Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης
E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

(Μία όμορφη ιστορία του Paulo Coelho)

Ένας άντρας , το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε έναν δρόμο.Και καθώς περνούσαν κάτω από ένα τεράστιο δέντρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε και τους τρεις στάχτη.
Όμως ο άντρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο , και συνέχισε την πορεία του με τα δυο του ζώα .Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο.Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός κι αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μία πανέμορφη μαρμάρινη πύλη που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι.Ο διαβάτης μας κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο και είχε μαζί του τον εξής διάλογο:

-Καλημέρα – Καλημέρα , απάντησε ο φύλακας – Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος; - Αυτός είναι ο παράδεισος – Τι καλά που φτάσαμε στον Παράδεισο , γιατί διψάμε – Μπορείτε Κύριε να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε.Και ο φύλακας του έδειξε την πηγή.- Ναι, μα το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης…-Λυπάμαι πολύ, είπε ο φύλακας – αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα.

Ο άντρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία , μιας και διψούσε πολύ , αλλά δεν σκεφτόταν να πιει μόνο αυτός.Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του. Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά , εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις , έφτασαν σε ένα άλλο μέρος , η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα που οδηγούσε σε έναν χωματόδρομο περικυκλωμένο από δέντρα…Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άντρας , και είχε το κεφάλι σκεπασμένο με ένα καπέλο. Μαλλόν κοιμόταν.

Καλημέρα – είπε ο διαβάτης. Ο άντρας έγνεψε σε απάντηση με το κεφάλι του. Διψάμε πολύ , το άλογό μου , ο σκύλος μου κι εγώ. Υπάρχει μια πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια – είπε ο άντρας, δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε. Ο άνθρωπος , το άλογο και ο σκύλος πήγαν στην πηγή και κατεύνασαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άντρα.Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε , του απάντησε εκείνος.Επί τη ευκαιρία , πώς ονομάζεται αυτό το μέρος ; ρώτησε ο άντρας. ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ. O Παράδεισος; Μα , ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μου είπε ότι εκείνο ήταν ο Παράδεισος. Εκείνο δεν ήταν ο παράδεισος. Ήταν η Κόλαση , απάντησε ο φύλακας.Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος. Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας. Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προκαλέσει μεγάλο μπέρδεμα, είπε ο διαβάτης. Σε καμιά περίπτωση – αντέτεινε ο άντρας.Στην πραγματικότητα , μας κάνουν μεγάλη χάρη , διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερούς τους φίλους…

Ποτέ να μην εγκαταλείπεις τους πραγματικούς σου φίλους ακόμη κι αν αυτό σου προκαλεί δυσκολίες. Εάν αυτοί σου προσφέρουν την αγάπη τους και τη συντροφιά τους έχεις ένα χρέος: Να μην τους εγκαταλείψεις ποτέ. Διότι: Το να κάνεις ένα φίλο είναι ευλογία , το να έχεις ένα φίλο είναι δώρο , το να κρατήσεις ένα φίλο είναι αρετή , το να είναι κάποιος φίλος σου… είναι τιμή…

Ματθαίος 24,36 Περὶ δὲ(1) τῆς ἡμέρας ἐκείνης(2) καὶ ὥρας(3) οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν(4), εἰ μὴ ὁ πατήρ μου μόνος(5). Ως προς δε την ημέρα εκείνη και την ώρα της δευτέρας παρουσίας κανείς δεν γνωρίζει τίποτε, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, ει μη μόνον ο Πατήρ.
(1) Ο σύνδεσμος «δε» είναι αντιθετικός. Ο Κύριος δείχνει το χρόνο της καταστροφής του ναού και της πόλης των Ιεροσολύμων στους στίχους 32-34, αρνείται όμως στον στίχο αυτό, ότι η ώρα και η ημέρα της συντέλειας του κόσμου είναι γνωστή (b).
(2) Την γνωστή, την μεγάλη και φοβερή ημέρα της φανέρωσης του Σωτήρα (δ). Μερικοί από εκείνους, οι οποίοι άκουγαν τα λόγια του Σωτήρα θα ζούσαν, για να δουν ένα τρομακτικό παράδειγμα που πείθει για το τι είναι η κρίση του Θεού· αλλά όλοι πρέπει να θυμούνται ότι απομένει κάτι τρομακτικότερο, που αφορά στην όλη ανθρωπότητα, η χρονολογία όμως του οποίου είναι μόνο στο Θεό γνωστή (p).
(3) Ημέρα είναι το σύνολο, ώρα είναι ένα τμήμα αυτής (b).
(4) «Εάν οι άγγελοι οι ουράνιοι αγνοούν αυτές, πολύ περισσότερο οι άνθρωποι οι γήινοι δεν πρέπει να γνωρίζουν αυτές» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
(5) Οι κώδικες σιναϊτικός και βατικανός και κάποιοι άλλοι έχουν: ουδέ ο υιός ει μη ο πατήρ μόνος. Οποιαδήποτε και αν είναι η αυθεντική γραφή, εφ’ όσον προστίθεται η λέξη «μόνος», η έννοια του χωρίου παραμένει ούτως ή άλλως η ίδια. = «Ούτε ο υιός δεν ξέρει την ημέρα εκείνη και ώρα ως άνθρωπος· διότι ως Θεός γνωρίζει ακριβώς το ίδιο με τον Πατέρα» (Ζιγαβηνός).
«Διότι όλα όσα έχει ο Πατέρας είναι του Υιού· και την γνώση όμως έχει της ημέρας ο Πατέρας. Και ο Υιός άρα έχει αυτήν» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας).
«Διότι αν γνωρίζει καλά τον Πατέρα (ο Υιός), πώς αγνοεί την έσχατη ημέρα; Διότι κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνο ο Υιός… Και αν το Πνεύμα το Άγιο γνωρίζει όλα τα του Θεού, πώς ο Υιός αγνοεί την ημέρα την οποία δημιούργησε; Και αν οι αιώνες από αυτόν έγιναν και οι χρόνοι, είναι φανερό ότι και η έσχατη ημέρα βρίσκεται στους αιώνες και τους χρόνους και είναι αδύνατον να την αγνοεί αυτός» (Αθανάσιος Μέγας).
«Αλλά, αν και ο ίδιος, μολονότι είναι Θεός Λόγος, έγινε και χρημάτισε άνθρωπος, ο οποίος αγνοεί αυτά που θα γίνουν σύμφωνα με τη δική του φύση και το μέτρο της ανθρωπότητας, αλλά δέχεται πολλές φορές τη γνώση με αποκάλυψη του Θεού. Και να μην απορήσεις αν καταδέχεται την μικροπρέπεια της άγνοιας. Γιατί, αν και είναι δεσπότης, ονομάζεται δούλος ως άνθρωπος, και ενώ είναι Κύριος της δόξας, ζητά δόξα από τον Πατέρα σαν να μην έχει δόξα, και ενώ ο ίδιος είναι πραγματικά η ζωή και ζωογονεί τα πάντα, λέγεται ότι αναστήθηκε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος… τι το παράδοξο αν και αυτό που υπάρχει κατά φύση, δηλαδή το να αγνοήσει κάτι από αυτά που υπάρχουν, θεώρησε άξιο ενδεχομένως να το οικειωθεί και αυτό μαζί με τα άλλα ιδιώματα;… Σκεπτόμενοι λοιπόν σωστά, θα πούμε ότι γνωρίζει ο Υιός κατά το ότι είναι και νοείται Θεός, όσον αφορά όμως την ανθρώπινη φύση του, επειδή έγινε και άνθρωπος, δεν ψεύδεται καθόλου όταν λέει, ότι δεν γνωρίζει, και να μην αποδώσουμε το πράγμα στα ιδιώματα της θεότητας, αλλά στη μορφή του δούλου και στη δική μας πτωχεία. … Διότι δεν ήρθε και εγκαταστάθηκε σε κάποιον άνθρωπο, σύμφωνα με την ανοησία κάποιων, αλλά έγινε ο ίδιος αληθινά άνθρωπος, μαζί με το ότι είναι και από τη φύση του Θεός» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
Μιλά σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση στην κατάσταση της ταπείνωσης και αποδίδει στη θεία φύση και θεότητα, και κατά συνέπεια στον Πατέρα που έχει την πρωτοβουλία σε κάθε έργο της θεότητας, την εξουσία του να ορίσει την μεγάλη εκείνη ημέρα, όπως και την γνώση αυτής (δ). Προβλήθηκε το χωρίο αυτό για άρνηση του δόγματος της θεότητας του Χριστού. Καμία σημασία όμως δεν έχει αυτό, όταν κάποιος έχει την αληθινή έννοια για τις δύο φύσεις στον Χριστό που ενώθηκαν στον Θεάνθρωπο κατά τρόπο ασύγχυτο. Κατά την ανθρώπινη φύση του ο Κύριος αγνοούσε, αυτό όμως δεν είναι περισσότερο εκπληκτικό από την βεβαίωση, ότι ο Ιησούς αύξανε κατά την σοφία (Λουκ. β 52) ή είχε ψυχή που ταραζόταν και κυριευόταν από αγωνία (Ματθ. κστ 38,Μάρκ. ιδ 34,Ιω. ιβ 27,ιγ 31)(ο).

Μάρκος 13,32 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν(1), οὐδὲ οἱ ἄγγελοι(2) ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός(3), εἰ μὴ ὁ πατήρ. Ως προς δε την ημέρα εκείνη ή την ώρα, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς ούτε οι άγγελοι που είναι στον ουρανό ούτε ο Υιός, ειμή μόνον ο Πατήρ.
(1) Τον ακριβή χρόνο, κατά τον οποίο θα συμβεί η συντέλεια του κόσμου, κανείς δεν τον γνωρίζει. Φυλάχτηκε αυτός κρυμμένος από τον Πατέρα, διότι αυτό είναι ένα από εκείνα, τα οποία ο Πατέρας «έβαλε στη δική του εξουσία» (Πραξ. α 7).
(2) Η γνώση των αγγέλων αν και ευρεία, δεν είναι απεριόριστη (Εφεσ. γ 10,Α΄Πέτρ. α 12)(σ). «Με το να πει μεν ότι ούτε οι άγγελοι, τους έκλεισε το στόμα, ώστε να μη ζητούν να μάθουν, αυτό το οποίο εκείνοι δεν ξέρουν· με το να πει από την άλλη ούτε ο Υιός, εμποδίζει όχι μόνο να μάθουν αλλά και να ζητήσουν» (Βίκτωρ Αντιοχείας).
(3) Πολλές προτάθηκαν ερμηνείες: Η πιο σοβαρή: Λέχθηκε αυτό όχι απόλυτα, αλλά αναφορικά με την ανθρώπινη φύση του Χριστού, τόσο μάλλον όσο και στο χωρίο αυτό, βάζει τον εαυτό του ως άνθρωπο πάνω από τους αγγέλους (b).
Με άλλα λόγια «Ως μεν Λόγος γνωρίζει, ως άνθρωπος όμως αγνοεί· διότι του ανθρώπου είναι χαρακτηριστικό το να αγνοεί… Δεν είπε «Ούτε ο Υιός του Θεού γνωρίζει», για να μην φαίνεται η θεότητα ότι αγνοεί, αλλά απλώς είπε «Ούτε ο Υιός», ώστε η άγνοια να είναι στον Υιό που γεννήθηκε από ανθρώπους. Για αυτό και μιλώντας για τους αγγέλους, δεν είπε συνεχίζοντας, ότι ούτε το Άγιο Πνεύμα γνωρίζει, αλλά σιώπησε, δείχνοντας και τα δύο αυτά, ότι δηλαδή εάν το Πνεύμα γνωρίζει, πολύ περισσότερο ο Λόγος, εφ’ όσον είναι Λόγος, γνωρίζει, από τον οποίο (Λόγο) λαμβάνει και το Πνεύμα, και ότι με το να μη μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα, φανέρωσε ότι όσον αφορά την ανθρώπινη φύση του έλεγε, ούτε ο Υιός» (Αθανάσιος Μέγας).
Ως Λόγος όμως γνωρίζει. «Διότι πώς θα αγνοούσε την ημέρα, αν όλα έγιναν από αυτόν και χωρίς αυτόν δεν έγινε τίποτα (Ιω. α 3); Διότι αυτός που δημιούργησε τους αιώνες είναι προφανές ότι δημιούργησε και τους χρόνους· αν όμως τους χρόνους, και την ημέρα. Πώς λοιπόν αγνοεί αυτήν που δημιούργησε;» (Βίκτωρ Αντιοχείας).
«Διότι καθ’ όσον μεν θεωρείται άνθρωπος όπως εμείς, δεν θα μπορούσε να ξέρει αυτά που είναι στον Πατέρα· καθ’ όσον όμως είναι από τη φύση του Θεός και προέρχεται από αυτόν, γνωρίζει οπωσδήποτε και την έσχατη ημέρα, έστω και αν λέει ότι δεν γνωρίζει λόγω της ανθρώπινης φύσης του» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
«Δεν είναι άρα του Θεού Λόγου η άγνοια, αλλά της μορφής του δούλου, η οποία εκείνο τον καιρό τόσα ήξερε, όσα του αποκάλυψε η θεότητα που κατοικούσε μέσα του» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
Αξιοσημείωτη και η εκδοχή σε σχέση με τη θεία φύση του Κυρίου που εκφράστηκε ως ακολούθως. «Ούτε ο Υιός θα γνώριζε εάν δεν είχε γνωρίσει ο Πατέρας· δηλαδή η αιτία του ότι ο Υιός γνωρίζει προέρχεται από τον Πατέρα…Η έννοια λοιπόν του χωρίου του Μάρκου είναι η εξής· Για την ημέρα εκείνη ή ώρα κανείς δεν γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι του Θεού, αλλά ούτε και ο Υιός θα γνώριζε, εάν δεν γνώριζε ο Πατέρας· διότι από τον Πατέρα είχε δοθεί σε αυτόν η γνώση ήδη εξ’ αρχής». «Ούτε ο υιός γνωρίζει, αν δεν γνωρίζει ο πατέρας. Επειδή όμως γνωρίζει ο Πατέρας, γνωρίζει άρα και ο υιός. Διότι εγώ, λέει, και ο Πατέρας είμαστε ένα» (Ζιγαβηνός στον Ματθαίο).
«Επειδή γνωρίζει ο Πατέρας, και ο Υιός εννοείται ότι γνωρίζει, η σοφία του Πατέρα, η οποία έχει όλα τα του Πατέρα εκτός από το να είναι αυτό το ίδιο, δηλαδή Πατέρας» (Βίκτωρ Αντιοχείας).
Αρκετά έξυπνη και η επόμενη: «Θέλοντας ο Κύριος να εμποδίσει τους μαθητές από το να ρωτάνε για την ημέρα εκείνη και την ώρα, λέει, ότι ούτε οι άγγελοι, ούτε ο υιός γνωρίζει. Διότι αν έλεγε ότι Γνωρίζω μεν, αλλά δεν θέλω να σας αποκαλύψω, θα τους λυπούσε. Τώρα όμως ενεργεί σοφότερα και εμποδίζει αυτούς τελείως από το να ζητούν να μάθουν και να τον ενοχλούν, με το να πει ότι Ούτε οι άγγελοι, ούτε εγώ γνωρίζω. Από ένα παράδειγμα λοιπόν θα κατανοήσεις το λεγόμενο. Πολλές φορές μικρά παιδιά βλέπουν τους πατέρες τους να κρατούν κάτι στα χέρια, και ζητούν αυτό. Οι πατέρες όμως δεν θέλουν να το δώσουν. Επειδή όμως τα παιδιά κλαίνε μιας και δεν παίρνουν, στο τέλος λοιπόν οι πατέρες κρύβουν εκείνο που κρατούν, και δείχνοντας τα χέρια άδεια στα παιδιά, τα σταματούν από το κλάμα. Έτσι και ο Κύριος, συμπεριφερόμενος σαν σε παιδιά στους Αποστόλους, απέκρυψε την ημέρα. Διότι αν έλεγε ότι γνωρίζω μεν, αλλά δεν λέω, θα λυπούνταν, επειδή δεν θα μάθαιναν από αυτόν» (Θεοφύλακτος).
Η ερμηνεία αυτή συγκρούεται κάπως με την απόλυτη ειλικρίνεια και φιλαλήθεια του Κυρίου. Υπέρ της πρώτης ερμηνείας συνηγορεί και το ότι ιδιαίτερα στο ευαγγέλιο αυτό παρουσιάζεται η όλη θρησκευτική και ηθική ζωή του Ιησού κάτω από τους ανθρώπινους όρους εξάρτησης από τον Θεό ως Πατέρα του. Ο περιορισμός λοιπόν στη γνώση ήταν μόνο ένα μέρος του μεγαλύτερου περιορισμού και της κένωσης, τα οποία υπονοεί η ενανθρώπηση του Λόγου. Εξαιτίας αυτού λοιπόν υποτάχτηκε ο Κύριος και στους συνηθισμένους νόμους της αύξησης -της φυσικής, διανοητικής και ηθικής- για την οποία μιλά η Κ.Δ. (Λουκ β 40,52,Εβρ. ε 8).
Σε αυτού του είδους λοιπόν την άγνοια, που αποδίδεται στον Κύριο, δεν υπάρχει τίποτα το ασυμβίβαστο με την απόλυτη αναμαρτησία του. Υπάρχει πλήθος πραγμάτων αδιάφορων ηθικά, η γνώση ή η άγνοια των οποίων ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους μας κάνει από ηθική άποψη. Το να υποκείμεθα λοιπόν σε μια τέτοια άγνοια, είναι όρος φύσης πλήρως ανθρώπινης (σ).

(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα στον Ματθαίο και Μάρκο, εκδόσεις Σωτήρ, μετάφραση στα νέα Ελληνικά πατήρ Νικόλαος Πουλάδας, για τις άλλες συντομογραφίες των πηγών δες ανάρτηση «Το τέλος του κόσμου στα Ευαγγέλια»)

Ματθαίος 19,16 Καὶ ἰδοὺ εἷς(1) προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε ἀγαθέ(2), τί ἀγαθὸν ποιήσω(3) ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; Και ιδού ένας προσήλθε εις αυτόν και του είπε· “διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν πρέπει να κάμω, δια να έχω ζωήν αιώνιον;”
(1) «Ο Λουκάς τον ονόμασε αυτόν άρχοντα, δηλαδή των Ιουδαίων» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος). Δε γνωρίζουμε με ποια σημασία ειπώθηκε το άρχοντας από το Λουκά. Ίσως λόγω του μεγάλου πλούτου του ονόμασε έτσι το νέο, για να σημάνει ότι ήταν υπολογίσιμος παράγοντας στην κοινωνία (p). «Κάποιοι μεν κατηγορούν το νέο αυτόν ως ύπουλο και πονηρό… εγώ όμως δεν θα αρνιόμουν να πω ότι ήταν φιλάργυρος και δούλος των χρημάτων, επειδή και ο Χριστός τον έλεγξε ότι ήταν τέτοιος· ύπουλο όμως δεν θα τον έλεγα με κανέναν τρόπο» (Χρυσόστομος). «Διότι αλλιώς δεν θα τον παρατηρούσε ο Ιησούς και θα τον συμπαθούσε (Μάρκ.10,21). Αλλά ως προς τα άλλα μεν ήταν καλός και επιθυμούσε την αιώνια ζωή, αλλά το αγκάθι της φιλαργυρίας είχε καταστρέψει το γόνιμο χωράφι της ψυχής του» (Ζιγαβηνός)
(2) Αυθεντική γραφή, διδάσκαλε, τι αγαθόν.

Ματθαίος 19,17 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ(1)· τί με λέγεις ἀγαθόν(2); οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός(3)
Ο δε Ιησούς του είπε· τι με λέγεις αγαθόν; Κανείς δεν είναι αγαθός, ει μη μόνον ένας, ο Θεός.
(1) Αυθεντική γραφή που μαρτυρείται και από τους κώδικες σιναϊτικό, βατικανό, όπως και από τον Ωριγένη: «τι με ρωτάς για το αγαθό; ένας είναι ο αγαθός» = «ο μεν Ματθαίος έγραψε αυτά σαν να ρωτήθηκε ο Σωτήρας για αγαθό έργο με την ερώτηση τι αγαθό να πράξω· ενώ ο Μάρκος και ο Λουκάς λένε ότι ο Σωτήρας είπε, τι με λες αγαθό; κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας ο Θεός» (Ωριγένης). Σύμφωνα με τη γραφή αυτή η έννοια της φράσης είναι: Γιατί με ρωτάς για το αγαθό; Ένας είναι ο αγαθός, δηλαδή το αγαθό δεν είναι κάποια ανεξάρτητη και περιορισμένη ποσότητα στη ζωή. Είναι ιδιότητα χαρακτήρα και μάλιστα του θείου χαρακτήρα. Η αγαθότητα λοιπόν αυτή της θείας φύσης έχει αποκαλυφθεί στις εντολές (a).
Ζωή αιώνια μπορεί να εξασφαλίσει όχι κάποια ορισμένη πράξη, οσοδήποτε έξοχη και ξεχωριστή, αλλά μόνο ο έξοχος χαρακτήρας. Σαν τη γνωστότερη λοιπόν περίληψη για το ποιος πρέπει να είναι ο χαρακτήρας αυτός, ο Ιησούς αναφέρει τις εντολές, στις οποίες ο Θεός αποκάλυψε τη θέλησή του (p).
(2) «Επειδή τον πλησίασε σαν να ήταν απλός άνθρωπος και ένας από τους πολλούς και διδάσκαλος των Ιουδαίων· για αυτό λοιπόν και ως άνθρωπος συζητά μαζί του» (Χρυσόστομος). «Γιατί με λες αγαθό, αφού είμαι άνθρωπος σύμφωνα με τη δική σου αντίληψη;» (Ζιγαβηνός). «Διότι εκείνος, τόν νόμιζε άνθρωπο μόνο και όχι Θεό. Αν δηλαδή, λέει, με νομίζεις άνθρωπο και όχι Θεό, μη με λες αγαθό» (Αθανάσιος Μέγας). «Διότι κανείς από τους ανθρώπους δεν είναι αγαθός με την κύρια έννοια· και διότι είμαστε ευμετάβλητοι μιας και μετακινούμαστε από το αγαθό· και διότι συγκρινόμενη η ανθρώπινη αγαθότητα με αυτήν του Θεού, θεωρείται πονηρία» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας).
«Διότι δεν θα μπορούσε με τον τρόπο που λέγεται αγαθός ο Θεός, με τον ίδιο τρόπο να λεχθεί αγαθός ο άνθρωπος ο οποίος από τον αγαθό θησαυρό της καρδιάς του προσφέρει αγαθά» (Ωριγένης). «Νομίζω λοιπόν ότι αυτός που εκτελεί το πρόσταγμα «απομακρύνσου από το κακό και κάνε το καλό», ως προς αυτά μεν που κάνουν οι υπόλοιποι άνθρωποι, κάνει το αγαθό, ως προς το αληθινά αγαθό όμως, όπως ακριβώς δεν θα δικαιωθεί μπροστά στο Θεό κάθε ζωντανός άνθρωπος, αφού κάθε ανθρώπινη δικαιοσύνη αποδεικνύεται ως μη δικαιοσύνη, όταν γίνει αντιληπτή η δικαιοσύνη του Θεού, κατά τον ίδιο τρόπο ούτε αγαθός θα είναι μπροστά στον αγαθό Θεό καθένας που θα μπορούσε να ονομαστεί αγαθός σε σύγκριση με τα κατώτερα από εκείνα» (Ωριγένης).
(3) «Όταν λέει «κανείς δεν είναι αγαθός», δεν το λέει αυτό για να αποκλείσει τον εαυτό του από το ότι είναι αγαθός… Διότι δεν είπε, τι με λες αγαθό; Δεν είμαι αγαθός· αλλά (είπε) κανείς δεν είναι αγαθός· δηλαδή κανείς από τους ανθρώπους. Αλλά και αυτό ακόμη όταν το λέει, δεν το λέει αποστερώντας ούτε τους ανθρώπους από την αγαθότητα· αλλά το λέει σε σύγκριση με την αγαθότητα του Θεού» (Χρυσόστομος). «Δεν το είπε αυτό κατηγορώντας όλη την ανθρώπινη φύση για πονηρία, αλλά συγκρίνοντας την αγαθότητα που υπάρχει στους ανθρώπους με αυτήν του Θεού» (Σειρές,Χρυσόστομος)· «επειδή το αγαθό με την κύρια έννοια δεν αναφέρεται σε κανέναν παρά μόνο στο Θεό» (Ωριγένης). «Διότι μόνος κυρίως αγαθός είναι ο Θεός» (Ζιγαβηνός). «Δηλαδή εκ φύσεως μεν αγαθός είναι μόνος ο Θεός, ενώ από ελεύθερη διάθεση (θέληση) αγαθός είναι μόνο αυτός που μιμείται το Θεό» (Σειρές,Χρυσόστομος).

Μάρκος 10,17 Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ εἰς ὁδὸν(1) προσδραμὼν(2) εἷς καὶ γονυπετήσας(3) αὐτὸν ἐπηρώτα αὐτόν· διδάσκαλε ἀγαθέ(4), τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον(5) κληρονομήσω;
Και καθώς έβγαινε ο Ιησούς στον δρόμον, έτρεξε εμπρός εις αυτόν ένας και αφού εγονάτισε, τον ρώτησε· διδάσκαλε αγαθέ, τι πρέπει να κάμω δια να κληρονομήσω την αιώνιον ζωήν;
(2) Ο άνθρωπος αυτός φαίνεται να ωθείται από κάποιο βαθμό ζήλου και με κάποιο πόθο αναμένει τη συνάντηση με τον Σωτήρα (b). Αυτό εκφράζει το ρήμα προσδραμών=έτρεξε προς τον Ιησού.
(3) Άλλο γεγονός που μαρτυρεί το ζήλο του και την εκτίμησή του προς το νέο διδάσκαλο (σ). «Κάποιοι κατηγορούν αυτόν το νέο, ότι είναι ύπουλος και πονηρός και θέλει να πειράξει. Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Αλλά φιλοχρήματος μεν είναι ο άνθρωπος, όχι όμως να βάλει σε πειρασμό. Διότι άκου τον ευαγγελιστή (στο στίχο 21) ότι αφού τον παρατήρησε ο Ιησούς, τον συμπάθησε» (Θεοφύλακτος). «Δεν έδειξε μικρή προθυμία ο νέος πέφτοντας σε έναν τέτοιο έρωτα. Και ενώ οι άλλοι, άλλοι μεν τον πλησίαζαν για να τον πειράξουν, ενώ άλλοι για ασθένειες είτε δικές τους είτε ξένων, αυτός πλησιάζει και συζητά για την αιώνια ζωή. Διότι ήταν γόνιμο και πλούσιο το χωράφι της ψυχής του, αλλά το πλήθος των αγκαθιών έπνιγε τον σπόρο. Πρόσεξε λοιπόν πώς ήταν έτοιμος αρχικά για να υπακούσει στις εντολές. Διότι δεν είπε, Πώς θα μπω στη ζωή; Αλλά είπε, τι να κάνω; Τόσο έτοιμος ήταν για να εφαρμόσει αυτά που θα λέγονταν… Επιθυμεί λοιπόν τη ζωή, αλλά είναι κυριευμένος από πολύ κακό πάθος» (Βίκτωρ Αντιοχείας).
Από το Ματθαίο χαρακτηρίζεται ως νεανίσκος (Ματθ. ιθ 20,22) και από το Λουκά ως άρχων (Λουκ. ιη 18), ήταν όμως και πλούσιος. Σπάνιο πράγμα άνθρωπος της ηλικίας του και των προσόντων του να ενδιαφέρεται τόσο πολύ για τη μέλλουσα ζωή. Άφησε κατά μέρος τη βαρύτητα του άρχοντα και έτρεξε να αρπάξει την ευκαιρία της συνάντησης και χωρίς να έχει την αξίωση να τύχει ιδιαίτερης ακρόασης από τον Ιησού, όπως ο Νικόδημος, και μπροστά σε όλους γονάτισε, παρέχοντας εξαίρετο δείγμα του μεγάλου σεβασμού προς τον Ιησού ως διδάσκαλο που στάλθηκε από το Θεό.
(4) Ο νέος αναγνώριζε τον Ιησού ως μεγάλο ραββίνο και ως τέτοιο χαιρέτησε αυτόν ευλαβικά όπως οι μαθητές συνήθιζαν να εκδηλώνουν το σεβασμό τους προς διακεκριμένους διδασκάλους. Δεν είχε όμως υψηλότερη ιδέα για τον Ιησού (σ). Πάντως αναγνωρίζει, ότι ο Ιησούς είναι αγαθός διδάσκαλος. …
(5) Η φράση αιώνια ζωή συναντιέται για πρώτη φορά στο Δανιήλ ιβ 2 όπου αντιτίθεται με τη φράση «αισχύνη αιώνια». Είχε γίνει οικεία στους Ιουδαίους και ειδικά στους γραμματείς και Φαρισαίους, και είχε αποβεί θέμα συζήτησης, από την οποία προκλήθηκαν πολλά ερωτήματα, άλλα μεν σοβαρά, και άλλα μάλλον θεωρητικά (σ). Σημαίνει τις ευλογίες της μεσσιακής βασιλείας, τόσο τις τωρινές, όσο και τις μελλοντικές (γ). …

Μάρκος 10,18 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· τί με λέγεις ἀγαθόν(1); οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός(2). Ο δε Ιησούς του είπεν· διατί με ονομάζεις αγαθόν; Κανείς δεν είναι αγαθός, ειμί μόνον ένας, ο Θεός.
(1) «Γιατί απάντησε έτσι σε αυτόν ο Χριστός; Επειδή τον πλησίασε σαν άνθρωπο και σαν έναν από τους πολλούς διδασκάλους. Αυτό δηλαδή λέει ο Χριστός. Εάν νομίζεις ότι είμαι αγαθός ως διδάσκαλος, κανείς άνθρωπος δεν είναι αγαθός σε σύγκριση με το Θεό… Επομένως με τα λόγια αυτά ο Χριστός θέλει αυτό, δηλαδή το να κάνει υψηλότερη τη σκέψη του ανθρώπου ώστε να αναγνωρίσει αυτόν ως Θεό. Αλλά και κάτι άλλο κατορθώνει, το να τον διδάξει, όταν πρόκειται να μιλήσει σε κάποιον, να μη μιλά κολακευτικά, αλλά να ξέρει ότι ο Θεός είναι η ρίζα και η πηγή της αγαθότητας και σε αυτόν να προσφέρει τις τιμές» (Θεοφύλακτος). «Διότι και όταν λέει «Μην αποκαλέσετε διδάσκαλο πάνω στη γη», σε σύγκριση με αυτό το λέει, και για να μάθουν ποια είναι η πρώτη αρχή όλων των όντων» (Βίκτωρ Αντιοχείας).
«Δες λοιπόν, σε παρακαλώ, παντού και σε κάθε περίπτωση τον υιό να δείχνει ταπεινοφροσύνη αλλά ταυτόχρονα να δείχνει και το θεϊκό μέγεθος, πρώτον όταν λέει προς τον νέο που τον ονόμασε αγαθό, Τι με λες αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ο Θεός. Και πολύ λογικά είπε αυτό· ήταν σαν να έλεγε ο Χριστός, σου φαίνομαι ως άνθρωπος, νέε μου, εσύ όμως, ονομάζοντάς με διδάσκαλο σαν έναν από τους γραμματείς, πρόσθεσες το «αγαθός». Κανείς όμως από τους ανθρώπους δεν είναι αγαθός, αλλά μόνο στο Θεό ανήκει η ονομασία αυτή. Μάταια λοιπόν ονόμασες αγαθό αυτόν που μέχρι τώρα σου φαινόταν άνθρωπος. Έτσι λοιπόν απαντώντας, έδειξε την ταπεινοφροσύνη στον άνδρα λέγοντας· Κανείς δεν είναι αγαθός, από αυτούς που εσύ θεωρείς» (Γρηγόριος Νύσσης).
Δεν λέει παρόλ’ αυτά ο Κύριος, ότι δεν είμαι αγαθός, αλλά τι με λες αγαθό;… Ο Ιησούς δεν δέχεται για τον εαυτό του τον τίτλο αγαθός χωρίς τον τίτλο της θεότητας. Εφόσον ο νέος δεν αναγνώριζε την θεότητά του, υπερασπίζεται ο Κύριος την δόξα του Πατέρα (b). «Όταν λοιπόν λέει κανείς δεν είναι αγαθός, δεν το λέει αυτό αποκλείοντας τον εαυτό του από το να είναι αγαθός… αλλά το λέει για αντιδιαστολή με την αγαθότητα του Θεού. Έδωσε αυτήν την ονομασία συγκρίνοντας την αγαθότητα των ανθρώπων με αυτήν του Θεού» (Χρυσόστομος). «Για αυτό και πρόσθεσε στη συνέχεια, παρά μόνο ένας ο Θεός. Και δεν είπε, παρά μόνο ο Πατέρας μου, για να μάθεις ότι δεν αποκάλυψε τον εαυτό του στον νέο» (Βίκτωρ Αντιοχείας).
(2) Ο Θεός μόνος κατέχει την απόλυτη αγαθότητα. Δεν υπάρχει άλλος από μόνος του και αναλλοίωτα αγαθός παρά μόνο ο Θεός. Η αγαθότητά του πηγάζει από τον εαυτό του και κάθε αγαθότητα στα δημιουργήματα προέρχεται από αυτόν. Είναι η πηγή, από την οποία προέρχεται η αγαθότητα και οποιαδήποτε άλλα ρεύματα ή ρυάκια αγαθότητας «από επάνω κατεβαίνουν», από αυτόν ο οποίος είναι Αγάπη…

Λουκάς 18,18 Καὶ ἐπηρώτησέ τις(1) αὐτὸν ἄρχων(2) λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ(3), τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω(4);
Και τον ηρώτησε κάποιος άρχων, λέγων· Διδάσκαλε αγαθέ, τι πρέπει να κάμω, δια να κληρονομήσω την αιώνιον ζωήν;
(2) Μόνο ο Λουκάς λέει αυτό και μένουμε σε αμφιβολία για το τι να σημαίνει με αυτό (p). Πιθανώς σημαίνει άρχοντας συναγωγής. Δες Ματθ. θ 18 σε συνδυασμό με τα Μάρκ. ε 22 και Λουκ. η 41 (g). Ίσως όμως με τη λέξη αυτή θέλησε ο Λουκάς να δηλώσει κάποια κοινωνική θέση (L).
(3) Δεν υπάρχει σε όλο το Ταλμούδ παράδειγμα ραββίνου που να προσφωνήθηκε με το Διδάσκαλε αγαθέ. Ο τίτλος λοιπόν ήταν τελείως άγνωστος στους Ιουδαίους. Η προσφώνηση συνεπώς ήταν έκτακτη και ίσως και καθαρά περιποιητική φιλοφροσύνη. Το Ταλμούδ λέει: Κανένα άλλο αγαθό δεν υπάρχει παρά μόνο ο νόμος (p).

Λουκάς 18,19 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν(1); οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός(2). Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς· διατί με ονομάζεις αγαθόν; Κανένας δεν είναι αγαθός, ει μη μόνον ο Θεός.
(1) «Με είπες αγαθό, λέει. Γιατί λοιπόν πρόσθεσες το Διδάσκαλε;… Κανείς από τους ανθρώπους δεν είναι αγαθός με την κύρια έννοια, παρά μόνο ένας ο Θεός. Επομένως αν θες να με λες αγαθό, ως Θεό να με λες αγαθό, αλλά μη με πλησιάζεις ως απλό άνθρωπο. Διότι αν με νομίζεις κάποιον κοινό άνθρωπο, να μη με ονομάζεις αγαθό. Διότι στην πραγματικότητα αγαθός και πηγή αγαθότητας και αρχή της αυτοαγαθότητας είναι ο Θεός. Οι άνθρωποι όμως αν και είμαστε αγαθοί, αλλά όχι με την κύρια έννοια, αλλά μετέχουμε στη θεία αγαθότητα, και έχουμε ανάμικτο το αγαθό και μεταβαλλόμενο» (Θεοφύλακτος).
(2) «Το ένας εδώ σημαίνει το ίδιο με το μόνος» (Βασίλειος ο Μέγας). «Διότι ο Θεός από τη φύση του είναι αγαθός, και ιδιαίτερο και ουσιώδες φυσικό και εξαίρετο αξίωμά του είναι το ότι είναι αγαθός, και κατά συμμετοχή οι άγγελοι και εμείς» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Όσοι πλησιάζουν το Χριστό ως διδάσκαλό τους πρέπει να πιστεύουν όχι μόνο στη θεία αποστολή του, αλλά και στη θεία φύση και αγαθότητά του.

(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα, κατ’ επιλογήν αποσπάσματα, στο κατά Ματθαίον σελ.349-350, στο κατά Μάρκον σελ. 184-186, στο κατά Λουκάν σελ. 520, εκδόσεις Σωτήρ, επιλογή και μετάφραση στα νέα Ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας)

Γέροντα, εύκολα κρίνω και κατακρίνω.

- Η κρίση που έχεις, είναι φυσικά, χάρισμα που σου έδωσε ο Θεός, αλλά την εκμεταλλεύεται το ταγκαλάκι και σε κάνει να κατακρίνεις και να αμαρτάνεις. Γι’ αυτό, μέχρι να εξαγνισθεί η κρίση σου και να έρθει ο θείος φωτισμός, να μη την εμπιστεύεσαι. Όταν κανείς ασχολείται με τους άλλους και τους κρίνη, ενώ ακόμα δεν έχει εξαγνισθή η κρίση του, πέφτει συνέχεια στην κατάκριση.
- Και πώς, Γέροντα, θα εξαγνισθεί η κρίση μου;
- Πρέπει να την λαμπικάρεις. Μπορεί να έχεις καλή διάθεση και μια δύναμη μέσα σου, αλλά πιστεύεις ότι κρίνεις πάντοτε σωστά. Η κρίση σου είναι όμως είναι ανθρώπινη, κοσμική. Προσπάθησε να απαλλαγείς από το ανθρώπινο στοιχείο, να αποκτήσεις ανιδιοτέλεια, για να έρθει ο θείος φωτισμός και να γίνει η κρίση σου πνευματική, θεϊκή. Τότε η κρίση σου θα είναι σύμφωνη με την δικαιοσύνη του Θεού και όχι με την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Με την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού και όχι με την λογική την ανθρώπινη.
Μόνον ο Θεός κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αυτός γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων. Εμείς, επειδή δεν ξέρουμε την δίκαιη κρίση του Θεού, κρίνουμε “κατ’ όψιν”, εξωτερικά, και γι’ αυτό πέφτουμε έξω και αδικούμε τον άλλον. Η ανθρώπινη κρίση μας δηλαδή είναι μία μεγάλη αδικία. Είδες τι είπε ο Χριστός: “Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε”.

«Ποιοί λοιπόν είναι οι λόγοι για τους οποίους και ο ίδιος και οι Απόστολοι έχουν πει πολλά ταπεινά για αυτόν;
Ο πρώτος λόγος και ο σπουδαιότερος, είναι το ότι αυτός φόρεσε ανθρώπινη σάρκα και θέλει να βεβαιώσει και τους τότε και όλους τους μεταγενεστέρους, ότι αυτό που βλέπεται δεν είναι ούτε κάποια σκιά, ούτε απλώς κάποιο σχήμα, αλλά είναι πραγματική φύση.
Διότι, εάν, μολονότι τόσα πολλά ταπεινά και ανθρώπινα έχουν πει για αυτόν και οι απόστολοι και ο ίδιος για τον εαυτό του, όμως κατόρθωσε ο διάβολος να πείσει μερικούς από τους άθλιους και ταλαίπωρους ανθρώπους να απαρνηθούν την αιτία της κατ’ οικονομίαν ενανθρωπήσεως αυτού, και να τολμήσουν να πουν, ότι δεν έλαβε σάρκα, και έτσι να βλάψουν την όλη υπόθεση της φιλανθρωπίας του Θεού, εάν δεν έλεγε τίποτα από αυτά, πόσοι δεν θα έπεφταν στο βάραθρο αυτό του διαβόλου; Δεν ακούς ακόμη και τώρα τον Μαρκίωνα που αρνείται την κατ’ οικονομίαν ενανθρώπηση του Κυρίου, καθώς και τον Μανιχαίο και τον Ουαλεντίνο και πολλούς άλλους;
Για αυτό λέει πολλά ανθρώπινα και ταπεινά, και υπολείπονται πάρα πολύ από την απόρρητη εκείνη ουσία, για να επιβεβαιώσει την αιτία της κατ’ οικονομίαν ενανθρωπήσεώς του. Καθόσον ο διάβολος κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες να ξεριζώσει από τους ανθρώπους αυτήν την πίστη, γνωρίζοντας ότι, αν ξεριζώσει από τους ανθρώπους αυτήν την πίστη στην ενανθρώπηση του Κυρίου, θα εξαφανιστεί το μεγαλύτερο μέρος όλων εκείνων που συνιστούν την πίστη μας.
Υπάρχει και άλλη μετά από αυτήν αιτία, η πνευματική αδυναμία των ακροατών, και το ότι δεν μπορούσαν να δεχτούν τις υψηλότερες αλήθειες της πίστης τότε που για πρώτη φορά τον έβλεπαν και τον άκουγαν. Και ότι αυτό δεν είναι δική μου σκέψη, θα προσπαθήσω να το παρουσιάσω και να το αποδείξω από τις Γραφές, ότι δηλαδή όταν κάποτε συνέβαινε και έλεγε κάτι το μεγάλο και υψηλό και άξιο της δόξας του. Και γιατί λέω μεγάλο και υψηλό και άξιο της δόξας τους; Εάν κάποτε έλεγε κάτι που ήταν απάνω από τις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης, θορυβούνταν και σκανδαλίζονταν, εάν πάλι κάποτε έλεγε κάτι το ταπεινό και ανθρώπινο, τότε έτρεχαν κοντά του και δέχονταν τα λόγια του. Και πού, λέει, μπορούμε να το δούμε αυτό; Κατ’ εξοχήν στο ευαγγέλιο του Ιωάννη· διότι, αφού είπε ο Ιησούς, «ο Αβραάμ ο πατέρας σας αισθάνθηκε αγαλλίαση που επρόκειτο να δει την ημέρα μου, και την είδε και χάρηκε», του απαντούν εκείνοι· «Δεν είσαι ούτε σαράντα χρονών ακόμη και είδες τον Αβραάμ;»(Ιω. 8,56,57). Βλέπεις ότι συμπεριφέρονταν απέναντί του σαν να ήταν απλός άνθρωπος;
Τί απαντά λοιπόν αυτός; «Εγώ υπάρχω» λέει, «προτού γεννηθεί ο Αβραάμ. Και πήραν πέτρες για να τις ρίξουν εναντίον του»(Ιω. 8,58). Και όταν τους απηύθυνε μακρούς λόγους για τα μυστήρια, λέγοντας, «Και ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου»(Ιω. 6,51), αυτοί έλεγαν· «Είναι σκληρός αυτός ο λόγος· ποιός μπορεί να τον ακούει; Για το λόγο αυτόν πολλοί από τους μαθητές του έφυγαν και δεν πήγαιναν πλέον μαζί του» (Ιω. 6, 60-66). Πες μου λοιπόν, τι έπρεπε να κάνει; Να μιλά συνέχεια με υψηλού περιεχομένου λόγια, ώστε να απομακρύνει το θήραμα και όλοι να αποκρούσουν τη διδασκαλία του; Αλλά αυτό δεν ήταν γνώρισμα της φιλανθρωπίας του. Καθόσον και πάλι, επειδή είπε, «Εκείνος που ακούει το λόγο μου δεν θα γευτεί θάνατο στον αιώνα»(Ιω. 8,52), έλεγαν εκείνοι· «Δεν λέγαμε πολύ σωστά ότι έχεις δαιμόνιο; Ο Αβραάμ πέθανε, και οι προφήτες πέθαναν και συ λες ότι εκείνος που ακούει το λόγο μου δεν θα γευτεί ποτέ θάνατο;» (Ιω. 8,52-53). Και τι το παράξενο εάν το πλήθος έδειχνε τέτοια συμπεριφορά απέναντί του, τη στιγμή βέβαια που οι ίδιοι οι άρχοντες είχαν την ίδια γνώμη;
Πράγματι λοιπόν ο Νικόδημος, που ήταν άρχοντας και ήρθε προς αυτόν με μεγάλη αγάπη και του είπε, «Γνωρίζουμε ότι ήρθες σαν δάσκαλος από τον Θεό»(Ιω. 3,2), δεν μπόρεσε να δεχτεί το λόγο του για το βάπτισμα, διότι ήταν πολύ πιο μεγάλος από την πνευματική του αδυναμία. Διότι, όταν ο Χριστός είπε, ότι «Αν κάποιος δεν γεννηθεί από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού», σε τόσο χαμηλές σκέψεις έπεσε, ώστε να πει «Πώς μπορεί ο άνθρωπος να γεννηθεί ενώ είναι γέρος; Μήπως μπορεί για δεύτερη φορά να μπει στην κοιλιά της μητέρας του και να γεννηθεί από τον ουρανό;».
Τι λοιπόν απαντά ο Χριστός; «Εάν σας μίλησα για τα επίγεια και δεν πιστέψατε, πώς εάν σας μιλήσω για τα επουράνια, θα πιστεψετε;» (Ιω. 3,3-4.12). Είναι σαν να απολογείται κατά κάποιο τρόπο και να λέει, για ποιό λόγο δεν τους μιλούσε συνέχεια για την ουράνια γέννηση. Πάλι κατά την ώρα εκείνη του σταυρικού θανάτου του, μετά από άπειρα θαύματα, μετά από τη μεγάλη εκείνη απόδειξη της δυνάμεώς του, όταν είπε, «Θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται επάνω στα σύννεφα» ((Ματθ. 26,64), μη υποφέροντας ο αρχιερέας τα λόγια αυτά, ξέσχισε τα ρούχα του. Πώς λοιπόν έπρεπε να ομιλεί προς αυτούς, που δεν μπορούσαν τίποτα από τα υψηλά να ανεχτούν; Το ότι λοιπόν γενικά δεν είπε για τον εαυτό του κάτι το μεγάλο και υψηλό, δεν είναι καθόλου άξιο θαυμασμού, εφόσον μιλούσε προς ανθρώπους που σύρονταν κάτω και ήταν τόσο αδύναμοι πνευματικά.
4. Θα αρκούσαν λοιπόν και τα όσα έχουν λεχθεί να δείξουν, ότι αυτή ήταν η αιτία και ο λόγος για τον οποίο τα τότε λεγόμενα λέγονταν με τρόπο ταπεινό, αλλά εγώ θα προσπαθήσω να καταστήσω αυτό φανερό και με άλλο τρόπο. Όπως ακριβώς δηλαδή είδατε αυτούς να σκανδαλίζονται, να θορυβούνται, να απομακρύνονται από κοντά του, να τον βρίζουν και να φεύγουν, εάν κάποτε ο Χριστός έλεγε κάτι το μεγάλο και υψηλό, έτσι θα προσπαθήσω να σας δείξω ότι αυτοί οι ίδιοι έτρεχαν κοντά του και δέχονταν τη διδασκαλία του, εάν κάποτε έλεγε κάτι το ταπεινό και ευτελές. Διότι αυτοί οι ίδιοι που έφυγαν από κοντά του, όταν εκείνος τους είπε πάλι «Τίποτα από μόνος μου δεν κάνω, αλλά μιλώ όπως με δίδαξε ο Πατέρας μου»(Ιω. 8,28), αμέσως έτρεξαν κοντά του. Και θέλοντας ο ευαγγελιστής να μας δείξει, ότι πίστεψαν εξαιτίας της ταπεινότητας των λόγων, επισημαίνει αυτό λέγοντας· «Αφού αυτός είπε αυτά πολλοί πίστεψαν σε αυτόν»(Ιω. 8,30)· και αλλού πολλές φορές θα μπορούσε κανείς να βρει να συμβαίνει αυτό.
Για αυτό πολλά πολλές φορές τα είπε με ανθρώπινο τρόπο, και άλλοτε πάλι όχι με ανθρώπινο τρόπο, αλλά με τρόπο θεοπρεπή και άξιο της υψηλής καταγωγής του, από το ένα μέρος δείχνοντας συγκατάβαση στην αδυναμία των ακροατών, από το άλλο φροντίζοντας για την ορθότητα των δογμάτων. Για να μη συμβεί δηλαδή, εφαρμόζοντας πάντα τη συγκατάβαση στα λεγόμενά του, να βλάψει τους μεταγενέστερους ως προς την πίστη στο αξίωμά του, ούτε για το θέμα αυτό έδειξε αδιαφορία, αλλά, αν και γνώριζε από πριν, ότι δεν θα τα ακούσουν, αλλά και θα τον χλευάσουν και θα φύγουν από κοντά του όμως τα είπε, επιδιώκοντας αυτό ακριβώς που είπα, και για να δείξει την αιτία για την οποία ανέμιξε σε αυτά και ταπεινά λόγια. Η αιτία αυτή ήταν το ότι δεν μπορούσαν ακόμη να δεχτούν το μέγεθος των λεγομένων. Εάν δεν ήταν αυτή η επιδίωξή του, τότε ήταν περιττή η διδασκαλία των υψηλών δογμάτων προς εκείνους που δεν θα τον άκουγαν, ούτε θα τον πρόσεχαν. Τώρα όμως, αν και εκείνους δεν τους ωφελούσε καθόλου, όμως δίδασκε εμάς και μας ασκούσε να έχουμε την πρέπουσα πίστη για αυτόν, και μας έπειθε, ότι, επειδή δεν μπορούσαν ακόμη εκείνοι να δεχτούν το μέγεθος των λεγομένων, μετέφερε το λόγο σε ταπεινότερα. Όταν λοιπόν δεις αυτόν να λέγει ταπεινά, πίστευε ότι η συγκατάβαση δεν οφειλόταν στην ευτέλεια της ουσίας του, αλλά στην πνευματική αδυναμία των ακροατών.
Θέλετε να σας αναφέρω και τρίτη αιτία; Διότι πολλά ταπεινά έκανε και έλεγε όχι μόνο διότι φόρεσε την ανθρώπινη σάρκα, ούτε εξαιτίας της πνευματικής αδυναμίας των ακροατών, αλλά και επειδή ήθελε να διδάξει τους ακροατές του να δείχνουν ταπεινοφροσύνη. Αυτή λοιπόν είναι η τρίτη αιτία. Διότι εκείνος που διδάσκει ταπεινοφροσύνη, διδάσκει αυτήν όχι μόνο με λόγια, αλλά και με τις πράξεις, δείχνοντας μετριοφροσύνη και με λόγια και με πράξεις. Διότι λέει «Μάθετε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά»(Ματθ. 11,29) και πάλι αλλού λέει «Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει». Εκείνος λοιπόν που διδάσκει να είμαστε ταπεινοί και σε καμιά περίπτωση να μην επιδιώκουμε τα πρωτεία, αλλά να καταδεχόμαστε παντού να είμαστε κατώτεροι, και μας οδηγούσε σε αυτό με λόγια και πράξεις, είχε πολλούς λόγους που μιλούσε με λόγια ταπεινά.
Είναι δυνατόν να αναφέρω και τέταρτη αιτία, όχι κατώτερη από εκείνες που προαναφέρθηκαν. Ποιά είναι αυτή; Για να μην φθάσουμε κάποτε να σκεφτούμε, εξαιτίας της μεγάλης και απερίγραπτης εγγύτητας των υποστάσεων του Υιού και του Πατέρα, ότι ένα είναι το πρόσωπο αυτών, τη στιγμή μάλιστα που και τώρα, αν και λίγες μόνο φορές μίλησε για κάτι παρόμοιο, ήδη μερικοί παρασύρθηκαν προς την ασέβεια αυτή. Ο Σαβέλλιος δηλαδή ο Λίβυς, επειδή άκουσε αυτόν να λέει, «Εγώ και ο Πατέρας μου είμαστε ένα»(Ιω.10,30) και «Εκείνος που είδε εμένα, είδε και τον Πατέρα»(Ιω. 14,9), άρπαξε την εγγύτητα αυτή των υποστάσεων του Υιού προς τον Πατέρα που φαίνεται από τα λόγια αυτά και διατύπωσε την ασεβή σκέψη, ότι ένα είναι το πρόσωπο και μία η υπόσταση αυτών. Και δεν είναι βέβαια μόνο αυτές οι αιτίες, αλλά και για να μην σκεφτεί κανένας ότι αυτός (ο Υιός) είναι η πρώτη και αγέννητη ουσία και τον θεωρήσει έτσι ανώτερο από τον Πατέρα. Καθόσον και ο Παύλος αυτό ακριβώς φαίνεται να φοβάται, μη τυχόν κανείς κάποτε σκεφτεί αυτό το ασεβές και πονηρό δόγμα. Αφού είπε δηλαδή «Πρέπει αυτός να βασιλεύει μέχρι που να θέσει τους εχθρούς κάτω από τα πόδια αυτού», και πρόσθεσε ότι «όλα τα υπέταξε κάτω από τα πόδια αυτού», συμπλήρωσε λέγοντας «Εκτός από εκείνον που υπέταξε σε αυτόν τα πάντα»(Α Κορ. 15,25-27)· δεν θα πρόσθετε αυτό, εάν δεν είχε το φόβο, μήπως δημιουργηθεί κάποτε αυτή η διαβολική σκέψη.
Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις καταπραΰνοντας το φθόνο των Ιουδαίων, κατεβάζει το ύψος των λεγομένων του, και πολλές φορές πάλι απαντά ανάλογα με εκείνα που σκέφτονταν οι ακροατές του, όπως όταν λέει, «Εάν εγώ δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου δεν είναι αληθινή»(Ιω.5,31). Αυτό το είπε απευθυνόμενος προς εκείνο που σκέφτονταν· διότι βέβαια δεν θέλησε να δείξει αυτό, ότι δηλαδή δεν είναι αληθινή η μαρτυρία του, αλλά, λέει, όπως εσείς νομίζετε και υποπτεύεσθε και δεν θέλετε να με παραδεχτείτε όταν μιλώ για τον εαυτό μου.
5. Μπορούμε όμως και άλλες περισσότερες αιτίες να βρούμε. Της ταπεινότητας των λόγων του βέβαια θα μπορούσαμε να πούμε πολλές αιτίες, συ όμως πες μία άλλη ακόμη αιτία των υψηλών δογμάτων του, εκτός από εκείνην που ανέφερα (Και αυτή η αιτία ήταν το ότι ήθελε να μας δείξει την υψηλή καταγωγή του)· αλλά όμως δεν θα μπορούσες να πεις άλλη.
Διότι ο μεγάλος θα μπορούσε και κάτι μικρό να πει για τον εαυτό του, χωρίς για αυτό να μπορεί να κατηγορηθεί (καθόσον αυτό λέγεται από μετριοφροσύνη), ενώ ο μικρός, εάν κάποτε πει κάτι το μεγάλο για τον εαυτό του, δεν θα αποφύγει την κατηγορία (διότι αυτό είναι δείγμα αλαζονείας). Για αυτό τον μεν ανώτερο όλοι τον επαινούμε όταν λέει ταπεινά λόγια για τον εαυτό του, ενώ τον ασήμαντο κανένας δεν θα τον επαινέσει, εάν κάποτε πει κάτι το μεγάλο για τον εαυτό του.
Επομένως εάν ο Υιός ήταν πολύ κατώτερος από τον Πατέρα, όπως εσείς ισχυρίζεστε, δεν έπρεπε να λέει αυτός τέτοια λόγια, με τα οποία έδειχνε τον εαυτό του ίσο με εκείνον που τον γέννησε (διότι αυτό ήταν αλαζονεία)· όμως το να είναι ίσος με εκείνον που τον γέννησε και να λέει ορισμένα ταπεινά και ευτελή, δεν υπάρχει καμία μομφή ούτε κατηγορία διότι αυτό είναι άξιο επαίνου και μεγάλου θαυμασμού».

(Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου Περί Ομοουσίου Λόγος Ζ, παράγραφος 3-5, εκδόσεις ΕΠΕ τόμος 35 σελ. 233-245)

Ένας αδελφός συμβουλεύτηκε τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας:
«Αν δω έναν αδελφό, όπου άκουσα ότι έφταιξε, δεν θέλω να τον μπάσω στο κελλί μου. Και αν δω κάποιον ενάρετο, νοιώθω χαρά μαζί του».
Του λέγει ο γέρων:
«Αν προσφέρεις στον ενάρετο αδελφό λίγο καλό, διπλό κάμε το στον άλλον. Γιατί αυτός είναι ο αδύνατος. Υπήρχε σε ένα Κοινόβιο κάποιος αναχωρητής, ονόματι Τιμόθεος. Και άκουσε ο ηγούμενος φήμη για πειρασμό ενός αδελφού. Και ρώτησε τον Τιμόθεο για αυτόν. Και εκείνος τον συμβούλευσε να διώξει τον αδελφό. Όταν λοιπόν τον έδιωξε, ήλθε ο πειρασμός του αδελφού εναντίον του Τιμοθέου, έως ότου αυτός κινδύνευσε. Και άκουσε φωνή να του λέει:
Τιμόθεε, μη νομίσεις ότι σου τα έκαμα αυτά για άλλο λόγο, εκτός από το ότι δεν λογάριασες τον αδελφό σου στον καιρό του πειρασμού του».
(Γεροντίκόν, αββά Ποιμένος παράγρ. ο)

«Όταν ξέσπασε και πάλι ο διωγμός εναντίον των Χριστιανών και εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο, ο αξιοθαύμαστος Γρηγόριος (ο θαυματουργός) κατέφυγε σε μία έρημη λοφοσειρά και κρυβόταν σε αυτήν έχοντας μαζί του και τον Διάκονό του, τον οποίο έκανε Χριστιανό, αφού τον είλκυσε από την λατρεία των ειδώλων, των οποίων ήταν νεωκόρος, ήδη όμως στολισμένο με τη χάρη της Ιεροδιακονίας.

Εν τω μεταξύ κάποιος πρόδωσε το κρησφύγετο και πολυπληθείς διώκτες βρίσκονταν στα ίχνη των κρυπτομένων. Η σύλληψη του αγίου Γρηγορίου και του συνοδού του επέκειτο από στιγμή σε στιγμή. Οι διώκτες κατανεμήθηκαν σε δύο ομάδες· άλλοι από αυτούς φρουρούσαν κυκλικά τους πρόποδες του λόφου, ώστε να μην μπορέσει να διαφύγει από πουθενά ο Άγιος, εάν το αποφάσιζε, και άλλοι ανέβαιναν προς την κορυφή ερευνώντας με προσοχή τον λόφο.

Αυτοί οι οποίοι ανέβαιναν στο όρος, έτρεχαν κατευθείαν προς το κρησφύγετο του αγίου, ο οποίος τους αντιλήφθηκε και τους παρακολουθούσε.
Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή ο άγιος Γρηγόριος διέταξε τον συνοδό του να έχει ακλόνητη και αδίστακτη πίστη προς τον Θεό και να είναι βέβαιος για τη σωτηρία τους και να υψώσει τα χέρια προς το Θεό, όπως αυτός, για να προσευχηθούν. Τέλος --υπέδειξε ο άγιος- η προσευχή να είναι τόσο θερμή, ώστε ο φόβος να μην κατανικήσει την πίστη, έστω και εάν πλησιάσουν οι διώκτες.

Τις συμβουλές του αυτές προς τον Διάκονο επικύρωσε και με το προσωπικό του παράδειγμα. Ύψωσε το βλέμμα αμεταστρόφως προς τον ουρανό και όρθιος, με υψωμένα τα χέρια, προσευχόταν θερμά. Ο άγιος Γρηγόριος λοιπόν και ο διάκονός του κατέφυγαν στο μέσο της θερμής και ελπιδοφόρου προσευχής.
Οι δε διώκτες αναζητώντας αυτούς παντού ερεύνησαν με μέγιστη προσευχή ολόκληρη την περιοχή· έψαξαν θάμνους, βραχάκια, κοιλότητες βράχων, χαράδρες, όλα εν γένει τα σημεία της περιοχής, χωρίς να βρουν κανένα. Η έρευνα δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα· για αυτό οι διώκτες, αφού σχημάτισαν τη γνώμη, ότι από φόβο θα έφυγαν οι καταζητούμενοι, κατέβηκαν να συναντήσουν τους άλλους στους πρόποδες του λόφου, με την βεβαιότητα ότι θα έπεσαν στα χέρια τους ο άγιος με τον συνοδό του.

Κατάπληκτοι όμως διαπίστωσαν, ότι ούτε αυτοί που φρουρούσαν τους πρόποδες είχαν συλλάβει τους αναζητουμένους. Διερωτώνταν δε μεταξύ τους τι συνέβη. Ο καταδότης τότε περιέγραφε λεπτομερώς το μέρος, στο οποίο είδε τον Άγιο.

- Αλλά -έλεγαν οι ερευνήσαντες διώκτες- στο σημείο αυτό που λέτε, δεν είδαμε τίποτα άλλο, εκτός από δύο δένδρα, που λίγο απείχαν μεταξύ τους.
Στο τέλος έφυγαν άπρακτοι οι διώκτες.
Αφού αναχώρησαν οι διώκτες και έμεινε μόνος ο καταδότης, ανέβηκε στο σημείο, όπου αρχικά είδε τον Μέγα με τον συνοδό του. Εκεί λοιπόν όπου ισχυρίζονταν οι διώκτες, ότι είδαν τα δύο δένδρα, βρίσκονταν ο άγιος Γρηγόριος και ο Διάκονός του σε στάση θερμής προσευχής!

Αμέσως αντιλήφθηκε τον θαυμαστό τρόπο, με τον οποίο ο Θεός τους φρούρησε, μεταμορφώνοντας αυτούς στα μάτια των διωκτών τους σε δύο δένδρα!
Κατάλαβε το έγκλημά του και πέφτοντας στα πόδια του αγίου ζήτησε συγγνώμη και πίστεψε στη χριστιανική πίστη. Έτσι ο προ ολίγου διώκτης έγινε ένας από τους διωκομένους, για την αγάπη του Χριστού».

(Ευεργετινός τόμος Δ, Υπόθεση Η)

πατήρ Δημήτριος_

Γράφει στο ημερολόγιό του, ο στάρετς Νίκων:

Χθες (15 Νοεμβρίου 1908), βρισκόμουνα στο κελλί του γέροντα και τακτοποιούσα την αλληλογραφία του.

Ο π. Βαρσανούφιος διάβαζε την επιστολή μιας νεαρής κοπέλας, για την οποία μου είπε: - Η κοπέλα αυτή, ξέρει πολύ καλή κλασσική μουσική.
Την ρωτάω:

- Ποιανού μουσικού σου αρέσει καλλίτερα η μουσική;

- Του Μπετόβεν και του Χάιντν, μου λέει εκείνη.

- Μα υπάρχει και καλλίτερη, της είπα.

- Ποιανού; του Μότσαρτ;

- Ακόμη καλλίτερη.

- Του Μπάχ μήπως;

- Όχι! Όχι!

- Ποιανού τότε;
Και τι είδους μουσική είναι αυτή, που λες ότι είναι καλλίτερη;

- Της ψυχής, της λέω.

- Της ψυχής;
Και υπάρχει τέτοια μουσική;

- Και βέβαια υπάρχει.

- Πρώτη φορά το ακούω.
Και τι είναι αυτή η μουσική;

- Η ψυχική γαλήνη. Γι' αυτήν μιλάει το άγιο Ευαγγέλιο: «Άρατε τον ζυγόν μου εφ΄ υμάς και μάθετε απ' εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11,29). Σπούδασες μαθηματικά. Ξέρεις τι είναι το σημείον «ίσον» (=); Έ, λοιπόν να! Η ανάπαυση της ψυχής «ισούται» με μια μακαριότητα• μια μουσική• μια αρμονία όλων των δυνάμεων της ψυχής... Αυτή είναι η καλλίτερη μουσική!


(Από το βιβλίο-έκδοσή μας: Στάρετς Νίκωνος, Ρήματα Ζωής, Πρέβεζα 2006, σελ. 60-61)

(Απάντηση στους κατηγόρους της Παλαιάς Διαθήκης)

Στο Γένεσις ιθ 4-11 οι κάτοικοι των Σοδόμων ζητούν από τον Λωτ να βγάλει έξω από το σπίτι του τους δύο ξένους (αγγέλους) που φιλοξενούσε για να ασελγήσουν σε αυτούς. Ο Λωτ τότε προτείνει να τους δώσει τις δύο παρθένες θυγατέρες του για να ασελγήσουν σε αυτές και όχι στους ξένους.
Από αυτήν την ενέργεια του Λωτ οι κατήγοροι της Παλαιάς Διαθήκης, άθεοι, νεοπαγανιστές κλπ ή και ακατατόπιστοι Χριστιανοί βρίσκουν αφορμή να επιτεθούν και πάλι στην Αγία Γραφή. Ας δούμε όμως τι μπορούμε να απαντήσουμε για αυτό το περιστατικό που όντως αρχικά μοιάζει «σκανδαλιστικό(;)» και «απαράδεκτο(;)».

1) Πρώτον, είναι απαράδεκτο να διαβάζουμε απλώς την Αγία Γραφή και ιδιαίτερα την Π.Δ. και να μην μπαίνουμε καν στον κόπο να την ερμηνεύσουμε και μάλιστα σωστά, χρησιμοποιώντας έγκυρες ερμηνείες έγκριτων και απροκατάληπτων ερμηνευτών που είναι ειδικοί επί του θέματος. Η ερμηνεία ενός κειμένου είναι απαραίτητη για την κατανόησή του ώστε να μη βγουν βεβιασμένα συμπεράσματα.

2) Δεύτερον, σε ένα κείμενο η ερμηνεία δεν πρέπει να είναι βιαστική, πρόχειρη και επιπόλαιη, αλλά προσεχτική και σοβαρή. Να μην είναι αποσπασματική και επιλεκτική κάποιων φράσεων μόνο αλλά συνολική και όλης της περικοπής, αλλιώς «σκοτώνουμε» στην κυριολεξία το κείμενο.

3) Τρίτον, η ερμηνεία ενός κειμένου δεν πρέπει να γίνεται με ιδεολογική, φιλοσοφική, θρησκευτική κλπ προκατάληψη εναντίον του κειμένου, αλλά να είναι δίκαιη, αντικειμενική, αμερόληπτη. Άρα, η ειρωνεία και ο χλευασμός ενός κειμένου χωρίς προσεχτική εξέταση και σωστή κριτική μόνο φανατισμό, εμπάθεια και επιπολαιότητα δείχνει και όχι καλοπροαίρετη κριτική.

4) Τέταρτον, η ερμηνεία δεν πρέπει να γίνεται με συναισθηματικά ή ψυχολογικά κριτήρια, δηλαδή πόσο μας εξοργίζει, σοκάρει, ξαφνιάζει κλπ ένα κείμενο, αλλά μια σωστή ερμηνεία πρέπει να είναι ψύχραιμη και συναισθηματικά αποστασιοποιημένη.

5) Πέμπτον, η Αγία Γραφή, οπότε και η Παλαιά Διαθήκη είναι συν τοις άλλοις και ιστορικό βιβλίο, δηλαδή περιγράφει και ιστορικά γεγονότα. Οι ιεροί συγγραφείς καταγράφουν τα γεγονότα χωρίς να εκφέρουν ηθικές κρίσεις, θετικές ή αρνητικές. Απλώς καταγράφουν αυτό που έγινε ή αυτό που ειπώθηκε. Δεν απορρίπτουμε τη μαρτυρία τους διότι δεν μας αρέσει αυτό που λένε ή περιγράφουν. Διαφορετικά θα πρέπει να απορρίψουμε ή να καταδικάσουμε όλα τα κείμενα της Αγίας Γραφής αλλά και όλα τα κείμενα της αρχαίας και σύγχρονης γραμματείας που περιγράφουν και εξιστορούν εγκλήματα, ανηθικότητες, ψευτιές, απάτες, ανθρώπινα πάθη κλπ. Το ότι ένα ιστορικό κείμενο περιγράφει ηθικά καταδικαστέες πράξεις δεν σημαίνει και ότι συμφωνεί με αυτές ή τις επιδοκιμάζει.

6) Έκτον, εξ’ αιτίας αυτού το Γένεσις ιθ 4-11 δεν λέει ότι ο Λωτ έκανε κάτι καλό. Δεν λέει ότι σωστά ενήργησε. Απλώς περιγράφει το γεγονός. Απουσιάζει κάθε κρίση του συγγραφέα αλλά και η γνώμη του Θεού! Δεν λέει ότι ο Θεός συμφώνησε με τη σκέψη του. Το ανάποδο έγινε όπως θα δούμε

7) Έβδομον, κατά συνέπειαν δεν επαινεί και δεν προβάλλει προς μίμηση την πράξη, ή πιο σωστά την σκέψη του Λωτ, διότι ουδέποτε έγινε πράξη η σκέψη του. Δεν μας προτρέπει να την μιμηθούμε όπως κάνει η Γραφή σε άλλα σημεία. Θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει την Π.Δ. αν επαινούσε ή αν πρόβαλλε ως παράδειγμα προς μίμηση κάτι κακό. Εδώ απλώς περιγράφει το γεγονός.

8) Όγδοον, η Αγία Γραφή δεν κρύβει τα λάθη, τα αμαρτήματα, τα ελαττώματα και τα πάθη των πρωταγωνιστών της ακόμη και των αγίων και αυτό αποδεικνύει πόσο αξιόπιστη και αντικειμενική είναι. Δεν εξιδανικεύει τα πρόσωπα όπως κάνουν άλλα κείμενα ιστορικά και μη που μεροληπτούν ξεκάθαρα για πρόσωπα και καταστάσεις. Το ότι λοιπόν ο ιερός συγγραφέας δεν αποσιωπά αυτήν την όντως «προβληματική» σκέψη του Λωτ που ήξερε καλά ότι θα προκαλέσει πιθανό «σκανδαλισμό» αλλά παρόλ’ αυτά δεν την αποκρύπτει, δείχνει ότι είναι δίκαιος, απροκατάληπτος και αντικειμενικός ιστορικός! Δεν τον ενδιαφέρει ο σκανδαλισμός μας, αλλά η αλήθεια!

9) Ένατον, προς «υπεράσπιση» του Λωτ μπορούμε να πούμε ότι ενήργησε όντως εν βρασμώ ψυχής και με όχι καθαρό νου. Τα γεγονότα ήταν τόσο γρήγορα, ακραία και πρωτοφανή και έπρεπε να πάρει αποφάσεις τόσο δύσκολες σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτω από τέτοιες συνθήκες. Όσοι κρίνουν αυστηρά αυτήν την πράξη του, κρίνουν εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς και με άνεση χωρίς να μπαίνουν στη θέση του. Διαβάζοντας κανείς όλη την περικοπή νιώθει αμέσως συμπάθεια για την δεινή θέση στην οποία βρέθηκε ο Λωτ και κατανοεί εύκολα πόσο δύσκολο ήταν να πάρει σωστές αποφάσεις. Χρειάζεται λοιπόν εδώ και σωστή «ψυχολογική ερμηνεία». Χωρίς αυτήν αδικείται ο Λωτ ως προσωπικότητα. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί σοβαρά ότι ο Λωτ δεν αγαπούσε τις κόρες του ή ότι θα ήθελε να τις ατιμάσει; Ελαφρά τη καρδία ενήργησε όπως ενήργησε; Προφανώς όχι.

10) Δέκατον, προς «υπεράσπιση» πάλι του Λωτ, μπορούμε να πούμε ότι ίσως προτίμησε μία «λύση ανάγκης». Κατά τον Π.Ν. Τρεμπέλα και άλλους ερμηνευτές ίσως σκέφτηκε ότι «προκειμένου να γίνει μία αισχρότης βδελυρή και παρά φύσιν, ας γίνει μία αμαρτία, ακάθαρτη βέβαια και αισχρή, όχι όμως και τόσο πολύ αφύσικη»(1)(σελ. 34). Από δύο κακά δηλαδή προτίμησε το μικρότερο. Προτίμησε την φυσική σεξουαλική πράξη από την ομοφυλοφιλική. Αλλά ενώ ο ιερός Χρυσόστομος επαινεί γενικώς τον Λωτ, ο ιερός Αυγουστίνος αμφιβάλλει για την ορθότητα της θυσίας αυτής του Λωτ. «Εκ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον (αυτό εφάρμοζε εν προκειμένω ο Λωτ), αλλά μεταξύ δύο αμαρτιών δεν πρέπει να εκλέγουμε καμμία!...(2)(σελ. 157). Οπότε ο ιερός Αυγουστίνος δεν δικαιολογεί τον Λωτ. Άρα υπονοεί ότι ο Λωτ ενήργησε λάθος! Υπάρχει και αυτή η πατερική ερμηνεία.

11) Ενδέκατον, προς «υπεράσπιση» ξανά του Λωτ, όταν ερμηνεύουμε ένα κείμενο δεν πρέπει να το ερμηνεύουμε με τα κριτήρια της δικής μας εποχής. Όχι με τα σημερινά ηθικά, πολιτιστικά, κοινωνικά, επιστημονικά κριτήρια. Η ερμηνεία μας πρέπει να είναι συγχρονισμένη, δηλαδή να μεταφερθούμε σε εκείνην την εποχή, στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Εκείνη την εποχή λοιπόν η φιλοξενία ήταν ιερό καθήκον. «Η συμπεριφορά του Λωτ να θυσιάσει στην τιμή της φιλοξενίας την τιμή των θυγατέρων και της οικογενείας του έχει την εξήγησή της. Σύμφωνα με τα τότε ήθη της Ανατολής, όποιος φιλοξενούσε στο σπίτι του κάποιον ξένο εδεσμεύετο να προστατεύσει τη ζωή του με κάθε θυσία. Το καθήκον αυτό διατηρείται ακόμη και σήμερα σε μερικούς λαούς της Ανατολής». «Ο ιερός Χρυσόστομος μάλιστα επαινεί τη στάση του Λωτ λέγοντας: «Πόσο μεγάλη είναι η αρετή του δικαίου! Υπερέβη κάθε αρετή φιλοξενίας. Τι μπορεί να πει κανείς αντάξιο της φιλοφροσύνης του δικαίου αυτού, ο οποίος δεν ανέχτηκε να προφυλάξει ούτε τις θυγατέρες του, προκείμένου να τιμήσει τους φιλοξενουμένους και να τους γλυτώσει από την ασέλγεια των Σοδομιτών; (Εις Γένεσιν,Ομ. 43,4)»(1) σελ. 34). Άρα η πρόθεσή του ήταν αγαθή έστω και αν αυτό που πρότεινε ήταν ηθικά επιλήψιμο.

12) Δωδέκατον, προς «υπεράσπιση» επίσης του Λωτ «δεν είναι δυνατόν ούτε και λογικό να κρίνουμε με τα μέτρα του ιδικού μας αιώνα, ο οποίος έχει διαμορφωθεί πολιτιστικά κάτω από την ισχυρή, έντονη και επίμονη επίδραση της διδασκαλίας του Σωτήρα Χριστού, συμβάντα της ιστορίας που έλαβαν χώρα κατά την εποχή των Πατριαρχών (περίπου είκοσι αιώνες π.Χ.)… Πολύ περισσότερο, διότι ο κόσμος της Π.Δ. ζούσε υπό το κράτος του Μωσαϊκού νόμου. Ενός νόμου, ο οποίος επρόσταζε μεν το ορθό και το δίκαιο, εδίδασκε το «πρακτέον», δεν έδιδε όμως καμμία βοήθεια και ενίσχυση για την κατόρθωση του ορθού και του δικαίου» (1)(σελ. 25). Οπότε οι αδυναμίες και τα λάθη των δικαίων πρέπει να κρίνονται με το πρίσμα της ηθικής της Παλαιάς Διαθήκης η οποία ασφαλώς μειονεκτεί πολύ σε σχέση με αυτήν της Κ.Δ. Ο θεόπνευστος απόστολος Πέτρος μάλιστα κρίνοντας δίκαια και θεόπνευστα την όλη διαγωγή του Λωτ τον ονομάζει δίκαιο στο Β. Πέτρ. β 7-8. Οπότε ο Λωτ δεν χρειάζεται καν τη δική μας «υπεράσπιση». Την έχει από τον Απόστολο Πέτρο!

13) Δέκατον τρίτον και το σπουδαιότερο! Η Παλαιά Διαθήκη και κατ’ επέκτασιν ο ίδιος ο Θεός όχι μόνο δεν επαίνεσε ως σωστή και καλή τη σκέψη του Λωτ αλλά την αποδοκίμασε εν τοις πράγμασιν. Οι δύο άγγελοι δεν επέτρεψαν να γίνει αυτό που πρότεινε ο Λωτ αλλά έδωσαν δική τους λύση τιμωρώντας θαυματουργικά με τύφλωση τους Σοδομίτες. Άρα ο Θεός δίνει τη λύση που διώχνει κάθε προηγούμενο «σκανδαλισμό» ή «προβληματισμό» μας. Αντί να επικεντρώνουν οι κατήγοροι της Π.Δ. στην όντως «προβληματική» πρόταση του Λωτ για την οποία εξάλλου δεν ευθύνεται ο Θεός ούτε ο Λόγος Του, θα έπρεπε να επικεντρώσουν στο τι έγινε τελικά. Ο Θεός δεν επέτρεψε να εφαρμοστεί η πρόταση του Λωτ. Την αποδοκίμασε ξεκάθαρα παρεμβαίνοντας δραστικά με τους αγγέλους του. Η κατηγορία και ο σκανδαλισμός θα είχαν βάση αν όντως τελικά ατιμάζονταν οι κόρες το Λωτ! Αν όντως ο Θεός επέτρεπε κάτι τέτοιο. Αφού όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε, αλλά ο Θεός το απέτρεψε και μάλιστα με θαύμα, τότε σε τι μπορεί να κατηγορήσει κάποιος την Παλαιά Διαθήκη ή το Θεό;.

Επίλογος.
Αναλογιζόμενοι λοιπόν όλα τα παραπάνω και με τέτοια κριτήρια υγιούς και καλόπιστης κριτικής και ερμηνείας ερμηνεύοντας τη συγκεκριμένη περικοπή δεν «δυσκολευόμαστε» ούτε «σκανδαλιζόμαστε» καθόλου από κανένα ιερό κείμενο ό,τι και αν λέει αυτό. Και οι πιο δύσκολες περικοπές της Π.Δ. και της Κ.Δ. ερμηνεύονται άνετα όταν γνωρίζουμε τους σωστούς κανόνες ερμηνευτικής!

Πατήρ Νικόλαος Πουλάδας

Πηγές-Βοηθήματα:
(1) Η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Νικ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. Σωτήρ, 2003
(2) Η Παλαιά Διαθήκη, τόμος 1, εκδ. Σωτήρ, 1994
(3) Η Παλαιά Διαθήκη, τόμος 1, αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου

(Απόσπασμα από Ομιλία Α εις τον Ματθαίον)

Καί διατί τάχα ἐνῷ ἦσαν τόσον πολλοί οἱ μαθηταί, γράφουν μόνον δύο ἀπό τούς ἀποστόλους καί δύο ἀπό τούς ἀκολούθους των;
Διότι ὁ ἕνας ἦτο μαθητής τοῦ Παύλου καί ὁ ἄλλος τοῦ Πέτρου καί μαζί μέ τόν Ἰωάννην καί τόν Ματθαῖον ἔγραψαν τά Εὐαγγέλια. Ἐπειδή τίποτε δέν ἔκαναν διά νά δοξασθοῦν ἀλλά διά νά ἐξυπηρετήσουν μίαν ἀνάγκην.
Καί λοιπόν δέν ἔφθανεν ἕνας εὐαγγελιστής νά τά ἐξιστορήση ὅλα;
Βεβαίως ἔφθανεν. Ἄν ὅμως πάλιν αὐτοί πού γράφουν εἶναι τέσσαρες ἐνῷ δέν γράφουν κατά τόν ἴδιον χρόνον, οὔτε εἰς τούς αὐτούς τόπους οὔτε ἔπειτα ἀπό συνάντησιν καί συνομιλίαν, ἔν τούτοις ὁμιλοῦν δι' ὅλα σάν ἀπό ἕνα στόμα, γίνεται, τότε αὐτό ἡ μεγίστη ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας.
Ναί, ἀλλά συνέβη τό ἀντίθετον, παρατηρεῖ· εἰς πολλά σημεία συλλαμβάνονται νά διαφωνοῦν.
Ἀκριβῶς αὐτό εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας. Ἄν δηλαδή εἶχαν συμφωνήσει δι' ὅλα μέ τήν μεγαλυτέραν ἀκρίβειαν καί διά τόν χρόνον καί διά τόν τόπον καί διά τάς λέξεις τάς ἰδίας, κανείς ἀπό τούς ἐχθρούς δέν θά ἐπίστευεν ὅτι χωρίς συνάντησιν καί συμφωνίαν ἀνθρωπίνην ἔγραψαν ὅσα ἔγραψαν· δέν εἶναι δεῖγμα εἰλικρινείας τόσον μεγάλη συμφωνία.

Τώρα ὅμως καί ἡ φαινομενική εἰς τάς λεπτομερείας διαφωνία τούς ἀπαλλάσσει ἀπό κάθε ὑποψίαν καί ὑπεραμύνεται θαυμάσια τοῦ τρόπου τῶν συγγραφέων. Ἐάν ὡμίλησαν διαφορετικά διά τόν χρόνον καί τόν τόπον, τοῦτο δέν ζημιώνει καθόλου τήν ἀλήθειαν τῶν λόγων των.

Ἀλλά καί αὐτά ὅμως, καθόσον μᾶς παραχωρήσει ὁ Θεός, θά προσπαθήσωμεν προχωροῦντες νά τά διαλευκάνωμεν καί ἔχομεν τήν ἀξίωσιν μαζί μέ τά λεχθέντα νά προσέξετε καί ἐκεῖνο· ὅτι εἰς τά κεφαλαιώδη, πού συγκρατοῦν τήν ζωήν μας καί συνθέτουν τό κήρυγμα, πουθενά δέν εὑρίσκεται κανένας ἀπό αὐτούς νά διαφωνῇ.

Ποῖα εἶναι αὐτά; Ὅτι ὁ Θεός λόγου χάριν ἔγινεν ἄνθρωπος, ὅτι ἔκαμε θαύματα, ὅτι ἐσταυρώθη, ἐτάφη, ἀνέστη, ἀνελήφθη, ὅτι πρόκειται νά κρίνῃ, ὅτι ἔδωκε σωστικάς ἐντολάς, ὅτι δέν εἰσήγαγε νόμον ἀντίθετον πρός τήν Παλαιάν Διαθήκην, ὅτι εἶναι Υἱός, Μονογενής, γνήσιος, ὅτι εἶναι τῆς ἰδίας οὐσίας μέ τόν Πατέρα καί ὅσα ὅμοια. Εἰς αὐτά θά εὕρωμεν ὅτι συμφωνοῦν ἀπολύτως.
Ἐνῷ ὡς πρός τά θαύματα, ἄν δέν τά ἀνέφεραν ὅλοι ὅλα, ἀλλά ὁ ἕνας αὐτά καί ὁ ἄλλος ἐκεῖνα, τοῦτο ἄς μή σέ ἀνησυχῇ. Ἄν τά ἀνέφερεν ἕνας ὅλα, οἱ ἄλλοι ἦσαν περιττοί· ἄν πάλιν τά ἀνέφεραν ὅλοι διαφορετικά ἀπό τούς ἄλλους καί μόνον αὐτοί, δέν θά ὑπήρχεν ἀπόδειξις τῆς συμφωνίας. Διά τοῦτον τόν λόγον καί ἀπό κοινοῦ ὡμίλησαν διά πολλά καί καθένας ἀπό αὐτούς ἐπῆρε καί μᾶς διηγεῖται κάτι τό ἰδιαίτερον. Ἔτσι οὔτε περιττός θά φανῇ καί ὅτι συμμετέχει εἰς τήν ἐξιστόρησιν χωρίς λόγον ἀλλά καί κριτήριον ἀκριβές θά προσφέρη διά τήν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων.

3. Ὁ Λουκάς λοιπόν παραθέτει καί τήν αἰτίαν, ἡ ὁποία τόν ὤθησεν εἰς τήν συγγραφήν. Λέγει· «Ἵνα ἔχῃς περί ὧν κατηχήθης λόγων τήν ἀσφάλειαν»(Λουκ.1,4). Δηλαδή, διά νά εἶσαι ἀσφαλισμένος μέ τήν διαρκή ὑπόμνησιν καί νά παραμένης ἀσφαλής. Ὁ Ἰωάννης ἀπό τήν ἄλλην ἀπεσιώπησε τήν αἰτίαν. Διότι ὑπάρχει παράδοσις πού ἔφθασε μέχρις ἡμῶν ἀπό παλαιά, ἀπό τήν ἐποχήν τῶν πατέρων μας, ὅτι μήτε ὁ Ἰωάννης δέν ἤρχισε νά γράφῃ χωρίς λόγον. Ἀλλά ἐπειδή οἱ τρεῖς ἠθέλησαν ν' ἀσχοληθοῦν μέ τήν ἀφήγησιν τῆς θείας οἰκονομίας καί παρ' ὀλίγον ν' ἀποσιωπηθῇ ἡ διδασκαλία περί θεότητος, τόν ἐφώτισεν ὁ Θεός καί ἔτσι ἤρχισε τήν συγγραφήν τοῦ εὐαγγελίου του. Τοῦτο γίνεται φανερόν καί ἀπό αὐτήν τήν διήγησιν ἀλλά καί ἀπό τό προοίμιον τοῦ εὐαγγελίου. Δέν ἀρχίζει ἀπό τήν γήν κάτω ὅμοια μέ τούς ἄλλους ἀλλά ἀπό τόν οὐρανόν ὑψηλά, ὅπου ἐβιάζετο νά φτάσῃ καί χάριν τοῦ ὁποίου ἔχει συνθέσει τό βιβλίον του ὅλον· καί ὄχι μόνον εἰς τό προοίμιον ἀλλά καί ἀπ' ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ εὐαγγελίου του εἶναι ὑψηλότερος ἀπό τούς ἄλλους.
Ἐπίσης λέγεται ὅτι καί ὁ Ματθαῖος, ἀφοῦ ἦλθαν καί τόν παρεκάλεσαν, ἄφησε γραπτά εἰς τούς Ἰουδαίους πού ἐπίστευσαν ὅσα ἐδίδαξε προφορικά καί ὅτι συνέγραψε τό εὐαγγέλιόν του εἰς τήν ἑβραϊκήν γλῶσσαν. Ἀλλά καί ὁ Μάρκος εἰς τήν Αἴγυπτον ἔκαμε τό ἴδιο ἔπειτα ἀπό παράκλησιν τῶν μαθητῶν.
Διά τοῦτο λοιπόν ὁ μέν Ματθαῖος, ἐπειδή γράφει πρός Ἐβραίους, δέν ἠθέλησε νά δείξῃ τίποτε περισσότερον παρά ὅτι κατήγετο ἀπό τόν Ἀβραάμ καί τόν Δαυίδ, ὁ δέ Λουκᾶς ἐπειδή ἐπευθύνεται εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀπό κοινοῦ, ὁδηγεῖ τόν λόγον πιό πέρα καί προχωρεῖ μέχρι τού Ἀδάμ. Καί ὁ ἕνας ἀρχίζει ἀπό τήν καταγωγήν· ἐπειδή τίποτε δέν ἱκανοποιοῦσε τόσον τόν Ἰουδαῖον, ὅσον νά μάθῃ ὅτι ὁ Χριστός ἦτο ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ καί τοῦ Δαυίδ. Ὁ τρόπος αὐτός δέν εἶναι καί τοῦ ἄλλου· ἀναφέρει πρώτον πολλά ἄλλα πράγματα καί τότε προχωρεῖ εἰς τήν γενεαλόγησιν.
Τήν συμφωνίαν των θά τήν δείξωμεν καί ἀπό τήν οἰκουμένην πού ἐδέχθη τό κήρυγμα ἀλλά καί ἀπό τούς ἰδίους τούς ἐχθρούς τῆς ἀληθείας (….).
Ἐάν ὅμως ὑπάρχῃ κάποια ἀντίθεσις εἰς τά λεχθέντα, οὔτε ὅσαι διδάσκουν τά ἀντίθετα θά τά ἐδέχοντο εἰς τό σύνολόν των ἀλλ' ἕνα μέρος μόνον πού θά ἐσυμφωνοῦσε μέ αὐτάς· οὔτε πάλιν ὅσαι ἀπέσπασαν ἕνα μέρος μόνον θά ἠλέγχοντο ἀπό τό μέρος αὐτό, ὥστε μήτε τά ἴδια τά ἀποκόμματα αὐτά νά μένουν ἀπαρατήρητα ἀλλά νά βοοῦν τήν συγγένειαν πρός ὅλον τό σῶμα.
Καί ὅπως, ὅταν πάρῃς ἕνα μέρος ἀπό πλευράν, θά ἔχῃς τά πάντα εἰς τό μέρος αὐτό ἀπό ὅσα εἶναι συγκροτημένον τό ζῶον, καί νεῦρα δηλαδή καί φλέβας, καί ὀστᾶ καί ἀρτηρίας καί αἶμα καί θά ἔλεγε κανείς θά ἔχῃς ἕνα δεῖγμα ἀπό ὁλόκληρον τήν ζύμην, ἔτσι καί προκειμένου διά τάς Γραφάς, εἰς ἕκαστον σημεῖον τῶν λεχθέντων εἶναι δυνατόν νά διακρίνῃς φανεράν τήν συγγένειαν μέ τό σύνολον.
Ἄν ὅμως ἦσαν διαφορετικά, οὔτε ἡ συγγένεια θά ἐφαίνετο ἀλλά καί ἡ διδασκαλία ἡ ἰδία θά εἶχε πρό πολλοῦ διαλυθῆ. «Πᾶσα γάρ βασιλεία», λέγει, «ἐφ' ἑαυτῆς μερισθεῖσα οὐ σταθήσεται»(Λουκ. 11, 17). Τώρα ὅμως καί εἰς αὐτό τό σημεῖον λάμπει ἡ ἰσχύς τοῦ Πνεύματος· ἔπεισε τούς ἀνθρώπους νά ἀσχολοῦνται μέ τά πλέον ἀπαραίτητα καί κατεπείγοντα πράγματα ἀλλά καί ἀπό τά μικρά αὐτά νά μή ζημιώνεται καθόλου.
4. Δέν πρέπει νά ἐπιμείνωμεν ὑπερβολικά εἰς ὅσα ὁ καθείς ἔγραψεν ἰδιατέρως. Ἀλλ' ὅτι δέν ἐστάθησαν ἀντιμέτωποι, τοῦτο θά προσπαθήσωμεν νά ἀποδείξωμεν μέ ὅλην τήν ἀνάπτυξίν μας.
Σύ ὅταν κατηγορῇς τήν διαφωνίαν των, κάμνεις τό ἴδιο ὅπως ἄν διέταζες νά χρησιμοποιήσουν τάς ἰδίας λέξεις καί τήν ἰδίαν σύντάξιν. Δέν σοῦ ἀντιτάσσω ἀκόμη ὅτι καί ὅσοι κομπάζουν πολύ διά τήν ρητορικήν καί τήν φιλοσοφίαν των, μολονότι εἶναι πολλοί καί ἔγραψαν πολλά βιβλία διά τά ἴδια πράγματα, ὄχι μόνον διεφώνησαν ἀλλά καί εἶπαν μεταξύ των τά ἀντίθετα. Εἶναι διαφορετικόν πράγμα ἡ διαφωνία ἀπό τήν ἀντίθεσιν.
Δέν ἀναφέρω τίποτε ἀπό αὐτά. Ἄς μή μοῦ τύχῃ ἀπό τήν παράκρουσιν ἐκείνων καί συνθέσω ἐγώ τήν ὑπεράσπισίν μου· οὔτε ἐπιθυμῶ νά συγκροτήσω τήν ἀλήθειαν ἀπό τό ψεύδος. Θά ἐρωτήσω ὅμως εὐχαρίστως ἐκεῖνο· πῶς ἔγιναν πιστευτά τά συγκρουόμενα; Πῶς ἐπεκράτησαν; Πῶς μολονότι ἔλεγαν πράγματα ἀντίθετα, ἐθαυμάζοντο, ἐγίνοντο πιστευτοί καί διελαλοῦντο εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην; Ὑπῆρχον ἐν τούτοις πολλοί μάρτυρες τῶν λεγομένων, καθώς ἐπίσης πολλοί ἐχθροί καί ἀντίπαλοι.
Διότι βέβαια, ἀφοῦ ἔγραψαν τά γραπτά των δέν τά ἔχωσαν εἰς μίαν γωνίαν ἀλλά τά διέδωσαν εἰς κάθε σημεῖον γῆς καί θαλάσσης, εἰς τάς ἀκοάς ὅλων. Τά ἐδιάβαζαν ἐπί παρουσίᾳ τῶν ἐχθρῶν των, ὅπως καί τώρα, καί κανένα σημεῖον τῶν λεχθέντων δέν ἐσκανδάλισε κανένα καί πολύ εὐλόγως. Διότι ἡ θεία δύναμις ἦτο ἐκείνη πού ἤρχετο καί ἐπετύγχανε τά πάντα εἰς αὐτούς.
Ἄν δέν συνέβαινε τοῦτο, πῶς ὁ τελώνης, ὁ ἁλιεύς, ὁ ἀγράμματος διετύπωνε τάς σκέψεις αὐτάς; Ὅσα οἱ ἔξω σοφοί μήτε νά τά φαντασθοῦν δέν ἠμπόρεσαν ποτέ, αὐτοί μέ πολλήν ἐνημέρωσιν τά κηρύττουν καί πείθουν εἰς αὐτά· καί ὄχι μόνον ὅσον ἦσαν ἐν τῇ ζωῇ ἀλλά καί μετά θάνατον καί ὄχι πέντε ἤ δέκα ἀνθρώπους, οὔτε ἑκατό καί χιλίους ἤ δέκα χιλιάδας ἀλλά ὁλοκλήρους πόλεις, φυλάς καί λαούς, τήν γῆν καί τήν θάλασσαν, τήν Ἑλλάδα καί τήν βαρβαρικήν, τήν κατοικημένην καί τήν ἀκατοίκητον, καί μάλιστα ὁμιλοῦντες διά πράγματα πού υπερβαίνουν κατά πολύ τήν φύσιν μας. Διότι ἄφησαν τήν γῆν καί ὁμιλοῦν διά τά οὐράνια καί μᾶς προτείνουν μίαν ἄλλην ζωήν καί ἕναν ἄλλον βίον καί πλοῦτον καί πτωχείαν καί ἐλευθερίαν καί δουλείαν καί ζωήν καί θάνατον καί κόσμον καί πολιτείαν ὅλα διαφοροποιημένα. Ὄχι ὅπως ὁ Πλάτων(4), πού συνέθεσε τήν καταγέλαστον ἐκείνην πολιτείαν καί ὁ Ζήνων(5) καί ὅποιος ἄλλος συνέγραψε πολιτείαν καί συνέθεσε νόμους. (…)

Καί μάλιστα ἐνῷ ἔγραψαν ὄχι μέ τήν βίαν τῶν διωγμῶν, ὄχι μέ κινδύνους καί πολέμους, ἀλλά μέ κάθε εὐχέρειαν καί ἐλευθερίαν καί ἐνῷ ἐστόλιζαν τά γραφόμενά των μέ λογῆς σχήματα. Τά κηρύγματα τώρα τῶν ἁλιέων, ἄν καί τούς κατεδίωκαν, τούς ἐκτυποῦσαν, ἄν καί ἐκινδύνευαν ὅλοι, καί δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, καί βασιλεῖς καί στρατιῶται, καί βάρβαροι καί Ἕλληνες, ὅλοι μέ κάθε προθυμίαν τά ἐδέχθησαν.

(εκδόσεις ΕΠΕ, Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, τόμος 9 σελ. 23-33)

Θέματα: Αγία Γραφή, Ευαγγέλια, απόκρυφα, αθεΐα

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (601) Αγάπη Θεού (341) αγάπη σε Θεό (248) αγάπη σε Χριστό (167) άγγελοι (69) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (230) Αγιασμός (10) Άγιο Πνεύμα (97) Άγιο Φως (1) άγιοι (178) άγιος (197) αγνότητα (42) άγχος (36) αγώνας (106) αγώνας πνευματικός (272) αδικία (6) Αθανασία (7) Αθανάσιος ο Μέγας (4) αθεΐα (127) αιρέσει (1) αιρέσεις (363) αιωνιότητα (14) ακηδία (4) ακτημοσὐνη (14) αλήθεια (116) αμαρτία (343) Αμβρόσιος άγιος (3) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (4) Ανάληψη Χριστού (4) Ανάσταση (146) ανασταση νεκρών (31) ανθρώπινες σχέσεις (323) άνθρωπος (304) αντίχριστος (11) Αντώνιος, Μέγας (5) αξιώματα (15) απἀθεια (5) απελπισία (9) απιστία (21) απληστία (5) απλότητα (16) αποκάλυψη (8) απόκρυφα (17) Απολογητικά Θέματα (1) αργολογία (3) αρετή (200) Αρσένιος Όσιος (5) ασθένεια (109) άσκηση (63) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (3) αυταπάρνηση (31) αυτεξούσιο (2) αυτογνωσία (148) αυτοθυσἰα (26) αυτοκτονία (9) αχαριστία (6) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (11) βάπτιση (17) βάπτισμα (32) Βαρβάρα αγία (1) Βαρσανουφίου Οσίου (31) Βασιλεία Θεού (33) Βασίλειος ο Μέγας (32) Βελιμίροβιτς Νικόλαος Άγιος (39) βία (4) βιβλίο (31) βιοηθική (10) βίος (1) Βουδδισμός (5) γαλήνη (2) γάμος (125) Γένεση (5) Γέννηση Κυρίου (14) Γεροντικόν (195) Γερόντισσα Γαβριηλία (1) Γεώργιος Άγιος (1) γηρατειά (11) γιόγκα (4) γλώσσα (64) γνώση (25) Γνωστικισμός (3) γονείς (134) Γρηγόριος Νεοκαισαρείας άγιος (1) Γρηγόριος Νύσσης Άγιος (2) Γρηγόριος ο Θεολόγος (20) Γρηγόριος ο Παλαμάς όσιος (10) γυναίκα (36) δάκρυα (57) δάσκαλος (24) Δεύτερη Παρουσία (28) Δημήτριος Άγιος (1) Δημιουργία (62) διάβολος (235) Διάδοχος Φωτικής όσιος (13) διαίσθηση (1) διακονία (4) διάκριση (147) διάλογος (5) δικαιο (4) δικαιοσύνη (39) Διονύσιος Αρεοπαγίτης Άγιος (2) Διονύσιος Κορίνθου άγιος (1) Δογματικα Θέματα (205) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (68) Δωρόθεος αββάς (10) εγκράτεια (19) εγωισμός (248) εικόνες (34) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (4) ειρήνη (54) εκκλησία (236) Εκκλησιαστική Ιστορία (24) Εκκλησιαστική περιουσία (3) έκτρωση (5) έλεγχος (16) ελεημοσύνη (114) ελευθερία (62) Ελλάδα (19) ελπίδα (61) εμπιστοσὐνη (58) εντολές (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (16) Εξομολόγηση (168) εξωγήινοι (13) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) Εορτή (3) επάγγελμα (17) επιείκεια (2) επιμονἠ (52) επιστήμη (108) εργασία (80) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (184) έρωτας (19) έρωτας θείος (9) εσωστρέφεια (1) Ευαγγέλια (194) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (33) Ευαγγελισμός (2) ευγένεια (15) ευγνωμοσὐνη (42) ευλογία (5) Ευμένιος Όσιος γέροντας (7) ευσπλαχνία (34) ευτυχία (65) ευχαριστία (53) Εφραίμ Κατουνακιώτης Όσιος (30) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (6) εχεμύθεια (1) ζήλεια (15) ζώα (46) ζωή (37) ηθική (14) ησυχία (32) θάνατος (305) θάρρος (99) θαύμα (256) θέατρο (5) Θεία Κοινωνία (179) Θεία Λειτουργία (128) θεία Πρόνοια (14) θἐλημα (56) θέληση (38) θεογνωσία (2) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (36) θεολογία (29) Θεός (332) Θεοφάνεια (6) Θεοφάνους Εγκλείστου Αγίου (5) θέωση (6) θλίψεις (281) θρησκείες (43) θυμός (100) Ιάκωβος Αδελφόθεος Άγιος (1) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (14) ιατρική (13) Ιγνάτιος Θεοφόρος (9) Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ Άγιος (7) ιεραποστολή (47) ιερέας (177) ιερωσύνη (16) Ινδουισμός (14) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (3) Ιουστίνος Πόποβιτς Άγιος (61) Ιππόλυτος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (5) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (36) Ισλάμ (11) Ιστορία Ελληνική (8) Ιστορία Παγκόσμια (14) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Δαμασκηνός Άγιος (1) Ιωάννης Θεολόγος (3) Ιωάννης Κροστάνδης (331) Ιωάννης Χρυσόστομος (398) Ιωσήφ Ησυχαστής Άγιος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (139) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (4) καρδιά (117) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (132) καταναλωτισμός (8) Κατηχητικό (4) καύση νεκρών (1) κενοδοξία (14) κήρυγμα (53) Κίνητρα (3) Κλήμης Αλεξανδρέας (1) Κλήμης Ρώμης άγιος (1) Κλίμακα (6) κλοπή (5) Κοίμησις Θεοτόκου (25) κοινωνία (167) κόλαση (50) Κόντογλου Φώτης (4) Κοσμάς Αιτωλός Άγιος (2) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (49) Κυπριανός άγιος (1) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (75) λείψανα (9) λογική (1) λογισμοί (117) λόγος Θεού (21) Λουκάς Ευαγγελιστής Άγιος (1) Λουκάς Κριμαίας Άγιος (12) λύπη (60) μαγεία (19) μακροθυμία (5) Μανιχαϊσμός (1) Μάξιμος Ομολογητής (15) Μαρία Αιγυπτία Αγία (2) Μαρκίων αιρετικός (1) μάρτυρες (24) μεγαλοσὐνη (7) Μεθοδιστές (1) μελέτη (59) μετά θάνατον (44) μετά θάνατον ζωή (102) Μεταμόρφωση (11) μετάνοια (369) Μετάσταση (1) μετάφραση (13) Μετενσάρκωση (8) μητέρα (56) Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος (3) μίσος (11) ΜΜΕ (4) μνημόσυνα (9) μοναξιά (21) μοναχισμός (114) Μορμόνοι (1) μόρφωση (20) μουσική (8) Ναός (17) ναρκωτικά (4) Νέα ΕποχήNew Age (1) Νεκτάριος άγιος (27) νέοι (27) νεοπαγανισμός (7) νηστεία (67) νήψη (2) Νικηφόρος ο Λεπρός Άγιος (3) Νικόδημος Αγιορείτης Άγιος (2) Νικόλαος Άγιος (8) Νικόλαος Καβάσιλας Άγιος (3) Νικόλαος Πλανάς Άγιος (1) νους (54) οικονομία (2) Οικουμενισμός (4) ομολογία (3) ομορφιά (17) ομοφυλοφιλία (2) όνειρα (35) οραμα (25) οράματα (32) οργή (2) ορθοδο (1) Ορθοδοξία (293) όρκος (1) πάθη (270) πάθος (38) παιδεία (24) παιδιά (138) Παΐσιος Όσιος (380) Παλαιά Διαθήκη (7) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (10) παλαιοημερολογίτες (17) Παναγία (333) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (38) Παράδεισος (113) Παράδοση Ιερά (9) Παρασκευή Αγία (1) Παρθένιος ο Χίος Όσιος (2) Πάσχα (23) πατήρ Νικόλαος Πουλάδας (21) πατρίδα (9) Πατρολογία (19) Παύλος Απόστολος (4) πειρασμοί (27) Πεντηκοστή (12) περιέργεια (3) Πέτρος Απόστολος (1) πίστη (543) πλησἰον (69) πλούτος (75) Πνευματικές Νουθεσίες (93) πνευματική ζωή (280) πνευματικός πατέρας (121) πνευματισμός (10) ποίηση (21) πόλεμος (28) πολιτική (25) πολιτισμός (9) Πορφύριος Όσιος (272) πραότητα (7) προθυμἰα (28) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (90) προορισμός (16) προσευχή (808) προσοχή (51) προσπἀθεια (139) προτεσταντισμός (29) προφητείες (15) ραθυμία (18) Ρωμαιοκαθολικισμός (36) Σάββας Καλύμνου Άγιος (1) Σαρακοστή (12) σεβασμός (28) Σεραφείμ του Σαρώφ Όσιος (11) Σιλουανός Άγιος (2) σιωπή (14) σοφία (54) Σπυρίδων Άγιος (2) σταθερότητα (2) Σταυρός (86) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (53) συγχώρηση (94) συκοφαντία (2) Συμεών Νέος Θεολόγος όσιος (88) συμπὀνια (23) συναξάρι (2) συνείδηση (26) σχίσμα (34) σώμα (49) σωτηρία (53) Σωφρόνιος του Έσσεξ Άγιος (35) τάματα (2) ταπεινοφροσύνη (271) ταπείνωση (196) Τέλος Κόσμου (4) Τερτυλλιανός (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (6) τέχνη (1) τιμωρία (21) Τριάδα Αγία (35) τύχη (2) υγεία (8) υλικά αγαθά (43) υπακοή (127) Υπαπαντή (2) υπαρξιακά (73) υπερηφἀνεια (55) υποκρισία (26) υπομονή (224) φανατισμός (5) φαντασία (5) φαντάσματα (3) φιλαργυρἰα (9) φιλαυτἰα (10) φιλία (30) φιλοσοφία (23) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (56) φὀβος Θεοὐ (26) φύση (1) φως (46) Φώτιος άγιος (1) χαρά (124) Χαράλαμπος Άγιος (1) χάρις θεία (122) χαρίσματα (39) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (21) χριστιανός (101) Χριστός (363) Χριστούγεννα (69) χρόνος (36) ψαλμωδία (7) ψεύδος (23) ψυχαγωγία (10) ψυχή (273) ψυχολογία (25)