E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Το Αγιο Πνεύμα,ο όσιος Σεραφείμ & ο Μοτοβίλωφ.
Ἡ συγκλονιστική συνομιλία & εμπειρία τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μὲ τὸν Μοτοβίλωφ

(Ὁ κτηματίας Νικόλαος Μοτοβίλωφ, πού τό 1831 θεραπεύθηκε θαυματουργικά ἀπό σοβαρή ἀσθένεια μέ τήν προσευχή τοῦ ὁσίου Σεραφείμ, ἀπέκτησε τήν εὔνοιά του καί ἀξιώθηκε νά συζητήση πολύ μαζί του γύρω ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Τή συζήτησί του αὐτή κατέγραψε σέ σημειώσεις, οἱ ὁποῖες παρέμειναν στή μονή Ντιβέγιεβο περισσότερο ἀπό ἑξῆντα χρόνια. Τό 1902 τίς παρέλαβε ὁ Σ.Α. Νεῖλος ἀπό τή γερόντισσα Ἑλένα Νικαλάεβνα, χήρα τοῦ Μοτοβίλωφ, καί μέ τήν ἄδεια τῆς ἡγουμένης Μαρίας τίς ἔφερε στό φῶς τῆς δημοσιότητος τό 1903 στά «Μοσχοβίτικα χρονικά» τοῦ Ἰουλίου μέ τόν τίτλο: «Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀναπαυόταν φανερά στόν πατέρα Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, στή συζήτησί του γιά τόν σκοπό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς».
Ἀργότερα οἱ σημειώσεις αὐτές ἀναδημοσιεύθηκαν ἀπό τόν Λ. Ντενίσωφ στό βιβλίο του «Ὁ βίος τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ» καί ἀπό τόν πατέρα Π. Φλορένσκυ στό ἔργο του «Στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας».)
Α. Η αποκαλυπτική συζήτηση
Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας
«Ἦταν Πέμπτη. Ἡ μέρα ἦταν σκοτεινή. Τὸ χιόνι, περίπου 25 πόντοι, σκέπαζε τὴ γῆ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐξακολουθοῦσαν νὰ πέφτουν πυκνὲς νιφάδες χιονιοῦ, ὅταν ὁ στάρετς (γέροντας) Σεραφεὶμ ἄρχισε νὰ συνομιλεῖ μαζί μου. Μὲ ἔβαλε νὰ καθήσω σ’ ἕνα κορμὸ δένδρου ποὺ μόλις εἶχε κόψει, καὶ ὁ ἴδιος κάθησε ἀπέναντί μου. Βρισκόμασταν στὸ δάσος πλάι στὸ ἐρημητήρι του στὸ βουνὸ ποὺ κατεβαίνει μέχρι τὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Σάρωφκα.
— Ὁ Κύριος μοῦ ἀπεκάλυψε, εἶπε ὁ μεγάλος στάρετς, ὅτι ἀπὸ τὰ παιδικά σου χρόνια ζητᾶς μὲ φλογερὸ πόθο νὰ μάθεις ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ ὅτι πολλὲς φορὲς ρώτησες γι' αὐτὸ διάφορους πνευματικοὺς ἀνθρώπους.
— Πραγματικά, ἀπάντησα, ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνιά μου μὲ ἀπασχολοῦσε ἐπίμονα αὐτὴ ἡ σκέψη καὶ ἀπευθύνθηκα σὲ πολλὰ πνευματικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ οἱ ἀπαντήσεις δὲν μὲ ἱκανοποιοῦσαν.
— Ναὶ συνέχισε ὁ στάρετς, γιατί κανεὶς δὲν σοῦ ἔδωσε ὁριστικὴ ἀπάντηση. Σοῦ ἔλεγαν: «Πήγαινε στὴν Ἐκκλησία, προσευχήσου στὸ Θεό, ἐφάρμοσε τὶς ἐντολές Του, κᾶνε τὸ καλό. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς». Μερικοί, μάλιστα δυσανασχετοῦσαν μαζί σου γιατί ἔδειχνες μία περιέργεια ποὺ δὲν θὰ ἄρεσε στὸ Θεό (!). «Μὴ ζητᾶς πράγματα ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις σου», σοῦ ἔλεγαν. Αὐτὲς οἱ ἀπαντήσεις ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ σὲ ἱκανοποιήσουν.
Ἐγώ, ὁ φτωχὸς Σεραφείμ, θὰ σοῦ ἐξηγήσω τώρα ποιὸς εἶναι πραγματικὰ αὐτὸς ὁ σκοπός. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ ἄσκηση καὶ ὅποιο χριστιανικὸ ἔργο, ὅσο καλὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτὸ καθαυτό, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, μολονότι εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ. Δὲν μπορεῖ, λοιπόν, τὸ μέσο νὰ γίνει σκοπός.
Πραγματικὸς σκοπὸς τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Πρέπει νὰ γνωρίζεις, συνέχισε ὁ στάρετς, ὅτι ὁποιοδήποτε χριστιανικὸ ἔργο, μόνον ὅταν γίνεται ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστό, φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ὅλα τὰ ἄλλα καλὰ ἔργα, ποὺ γίνονται χάριν τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο μέσα γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποκτήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; ρώτησα τὸ στάρετς. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω καλὰ αὐτό.
— Ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μοιάζει λίγο μὲ τὸ ἐμπόριο. Ἀποκτῶ, σημαίνει μαζεύω, συγκεντρώνω, ἀπάντησε ὁ στάρετς. Ἐσὺ γνωρίζεις σίγουρα τί σημαίνει ἀποκτῶ χρήματα. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Σκέψου, λοιπόν, τὴ σημασία τῆς λέξης «ἀποκτῶ» μὲ τὴν κοσμική, τὴ γήινη ἔννοια. Οἱ ἄνθρωποι σκοπεύουν στὴν ἀπόκτηση χρημάτων, τιμῶν, διακρίσεων καὶ ἄλλων ἀνταμοιβῶν γιὰ τὶς προσφερόμενες ὑπηρεσίες τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἕνα «κεφάλαιο» γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ ὁποίου ἀγωνίζεται ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι ὅμως ἕνα «κεφάλαιο» αἰώνιο, μοναδικό, ἀστείρευτο καὶ εὐλογημένο. Ἀποκτᾶται μὲ τοὺς ἴδιους περίπου τρόπους, ὅπως τὸ χρηματικὸ κεφάλαιο ἢ τὰ διάφορα ἀξιώματα.
Γήινα ἐμπορεύματα εἶναι τὰ καλὰ ἔργα ποὺ γίνονται ἀπὸ ἀγάπη στὸ Χριστὸ καὶ φέρνουν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Κάθε καλὸ ἔργο ποὺ γίνεται στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ φέρνει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Περισσότερο ὅμως ἀπ' ὅλα μᾶς τὴ φέρνει ἡ προσευχή, γιατί εἶναι πάντα στὰ χέρια μας σὰν ἕνα εὔχρηστο ὅπλο. Εἶναι προσιτὴ στὸν πλούσιο, στὸ φτωχό, στὸ σοφό, στὸν ἁπλοϊκό, στὸ δυνατό, στὸν ἀδύνατο, στὸ γερό, στὸν ἀσθενῆ, στὸ δίκαιο καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς. Περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο μέσο, εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς φέρει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ βρίσκεται πάντα στὴ διάθεση τοῦ καθενός, θὰ εἴμαστε μακάριοι, ἂν μᾶς βρεῖ ὁ Κύριος ἄγρυπνους, ἐν προσευχῇ, μέσα στὴν πληρότητα τῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
— Γέροντα, τοῦ εἶπα, μιλᾶς συνεχῶς γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς σκοπὸ τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ πῶς καὶ ποῦ μπορῶ νὰ τὸ δῶ; Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι ὁρατά. Ἄραγε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ γίνει ὁρατό; Πῶς μπορῶ νὰ ξέρω ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι μαζί μου;
— Στὶς μέρες μας, ἀποκρίθηκε ὁ στάρετς, ὑπάρχει γενικὴ ψυχρότητα γιὰ τὴν ἁγία πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὴ θεία Πρόνοια ποὺ ἐνεργεῖ τὰ πάντα γιὰ νὰ μᾶς φέρει κοντά Του. Ἡ ψυχρότητα καὶ ἡ ἀδιαφορία διέκοψαν τὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ μᾶς ἀπομάκρυναν σχεδὸν ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. Στὴν Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, συχνὰ ἀναφέρεται ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Μερικοὶ λένε: «Τὰ χωρία αὐτὰ εἶναι ἀκατανόητα. Πῶς μποροῦν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια νὰ δοῦν τὸ Θεό»; Τίποτε ὅμως ἀκατανόητο δὲν ὑπάρχει ἐδῶ. Ἡ δυσκολία προέρχεται ἀπὸ τὴ δική μας ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Θεό. Γίναμε ἀδιάφοροι γιὰ τὴ σωτηρία μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἑρμηνεύουμε λανθασμένα πολλὰ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης μπήκαμε σὲ τέτοιο σκοτάδι ἄγνοιας ὥστε μᾶς φαίνονται ἀκατανόητα ὅσα γιὰ τοὺς παλιοὺς ἦταν προσιτὰ καὶ κατανοητά. Ἐκεῖνοι δὲν ἔβρισκαν καθόλου παράδοξη τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά τους. Ἔβλεπαν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὄχι στὸν ὕπνο τους ἢ σὲ φανταστικὲς ἐκστάσεις, ἀλλὰ καθαρὰ καὶ ἀληθινά.
Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φιλόθεε, δίνεται σὲ ὅλους μας κατὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Στὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Χρίσματος ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς σφραγίζει μυστηριακὰ μὲ τὴ χρίση τῶν βασικῶν ὀργάνων τοῦ σώματός μας, ὅπως ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία, ὁ αἰώνιος φύλακας αὐτῆς τῆς χάρης. Κατὰ τὴ χρίση λέμε: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ ἄνθρωποι συνήθως σφραγίζουμε τὰ θησαυροφυλάκια ποὺ περιέχουν κάποιο θησαυρό. Ἀλλὰ ποιὸς θησαυρὸς μπορεῖ νὰ εἶναι μεγαλύτερος καὶ πολυτιμότερος ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ὁποία μᾶς προσφέρονται κατὰ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα; Ἡ χάρη αὐτὴ εἶναι τόσο μεγάλη, βαθιὰ καὶ ἀπαραίτητη, ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν πλανεμένο ἄνθρωπο δὲν τοῦ ἀφαιρεῖται μέχρι τὸ θάνατό του.
— Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ξέρω, ρώτησα τὸν Γέροντα, ἂν βρίσκομαι καὶ ἐγὼ στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
— Εἶναι πολὺ ἁπλό, μοῦ ἀπάντησε. Ὁ Κύριος λέει ὅτι ὅλα εἶναι ἁπλὰ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἀποκτάει τὴ γνώση. Τὸ δυστύχημα γιὰ μᾶς εἶναι ὅτι δὲν ζητᾶμε αὐτὴ τὴ θεϊκὴ γνώση ἡ ὁποία δὲν κάνει θόρυβο, γιατί δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν αὐτὴ τὴ γνώση καὶ καταλάβαιναν ἂν εἶχαν μαζί τους τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἢ ὄχι. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ τὸ «ἔδοξε τῷ Ἁγίω Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. 15:28). Βλέπεις, λοιπόν, ἀγαπητέ μου, ὅτι τὸ πράγμα εἶναι ἁπλό;
Β. Η συγκλονιστική εμπειρία & αποκάλυψη
— Παρ' ὅλα αὐτὰ δὲν καταλαβαίνω πῶς μπορῶ νὰ εἶμαι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι βρίσκομαι στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Πῶς μπορῶ νὰ διακρίνω τὴν πραγματική Του παρουσία στὴ ζωή μου;
— Σοὺ εἶπα, φιλόθεε, ὅτι αὐτὸ εἶναι πολὺ ἁπλὸ καὶ σοῦ διηγήθηκα λεπτομερειακὰ πῶς μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ γεμίσουν μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ πῶς μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν παρουσία του μέσα μας. Τί περισσότερο ζητᾶς;
— Θέλω νὰ τὰ καταλάβω αὐτὰ πολὺ καλά, ἀπάντησα.
Τότε ὁ στάρετς Σεραφεὶμ μὲ ἔπιασε δυνατὰ ἀπὸ τοὺς ὤμους καὶ μοῦ εἶπε:
— Τώρα βρισκόμαστε, παιδί μου, καὶ οἱ δύο μέσα στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί δὲν μὲ κοιτᾶς;
— Δὲν μπορῶ νὰ σὲ κοιτάξω, Γέροντα, γιατί ἀπὸ τὰ μάτια σου βγαίνουν λάμψεις. Τὸ πρόσωπό σου ἔγινε φωτεινότερο καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὰ μάτια μου κλείνουν ἀπὸ τὸν πόνο.
— Μὴ φοβᾶσαι, φιλόθεε. Τώρα καὶ ἐσὺ ἔχεις γίνει φωτεινὸς ὅπως ἐγώ. Ἔχεις καὶ ἐσὺ πληρωθεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ μὲ δεῖς ἔτσι ὅπως μὲ βλέπεις.
Καὶ σκύβοντας κοντά μου μοῦ εἶπε ψιθυριστά:
— Παρακαλοῦσα τὸν Κύριο μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ σὲ ἀξιώσει νὰ δεῖς φανερὰ καὶ μὲ τὰ σωματικά σου μάτια τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ νά, ἀγαπητέ μου, ὁ Κύριος ἱκανοποίησε τὴν ταπεινὴ παράκληση τοῦ φτωχοῦ Σεραφείμ. Πῶς νὰ μὴν Τὸν εὐγνωμονοῦμε καὶ οἱ δύο γιὰ τὴν ἀνέκφραστη αὐτὴ δωρεά Του! Εὐχαρίστησε Τὸν, φιλόθεε, γιατί παρηγόρησε τὴν καρδιά σου μὲ τὴ θεία χάρη Του ὅπως ἡ φιλόστοργη μάνα θάλπει τὰ παιδιά της. Λοιπόν, παιδί μου, γιατί δὲν μὲ κοιτᾶς στὰ μάτια; Κοίταξέ με ἁπλὰ καὶ μὴ φοβᾶσαι. Ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας.
Ὕστερα ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τὸν κοίταξα στὸ πρόσωπο. Συγκλονίστηκα κυριολεκτικά. Μὲ πλημμύρισε δέος. Φαντασθεῖτε τὸν ἥλιο στὴν πιὸ δυνατὴ λάμψη τῆς μεσημβρινῆς ἀκτινοβολίας του καὶ στὸ κέντρο τοῦ ἥλιου νὰ κοιτάζετε τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ὁποῖο συνομιλεῖτε. Βλέπετε τὶς κινήσεις τῶν χειλιῶν του, τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του, ἀκοῦτε τὴ φωνή του, αἰσθάνεστε τὰ χέρια του ἁπλωμένα γύρω ἀπὸ τοὺς ὤμους σας, ἀλλὰ δὲν βλέπετε οὔτε αὐτὸ τὸ χέρι, οὔτε τὸ σχῆμα του, οὔτε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σας. Δὲν βλέπετε παρὰ μόνο τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς ποὺ ἁπλώνεται παντοῦ γύρω σας καὶ φωτίζει μὲ τὴ λάμψη του τὸ χιόνι ποὺ καλύπτει τὸ ξέφωτο καὶ τὶς χιονοστιβάδες ποὺ πέφτουν τριγύρω. Εἶναι ἀδύνατο νὰ φανταστεῖ κανεὶς αὐτὰ ποὺ ἔζησα ἐκεῖνες τὶς στιγμές!
— Τί αἰσθάνεσαι τώρα; μὲ ρώτησε ὁ στάρετς Σεραφείμ.
— Ἐξαιρετικὰ καλά, εἶπα.
— Δηλαδή, πές μου συγκεκριμένα, τί νιώθεις;
— Νιώθω τέτοια γαλήνη καὶ εἰρήνη ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω μὲ λόγια!, ἀπάντησα.
— Αὐτὴ φιλόθεε, εἶπε ὁ στάρετς, εἶναι ἡ εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία μίλησε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές Του: «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω. 14, 27). Σ' αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁ κόσμος μισεῖ ἀλλὰ ὁ Θεὸς «φιλεῖ», δίνει ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν εἰρήνη ποὺ τώρα ἐσὺ αἰσθάνεσαι. Τί ἄλλο νιώθεις;
— Μιὰ ἀσυνήθιστη γλυκύτητα, ἀπάντησα.
— Αὐτὴ εἶναι ἡ γλυκύτητα γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ἡ Ἁγία Γραφή: «μεθυσθήσονται ἀπὸ ποιότητος οἴνου σου, καὶ τὸν χειμάρρουν τῆς τρυφῆς σου ποτιεῖς αὐτοὺς» (Ψαλμ. 35:9). Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ γλυκύτητα πλημμυρίζει τώρα τὶς καρδιές μας καὶ ξεχύνεται σ' ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας σὰν μία ἀνέκφραστη εὐφροσύνη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ γλυκύτητα οἱ καρδιὲς μας μοιάζει νὰ λιώνουν. Νιώθουμε καὶ οἱ δύο μας τόση εὐτυχία, ποὺ καμμιὰ γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει. Τί ἄλλο αἰσθάνεσαι;
— Μιὰ ἀνείπωτη χαρά.
— Καὶ αὐτὴ ἡ χαρά, παιδί μου, εἶναι μηδαμινὴ ὅταν συγκριθεῖ μὲ κείνη τὴ χαρὰ γιὰ τὴν ὁποία ἔχει γραφτεῖ: «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβει, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτὸν» (Α! Κορινθ. 2:9). Τώρα σὲ μᾶς δίνεται ἡ πρόγευση αὐτῆς τῆς χαρᾶς. Καὶ ἂν νιώθουμε τόση γλυκύτητα καὶ εὐφροσύνη τώρα, τί νὰ ποῦμε τότε γιὰ τὴ χαρὰ ἐκείνη ποὺ ἑτοιμάστηκε γι' αὐτοὺς ποὺ κοπιάζουν ἐδῶ στὴ γῆ; Καὶ σύ, παιδί μου, ἀρκετὰ ὑπέφερες στὴ ζωή σου. Κοίταξε ὅμως μὲ ποιὰ χαρὰ τώρα σὲ παρηγορεῖ ὁ Κύριος! Τί ἄλλο αἰσθάνεσαι;
— Μιὰ ἐξαιρετικὴ θερμότητα, ἀπάντησα.
— Τί θερμότητα, παιδί μου; Βρισκόμαστε στὴν καρδιὰ τοῦ χειμώνα καὶ καθόμαστε ἔξω στὸ δάσος, πατᾶμε στὸ χιόνι καὶ οἱ χιονονιφάδες συνεχίζουν νὰ πέφτουν πάνω μας καὶ μᾶς ἔχουν σχεδὸν σκεπάσει. Τί εἴδους θερμότητα μπορεῖ νὰ αἰσθάνεσαι;
— Ὅπως ὅταν λούζομαι στὸ λουτρὸ μὲ ζεστὸ νερὸ καὶ μὲ περιτυλίγουν οἱ ἀτμοί.
— Μήπως αἰσθάνεσαι καὶ τὴ μυρωδιὰ τοῦ λουτροῦ;
— Ὄχι, ἀπάντησα. Στὴ γῆ δὲν ὑπάρχει παρόμοια εὐωδία. Κανένα ἄρωμα ἀπ' ὅσα ἔχω χρησιμοποιήσει δὲν δίνει τέτοια εὐωδία.
— Ξέρω, ξέρω, εἶπε ἐκεῖνος. Ἔτσι εἶναι ἀκριβῶς ὅπως τὸ λές. Σὲ ρώτησα ἐπίτηδες γιὰ νὰ δῶ ἂν καὶ ἐσὺ αἰσθάνεσαι τὸ ἴδιο. Πραγματικά. Ἡ πιὸ εὐχάριστη εὐωδία πάνω στὴ γῆ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ αὐτὴ ποὺ νιώθουμε τώρα, γιατί μᾶς πλημμυρίζει ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ποιὰ ἐπίγεια εὐωδία μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μ' αὐτή; Εἶπες, θεόφιλε, ὅτι γύρω μας ὑπάρχει θερμότητα ὅπως καὶ στὸ λουτρό. Κοίτα ὅμως! Τὸ χιόνι δὲν ἔλιωσε πάνω μας οὔτε στὴ γῆ ποὺ πατᾶμε. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θερμότητα δὲν βρίσκεται στὴν ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ μέσα μας. Εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς κάνει «τῷ πνεύματι ζέωντες» (Ρωμ, 12:1). θερμαινόμενοι ἀπὸ αὐτὴ τὴ θερμότητα οἱ ἐρημίτες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, δὲν φοβόταν τὴν παγωνιὰ τοῦ χειμώνα. Ἔνιωθαν σὰν νὰ ἦταν ντυμένοι μὲ ζεστὲς γοῦνες. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ μᾶς τώρα, γιατί μέσα μας ἀναπαύεται ἡ θεία χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθὼς εἶπε ὁ Κύριος: «ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστὶ» (Λουκ. 17:21). Ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ βρίσκεται τώρα μέσα μας καὶ μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς θερμαίνει, εὐφραίνει τὶς αἰσθήσεις μας καὶ γεμίζει τὶς καρδιές μας. Νὰ τί σημαίνει νὰ βρίσκεται κανεὶς μέσα στὴν πληρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος γράφει: «ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι γεμάτος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Μ' αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γέμισε τώρα καὶ μᾶς τοὺς φτωχοὺς ὁ Κύριος. Δὲν νομίζω πὼς τώρα πιὰ θὰ ξαναρωτήσεις, φιλόθεε, μὲ ποιὸ τρόπο ἀποκτοῦν οἱ ἄνθρωποι τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Θὰ θυμᾶσαι τὴν ἀνέκφραστη εὐσπλαχνία τοῦ θεοῦ ποὺ μᾶς ἐπισκέφθηκε σήμερα;
— Δὲν ξέρω, Γέροντα, ἂν μὲ ἀξιώσει ὁ θεὸς νὰ θυμᾶμαι τόσο ζωντανὰ καὶ καθαρὰ ὅσα ἔζησα σήμερα.
— Ἐγὼ πιστεύω, ἀπάντησε ὁ στάρετς, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει νὰ κρατήσεις γιὰ πάντα στὴ μνήμη σου αὐτὴ τὴ φανέρωση. Γιατί διαφορετικὰ δὲν θὰ ἀπαντοῦσε ἡ ἀγαθότητά Του τόσο γρήγορα στὴν ταπεινὴ παράκληση τοῦ φτωχοῦ Σεραφείμ. Ἀκόμα δέ, γιατί ὅλα αὐτὰ δὲν δόθηκαν ἀποκλειστικὰ σὲ σένα μόνο, ἀλλὰ διὰ σοῦ σ' ὅλο τὸν κόσμο ὥστε καὶ ἐσὺ νὰ στερεωθεῖς στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλους νὰ ὠφελήσεις. Ὁ,τιδήποτε, λοιπὸν φιλόθεε, ζητήσεις ἀπὸ τὸν Κύριο θὰ τὸ λάβεις ἀρκεῖ νὰ ἀποβλέπει στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ καλό τοῦ πλησίον. Γιατί ὁ Θεὸς δὲν ξεχωρίζει τὸ καλό τοῦ πλησίον μας ἀπὸ τὴ δόξα Του. Ἀλλὰ καὶ ἂν ζητήσεις κάτι γιὰ προσωπικό σου ὄφελος μὴν ἀμφιβάλεις ὅτι θὰ σοῦ τὸ δώσει πρόθυμα ἀρκεῖ αὐτὸ ποὺ ζητᾶς νὰ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖο. Σοῦ εἶπα καὶ σοῦ ἔδειξα στὴ πράξη ὅλα ὅσα ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία Μητέρα Του θέλησαν νὰ σοῦ ποῦν καὶ νὰ σοῦ δείξουν μέσα ἀπὸ μένα τὸ φτωχὸ Σεραφείμ. Τώρα «πορεύου ἐν εἰρήνῃ». Ὁ Κύριος καὶ ἡ Παναγία ἂς εἶναι μαζί σου.
Ὅταν ξεκίνησα νὰ φύγω τὸ ὅραμα δὲν εἶχε σταματήσει. Ὁ Γέροντας βρισκόταν στὴν ἴδια θέση ποὺ εἶχε στὴν ἀρχὴ τῆς συνομιλίας μας καὶ τὸ Ἄρρητο Φῶς ποὺ εἶχα δεῖ μὲ τὰ μάτια μου συνέχιζε νὰ τὸν περιβάλλει».
Πηγή:http://www.agiazoni.gr/

Περσική θρησκεία. Η θρησκευτικότητα του ιρανικού χώρου είναι περισσότερο γνωστή με τα ονόματα Παρσισμός ή Περσισμός, δηλ. θρησκεία των Περσών, Μασδαϊσμός, εφόσον επικεντρώνεται στο Θεό Αχούρα Μάσδα ή Ωρομάσδη*, και Ζωροαστρισμός, από τον Ζωροάστρη ή Ζαρατούστρα, το γνωστό μεταρρυθμιστή της.
Η εικόνα της ιρανικής θρησκευτικότητας που μας προσπορίζει η Ιστορία σήμερα, έχει ως εξής: Στις αρχές της πρώτης προχριστιανικής χιλιετίας σημειώνεται η κάθοδος ινδοευρωπαϊκών φυλών από τον ψυχρό Βορρά στο θερμό Νότο. Στην ινδο-ιρανική περιοχή της ασιατικής ηπείρου ακολουθούνται δύο κατευθύνσεις, η μια οδηγεί ανατολικά, στην Ινδία, η άλλη δυτικά, στο Ιράν. Τότε οι παραδοσιακές θρησκείες γνωρίζουν ανακατατάξεις, εξαιτίας αυτής της μετακίνησης, που συνοδεύεται από γενική κρίση, με τη μετάβαση από το νομαδικό στον αγροτικό βίο και τη μετατροπή της οικονομίας από κυνηγετική- κτηνοτροφική σε γεωργική, φαινόμενο που αντανακλάται στη θρησκεία* με τη λατρεία* των ζώων (ιεροποίηση της αγελάδας). Συνέπεια αυτής της μεταλλαγής είναι η εμφάνιση μεταρρυθμιστών των παραδοσιακών θρησκευμάτων σε δυο διαφορετικές γραμμές. Ανατολικά, στην Ινδία, εμφανίζεται ο Βούδδας, που ανανεώνει τον Ινδουισμό* και. με το Βουδδισμό*, καθιερώνει το Μυστικισμό*. Δυτικά, στο Ιράν, εμφανίζεται ο Ζωροάστρης, που μεταρρυθμίζει τον παραδοσιακό Μασδαϊσμό και εισάγει τον Προφητισμό. ‘Έτσι την ίδια περίοδο, περίπου τον 6ο αι. π.Χ., σε όμορους γεωπολιτικούς χώρους, τον ιρανικό και τον ινδικό, εμφανίζονται οι δύο θεμελιώδεις τύποι θρησκευτικότητας: ο μυστικός και ο προφητικός, ο «παθητικός» και ο «ενεργητικός», ο εσωστρεφής και ο εξωστρεφής.
Τα κύρια στρώματα της ιρανικής θρησκευτικότητας είναι τα παρακάτω: Στο υπέδαφος της παραδοσιακής θρησκείας, του Μασδαϊσμού, με βάση τη λατρεία του «σοφού Κυρίου», του Αχούρα Μάσδα ανακύπτει η μεταρρύθμιση του Ζωροάστρη, Ιερέα* και Προφήτη*, που ιδρύει το Ζωροαστρισμό, την επικρατέστερη μορφή της Περσικής θρησκείας ως την εμφάνιση του Ισλάμ*, τον 7ο αι. μΧ. Από αυτήν εμπνέεται ο Μανιχαϊσμός*, το 2ο και 3ο αι. μ.Χ., ο οποίος συνδυάζει τη Ζωροαστρική θρησκεία με τη φιλοσοφία του Γνωστικισμού*. Ανανεωτικά κινήματα της Ιρανικής θρησκείας με έμπνευση ζωροαστρική είναι ο Μασδακισμός*, τον 6ο αι. μΧ.. που δίνει κοινωνικοπολιτική διάσταση στο Ζωροαστρισμό, και ο Ζερβανισμός*, ιδιαίτερη μορφή του Ζωροαστρισμού, στην περίοδο των Αχαιμενιδών και Σασσανιδών βασιλέων της Περσίας, που επιχειρεί να αμβλύνει τη ζωροαστρική έννοια της δυαρχίας. Με την ισλαμική κατάκτηση του Ιράν εξαφανίζεται σχεδόν κάθε μορφή περσικής θρησκευτικότητας, ενώ τα κατάλοιπά της μετοικίζουν ανατολικά, στην Ινδία, όπου ακόμα σήμερα επιβιώνει στη Βομβάη κοινότητα περίπου 95.000 οπαδών του Παρσισμού. Η περίοδος ακμής της Ιρανικής θρησκείας, και μάλιστα του Ζωροαστρισμού, τοποθετείται μεταξύ 600 π.Χ. και 600 μΧ., οπότε αυτή η θρησκεία ισχύει ως επίσημη θρησκεία των Αχαιμενιδών και Σασσανιδών. Η σημασία του Ζωροαστρισμού όμως υπερβαίνει κατά πολύ τόσο τα χρονικά όσο και τα γεωγραφικά όριά του, διότι αυτός επηρέασε το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, μέσω του Μανιχαϊσμού, πρωτοτύπησε με την καθιέρωση του Μονοθεϊσμού στον εκτός του Ιουδαϊσμού* και του Χριστιανισμού* μεσανατολικό χώρο, εκπροσώπησε τον Προφητισμό και, για τη στροφή του από τη φυσιολατρία στην ανθρωπολογία εξυμνήθηκε από κορυφαίους διανοητές της Ευρώπης, όπως ο Γκαίτε και ο Νίτσε.
Διδασκαλία. Κύρια γνωρίσματα του Ζωροαστρισμού είναι ο μονοθεϊσμός, ο προφητισμός και η δυαρχία.
Η βασικότερη καινοτομία, που διαχωρίζει το Ζωροαστρισμό από κάθε άλλη θρησκεία ινδοευρωπαϊκού λαού στο μεσανατολικό χώρο, είναι ο μονοθεϊσμός, ενώ στο θείο αποδίδονται πια ιδιότητες ηθικές, όχι φυσικές. Απόρροια του μονοθεϊσμού είναι η υπερβατικότητα του θείου, δηλ. ο διαχωρισμός του από τον άνθρωπο, τον κόσμο και τη φύση. Χαρακτηριστικό της περσικής θρησκευτικότητας γίνεται η άρνηση του Ανθρωπομορφισμού* στο θείο, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος. 1,131, προφανώς εντυπωσιασμένος ότι ουκ ανθρωποφυέας ενόμισαν τους Θεούς κατά περ οι Έλληνες είναι. Γι΄ αυτό στους Πέρσες λείπουν τα αγάλματα, οι βωμοί και οι ναοί.
Συνέπεια του μονοθεϊσμού είναι ο προφητισμός. Ο Ζωροαστρισμός δεν είναι μυστική θρησκεία, όπως ο Βουδδισμός, που είναι εσωστρεφής και επικεντρώνεται στην εσωτερική αποκάθαρση. Οι προφητικές θρησκείες διακρίνονται για την εξωστρέφειά τους, την ανάπτυξη της ηθικής και κοινωνικής δράσης, την έντονη παρουσία των πιστών στο ιστορικό γίγνεσθαι. Όλα αυτά τα στοιχεία πρωταγωνιστούν στο Ζωροαστρισμό. Ο ιδρυτής του εμφανίζεται ως Προφήτης - Ιερέας και μεταρρυθμίζει την παραδοσιακή Μασδαϊκή θρησκεία του ιρανικού χώρου. Η άρνηση της Λατρείας, η έμφαση στις ηθικές αρετές της δικαιοσύνης, η επιλογή ανάμεσα στο καλό και στο κακό είναι τα πιο έκδηλα γνωρίσματα του ζωροαστρικού προφητισμού.
Το γνωστότερο χαρακτηριστικό της περσικής θρησκευτικότητας είναι η δυαρχία, δηλ. η πίστη στην ύπαρξη δύο αρχών των όντων, μιας καλής, δημιουργικής, και μιας κακής. καταστροφικής αιτίας. ‘Έτσι, η πραγματικότητα χωρίζεται σε δύο σκέλη, το καλό και το κακό, δημιουργημένα από δυο θεότητες, τον Αχούρα Μάσδα, δημιουργό του καλού, και τον αντίπαλό του, τον Αρειμάνιο*, δημιουργό του κακού. Με αυτό το κριτήριο η ζωή του ανθρώπου ερμηνεύεται ως επιλογή ανάμεσα στις δυο αρχές και ως πάλη του καλού ενάντια στο κακό για την οριστική επικράτηση του ενός από αυτά, δηλ. του καλού.
Στο ερώτημα του πώς ο μονοθεϊσμός συμβιβάζεται με τη δυαρχία, οι θρησκειολόγοι απαντούν ότι ο μονοθεϊσμός αρνείται την πολυθεΐα, όχι όμως και τη δυαρχία. Επιπλέον η δυαρχία δεν αποτελεί καταγγελία του μονοθεϊσμού, αλλά συνιστά απάντηση στο πρόβλημα του κακού, δίνοντας λύση στο ζήτημα της Θεοδικίας*. Έτσι ο καλός θεός συμβιβάζεται με τον κακό κόσμο, διότι ένας άλλος θεός, «κακός θεός», δαίμονας, δημιούργησε το κακό, την ύλη και το σώμα. Τα δύο αντίθετα «πνεύματα», το Σπέντα Μαϊνιού για το καλό και το Άνγκρα Μαϊνιού για το κακό, θεωρούνται ως δίδυμα τέκνα του ενός Θεού, του Αχούρα Μάσδα.
Το πάνθεο του Παρσισμού, που ο Ζωροαστρισμός διατυπώνει με ενάργεια στα κείμενά του, απηχεί ακριβώς το παραπάνω τρίπτυχο και συνοψίζεται στα παρακάτω στοιχεία: Αρχή του σύμπαντος είναι ο ένας θεός, ο Αχούρα Μάσδα, ο οποίος έχει δυο δίδυμα παιδιά, το «αγαθό πνεύμα», Σπέντα Μαϊνιού, που εκφράζει την αλήθεια, και το «πονηρό πνεύμα», ’Ανγκρα Μαϊνιού, που ενσαρκώνει το ψεύδος. Ανάλογα με την επιλογή του καλού ή του κακού, επικρατεί το αγαθό ή το πονηρό πνεύμα, τα οποία όμως πνεύματα δεν υπάρχουν καθεαυτά, αλλά υποστασιάζονται από την ηθική εκλογή κάθε στιγμής. Απέναντι στον ένα δημιουργό Θεό Αχούρα Μάσδα αντίκειται ο «δαίμονας»-«διάβολος» Αρειμάνιος, ενσάρκωση του «πονηρού πνεύματος», που βρίσκεται σε ακατάπαυτη πάλη με τον «καλό Θεό», τον Αχούρα Μάσδα. Κάτω από το Θεό και το διάβολο υπάρχουν ουράνιες οντότητες, οι Νταίβας, που εξαιτίας της επιλογής του κακού εξέπεσαν από «αγγελικά» πνεύματα σε «δαιμονικές» δυνάμεις. Στον αντίποδα των Νταίβας βρίσκονται 7 «αθάνατοι άγιοι», οι Αμέσα* Σπέντας, που περιβάλλουν τον «καλό Θεό» Αχούρα Μάσδα. τον διακονούν και ενσαρκώνουν τις 7 θεμελιωδέστερες αρετές του Ζωροαστρισμού: Καλή σκέψη, αλήθεια/δικαιοσύνη, επιθυμητή εξουσία, υπακοή, αφοσίωση/ευσέβεια, σωτηρία/τελείωση, αθανασία.
Η κοσμολογία του Παρσισμού εμπνέεται από τη θεογονία του, όπου διαπλέκονται αρχαιότερες Μασδαϊκές παραδόσεις με νεότερα ζωροαστρικά στοιχεία. Η δημιουργία του κόσμου από τον Αχούρα Μάσδα συντελείται σε 3 φάσεις: Η πρώτη λέγεται Μπουνταχίσν, δημιουργία του φυσικού κόσμου, η δεύτερη Γκουμέζισν. ανάμιξη δύο διαφορετικών πνευμάτων, η τρίτη Βιζάρισν, τελική διάκριση των δύο διαφορετικών οντοτήτων με την έσχατη μεταμόρφωση του σύμπαντος. Καθετί βρίσκεται σε δύο διαφορετικές καταστάσεις, την υλική ή φυσική, Γκέτιγκ, και την πνευματική, Μένογκ. Τα υλικά όντα μπορούν να μετασχηματιστούν σε πνευματικά, εκτός από τα πονηρά πνεύματα. Τα σωματικά όντα δεν υποτιμώνται, αλλά αναμένεται η μεταμόρφωσή τους ως αποτέλεσμα της επιλογής του καλού και του αγώνα για την κατανίκηση του κακού πνεύματος στον κόσμο. Στην πρώτη φάση της δημιουργίας του κόσμου τα δυο στοιχεία διαχωρίζονται στο Μένογκ, στη δεύτερη φάση ενώνονται στο Γκέτιγκ και στην τρίτη, τελική φάση, διαχωρίζονται πάλι, για να αποκατασταθούν στην τέλεια καθαρότητα, που ονομάζεται Αμπεζαγκί.
Η εσχατολογία χρωματίζει έντονα το Ζωροαστρισμό, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε προφητική Θρησκεία. Στην περσική θρησκευτικότητα συναντούμε πλήθος εσχατολογικών παραστάσεων, που διαδραματίζουν ρόλο σε άλλες μεσανατολικές παραδόσεις με αποκαλυπτικό προσανατολισμό. Σύμφωνα με την «Αβέστα»*, η ψυχή μετά το θάνατο ανάγεται στα ουράνια, στα Άναγκρα Ραόχα («άπειρα φώτα»), ακολουθώντας σταδιακή προαγωγή στο φωτισμό της από την ένταση του φωτός των αστέρων, των χουμάτα («καλές σκέψεις»), προς τη Σελήνη, τη Χούχτα («καλά λόγια») μέχρι τον Ήλιο, το Χβάρστα («καλά έργα»). Προκειμένου να συμβεί κάτι, οφείλει κάθε ψυχή να περάσει από τη γέφυρα Σινβάτ («Γέφυρα του χωρισμού»), και εκεί θα κριθεί από τον Μίθρα, τον Σραοσά και τον Ρασνού, αν είναι δίκαιη, οπότε θα της επιτραπεί να διαβεί στον κόσμο των αγαθών ή θα κατακρημνισθεί στην Κόλαση*. Αν κανείς τολμήσει να περάσει αυτή τη γέφυρα, παρότι του απαγορεύτηκε, τότε θα βρει οικτρό τέλος, αφού η γέφυρα στενεύει και γίνεται σαν τη κόψη του ξυραφιού. Μετά 3 ημέρες από το θάνατο και το χωρισμό της από το σώμα, η ψυχή θα συναντηθεί με το δικό της απείκασμα, το οποίο μεταμφιέζεται σε ένα ωραίο δεκαπεντάχρονο κορίτσι. Στην περσική εσχατολογία προβλέπεται ένα είδος Καθαρτηρίου*, ενδιάμεση κατάσταση, που ονομάζεται Χαμιστάγκαν («μεικτή περιοχή») και προορίζεται για όσους έχουν τόσες κακές όσες και καλές πράξεις, και έτσι θα συνεχίζουν να υπάρχουν στη σκιά, χωρίς φως ή σκότος, ανταμοιβή ή τιμωρία. Επίσης βασικό σημείο της ζωροαστρικής εσχατολογίας και γενικότερα της περσικής θρησκευτικότητας είναι η φωτιά, που εξαγνίζει και κατακαίει ως όργανο καθαρότητας και τιμωρίας.
Λατρεία. Η Λατρεία παίζει καθοριστικό ρόλο στο Ζωροαστρισμό, παρότι αυτός ανήκει στις προφητικές θρησκείες, όπου η Λατρεία δεν έχει τον πρώτο λόγο. Όπως φαίνεται, ο Ζωροαστρισμός υποχρεώθηκε να αφομοιώσει τα τελετουργικά δρώμενα της παράδοσης του Μασδαϊσμού. Βασική είναι η Προσευχή*, η Μαντρά, που τελείται 5 φορές την ημέρα. Ο διαλογισμός μπροστά στην πυρά είναι ένα από τα λατρευτικά δρώμενα του Ζωροαστρισμού με ιδιαίτερη σημασία. Οι ζωοθυσίες έγιναν ανεκτές από το Ζωροαστρισμό, παίρνοντας συμβολικό νόημα, και αποκαταστάθηκε η Χαόμα, προσφορά από μείγμα γάλακτος με φύλλα και χυμό από το μίσχο φυτών με ερεθιστικές και παραισθητικές ιδιότητες, ικανές, όπως πιστευόταν, να ενδυναμώσουν τους πολεμιστές, να εμπνεύσουν τους ποιητές και να σωφρονίσουν τους ιερείς. Με τη Χαόμα ραντίζονταν όλα τα πρόσωπα και τα πράγματα που χρειάζονταν καθαγιασμό ή εξαγνισμό. Επίσης από τις πηγές μαρτυρούνται καθαρτήριες, γαμήλιες, νεκρώσιμες κ.ά. τελετές. Η θεμελιώδης λατρευτική πράξη ήταν η Γιάσνα, «θυσία», που συνίστατο στην τέλεση της Χαόμα ενώπιον της πυράς. Επίκεντρο του συμβολισμού στον Παρσισμό ήταν η φωτιά. Υπήρχαν τρία είδη λατρευτικής πυράς, μια για κάθε τάξη, τους ιερείς, τους πολεμιστές και τους αγρότες, ενώ για το σύμπαν πιστευόταν ότι εμπεριέχει 5 είδη πυράς: για το Θεό, για τα σώματα ζώων και ανθρώπων, για τα φυτά, για τα σύννεφα και για τη γη. Ο χρόνος ήταν μοιρασμένος σε λατρευτικούς σκοπούς. Στον καιρό της δυναστείας των Σασσανιδών καθιερώθηκε το ζωροαστρικό ημερολόγιο με 365 ημέρες το έτος, 12 μήνες των 30 ημερών με 5 επιπλέον ημέρες. Ο πρώτος μήνας του έτους ήταν αφιερωμένος στους Φραβασίς («ομολογητές»), τους ουράνιους προστάτες των ανθρώπων, τα πνεύματα των δικαίων. Επίσης μνημονεύονται άλλες 6 μεγάλες εορτές του Ζωροαστρισμού με εξέχουσα του Μίθρα, στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο 1ος μήνας του περσικού έτους.
Εξέχουσα θέση κατέχει στον Παρσισμό το Ιερατείο*, που συγκροτείται από τους Μάγους, πρόσωπα καταγόμενα από ορισμένες οικογένειες με ειδική μόρφωση, που επιτελούσαν αποκλειστικό ιερατικά καθήκοντα και είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση ως κάτοχοι μυστικών γνώσεων αστρολογίας, μάντεις και χρησμολόγοι, θεωρούμενοι ως οι σοφοί του ιρανικού κόσμου και επίλεκτα μέλη της περσικής επικράτειας. Η ευρύτερη σημασία των Μάγων στο Ζωροαστρισμό έγκειται στις τροποποιήσεις που αυτοί μεταγενέστερα επέφεραν στη θεμελιώδη δυαρχία της Περσικής θρησκείας, όπως φαίνεται στην περίπτωση του Ζερβανισμού, μιας ειδικής μορφής του Ζωροαστρισμού ένεκα της πρόσμιξής του με τη βαβυλωνιακή αστρολογική παράδοση κατά την περίοδο των Αχαιμενιδών. Οι Μάγοι διατύπωσαν στο Ζερβανισμό την άποψη ότι τόσο ο Αχούρα Μάσδα όσο και ο αντίποδάς του, ο Αρειμάνιος, είναι τέκνα του Ζερβάν ή Ζουρβάν, που νοείται ως χρόνος ή μοίρα, ότι ο πατέρας Ζερβάν έδωσε την πρωτοκαθεδρία στον «κακό» γιο του Αρειμάνιο για 9.000 χρόνια οπότε θα βασιλεύσει ο αγαπημένος του «καλός» γιος Αχούρα Μάσδα. Έτσι, με αυτή την εκδοχή, αμβλύνθηκε ακόμα περισσότερο η ζωροαστρική δυαρχία. Στους Μάγους οφείλεται η συνάντηση του Ζωροαστρισμού με το βαβυλωνιακό Ιερατείο, τη χαλδαϊκή αστρολογία, καθώς και η παραπέρα διάδοση του Μιθραϊσμού. ‘Έτσι η σημασία των Μάγων υπερβαίνει κατά πολύ τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και φτάνει μέχρι το σημείο της λειτουργίας τους ως φιλοσόφων - αποστόλων της περσικής κοσμοθεωρίας σε Ανατολή και Δύση, ιδίως με τη λατρεία του Μίθρα μεταγενέστερα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Μ. Boyce, A History of Zoroastrianism, 1-2: Leiden 1975 - 1982.
M. Boyce, Textual Sourches for the Study of Zoroastrianism: Manchester 1984. J. Duchesne-Guillemin, La religion de I'lran ancien: Paris 1962. G. Gnoli, Zoroaster's Time and Homeland: Naples 1980. G. Widengen, Die Religionen Irans. Stuttgart 1965. R. C. Zaehner, The Dawn and Twilight of Zoroastrianism. London 1961.
Μ. Π. ΜΠΕΓΖΟΣ

(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανίας).
Τζαϊνισμός ή Τζινισμός. Ινδικό θρήσκευμα ασκητικών, δυαλιστικών και αθεϊστικών αρχών. Οι Τζαϊνιστές υποστηρίζουν ότι ακολουθούν την αρχαϊκή ινδική Θρησκεία, από την οποία παρέκκλιναν οι Βραχμάνοι. Θεωρούν τη θρησκεία τους αιώνια. Παρά το μικρό ποσοστό τους, επί 2.500 χρόνια διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του ινδικού πολιτισμού και αναγνωρίζονται ως διακεκριμένο θρήσκευμα της Ινδίας. Ο όρος Τζάιν (Jain ή Jin) προέρχεται από τη λέξη Τζίνα (Jina), που σημαίνει νικητής, κατακτητής• αποδίδεται ειδικότερα σε 24 μεγάλους δασκάλους, οι οποίοι, χωρίς υπερφυσική βοήθεια, κατόρθωσαν να σπάσουν τα δεσμά της φυσικής ύπαρξης και να απελευθερωθούν από τον κλοιό των συνεχών γεννήσεων. Διαμορφωτής του Τζαϊνισμού θεωρείται ο Μαχαβίρα (Mahavira).
Οι Τζαϊνιστές διακρίνονται σε δύο βασικούς κλάδους, τους Σβετάμπαρα (Svetambara), τους «λευκοντυμένους» και τους Ντιγκάμπαρα (Digambara), τους «ντυμένους τον ουρανό», δηλ. γυμνούς. Υπάρχουν ακόμη ορισμένα παρακλάδια πχ οι Στανακβάσιν (Sthanakvasin) (βλ. Ιστορική διαδρομή). Βάση και σκοπός του Τζαϊνισμού είναι η αυστηρή άσκηση. Εντούτοις οι ασκητές αποτελούν μικρό μόνο ποσοστό του συνόλου των Τζαϊνιστών, ενώ η πλειοψηφία είναι λαϊκοί, με σαφή όμως ασκητικά ιδεώδη και ήθη.
Πηγές. Στο θέμα των ιερών κειμένων δεν υπάρχει συμφωνία. Οι Σβετάμπαρα αποδέχονται ως κανονική ιερή Γραφή τη «Σιντάντα»• συλλογή από 45 βιβλία γραμμένα στην Πράκριτ (Praktit), ομάδα αρχαϊκών ινδικών τοπικών διαλέκτων. Το παλαιότερο τμήμα του κανόνα αυτού συνιστούν οι 12 Angas, που περιλαμβάνουν αρχαία ασκητικά κείμενα, κηρύγματα και διαλόγους του Μαχαβίρα. Οι Στανακβάσιν ανακήρυξαν αυθεντικά 32 μόνο βιβλία της «Σιντάντα». Οι Ντιγκάμπαρα ισχυρίζονται ότι οι ιερές Τζαϊνικές Γραφές καταστράφηκαν το 789 μ.Χ. και ως ιερή συλλογή αναγνωρίζουν την «Ανουγιόγκα» (Anuyoga. δηλ Εκθέσεις), που πυρήνα της έχει δύο παλαιά κείμενα στο γλωσσικό ιδίωμα Πράκριτ και συμπληρώνεται με υπομνήματα και άλλα μεταγενέστερα κείμενα. Υπάρχει μια δεύτερη κατηγορία τζαϊνικών κειμένων στη Σανσκριτική. Τα τελευταία περιλαμβάνουν υπομνήματα στα παλιότερα ιερά βιβλία καθώς επίσης φιλοσοφικά, διδακτικά και κοσμοθεωριακά έργα. Υπάρχει τέλος και τρίτη κατηγορία πηγαίου υλικού για τον Τζαϊνισμό, έργα γραμμένα σε νεότερες ινδικές γλώσσες και, τον τελευταίο αιώνα στην Αγγλική.
Διδασκαλία. Ο πυρήνας της τζαϊνικής διδασκαλίας διαμορφώθηκε τον 6ο αι. π.Χ. από τον Βαρνταμάνα Τζναπιούτρα Μαχαβίρα (Vardhama – na Jnatputra Mahavira)• το τελευταίο όνομα είναι τιμητικός τίτλος. Ο Μαχαβίρα γεννήθηκε το 599 π.Χ. στη Β.Α. Ινδία και ανήκε στην κάστα των Ξάτριγυα (πολεμιστών). Στα 30 του εγκατέλειψε τον κοινωνικό βίο και άρχισε την περιπλάνηση ως επαίτης ασκητής. Ύστερα από 12 χρόνια φοβερών στερήσεων και έντονης περισυλλογής πέτυχε, κατά την παράδοση, την πλήρη απόσπαση από τις κοσμικές επιθυμίες, τη γνώση της φύσης του σύμπαντος και δίδαξε επί 30 χρόνια, συγκεντρώνοντας χιλιάδες οπαδούς, τους οποίους οργάνωσε άρτια. Πέθανε, κατά την τζαϊνική έκφραση, «εισήλθε στη Νιρβάνα», το 527/526 π.Χ. και το χρονικό αυτό σημείο αποτελεί την έναρξη της τζαϊνικής χρονολογίας. (Σύμφωνα με άλλη άποψη, ο θάνατος του συνέβη έναν αιώνα αργότερα).
Οι Τζαϊνιστές απορρίπτουν την ύπαρξη Θεού ή θεών. Το μόνο υπερβατικό που παραδέχονται είναι οι Τιρτάμκαρα (Tirthamkara), δηλ. οι τέλειοι, αλλά αυτοί δεν θεωρούνται θεία όντα• υπήρξαν ενάρετοι άνθρωποι που έφτασαν στην τελειότητα και η τιμή και ο σεβασμός που τους αποδίδονται, στηρίζονται στα πρότυπα της απάρνησης, τα οποία προσφέρουν. Για τον Τζαϊνισμό, το σύμπαν υπήρξε ανέκαθεν και θα παραμένει πάντα διηρημένο σε δύο απόλυτες αρχές, αιώνιες, ανεξάρτητες, τις jiva (καταχρηστικά θα τις αποκαλούσαμε ψυχές) και τα ajiva (άψυχα όντα). Οι Τζίβα δεν προέρχονται από ενιαία πηγή, ούτε συγχωνεύονται ή διαλύονται μέσα σε κάτι άλλο. Δεν υπάρχει υπέρτατο Τζίβα. Μέσα σ’ αυτό το αθεϊστικό και δυαλιστικό πλαίσιο έχει αναπτυχθεί μια πολυσύνθετη μεταφυσική. Ο Τζαϊνισμός επιμένει ότι η ουσιαστική πραγματικότητα είναι η αλλαγή. Το σύμπαν αποτελείται από 5 οντότητες (αστικάγια - astikaya): ψυχές (τζίβα), ύλη (πουντγκάλα- pudgala), διάστημα (ακάσα - akasa), κίνηση (ντάρμα - dharma), ανάπαυση (αντάρμα - adharma). Σ' αυτές μερικές σχολές προσθέτουν το χρόνο. Όλα είναι αιώνια. Τα 2 πρώτα είναι απειράριθμα τα υπόλοιπα απλά.
Τα ζώντα όντα είναι συνθέσεις ψυχής και ύλης, που συντίθενται από το Κάρμα, του οποίου υπάρχουν 8 είδη με πολλαπλές υποδιαιρέσεις το καθένα. Στον Τζαϊνισμό αντίληψη περί Κάρμα έχει ορισμένες ιδιομορφίες, που τη διακρίνουν από την αντίστοιχη του Iνδουισμού. Το κάρμα θεωρείται λεπτή μορφή ύλης. Η πουντγκάλα (ύλη) εφοδιάζει τις ψυχές με διάφορα σώματα, το οποία είναι 5 ειδών, καθένα με διαφορετικές λειτουργίες. Όλα τα ενσώματα όντα έχουν τουλάχιστον 2 «σώματα», το πύρινο και το καρμικό. Το τελευταίο προέρχεται από προηγούμενες υπάρξεις• προσκολλάται ενδόμυχα στην τζίβα, τη δεσμεύει και έτσι την οδηγεί στην ανακύκληση των μεταβιώσεων. Υπάρχουν 4 μορφές ύπαρξης, ανθρώπινη, θεία, ζωική και καταχθόνια. Για την επίτευξη της διάλυσης του δεσμού μεταξύ τζίβα και κάρμα επιβάλλεται απόλυτη απάρνηση από κάθε τι που δεν είναι τζίβα. Δεν αρκεί η απλή νοητική ή πνευματική άσκηση• απαιτείται άμεση φυσική στέρηση.
Η τζαϊνική αντίληψη περί κόσμου (λόκα - loka), πλησιάζοντας, χωρίς όμως να ταυτίζεται, την παραδοσιακή βραχμανική, υποστηρίζει ότι ο κόσμος αποτελείται από 3 μέρη: Το κατώτερο, που περιλαμβάνει 7 περιοχές Άδη, όπου συνωστίζονται και υποφέρουν όντα που έζησαν με σκληρότητα• το μεσαίο χώρο, που μοιάζει, με λεπτό δίσκο, όπου ζουν οι άνθρωποι και όπου μπορεί να επιτευχθεί η πνευματική ανάνηψη και λύτρωση• και τον άνω κόσμο, που αρχίζει στο διάστημα πάνω από τα άστρα και έχει διάφορα επίπεδα τα οποία βαθμηδόν γίνονται καθαρότερα. Στο υψηλότερο συναθροίζονται οι τέλειοι, οι απελευθερωμένες ψυχές.
Οι Τζαϊνιστές μιλούν για κύκλους εξέλιξης και διάλυσης, που ο καθένας έχει 6 εποχές. Δύο κύκλοι διαμορφώνουν μια μεγάλη χρονική περίοδο Γιούγκα: Ο πρώτος είναι η ουτσαρπίνη (utsarpini), ο ανοδικός κύκλος, κατά το διάστημα του οποίου τόσο οι άνθρωποι όσο και όλος ο κόσμος αρχίζουν άσχημα και εξελίσσονται προς το καλύτερο. Ο άλλος κύκλος, η αβασαρπίνι (avasarpini), είναι καθοδικός• τα πράγματα προχωρούν στο χειρότερο, οι άνθρωποι γεννιώνται μικρόσωμοι, πεθαίνουν γρηγορότερα. Η σύγχρονη περίοδος είναι η προτελευταία φάση της αβασαρπίνι. Σε κάθε κύκλο εμφανίζονται 24 Τζίνα ή Τιρ- τάμκαρα. Οι Τζίνα του παρόντος κύκλου έχουν ήδη εμφανιστεί και τα ονόματα τους είναι γνωστά. Ο πρώτος υπήρξε ο Ρισάμπα (Rsabha). Ο 22ος, ονομαζόμενος Νέμι (Nemi), θεωρείται ότι έζησε στα 5500 περίπου χρόνια π.Χ. Ο 23ος ήταν ο Πάρσβα (Parsva. θάν 776 π.Χ.). και 24ος ο Μαχαβίρα.
Ο υπέρτατος σκοπός, η σωτηρία (moksa), τον οποίο ένας Τζαϊνιστής επιδιώκει, με διανοητική και ηθική πειθαρχία, είναι η απελευθέρωση από τα υλικά δεσμά, από τα περιβλήματα που κρατούν αιχμάλωτη την ψυχή• είναι η Νιρβάνα η κατάσταση της μη-σύνθεσης, στην οποία δεν υπάρχει πλέον πόνος, ενσαρκώσεις, αλλά ζωή απόλυτης μακαριότητας. Η αντίληψη αυτή περί Νιρβάνα δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη ινδουιστική, δεδομένου ότι είναι ανύπαρκτη η έννοια του Θείου, του Βράχμαν και για τους Τζαϊνιστές η ατομικότητα παραμένει αιώνια.
Μοναχισμός. Η τζαϊνική κοινότητα (σάμγκα - samgha) είναι «τετράπλευρη». Αποτελούμενη από μοναχούς, μοναχές, λαϊκούς άνδρες και γυναίκες. Τους συνδέουν τα «τρία κοσμήματα» (τριράτνα - triratna): ορθή πίστη, ορθή γνώση, ορθή συμπεριφορά. Ο Τζαϊνισμός τονίζει απερίφραστα, περισσότερο από τον Ινδουισμό και το Βουδδισμό, την υπεροχή του ασκητικού βίου. Μόνο ο μοναχός ο «ελεύθερος από δεσμά» (νιργκράντα - nirgratha) μπορεί να λυτρωθεί από την ανακύκληση των μεταβιώσεων, αλλά και γι' αυτό θα απαιτηθούν πολλές ζωές σκληρής άσκησης.
Μοναχοί και λαϊκοί δίνουν επίσημες υποσχέσεις, οι οποίες καθορίζουν την ηθική τους στάση. Η όλη πορεία προς τη λύτρωση - η διαδοχική αποδέσμευση της τζίβα από τα καρμικά δεσμά και η ανάκτηση όλων των ενδογενών δυνατοτήτων της - συντελείται σε 14 φάσεις (γκουναστάνα - gunasthana). Μόλις στην 4η φάση αποκτά κανείς την αναγκαία πρώτη αποδέσμευση, ώστε να ζήσει ως ευλαβής λαϊκός Τζαϊνιστής. Στην 6η φάση αρχίζει η μοναστική πορεία. Κατόπιν ανοίγονται εμπρός στον ασκητή άλλα διακεκριμένα πεδία ασκητικού αγώνα. Η είσοδος στην 6η γκουναστάνα καθορίζεται με μοναστικές υποσχέσεις (μαχαβράτα - mahavrata) και επισφραγίζεται με τελετή μύησης, κατά την οποία ο μοναχός παίρνει νέο όνομα. Έκτοτε οφείλει να τηρεί με κάθε αυστηρότητα τις 5 βασικές υποσχέσεις: Να μη βλάπτει οποιοδήποτε ζωντανό• να αποφεύγει το ψέμμα την κλοπή• τις γενετήσιες σχέσεις και την κατοχή οιουδήποτε αντικειμένου.
Ο Τζαϊνιστής ασκητής ζει σε μοναστήρι ή ως περιοδεύων επαίτης. Απαγορεύεται να απευθύνει λόγο σε γυναίκα ή να την κοιτάξει από κοντά. Μια φορά το χρόνο ξυρίζει τα μαλλιά του. Οφείλει να είναι απόλυτα συγκροτημένος όταν μιλάει, τρώει βαδίζει χρησιμοποιεί κάποιο αντικείμενο• να μην επιθυμεί τίποτε, να μην προσκολλάται σε τίποτε. Πολλοί ασκητές, φτάνοντας σε γεροντική ηλικία και έχοντας την πεποίθηση ότι πολλές ακόμη ζωές απαιτούνται για την επίτευξη του τελικού σκοπού, αποφασίζουν να διακόψουν την παρούσα ζωή με μια τελετουργική νηστεία μέχρι θανάτου τη σαμλεκάνα (samlekhana).
Ηθικότητα - Ασκητικότητα των λαϊκών. Θεμέλιο της τζαϊνικής Ηθικής είναι η Αχίμσα, η μη βία, το μη βλάπτειν. Η βία (χίμσα - himsa) θεωρείται το σοβαρότερο από το 18 βασικά αμαρτήματα. Η Αχίμσα απαιτεί τη μη πρόκληση κακού σε οποιοδήποτε ον - άνθρωπο, ζώο, έντομο κλπ., διότι όλων η ζωή είναι εξίσου ιερή - και επεκτείνεται στην αποφυγή κάθε μορφής επιθετικότητας. Άμεση συνέπεια της αρχής αυτής είναι ότι οι Τζαϊνιστές, μοναχοί και λαϊκοί, είναι χορτοφάγοι και αντιτίθενται έντονα στη σφαγή ζώων. Οι αυστηρότεροι διυλίζουν το νερό που πίνουν και φέρουν μπροστά στο στόμα ένα μικρό πέπλο, για να μην καταπιούν κατά λάθος έντομα. Σήμερα στην Ινδία διατηρούν άσυλα προοριζόμενα για ηλικιωμένα ή άρρωστα ζώα. Η Αχίμσα δεν αποτελεί για τους Τζαϊνιστές ηθικό μόνο σκοπό, αλλ' ακόμη μεταφυσική αρχή, καθοριστική της πορείας προς τη λύτρωση.
Η τζαϊνική παράδοση διαμόρφωσε διάφορους πίνακες επιταγών - συνήθως αναφέρονται 52 για τους μοναχούς και 35 για τους λαϊκούς. Θεμελιώδεις πάντως είναι οι 5 ανουβράτα (anuvrata), «μικρές υποσχέσεις» που τηρούνται από όλους. Μη φονεύεις και κατ' επέκταση, μη συμμετέχεις σε ό,τι απειλεί τη ζωή. Μην ψεύδεσαι για οποιοδήποτε λόγο. Μην κλέβεις, με οποιοδήποτε τρόπο. Να κυριαρχείς στη γενετήσια ορμή. Περιόρισε στο ελάχιστο τις προσωπικές σου ανάγκες. Ακολουθούν 3 «ενισχυτικές υποσχέσεις» και 4 «υποσχέσεις πνευματικής πειθαρχίας», από τις οποίες η τελευταία είναι η ντάνα (dana) η συμπάθεια, η ελεημοσύνη (με πρώτους αποδέκτες τους ασκητές). Άλλες υποχρεώσεις, που μπορούν όλοι να αποδεχθούν, σχετίζονται με περιορισμούς στην κίνηση του σώματος, τον αριθμό των προσώπων που θα συναντήσουν, τη χρήση αντικειμένων, την ένταση της προσοχής στη σκέψη, στα λόγια, στις ενέργειες, την άσκηση σε μακρά περισυλλογή ή ακινησία, παρατεταμένη νηστεία, προσφορά φιλοξενίας κ.ά.
Οι λαϊκοί υποχρεούνται να εξασκούν έντιμο επάγγελμα στο οποίο να μην υπάρχει περίπτωση να σκοτώσουν κάτι. Οφείλουν να είναι απλοί στην ενδυμασία και τη συμπεριφορά τους, να παντρεύονται περιοριζόμενοι στις συζυγικές σχέσεις, να διαβάζουν καθημερινά τις Τζαϊνικές Γραφές και να αγαθοεργού ν. Στον κοινωνικό τομέα οι Τζαϊνιστές έχουν υιοθετήσει κοινωνική δομή, που θυμίζει τις ινδουιστικές «κάστες». Αλλά αυτές στην τζαϊνική κοινότητα δεν εμφανίζονται τόσο ως ιεραρχικές διακρίσεις όσο ως παράγοντες οικογενειακής σταθερότητας.
Λατρεία. Υπάρχει πλήθος από τζαϊνικούς Ναούς σ' όλη την Ινδία. Ακόμη και μικρές κοινότητες διαθέτουν ένα ή και περισσότερους. Ο άξονας της Λατρείας στο Ναό είναι η έκφραση του σεβασμού στα αγάλματα των Τιρτάμκαρα, οι οποίοι απεικονίζονται σε στάση βαθιάς περισυλλογής, καθιστοί ή όρθιοι, ακίνητοι με τα χέρια στα πλάγια. Στο άγαλμα προσφέρεται ένα είδος λατρείας (puja), που περιλαμβάνει δοξολογικές εκφράσεις (πχ. «Τιμή στους Τζίνα, τιμή στις ψυχές που έχουν επιτύχει την απολύτρωση»), προσφορές 8 πραγμάτων, που συμβολίζουν θρησκευτικές αρετές, απαγγελία των ονομάτων των 24 Τιρτάμκαρα κ.ά. Οι Τζαϊνιστές δεν έχουν ιδιαίτερο Ιερατείο. Η Λατρεία σε Ναούς βρίσκεται στην αρμοδιότητα των λαϊκών. Δεν υπηρετούν εκεί μοναχοί και μοναχές, ούτε καν είναι επιθυμητή η παρουσία τους κατά την τέλεση της πούτζα. Ιδιαίτεροι πόλοι έλξης για τους Τζαϊνιστές είναι διάφοροι προσκυνηματικοί τόποι που συνδέονται με την επίτευξη της απολύτρωσης από κάποιο Τιρτάμκαρα ή άλλο ιερό πρόσωπο του Τζαϊνισμού (π.χ. Shatrun-jaya στο Gujarat, στην Karnataka και Sameta, Sikhara και Pavapuri στο Bihar και Sravana-Belgola), (όπου, στην κορυφή ενός λόφου, υψώνεται ένα κολοσσιαίο άγαλμα 17,37 μ., που κατασκευάστηκε περίπου το 980 μ.Χ.).
Οι Τζαϊνιστές έχουν πολύπλοκο ετήσιο σύστημα Εορτών, που καθορίζεται από γεγονότα της ζωής των Τιρτάμκαρα. Η ημέρα της γέννησης του Μαχαβίρα (Μάρτιος / Απρίλιος) και της λύτρωσής του (Οκτώβριος / Νοέμβριος) εορτάζονται από όλους τους Τζαϊνιστές. Σημαντική είναι η λεγάμενη «Αθάνατη Τρίτη», που τελείται την 3η ημέρα του σεληνιακού μήνα Βαϊσάκ (Απρίλιος / Μάιος). Σ' αυτήν τονίζεται η αρετή της ελεημοσύνης και βοήθειας στους ασκητές, με αφορμή την ανάμνηση της πρώτης προσφοράς στον πρώτο Τιρτάμκαρα. Αλλά η πιο σπουδαία εορταστική περίοδος είναι η Παρυουσάνα (Paryushana) την εποχή των βροχών (Αύγουστος / Σεπτέμβριος), οπότε οι ασκητές βρίσκονται σε μακρά περισυλλογή. Διαρκεί για τους Σβετάμπαρα 8 ημέρες και για τους Ντιγκάμπαρα 10.
Σε παλαιότερη εποχή δεν υπήρχαν τζαϊνικές τελετουργίες για τους βασικούς σταθμούς της ανθρώπινης ζωής. Καθορίστηκαν στα μέσα της 1ης χιλιετίας μ.Χ. με τη νέα άνθιση του Τζαϊνισμού και είναι αντίστοιχες των ινδουιστικών μυήσεων (samskara). Από αυτές 22 αναφέρονται στη ζωή του οικογενειάρχη, ενώ 31 στο στάδια μετά την απάρνηση της οικογενειακής ζωής και την ασκητική πορεία προς τη λύτρωση. Συνήθως όμως οι Τζαϊνιστές υιοθετούν 16 τελετουργίες, που καλύπτουν όλο τον κύκλο του ανθρώπινου βίου• δεν τηρούν όμως μεταθανάτιες ιερουργίες, όπως οι ινδουιστές. Οι καθιερωμένες τελετές τερματίζονται με την καύση του νεκρού.
Ιστορική διαδρομή. Η πρώτη περίοδος του Τζαϊνισμού, από τον 6ο αι. π.Χ. ως τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, υπήρξε διαμορφωτική με κέντρο τη μοναχική κοινότητα. Για τη σταθεροποίηση της τζαϊνικής παράδοσης και των ιερών κειμένων συνήλθαν αρκετές Σύνοδοι. Οι μαθητές του Μαχαβίρα διέδωσαν τη διδασκαλία του από τις ΒΑ. ως τις ΒΔ. περιοχές της Α. Ινδίας. Κατά τον 3ο αι. π.Χ. ο Τζαϊνισμός διείσδυσε στην Κεντρική και Ν. Ινδία. Η ανάπτυξη του Τζαϊνισμού περιορίστηκε στην ινδική χερσόνησο.
Η τζαϊνική κοινότητα χωρίστηκε (79 μ.Χ.) στους Σβετάμπαρα και στους Ντιγκάμπαρα. Οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι ένας τέλειος Άγιος είναι απόλυτα ελεύθερος από κάθε τι γι’ αυτό δεν πρέπει να κατέχει ούτε ένα κουρέλι. Για να προσεγγίσουν αυτό το ιδανικό, οι μοναχοί δεν φορούν τίποτε. Ακόμη και οι λαϊκοί παλαιότερα περιφέρονταν γυμνοί, ώσπου οι Μουσουλμάνοι τους επέβαλαν ένα κόσμιο ένδυμα. Σήμερα και αυτοί φορούν έναν απλό, λευκό χιτώνα αλλά η παλαιά διάκριση παραμένει. Υπάρχουν ακόμη και άλλες διαφορές, που σταθεροποιούν αυτό το Σχίσμα. Οι Ντιγκάμπαρα π.χ. πιστεύουν ότι μία γυναίκα δεν μπορεί να σωθεί, όσον καιρό παραμένει στις επίγειες ενσαρκώσεις γυναίκα και θεωρούν απόκρυφες τις ιερές Γραφές που αναγνωρίζει ο άλλος κλάδος. Στο Σχίσμα αυτά συνέβαλαν, εκτός των θρησκευτικών, και λόγοι γλωσσικοί, τοπικιστικοί κ.ά. Οι δύο κλάδοι των Τζαϊνιστών αναπτύχθηκαν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές: Οι Σβετάμπαρα κυρίως στο βόρειο και το δυτικό τμήμα της χώρας, οι Ντιγκάμπαρα στην Κεντρική και Ν. Ινδία.
Η δεύτερη περίοδος, από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ως το 12ο αι. χαρακτηρίζεται από γενικότερη ανθοφορία και μεγαλύτερη συμμετοχή των λαϊκών στην ανάπτυξη του Τζαϊνισμού. Συγκεκριμένες δομές για την κοινότητα των λαϊκών διαμορφώθηκαν τον 5ο αι. μ.Χ.
Στην τρίτη περίοδο, 12ος αι μ.Χ. παρατηρούνται τάσεις μεταρρυθμίσεων και νέων ανελίξεων. Κάτω από την πίεση αναγεννητικών θεϊστικών κινημάτων του Ινδουισμού (12ος αι μ.Χ.) και στη συνέχεια κάτω από την προέλαση του Ισλάμ άρχισε η συρρίκνωση. Από το 1500 σταθεροποιείται η κατανομή των Τζαϊνιστών σε διάφορες επαρχίες της Ινδίας. Πολλές ανανεωτικές κινήσεις εμφανίστηκαν μέσα στον Τζαϊνισμό. Από τους Σβετάμπαρα προήλθαν το 1653 οι Στανακβάσιν και το 1761 οι Τεραπάντιν (Terapanthin) διαμαρτυρόμενοι για την προσφερόμενη τιμή στα αγάλματα και γενικότερα για το λατρευτικό τυπικό στους Ναούς.
Στην εποχή μας οι Τζαϊνιστές ανέπτυξαν αξιόλογες προσπάθειες στο χώρο των κοινωνικών αναζητήσεων. Ο ίδιος ο Μαχάτμα Γκάντι επηρεάστηκε από τη διδασκαλία και το ήθος τους. Οι Τζαϊνιστές σήμερα στην Ινδία υπολογίζονται στο 3.000.000 (κατά την απογραφή του 1981, 2,6). που αντιστοιχούν σε λιγότερο από 0.5% του ινδικού πληθυσμού. Τα 50% των Τζαϊνιστών ζουν σε αστικά κέντρα και είναι ως επί το πλείστον ευκατάστατοι και με κοινωνική επιρροή. Οι μοναχοί και μοναχές το 1977 υπολογίζονταν σε 5.500. Ο Τζαϊνισμός παρουσίασε μεγάλη ανθεκτικότητα. Η ιστορία του μέσα στην Ινδία υπήρξε συνεχής -πράγμα που δεν πέτυχε π.χ. ο Βουδδισμός.
Γράμματα-Τέχνες. Ο Τζαϊνισμός καλλιέργησε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα γράμματα, σε διάφορες τοπικές ινδικές γλώσσες (π.χ. τον 5ο αι. οι Ντιγκάμπαρα στην Κεντρική και Ν. Ινδία, και μερικούς αιώνες αργότερα οι Σβετάμπαρα στη Β. και Δ. Ινδία). Από τα μεσαιωνικά χρόνια θεωρούνταν ιδιαίτερα αξιόμισθο έργο η αντιγραφή ενός ιερού κειμένου. Οι τζαϊνικές βιβλιοθήκες περιέχουν πολύτιμους θησαυρούς τζαϊνικών και μη χειρογράφων. Σήμερα, με χορηγία Τζαϊνιστών, λειτουργούν σημαντικοί εκδοτικοί οίκοι και πολλά κέντρα μελέτης και έρευνας.
Οι Τζαϊνιστές φημίζονται στο χώρο της αρχιτεκτονικής. Ως έκφραση ευλάβειας ανεγείρουν επιβλητικούς και περίτεχνους Ναούς. Μερικοί από τους ωραιότερους Ναούς στην Ινδία οικοδομήθηκαν για να στεγάσουν αγάλματα των Τιρτάμκαρα, όπως στα όρη Girnar και Abu (όπου ένας από τους παλαιότερους Ναούς ανεγέρθηκε το 1032 και πολλοί χτίστηκαν με λευκό, φροντισμένο μάρμαρο). Οι Τζαϊνιστές καλλιτέχνες διακρίθηκαν επίσης στη γλυπτική με τα επιβλητικά αγάλματα, που δημιούργησαν από λίθο, μάρμαρο, τερρακότα ή μέταλλο (ένα άγαλμα στο Αμπού ζυγίζει περισσότερο από 4 τόνους)• επίσης στην ξυλογλυπτική, που καλλιεργήθηκε εντυπωσιακά στις περιοχές του Ρατζαστάν και Γκουτζαράτ, και στη ζωγραφική, η οποία χρησιμοποιήθηκε για διακόσμηση των Ναών, και ιδιαίτερα των πολλών χειρογράφων.
Η τζαϊνική τέχνη, παρά τα πολυτελή μέσα που χρησιμοποιεί, προσπαθεί να εκφράσει το ασκητικό ιδεώδες, τονίζοντας ότι η πραγμάτωση της φύσης των ανθρώπων πρέπει να αναζητηθεί στην απάρνηση.

(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανίας)

ΝΑΝΑΚ.  Βίος.  O θεμελιωτής του Σικκισμού Iνδός Νάνακ γεννήθηκε το 1469 μ.Χ. στο Ταλβάντι του Πουντζάμπ της Β. Ινδίας, 65 περίπου χλμ. νοτιοδυτικά της Λαχώρης, και ανήκε στην αριστοκρατική κάστα των «ξάτριγυας» (δηλαδή πολεμιστών), όπως και ο Μαχαβίρα, ο ιδρυτής του Τζαϊνισμού, και ο Βουδδας. Ο Νάνακ, ινδουϊστής στα πρώτα του βήματα, ζούσε σε μια περιοχή όπου συμβίωναν μουσουλμάνοι και ινδουϊστές, με συχνές εκρήξεις βίας και φανατισμού. Οι εμπειρίες αυτές τον οδήγησαν να αναζητήσει ένα συνδυασμό και μια υπέρβαση των δύο αυτών θρησκευτικών ομάδων. Η μυστική ινδική παράδοση άσκησε επάνω του εντονότερη επίδραση από τη μουσουλμανική. Χωρίς να απαρνηθεί τον κόσμο, την εργασία και την οικογένειά του -σύζυγο και δυό γιους-, ο Νάνακ βυθίσθηκε επί χρόνια σε έντονο στοχασμό. Σε ηλικία 30 ετών έζησε μια βαθιά πνευματική εμπειρία: ότι βρέθηκε στην αυλή του Θεού, όπου έλαβε απ’ ευθείας τα θρησκευτικά του μηνύματα.

Ο Νάνακ περιόδευσε σε διάφορες περιοχές της Ινδίας και επισκέφθηκε μουσουλμανικά και Ινδουϊστικά κέντρα. Διάφορες ιστορίες, με αμφισβητούμενη όμως ιστορική ακρίβεια, που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του και συγκεντρώθηκαν αργότερα σε ανθολόγια γνωστά ως “Τζάναμ-σάκκις”, αναφέρουν ότι ταξίδεψε και σε χώρες μακρινές, π.χ. Βαγδάτη, Μέκκα, Κεϋλάνη, και ακόμη ότι έφθασε ανατολικά μέχρι την Κίνα και δυτικά μέχρι τη Ρώμη. Το 1521 μ.Χ. ο Νάνακ με μερικούς αφοσιωμένους οπαδούς του εγκαταστάθηκε στο Καρταρπούρ, χωριό του κεντρικού Πουντζάμπ, όπου ίδρυσε την πρώτη κοινότητα των «σίκκα» (μαθητών). Είχε πια αναγνωρισθεί ως «γκουρού». Στην κοινότητα αυτή ήταν ευπρόσδεκτοι οι πάντες, αδιακρίτως φύλου ή κάστας. Μερικοί, φαίνεται, έμεναν μόνιμα κοντά του, ενώ άλλοι τον επισκέπτονταν για να πάρουν την ευλογία του.Προτού πεθάνει, ο Νάνακ όρισε διάδοχό του τον Λέχνα, ονομάζοντάς τον Άνγκαντ («μέλος του σώματός μου»). Ύμνοι και αποσπάσματα από το κήρυγμα του Νάνακ, που διακρίνονται για τη συνοχή και το κάλλος της εκφράσεως, συγκεντρώθηκαν από τον διάδοχό του και εντάχθηκαν στο Άντι Γκράνθ, ιερό βιβλίο των σικκιστών (γνωστό επίσης ως Γκούρου Γκράνθ Σαχίμπ).

Διδασκαλία -Χαρακτηρισμός Πυρήνα της διδαχής του Νάνακ αποτελεί η βεβαιότητα ότι υπάρχει «ένας Θεός (Οάνκαρ), και αιώνια αλήθεια είναι το όνομά Του». Είναι δημιουργός των πάντων, υπερβατικός, προσωπικός, ο οποίος όμως δεν γίνεται άνθρωπος, ούτε παίρνει άλλη μορφή. Αποκαλύπτεται με τον λόγο των εμπνευσμένων διδασκάλων (γκούρου). Ο Νάνακ αρνήθηκε την ινδουϊστική άποψη των «αβατάρα» (θείων ενσαρκώσεων), κράτησε όμως, με μερικές τροποποιήσεις, την πίστη στην ανακύκληση των μεταβιώσεων και τον νόμο του «κάρμα», ότι δηλαδή τη μορφή κάθε νέας γεννήσεως καθορίζουν οι πράξεις της προηγούμενης υπάρξεως. Το επιθυμητό «τέλος» το βλέπει ως συγχώνευση του ατομικού στο Απόλυτο. Η σωτηρία αυτή επιτυγχάνεται με έντονη συλλογή και αγαπητική μνήμη του θείου ονόματος, στο οποίο συγκεντρώνεται η αποκάλυψη. και ακόμη με αφοσίωση στον Θεό, η οποία εκφράζεται με τη φιλαλήθεια, την αγαθοεργία, την εθελοντική διακονία για το κοινό καλό και την αποφυγή του υλιστικού φρονήματος -ασέλγειας, πλεονεξίας, θυμού, φιλαυτίας.

Ο Νάνακ, απορρίπτοντας τις μορφές εκστάσεως και τα αισθησιακά λατρευτικά έθιμα, δεχόταν κάθε τύπο προσευχής, που προέρχεται από ειλικρινή καρδιά και συνοδεύεται με αγνή ζωή. Συνηγορώντας για μια λατρεία απέριττη και απλή, επέμενε κυρίως στη «σέουα» ή «σέβα», την καλοκάγαθη διακονία. Η θρησκευτική κίνηση που δημιούργησε ο Νάνακ υπήρξε ήρεμη, «ευσεβιστική» και δεν τάραξε ούτε ανησύχησε το θρησκευτικό ή πολιτικό κατεστημένο. Δεν αναφέρονται οχλήσεις από τους ινδουϊστές ή διώξεις από τους μουσουλμάνους ηγεμόνες. Η συμφιλίωση του ινδουϊστικού και μουσουλμανικού πνεύματος, που επιχείρησε, συγκίνησε πολλούς Ινδούς. Αργότερα όμως (τέλη 17ου αι.),η ειρηνιστική αδελφότητα εξελίχθηκε σε αγωνιστική. Σήμερα υπάρχουν πάνω από 12 εκατομμύρια σικκιστές σε διάφορα μέρη της γης. Η περιοχή του Πουντζάμπ, όπου αναπτύχθηκε ο Σικκισμός, διαμοιράσθηκε το 1947 ανάμεσα στην Ινδία και στο Πακιστάν. Η πικρία των σικκιστών για τον διαμελισμό και την αποστέρηση ενός δικού τους κράτους εκρήγνυται συχνά σε πράξεις βίαιης διαμαρτυρίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤ’ ΕΠΙΛΟΓΗΝ Cole Owen, S., Sikhism and its Indian Context (1469-1708). The Attitude of Guru Nanak and Early Sikhism to Indian Religious Beliefs and Practices, London 1984. Grewal, J.S., Guru Nanak in History, Chandigarh 1969. McLeod, W.H., Guru Nanak and the Sikh Religion, Oxford 1968. Singh Harbans, Perspectives on Guru Nanak, Patiala 1975.  (1987)

Σικχισμός. Μονοθεϊστικό θρήσκευμα, που προήλθε από τους κόλπους της ινδικής θρησκευτικότητας. Ο πυρήνας του διαμορφώθηκε στα τέλη του 15ου αι. μ.Χ., στην επαρχία Πουντζάμπ, Β.Δ. του Δελχί, και αργότερα διαδόθηκε σε διάφορα μέρη της Ινδίας και αρκετές περιοχές του κόσμου. Ο όρος προέρχεται από τη λέξη sikkha = μαθητής. (Ο φθόγγος kh είναι κ δασύ πριν από το ελληνικό ι τον αποδίδουμε καταχρηστικά ως κχι). Ο Σικχισμός υπήρξε για άλλους ανανεωτική ινδική θρησκευτική κίνηση, ανάλογη με την Μπάκτι, συνέχεια της παράδοσης ‘σαντ΄, που αναπτύχθηκε στη Β. Ινδία για άλλους εκφράζει μια κίνηση συμφιλίωσης διαφόρων θρησκευτικών αντιλήψεων. για άλλους αποτελεί απόπειρα σύνθεσης Ινδουισμού και Ισλάμ. Οι ίδιοι οι οπαδοί του υποστηρίζουν ότι ο Σικχισμός αποτελεί νέα Αποκάλυψη, υπέρβαση τόσο του Ινδουισμού, όσο και του Ισλάμ.

Πηγές. Ο Σικχισμός ανέβλυσε από τη θεοκεντρική εμπειρία και διδασκαλία του Γκουρού Νάνακ (βλ.λ. Νάνακ, στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό), και διαμορφώθηκε με τη συμβολή σειράς άλλων 9 Γκουρού. Οι ύμνοι του Νάνακ αποτέλεσαν το θεμέλιο της ιερής βίβλου των Σικ, της γνωστής ως «Άντι Γκρανθ» (Adi Granth = Πρώτο βιβλίο). Το βιβλίο αυτό αποτελείται από ύμνους και θρησκευτικές διδασκαλίες σε ποιητική ως επί το πλείστον μορφή, που συνέταξαν οι 5 πρώτοι και ο 9ος Γκουρού. Περιλαμβάνει επίσης στίχους μουσουλμάνων και ινδουιστών διδασκάλων (π.χ. του Kabir). Η πρώτη συλλογή σχηματίστηκε το 1603 - 1604 με την εποπτεία του 5ου Γκουρού Αρτζάν (Arjan) και η οριστική διάπλαση του Ιερού βιβλίου έγινε το 1706 από τον 10ο Γκουρού, τον Γκομπίντ Σινγκ (Gobind Singh), ο οποίος τελικά το ανακήρυξε διάδοχό του το 1708. Από τότε η «Άντι Γκρανθ» ονομάζεται και «Γκουρού Γκρανθ Σαχίμπ» (Guru Granth Sahib). Για τους Σικ το κείμενο αυτό περιέχει την απόλυτη αλήθεια και καθορίζει όλο το ρυθμό της ζωής τους. Στην τυπωμένη μορφή, που σήμερα είναι γενικά αποδεκτή, εκτείνεται σε 1.430 σελίδες. Το Ιερό κείμενο δεσπόζει στο χώρο συγκέντρωσης των Σικ, την γκουρντουάρα, την οποία επισκέπτονται ατομικά ή οικογενειακά για να προσφέρουν χρήματα, τρόφιμα και ν΄ ακούσουν αναγνώσματα από τη Γραφή τους.
Ο Νάνακ συνέθεσε τους ύμνους του στη γλώσσα πουντζάμπι αργότερα καταγράφηκαν με το ιδιαίτερο αλφάβητο, το γνωστό ως γκουρμούκχι (gurmukhi), που δημιούργησε ο 2ος Γκουρού, ο Άννκαντ (Angad).
Διδασκαλία. Ο Σικχισμός τονίζει το ενιαίο του Θεού και την αδελφοσύνη των ανθρώπων. Ένας μόνο Θεός (ο Όνκαρ- Onkar) υπάρχει, υπερβατικός, προσωπικός, δημιουργός του σύμπαντος. Ενός ύμνος του Νάνακ, που επαναλαμβάνεται σε επίσημες λατρευτικές συνάξεις των Σικ (γνωστός ως μουλ μάντρα - mul mantra), συνοψίζει: «Υπάρχει ένας Θεός, το όνομά του είναι αιώνια αλήθεια. / Είναι ο Δημιουργός των πάντων,/ το τα πάντα πληρούν Πνεύμα / Άφοβος και χωρίς μίσος, άχρονος και άμορφος. Πέρα από γέννηση και θάνατο, είναι αυτόφωτος. Γνωρίζεται δια της χάριτος του γκουρού» Τη μονοθεϊστική αυτή παράδοση είχαν ήδη καλλιεργήσει στη Β. Ινδία σειρά διδασκάλων και Μυστικών από το 14ο αι.
Η Δημιουργία, το σύμπαν, είναι το Όνομα του Θεού {Ναμ - Nam). Δύο από τα βασικά θεία ονόματα είναι: Ακάλ Πουράκ (Akal Purakh), δηλ. ο Αιώνιος, και Σατνάμ (Satnam), το Αληθές Ονομα. Η λέξη Sat δηλώνει συγχρόνως την αλήθεια και την πραγματικότητα. Ο Θεός αποκαλείται ακόμη Πατέρας (Pita), Κύριος (Khasam, Sahib, Malik), Μέγας Δωρεοδότης (Data), πολύ συχνά Δοξασμένος (Wahiguru). Το τελευταίο άρχισε ως δοξολογική αναφώνηση (Wah guru) και αργότερα εξελίχθηκε σε βασικό θείο όνομα. Ο Θεός, κατά τον Νάνακ, άλλαξε τη φύση και τον τρόπο ενέργειάς του μετά τη δημιουργία του κόσμου. Πριν από αυτή ήταν χωρίς ιδιώματα (nirguna), σε βαθιά περισυλλογή (sunya samadhi). Μετά τη Δημιουργία όμως συγκέντρωσε όλες τις ιδιότητες (saguna). Είναι πρόξενος ακόμη και της δυαδικότητας και της πλάνης. Το καλό όσο και το κακό εκπηγάζουν από το Θεό και ο άνθρωπος καλείται να διαλέξει το ένα και να αποφύγει το άλλο. Μολονότι ο Θεός δεν έχει μορφή (ninankar), η παρουσία του γίνεται αισθητή στο φωτισμένο άνθρωπο, διότι ο Θεός ενυπάρχει σ΄ ολόκληρη τη Δημιουργία.
Η αντίληψη των Σικ περί Θεού έχει ποτιστεί από ένα είδος Πανθεϊσμού, όπως είχε καλλιεργηθεί από τη «Βαγκαβατγκίτα» και τις διάφορες βισνουιστικές σχολές. Ο Θεός είναι υπερκόσμια προσωπικότητα, συγχρόνως όμως διαπερνά τα πάντα, είναι η ενεργούμενη αιτία του υλικού κόσμου και των ψυχών. Κάθε τι που υπάρχει, είναι μία μορφή του Θεού, ένα κύμα μέσα στον θείο Ωκεανό. Τελικά ο κόσμος καταντά οφθαλμαπάτη. Στο Θεό περιέχονται τα πάντα.
Η ουσία του Θεού είναι πέρα από την κατανόηση και την ανθρώπινη γνώση, δεν περιγράφεται με εικόνες. Αλλά ο ίδιος ο Θεός επικοινωνεί με την ανθρωπότητα και της αποκαλύπτεται με το λόγο του. Όποιος συνειδητοποιήσει την εσωτερική αυτή ενέργεια του Θεού και απαντήσει στη φωνή του με υπακοή, επιτυγχάνει τη λύτρωση ήδη σ' αυτή τη ζωή. Μετά το θάνατο, το πνεύμα θα ζήσει ενώπιον του Θεού, χωρίς άλλη μετενσάρκωση. Όλη αυτή η λυτρωτική πορεία είναι αποτέλεσμα όχι ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά της Θείας θέλησης και χάρης.
Οι Σικ απορρίπτουν την ινδουιστική διδασκαλία περί Αβατάρα (ενσαρκώσεων του Θεού), τις θυσίες, το μεσολαβητικό ρόλο των Βραχμάνων, την αυθεντικότητα των «Bεδών», τον Ασκητισμό, την αυτοτιμωρία, την αντίληψη περί θρησκευτικής μόλυνσης, τα Προσκυνήματα, τα λουτρά στους ιερούς ποταμούς, τις κάστες και οποιαδήποτε άλλη διάκριση μεταξύ των ανθρώπων. Από την ινδική παράδοση ο Νάνακ κράτησε, με ορισμένες τροποποιήσεις, τις έννοιες του «Κάρμα», της «Σαμσάρα», της «Μάγια» και της «Νιρβάνα». Ακόμη πολλές από τις ινδουιστικές θεότητες θεωρούνται κατώτερα οντά, κάτι σαν Άγγελοι. Ως προς την Κοσμογονία, δέχεται την ινδική αντίληψη για την πληθώρα των κόσμων και την ανακύκλησή τους.
Κατά τον Νάνακ η καλοσύνη είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Όλοι κρύβουν μέσα τους απόθεμα αγαθοσύνης, κάτι σαν μαργαριτάρι, που περιμένει να ανοίξει το όστρακο. Μοίρα και απόλυτος προορισμός παραμερίζονται η ανθρώπινη θέληση μπορεί να θριαμβεύσει.
Από τις πιο τυπικές θέσεις του Σικχισμού είναι η διδασκαλία περί του Γκουρού, του «γέροντα», του δάσκαλου. Σικ, κατά τον προσδιορισμό των ίδιων, είναι όσοι πιστεύουν στον Ακάλ Πουράκ, στους 10 Γκουρού και την «Γκρανθ Σαχίμπ». Όποιος επιθυμεί λύτρωση, αναζητεί τη σωστή εκπαίδευση στα πόδια ενός καλά καταρτισμένου Γκουρού. Στο Σικχισμό όμως Γκουρού δεν νοείται ο καταρτισμένος στις «Βέδες» βραχμάνας, αλλά εκείνος ο οποίος είχε προσωπική εμπειρία φωτισμού, δώρο που προέρχεται κατευθείαν από το Θεό. Οι 10 Γκουρού του Σικχισμού τόνισαν με θέρμη και σαφήνεια ότι ο Θεός είναι ο δάσκαλος - ο Άντι Γκουρού (ο Πρώτος δάσκαλος) ή ο Σατ Γκουρού (ο θείος, ο αληθινός δάσκαλος) - και ότι η δική τους σημασία έγκειται μόνο στο ότι υπήρξαν πιστοί πρεσβευτές του, που αποκάλυψαν και κήρυξαν το λόγο του. Αυτή η βεβαιότητα τονίστηκε επίσημα, όταν ο 10ος Γκουρού επέβαλε την «Άντι Γκρανθ» ως τον Γκουρού της σικχικής κοινότητας. Ο τελευταίος Γκουρού δημιούργησε επίσης το 1699 τη σικχική κοινότητα, την Κάλσα (Khalsa), την Αδελφότητα των καθαρών, και τη χαρακτήρισε ως το άλλο του εγώ, τονίζοντας τον καθοδηγητικό της χαρακτήρα. Τον 20ό αι., η ιδιότητα αυτή του τελικού δασκάλου συγκεντρώθηκε στους 10 Γκουρού και τη Γραφή.
Ηθική. Οι υποχρεώσεις, που επιβάλλει ο Σικχισμός, συνοψίζονται σε 3 φράσεις: Ναμ τζάπνα (nam japna), συνεχής μνεία του ονόματος του Θεού κιρτ κάρνι (kirt karni), επιβίωση με τίμια μέσα και βαντ τσάκνα (vand chakna), προσφορά καλοσύνης, ελεημοσύνη. Οι 5 κακές παρορμήσεις, που οι Σικ πρέπει να αποφεύγουν, είναι η ηδυπάθεια, η απληστία, η προσκόλληση στα υλικά αγαθά, ο θυμός και η αλαζονεία. Αντίθετα, η καλοκάγαθη εξυπηρέτηση του πλησίον, η σέβα (seva), θεωρείται ιδιαίτερα ευλογημένη αρετή. Η φοβερότερη δύναμη είναι το εγώ όποιος το νικήσει, έλεγε ο Νάνακ, σώζεται, ενώ ακόμη βρίσκεται σ' αυτή τη ζωή. Γενικά ο Σικχισμός ζητεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την εγωκεντρικότητα και την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και να τον κάνει θεοκεντρικό, πιστό στο θείο θέλημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει εγκατάλειψη της κοινωνικής ζωής και έμφαση στην ασκητικότητα, όπως βλέπομε σε άλλες ινδικές θρησκευτικές τάσεις, αλλ’ αντίθετα αποδοχή της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής, εξάσκηση ενός έντιμου επαγγέλματος, συμμετοχή υπεύθυνη και ενάρετη στα κοινά. Η αφοσίωση στο Θεό εκφράζεται με τη φιλαλήθεια, την αγαθοεργία, την εθελοντική εργασία για το κοινό καλό. Οι Σικ αποφεύγουν το οινοπνευματώδη και τον καπνό, προσπαθώντας να ζουν λιτά. Από το 17ο αι, με πρωτοβουλία του 6ου Γκουρού, του Χαργκομπίντ (Hargobind), εγκατέλειψαν τη χορτοφαγία. Στην πράξη πάντως οι Σικ δεν φαίνεται να απελευθερώθηκαν πλήρως από τις ινδουιστικές παραδόσεις (π.χ. στη σύναψη γάμων), και παρά τη θεωρητική απόρριψη της ινδουιστικής αντίληψης περί θρησκευτικής μόλυνσης, διατηρούν συνήθειες Καθαρμών, εξαγνισμών (π.χ. ενός οικοδομήματος) και, ορισμένοι, τη χορτοφαγία.
Λατρεία. Σκοπός του Σικ είναι να διαποτιστεί ολόκληρη η ύπαρξή του από την παρουσία του Θεού, να (δια)φωτιστεί η συνείδησή του από αυτόν, να ξεπεραστεί κάθε ψευδαίσθηση δυαρχίας. Η πνευματική ανέλιξη και ανάπτυξη του ανθρώπου πραγματοποιείται με την περισυλλογή, ιδιαίτερα με τη ναμ σιμράν (nam simran), που σημαίνει διαρκή μνήμη του ονόματος του Θεού. Mε την επανάληψη του Ονόματος, όπως πίστευε ο Νάνακ, μπορεί κανείς να νικήσει το μέγιστο κακό: το εγώ. Ο Σικχισμός, απορρίπτοντας τα αισθησιακά λατρευτικά έθιμα του Ινδουισμού και τις διάφορες μορφές Έκστασης, διαμόρφωσε απέριττη Λατρεία, τονίζοντας την Προσευχή με αγνή καρδιά. Το καθημερινό λατρευτικό τυπικό των Σικ συνίσταται σε ορθρινό ξύπνημα, ψυχρό λουτρό, περισυλλογή με κέντρο το όνομα του Θεού, απαγγελία, πρωί και βράδυ, ορισμένων προσευχών, μελέτη του Ιερού τους βιβλίου.
Οι Σικ δεν έχουν Ιερατείο ούτε καθορισμένη ιερή ημέρα στην εβδομάδα. Ο χώρος, όπου γίνεται η σύναξη, ονομάζεται γκουρντουάρα (gurdwara), δηλ. η θύρα του Γκουρού. Το όνομα αυτό χρησιμοποιείται ακόμη και για το ειδικό δωμάτιο που έχουν στις οικίες τους. Το βασικό συστατικό του ιερού χώρου είναι η παρουσία του Ιερού βιβλίου. Το σημαντικότερο Ιερό των Σικ θεωρείται ο Χρυσός Ναός (Hari Mandir = Ναός του Θεού) στο Αμριτσάρ. Η δημόσια Λατρεία καθορίζεται ανάλογα με το ρυθμό ζωής της κοινότητας. Ως ειδική ημέρα Λατρείας θεωρείται συνήθως η 11η του σεληνιακού μήνα, η οποία ονομάζεται εκαντάσι (ekadashi), όπως επίσης η σανγκράντ (sangrand). Πολλοί Σικ επισκέπτονται, ατομικά ή οικογενειακά, την κοινοτική γκουρντουάρα οποιαδήποτε μέρα προσφέρουν χρήματα, φρούτα, γάλα κλπ. και ακούν αναγνώσματα από τη Γραφή τους.
Οι επέτειοι γέννησης και θανάτου κάθε Γκουρού, οι Γκουρπούμπ (Gurpub), αποτελούν τυπικές Εορτές των Σικ. Άλλες Εορτές, π.χ. Ντιουάλι (Diwali). Χολά Μοχάλα (Hola Mohalla), έχουν ινδουιστική καταγωγή. Άξονας της ζωής τους, βασικός οδηγός και δάσκαλός τους, είναι ο «Γκουρού Γκρανθ Σαχίμπ». Η Λατρεία περιλαμβάνει ομαδική υμνωδία από ιερά κείμενα με τη συνοδεία ενόργανης μουσικής, ανάγνωση και εξήγηση των Γραφών. Οι ευσεβείς Σικ συνηθίζουν να μελετούν καθημερινά την «Άντι Γκρανθ», ιδιαίτερα το βράδυ. Όλες οι φάσεις της ζωής αγιάζονται με την παρουσία της και σφραγίζονται με ανάγνωση ιερών κειμένων: Η ονοματοδοσία ενός παιδιού, ο γάμος (το ζεύγος περιφέρεται 4 φορές γύρω από τη Γραφή, ενώ ψάλλονται 4 στίχοι από το γαμήλιο ύμνο του Γκουρού Ραμ Ντας), η κηδεία. Πριν από καθοριστικές αποφάσεις (π.χ. νέα εργασία), καθώς επίσης και στις περισσότερες Εορτές, γίνεται ανάγνωση ολόκληρης της «Άντι Γκρανθ», που διαρκεί 46 περίπου ώρες ή, με διακοπές, 1 ή 2 εβδομάδες. Την ανάγνωση συνοδεύει ορισμένη προσευχή, που ένα μέλος της κοινότητας διαβάζει μπροστά στο Ιερό βιβλίο. Επίσης διανέμεται σ΄ όλα τα μέλη ζεστός χυλός από αλεύρι, σιμιγδάλι, νερό, ζάχαρη γνωστός ως καρά πρασάντ (karah prasad). Έτσι συμβολικά τονίζεται η ισότητα.
Ιδιαίτερη τελετή μύησης των Σικ είναι η Αμρίτ Παχούλ ή Κάντε κα ΑμρΙτ (Amrit Pahul ή Khande Ka Amrit). Εγκαινιάστηκε με την ίδρυση της Κάλσα (Khalsa). Όσοι μυούνται, δίνουν ορισμένους όρκους, υιοθετώντας τα λεγόμενα πέντε «Κ». Πρόκειται για 5 Σύμβολα, τα οποία στην πουντζάμπι γλώσσα αρχίζουν από Κ: kesh (ακούρευτη κόμη), kangha (ατσάλινη χτένα), kirpan (ξίφος), kara (ατσάλινο βραχιόλι), kachch (κοντό πανταλόνι). Αποτελούν τα διακριτικά των Σικ. Οι άντρες φορούν επιπλέον στο κεφάλι ένα τουρμπάνι. Η μύηση γίνεται μπροστά στον «Γκουρού Γκρανθ Σαχίμπ». Πέντε άντρες, μέλη της Κάλσα, φορώντας τα 5 Κ, διαλύουν ζάχαρη σε νερό με τη βοήθεια ενός δίκοπου ξίφους, ενώ ψέλνουν ορισμένους ύμνους. Οι μυούμενοι πίνουν από το υγρό αυτό και χρίονται στα μάτια και στα μαλλιά. Κατόπιν ορκίζονται ότι θα τηρούν τον επιβαλλόμενο κώδικα πειθαρχίας, γνωστό ως Ραχίτ (Rahit) και επαναλαμβάνουν τα λόγια της συνοπτικής ομολογίας Πίστης, της μουλ μάντρα. Οι μυημένοι άντρες αντικαθιστούν το όνομα της κάστας τους με τη λέξη Σινγκ (Singh), που σημαίνει λιοντάρι, ενώ οι γυναίκες με την Καούρ (Kaur = πριγκίπισσα), ανεβαίνοντας έτσι στο επίπεδο της τάξης των πολεμιστών. Δεν εντάσσονται όλοι οι Σικ στην Κάλσα και συνεπώς δεν έχουν όλοι τον επίζηλο τίτλο του Σινγκ. Αρκετοί εμπνέονται κυρίως από το ειρηνιστικό πνεύμα του Νάνακ και ονομάζονται Νάνακ πάνθι (Nanak panthi), αποκλίνοντος μάλλον προς το ινδουιστικό ήθος. Όσοι έχουν μυηθεί στην Κάλσα ονομάζονται αμρίτ ντάρι (amrit dhari), ενώ όσοι σέβονται βέβαια τους 10 Γκουρού και την ιερή Γραφή, αλλά δεν μυήθηκαν, ονομάζονται σαχάτζ ντάρι (sahaj dhari).
Ιστορική διαδρομή. Από πλευράς θρησκευτικής διακρίνεται μια πρώτη περίοδος, από το 15ο ως τις αρχές του 18ου αι., διαμορφωτική του Σικχισμού, με πρωταγωνιστές τους 10 Γκουρού, και μια δεύτερη, από το 18ο αι. και εξής, που ως απόλυτο κέντρο της έχει την ιερή Γραφή. Από πλευράς κοινωνικοπολιτικής η θρησκευτική κίνηση που αρχίζει με τον Νάνακ στην πρώτη της φάση (15ος - 16ος αι.) υπήρξε «ευσεβιστική» στη δεύτερη όμως φάση της (17ος αι. εξ.) εξελίχθηκε σε μαχητική. Η οριστική μεταμόρφωση του Σικχισμού από ειρηνιστική κίνηση σε αγωνιστική Αδελφότητα ολοκληρώθηκε με τον τελευταίο Γκουρού. Οι 10 Γκουρού των Σικ είναι 1ος, Nanak, 1469 - 1539. 2ος Angad, 1504 - 52 (Γκουρού 1539 - 52). 3ος Amar Das, 1479 - 1574 (Γκουρού 1552 - 74). 4ος Ram Das, 1534 - 81 (Γκουρού 1574 - 81). 5ος Arjan, 1563 - 1606 (Γκουρού 1581 - 1606). 6ος Hargobind, 1595 - 1644(Γκουρού 1606 - 44). 7ος Har Rai, 1630 - 61 (Γκουρού 1644 - 61). 8ος Har Krishan, 1656 - 64 (Γκουρού 1661 - 64), 9ος Tegh Bahadur, 1621 - 75 (Γκουρού 1664 - 75). 10ος Goblnd Singh, 1666 - 1708 (Γκουρού 1675 - 1708). Όλοι προήλθαν από την Κάτρι τζάτι (Khatri jati), εμπορική υποκάστα, που οι Σικ υποστηρίζουν ότι ανήκε στην ευρύτερη κάστα των Ξάτριγυα. Από τον 4ο Γκουρού η διαδοχή έγινε κληρονομική. Ο Σικχισμός αποδίδει και στους 10 Γκουρού την ίδια αξία. Η δεύτερη περίοδος του Σικχισμού αρχίζει το 1709. 0 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται από σκληρούς ανταγωνισμούς μεταξύ Σικ και Μογγόλων. Αργότερα ο Σικ μαχαραγιάς Ranjit Singh, ίδρυσε ανεξάρτητο κράτος στο Πουντζάμπ (1799 - 1849) το οποίο ο διάδοχός του DaΙip Singh παρέδωσε στους Βρεταννούς. Στο τέλος του 19ου αι., άνθισε η αναγεννητική κίνηση Σινγκ Σάμπχα (Singh Sabha) ως αντίδραση στη χριστιανική διείσδυση και στις ινδουιστικές προσηλυτιστικές δραστηριότητες. Η αναγέννηση του Σικχισμού επιδιώχθηκε με εκπαιδευτικές και φιλολογικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα με τη δημιουργία του Khalsa College (1892) στο Αμριτσάρ. Οι Σικ έλαβαν μέρος στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Κατά τραγικό όμως τρόπο, το 1947 η περιοχή Πουντζάπ, όπου γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Σικχισμός, διαμοιράστηκε από την Ινδία και το Πακιστάν. Επανειλημμένα οι Σικ, διαμαρτυρόμενοι τόσο κατά των Μουσουλμάνων όσο και κατά των Ινδουιστών, έχουν καταφύγει σε μαχητικές κινητοποιήσεις. Το 1966 ιδρύθηκε η Πουντζάμπι Σούμπα (Punjabi Suba), επικράτεια που συμπεριέλαβε το 85% των Σικ της Ινδίας και έχει επίσημη γλώσσα την πουντζάμπι. Αυτό εξασφάλισε κάποια αυτονομία, όχι όμως και την ποθητή ανεξαρτησία.
Από το τέλος του 19ου αι. άρχισε μεγάλη αποδημητική κίνηση των Σικ. Πολλοί από αυτούς που υπηρέτησαν (1870 - 1947) στο βρεταννικό στρατό εκτός Ινδίας, μετά την αποστράτευσή τους εγκαταστάθηκαν στο Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη άλλοι μετανάστευσαν για λόγους οικονομικούς στην Α. Αφρική και αλλού. Σήμερα αναπτύσσονται πολλές κοινότητες Σίκ σε αγγλόφωνες περιοχές, κυρίως της Βρεταννικής Κοινοπολιτείας. Τελευταία, ανεπίσημη στατιστική (1991) ανεβάζει τους Σικ σε 18.000.000 (ενώ στις αρχές του αιώνα ήταν 3 και το 1987 12 εκατ.).
Στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών δεν παρουσιάστηκε κάποια ιδιαίτερη ακτινοβολία του Σικχισμού. Η συμμετοχή των Σικ υπήρξε ενεργός κυρίως στον κοινωνικό χώρο. Ο Σικχισμός καλλιέργησε τη δημοκρατική συνείδηση και συνηγόρησε για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων και των λαών.
Βιβλιογραφία. Μεταφράσεις τον ιερού βιβλίου του Σικχισμού: Sri Guru-Granth Sahib, Gopal Singh: Deληi, Gur Das Kapur 1962. Sri Guru-Granth Sahib, Mannohan Singh: Shiromani Gurdwara Parbandhak Committee. Amritsar 1969. Ανθολόγηση και μετάφραση στην αγγλική: Selections from the Sacred Writings of the Sikhs (tr. Trilochasn Singh et al.): London, Alien & Unwin- New York, Macmillan 1960. W.H. McLeod. Sources for the Study of Sikhism: Manchester, University Press 1984.
Μονογραφίες: W.O. Cole, The Guru in Sikhism: London, Darton 1982. W.O. Cole. Sikhism snd its Indian Context, 1469 - 1708: London, Darton 1982. W.O Cole-P. S. Sambhi, The Sikhs: Their Religious Beliefs and Practices: London-Boston Mass., Routledge 1978. D. Cunnigham, A History of the Sikhs: (1849) επανεκδ. Delhl 1966. S.S. Johar. Handbook on Sikhism: Delhi, Vivek 1977. M.A. Macauliffe, The Sikh Religion 1-6 Oxford, Clarendon Press 1909, Delhl, Chand 1970 W.H. Mcleod. Guru Nanak and

ΝΑΝΑΚ  Βίος

O θεμελιωτής του Σικκισμού Iνδός Νάνακ γεννήθηκε το 1469 μ.Χ. στο Ταλβάντι του Πουντζάμπ της Β. Ινδίας, 65 περίπου χλμ. νοτιοδυτικά της Λαχώρης, και ανήκε στην αριστοκρατική κάστα των «ξάτριγυας» (δηλαδή πολεμιστών), όπως και ο Μαχαβίρα, ο ιδρυτής του Τζαϊνισμού, και ο Βουδδας. Ο Νάνακ, ινδουϊστής στα πρώτα του βήματα, ζούσε σε μια περιοχή όπου συμβίωναν μουσουλμάνοι και ινδουϊστές, με συχνές εκρήξεις βίας και φανατισμού. Οι εμπειρίες αυτές τον οδήγησαν να αναζητήσει ένα συνδυασμό και μια υπέρβαση των δύο αυτών θρησκευτικών ομάδων. Η μυστική ινδική παράδοση άσκησε επάνω του εντονότερη επίδραση από τη μουσουλμανική.

Χωρίς να απαρνηθεί τον κόσμο, την εργασία και την οικογένειά του -σύζυγο και δυό γιους-, ο Νάνακ βυθίσθηκε επί χρόνια σε έντονο στοχασμό. Σε ηλικία 30 ετών έζησε μια βαθιά πνευματική εμπειρία: ότι βρέθηκε στην αυλή του Θεού, όπου έλαβε απ’ ευθείας τα θρησκευτικά του μηνύματα.

Ο Νάνακ περιόδευσε σε διάφορες περιοχές της Ινδίας και επισκέφθηκε μουσουλμανικά και Ινδουϊστικά κέντρα. Διάφορες ιστορίες, με αμφισβητούμενη όμως ιστορική ακρίβεια, που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του και συγκεντρώθηκαν αργότερα σε ανθολόγια γνωστά ως “Τζάναμ-σάκκις”, αναφέρουν ότι ταξίδεψε και σε χώρες μακρινές, π.χ. Βαγδάτη, Μέκκα, Κεϋλάνη, και ακόμη ότι έφθασε ανατολικά μέχρι την Κίνα και δυτικά μέχρι τη Ρώμη.

Το 1521 μ.Χ. ο Νάνακ με μερικούς αφοσιωμένους οπαδούς του εγκαταστάθηκε στο Καρταρπούρ, χωριό του κεντρικού Πουντζάμπ, όπου ίδρυσε την πρώτη κοινότητα των «σίκκα» (μαθητών). Είχε πια αναγνωρισθεί ως «γκουρού». Στην κοινότητα αυτή ήταν ευπρόσδεκτοι οι πάντες, αδιακρίτως φύλου ή κάστας. Μερικοί, φαίνεται, έμεναν μόνιμα κοντά του, ενώ άλλοι τον επισκέπτονταν για να πάρουν την ευλογία του.

Προτού πεθάνει, ο Νάνακ όρισε διάδοχό του τον Λέχνα, ονομάζοντάς τον Άνγκαντ («μέλος του σώματός μου»). Ύμνοι και αποσπάσματα από το κήρυγμα του Νάνακ, που διακρίνονται για τη συνοχή και το κάλλος της εκφράσεως, συγκεντρώθηκαν από τον διάδοχό του και εντάχθηκαν στο Άντι Γκράνθ, ιερό βιβλίο των σικκιστών (γνωστό επίσης ως Γκούρου Γκράνθ Σαχίμπ).

Διδασκαλία -Χαρακτηρισμός

Πυρήνα της διδαχής του Νάνακ αποτελεί η βεβαιότητα ότι υπάρχει «ένας Θεός (Οάνκαρ), και αιώνια αλήθεια είναι το όνομά Του». Είναι δημιουργός των πάντων, υπερβατικός, προσωπικός, ο οποίος όμως δεν γίνεται άνθρωπος, ούτε παίρνει άλλη μορφή. Αποκαλύπτεται με τον λόγο των εμπνευσμένων διδασκάλων (γκούρου). Ο Νάνακ αρνήθηκε την ινδουϊστική άποψη των «αβατάρα» (θείων ενσαρκώσεων), κράτησε όμως, με μερικές τροποποιήσεις, την πίστη στην ανακύκληση των μεταβιώσεων και τον νόμο του «κάρμα», ότι δηλαδή τη μορφή κάθε νέας γεννήσεως καθορίζουν οι πράξεις της προηγούμενης υπάρξεως. Το επιθυμητό «τέλος» το βλέπει ως συγχώνευση του ατομικού στο Απόλυτο. Η σωτηρία αυτή επιτυγχάνεται με έντονη συλλογή και αγαπητική μνήμη του θείου ονόματος, στο οποίο συγκεντρώνεται η αποκάλυψη. και ακόμη με αφοσίωση στον Θεό, η οποία εκφράζεται με τη φιλαλήθεια, την αγαθοεργία, την εθελοντική διακονία για το κοινό καλό και την αποφυγή του υλιστικού φρονήματος -ασέλγειας, πλεονεξίας, θυμού, φιλαυτίας.

Ο Νάνακ, απορρίπτοντας τις μορφές εκστάσεως και τα αισθησιακά λατρευτικά έθιμα, δεχόταν κάθε τύπο προσευχής, που προέρχεται από ειλικρινή καρδιά και συνοδεύεται με αγνή ζωή. Συνηγορώντας για μια λατρεία απέριττη και απλή, επέμενε κυρίως στη «σέουα» ή «σέβα», την καλοκάγαθη διακονία.

Η θρησκευτική κίνηση που δημιούργησε ο Νάνακ υπήρξε ήρεμη, «ευσεβιστική» και δεν τάραξε ούτε ανησύχησε το θρησκευτικό ή πολιτικό κατεστημένο. Δεν αναφέρονται οχλήσεις από τους ινδουϊστές ή διώξεις από τους μουσουλμάνους ηγεμόνες. Η συμφιλίωση του ινδουϊστικού και μουσουλμανικού πνεύματος, που επιχείρησε, συγκίνησε πολλούς Ινδούς.

Αργότερα όμως (τέλη 17ου αι.),η ειρηνιστική αδελφότητα εξελίχθηκε σε αγωνιστική. Σήμερα υπάρχουν πάνω από 12 εκατομμύρια σικκιστές σε διάφορα μέρη της γης. Η περιοχή του Πουντζάμπ, όπου αναπτύχθηκε ο Σικκισμός, διαμοιράσθηκε το 1947 ανάμεσα στην Ινδία και στο Πακιστάν. Η πικρία των σικκιστών για τον διαμελισμό και την αποστέρηση ενός δικού τους κράτους εκρήγνυται συχνά σε πράξεις βίαιης διαμαρτυρίας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤΕΠΙΛΟΓΗΝ

Cole Owen, S., Sikhism and its Indian Context (1469-1708). The Attitude of Guru Nanak and Early Sikhism to Indian Religious Beliefs and Practices, London 1984.

Grewal, J.S., Guru Nanak in History, Chandigarh 1969.

McLeod, W.H., Guru Nanak and the Sikh Religion, Oxford 1968.

Singh Harbans, Perspectives on Guru Nanak, Patiala 1975.

(1987)

 

(Ζιάκα Γρηγορίου, Το Ισλάμ, εκδ. Πουρναρα,Θεσσαλονικη 2004 σελ.80-89).
Η πρώτη αποκάλυψις.
Περί του σταδίου της εσωτερικής προετοιμασίας, η οποία εσημειώθη εις τον Μωάμεθ πριν ή ούτος εμφανισθή εις τον λαόν του ως απόστολος του Θεού και προφήτης, δεν γνωρίζομεν πολλά. Κατά τας ευσεβείς δοξασίας της μουσουλμανικής παραδόσεως, ουδεμία εσωτερική προετοιμασία εσημειώθη εις τον Μωάμεθ, διότι ούτος εκλήθη αιφνιδίως εις το προφητικόν του αξίωμα δια τινος οράματος, κατά την διάρκειαν του οποίου ο Θεός εξαπέστειλεν εις αυτόν την πρώτην αποκάλυψιν. Πράγματι όμως η περί προφητικής του αποστολής συνείδησις ανεπτύχθη και εστερεώθη βαθμιαίως μέσα του. Εάν λάβωμεν υπόψιν τας μαρτυρίας της μουσουλμανικής παραδόσεως, ο Μωάμεθ ήτο τεσσαράκοντα ετών ή και ολίγον ακόμη μεγαλύτερος, όταν εδέχθη την πρώτην αποκάλυψιν και ενεφανίσθη δημοσία κηρύττων. Τούτο σημαίνει ότι μέχρι της ωρίμου ηλικίας του παρέμεινε πιστός εις την ειδωλολατρικήν πίστην των πατέρων του.
Κατά το Κοράνιον ο Θεός τον εύρε κάποτε εις την οδόν της πλάνης και τον καθωδήγησε (93,7). Η καθοδήγησις αυτή υποδηλοί ότι πριν ή ο Μωάμεθ συνειδητοποιήση την προφητικήν του αποστολήν, διήλθε ωρισμένον τινά χρόνον εσωτερικής προεργασίας και περισυλλογής. Κατά τον χρόνον αυτόν ησχολήθη συνειδητώς ή ασυνειδήτως με θρησκευτικά προβλήματα. Κατά το χρονικόν τούτο διάστημα αι χριστιανικαί και ιουδαϊκαί διδασκαλίαι, τας οποίας κατά καιρούς ήκουσε, εδημιούργησαν εντός του δυσπιστίαν προς την πατρώαν ειδωλολατρικήν θρησκείαν. Ούτω συν τω χρόνω προητοιμάζετο μία εσωτερική αλλαγή μέσα του, η οποία εκορυφώθη κάποτε με ένα συνταρακτικόν όραμα «κλήσεώς» του, το οποίον υπήρξεν αποφασιστικός σταθμός δι’ όλην την μετέπειτα δράσιν του. Το όραμα τούτο περιγράφεται παραστατικώτατα εις το Κοράνιον και σχολιάζεται ιδιαιτέρως υπό της μουσουλμανικής παραδόσεως. Δίδεται εις την σούραν 96, 1-5, η οποία θεωρείται υπό της μουσουλμανικής παραδόσεως ως η πρώτη κορανική αποκάλυψις. Παραλλαγή του αυτού οράματος δίδεται εις σούραν 74,1-7.
Κατά τας ειδήσεις των χωρίων τούτων και της μουσουλμανικής παραδόσεως ο Μωάμεθ εκάθητο κάποιαν νύκτα εν περισυλλογή εντός του αγαπητού του σπηλαίου του όρους Χίρα (Hira’) πλησίον της Μέκκας όπου πολλάκις ηρέσκετο να αποσύρεται και να αφοσιώνεται εν ηρεμία εις θεωρίας. Αίφνης ήκουσε φωνήν άνωθεν καλούσαν αυτόν να γίνη προφήτης του Θεού. Κάποιον υπερβατικόν ον, το οποίον αρχικώς ο Μωάμεθ ωνόμαζε «ένδοξον μηνυτήν», «πιστόν πνεύμα» ή «άγιον πνεύμα» (ruh al-quds) και αργότερον, κατά την εν Μεδίνη δράσιν του, εταύτισε προς τον αρχάγγελον Γαβριήλ, απεκάλυψεν εν οράματι εις αυτόν την πρώτην αποκάλυψιν και τον διέταξε να αναγνώση τους πέντε πρώτους στίχους του 96ου κεφαλαίου του Κορανίου. Ο άγγελος του είπε˙
«iqra’ = ανάγνωθι (απάγγειλον) εν ονόματι του Κυρίου σου όστις έκτισε (τα πάντα˙ ο οποίος έπλασε τον άνθρωπον εκ θρόμβου αίματος (δηλαδή εξ ενός εμβρύου). Ανάγνωθι: Ο Κύριός σου είναι ο γενναιότατος απάντων των επί της γης. (Αυτός) ο οποίος εδίδαξε την χρήσιν της γραφίδος, εδίδαξε τον άνθρωπον ό,τι (πρότερον) ηγνόει».
Κατά την μουσουλμανικήν παράδοσιν, ο Μωάμεθ κατ’ αρχάς εξεπλάγη, διότι ήτο αναλφάβητος, και δις ηρώτησε τον άγγελον τί έπρεπε να αναγνώση και πώς ηδύνατο να αναγνώση, αφού δεν εγνώριζε ανάγνωσιν! Τότε ο Άγγελος επίεσε τον λαιμόν του μέχρι πνιγμονής και ο Μωάμεθ εξαναγκασθείς, ήρχισε να αναγινώσκη.
Κατά την μουσουλμανικήν παράδοσιν μετά την αποστολήν άνωθεν της αποκαλύψεως ταύτης τρόμος και θλίψις κατέλαβε τον Μωάμεθ. Λέγεται ότι κατά την στιγμήν της αποκαλύψεως ο Μωάμεθ κατελήφθη υπό παροξυσμού, κατά τρόπον ώστε αφρός εξήλθεν εκ του στόματος αυτού, η κεφαλή του έκλινε, το πρόσωπόν του ωχρίασε ή ερυθρίασε, ο ιδρώς έτρεχεν ακατασχέτως και ούτος εκραύγαζεν ως «πώλος καμήλου». Ο παροξυσμός ούτος καλείται από δύο σπουδαίους συλλογείς της μουσουλμανικής παραδόσεως, τον Bakhari και τον Waqidi, «πυρετός» (buraha’). Εκ των μαρτυριών τούτων παρακινηθέντες οι βυζαντινοί συγγραφείς ωμίλησαν εις την κατά του Ισλάμ πολεμικήν των περί επιληψίας, η οποία κατείχε τον Μωάμεθ, και τας απόψεις αυτών επαναλαμβάνει ο δυτικός βιογράφος του Μωάμεθ Gustav Weil (Das Leben Muhammeds, Stuttgart 1864, 42).
Αι ερμηνείαι όμως αύται δεν έχουν ιστορικά ερείσματα και αγνοούν την διαδικασίαν εμπνεύσεως, την οποίαν μετήρχοντο οι εκστασιαζόμενοι μάντεις και οραματισταί της ειδωλολατρικής Αραβίας. Αν λάβωμεν υπόψιν τας μαρτυρίας των χωρίων 73,1 εξ. και 74,1 εξ., ένθα ο Μωάμεθ εντέλλεται να εγερθή κατά την διάρκειαν της νυκτός και να προσευχηθή, πρέπει να υποθέσωμεν ότι ούτος προητοιμάζετο διά την παραλαβήν της αποκαλύψεως. Η προετοιμασία φαίνεται ότι εγίνετο κατ’ αρχάς κατά τα πρότυπα των αρχαίων Αράβων μάντεων και οραματιστών. Εις τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι οι εχθροί του εις Μέκκαν τον απεκάλουν «δαιμονιζόμενον» (majnun) ή έχοντα δαιμόνιον (jinn) εντός του. «Δαιμονιζόμενοι» όμως ή εμπνεόμενοι από τους δαίμονας, τα jinn, εθεωρούντο και οι Άραβες μάντεις και ποιηταί. Το δαιμόνιον εδώ δεν έχει έννοιαν βιβλικήν, αλλά την σημασίαν περίπου την οποίαν η λέξις είχεν εις την αρχαίαν ελληνικήν γλώσσαν. Ήτο θεϊκόν τι ον, το οποίον ενέπνεε τους μάντεις ή ποιητάς του αρχαίου αραβικού κόσμου, συνήθως προς το καλόν της φυλής. Ο ποιητής, ο οποίος δια των ποιημάτων του υπηρέτει την λατρείαν της φυλής του, εθεωρείτο ότι ευρίσκετο κατά την ώραν της συνθέσεως υπό την επήρειαν του εντός αυτού κατοικούντος «δαιμονίου». Διά τούτο μάντεις και ποιηταί εκαλούντο «majnun», «μαινόμενοι» ή «δαιμονιζόμενοι».
Δεν φαίνονται συνεπώς αληθείς αι απόψεις ότι ο Μωάμεθ ήτο «επιληπτικός». Από τον τρόπον όμως της εκστάσεώς του δυνάμεθα να συναγάγωμεν άλλα σπουδαία συμπεράσματα. Να ιδούμε δηλαδή ότι εις τον εξωχριστιανικόν τρόπον εκστάσεως επικρατεί έντασις και ταραχή, αντιθέτως προς την έμπνευσιν και έκστασιν αγίων προσώπων εν τη χριστιανική πίστει, όπου επικρατεί ηρεμία, γαλήνη και πληρότης. Το «φως ιλαρόν», που αποτελεί ύμνον της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας, είναι το χαρακτηριστικόν γνώρισμα του προσώπου, το οποίον δια της προσευχής αίρεται εις τας υπερβατικάς σφαίρας και κοινωνεί μετά του προσωπικού Θεού. Η γαλήνη και η ηρεμία πληρούν την ψυχήν του και «φως ιλαρόν» εκπέμπει το πρόσωπόν του.
Αντιθέτως εις την εξωχριστιανικήν έκστασιν επικρατεί συνήθως η έντασις. Ακόμη και εις μορφάς εκστάσεως του βουδδισμού, όπου συνήθως η περισυλλογή εσωτερικεύει τον άνθρωπον εις σημείον ώστε οι οφθαλμοί του να μένουν απλανείς, ουδέν εκφράζοντες, ακόμη και εκεί παρατηρείται εις πολλάς μορφάς εκστάσεως έντασις. Διά τούτο όχι μόνον εις τον βουδδισμόν, αλλά και εις τον Ινδοϊσμόν γενικώς απαγορεύεται να ασκείται η Yoga άνευ της παρουσίας του διδασκάλου, ο οποίος, όταν αρχίσει η έκστασις (κυρίως προκειμένου περί του Ζεν βουδδισμού) έχει ραβδίον, με το οποίον κτυπά ελαφρώς εν αρχή την πλάτην του εκστασιαζομένου, και όσον περισσότερον ανεβαίνει η έντασις, τόσον περισσότερον τα κτυπήματα δυναμώνουν, και εις το τέλος γίνονται τόσον ισχυρά, ώστε, αν ο εκστασιαζόμενος ευρίσκετο εν νηφαλία καταστάσει, θα εκραύγαζεν εκ του πόνου. Αυτό όμως γίνεται διά να χαλαρώνη η έντασις του νευρικού συστήματος, το οποίον υπάρχει κίνδυνος να υποστή βλάβην, να σπάσουν κατά το κοινώς λεγόμενον τα νεύρα του εκστασιαζομένου και να μείνη διανοητικώς ή σωματικώς ανάπηρος κατά την υπόλοιπον ζωήν του. Και υπάρχουν πολλά τοιαύτα παραδείγματα.
Παρόμοιας μορφάς εκστάσεως παρατηρούμεν εις ωρισμένους ορχουμένους δερβίσσας του Ισλάμ, όπου οι εκστασιαζόμενοι ρίπτουν αναμμένα κάρβουνα εις το στόμα των η εμπηγνύουν αιχμηρά αντικείμενα εις τους βραχίονας και εις άλλα μαλακά μέρη του σώματος. Εις μεγάλης μάλιστα εντάσεως εκστάσεις χρησιμοποιούνται πυρακτωμένα σίδηρα, τα οποία εναποτίθενται επί του δέρματος, διά να κατευνάσουν την έντασιν των νεύρων και να επαναφέρουν τον εκστασιαζόμενον εις την ομαλήν του κατάστασιν. Ούτως δύναται να εξηγηθή και το γνωστόν παρ’ ημίν φαινόμενον των Ανασταινάρηδων, οι οποίοι διά να επιτύχουν το βάδισμα επί της πυράς, εκστασιάζονται.
Τοιαύτα λοιπόν φαινόμενα εκστάσεως είναι ξένα εις την χριστιανικήν μυστικήν εμπειρίαν, όπου η μετά του Θεού κοινωνία φέρει γαλήνην, πλήρωμα εσωτερικόν, και «φως ιλαρόν», που σημαίνει ότι πληροί τον άνθρωπον με χαράν και φαιδρότητα.
Διάφορος λοιπόν της χριστιανικής εκστάσεως ήτο και η έκστασις του Μωάμεθ: Κατά τας περιγραφάς της μουσουλμανικής παραδόσεως και τους υπαινιγμούς του Κορανίου, ο Μωάμεθ μετά το πέρας του οράματος κατελήφθη υπό φόβου και εξάψεως, η οποία του έφερε ρίγος και θέρμην συγχρόνως. Διά τούτο επέστρεψεν εσπευσμένως εις την γυναίκα του Χαντίτζια και εφώναξε˙ «κάλυψόν με δι’ ενός μανδύου (dithar), και ρίψον επ’ εμοί ψυχρόν ύδωρ» (Sura 73,1 και 74,1).
Το αιφνίδιον και συνταρακτικόν αυτό όραμα επροξένησε τοιαύτην φρίκην εις τον Μωάμεθ, ώστε επί αρκετόν χρόνον μετά ταύτα έπαυσε τελείως να δέχεται περαιτέρω αποκαλύψεις. Η μουσουλμανική παράδοσις αναφέρει ότι εσημειώθη επί τρία έτη διακοπή (fatra) εις το κήρυγμά του. Την φρίκην, η οποία κατέλαβε τον Μωάμεθ μετά την συνταρακτικήν αυτήν εμπειρίαν της αποκαλύψεώς του, περιγράφουν παραστατικώτατα οι πρώτοι στίχοι του 74ου κορανικού κεφαλαίου. Οι στίχοι αυτοί θεωρούνται υπό της μουσουλμανικής παραδόσεως ως η αμέσως μετά την διακοπήν της πρώτης αποκαλύψεώς επακολουθήσασα αποκάλυψις, η οποία εκάλεσε τον Μωάμεθ να εγερθή και να συνέχιση το κήρυγμά του.
«'Ώ συ, όστις εκάλυψας εαυτόν διά μανδύου (dithar). Εγέρθητι και προειδοποίησον (τους ανθρώπους της χώρας σου διά την τιμωρίαν του Θεού). Και αίνει τον Κύριόν σου! Κάθαρον τα ιμάτιά σου και απόφευγε το βδέλυγμα (της ειδωλολατρίας)».
Πάντα ταύτα δηλούν α)  ότι κατ’ αρχάς ο Μωάμεθ δεν είχε συνειδητοποιήσει την «αποστολήν» του. Η συνείδησις ότι είναι απόστολος του Θεού, μάλιστα δε η πρόθεσίς του να παρουσίαση εαυτόν ως προφήτην δεν ήτο το αρχικόν εις την συνείδησιν του σχέδιον. Είναι περισσότερον ορθόν να υποθέσωμεν, όπως πράττει ο Caetani, ότι έφθασεν εις την σύλληψιν των ιδεών του τούτων μόνον διστάζων και ψηλαφών. Καίτοι ο άγγελος εγνωστοποίησεν εις αυτόν ότι ήτο ο εκλεγείς προφήτης του Θεού, ο Μωάμεθ ημφέβαλλε περί της αληθείας του οράματός του. Εφοβείτο μάλιστα μήπως είχε καταληφθή υπό του δαίμονος και είναι θύμα διαβολικής απάτης και επενεργείας. Κατά την μουσουλμανικήν παράδοσιν η περίοδος της απομονώσεώς του διήρκεσε περί τα τρία έτη. Αίφνης όμως η περίοδος αύτη έληξε και ο χείμαρρος των θείων αποκαλύψεων ήρχισε να κατακλύζη αδιακόπως αυτόν μέχρι τέλους της ζωής του.
β)  Συνάγεται επίσης ότι η προφητική του Μωάμεθ συνείδησις διαμορφούται αρχικώς επί τη βάσει των αρχεγόνων παραστάσεων του λαού του. Την πρώτην βεβαίως αμυδράν περί προφητείας έννοιαν συνέλαβεν ούτος επί τη βάσει των ολίγων βιβλικών διδασκαλιών, τας οποίας ήκουσεν, αλλά ταύτην συνενέμειξε μετά μαγικών και μαντικών παραστάσεων του αυτοχθόνου αραβικού περιβάλλοντος. Τα λεκτικά σχήματα, το ύφος και ο έμμετρος λόγος των αρχικών του αποκαλύψεων φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των χρησμών και αφορισμών των αρχαίων αράβων μάντεων και οραματιστών (kuhhan).
Εν αρχή ούτος δεν εγνώριζε πολλά περί προφητείας. Περί των προφητών της Π. Διαθήκης ενημερώθη αργότερον και ελλιπώς. Άρα κατά την αρχικήν περίοδον των οραματισμών του, δεν ήτο δυνατόν ούτοι να αποτελέσουν τα καθοδηγητικά του πρότυπα. Μέχρις ου αναχθή εις την πεποίθησιν ότι είναι «απόστολος του Θεού», παρήλθε χρόνος, του οποίου την έκτασιν δεν δυνάμεθα να προσδιορίσωμεν ακριβώς. Αι περί προφητείας και αποκαλύψεως ιδέαι υπό την βιβλικήν αυτών έννοιαν ήσαν ξέναι εις τους Άραβας. Η ιδέα επίσης περί υπάρξεως οιουδήποτε ανθρώπου φορέως θείας αποκαλύψεως, εις τον οποίον ο Θεός εμπιστεύεται την θείαν επαγγελίαν, ίνα κομίση αυτήν εις τον λαόν του, δεν ήτο οικεία εις τους συγχρόνους αυτού Άραβας. Αντιθέτως ούτοι εγνώριζον τους εν μέσω αυτών υπάρχοντας «μάντεις» (kahin) και τους «οραματιζομένους ποιητάς» (sha‘ir), οι οποίοι τη επηρεία αγαθών δαιμόνων (jinn ή jann), εξ ων κατελαμβάνοντο, ηδύναντο να προφητεύσουν και να δώσουν χρησμούς περί των μυστηρίων του μέλλοντος. Ο «ποιητής» (sha‘ir) ετοποθετείτο επί του αυτού μετά του «μάντεως (kahin) επιπέδου και εθεωρείτο άνθρωπος του οποίου τα οράματα και τα σημεία ήσαν πλήρη σημασίας, διότι προέλεγον τα μέλλοντα. Κατά την εποχήν εκείνην ο άραψ ποιητής είχε τελείως μαγικόν χαρακτήρα και οι Άραβες επίστευον ότι ώφειλε την έμπνευσίν του εις τι δαιμόνιον, το οποίον εισήρχετο εν αυτώ. Ούτω sha‘ir εσήμαινε τον «γνώστην οραματιστήν». Ο δαίμων, ο οποίος εισήρχετο εις τον sha‘ir, δεν εισήρχετο ίνα εμπνεύση εις αυτόν ωραίους λόγους και ιδέας, αλλ’ ίνα διαφωτίση αυτόν περί των πραγμάτων εκείνων, των οποίων δεομένη η φυλή κατέφευγεν εις την πνευματικήν του βοήθειαν.
Άρα είναι φυσικόν να υποθέσωμεν ότι αρχικώς ο Μωάμεθ, πιεζόμενος εκ των εσωτερικών του παρορμήσεων και οραμάτων, εξεφράζετο κατά τον τρόπον οραματισμού των Αράβων μάντεων. Όπως οι μάντεις και οι οραματισταί, ούτω και αυτός είχε να είπη τι το σπουδαίον. Πράγματι, κατά τινα παράδοσιν την οποίαν αναφέρει ο Ibn Sa‘d, στηρίζων αυτήν επί του αρχαιοτέρου αξιοπίστου μάρτυρος της μουσουλμανικής παραδόσεως, του Urwa Ibn az-Zubair, ο Μωάμεθ παρουσιάζεται ειπών ποτέ εις την σύζυγον αυτού Khatija «Βλέπω φώς τι και ακούω φωνήν τινα. Φοβούμαι αληθώς μη τυχόν είμαι τις kahin».
Αι μετά των kahin ομοιότητες του Μωάμεθ παρουσιάζονται κυρίως εις τον τρόπον εκφοράς των αρχικών κορανικών αποκαλύψεων. Όπως οι χρησμοί του μάντεως ήσαν ιδιόμορφοι, ούτως είναι και αι αρχικαί αυτού αποκαλύψεις. Προς εκφοράν των χρησμών του ο μάντις εχρησιμοποίει τον ομοιοκατάληκτον έμμετρον και πεζόν ομού λόγον (το ομοιοκατάληκτον «πεζοτράγουδον»), τον αποκαλούμενον saj', ο οποίος αποτελείτο από βραχείας ρυθμικάς προτάσεις, διαφόρους όμως εκείνων της πραγματικής ποιήσεως. Υπ’ αυτήν ακριβώς την μορφήν του saj' εκφέρονται ου μόνον τα παλαιότερα (2), αλλ’ άπαντα τα κεφάλαια του Κορανίου (3). Κατά τα πρώτα όμως βήματα του κηρύγματός του ο Μωάμεθ ομιλών κατά τα εκστατικά πρότυπα των αράβων οραματιστών, εξέφραζε τας αποκαλύψεις του υπό μορφήν βραχέων και ελλειπτικών αφορισμών και είχε την εντύπωσιν ότι ενεπνέετο υπό θείου τινός πνεύματος (4), το οποίον αργότερον εταύτισε μετά του αγγέλου Γαβριήλ (5). Όπως δε οι μάντεις, επιθυμούντες να καταστήσουν πιστευτούς τούς χρησμούς των, ωρκίζοντο εις τον ουρανόν και την γην, εις το φώς και το σκότος, εις ζώα και φυτά, ούτω και ο Μωάμεθ εις το αρχικόν του κήρυγμα ομνύει εις την νύκτα, την ημέραν, τον εωθινόν, το όρος (Σινά), εις τον ουρανόν και τους αστέρας κ.λ.π. (6). Υπ’ αυτάς τας προϋποθέσεις δυνάμεθα να κατανοήσωμεν τους όρκους του αρχικού κηρύγματος του Μωάμεθ, οι οποίοι εκφέρονται αορίστως, άνευ λογικής συναφείας προς το ακολουθούν κείμενον. Έχοντες υπ’ όψει τους χρησμούς των μάντεων αυτών οι σύγχρονοι του Μωάμεθ Μεκκίται εταύτισαν αυτόν μετά των μάντεων τούτων (7).
Σημειωσεις
(2) Χαρακτηριστικά παραδείγματα των αρχικών κατά έμμετρον λόγον εκφερομένων αποκαλύψεων είναι τα κεφάλαια 90, 1- 16˙ 96, 1-8.
(3) Αι εικασίαι του Bell, καθ’ άς αι αρχικώταται εκφράσεις του Μωάμεθ δεν ήσαν έμμετροι, δεν φαίνονται πιθαναί (Muhammed’s Call, 13 - 19 και Muhammad’s Visions 145 - 154).
(4) Sura 16, 104 (102)˙ 26, 193.
(5) Sura 2, 91 (97).
(6) Sura 93, 1 εξ.˙ 103, 1˙ 84, 16 - 18˙ 74, 35 - 37˙ 92,1 - 3˙ 89, 1 - 4˙ 53, 1˙ 86,1˙ πρβλ. 81, 15- 18˙ 56, 74 εξ., 86, 11 εξ.˙ 91, 1- 8.
(7) Sura 52, 29˙ 69, 42.
Αι ομοιότητες όμως και αι επιρροαί αύται δεν πρέπει να υπερτονισθούν, διότι το κορανικόν κήρυγμα καθ’ εαυτό ελαχίστην έχει σχέσιν προς τους αφορισμούς των αράβων μάντεων. Πολύ ενωρίς ο Μωάμεθ κατεπολέμησε την ιδέαν της μετά των kahin και sha'ir ταυτίσεώς του. Τα περί kahin και sha'ir ομιλούντα κορανικά χωρία σκοπούν να άρουν τας κατά του Μωάμεθ κατηγορίας και να δηλώσουν απεριφράστως την πλήρη προς αυτούς αντίθεσίν του (1). Ήδη αι αμφιβολίαι του μήπως είναι kahin δηλούν ότι εξ αρχής διέστελλεν εαυτόν και το κήρυγμά του εκ της μαντικής επενεργείας. Ενωρίς αι αόριστοι περί τας βιβλικάς αληθείας γνώσεις του ωδήγησαν αυτόν μακράν των μάντεων. Διά τούτο τονίζει ότι έρχεται ως απλούς απόστολος του Θεού, ο οποίος δεν ζητεί μισθόν ως οι μάντεις, δεν θέλει να έχη σχέσιν προς τους δαίμονας της πολυθεΐας, αλλά προς τον μόνον Θεόν. Ούτω φαίνεται ότι εξ αρχής είχεν αποκτήσει ασαφή τινα περί προφητείας αντίληψιν, και προς αυτήν συνεχώς έτεινε. Βεβαίως κατ’ αρχάς εις τον τρόπον εκφοράς των αποκαλύψεών του έχει υπ’ όψει τους μαντικούς χρησμούς, καθ’ ους δεν ομιλεί ο μάντις, αλλά το πνεύμα, ο δε μάντις ακούει και ανακοινώνει. Το αυτό ποιεί και ο Μωάμεθ˙ ακούει τον ουράνιον μηνυτήν και ανακοινώνει τας αποκαλύψεις του. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι παραμένει συνεχώς εις τον πρωτόγονον τρόπον εμπνεύσεως. Αντιθέτως φαίνεται ότι πολύ ενωρίς επηρεάσθη εκ της βιβλικής παραδόσεως, αλλά και εξ αναλόγων γνωστικών αντιλήψεων.
Ήδη εις την Παλαιάν Διαθήκην η ακοή είναι αίσθησις προηγουμένη της οράσεως. Ο Θεός απεκαλύφθη εις τους προφήτας δι’ ακροάσεων και όχι δι’ οράσεων. Ο Θεός προσκαλεί τον Μωυσή επί του όρους Σινά και ομιλεί μετ’ αυτού˙ αλλ’ όταν ο Μωυσής παρακαλή τον Θεόν να εμφανίση εις αυτόν το πρόσωπόν του, ο Θεός απαντά˙ «ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου˙ ου γάρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται» (2) . Η ιστορία αύτη της Βίβλου αποδίδεται, διά τινων κατά μυθικόν τρόπον εκφερομένων παραλλαγών, και εις το Κοράνιον (3) . Άπαντα τα οράματα του Μωάμεθ σχετίζονται προς τον άγγελον του Θεού, όχι προς αυτόν τον Θεόν (4) .
Αν αρχικώς επίστευσεν ότι είδε τον ίδιον τον Θεόν, τούτο ήτο πεποίθησις, την οποίαν έζησεν υπό τον πυρετόν του αρχικού του οίστρου και των οραμάτων. Συν τω χρόνω όμως ούτος γίνεται νηφαλιώτερος και αι εμπνεύσεις του πραγματοποιούνται τη επηρεία του αγγέλου.Sura 52, 29 εξ.˙ 69, 41 εξ.˙ 37, 35 (36)˙ 21,5. Έξοδος 33, 18 εξ.
Sura 7, 139 (143). Πρβλ. περί των βιβλικών πηγών, εξ ων ηντλήθησαν αι ανάλογοι κορανικαί απόψεις, Speyer, Die bibl. Erzahl. im Qoran, 141. Πρβλ. Ηοrovitz, εν Der Islam 9 (1919) 159 – 160.

Ν.Π.Βασιλειάδη.
Bαθύτατη επίδραση στην όλη Θρησκευτική εξέλιξη του Μωάμεθ άσκησε ο εξάδελφος της Κατίτζας ο Ουάρακας. Ο Ουάρακας ήταν κατ’ άλλους μεν Εβραίος κατ’ άλλους δε hanif. Άλλοι νομίζουν ότι ήταν διανοούμενος τον οποίο δεν ικανοποιούσε η παλιά θρησκεία. Υπάρχει και η άποψη ότι ήταν χριστιανός και «εκ περισσού αστρολόγος». Γνώστης της εβραϊκής και της ελληνικής ο Ουάρακας μετέφρασε στην αραβική αποσπάσματα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Ο εξάδελφος της Κατίτζας έδωσε στον Μωάμεθ πολλές πληροφορίες περί της Παλαιάς και της καινής Διαθήκης καθώς επίσης και περί των εβραϊκών παραδόσεων της Μίσνας και του Ταλμούδ, τις οποίες ο Μωάμεθ μετέφερε κατόπιν στο Κοράνιο.
Όλες αυτές οι γνώσεις τις οποίες ο Μωάμεθ αποθησαύριζε στην αφάνταστα ισχυρή μνήμη του αύξησαν τη δυσμένειά του κατά της ποταπής και πολυωνύμου ειδωλολατρίας των διαφόρων αραβικών φυλών. Και αποφάσισε να προχωρήσει σε θρησκευτική αναμόρφωση με βάση τις αρχές του Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού. Τις υψηλές όμως αρχές των δύο αυτών μονοθεϊστικών θρησκειών άρχισε να τις συγχωνεύει με δικές του σκέψεις και στοχασμούς. Διότι ο Μωάμεθ ήταν μεν αγράμματος αλλά πολύ ευφυής. Διέθετε δε πνεύμα οργανωτικό και νεωτεριστικό. Οι θαυμαστές του έλεγαν ότι ήταν απαίδευτος μεν αλλά σοφότατος. Σκοπός του ήταν να ανατρέψει την ειδωλολατρία και να συνενώσει τους Άραβες σε ένα λαό με μία μονοθεϊστική θρησκεία και κάτω από μία πολιτική εξουσία.
Είχε ήδη πεισθεί ότι η αληθινή θρησκεία απεκαλύφθη στον Αδάμ. Αλλά, κατά την άποψη του Μωάμεθ, ο οποίος διέθετε ισχυρό νου, ευφράδεια, θέληση, επιμονή, προσεκτική ζωή και πλούτο πολύ, η πίστη εκείνη είχε παρανοηθεί και διαφθαρεί από την ειδωλολατρία. Γι’ αυτό ο Θεός έστειλε στον κόσμο προφήτες, όπως π.χ. τον Νώε, τον Αβραάμ, τον Ιησούν Χριστόν. Όμως οι άνθρωποι αποστάτησαν και πάλιν. Έπρεπε, συνεπώς, να επανέλθουν στο δρόμο της αλήθειας. Προς τον σκοπό αυτό χρειαζόταν, κατά την αντίληψη του Μωάμεθ, ένας νέος προφήτης απεσταλμένος από τον Θεόν.
Όλα αυτά είχαν βυθίσει τον Μωάμεθ σε βαθειά συλλογή. Άρχισε να απομονώνεται σε ερημικό τόπο και να στοχάζεται. Ήταν τότε σαράντα ετών. Ιδιαίτερα κατέφευγε σε μια σπηλιά, που ονομαζόταν Χίρα (Hira) ή Χαράα και απείχε περίπου τρία χιλιόμετρα από τη Μέκκα. Κατά τον Washington Irving (Ουάσιγκτων Έρβιγκ) «τόσον έντονος απασχόλησις της διανοίας του επί ενός ζητήματος δεν ήτο δυνατόν παρά να επιδράση επ' αυτού, ο Μωάμεθ δε ήρχισε να πίπτη εις εκστάσεις και να έχη κρίσεις καταλήψιας. Πολλάκις έχανε την συναίσθησιν των πέριξ και έπιπτε κατά γης αναίσθητος»(18). Όταν η Κατίτζα, γεμάτη ανησυχία, θέλησε να μάθει την αιτία των παροξυσμών αυτών, ο Μωάμεθ απαντούσε με υπεκφυγές.
Για τις παραισθήσεις και τους παροξυσμούς του Μωάμεθ έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς διάφορες γνώμες.
«Τινές των εχθρών του αποδίδουν τας κρίσεις αυτάς εις επιληψίαν, αλλ’ οι πιστοί Μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι αύται ήσαν προπαρασκευαστικοί της μελλούσης προφητικής αποστολής του. Διότι έκτοτε — λέγουν οι πιστοί (Μουσουλμάνοι) — η θέλησις του Υψίστου ήρχισεν αποκαλυτπομένη, καίτοι αορίστως εις αυτόν»(19).
Ο δρ. Γουσταύος Βάϊλ στο έργο του «Μωάμεθ ο προφήτης» εξετάζει εκτενώς το ζήτημα των επιληπτικών κρίσεων του Μωάμεθ. «Γενικώς επιστεύετο, ότι εχαρακτήρισαν ως επιληπτικόν τον Μωάμεθ οι εχθροί του και Χριστιανοί τινες συγγραφείς. Εν τούτοις, φαίνεται ότι τα περί ασθενείας του προφήτου εβεβαιώθησαν υπο τινων εκ των παλαιοτέρων Μουσουλμάνων συγγραφέων, επί τη βάσει των λεχθέντων υπό των οικείων του. Κατ' αρχάς, λέγουν ούτοι, ο Μωάμεθ κατελαμβάνετο υπό τρόμου και έπιπτεν εις αναισθησίαν σπασμών ενώ δε το μέτωπόν του ίδρωνεν οσονδήποτε ψυχρός και αν ήτο ο καιρός και από του στόματός του εξήρχετο αφρός, αυτός έμενε με κλειστούς τους οφθαλμούς, εκβάλλων ανάρθρους κραυγάς. Η Αϊσά, μία των συζύγων του, και ο Ζεΐδ, εις των μαθητών του, αναφέρονται ως μαρτυρήσαντες περί της ασθενείας του. Οι πιστοί του εφρόνουν ότι κατά τας κρίσεις ταύτας απεκαλύπτοντο εις τον Μωάμεθ αι θείαι αλήθειαι. Βέβαιον όμως είναι ότι ο Μωάμεθ είχε τοιαύτας κρίσεις εν Μέκκα προ της αποκαλύψεως του Κορανίου εις αυτόν. Η Κατίτζα εφοβείτο, ότι ο σύζυγός της κατείχετο υπό κακοποιών πνευμάτων και ήθελε να καταφύγη εις εξορκιστάς, αλλ’ ο σύζυγός της την ημπόδισε, διότι δεν ήθελε να τον βλέπουν όταν υπέφερεν» (20).
Ο George W. Gilmore (Τζώρτζ Ούιλλιαμ Γκίλμορ) αναφέρει, ότι ο Μωάμεθ «εκληρονόμησε από τη μητέρα του μια νευρική, ευέξαπτη ιδιοσυγκρασία και μια ροπή προς την επιληψία, που είχε εκδηλωθεί με ένα σπασμό (παροξυσμό) στην ηλικία των τεσσάρων και εξ ετών και αργότερα με επανειλημμένες υποτροπές σε μια καταληπτική κατάσταση, που τελικά τέθηκε υπό έλεγχο»(21).
Οι Βυζαντινοί, όπως ο Θεοφάνης (+917) στη «Χρονογραφία» του, ο Γεώργιος Αμαρτωλός στο «Χρονικό» του, ο Βαρθολομαίος ο Εδεσσηνός και ο Ευθύμιος ο Ζιγαβηνός, υποστηρίζουν την περί επιληψίας άποψη. Προσθέτουν μάλιστα και στοιχεία, που είναι προσφιλή στη σύγχρονη ψυχανάλυση. Διότι ομιλούν και περί συζυγικών δυσκολιών με τη σύζυγό του, ένεκα της επιληψίας του Μωάμεθ, και περί μεσολαβήσεως ενός φίλου του Χριστιανού αιρετικού μοναχού, ο όποιος ήταν «εξόριστος εις εκείνα τα μέρη δια κακοπιστίαν». Αυτός «εξ υποθήκης του Μωάμεθ», δηλαδή κατόπιν συμβουλής και προτροπής του Μωάμεθ, επληροφόρησε την Κατίτζαν ότι ο σύζυγός της δεν πάσχει από συνήθη ασθένειαν. Αλλά κάθε φορά, που «βλέπει» τον αρχάγγελο Γαβριήλ, μη μπορώντας να υποφέρει «την φοβερόν επιφάνειαν» (=εμφάνιση, λάμψη) πέφτει σ’ αυτό «το πάθος» (= το νόσημα, την ασθένειαν)(22)!...
Έτσι εξήγησε ο εξόριστος αιρετικός μοναχός την οπτασία, που ισχυριζόταν ότι είδε κατά τη μόνωσή του ο Μωάμεθ στο σπήλαιο Χίρα (ή Χαράα) το 610 μ.Χ. (κατ’ άλλους το 609 μ.Χ.).

Ο Μωάμεθ βρισκόταν τότε — τον μήνα του ραμαζανίου (23) — ξα-πλωμένος στο σπήλαιο. Εκεί, κατά τον ισχυρισμό του, τον πλησίασε ένας άγγελος με... 700 φτερούγες(!), ο όποιος του παρουσιάσθη υπό μορφή ανθρώπου, ξεδίπλωσε ένα μετάξινο ύφασμα πάνω στο όποιο υπήρχαν γράμματα και τον διέταξε:
«Διάβασε»! «Δεν μπορώ», απάντησε ο Μωάμεθ, «δεν γνωρίζω ανάγνωση». Τότε ο άγγελος τον κράτησε και του επανέλαβε: «Ανάγνωσε! Ανάγνωσε! Ανάγνωσε!». Ο άγγελος άρχισε να αναγινώσκει και ο Μωάμεθ επανελάμβανε (24). Εκείνη ήταν η πρώτη «αποκάλυψη», που δέχτηκε ο Μωάμεθ, ο όποιος καθ’ υπαγόρευση του αγγέλου εδιάβασε τους πρώτους πέντε στίχους του Κορανίου: «Διάβασε με το όνομα του Κυρίου σου, που δημιούργησε. Έπλασε τον άνθρωπο από ένα (απλό) θρόμβο πηκτού αίματος. Διάβαζε! Και ο Κύριός σου είναι ο πλέον Γενναιόδωρος, που δίδαξε (τη χρήση) της Γραφίδας (της πέννας), δίδαξε τον άνθρωπο, ό,τι δεν ήξερε» (Στάδιο 96, Διάβασε, η Προκήρυξε η ο θρόμβος πηκτού αίματος, εδάφ. 1 - β)(25).
Το επόμενο πρωί ο Μωάμεθ γεμάτος δέος, και βασανιζόμενος από προβληματισμούς, διηγήθηκε το περιστατικό στη σύζυγό του. Η Κατίτζα, που τον υπεραγαπούσε και εφ’ όσον είχε πείσθει από τον αιρετικό μοναχό, ότι ο άγγελος που εμφανίστηκε στον Μωάμεθ ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, εβεβαίωσε τον ταραγμένο σύζυγό της ότι το πρόσωπο, που του είχε εμφανιστεί, ήταν πράγματι ο αρχάγγελος αυτός! Η σύζυγός του, που ως τότε ανησυχούσε υπερβολικά, και η όποια «είχε πίστιν, ήτις συνεδυάζετο προς την ευπιστίαν αγαπώσης συζύγου, είδε εις την εμφάνισιν του αγγέλου την πλήρωσιν των πόθων του ανδρός της και το τέλος των παροξυσμών και των στερήσεων»(26).
Αφού η Κατίτζα βοήθησε το σύζυγό της να καθησυχάσει, ανακοίνωσε το περιστατικό και στον εξάδελφό της Ουάρακα, τον μεταφραστή των Γραφών και σύμβουλο του Μωάμεθ στα ζητήματα της θρησκείας. Ο Ουάρακας με τη σειρά του εβεβαίωσε και αυτός τον Μωάμεθ ότι το άγγελμα προερχόταν από τον Θεόν, κομιστής του δε ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ! Ο Μωάμεθ έκανε λόγο για την «αποκάλυψη» αυτή και στον πιστό δούλο του Ζεΐντ, ο όποιος επίστευσε. Έτσι οι πρώτοι, που πίστεψαν ότι ο Μωάμεθ ήταν ήδη προ¬φήτης, ήσαν η σύζυγός του, ο Ιουδαιοχριστιανός αιρετικός Ουάρακας και ο Ζεΐντ. Αργότερα προσετέθη στους πιστούς του Μωάμεθ και άλλος συγγενής του, ο Αμπού Μπέκρ (Abu Bakr). Ο τελευταίος προσηλύτισε στη νέα πίστη και άλλους πέντε αρχηγούς της Μέκκας- αποτέλεσε δε μαζί μ’ αυτούς ομάδα των «έξι συντρόφων» του Μωάμεθ, των όποιων τα απομνημονεύματα αποτέλεσαν τις παραδόσεις του Ισλάμ.
Μετά από μακρά διακοπή — ίσως και τριών ετών — οι αποκαλύψεις επανελήφθησαν. Όμως η κοινοποίησή τους προκαλούσε, ανάλογα με το ακροατήριο, συμπάθεια ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του Μωάμεθ. Τα πρώτα βήματα του Μωάμεθ ήσαν δειλά και διατακτικά, οι δε προσχωρήσεις στη νέα θρησκεία περιορισμένες. Οι προσήλυτοι, που δεν είχαν υπερβεί τους 40, συνέρχονταν μυστικά για να προσευχηθούν. Ωστόσο οι φανατικοί ειδωλολάτρες τους είχαν ανακαλύψει. Ακόμη και συγγενείς του Μωάμεθ ήσαν εξοργισμένοι εναντίον του• από δε τους πιο αμείλικτους εχθρούς του ήταν ο θείος του Αμπού Λάχαμπ. Ο Μωάμεθ έγινε πολύ σκεπτικός, αφαιρείτο, το δε βλέμμα του ήταν βλοσυρό. Οι φίλοι του ανησυχούσαν για την υγεία του, ενώ οι εχθροί του διέδιδαν ότι παρεφρόνησε(27).
Παραπομπές:
18 ΟΥΑΣΙΓΚΤΩΝ ΕΡΒΙΓΚ, Μωάμεθ..., σελ. 42. 19 ΟΥΑΣΙΓΚΤΩΝ ΕΡΒΙΓΚ, Μωάμεθ..., όπ.π.
20 ΟΥΑΣΙΓΚΤΩΝ ΕΡΒΙΓΚ, Μωάμεθ..., όπ.π. σελ.45-46, 21 βλ.Αρθρο Mohammed, Mohammedanism, στη The NS-HE of R N.vol VII p.436. 22 Θεοφάνους Χρονογραφία έκδ. C de Bour (1883) ,Γεωργ. Αμαρτωλού «Χρονικόν» βιβλ.Δ235 pg110 865 BC Eυθυμίου του Ζιγαβηνού, πανοπλια δογματική pg 130 1333B ΠΡΒΛ. Βαρθολομαίου Εδεσσηνού Έλεγχος Αγαρηνού pg 104 1428BC . Νεότεροι συγγραφείς δέχονται την άποψη περί επιληψίας του Μωάμεθ ο οποίος παρέδωσε το Κοράνιο στους ανθρώπους σε επιληπτική κατάσταση.
23 Ραμαζάνι: Ένας από τους μήνες της Αραβικής σεληνιακής χρονιάς. Κατά τον μήνα αυτόν άρχισε η «άποκάλυψη» του Κορανίου. Στη συνέχεια ο μήνας αυτός ορίσθηκε επίσημα από το Κοράνιο ως μήνας νηστείας . 24. Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Επισκόπου Ανδρούσης Ισλάμ σελ.77
25. Κοράνιο σελ.931. 26. Ουάσιγκτον Ερβιγκ Μωάμεθ σελ.44. 27. Ουάσιγκτον Ερβιγκ Μωάμεθ σελ.48
(Ν. Π. Βασιλειάδη, Ορθοδοξία Ισλάμ και Πολιτισμός, εκδ. ο Σωτήρ, 2007, σελ. 21-26)

1ο Κείμενο   (Οι Θρησκείες, Εκδοτική Αθηνών). 
Μετεμψύχωση ή Μετενσάρκωση ή Μετενσωμάτωση. Η σύμφωνη με τις θρησκευτικές δοξασίες ορισμένων λαών μετάβαση της ψυχής, μετά το θάνατο από ένα σώμα σε άλλο, σε μία νέα ή περισσότερες διαδοχικές υπάρξεις, που μπορεί να είναι άνθρωποι, ζώα ή φυτά. Σύμφωνα με απόκρυφες διδασκαλίες, ως μετενσάρκωση νοείται η επάνοδος του ανθρώπινου πνεύματος στο φυσικό πεδίο σαν συνέχεια μιας ή περισσότερων υλικών υποστάσεων, δεδομένης της πίστης ότι κάθε ανθρώπινη οντότητα είναι μέρος του Υπέρτατου όντος. Έτσι ο άνθρωπος ως πνεύμα απορρέει από το θείο πνεύμα και με σειρά υλικών υπάρξεων αποκτά τη γνώση μέσω της εμπειρίας και αναπτύσσει τις εν δυνάμει θείες ιδιότητές του ως το στάδιο του τέλειου ανθρώπου. Η θεοσοφική διδασκαλία, επηρεασμένη από το Βουδδισμό, τον Ινδουισμό και ρεύματα του Αποκρυφισμού, υποστηρίζει ότι, για να φτάσει ο άνθρωπος στην τελειότητα, απαιτείται να περάσει από πολλές μετενσαρκώσεις.
Σε Πρωτόγονες θρησκείες είναι διαδεδομένη η πίστη σε πολλαπλές ψυχές, δηλ. πιστεύεται ότι η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα από το στόμα ή τη μύτη και ξαναγεννιέται σαν πουλί, πεταλούδα, έντομο κλπ. Ορισμένες φυλές της Αφρικής πιστεύουν ότι το λιοντάρι είναι φορέας ψυχών βασιλέων, ενώ άλλες δέχονται μόνο μια νέα γέννηση, δηλ. ότι η ψυχή ενός ανθρώπου εμφανίζεται σ' ένα παιδί, πιθανώς της επόμενης γενιάς.
Στην αρχαία Ελλάδα τις παραπάνω διδασκαλίες εκπροσώπησαν κυρίως οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι. Κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο, 8,77 Long, ο Εμπεδοκλής (5ος αι. π.Χ.) δίδασκε ότι και την ψυχήν παντοία είδη ζώων και φυτών ενδύεσθαι φησί γούν ήδη γάρ ποτ' έγώ γενόμην κουρός τε κόρη τε / θάμνος τ' οιωνός τε και έξαλος έμπυρος ιχθύς. Ο Πλάτων αναφέρει την ιδέα της μετενσωμάτωσης των ψυχών, και στο διάλογό του Φαίδων, στηρίζει αυτή την αντίληψη, επικαλούμενος από τη μια ένα νόμο των αντιθέτων, σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον ο θάνατος προέρχεται από τη ζωή, πρέπει και η ζωή να γεννιέται από το θάνατο, και από την άλλη τη θεωρία του για την ανάμνηση, σύμφωνα με την οποία «το να μαθαίνει κανείς σημαίνει να θυμάται, να επαναφέρει στη μνήμη του ό,τι γνώρισε σε προηγούμενη ύπαρξη (προβεβιωμένους βίους)». Αυτές οι αντιλήψεις καλλιεργήθηκαν αργότερα στις διδασκαλίες των Νεοπυθαγορείων και των Νεοπλατωνικών.
Οι σημαντικότερες θρησκείες, που περιέχουν την πίστη στη μετενσωμάτωση, είναι οι ασιατικές και κυρίως ο Ινδουισμός, ο Τζαϊνισμός, ο Βουδδισμός και ο Σικχισμός. Βασικός άξονας της διδασκαλίας αυτών των θρησκειών είναι το δόγμα του Κάρμα, ως νόμου αιτίας και αποτελέσματος, το οποίο δηλώνει ότι κάθε πράξη της παρούσας ζωής θα επηρεάσει αρνητικά ή θετικά τη μετέπειτα ζωή.
Στον Ινδουισμό θεωρείται ότι η διαδικασία των μετενσωματώσεων είναι ατέλειωτη και κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τον τροχό της ζωής (Σαμσάρα), την ανακύκληση των μεταβιώσεων, και ν' αποκτήσει τελικά τη σωτηρία (Μόξα), παρά μόνο εφόσον συνειδητοποιήσει ότι η ατομική ψυχή (Άτμαν) και η απόλυτη ψυχή (Βράχμαν) ταυτίζονται.
Κατά το Βουδδισμό η ανθρώπινη ζωή συνεχίζεται μετά το θάνατο σε νέες, ανώτερες ή κατώτερες, μορφές ύπαρξης, σύμφωνα με το νόμο του Κάρμα. Κερδίζοντας την απάθεια μέσω πειθαρχίας και διαλογισμού, μπορεί κανείς ν' απελευθερωθεί από τον κύκλο των διαδοχικών γεννήσεων και να φτάσει στη Νιρβάνα.
Ο Τζαϊνισμός περιλαμβάνει την πίστη σε μια απόλυτη ψυχή και υποστηρίζει ότι η «πυκνότητα» του Κάρμα επηρεάζεται από τις πράξεις των προσώπων, δηλ. ότι το βάρος του παλαιού Κάρμα προστίθεται στο νέο Κάρμα, που αποκτάται κατά την προσεχή ύπαρξη, ώσπου η ψυχή να απελευθερωθεί μέσω διαφόρων θρησκευτικών επιταγών και να λυτρωθεί οριστικά.
Ο Σικχισμός βασίζεται στην ινδουιστική θεώρηση του κόσμου, αλλά διδάσκει επί πλέον ότι μετά την έσχατη κρίση οι ψυχές, οι οποίες έχουν μετενσωματωθεί σε διάφορες υπάρξεις, θ' απορροφηθούν από το Θεό.
Ανάλογες αντιλήψεις για μετενσωμάτωση των ψυχών φαίνεται ότι υπήρχαν στους Δρυίδες της Δ. Ευρώπης, ενώ στις ιρλανδικές παραδόσεις αναφέρεται η εκ νέου γέννηση των ηρώων. Επίσης, σύμφωνα με το Βιβλίο των νεκρών των Μάγιας, ο θάνατος είναι απλώς μια εξελικτική φάση της κυκλικής πορείας από τη ζωή στο θάνατο και από το θάνατο στη ζωή, μέσω των μετενσωματώσεων.
Γενικά η μετεμψύχωση και η μετενσάρκωση δεν είναι αποδεκτές από τον Ιουδαϊσμό (αν και γίνονται σαφείς υπαινιγμοί στην Καββάλα), από το Χριστιανισμό και από το Ισλάμ όπου, κατά το σχετικό Βιβλίο των νεκρών, ο θάνατος είναι η αρχή νέας ζωής, ανεξάρτητα από την ενσώματη ζωή, που αποτελεί απλώς ένα σταθμό στο μεγάλο ταξίδι της ψυχής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: G. Adler, Wiedergeboren nach dam Tode?. Frankfurt 1977. W.D. O'Flaherty (εκδ), Karma and Rebirth in Classical Indian Traditions: Berkeley 1980 R. Passian, Wiedergeburt: Munchen 1985. (Γ. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΥ)
2ο Κείμενο     (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια,τόμος 8, εκδ. Α. Μαρτίνος)
MΕΤΕΜΨΥΧΩΣΙΣ  Καλείται ούτως η πίστις ότι η ψυχή του ανθρώπου εισέρχεται μετά θάνατον εις διάφορα σώματα, ανθρώπων ή ζώων και διανύει και άλλην ζωήν προκειμένου να καθαρθή ηθικώς ή να τιμωρηθή δια τας αμαρτίας της. Πολλάκις πρόκειται περί αιωνίας ανακυκλήσεως υπάρξεων, περί διαδοχικών μετενσωματώσεων, μέχρις ου επέλθη μία πλήρης κάθαρσις της ψυχής. Τας μορφάς των μετενσωματώσεων καθορίζει πάντοτε ο βαθμός των αμαρτιών. Η μετεμψύχωσις καλείται επίσης μετενσάρκωσις, μετενσωμάτωσις ή και ενσάρκωσις. Ορθότερον πάντως είναι να καλήται αύτη μετενσωμάτωσις ή μετενσάρκωσις και όχι μετεμψύχωσις, διότι δεν πρόκειται περί «εμψυχώσεως» της ψυχής, αλλά περί εισόδου αυτής εις διάφορα εκάστοτε σώματα.

Η πίστις εις την μετενσωμάτωσιν είναι πολύ παλαιά. Απαντάται το πρώτον παρ’ Ινδοίς, πολύ προ του Βουδδισμού, εις τα κείμενα των Ουπανισάδων. Εις ένα απ’ αυτά αναγινώσκομεν: «Όπως μία κάμπη, όταν φθάση εις το άκρον του ψύλλου, μίαν άλλην αρχήν πιάνει και προς τα εκεί το σώμα της σύρει, ούτως επίσης και η ψυχή, όταν αποτινάξη το σώμα και απαλλαγή από την άγνοιαν, συλλαμβάνει μίαν άλλην αρχήν και προς τα εκεί οδηγεί εαυτήν. Όπως ένας χρυσοχόος λαμβάνει από ένα έργον τέχνης το υλικόν και απ’ αυτό σφυρηλατεί μίαν νέαν, διαφορετικήν, ωραιοτέραν μορφήν, ούτω και η ψυχή, αφού αποτινάξη το σώμα και απαλλαγή από την άγνοιαν, δημιουργεί δια τον εαυτόν της μίαν άλλην, νέαν, ωραιοτέραν μορφήν, είτε των προγόνων... είτε των θεών... είτε άλλων όντων...».
Ο λόγος των μετενσωματώσεων κατά τα βραχμανιστικά αυτά κείμενα είναι η άγνοια ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι εν με την ψυχήν του παντός, η άγνοια της ταυτότητος Άτμαν και Βράχμαν. Ο βραχμανιστής πιστεύει ότι δια των καλών έργων του δύναται να μεταβή από μίαν κατωτέραν μορφήν υπάρξεως εις μίαν ανωτέραν. Επειδή όμως θεωρεί την ζωήν πλήρη θλίψεως και πόνου, προτιμά το τελειωτικόν σταμάτημα των μετενσωματώσεων και το βύθισμα εις την κοσμικήν ψυχήν.
Η βασική εξ άλλου πλάνη και αμαρτία του ανθρώπου είναι η ιδέα ότι είναι κάτι διαφορετικόν και ανεξάρτητον από την ψυχήν του κόσμου, και η αντίληψις ακριβώς αυτή προκαλεί τας ατελευτήτους μετενσωματώσεις και κατ’ ακολουθίαν την διαιώνισιν του πόνου. Εις τον Βουδδισμόν η ιδέα της μετενσωματώσεως αποτελεί βασικόν δόγμα. Επεξηγείται μάλιστα το φαινόμενον, θεωρούμενον ως αποτέλεσμα της τάσεως προς την ζωήν. Η βούλησις προς την ζωήν είναι ακριβώς εκείνη, η οποία ως αναγκαστική αιτία προκαλεί την νέαν ζωήν, την νέαν γέννησιν και ενσάρκωσιν.
Επί ελληνικού εδάφους συναντώμεν την θεωρίαν της μετενσωματώσεως εις τον Πυθαγόραν, ο οποίος, κατά την έκθεσην του Ηροδότου, παρέλαβε ταύτην εκ των Αιγυπτίων: «πρώτοι.., τόνδε τον λόγον Αιγύπτιοί είσιν οι ειπόντες ως ανθρώπου ψυχή αθάνατός έστι, του σώματος δε καταφθίνοντος εις άλλο ζώον αεί γινόμενον εσδύεται, επέαν δε πάντα περιέλθη τα χερσαία και τα θαλάσσια και τα πετεινά, αύτις ές ανθρώπου σώμα γινόμενον εσδύνειν, την περιήλυσιν δε αυτή γίνεσθαι εν τρισχιλίοισι έτεσι. Τούτω τω λόγω εισίν, οι Ελλήνων εχρήσαντο, οι μεν πρότερον, οι δε ύστερον, ως ιδίω εαυτών εόντι..» (Ήροδ., Ίστορ. II, 123).
Εκ του Πυθαγόρου παραλαμβάνει την θεωρίαν της μετενσωματώσεως ο Πλάτων. Εις τον Φαίδωνά του γράφεται: «Ενδούνται δε (αι ψυχαί των φαύλων), ώσπερ εικός, εις τοιαύτα ήθη οποί’ άττ' αν και μελετηκυίαι τύχωσιν εν τω βίω... Οίον τας μεν γαστριμαργίας τε και ύβρεις και φιλοποσίας μεμελετηκότας και μη διευλαβημένους εις τα των όνων γένη και των τοιούτων θηρίων εικός ενδύεσθαι... τους δε γε αδικίας τε και τυραννίδας και αρπαγάς προτετιμηκότας εις τα των λύκων τε και ιεράκων και ικτίνων γένη... οι την δημοτικήν και πολιτικήν αρετήν επιτετηδευκότες...εικός εστίν εις τοιούτον πάλιν αφικνείσθαι πολιτικόν τε και ήμερον γένος, ή που μελιττών ή σφηκών ή μυρμήκων, ή και εις ταυτόν γε πάλιν το ανθρώπινον γένος, και γίγνεσθαι εξ αυτών άνδρας μετρίους» (XXXI).
Μόνον ο φιλόσοφος, ο οποίος είναι καθαρός από τας επιθυμίας του σώματος και τας επιδράσεις των αισθήσεων, απαλλάσσεται αυτής της περιπέτειας, αξιούμενος ευθύς μετά τον θάνατον «της του θείου τε και καθαρού και μονοειδούς συνουσίας».
Σημειωτέον όμως ότι η περί μετενσωματώσεως θεωρία παρά Πλάτωνι ευρίσκεται εις τα περιθώρια της φιλοσοφίας του μαζί με τον ασκητισμόν του, αμφοτέρων ανατολικών επιδράσεων. Πάντως εις τον Πλάτωνα φθάνουν δια της πυθαγορείου φιλοσοφίας, η οποία φέρει αρκετά θρησκευτικά στοιχεία. Περαιτέρω μετά τον Πλάτωνα η δοξασία της μετενσωματώσεως φιλοξενείται εις το φιλοσοφικόν σύστημα του Πλωτίνου, το οποίον έχει μεταβληθή σχεδόν εις θρησκείαν.
Οπωσδήποτε η ιδέα της μετενσωματώσεως μετά των ασκητικών προϋποθέσεών της είναι ανατολικής προελεύσεως και ξένη προς τον ορθολογιστικόν χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Είναι, καθώς παρετηρήθη, «ξένη σταγών εις ελληνικόν αίμα». Η είσοδός της εις τον ελληνικόν χώρον συνετελέσθη δια του Ορφισμού και του Πυθαγορισμού.
Σήμερον την αντίληψιν περί μετενσωματώσεων συναντώμεν μεταξύ των φαντασιοκοπημάτων της Θεοσοφίας και του Πνευματισμού, παρά τω οποίω η μετενσωμάτωσις είναι και πάλιν μέσον καθάρσεως, ενώ συγχρόνως υφίσταται και ως λαϊκή δοξασία αορίστου μορφής. Η πίστις εις την μετενσωμάτωσιν είναι οπωσδήποτε μία απλή εικασία, όχι απλώς πιθανή, αλλ’ εντελώς φανταστική, διότι ελλείπουν εντελώς αι ενδείξεις, αι οποίαι θα ηδύναντο να καταστήσουν πιθανήν την ύπαρξιν ενός τοιούτου φαινομένου. Παρά ταύτα η δοξασία αύτη δεν πρέπει να θεωρηθή ως εν αυθαίρετον δημιούργημα της φαντασίας. Αντιθέτως πρέπει να εξετασθούν οι λόγοι, οι οποίοι ωδήγησαν εις την σύλληψιν της ιδέας ταύτης.
Οι λόγοι ούτοι είναι καθαρώς ηθικοί, είναι δηλ. η ανάγκη καθάρσεως της ανθρωπίνης ψυχής. Η κάθαρσις αύτη θεωρείται επιτυγχανομένη δια συνεχών μετενσωματώσεων, δια των οποίων παρέχεται η ευκαιρία αναθεωρήσεως του βίου και ηθικής μεταβολής. Συγχρόνως είναι και εν είδος ταλαιπωρίας και τιμωρίας, διότι η ψυχή υποβάλλεται εις τον κόπον των συνεχών ενσαρκώσεων, αντί να τακτοποιηθή η θέσις της οριστικώς εις το υπερπέραν.
Εν τούτοις δέον να σημειωθή ότι η θεωρία της μετενσωματώσεως αίρει η ιδία τας προϋποθέσεις της ηθικής βελτιώσεως, όταν θέλη τους ανθρώπους μεταμορφουμένους ακόμη και εις ζώα. Από τα ζώα ελλείπει ως γνωστόν και η ηθική κρίσις και η ελευθερία, αι οποίαι είναι αι προϋποθέσεις ηθικού βίου. Αλλά και η μεταμόρφωσις εις άνθρωπον πρέπει να έχη ως αναγκαίον συνακολούθημα την συναποκόμισιν όλης της προηγούμενης εμπειρίας και των καταστάσεων της προηγούμενης ζωής, ακόμη δε και την διατήρησιν της ενότητος και ταυτότητος της συνειδήσεως, ώστε να καταστή δυνατή η αναθεώρησις και η μεταβολή του βίου. Τοιαύτα όμως γεγονότα ελλείπουν εντελώς, αν εξαιρέση κανείς μόνον την εντύπωσιν μερικών ατόμων, ότι έζησαν και μίαν άλλην ζωήν εις το παρελθόν, εντύπωσιν προερχομένην είτε από ασαφείς παραστάσεις εκ της παιδικής ζωής είτε και από διχασμόν της προσωπικότητος.
Έπειτα η έννοια της δια των μετενσωματώσεων καθάρσεως παρίσταται εντελώς διαφορετικά από το κάθε θρησκευτικόν ή φιλοσοφικόν σύστημα. Ούτω κατά τον Βραχμανισμόν ο σκοπός και ο λόγος των συνεχών μετενσωματώσεων είναι να καταλάβη επί τέλους ο άνθρωπος ότι δεν είναι αυτοτελές ον, αλλ’ είναι εν μετά της κοσμικής ψυχής (του Βράχμαν). Από την στιγμήν, κατά την όποιαν θα καταλάβη την μεγάλην αυτήν αλήθειαν, λυτρούται, όπερ σημαίνει εξαφανίζεται μέσα εις την κοσμικήν ψυχήν και σταματά το μαρτύριον των μετενσωματώσεων.
Κατά τον Βουδδισμόν εξάλλου αι μετενσωματώσεις προκαλούνται από την ορμήν προς την ζωήν και σταματούν όταν ο άνθρωπος νεκρώση την ορμήν αυτήν και περιπέση εις το Νιρβάνα. Είναι φανερόν λοιπόν ότι η ιδέα της μετενσωματώσεως εις τον Βραχμανισμόν και τον Βουδδισμόν φέρει ένα μεταφυσικόν χαρακτήρα, είναι συνδεδεμένη με μεταφυσικάς προϋποθέσεις, με την σχέσιν του ανθρώπου έναντι της ψυχής του παντός και έναντι της ζωής. Ο ηθικός χαρακτήρ σχεδόν εξαφανίζεται, διότι τα καλά έργα δεν παίζουν τόσην σημασίαν, όσην η αναγνώρισις των ανωτέρω βασικών αληθειών, έπειτα δε γίνεται λόγος όχι περί καθάρσεως, αλλά κυρίως περί λυτρώσεως.
Αντιθέτως εις την περί μετενσωματώσεως θεωρίαν του Πυθαγόρου, του Πλάτωνος και του Πλωτίνου υπόκειται ως βάσις μία ιδιαιτέρα ηθική εκδοχή, η οποία θα ηδύνατο να ονομασθή «ασκητική ηθική», όχι βεβαίως υπό την έννοιαν της βουδδιστικής αρνήσεως της ζωής ως βιολογικού φαινομένου, αλλά της θεωρήσεως της ύλης και της απολαύσεως αυτής ως τίνος αμαρτωλού και φύσει ακαθάρτου. Κατά τους ανωτέρω εκείνων αι ψυχαί μετενσωματούνται, οι οποίοι δεικνύουν εις την ζωήν μίαν ιδιαιτέραν κλίσιν προς τας κατ' αίσθησιν ηδονάς και απολαύσεις. Κατά τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνον ιδία, ο οποίος διδάσκει ένα απόλυτον πνευματικισμόν και χωρισμόν της ύλης από το πνεύμα, η αγάπη της ανθρωπίνης ψυχής προς το σώμα και τας σωματικάς ηδονάς είναι εκείνη η οποία ρίπτει πάλιν την ψυχήν εις τα δεσμά του σώματος, ήτοι εις εν νέον σώμα μετά την καταστροφήν του παλαιού.
Ώστε λοιπόν—δια να σύρωμεν την ειδοποιόν διαφοράν, η οποία χωρίζει την ινδικήν από την ελληνικήν αντίληψιν περί μετενσωματώσεως—η μεν πρώτη θέτει ως βάσιν αυτής την μη αναγνώρισιν μιας βιοθεωριακής αρχής, ότι δηλ. η ζωή είναι εν άπληστον ένστικτον, το οποίον δεν σταματά να φέρεται προς ζωήν, δια συνεχών μετενσωματώσεων, και να βασανίζη τον άνθρωπον, εάν δεν μηδενισθή, ενώ η δευτέρα (η ελληνική άποψις) θέτει ως βάσιν της μετενσωματώσεως το γεγονός ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν έχει επιτύχει την απόλυτον αυτοτέλειάν της απέναντι της ύλης, η οποία την σύρει πάλιν προς εαυτήν και εις την γηίνην ζωήν. Δια τούτο η ινδική άποψις ζητεί την λύτρωσιν (από τον πόνον της ζωής), ενώ η ελληνική, την κάθαρσιν από το μίασμα της ύλης. Περιττόν να είπωμεν ότι ούτε η ορμή προς την ζωήν ούτε η σύνδεσις της ψυχής με την ύλην είναι ικαναί να επιβάλουν την μετενσωμάτωσιν. Αύτη είναι μία εντελώς φανταστική σύλληψις, μία απλοϊκή θρησκευτικοφιλοσοφική ιδέα. Εκείνο, το οποίον δέον να σημειωθή είναι η επίδρασις της εν λόγω ιδέας επί της οικονομικής ζωής, διότι όλα τα συστήματα τα δεχόμενα την μετενσωμάτωσιν απηγόρευον την σφαγήν και βρώσιν ζώων, με τον φόβον μήπως υπ’ αυτά κρύπτονται μετενσαρκωμένοι άνθρωποι.
Τέλος πρέπει να σημειωθή ότι η μετενσωμάτωσις η μετενσάρκωσις δεν είναι ταυτόσημος προς την (απλήν) ενσάρκωσιν, μίαν θεωρίαν την όποιαν υποστηρίζουν όσοι δέχονται το περί προυπάρξεως της ψυχής δόγμα, κατά το οποίον η ψυχή του ανθρώπου, πνεύμα κατ’ αρχάς ούσα, εξέπεσεν εκ του ουρανίου χώρου εις την γήν και περιεβλήθη υλικόν σώμα. Την θεωρίαν αυτήν υποστηρίζουν επίσης ο Πλάτων, Φίλων ο Ιουδαίος,ο Πλωτίνος, ο Ωριγένης, οι Μανιχαίοι κ.ά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡ. Paul Deussen, Allgemeine Geschichte der Philosophie mit besonderer Berϋcksichtgung der Relligionen, 1906. Helm.V. Glasenapp, Die Philosophie der Inder. Eine Einfϋhrυng in ihre Geschichte und ihre Lehren,1946. G. F. Moore, Metempsychosis,1921. β’ εκδ.W. Stettner, Die Seelenwanderung bel Griechen und Romern, 1934.

 



(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανιας). 
Ινδουισμός.  Η πολύπτυχη θρησκευτική παράδοση των Ινδών, που περικλείει σε μικρογραφία τους περισσότερους τύπους θρησκευτικής εμπειρίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε στους νεότερους χρόνους από Ευρωπαίους μελετητές, για να περιλάβει την απίθανη ποικιλία θρησκειακών μορφωμάτων, που αναπτύχθηκε στη διαδρομή των αιώνων στην Ινδική χερσόνησο. Οι ίδιοι οι Ινδοί ονομάζουν τη Θρησκεία τους ‘σανάτανα ντάρμα’ (sanatana dharma), δηλ. αιώνιο νόμο ή αιώνια θρησκευτική διδασκαλία. Αριθμητικά είναι η τρίτη μεγάλη Θρησκεία, μετά το Χριστιανισμό και το Ισλάμ.
Παλαιότερα, ορισμένοι συγγραφείς εξέταζαν ως ιδιαίτερα θρησκεύματα το Βεδισμό, το Βραχμανισμό και τον Ινδουισμό. Προτιμούμε την υιοθετούμενη από τους ίδιους τους Ινδούς και τους σύγχρονους ερευνητές διαπραγμάτευση των δύο πρώτων ως αρχικών στρωμάτων του Ινδουισμού. Στην ινδική θρησκευτικότητα υπάρχει αδιάκοπη αναζήτηση, συνεχής ανέλιξη. Οι Ινδοί θεωρούν τη Θρησκεία τους αιώνια και πιστεύουν ότι οι ρίζες της βυθίζονται στην αρχή του κόσμου.
Ο Ινδουισμός είναι το αποτέλεσμα διαδικασιών που κράτησαν χιλιάδες χρόνια και αποτελείται από αλλεπάλληλα θρησκευτικο-πνευματικά στρώματα. Συχνά, τα πρώτα σπέρματα βασικών ινδουιστικών ιδεών εμφανίζονται σε μία αρχαιότερη περίοδο, αλλά η ουσιαστική ανάπτυξη και καρποφορία συντελείται σε μια επόμενη ή μεθεπόμενη φάση. Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς τον καθορισμό των επί μέρους περιόδων ανάπτυξης του Ινδουισμού. Σημαντικές παραλλαγές παρατηρούνται ως προς τον προσδιορισμό τους και τα χρονικά όριά τους. Διαγραμματικά διακρίνονται:
1. Προβεδική περίδος (4η χιλιετία - μέσα 2ης χιλιετίας π.Χ.). Ορισμένοι την αποκαλούν προϊστορική, άλλοι «πρωτο-ιστορικό» Ινδουισμό. Σ' αυτή δεσπόζει η παλαιά Θρησκεία των λαών της κοιλάδας του Ινδού ποταμού. 2. Βεδική (περίπου μέσα 2ης χιλιετίας - 7ος αι. π.Χ.), κατά την οποία πραγματοποιείται η σύνθεση και συλλογή των βεδικών ύμνων. 3. Περίοδος ζυμώσεων και αντιδράσεων (7ος - 2ος αι. π.Χ.). Η παλαιά βεδική Θρησκεία εξελίσσεται προς μονιστικές και μονοθεϊστικές κατευθύνσεις. Συγχρόνως αναπτύσσονται οι βασικές αντιλήψεις της ινδικής θρησκευτικής σκέψης και πνευματικότητας. Αναδύονται ο Τζαϊνισμός και ο Βουδδισμός, που εξελίσσονται σε ιδιαίτερες θρησκείες. 4. Περίοδος παγίωσης του κλασικού Ινδουισμού (2ος αι. π.Χ. - 8ος αι. μ.Χ.). Οι ιδέες που εμφανίζονται στα έπη και την πουρανική φιλολογία τονώνουν ένα τύπο θρησκευτικότητας στραμμένης σε προσωπικούς θεούς. Επίσης, στο θεωρητικό πεδίο διαμορφώνονται τα βασικά θεολογικά -φιλοσοφικά συστήματα. 5. Αύξηση και ακμή της μπάκτι (bhakti) θρησκευτικότητας (8ος - 19ος αι.). Αναπτύσσονται, ιδιαίτερα στο δραβιδικό Νότο, ενθουσιώδεις λατρείες με κέντρο την αφοσίωση σε ορισμένη θεότητα. Από τη συνάντηση Ινδουισμού και Ισλάμ προκύπτει (15ος αι.) μια νέα θρησκεία, ο Σικχισμός. 6. Σύγχρονη περίοδος (19ος αι. ως σήμερα), κατά την οποία ο Ινδουισμός αντιμετωπίζει την επιρροή του δυτικο-ευρωπαϊκού Χριστιανισμού και πολιτισμού. Η αντίδραση στις ξένες επιδράσεις συμβάλλει στην εκ νέου κατάφαση των παλαιών αξιών του ινδικού πολιτισμού και στην ανασύνταξη της ινδουιστικής θρησκείας.

Στη μακραίωνη θρησκευτική σύνθεση που πραγματοποιήθηκε στους κόλπους του Ινδουισμού διαφαίνονται δύο διεργασίες. Η πρώτη, που θα την ονομάζαμε «σανσκριτοποίηση», υπήρξε μια τάση να ενσωματωθούν τοπικές λατρείες και αντιλήψεις της πολυποίκιλης ινδικής υπαίθρου στον κλασικό βραχμανικό πολιτιστικό και θρησκευτικό τύπο (π.χ. να δοθούν σανσκριτικά ονόματα σε θεότητες διαφόρων χωριών και να αναγνωριστεί η υπεροχή των Βραχμάνων). Η άλλη διεργασία, που θα μπορούσε να αποκληθεί «δραβιδοποίηση», συνέβαλε στη σταδιακή απορρόφηση από τους ινδο-ευρωπαίους Αρίους ορισμένων στοιχείων της Θρησκείας και του πολιτισμού της Ν. Ινδίας. Δραβίδες ονομάζονται οι γηγενείς μελανοϊνδικοί λαοί που ομιλούν σήμερα τις γλώσσες Ταμύλ, Τελέγκου, Καναρέσε, Μαλαγιαλάμ και Τούλου. Οι λαοί αυτοί στα νεότερα χρόνια έχουν έντονα αντιδράσει στις θρησκευτικές και κοινωνικές απαιτήσεις των Βραχμάνων και στην επιβολή της γλώσσας Χίνα, απογόνου της αρχαίας σανσκριτικής, στο νότιο τμήμα της Ινδίας.
Διδασκαλία.  Ο Ινδουισμός δεν έχει κοινό πιστεύω. Είναι κατεξοχήν ελαστικός. Χωρίς δυσκολία υιοθετεί και αφομοιώνει νέες αντιλήψεις. Ένας Ινδουιστής μπορεί να λατρεύει ένα θεό ή πολλούς, να λατρεύει κάποιον άνθρωπο σαν θεό ή να μην λατρεύει κανένα θεό. Οι θρησκευτικές δοξασίες και αντιλήψεις των Ινδών παρουσιάζονται εξαιρετικά δαιδαλώδεις και οι διάφορες απόπειρες λογικών ταξινομήσεων και αναλύσεων παραμένουν ατελείς και συμβατικές. Πάντως, ως καθολικά χαρακτηριστικά στοιχεία των διαφόρων ινδουιστικών ομάδων εμφανίζονται η πεποίθηση στη μετενσάρκωση, στον καθοριστικό ρόλο του κάρμα (Karma) και η αναγνώριση των «Βεδών» ως αυθεντικής αποκάλυψης. Ο Ινδουισμός γενικά τονίζει την τελική ενότητα του σύμπαντος, την ενότητα του Θείου, το θεϊκό χαρακτήρα της ψυχής. Διακηρύσσει επίσης ότι η πνευματικότητα πρέπει να εκφραστεί με ανιδιοτελή βίο και ότι πολλοί δρόμοι οδηγούν στην Υπέρτατη πραγματικότητα.
Πηγές.   Τα ιερά κείμενα του Ινδουισμού αποτελούν μία πολύτομη φιλολογική παραγωγή, που διαμορφώθηκε σε διάστημα δύο σχεδόν χιλιετηρίδων. Η ιερή αυτή γραμματεία δεν είναι σαφώς και αυστηρώς περιχαρακωμένη, ώστε ν' αποτελεί ένα είδος «κανόνα». Συνήθως διακρίνονται η ‘σρούτι’ (sruti), που σημαίνει αυτό που έχει ακουστεί και, κατ' επέκταση, αυτό που έχει αποκαλυφθεί, και η ‘σμρίτι’ (smriti), που δηλώνει την παράδοση. Μεγαλύτερο κύρος έχει η πρώτη ομάδα. Σ' αυτήν ανήκουν: 1. Οι «Βέδες», που θεωρούνται η αρχαιότερη και σημαντικότερη ιερή συλλογή και περιλαμβάνουν, στη σανσκριτική, ύμνους και λατρευτικές διατάξεις. 2. Οι «Βραχμάνες», ογκώδη βιβλία, σε πεζό λόγο, που αποτελούν υπομνήματα των «Βεδών», κυρίως επί των τελετουργικών θεμάτων. 3. Οι «Ουπανισάδες», που επιχειρούν τη φιλοσοφική εμπέδωση των «Βεδών» και διακρίνονται για τη διανοητική και ποιητική τους έξαρση. Αποτελούνται από πραγματείες, ομιλίες, αφορισμούς, ύμνους, γνωμικά και αποφθέγματα παλαιών Ινδών ασκητών και σοφών, που εκφράζουν εμπειρίες για το απόλυτο Ένα.
Στην ομάδα Σμρίτι εντάσσονται: 1.Τα έπη «Ιτιχάσας» (itihasas), που περιλαμβάνουν τα ποιήματα «Μαχαβάρατα» και «Ραμάγιανα» και είναι για τους Ινδούς ό,τι η Iλιάς και η Οδύσσεια για τους Έλληνες. Αποτελούν το πρότυπο της ινδικής και, ευρύτερα, της ασιατικής ποίησης. Το τελευταίο μέρος της «Μαχαβάρατα». που θεωρείται το άνθος της ινδικής θρησκευτικής έμπνευσης, αποσπάται συνήθως από το υπόλοιπο έπος και απαρτίζει το κατεξοχήν βιβλίο της θρησκευτικής οικοδομής των Ινδών, τη «Βαγκαβατγκίτα», δηλ. «Το άσμα του Κυρίου» ή «του Υπερόχου». 2. Οι «Ντάρμα-σούτρας» και «Ντάρμα-σάστρας». Πρόκειται για έργα φιλοσοφικο-θρησκευτικά, στα οποία αποθησαυρίζονται παραδόσεις τελετουργικές και νομικές, που αφορούν σε πρακτικές πλευρές της ινδικής θρησκευτικότητας. 3. Οι «Πουράνας», που αποτελούν συλλογές της μετακλασικής θρησκευτικής φιλολογίας, η οποία αναπτύχθηκε στη διάρκεια της πάλης του Ινδουισμού με το Βουδδισμό, και ιδιαίτερα μετά από αυτήν. Ενσωματώνουν παλαιές παραδόσεις και βοηθούν στη γνώση των θρησκευτικών ζυμώσεων που συντελέστηκαν στον ινδικό κόσμο. 4. Οι «Άγκαμας» και οι «Τάντρας». Οι τελευταίες είναι εγχειρίδια μαγείας και
μυθολογίας, που περιγράφουν ιδιότυπες τελετουργίες, δίνοντας οδηγίες για την απόκτηση υπερφυσικών δυνάμεων. Υπάρχουν ακόμη πολυάριθμα βιβλία φιλοσοφικού, θεολογικού και υμνολογικού χαρακτήρα πολλά γραμμένα σε τοπικές διαλέκτους. που επηρεάζουν τη θρησκευτική ζωή των Ινδών. Τα ιερά κείμενα του Ινδουισμού αποτελούν μια πολύτομη και δαιδαλώδη φιλολογία στην οποία συναντούμε τις πιο αντίθετες απόψεις και τάσεις.
Αντιλήψεις περί Θείου.  Η κλασική ινδική φιλοσοφία και θρησκευτικότητα παρατρέχει την επιφάνεια της ζωής και στρέφεται κυρίως στα προβλήματα τα οποία σχετίζονται με το άπειρο, το Υπερβατικό. Αναζητεί την πρώτη αιτία των πάντων, ενδιαφέρεται για εκείνο που υπάρχει «πέρα από τις κατηγορίες της ανθρώπινης σκέψης», για την αναζήτηση του αμετάβλητου της παγκόσμιας αρμονίας, της αιώνιας ουσίας, που διαπερνά το σύμπαν.
Το πιο αρχαϊκό στρώμα όπως παρουσιάζεται στις «Βέδες», χαρακτηρίζεται από ανθρωπομορφικό πολυθεϊσμό. Στη «Ριγκ-Βέδα» έχουν συγκεντρωθεί ύμνοι σε διάφορους θεούς και μαρτυρούν ένα είδος φυσιολατρίας. Το βεδικό πάνθεο περιλάμβανε πολλούς θεούς, όπως τον Βαρούνα, εξουσιαστή του ουράνιου χώρου, τον Αγκνί, θεό της φωτιάς, τον Ίντρα, θεό της βροχής, τον Ρούντρα, θεό των βουνών και της χιονοθύελλας. Συγχρόνως όμως, από τις «Βέδες» αναδύεται ένας συνθετότερος στοχασμός γύρω από τους θεούς και αναπτύσσονται τα πρώτα σπέρματα ενός μονιστικού Πανθεϊσμού.
Τα περισσότερα ινδουιστικά συστήματα αρνούνται την ύπαρξη ενός προσωπικού, υπέρτατου Θεού, δημιουργού και κυβερνήτη του κόσμου. Αναφέρονται στο Βράχμαν ως την ύψιστη, απρόσωπη αρχή, που βρίσκεται πάνω απ' όλα, μέσα σ' όλα, περικλείει τα πάντα, διαποτίζει τα πάντα. Σύμφωνα με τις «Ουπανισάδες» Βράχμαν είναι ο αιθέρας, η ζωή, το κενό· περιλαμβάνει ό,τι υπάρχει και ό,τι δεν υπάρχει, βρίσκεται πέρα από κάθε ορισμό.
Στον κλασικό Ινδουισμό διαπιστώνεται συνύπαρξη εναλλακτικών τύπων λατρείας του Βίσνου και του Σίβα, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν δύο μορφές του υπέρτατου Θεού. Στον κύκλο των Βαϊσνάβα (Vaisnava, δηλ. των πιστών στον Βίσνου) αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η διδασκαλία περί αβατάρα, η πίστη στις διαδοχικές ενσαρκώσεις του Βίσνου. Ο όρος σημαίνει κάθοδο, κατάβαση της θεότητας στη γη (ava = κάτω). Η διδασκαλία αυτή εμφανίζεται με μεγάλη εκφραστική δύναμη στη «Βαγκαβατγκίτα». Προβάλλει ως αντίδραση στο μονισμό και τον πολύτροπο πολυθεϊσμό. Ενώ στις «Ουπανισάδες» το υπέρτατο Ον παρουσιάζεται συνήθως απρόσωπο και χωρίς ιδιότητες, στις μορφές του Κρίσνα και του Ράμα το απόλυτο αυτό γνωρίζεται, γίνεται προσφιλές και ταυτίζεται με κάθε τι που υπάρχει. Σύμφωνα με το δόγμα αυτό, όταν ο κόσμος βρίσκεται σε φοβερή κρίση, ο προνοητής θεός Βίσνου, για να δώσει λύση στο αδιέξοδο κατέρχεται με μια ορισμένη μορφή. Μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί 8 αβατάρα. Ο Βίσνου έχει εμφανιστεί στο παρελθόν ως Ιχθύς (Matsya), Χελώνα (Kurma), Κάπρος (Varaha), Λεοντάνθρωπος (Narasimha), Νάνος (Vamana), πελεκυφόρος Ράμα (Parasurama), Κρίσνα (Krsna) και Ράμα (Rama). Στο θεολογικό αυτό σύστημα των Βαϊσνάβα εκτός από τους αβατάρα υπάρχουν και άλλες λαοφιλείς θεότητες, όπως ο Σρι Γκανέσα (Sri Canesa), ο οποίος παρουσιάζεται με μορφή καλοκάγαθου ελέφαντα και πιστεύεται ότι είναι γιος του Βίσνου.
Στη «Βαγκαβατγκίτα» παρουσιάζεται μια αντίληψη περί Θεού, που αποτελεί κράμα των αντιλήψεων περί απρόσωπης αρχής των «Ουπανισάδων» και της πίστης σ' έναν από τους προσωπικούς θεούς της λαϊκής ευσέβειας, τον Κρίσνα, την 7η ενσάρκωση του Βίσνου. Με τη σύνθεση αυτή εναρμονίζονται μερικές αντίθετες απόψεις, που ενυπάρχουν στη μακραίωνη παράδοση του Ινδουισμού, και έτσι επιτυγχάνεται η αξιοποίηση ορισμένων στοιχείων της ινδικής θρησκευτικής ζωής, τα οποία ενώ συγκινούν τις μάζες, δεν αφήνουν αδιάφορους τους τυπολάτρες και τους διανοούμενους. Γενικά, ο Θεός στην περίπτωση αυτή δεν ταυτίζεται με τον κόσμο, με τα σώματα ή τις ψυχές των ανθρώπων. Είναι η πρώτη αρχή και η ψυχή του κόσμου, ό,τι υψηλότερο και ωραιότερο.
Στο θρησκευτικό σύστημα της δεύτερης μεγάλης ομάδας, των Σάιβα (Saiva), των οπαδών του Σίβα κεντρική επίσης θέση κατέχουν οι θεές Κάλι και Ντούργκα. που δεσπόζουν στη λατρευτική ζωή της περιοχής της Βεγγάλης. Στο μεταγενέστερο Ινδουισμό οι γυναικείες αυτές θεότητες αποκαλούνται Σάκτι, δηλ. ενέργειες, δυνάμεις του Θεού. Συνήθως προσωποποιούνται και θεωρούνται «σύζυγοι» του Σίβα. Στο λατρευτικό αυτό τύπο αφομοιώθηκαν, ως φαίνεται, παλαιότερες μορφές λατρείας Μητέρων – θεών. Οι φανατικοί θιασώτες της λατρείας αυτής είναι γνωστοί ως Σάκτας (Saktas).
Στις «Πουράνας» και τις «Άγκαμας» επανέρχονται παλαιά θεολογικά θέματα με νέες ερμηνείες και εμφάσεις. Η θεολογία τους αντανακλά περισσότερο μια θρησκευτικότητα στραμμένη σε προσωπικούς θεούς. Η παλαιά, απρόσωπη αρχή του σύμπαντος, το Βράχμαν των «Ουπανισάδων», παίρνει στη θρησκευτική ζωή του λαού τριπρόσωπη μορφή. 'Έτσι, η προσοχή συγκεντρώνεται στο τριμούρτι (trimurti), στην τριάδα των θεών: Βράχμα, τον δημιουργό, Βίσνου, τον συντηρητή, και Σίβα, τον καταστροφέα. Δίπλα στον Βράχμα στέκεται ως σύζυγος η Σαρασβάτι, στον Βίσνου η Λάξμι και στον Σίβα η Παρβάτι. Οι διάφορες θρησκευτικές ομάδες βλέπουν το δικό τους Θεό σαν πηγή προέλευσης των δύο άλλων. Η σύνθεση του ˝τριμούρτι˝ δεν παραμένει σταθερή (πχ σε μια «Πουράνα» προστίθεται η μορφή του Κρίσνα). Ο Βράχμα κατέχει σοβαρή θέση στη θεολογία, αλλά υποχωρεί ολοκληρωτικά στη Λατρεία.
Η αφοσίωση στις θεότητες αυτές κατάκτησε το μεγαλύτερο μέρος της Ινδίας, εκτοπίζοντας τη λατρεία παλαιών βεδικών θεών, όπως του Βαρούνα, του Ίντρα κ.α. Ο επισκέπτης της Ινδίας σήμερα συναντά κυρίως αυτό τον τύπο ινδικής θρησκευτικότητας. Λέγεται ότι στο ινδουιστικό σύμπαν του υπερβατικού κινούνται 330 εκατομμύρια θεοί. Οι Ινδοί διανοούμενοι δεν ενοχλούνται από τη λατρεία πολλών θεοτήτων. Τους αντιμετωπίζουν ως εκφράσεις και εκδηλώσεις της μιας θεϊκής πραγματικότητας και υποστηρίζουν ότι οι θεότητες αυτές είναι όψεις και αντανακλάσεις του ενός. (Για τις περί Θεού αντιλήψεις του φιλοσοφικού Ινδουισμού, όπως αποκρυσταλλώθηκαν στις έξι «ορθόδοξες» ντάρσανας βλ κατωτέρω).
Ο κόσμος για την ινδουιστική σκέψη δεν δημιουργήθηκε από το Θεό εκ του μηδενός. Κινείται με απρόσωπους φυσικούς νόμους. Ότι αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις, είναι παραισθήσεις. Ο πολύμορφος κόσμος αποτελεί φανταστική εικόνα, οφθαλμαπάτη, «μάγια» (maya) και όχι πραγματικότητα. Το σύμπαν περιοδικά καταστρέφεται και αναδημιουργείται. Υπάρχει ανακύκληση των κόσμων. Αφού διανυθεί ορισμένη χρονική περίοδος ζωής, η οποία ονομάζεται κάλπα (kalpa), το σύμπαν καταστρέφεται. Μεσολαβεί περίοδος αδράνειας, ανυπαρξίας και ακολουθεί νέα φάση διαμόρφωσης καινούργιου κόσμου. Η κάλπα χαρακτηρίζεται σαν ημερονύκτιο του Βράχμα και υπολογίζεται σε 4.320 εκατομμύρια έτη (βλ.λ. Γιούγκα).
Για την ινδική σκέψη υπάρχει διαβάθμιση των όντων, που αρχίζει από τα φυτά, τα ζώα και φτάνει στους υπέρτατους θεούς. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε ενδιάμεση βαθμίδα και είναι δυνατόν να ξαναγεννηθεί παίρνοντας διάφορες μορφές ύπαρξης. Το δόγμα της μετενσάρκωσης, της ανακύκλησης των μεταβιώσεων, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του Ινδουισμού και των Φιλοσοφικών συστημάτων, τα οποία αναπτύχθηκαν στο χώρο του. Το ουσιαστικότερο στοιχείο του ανθρώπου είναι το άτμαν. Η πρώτη σημασία της λέξης ήταν ˝αναπνοή˝, ζωή, τελικά όμως έφτασε να σημαίνει: ψυχή, εγώ, συνείδηση, το όχημα του νου και του χαρακτήρα τη βαθύτερη ουσία ενός όντος. Με το θάνατο, το άτμαν αναχωρεί από το φυσικό σώμα για να κατοικήσει σ' ένα καινούργιο. Το αν στη συνέχεια ενσωματωθεί σε κατώτερη ή ανώτερη μορφή ύπαρξης, αυτό εξαρτάται από το κάρμα. Βασικά, η λέξη αυτή σημαίνει πράξη, έργο, αλλά στην ινδουιστική ορολογία δηλώνει το ποσόν ενέργειας, θετικής ή αρνητικής, που συσσωρεύει μια ύπαρξη, καθώς ζει και δρα. Η αλυσίδα των γεννήσεων, θανάτων και αναγεννήσεων, στην οποία είναι καταδικασμένο το άτμαν, ονομάζεται μπάβα - τσάκρα (bhava-cakra), τροχός της ζωής ή σαμσάρα, ανακύκληση των μεταβιώσεων.
Στη βεδική εποχή η θέση της γυναίκας ήταν σχετικά υψηλή. Αργότερα σε συσχετισμό με το γενετήσιο αυτοέλεγχο, που καλλιέργησε η Φιλοσοφία των «Ουπανισάδων», αναπτύχθηκαν στην ινδουιστική κοινωνία κανόνες, που φανερώνουν σαφή υποτίμηση της γυναίκας. Ώς κόρη είναι εξαρτημένη από τον πατέρα της, ως σύζυγος από τον άντρα της, αν χηρεύσει από τους γιους της. Δεν δικαιούται να ενεργεί αυτοδύναμα. Κατά περιόδους επικράτησε το έθιμο να καίεται μαζί με τον νεκρό σύζυγό της στην πυρά. Η θυσία αυτή (sati) θα συνέβαλλε σε μια καλύτερη μετενσάρκωση των συζύγων.
Λύτρωση.  Βασικό θέμα της ινδικής θρησκευτικής αναζήτησης υπήρξε ο προσδιορισμός της οδού για τη λύτρωση. Το πρόβλημα αυτό συνυφάνθηκε με πλήθος άλλων ζητημάτων, στα οποία οι συζητήσεις και απαντήσεις κατά τη μακραίωνη εξέλιξη του Ινδουισμού υπήρξαν πολυσύνθετες. Οι τρεις δρόμοι πορείας προς τη λύτρωση, τους οποίους καθόρισε η ινδική σκέψη είναι: Η κάρμα-μάργκα (karma-marga), οδός των έργων, η τζνάνα-μάργκα (Jnana-marga), η οδός της γνώσης, και η μπάκτι-μάργκα (bhakti-marga), η οδός της αφοσίωσης Η: κάρμα-γιόγκα (karma-yoga), τζνάνα-γιόγκα (jnana-yoga), μπάκτι-γιόγκα (bhakti-yoga). Γιόγκα σημαίνει άσκηση, γυμνασία, ζεύξη. Υπάρχουν διάφορες άλλες παραλλαγές και συνδυαστικές μορφές της ινδουιστικής ευσέβειας.
Σύμφωνα με τον πρώτο δρόμο, όπως χαράχθηκε από το Βεδισμό και το Βραχμανισμό, το κέντρο της θρησκευτικής ζωής συνιστούν οι θυσίες, τα τελετουργικά έργα, και προϋπόθεση για την αποδοχή εκ μέρους των θεών των αιτημάτων του ανθρώπου αποτελεί η ακριβής τήρηση του τυπικού. Η θυσία προσφέρει και παράγει το παν. Αργότερα αναζητήθηκε βαθύτερη θεολογική ερμηνεία του νοήματος των τελετουργικών τύπων.
Η δεύτερη λυτρωτική κατεύθυνση, που επισημαίνουν κυρίως οι «Ουπανισάδες», τονίζει ότι στο σύμπαν υπάρχει ένα μόνο Άτμαν. Τα αλλά, τα επί μέρους άτμαν, αποτελούν απλώς διαφοροποιήσεις του ενός. Η ινδική σκέψη θα ταυτίσει τελικά το ένα και μοναδικό Άτμαν με το Βράχμαν. Οι «Ουπανισάδες», αναζητώντας τη σωτηρία τη μόξα (moksa) τονίζουν ότι ο τελικός σκοπός, τον οποίο πρέπει να επιδιώξει ο άνθρωπος, είναι η λύτρωση από την αδιάκοπη ροή της σαμσάρα και ότι αυτό το επιτυγχάνει, όταν συνειδητοποιήσει την ταυτότητα Άτμαν και Βράχμαν. Ο άνθρωπος, αποτελώντας μια σπίθα της παγκόσμιας ψυχής, του Άτμαν, δεν αποχωρίζεται από αυτή την ενότητα με ανυπακοή ηθικής τάξης. Η υπέρτατη αρχή του σύμπαντος το Βράχμαν, εφόσον είναι απρόσωπη, δεν μπορεί να προσβληθεί. Για την ινδική, λοιπόν, σκέψη αμαρτία κυρίως είναι η άγνοια. Και αυτή πρέπει να υπερνικηθεί με τη γνώση και την εμπειρία για να φτάσει κανείς στην έλλαμψη. Η θέληση επιστρατεύεται όχι για τη μεταμόρφωση του κόσμου, αλλά για την απομάκρυνση του ατόμου απ' αυτό τον κόσμο της απάτης.
Η «Βαγκαβατγκίτα» ως οδός σωτηρίας απλούστερη και αμεσότερη, εξήρε την οδό της αφοσίωσης σε προσωπική θεότητα (μπάκτι-μάργκα). Ο επιφανέστερος θεολόγος της αφοσίωσης και αγαπητικής προσκόλλησης σε μια ορισμένη θεότητα υπήρξε ο μεγάλος θεολόγος και ποιητής Ραμανούτζα (Ramanuja, 11ος - 12ος αι. μ.Χ.). Η θερμή αγάπη του είχε δοθεί στον Βίσνου και ιδιαίτερα στην ενσάρκωση του, τον Κρίσνα
Στο κοινωνικό πεδίο ο κλασικός Ινδουισμός, αιώνες τώρα ήδη από τη βεδική εποχή, διαχωρίζει τους ανθρώπους σε αυστηρά περιχαρακωμένες τάξεις, κάστες (varnas). Τις 4 ανώτερες τάξεις στην ινδουιστική κοινωνία αποτελούν: οι βραχμάνες (brahmanas), οι ιερείς, oι ξάτριγυας (ksatriyas), οι πολεμιστές, όπου ανήκουν βασιλείς και αριστοκράτες. Οι βαϊσυας (vaisyas) οι επαγγελματίες. Οι Σούντρας (sudras), οι χωρικοί. Όσοι βρίσκονται έξω από τις τάξεις, θεωρούνται παρίες. Οι παραδοσιακές βεδικές κάστες υποδιαιρούνται σ' άλλες μικρότερες και συνολικά φτάνουν σήμερα στις 26 χιλιάδες υποκάστες. Στην τάξη των βραχμάνων και μόνο, διακρίνονται 1.887 υποδιαιρέσεις. Στη δεκαετία του 1960 το 82.4% του πληθυσμού ανήκε στις τέσσερις παραδοσιακές κάστες, ενώ το 17.6% αποτελούσαν οι παρίες.
Η ινδουιστική παράδοση έχει καθορίσει με προσοχή τα ατομικά και κοινωνικά καθήκοντα των ανθρώπων κάθε επαγγέλματος, τάξης, κοινωνικής ομάδας και έχει υπογραμμίσει την ανάγκη περιορισμού του εγωισμού, το χρέος για συνεχή πνευματική βελτίωση και αναζήτηση της αλήθειας. Η περί σαμσάρα και κάρμα διδασκαλία ενώ παρουσιάζεται ως ηθική ερμηνεία που τονίζει τη σημασία των αγαθών ή κακών πράξεων, αποτελεί ταυτόχρονα μια αδρανοποίηση της κοινωνίας. Διότι αποδυναμώνει κάθε σκέψη εξέγερσης κατά της κοινωνικής αδικίας. Αυτό που είναι ο κάθε άνθρωπος, πλούσιος ή φτωχός, υγιής ή ασθενής οφείλεται στο γεγονός ότι στην προηγούμενη μορφή ύπαρξης είχε πράξει το καλό ή το κακό. Αμφισβήτηση των δογμάτων της σαμσάρα και του κάρμα, αγώνας για κοινωνική ισότητα σημαίνουν στην ουσία άγνοια των νόμων της ύπαρξης, ασέβεια. Το ιδανικό είναι, τελικά, η πλήρης απόσταση από τις υποθέσεις της ζωής, η αδιαφορία για τον κόσμο και την ανθρώπινη κοινωνία και η ασκητική αναζήτηση της λύτρωσης, πολλές φορές με τη μεσολάβηση υπνωτικής τεχνικής ή με ένα είδος νηφάλιας έκστασης.
Φιλοσοφικο-θεολογικά συστήματα.  Οι βασικότερες κατευθύνσεις του φιλοσοφικού Ινδουισμού αποκρυσταλλώθηκαν στις 6 «ορθόδοξες» ντάρσανας (darsanas). Η καθεμιά από αυτές προσφέρει ιδιαίτερο πλαίσιο γνώσης, όπου εντάσσονται τα διάφορα στοιχεία της ινδουιστικής παράδοσης για τον κόσμο και γενικότερα για το νόημα της ζωής και τους δρόμους προς τη λύτρωση. Η καθιερωμένη σήμερα μορφή τους αποτελεί προϊόν μακροχρόνιας επεξεργασίας, στην οποία έλαβαν μέρος πολλά πρωτότυπα πνεύματα και μεταγενέστεροι σχολιαστές. Τα συστήματα αυτά είναι: 1. Η Νυάγια (Nyaya). που ασχολείται κυρίως με τις αρχές της διαλεκτικής, για να διευκολύνει το συνεπή συλλογισμό σε θρησκευτικά προβλήματα. 2. Η Βαϊσέσικα (Vaisesika), είδος φυσιοκρατικής φιλοσοφίας, που επισημαίνει τις ιδιοτυπίες (visesa) των όντων. 3. Η Σάνκυα (Sankhya), δυαλιστική φιλοσοφία, που διδάσκει ότι το σύμπαν αποτελείται από την ύλη και αναρίθμητες άυλες ουσίες. 4. Η Γιόγκα, η οποία, έχοντας ως φιλοσοφικό υπόβαθρο τη φιλοσοφία της Σάνκυα, επεξεργάστηκε κυρίως την πρακτική μέθοδο αυτοσυγκέντρωσης και αυτοβυθισμού. 5. Η Μιμάμσα (Mimamsa), ερμηνευτική θεολογία των ιερών κειμένων, και μάλιστα των τελετουργικών. Η φιλοσοφική της θέση βρίσκεται κοντά στον πλουραλιστικό ρεαλισμό των δύο πρώτων σχολών. 6. Η Βεδάντα (Vedanta) ή Ούτταρα Μιμάμσα (Uttara Mimamsa) μεταγενέστερη ερμηνευτική, η οποία επιχειρεί τη βαθύτερη κατανόηση των «Ουπανισάδων» τη σύνθεση και εναρμόνιση των θεολογικών και φιλοσοφικών στοιχείων τους.
Στο περί Θεού ζήτημα οι ντάρσανας διαφοροποιούνται σημαντικά. Η Νυάγια και η Βαϊσέσικα υιοθετούν την πίστη σ' ένα Θεό προσωπικό, ο οποίος καθοδηγεί και είναι αιώνιος, ενώ δέχονται ότι αιώνιες επίσης είναι η ύλη και οι ψυχές. Η Μιμάμσα και η αρχαία Σάνκυα αρνούνται την ύπαρξη Θεού προνοητού και υποστηρίζουν ότι ο κόσμος κινείται με βάση απρόσωπους, φυσικούς ή ηθικούς νόμους. Η κλασική Γιόγκα αναγνωρίζει ένα παντογνώστη και αιώνιο Θεό, δεν παραδέχεται όμως ότι αυτός επεμβαίνει στα ανθρώπινα. Θεό επίσης δέχεται και η μεταγενέστερη Σάνκυα. Στα κείμενα της Βεδάντα, όπως θα φανεί στη συνέχεια διακρίνονται 3 ρεύματα θρησκευτικών εμπνεύσεων. Αλλά και τα συστήματα που δέχονται Θεό, δεν καθορίζουν το όνομα του, αν αυτός λέγεται Βίσνου, Σίβα ή αν έχει άλλο όνομα, αυτό αφήνεται στη διάθεση του κάθε Ινδού.
Η Βεδάντα, που είναι η σπουδαιότερη σχολή της ινδουιστικής φιλοσοφίας και ως σήμερα ασκεί βαθιά επιρροή τόσο μέσα στην Ινδία όσο και σε άλλες χώρες, διακλαδίζεται σε 3 ιδιαίτερες σχολές: 1. Την Αντβάιτα Βεδάντα (Advaita Vedanta), δηλ τη μη δυιστική σχολή που υποστηρίζει την ενότητα της ουσίας του σύμπαντος και δεν δέχεται διάκριση ύλης και πνεύματος. Διαμορφώθηκε κυρίως από τον φιλόσοφο Σάνκαρα (Sankara, 788-820 μ.Χ.). 2. Τη Βισίστ-αντβάιτα Βεδάντα (Visist-advaita Vedanta), τη διαφοροποιημένη μονιστική σχολή του Ραμανούτζα (Ramanuja, 1017-1137 μ.Χ. ), θεωρία της πολυθεϊστικής πολυμορφίας, η οποία ισχυρίζεται ότι υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο Θεό, στην ύλη και στις ψυχές. 3. Τη Ντβάιτα Βεδάντα (Dvaita Vedanta), τη δυαλιστική σχολή του Μάντβα (Madhva, 1199-1278), η οποία δέχεται την πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου και την ύπαρξη προσωπικού Θεού.
Εκτός από τα κλασικά αυτά φιλοσοφικά συστήματα στους κόλπους του μεταγενέστερου Ινδουισμού διαμορφώθηκαν πολλές ακόμη φιλοσοφικές τάσεις και σχολές, όπως: Μεταξύ των οπαδών του Βίσνου, η Ντβαϊταντβάιτα (Dvaitadvaita) και η Σουνταντβάιτα (Suddhadvaita), που στρέφονται γύρω από τη λατρεία του Κρίσνα και μεταξύ των οπαδών του Σίβα ή Σάιβα σιντάντα (Saiva siddhanta), η κατ' εξοχήν φιλοσοφία των Σαϊβιτών της Ν. Ινδίας, ο Κασμίρα Σαϊβισμός• (Kasmira-Saivism), τύπος φιλοσοφικού μονισμού κ.ά.
Η θρησκευτική φιλοσοφία του Ινδουισμού είναι μια φαντασμαγορική δημιουργία στην οποία κινούνται με απίθανη άνεση ο ρεαλισμός και ο ιδεαλισμός, ο θεϊσμός και ο Αθεϊσμός, ο Πανθεϊσμός και ο Μονισμός, με πλήθος ενδιάμεσες συνθέσεις.
Λατρεία.   Η λατρευτική ζωή του Ινδουισμού εμφανίζει πολυδαίδαλη διαφοροποίηση. Διαφέρει από κάστα σε κάστα από περιοχή σε περιοχή, από χωριό σε χωριό. Για τον ευλαβή Ινδό, αυτό που έχει σημασία είναι να λατρεύει Κάτι ή Κάποιον με όλη του την καρδιά. Εκτός από την παλαιά, βεδική λατρεία αναπτύχθηκαν στους κόλπους του Ινδουισμού και άλλες ιδιάζουσες λατρείες, οι οποίες απέκτησαν αναρίθμητους θιασώτες. Ενώ τα διάφορα θεολογικοφιλοσοφικά συστήματα δίνουν έμφαση στη γνώση για την επίτευξη της λύτρωσης, οι λατρευτικοί αυτοί κλάδοι τονίζουν τη σημασία της λατρείας ενός συγκεκριμένου Θεού και έχουν διαμορφώσει ιδιαίτερα τυπικά. Οι ομάδες αυτές χρησιμοποιούν κατ’ επιλογή θεωρίες των ντάρσανας, ενώ κινούνται κυρίως μέσα στα πλαίσια μιας θρησκευτικότητας τύπου μπάκτι.
Οι 5 σημαντικότερες ομάδες Λατρείας, που συγκεντρώνουν εκατομμύρια οπαδών, είναι: 1. Η Βαϊσνάβα, στην οποία η ύψιστη Πραγματικότητα ταυτίζεται με τον Βίσνου και τις ενσαρκώσεις του, τις αβατάρα. 2. Η Σάιβα με κέντρο τον πολυδύναμο Σίβα και με δαιδαλώδεις Θεολογικές ποικιλίες. 3. Η Σάκτα η οποία εξωτερικά παρουσιάζεται οργιαστική, όπως όμως ισχυρίζονται οι θιασώτες της, έχει ανώτερο συμβολικό και φιλοσοφικό νόημα. 4. Η Γκαναπάτυα (Ganapatua), η λατρεία του Γκαναπάτι (Ganapati), ή Γκανέσα, του ελεφαντόμορφου Θεού της σοφίας και της τύχης. 5. Η Σάουρα (Saura), που αντικείμενό της έχει τον ήλιο. Σπουδαιότερες στην εποχή μας είναι οι δύο πρώτες. Η τρίτη η οποία συγγενεύει με τη λατρεία Σάιβα παρουσίασε κάποια ύφεση, τελευταία όμως συγκεντρώνει νέο ενδιαφέρον. Οι εσωτερικές πτυχές των μορφών λατρείας είναι λαβυρινθώδεις σε ιδέες, όρους, πράξεις, τυπικά. Κατά κανόνα παρατηρείται αυστηρή προσκόλληση στην τήρηση του παραδοσιακού τελετουργικού και η πολυσύνθετη διαδικασία των προσφορών απαιτεί σχολαστική ακρίβεια.
Η παραδοσιακή ιερατική τάξη είναι η κάστα των Βραχμάνων. Δεν είναι όμως όλοι οι Βραχμάνες ιερείς. Λίγοι μόνο στην πράξη ασκούν το ιερατικό λειτούργημα. Ούτε όλοι όσοι ασχολούνται με θρησκευτικά λειτουργήματα ανήκουν στην τάξη των Βραχμάνων. Οι Βραχμάνες συνήθως υπηρετούν ως ιερείς τις 3 ανώτερες ινδουιστικές τάξεις. Ορισμένες ιερουργίες τελούνται από τον αρχηγό της οικογένειας. Όλα τα χωριά λίγο πολύ διαθέτουν για τις θρησκευτικές τελετουργίες κάποιον ανεπίσημο «ιερέα», ο οποίος γνωρίζει τους τρόπους προσφυγής στους γκράμα ντεβάτας (grama devatas), τις θεότητες-προστάτες του χωριού, ή πιθανώς έναν εξορκιστή ή μάντη.
Όλοι αυτοί προέρχονται σχεδόν πάντοτε από τις κατώτερες τάξεις και βρίσκονται σε ιδιαίτερη σχέση με τις θεότητες του χωριού, των οποίων θεωρούνται όργανα και, σε κατάσταση πνευματοληψίας, μιλούν εξ ονόματός τους. Δεν υπάρχει αποκλειστική ενοποιός ιερατική δομή και αρχή στον Ινδουισμό. Το γεγονός αυτό, που συμβαδίζει με την ενδογενή ποικιλομορφία στην ινδική κοινωνία, διευκόλυνε τις πολλές λατρευτικές και θεολογικές διαφοροποιήσεις.
Διακρίνονται 4 κατηγορίες λατρευτικής ζωής: Η λατρεία στους ναούς, η οικογενειακή, η ατομική και η συντροφική. Η Ινδία είναι κατάσπαρτη από ιερά και ναούς, από τους απλούς βωμούς, που έχουν ένα μόνο σύμβολο, ως τα πιο εντυπωσιακά κτίσματα. Τα σπουδαιότερα βρίσκονται σήμερα στο νότιο τμήμα της χερσονήσου. Στις βόρειες επαρχίες δεν διατηρούνται πολλοί αρχαίοι ναοί, διότι οι μουσουλμάνοι Μογγόλοι κατεδάφισαν τα παλαιά ιερά. Ο ιερότερος χώρος του ναού, όπου φυλάσσεται το είδωλο ή το σύμβολο του Θεού, είναι συνήθως ένα κτίσμα μάλλον μικρό. Ο ινδουιστικός ναός είναι περισσότερο «θεϊκό παλάτι», παρά οικοδόμημα για να φιλοξενεί μεγάλες συνάξεις λαού. Ο Βίσνου και οι αβατάρα, κυρίως ο Ράμα και ο Κρίσνα, συμβολίζονται με αγάλματα ή εικόνες. Ανάλογες είναι και οι αναπαραστάσεις της θεάς Μητέρας (Κάλι, Ντούργκα) στις διάφορες μορφές της. Ο Σίβα συχνά αναπαρίσταται με τη λίνγκα (linga), σύμβολο, συνήθως από μαύρη πέτρα, λαξευμένο στο σχήμα φαλλού, που τοποθετείται στο γιόνι (yoni), που έχει σχήμα γυναικείου αιδοίου. Στο είδωλο του Θεού αποδίδονται καθημερινά βασιλικές τιμές. Στις επίσημες εορταστικές ημέρες εφαρμόζονται συνθετότερα τελετουργικά, με λιτανείες, περιφορές του ειδώλου και άλλες εντυπωσιακές τελετές. Δεν υπάρχει επίσημη υποχρέωση για τον Ινδό να μεταβεί στο ναό. Εν τούτοις, συνηθίζει να επισκέπτεται τους ναούς, για να δώσει προσφορές, να ζητήσει κάποια χάρη, για να εκπληρώσει κάποιο τάμα του, ή ακόμα με την προσδοκία μιας θρησκευτικής εμπειρίας.
Οι περισσότερες οικογένειες διαθέτουν μια γωνιά ή και ολόκληρο δωμάτιο, όπου τοποθετείται το είδωλο ή το ιδιαίτερο σύμβολο της προστάτιδας θεότητας ή και περισσότερων θεοτήτων. Η οικογενειακή οικιακή λατρεία είναι μικρογραφία εκείνης που τελείται στους ναούς. Τα σύμβολα ή τα ειδώλια του Θεού δέχονται ιδιαίτερες λατρευτικές περιποιήσεις. Χρόνος προσευχής είναι συνήθως το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ. Ως σύμβολα για τη λατρεία χρησιμοποιούνται επίσης οι γιάντρας (yantras) και μάνταλας (mandalas), σύνθετα γεωμετρικά σχήματα. Αυτά αρχίζουν από απλά σχήματα, τα οποία σημειώνονται στο έδαφος με σκόνη διαφορετικών χρωμάτων, και φτάνουν σε συνθετότατα μυστικιστικά σύμβολα, που χρησιμοποιούνται σε ταντρικές τελετουργίες.
Ο ευλαβής Ινδός, που ανήκει σε μια από τις 3 ανώτερες τάξεις, απαγγέλλει πολλές φορές -ιδιαίτερα όταν εμφανίζεται ο ήλιος στον ορίζοντα - μια σύντομη προσευχή, γνωστή ως Γκαγιάτρι (Gayatri), που προέρχεται από τη «Ριγκ-Βέδα» {3. 62,10): «Ω! Ας αναλογιστούμε το υπέροχο φως του ακτινοβολούντος ηλίου. Είθε να κατευθύνει το νου μας». Πολλοί διανοούμενοι συνηθίζουν να στοχάζονται πάνω σε αποσπάσματα των ιερών κειμένων, όπως είναι ο στίχος των «Ουπανισάδων»: «Από το μη πραγματικό οδήγησέ με στο πραγματικό. Από το σκοτάδι στο φως. Από το θάνατο στην αθανασία» (Μπανταρανυάκα Ουπανισάδα 1.3. 30).
Ομάδες αφοσιωμένων οπαδών ενός ορισμένου Θεού ή ακόμη οπαδοί διαφόρων θεών συνέρχονται κατά διαστήματα, για να ψάλλουν ύμνους, τις μπάτζανας (bhajanas).
Η υμνωδία και η έντονη συγκίνηση δημιουργούν ατμόσφαιρα κατανυκτική, που συχνά οδηγεί σε έκσταση. Σ΄ όλα τα μέρη της Ινδίας και σ’ όλα τα κοινωνικά επίπεδα συνηθίζονται τέτοιου είδους λατρευτικές συνάξεις. Τον πυρήνα ενός άλλου τύπου ομαδικής λατρείας, γνωστού ως κάθα (katha), αποτελεί η απαγγελία ιερών κειμένων, που γίνεται από διακεκριμένους ιερείς ενώπιον ειδικώς προσκεκλημένου ακροατηρίου. Πολλοί Ινδοί επισκέπτονται συχνά ένα Γκουρού, για να τον ακούσουν να απαγγέλλει και να σχολιάζει τα ιερά κείμενα.
Από τις χαρακτηριστικές ιδιοτυπίες όλων σχεδόν των ινδουιστικών συστημάτων και λατρευτικών ομάδων είναι η έμφαση στο διαλογισμό, την περισυλλογή, που αναπτύχθηκε με διάφορες σωματικο-πνευματικές τεχνικές. Σκοπός του διαλογισμού είναι να εισδύσει στο εσωτερικό του εγώ, να κατακτήσει την αυτοσυνειδησία.
Η πεποίθηση στη μετενσάρκωση έχει οδηγήσει τον Ινδό να δείχνει σεβασμό όχι μόνο στους θεούς και σε ορισμένους ανθρώπους, αλλά και σε ζώα. Ιδιαίτερα ευλαβείται ως ιερό ζώο την αγελάδα. Αλλά και ο πίθηκος θεωρείται από πολλούς Ινδούς ιερός.
Με ιδιαίτερη ευλάβεια τελούν οι Ινδοί τις σάμσκαρας (samskaras), μυήσεις, που σχετίζονται με κρίσιμες καμπές της ανθρώπινης ζωής. Στα ιερά κείμενα γίνεται λόγος για 40 τέτοιες τελετουργίες, αλλά σήμερα έχουν περιοριστεί σε λιγότερες από 10. Αποσκοπούν στην ασφαλή μετάβαση από μία φάση ζωής σε άλλη. Οι σημαντικότερες σχετίζονται με τη γέννηση, την ονοματοδοσία (ναμακαράνα - namakarana) στην 6η ημέρα ή μερικές φορές τη 12η. Παλαιότερα συνηθίζονταν ορισμένες τελετές κατά την εγκυμοσύνη, αλλά σήμερα έχουν τεθεί σε αχρηστία. Αρκετές οικογένειες και κάστες συνεχίζουν να τηρούν τις προβλεπόμενες τελετές, την πρώτη φορά που το παιδί βλέπει τον ήλιο, που τρώει στερεά τροφή ή το κουρεύουν, όταν συμπληρώσει το πρώτο έτος ή και αργότερα. Ιδιαίτερη σπουδαιότητα έχει η μύηση στην εφηβεία, η ουπαναγιάνα (upanayana). Μ' αυτήν τα αγόρια των τριών ανωτέρων καστών πιστεύεται ότι γεννιούνται εκ νέου, ονομάζονται «διπλογεννημένοι» και εντάσσονται επίσημα στην ινδουιστική κοινότητα. Σήμερα η μύηση αυτή έχει κυρίως περιοριστεί στις βραχμανικές υποκάστες.
Ο γάμος θεωρείται υποχρεωτικός για τον Ινδό και η σχετική ιερουργία, βίβαχα (vivaha), που σχετίζεται μ’ αυτόν, έχει εξαιρετική θρησκευτική και κοινωνική σημασία. Η γαμήλια τελετή είναι συνθετότατη και μπορεί να διαρκέσει μία εβδομάδα ή και περισσότερο. Η κηδεία (antyesti) επισφραγίζει την επίγεια περιπέτεια του ανθρώπου και αποσκοπεί: Πρώτο, να βοηθήσει το πνεύμα του τεθνεώτος να προχωρήσει ομαλά στην επόμενη μετενσάρκωσή του, και δεύτερο, να αντιμετωπίσει την τελετουργική μόλυνση, που συνεπάγεται για τους οικείους και φίλους το γεγονός του θανάτου. Οι επικήδειες τελετουργίες πιστεύεται ότι συμβάλλουν σε μια καλή μετενσάρκωση και επιβάλλεται να γίνουν από ένα γιο του τεθνεώτος. Γι’ αυτό οι Ινδοί επιθυμούν ιδιαίτερα να αποκτήσουν αγόρια.

Εορτές. Προσκυνήματα.  Σε όλους τους ναούς συνηθίζονται ετήσιες εορτές με φαντασμαγορικό και πολύπλοκο τυπικό. Τα είδωλα ή τα σύμβολα της θεότητας, σε πομπή πάνω σε άρματα διακοσμημένα, οδηγούνται σ' ένα γειτονικό ποταμό, όπου τα λούζουν με τρόπο πανηγυρικό. Διάφορες εορτές αναφέρονται στο μυθικό βίο του Θεού ή συνδέονται με ποικίλες παραδόσεις.
Υπάρχουν επίσης πολλές εποχιακές πανηγύρεις. Προσφιλής εορτή του νέου έτους είναι η Ντιουάλι (Diwali -συστάδα φώτων), με την οποία τιμάται η θεά Λάξμη, σύζυγος του Βίσνου, θεά του πλούτου και της ευτυχίας, στην οποία συνήθως απευθύνονται οι οικογενειάρχες, οι επιχειρηματίες και οι φοιτητές. Την άνοιξη τελείται η εορτή Χόλι (Ηοli), που σχετίζεται με τον Κρίσνα έχει τις ρίζες της σε αρχέγονες τελετουργίες γονιμότητας. Η φθινοπωρινή εορτή Ντασέρα (Dashera) έχει ως κύριο θέμα την ανάμνηση του αγώνα του Θεού Ράμα κατά του δαίμονα Ραβάνα. Μεγάλα ομοιώματα του τελευταίου και των οπαδών του γεμίζονται με εκρηκτικές ύλες και πυρπολούνται με πύρινα βέλη.
Πανάρχαιο είναι στην Ινδία το έθιμο των ιερών αποδημιών σε διάφορους ιερούς τόπους. Υπάρχουν τοπικά, επαρχιακά και παν-ινδικά προσκυνήματα. Το καθένα έχει τα δικά του χαρακτηριστικά και προσφέρει ειδικές ευλογίες π.χ. η Μαθούρα (Mathura) και η Μπρινταβάν (Brindavan) συνδέονται με τον Κρίσνα και προσελκύουν εκατοντάδες χιλιάδες προσκυνητές. Υπάρχουν επίσης ιδιαίτεροι τόποι προσκυνημάτων, για την απόκτηση παιδιών, την ανακούφιση σε δερματικές ή οφθαλμολογικές ασθένειες κλπ. Η κατεξοχήν, πάντως, ιερή πόλη των Ινδών είναι το περίφημο Βαρανάσι (Varanasi), γνωστό και ως Μπενάρες, στις όχθες του Γάγγη. Εκεί κήρυξαν μεγάλοι σοφοί και προφήτες του Ινδουισμού. Θεωρείται το κέντρο του κόσμου και έχει χιλιάδες ναούς και βωμούς. Πλήθη προσκυνητών συρρέουν καθημερινά στις όχθες του ιερού ποταμού, για να τελέσουν το τελετουργικό τους λουτρό, να μελετήσουν ιερά κείμενα και ν' ακούσουν τα κηρύγματα διδασκάλων και ασκητών. Στις ιερές αυτές αποδημίες συναντιόνται πολλές χιλιάδες Ινδοί από διάφορες απομακρυσμένες περιοχές και η ινδουιστική ευσέβεια και αυτοσυνειδησία τους ενισχύονται. Μερικά προσκυνήματα πραγματοποιούνται σε ορισμένες ημέρες του έτους, οπότε τελούνται ιδιαίτερες θρησκευτικές εορτές, όπως είναι η εορτή Τζαγκανάθα (Jagannatha), στο Πούρι (Puri). Οι πιο εντυπωσιακές όμως συγκεντρώσεις γίνονται κάθε 12 χρόνια με τις ιερές αποδημίες σε 4 αγίους τόπους: Αλλαχαμπάντ (Allahabad), Χαρντουάρ (Hardwar), Ουτζάιν (Ujjain) και Νασίκ (Nasik), στις περίφημες θρησκευτικές πανηγύρεις, τις γνωστές ως Μέλα (Kubla mela), στις οποίες προσέρχονται εκατομμύρια προσκυνητών. Οι πολυποίκιλες αυτές λατρευτικές εκφράσεις του Ινδουισμού γοητεύουν τα λαϊκά στρώματα, χρωματίζουν το θρησκευτικό τους ήθος και το επηρεάζουν περισσότερο απ' όσο η φιλοσοφική ινδουιστική θεολογία.

Εξάπλωση. Σύγχρονη δυναμική. Ο Ινδουισμός, βαθύτατα ριζωμένος στην ινδική ψυχή, παρέμεινε αειθαλής στην Ινδία. Ούτε οι εσωτερικές αναστατώσεις (π.χ. Βουδδισμός. Τζαϊνισμός, Σικχισμός), ούτε οι εξωτερικές θρησκευτικές επιρροές (Χριστιανισμός, Ισλάμ) τον κλόνισαν. Αλλ' ακόμη διαδόθηκε και έξω από τα σύνορα της Ινδικής χερσονήσου, προς τη ΝΑ. Ασία. Για πολλούς αιώνες, περίπου ως το 13ο αι. μ.Χ, υπήρξε ζωντανό στοιχείο του πολιτισμού πολλών ασιατικών χωρών (Βιρμανίας, Ταϋλάνδης, Καμπότζης, Λάος και Βιετνάμ), που σήμερα στην πλειοψηφία τους είναι βουδδιστικές. Επίσης αναπτύχθηκε στο αρχιπέλαγος της Ινδονησίας. Για 1.000 σχεδόν χρόνια, από τον 7ο έως τον 16ο αι. μ.Χ.. ο ινδικός πολιτισμός άσκησε σοβαρή επιρροή στη Σουμάτρα και την Ιάβα. Οι ηγεμόνες των βασιλείων των μεγάλων αυτών νησιών υιοθέτησαν τις θρησκευτικές τελετουργικές παραδόσεις των φημισμένων Ινδών βασιλέων, τους οποίους είχαν ως πρότυπα.
Στην καμπή του 10ου προς τον 11ο αι. μ.Χ. μεταφράστηκε στη γλώσσα της Ιάβας η «Μαχαβάρατα» και αποτέλεσε την αρχή της ιαβανικής φιλολογίας. Με την είσοδο του Ισλάμ υποχώρησαν οι ινδουιστικές λατρείες στα νησιά αυτά και μόνο στη νήσο Μπάλι, ανατολικά της Ιάβας, ο Ινδουισμός επιβιώνει ως σήμερα σε συγκερασμό με τη λαϊκή προϊνδουιστική θρησκεία.
Στο εσωτερικό της Ινδίας, για την αντιμετώπιση του κινδύνου ξένων επιρροών, και ιδιαίτερα της χριστιανικής διείσδυσης, δημιουργήθηκαν διάφορες ινδουιστικές μεταρρυθμιστικές κινήσεις, όπως: 1. Η Βράχμα Σαμάτζ (Brahma Samaj), που ιδρύθηκε το 1828 από τον Rammohan Roy (1772 - 1833) με σκοπό την αφύπνιση και ανάπλαση της ινδουιστικής παράδοσης. 2. Η Άρυα Σαμάτζ (Arya Samaj), κίνηση περισσότερο ανανεωτική παρά μεταρρυθμιστική, που ιδρύθηκε το 1875 από τον Dayananda Sarasvati (1824 - 1883), με σκοπό την αναγέννηση της παλαιάς Βεδικής θρησκείας. 3. Η Αποστολή Ραμακρίσνα (Ramakrishna Mission), η οποία έχει σήμερα κέντρα σ' όλη την Ινδία, αλλά και σε διάφορα αλλά μέρη του κόσμου, επιδιώκοντας τη διάδοση του Ινδουισμού στις ξένες χώρες και την αναγέννησή του μέσα στην πατρίδα του.
Αποφασιστικό ρόλο στο σύγχρονο προσανατολισμό των Ινδών έπαιξαν μερικές μεγάλες φυσιογνωμίες του 19ου και του 20ού αι., που ηγήθηκαν σε διάφορα πνευματικά και κοινωνικά κινήματα, όπως: Ο Mahatma Gandhi, (1862 -1948), ο οποίος οδήγησε τη χώρα του στην ανεξαρτησία ο ποιητής R. Tagore (1861 - 1941) ο Sri Aurobindo Ghose (1872 -1950) ο S. Radhakrishnan (1888 - 1975), φιλόσοφος απολογητής του Ινδουισμού ο Ramana Maharsi (1879 - 1950) κ.ά.
Στη σύγχρονη Ινδία ο Ινδουισμός επηρεάζει το 78% του πληθυσμού της. Εκατοντάδες ινδουιστικών ομάδων και αιρέσεων συμβιούν στη χώρα: 1. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ινδουιστών (98%) είναι προσκολλημένη στον παραδοσιακό τρόπο και διαιρούνται στους οπαδούς του Σίβα, οι οποίοι επικρατούν στη Ν. Ινδία, στους οπαδούς του Βίσνου, οι οποίοι πλειοψηφούν στις υπόλοιπες ινδικές πολιτείες, και στους οπαδούς των Σάκτι. 2. Μία πολύ μικρή μειοψηφία (0.5%) αποτελούν οι θρησκευτικές κινήσεις των διανοουμένων, που αντιτίθενται στον πολυθεϊσμό. 3. Οι υπόλοιποι (1,5%) ακολουθούν νεότερες αιρέσεις και νέο-ινδουιστικές κινήσεις.
Με τη μετανάστευση πολλών Ινδών σε διάφορες περιοχές του κόσμου κατά τον 20ό αι., αναπτύχθηκαν ινδουιστικές κοινότητες στη ΝΑ. Ασία, την Α. Αφρική, τη Μ. Βρεταννία, την Καραϊβική κ.α. Αλλά και σε πολλές άλλες χώρες της Δ. Ευρώπης και της Β. Αμερικής οι ινδουιστικές φιλοσοφικο-θρησκευτικές θεωρίες και πρακτικές, ιδίως η Γιόγκα, γοητεύουν διάφορες ομάδες ανθρώπων, με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται και εκεί ινδουιστικές κοινότητες. Σε 5 περίπου δισεκατομμύρια πληθυσμό της γης οι Ινδουιστές ανέρχονται σε 658,6 εκατομμύρια, δηλ. αποτελούν το 13% της ανθρωπότητας.
Γράμματα-Τεχνες.  Η ινδική γραμματεία είναι απέραντη και περιλαμβάνει όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου. Οι ύμνοι των «Βεδών» και τα μεγάλα έπη «Μαχαβάρατα» και «Ραμάγιανα» αποτελούν κορυφαία δημιουργήματα του ανθρώπινου πολιτισμού. Η θρησκειο-φιλοσοφική σκέψη καλλιεργήθηκε με ιδιαίτερη ένταση, ποικιλία και πάθος στο ινδουιστικό έδαφος. Οι φιλοσοφικές πραγματείες των «Ουπανισάδων» άνοιξαν νέους πνευματικούς και φιλοσοφικούς ορίζοντες και ως σήμερα επηρεάζουν την παγκόσμια πνευματική αναζήτηση.
Από τις τέχνες, ιδιαίτερα άνθισε η αρχιτεκτονική. Τα ινδικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα είναι πολυσύνθετα (στις μορφές τους). Συχνά παρουσιάζονται ως γλυπτά σε κολοσσιαίο μέγεθος. Οι κυριότεροι ρυθμοί της ινδικής αρχιτεκτονικής είναι 6: 4 στο Βορρά (Ινδό- Άρειος, Γκούπτα, Κασμιρικός, Νεπαλικός) και 2 στο Νότο (Δραβιδικός και Τσαλουκυανικός). Σε στενό συνδυασμό με την αρχιτεκτονική, ως συμπλήρωμα και εξάρτημά της, αναπτύχθηκε η γλυπτική. Αμέτρητα αγάλματα, συνήθως ογκώδη, και αλλά γλυπτά κοσμούν τους ινδικούς ναούς. Η διάθεση των καλλιτεχνών είναι συμβολική. Προσπαθούν με το υλικό τους —πηλό, ξύλο, μέταλλο, κεραμίδι, κυρίως όμως πέτρα— να αποδώσουν διάφορες όψεις της ινδικής θεολογίας και μυθολογίας. Η γλυπτική φτάνει στο ζενίθ στην περίοδο Γκούπτα (319 - 647 μ.Χ.), με κέντρο τη Μαθούρα. Τα αγάλματα των θεών δεν αποτελούν απομίμηση ιδανικής ανθρώπινης μορφής, αλλά προσπάθεια να εκφραστεί το υπερφυσικό με αισθητούς συμβολισμούς. Λίγα μόνο παραδείγματα ζωγραφικής σώζονται από την πρώιμη εποχή, υποδειγματικά στο σχέδιο, τις γραμμές, τα χρώματα. Κατά την περίοδο Γκούπτα η ζωγραφική τέχνη τέθηκε υπό την προστασία της βασιλικής αυλής και αποτέλεσε μέρος της αγωγής των πριγκίπων και της ανώτερης τάξης.
Η μουσική καλλιεργήθηκε στην Ινδία από τα αρχαία χρόνια και θεωρήθηκε σπουδαίο μέσο για την ανάπτυξη της πνευματικότητας του ανθρώπου. Ήδη στη «Σάμα-Βέδα» υπάρχουν χωρία που επεξηγούν το παλαιό σύστημα ινδικής μουσικής, το οποίο θεωρείται το παλαιότερο του κόσμου. Σύμφωνα με αρχαία παράδοση, προέρχεται από τον Βράχμα και εκτελείται από μεγάλους διδασκάλους με θεϊκή συγκατάθεση. Στις περισσότερες ινδουιστικές λατρευτικές εκδηλώσεις η μουσική, ενόργανη και φωνητική, έχει δεσπόζουσα θέση. Τα ινδικά μουσικά όργανα ταξινομούνται σε έγχορδα που κρούονται με το δάκτυλο, έγχορδα που παίζονται με δοξάρι, κρουστά και πνευστά.
Σε στενό σύνδεσμο με τα τελούμενα στους ναούς αναπτύχθηκε ο χορός, ο οποίος για τους Ινδούς δεν αποτελεί μόνο αισθητική απόλαυση, αλλά και διακόνημα στην ινδουιστική λατρεία. Με την έντονη συμβολικότητά του ανακαλεί ιστορίες των θεών, επανενεργοποιεί ιερά γεγονότα. Στις μεγάλες εορταστικές λιτανείες συμμετέχουν ομάδες μουσικών και νεαρές χορεύτριες. Σε παρόμοια ινδουιστικά πλαίσια αναπτύχθηκε επίσης το θέατρο. Τα θέματα του, δραματικά, κωμικά, ιστορικά, κοινωνικά, προέρχονται συνήθως από τα έπη και διάφορες άλλες μυθολογικές θρησκευτικές πηγές.
Χάρη στη γεωγραφική της θέση, η Ινδία δέχτηκε επιδράσεις τόσο από τη Δυτική Ασία, όσο και από την Κεντρική. Οι Ινδοί καλλιτέχνες έδειξαν μεγάλη ικανότητα στην αποδοχή, αφομοίωση και μεταμόρφωση αυτών των στοιχείων, σύμφωνα με τη δική τους παράδοση και πνευματικότητα. Εξάλλου, η ινδική τέχνη επέδρασε γόνιμα και σε άλλες ασιατικές χώρες: Κεϋλάνη, Βιρμανία, Ταϋλάνδη, Καμπότζη, έως την Ινδονησία.
Γενικά, η ινδουιστική τέχνη, πλούσια και πολυποίκιλη, χωρίς όμως να χάνει τη συνοχή της, διακρίνεται άλλοτε για πλαστικότητα, άλλοτε για αφαίρεση και συνήθως διαπνέεται από πολύμορφο συμβολισμό. Καρπός δημιουργικής φαντασίας εκατομμυρίων ανθρώπων, διαμορφωμένη σε διάστημα χιλιάδων χρόνων, η τέχνη αυτή είναι διαποτισμένη με τη βαθύτατη θρησκευτικότητα της Ινδίας. Αλλά η ινδουιστική τέχνη με τη σειρά της έχει συμβάλει στη σταθεροποίηση, αντοχή και ενδυνάμωση του θρησκευτικού βιώματος των Ινδών. Πιστή στη βασική πνευματική ινδουιστική παράδοση, στρέφει την προσοχή του λαού προς την αθέατη πλευρά της πραγματικότητας, προς το Υπερβατικό, και υπογραμμίζει την αιώνια και ασύγκριτη αξία του πνεύματος, αποσκοπώντας στο να προκαλέσει περισυλλογή και να οδηγήσει τον πιστό σε κοινωνία με το θείο.

 

 

Ακούω πολλούς ανθρώπους αυτές τις μέρες να εύχονται ‘καλό καλοκαίρι’ και τους βλέπω με πόση λαχτάρα αδημονούν να βρεθούν στις παραλίες και στον ήλιο ‘ ανέμελοι’ για να γεμίσουν τις μπαταρίες τους, όπως λένε! Και σκέφτομαι μέσα μου ‘Αχ Θεέ μου μακάρι να λαχταρούσαν έτσι κι Εσένα, το Πνεύμα το Πανάγιο!’ Δυστυχώς ακόμα και οι αμαρτωλοί εντός Εκκλησίας, δεν έχουμε αυτό τον πόθο! Δεν αναγνωρίζουμε βαθιά μέσα μας το Άγιο Πνεύμα ως πρόσωπο, γι’ αυτό και δεν ποθούμε τη σχέση μαζί Του! Προτιμούμε τις βουτιές στη θάλασσα από τη βουτιά στη Χάρη Του, τον κοσμικό ήλιο από τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, την ‘ανεμελιά’ από την πραγματική σωτηρία των ψυχών μας! Δε συνειδητοποιούμε ότι γι’ αυτό γίναν όλα…για να λάβουμε το Άγιο Πνεύμα! Αυτό είναι η Ειρήνη μεταξύ Θεού και ανθρώπων, Αυτό είναι η Βασιλεία των Ουρανών, Αυτό είναι το Μέγα Έλεος! Ο ίδιος ο Χριστός μας το είπε: ‘ Σας συμφέρει να φύγω Εγώ, για να στείλω τον Παράκλητο!’
Αυτός, ο δεύτερος Παράκλητος, οδήγησε τους Αποστόλους και τους Αγίους Πατέρες μας ‘ εις πάσαν την Αλήθειαν’. Οι ίδιοι οι Μαθητές του Χριστού, παρότι ήταν τρία χρόνια μαζί Του, δεν καταλάβαιναν και πολλά πράγματα, γιατί όπως γράφει ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό του ‘ ούπω γαρ ην Πνεύμα Άγιον’. Είναι πολλοί αδελφοί που εκκλησιάζονται τακτικότατα, εξομολογούνται, κοινωνούν, έχουν σχέση με το Χριστό κι όμως αισθάνονται μέσα τους ένα κενό, μια αδυναμία, ότι κάτι δεν πάει καλά! Νομίζω ότι το επιτρέπει αυτό ο Κύριος για να ποθήσουμε το μεγαλύτερο δώρο Του, το Άγιο Πνεύμα, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος!
Έτσι η σχέση μας με το Χριστό θα πάψει να είναι απλά συναισθηματική και θα γίνει πνευματική! Η σχέση μας και ο αρραβώνας μας με το Χριστό θα γίνουν γάμος! Επίσης και οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών θα γίνουν αληθινά πνευματικές, γιατί χωρίς Αυτό αδέλφια δε γινόμαστε! Θα ενοικήσει μέσα μας όλη η Αγία Τριάδα! Μη ζητάμε απλά το φωτισμό του Θεού, αλλά τον ίδιο το Θεό! Και όταν έλθει Αυτός θα γίνουμε ολόφωτοι, θα καρποφορήσουμε τις αρετές Του και την πολυπόθητη διάκριση! Μετά το Πάσχα, πολλοί εφησυχάζουμε, κοιτάμε πότε είναι το καλοκαίρι ή η επόμενη νηστεία! Όμως αυτές οι πενήντα μέρες είναι προετοιμασία, να αφήσουμε την Ανάσταση του Χριστού μας να εργασθεί μέσα στην καρδιά μας! Όλοι μας, αν και θέλουμε, βλέπουμε ότι δεν μπορούμε να σταθούμε στο μεγαλείο της Ανάστασης του Κυρίου!
Είμαστε μικροί και ασήμαντοι, γεμάτοι αμαρτίες και πληγές, ενώ ο Θεός μας είναι τόσο μεγάλος και δυνατός! Ας ζητήσουμε με όλη μας τη δύναμη, με όλη μας την ψυχή στον Παράκλητο να έρθει να ενώσει αυτό το μέγα χάσμα που μας χωρίζει από το Θεό! Μόνο Αυτός μπορεί! Και γι’ αυτό εργάζεται μέσα στην Εκκλησία διακονώντας το έργο του Χριστού!
Για να γίνει αυτό πρέπει να του ζητήσουμε να μας φωτίσει για να δούμε τα σκοτάδια μας, να δούμε πόσο απελπιστικά μόνοι και ανήμποροι είμαστε χωρίς Αυτόν και να κράξουμε με όλες τις δυνάμεις στο Άγιο Πνεύμα να έρθει! Και τότε θα έρθει γιατί κι Αυτός μας ποθεί, θέλει να σκηνώσει μέσα μας, γιατί μας αγαπά και δε θέλει να μας βλέπει ως ‘ πρόβατα χωρίς Ποιμένα’, χωρίς ελπίδα και χωρίς σωτηρία! Μακάρι αυτή την Πεντηκοστή να τη ζήσουμε ολόψυχα, να κάνουμε χώρο στο Άγιο Πνεύμα στην καρδιά μας, και να δροσιζόμαστε αληθινά απ’ Αυτόν! Τότε θα δούμε μεγάλη αλλοίωση μέσα μας, πρωτόγνωρη χαρά και πραγματική παρηγοριά!
Καλή Πεντηκοστή, λοιπόν! (K.B)


Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Π.Ν.Τρεμπέλα εκδόσεις «ο Σωτήρ»,1991, σελ. 74-87, μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

Πραξ. 2,1 Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι(1) τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς(2) ἦσαν ἅπαντες(3) ὁμοθυμαδὸν(4) ἐπὶ τὸ αὐτό.
1 Όταν έφτασε η ημέρα της Πεντηκοστής, ήταν όλοι μαζί συγκεντρωμένοι με ομοψυχία στο ίδιο μέρος (μετάφραση Βιβλικής Εταιρίας).
(1)   Συμπληρώνω=γεμίζω ολοκληρωτικά. Η λέξη έχει κυριολεκτική σημασία στην περίπτωση πλοίου που κατακλύστηκε από τα κύματα ή του οποίου το πλήρωμα επιβιβάστηκε πλήρως (Jacquier, στο εξής j).
«Όταν επρόκειτο να συμπληρωθεί, δηλαδή όχι πριν την Πεντηκοστή αλλά κατά τη διάρκεια, κατά κάποιο τρόπο, της ημέρας της Πεντηκοστής» (Χρυσόστομος,στο εξης Χ).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, λίγο πριν την ημέρα της Πεντηκοστής (δες Λουκ. θ 51,Πράξ. ιγ 25) όχι την ίδια την ημέρα (Blass, στο εξής β).
Ή, πιθανότερο, ο Λουκάς αναφέρεται στον ιουδαϊκό τρόπο υπολογισμού και καθορισμού της ημέρας. Η ημέρα δηλαδή άρχιζε από τη δύση του ηλίου έτσι ώστε, το πρωί δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί, αλλά έτεινε να συμπληρωθεί. Θα μπορούσαμε λοιπόν να μεταφράσουμε: Όταν επρόκειτο να συμπληρωθεί εξ’ ολοκλήρου η ημέρα της Πεντηκοστής (j).
(2)   Μία από τις 3 μεγάλες ετήσιες εορτές των Ιουδαίων. Γιορτή ευχαριστίας για τον θερισμό, για αυτό και ονομαζόταν γιορτή θερισμού (Εξ. κγ 16) και ημέρα των νέων (Αρ. κη 26) δηλαδή των απαρχών.
«Όταν το δρεπάνι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την συγκομιδή από το θερισμό· όταν έπρεπε να συναθροίζονται οι καρποί. Είδες τον τύπο; Βλέπε πάλι την αλήθεια. Όταν έπρεπε να επιβάλλει το δρεπάνι του λόγου, όταν έπρεπε να συλλέγει τους καρπούς, τότε το Πνεύμα, σαν δρεπάνι κοφτερό, πετά πάνω σε αυτούς. Διότι άκου το Χριστό που λέει «Υψώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια, ότι είναι λευκά, έτοιμα για θερισμό»» (Χ).
Ο όρος Πεντηκοστή βρίσκεται μόνο στο Τωβ. β 1 και Μακ. ιβ 32, και στον Ιώσηπο (Ιουδ. Πολ. ΙΙ 3,1 και Ιουδ. Αρχ. ΙΙΙ 10,6). Ονομαζόταν επίσης η Πεντηκοστή γιορτή των εβδομάδων (Εξ. λδ 22), διότι είχε οριστεί να διεξάγεται μετά από 7 εβδομάδες από τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα (Λευϊτ. κγ 15,16,Δευτ. ιστ 9,10). Εφόσον λοιπόν αποσκοπούσε στην έκφραση ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας προς την θεία αγαθότητα για την από αυτήν παροχή του θερισμού, προσφέρονταν εκτός από τα ολοκαυτώματα (θυσίες ζώων) και τις θυσίες για αμαρτίες και δύο άρτοι κατασκευασμένοι από νέο αλεύρι (Λευϊτ. κγ 17-19, Αρ. κη 26-31)(Ripley, στο εξής R). Αξιοσημείωτη η παρατήρηση: «Προσφερόταν στο Θεό η απαρχή των νέων καρπών και δεμάτια νέων στάχυων. Ήταν όμως εκείνο, σύμβολο αυτής της γιορτής (της δικής μας). Επειδή δηλαδή την ημέρα της Πεντηκοστής μαζευόταν το δεμάτι των νέων καρπών και συγκεντρώνονταν οι διαιρεμένοι καρποί ώστε να φαίνονται ένα, επρόκειτο όμως κατά την ημέρα αυτή, να συγκεντρωθούν από κάθε έθνος της γης σε ένα δέμα ευσέβειας διάφορα έθνη και να προσφερθούν στο Θεό με τον αποστολικό λόγο, αυτό το προτύπωσε το δεμάτι των στάχυων· για να προτυπώσει τα δέματα των ψυχών, που πάρθηκαν από διάφορες μεν χώρες, αλλά προσφέρθηκαν στο Θεό σε μία απαρχή στάχυων» (Θεοφύλακτος, στο εξής Θφ).
Επίσης κατά την ημέρα της Πεντηκοστής τελούνταν και η ανάμνηση της χορήγησης του νόμου πάνω στο όρος Σινά και πιστευόταν γενικώς, ότι το γεγονός αυτό συνέπεσε με την πεντηκοστή ημέρα από την αναχώρηση από την Αίγυπτο (Εξ. ιθ 1,3,11). Εάν όμως ο νόμος του Μωϋσή δόθηκε οπωσδήποτε την πεντηκοστή ημέρα μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, αποτελεί θαυμάσια σύμπτωση, ότι κατά την ίδια ημέρα σημειώθηκε και η έκχυση του αγίου Πνεύματος, η οποία με τόσο αξιοσημείωτο τρόπο επιβεβαίωσε και εγκαθίδρυσε το ευαγγέλιο, του οποίου τύπος με τόσο υπέροχο τρόπο υπήρξε το Μωσαϊκό σύστημα (R). Η Σιναϊτική Πεντηκοστή της Π.Δ. και η Ιεροσολυμητική Πεντηκοστή της Κ.Δ. συνέδεσαν με τον εαυτό τους τις δύο σαφέστερες φανερώσεις του Θεού, που υπερβαίνουν κάθε άλλη, δηλαδή αυτήν του νόμου και αυτήν του ευαγγελίου, την από το όρος και την από τους ουρανούς (Εβρ. ιβ 18-25)· αυτήν που συνοδεύτηκε από τρόμο και την γεμάτη με έλεος (Bengel,στο εξής b).
«Όπως ακριβώς δηλαδή ο Σωτήρας όταν επρόκειτο να επιτελέσει το άγιο πάθος, δεν δέχτηκε σε άλλο καιρό να παραδώσει τον εαυτό του στο πάθος, αλλά κατά την ώρα που θυσιαζόταν το πρόβατο, ώστε με αυτόν τον τρόπο να συνδέσει τον τύπο με την αλήθεια, έτσι και η επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος δεν δέχτηκε να δοθεί σε άλλο καιρό, παρά στον καιρό που δόθηκε ο νόμος· για να δειχτεί ότι το Πνεύμα το Άγιο και τότε νομοθέτησε και τώρα νομοθετεί» (Σευηριανός, στο εξής Σ).
Ο σύγχρονος των αποστόλων Ιώσηπος μάς πληροφορεί, ότι στις ημέρες του πλήθος πολύ Ιουδαίων συνέρρεαν κατά την Πεντηκοστή στα Ιεροσόλυμα.
«Έπρεπε όταν ήταν γιορτή πάλι να γίνουν αυτά, έτσι ώστε αυτοί που ήταν παρόντες στο σταυρό του Χριστού, αυτοί να δουν και αυτά» (Χ). Ο Κύριος σταυρώθηκε κατά τη γιορτή του Πάσχα που προηγήθηκε, όταν αναρίθμητο πλήθος κατέκλυζε την πόλη, και υπέστη βαθύτατη ταπείνωση και εξευτελισμό. Τώρα αφού αναστήθηκε και αναλήφθηκε στα δεξιά του Πατέρα επιφύλαξε την αποστολή του Αγίου Πνεύματος κατά την μεγάλη αυτή γιορτή και με παρουσία πλήθους Ιουδαίων που μαζεύτηκαν από όλα τα πέρατα της γης φανέρωσε τη δύναμή του και τη δόξα του. Η συντομία του διαστήματος που παρεμβλήθηκε μεταξύ των δύο γιορτών, θα παρουσίαζε με ζωηρή αντίθεση την ατίμωση και τη δόξα του Ιησού (R). Όπως κατά το Πάσχα έτσι και κατά την Πεντηκοστή συνέρρεαν από όλα τα μέρη του κόσμου Ιουδαίοι της διασποράς και προσήλυτοι εθνικοί. Η φήμη λοιπόν της καθόδου του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα αυτή, θα διαδιδόταν τάχιστα από αυτούς ανά την οικουμένη, αυτό όμως θα διευκόλυνε τη διάδοση του ευαγγελίου σε όλα τα έθνη (Henry).
Κατά τη χριστιανική παράδοση η Πεντηκοστή κατά το έτος εκείνο συνέπεσε ημέρα Κυριακή. Πράγματι εάν ο Ιησούς σταυρώθηκε στις 14 του μηνός Νισάν και η δεύτερη ημέρα του Πάσχα, από την οποία υπολογίζονταν οι 50 ημέρες ήταν η 16 Νισάν, η Πεντηκοστή συνέπιπτε με Κυριακή. Εάν όμως ο Ιησούς πέθανε στις 15 Νισάν η Πεντηκοστή συνέπιπτε με Δευτέρα (j). Έτσι όχι μόνο με την ανάσταση, αλλά και με την έκχυση του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, η Κυριακή καθιερώθηκε ως το χριστιανικό σάββατο του νέου Ισραήλ της χάρης, κατά το οποίο καλείται αυτός με ευγνωμοσύνη και ευχαριστία να θυμάται τα δύο αυτά κεφαλαιώδη γεγονότα, με τα οποία η απολύτρωση και σωτηρία του ανθρωπίνου γένους έφθασαν σε αίσιο πέρας.
(3)   Δηλαδή οι 120 που αναφέρθηκαν ήδη στο α 15 (μπ). Οι 120 αυτοί ήταν οι αντιπρόσωποι της όλης καθολικής εκκλησίας ή καλύτερα ήταν σπερματικά και δυναμικά η όλη καθολική εκκλησία όλων των γενεών και όλων των αιώνων. Και εμείς λοιπόν είμαστε κληρονόμοι της Πεντηκοστής. Το άγιο Πνεύμα που κατέβηκε στο υπερώο, εξακολουθεί να κάθεται πάνω σε καθέναν χριστιανό οποιασδήποτε χριστιανικής γενιάς και έρχεται να γεμίσει το εσωτερικό του όπως και τότε του καθενός από τους πιστούς στο υπερώο. Το γέμισμα όμως αυτό γίνεται αναλόγως της πίστης του καθενός και της πρόθυμης διάθεσης να δεχτεί μέσα του το άγιο Πνεύμα. Εάν εξακολουθούμε να είμαστε σαρκικοί, ψυχροί, καρδιές υποδουλωμένες στην αμαρτία και απρόθυμες να ελευθερωθούμε από αυτήν, τότε όχι διότι ζούμε κάτω από την κατάρα του νόμου, όχι διότι ο Θεός κάνει διακρίσεις σε πρόσωπα για την παροχή του Πνεύματός του, όχι διότι το Πνεύμα δεν κατέβηκε από τον ουρανό, όχι διότι ο Χριστός ουδέποτε δοξάστηκε, αλλά διότι εμείς έχουμε κλειστό το εσωτερικό μας και εμποδίζουμε το Πνεύμα να μπει σε αυτό, αποξενωνόμαστε από τις δωρεές του και μόνοι μας αποκλείουμε τους εαυτούς μας από τις χάριτές του.
(4)   Υπήρξε ενότητα κοινωνίας, διανοιών και τόπου (b). Ομοθυμαδόν=με ομοψυχία (Hackett, στο εξής h). Αυθεντική γραφή ομού επί το αυτό. Έκφραση πλεοναστική. Το ένα από τα δύο αρκούσε εάν, το οποίο είναι και πιθανό, το «επί το αυτό» δεν σημαίνει μόνο τον τόπο, όπου ήταν μαζεμένοι (j). Υπάρχει και η γραφή του κώδικα του Βέζα· «εγένετο εν ταις ημέραις εκείναις του συμπληρούσθαι την ημέραν της Πεντηκοστής όντων αυτών πάντων ομού…». Είναι τώρα ενωμένοι με την αγάπη. Οι φιλονικίες που σημειώθηκαν μεταξύ τους σε προηγούμενο χρόνο για το ποιος είναι μεγαλύτερος, δεν ακούγονται πλέον, μάλιστα αφότου κατά την ημέρα της ανάστασης ο Κύριος φύσηξε σε αυτούς και είπε: Πάρτε Πνεύμα Άγιο. Όπως συμπεραίνουμε και από το α 14 προσεύχονταν όλοι μαζί και η στο ίδιο μέρος συγκέντρωσή τους, συνδυαζόμενη με την προσευχή συντελούσε στο να αγαπούν ολοένα θερμότερα ο ένας τον άλλον. Και αυτό προετοίμασε αυτούς στο να κατασκηνώσει το Άγιο Πνεύμα μέσα τους. Διότι το θείο αυτό και μακάριο Περιστέρι φεύγει μακριά από τους θορύβους και την ταραχή. Είναι Πνεύμα ειρήνης και εάν θέλουμε να επισκηνώσει και σε εμάς, ας προσπαθούμε να ενωνόμαστε μεταξύ μας με την ομόνοια και την αγάπη. Διότι όπου κατοικούν «αδελφοί στο ίδιο μέρος» «εκεί διέταξε ο Κύριος την ευλογία» (Ψαλμ. ρλβ 1,3).

Πραξ. 2,2 καὶ ἐγένετο ἄφνω(1) ἐκ τοῦ οὐρανοῦ(2) ἦχος(3) ὥσπερ(4) φερομένης(5) πνοῆς(6) βιαίας(7), καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον(8) οὗ ἦσαν καθήμενοι·
2 Ξαφνικά ήρθε από τον ουρανό μια βουή σαν να φυσούσε δυνατός άνεμος, και γέμισε όλο το σπίτι όπου έμεναν.
(1)   ἄφνω. Δες και Πράξ. ιστ 26,κη 6. Αττικής προέλευσης, στους Ο΄ και στην Κ.Δ. το συναντούμε μόνο στις Πράξεις (β). Έτσι πάλι θα αποκαλυφθεί, όταν έλθει για να κρίνει τον κόσμο (b). «Το αιφνίδιο τούς ξεσήκωσε» (Χ). Και «με το ξαφνικό τούς κατέπληξε περισσότερο… και έκανε ώστε να τρέξουν όλοι» (Οικουμένιος, στο εξής Ο). Έγινε αιφνίδια, όχι όπως ο άνεμος σηκώνεται βαθμιαία από ελαφρό φύσημα αρχικά που καταλήγει σε βίαιο. Αλλά απότομα και απροσδόκητα η βουή σαν άνεμος ορμητικός υπήρξε ισχυρή και βίαιη.
(2)   Από τις ανώτερες εκτάσεις του αέρα, από όπου προέρχονται οι άνεμοι και οι καταιγίδες (R). «Επειδή ανέβηκε ο άνθρωπος πάνω [στο πρόσωπο του Χριστού], και το Πνεύμα έρχεται από πάνω» (Χ). «Για να δείξει, ότι το έργο προερχόταν από αυτόν που αναλήφθηκε στους ουρανούς» (Ο).
Ήταν ήχος από τον ουρανό, «σαν φωνή βροντής» (Αποκ. στ 1). Για το Θεό είπε ο Δαβίδ ότι αυτός είναι «που βγάζει ανέμους από τους θησαυρούς του». Από το Θεό λοιπόν ήλθε και ο ήχος αυτός, όμοιος με φωνή κάποιου που φωνάζει: «Ετοιμάστε το δρόμο του Κυρίου». Ήταν ήχος όμοιος με βίαιη πνοή ανέμου, διότι και η οδός του Πνεύματος μοιάζει με την οδό του ανέμου, του οποίου το φύσημα ακούς, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται και που πηγαίνει (Ιω. γ 8). Παρόλο όμως που όχι στο βίαιο αέρα και στο φύσημα του ισχυρού ανέμου, που διαλύει όρη και συντρίβει πέτρες, ήλθε η παρουσία του Κυρίου στον Ηλία, όμως αυτή προετοίμασε τον Ηλία στο να δεχτεί την αποκάλυψη του Θεού με «φωνή αύρας λεπτής» (Γ΄Βασ. ιθ 11,12).
(3)   Ελληνιστικό αντί για την αττική λέξη ηχή.
(4)   «Είναι καλό που παντού αναφέρεται το «σαν», για να μην νομίσεις τίποτα αισθητό για το Πνεύμα. Σαν φωτιά, λέει, και σαν άνεμος· δεν ήταν επομένως άνεμος, που απλώς διασκορπίζεται στον αέρα» (Χ).
«Κάτι όμοιο με άνεμο και φωτιά, που έμοιαζε δηλαδή με τα συνηθισμένα αυτά και γνωστά φυσικά φαινόμενα, αλλά δεν φανερώνεται με αυτό ότι τα φυσικά αυτά φαινόμενα δημιουργήθηκαν και τώρα» (Αυγουστίνος, στο εξής Αυ).
Πιθανώς δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί λέξη που να εκφράζει με ακρίβεια τι πράγματι ακούστηκε· αυτό ήταν μάλλον βουή ανέμου παρά κάτι άλλο. Ήταν εξ’ ολοκλήρου υπερφυσικού χαρακτήρα (R).
(5)   =Κινούμαι, μαζί με την έννοια της ταχύτητας, της σφοδρότητας. Δες και Πράξ. κζ 15,17 (Grimm, στο εξής G).
(6)   Χρησιμοποιείται εδώ αντί για τη λέξη άνεμος, για να σημάνει το αποτέλεσμα που προκλήθηκε και όχι την αιτία που το προκάλεσε. Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι λέξεις πνοή και πνεύμα έχουν την ίδια ρίζα και την ίδια έννοια. Η πνοή αυτή ήταν το σύμβολο του Πνεύματος, το οποίο κατέβαινε στους συγκεντρωμένους μαθητές· στη βιβλική γλώσσα η ενέργεια του Πνεύματος εκπροσωπείται με την πνοή ή συμβολίζεται με τον άνεμο. Ιω. γ 8 (j). Αναμφίβολα ο ισχυρός αλλά αόρατος άνεμος φαινόταν τότε στα πρώτα χρόνια της εκκλησίας ως το καταλληλότερο σύμβολο της μυστηριώδους ενέργειας του θείου Πνεύματος. Δες Γ΄Βασ. ιθ 11, όπου «πνεύμα δυνατό που διαλύει βουνά, σεισμός και φωτιά» κατονομάζονται ως συνηθισμένα επακόλουθα της παρουσίας του Κυρίου (Δες και Ιωβ λη 1, Ψαλμ. ργ 3,Ιεζ. α 4)(Bartlet, στο εξής μπ).
(7)   «Αυτό θέλει να φανερώσει με το βίαιο άνεμο· για να δείξει δηλαδή, ότι… το έργο προερχόταν από τη θεϊκή δύναμη· όπως και στην Ερυθρά θάλασσα ο βίαιος άνεμος του νότου» (Ο).
Και «κάνει φανερό, ότι τίποτα δεν θα μπορέσει να τους αντισταθεί, αλλά θα διασκορπίσουν σαν το χώμα τους αντίθετους» (Χ).Τα σημάδια της έκχυσης του Αγίου Πνεύματος υπήρξαν διπλά: Για την ακοή βουή όμοια με αυτήν που παράγει βίαιος άνεμος, και για την όραση γλώσσες σαν φωτιάς (j).
«Η επιφοίτηση του Πνεύματος δεν έγινε χωρίς να υποπέσει στις αισθήσεις» αλλά «έγινε αισθητή, ώστε να καταστήσει το θαύμα αξιόπιστο. Διότι αν, παρόλο που έγινε και αυτό, συκοφαντούσαν το παράδοξο γεγονός ως μεθύσι, τι δεν θα έλεγαν, αν δεν γινόταν με αυτόν τον τρόπο;» (Ο).
(8)   «Ο άνεμος γέμισε όλο το σπίτι»(Ο) και «έγινε σαν κολυμβήθρα νερού» (Χ). «Διότι και είχε υποσχεθεί σε αυτούς, «θα βαπτιστείτε με Πνεύμα και φωτιά»· Και αυτό είναι τεκμήριο του πόσο άφθονο ήταν» (Ο). «Γέμιζε όλο το σπίτι, για να δειχτεί ότι η δωρεά δόθηκε όχι σε κάποιους μερικώς, αλλά σε όλο το πλήρωμα της εκκλησίας» (Σεύηρος Αντιοχείας,στο εξής Σβ). «Διότι το σπίτι ήταν σύμβολο του κόσμου».

Πραξ. 2,3 καὶ ὤφθησαν(1) αὐτοῖς(2) διαμεριζόμεναι(3) γλῶσσαι(4) ὡσεὶ(5) πυρός(6), ἐκάθισέ(7) τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον(8) αὐτῶν(9),
3 Επίσης τους παρουσιάστηκαν γλώσσες σαν φλόγες φωτιάς, που μοιράστηκαν και κάθισαν από μία στον καθένα απ’ αυτούς.
(1)   ὤφθησαν αὐτοῖς, κατά λέξη=υπήρξαν ορατές από αυτούς (j).
(2)   Μπορεί να αναφέρεται και στο ὤφθησαν και στο διαμεριζόμεναι (j).
(3)   Πολυάριθμοι ερμηνευτές σωστά πήραν το ρήμα ως μέσο=οι ίδιες μοίραζαν τους εαυτούς τους (F). Βλέπονταν οι γλώσσες να αποσπώνται και να κάθονται στον καθένα από αυτούς, το οποίο προϋποθέτει ότι στην αρχή ήταν ενωμένες σε μία δέσμη (j).
«Και σωστά είπε «να διαμοιράζονται». Διότι ήταν από μία ρίζα, για να μάθεις ότι είναι ενέργεια που στάλθηκε από τον Παράκλητο» (Χ). «Διαμοιράζονταν βεβαίως επειδή είναι διάφορα τα χαρίσματα» (Γρηγοριος Θεολόγος,στο εξής Γ).
«Πρόσεχε, σε παρακαλώ, τον τρόπο πώς έγινε· δεν φάνηκαν αμέσως γλώσσες, αλλά φωτιά πολλή και έπειτα σαν κατά κάποιο τρόπο να διαχωρίστηκε η φωτιά και διαμοιραζόταν σε γλώσσα. Ποιος μοίραζε; Ποιος μοιραζόταν; Δεν μοιραζόταν η φύση του Πνεύματος, αλλά το Πνεύμα ήταν αυτό που μοίραζε και αυτό που μοιραζόταν ήταν η δωρεά του Πνεύματος· διότι το Πνεύμα δεν διαιρείται, αλλά διαιρεί» (Σβ).
(4)   Είναι εικόνα των γλωσσών, με τις οποίες επρόκειτο να μιλήσουν (β). «Χρειαζόταν γλώσσα που θα διατράνωνε τα μεγαλεία του Θεού» (Ο). «Με γλώσσες για να δείξει την στενή σχέση με τον λόγο» (Γ). «Φάνηκαν γλώσσες φωτιάς, που φανέρωναν ότι τόση είναι η απόσταση της παλαιάς νομοθεσίας και της καινής, όση είναι η απόσταση του έναρθρου λόγου που εκφράζεται από τη γλώσσα και του ήχου των σαλπίγγων» (Σβ). Φάνηκαν γλώσσες, διότι από το Πνεύμα έχουμε το λόγο του Θεού και με το Πνεύμα ο Χριστός θα μιλούσε στον κόσμο και έδωσε το Πνεύμα στους μαθητές για να μεταδώσει σε αυτούς όχι μόνο την σωτηριώδη γνώση, αλλά και τη δύναμη να διακηρύξουν και να διαδώσουν στον κόσμο τη γνώση την οποία έλαβαν.
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, μικρές φλόγες φωτιάς που είχαν σχήμα όμοιο με αυτό της γλώσσας. Στους Εβραίους η φράση «γλώσσα φωτιάς» χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει την έννοια της φλόγας (R).
(5)   «Δεν είπε φωτιάς, αλλά σαν φωτιάς· διότι αυτό που φαινόταν δεν ήταν φωτιά, αλλά νομιζόταν φωτιά» (Σβ). Είχαν την φαινομενική όψη της φωτιάς, έμοιαζαν με φωτιά. Δεν ήταν λοιπόν πραγματικά φωτιά, αλλά είχαν το χρώμα και την εμφάνιση της φωτιάς· έλαμπαν σαν φωτιά (j).
(6)   «Με μορφή φωτιάς, διότι και το Πνεύμα είναι Θεός. Διότι πράγματι ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει. Και ώστε με αυτό να φανερώσει ότι έχει την ίδια φύση με τον Πατέρα, ο οποίος έγινε ορατός με αυτόν τον τρόπο στον Μωϋσή στη βάτο» (Ο). «Διότι σαν φωτιά φάνηκε και στη βάτο» (Χ).
«Διερωτώμαι όμως για ποιον από τους δύο λόγους οι γλώσσες ήταν πύρινες· ή για να φέρει την κάθαρση· (διότι ο λόγος μας γνωρίζει και φωτιά η οποία καθαρίζει…) ή λόγω της ουσίας· διότι ο Θεός μας είναι φωτιά και φωτιά που καίει την μοχθηρία» (Γ). «Όπως ακριβώς η φωτιά έχει φωτιστική και καυστική δύναμη, έτσι ο λόγος των αποστόλων και φώτιζε αυτούς που πίστευαν και κατάκαιγε όσους διαφωνούσαν» (Σβ). Η φωτιά δείχνει την παρουσία του Θεού και στους Ιουδαίους και στους Έλληνες και στους Ρωμαίους (β). Η φωτιά είναι το σύμβολο της παρουσίας και της δύναμης του Θεού (Εξοδ. γ 2,Μαλαχ. γ 2) και του Πνεύματος, το οποίο καθαρίζει και αγιάζει (Ιεζ. α 13,Ησ. δ 4,Μαλαχ. γ 2,3). Όπως το αναμμένο κάρβουνο είχε καθαρίσει τη γλώσσα του Ησαΐα (Ησ. στ 6), έτσι οι γλώσσες της φωτιάς επρόκειτο να καθαρίσουν και να αγιάσουν τους αποστόλους (j).
Το Άγιο Πνεύμα σαν άλλη φωτιά λιώνει και μαλακώνει τις σκληρές καρδιές αναμορφώνοντας αυτές, χωρίζει και κατακαίει τη σκουριά και ανάβει στο εσωτερικό των ανθρώπων ευσεβή και αφοσιωμένα συναισθήματα, μεταβάλλοντας τις ψυχές σε έμψυχο και λογικό θυσιαστήριο, όπου προσφέρονται οι πνευματικές και λογικές θυσίες. Για μεν τον άνεμο είπε ότι γέμισε το σπίτι. Η «φωτιά όμως δεν γέμισε το σπίτι για να μην καταπλήξει τελείως και κάνει να φύγουν αυτοί που έβλεπαν, οπότε δεν θα μπορούσαν να δώσουν καμία μαρτυρία για όσα θα γίνονταν ύστερα» (Ο).
«Δείχνει ότι το Πνεύμα φανερώθηκε με εκείνη τη φωτιά όπως άλλοτε με το περιστέρι. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να ονομάσουμε το Πνεύμα Θεοπεριστερά ή Θεοπύρ, με τον ίδιο τρόπο που ονομάζουμε τον Υιό Θεάνθρωπο» (Αυ).
«Για αυτό πολύ καλά λέει «σαν φωτιά» και «σαν άνεμος», για να μην εννοήσεις κάτι αισθητό για το Πνεύμα. Δεν ήταν επομένως απλώς άνεμος ούτε φωτιά, αλλά το άγιο Πνεύμα αυτό που εμφανίστηκε εδώ» (Θεοφύλακτος, στο εξής Θφ).
(7)   «Δηλαδή παρέμεινε, επαναπαύτηκε· διότι το ότι «κάθισε», φανερώνει την σταθερότητα και το ότι παρέμεινε» (Χ). Και στην Π.Δ. μεν «η φωτιά τους συνόδευε πάντα σαν αστραπή· εδώ όμως οι γλώσσες της φωτιάς κάθισαν πάνω στους αποστόλους και αμέσως γέμισαν με το Άγιο Πνεύμα, πλημμυρίζοντας από τα θεία νερά· και είχαν τη φλόγα της χάρης να κάθεται μόνιμα και όχι να είναι παροδική» (Σβ). Το προφητικό χάρισμα στην Π.Δ. παρεχόταν σποραδικά και σε χρόνο περιορισμένο, ενώ στους μαθητές του Χριστού τα χαρίσματα του Πνεύματος θα έμεναν μόνιμα σε όλους. Σε ενικό αριθμό, πιθανώς για να σημάνει ότι μία μόνο γλώσσα κάθισε στον καθένα, και έτσι να μην υποθέσει κάποιος, ότι οι γλώσσες όλες κάθισαν αλληλοδιαδόχως πάνω στον καθένα (j).
(8)   «Κάθισε στο κεφάλι και από το κεφάλι γέμισε ο άνθρωπος όλος» (Θφ).
«Άραγε στους δώδεκα μόνο ήλθε και όχι και στους υπόλοιπους; Καθόλου· αλλά και στους εκατόν είκοσι. Διότι δεν θα παρουσίαζε άσκοπα την μαρτυρία του προφήτη ο Πέτρος λέγοντας, «Και θα συμβεί… θα εκχύσω από το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο»» (Χ).
(9)   «Όπως ακριβώς στην περίπτωση της φωτιάς, όσα λυχνάρια και αν ανάψει κάποιος, δεν ελαττώνει καθόλου τη φωτιά, έτσι και με τους αποστόλους συνέβαινε τότε· διότι πράγματι με τη φωτιά, δεν φανερωνόταν μόνο η αφθονία της χάρης, αλλά και ο καθένας έπαιρνε πηγή ολόκληρη Πνεύματος» (Χ).

Πραξ. 2,4 καὶ ἐπλήσθησαν(1) ἅπαντες(2) Πνεύματος(3) Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο(4) λαλεῖν(5) ἑτέραις(6) γλώσσαις(7) καθὼς(8) τὸ Πνεῦμα(9) ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι(10).
4 Όλοι τότε πλημμύρισαν από Πνεύμα Άγιο και άρχισαν να μιλούν σε άλλες γλώσσες, ανάλογα με την ικανότητα που τους έδινε το Πνεύμα.
(1)   «Όχι απλώς πήραν τη χάρη του Πνεύματος, αλλά γέμισαν» (Χ). Το ρήμα φανερώνει άφθονη έκχυση του Αγίου Πνεύματος (Fillion, στο εξής F). Το Πνεύμα κατέβηκε με μέτρο μεγάλο και πρωτοφανές, σε τέτοιο που δεν είχε εκδηλωθεί κατά τα χρόνια της Π.Δ. Για αυτό νέα εποχή εγκαινιάστηκε στον κόσμο, κατά την οποία οι άνθρωποι μέσω του Πνεύματος επρόκειτο να ζήσουν έχοντας ουράνιο τρόπο ζωής και γινόμενοι μέτοχοι θείας ζωής. Για να κατανοηθεί αυτό, ας υποθέσουμε προς στιγμήν, ότι το Πνεύμα αποσύρεται από την εκκλησία. Τι θα συμβεί; Το σύνολο των πιστών της, θα επανερχόταν στην κατάσταση του αρχαίου κόσμου. Εντός ολίγου η ειδωλολατρία, η οποία και σήμερα κυριαρχεί στη ζωή πολλών από τους ονομαζόμενους χριστιανούς, θα κατέκλυζε και πάλι τον κόσμο και η ζωή της σάρκας θα βασίλευε παντού, χωρίς να υπάρχει η θεία ζύμη η οποία βαθμιαία αναπλάθει τον κόσμο, χωρίς να διαχύνεται το ιλαρό φως, που ολοένα αποδιώκει το σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου.
(2)   «Δεν θα έλεγε «όλοι», τη στιγμή που ήταν εκεί και οι απόστολοι, εάν δεν μετείχαν και οι άλλοι» (Χ).
(3)   Οι απόστολοι είχαν ήδη λάβει Άγιο Πνεύμα, όταν ο Ιησούς κατά την πρώτη προς αυτούς εμφάνιση μετά την Ανάσταση είπε σε αυτούς: Πάρτε Πνεύμα Άγιο. Μπορεί κάποιος λοιπόν να υποθέσει, ότι δεν πρόκειται εδώ για την δωρεά της συνηθισμένης χάρης, στην οποία ζει ο Χριστιανός δικαιωμένος, αλλά κατ’ αναλογία των Λουκ. α 41,67,Πράξ. δ 8,31,η 17-19,ι 44-47,ια 15,24,ιγ 9,ιθ 6, για έκτακτη δωρεά, ειδικό φωτισμό, θεία έμπνευση, όμοια με εκείνη, η οποία εμψύχωνε τους προφήτες. Δεν φαίνεται παρ’ όλα αυτά ότι πρέπει να περιορίσουμε την έννοια αυτής της φράσης. Πιο σωστό παρουσιάζεται να δεχτούμε, ότι οι μαθητές πήραν το πλήρωμα του Αγίου Πνεύματος, το οποίο συμφωνεί και με το «γέμισαν» (j).
Γέμισαν αφθονότερα και ισχυρότερα από όσο πριν. Γέμισαν με τις χάρες του Πνεύματος και βρίσκονταν περισσότερο από όσο πριν κάτω από την επίδραση της εξαγιαστικής ενέργειάς του. Γίνονταν τώρα αγιότεροι και πνευματικότεροι και περισσότερο αποσπασμένοι από τη ματαιότητα του παρόντος κόσμου και περισσότερο ουράνιοι άνθρωποι. Γέμισαν με τις ενισχύσεις και παρηγοριές του Πνεύματος αφθονότερα τώρα. Χαίρονταν περισσότερο από άλλοτε από αγάπη προς τον Χριστό και με ελπίδα του ουρανού και όλοι οι φόβοι τους και οι δισταγμοί τους και οι θλίψεις τους διασκορπίστηκαν τώρα. Γέμισαν και με τις εξαιρετικές χάρες και δωρεές του Πνεύματος, με δυνάμεις υπερφυσικές για επιτέλεση θαυμάτων, με τα οποία θα επιβεβαιωνόταν η αλήθεια του ευαγγελίου και θα επισφραγιζόταν το κήρυγμά τους.
(4)   Ευθύς αμέσως και πριν ακόμη συρρεύσει ο όχλος (j). Άρχισαν=Αυτό ήταν κάτι, το οποίο ουδέποτε άλλοτε στο παρελθόν είχε συμβεί (b). Τώρα για πρώτη φορά συνέβη.
(5)   Στην κυριολεξία=βγάζω άναρθρους φθόγγους, προκειμένου για ζώα, ή ήχους, προκειμένου για μουσικό όργανο. Έπειτα έχει και την έννοια του μιλάω (j).
(6)   Σε άλλες γλώσσες από εκείνες, στις οποίες είχαν συνηθίσει (R). Δηλαδή ξένες, αλλοδαπές (G). Οι άλλες γλώσσες σύμφωνα με το κείμενο πρέπει να θεωρηθούν, ως απολύτως τίποτα άλλο παρά γλώσσες διαφορετικές της μητρικής γλώσσας αυτών που μιλούσαν. Ήταν Γαλιλαίοι και μιλούσαν τώρα την Πάρθια, Μηδική, Περσική κλπ. Ξένες λοιπόν γλώσσες (Meyer).
(7)   Γλώσσα, δηλαδή ο λόγος, τον οποίο κάποιος λαός χρησιμοποιεί και διακρίνεται από τους άλλους λαούς (G). Οι μαθητές θα μιλούσαν λοιπόν γλώσσες άγνωστες, άλλες από τις δικές τους δηλαδή τις γλώσσες των λαών που αριθμούνται στο σ. 9 (j). Διάφορες εικασίες έγιναν ως προς το χάρισμα των γλωσσών, ιδιαίτερα από εκείνους τους συγγραφείς, οι οποίοι δεν θέλουν να αναγνωρίσουν αυτό ως υπερφυσικό χάρισμα του Αγίου Πνεύματος. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι το να μιλούν άλλες γλώσσες ήταν μόνο προφορά άναρθρων φθόγγων και συνεπώς δεν έγινε χρήση κάποιας κατανοητής ανθρώπινης γλώσσας. Άλλοι υπέθεσαν ότι με τη φράση «άλλες γλώσσες» σημαίνεται η χρήση απαρχαιωμένων, ξένων ή ασυνήθιστων λέξεων. Άλλοι υπέθεσαν, ότι αυτοί που μιλούσαν, βρισκόμενοι σε κατάσταση έξαψης διάνοιας, συνένωναν εβραϊκούς τρόπους έκφρασης μαζί με ελληνικές ή λατινικές λέξεις· ή ότι μιλούσαν κάτω από την επίδραση έκτακτου ενθουσιασμού σε υψηλά ρητορικό ή ποιητικό ύφος με ασυνήθιστη θερμότητα και ευγλωττία.
Αν βάλουμε στην άκρη κάθε εικασία και εξετάσουμε το ζήτημα όπως αυτό παρουσιάζεται στη Γραφή, δεν μπορούμε να αμφιβάλλουμε, για το ότι οι ιεροί συγγραφείς θεωρούσαν την γλωσσολαλία ως υπερφυσική εκδήλωση και κατέτασσαν αυτήν ανάμεσα στα έκτακτα υπερφυσικά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Αυτό παρουσιάζεται προφανές τόσο από τις Πράξεις (β 4,ι 44-46,ιθ 6) όσο και από το ιδ κεφ. της Α΄Κορ. Ούτε είναι δυνατόν να διατυπώσουμε κάποια λογική αμφιβολία για το ότι αυτός που μιλούσε κάποια γλώσσα, μιλούσε πραγματική γλώσσα και ότι με το χάρισμα αυτό των γλωσσών γίνονταν ικανοί αυτοί που το είχαν να μεταδίδουν και στους άπιστους τη γνώση θρησκευτικών αληθειών και με πολλή συγκίνηση να ξεχύνουν προσευχές και ύμνους προς το Θεό. Δες Πράξ. β 8-11,Α΄Κορ. ιδ 2-4. Η πιο φυσική ερμηνεία οδηγεί στην εκδοχή, ότι το Πνεύμα το Άγιο υπερφυσικά χορηγούσε στους αποστόλους τη δύναμη να χρησιμοποιούν ξένες γλώσσες, τις οποίες ουδέποτε είχαν μάθει (R).
Η ποικιλία των γλωσσών που κατέπλησσε δεν ήταν στα αυτιά των ακροατών, αλλά στο στόμα αυτών που μιλούσαν (Πράξ. ι 46,ιθ 6,Μάρκ. ιστ 17,Α΄Κορ. ιβ 10). Η οικογένεια αυτή, η οποία δοξολογούσε το Θεό στις γλώσσες όλου του κόσμου, ήταν ισάξιος αντιπρόσωπος ολόκληρου του κόσμου, ο οποίος επρόκειτο να δοξολογεί το Θεό με τις γλώσσες των κατοίκων του (b).
«Στο θαύμα αυτό υπήρχε μέσα η υπόσχεση, ότι σε όλες τις γλώσσες ή σε όλα τα έθνη η εκκλησία των μετέπειτα χρόνων θα διακήρυττε πιστά τη διδασκαλία του Πνεύματος όπως και αυτήν του Πατέρα και του Υιού» (Αυ).
Το φαινόμενο, όπως το αφηγείται ο Λουκάς, παρουσιάζεται ως εξής: 1) Οι μαθητές υμνώντας τα μεγαλεία του Θεού μιλούσαν γλώσσες, οι οποίες τους ήταν ξένες· 2) Οι γλώσσες ήταν των ανθρώπων που συνέρρευσαν από διάφορες εθνικότητες, ο καθένας από τους οποίους κατανοούσε τα λόγια που προφέρονταν από τους μαθητές στη δική του γλώσσα· 3) Το θαύμα αυτό γινόταν σε εκείνους, οι οποίοι μιλούσαν και όχι σε εκείνους οι οποίοι άκουγαν. Το χάρισμα αυτό των γλωσσών ήταν παροδικό (j). Κάποιες δυσκολίες του κειμένου (ιδιαίτερα ότι εκ πρώτης όψεως σύμφωνα με το κείμενο στους σ. 6,8,11 παρουσιάζεται ότι όλοι μαζί οι παριστάμενοι άκουγαν όλους όσους μιλούσαν, σαν να μιλούσαν στη μητρική τους γλώσσα και όχι χωριστά, οι μεν στα λόγια του ενός μαθητή και οι δε στα λόγια του άλλου μαθητή και οι άλλοι στα λόγια τρίτου μαθητή κλπ., άκουγαν ο καθένας τη δική τους διάλεκτο) υπερνικούνται και με την παρακάτω εκδοχή: «Η έννοια του κειμένου είναι μάλλον ότι επρόκειτο για ουράνιο τρόπο έκφρασης και ομιλίας καθολικής και διεθνούς προσαρμογής -που εξουδετέρωνε την Βαβέλ των γλωσσών της γης- έκφρασης που ανταποκρίνεται στην καθολικότητα του ευαγγελίου, το οποίο ερμήνευε. Πολλές είναι οι επίγειες γλώσσες, αλλά η επουράνια είναι μία. Και αυτή ακούστηκε τώρα με χείλη ανθρώπινα με τέτοιο τρόπο, ώστε να μεταφράζεται από μόνη της και αυτομάτως στις διάφορες γλώσσες της ανθρωπότητας» (μπ).
Αξιοσημείωτη και η επόμενη: «Όπως ακριβώς στον καιρό που χτιζόταν ο πύργος της Βαβέλ, η μία γλώσσα διαχωριζόταν σε πολλές, έτσι τότε οι πολλές γλώσσες πολλές φορές έρχονταν σε έναν άνθρωπο· και ο ίδιος, μιλούσε και την περσική και τη ρωμαϊκή και την ινδική και τις πολλές γλώσσες, αφού το Πνεύμα τού τις υπαγόρευε· και το χάρισμα ονομαζόταν χάρισμα γλωσσών, επειδή μπορούσε να μιλά πολλές γλώσσες αμέσως» (Χ).
(8)   Συχνά στην Κ.Δ. το καθώς λέγεται αντί για τα ως, καθάπερ (=όπως ακριβώς) (β).
(9)   Τα λόγια τους ήταν κάτω από τον έλεγχο του Αγίου Πνεύματος. Ήταν θεόπνευστα με τη χριστιανική έννοια της λέξης (j). «Διότι δεν μιλούσαν από τον εαυτό τους αλλά από το άγιο Πνεύμα» (Σ). Το Πνεύμα το Άγιο λοιπόν είναι ξεχωριστό πρόσωπο.
«Δεν είναι ούτε ο Πατέρας ούτε ο Υιός, αλλά μόνο το Πνεύμα του Πατέρα και του Υιού… Δεν γεννήθηκε η Τριάδα από την Παρθένο Μαρία και σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου και ενταφιάστηκε και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και αναλήφθηκε στους ουρανούς, αλλά μόνο ο Υιός. Ούτε η Τριάδα κατέβηκε με μορφή περιστεριού στον Ιησού, όταν βαπτιζόταν, ούτε κατά την ημέρα της Πεντηκοστής η ίδια Τριάδα κάθισε πάνω στον καθένα τους, αλλά μόνο το Άγιο Πνεύμα» (Αυ).
Το Πνεύμα παρείχε και το περιεχόμενο και τον τρόπο της έκφρασης και τη γλώσσα, στην οποία αυτά λέγονταν. Αυτό όμως ήταν πράγματι μέγα θαύμα. Θαύμα στη διάνοια. Διότι στη διάνοια οι λέξεις σχηματίζονται. Αυτοί που μιλούσαν όμως με αυτές τις γλώσσες, ουδέποτε είχαν μάθει αυτές, ούτε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, η οποία θα μπορούσε να διευκολύνει αυτούς στο να μιλούν τις γλώσσες αυτές. Και όπως φαίνεται, ούτε είχαν ποτέ ακούσει τις ξένες αυτές γλώσσες, ούτε είχαν κάποια ιδέα τους. Διότι ούτε επιστήμονες υπήρξαν, ούτε περιηγητές και ταξιδιώτες, ούτε είχαν ποτέ ευκαιρία να μάθουν γλώσσες είτε με βιβλία είτε με διαλέξεις.
(10)   Το ρήμα αυτό χρησιμοποιείται για λόγια πιο σοβαρά (Πράξ. β 14,κστ 25). Στον Πλούταρχο λέγεται για τα λόγια της Πυθίας (β). Απόφθεγμα=λόγος όχι της καθημερινής χρήσης αλλά μεγαλύτερης και υπεροχότερης σοβαρότητας και σημασίας (G). Πράγματι «αποφθέγματα ήταν όσα έλεγαν» (Χ).
«Μιλούσαν λοιπόν αποφθεγματικά προφητεύοντας, δηλαδή κατανοούσαν και έλεγαν τις μαρτυρίες των αγίων προφητών σχετικά με το Χριστό» (Κύριλλος). Η αιφνίδια χορήγηση ικανότητας να διακηρύττουν την μέσω του Χριστού σωτηρία σε ανθρώπους όλων των εθνών, ήταν κατάλληλη να επαναφέρει στη μνήμη τους ισχυρά το τελευταίο παράγγελμα του Κυρίου και να κάνει σε αυτούς αισθητό, ότι η αποστολή τους ήταν να κοινοποιήσουν το όνομά του μέχρι τα έσχατα της γης (h).

Πραξ. 2,5 Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες(1) Ἰουδαῖοι(2), ἄνδρες εὐλαβεῖς(3) ἀπὸ παντὸς ἔθνους(4) τῶν(5) ὑπὸ τὸν οὐρανόν·
5 Στην Ιερουσαλήμ βρίσκονταν τότε ευσεβείς Ιουδαίοι από όλα τα μέρη του κόσμου.
(1)   «Το ότι κατοικούσαν στην Ιερουσαλήμ ήταν σημάδι ευλάβειας. Γιατί; Διότι αν και ήταν από τόσα έθνη, αφήνοντας και πατρίδες και σπίτια και συγγενείς, κατοικούσαν εκεί» (Χ), «για να μπορούν σύμφωνα με τον πάτριο νόμο τρεις φορές το χρόνο να βλέπουν το Θεό» (Ο). Πρόκειται λοιπόν για πρόσωπα τα οποία δεν είχαν έλθει απλώς κατά την Πεντηκοστή, παρόλο που η λέξη κατοικούντες περιορίζεται στους σ. 9,10 (b), αλλά για μόνιμους κατοίκους της Ιερουσαλήμ. Πράγματι η περίφραση της μετοχής (κατοικούντες) μαζί με τον παρατατικό (Ἦσαν), φανερώνει το μόνιμο μίας ενέργειας, η οποία αφού πραγματοποιήθηκε στο παρελθόν, απέβη στο παρόν κατάσταση. Αλλά και το ρήμα «κατοικώ» χρησιμοποιείται συνήθως για δήλωση μόνιμης διαμονής, αντιθέτως με το παροικώ, το οποίο λέγεται για διαμονή προσωρινή (j).
Πρόκειται εδώ για πλήρη εκπροσώπηση του Ιουδαϊσμού, που περιλαμβάνει και μέλη της Ιουδαϊκής Διασποράς, που είτε έμεναν προσωρινά λόγω της γιορτής, είτε ήταν μόνιμα εγκαταστημένα. Μεταξύ των τελευταίων αυτών θα ήταν πολλοί οι οποίοι είχαν ζήσει στο εξωτερικό μεγάλο μέρος της ζωής τους, αλλά τώρα είχαν αποσυρθεί στο ιερό κέντρο του ιουδαϊσμού, για να περάσουν τις υπόλοιπες μέρες τους κάτω από τη σκιά του Ναού και ανάμεσα σε όλα τα θρησκευτικά προνόμια αυτού του κέντρου. Αυτούς λοιπόν, όπως και τους πιο προσωρινά διαμένοντες υπαινίσσεται, μεταξύ των οποίων θα συμπεριλαμβάνονταν και κάποιοι προσήλυτοι, οι οποίοι με την περιτομή είχαν ενσωματωθεί στον Ιουδαϊσμό (μπ). Η πίστη που επικρατούσε, ότι έφτασε ήδη η εποχή, κατά την οποία ο υπεσχημένος Μεσσίας θα εμφανιζόταν, πρέπει να αύξησε την επιθυμία, την οποία οι της Διασποράς είχαν να επιστρέψουν και να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στη χώρα των πατέρων τους (h).
(2)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, κανείς από τους παρόντες αυτούς δεν ήταν από τα έθνη, αλλά όλοι ήταν Ιουδαίοι από διάφορα έθνη (b). Ή, πιο σωστά, μεταξύ αυτών των εκ καταγωγής Ιουδαίων, ήταν και κάποιοι εθνικοί προσήλυτοι, περιτμημένοι, όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από το σ. 11 «Ιουδαίοι και προσήλυτοι» (j).
(3)   Η ίδια λέξη λέγεται για τον Συμεών στο Λουκ. β 25 και για αυτούς που μετέφεραν μαζί τον Στέφανο στο Πράξ. η 2. Φοβούμενοι το Θεό. Η φράση αυτή είναι χαρακτηριστική της Ελληνιστικής γλώσσας και η με αυτήν εκφραζόμενη έννοια εφαρμόζεται σε εκείνους μόνο, των οποίων η ευσέβεια ήταν του τύπου, τον οποίο περιέγραφε η Π.Δ.(h).
(4)   Στη σύγχρονη τότε γλώσσα και στις επιγραφές η φράση «παν έθνος» σημαίνει τους πληθυσμούς των ρωμαϊκών επαρχιών ανεξαρτήτως της εθνικότητάς τους (j). Ή «το «από κάθε έθνος» λέγεται αντί για το «από πολλά έθνη». Διότι πολλές φορές η Γραφή παίρνει τον όρο «όλα» στην περίπτωση των πολλών, χρησιμοποιώντας υπερβολή» (Θφ).
(5)   Εξυπακούεται όντων (=που ήταν). Πρόκειται λοιπόν για Ιουδαίους της διασποράς.

Πραξ. 2,6 γενομένης δὲ τῆς φωνῆς(1) ταύτης συνῆλθε(2) τὸ πλῆθος(3) καὶ συνεχύθη(4), ὅτι(5) ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ(6) λαλούντων(7) αὐτῶν.
6 Όταν ακούστηκε αυτή η βουή, συγκεντρώθηκε πλήθος απ’ αυτούς και ήταν κατάπληκτοι, γιατί ο καθένας τους άκουγε τους αποστόλους να μιλάνε στη δική του γλώσσα.
(1)   Μάλλον ανταποκρίνεται στο «ήχος» του σ 2 (j). Ο ήχος, ο οποίος έμοιαζε με τη βουή φυσήματος βίαιου ανέμου, πιθανότατα δεν περιορίστηκε στο σπίτι όπου ήταν οι μαθητές, αλλά ακούστηκε και αλλού στην πόλη και θεωρήθηκε ως φαινόμενο ασυνήθιστο. Από αυτό προκλήθηκε η προσοχή του πλήθους (R).
(2)   «Επειδή έγινε σε σπίτι το γεγονός, πολύ λογικά έτρεξαν από έξω» (Χ).
(3)   Για το οποίο γίνεται λόγος στο σ. 5 (b). Λέξη χαρακτηριστική του Λουκά ο οποίος χρησιμοποιεί αυτήν 8 φορές στο ευαγγέλιό του και 17 στις Πράξεις. Χρησιμοποιείται στις επιγραφές για να δηλώσει όχι μόνο τις πολιτικές αλλά και τις θρησκευτικές συνελεύσεις. Το πλήθος αυτό θα συμπεριλάμβανε εκείνους για τους οποίους μίλησε πριν λίγο ο Λουκάς, όπως και Ιουδαίους που γεννήθηκαν στην Ιερουσαλήμ, όπως συμπεραίνουμε από την αρχή του λόγου του Πέτρου, σ. 14 (j).
(4)   «Ταράχτηκε, θαύμασε» (Χ). Κυριεύτηκε από σύγχυση. Ήταν ποικιλία ανθρώπων και ποικιλία συναισθημάτων προκαλούνταν στις διάνοιές τους (b).
(5)   «Έπειτα φανερώνοντας ότι θαύμαζαν, προσθέτει, Επειδή άκουγαν…» (Χ).
(6)   Σημαίνει το γλωσσικό ιδίωμα μίας και της ίδιας γλώσσας ή την γλώσσα, οπότε το «στη δική του διάλεκτο» θα δήλωνε πολλές γλώσσες διαφορετικές μεταξύ τους; Στη σκέψη του συγγραφέα είναι πιθανόν, ότι σημαίνει γλώσσα, διότι πολλοί από τους λαούς που απαριθμούνται στους σ. 9-11, μιλούσαν γλώσσες διαφορετικές· οι Μήδοι και οι Ελαμίτες μιλούσαν την ζενδική· αυτοί που κατοικούσαν την Μεσοποταμία και την Ιουδαία, όπως και οι Άραβες μιλούσαν γλώσσα σημιτική· οι Ασιάτες και οι Αιγύπτιοι μιλούσαν την ελληνική, οι Ρωμαίοι τη λατινική. Όμως επειδή και κάποιοι από τους λαούς αυτούς μιλούσαν την ίδια γλώσσα διακρινόμενοι μεταξύ τους μόνο με γλωσσικά ιδιώματα, είναι δυνατόν ο Λουκάς εσκεμμένα να χρησιμοποίησε τον όρο διάλεκτος, ώστε με αυτόν να σημάνει και τις διαφορετικές γλώσσες και τα διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα της ίδιας γλώσσας (j).
(7)   Θα μπορούσε κάποιος να κάνει κάποια υπόθεση, η οποία θα εξηγούσε πολλές λεπτομέρειες της σκηνής αυτής. Το πλήθος συνέρρευσε ακούγοντας την βουή, εν τω μεταξύ όμως οι απόστολοι και οι μαθητές, μιλώντας τις γλώσσες, κατέβηκαν από το υπερώο, για να μεταβούν στο ναό και να ευχαριστήσουν το Θεό -και ήταν πράγματι και ώρα προσευχής- και το πλήθος ακολούθησε αυτούς. Έτσι μαζεύτηκαν όλοι σε μία από τις στοές του ναού και εκεί πήρε τον λόγο ο Πέτρος (j).

Πραξ. 2,7 ἐξίσταντο(1) δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον(2) λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· οὐκ ἰδοὺ(3) πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι(4);
7 Είχαν μείνει όλοι εκστατικοί και με απορία έλεγαν μεταξύ τους: «Μα αυτοί όλοι που μιλάνε δεν είναι Γαλιλαίοι;
(1)  Το εξίσταμαι συναντιέται στην Κ.Δ. και στους Ο΄ και είναι σχεδόν ταυτόσημο με το θαυμάζω (Πράξ. η 13,θ 21 και αλλού)· αρχικά όμως επειδή εξυπακούεται η φράση (ίσταμαι έξω) «της φρόνησης», σημαίνει τρελαίνομαι. Δες Μάρκ. γ 21,Β΄Κορ. ε 13 (β).
(2)   Ενισχύει την έννοια του εξίσταμαι και φανερώνει τη συνέχεια του αποτελέσματος (j).
(3)   Αυθεντική γραφή: ουχί ἰδοὺ. Αραμαϊκός τρόπος έκφρασης με έμφαση.
(4)   «Οι ευλαβείς θαύμαζαν αφού τους αναγνώριζαν ότι είναι Γαλιλαίοι από τη μία, από την άλλη όμως μιλούσαν τις πάτριές τους γλώσσες» (Ο). Το Γαλιλαίοι δεν χρησιμοποιείται εδώ ως χλευαστική ονομασία των χριστιανών ή του κατώτερου και απαίδευτου όχλου, αλλά απλώς σημαίνει την πατρίδα των προσώπων, για τα οποία γίνεται λόγος, όπως στο Πράξ. α 11. Αντιτίθεται με τα ονόματα των επαρχιών και χωρών, που αναφέρονται στους ακόλουθους στίχους. Το θαυμαστό ήταν, ότι πρόσωπα τα οποία ήταν γνωστά ότι από τη γέννηση και την παιδεία ήταν Γαλιλαίοι, μιλούσαν ξένες γλώσσες (R). Πράγματι, κάποιοι από αυτούς που συνέρρευσαν, θα γνώριζαν και προσωπικά τους μαθητές. Επίσης είναι δυνατόν το σπίτι, όπου οι μαθητές έμεναν, να ήταν γνωστό ως τόπος συγκέντρωσης των Γαλιλαίων. Τέλος και πριν από όλα, οι παριστάμενοι, ακούγοντας τους μαθητές να μιλούν, αντιλήφθηκαν ότι ήταν Γαλιλαίοι από τον ιδιαίτερο τρόπο της προφοράς των λαρυγγοφώνων γραμμάτων (j).
Οι Γαλιλαίοι αυτοί μιλούν ακόμη. Ο καθένας από αυτούς πέθανε προ πολλού. Και όμως μιλά και τη γλώσσα του προσέχουν όλοι οι ανά τα έθνη πιστοί, οποιεσδήποτε μητρικές γλώσσες και αν έχουν αυτοί. Κανείς φιλόσοφος, κανένας ποιητής, κανένας ρήτορας δεν μίλησε ποτέ, όπως μιλούν ακόμη οι Γαλιλαίοι αυτοί. Το να έχει γράψει κάποιος μία σελίδα στο αθάνατο βιβλίο της Αγίας Γραφής ισοδυναμεί με το να έχει αθανασία ομιλίας. Κανένα βιβλίο δεν είναι όμοιο με αυτό, όπως και οι ίδιοι οι εχθροί του αναγνώρισαν. Οι άνθρωποι όλων των εποχών αισθάνονται, ότι η Βίβλος είναι για αυτούς κάτι, το οποίο κανένα άλλο βιβλίο δεν έχει. Εμπεριέχει λόγια ζωής αιώνιας, τα οποία δεν παλιώνουν ποτέ και τα οποία είναι προορισμένα να ακούγονται και να κατανοούνται σε κάθε γλώσσα. Πού οφείλεται αυτό; Στο ότι το Πνεύμα του Θεού άνοιξε τα χείλη των Γαλιλαίων αυτών και για αυτό από αυτά ξεπήδησε ο λόγος της ζωής.

Πραξ. 2,8 καὶ πῶς(1) ἡμεῖς ἀκούομεν(2) ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ(3) ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν(4),
8 Πώς, λοιπόν, εμείς τους ακούμε να μιλάνε στη δική μας μητρική γλώσσα;
(1)   Αφού όλοι είναι Γαλιλαίοι, πώς…; (h).
(2)   Το αντικείμενο του «ἀκούομεν» ακολουθεί στο σ. 11, όπου λόγω του ότι παρεμβάλλονται πολλά, επαναλαμβάνεται το ρήμα (h).
(3)   Η παρατήρηση αυτή των παρισταμένων αποκλείει την ιδέα, ότι οι μαθητές εκφωνούσαν άναρθρους φθόγγους. Οι παριστάμενοι λένε ότι ο καθένας τους ακούει τους μαθητές να μιλούν στη γλώσσα της πατρίδας του (j).
(4)   Η παρατήρηση αυτή αποκλείει ότι ο Λουκάς εννοεί, ότι οι γλώσσες ήταν απλώς ένα εκστατικό φαινόμενο ή ύφος συζήτησης γεμάτο πάθος (h). Αφού οι μαθητές μιλούσαν τη γλώσσα καθενός από τους λαούς αυτούς, μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι οι Ιουδαίοι, που κατοικούσαν τις ξένες χώρες, δεν μιλούσαν πλέον τη γλώσσα του έθνους τους, αλλά μόνο τη γλώσσα των χωρών, όπου είχαν γεννηθεί. Όμως οι Ιουδαίοι της Διασποράς έπρεπε να καταλαβαίνουν και την εβραϊκή ή μάλλον την αραμαϊκή, αφενός μεν διότι στις συναγωγές τους διαβαζόταν η Βίβλος στις δύο αυτές γλώσσες, αφ’ ετέρου δε, διότι κατά την εποχή αυτή η αραμαϊκή μαζί με την ελληνική ήταν γλώσσες διεθνείς στη Δυτική Ασία. Για αυτό ο Πέτρος απευθυνόμενος στο σ. 14 προς όλους τους παρισταμένους και μιλώντας αραμαϊκά γίνεται κατανοητός από αυτούς (j).

Πραξ. 2,9 (1)Πάρθοι(2) καὶ Μῆδοι(3) καὶ Ἐλαμῖται(4), καὶ οἱ κατοικοῦντες(5) τὴν Μεσοποταμίαν(6), Ἰουδαίαν(7) τε καὶ Καππαδοκίαν(8), Πόντον(9) καὶ τὴν Ἀσίαν(10),
9 Πάρθοι, Μήδοι και Ελαμίτες, κάτοικοι της Μεσοποταμίας, της Ιουδαίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Ασίας,
(1)   Είναι αβέβαιο εάν ο κατάλογος των γεωγραφικών ονομάτων, που περιέχεται στους στίχους αυτούς πρέπει να θεωρηθεί ως γλώσσα του Λουκά, που παρέχει στους αναγνώστες του παρενθετικά κάποια ιδέα, οπωσδήποτε σαφή, των διαφόρων και απομακρυσμένων πολύ μεταξύ τους τμημάτων, από τα οποία προέρχονταν οι αλλοδαποί αυτοί Ιουδαίοι, που διέμεναν τότε στα Ιεροσόλυμα· ή εάν πρέπει να την πάρουμε ως γλώσσα των προσώπων, τα οποία μιλούσαν μεταξύ τους. Από κάποιους συγγραφείς θεωρήθηκε πιθανότερο ότι ο Λουκάς παρενέβαλε τον κατάλογο αυτό για πληροφορία των αναγνωστών του (R).
Αρχίζει λοιπόν από ανατολικά και προχωρεί δυτικά (β), εάν δεν λάβουμε υπ’ όψη τους δύο λαούς στο τέλος της απαρίθμησης, τους Κρήτες και Άραβες, οι οποίοι φαίνεται να προστέθηκαν ύστερα από το Λουκά. Πάντως η απαρίθμηση την οποία έχουμε εδώ, δεν περιλαμβάνει όλες τις χώρες τις Διασποράς. Έτσι ούτε η Συρία, ούτε η Μακεδονία ούτε η Αχαΐα αναφέρονται. Πρέπει να σημειωθεί, ότι όλοι αυτοί οι απαριθμούμενοι λαοί δεν μιλούσαν γλώσσες διαφορετικές, αλλά όπως ειπώθηκε ήδη, μπορούν να καταταχτούν σε 4 τύπους γλωσσών, την ζενδική, κάποια σημιτική γλώσσα, την ελληνική και τη λατινική. Αλλά οι 4 αυτοί γλωσσικοί τύποι είχαν διαφοροποιηθεί σε διαλέκτους τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, ώστε λαοί του ίδιου γλωσσικού τύπου δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν, διότι δεν κατανοούσαν τις διαλέκτους ο ένας του άλλου (j), όπως σήμερα αυτοί που μιλούν τις γεννημένες γλώσσες από τη λατινική, δεν κατανοούν τις γλώσσες της δυτικής Ευρώπης. «Αναφέρει έθνη εχθρικά σε αυτούς, Κρήτες, Άραβες, Αιγυπτίους, Πέρσες, φανερώνοντας ότι σε όλους αυτούς θα επικρατήσουν» (Χ).
(2)   Δυτικά από αυτούς κατοικούσαν οι Μήδοι και νότιά τους οι Ελαμίτες (β). Οι Πάρθοι κατοικούσαν την ορεινή χώρα, νότια της Κασπίας θάλασσας, ανατολικά της Μηδίας και δυτικά της Βακτριανής.
(3)   Η Μηδία που είχε πρωτεύουσα τα Εκβάτανα (G) βρισκόταν μεταξύ της Κασπίας θάλασσας και της Περσίας (R).
(4)   Ονομάζονταν Ελυμαίοι στην κλασική ελληνική γλώσσα. Κατοικούσαν αυτοί τα παράλια του Περσικού κόλπου, ανατολικά της Βαβυλωνίας (j).
(5)   Εφόσον δεν υπάρχει όνομα εθνικό γίνεται χρήση περίφρασης (β).
(6)   Η χώρα που βρισκόταν μεταξύ Τίγρη και Ευφράτη. Οι Ιουδαίοι ήταν εκεί σε πολύ μεγάλο αριθμό (j).
(7)   Προκαλεί έκπληξη η αναφορά της Ιουδαίας μεταξύ της Μεσοποταμίας και της Καππαδοκίας, αφού άλλωστε αυτοί που κατοικούσαν αυτήν, μιλούσαν την ίδια γλώσσα την οποία και οι μαθητές. Για αυτό κάποιοι ερμηνευτές υπέθεσαν, ότι πρόκειται για κάποιο λάθος κατά την αντιγραφή. Για αυτό αντί για το Ιουδαία, οι μεν Τερτυλλιανός και Αυγουστίνος διάβαζαν Αρμενία, ο δε Ιερώνυμος Συρία, και από τους νεώτερους άλλοι μεν Ιδουμαία, άλλοι Ιωνία, άλλοι Βιθυνία κλπ. (j).
Δεν υπάρχει όμως ούτε η παραμικρή μαρτυρία της κριτικής του κειμένου για μια τέτοια εικασία, διότι όλα τα ελληνικά χειρόγραφα γράφουν Ιουδαία (R). Είναι δυνατόν Ιουδαία να σημαίνει εδώ την Παλαιστίνη και τη Συρία στενά συνδεδεμένες εξ’ απόψεως διοίκησης και προ παντός γλώσσας (j). Η αποσιώπηση της Συρίας πιθανώς οφείλεται στο γεγονός ότι οι κάτοικοι της Ιουδαίας και Συρίας μιλούσαν μία γλώσσα την Αραμαϊκή, που διακρινόταν μόνο σε διάφορες διαλέκτους. Ο παρεχόμενος εδώ κατάλογος, είναι κατάλογος γλωσσών μάλλον παρά γεωγραφικών εκτάσε&o