E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

«Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον» (Λουκ. α΄ 46).
Ολόκληρη η υπαρξίς μου υμνεί και δοξολογεί τον Κύριο! Ο πρώτος αυτός στίχος της Ωδής της Θεοτόκου αποκαλύπτει την κατάστασι στην οποία βρισκόταν η Παρθένος Μαρία: Κατάστασι εξάρσεως και εμπνεύσεως που βρίσκει διέξοδο στον ύμνο. Ο Κύριος με όσα της απεκάλυψε και όσα ενήργησε στο πρόσωπό της έθεσε την ύπαρξι της σε κίνησι, σε έξαρσι και η εξαρσίς της ωδήγησε στον ύμνο. Ο Κύριος ανάβει τη φωτιά, η χύτρα της ψυχής βράζει και από το στόμα βγαίνει ο ατμός της δοξολογίας. Χωρίς τη φωτιά του Θεού δεν υπάρχει ύμνος. Για να τραγουδήσεις τα τραγούδια του Θεού χρειάζεται «ενθουσιασμός» με την αρχαία έννοια της λέξεως «ενθουσιάζω», που σημαίνει έχω μέσα μου τον Θεό.
Ο ύμνος και η δοξολογία, του Θεού φυτρώνει στα χείλη των πιστών μέσα στους ναούς. Η πίστι και η αγάπη στον Θεό θερμαίνουν την ψυχή των χριστιανών και από το στόμα τους ανεβαίνει ο ύμνος. Αν λιγοστεύουν οι εκκλησιαζόμενοι, είναι γιατί έχει λιγοστέψει η πίστη και η αγάπη στον Θεό. Και αν η σύγχρονη γενεά είναι «γενεά χωρίς τραγούδι» και από το στόμα των παιδιών δεν ακούγονται πια τραγούδια του Θεού είναι γιατί η φωτιά της αγάπης και της παρουσίας του Θεού έχει σβήσει μέσα στις καρδιές.
Με πόση νοσταλγία θυμάται κανείς το χρόνια του ’40 και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Την εποχή του πολέμου και τα ελαφρά ακόμα τραγούδια είχαν μεταποιηθή σε τραγούδια του Θεού και της Παναγίας, σε τραγούδια της Νίκης! Με πόσο ενθουσιασμό τραγουδήσαμε έπειτα τους ύμνους και τα χριστιανικά τραγούδια! Κάτω απ’ τους φωτεινούς θολούς των Ναών, στις εξοχές, στους δρόμους, στις βουνοκορφές και τις ακρογιαλιές. Ατελείωτα δοξαστικά, από νεανικές υπάρξεις, γεμάτες ιερό ενθουσιασμό... Τα πιο πολλά δοξαστικά, τα ωραιότερα τραγούδια της ζωής μας τα τραγουδήσαμε τον καιρό που η παρουσία και η κλήσις του Θεού πυρπολούσαν την ψυχή μας...
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ.119-120)

Το υ Α β β ά Η σ α ΐ α. 
α΄. Είπε ο Αββάς Ησαΐας, ότι τίποτε δεν είναι τόσο ωφέλιμο για τον αρχάριο, όπως το να τον υβρίζουν. Καθώς το δένδρο όπου ποτίζεται κάθε μέρα, έτσι είναι ο αρχάριος όπου τον υβρίζουν και υπομένει.
β΄. Έλεγε πάλι σε αρχαρίους όπου άφηναν με υποταγή να τους κυβερνούν άγιοι πατέρες, ότι η πρώτη βαφή δεν χάνεται, όπως στην περίπτωση της πορφύρας. Και ότι, καθώς οι τρυφεροί κλάδοι εύκολα αλλάζουν κατεύθυνση και λυγίζουν, έτσι και οι αρχάριοι όπου ζουν με υποταγή.
γ΄. Έλεγε πάλι : « Ο πρεσβύτερος του Πηλουσίου, αφού έγινε αγάπη και οι αδελφοί, στη σύναξη, έτρωγαν και μιλούσαν μεταξύ τους, τους μάλωσε και τους είπε : Σωπάστε, αδελφοί. Εγώ είδα έναν αδελφό, οπού τρώγει μαζί σας και πίνει όσο και σεις, να ανεβαίνη η προσευχή του ενώπιον του Θεού σαν φωτιά ».
δ΄. Έλεγαν για τον Αββά Ησαΐα, ότι πήρε κάποτε ένα ζεμπίλι, πήγε στο αλώνι και λέγει στον κύριο του χωραφιού : « Δος μου σιτάρι ». Και τον ρωτά εκείνος : « θέρισες και συ, Αββά ; ». Του απαντά : « Όχι ». Και του λέγει ο κύριος του χωραφιού : «Πώς λοιπόν θέλεις να σου δώσω σιτάρι, αφού δεν θέρισες ; ». Του λέγει τότε ο γέρων : « Ώστε, αν τινάς δεν θερίση, δεν παίρνει μισθό ; ». Του απαντά ο γεωργός : « Όχι ». Και έτσι έφυγε ο γέρων. Οι δε αδελφοί, σαν είδαν τι έκαμε, του έβαλαν μετάνοια και τον παρακάλεσαν να τους πη γιατί το έκαμε αυτό. Και ο γέρων τους αποκρίνεται : « Αυτό το έκαμα για παράδειγμα, για να μάθετε, ότι, αν τινάς δεν εργασθή, δεν αμείβεται από τον Θεό ».
ε΄. Ο ίδιος Αββάς Ησαΐας φώναξε κάποιον από τους αδελφούς και του έπλυνε τα πόδια. Και υστέρα έρριξε μια χούφτα φακές σε χύτρα και αφού πήρε μια πρώτη βράση, την κατέβασε. Του λέγει ο αδελφός : « Δεν έβρασε καλά ακόμη, Αββά ». Και του αποκρίνεται : « Δεν σου αρκεί λοιπόν ότι είδες τόση φωτιά ; Και αυτό μεγάλη παρηγοριά είναι ».
στ΄. Έλεγε πάλι : « Αν θέλη ο Θεός να ελεήση μια ψυχή και αυτή του ξεφεύγη και δεν στέκεται, κάνοντας το δικό της θέλημα, επιτρέπει να τη βρουν ανεπιθύμητα δεινά, ώστε εξ αιτίας των θλίψεων να τον αποζητήση ».
ζ΄. Έλεγε πάλι, ότι, σαν θέλη τινάς να αποδώση κακό αντί κακού, μπορεί και με απλό νεύμα να βλάψη τη συνείδηση του αδελφού.
η΄. Ο ίδιος Αββάς Ησαΐας ρωτήθηκε, τι είναι φιλαργυρία. Και αποκρίθηκε : « Το να μη έχης εμπιστοσύνη στον Θεό, ότι φροντίζει για σένα, και να έχης χάσει τις ελπίδες για την εκπλήρωση των υποσχέσεων του και να έχης μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου ».
θ΄. Ρωτήθηκε πάλι, τι είναι καταλαλιά. Και αποκρίθηκε : « Το να μη γνωρίζης τη δόξα του Θεού και φθόνος προς τον πλησίον ».
ι΄. Ρωτήθηκε πάλι, τι είναι οργή. Και αποκρίθηκε: « Φιλονεικία και ψεύδος και έλλειψη θεογνωσίας ».
Του Αββά Ηλία
α΄. Είπε ο Αββάς Ηλίας : « Εγώ τρία πράγματα φοβάμαι. Όταν μέλλη η ψυχή μου να βγη από το σώμα. Όταν μέλλω να βρεθώ μπροστά στον Θεό. Και όταν μέλλη να βγάλη την απόφαση του εναντίον μου ».
β΄. Έλεγαν οι γέροντες στον Αββά Ηλία, στην Αίγυπτο, για τον Αββά Αγάθωνα, ότι καλός Αββάς είναι.
Και τους λέγει ο γέρων : « Ως προς τη γενεά του, καλός είναι ». Και του λέγουν : « Ως προς δε τους παλαιούς, τι ; ». Και τους αποκρίνεται και τους λέγει : « Σας είπα ότι ως προς τη γενεά του καλός είναι. Όσον αφορά δε τους παλαιούς, είδα σε Σκήτη άνθρωπο οπού μπορούσε να σταματήση τον ήλιο στον ουρανό, όπως έκαμε ο Ιησούς του Ναυή ». Και σαν το άκουσαν αυτό, θαμπώθηκαν και δόξασαν τον Θεό.
γ΄. Είπε ο Αββάς Ηλίας της διακονίας : « Τι δύναμη έχει η αμαρτία, όπου υπάρχει μετάνοια ; Και τι ωφελεί η αγάπη, όπου υπάρχει υπερηφάνεια; ».
δ'. Είπε ο Αββάς Ηλίας : « Μου φάνηκε ότι είδα κάποιον να βάζη κρυφά στον κόρφο του κολοκύθα με κρασί. Και για να ντροπιάσω τους δαίμονες, βέβαιος ότι ήταν πλανερή εντύπωση, είπα στον αδελφό : Σε παρακαλώ σήκωσέ το αυτό. Σηκώνει λοιπόν τον μανδύα του και αποδείχνεται ότι τίποτε δεν είχε κρυμμένο στον κόρφο του. Και αυτό το είπα, ώστε, ακόμη και αν δήτε με τα ίδια σας τα μάτια ή ακούσετε με τα ίδια σας τα αυτιά, να μη είστε βέβαιοι. Απεναντίας, να έχετε προσοχή στους διαλογισμούς και τις ενθυμήσεις και τις έννοιες, ξέροντας ότι το πονηρό πνεύμα από εκεί έρχεται για να μιάνη την ψυχή και να την κάμη να πιστεύη στα βλαβερά, απασχολώντας τον νου μακριά από τις αμαρτίες μας και από τον Θεό ».
ζ΄ . Είπε πάλι : « Οι άνθρωποι έχουν τον νου τους ή στις αμαρτίες ή στον Ιησού ή στους ανθρώπους ».
στ΄. Είπε πάλι : « Αν ο νους δεν ψάλλη με το σώμα, μάταιος ο κόπος. Γιατί, αν αγαπά τινάς τη θλίψη, ύστερα τη βλέπει να του γίνεται χαρά και ανάπαυση ».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996 σελ.87-89 )


    Η λέξη ‘υπομονή’ προέρχεται από το ρήμα ‘ υπομένω’ που σημαίνει αντιμετωπίζω με καρτερικότητα μια δύσκολη ή δυσάρεστη κατάσταση. Σίγουρα στο άκουσμα αυτής της λέξης το μυαλό μας πάει στον Ιώβ… λέμε άλλωστε ‘ ιώβεια υπομονή’. Από πού αντλούσε υπομονή ο Ιώβ; Μας φαίνεται σαν κάτι μακρινό, ξένο από μας και άφταστο! Σίγουρα αποτελεί σημείο αναφοράς υπέρτατης υπομονής αν σκεφτούμε τις θλίψεις που άντεξε χωρίς να σκανδαλιστεί ή να απομακρυνθεί από το Θεό! Γιατί ακριβώς από το Θεό αντλούσε την υπομονή του, από την εμπιστοσύνη του στην πρόνοια και την οικονομία Του! Και στο τέλος δικαιώθηκε!
    Εμείς δυστυχώς πολλές φορές δεν έχουμε διάθεση να υπομείνουμε και την ελάχιστη θλίψη! Αν κοιτάμε όμως την κορυφή σίγουρα θα φτάσουμε κι εμείς κάπου ψηλά! Και υπάρχουν πολλές κορυφές υπομονής στις θλίψεις με πρώτη αυτή του Χριστού! Ξεχωρίζει φυσικά η Παναγία μας και ακολούθως οι Απόστολοι και πλήθος Αγίων! Κι εμείς κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε μια θλίψη ας τους αναλογιζόμαστε… σίγουρα θα παίρνουμε δύναμη, κουράγιο και υπομονή να βαστάξουμε και το δικό μας φορτίο! Κι ας μην ξεχνάμε πως ό,τι υπομένουμε τώρα είναι προσωρινό και πως μας περιμένει μια άλλη Ζωή στην οποία δεν υπάρχει καμία θλίψη και αυτή είναι η υπέρτατη παρηγοριά! Εδώ είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι! Μια είναι λοιπόν η πηγή άντλησης υπομονής… ο Θεός και η πίστη στην Αιωνιότητα!
    Είναι σημαντικό να επισημάνουμε πως η υπομονή έχει αξία και καρπό όταν γίνεται αδιαμαρτύρητα, αγόγγυστα! Αυτό εν δυνάμει μπορεί να σε καταστήσει άγιο! Γνωρίζω μια γυναίκα που για πολλά χρόνια υπομένει χωρίς παράπονο και χωρίς να βγει από την αγάπη του Θεού τις δοκιμασίες της και αυτή η γυναίκα στα μάτια μου είναι αγία! Σύμφωνα δε με τον Απόστολο Παύλο η θλίψη φέρνει υπομονή, η υπομονή δοκιμασμένο χαρακτήρα και η δοκιμή οδηγεί στην ελπίδα που ποτέ δεν ντροπιάζει και δεν διαψεύδει αυτόν που την έχει! [Επιστ.προς Ρωμ. ε’ 3-5]
    Θεωρώ όμως πως η μεγαλύτερη θλίψη και η πιο δύσκολη υπομονή που καλείται να κάνει ο άνθρωπος έχει να κάνει με την αναμονή για τη Μεγάλη Συνάντηση με τον Αγαπημένο… με το Νυμφίο της ψυχής μας! Η αναμονή για το πέρασμα στην άλλη… την Αληθινή Ζωή! Όμως ας μας παρηγορεί η σκέψη πως θα έρθει εκείνη η ώρα, η Άγια ώρα γιατί ο Κύριος μας το υποσχέθηκε… ‘ Στην οικία του Πατέρα μου στους ουρανούς υπάρχουν πολλοί τόποι διαμονής…’[ Ιωαν. κεφ.ιδ’2-3]. Ας αξιοποιούμε την παραμονή μας εδώ στη γη προς αυτό το σκοπό! Ας ετοιμάζουμε λοιπόν την ψυχή μας και έτσι εργαζόμενοι γι’ αυτό το σκοπό θα είμαστε χαρούμενοι και υπομονετικοί καθώς η ελπίδα μας θα είναι στηριγμένη στο Θεό!
Καλό μας αγώνα λοιπόν και καλή μας υπομονή! Ο καιρός γαρ εγγύς εστίν!

 

«Μακαρία η πιστεύσασα» (Λουκ. α΄ 45). 
Η Ελισάβετ μακαρίζει την Παρθένο για την πίστι που έδειξε στον λόγο και την κλήσι του Θεού. Έτσι βλέπομε ότι η Ελισάβετ έκανε για το πρόσωπο της Θεοτόκου τα εξής: α) της απέδωσε τα πρωτεία τιμής και σεβασμού, β) την ονόμασε Μητέρα του Θεού και γ) την εμακάρισε για την πίστη της. Όλα αυτά συνθέτουν περιληπτικά τη στάση των πιστών έναντι της Θεοτόκου.
Και μόνο όσα άκουσε και έζησε η Παρθένος Μαρία στην πρώτη αυτή έξοδό της ήταν αρκετά να τη βοηθήσουν να εμβαθύνη πιο πολύ και να κατανοήση πιο βαθειά την κλήσι και την αποστολή της. Έτρεξε κοντά στην Ελισάβετ για να βρη ανακούφιση και ενθάρρυνση. Δεν πρόλαβε όμως να τη συναντήση και παίρνει απάντηση σ’ όλα τα θέματά της, πάρα πάνω απ’ ότι μπορούσε να σκεφθή ή να υπολογίση.
Όταν σε κορυφαίες στιγμές της ζωής μας καταφεύγωμε με εμπιστοσύνη σε ανθρώπους του Θεού θα βρούμε όχι μόνο απάντηση στα ερωτήματα μας, αλλά πλήρωση και ικανοποίηση της ψυχής μας. Πάμε κενοί και επιστρέφομε γεμάτοι. Ζητάμε ένα και παίρνομε «υπέρ εκ περισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν» (Εφεσ. γ' 20) . Δεν είναι οι άνθρωποι που δίνουν. Πίσω τους στέκει ο Θεός. Εκείνος έχει και δίνει. Δίνει μέσω των δικών του ανθρώπων. Αυτό ακριβώς βεβαιώνει το πνεύμα του Θεού, όταν λέη: «Αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος, ως πόλις οχυρά» (Παροιμ. ιη' 19).
«Και είπε Μαριάμ• μεγαλύνει» (Λουκ. α΄ 46).
Μόλις η Ελισάβετ τελείωσε τον εμπνευσμένο χαιρετισμό της, η Μαριάμ άρχισε ν’ απαγγέλλη μια δική της Ωδή! Η πανηγυρική, ευχαριστήρια και δοξολογική ωδή (=τραγούδι), μετά από εξαιρετικά γεγονότα ήταν κάτι το συνηθισμένο στην ιστορία των αρχαίων Εβραίων. Έτσι, τόσο ο χαιρετισμός της Ελισάβετ όσο και η Ωδή της Παρθένου Μαρίας έρχονται να προστεθούν στις Ωδές της αδελφής του Μωυσή Μαριάμ (Εξοδ. ιε' 1 - 19) , της Δεββώρας (Κριταί ε' 2-31) και της προφήτιδος Άννης, μητέρας του προφήτου Σαμουήλ (Α' Βασ. β ). Ιδίως η Ωδή της Θεοτόκου έχει πολλές απηχήσεις από τους Ψαλμούς και την Ωδή της Άννης. Αυτό φανερώνει, ότι η Παρθένος Μαρία, όπως και οι άλλες παρθένες του Ισραήλ, γνώριζε από την παιδική της ηλικία τους Ψαλμούς και τις Ωδές της Π. Διαθήκης που αναφέραμε πιο πάνω (ΥΑ, 63).
Η Ωδή της Θεοτόκου έμελλε να γίνη η κατ’ εξοχήν ευχαριστήρια Ωδή της ανθρωπότητος. Διότι αποτελεί μια περίληψι των Ωδών της Π. Διαθήκης και αφετηρία των πιο εμπνευσμένων συνθέσεων της χριστιανικής ψυχής (πρβλ. τη θέσι της Ωδής αυτής στην ορθόδοξο Λατρεία, καθώς και του ύμνου MAGNIFICAT (= μεγαλύνει) στην λατρεία και τη θρησκευτική μουσική της Δύσεως).
Η Θεοτόκος, υπό την έξαρσι των θαυμαστών γεγονότων της ζωής της συνθέτει την εμπνευσμένη δοξολογική Ωδή της. Οι μεγάλες στιγμές της επεμβάσεως του Θεού στην προσωπική ή την συλλογική ζωή εμπνέουν ιδιαίτερα τις ευσεβείς και αφιερωμένες ψυχές. Πρώτες αυτές βλέπουν το ευεργετικό χέρι του Θεού• ακούνε τη φωνή του και νοιώθουν το περπάτημά του στην Ιστορία (πρβλ. «Φωνή αδελφιδού μου• ιδού ούτος ήκει πηδών επί τα όρη... ομοιός εστίν αδελφιδός μου τη δορκάδι ή νεβρώ (=ελαφάκι) ελάφων», Άσμα Ά. β' 8 - 9) διαισθάνονται το πέρασμά του κοντά τους (πρβλ. «οπίσω σου εις οσμήν μύρων σου δραμούμεν» Άσμα Α. α' 4) και ξεσπούν σε ύμνους και ωδές.
Οι ποιηταί έγραψαν τα πιο όμορφα ποιήματα και τραγούδια σε στιγμές ιδιαίτερης εμπνεύσεως και εξάρσεως. Οι άγιες ψυχές γράφουν τις πιο ωραίες ωδές τους σε στιγμές παρουσίας του Θεού στην προσωπική τους ζωή και στην ιστορία του κόσμου...
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ.117-119 )

Η ΙΕΡΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ  ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ  ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Μετάφραση: αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας.

Επιπροσθέτως: Η μετάφραση των Καταβασιών του Όρθρου από τον Σεβ. Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης κ. Συμεών. Η μετάφραση των αναγνωσμάτων της Παλαιάς Διαθήκης σε μετάφραση του Ι. Κολιτσάρα. Η μετάφραση του Ευαγγελίου του Όρθρου από την Ελληνική Βιβλική Εταιρία

ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΛΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ

Ο ιερέας: Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ο Αναγνώστης: Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.
Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ, τῷ βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ.
Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ Χριστῷ, τῷ βασιλεῖ καὶ Θεῷ ἡμῶν.

Ψαλμὸς 103
ΕΥΛΟΓΕΙ, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέρριν· ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ, ὁ τιθεὶς νέφη τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, ὁ περιπατῶν ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων· ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα. ὁ θεμελιῶν τὴν γῆν ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς, οὐ κλιθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ὀρέων στήσονται ὕδατα· ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου φεύξονται, ἀπὸ φωνῆς βροντῆς σου δειλιάσουσιν. ἀναβαίνουσιν ὄρη καὶ καταβαίνουσι πεδία εἰς τὸν τόπον ὃν ἐθεμελίωσας αὐτά· ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσονται, οὐδὲ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τὴν γῆν. ὁ ἐξαποστέλλων πηγὰς ἐν φάραγξιν, ἀνὰ μέσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα· ποτιοῦσι πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, προσδέξονται ὄναγροι εἰς δίψαν αὐτῶν· ἐπ᾿ αὐτὰ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσει, ἐκ μέσου τῶν πετρῶν δώσουσι φωνήν. ποτίζων ὄρη ἐκ τῶν ὑπερῴων αὐτοῦ, ἀπὸ καρποῦ τῶν ἔργων σου χορτασθήσεται ἡ γῆ. ὁ ἐξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἐξαγαγεῖν ἄρτον ἐκ τῆς γῆς· καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου τοῦ ἱλαρῦναι πρόσωπον ἐν ἐλαίῳ, καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει. χορτασθήσονται τὰ ξύλα τοῦ πεδίου, αἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου, ἃς ἐφύτευσας. ἐκεῖ στρουθία ἐννοσσεύσουσι, τοῦ ἐρωδιοῦ ἡ οἰκία ἡγεῖται αὐτῶν. ὄρη τὰ ὑψηλὰ ταῖς ἐλάφοις, πέτρα καταφυγὴ τοῖς λαγωοῖς. ἐποίησε σελήνην εἰς καιρούς, ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ. ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ· ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ. σκύμνοι ὠρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς. ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, καὶ συνήχθησαν καὶ εἰς τὰς μάνδρας αὐτῶν κοιτασθήσονται. ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας. ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου. αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καὶ εὐρύχωρος, ἐκεῖ ἑρπετά, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, ζῷα μικρὰ μετὰ μεγάλων· ἐκεῖ πλοῖα διαπορεύονται, δράκων οὗτος, ὃν ἔπλασας ἐμπαίζειν αὐτῇ. πάντα πρὸς σὲ προσδοκῶσι, δοῦναι τὴν τροφὴν αὐτῶν εἰς εὔκαιρον. δόντος σου αὐτοῖς συλλέξουσιν,

Ψάλλονται τα ΑΝΟΙΞΑΝΤΑΡΙΑ
Ανοίξαντός σου την χείρα, τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητας, αποστρέψαντος δε σου το πρόσωπον ταραχθήσονται. (Δόξα Σοι ο Θεός Αλληλούια)

Αντανελείς το πνεύμα αυτών και εκλείψουσι, και εις τον χουν αυτών έπιστρέψουσιν (Δόξα Σοι ο Θεός Αλληλούια)

Εξαποστελείς το πνεύμα σου και κτισθήσονται, καί ανακαινιείς το πρόσωπον της γης (Δόξα Σοι Πάτερ, Δόξα Σοι Υιέ, Δόξα Σοι το Πνεύμα το Άγιον Δόξα Σοι ο Θεός Αλληλούια)

Ήτω η δόξα Κυρίου εις τους αιώνας· ευφρανθήσεται Κύριος επί τοις έργοις αυτού (Δόξα Σοι Άγιε, Δόξα Σοι Κύριε, Δόξα Σοι Βασιλεύ Ουράνιε, Δόξα Σοι ο Θεός Αλληλούια)

Ο επιβλέπων επί την γην και ποιών αυτήν τρέμειν, ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται (Δόξα Σοι Άγιε, Δόξα Σοι Κύριε, Δόξα Σοι Βασιλεύ Ουράνιε, Δόξα Σοι το Πνεύμα το Άγιον, Δόξα Σοι ο Θεός Αλληλούια )

Άσω τω Κυρίω εν τη ζωή μου, ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω (Δόξα Σοι Τρισυπόστατε Θεότης, Πάτερ, Υιέ και Πνεύμα, Σε προσκυνούμεν και δοξάζομεν, Δόξα Σοι ο Θεός Αλληλούια).

Ηδυνθείη αυτώ η διαλογή μου, εγώ δε ευφρανθήσομαι επί τω Κυρίω (Δόξα Σοι Πάτερ άναρχε, Δόξα Σοι Υιέ συνάναρχε, Δόξα Σοι το Πνεύμα το Άγιον, το ομοούσιον και ομόθρονον, Τριάς Αγία Δόξα Σοι, Δόξα Σοι ο Θεός Αλληλούια).

Εκλείποιεν αμαρτωλοί από της γης και άνομοι, ώστε μη υπάρχειν αυτούς (Δόξα Σοι Πάτερ, Δόξα Σοι Υιέ, Δόξα Σοι το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία Δόξα Σοι, Δόξα Σοι ο Θεός Αλληλούια).

Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού, έθου σκότος και εγένετο νυξ (Δόξα Σοι Βασιλεύ επουράνιε, Δόξα Σοι Παντοκράτωρ συν Υιώ και Πνεύματι, Δόξα σοι ο Θεός Αλληλούια)

Ως εμεγαλύνθη τα έργα Σου Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας (Δόξα Σοι Πάτερ αγέννητε, Δόξα Σοι Υιέ γεννητέ, Δόξα Σοι το Πνεύμα το Άγιον, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον και εν Υιώ αναπαυόμενον, Τριάς Αγία Δόξα Σοι, Δόξα Σοι ο Θεός Αλληλούια )

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι. Kαι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια, Δόξα Σοι ο Θεός αλληλούια (δις)
Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια, Δόξα Σοι ο Θεός ημών ΔΟΞΑ ΣΟΙ.

Ο Διάκονος: Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν… κτλ. Ο ιερέας την εκφώνηση: Ὅτι πρέπει σοι, πᾶσα δόξα… Έπειτα ψάλλουμε σε ήχο α΄ :

Κύριε ἐκέκραξα πρὸς σέ, εἰσάκουσόν μου, εἰσάκουσόν μου, Κύριε. Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς σέ, εἰσάκουσόν μου πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου, ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σὲ εἰσάκουσόν μου, Κύριε.
Κύριε, φώναξα δυνατά προς Εσένα, άκουσέ με καλά, άκουσέ με Κύριε. Κύριε, φώναξα δυνατά προς Εσένα, άκουσέ με. Πρόσεξε στη φωνή της δέησής μου, την ώρα που κραυγάζω προς Εσένα, άκουσέ με Κύριε.

Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου, ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου, ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινὴ εἰσάκουσόν μου, Κύριε.
Ας κατευθυνθεί η προσευχή μου μπροστά Σου σαν θυμίαμα. Η ανύψωση των χεριών μου (ας γίνει δεκτή) σαν εσπερινή θυσία. Άκουσέ με, Κύριε.

Στίχ. Ἐὰν ἀνομίας παρατηρήσῃς, Κύριε, Κύριε τίς ὑποστήσεται; ὅτι παρὰ σοὶ ὁ ἱλασμός ἐστιν.
Κύριε, Κύριε, εάν εξετάσεις αμαρτίες, ποιος μπορεί να σταθεί; (παίρνω όμως το θάρρος) γιατί σε σένα υπάρχει η συγχώρεση.
Ἦχος δ' Κοσμᾶ Μοναχοῦ
Πρὸ τοῦ σοῦ Σταυροῦ Κύριε, ὄρος οὐρανὸν ἐμιμεῖτο, νεφέλη ὡς σκηνὴ ἐφηπλοῦτο. Σοῦ μεταμορφουμένου, ὑπὸ Πατρὸς δὲ μαρτυρουμένου, παρῆν ὁ Πέτρος σὺν Ἰακώβῳ καὶ Ἰωάννῃ, ὡς μέλλοντες συνεῖναί σοι, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς παραδόσεώς σου, ἵνα θεωρήσαντες τὰ θαυμάσιά σου, μὴ δειλιάσωσι τὰ παθήματά σου, ἃ προσκυνῆσαι ἡμᾶς, ἐν εἰρήνῃ καταξίωσον, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.
Πριν το Σταυρό σου Κύριε, το βουνό (Θαβώρ) μιμούνταν τον ουρανό, το σύννεφο απλωνόταν σαν σκηνή. Όταν εσύ μεταμορφωνόσουν και έδινε για σένα μαρτυρία ο Πατέρας, ήταν παρόντες ο Πέτρος μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, επειδή επρόκειτο να είναι μαζί σου και στον καιρό της παράδοσής σου, έτσι ώστε, αφού δουν τα θαυμάσιά σου, να μην δειλιάσουν στα παθήματά σου, τα οποία καταξίωσέ μας να προσκυνήσουμε με ειρήνη, εξαιτίας του μεγάλου σου ελέους.

Στίχ. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὑπέμεινά σε, Κύριε, ὑπέμεινεν ἡ ψυχή μου εἰς τὸν λόγον σου, ἤλπισεν ἡ ψυχή μου ἐπὶ τὸν Κύριον.
Για το όνομά σου, σε περιμένω, Κύριε. Περιμένει η ψυχή μου την υπόσχεσή σου. Στήριξε η ψυχή μου την ελπίδα στον Κύριο.
Το ίδιο…

Στίχ. Ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτός, ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας ἐλπισάτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον.
Από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, από τα χαράματα, ας ελπίζει στον Κύριο ο Ισραηλιτικός λαός

Πρὸ τοῦ Σταυροῦ σου Κύριε, παραλαβὼν τοὺς Μαθητὰς εἰς ὄρος ὑψηλόν, μετεμορφώθης ἔμπροσθεν αὐτῶν, ἀκτῖσι δυνάμεως καταυγάζων αὐτούς, ἔνθεν φιλανθρωπίᾳ, ἐκεῖθεν ἐξουσίᾳ, δεῖξαι βουλόμενος τῆς Ἀναστάσεως τὴν λαμπρότητα, ἧς καὶ ἡμᾶς ὁ Θεός, ἐν εἰρήνῃ καταξίωσον, ὡς ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος.
Πριν το Σταυρό σου Κύριε, αφού πήρες μαζί σου τους μαθητές σε βουνό ψηλό, μεταμορφώθηκες μπροστά τους, φωτίζοντάς τους με τις ακτίνες της δύναμής σου, φανερώνοντας από εδώ φιλανθρωπία, από εκεί εξουσία, θέλοντας να δείξεις τη λαμπρότητα της Ανάστασης, της οποίας αξίωσε και εμάς, Θεέ μας, με ειρήνη, σαν εύσπλαχνος και φιλάνθρωπος που είσαι.

Στίχ. Ὅτι παρὰ τῷ Κυρίῳ τὸ ἔλεος, καὶ πολλὴ παρ' αὐτῷ, λύτρωσις καὶ αὐτὸς λυτρώσεται τὸν Ἰσραὴλ ἐκ πασῶν τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ.
Διότι στον Κύριο υπάρχει το έλεος και πολλή σε αυτόν λύτρωση· και αυτός θα λυτρώσει τον Ισραήλ από όλες τις ανομίες του.
Το ίδιο….

Στίχ. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον πάντα τὰ ἔθνη, ἐπαινέσατε αὐτόν, πάντες οἱ λαοί.
Δοξολογείτε τον Κύριο όλα τα έθνη, επαινέστε Τον όλοι οι λαοί.

Εἰς ὄρος ὑψηλὸν μεταμορφωθεὶς ὁ Σωτήρ, τοὺς κορυφαίους ἔχων τῶν Μαθητῶν, ἐνδόξως ἐξέλαμψας, δηλῶν, ὅτι οἱ τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν διαπρέψαντες, καὶ τῆς ἐνθέου δόξης ἀξιωθήσονται. Συλλαλοῦντες δὲ τῷ Χριστῷ, Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας ἐδείκνυον, ὅτι ζώντων καὶ νεκρῶν κυριεύει, καὶ ὁ πάλαι διὰ νόμου, καὶ Προφητῶν λαλήσας ὑπῆρχε Θεός, ᾧ καὶ φωνὴ τοῦ Πατρός, ἐκ νεφέλης φωτεινῆς, ἐμαρτύρει λέγουσα· Αὐτοῦ ἀκούετε, τοῦ διὰ Σταυροῦ τόν, Ἅδην σκυλεύσαντος, καὶ νεκροῖς δωρουμένου, ζωήν τὴν αἰώνιον.
Όταν μεταμορφώθηκες σε βουνό ψηλό, Σωτήρα μας, έχοντας τους κορυφαίους των μαθητών, έλαμψες με δόξα, φανερώνοντας, ότι αυτοί που διέπρεψαν στο ύψος των αρετών, θα αξιωθούν να πάρουν και τη θεϊκή δόξα. Συζητώντας επίσης με το Χριστό, ο Μωϋσής και ο Ηλίας έδειχναν, ότι κυριεύει σε ζωντανούς και νεκρούς και ότι αυτός ήταν ο Θεός που παλαιότερα μίλησε μέσω του νόμου και των Προφητών, για τον οποίο και η φωνή του Πατέρα, από σύννεφο φωτεινό, έδινε μαρτυρία λέγοντας· Αυτόν να ακούτε, ο οποίος μέσω του Σταυρού αιχμαλώτισε τον Άδη και δίνει ως δώρο στους νεκρούς την αιώνια ζωή.

Στίχ. Ὅτι ἐκραταιώθη τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐφ' ἡμᾶς, καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
Διότι δείχτηκε δυνατό το έλεός του σε εμάς και η αλήθεια του Κυρίου μένει αιώνια

Ὄρος τὸ ποτὲ ζοφῶδες καὶ καπνῶδες, νῦν τίμιον καὶ ἅγιόν ἐστιν, ἐν ᾧ οἱ πόδες σου ἔστησαν Κύριε· πρὸ αἰώνων γὰρ κεκαλυμμένον μυστήριον, ἐπ' ἐσχάτων ἐφανέρωσεν ἡ φρικτή σου Μεταμόρφωσις, Πέτρῳ Ἰωάννῃ καὶ Ἰακώβῳ, οἵτινες τὴν ἀκτῖνα τοῦ προσώπου σου μὴ φέροντες, καὶ τὴν λαμπρότητα τῶν χιτώνων σου, ἐπὶ πρόσωπον, εἰς γῆν κατεβαρύνοντο, οἳ καὶ τῇ ἐκστάσει συνεχόμενοι, ἐθαύμαζον βλέποντες, Μωϋσῆν καὶ Ἠλίαν συλλαλοῦντάς σοι τὰ μέλλοντα συμβαίνειν σοι, καὶ φωνὴ ἐκ τοῦ Πατρός, ἐμαρτύρει λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησᾳ, αὐτοῦ ἀκούετε, ὃς τις καὶ δωρεῖται τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.
Το βουνό (Σινά) που άλλοτε (στην παράδοση των 10 εντολών) ήταν σκοτεινό και καπνισμένο, τώρα είναι τίμιο και άγιο, στο οποίο στάθηκαν τα πόδια σου Κύριε· διότι το προαιώνιο καλυμμένο μυστήριο, στους τελευταίους καιρούς το φανέρωσε η φρικτή σου Μεταμόρφωση, στον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, που μη μπορώντας να αντέξουν την ακτίνα του προσώπου σου και την λαμπρότητα των χιτώνων σου, έπεφταν με το πρόσωπο στη γη· οι οποίοι και κυριευμένοι από την έκσταση, θαύμαζαν βλέποντας τον Μωϋσή και τον Ηλία να συζητούν με σένα για όσα επρόκειτο να σου συμβούν· και φωνή από τον Πατέρα έδινε μαρτυρία λέγοντας· Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός στον οποίο ευαρεστήθηκα, αυτόν να ακούτε, ο οποίος και δίνει στον κόσμο το μέγα έλεος.

Δόξα... Καὶ νῦν... Ἦχος πλ. β' Ἀνατολίου
Προτυπῶν τὴν Ἀνάστασιν τὴν σήν, Χριστὲ ὁ Θεός, τότε παραλαμβάνεις τοὺς τρεῖς σου μαθητάς, Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, ἐν τῷ Θαβὼρ ἀνελθών. Σοῦ δὲ Σωτήρ μεταμορφουμένου, τὸ Θαβώριον ὄρος φωτὶ ἐσκέπετο. Οἱ Μαθηταί σου Λόγε, ἔρριψαν ἑαυτοὺς ἐν τῷ ἐδάφει τῆς γῆς, μὴ φέροντες ὁρᾶν, τὴν ἀθέατον μορφήν, Ἄγγελοι διηκόνουν φόβῳ καὶ τρόμῳ, οὐρανοὶ ἔφριξαν, γῆ ἐτρόμαξεν, ὁρῶντες ἐπὶ γῆς, τῆς δόξης τὸν Κύριον.
Προτυπώνοντας την Ανάστασή σου, Χριστέ ο Θεός μας, τότε παίρνεις μαζί σου τους τρεις σου μαθητές, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, όταν ανέβηκες στο Θαβώρ. Καθώς λοιπόν μεταμορφωνόσουν, Σωτήρα, το όρος Θαβώρ σκεπαζόταν από φως. Οι Μαθητές σου, Λόγε, έριξαν τους εαυτούς τους στο έδαφος της γης, μη μπορώντας να βλέπουν την αθέατη μορφή· Άγγελοι υπηρετούσαν με φόβο και τρόμο, οι ουρανοί έφριξαν, η γη τρόμαξε, βλέποντας πάνω στη γη, τον Κύριο της δόξας.

Εἴσοδος, Σοφία Ὀρθοί ! (Ο Χριστός) είναι Σοφία. (Σηκωθείτε) όρθιοι.

Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης, ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα Θεόν. Ἄξιόν σε ἐν πᾶσι καιροῖς, ὑμνεῖσθαι φωναῖς αἰσίαις, Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδούς, Διὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει.
Ιησού Χριστέ το γλυκό φως της αγίας δόξας του αθάνατου Πατέρα, του ουρανίου, του αγίου, του μακαριστού, αφού ήλθαμε με τη δύση του ηλίου και είδαμε το φως του δειλινού, υμνούμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον (τριαδικό) Θεό. Σου αξίζει σε κάθε καιρό να υμνείσαι με χαρούμενες φωνές Υιέ του Θεού. Γι΄αυτό ο κόσμος σε δοξάζει.

Προκείμενον ἡμέρας, καὶ τὰ Ἀναγνώσματα.
Τῆς Ἐξόδου τὸ Ἀνάγνωσμα
Εἶπε Κύριος πρὸς Μωϋσῆν· Ἀνάβηθι πρὸς με εἰς τὸ ὄρος, καὶ στῆθι ἐκεῖ, καὶ δώσω σοι τὰ πυξία τὰ λίθινα, τὸν νόμον καὶ τὰς ἐντολάς, ἃς ἔγραψα νομοθετῆσαι αὐτοῖς. Καὶ ἀναστὰς Μωϋσῆς, καὶ Ἰησοῦς ὁ παρεστηκὼς αὐτῷ, ἀνέβησαν ἐπὶ τὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τοῖς πρεσβυτέροις εἶπεν· Ἡσυχάσατε αὐτοῦ, ἕως ἂν ἐπιστρέψωμεν πρὸς ὑμᾶς· καὶ ἰδοὺ Ἀαρὼν καὶ Ὤρ μεθ' ὑμῶν, ἐὰν τινι συμβῇ κρίσις, προσπορευέσθωσαν αὐτοῖς.
Καὶ ἀνέβη Μωϋσῆς εἰς τὸ ὄρος· καὶ ἐκάλυψεν ἡ νεφέλη τὸ ὄρος, καὶ κατέβη ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ Σινᾶ, καὶ ἐκάλυψεν αὐτὸ ἡ νεφέλη ἓξ ἡμέρας, καὶ ἐκάλεσε Κύριος τὸν Μωϋσῆν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἐκ μέσου τῆς νεφέλης. Τὸ εἶδος τῆς δόξης τοῦ Κυρίου, ὡσεὶ πῦρ φλέγον ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους, ἐναντίον τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. Καὶ εἰσῆλθε Μωϋσῆς εἰς τὸ μέσον τῆς νεφέλης, καὶ ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, καὶ ἦν ἐν τῷ ὄρει τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας.
Είπε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “ανέβα προς εμέ στο υψηλότερον μέρος του όρους και μείνε εκεί. Θα σου δώσω τας λιθίνας πλάκας, εις τας οποίας είναι γραμμένος ο νόμος και αι εντολαί μου, τας οποίας έγραψα ως νομοθεσίαν δια τους Ισραηλίτας”. Ηγέρθη ο Μωϋσής και ο ακόλουθος αυτού Ιησούς του Ναυή και ανέβησαν στο υψηλότερον μέρος του όρους του Θεού. Εις δε τους πρεσβυτέρους είπαν· “μείνατε ήσυχοι στο μέρος αυτό, έως ότου επιστρέψωμεν προς σας. Ο Ααρών και ο Ωρ ιδού είναι μαζή σας. Εάν συμβή καμμιά διαφορά, κανένα ζήτημα εις Ισραηλίτην, ας πορευθούν αυτοί προς εκείνους δια να εξομαλύνουν την διαφοράν”.
Ο Μωϋσής και ο Ιησούς του Ναυή ανέβησαν στο όρος και η νεφέλη εσκέπασεν αυτό. Κατέβη ως λάμψις η δόξα του Θεού στο όρος Σινά και εσκέπασεν αυτό η νεφέλη επί εξ ημέρας. Την εβδόμην ημέραν ο Κυριος μέσα από την νεφέλην εκάλεσε τον Μωϋσήν. Το είδος της δόξης του Κυρίου ήτο σαν πυρ που εκπέμπει συνεχώς φλόγας επάνω εις την κορυφήν του όρους, ορατόν από όλους τους Ισραηλίτας. Ο Μωϋσής, κατόπιν της προσκλήσεως του Θεού, εισήλθε μέσα εις την νεφέλην, ανέβη στο υψηλότερον σημείον του όρους και ήτο εκεί τεσσαράκοντα ημερονύκτια.

Τῆς Ἐξόδου τὸ Ἀνάγνωσμα
Ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωϋσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον, καὶ ἀπελύετο εἰς τὴν παρεμβολήν, ὁ δὲ θεράπων Ἰησοῦς υἱὸς Ναυῆ νέος, οὐκ ἐξεπορεύετο ἐκ τῆς σκηνῆς. Καὶ εἶπε Μωϋσῆς πρὸς Κύριον· ἰδοὺ σὺ μοι λέγεις. Ἀνάγαγε τὸν λαὸν τοῦτον, σὺ δὲ οὐκ ἐδήλωσάς μοι, ὃν συναποστελεῖς μέτ' ἐμοῦ, σὺ δὲ μοι εἶπας· Οἶδάς σε παρὰ πάντας, καὶ χάριν ἔχεις παρ' ἐμοί. Εἰ οὖν εὕρηκα χάριν ἐναντίον σου, ἐμφάνισόν μοι σεαυτόν, ἵνα γνωστῶς ἴδω σε, ὅπως ἂν ὦ εὑρηκὼς χάριν ἐνώπιόν σου, καί, ἵνα γνῶ, ὅτι λαός σου τὸ ἔθνος τὸ μέγα τοῦτο. Καὶ λέγει αὐτῷ Κύριος· Ἐγὼ αὐτὸς προπορεύσομαί σου, καὶ καταπαύσω σε. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν· Εἰμὴ σὺ αὐτὸς συμπορεύῃ μεθ' ἡμῶν, μὴ μὲ ἀναγάγῃς ἐντεῦθεν. Καὶ πῶς γνωστὸν ἔσται ἀληθῶς, ὅτι εὕρηκα χάριν παρὰ σοὶ ἐγώ τε καὶ ὁ λαός σου, ἀλλ' ἢ συμπορευομένου σου μεθ' ἡμῶν; καὶ ἐνδοξασθησόμεθα ἐγώ τε καὶ ὁ λαός σου παρὰ πάντα τὰ Ἔθνη, ὅσα ἂν ἐπὶ τῆς γῆς ἐστιν. Εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωϋσῆν· Καὶ τοῦτόν σοι τὸν λόγον, ὃν εἴρηκας, ποιήσω· εὕρηκας γὰρ χάριν ἐνώπιον ἐμοῦ, καὶ οἶδά σε παρὰ πάντας. Καὶ λέγει Μωϋσῆς· Δεῖξόν μοι τὴν σεαυτοῦ δόξαν. Καὶ εἶπεν· Ἐγὼ παρελεύσομαι πρότερός σου τῇ δόξῃ μου, καὶ καλέσω τῷ ὀνόματί μου, Κύριος ἐναντίον σου, καὶ ἐλεήσω, ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτιρήσω ὃν ἂν οἰκτίρω. Καὶ εἶπεν· Οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται.
Καὶ εἶπε Κύριος· Ἰδοὺ τόπος παρ' ἐμοί, καὶ στῆθι ἐπὶ τῆς πέτρας. Ἡνίκα δ' ἂν παρέλθῃ ἡ δόξα μου, καὶ θήσω σε εἰς ὀπὴν τῆς πέτρας, καὶ σκεπάσω τῇ χειρί μου ἐπὶ σέ, ἕως ἂν παρέλθω, καὶ ἀφελῶ τὴν χεῖρά μου, καὶ τότε ὄψει τὰ ὀπίσω μου, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ὀφθήσεταί σοι. Καὶ ὀρθρίσας Μωϋσῆς τὸ πρωΐ, ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος τὸ Σινᾶ, καθὰ συνέταξεν αὐτῷ Κύριος. Καὶ κατέβη Κύριος ἐν νεφέλῃ καὶ παρέστη αὐτῷ ἐκεῖ, καὶ ἐκάλεσε τῷ ὀνόματι Κυρίου, καὶ παρῆλθε Κύριος πρὸ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἐκάλεσε· Κύριος ὁ Θεὸς οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων μακρόθυμος, καὶ πολυέλεος, καὶ ἀληθινος. Καὶ σπεύσας Μωϋσῆς, κύψας ἐπὶ τὴν γῆν, προσεκύνησε τῷ Κυρίῳ.
Μίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν κατά τρόπον προσωπικόν και οικείον, όπως ομιλεί κανείς προς τον φίλον του. Οταν ο Μωϋσής, αναχωρών από την σκηνήν του, επεσκέπτετο το στρατόπεδον, ο Ιησούς, ο υιός του Ναυή, νέος που τον υπηρέτει, δεν εξήρχετο από την σκηνήν, αλλά έμενε μέσα εις αυτήν. Είπε δε ο Μωϋσής προς τον Κυριον· “ιδού, συ μου λέγεις· Οδήγησε τον λαόν αυτόν. Αλλά συ δεν μου εφανέρωσες, ποίος είναι εκείνος, τον οποίον θα αποστείλης μαζή μου. Συ μου είπες· Γνωρίζω ότι συ είσαι από όλους τους ανθρώπους ο πλέον εκλεκτός και δι' αυτό έχεις την αγάπην μου και την εύνοιάν μου. Εάν λοιπόν ευρήκα χάριν ενώπιόν σου, φανέρωσε εις εμέ τον εαυτόν σου κατά ένα τρόπον αισθητόν, δια να σε ίδω με τα ίδια μου τα μάτια και έτσι να πεισθώ ότι έχω εύρει χάριν ενώπιόν σου και ότι το μέγα τούτο έθνος είναι λαός ιδικός σου”. Ο Κυριος του απήντησεν· “εγώ θα προπορευθώ ως οδηγός, θα σε οδηγήσω και θα σε αναπαύσω εις την γην της επαγγελίας”. Είπεν ο Μωϋσής προς τον Θεόν· “εάν συ ο ίδιος δεν συμπορευθής μαζή μου, μη με μετακινήσης από εδώ. Πως δε θα μάθω και θα πεισθώ απολύτως ότι εγώ και ο λαός σου έχομεν εύρει χάριν ενώπιόν σου, παρά μόνον όταν συ συμπορεύεσαι μαζή μας; Τοτε θα δοξασθώ εγώ και ο λαός σου περισσότερον από όλα τα έθνη, που υπάρχουν επί της γης”. Είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “και αυτό το αίτημά σου, το οποίον μου είπες, θα το πραγματοποιήσω. Θα συμπορευθώ μαζή σας, διότι έχεις εύρει χάριν ενώπιόν μου και σε γνωρίζω ως εκλεκτόν και άξιον της αγάπης μου περισσότερον από κάθε άλλον”. Τοτε ο Μωϋσής του είπε· “δείξε εις εμέ τον εαυτόν σου”. Ο Κυριος απήντησεν· “εγώ θα διέλθω και θα προχωρήσω εμπρός από σε με την θείαν δόξαν μου, θα αναγγείλω και θα ακούσης το όνομά μου “Κυριος είναι ενώπιόν σου”. Εγώ ελεώ εκείνον τον οποίον θέλω να ελεήσω, λυπούμαι και συμπαθώ εκείνον που θέλω να συμπαθήσω, χωρίς κανείς να με υποχρεώνη προς τούτο”. Και ο Θεός εξηκολούθησε· “δεν θα ημπορέσης να ίδης το πρόσωπόν μου· διότι κανείς άνθρωπος δεν ημπορεί να με αντικρύση εις όλην μου την δόξαν και να ζήση”.
Και συνέχισεν ο Κυριος· “ιδού τόπος εδώ πλησίον. Στάσου όρθιος επάνω εις αυτόν τον βράχον. Οταν διέρχεται η θεία μου δόξα, θα σε θέσω εις την οπήν του βράχου, θα σκεπάσω με το χέρι μου το πρόσωπόν σου, έως ότου περάσω. Θα αφαιρέσω το χέρι μου από το πρόσωπόν σου και θα με ίδης εκ των όπισθεν, αλλά το πρόσωπόν μου δεν θα το ίδης”. και εγερθείς λίαν πρωϊ ανέβη στο όρος Σινά, όπως τον είχε διατάξει ο Κυριος. ο Κυριος κατέβη τότε δια νεφέλης στο όρος. Ο Μωϋσής εστάθη όρθιος πλησίον του και επεκαλέσθη το όνομα του Κυρίου. Ο Κυριος επέρασεν εμπρός από τον Μωϋσέα και ηκούσθησαν τα λόγια· “Κυριος ο Θεός είναι οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός. Εσπευσεν ο Μωϋσής και κύψας προς την γην προσεκύνησε τον Θεόν,
Βασιλειῶν τρίτης τὸ ἀνάγνωσμα
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἔρχεται Ἠλιοὺ εἰς Βηρσαβεέ, ἣ ἐστι τοῦ Ἰούδα, καὶ ἀφῆκε τὸ παιδάριον αὐτοῦ ἐκεῖ. Καὶ αὐτὸς ἐπορεύθη ἐν τῇ ἐρήμῳ ὁδὸν ἡμέρας, καὶ ἦλθε καὶ ἐκάθισεν ὑποκάτω ἀρκεύθου, καὶ ἐκοιμήθη, καὶ ὕπνωσεν ἐκεῖ ὑπὸ τὸ φυτόν. Καὶ ἰδοὺ τις ἥψατο αὐτοῦ, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀνάστηθι, φάγε, καὶ πίε. Καὶ ἐπέβλεψεν Ἠλιού, καὶ ἰδοὺ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐγκρυφίας ὀλυρίτης καὶ καμψάκης ὕδατος. Καὶ ἀνέστη, καὶ ἔφαγε, καὶ ἔπιε, καὶ ἐπιστρέψας ἐκοιμήθη. Καὶ ἐπέστρεψεν ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἐκ δευτέρου, καὶ ἥψατο αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀνάστηθι, καὶ φάγε, καὶ πίε, ὅτι πολλὴ ἀπὸ σοῦ ἡ ὁδός. Καὶ ἀνέστη, καὶ ἔφαγε, καὶ ἔπιε, καὶ ἐπορεύθη ἐν τῇ ἰσχὺϊ τῆς βρώσεως ἐκείνης τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας, ἕως ὄρους Χωρήβ.
Καὶ εἰσῆλθεν ἐκεῖ εἰς τὸ σπήλαιον, καὶ κατέλυσεν ἐκεῖ, καὶ ἰδοὺ ῥήμά Κυρίου πρὸς αὐτόν, καὶ εἶπεν αὐτῷ Κύριος· Ἐξελεύσῃ, καὶ στήσῃ ἐν τῷ ὄρει ἐνώπιον Κυρίου, καὶ ἰδοὺ Κύριος παρελεύσεται, καὶ πνεῦμα μέγα κραταιὸν διαλῦον ὄρη, καὶ συντρίβον πέτρας ἐνώπιον Κυρίου, οὐκ ἐν τῷ πνεύματι Κύριος, καὶ μετὰ τὸ πνεῦμα συσσεισμός, οὐκ ἐν τῷ συσσεισμῶ Κύριος, καὶ μετὰ τὸν συσσεισμὸν πῦρ, οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος, καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, καὶ ἐκεῖ Κύριος. Καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἠλιού, ἐπεκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν τῇ μηλωτῇ αὐτοῦ, καὶ ἐξῆλθε καὶ ἔστη παρὰ τὸ σπήλαιον. Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς αὐτόν· Πορεύου, καὶ ἀνάστρεφε εἰς τὴν ὁδόν σου, καὶ ἥξεις εἰς ὁδὸν ἐρήμου Δαμασκοῦ, καὶ χρίσεις τὸν Ἐλισσαιὲ υἱὸν Σαφάτ, ἀντὶ σοῦ εἰς Προφήτην.
Τις ημέρες εκείνες έρχεται ο Ηλίας εις την Βηρσαβεέ, πόλιν της φυλής του Ιούδα. Εκεί δε αφήκε τον υπηρέτην του. Ο Ηλίας επροχώρησεν στο εσωτερικόν της ερήμου, δρόμον μιας ημέρας, ήλθε και εκάθισεν υποκάτω από ένα φυτόν, που ωνομάζετο Ραθμέν (αρκευθος), και έπεσε και εκοιμήθη εκεί κάτω από το δένδρον. Αίφνης κάποιος τον ήγγισεν και του είπε· “σήκω και φάγε”. Ο Ηλίας εξύπνησεν, ήνοιξε τα μάτια του και είδεν προς το μέρος, που ανεπαύετο η κεφαλή του, ψημένην κριθίνην λαγάναν και δοχείον με νερό. Εσηκώθη, έφαγε, έπιε και εκοιμήθη πάλιν.
Ο άγγελος επανήλθε δια δευτέραν φοράν, ήγγισεν αυτόν και του είπε· “σήκω και φάγε, διότι είναι πολύς ακόμη ο δρόμος, που θα κάμης”. Ο Ηλίας εσηκώθη, έφαγε και έπιε. Με την δύναμιν δε της τροφής εκείνης εβάδισεν επί τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας, έως ότου έφθασεν στο όρος Χωρήβ. Εισήλθεν εις ένα εκεί σπήλαιον, όπου και έμεινε. Και ιδού, ο Κυριος ωμίλησε προς αυτόν και είπε προς αυτόν ο Θεός· “αύριον να εξέλθης από το σπήλαιον και να σταθής ενώπιον του Κυρίου στο όρος· και ιδού, θα περάση εκεί ο Κυριος”. Ετσι και έγινε.
Αίφνης ισχυρότατος άνεμος έπνευσε, που διέλυε όρη και συνέτριβε πέτρας, αλλά δεν υπήρχεν ο Κυριος μέσα στον σφοδρόν άνεμον. Επειτα από τον άνεμον έγινε σεισμός μεγάλος, αλλά ούτε μέσα στον σεισμόν υπήρχεν ο Κυριος. Επειτα από τον σεισμόν ήλθε πυρ. Ούτε μέσα στο πυρ υπήρχεν ο Κυριος. Επειτα από το πυρ ηκούσθη φωνή αύρας λεπτής και δροσεράς. Εκεί υπήρχεν ο Κυριος.
Οταν ο Ηλίας ήκουσε και είδεν αυτό, εκάλυψεν από σεβασμόν και φόβον τα πρόσωπόν του με την μηλωτήν. Εξήλθε και εστάθη κάτω από το σπήλαιον. Είπε τότε ο Κυριος προς αυτόν· “πήγαινε, ξαναγύρισε στον δρόμον σου και θα έλθης στον δρόμον της ερήμου της Δαμασκού. Οταν φθάσης εκεί, θα χρίσης τον Ελισαιέ, τον υιόν Σαφάτ, θα τον χρίσης ως προφήτην αντί σου.

Ο Διάκονος: Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἒλεός Σου… κτλ
Ο ιερέας: Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις…Ο Αναγνώστης:

Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἑσπέρᾳ ταύτῃ, ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸν καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. Γένοιτο, Κύριε, τὸ ἔλεός σου ἐφ' ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε. δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Δέσποτα, συνέτισον μὲ τὰ δικαιώματά σου. Εὐλογητὸς εἶ, Ἅγιε, φώτισόν με τοῖς δικαιώμασί σου. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς. Σοὶ πρέπει αἶνος, σοὶ πρέπει ὕμνος, σοὶ δόξα πρέπει, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας των αἰώνων. Ἀμήν.

Ο Διάκονος: Πληρώσωμεν τὴν ἑσπερινὴν δέησιν ἡμῶν… κτλ.
Ο Ιερέας: Ὅτι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος… Εἰρήνη πᾶσι.
Διαβάζει την ευχή και η εκφώνηση: Εἴη τὸ κράτος τῆς βασιλείας σου εὐλογημένον…

Έπειτα η περιφορά της Εικόνας κατά την οποία ψάλλεται το εξής τροπάριο
Ἦχος β'
Ὁ φωτί σου ἅπασαν τὴν οἰκουμένην ἁγιάσας, εἰς ὄρος ὑψηλὸν μετεμορφώθης ἀγαθέ, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δυναστείαν σου, ὅτι κόσμον λυτροῦσαι ἐκ παραβάσεως· διὸ βοῶμέν σοι· Εὔσπλαγχνε Κύριε, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Εσύ που με το φως σου αγίασες όλη την οικουμένη, μεταμορφώθηκες σε βουνό ψηλό, αγαθέ, δείχνοντας στους Μαθητές σου τη δυναστεία (εξουσία) σου, διότι λυτρώνεις τον κόσμο από την παράβαση· για αυτό σού φωνάζουμε· Εύσπλαχνε Κύριε, σώσε τις ψυχές μας.

Ακολουθεί η ακολουθία της Αρτοκλασίας και έπειτα… Εἰς τὸν Στίχον, ψάλλομεν τὰ Ἰδιόμελα ταῦτα. Ἦχος α'

Ὁ πάλαι τῷ Μωσεῖ συλλαλήσας, ἐπὶ τοῦ ὄρους Σινᾶ διὰ συμβόλων. Ἐγὼ εἰμι, λέγων ὁ Ὤν, σήμερον ἐπ' ὄρος Θαβώρ, μεταμορφωθεὶς ἐπὶ τῶν μαθητῶν, ἔδειξε τὸ ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος, ἐν ἑαυτῷ τὴν ἀνθρωπίνην, ἀναλαβοῦσαν οὐσίαν, καὶ τῆς τοιαύτης χάριτος, μάρτυρας παραστησάμενος Μωϋσῆν καὶ Ἠλίαν, κοινωνοὺς ἐποιεῖτο τῆς εὐφροσύνης, προμηνύοντας τὴν ἔνδοξον διὰ Σταυροῦ, καὶ σωτήριον Ἀνάστασιν.
Αυτός που παλαιότερα συνομίλησε με τον Μωϋσή, πάνω στο όρος Σινά με σύμβολα, λέγοντας, «Εγώ είμαι Αυτός που υπάρχει», σήμερα πάνω στο όρος Θαβώρ, αφού μεταμορφώθηκε μπροστά στους μαθητές, έδειξε την πρωτότυπη ομορφιά της εικόνας, αφού πήρε πάνω του την ανθρώπινη ουσία, και αφού παρουσίασε μάρτυρες αυτής της χάρης τον Μωϋσή και τον Ηλία, τούς έκανε συμμέτοχους στην ευφροσύνη, οι οποίοι προμήνυαν την ένδοξη, μέσα από το Σταυρό, και σωτήρια Ανάσταση.

 Στίχ. Σοὶ εἰσιν οἱ οὐρανοί, καὶ σὴ ἐστιν ἡ γῆ. (Δικοί σου είναι οι ουρανοί, και δική σου είναι η γη.)

Τὴν σὴν τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ προορώμενος, ἐν Πνεύματι διὰ σαρκός, πρὸς ἀνθρώπους ἐπιδημίαν, ὁ θεοπάτωρ Δαυΐδ, πόρρωθεν πρὸς εὐφροσύνην συγκαλεῖται τὴν κτίσιν, καὶ προφητικῶς ἀνακράζει· Θαβὼρ καὶ Ἑρμὼν ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται. Ἐν τούτῳ γὰρ ἐπιβὰς τῷ ὄρει Σωτὴρ μετὰ τῶν μαθητῶν σου, τὴν ἀμαυρωθεῖσαν ἐν Ἀδάμ φύσιν, μεταμορφωθείς, ἀπαστράψαι πάλιν πεποίηκας, μεταστοιχειώσας αὐτήν, εἰς τὴν σὴν τῆς Θεότητος δόξαν τε καὶ λαμπρότητα· διὸ βοῶμέν σοι· Δημιουργὲ τοῦ παντός, Κύριε δόξα σοι.
Ο πρόγονος του Θεανθρώπου Δαυΐδ, προβλέποντας τον δικό σου, του μονογενούς Υιού, ερχομό στους ανθρώπους με σάρκα μέσω του Πνεύματος, από μακριά προσκαλεί όλη μαζί την κτίση σε ευφροσύνη και κραυγάζει προφητικά· «το όρος Θαβώρ και το όρος Ερμών στο όνομά σου (Θεέ) θα νιώσουν αγαλλίαση». Διότι αφού ανέβηκες σε αυτό το βουνό, Σωτήρα μας, μαζί με τους μαθητές σου, την ανθρώπινη φύση που αμαυρώθηκε στο πρόσωπο του Αδάμ, όταν μεταμορφώθηκες, την έκανες πάλι να αστράψει, αφού την μεταστοιχείωσες στη δική σου, της Θεότητάς σου, δόξα και λαμπρότητα· για αυτό σού φωνάζουμε· Δημιουργέ του παντός, Κύριε, δόξα σε σένα.

Στίχ. Θαβὼρ καὶ Ἑρμὼν ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται  (Το όρος Θαβώρ και το όρος Ερμών στο όνομά σου (Θεέ) θα νιώσουν αγαλλίαση)
Τὸ ἄσχετον τῆς σῆς φωτοχυσίας, καὶ ἀπρόσιτον τῆς Θεότητος, θεασάμενοι τῶν Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι, ἐπὶ τοῦ ὄρους τῆς Μεταμορφώσεως, ἄναρχε Χριστέ, τὴν θείαν ἠλλοιώθησαν ἔκστασιν, καὶ νεφέλῃ περιλαμφθέντες φωτεινῇ, φωνῆς ἤκουον Πατρικῆς, βεβαιούσης τὸ μυστήριον τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως, ὅτι εἷς ὑπάρχεις καὶ μετὰ σάρκωσιν, Υἱὸς μονογενὴς καὶ Σωτὴρ τοῦ κόσμου.
Το ασυγκράτητο της φωτοχυσίας σου και το απλησίαστο της Θεότητάς σου, βλέποντας οι επίλεκτοι των Αποστόλων, πάνω στο όρος της Μεταμόρφωσης, άναρχε Χριστέ, αλλοιώθηκαν με τη θεϊκή έκσταση, και αφού φωτίστηκαν ολόγυρα από φωτεινό σύννεφο, άκουγαν φωνή Πατρική που βεβαίωνε το μυστήριο της δικής σου ενανθρώπησης, ότι δηλαδή ένας υπάρχεις και μετά την σάρκωση, Υιός μονογενής και Σωτήρας του κόσμου.

Δόξα... Καὶ νῦν... Ἦχος πλ. β'
Πέτρῳ καὶ Ἰακώβῳ καί, Ἰωάννῃ, τοῖς προκρίτοις μαθηταῖς σου Κύριε, σήμερον ὑπέδειξας ἐν τῷ ὄρει τῷ Θαβώρ, τὴν δόξαν τῆς θεϊκῆς σου μορφῆς· ἔβλεπον γὰρ τὰ ἱμάτιά σου, ἀστράψαντα ὡς τὸ φῶς καὶ τὸ πρόσωπόν σου ὑπὲρ τὸν ἥλιον καὶ μὴ φέροντες ὁρᾶν τὸ ἄστεκτον τῆς σῆς ἐλλάμψεως, εἰς γῆν κατέπιπτον, μηδόλως ἀτενίσαι ἰσχύοντες. Φωνῆς γὰρ ἤκουον μαρτυρούσης ἄνωθεν· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον σῶσαι τὸν ἄνθρωπον.
Στον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους επίλεκτους μαθητές σου Κύριε, σήμερα έδειξες στο όρος το Θαβώρ, τη δόξα της θεϊκής σου μορφής· διότι έβλεπαν τα ρούχα σου να αστράφτουν σαν το φως και το πρόσωπό σου πιο πολύ από τον ήλιο και μην αντέχοντας να βλέπουν το αφόρητο της λάμψης σου, έπεφταν στη γη, μη μπορώντας καθόλου να ατενίσουν. Διότι άκουγαν φωνή που έδινε μαρτυρία από ψηλά· Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, που ήλθε στον κόσμο να σώσει τον άνθρωπο.

Ο ιερέας:
Νῦν ἀπολύεις τον δοῦλόν σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου, ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν, καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ.
Τώρα, Κύριε, μπορείς ν’ αφήσεις το δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν το σωτήρα που ετοίμασες για όλους τους λαούς, φως που θα φωτίσει τα έθνη και θα δοξάσει το λαό σου τον Ισραήλ.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (ἐκ γ') Δόξα... Καὶ νῦν...
Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν, Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε, ἐλέησον, (ἐκ γ') Δόξα... Καὶ νῦν...
Πάτερ ἡμῶν.. Ὅτι σοῦ ἐστὶν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα….

Ἀπολυτίκιον Ἦχος βαρὺς
Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου, καθὼς ἠδυναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, φωτοδότα δόξα σοι. (τρις)
Μεταμορφώθηκες στο βουνό Χριστέ ο Θεός μας, αφού έδειξες στους Μαθητές σου την δόξα σου, όπως μπορούσαν. Λάμψε και σε μας τους αμαρτωλούς το φως σου το αιώνιο, με τις πρεσβείες της Θεοτόκου, Εσύ που δίνεις το φως, ας είσαι δοξασμένος.

Καὶ η Ἀπόλυσις

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετὰ τὸν Ἑξάψαλμον, Συναπτὴ μεγάλη, μεθ᾿ ἣν ἐκφώνησις· Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα... Έπειτα ψάλλουμε:
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α´. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν...
Στίχ. β´. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν...
Στίχ. γ´. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καί ἐστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν...

Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου, καθὼς ἠδυναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, φωτοδότα δόξα σοι. (τρις)
Μεταμορφώθηκες στο βουνό Χριστέ ο Θεός μας, αφού έδειξες στους Μαθητές σου την δόξα σου, όπως μπορούσαν. Λάμψε και σε μας τους αμαρτωλούς το φως σου το αιώνιο, με τις πρεσβείες της Θεοτόκου, Εσύ που δίνεις το φως, ας είσαι δοξασμένος.

Συναπτὴ μικρά, μεθ᾿ ἣν ἐκφώνησις· Ὅτι σὸν τὸ κράτος... Μετά το
Κάθισμα Ἦχος δ' Κατεπλάγη, Ἰωσὴφ
Τὴν τῶν βροτῶν ἐναλλαγήν, τὴν μετὰ δόξης σου Σωτήρ, ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ φρικτῇ, τῆς σῆς ἐλεύσεως δεικνύς, ἐπὶ τοῦ ὄρους Θαβὼρ μετεμορφώθης, Ἠλίας καὶ Μωσῆς συνελάλουν σοι, τοὺς τρεῖς τῶν Μαθητῶν συνεκάλεσας, οἳ κατιδόντες Δέσποτα τὴν δόξαν σου, τῇ ἀστραπῇ σου ἐξέστησαν, ὁ τότε τούτοις, τὸ φῶς σου λάμψας, φώτισον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Δείχνοντας την αλλαγή των ανθρώπων που θα συμβεί στη δεύτερη και φρικτή έλευσή σου με δόξα, Σωτήρα μας, μεταμορφώθηκες πάνω στο όρος Θαβώρ· ο Ηλίας και ο Μωϋσής συζητούσαν με σένα· κάλεσες μαζί, τους τρεις από τους Μαθητές, οι οποίοι όταν είδαν, Δέσποτα, τη δόξα σου, από την αστραπή σου ένιωσαν κατάπληξη· εσύ που τότε έλαμψες σε αυτούς το φως σου, φώτισε τις ψυχές μας.
Δόξα... Καὶ νῦν... Τὸ αὐτὸ

Ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ Θαβώρ, μετεμορφώθης, Ἰησοῦ, καὶ νεφέλη φωτεινή, ἐφηπλωμένη ὡς σκηνή, τοὺς Ἀποστόλους τῆς δόξης σου κατεκάλυψεν· ὅθεν καὶ εἰς γῆν ἐναπέβλεπον, μὴ φέροντες ὁρᾶν τὴν λαμπρότητα, τῆς ἀπροσίτου δόξης τοῦ προσώπου σου, ἄναρχε Σῶτερ Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ τότε τούτοις, τὸ φῶς σου λάμψας, φώτισον τὰς ψυχάς ἡμῶν.
Πάνω στο όρος Θαβώρ μεταμορφώθηκες Ιησού και σύννεφο φωτεινό, απλωμένο σαν σκηνή, κάλυψε πλήρως τους Αποστόλους με τη δόξα σου· για αυτό και έριξαν το βλέμμα στη γη, μην αντέχοντας να βλέπουν την λαμπρότητα της απρόσιτης δόξας του προσώπου σου, άναρχε Σωτήρα Χριστέ, Θεέ μας· εσύ που τότε έλαμψες σε αυτούς το φως σου, φώτισε τις ψυχές μας.
Δόξα... Καὶ νῦν... Τὸ αὐτὸ

Κάθισμα Ἦχος δ' Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ
Ὁ ἀνελθὼν σὺν Μαθηταῖς ἐν τῷ ὄρει, καὶ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς ἀπαστράψας, σὺν Μωϋσῇ Ἠλίας σοι παρίστανται· Νόμος καὶ Προφῆται γὰρ ὡς Θεῷ λειτουργοῦσιν, ᾧ καὶ τὴν Υἱότητα τὴν φυσικὴν ὁ Γεννήτωρ, ὁμολογῶν ἐκάλεσεν Υἱόν, ὃν ἀνυμνοῦμεν σὺν σοὶ καὶ τῷ Πνεύματι.
Εσύ που ανέβηκες μαζί με τους μαθητές στο όρος και άστραψες με τη δόξα του Πατέρα, ο Ηλίας μαζί με τον Μωϋσή στέκονται κοντά σου· διότι ο Νόμος και οι Προφήτες σε υπηρετούν ως Θεό, εσένα τον οποίο Αυτός που σε γέννησε, ομολογώντας την φυσική υιότητα, σε ονόμασε Υιό, τον οποίο υμνούμε μαζί με σένα και το Πνεύμα.
Δόξα... Καὶ νῦν... Τὸ αὐτὸ

Οἱ Ἀναβαθμοί, τὸ α’ Ἀντίφωνον τοῦ δ’ Ἤχου.
Ἐκ νεότητός μου πολλὰ πολεμεῖ με πάθη, ἀλλ᾿ αὐτὸς ἀντιλαβοῦ, καὶ σῶσον Σωτήρ μου. (δίς)
Από τη νεότητά μου, με πολεμούν πολλά πάθη, αλλά Εσύ ο ίδιος βοήθησε και σώσε με Σωτήρα μου.

Οἱ μισοῦντες Σιών, αἰσχύνθητε ἀπὸ τοῦ Κυρίου· ὡς χόρτος γάρ, πυρὶ ἔσεσθε ἀπεξηραμμένοι. (δίς)
Όσοι μισείτε Την Σιών, ντροπιαστείτε από τον Κύριο. Διότι θα ξεραθείτε όπως το χορτάρι στη φωτιά.

Δόξα...
Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται, τῇ τριαδικῇ Μονάδι ἱεροκρυφίως.
Με το Άγιο Πνεύμα, ζωοποιείται κάθε ψυχή και με τον καθαρισμό της υψώνεται, φωτίζεται από την Αγία Τριάδα με ιερό μυστικό τρόπο.
Καὶ νῦν...
Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀναβλύζει τὰ τῆς χάριτος ῥεῖθρα, ἀρδεύοντα ἅπασαν τὴν κτίσιν, πρὸς ζωογονίαν.
Με το Άγιο Πνεύμα αναβλύζουν τα νερά της χάριτος, που ποτίζουν όλη την κτίση για να την ζωογονήσουν
Προκείμενον Ἦχος δ'
Θαβὼρ καὶ Ἑρμὼν ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται.(το όρος Θαβώρ και το όρος Ερμών στο όνομά σου (Θεέ) θα νιώσουν αγαλλίαση)
Στίχ. Σοὶ εἰσιν οἱ οὐρανοί, καὶ σὴ ἐστιν ἡ γῆ. (Δικοί σου είναι οι ουρανοί και δική σου είναι η γη)

Σοφία, ορθοί,… Εὐαγγέλιον Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν.
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ο Ιησούς παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Ιάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτὸν τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον καὶ ὁ ἱματισμὸς αὐτοῦ λευκὸς ἐξαστράπτων. καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωῡσῆς καὶ ᾿Ηλίας, οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν ῾Ιερουσαλήμ. ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ· διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαχωρίζεσθαι αὐτοὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ εἶπεν ὸ Πέτρος πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν· ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωῡσεῖ καὶ μίαν ᾿Ηλίᾳ, μὴ εἰδὼς ὃ λέγει ταῦτα δὲ αὐτοῦ λέγοντος ἐγένετο νεφέλη καὶ ἐπεσκίασεν αὐτούς· ἐφοβήθησαν δὲ ἐν τῷ εἰσελθεῖν ἐκείνους εἰς τὴν νεφέλην· καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε· καὶ ἐν τῷ γενέσθαι τὴν φωνὴν εὑρέθη ὁ ᾿Ιησοῦς μόνος. καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν καὶ οὐδενὶ ἀπήγγειλαν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις οὐδὲν ὧν ἑωράκασιν.
Εκείνο τον καιρό ο Ιησούς πήρε τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο κι ανέβηκε στο βουνό να προσευχηθεί. Την ώρα που προσευχόταν, η όψη του προσώπου του έγινε διαφορετική και τα ρούχα του άσπρα κι αστραφτερά. Ξαφνικά δυο άντρες άρχισαν να μιλούν μαζί του: ήταν ο Μωυσής κι ο Ηλίας, οι οποίοι παρουσιάστηκαν με λαμπρότητα και μιλούσαν για το θάνατό του στην Ιερουσαλήμ, με τον οποίο θα εκπλήρωνε την αποστολή του. Ο Πέτρος και οι σύντροφοί του είχαν πέσει σε ύπνο βαρύ. Όταν ξύπνησαν, είδαν τη λαμπρότητά του και τους δυο άντρες που στέκονταν δίπλα του. Την ώρα που αυτοί αποχωρίζονταν από τον Ιησού, ο Πέτρος του είπε: «Διδάσκαλε, ωραία είναι να μείνουμε εδώ· να φτιάξουμε τρεις σκηνές: μία για σένα, μία για το Μωυσή και μία για τον Ηλία» –δεν ήξερε τι έλεγε. Ενώ τα έλεγε αυτά ήρθε ένα σύννεφο και τους σκέπασε. Οι μαθητές καθώς βρέθηκαν μέσα στο σύννεφο, φοβήθηκαν. Μέσα απ’ το σύννεφο ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός· αυτόν ν’ ακούτε». Αφού ακούστηκε η φωνή αυτή, βρέθηκε ο Ιησούς μόνος. Αυτοί δεν μίλησαν καθόλου και τις μέρες εκείνες δεν είπαν σε κανέναν τίποτε γι’ αυτά που είδαν.

Ο Ν’ Ψαλμός χύμα.
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου· ἐπὶπλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω,καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι.Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶεὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσαςτὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοιςμου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲἐπιστρέψουσι. Ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνηνσου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν·ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένηνὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ· τότεεὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Δόξα... Ἦχος β'
Ταῖς τῶν Ἀποστόλων, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν... Ἦχος ὁ αὐτὸς
Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου
Στιχηρὸν Ἰδιόμελον Ἦχος β'
Ὁ φωτί σου ἅπασαν τὴν οἰκουμένην ἁγιάσας, εἰς ὄρος ὑψηλὸν μετεμορφώθης ἀγαθέ, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δυναστείαν σου, ὅτι κόσμον λυτροῦσαι ἐκ παραβάσεως· διὸ βοῶμέν σοι· Εὔσπλαγχνε Κύριε, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Εσύ που με το φως σου αγίασες όλη την οικουμένη, μεταμορφώθηκες σε βουνό ψηλό, αγαθέ, δείχνοντας στους Μαθητές σου τη δυναστεία (εξουσία) σου, διότι λυτρώνεις τον κόσμο από την παράβαση· για αυτό σού φωνάζουμε· Εύσπλαχνε Κύριε, σώσε τις ψυχές μας.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου... Κύριε, ἐλέησον (ιβ´). Ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς... Ἀμήν.
Πρῶτος Κανών. Ποίημα Κοσμᾶ Μοναχοῦ.
Ὠδὴ α' Ἦχος δ' Ὁ Εἱρμὸς
Χοροὶ Ἰσραήλ, ἀνίκμοις ποσί, πόντον ἐρυθρόν, καὶ ὑγρὸν βυθὸν διελάσαντες, ἀναβάτας τριστάτας, δυσμενεῖς ὁρῶντες ἐν αὐτῷ ὑποβρυχίους, ἐν ἀγαλλιάσει ἔμελπον· Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται».
Τα πλήθη του Ισραήλ πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα και τον υγρό βυθό χωρίς να βραχούν τα πόδια τους. Και βλέποντας τους εχθρούς τους, τους ιππείς και τους άνδρες των αρμάτων, βυθισμένους στη θάλασσα, αναφωνούσαν από αγαλλίαση: Ας ψάλλουμε στο Θεό μας γιατί ΄ναι δοξασμένος

Ῥήματα ζωῆς τοῖς φίλοις Χριστός, καὶ περὶ τῆς θείας δημηγορῶν βασιλείας ἔφη· Ἐν ἐμοὶ τὸν Πατέρα ἐπιγνώσεσθε, φωτὶ ὡς ἐξαστράψω ἀπροσίτῳ, ἐν ἀγαλλιάσει μέλποντες· Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται.
Κηρύττοντας λόγια ζωής στους φίλους ο Χριστός και σχετικά με τη θεία βασιλεία, είπε· Μέσα από εμένα θα κατανοήσετε τον Πατέρα, όταν θα αστράψω με φως απλησίαστο, και θα ψάλλετε με αγαλλίαση· Ας ψάλλουμε στο Θεό μας γιατί ΄ναι δοξασμένος

Ἰσχὺν τῶν ἐθνῶν κατέδεσθε, φίλοι Μαθηταί, θαυμασθήσεσθε δὲ τῷ πλούτῳ αὐτῶν, ὅτι δόξης πληροῦσθε, ὡς ὀφθήσομαι, λαμπρότερος ἡλίου ἐξαστράπτων, ἐν ἀγαλλιάσει μέλποντες· Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται.
Την δύναμη των εθνών θα την καταστρέψετε, αγαπημένοι μου Μαθητές, και μέσα στον πλούτο τους θα σας θαυμάσουν, διότι θα γεμίσετε με δόξα μόλις φανώ να αστράπτω λαμπρότερος από τον ήλιο, και θα ψάλλετε με αγαλλίαση· Ας ψάλλουμε στο Θεό μας γιατί ΄ναι δοξασμένος.

Σήμερον Χριστὸς ἐν ὄρει Θαβώρ, λάμψας ἀμυδρῶς, θεϊκῆς αὐγῆς ὡς ὑπέσχετο, Μαθηταῖς παρεγύμνου χαρακτῆρα· σελασφόρου δὲ πλησθέντες θείας αἴγλης, ἐν ἀγαλλιάσει ἔμελπον· Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται.
Σήμερα ο Χριστός στο όρος Θαβώρ αφού έλαμψε, ξεγύμνωσε στους μαθητές αμυδρά, όπως υποσχέθηκε, τη μορφή της θεϊκής λάμψης· αφού λοιπόν γέμισαν από τη φεγγοβόλο θεία αίγλη, έψελναν με αγαλλίαση· Ας ψάλλουμε στο Θεό μας γιατί ΄ναι δοξασμένος.

Δεύτερος Κανών. Ποίημα Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
Ὠδὴ α' Ἦχος πλ. δ' Ὑγρὰν διοδεύσας
Μωσῆς ἐν θαλάσσῃ προφητικῶς, ἰδὼν ἐν νεφέλῃ καὶ ἐν στύλῳ πάλαι πυρός, τὴν δόξαν Κυρίου ἀνεβόα· τῷ Λυτρωτῇ καὶ Θεῷ ἡμῶν ᾄσωμεν.
Ο Μωϋσής στη θάλασσα προφητικά, βλέποντας παλιά στο σύννεφο και στο στύλο της φωτιάς την δόξα του Κυρίου, φώναζε· στο Λυτρωτή και Θεό μας ας ψάλλουμε.

Ὡς πέτρα τῷ σώματι σκεπασθείς, τῷ τεθεωμένῳ, τὸν ἀόρατον καθορῶν, Μωσῆς ὁ θεόπτης ἀνεβόα· τῷ Λυτρωτῇ καὶ Θεῷ ἡμῶν ᾄσωμεν.
Αφού σκεπάστηκε με το θεωμένο του σώμα σαν με πέτρα, βλέποντας τον αόρατο, ο Μωϋσής που είδε το Θεό, φώναζε· στο Λυτρωτή και Θεό μας ας ψάλλουμε.

Σὺ ἐπὶ τοῦ ὄρους τοῦ νομικοῦ, καὶ ἐν Θαβωρίῳ, καθωράθης τῷ Μωϋσῆ, ἐν γνόφῳ τὸ πάλαι, ἐν φωτὶ δέ, νῦν ἀπροσίτῳ τῆς Θεότητος.
Εσύ, Χριστέ, πάνω στο όρος που δόθηκε ο νόμος, και στο Θαβώρ, έγινες ορατός στον Μωϋσή, με σκοτάδι παλιά, ενώ τώρα με φως απλησίαστο της Θεότητας.

Συναπτὴ μικρά, μεθ᾿ ἣν ἐκφώνησις· Ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν...

Κάθισμα Ἦχος δ' Κατεπλάγη Ἰωσὴφ

Ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ Θαβώρ, μετεμορφώθης ὁ Θεός, ἀναμέσον Ἠλιού, καὶ Μωϋσέως τῶν σοφῶν, σὺν Ἰακώβῳ καὶ Πέτρῳ καὶ Ἰωάννῃ, ὁ Πέτρος δὲ συνών, ταῦτά σοι ἔλεγε· Καλόν ὧδέ ἐστι, ποιῆσαι τρεῖς σκηνάς, μίαν Μωσεῖ, καὶ μίαν Ἠλίᾳ, καὶ μίαν σοὶ τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ, ὁ τότε τούτοις, τὸ φῶς σου λάμψας, φώτισον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Πάνω στο όρος το Θαβώρ μεταμορφώθηκες Θεέ μας, ανάμεσα στον Ηλία και τον Μωϋσή τους σοφούς, μαζί με τον Ιάκωβο, τον Πέτρο και τον Ιωάννη· και ο Πέτρος που ήταν μαζί, σού έλεγε τα εξής· Είναι καλό εδώ να κάνουμε τρεις σκηνές, μία για τον Μωϋσή και μία για τον Ηλία και μία για σένα τον Δεσπότη Χριστό· εσύ που τότε έλαμψες σε αυτούς το φως σου, φώτισε τις ψυχές μας.    Δόξα... Καὶ νῦν... Τὸ αὐτὸ

Συναπτὴ μικρά, μεθ᾿ ἣν ἐκφώνησις· Σὺ γὰρ εἶ ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης...

Κοντάκιον Αὐτόμελον Ἦχος βαρὺς

Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης, καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί σου τὴν δόξαν σου, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐθεάσαντο, ἵνα ὅταν σε ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμῳ κηρύξωσιν, ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα.
Πάνω στο όρος μεταμορφώθηκες και όσο μπορούσαν οι μαθητές σου είδαν τη δόξα σου Χριστέ, που είσαι ο Θεός μας, έτσι ώστε όταν σε δουν να σταυρώνεσαι, το μεν πάθος να καταλάβουν ότι είναι εκούσιο, στον δε κόσμο να κηρύξουν, ότι εσύ είσαι αληθινά του Πατέρα η ακτινοβολία.

Ὁ Οἶκος

Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς, μὴ πάντοτε χαμερπεῖς, οἱ συγκάμπτοντες εἰς γῆν τὴν ψυχήν μου λογισμοί, ἐπάρθητε καὶ ἄρθητε εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως, προσδράμωμεν Πέτρῳ καὶ τοῖς Ζεβεδαίου, καὶ ἅμα ἐκείνοις τὸ Θαβώριον ὄρος προφθάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν σὺν αὐτοῖς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, φωνῆς δὲ ἀκούσωμεν, ἧς περ ἄνωθεν ἤκουσαν, καὶ ἐκήρυξαν, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα.
Σηκωθείτε εσείς οι νωθροί λογισμοί μου, μη σέρνεστε πάντοτε χάμω και κάνετε την ψυχή μου να σκύβει στη γη· υψωθείτε και ανεβείτε στο ύψος της θείας ανάβασης· ας τρέξουμε μαζί με τον Πέτρο και τους γιους του Ζεβεδαίου και μαζί με εκείνους να προφθάσουμε το όρος Θαβώρ για να δούμε μαζί τους τη δόξα του Θεού μας και να ακούσουμε τη φωνή την οποία από ψηλά άκουσαν και κήρυξαν τον Χριστό, που είναι η ακτινοβολία του Πατέρα

Συναξάριον
Τῇ ΣΤ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Ἀνάμνησις τῆς θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στίχοι

Θαβὼρ ὑπὲρ πᾶν γῆς ἐδοξάσθη μέρος, Ἰδὸν Θεοῦ λάμψασαν ἐν δόξῃ φύσιν. Μορφὴν ἀνδρουμένην κατὰ ἕκτην Χριστὸς ἀμεῖψε. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
Ω Θαβώρ! Δοξάστηκες περισσότερο από κάθε μέρος της γης, αφού είδες τη φύση του Θεού που έλαμψε με δόξα. Την έκτη αυτή ημέρα ο Χριστός άλλαξε την ανδρική του μορφή. Σε αυτόν ανήκει η δόξα και η εξουσία αιώνια. Αμην.

ΨΑΛΛΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ
(μετάφραση μητροπολίτου Νέας Σμύρνης κ. Συμεών)

Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς, ἐπ᾿ εὐθείας ῥάβδῳ, τὴν Ἐρυθρὰν διέτεμε, τῷ Ἰσραὴλ πεζεύσαντι, τὴν δὲ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραὼ τοῖς ἅρμασι κροτήσας ἥνωσεν· ἐπ᾿εὔρους διαγράψας, τὸ ἀήττητον ὅπλον· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται.
Ο Μωϋσής προεικονίζοντας το Σταυρό χτύπησε με το ραβδί του κάθετα και χώρισε την Ερυθρά θάλασσα για χάρη του Ισραηλιτικού λαού που την πέρασε πεζός. Με το ίδιο ραβδί χτύπησε και πάλι τη θάλασσα οριζόντια και την ένωσε, για να καταποντιστούν τα στρατεύματα και τ’ άρματα του Φαραώ. Έτσι σχημάτισε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας το σταυρό, το ανίκητο όπλο. Γι’ αυτό κι εμείς ας ψάλλουμε στον Χριστό και Θεό μας γιατί ΄ναι δοξασμένος.
Ὠδὴ γ’ Ὁ Εἱρμὸς.
Ῥάβδος εἰς τύπον τοῦ μυστηρίου παραλαμβάνεται· τῷ βλαστῷ γὰρ προκρίνει τὸν ἱερέα, τῇ στειρευούσῃ δὲ πρώην, Ἐκκλησία νῦν ἐξήνθησε, ξύλον Σταυροῦ, εἰς κράτος καὶ στερέωμα.
Το ραβδί του Ααρών παρελήφθη για να προτυπώσει το μυστήριο του σταυρού. Διότι με τη θαυμαστή βλάστησή του προκρίθηκε ως ιερεύς. Αλλά και στην εξ’ Εθνών Εκκλησία, που ήταν προηγουμένως στείρα, βλάστησε το ξύλο του σταυρού για να αποτελεί τη δύναμη και το στήριγμά της.

Ὠδὴ δ’ Ὁ Εἱρμὸς.
Εἰσακήκοα Κύριε, τῆς οἰκονομίας σου τὸ μυστήριον, κατενόησα τὰ ἔργα σου, καὶ ἐδόξασά σου τὴν Θεότητα.
Κύριε, άκουσα μέσα μου για το μυστήριο της ένσαρκης Οικονομίας Σου. Και καθώς κατανόησα τα θαυμαστά έργα Σου, δοξολόγησα τη Θεότητά Σου

Ὠδὴ ε’ Ὁ Εἱρμὸς.
Ὦ τρισμακάριστον ξύλον, ἐν ᾧ ἐτάθη Χριστός, ὁ Βασιλεὺς καὶ Κύριος· δι᾿ οὗ πέπτωκεν ὁ ξύλῳ ἀπατήσας, τῷ ἐν σοὶ δελεασθείς, Θεῷ τῷ προσπαγέντι σαρκί, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν».
Τρισευλογημένο ξύλο του σταυρού! πάνω σου απλώθηκε ο Χριστός, ο βασιλιάς και Κύριος των όλων. Με τη δύναμή σου έπεσε νικημένος ο διάβολος, που εξαπάτησε τους πρωτοπλάστους με τον καρπό του δένδρου, αφού δελεάστηκε από τον Θεό, που καρφώθηκε επάνω σου σωματικά και ο οποίος παρέχει στις ψυχές μας την ειρήνη.
Ὠδὴ ς’ Ὁ Εἱρμὸς.
Νοτίου θηρὸς ἐν σπλάγχνοις, παλάμας Ἰωνᾶς, σταυροειδῶς διεκπετάσας, τὸ σωτήριον πάθος προδιετύπου σαφῶς· ὅθεν τριήμερος ἐκδύς, τὴν ὑπερκόσμιον Ἀνάστασιν ὑπεζωγράφησε, τοῦ σαρκὶ προσπαγέντος, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τριημέρῳ ἐγέρσει, τὸν κόσμον φωτίσαντος».
Όταν ο Ιωνάς άπλωσε σε σχήμα σταυρού τα χέρια του μές στην κοιλιά του θαλασσίου κήτους προεικόνισε καθαρά το σωτήριο για τους ανθρώπους πάθος του Χριστού. Και όταν ύστερα από τρεις μέρες βγήκε έξω ζωντανός, προεικόνισε την υπερκόσμια Ανάσταση του Χριστού και Θεού που καρφώθηκε στο σταυρό σωματικά και με την τριήμερη έγερσή Του φώτισε τον κόσμο.
Ὠδὴ ζ’ Ὁ Εἱρμὸς.
Ἔκνοον πρόσταγμα τυράννου δυσσεβοῦς, λαοὺς ἐκλόνησε, πνέον ἀπειλῆς καὶ δυσφημίας θεοστυγοῦς· ὅμως τρεῖς Παῖδας οὐκ ἐδειμάτωσε, θυμὸς θηριώδης, οὐ πῦρ βρόμιον· ἀλλ᾿ ἀντηχοῦντι δροσοβόλῳ πνεύματι, πυρὶ συνόντες ἔψαλλον· ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ».
Η ανόητη προσταγή του ασεβούς τυράννου, που ήταν γεμάτη από απειλή και θεομίσητη βλασφημία, συντάραξε από φόβο τα πλήθη. Όμως δεν φόβισε τους τρεις νέους ούτε ο άγριος θυμός του Ναβουχοδονόσορος ούτε η βοή της φωτιάς. Αντίθετα, όντας μες στο καμίνι μαζί με τον αέρα που δρόσιζε κι αντιστεκόταν στον άγριο ήχο της φωτιάς, έψαλλαν: Ο Θεός των πατέρων και δικός μας, που αξίζει να υμνείσαι απεριόριστα, είσαι δοξασμένος.
Ὠδὴ η’ Ὁ Εἱρμὸς.
Εὐλογεῖτε Παῖδες, τῆς Τριάδος ἰσάριθμοι, δημιουργὸν Πατέρα Θεόν· ὑμνεῖτε τὸν συγκαταβάντα Λόγον, καὶ τὸ πῦρ εἰς δρόσον μεταποιήσαντα· καὶ ὑπερυψοῦτε, τὸ πᾶσι ζωὴν παρέχον, Πνεῦμα πανάγιον εἰς τοὺς αἰῶνας».
Οι νέοι, οι ισάριθμοι με την Αγία Τριάδα, να δοξάζετε τον Θεό Πατέρα, το δημιουργό των πάντων. Ακόμη να υμνείτε τον θείο Λόγο που κατέβηκε μαζί σας στο καμίνι και μετέβαλε τη φωτιά σε δροσιά. Και να υπερυψώνετε στους αιώνες το πανάγιο Πνεύμα, που δίνει ζωή σε όλα.

Ὁ διάκονος· Τὴν Θεοτόκον… ἐν ὕμνοις μεγαλύνομεν.
Ὠδὴ θ’ Ὁ Εἱρμὸς.
Μυστικός εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Xριστόν, ὑφ' οὗ τὸ τοῦ Σταυροῦ, ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦντες αὐτὸν σὲ μεγαλύνομεν.
Παναγία Θεοτόκε, είσαι το μυστικό περιβόλι, διότι, χωρίς να δεχτείς μέσα σου ανδρικό σπέρμα, γέννησες τον Χριστό, ο οποίος φύτεψε στη γη το δένδρο του Σταυρού που καρποφορεί την αιώνια ζωή. Προσκυνώντας, λοιπόν, τον Χριστό, μέσω του Σταυρού που σήμερα υψώνεται, μεγαλύνουμε κι εσένα που Τον γέννησες.
Ὠδὴ θ' Ὁ Εἱρμὸς
Ὁ τόκος σου ἄφθορος ἐδείχθη, Θεὸς ἐκ λαγόνων σου προῆλθε, σαρκοφόρος, ὃς ὤφθη ἐπὶ γῆς, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη, σὲ Θεοτόκε· διὸ πάντες μεγαλύνομεν.
Ο τοκετός σου αποδείχθηκε χωρίς φθορά! Από τη μήτρα σου γεννήθηκε ο Θεός περιβλημένος σάρκα, ο οποίος εμφανίστηκε πάνω στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους. Γι’ αυτό, Θεοτόκε, όλοι σε μεγαλύνουμε!

Σύντρομοι καινῇ φωτοχυσίᾳ, ἀθρόως οἱ Μαθηταὶ ἐλλαμφθέντες, πρὸς ἀλλήλους ἑώρων, καὶ πρηνεῖς εἰς γῆν καταπεσόντες, σοὶ τῷ Δεσπότῃ τῶν ἁπάντων προσεκύνησαν.
Όταν φωτίστηκαν ταυτόχρονα οι μαθητές, έντρομοι από την καινούργια φωτοχυσία, βλέπονταν μεταξύ τους και πέφτοντας μπρούμυτα στη γη, προσκύνησαν εσένα τον Δεσπότη των όλων.

Ἦχος ἐκ νεφέλης ἀνεπέμπετο, θεόκτυπος βεβαιῶν τὸ θαῦμα· ὁ Πατὴρ γὰρ τῶν φώτων. Οὗτός ἐστιν Υἱὸς ὁ ἀγαπητός μου, τοῖς Ἀποστόλοις ἀνεβόα, οὗ ἀκούετε.
Ήχος από το σύννεφο στελνόταν, με κτύπους του Θεού, βεβαιώνοντας το θαύμα· διότι ο Πατέρας των φώτων, φώναζε στους αποστόλους: Αυτός είναι ο Υιός ο αγαπητός μου, τον οποίο να ακούτε.

Καινὰ κατιδόντες καὶ παράδοξα, φωνῆς πατρικῆς ἐνωτισθέντες, ἐν Θαβὼρ οἱ τοῦ Λόγου ὑπηρέται, ἐκμαγεῖον τοῦ ἀρχετύπου. Οὗτος ὑπάρχει ἀνεβόων ὁ Σωτὴρ ἡμῶν.
Βλέποντας πράγματα καινούργια και παράδοξα, ακούγοντας φωνή πατρική στο Θαβώρ οι υπηρέτες του Λόγου, φώναζαν: Αυτός είναι το αποτύπωμα του πρωτοτύπου (Πατρός), ο Σωτήρας μας.

Εἰκὼν ἀπαράλλακτε τοῦ Ὄντος, ἀκίνητε σφραγὶς ἀναλλοίωτε, Υἱὲ Λόγε σοφία καὶ βραχίων, δεξιὰ Ὑψίστου σθένος, σὲ ἀνυμνοῦμεν, σὺν Πατρί τε καὶ τῷ Πνεύματι.
Εικόνα απαράλλακτη Αυτού που είναι ο Υπάρχων, ακίνητη σφραγίδα αναλλοίωτη, Υιέ Λόγε, σοφία και χέρι δεξί του Υψίστου και δύναμη, σε ανυμνούμε μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα

Ἕτερος Κανὼν Ὁ Εἱρμὸς
Ἔφριξε πᾶσα ἀκοή, τὴν ἀπόρρητον Θεοῦ συγκατάβασιν, ὅπως ὁ Ὕψιστος, ἑκὼν κατῆλθε μέχρι καὶ σώματος, Παρθενικῆς ἀπὸ γαστρός, γενόμενος ἄνθρωπος· διὸ τήν Ἄχραντον, Θεοτόκον οἱ πιστοὶ μεγαλύνομεν.
Έφριξε κάθε αφτί ακούγοντας την απόρρητη του Θεού συγκατάβαση, πώς δηλαδή ο Ύψιστος με τη θέλησή του κατέβηκε μέχρι και σώμα να πάρει από Παρθενική κοιλιά, γενόμενος άνθρωπος· για αυτό την άχραντη Θεοτόκο μεγαλύνουμε οι πιστοί.

Ἵνα σου δείξῃς ἐμφανῶς, τὴν ἀπόρρητον δευτέραν κατάβασιν, ὅπως ὁ Ὑψιστος Θεός, ὀφθήσῃ ἑστὼς ἐν μέσῳ θεῶν, τοῖς Ἀποστόλοις ἐν Θαβώρ, Μωσεῖ σὺν Ἠλίᾳ τε, ἀρρήτως ἔλαμψας· διὸ πάντες σε Χριστὲ μεγαλύνομεν.
Για να δείξεις ολοκάθαρα την μυστική δεύτερη κατάβασή σου, το πώς δηλαδή ο Ύψιστος Θεός, θα φανείς τότε να στέκεσαι ανάμεσα σε θεούς, για αυτό στους αποστόλους στο Θαβώρ, στον Μωϋσή και τον Ηλία, έλαμψες ανέκφραστα· για αυτό όλοι Χριστέ σε μεγαλύνουμε.

Δεῦτέ μοι πείθεσθε λαοί, ἀναβάντες εἰς τὸ ὄρος τὸ Ἅγιον, τὸ ἐπουράνιον ἀΰλως στῶμεν ἐν πόλει ζῶντος Θεοῦ, καὶ ἐποπτεύσωμεν νοῒ Θεότητα ἄϋλον, Πατρὸς καὶ Πνεύματος, ἐν Υἱῷ μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν.
Ελάτε, σας παρακαλώ, ακούστε με λαοί, αφού ανέβουμε στο όρος το άγιο, το ουράνιο, με τρόπο άυλο ας σταθούμε στην πόλη του ζωντανού Θεού, και ας δούμε με το νου την άυλη Θεότητα, του Πατέρα και του Πνεύματος, η οποία αστράφτει μέσα από τον μονογενή Υιό.

Ἔθελξας πόθῳ με Χριστέ, καὶ ἠλλοίωσας τῷ θείῳ σου ἔρωτι, ἀλλὰ κατάφλεξον, πυρὶ ἀΰλω τὰς ἁμαρτίας μου, καὶ εμπλησθῆναι τῆς ἐν σοὶ τρυφῆς καταξίωσον, ἵνα τὰς δύο σκιρτῶν, μεγαλύνω ἀγαθὲ παρουσίας σου.
Με έχεις ελκύσει με πόθο Χριστέ και με αλλοίωσες με τον θείο σου έρωτα· αλλά κατάκαψε με την άυλη φωτιά τις αμαρτίες μου και αξίωσέ με να γεμίσω από τη δική σου απόλαυση, έτσι ώστε σκιρτώντας από χαρά, να δοξολογώ, Αγαθέ, τις δύο παρουσίες σου.

Καταβασία
Μυστικὸς εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ὑφ' οὗ τὸ τοῦ Σταυροῦ ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον. Διὸ νῦν ὑψουμένου προσκυνοῦντες αὐτόν, σὲ μεγαλύνομεν.

Ὁ διὰ βρώσεως τοῦ ξύλου, τῷ γένει προσγενόμενος θάνατος, διὰ Σταυροῦ κατήργηται σήμερον· τῆς γὰρ προμήτορος ἡ παγγενὴς κατάρα διαλέλυται, τῷ βλαστῷ τῆς Ἁγνῆς Θεομήτορος, ἣν πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν μεγαλύνουσιν.
Ο θάνατος που επήλθε στο ανθρώπινο γένος με τη βρώση του καρπού του απαγορευμένου δένδρου, καταργήθηκε σήμερα με τη δύναμη του Σταυρού. Διότι η κατάρα της Εύας, της πρώτης μητέρας των ανθρώπων, η οποία εξαπλώθηκε σ’ όλο το ανθρώπινο γένος, λύθηκε από τον Κύριο που γεννήθηκε από την αγνή Μητέρα του Θεού. Αυτήν μεγαλύνουν όλες οι ουράνιες Δυνάμεις.
Συναπτὴ μικρά, μεθ᾿ ἣν ἐκφώνησις· Ὅτι σὲ αἰνοῦσι…
Ἐξαποστειλάριον αὐτόμελον (Ἐκ γ' )
Φῶς ἀναλλοίωτον Λόγε, φωτὸς Πατρὸς ἀγεννήτου, ἐν τῷ φανέντι φωτί σου, σήμερον ἐν Θαβωρίῳ, φῶς εἴδομεν τόν, Πατέρα, φῶς καὶ τὸ Πνεῦμα, φωταγωγοῦν πᾶσαν Κτίσιν.
Εσύ Λόγε που είσαι φως αναλλοίωτο που προήλθες από φως, τον αγέννητο Πατέρα, μέσα από το φως σου που φάνηκε σήμερα στο Θαβώρ, είδαμε φως τον Πατέρα, φως και το Πνεύμα, το οποίο φωταγωγεί όλη την κτίση.
ΑΙΝΟΙ Ἦχος δ´.
Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις. Σοὶ πρέπει ὕμνος τῷ Θεῷ.
Κάθε τι που αναπνέει ας δοξολογήσει τον Κύριο. Δοξολογείτε τον Κύριο από τους ουρανούς. Δοξολογείτε Τον από τα υψηλότατα μέρη του ορίζοντα. Σε Σένα ανήκει ύμνος, Θεέ.

Αἰνεῖτε αὐτόν, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ· αἰνεῖτε αὐτόν, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ. Σοὶ πρέπει ὕμνος τῷ Θεῷ.
Δοξολογείτε τον Κύριο όλοι οι άγγελοί Του· δοξολογείτε αυτόν όλες οι (αγγελικές) δυνάμεις Του. Σε Σένα ανήκει ύμνος, Θεέ.

Στίχος: Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐπὶ ταῖς δυναστείαις αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ.
Ἦχος δ' Ὁ ἐξ ὑψίστου κληθεὶς
Πρὸ τοῦ τιμίου Σταυροῦ σου καὶ τοῦ πάθους, λαβὼν οὓς προέκρινας τῶν Ἱερῶν Μαθητῶν, πρὸς τὸ Θαβώριον Δέσποτα, ἀνῆλθες ὄρος, δεῖξαι θελήσας τούτοις τὴν δόξαν σου, οἳ καὶ κατιδόντες σε μεταμορφούμενον, καὶ ὑπὲρ ἥλιον λάμψαντα, πρηνεῖς πεσόντες, τὴν δυναστείαν σου κατεπλάγησαν, ἀναβοῶντες· Σὺ τὸ ἄχρονον, φῶς ὑπάρχεις Χριστὲ καὶ ἀπαύγασμα, τοῦ Πατρός, εἰ καὶ θέλων, σάρξ ὡράθης ἀναλλοίωτος.
Πριν τον τίμιο Σταυρό σου και το Πάθος, παίρνοντας αυτούς που διάλεξες από τους ιερούς μαθητές, ανέβηκες Δέσποτα στο όρος Θαβώρ, θέλοντας να τους δείξεις την δόξα σου· οι οποίοι και όταν σε είδαν να μεταμορφώνεσαι και να λάμπεις πάνω από τον ήλιο, αφού έπεσαν μπρούμυτα, ένιωσαν κατάπληξη για την εξουσία σου και φώναζαν· Εσύ είσαι Χριστέ το άχρονο φως και η ακτινοβολία του Πατέρα, έστω και αν με τη θέλησή σου φάνηκες με σάρκα χωρίς να αλλοιωθείς.

Στίχος: Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ. Το ίδιο…

Στίχος: Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ .
Ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς Λόγος ὁ φῶς ὡς ἱμάτιον περιβαλλόμενος, μεταμορφούμενος ἔμπροσθεν, τῶν μαθητῶν σου, ὑπὲρ τὸν ἥλιον Λόγε ἔλαμψας, Μωσῆς καὶ Ἠλίας δέ, σοὶ παρειστήκεισαν, νεκρῶν καὶ ζώντων σε Κύριον, δηλοποιοῦντες, καὶ σοῦ δοξάζοντες τὴν ἀπόρρητον, οἰκονομίαν καὶ τὸ ἔλεος, καὶ τὴν πολλὴν συγκατάβασιν, δι' ἧς ἔσωσας κόσμον, ἁμαρτίαις ἀπολλύμενον.
Εσύ που πριν τους αιώνες είσαι Θεός Λόγος, εσύ που ντύνεσαι το φως σαν ρούχο, όταν μεταμορφωνόσουν μπροστά στους μαθητές σου, έλαμψες Λόγε πιο πολύ από τον ήλιο· ο Μωϋσής και ο Ηλίας στέκονταν δίπλα σου, φανερώνοντάς σε ότι είσαι Κύριος των νεκρών και των ζωντανών και δόξαζαν την απόρρητη οικονομία σου και το έλεος και την πολλή συγκατάβαση, με την οποία έσωσες τον κόσμο που χανόταν μέσα στις αμαρτίες.
Στίχος: Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλλαλαγμοῦ, Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον.
Παρθενικῆς ἐκ νεφέλης σε τεχθέντα, καὶ σάρκα γενόμενον, καὶ πρὸς τὸ ὄρος Θαβώρ, μεταμορφούμενον Κύριε, καὶ τῇ νεφέλῃ, τῇ φωτεινῇ σε περικυκλούμενον, φωνὴ τοῦ Γεννήτορος, ἀγαπητὸν σὲ Υἱόν, τῶν μαθητῶν συμπαρόντων σοι, σαφῶς ἐδήλου, ὡς ὁμοούσιον καὶ ὁμόθρονον· ὅθεν ὁ Πέτρος ἐκπληττόμενος, Καλὸν ὧδέ ἐστιν εἶναι ἔλεγε, μὴ εἰδὼς ὃ ἐλάλει, Εὐεργέτα πολυέλεε.
Εσένα που γεννήθηκες από παρθενικό σύννεφο (την Θεοτόκο) και έγινες άνθρωπος με σάρκα, και μεταμορφωνόσουν Κύριε στο όρος Θαβώρ και περικυκλωνόσουν από το φωτεινό σύννεφο, Εσένα, η φωνή αυτού που σε γέννησε, όταν ήταν μαζί σου παρόντες οι μαθητές, με σαφήνεια σε φανέρωνε ότι είσαι αγαπητός Υιός αφού έχεις την ίδια ουσία και τον ίδιο θρόνο· για αυτό ο Πέτρος με έκπληξη έλεγε: «Είναι καλό να μείνουμε εδώ», χωρίς να καταλαβαίνει αυτό που λέει, Ευεργέτη μας πολυέλεε.

Δόξα... Καὶ νῦν... Ἦχος πλ. δ' Βύζαντος
Παρέλαβεν ὁ Χριστός, τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ' ἰδίαν, καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ Ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ, ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. Καὶ ὤφθησαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας μετ' αὐτοῦ συλλαλοῦντες, καὶ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησᾳ, αὐτοῦ ἀκούετε.
Πήρε μαζί του ο Χριστός τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη σε βουνό ψηλό, ιδιαιτέρως αυτούς μόνους· και μεταμορφώθηκε μπροστά τους και έλαμψε το πρόσωπό του όπως ο ήλιος, ενώ τα ρούχα του έγιναν λευκά σαν το φως. Και εμφανίστηκαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας οι οποίοι συνομιλούσαν μαζί του· και σύννεφο φωτεινό τούς σκέπασε, και ξαφνικά ακούστηκε φωνή από το σύννεφο που έλεγε· Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα, αυτόν να ακούτε.
Δοξολογία μεγάλη και το απολυτίκιο Μετεμορφώθης…

Στη Θεία Λειτουργία

Ἀντίφωνον Α': Στίχος α'. Μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα ἐν πόλει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Στίχος β'. Ἑτοιμάζων ὄρη ἐν τῇ ἰσχὺϊ αὐτοῦ. Στίχος γ'. Ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον. Στίχος δ'. Τὰ ὄρη ἀγαλλιάσονται ἀπὸ προσώπου Κυρίου.

Ἀντίφωνον Β': Στίχος α'. Οἱ θεμέλιοι αὐτοῦ ἐν τοῖς ὄρεσι τοῖς ἁγίοις.
Σῶσον ἡμᾶς Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἐν τῷ ὄρει τῷ Θαβὼρ μεταμορφωθείς, ψάλλοντάς σοι Ἀλληλούϊα.
Στίχος β'. Ἀγαπᾷ Κύριος τὰς πύλας Σιών, ὑπὲρ πάντα τὰ σκηνώματα, Ἰακώβ. Στίχος γ'. Δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ. Στίχος δ'. Μήτηρ Σιών, ἐρεῖ ἄνθρωπος. καὶ ἄνθρωπος ἐγεννήθη ἐν αὐτῇ.
Ἀντίφωνον Γ': Στίχος α'. Τὰ ἔλέη σου, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα ᾄσομαι. Το Απολυτίκιο Μετεμορφώθης…

Εἰσοδικὸν: Θαβὼρ καὶ Ἑρμὼν ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται. Σῶσον ἡμᾶς Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἐν τῷ ὄρει τῷ Θαβὼρ μεταμορφωθείς, ψάλλοντάς σοι Ἀλληλούϊα.

Εἰς τό, Ἐξαιρέτως Ἦχος πλ. δ'
Νῦν τὰ ἀνήκουστα ἠκούσθη· ὁ ἀπάτωρ γὰρ Υἱὸς ἐκ τῆς Παρθένου, τῇ πατρῴᾳ φωνῇ, ἐνδόξως μαρτυρεῖται, οἷα Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ὁ αὐτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας.
Τώρα τα ανήκουστα ακούστηκαν· διότι ο Υιός που από την Παρθένο είναι χωρίς πατέρα, από την πατρική φωνή μαρτυρείται με τρόπο ένδοξο ως Θεός και άνθρωπος, ο ίδιος αιωνίως.

Κοινωνικὸν: Ἐν τῷ φωτὶ τῆς δόξης τοῦ προσώπου σου, Κύριε, πορευσόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα. Ἀλληλούϊα.

 

«Ευλογημένη συ εν γυναιξί» (Λουκ. α΄ 42).
Μόλις η Παρθένος συνάντησε την Ελισάβετ, χαιρέτησε ασφαλώς πρώτη: «Ευλογημένη συ»! θα είπε, σύμφωνα με τον εθιμικό χαιρετισμό των αρχαίων εβραίων (ΥΛ, 60) . Η Ελισάβετ όμως, καθώς και το βρέφος που είχε στην κοιλιά της, ο Ιωάννης δηλαδή, σπεύδουν να δώσουν τα πρωτεία του σεβασμού και της τιμής στην μέλλουσα μητέρα του Κυρίου. Και ο μεν Ιωάννης «εσκίρτησε εν τη κοιλία» η δε Ελισάβετ, με έμπνευση του Αγίου Πνεύματος, ανταποδίδει στην Θεοτόκο τον χαιρετισμό της, τονίζοντας την απόλυτη εφαρμογή του στο πανάγιο πρόσωπό της: «Ευλογημένη (κυρίως είσαι) συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου»! Η Ελισάβετ και ο Ιωάννης ήταν οι πρώτοι που εμακάρισαν την Θεοτόκο και της απέδωσαν τα πρωτεία της τιμής.
Όταν μιλάμε για «πρωτεία τιμής» μέσα στην Εκκλησία δεν πρέπει να λησμονούμε ότι αυτά ανήκουν στη Θεομήτορα. Αυτή είναι η πρώτη μέσα στην σύναξι των μελών της Εκκλησίας και λόγω κλήσεως και λόγω αγιότητος.
Τελευταία, επηρεασμένοι μερικοί από το έργο του A. DEISMANN για τον απόστολο Παύλο (όπως είπαμε στην Εισαγωγή) , συνηθίζουν να χαρακτηρίζουν τον απόστολο των Εθνών σαν τον «πρώτο μετά τον Ένα»! Το Άγιο όμως Πνεύμα με το σκίρτημα του Προδρόμου, το στόμα της Ελισάβετ! και τη γλώσσα της καθολικής παραδόσεως της Εκκλησίας αποδίδει τα πρωτεία της τιμής στην Θεοτόκο, «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ»!
Όταν λοιπόν ανοίγωμε το στόμα μας για να προσευχηθούμε, ας αποδίδωμε μαζί με το/ Πρόδρομο, την Ελισάβετ και όλους τους Αγίους τα πρωτεία του σεβασμού, της τιμής και της αγάπης μας στη «Θεοτόκο και μητέρα του φωτός». Διότι αυτή είναι η πρώτη «μετά Θεόν»! «Πάντες μ ε τα Θ ε ό ν εις σε καταφεύγομεν» (Ω).
Σε λιμένα σωτηρίας και τείχος ακράδαντον, Θεοτόκε Δέσποινα, πάντες οι πιστοί επιστάμεθα.
«Η μήτηρ του Κυρίου μου προς με;» (Λουκ. α΄43)
Η Ελισάβετ με την έμπνευσι του Αγίου Πνεύματος προφητεύει εδώ και ονομάζει την Παρθένο Μαρία «Μητέρα του Κυρίου». Είναι η πρώτη που απέδωσε στην Θεοτόκο τον τίτλο «Μήτηρ Θεού» και ωνόμασε τον Ιησούν «Κύριον».
Εκείνες που παίρνουν την μεγάλη τιμή απ’ τον Δημιουργό να κυοφορούν μιαν ανθρώπινη ύπαρξι, ας σκέπτονται πιο πολύ την «μητέρα του Κυρίου». Μητέρες αυτές με το βρέφος στην κοιλιά τους μοιάζουν με την μεγάλη και μοναδική εκείνη μητέρα που αξιώθηκε να συλλάβη και να κυοφορήση τον Υιό του Θεού! Οι μέλλουσες μητέρες των παιδιών των ανθρώπων, ας μνημονεύουν και ας τιμούν ιδιαίτερα Εκείνην, που έφερε στον κόσμο τον Σωτήρα και Λυτρωτή των μητέρων και των παιδιών των ανθρώπων. Μητέρες και κυοφορούμενα βρέφη, ας ενώνουν τον ύμνο στη Θεομήτορα. Εκείνες, με την ολόψυχη καταφυγή στην «μητέρα του Κυρίου» και εκείνα με το «σκίρτημα εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία», της μητέρας τους. Σ’ αυτές τις μοναδικές εμπειρίες των μητέρων και των βρεφών αναφέρεται ο ωραίος εκείνος Ψαλμός, που τον εχρησιμοποίησε και ο Ιησούς: «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον» (8,3 Ματθ. κα' 16) .
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ.116-117)

Η πολυτέλεια κοσμικοποιεί τους μοναχούς. 
- Γέροντα, πόσο στόλισμα μπορεί να βάλη κανείς σε έναν Ναό;
- Στην εποχή μας, όσο πιο απλό είναι κάτι, ακόμη και σε έναν Ναό, τόσο πιο πολύ βοηθάει, γιατί δεν ζούμε τώρα στο Βυζάντιο.
- Στο τέμπλο λ.χ. τί σχέδιο είναι καλό να κάνουμε;
- Σχέδιο... «καλογερικής»! Όσο μπορείτε, όλα να είναι σεμνά, απλά. Ο Όσιος Παχώμιος στράβωσε την κολόνα, για να μη θαυμάζουν τα έργα του οι άνθρωποι. Θυμάστε το περιστατικό; Είχε φτιάξει Ναό στο Μοναστήρι με πολλή επιμέλεια και τις κολόνες τις είχε κάνει με πλίνθους. Τον έβλεπε πόσο ωραίος ήταν και χαιρόταν. Αλλά μετά σκέφθηκε ότι το να χαίρεται για το ωραίο έργο που εφτίαξε, δεν ήταν κατά Θεόν. Έδεσε λοιπόν τις κολόνες με σχοινιά καί, αφού προσευχήθηκε, είπε στους αδελφούς να τα τραβήξουν, ώσπου στράβωσαν οι κολόνες.
Εκεί στο Κελλί κόβω κάθε χρόνο λαμαρίνες και βάζω στην σκεπή, στα παράθυρα, γιατί είναι χαλασμένα και μπαίνει αέρας. Βάζω και σανίδια, νάυλον και τα κλείνω. Θα μου πής: «Γιατί δεν φτιάχνεις διπλά παράθυρα;». Και εγώ το ξέρω αυτό, μαραγκός είμαι. Αν ήθελα, μπορούσα να φτιάξω παράθυρα και με τρεις πατούρες, αλλά μετά φεύγει η καλογερική. Ο τοίχος είναι τελείως χάλια. Μπορούσα και από άλλους να ζητήσω να με βοηθήσουν και να βολέψω το Καλύβι, αλλά και έτσι βολεύομαι. Να κάνω αυτό το έξοδο για τον τοίχο, ενώ υπάρχει αλλού τόση ανάγκη; Δεν με βοηθάει αυτό. Αν έχω κανένα πεντακοσάρικο, προτιμώ να πάρω σταυρουδάκια, εικονάκια και να τα δώσω σε κανέναν πονεμένο, για να βοηθηθή. Εγώ χαίρομαι με το να δίνω. Και ανάγκη να το έχω, δεν το ξοδεύω για μένα.
Όπως όταν ξεκινά κανείς για πνευματικά, δεν χορταίνει ποτέ, έτσι και όταν ξεκινά για τα όμορφα, δεν χορταίνει ποτέ. Τώρα ξέρεις τί πρέπει να γίνεται; Να μη φροντίζης για τα καλοφτιαγμένα κτίρια, να φτιάχνης τα απαραίτητα και να στραφής στην δυστυχία του κόσμου με προσευχή, όταν δεν έχης να δώσης, και με ελεημοσύνη, όταν έχης. Να κάνετε προσευχή και τα πιο απαραίτητα από δουλειές. Όλα αυτά που κάνουμε, δεν έχουν πολλή ζωή. Και αξίζει να δίνουμε την ζωή μας, και να δυσκο- λεύωνται ζωές και να πεθαίνουν από την πείνα άλλοι; Τα απλά κτίρια και τα ταπεινά αντικείμενα μεταφέρουν τους μοναχούς νοερά στις σπηλιές και στα απέριττα Ασκητήρια των Αγίων Πατέρων μας, και έτσι ωφελούνται πνευματικά. Ενώ τα κοσμικά θυμίζουν κόσμο και κάνουν τους μοναχούς κοσμικούς στην ψυχή. Πρόσφατα έγιναν ανασκαφές και βρέθηκαν στην Νιτρία τα πρώτα «Κελλία» των μοναχών, τα ασκητικά. Στην συνέχεια βρέθηκαν τα λίγο μεταγενέστερα, που ήταν λίγο κοσμικά, και κατόπιν τα τελευταία που εμοίαζαν με τα σαλόνια των πλουσίων εκείνης της εποχής, με κάδρα και ζωγραφιές στους τοίχους κ.λπ., τα οποία έφεραν την οργή του Θεού, τα λήστεψαν και τα κατέστρεψαν οι κακοποιοί.
Ο Χριστός γεννήθηκε στην Φάτνη. Αν αναπαυώμαστε στα κοσμικά, θα μας φτύση ο Χριστός, που δεν έφτυσε κανέναν: «Εγώ δεν είχα τίποτε, θα πή. Όλα αυτά τα βρήκατε γραμμένα στο Ευαγγέλιο; Τα είδατε σ' Εμένα; Κοσμικοί δεν είστε, καλόγεροι δεν είστε. Τί να σάς κάνω; Που να σάς βάλω;».
Τα ωραία και τέλεια είναι κοσμικά και τους πνευματικούς ανθρώπους δεν τους αναπαύουν. Τα ντουβάρια θα γκρεμισθούν όλα. Η ψυχή... Μία ψυχή αξίζει περισσό-τερο από όλο τον κόσμο. Τί κάνουμε για την ψυχή; Να ανοίξουμε δουλειά πνευματική. Να μπή η καλή ανησυχία. Ο Χριστός θα ζητήση από μας σε τί βοηθήσαμε τον κόσμο πνευματικά και τί πνευματική δουλειά κάναμε, όχι τί ντουβάρια φτιάξαμε. Αυτά ούτε θα τα αναφέρη. Για την πνευματική μας πρόοδο θα μας ζητηθή λόγος. Θέλω να καταλάβετε το πνεύμα μου, δεν λέω να μην γίνωνται και αυτά, χτισίματα κ.λπ., ή να μη γίνωνται καλά, αλλά πρώτα τα πνευματικά και ύστερα όλα τα άλλα με πνευματική διάκριση.    (Λόγοι τόμος Α σελ.168-170)

«Επορεύθη εις την ορεινήν και ησπάσατο την Ελισάβετ» (Λουκ. α΄ 40).
Υπό την πίεση όλων αυτών των εντυπώσεων και των συναισθημάτων η Παρθένος Μαρία αναζητεί κάποια διέξοδο. Κάποια εκτόνωση. Η σκέψις της σταματά σ’ ένα συγγενικό πρόσωπο που της το θύμησε μάλιστα το αγγελικό μήνυμα: «Ελισάβετ η συγγενής σου» (Λουκ. α' 36) . Αυτό ήταν! Χωρίς να χάση καιρό, ρίχνει επάνω της ένα ιμάτιο —ήταν ακόμη χειμώνας— και παίρνει τον ανηφορικό δρόμο για τα ορεινά μέρη της Ιουδαίας. Σκοπός της να συναντήση την Ελισάβετ και να της εκμυστηρευθή το μεγάλο της μυστικό.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό των ανθρώπων που δέχονται την κλήσι του Θεού είναι, ότι το Πνεύμα του Θεού τους σπρώχνει να συναντηθούν με άλλους που έχουν τις ίδιες πνευματικές εμπειρίες. Η Παρθένος οδηγείται στην Ελισάβετ. Ο Φίλιππος στέλνεται να βρει τον Ναθαναήλ (Ιω. α' 44 - 52), ο Βαρνάβας «εξέρχεται αναζητείσαι Σαύλον» (Πραξ. ια' 25) και ο Παύλος οδηγείται στα Ιεροσόλυμα «ιστορήσαι Πέτρον» (Γαλ. α΄ 18) . Οι άνθρωποι που ένοιωσαν τις ίδιες συγκινήσεις έχουν πολλά να πουν. Αισθάνονται την ανάγκη ν’ ανοίξουν την καρδιά τους, να εκμυστηρευθούν τις εμπειρίες τους, να ανακοινώσουν τα μυστικά τους σε μια αδελφή ψυχή.
Τι ευλογημένες στιγμές μας έκανε να ζήσωμε η κλήσις του Θεού! Εφηβικές και νεανικές καρδιές ανταμώναμε με την ίδια φωτιά, με την ίδια γεύση, με τους ίδιους παλμούς... Τι γλυκές βραδιές, τι όμορφα πρωινά, τι μέρες γεμάτες ατέλειωτες συζητήσεις, τραγούδια και «εκ βαθέων» προσευχές σε πόλεις, σε χωριά, σε νησιά, σε ακρογιαλιές και βουνοπλαγιές! Μόνο όσοι έζησαν μαζί τέτοιες αλησμόνητες στιγμές μπορούν να νοιώσουν τη γλυκειά νοσταλγία, με την οποία γράφονται οι γραμμές αυτές...
«Εσκίρτησε το βρέφος εν τη κοιλία αυτής» (Λουκ. α΄ 41).
Το σκίρτημα των βρεφών στις εγκυμονούσες μητέρες είναι συνηθισμένο φαινόμενο, κατά και μετά τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης (ΥΛ, 60). Στην περίπτωση όμως αυτή το «σκίρτημα» του κυοφορουμένου βρέφους της Ελισάβετ είχε ιδιάζουσα σημασία. Γράφει σχετικά ο Ωριγένης: «Άμα τω λόγω του ασπασμού Μαρίας... ήκουσεν ο πρόδρομος τη ενεργεία του Αγίου Πνεύματος κινούμενος τον ασπασμόν της Μαρίας και εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει το βρέφος εν τη κοιλία και οιονεί ήρξατο έκτοτε προφήτην αυτόν ποιείν ο Ιησούς» (ΥΛ, 60) . Έτσι άλλωστε ερμήνευσε και η Ελισάβετ το σκίρτημα του βρέφους της: «Ιδού γάρ ως εγένετο η φωνή του ασπασμού σου εις τα ώτα μου εσκίρτησε το βρέφος εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία μου (στιχ. 44) . Ο Ιωάννης με τον τρόπο αυτό προφητεύει «εκ κοιλίας μητρός αυτού» περί του Ιησού και η Ελισάβετ αναδεικνύεται η πρώτη που απέδωσε προσκύνησι και τιμή στον «ερχόμενο» Κύριο και την Μητέρα του.
Τον πρώτο χαιρετισμό στον Ερχόμενο Λυτρωτή του κόσμου τον απηύθυνε το κυοφορούμενον βρέφος Ιωάννης, εκ μέρους όλων των εμβρύων και των βρεφών των ανθρώπων. Διότι ο κυοφορούμενος Ιησούς ήταν ιδίως γι' αυτά ο κατ’ εξοχήν Σωτήρ! Ο κόσμος των εμβρύων, το μόνο που γνώριζε, προ Χριστού, ήταν το μαχαίρι του αφανισμού «Η άωρος ηλικία των βρεφών πικρώς κατεθερίζετο» (Μ .Ο.) . Εγνώριζαν τον θάνατο πριν γνωρίσουν τη ζωή.
Τον Ιησού δεν τον περίμενε μόνο ο κόσμος των γεννημένων, αλλά και ο κόσμος των αγέννητων. Από τα εκατομμύρια ανθρώπινα έμβρυα που κυοφορήθηκαν πριν έλθη, πολλά δεν γεννήθηκαν στη ζωή, καθώς επίσης και αναρίθμητα βρέφη που κυοφορήθηκαν μετά τη δική του σύλληψη, κυοφορία και γέννησι. Γι’ αυτό κυοφορήθηκε ο Ιησούς. Για να γίνη Σωτήρ και των κυοφορουμένων ανθρώπων. Προσέλαβε την μορφή του εμβρύου για να λυτρώση τα έμβρυα. Ο Ιησούς άρχισε να λυτρώνη την ανθρώπινη φύσι από την εμβρυώδη κατάστασί της. Αυτή είναι η απάντησις στην απορία γιατί ο Χριστός δεν ήλθε στη γη σαν ώριμος άνθρωπος, αλλά διάλεξε τον μακρύ δρόμο της κυοφορίας και της γεννήσεως. Διότι έπρεπε να σώση τον άνθρωπο «εκ κοιλίας μητρός αυτού».
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 114-116 )

«Αναστάσα Μαριάμ» (Λουκ. α΄39).
Όσο διαρκούσε η συνομιλία με τον Αρχάγγελο, η Παρθένος διατηρούσε την ψυχική της ηρεμία. Όταν όμως «απήλθε ο άγγελος απ’ αυτής», τότε η υπαρξίς της αναστατώνεται. Μέσα στο εσωτερικό της ξεσπά θύελλα εντυπώσεων, σκέψεων και συναισθημάτων. Η καρδιά της χτυπά δυνατά και γρήγορα, μη μπορώντας ακόμα να συνέλθη από το συγκλονισμό του αγγελικού δράματος. Το μυαλό της βουίζει απ’ το περιεχόμενο του θείου μηνύματος. Την αγνή της ύπαρξη είχε πυρπολήσει η φωτιά της κλήσεως και της αγάπης του Θεού: «Α ν α σ τ ά σ α Μαριάμ»!
Η κλήσις του Θεού στον άνθρωπο είναι μια φωτιά που πυρπολεί την καρδιά κι αναστατώνει το νου. Είναι ένας σφοδρός άνεμος που φυσάει ξαφνικά και σπρώχνει το ιστιοφόρο της ανθρωπίνης υπάρξεως βαθειά μέσα στο πέλαγος των μεγάλων περιπετειών. Ένας από τους κλητούς του Θεού, ο προφήτης Ιερεμίας, περιγράφει πολύ χαρακτηριστικά την κατάσταση αυτή του καλουμένου ανθρώπου: «Και εγένετο πυρ καιόμενον φλέγον εν τοις οστέοις μου, και παρείμαι πάντοθεν και ου δύναμαι φέρειν» (Κ' 9) .
Το ίδιο συναίσθημα νοιώθουν και οι δύο μαθηταί του Ιησού που αξιώθηκαν να τον έχουν συνοδοιπόρο το δειλινό της μεγάλης εκείνης μέρας της Αναστάσεως, πηγαίνοντας προς Εμμαούς: «Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και διήνοιγεν ημίν τας γραφάς»; (Λουκ. κδ' 32).
Τα χρόνια πέρασαν, αλλ’ η καρδιά δεν μπορεί να λησμονήση τις μεγάλες εκείνες στιγμές της κλήσεως του Θεού. Την ατμόσφαιρα της ιερής εξάρσεως που ζήσαμε, την αποδίδουν οι πιο κάτω «σκέψεις» του Πασκάλ. Τις έγραψε τη νύχτα που ένοιωσε κι' αυτός την κλήση του Θεού:
«Έτος χάριτος 1654. Δευτέρα 23 Νοεμβρίου...
Από τας 10.30 μ.μ. περίπου μέχρι 12.30 περίπου.
Πυρ! Θεός του Αβραάμ, Θεός του Ισαάκ, Θεός του Ιακώβ.
Όχι φιλόσοφοι και επιστήμονες.
Βεβαιότης, βεβαιότης, συναίσθημα, χαρά, ειρήνη.
Ο Θεός του Ιησού Χριστού.
«Θεόν μου και Θεόν υμών».
Ο Θεός σου Θεός μου.
Λησμοσύνη του κόσμου και των πάντων, εκτός του Θεού.
Δεν ευρίσκεται παρά μόνον με τας οδούς που διδάσκει το Ευαγγέλιον.
Μεγαλείον της ανθρωπίνης ψυχής
«Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγων, εγώ δε σε έγνων»...
Χαρά, χαρά, χαρά, δάκρυα χαράς.
Εχωρίσθην απ’ αυτού...
Είθε να μη χωρισθώ απ’ αυτού εις τον αιώνα.
«Αυτή εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γιγνώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν
και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν».
Ιησούς Χριστός, Ιησούς Χριστός...
Αυταπάρνησις ολοκληρωτική και γλυκεία.
Πλήρης υποταγή εις τον Ιησούν Χριστόν• και εις τον πνευματικόν μου.
Αιωνίως εν χαρά διά μίαν ημέραν ασκήσεως επί της γης.
«Τα δικαιώματά σου ουκ επελαθόμην». Αμήν».
(βλ. οι Θεμελιωταί των Επιστημών, 1950, σελ. 24)
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ.113-114)

Η ζωή μετά από μια απώλεια, έναν θάνατο, μια αρρώστια σωματική ή ψυχική, ένα διαζύγιο, μια αναπηρία… η ζωή μετά από μια καταιγίδα που συντάραξε τα θεμέλια της ύπαρξης σου! Είναι τόσο οδυνηρές κάποιες ακραίες καταστάσεις και πολλές φορές και τελείως ξαφνικές που βιώνει ο άνθρωπος που είναι ικανές να τον διαλύσουν, να τον αποδομήσουν ως οντότητα, να τον μετατρέψουν σε ένα ζωντανό νεκρό! Τί γίνεται όταν χάνεις το παιδί σου σε ένα τροχαίο ατύχημα ή από μια σπάνια αρρώστια; Τί γίνεται όταν ο άντρας σου σε εγκαταλείπει για μια άλλη γυναίκα ; Όταν γίνεσαι θύμα ενδοοικογενειακής βίας; Όταν καταστρέφεσαι οικονομικά ;Τί γίνεται όταν ένας ανεμοστρόβιλος ή ένας σεισμός σου κατεδαφίζει το σπίτι; Ή όταν διαγιγνώσκεσαι με καρκίνο και καλείσαι να δώσεις τη μάχη της ζωής σου; Η λίστα αυτή δεν έχει τελειωμό… είναι ανεξερεύνητη η Θεία Οικονομία!
Όταν καλείσαι να διαχειριστείς γεγονότα που σε υπερβαίνουν, τότε εκείνη ακριβώς την ώρα συνειδητοποιείς τη μηδαμινότητα σου! Πώς θα σηκώσω το ανάστημα μου για να συνεχίσω να πορεύομαι; Πώς θα μαζέψω τα κομμάτια μου; Πολλές φορές εγκαταλείπουμε τον αγώνα μας, αφηνόμαστε, δεν έχουμε το κουράγιο ή τη θέληση να ξανασηκωθούμε! Δε βρίσκουμε κάποιο κίνητρο ή κάποια κινητήρια δύναμη! Δε γίνεται να σηκώσεις κεφάλι αν δεν υπάρξει ένα χέρι να σε τραβήξει ξανά από το βυθό στην επιφάνεια! Πολλοί από εμάς αναζητούμε στήριξη σε ψυχιάτρους και ψυχολόγους που σίγουρα πολλά μπορούν να εισφέρουν αλλά ως ένα σημείο! Άλλοι καταφεύγουν στο ποτό ή σε άλλες καταχρήσεις ζώντας μέσα σε ψευδαισθήσεις!
Υπάρχει όμως ένα χέρι που μπορεί αν το πιάσουμε να μας χαρίσει μια νέα ζωή, καινούρια ελπίδα, νέα ορμή για ένα καινούριο ξεκίνημα με καινούριους στόχους! Το χέρι του Χριστού! Και όχι τυχαία! Ο Χριστός βίωσε το μεγαλύτερο πόνο που έχει βιώσει ή θα βιώσει ποτέ άνθρωπος! Τέσσερα καρφιά τον κάρφωσαν πάνω σε ένα σταυρό και μια λόγχη του διαπέρασε τα πλευρά! Στην προσευχή Του στη Γεσθημανή παρακάλεσε τον Πατέρα Του να μην πιεί ‘ το ποτήριον τούτο’, ο ιδρώτας του έσταζε αίμα γιατί έβλεπε τι θα ακολουθούσε και δεν το άντεχε! Η μοναξιά που ένιωσε πάνω στο Σταυρό ήταν ένας θάνατος γι’ Αυτόν! Η οδύνη από τη συμπεριφορά και την αμετανοησία των ανθρώπων ένα ακόμη καρφί στη γεμάτη αγάπη καρδιά Του για μας!
Και από κάτω από το Σταυρό, η Παναγία, η μητέρα Του! Ούτε που μπορούμε να διανοηθούμε τον πόνο αυτής της μάνας που έβλεπε τα βασανιστήρια του παιδιού της να εξελίσσονται μπροστά στα μάτια της! Μια ρομφαία διαπέρασε την καρδιά της όπως είχε προφητευτεί! Αντέχει όμως! Αντέχει και στέκεται αγέρωχη και θαρραλέα γιατί πίστεψε τα λόγια του Υιού της ότι σε τρεις μέρες θα αναστηθεί! Πίστευε ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και αυτή η πίστη την κάνει ανθεκτική και την κρατά ζωντανή! Και πράγματι σε τρεις μέρες ο Χριστός αναστήθηκε και ο Τάφος Του είναι κενός! Και έτσι νικήθηκε ο θάνατος και έτσι άνοιξαν οι πύλες του Ουρανού για τον άνθρωπο! Και έτσι ο άνθρωπος κατέστη συγκληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών! Και εκεί δεν υπάρχει ούτε λύπη, ούτε πόνος, ούτε στεναγμός αλλά Ζωή Ατελεύτητος!
Τί σπουδαία παρηγοριά! Να ξέρεις ότι μπορείς να βρεις κατανόηση και συμπαράσταση στο Χριστό μας και την Παναγία μας! Να ξέρεις ότι σου χαρίστηκε μια νέα Ζωή, Αληθινή, Αιώνια και πως προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να προσανατολίσουμε όλη μας την ύπαρξη! Η ζωή εδώ στη γη είναι προσωρινή, προθάλαμος, προετοιμασία για την απέναντι όχθη! Μετά το πρώτο σοκ, όταν θα έχει κάτσει η πρώτη σκόνη, ας στρέψουμε το νου μας στο Θεό και όχι με οργή, θυμό ή παράπονο πλέον αλλά με ταπείνωση ας Του ανοίξουμε την καρδιά μας να εισέλθει για να μπορέσει να μας θεραπεύσει!
Αν καταφέρουμε να αντιμετωπίζουμε υπό το πρίσμα της Αιωνιότητας τις θλίψεις και τις δοκιμασίες της ζωής μας, όχι μόνο δε θα μας λυγίζουν αλλά θα βγαίνουμε πιο ώριμοι πνευματικά και ψυχικά από αυτές , πιο δυνατοί και πιο ταπεινοί! Γιατί όποιος γονατίζει μπροστά στο Θεό δεν είναι ικανή καμία δοκιμασία να τον γονατίσει! Η πίστη στον Αναστημένο Χριστό διαλύει κάθε θλίψη και οδύνη γιατί Εκείνος είναι πιο δυνατός από αυτές! Ας το σκεφτόμαστε… πίσω από τα μαύρα σύννεφα που είναι τώρα μπροστά μας έχει ήδη ανατείλει ένας ολόλαμπρος ήλιος που θα μας φωτίσει και θα μας ζεστάνει… ο Ήλιος της Δικαιοσύνης!
Εγώ που τα γράφω τώρα αυτά έχω βιώσει ακραίες καταστάσεις! Έχω βιώσει όμως και τον Αναστημένο Χριστό σε αρκετές κρίσιμες στιγμές στη ζωή μου που Τον κάλεσα κοντά μου και Εκείνος έσπευσε! Οπότε πιστεύω ακράδαντα τα λόγια του Αγγέλου στις Μυροφόρες ‘ ουκ έστιν ώδε, αλλ’ ηγέρθη’! Μπορούμε αν το ποθήσουμε να ζούμε από εδώ μέσα στην Παρουσία Του και να ζήσουμε την ακραία Αγάπη Του! Και ας μην ξεχνάνε άλλωστε πως η πορεία του χριστιανού είναι σταυροαναστάσιμη!
Ας μην απελπιζόμαστε λοιπόν! Και όπως λέει και ο αγαπημένος μου Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ…. ‘ Χριστός Ανέστη Χαρά μου! ’

katafigioti

lifecoaching

pigidounia

 apson1