E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. 

Η αγάπη είναι εκείνη που μας ταυτίζει με τον αγαπημένο και μας δίνει τη δυνατότητα να κοινωνούμε ανεπιφύλακτα, όχι μόνο στα παθήματά του, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο εκείνος αντιμετωπίζει και αυτά και εκείνον που του τα προκαλεί. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τη Μητέρα του Θεού ή το μαθητή Του να διαμαρτύρονται γι’ αυτό που υπήρξε το «αποκεκαλυμμένο θέλημα» του Eσταυρωμένου Υιού του Θεού. «Κανείς δεν μου αφαιρεί τη ζωή. Εγώ με τη θέλησή μου την παραδίδω» (Ιωάν. 10, 18). Πέθανε θεληματικά και σύμφωνα με το δικό Του σχέδιο για τη σωτηρία του κόσμου. Αυτός ο θάνατός Του υπήρξε η σωτηρία του κόσμου και γι’ αυτό εκείνοι που πίστεψαν σ’ Αυτόν και θέλησαν να είναι ένα μαζί Του μπόρεσαν να μοιραστούν τον πόνο του θανάτου Του, μπόρεσαν να συμπάσχουν κοντά Του. Δεν μπορούσαν όμως να αρνηθούν το πάθος, δεν μπορούσαν να στραφούν ενάντια στο πλήθος που σταύρωσε το Χριστό. Γιατί η σταύρωση ήταν θέλημα του Ίδιου του Χριστού.
Συμβαίνει καμιά φορά στη ζωή να διαμαρτυρόμαστε για τα παθήματα κάποιου, να διαμαρτυρόμαστε για το θάνατό του, όταν αυτός καλά ή άσχημα δεν τον αποδέχεται ή εναντιώνεται σ’ αυτόν. Άλλοτε πάλι διαμαρτυρόμαστε όταν δεν συμφωνούμε για την πρόθεσή του να πεθάνει ή δεν δεχόμαστε τη θέση που ο ίδιος παίρνει εμπρός στο θάνατο και στον πόνο. Τότε όμως η αγάπη που έχουμε γι’ αυτόν τον άνθρωπο είναι λειψή και δημιουργεί ψυχική απόσταση. Είναι αυτή η αγάπη που έδειξε ο Απόστολος Πέτρος, όταν ο Χριστός, καθώς πορευόταν στα Ιεροσόλυμα, είπε στους μαθητές Του ότι πορευόταν προς το θάνατό Του. «Και ο Πέτρος, αφού Τον πήρε παράμερα, άρχισε με έντονο τρόπο να Τον αποτρέπει από την απόφασή Του να δεχτεί το θάνατο». Αλλά ο Χριστός απάντησε: «Φύγε από μπρος μου σατανά, γιατί δεν φρονείς εκείνα που αρέσουν στο Θεό, αλλά όσα αρέσουν στους ανθρώπους» (Μάρκ. 8,33). Μπορούμε να φανταστούμε ότι η γυναίκα του ληστή, που βρισκόταν σταυρωμένος στα αριστερά του Χριστού, θα ήταν γεμάτη από τις ίδιες αντιδράσεις και διαμαρτυρίες, που είχε ενάντια στο θάνατό του και ο άντρας της. Απ’ αυτή την άποψη υπήρχε απόλυτη κοινωνία μεταξύ τους, κοινωνούσαν όμως στην ίδια λαθεμένη συμπεριφορά.
Το να συμμετέχει κανείς στο πάθος, στο Σταυρό και στο θάνατο του Χριστού, σημαίνει να αποδέχεται, με το ίδιο πνεύμα και χωρίς καμιά επιφύλαξη, όλα αυτά τα γεγονότα. Να αποδέχεται δηλαδή, εντελώς ελεύθερα, να υποφέρει μαζί με τον «πάσχοντα Θεάνθρωπο». Να παραμένει σιωπηλός στη βαθιά σιωπή του Χριστού, η οποία διακόπηκε μόνο από λίγες αποφασιστικές λέξεις, στη σιωπή της πραγματικής κοινωνίας. Στη σιωπή η οποία γεννιέται από τη συμμετοχή στο πάθος του άλλου και όχι από οίκτο γι’ αυτόν. Στη σιωπή που μας δίνει τη δυνατότητα να ταυτιστούμε μαζί Του, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην υπάρχει «Εγώ» και «Συ», αλλά να είμαστε ένα, ενωμένοι και στη ζωή και στο θάνατο.

(Ζωντανή Προσευχή. Antony Bloom, σελ. 26-27).

Η ολότητα πιο ευδιάκριτη από τα έργα
Η ολότητα είναι πάντα πια ευδιάκριτη από ένα μέρος της ολότητας. Αυτό οπωσδήποτε συμβαίνει για λόγους σημασίας και φερεγγυότητας της ολότητας.
Είναι πια οφθαλμοφανής η βελανιδιά από το βελανίδι στη βελανιδιά. Είναι πιο ευδιάκριτη η άμαξα από τον άξονα της άμαξας. Είναι πιο εμφανής ο άνθρωπος από το χέρι του ανθρώπου. Η ολότητα της φύσης είναι πιο οφθαλμοφανής από οποιοδήποτε πράγμα μέσα στη φύση.
Ο Θεός είναι πιο εμφανής από τη φύση και απ’ όλα στη φύση. Όμως όταν ο άνθρωπος κοιτάζει το βελανίδι στη βελανιδιά, το βελανίδι γίνεται γι’ αυτόν πιο οφθαλμοφανές από τη βελανιδιά. Όταν κοιτάζει τον τροχό, ο τροχός γίνεται γι’ αυτόν πιο ευδιάκριτος από την άμαξα. Όταν κοιτάζει το χέρι, το χέρι του γίνεται πιο εμφανές από τον άνθρωπο. Όταν κοιτάζει οποιοδήποτε πράγμα στη φύση, αυτό το πράγμα γίνεται γι’ αυτόν πιο οφθαλμοφανές από τη φύση. Όταν κοιτάζει τη φύση, η φύση γι’ αυτόν γίνεται πιο ευδιάκριτη από τον Θεό.
Όμως αυτό το οφθαλμοφανές της πράξης είναι στιγμιαίο, ενώ το οφθαλμοφανές της ολότητας είναι μόνιμο.
Ως εκ τούτου ο Θεός είναι το μεγαλύτερο και το μονιμότερο και το πλέον εμφανές.

Η σιωπή
Περί τριών πραγμάτων μην βιάζεσαι να μιλάς: Περί του Θεού - μέχρι να στερεώσεις την πίστη σ’ Αυτόν. Περί της αμαρτίας του άλλου - μέχρι να θυμηθείς τη δική σου και περί της επόμενης ημέρας - μέχρι την αυγή της

(Στοχασμοί περί καλού και κακού, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, σελ. 19-20).

Παιδικές Ασκήσεις. 

Αξιοθαύμαστος ήταν ο ζήλος του μικρού Αρσενίου για νηστεία. Νήστευε αυστηρά από πολύ μικρός. Ζητούσε από την μητέρα του να του μαγειρεύη αλάδωτα χόρτα. Για να αναγκάζεται μετά την θεία Λειτουργία να παραμένη νηστικός, το αντίδωρο το κρατούσε και το έτρωγε ύστερα από ώρες. Για να περιορίζη την ποσότητα, έσφιγγε πολύ την ζώνη. Κάποτε νήστευσε τόσο που από την εξάντληση έπεσε στο κρεββάτι.
Έλεγε αργότερα ο Γέροντας: «Τα χέρια μου ήταν (λεπτά) σαν τον μικρών παιδιών της Αφρικής, διότι ο οργανισμός μου στερήθηκε βασικές τροφές, όταν ήμουν μικρός. Ο λαιμός μου είχε γίνει σαν το κοτσιάνι του κερασιού. Τα παιδιά μου έλεγαν: "Θα πέσει το κεφάλι σου"».
Η ευλαβής Κονιτσιώτισσα Κέτη (Ερρικέτη) Πατέρα, μεγαλύτερή του στην ηλικία, ανέφερε σχετικά: «Τον ρώτησα κάποτε:
—Παιδί μου, έφαγες τίποτε σήμερα;
—Δεν έφαγα. Τι να φάω, αφού η μητέρα μου τα βράζει όλα τα φαγητά στην ίδια κατσαρόλα, και το κρέας και τα νηστήσιμα. Η ίδια κατσαρόλα απορροφά• δεν μπορώ να φάω.
—Παιδί μου, αφού η μάννα σου είναι τόσο καθαρή και την πλένει καλά με αλισίβα.
— Δεν μπορώ να φάω από αυτά, απαντούσε. »
Και νήστευε, νήστευε συνέχεια και αποτραβιόταν μοναχός του για να προσεύχεται».
Όταν έμαθε να διαβάζη καλά, βρήκε την Αγία Γραφή και μελετούσε κάθε ημέρα το Τετραβάγγελο. Εύρισκε επίσης βίους Αγίων και εντρυφούσε. Είχε μαζέψει ένα κουτί με βίους. Μόλις γύριζε από το σχολείο, δεν ήθελε ούτε να φάη. Πρώτα πήγαινε, άνοιγε το κουτί, έπαιρνε και διάβαζε τους βίους των Αγίων. Ο μεγαλύτερός του αδελφός τους έκρυβε, αν και ευλαβής, διότι δεν ήθελε να ασχολήται ο μικρός Αρσένιος πολύ με τα εκκλησιαστικά, για να μην παραμελή τα μαθήματα. Ο Αρσένιος δεν έλεγε τίποτε. Εύρισκε άλλους βίους Αγίων και τρεφόταν πνευματικά.
Μαρτυρεί ο αδελφός του: «Ο Αρσένιος από την δευτέρα Δημοτικού διάβαζε θρησκευτικά βιβλία, απομονωνόταν και προσευχόταν πολύ. Δεν έπαιζε πως τα άλλα παιδιά».
Ό,τι διάβαζε στα Συναξάρια προσπαθούσε να το εφαρμόση. Διάβασε πώς, όταν φοβάσαι σε έναν τόπο, πρέπει να συχνάζης εκεί για να διώξης τον φόβο . Επειδή φοβόταν όταν περνούσε από το κοιμητήριά αποφάσισε να πάη εκεί τη νύχτα, για να του φύγη ο φόβος. Ήταν τότε στην τετάρτη τάξη του Δημοτικού. «Είδα», διηγήθηκε, «από την ημέρα έναν άδειο τάφο. Μόλις νύχτωσε η καρδιά μου χτυπούσε, αλλά πήγα και μπήκα στον τάφο. Στην αρχή ήταν δύσκολο αλλά μετά συνήθισα. Κάθησα αρκετή ώρα και εξοικειώθηκα. Πήρα θάρρος και άρχισα να γυρίζω από μνήμα σε μνήμα, αλλά πρόσεχα να μη με δουν και με περάσουν για φάντασμα. Αυτό ήταν• πήγα τρία βράδυα και έμεινα μέχρι αργά στο κοιμητήρι και μου έφυγε ο φόβος».
Αισθανόταν αγάπη μεγάλη προς τον Θεό και η προσευχή του ήταν εκδήλωση αυτής της αγάπης. Στις μεγάλες γιορτές παρέμενε άγρυπνος, άναβε το καντηλάκι και προσευχόταν όρθιος όλη τη νύχτα. Ο μεγαλύτερος αδελφός του τον εμπόδιζε. Δεν τον άφηνε να σηκώνεται τις νύχτες για να διαβάζη το Ψαλτήρι. Τον έβαζε κάτω από τις κουβέρτες. Γενικά η τακτική του αδελφού του όχι μόνο δεν έκαμψε τον ζήλο του αλλά αύξησε την αγάπη του προς τον Θεό.
Πήγαινε από μικρός ατό δάσος, μάζευε βελανίδια, τα τρυπούσε με ένα καρφί, τα περνούσε σε σχοινί και έκανε κομποσχοίνια για να μέτρα τις προσευχές και τις μετάνοιες.
Η αδελφή του Χριστίνα θυμάται ότι, ενώ κάποτε οι γονείς τους ήταν στο χωράφι, άρχισε να βρέχη. Ο Αρσένιος τους σκεφτόταν που βρέχονταν. Πήρε τα δύο μικρότερα αδέλφια του, πήγαν στο εικονοστάσι, γονάτισαν, έκαναν προσευχή και η βροχή σταμάτησε.
Όταν έπεφταν κεραυνοί, συνήθιζε να λέγη: «Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος».
Η έμφυτη μοναχική του κλίση εκδηλώθηκε ενωρίς. Όταν τον ρωτούσαν τι θα γίνει όταν μεγαλώση, ο Αρσένιος απαντούσε σταθερά: «Καλόγηρος», χωρίς να έχη δει μοναχούς μέχρι τότε.
Διηγήθηκε και το εξής: «Όταν ακόμη ήμουν στο σχολείο, διάβαζα τους βίους των Αγίων και επιθυμούσα από τότε να γίνω ασκητής. Έβγαινα συχνά έξω από το χωριό. Ήμουν τότε ένδεκα χρόνων. Είχα επισημάνει ένα βράχο μεγάλο. Μια μέρα ξεκίνησα για να ανεβώ, να γίνω στυλίτης. Πήρα μόνο ένα μικρό σιδεράκι μαζί μου , για να τρώω κανα χορταράκι, όπως οι παλιοί ασκητές. Περπάτησα μιάμιση ώρα μεσ’ τα βουνά και τον βρήκα. Ήταν ψηλός ο βράχος. Ανέβηκα με δυσκολία και άρχισα να προσεύχωμαι. Εξάντλησα όλες μου τις δυνάμεις και μετά άρχισα να σκέπτομαι: "Οι ερημίτες είχαν ρίζες και έτρωγαν• λίγο νεράκι, ένα χουρμά... Εσύ δεν έχεις τίποτε εδώ πάνω στον βράχο. Πώς θα ζήσεις;". Με είχε κόψει η πείνα, δεν άντεχα άλλο, οπότε λέω: "Ας πάω να φάω κανα χορταράκι". Που να κατέβω όμως! Καλά ανέβηκα, αλλά πώς κατεβαίνω τώρα. Τέλος πήρα μια κουτρουβάλα, πώς δεν σκοτώθηκα. Η Παναγία με φύλαξε και δεν τσακίστηκα στα βράχια. Σιγά-σιγά κουτσαίνοντας ξεκίνησα να γυρίσω σπίτι. Χάθηκα όμως μέσα στη νύχτα και με πολλές δυσκολίες έφθασα γύρω στα μεσάνυχτα».

(Βίος Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, ιερομ. Ισαάκ, σελ. 44-48).

Θυμάμαι όταν είχα ξεκινήσει πριν λίγους μήνες τη νέα μου δουλειά, με αυξημένες αρμοδιότητες πόσο άγχος είχα! Μια μέρα ειδικά με είχε καταλάβει τόσο πολύ το άγχος που έκανα το ένα λάθος μετά το άλλο. Και όσο ένιωθα τη δυσφορία και την ανυπομονησία των πελατών τόσο αυτό αυξανόταν. Προσευχόμουν πολύ μέσα μου να με βοηθήσει ο Χριστός ώσπου άξαφνα ήρθε η σειρά μιας κοπέλας που και σ’αυτήν έκανα λάθος. Εκείνη μου άγγιξε το χέρι με αγάπη και μου είπε ‘ μη στενοχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά, αρχή είναι ακόμα’ και μου χαμογέλασε! Αμέσως μου έφυγε όλη η άσχημη διάθεση και γέμισα χαρά μέσα μου. Έτσι βρήκα το θάρρος, σήκωσα το κεφάλι μου και είπα στους πελάτες που περίμεναν στην ουρά ‘ να με συγχωρείτε που κάνω λάθη, αρχή είναι ακόμα!’ Και οι πιο πολλοί μου χαμογέλασαν! Αυτή την κοπέλα ούτε την είχα δει ποτέ πριν ούτε και ως τώρα πολλούς μήνες μετά. Το βράδυ όμως στην προσευχή μου είπα ‘ Χριστέ μου Σε ευχαριστώ που μου έστειλες αυτό τον άνθρωπο εκείνη την ώρα! Να την έχεις πάντα καλά!’ Και η καρδιά μου ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη γι’αυτήν. Έγινε το χέρι της εκείνη την ώρα το χέρι του Θεού και το στόμα της το στόμα του Θεού. Τόσο απλά με μια κίνηση! Και σκέφτηκα πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της ευγένειας! Δίκαια την αναφέρει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος ως πρώτο παιδί της αγάπης.
Το έχω δει και σε μένα αυτό, πόσο πολύ αρέσει στους ανθρώπους να ακούν όμορφα λόγια από καρδιάς, να ακούν αυτές τις λέξεις που δεν είναι καθόλου τυπικές ‘ευχαριστώ, παρακαλώ, συγνώμη’. Στις περισσότερες δουλειές οι εργαζόμενοι πιέζονται να είναι ευγενικοί. Αυτό φυσικά δε λέγεται ευγένεια, είναι κάτι απωθητικό! Όμως η ευγένεια που πηγάζει από την αγάπη του Θεού είναι ικανή να φτιάξει ακόμα και ολόκληρη τη μέρα κάποιου. Βλέπω τους ανθρώπους πόσο κλεισμένοι είναι στον εαυτό τους, πόσα προβλήματα κουβαλούν μέσα τους… είναι ωραίο να τους σπλαχνιζόμαστε και να τους τιμάμε, να τους δίνουμε σημασία, να τους κοιτάμε στα μάτια και να τους μιλάμε με καλοσύνη, να τους δείχνουμε ότι είναι ξεχωριστοί για μας. Έχω εκπλαγεί με το πόση δύναμη έχει ένα χαμόγελο! Τώρα πια λέω στους πελάτες ‘αν θέλετε πηγαίνετε και στα άλλα ταμεία, έχουν πιο λίγο κόσμο’ αλλά δε φεύγουν… προτιμούν να καθυστερήσουν για λίγο γιατί μαζί με την απόδειξη τους δίνω και την προσευχή μου!
Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει στην επιστολή τους προς Κολασσαείς ‘ ευχάριστοι γίνεσθε’ [ γ’15], δηλαδή να γινόμαστε ευχάριστοι μεταξύ μας! Βλέπω καμιά φορά ότι το ξεχνάμε αυτό. Δεν καταλαβαίνω γιατί… ίσως επειδή θεωρούμε τους αδερφούς μας και τους οικείους μας δεδομένους, ίσως γιατί νομίζουμε ότι αρκεί γι’αυτούς η προσευχή μας ή επειδή σκεφτόμαστε πολύ έχουμε χάσει την απλότητα μας! Συμβαίνει μερικές φορές επιδιώκοντας τα σπουδαία χαρίσματα να μην πράττουμε ούτε και τα αυτονόητα! Τί μας κοστίζει ένα πλατύ χαμόγελο, ένα ‘ευχαριστώ’, μια γλυκιά κουβέντα, να απαντήσουμε σε ένα μήνυμα, να σηκώσουμε το τηλέφωνο, να δείξουμε σε κάποιον ότι για μας είναι σημαντικός, ότι τον νοιαζόμαστε! Μερικές φορές δε φτάνει μόνο η προσευχή… μπορούμε και εμείς να γίνουμε τα χέρια και η φωνή του Χριστού για τα αδέρφια μας ή και για τους αγνώστους. Οι άνθρωποι, ακόμα και οι πιο δύστροποι, μπορούν να μαλακώσουν με ένα χαμόγελο! Θυμάμαι παλιότερα, έτρεχα να προλάβω το λεωφορείο… το έχασα αλλά το πρόλαβα σε ένα φανάρι λίγο παρακάτω. Χτυπάω την μπροστινή πόρτα του οδηγού να μου ανοίξει αλλά αυτός με κοίταζε αδιάφορα. Εκείνη τη στιγμή αυθόρμητα χαμογέλασα! Και πατάει το κουμπί και ανοίγει την πόρτα! Μου λέει ‘ μπες μέσα και να ξέρεις την πόρτα την άνοιξε το χαμόγελο σου!’ Ίσως τελικά απλά ένα χαμόγελο αγάπης και ταπείνωσης να είναι το κλειδί και για μια άλλη πόρτα, την πολυπόθητη της Βασιλείας των Ουρανών! Αμήν. (K.B.)

82-       ΕΚΕΙΝΟΣ ΕΦΤΑΙΓΕ. Ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης συνάντησε μια μέρα στον δρόμο ένα μικρούλη με τον παιδαγωγό του. Το παιδί πήρε τότε μια πέτρα και την πέταξε εναντίον του Διογένους, αποδείχνοντας έτσι ότι ήταν κακοανατεθραμμένο. Κι ο φιλόσοφος, αντί να μαλλώση τον μικρό, έδωσε ένα ράπισμα στον παιδαγωγό του, θέλοντας να δείξει μ’ αυτό ότι εκείνος έφταιγε.
84-       ΜΗΤΡΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ.
Ένα αγοράκι, περνώντας με τη μητέρα του μπροστά από ένα επαίτη, έρριξε στη λάσπη ένα νόμισμα, και του είπε:
            -Αν το θέλης, πήγαινε να το πάρης!
Η μητέρα μάλλωσε πολύ το παιδί της για την πράξι του αυτή και το ανάγκασε να πάη παρευθύς να πιάση από τη λάσπη το νόμισμα, να το καθαρίση και να το δώση στο φτωχό φιλώντας του το χέρι.Το παιδάκι δεν λησμόνησε ποτέ το μάθημα που του έδωσε η μητέρα του, και όταν μεγάλωσε και έγινε επίσκοπος, το διηγόταν στους άλλους, εξυμνώντας την καλή του μητέρα.
86-       ΑΜΗΧΑΝΙΑ.
Πατέρα, στο σχολείο μου λένε:
            -Μα, στο σπίτι δεν σε μορφώνουν;
            Κι’ εσύ μου λες:
            -Μα, στο σχολείο δεν σε μορφώνουν;
            Κι έτσι, δεν ξέρω που να πάω να με μορφώσουν.
88-       ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ. Ρωτούσαν το Μ. Αλέξανδρο γιατί έδειχνε περισσότερη εκτίμησι κι ευγνωμοσύνη στον Αριστοτέλη, παρά στον πατέρα του.
            -Διότι ο πατέρας μου με κατέβασε από τον ουρανό στη γη, ενώ ο Αριστοτέλης, με την παιδεία, με ανεβάζει από τη γη στον ουρανό.
 

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

"Ο Χριστός είναι το παν"
(Απομαγνητοφωνημένα λόγια του Γέροντα. Αναδίδουν το μυστικό άρωμα της ένθεης πνευματικής του ζωής).

Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει τελείωσε. Αν δεν βλέπεις το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.
Πώς το κατάλαβες;
Θυμάμαι και ένα τραγούδι.
"Συν Χριστώ πανταχού, φόβος ουδαμού".
Το έχετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δε το θυμάμαι.
Λοιπόν, έτσι πράγματι πρέπει να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδερφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν.
Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: "Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε εγώ δεν είμαι... δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω.
Σας θέλω να χαίρεσθε μαζί μου τη ζωή".
Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς
και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον τραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πώς το λέω; Ο Χριστός είναι το παν.
Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.
Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιον θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά.
Ο Χριστιανός όμως, όταν βρει το Χριστό, όταν γνωρίσει το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψει μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθεί,
θέλει να φωνάζει και να το λέει παντού, θέλει να λέει για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός. Αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της αγάπης Αυτού.
Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.
Και μακράν του Χριστού η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στεναχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών.
Όλα ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί, και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι μία
σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό.
Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε βγαίναν έξω να κάνουνε πιο πέρα, θέλαν να είναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.
Ο Χριστός είναι το παν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πώς τα βλέπεις, ρε Νίκο;
- Αυτά, που είπατε Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα. Όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.
Ε, ναι - εξακολούθησε ο Γέροντας- αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες;
Ό,τι να είναι. Και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλομε να είμαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι φίλος μας, είναι ο αδερφός μας, το φωνάζει: "Υμείς φίλοι μου έστε".
"Δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι με μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος.
Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε να με αισθάνεσθε στην ψυχή σας, το φίλο σας. ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια".
Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει σατανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν.
Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.
Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν' αγαπήσει το Χριστό και όταν αγαπήσει το Χριστό, απαλλάττεται απ' το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πεις, εσύ έφθασες να είσαι έτσι;
Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω.
Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζώ. Όμως, ε... προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου πώ, πώς να σας πώ;
Δεν έχω πάει σ' ένα μέρος έτσι... ή πήγα μία φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω.
Να πάω, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μου 'ρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε;
-Ναι, Γέροντα.

(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως Μήλεσι, σελ. 39 - 42)

Τον Υιό υπέρ των δούλων
Τόσο μας αγάπησε, ώστε να δώση τον Υιό Του υπέρ των δούλων, και μάλιστα δούλων αχαρίστων. Ε.Π.Ε. 13, 156

ποιός, ποιούς αγάπησε;
Φανερώνει την υπερβολή της αγάπης.
Πώς; Ο Αθάνατος, ο Άναρχος, η απέραντη Μεγαλωσύνη, αγάπησε τους χωματένιους, αυτούς που είναι γεμάτοι μύρια αμαρτήματα,
που συνεχώς Του πηγαίνουν κόντρα, τους αχάριστους ανθρώπους. Ε.Π.Ε. 13, 158

δέσιμο σφιχτό
Είναι μεγάλη η εξάρτισης της αγάπης
Όλα τ’ αφήνει και παραδίνει την ψυχή σ' αυτό που αγαπά.
Αν έτσι αγαπήσουμε τον Χριστό, όλα τα εδώ θα μας φαίνονται σκιά, φαντασία και όνειρο. Ε.Π.Ε. 14,732

αποσπά το έλεος του Θεού
Τίποτε δεν κάνει το Θεό σπλαχνικό στον αμαρτωλό, όσο η αγάπη στους εχθρούς. Ε.Π.Ε. 15, 654

στους εχθρούς
Έτσι να τους αντιμετωπίζουμε, χωρίς θυμό και τραχύτητα. Αν τους αποστομώνουμε με θυμό, δεν θεωρείται αυτό θάρρος, αλλά πάθος.
Αν όμως με αγάπη, πραγματικά τότε έχουμε δύναμι. Ε.Π.Ε. 15,492

αμοιβαία
Όχι μόνο ν’ αγαπάμε, αλλά και να μας αγαπούν. Ε.Π.Ε. 16α,490

θερμή και αληθινή
Ας Αγαπήσουμε τον Χριστό όπως πρέπει να Τον αγαπάμε.
Διότι αυτό είναι η μεγάλη μας πληρωμή, αυτό είναι η χαρά μας και η ευχαρίστησις μας, αυτό η τρυφή και η δόξα και η τιμή μας, αυτό το φως μας, αυτό η μυριομακαριότητα, που κανένας λόγος δεν μπορεί να παραστήση και κανένας νους δεν μπορεί να καταλάβη. Ε.Π.Ε. 16β,464

δεν μας την χρωστούσε
Δεν έχει ανάγκη Εκείνος των δικών μας, κι όμως δεν σταματά γι’ αυτό το λόγο να μας αγαπά.
Εμείς έχουμε πάρα πολύ ανάγκη των αγαθών του Θεού, κι όμως ούτε έτσι δεχόμαστε την αγάπη Του, αλλά προτιμάμε αντί γι’ Αυτόν τα χρήματα και τις φιλίες των ανθρώπων. Ε.Π.Ε. 16β,466

στην κατάψυξι
Είναι αρρώστια το να παγώνη τελείως η αγάπη. Συ να μη παύσης να λες: Όσο κι αν με μισής, εγώ θα σ’αγαπώ.
Έτσι έβγαλες απ’ την ψυχή σου κάθε ψύξι. Ε.Π.Ε. 17,614

σε άλλους
Ας υπακούουμε, λοιπόν, και ας είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας.
Εδώ η προτροπή δεν απευθύνεται προς τους αδυνάτους μόνο, αλλά προς όλους.
Κι αν ακόμα κάποιος θέλη να χωρισθή από σένα, εσύ να μη χωρισθής. Ούτε να πης εκείνον τον ψυχρό λόγο.
Αν μ’ αγαπά, τον αγαπώ. Δηλαδή, αν δεν μ’ αγαπά το δεξί μου μάτι, το βγάζω. Ε.Π.Ε. 17,614

έρωτας
Δεν ντρεπόμαστε, να μη μπορούμε να δείχνουμε την κατά Θεόν αγάπη τόσο, όσο μπορεί ο σατανικός έρωτας; Ε.Π.Ε.17,618

και εγκράτεια
Ποιό είναι το κέρδος της νηστείας και της εγκράτειας, αν έχη διασπαστή η αγάπη; Κανένα.
Μιλάω και για την προσευχή, που γίνεται με μεγάλο ζήλο κατά την περίοδο της εγκράτειας.
Είναι δυνατόν να ζη κανείς με γυναίκα και να προσέχη στην προσευχή, αλλ’ αυτή (η προσευχή) γίνεται ακριβέστερη με την εγκράτεια. Ε.Π.Ε. 18, 522

και γνώσις
Εκείνος, που έχει αγάπη, ακόμα κι αν έχη μερικές ελλείψεις, γρήγορα θ’ απολαύση τη γνώσι χάρι στην αγάπη, όπως ο Κορνήλιος και πολλοί άλλοι.
Εκείνος όμως, που έχει μεν γνώσι, αλλά δεν έχει αγάπη, όχι μόνον δεν θα κερδίση τίποτε, αλλά θα χάση και αυτήν που έχει, διότι θα πεση πολλές φορές σε αλαζονεία. Ε.Π.Ε. 18,554

και άσκησις
Κι αν ακόμα νηστεύσης, κι αν κοιμάσαι στο χώμα για σκληραγωγία, κι αν θυσιάσης τον εαυτό σου, τίποτε σπουδαίο δεν κάνεις, αν δεν φροντίζης για τον πλησίον σου. Ε.Π.Ε 18α, 120

ενδιαφέρον για τον άλλον
Κανένας απ’ τους άγιους δεν επεδίωξε τα δικά του, αλλά καθένας φρόντισε για το συμφέρον του πλησίον.
Γι’ αυτό και έλαμψαν περισσότερο. Ε.Π.Ε. 18α,122

υπεράνω όλων
Ούτε η ακτημοσύνη, ούτε το μαρτύριο, ούτε άλλο τι μπορεί να ωφελήση, αν δεν έχουμε αποκτήσει την τέλεια αγάπη. Ε.Π.Ε. 18α,132

σκαλοπάτια της
Όποιος αγαπά αυτόν που τον αγαπά, δεν κάνει τίποτε σπουδαίο.
Όποιος όμως ευεργετεί αυτόν που τον μισεί, αυτός κυρίως είναι άξιος επαίνου και βραβείου. Ε.Π.Ε. 18α,166

(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, Τόμος Α΄, σελ. 35 - 37)

Ο Χριστός δεν είναι ένα αδύναμο πλάσμα πάνω σε ένα σταυρό, ένας κακομοίρης, ταλαίπωρος που ψυχορραγεί. Δεν είναι ένας κατατρεγμένος και ηττημένος μιας άλλης εποχής. Δεν είναι κάποιος που γελοιοποιήθηκε και εξευτελίστηκε. Δεν είναι ένας καλούλης πατερούλης που πηγαίνει με τα νερά μας! Δεν είναι ένα μαγικό τζίνι που θα μας κάνει όλα τα χατίρια. Δεν είναι μια ομπρέλα που τη θυμόμαστε στη βροχή. Ο Χριστός δεν είναι ΜΟΝΟ Αγάπη και χαδάκια! Δεν είναι αυτό που εμείς νομίζουμε ή θα μας άρεσε ή θα μας βόλευε. Δεν είναι ένα ακόμα πρόσωπο της ιστορίας που πέρασε και πάει. Ο Χριστός δεν είναι θέμα πίστης! Υπάρχει ανεξάρτητα από το αν πιστεύουμε ή όχι. Ο Χριστός δεν είναι ανακάλυψη του ανθρώπου αλλά αποκάλυψη Του στον άνθρωπο, αν το θελήσουμε φυσικά
Ο Χριστός είναι ο ΩΝ! Είναι ο Υιός του Θεού. Το ένα από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Είναι η όντως Ζωή, η μόνη Αλήθεια. Είναι η Οδός, το Φως, ο Νικητής του άδη και του θανάτου, η Ανάσταση! Είναι η Ελευθερία από τα πάθη και την αμαρτία, η Δικαιοσύνη, η Πανοπλία μας, η Ειρήνη που ξεπερνάει κάθε νου. Είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Ο Χριστός είναι το Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος… αυτός που υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Ο Χριστός είναι το Μέγα Έλεος, η Άκρα Ταπείνωση, η Υπομονή, η Συγχώρεση. Είναι η Δύναμη, η Χαρά, ο Αγαπημένος, ο Νυμφίος της ψυχής μας!
Ο Χριστός άφησε τη Δόξα Του στον ουρανό και ενανθρώπησε για να φροντίσει για τη σωτηρία της ψυχής μας και να μας βοηθήσει να γίνουμε κατά χάριν Θεοί, έτσι ώστε να απολαμβάνουμε μαζί Του τη Δόξα Του στη Βασιλεία των Ουρανών!
Ο Χριστός είναι ο αιώνιος εχθρός του διαβόλου, το πιο μισητό και ανεπιθύμητο πρόσωπο για κάποιους στον αιώνα τούτο. Είναι σχεδόν εξοστρακισμένος από αυτόν τον κόσμο. Και όποιος κάποιες φορές υπενθυμίζει την ύπαρξη Του μπαίνει κι αυτός στο στόχαστρο!
Εμείς πόσο θαρραλέοι είμαστε στη σημερινή αντιχριστιανική εποχή; Τί είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε για Εκείνον; Πόσο αποφασισμένοι είμαστε να υπερασπιστούμε την πίστη μας; Ας αναρωτηθούμε τί χριστιανοί είμαστε… της θεωρίας ή της πράξης; της ολιγωρίας ή της επέμβασης; της λιποψυχίας ή της γενναιότητας;
Ο Χριστός έρχεται κοντά μας αν το θελήσουμε. Στον αιώνα της πλάνης και της παραπλάνησης ας Τον βάλουμε στη ζωή μας να μας καθοδηγήσει στο δρόμο της Αληθείας που οδηγεί στην αιωνιότητα και στην αθανασία. Εκεί όπου δεν υπάρχει λύπη, πόνος και στεναγμός αλλά Ζωή ατελεύτητος! Κι εμείς που λέμε ότι Τον αγαπάμε ας φροντίζουμε να Τον γνωρίζουμε όλο και πιο πολύ για να μην είναι παρεξηγημένος και ανάμεσα στα παιδιά Του!   (Α.Κ.Β)

 

Η ευχή της αναφοράς
Στα μέρη της Απάμειας, στη δεύτερη επαρχία των Σύρων, υπήρχε ένα χωριό που λεγόταν Γοναγόν.
Κάποτε, σε απόσταση ενός μιλίου από το χωριό, μερικά παιδιά έβοσκαν τα ζώα τους.
Ενώ έπαιζαν, συμφώνησαν μεταξύ τους να τελέσουν τη θεία λειτουργία, όπως έβλεπαν να γίνεται από τον ιερέα στο ναό. Ανέδειξαν λοιπόν έναν «πρεσβύτερο» και δύο άλλους «διακόνους».
Ύστερα πλησίασαν σ’ ένα λείο βράχο, όπου σαν σε θυσιαστήριο τοποθέτησαν άρτους κι ένα πήλινο δοχείο με κρασί.
Ο «πρεσβύτερος» στάθηκε στη μέση και οι «διάκονοι» δεξιά κι αριστερά του.
Άρχισε λοιπόν να λέει την ευχή της αναφοράς, ενώ οι «διάκονοι» έκαναν αέρα με τα φακιόλια τους αντί για ριπίδια .
Ο μικρός «πρεσβύτερος» ήξερε την ευχή της αναφοράς, γιατί συνήθιζε στις άγιες συνάξεις να στέκεται
— όπως όλα τα παιδιά — μπροστά στο άγιο βήμα, κι έτσι ν’ ακούει και να μαθαίνει τις ευχές.
Αφού έγιναν όλα σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη κι ενώ ετοιμάζονταν να τεμαχίσουν τους άρτους, συνέβη κάτι φοβερό:
Έπεσε φωτιά από τον ουρανό κι έκανε στάχτη όλα όσα είχαν προσκομίσει και τον ίδιο το βράχο.
Δεν έμεινε το παραμικρό ίχνος!
Τα παιδιά από τον τρόμο τους έπεσαν κάτω κι έμειναν εκεί μισοπεθαμένα, χωρίς να μπορούν ν’ αρθρώσουν λέξη.
Οι γονείς ανησύχησαν με την καθυστέρησή τους. Ψάχνοντας, τα βρήκαν σ’ αυτή την κατάσταση και τα μετέφεραν στο χωριό. Ρωτούσαν επίμονα να μάθουν ποιά ήταν η αιτία της εκστάσεώς τους, αλλά δεν έπαιρναν απάντηση.
Όταν αργότερα τα παιδιά συνήλθαν, διηγήθηκαν όσα έκαναν και έπαθαν.
Σύντομα πληροφορήθηκε το θαυμαστό γεγονός ο επίσκοπος, που πήγε με όλους τους κληρικούς στον τόπο του θαύματος και είδε τα σημάδια της ουράνιας φωτιάς.
Τότε λοιπόν έβαλε τα παιδιά σε μοναστήρι, ενώ πάνω στον τόπο της φωτιάς έχτισε εκκλησία και γύρω απ’ αυτήν μία ωραία μονή.
[25]
(Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, σελ…..)


Ο κακόφημος μοναχός
Ο Αββάς Αμμωνάς πήγε κάποτε σ’ έναν τόπο που υπήρχε κάποιος μοναχός με κακή φήμη.
Συνέβη μάλιστα την ημέρα εκείνη μία γυναίκα να μπει στο κελλί του.
Οι γείτονες που το έμαθαν, αγανάκτησαν και συγκεντρώθηκαν για να τον διώξουν απ’ εκεί.
Όταν μάλιστα πληροφορήθηκαν ότι ο ξακουστός επίσκοπος Αμμωνάς βρίσκεται στην περιοχή τους,
πήγαν και του κατήγγειλαν το γεγονός. Τον παρακάλεσαν μάλιστα να έρθη και να τιμωρήση τον ένοχο.
Εκείνος ο δυστυχής, μόλις πήρε είδησι ότι έρχεται πλήθος μαζί με τον όσιο, έκρυψε τη γυναίκα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι.
Όταν έφτασε ο όσιος και μπήκε στο κελλί, κατάλαβε αμέσως τι συνέβη, αλλά για την αγάπη του Θεού σκέπασε το πράγμα, διορθώνοντας έτσι τον ένοχο με την αγάπη μάλλον παρά με τη δικαιοσύνη.
Κάθησε λοιπόν πάνω στο πιθάρι και πρόσταξε να ψάξουν το κελλί.
Αφού έψαξαν και δεν βρήκαν τίποτε, τους είπε:
- Τι έχετε να πήτε τώρα; Ο Θεός να σε συγχωρήση.
Έπειτα απομάκρυνε το πλήθος, σηκώθηκε από το πιθάρι, έπιασε από το χέρι τον μοναχό και του είπε:
-Αδελφέ, πρόσεχε την ψυχή σου. Πρόσεχε την σωτηρία σου.
Και μετά από αυτό αναχώρησε.
(Αββάς Αμμωνάς)
(Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τόμος πρώτος, σελ.20)

katafigioti

lifecoaching

pigidounia

 apson1