από τα Καλλίσια στην Αθήνα με το αυτοκίνητό του, στο δρόμο καθώς πήγαινε, είδε ο Γέροντας να ανηφορίζει μιά γυναίκα και του είπε να σταματήσει. Τότε ο Παππούλης της έπιασε τη συζήτηση και άρχισε να τη ρωτάει για τον πατέρα της, ο οποίος είχε γίνει μοναχός, πώς τα πάει εκεί και σε τί κατάσταση βρίσκεται. Αφού τελείωσε τη συζήτηση μαζί της, του είπε:
" Ξέρεις, ο πονηρός, από την πολλή προσευχή που έκανε ο πατέρας της, που είναι μοναχός, του έφερνε πολλή ηδονή και του δημιουργούσε άλλες αισθησιακές καταστάσεις.
Θυμάσαι προ ετών σου είχα πει να σταματήσεις την προσευχή ;
Ε ! τότε προσπαθούσε να κάνει και σε σένα το ίδιο ". Ύστερα από αυτό που του είπε ο Παππούλης, ένιωσε ευχαρίστηση ο αδελφός, και σταμάτησε να μου παραπονιέται.
[Τζ 128]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.383-384)
Με τον πόνο μας επισκέπτεται ο Χριστός
Ανθρωπος που δεν περνάει δοκιμασίες, που δεν θέλει να πονάει, να ταλαιπωρήται,
που δεν θέλει να τον στενοχωρούν ή να του κάνουν μια παρατηρήση,
αλλά θέλει να καλοπερνάει, είναι εκτός πραγματικότητος.
«Διήλθομεν δια πυράς και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν», λέει ο Ψαλμωδός.
Βλέπεις, και η Παναγία μας πόνεσε και οι Άγιοι μας πόνεσαν,
γι’ αυτό και εμείς πρέπει να πονέσουμε, μια που τον ίδιο δρόμο ακολουθούμε.
Με την διαφορά ότι εμείς, όταν έχουμε λίγη ταλαιπωρία σ’ αυτήν την ζωή,
ξοφλούμε λογαριασμούς και σωζόμαστε. Αλλά και ο Χριστός με πόνο ήρθε στην γή.
Κατέβηκε από τον Ουρανό, σαρκώθηκε, ταλαιπωρήθηκε, σταυρώθηκε.
Και τώρα ο Χριστιανός την επίσκεψη του Χριστού έτσι την καταλαβαίνει, με τον πόνο.
Όταν επισκέπτεται ο πόνος τον άνθρωπο, τότε του κάνει επίσκεψη ο Χριστός.
Ενώ, όταν δεν περνάει ο άνθρωπος καμιά δοκιμασία, είναι σαν μια εγκατάλειψη του Θεού.
Ούτε ξοφλάει, ούτε αποταμιεύει. Μιλάω βέβαια για έναν ο οποίος δεν θέλει την κακοπάθεια
για την αγάπη του Χριστού. Σου λέει: «Έχω την υγεία μου, έχω την όρεξή μου, τρώω, περνάω μια χαρά, ήσυχα...»,
και δεν λέει ένα «δόξα Σοι ο Θεός». Τουλάχιστον, αν αναγνωρίζει όλες αυτές τις ευλογίες του Θεού,
κάπως τακτοποιείται η υπόθεση. «Δεν μου άξιζαν αυτά, να πει, αλλά, επειδή είμαι αδύνατος,
γι’ αυτό ο Θεός με οικονομάει». Στον βίο του Αγίου Αμβροσίου αναφέρεται ότι κάποτε ο Άγιος
φιλοξενήθηκε με την συνοδεία του στο σπίτι κάποιου πλουσίου.
Βλέποντας ο Άγιος τα αμύθητα πλούτη του τον ρώτησε αν είχε καμμιά φορά δοκιμάσει κάποια θλίψη.
«Όχι, ποτέ, του απάντησε εκείνος. Τα πλούτη μου συνέχεια αυξάνονται, τα κτήματά μου ευφορούν, ούτε πόνο έχω,
ούτε αρρώστια είδα ποτέ». Τότε ο Αγιος δάκρυσε και είπε στην συνοδεία του: «Ετοιμάστε τα αμάξια
να φύγουμε γρήγορα από ’δώ, γιατί αυτόν δεν τον επισκέφθηκε ο Θεός!».
Και μόλις βγήκαν στον δρόμο, το σπίτι του πλουσίου βούλιαξε! Η καλοπέραση που είχε ήταν εγκατάλειψη Θεού.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 194-195)