E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

(Βιβλίο: Αντιχιλιαστικόν Εγχειρίδιον, Νικολάου Σωτηρόπουλου, σελ.212-221)

ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ
Οι Χιλιασται δεν παραδέχονται την μητέρα του Κυρίου ως Θεοτόκον και αειπάρθενον, ισχυρίζονται ότι μετά τον Χριστόν απέκτησε και άλλα τέκνα εκ σαρκικής μίξεως μετά του Ιωσήφ, και δεν αποδίδουν εις αυτήν ιδιαιτέραν τιμήν. Ουδέποτε χρησιμοποιούν περί αυτης ονόματα δεικνύοντα τρυφερόν αγάπην, θαυμασμόν και σεβασμόν, ως π.χ. το όνομα Παναγία, άλλα πάντοτε ομιλούν περί αυτης ως ομιλεί τις περί συνήθους γυναικός. Η Μαρία και η Μαρία, λέγουν συνεχώς, ως εάν επρόκειτο περί εξαδέλφης των! Αλλ’ η Γραφή ελέγχει την ασέβειάν των.
Θεοτόκος
«καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; [Μετάφραση Καινή Διαθήκη Βιβλικής Εταιρίας: Αλλά πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφθεί η μητέρα του Κυρίου μου;] (Λουκ. α' 43).
Η Ελισάβετ, εν Πνεύματι Αγίω ομιλούσα, ονομάζει την Παρθένον, μητέρα του Κυρίου της. Ποίον δε εγνώριζε και ανεγνώριζεν ως Κύριόν της η Ελισάβετ, ειμή τον Θεόν του Ισραήλ; Και πας πιστός έναν Κύριον αναγνωρίζει εν θρησκευτική έννοια, τον αληθινόν Θεόν. Η φράσις συνεπώς της Ελισάβετ «μήτηρ του Κυρίου» ισοδυναμεί προς την φράσιν «μήτηρ του Θεού» και προς το όνομα «Θεοτόκος».
«καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ» [αλλά ο άγγελος τους είπε: «Μην τρομάζετε! Σας φέρνω ένα χαρμόσυνο άγγελμα, που θα γεμίσει με χαρά μεγάλη όλο τον κόσμο: Σήμερα, στην πόλη Δαβίδ γεννήθηκε για χάρη σας σωτήρας –κι αυτός είναι ο Χριστός, ο Κύριος.] (Λουκ. β' 11).
Κατά το κοσμοχαρμόσυνον τούτο μήνυμα του αγγέλου προς τους ποιμένας της Βηθλεέμ ο εν τη πόλει του Δαβίδ γεννηθεις Σωτήρ είναι ο Χριστός ο Κύριος· ο Μεσσίας δηλαδή, τον οποίον προεφήτευον αι Γραφαί, ο Κύριος, τον οποίον επίστευον ως Θεόν οι Ισραηλίται. Αυτός ο Κύριος, ο Γιαχβέ Θεός του Ισραήλ, έγινε Χριστός, Μεσσίας, γεννηθεις εκ της Παρθένου (Ιεζ. μδ' 2). Η Παρθένος εγέννησε «Χρίστον Κύριον», άνθρωπον και Θεόν, Θεάνθρωπον, και δια τούτο ομολογείται «κυρίως Θεοτόκος», Θεοτόκος δηλαδή εν κυριολεξία.
«Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός»[ Η παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει γιο, και θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ, που σημαίνει, ο Θεός είναι μαζί μας] (Ματθ. α' 23. Δες και Ήσ. ζ 14).
«ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐγενήθη ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελός, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» [Διότι γεννήθηκε για μας ένα παιδί, μας δόθηκε ένας γιος· πάνω στους ώμους του η εξουσία θα μένει και τ’ όνομά του θα ’ναι: Σύμβουλος θαυμαστός, Θεός ισχυρός, αιώνιος Πατέρας και της Ειρήνης Άρχοντας] (Ήσ. θ' 6).
Συμφώνως προς τά δύο ταύτα χωρία το όνομα του υιού της Παρθένου είναι «Θεός Ισχυρός» και «Εμμανουήλ», τουτέστι «μεθ’ ημών ο Θεός». Το άνομα εδώ δεικνύει την φύσιν του υιού. Ό υιός είνε Θεός πλήρης ισχύος, είνε ο Θεός, ο οποίος ήλθε και είνε μεθ’ ημών, είναι ολόκληρος η Θεότης, η οποία εσκήνωσε μεθ’ ημών δια της θείας ενανθρωπήσεως (δες και Κολ. α' 19 και β' 9). Και εντεύθεν λοιπόν γί νεται φανερόν, ότι η Παρθένος εγέννησε Θεόν ενανθρωπήσαντα και άρα ορθώς καλείται Θεοτόκος.
Δες και τας παραγράφους περί της θεότητος του Χρίστου εν σελ. 94-111.
Αειπάρθενος
Κατά της αειπαρθενίας της Θεοτόκου οι Χιλιασταί χρησιμοποιούν τα εξής χωρία:
«καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον»[ Και δεν είχε συζυγικές σχέσεις μαζί της· ωσότου γέννησε το γιο της τον πρωτότοκο] (Ματθ. α' 25).
«οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τΕκτονος υἱός; οὐχὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριὰμ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωσῆς καὶ Σίμων καὶ Ἰούδας; καὶ αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ οὐχὶ πᾶσαι πρὸς ἡμᾶς εἰσι;»[ Αυτός δεν είναι ο γιος του ξυλουργού; Η μητέρα του δεν λέγεται Μαριάμ και οι αδερφοί του Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων και Ιούδας; Κι οι αδερφές του δε μένουν όλες στον τόπο μας;] (Ματθ. ιγ' 55-56. Δες και Μάρκ. στ' 3’ Λουκ. η' 19 κ.ά.).
Εκ της φράσεως «τον πρωτότοκον» οι Χιλιασται συμπεραίνουν, ότι μετά τον Ιησού η Μαρία εγέννησε και άλλα τέκνα. Αλλά «πρωτότοκος» λέ γεται ο πρώτος γεννώμενος, ο διανοίγων μήτραν, ασχέτως αν ακολουθούν ή όχι άλλα τέκνα (Εξόδ. ιγ' 2, 12-13' λδ' 19 εξ.). Όταν εγεννάτο ούτος, έλεγον ότι εγεννήθη ο πρωτότοκος, χωρίς να γνωρίζουν αν θα ηκολούθει άλλο τέκνον. Επειδή δε ο πρωτότοκος ήτο προνομιούχος, η λέξις πρωτότοκος σημαίνει και «εκλεκτός» (Εξόδ. δ' 22· Ψαλμ. πη' 28 [πθ' 27]· Έβρ. ιβ' 23). Ο Χριστός άλλωστε λέγεται πρωτότοκος όχι μόνον ως υιός της Παρθένου, αλλά και ως Υιός του Θεού (Κολ. α' 15' Έβρ. α' 6). Εκ του ότι δε ό Υιός του Θεού λέγεται πρωτότοκος, δυνάμεθα νά συμπεράνωμεν, ότι ο Θεός Πατήρ έχει και δευτερότοκον Υιόν; Όχι βεβαίως. Διότι ο Χριστός είναι Υιός «μο νογενής» (Ιωάν. α' 14, 18- γ' 16, 18’ Α' Ιωάν. δ' 9). Το «πρωτότοκος» λοιπόν δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην, ότι ακολουθεί άλλο ή άλλα τέκνα.
Εκ της φράσεως επίσης «ἕως οὗ ἔτεκε» οι Χιλιασται συμπεραίνουν, ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ εγνώριζε σαρκικώς την Μαρίαν, είχε δηλαδή μετ’ αυτής σαρκικήν μίξιν. Αλλ’ όπως το «πρωτότοκος» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ακολουθεί δεύτερον τέκνον, ούτω και το «ἕως οὗ ἔτεκε» Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ συνευρέθη μετά της Μαρίας. Λέγων ο Ευαγγελιστης «καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς» δεν ενδιαφέρεται να δείξη τι είναι η Μαρία, αλλά τι είνε ο Χριστός. Δεν θέλει να πει, ότι η Μαρία ήτο παρθένος μέχρι της γεννήσεως του Ιησού και κατόπιν έπαυσε να είνε παρθένος, ως νομίζουν οι Χιλιασται, αλλά θέλει να πει, ότι ο Χριστός είνε καρπός τελείας αγνότητος, διότι ο Ιωσήφ δεν εγνώριζε σαρκικώς την Μαρίαν έως ότου εγέννησεν αυτόν. Ο Ευαγγελιστης ενδιαφέρεται δια τον χρόνον μέχρι της γεννήσεως του Χριστού, το δε πέραν της γεννήσεως αφήνει απροσδιόριστον. Κατά τοιούτον τρόπον η Γραφή εκφράζεται πολλάκις.Ούτω π.χ. εν Β' Βασ. (Β' Σαμ.) στ' 23 λέγεται:

«καὶ τῇ Μελχὸλ θυγατρὶ Σαοὺλ οὐκ ἐγένετο παιδίον ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ ἀποθανεῖν αὐτήν» [η Μελχόλ, η θυγάτηρ του Σαούλ προς τον Δαυίδ, δεν απέκτησε παιδί μέχρι του θανάτου της]. Θα ήτο αστείον να συμπεράνωμεν εκ του «έως», ότι η Μελχόλ εγέννησε παιδίον μετά θάνατον! Επίσης εν Ματθ. κη' 20 ο Χριστός λέγει:

«ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» [εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα, ως τη συντέλεια του κόσμου. Θα ήτο φοβερόν λάθος να συμπεράνωμεν εκ του «έως», ότι μετά την συντέλειαν του κόσμου ο Χριστός θα παύση να είνε μετά των εκλεκτων του. Και εκ του λόγου του Ευαγγελιστου λοιπόν δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ γνώριζε την Μαρίαν σαρκικώς.

Ούτε επίσης εκ των εδαφίων, όπου γίνεται λόγος περί «αδελφών» του Ιησού, δυνάμεθα να συμπεράνωμεν, ότι η Μαρία γέννησε και άλλα τέκνα. Διότι, εκτός του ετεροθαλούς αδελφού, αδελφός ελέγετο και ο εξάδελφος και ο ανηψιός. Η Καινή Διαθήκη ομιλεί περί αδελφών του Ιησού, αλλ’ όχι περί τέκνων της Μαρίας. Ως φαίνεται εκ των επομένων χωρίων, η Θεοτόκος εκτός του Ιησού δεν γέννησεν άλλα τέκνα και είνε αειπάρθενος.
«εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; (=Δεν γνωρίζω σαρκικως);» [Η Μαριάμ τότε ρώτησε τον άγγελο: «Πώς θα μου συμβεί αυτό, αφού εγώ δεν έχω συζυγικές σχέσεις με κανέναν άντρα;» ] (Λουκ. α' 34).
Αφού η Παρθένος ήτο «μεμνηστευμένη ανδρί» (στίχ. 27), αν επρόκειτο να ζήση συζυγικώς μετά του ανδρός, δεν θα έπρεπε να έχη απορίαν και να ερωτήσει πώς θα αποκτούσε υιόν. Θα αποκτούσε υιόν εκ του Ιωσήφ. Αλλά τώρα απορεί και ρωτά, διότι ο Θεός αλλιώς είχεν ορίσει, και αυτή, ως φαινεται, γνώριζεν ότι ο μνήστωρ δεν θα ήτο σύζυγός της, αλλά προστάτης. Η έννοια λοιπόν της ερωτήσεως της Παρθένου είναι η εξής: «Έχω μεν άνδρα, αλλ’ αφού δεν συνευρίσκομαι μετ’ αυτού, δεν πρόκειται να συνευρεθώ ποτέ, πώς θά γεννήσω υιόν;».
«(Λουκ. β' 5). ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ …εἰς πόλιν Δαυΐδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ…ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ» [Ανέβηκε κι ο Ιωσήφ…για να απογραφτεί στην πόλη Δαβίδ, …Είχε μαζί του και τη Μαριάμ, τη μνηστή του, η οποία ήταν έγκυος]

Η περίοδος της μνηστείας έληγε κατά την ημέραν του γάμου, καθ’ ην ο ανήρ παρελάμβανε την γυναίκα εις την οικίαν του. Αλλ’ εν προκειμένω, αν και ο Ιωσήφ είχε παραλάβει την Μαρίαν εις τον οίκον του (Ματθ. α' 20, 24), εν τούτοις αυτή εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως «μεμνηστευμένη». Και μετά, δηλαδή, την παραλαβήν και συγκατοίκησιν, ο Ιωσήφ είνε μνήστωρ και η Μαρία μνηστή, όχι γαμέτη δηλαδή σύζυγος.
«ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον» [Σήκω αμέσως, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και φύγε στην Αίγυπτο] (Ματθ. β' 13. Δες και στίχ. 11, 14, 20, 21* Λουκ. β' 33, 34, 48, 51).
Δεν λέγει «το παιδίον σου και την γυναίκα σου», αλλά «το παιδίον και την μητέρα αυτού». Προ της γεννήσεως του Χριστού τό Ευαγγέλιον αναφέρει τον Ιωσήφ ως «άνδρα» της Μαρίας (Ματθ. α 16, 19), την δε Μαρίαν ως «γυναίκα» του Ιωσήφ (Ματθ. α' 20, 24· Λουκ. β' 5), αν και δεν υπήρχε συζυγική σχέσις μεταξύ των. Μετά δε την γέννησιν ουδέποτε αναφέρονται ούτως, αλλ’ η Μαρία αναφέρεται πάντοτε ως «μήτηρ» του Ιησού. Και γεννάται το ερώτημα: Αφού δεν υπήρχε σαρκική συνάφεια καθ’ ον χρόνον ο Ιωσήφ αναφέρεται ως «ανήρ» της Μαρίας και η Μαρία ως «γυνή» του Ιωσήφ, πώς θα υπήρχε συνάφεια κατό πιν, ότε ουδέποτε αναφέρονται ούτως, αλλ’ η Μαρία αναφέρεται πάντοτε ως «μήτηρ» του Ιησού;
«Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδού ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ και ήλθεν εις γην ’Ισραήλ» (Ματθ. β' 19-21) [Όταν, λοιπόν, πέθανε ο Ηρώδης, ένας άγγελος σταλμένος από τον Κύριο εμφανίστηκε στον Ιωσήφ σε όνειρο στην Αίγυπτο, και του είπε: «Σήκω, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και πήγαινε στη χώρα του Ισραήλ, γιατί πέθαναν όσοι ήθελαν να θανατώσουν το παιδί». Τότε ο Ιωσήφ σηκώθηκε, πήρε το παιδί και τη μητέρα του και γύρισε πάλι στη χώρα του Ισραήλ]
Τρεις μετέβησαν εις Αίγυπτον, ο Ιωσήφ μετά του παιδίου και της μητρός αυτου, τρεις και επέστρεψαν εκ της Αιγύπτου. Τέταρτος, άλλο δηλαδή τέκνον της Μαρίας, δεν φαίνεται.
«Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου. εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια»[Ο Ιησούς, όταν είδε τη μητέρα του και το μαθητή που αγαπούσε, να στέκεται πλάι της, λέει στη μητέρα του: «Αυτός τώρα είναι ο γιος σου». Ύστερα λέει στο μαθητή: «Αυτή τώρα είναι η μητέρα σου». Από κείνη την ώρα ο μαθητής την πήρε στο σπίτι του] (Ίωάν. ιθ' 26-27).
Αν η Θεοτόκος είχε και άλλα τέκνα, διατί ο Ιη σούς θα ανέθετε την προστασίαν της εις τον μαθητήν; (ο Ιωσήφ, ως φαίνεται, είχεν αποθάνει). Ο λόγος του Ιησού προς την μητέρα «ἴδε ὁ υἱός σου» έχει την εξής έννοιαν: «Ένα υιόν είχες και η κακία των ανθρώπων τον εσταύρωσε. Τώρα υιός σου θα είνε ο Ιωάννης. Αυτός θα φροντίζη δια σε».
«Ιούδας, Ιησού Χριστού δούλος, αδελφός δε Ιακώβου» (Ιούδ. 1).
Ο Ιούδας, ένω υπό άλλων εμφανίζεται ως αδελφός του Ιησού (Ματθ. ιγ' 5, Μάρκ. στ' 3), ενταύθα αυτοσυνιστάται, όχι ως αδελφός του Ιησού, αλλ’ ως αδελφός του Ιακώβου, του δε Ιησού ως δούλος (δες Ιακ. α' 1).
Οι λεγόμενοι «αδελφοί» του Ιησού φαίνεται ότι ήσαν μέλη της οικογένειας του Ιωσήφ και διέμενον εν τη οικία αυτού εν Ναζαρέτ (Ματθ. ιγ' 55-57). Αλλά δεν ήσαν τέκνα της Μαρίας και πραγματικοί αδελφοί του Ιησού. Ήσαν τέκνα του Ιωσήφ εκ προτέρας γυναικός αυτού. Επειδή δε ο Ιωσήφ κατά νόμον ήτο «ανήρ» της Μαρίας και «γονεύς» ή «πατήρ» του Ιησού (Λουκ. β' 27, 41, 48), δια τούτο κατά νόμον τα τέκνα του Ιωσήφ ήσαν ετεροθαλείς αδελφοί του Ιησού. Εντεύθεν ονομάζονται αδελφοί αυτού όχι μόνον υπό των αγνοούντων το μυστήριον της Παρθένου, αλλά και υπ’ αυτών των θεοπνεύστων συγγραφέων (Ματθ. ιβ' 46· Ίωάν. β' 12· ζ' 3, 5, 10 Πράξ. α' 14· Α' Κορ. θ' 5- Γαλ. α' 19).
«Εστάθην υιός του πατρός μου, αγαπητός και μονογενής ενώπιον της μητρός μου» (Παροιμ. 4, 3 κατά το Εβραϊκόν).
Εν τω χωρίω τουτω δεν ομιλεί ο Σολομών, ο συγγραφεύς του βιβλίου των Παροιμιών. Ο Σολομών δεν ήτο «μονογενής» εις την μητέρα του. Η Βηρσαβεέ είχε και άλλα τέκνα (Α' Παρ. [Χρον.] γ' 5). Εν τω χωρίω ομιλεί ο Χριστός, η ενυπόστατος Σοφία του Θεού, όπως ομιλεί και εις άλλα μέρη του βιβλίου των Παροιμιών (Δες π.χ. το κεφ. η'). Αφού δε ο Χριστός λέ γει, ότι ήτο μονογενής εις την μητέρα του, το χωρίον αποδεικνύει, ότι η Μαρία δεν εγέννησεν άλλα τέκνα.
«Καὶ ἐπέστρεψέ με κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῶν ἁγίων τῆς ἐξωτέρας τῆς βλεπούσης κατὰ ἀνατολάς, καὶ αὕτη ἦν κεκλεισμένη. καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καὶ οὐδεὶς μὴ διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, καὶ ἔσται κεκλεισμένη» [Ο άντρας μ’ έφερε πάλι στην εξωτερική πύλη, ανατολικά του θυσιαστηρίου, η οποία ήταν κλειστή. Κύριος μου είπε: «Αυτή η πύλη θα παραμείνει κλειστή· κανείς δε θα περάσει ποτέ απ’ αυτήν, γιατί έχω μπεί απ’ αυτήν εγώ, ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ. Γι’ αυτό θα μείνει κλειστή] (Ίεζ. μδ' 1-2).
Περιγράφων δια μακρών ο προφήτης ένα ιδανικόν ναόν, εν τω χωρίω τούτω αναφέρεται εις μίαν πύλην του ναού βλέπουσαν κατά ανατολάς. Η πύλη αύτη ήτο κεκλεισμένη. Και ο Κύριος ειπεν η πύλη αύτη θα παραμείνη κεκλεισμένη, δεν θα ανοιχθή, και δεν θα διέλθη δι’ αυτής κανείς, διότι ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ θα εισέλθη δι’ αυτής και θα είναι κεκλεισμένη. Ποιός ο ιδανικός ναός; Και ποιά η κεκλεισμένη πύλη, εκ της οποίας ουδείς διέρχεται, ειμή μόνον ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ; Την ερμηνείαν δίδει η Εκκλησία, «ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. γ' 15). Ο ιδανικός ναός είναι η Εκκλησία, και η κεκλεισμένη πύλη είναι η Παρθένος Μαρία. Ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ συνελήφθη εις την μήτραν της Παρθένου και εγεννήθη υπερφυώς, χωρίς να βλάψη την παρθενίαν της. Όπως ο Κύριος Ιη σούς εισήρχετο εις την οικίαν των Ιεροσολύμων «των θυρών κεκλεισμένων» και εξήρχετο, ούτως εισήλθεν εις την Παρθένον και εξήλθεν. Και ύστερον ουδείς εισήλθε προς αυτήν. Η Θεοτόκος είναι παρθένος προ του τόκου, παρθένος εν τω τόκω, και παρθένος μετά τον τόκον, αειπάρθενος.
Τέλος η γνώμη περί γαμήλιου συμβιώσεως της Παρθένου μετά του Ιωσήφ δεν συμβιβάζεται προς την υψηλήν περιωπήν της «κεχαριτωμένης», «ευλο γημένης έν γυναιξί» και «μητρός του Κυρίου», Θεομήτορος. Πώς η Παρθένος, αφού εγέννησε τον ίδιον τον Θεόν, θα κατεδέχετο ύστερον σαρκικήν συνάφειαν; Εάν συνέβαινε τούτο, αύτη δεν θα ήτο η ανωτέρα μεταξύ των γυναικών, αλλά θα ήτο κατωτέρα πολλών αγίων γυναικών, αι οποίαι εφύλαξαν ισοβίως παρθενίαν. Και μόνον εκ της ιδέας, την οποίαν έχουν δια την μητέρα του Κυρίου, οι Χιλιασται αποδεικνύουν την κατωτερότητα της σκέψεως και των αισθημάτων των. Η πνευματικότης των διαφέρει της ορθοδόξου πνευματικότητος τεραστίως, και είναι μάλλον σαρκικότης παρά πνευματικότης.
Παναγία
Δια να εκφράζουν τα τρυφερά αισθήματα και τον ιδιαιτερον σεβασμόν των προς την μητέρα του Χριστού οι ’Ορθόδοξοι Χριστιανοι ονομάζουν αυτήν Παναγίαν. Είνε το γλυκύτερον όνομα εις τα χείλη των πιστών μετά το όνομα του Χριστού.
Οι Χιλιασται καταφέρονται κατά του ονόματος τουτου, όπως και κατ’ άλλων ονομάτων, λέγοντες: «ο Θεός είνε άγιος· και η Μαρία είναι Παναγία;».
Παρεξηγούν και εν τω σημείω τουτω οι Χιλιασται τους ευσεβεις. Διότι την Παρθένον οι ευσεβεις ονομάζουν Παναγίαν όχι εν συγκρίσει προς τον Θεόν, αλλ’ εν συγκρίσει προς τους ανθρώπους. Κατά παρόμοιον τρόπον εκφράζεται και η Γραφή. Ούτω π.χ. ο προφήτης Δανιήλ χρησιμοποιεί δια τον Ναβουχοδονόσορα τον τίτλον «βασιλεύς βασιλέων» (Δαν. β' 37), τουτέστιν υπέρτατος βασιλεύς. Επίσης ο ευαγγελιστης Λουκάς προσφωνεί τον άρχοντα Θεόφιλον ως «κράτιστον» (Λουκ. α' 3), όπερ είναι υπερθετικός βαθμός του επιθέτου «αγαθός» (αγαθός, κρείττων, κράτιστος). Και όπως οι Χιλιασται δια το «Παναγία», ούτω και ημεις διά το «κράτιστος» θα ηδυνάμεθα νά είπωμεν: «ο Θεός αγαθός, και ο Θεόφιλος κράτιστος;»! Αλλ’ η σύγκρισις, ως ήδη είπομεν, δεν είνε προς Θεόν, αλλά προς ανθρώπους.
Πράγματι δε η Θεοτόκος είναι η ανωτέρα των αγίων, άγια αγίων (κατά το «βασιλεύς βασιλέων»), υπεραγία ή παναγία. Τουτο δεικνύουν οι Γραφικοί χαρακτηρισμοί «κεχαριτωμένη» (Λουκ. α' 28), πλήρης δηλαδή χαρίτων, και «ευλογημένη εν γυναιξί» (Λουκ. α' 28, 42), ευλογημένη δηλαδή υπέρ πάσας τας γυναικας, άφου εξ’ όλων των γυναικών αυτή ηξιώθη να γεννήση τον ίδιον τον Κύριον και να μείνη παρθένος και αειπάρθενος.
Αειμακάριστος
Η Εκκλησία τιμά τους αγίους, εξαιρέτως δε την υπεραγίαν Θεοτόκον. Δεν προσφέρει εις αυτήν λατρείαν, διότι η λατρεία ανήκει μόνον εις τον Θεόν. Προσφέρει εις αυτήν σχετικήν τιμήν. Τιμά αυτήν ως αγιωτέραν των αγίων και μητέρα του Θεού. Εν τούτοις οι Χιλιασται κατακρίνουν την τιμήν προς την Παρθένον Μαρίαν. Αλλ’ η τιμή της Θεοτόκου στηρίζεται εις χωρία της Γραφής, τα οποία αναφέρονται ειδικώς εις το πρόσωπόν της.
«καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν»[Παρουσιάστηκε, λοιπόν, σ’ αυτήν ο άγγελος και της είπε: «Χαίρε εσύ, η προικισμένη με τη χάρη του Θεού! Ο Κύριος είναι μαζί σου. Ευλογημένη απ’ το Θεό είσαι εσύ, περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες] (Λουκ. α' 28).
Δια των λόγων τούτων αυτός ο ουρανός έπλεξε το εγκώμιον της Θεοτόκου. Η δε Εκκλησία τι άλλο πράττει, ειμή να μιμήται τον αρχάγγελον και ν’ αναπτύσση το εγκώμιον αύτου προς την Παρθένον;
«καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου» [Η Ελισάβετ τότε πλημμύρισε με το Άγιο Πνεύμα και φώναξε με δυνατή φωνή: «Ευλογημένη απ’ το Θεό είσαι εσύ, περισσότερο από όλες τις γυναίκες! Ευλογημένο και το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου! Αλλά πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφθεί η μητέρα του Κυρίου μου; Μόλις έφτασε στ’ αυτιά μου η φωνή του χαιρετισμού σου, σκίρτησε από αγαλλίαση το παιδί στα σπλάχνα μου. Χαρά σ’ αυτήν που πίστεψε ότι θα εκπληρωθούν τα λόγια που της είπε ο Κύριος] (Λουκ. α' 41-45).
Διά των λόγων τούτων η γηραιά Ελισάβετ εξυμνεί μεγαλοφώνως εν Πνεύματι Άγίω την νεαράν κόρην, εκφράζουσα κατάπληξιν και θαυμασμόν δι’ αυτήν. Η δε Εκκλησία τι άλλο πράττει, ει μη να μιμήται το παράδειγμα της Ελισάβετ;
«ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» [Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενιές] (Λουκ. α 48).
Δεν ήτο εις τον χαρακτήρα της ταπεινής κόρης της Ναζαρέτ να περιαυτολογή. Εν τούτοις εδώ λέγει ένα πολύ μεγάλον λόγον δια τον εαυτόν της, ότι όλαι αι γενεαί θα την μακαρίζουν. Τον λόγον η σεμνή Παρ θένος δεν είπεν αφ’ εαυτής· το Πνεύμα το Άγιον ενέπνευσεν αυτήν και εκίνησε την γλώσσαν αυτής δια να είπη τον μεγάλον τουτον λόγον. Ο λόγος είναι προφητεία. Η Παρθένος προεφήτευσεν, ότι όλαι αι γενεαί των ευσεβών ανθρώπωυ, όλοι οι αιώνες, θα τιμούν το πρόσωπόν της, διότι ο Θεός εποίησε μεγαλεία εις αυτήν και ανύψωσεν αυτήν εκ της ταπεινωσεως και αφανείας της. Η τιμή, την οποία αποδίδουν αι γενεαί των Ορθοδόξων δια μέσου των αιώνων εις την Θεοτόκον, αποτελεί εκπλήρωσιν της προφητείας της Παρθένου. Οι δε Χιλιασταί, και μόνον διότι δεν αποδίδουν εξαιρετικήν τιμήν εις την μητέρα του Κυρίου, αποδεικνύονται εκτός αληθείας και ευσεβείας ευρισκόμενοι.
«Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας»[ Ενώ έλεγε αυτά ο Ιησούς, κάποια γυναίκα από το πλήθος έβγαλε μια δυνατή φωνή και του είπε: «Χαρά στη μάνα που σε γέννησε και σε θήλασε!] (Λουκ. ια' 27).
Ενώ ο Χριστός δίδασκε, μία γυναικεία φωνή υψώθη εκ του όχλου και εμακάρισε την μητέρα, η οποια εβάστασεν εις την κοιλίαν της και εθήλασε τον Χριστόν. Ο μακαρισμός αυτός είνε μία εκπλήρωσις της εν Λουκ. α' 48 προφητείας της Παρθένου. Ο δε ισχυρισμός των Χιλιαστών, ότι ο Χριστός κατέκρινε τον μακαρισμόν της μητρός του, διότι εν συνεχεία είπε, «μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν»[Πιο πολύ χαρά σ’ εκείνους που ακούν το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν!] (Λουκ. ια' 28), είνε άτοπος, όπως θα ήταν άτοπον, αν επί τη βάσει του εν Λουκ. η' 21 λόγου του Χριστού ισχυρίζετο κανείς, ότι ο Χριστός ηρνήθη την μητέρα του.
Δες και τον Ψαλμόν μδ' (με'), όπου εκτός του βασιλέως - Χριστού εγκωμιάζεται και «η βασίλισσα» και «θυγάτηρ του βασιλέως», η οποία είνε η Παναγία ή η Εκκλησία, της οποίας όμως το εκλεκτότερον μέλος είνε η Παναγία. Δες ομοίως τό Άσμα Ασμάτων και το Αποκ. ιβ' 1.

 

Μολονότι τα βαρύτερα αμαρτήματα πρέπει να τα μισείς ολόψυχα, όμως μη νομίζεις ότι μπορείς να πέφτεις σε ελαφρότερα χωρίς φόβο ή έλεγχο της συνειδήσεως. Να θυμάσαι πως θ’ απολογηθείς στον φοβερό και αδέκαστο Κριτή ακόμα και για κάθε λόγο ανώφελο που θα βγει από το στόμα σου (πρβλ. Ματθ. 12:36).
Όποιος καταφρονεί τον μικρό γκρεμό, γρήγορα θα πέσει σε μεγαλύτερο. Από ένα καρφί που λείπει, φεύγει το πέταλο· κι από το πέταλο, γκρεμίζεται το άλογο· κι από το άλογο, χάνει τη ζωή του ο άνθρωπος! Αν φρόντιζε από την αρχή να βάλει ένα καρφί στο πέταλο και ν’ αποκαταστήσει την ασήμαντη ζημιά, δεν θα σκοτωνόταν πρόωρα για την αμέλειά του.Τα μεγάλα παλάτια, πάλι, και οι μεγαλόπρεπες οικοδομές πώς γκρεμίζονται; Πρώτα πέφτει ένα μικρό λιθάρι, μετά ανοίγει λιγάκι ο τοίχος σε κάποιο σημείο, κι έπειτα αρχίζουν λίγο-λίγο να καταρρέουν, ώσπου γίνονται ερείπια.

Μα και της άμμου οι κόκκοι δεν είναι μικροσκοπικοί και ελαφρότατοι; Αν όμως παραφορτώσεις με άμμο ένα καράβι, βουλιάζει και χάνεται. Ή δεν είναι μήπως οι σταγόνες του νερού πολύ μικρές; Όταν όμως ενωθούν αμέτρητες σταγόνες, κάνουν ένα ποτάμι ορμητικό και καταστροφικό, που ξεριζώνει δέντρα και αφανίζει σπίτια.

Ο ιερός Γρηγόριος λέει, ότι μερικές φορές είναι πιο επικίνδυνο και πιο επιζήμιο το να πέσει κανείς σε μικρά αμαρτήματα παρά σε μεγάλα. Γιατί το μεγάλο παράπτωμα το συνειδητοποιεί κανείς εύκολα, κι έτσι μετανοεί και διορθώνεται. Στο μικρό, όμως, εύκολα πέφτει και ξαναπέφτει, ώσπου το συνηθίζει και δεν ελέγχεται πια από τη συνείδησή του.
Οι μικρές τάχα πτώσεις κάνουν πολύ κακό στην ψυχή, γιατί χαλαρώνουν τη συνείδηση, σβήνουν τη θέρμη της αγάπης, λιγοστεύουν την προθυμία για την αρετή, μειώνουν τον θείο πόθο, ελαττώνουν την ευλάβεια και, γενικά, δεν αφήνουν να ενεργήσει επάνω μας η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό πρέπει να τις αποφεύγουμε επιμελέστατα, και μάλιστα τις κοροϊδίες και τα χοντρά αστεία, τα άκαιρα γέλια και την ειρωνεία, την πονηρία, την καύχηση, την αισχρολογία, την πολυυπνία, τα άσεμνα τραγούδια και τους χορούς, καθώς και τα όμοια μ’ αυτά, για να μην πέσουμε σε μεγαλύτερα και γίνουμε εχθροί του Θεού και Πλάστη μας, χάνοντας τα ανέκφραστα ουράνια αγαθά.

Πώς θα σωθούμε, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2017, Έκδοση Ενδέκατη

Τα αμαρτήματά μας είναι πολλά και διάφορα, όλα όμως περιλαμβάνονται σε τούτα τα οκτώ: υπερηφάνεια, κενοδοξία, φιλαργυρία, πορνεία, οργή, γαστριμαργία, φθόνο και ακηδία. Αυτά λέγονται θανάσιμα, γιατί είναι οι κεφαλές, οι ρίζες και τα θεμέλια όλων των άλλων, και γιατί θανατώνουν την ψυχή μας.
Με τα οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα μάς πολεμούν οι τρεις θανάσιμοι εχθροί μας, η σάρκα, ο κόσμος και ο διάβολος.
Η σάρκα μας ρίχνει στην πορνεία, τη γαστριμαργία και την ακηδία.
Ο κόσμος μας τραβάει στη φιλαργυρία και στην ακόρεστη επιθυμία όλων γενικά των υλικών πραγμάτων.
Ο διάβολος μας εμπνέει την υπερηφάνεια, την κενοδοξία, την οργή και το φθόνο. Ο διάβολος, βέβαια, μας σπρώχνει σ’ όλες τις ανομίες, πιο πολύ όμως αγωνίζεται να μας ρίξει στην υπερηφάνεια, για να γίνουμε μιμητές και ακόλουθοί του.
[...] Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλα έξι εξίσου βαριά αμαρτήματα, που γεννιούνται απ’ αυτά.
Το πρώτο και βαρύτερο απ’ όλα είναι η σιχαμερή και καταραμένη βλασφημία, που δεν τη φανέρωσε στον κόσμο τούτου κανένας άλλος, παρά ο εφευρέτης της κακίας διάβολος, ξέροντας πως είναι χειρότερη κι από πορνείες κι από φονικά κι από κάθε ασωτία και βόρβορο, και πως αυτή μονάχα φτάνει για να κολάσει τον άνθρωπο αιώνια. Ο βλάσφημος άνθρωπος λέγεται και είναι εχθρός του Θεού. Γιατί αν μπορούσε, την ώρα που θυμώνει, να έχει στα χέρια του τον Κύριο ή τον άγιο εκείνο που βλαστημάει, θαρρείς πως θα τον θανάτωνε, ο ανόητος, παρακινημένος από τους ερεθισμούς που προξενεί στην καρδιά του ο πονηρός. Γι’ αυτό και ο ιερός Αυγουστίνος λέει, ότι περισσότερο αμαρτάνουν όσοι βρίζουν το Χριστό τώρα, που βασιλεύει στους ουρανούς, παρά εκείνοι που Τον σταύρωσαν, όταν βρισκόταν με το σώμα ανθρώπινο στη γη.
[...]
Εσύ, λοιπόν, που δεν επιθυμείς την κόλαση, αλλά ποθείς τον πάντερπνο παράδεισο, ταπεινώσου και σκύψε αγόγγυστα το κεφάλι σου σ’ όλες τις συμφορές που σε βρίσκουν με παραχώρηση του Κυρίου. Δέξου τες από το θεϊκό Του χέρι σαν ένα φάρμακο θεραπευτικό, σαν ένα βάλσαμο παρασκευασμένο για τη σωτηρία σου από ένα σοφότατο Γιατρό. Πίστευε αδίστακτα, πως με δικαιοσύνη και σοφία πολλή σου στέλνει ο Πανάγαθος τις θλίψεις για την ψυχική σου ωφέλεια. Γιατί, όταν λες ότι ο Θεός ενεργεί άδικα, είναι σαν να λες ότι δεν είναι Θεός. Και αν μου πεις, πως η συμφορά σου είναι τόσο μεγάλη, που η σφοδρότητά της σε κάνει να ξεστομίζεις λόγια βλάσφημα, συλλογίσου γνωστικά και συνετά, ότι, με την αντίδρασή σου αυτή και την ανυπομονησία σου, όχι μόνο δεν την ελαφρύνεις, αλλά και τη βαραίνεις.
Αν θέλεις να σου φανούν ελαφριές οι όποιες θλίψεις σου, σύγκρινέ τες μ’ αυτά τα τέσσερα: α) με τις ευεργεσίες και τα χαρίσματα που έλαβες από το Θεό· β) με τις πολλές αμαρτίες που έκανες ενώπιόν Του· γ) με τις τιμωρίες της κολάσεως, που σου αξίζουν για τις άνομες πράξεις σου· δ) με τη δόξα του παραδείσου, που σου υπόσχεται ο Κύριος, παρά την αναξιότητά σου. Μετά από μια τέτοια σύγκριση, οποιεσδήποτε θλίψεις κι αν δοκιμάζεις, θα σου φαίνονται μικρές κι ασήμαντες.
Δεύτερο μεγάλο αμάρτημα είναι η επιορκία, δηλαδή το να ορκίζεσαι ψέματα στο ιερό Ευαγγέλιο ή στον τίμιο Σταυρό ή στο όνομα του Θεού, της Θεοτόκου ή άλλου αγίου. Επειδή και τούτο, όπως και η βλασφημία, είναι αμάρτημα που στρέφεται κατευθείαν εναντίον του Θεού, είναι βαρύτερο απ’ οποιοδήποτε άλλο, που στρέφεται εναντίον του πλησίον. Κάθε επιορκία είναι θανάσιμη αμαρτία, γιατί αποτελεί εξύβριση της θείας μεγαλοσύνης.
Τρίτο αμάρτημα είναι η κλοπή, το να πάρεις, δηλαδή και να κρατάς στην κατοχή σου ξένο πράγμα χωρίς τη θέληση ή την άδεια του κυρίου του. Όσον καιρό το κρατάς έτσι, βρίσκεσαι σε θανάσιμη αμαρτία. Και δεν είναι αρκετή η προαίρεσή σου να του το επιστρέψεις κάποτε. Τώρα πρέπει να του το δώσεις, και μάλιστα όχι μόνο το πράγμα, αλλά και ό,τι ζημιώθηκε εκείνος στο χρονικό διάστημα που το κρατούσες παράνομα.
Τέταρτο αμάρτημα είναι η παράβαση οποιασδήποτε εκκλησιαστικής εντολής και κανόνος των αγίων Αποστόλων ή των Πατέρων, που οφείλεις να τηρείς απαρασάλευτα: Να εκκλησιάζεσαι, λ.χ., όλες τις Κυριακές και εορτές, να εξομολογείσαι, να κοινωνείς, να νηστεύεις όποτε ορίζει η Εκκλησία μας κ.λπ.
Πέμπτο μεγάλο αμάρτημα είναι η καταλαλιά και κατάκριση, με το οποίο διασύρεις και ντροπιάζεις το συνάνθρωπό σου, προξενώντας του ζημιά μεγάλη και βάζοντάς τον σε πολλούς κινδύνους, γιατί σπιλώνεις την τιμή και την υπόληψή του, πράγμα πολυτιμότερο από κάθε περιουσία και κάθε υλικό θησαυρό. Αλήθεια, πώς τολμούν μερικοί αναιδέστατοι και καταλαλούν τον πλησίον, προπαντός μάλιστα όταν δεν έχουν οι ίδιοι άμεση γνώση της υποθέσεως για την οποία τον κατηγορούν; Αλλά κι αν έχουν, δεν άκουσαν ποτέ αυτό που είπε ο Κύριος, «Μην κρίνετε τους συνανθρώπους σας, για να μη σας κρίνει κι εσάς ο Θεός. Μην τους καταδικάζετε, για να μη σας καταδικάσει κι εσάς ο Θεός» (Λουκ. 6:37); Γι’ αυτή τη σωτήρια εντολή οφείλεις, κι αν ακόμα δεις κάποιον φανερά ν’ αμαρτάνει, να τον σκεπάσεις όπως μπορείς. Έτσι θα σκεπάσει ο Θεός και τα δικά σου παραπτώματα.
Έκτο και τελευταίο αμάρτημα είναι το ψέμα. Αυτό, αν είναι μικρό και ασήμαντο χωρίς συνέπειες, αποτελεί, βέβαια, αμαρτία μα όχι βαρειά. Αν όμως είναι ψέμα που σχετίζεται με σοβαρό ζήτημα και προξενεί κάποια υλική ή ηθική βλάβη στον πλησίον, τότε είναι αμαρτία φοβερή. Στην περίπτωση αυτή, οφείλεις εσύ, που έγινες άμεσα ή έμμεσα αίτιος της βλάβης του συνανθρώπου σου, να την επανορθώσεις και να τον αποζημιώσεις με κάθε τρόπο. Μόνο έτσι θα σε συγχωρήσει ο Κύριος για το κακό που έκανες λέγοντας ψέματα.
Αυτά είναι τα κυριότερα αμαρτήματα, που γεννιούνται από τα οκτώ θανάσιμα. Και από τούτα και από εκείνα πρέπει να φεύγουμε μακριά με πολλή επιμέλεια, γιατί θανατώνουν την ψυχή μας και την οδηγούν στην αιώνια απώλεια.

Πώς θα σωθούμε, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2017, Έκδοση Ενδέκατη

Το πρώτο θεμέλιο του ιερού σου έργου, το πρώτο λιθάρι της νοητής αυτής οικοδομής, είναι η στέρεη συγκατάθεση και αμετάθετη απόφαση της καρδιάς σου, να πεθάνεις καλύτερα χίλιες φορές, αν ήταν αυτό δυνατό, παρά να κάνεις μια θανάσιμη αμαρτία.
Καθώς μία τίμια κι ενάρετη γυναίκα προτιμά να πεθάνει παρά να προδώσει τον άντρα της, έτσι και ο χριστιανός πρέπει να είναι τόσο πιστός στο Θεό, ώστε να προτιμά οποιαδήποτε ζημιά στη ζωή αυτή, παρά να φταίξει έστω και λίγο απέναντί Του. Γιατί το μικρότερο κακό που παθαίνει στην ψυχή του από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερο από τη χειρότερη σωματική βλάβη. Και επειδή δεν είναι μόνο ένα το κακό που βρίσκει την ψυχή από την αμαρτία, αλλά πολλά και διάφορα, τα γράφουμε εδώ για να τα μάθεις κι έτσι να φεύγεις μακριά της σαν από φίδι φαβαρμακερό.
Πρώτα-πρώτα, στερείσαι τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που είναι το μεγαλύτερο δώρο του πανάγαθου Θεού στους ανθρώπους. Η χάρη, με τρόπο υπερφυσικό, σε κάνει- ας το πούμε έτσι- συγγενή του Θεού και μέτοχο της θείας φύσεως.
Δεύτερο, στερείσαι τη θεία φιλία και οικειότητα, που συνοδεύει πάντα τη χάρη. Κι αν είναι μεγάλη ζημιά το να χάσεις τη φιλία ενός επίγειου άρχοντα, πόση ζημιά είναι, αλήθεια, το να χάσεις τη φιλία του επουράνιου Βασιλιά;
Τρίτο, στερείσαι τις δωρεές και τις δυνάμεις του Πνεύματος, με τις οποίες ήσουν στολισμένος και οπλισμένος εναντίον του διαβόλου.
Τέταρτο, στερείσαι την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών και τη δόξα που παρέχει εκεί η χάρη.
Πέμπτο, στερείσαι την υιοθεσία, που μας κάνει παιδιά του Θεού.
Έκτο, στερείσαι την ειρήνη της συνειδήσεως, τις παρακλήσεις του Πνεύματος, τον καρπό και το μισθό όλων των καλών έργων που έκανες ως την ώρα εκείνη.
Έβδομο, στερείσαι την πατρική φροντίδα του Χριστού και τη μετοχή σου στο μυστικό Σώμα Του, γιατί δεν είσαι πια ενωμένος μαζί Του, σαν μέλος ζωντανό, με την αγάπη και τη χάρη.
Όλες αυτές τις ζημιές παθαίνεις για μια θανάσιμη αμαρτία. Και να τι κερδίζεις: Μένεις καταδικασμένος στην αιώνια κόλαση· εξαλείφεσαι από τη βίβλο της ζωής· αντί για παιδί του Θεού, γίνεσαι δούλος του πονηρού· αντί για ναός και κατοικητήριο της Παναγίας Τριάδος, γίνεσαι σπηλιά ληστών και φωλιά δρακόντων. Κι έτσι καταντάς σαν τον Σεδεκία, που υποδουλώθηκε στον Ναβουχοδονόσορ (Β΄ Παραλ. 36:11-21), ή σαν τον Σαμψών, που, αφού μαζί με τα μαλλιά του έχασε και τη δύναμή του, έμεινε πια ανίσχυρος στα χέρια των εχθρών του, κι αυτοί του έβγαλαν τα μάτια και τον έδεσαν σαν ζώο να γυρίζει μια μυλόπετρα (Κριτ. 16:19-21). Στην ίδια κατάσταση ξεπέφτει και ο ταλαίπωρος άνθρωπος, όταν, εξαιτίας της αμαρτίας, χάσει τη δύναμη και το στολισμό της θείας χάριτος. Ανίσχυρος είναι πια για καλά έργα, τυφλός και σκοτισμένος ως προς την επίγνωση των θείων πραγμάτων, αιχμάλωτος των πονηρών δαιμόνων, που τον αλυσοδένουν σαν ζώο, αναγκάζοντας τον να κάνει τα άπρεπά τους θελήματα.
Είναι, λοιπόν, αυτή κατάσταση λογικού ανθρώπου; Έχουν γνώση και σύνεση όσοι τολμούν να κάνουν τόσες αμαρτίες χωρίς ντροπή; Και μικρό κακό παθαίνουν απ’ αυτές; Αλήθεια, τόσο φοβερό πράγμα είναι η αμαρτία, που θα έπρεπε να τη φοβάται ο καθένας μας περισσότερο κι από κεραυνό.
Γι’ αυτό, κάθε φορά λοιπόν που ο δαίμονας σε παρακινεί και σ’ ερεθίζει ν’ αμαρτήσεις, να συλλογίζεσαι τις ζημιές που είπαμε πιο πάνω. Πάρε μια νοητή πλάστιγγα, και βάλε από το ένα μέρος τις ζημιές αυτές κι από το άλλο την ηδονή και την απόλαυση που σου δίνει η αμαρτία. Ζύγισε και αναλογίσου σαν άνθρωπος φρόνιμος, αν είναι σωστό και λογικό, για τόσο αισχρό και ρυπαρό κέρδος, να ζημιωθείς τόσο μεγάλους και ατίμητους θησαυρούς. Δεν θα γίνεις όμοιος με τον Ησαύ (Γεν. 25:27-34), που πούλησε τα πρωτοτόκιά του, ο ασύνετος, για ένα πιάτο φακή;


Πώς θα σωθούμε, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2017, Έκδοση Ενδέκατη

Όποιος με την καρδιά του μίσησε τις αμαρτίες του και φωτισμένος από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, θέλει πια να υπηρετήσει τον κοινό Κύριο και Βασιλιά μας, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει είναι τούτου: Να συλλογιστεί καλά και να καταλάβει, πως αυτή η νέα κατάσταση και ενασχόληση, με την οποία θέλει να καταπιαστεί, είναι η πιο αξιόλογη εργασία, η πιο θαυμαστή σοφία, το πιο μεγάλο αγαθό απ’ όσα βρίσκονται στον κόσμο. Μάλιστα, για να το πούμε καλύτερα, δεν υπάρχει κανένα άλλο αγαθό, που να ‘ναι τόσο θετικό και οφέλιμο όσο τούτο, στο οποίο αναφέρθηκε ο Κύριος όταν είπε: «Ενός έστι χρεία» (Λουκ. 10:42). Δηλαδή, ένα πράγμα μόνο μας χρειάζεται: Ν’ αγαπάμε τον Κύριο και να Τον υπηρετούμε. Αυτό μας λέει και ο σοφός συγγραφέας του Εκκλησιαστή: «Να φοβάσαι το Θεό και να τηρείς τις εντολές του, γιατί σ’ αυτά βρίσκεται η αξία και ο σκοπός κάθε ανθρώπου» (12:13) και γι’ αυτό το λόγο πλάστηκε από το Δημιουργό.
Για να συλλάβεις, όμως, την αρετή αυτή μέσα στην καρδιά σου και να την ποθήσεις ολόψυχα, χρειάζεται να συλλογίζεσαι από το ένα μέρος τις αναρίθμητες ευεργεσίες και δωρεές που έλαβες από τον πανάγαθο Θεό, και από το άλλο τα πολλά, τ’ αμέτρητα αμαρτήματά σου. Έπειτα, να μελετάς τα τέλη της ζωής σου, δηλαδή το θάνατο, τη φοβερή κρίση του Κυρίου, τη δόξα του παραδείσου και την αιώνια κόλαση. Και αφού τα συλλογιστείς όλ’ αυτά, να ετοιμαστείς με επιμέλεια, εκτιμώντας την αξία και το μεγαλείο του έργου που σου ανέθεσε ο Θεός.
Όπως ξέρεις, βέβαια, δεν υπάρχει κανένα έργο σπουδαίο και κανένα πράγμα πολύτιμο, που να μην παρουσιάζει κάποια δυσκολία στην εκτέλεση ή την απόκτησή του. Να οπλιστείς, λοιπόν, με μεγάλη γενναιοψυχία, για ν’ αντιμετωπίσεις τις θλίψεις και όλες τις δυσκολίες που θα συναντήσεις, υπομένοντας τα πάντα με καρτερία και πολλή ευχαριστία στον Κύριο. Να γνωρίζεις, πως ο θησαυρός αυτός, για τον οποίο αγωνίζεσαι και κοπιάζεις, είναι τόσο ακριβός, τόσο ατίμητος, ώστε του αξίζουν τέτοιος κόπος και τέτοια επιμέλεια. Γι’ αυτό, άλλωστε, φρόντισαν να τον αποκτήσουν όλοι οι άγιοι, οι μάρτυρες και οι όσιοι, που ήξεραν την αξία του, με τόσους αγώνες, με τόσες θλίψεις, ακόμα και με το αίμα τους.
Για να μη δειλιάσεις και λιποψυχήσεις, να θυμάσαι πάντα, πως εκεί που είναι οι λύπες και οι πίκρες του κόσμου, εκεί ακριβώς είναι οι ουράνιες παρακλήσεις και οι παρηγορίες του Αγίου Πνεύματος. Όπου μάχες και εναντιότητες της φύσεως, εκεί και η βοήθεια της χάριτος, που είναι πιο δυνατή από τη φύση.
Ο νόμος του Κυρίου, λοιπόν, είναι ζυγός, αλλά γλυκός· και είναι φορτίο, αλλά ελαφρό (πρβλ. Ματθ. 11:30). Γιατί εκείνο που η φύση κάνει βαρύ, η χάρη το ελαφρύνει με τρόπο θαυμαστό. Θλίψη και ζυγός είναι, η μυστική δύναμη που έχει το βάλσαμο της θείας χάριτος, εξαφανίζει τελικά το βάρος του ζυγού. Έτσι, αν το πρώτο σε κάνει να δειλιάζεις και να κυριεύεσαι από αμέλεια και ραθυμία, ας σου εμπνεύσει προθυμία το δεύτερο.

Πώς θα σωθούμε, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2017, Έκδοση Ενδέκατη

Στην εποχή μας η γνώση έχει γίνει κτήμα των πολλών. Οι άνθρωποι γνωρίζουν πολλά, πολύ περισσότερα απ’ όσα γνώριζαν σε άλλες εποχές. Παράλληλα και οι σοφοί έχουν αυξηθεί. [...] Όμως μας λείπουν οι κατά Θεόν σοφοί, και όπως πάμε, θα μας λείψουν πιο πολύ, γιατί η σοφία του Θεού δεν λάμπει στα μάτια των συγχρόνων ανθρώπων. Όποια άλλη σοφία εντυπωσιάζει και βρίσκει ανθρώπους που προθυμοποιούνται για την απόκτησή της, μετά από πολύχρονες σπουδές. Η σοφία όμως του Θεού παραθεωρείται ως αναχρονιστική και άχρηστη για τη δική μας εποχή, που καυχάται για τα σπουδαία της κατορθώματα. Έχουμε ξεχάσει μία βασική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην κοσμική σοφία και στην κατά Θεόν σοφία. Η πρώτη είναι γνώση που δεν προϋποθέτει βελτίωση του χαρακτήρα, ούτε και ηθικοποιεί τον κατέχοντα, ενώ η δεύτερη εξοπλίζει θα λέγαμε τον άνθρωπο με σύνεση για να αντιμετωπίζει τη ζωή με ορθή κρίση και να είναι ευεργετικός και στους συνανθρώπους του.
Διαφωτιστικός στο θέμα μας είναι ο λόγος της Αγίας Γραφής, που αναφέρεται στην κατά Θεόν σοφία: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν· ευσέβεια δε εις Θεόν αρχή αισθήσεως, σοφίαν δε και παιδείαν ασεβείς εξουθενήσουσιν». Και στην απλούστερη γλώσσα του ερμηνευτή: «Αρχή, ρίζα και θεμέλιο της αληθινής σοφίας είναι ο φόβος του Θεού· η σύνεσις δε τότε είναι αγαθή και αποδίδει τους καρπούς της, όταν εφαρμόζεται και επιτελείται δι’ έργων. Η ευσέβεια δε, ήτοι ο προς τον Θεόν σεβασμός και η προς αυτόν ευλάβεια, είναι αρχή της αληθινής γνώσεως· οι ασεβείς όμως θα περιφρονήσουν την θεία παιδαγωγίαν».
Ο κατά Θεόν σοφός έχει ως φάρο και πυξίδα τις εντολές του Θεού και πάνω σ’ αυτές στηρίζεται η σύνεσή του. Γνωρίζει το σκοπό της ζωής του, καλλιεργεί το χαρακτήρα του, προσφέρει στους άλλους, είναι εργάτης της αγάπης και με το δημιουργικό του νου προσπαθεί συνεχώς για το καλό.
Για να δούμε πόσο μεταμορφωτική δύναμη έχει η σοφία του Θεού, όταν την οικειοποιηθεί ο άνθρωπος, θα πρέπει να δούμε κι άλλους τρεις στίχους από την Αγία Γραφή. «Εάν έλθη η σοφία εις σην διάνοιαν, η δε αίσθησις τη ση ψυχή καλή είναι δόξη, βουλή καλή φυλάξει σε, έννοια δε οσία τηρήσει σε, ίνα ρύσηταί σε από οδού κακής και από ανδρός λαλούντος μηδέν πιστόν». Δηλαδή «εάν εισέλθη εις τον νουν σου η σοφία και η εκ της γνώσεως του νόμου του Θεού διάκρισις και ευαισθησία της συνειδήσεως φανή εις την διάνοιάν σου καλή και ωφέλιμος, τότε, απόφασις αγαθή και πεφωτισμένη θα σε προφυλάξη από τα πάθη και τας επιθυμίας της αμαρτίας και από τους εξωτερικούς πειρασμούς. Σκέψις δε αγία θα σε διατηρή εν τη αρετή, δια να σε γλυτώση από τον κακόν και ολέθριον δρόμον και από άνθρωπον που δεν λέγει ποτέ κάτι άξιον εμπιστοσύνης και παραδοχής».
Στους άνυδρους χρόνους που ζούμε έχουμε μεγάλη ανάγκη από κατά Θεόν σοφούς, οι οποίοι θα αποτελούν το φως της κοινωνίας και θα ενισχύουν συνάμα την ελπίδα μας ότι κάτι μπορεί να αλλάξει και στους σημερινούς ανθρώπους.

Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι τα οικονομικά είναι εκείνα που εξασφαλίζουν την ευτυχία. Κι έχουν δίκιο, αφού ως ευτυχία θεωρούν το φαγητό, το ποτό και τη διασκέδαση. Αν όμως ορίσουμε ότι η ευτυχία είναι κατάσταση της ψυχής, τότε όλα αυτά είναι ανεπαρκή και αποτρεπτικά της ευτυχίας. Επίσης δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η επί της γης ευτυχία, στο βαθμό φυσικά που μπορεί να επιτευχθεί, έχει άμεση σχέση με τη μεταφυσική, δηλαδή με την προσδοκία της άλλης ζωής, όπου ο Θεός θα αμείψει τον καθένα ανάλογα με τις πράξεις του. Η ευτυχία του ανθρώπου πηγάζει από τη θυσία και τον αγώνα. Θυσία για τον πλησίον και αγώνας για την πνευματική του πρόοδο. Και τα δύο αυτά έχουν προεκτάσεις πέρα από την παρούσα ζωή. Πρέπει ακόμη να διευκρινίσουμε ότι η πραγματική ευτυχία, για την οποία κάνουμε εδώ λόγο, είναι πρόγευση του παραδείσου. Ας δούμε όμως ειδικότερα ποιους θεωρεί ευτυχείς ο Χριστός, για να συνειδητοποιήσουμε ότι συχνά εμείς οι χριστιανοί ακολουθούμε το δρόμο των κοσμικών.
Στην επί του όρους ομιλία του ο Χριστός μακαρίζει οχτώ κατηγορίες ανθρώπων για κάποια αρετή τους ή για κάποια πράξη τους. Μακάριοι είναι «οι πτωχοί τω πνεύματι», όσοι δηλαδή συναισθάνονται την πνευματική τους πτωχεία και την εξάρτησή τους από το Θεό. Μακάριοι είναι «οι πενθούντες» για τις αμαρτίες τους και για το κακό που επικρατεί στον κόσμο. Μακάριοι είναι «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην», δηλαδή αυτοί που επιθυμούν τη δικαιοσύνη και την τελειότητα. Μακάριοι είναι «οι καθαροί τη καρδία», δηλαδή αυτοί που έχουν την καρδιά τους καθαρή από κάθε μολυσμό αμαρτίας. Μακάριοι είναι «οι πραείς», αυτοί δηλαδή που συγκρατούν τον εαυτό τους και δεν παραφέρονται ποτέ. Μακάριοι «οι ελεήμονες», δηλαδή οι σπλαχνικοί και επιεικείς που συμπονούν στη δυστυχία τον πλησίον. Μακάριοι είναι «οι ειρηνοποιοί», αυτοί που έχουν μέσα τους την ειρήνη και τη μεταδίδουν και στους άλλους. Μακάριοι τέλος είναι «οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης», δηλαδή αυτοί που ένεκα της αρετής και χριστιανικής του τελειότητας διώκονται και ονειδίζονται και συκοφαντούνται.
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι μιλώντας ο Χριστός για τους μακάριους ανθρώπους και τις αιτίες που τους κάνουν μακάριους, θέλει να δώσει μερικές πτυχές της μακαριότητας, η οποία προσεγγίζεται εδώ στη γη και ολοκληρώνεται στον ουρανό χωρίς ωστόσο να σημαίνει αυτό ότι οι ιδιότητες των μακαρίων ανθρώπων είναι ξεχωριστές και ανεπηρέαστες η μία από την άλλη. Ή για να το διατυπώσω πιο απλά, δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι ένας άνθρωπος που συναισθάνεται την πνευματική του πτωχεία δεν είναι πράος, ή ένας άνθρωπος με καθαρή καρδιά δεν είναι ειρηνοποιός κ.λπ. Θέλω να πω ότι ο μακάριος άνθρωπος έχει όλες τις αρετές και τις πράξεις που αναφέρει ο Χριστός στην ομιλία του. Και αν ήθελα να μιλήσω κάπως γενικότερα, θα έλεγα ότι για να είσαι μακάριος πρέπει να διεξάγεις πνευματικό αγώνα. Για να είσαι ταπεινός, για να πενθείς, και παράλληλα να είσαι πράος στους άλλους, να είσαι ελεήμων, ειρηνοποιός και υπομονετικός στις επιθέσεις των εχθρών, χρειάζεται μία συνεχής προσπάθεια για την απόκτηση των αρετών, πάντα με οδηγό το Ευαγγέλιο και βοηθό τη χάρη του Θεού.

Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η πίστη του ανθρώπου στο Θεό δεν φαίνεται στους άλλους και είναι καθαρά εσωτερική του υπόθεση. Κανείς δεν μπορεί να την διαπιστώσει ούτε και να την αμφισβητήσει. Ακόμη λένε ότι το να πιστεύει κανείς, δεν συνεπάγεται και αλλαγή τρόπου ζωής. Κάθε άλλο. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Ο Θεός δεν ασχολείται με τις επίγειες δραστηριότητές του, αρκεί μόνο να πιστεύει στην ύπαρξή Του. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε για να αποδείξουμε ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν ευσταθούν. Απλά θα παρουσιάσουμε μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πιστού ανθρώπου και από αυτά θα φανεί ότι η πίστη στο Θεό έχει πάντα εξωτερικές εκδηλώσεις, γιατί είναι ένα εσώτατο ιερό βίωμα του ανθρώπου, το οποίο εξωτερικεύεται με πολλούς τρόπους. Θα λέγαμε ακόμη ότι η πίστη οδηγεί στη μυστική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και αυτό είναι μία εμπειρία μοναδική και συγκλονιστική συνάμα.
Ο άγιος Νεκτάριος λέγει ότι η μορφή του πιστού έχει κάλλος που θέλγει, ύφος που εκφράζει την προς το Θεό πεποίθηση, γαλήνη που είναι έκφραση της εσωτερικής του γαλήνης, ηρεμία που είναι έκφραση της αταραξίας της καρδιάς του και αγαθότητα που είναι αποτέλεσμα της αταραξίας της συνείδησής του. Απαλλαγμένος ο πιστός από τις «άπαυστες μέριμνες του βίου που καταπονούν το πνεύμα του καθημερινά», επιδίδεται στην πνευματική ζωή και βιώνει μια ανέκφραστη μακαριότητα, γιατί «η καρδιά του και η διάνοιά του είναι αφιερωμένες στο Θεό και διαθερμαίνονται από την αγάπη του Θεού, το δε πνεύμα του σπεύδει να αναχθεί προς Αυτόν».
Παράλληλα ο πιστός διασπά τα δεσμά του εγωισμού του που περιορίζουν την αγάπη του στον πολύ στενό του κύκλο και ανοίγεται στη «γενική αγάπη», στην αγάπη δηλαδή προς όλους τους ανθρώπους και αφοσιώνεται σ’ αυτήν, αφού οι ηδονές του κόσμου τον αφήνουν αδιάφορο. Είναι ο εκλεκτός του Θεού, ο οποίος τίθεται στην αγάπη του πλησίον χωρίς να επιζητεί κάτι προς ίδιον όφελος.
Αποτέλεσμα αυτής της αφοσίωσής του στο Θεό είναι και τα νέα συναισθήματα που διεγείρονται στην καρδιά του. «Όλη η δημιουργία του μιλάει, με μυστική γλώσσα, στην ψυχή τουγια τη σοφία και την αγαθότητα του Δημιουργού. Τρυφή του είναι η μελέτη των έργων του Θεού και ευχαρίστηση η θεωρία του κάλλους της δημιουργίας. Το καλό, το αγαθό, η αλήθεια και η δικαιοσύνη είναι η μελέτη της καρδιάς του. Ευδαιμονία του αληθινή και βεβαιη η αδιάλειπτη επικοινωνία με το Δημιουργό. Τα ρήματα του Θεού είναι σαν μέλι γλυκύ στο στόμα του. Τα μελετά μέρα και νύχτα. Η καρδιά του καίγεται από την αγάπη του Θεού».
Κλείνοντας θα λέγαμε ότι η πίστη στο Θεό αποτελεί το αρραγές θεμέλιο της πνευματικής ζωής του ανθρώπου, αλλά και την πηγή της μυστικής και ανέκφραστης ευδαιμονίας που βιώνει αγωνιζόμενος να τηρήσει τις εντολές του Θεού.

Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008

Ο κάθε χριστιανός πρέπει να διεξάγει το δικό του πνευματικό αγώνα, προκειμένου να αποφεύγει, όσο είναι δυνατό, τις αμαρτίες και να αποκτά σε μεγαλύτερο βαθμό τις αρετές. Ο αγώνας αυτός ποικίλλει, γιατί και οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Πρέπει ωστόσο να διακρίνεται για την αποφασιστικότητα και σταθερότητα για να έχει σίγουρα πνευματικά αποτελέσματα. Είναι ενδιαφέρον να αναφερθούμε εκτενέστερα στον τρόπο απόκτησης των αρετών και αποφυγής των αμαρτιών, έχοντας ως σύμβουλό μας τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.
Κατ’ αρχάς ο χριστιανός πρέπει να γνωρίσει τον πρωταρχικό σκοπό της επίγειας ζωής του. Γι’ αυτό χρειάζεται να ενημερωθεί από ανθρώπους που έχουν γνώση κι εμπειρία. Και για να χρησιμοποιήσουμε μία φράση του αγίου Γρηγορίου, πρέπει να γεννηθεί μέσα στην καρδιά του ανθρώπου «η των μελλόντων επίγνωσις», στην οποία οδηγεί η πνευματική διδασκαλία. Μετά, με ελεύθερη τη βούλησή του, αρχίζει τον αγώνα. Πολύ γρήγορα θα ακούσει εντός του δύο αντίθετες φωνές, της ψυχής και του σώματος, και θα βιώσει μία εσωτερική πάλη. Στο στάδιο αυτό θα πρέπει να γνωρίζει ότι η αγάπη προς την ψυχή οδηγεί στην αγάπη προς το Θεό και την πνευματική πρόοδο, ενώ η αγάπη προς το σώμα οδηγεί στην αγάπη του κόσμου και την αμαρτία. Η αγάπη προς το Θεό είναι «ρίζα και αρχή κάθε αρετής», ενώ η αγάπη του κόσμου είναι «πρόξενος κάθε κακίας». Ειδικότερα ο άγιος Γρηγόριος λέγει ότι «οι αληθινοί πιστοί, που αγαπούν τις ψυχές τους και επιθυμούν να τις φυλάξουν σ’ αιώνια ζωή, ακούγοντας τις απειλές (περί  γεέννης ασβέστου πυρός) και τις επαγγελίες (περί αιωνίας βασιλείας του Θεού), συλλαμβάνουν μέσα τους αμέσως πόθο και φόβο· φόβο μεν για την ατελεύτητη οδύνη από την απειλούμενη γέεννα του πυρός· πόθο δε για την κατά την επαγγελία βασιλεία του Θεού και την αιώνια σ’ αυτήν ευφροσύνη». Αντίθετα εκείνοι που αγαπούν το σώμα τους, αγαπούν τον κόσμο, τις δια των αισθήσεων ηδονές και τα πονηρά πάθη. «Όπως ακριβώς η ψυχή ποθεί μόνη της τη μέλλουσα και μόνιμη ηδονή, έτσι και το σώμα ποθεί την παρούσα και παρερχόμενη· η τέτοια δε ηδονή είναι αισθητή και ενεργείται δια των αισθήσεών μας και προσγίνεται από τα αισθητά που είναι ο κόσμος. Γι’ αυτό ο φιλοσώματος είναι φιλόκοσμος. Ποθώντας λοιπόν χωρίς μέτρο τις κοσμικές ηδονές και επιδιώκοντας κι εκτιμώντας τες λόγω της φιλίας αυτής προς το σώμα ενδύουμε τους εαυτούς μας με πολύμορφη ασχημοσύνη των παθών. Επειδή δηλαδή η κατά κόσμον ηδονή ενεργείται δια των αισθήσεων, αφού οι αισθήσεις μας είναι πολλές και διάφορες, γι’ αυτό πολλές και διάφορες είναι και οι σχετικές με αυτές ηδονές και τα σχετικά με αυτές πάθη· διότι άλλα είναι τα πάθη της οράσεως, άλλα της ακοής και άλλα της οσφρήσεως, και της αφής πάλι άλλα και άλλα της γεύσεως»
Κλείνοντας, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ψυχή, ούτε μόνο σώμα. Είναι ψυχή και σώμα μαζί, σε μία αρμονική συνύπαρξη. Όταν όμως το ένα παραθεωρείται και το άλλο γίνεται αντικείμενο υπερβολικής φροντίδας, τότε ανατρέπεται η αρμονία και αρχίζουν τα ποικίλα προβλήματα.

Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008

Ο χριστιανός έχει ανάγκη από τα πρότυπα των αθλητών της αρετής, δηλαδή των αγίων, και γι’ αυτό η Εκκλησία πάντα προέβαλλε τους αγίους και προέτρεπε τους πιστούς να ακολουθούν τα βήματά τους. Σήμερα, παρόλο που δεν έχουμε πολλούς σύγχρονους αγίους, έχουμε πλήθος βιογραφιών παλαιών και νεωτέρων αγίων και αυτό είναι ευλογία του Θεού προς εμάς τους αμελείς, οι οποίοι συχνά χάνουμε τον πνευματικό μας προσανατολισμό. Παράλληλα έχουμε και πολλά μικρά κείμενα, που αναφέρονται σε μεμονωμένα περιστατικά της ζωής των αγίων, τα οποία επίσης παρέχουν πνευματική ωφέλεια σε όσους τα μελετούν.
Το άριστο είναι να δει κανείς τους αγώνες των γενναίων ανδρών με τα μάτια του, γιατί η όραση είναι η πιο αξιόπιστη αίσθηση. Ο Θεοδώρητος Κύρου, προλογίζοντας τη Φιλόθεο Ιστορία του, λέγει ότι «ορώμενα τα επαινούμενα αξιόκτητά τε φαίνεται και αξιέραστα γίνεται και προς την κτήσιν επείγει τους θεατάς». Δηλαδή τα κατορθώματα των πνευματικών αγωνιστών, όταν βλέπονται, φαίνονται άξια να αποκτηθούν, γίνονται αξιαγάπητα και παρακινούν τους θεατές να τα αποκτήσουν. Όμως οι θεατές σε όλες τις εποχές ήταν λίγοι, γιατί λίγοι ήταν και οι άγιοι. Έτσι προέκυψε αμέσως η ανάγκη να καταγράφονται οι βίοι των αγίων και να προσφέρονται σ’ όλους γενικά τους πιστούς. Οι διηγήσεις να παίρνουν τη μορφή κειμένου και να διασώζονται τα πνευματικά κατορθώματα των αγίων. Χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι στις διηγήσεις και τα κείμενα υπάρχει ο τρίτος άνθρωπος, ο οποίος παρουσιάζει τη μορφή του αγίου. Αυτός βρίσκεται ανάμεσα στον άγιο και τον ακροατή ή αναγνώστη. Το έργο του είναι σοβαρό και πρέπει να διακρίνεται για την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία. Μακάρι να μην είχαμε ανάγκη από τη μεσολάβηση τρίτων ανθρώπων προκειμένου να γνωρίσουμε τους αγίους. Όμως κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο. Αλλά και στην περίπτωση που γνωρίσαμε αγίους ανθρώπους, τα κείμενα χρειάζονται, γιατί η μνήμη δεν διατηρεί ανέπαφες τις διηγήσεις τους και τις εντυπώσεις μας. Και συμβαίνει αυτό επειδή η αδυναμία της λήθης σαν πασπαλισμένη ομίχλη, την ξεθωριάζει και καθώς περνούν τα χρόνια την εξασθενεί. Με τα κείμενα όμως κατορθώνουμε να τονώνουμε τη μνήμη μας και να φρεσκάρονται παλιότερα γεγονότα.
Θεωρούμε αναγκαίο ο αγωνιστής χριστιανός να διαβάζει κείμενα που αναφέρονται σε άγιες μορφές της Εκκλησίας μας και να παίρνει το ανάλογο μήνυμα. Ιδιαίτερα συγκινούνται και επηρεάζουν οι σύγχρονες μορφές, γιατί έζησαν κάτω από ίδιες κοινωνικές συνθήκες με μας και αντιμετώπισαν τα ίδια προβλήματα, γεγονός που κάνει τη διδαχή τους ρεαλιστική και εφαρμόσιμη. Γιατί πολλές φορές παθαίνουμε σύγχυση, όταν απομονώνουμε και απολυτοποιούμε κάποιο χωρίο από τη διδασκαλία ενός παλαιού αγίου, που αναφερόταν σε εκείνη την εποχή και απευθυνόταν σε ανθρώπους με διαφορετικά προβλήματα.

Πνευματικά Θέματα, Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, Β΄ έκδοση: Ιούνιος 2008

katafigioti

lifecoaching