Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


Όταν ο βασιλεύς του μεσαίωνος Κλόβις (465-511) φωτίσθηκε στην αληθινή πίστη, ο Επίσκοπος, καθώς ο Κλόβις κατέβαινε στ’ αγιασμένα νερά του βαπτίσματος, του είπε:
-Σκύψε τον αυχένα, περήφανε πολεμιστή. Από εδώ και πέρα θα προσκυνάς ό,τι έκαψες και θα καίς ό,τι προσκυνούσες.
Ο Κλόβις ήταν πρώτα θανάσιμος διώκτης του Χριστιανισμού κι είχε κάψει πολλές Εκκλησίες, ενώ παράλληλα απ’ όπου περνούσε έστηνε από ένα ξύλινο άγαλμά του για να το προσκυνά ο όχλος.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο806)

Θα σε αφήσει ο κόσμος
«Φαίνεσθε ως φωστήρες εν κόσμω». (Φιλιπ. β' 15)
Ο νεόφυτος εξομολογούμενος λέγει στον πνευματικό του:
—Τώρα που γνώρισα το Χριστό πρέπει να εγκαταλείψω τον κόσμο και να φύγω στην έρημο.

—Όχι, του απαντά ο πεπειραμένος πνευματικός, δεν είναι ανάγκη να παρατήσης εσύ τον κόσμο. Γρήγορα θα παρατήση ο κόσμος εσένα. Ιδιοτρόπησε θα πουν για σένα οι μεν. Έγινε θρησκόληπτος, θα πουν οι άλλοι. Μ’ αυτό τον καλόγερο θα κάνουμε παρέα; θα πουν οι υπόλοιποι.
Σκώμματα και ειρωνείες και εμπαιγμούς πέταξε στο πρόσωπο των άγιων ο κόσμος. Λίγο πριν τους τιμούσε, όταν τους έμαθε ότι είναι χριστιανοί τους κατεδίκασε σε μαρτύρια εμπαιγμών.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο303)


Υπάρχουν δύο διαφορετικές ασκητικές τάσεις. 

Η μία εκφράζεται με τον διαλογισμό και κατά κάποιον τρόπο τη χαλάρωση, για την είσοδο του νου στον κόσμο της καθαρής σκέψεως.

Η οδός όμως του Χριστού είναι διαφορετική. Από τους δύο αυτούς δρόμους -τη χαλάρωση και την ένταση- η ένταση είναι ο δικός μας δρόμος. Στη μοναχική μας βιοτή δεν διδασκόμαστε να βρισκόμαστε σε κατάσταση χαλαρώσεως και να στοχαζόμαστε με τον νου. Όχι!

Αλλά είμαστε διαρκώς σε άκρα ένταση, σαν τεταμένη χορδή. Προσπαθήστε λοιπόν να διατηρείτε τη χορδή αυτή πάντοτε τεταμένη.

Στην προσευχή μας, όταν στεκόμαστε στην εκκλησία, όλοι οι μύες μας είναι τεταμένοι, και ταυτόχρονα η προσοχή μας. Η προσευχή μας λοιπόν δεν αποτελεί ανάπαυση απαθούς σκέψεως που ξεφεύγει από τα όρια των παθημάτων της γης. Όχι! Εμείς ζούμε τα παθήματα όλου του Αδάμ. Και αυτό είναι η ζωή μας.

Εξωτερικά η μοναχική ζωή φαίνεται ήσυχη. Μπορώ όμως να την παρομοιάσω με ηλεκτροφόρο καλώδιο υψηλής τάσεως, από το οποίο διέρχεται ενέργεια που κινεί τραίνα, εργοστάσια, θερμαίνει σπίτια. ωστόσο το μικρό πουλί μπορεί να κάθεται επάνω στο σύρμα αυτό. Έτσι και ο χριστιανός είναι παρόμοιο καλώδιο, επάνω στο οποίο μπορεί να καθίσει ένα πουλί, χωρίς να κινδυνεύσει.

Ταυτόχρονα όμως εμφορείται από τέτοια ενέργεια, που μπορεί πραγματικά να αναστατώσει όλο τον κόσμο. Συνεπώς, στη ζωή μας εξωτερικά δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο, εσωτερικά όμως, με την ετοιμότητα για την υπακοή βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε ένταση, αγωνιζόμενοι πώς να παραμείνουμε αμετακίνητοι στην αιώνια σκέψη του Θεού για τον άνθρωπο. Και αυτό είναι σπουδαίο, αποτελεί πραγματικά τη σχολή του μοναχισμού.

Με τη μικρή άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος μεταβαίνει στο Άναρχο Είναι του Θεού μας, για το οποίο είναι αδύνατον να μιλήσουμε χρησιμοποιώντας τη λογική.

Διατηρήστε, λοιπόν, τη θέση αυτή: εξωτερικά τίποτε να μη φαίνεται, εσωτερικά όμως να υπάρχει ένταση στη ζωή μας.

Και τότε θα καταστούμε πιο εύθετοι για να εισέλθουμε στην αιώνια Βασιλεία του Χριστού.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 41-42)


Διηγούνται, ότι στη Σουηδία υπήρχε μια πριγκήπισσα — Ευγενία το όνομά της — η οποία διακρινόταν για τα φιλάνθρωπα αισθήματά της.

Ίδρυσε κάποτε ένα νοσοκομείον˙ τα χρήματα όμως, που είχαν προϋπολογίσει, δεν έφτασαν˙ και τότε εκείνη, για να το αποτελειώση, πούλησε και τα διαμαντικά της.

Ολόχαρη μια μέρα γύριζε από θάλαμο σε θάλαμο στο νοσοκομείο, σκορπίζοντας παρηγορητικά λόγια, όταν τα κλάματα ενός αρρώστου την έκαναν να σταθή στοργικά στο προσκέφαλό του.

Τι είχε συμβή; Ο άρρωστος έκλαιγε από βαθειά ευγνωμοσύνη προς την πριγκήπισσαν, εξ αιτίας της οποίας έβρισκε αυτός τόση προστασία μέσ’ την αρρώστεια του.

Και τότε, βαθειά συγκινημένη και η Ευγενία, αντικρύζοντας τα δάκρυα του αρρώστου, είπε:

«Ω! Να τα διαμάντια μου˙ τα ξαναβρίσκω».


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο863)

 

Έχουμε ήδη τόσες πολλές μαρτυρίες για την πέραν του τάφου ζωή. 

Και με τον Σιλουανό υπήρξαν πολλές εμφανείς μαρτυρίες ότι μας βλέπει και ακούει τις προσευχές μας. Πολλοί εξεπλάγησαν στο Άγιον Όρος πόσο γρήγορα και με πόση ακρίβεια προβλέπει ακόμη και τη σκέψη μας. Είναι πολύ αυστηρότερος μαζί μου και επιεικέστερος με τους άλλους.
Η μητέρα μου πέθανε κατά την περίοδο του Β' Παγκοσμίου πολέμου, κατά τις αρχές του '40 Η αδελφή μου Αικατερίνη πέθανε κατά τη δεκαετία του '60 από καρκίνο. Η άλλη αδελφή μου, η Μαρία, βρισκόταν στο νοσοκομείο δίπλα της, όταν η Αικατερίνη ήταν σε κωματώδη κατάσταση από φοβερούς πόνους. Και ξαφνικά η Αικατερίνη σηκώνεται από το προσκέφαλο και εντελώς καθαρά λέει:

«Μόλις είδα τη μητέρα και μου είπε ότι θέλει να πεθάνουμε όλοι με πίστη».

Η Αικατερίνη δεν ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας. Δεν γνωρίζω αν πίστευε ή δεν πίστευε, αλλά αυτό είναι γεγονός, είπε αυτά τα λόγια. Και μόλις το είπε, έπεσε πάλι στο προσκέφαλο ήδη νεκρή. Συνεπώς, η κοινωνία με τους κεκοιμημένους είναι δυνατή. Δεν είναι απλό πράγμα ούτε εύκολο, αλλά είναι οπωσδήποτε πραγματικό.
Και πόσες περιπτώσεις υπήρξαν, κατά τις οποίες η προσευχή για τους κεκοιμημένους άλλαξε τη μεταθανάτια κατάστασή τους!

Μου συνέβη κάποτε να τελέσω τρισάγιο στον τάφο κάποιας Ρουμάνας κυρίας, η οποία ήταν γνωστή στη βασιλική αυλή. Αυτό έγινε στην Ιταλία, όταν φιλοξενήθηκα από την οικογένειά της. Κατά τη διάρκεια της προσευχής ήταν παρούσα και η κυρία X. Αργότερα, όταν ήδη βρισκόμουν στην Αγγλία, επισκέφθηκε την κυρία X κάποια γνωστή της που γνώριζε την αποθανούσα Ρουμάνα και είπε:

«Είδα την κυρία αυτή για την οποία προσευχηθήκατε. Ήρθε χαρούμενη λέγοντας ότι όλα άλλαξαν τελείως».

Και ανέφερε την ημέρα και την ώρα της προσευχής μας. Σκεφτείτε, η νεκρή γυναίκα μπόρεσε να πληροφορήσει γι’αυτό τη φίλη της, την ίδια μάλιστα ώρα! Τόσο ακατάληπτα σχετίζονται όλοι αυτοί οι δεσμοί και η ζωή μας συνδέεται με τον Σιλουανό. 'Ω, τί πατέρα μας έδωσε ο θεός!
Όλα αυτά είναι τόσο ζωντανά! Εγώ πεθαίνω τώρα σιγά-σιγά -δεν γνωρίζω πότε θα γίνει αυτό-, όμως κουράστηκα πια να ζω. Και σας παρακαλώ, προσεύχεσθε ώστε να μου δώσει ο Κύριος ειρηνικό, χριστιανικό και ανώδυνο τέλος. Και τότε, ίσως θα είμαι ακόμη περισσότερο συνδεδεμένος μαζί σας παρά τώρα.


1. Βλ. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Γράμματα στή Ρωσία, εκδ.Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ 2009, σ. 16.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 129-131)

Διπλή επαγγελία
« Η ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός εστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. (Α' Τιμ. δ' 8)
Ένας Ιταλός δικηγόρος, ερώτησε τον Φίλιππο Νέρι: — Πάτερ μου, ξέρετε πως η οικογένειά μου είναι μεγάλη. Πρέπει να σκεφθώ εγκαίρως για το μέλλον των παιδιών μου. Ποιό νομίζετε καλύτερο επάγγελμα που πρέπει ν’ ακολουθήση το μικρότερο από τα παιδιά μου; Θα ήθελα ένα επάγγελμα με λίγες απώλειες αλλά πολλά κέρδη. — Αφού είναι έτσι, απαντά ο Φίλιππος, μη χάνεις καιρό˙ κάμε το άγιο.
Είναι λοιπόν βιοπορισμός η αγιότης; Γιατί όχι; Κανένα πράγμα δεν μπορεί να υποσχεθή ασφαλέστερη, ωραιότερη, επικερδέστερη ζωή από τη ζωή ενός αγίου ανθρώπου. Η αγιότης δίδει διπλή επαγγελία, «της νυν ζωής και της μελλούσης».
Από τόνα μέρος η χαρά και η ειρήνη σ’ αυτή τη γη και από τ’ άλλο η δόξα του ουρανού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο845)

Ευφημιανός και Αγλαΐα
«Τέκνα σοι έστι, παίδευσον αυτά...». (Σοφ. Σειρ. ζ' 23)
Το ανδρόγυνο αυτό ήταν ευλογημένο. Ήσαν τόσο πλούσιοι όσο και ελεήμονες. Αλλά η ελεημοσύνη τους δεν έμοιαζε με τις «δωρεές» τις δικές μας. Ήταν ελεημοσύνη με ψυχή. Δεν εβοηθούσαν απλά τους πτωχούς. Τους υπεχρέωναν να κάθονται στο δικό τους τραπέζι, παρεμέριζαν δε τους υπηρέτες και τους επεριποιούντο μόνοι, τρέχοντες από τον ένα στον άλλο.
Οι φίλοι τους εκορόιδευαν. Και αυτοί σε απάντησι έμαθαν και το μονάκριβο παιδί τους την τόσο δύσκολη αυτή υπηρεσία της αγάπης. Με το μικρό του χέρι εμοίραζαν τα αγαθά τους και στις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μάζευαν ορφανά στο σπίτι και έβαζαν το αγοράκι τους να τα υπηρετή.
Αυτό το παιδί, όταν μεγάλωσε, έγινε — μπορούσε να μη γίνη; — ο άγιος Αλέξιος. Ο Άνθρωπος του Θεού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο939)

Το ξέχασε. 
Ο διάσημος Γάλλος συγγραφεύς και φιλόσοφος Φοντενέλ (1657—1757) είχε εξαιρετική προσήλωση στο ευαγγελικό ρητό: «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».
Μια μέρα τον βρήκε κάποιος γνωστός του και του είπε:
— Θυμάστε, που μου είχατε υποσχεθή να ενδιαφερθήτε για κάποιο ζήτημά μου;
Καλά λέτε, απάντησε ο Φοντενέλ, το είχα ξεχάσει.
— Μα δεν το ξεχάσατε. Κάνατε ό,τι σας ζήτησα κι ήρθα για να σας ευχαριστήσω.
— Πραγματικά, ωμολόγησε ο Φοντενέλ, δεν είχα ξεχάσει να σας βοηθήσω. Είχα ξεχάσει ότι σας βοήθησα. 
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο872)

Χαριτολόγημα αγίου
Ο όσιος Εύδηλος (8ος αιών) συνήθιζε να λέγη:
— Κάθε καλή πράξη, που έχω κάνει στη ζωή μου, δεν τη σκέφτομαι καθόλου.
Κι όταν τον ρωτούσαν το γιατί, απαντούσε:
—Τη σκέφτεται νύχτα και μέρα ο Διάβολος. Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμμιά ανάγκη να τη θυμόμαστε κι οι δυό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο784)

 

Στο βιβλίο «Για τη ζωή των μοναχών στον Καύκασο» ο συγγραφέας του, ο ασκητής π. Ιλαρίων, διηγείται πως πηγαίνοντας στο βουνό, άρχισε να κτίζει μια μικρή καλύβα από κλαδιά δένδρων. Επειδή δεν κατάφερε να τελειώσει την κατασκευή αυτή έγκαιρα και νύχτωσε, πλάγιασε να κοιμηθεί για να ξεκουραστεί.

Ένας πάνθηρας ή ένα είδος λιονταριού εντόπισε την παρουσία ανθρώπου και άρχισε να κάνει γύρους γύρω από αυτόν βρυχώμενος. Και αυτός βρισκόταν εκεί με το μισό σώμα του προστατευμένο μέσα στην καλύβα και τα πόδια έξω από αυτήν. Φανταστείτε αυτή την εμπειρία: να συναντήσεις ένα λιοντάρι που αγωνίζεται για την επιβίωσή του, έτοιμο να σε κατασπαράξει. Αλλά χάρη στη θεία Πρόνοια, αφού πλησίασε την καλύβα του ασκητή, το ζώο έφυγε με βρυχηθμούς για πάντα από την περιοχή εκείνη. Δεν τόλμησε να αγγίξει τον άνθρωπο.

Αυτό το βιβλίο αναφέρει πολλά παρόμοια περιστατικά, για παράδειγμα, πώς ένας ασκητής είδε τους λύκους σε προσευχή το βράδυ, και ο Θεός τους έδινε τροφή. Συνήθιζε να συγκεντρώνεται σε κάποιο μέρος για προσευχή. Βρισκόταν εκεί, κοντά στο μέρος αυτό, αλλά οι λύκοι πέρασαν χωρίς να τον δουν.

Μια άλλη φορά, κάποιος ασκητής βάδιζε στον αυχένα ενός βουνού, πάνω σε μικρό μονοπάτι. Από τα δύο μέρη υπήρχε άβυσσος. Βλέπει ξαφνικά μια αρκούδα να έρχεται προς το μέρος του, βαδίζοντας στο ίδιο μονοπάτι. Τί να κάνει; η αρκούδα βρήκε τότε έναν κορμό δένδρου που βρισκόταν στην άκρη του μονοπατιού εκείνου και αποκοιμήθηκε πάνω του, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον ασκητή να περάσει. Να η Πρόνοια του Θεού. 

Η έρημός μου στο Άγιον Όρος δεν απείχε δέκα χιλιόμετρα από «οποιοδήποτε είδος ανθρώπινης παρουσίας», Παρ’ όλα αυτά, τη νύχτα υπήρχε -και κυρίως στη δεύτερη σπηλιά που έζησα- πραγματική απομόνωση από όλο τον κόσμο. Έπρεπε να περπατήσω, για παράδειγμα, σαράντα λεπτά για να φθάσω στο μοναστήρι του Αγίου Παύλου η σε περιοχή που ζούσε κάποιος εκεί.

Η θεία Πρόνοια είναι τέτοια, που αληθινά θα εκπλαγείτε βλέποντας πώς ενεργεί. Αυτό με κάνει να πω ότι η Πρόνοια του Θεού ενεργεί με «μαθηματική ακρίβεια». Δεδομένου ότι είναι έτσι, έγκαταλείποντας την αδυναμία μας, βαδίζουμε πίσω από τον Χριστό, για να ακολουθήσουμε τα βήματά Του. Και στην περίπτωση αυτή, το επαναλαμβάνω, δεν θα γνωρίσουμε ακηδία.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 120-121)


Ο Θεός μιλά στην καρδιά του ανθρώπου. 
Σε σχέση με όσα είπα, ο π. Ρ. μου διηγήθηκε ένα επεισόδιο από τη διακονία του ως πνευματικού. Βρισκόταν στο Birmingham, στο σπίτι κάποιας οικογένειας από την Κύπρο.

Ένα κοριτσάκι 6 ή 7 ετών τον πλησιάζει και του λέει:

«Έχω κάποιες δυσκολίες με τον πατέρα μου. Όταν πάμε στην εκκλησία, μας λέει ότι πρέπει να νηστεύουμε. Λέει να μην τρώω πατατάκια, αλλά μπορώ να τρώω ψωμί. Εγώ όμως δεν θέλω να φάω ψωμί αλλά πατατάκια».

Ο π. Ρ. της είπε τότε:

«Αντί να μαλώνεις με τον πατέρα σου, πήγαινε στο δωμάτιό σου και προσευχήσου στον Κύριο ως εξής: «Κύριε... να, έχω δυσκολία με τον πατέρα μου, πες μου τί πρέπει να κάνω».

Το κοριτσάκι τότε ανέβηκε στο δωμάτιό του και μετά από 5 λεπτά ξαναέρχεται και του λέει:

«Έκανα όπως μου είπατε και ο Θεός μου έδωσε την απάντηση».

«Τί απάντηση σου έδωσε;».

«Ρώτησα τον Θεό τί να κάνω, διότι δεν θέλω να φάω ψωμί, αλλά πατατάκια, και ο Θεός μου είπε:

“Μπορείς να τρώς ό,τι σου είπε ο πατέρας σου, ψωμί, αλλά μπορείς να βάλεις λίγη μαρμελάδα πάνω σε αυτό » [γελά ο γέροντας Σωφρόνιος].

Είναι συγκινητικό πώς ο Κύριος μίλησε στο κοριτσάκι αυτό: «...αλλά μπορείς να βάλεις λίγη μαρμελάδα πάνω στο ψωμί».

«Και αυτό μπορώ να το κάνω, ναι», πρόσθεσε.

Ο π. Ρ της είπε: «Έτσι να κάνεις πάντοτε. Όταν βρίσκεσαι σε δυσκολίες, να προσεύχεσαι στον Θεό».

Δεν τολμούμε να αναρωτηθούμε πώς ο Κύριος της έδωσε αυτή την απάντηση, αλλά η απάντηση ήταν σοφή. Η μαρμελάδα ταιριάζει με τη νηστεία, μπορεί να θεωρηθεί ως ζάχαρη. Θα ήθελα να ρωτάτε πάντοτε τον Κύριο πώς να ενεργείτε, και ιδιαίτερα για τα πιο δύσκολα πράγματα.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 133)


Αν έχετε διαβάσει τη ζωή του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, θα θυμάστε ότι, ενώ άκόμη ήταν σπουδαστής της εκκλησιαστικής Ακαδημίας της Πετρουπόλεως, αρρώστησε σοβαρά κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Οι γιατροί είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να τρέφεται με μια ελάχιστη ποσότητα τροφής, αλλά αρκετή για να δυναμώσει.

Του πρότειναν λοιπόν να του δώσουν κρέας και σούπες, πράγμα που εκείνος αρνήθηκε λέγοντας:

«Θα το κάνω, μόνο αν η μητέρα μου δώσει εύλογία».

Έστειλαν λοιπόν ένα τηλεγράφημα στη μητέρα του, στο Αρχάγγελσκ, στο βόρειο μέρος της Ρωσίας, κοντά στη Λευκή Θάλασσα, και εκείνη η αμόρφωτη γυναίκα απάντησε:

«Προτιμώ να πεθάνει, παρά να διακόψει τη νηστεία».

Τέτοια ήταν η απόφασή της, και ο υιός της Ιωάννης, εξαιτίας αυτού, ανένηψε και σηκώθηκε από το κρεβάτι του, από τη θέλησή του να ακολουθήσει τον Χριστό.
(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Α, σελ. 241)

Το παν εξαρτάται από το επίπεδο στο οποίο κτίζουμε της ζωή μας.
Όλοι εσείς, αδελφοί μου, γνωρίζατε κάποιον κ. Ν. που έπασχε από προοδευτική παράλυση- ανίατη ασθένεια. Ήρθε εδώ και προσευχηθήκαμε γι’ αυτόν. Καθόταν σε αναπηρική καρέκλα. Μετά λοιπόν από την προσευχή, του είπα:

«Εμείς δεν είμαστε θαυματουργοί. Είμαστε απλοί και αμαρτωλοί άνθρωποι, αλλά ωστόσο προσευχηθήκαμε στον Θεό να δείξει το έλεος Του σε σας».

Και ξαφνικά, με φωτεινό από ευτυχία βλέμμα είπε:

«Αλλά έζησα τον Θεό κατά της διάρκεια της προσευχής και αυτό είναι για μένα σημαντικότερο από τη θεραπεία».
Με κατέπληξε το γεγονός, επειδή οι εξωτερικές συνθήκες ήταν πολύ ήσυχες. Τί άκριβώς έζησε ο άνθρωπος αυτός; Είχε ανώτατη μόρφωση και οικονομικώς ήταν αρκετά πλούσιος, ώστε να έχει ζήσει σε συνθήκες κοινωνικής ανέσεως. Όπως η μεγάλη πλειονότητα των μορφωμένων ανθρώπων, έτσι και αυτός ήταν αδιάφορος προς την πίστη
και την Εκκλησία.

Η δε γυναίκα του ήταν μάλλον αρνητικά τοποθετημένη απέναντι στην Εκκλησία. Εκείνο που με συγκίνησε ήταν ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος, ούτε ο παραμικρός, που να τον ανάγκαζε να πει: «Μα έζησα τον Θεό»!
Αν σύμφωνα με την πίστη μας υπάρχει αιώνιος και προαιώνιος Νους που δημιούργησε τα πάντα, τότε με ποιόν τρόπο ο άνθρωπος θα γνωρίσει ότι Αυτός ο Δημιουργός των πάντων τον άγγιξε; Αν υπάρχει δυνατότητα για τον άνθρωπο να γνωρίσει την επαφή του αιωνίου αυτού Πνεύματος, σημαίνει ότι υπάρχει στον άνθρωπο όχι μόνο η ικανότητα για τη γνώση του υλικού κόσμου ή του κοσμικού είναι που μας περιβάλλει, αλλά και κάτι ακόμη μεγαλύτερο...

Και όταν η αίσθηση της παρουσίας του Θεού αρχίζει να προσεγγίζει όλο και συχνότερα τον άνθρωπο, αυτός αλλάζει σε όλες τις εκδηλώσεις του, στις εκτιμήσεις του για τα πάντα. Για παράδειγμα, ο κ. Ν που είπε «αλλά έζησα τον Θεό» ενώ ήταν καταδικασμένος να πεθάνει, και μετά την προσευχή αυτή, προχώρησε ήσυχα και με χαρά στον θάνατο και όλη η οικογένειά του άλλαξε τρόπο ζωής.
(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Α, σελ. 370-371)

 


Ο Κανάρης κι η πολυθρόνα. 
Όταν ο ένδοξος πυρπολητής του 21 Κωνσταντίνος Κανάρης έγινε υπουργός Ναυτικών, μπαίνοντας για πρώτη φορά στο υπουργείο, είδε πίσω από το γραφείο του μια πολυτελή κι αναπαυτική πολυθρόνα.
Στο αντίκρυσμά της θύμωσε και φώναξε:
— Τι θέλει αυτή η πολυθρόνα εκεί; Βγάλτε την γρήγορα από εδώ μέσα, γιατί αλλοιώς θα την πετάξω από το παράθυρο. Φέρτε μου μια κοινή καρέκλα. Δεν ήρθα εδώ για να αναπαυθώ.
Δυστυχώς, πολλοί είναι εκείνοι που στα αξιώματα βλέπουν μονάχα τις απολαυές κι όχι τις θυσίες.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο564)

«Έχασα μια ημέρα»
Διηγούνται πως ο αυτοκράτωρ Τίτος, κατά τη διάρκεια κάποιου επισήμου γεύματος, θυμήθηκε πως εκείνη την ημέρα δεν είχε κάμει καλό σε κανένα άνθρωπο. Διέκοψε το φαγητό του και τινάχτηκε από τη θέση του αφίνοντας ένα ξεφωνητό: Diem perdidi. Δηλαδή: έχασα μια ημέρα.
Πόσες τάχα ημέρες να έχωμεν χάσει εμείς, χωρίς τον παραμικρό έλεγχο. Και όμως ευωχούμεθα στο τραπέζι της ζωής χωρίς τον παραμικρό έλεγχο.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο314)

Οι μαρμαρένιοι επίσκοποι
«Όχι για τους τοίχους, αλλά για τις ψυχές ήρθε εδώ κάτω ο Βασιλεύς των ουρανών. Επί της εποχής των Αποστόλων, όταν η Εκκλησία εκοσμείτο με χαρίσματα πνευματικά, ανέβλυζε δε το άρωμα της αγίας πολιτείας της, δεν υπήρχαν επισκοπικά μέγαρα. Επί των ημερών μας όμως τα επισκοπικά μέγαρα μαρμαροστολίζονται, η δε Εκκλησία παραμελείται.
Τότε είχαμε ξυλίνους επισκοπικούς οίκους, αλλά κατοικούσαν μαρμαρένιοι επίσκοποι μέσα σ’ αυτούς. Τώρα έχουμε μαρμαρένιες επισκοπές, που στεγάζουν ξύλινους επισκόπους».
( Από κείμενο του αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο488)

"Η Τίνα ήταν διαρκώς θυμωμένη με τον άνδρα της, γιατί κάθε φορά καθυστερούσε να έρθει το βράδυ στο σπίτι.

Με κόπο προσπαθούσε να διατηρήσει το φαγητό ζεστό, τα παιδιά πεινούσαν και καυγάδιζαν, και το καθυστερημένο συμμάζεμα της κουζίνας μετά το φαγητό της χαλούσε όλη τη βραδιά. Η Τίνα αγαπούσε τον προγραμματισμό κι αυτή η κατάσταση την ενοχλούσε πολύ.

Τα πράγματα άλλαξαν όταν άλλαξε κι αυτή τακτική. Άρχισε να σερβίρει το φαγητό στην ώρα του, είτε είχε έρθει ο άνδρας της είτε όχι. Εκείνος κατέληγε να βρίσκει το φαΐ του κρύο κι έπρεπε μόνος του να το ζεστάνει και να καθίσει μόνος του να φάει. Δεν πέρασαν λίγες μέρες και ο άνδρας της τα κατάφερνε να έρχεται στην ώρα του κάθε βράδυ!
Τα όρια της Τίνας (να σερβίρει το φαγητό στην κανονική ώρα και να τρώει μαζί με τα παιδιά), τη βοηθούσαν να μη νιώθει πληγωμένη κι αγχωμένη όπως πριν. Το πρόγραμμά της κυλούσε κανονικά, τα παιδιά είχαν βρει τη σειρά τους και δεν χρειαζόταν πια να θυμώνει.

Μια αμερικάνικη παροιμία λέει: «Μη θυμώνεις, καλύτερα εκδικήσου!» Κάτι τέτοιο, όμως, δε θα ωφελούσε σε τίποτε. Γι’ αυτό και προτιμούμε ν’ αλλάξουμε την παροιμία: «Μη θυμώνεις, καλύτερα βάλε όρια!»"

Ενοχοποίηση
Οι άνθρωποι που έχουν την τάση να ενοχοποιούν τους άλλους, θα σας φερθούν σαν να τους σκοτώνετε με το όχι σας και θ’ αντιδράσουν δραματικά, λέγοντας «Πώς μπορείς να μου το κάνεις αυτό;» Θ’ αρχίσουν να κλαίνε, να παίρνουν παρεξηγημένο ύφος ή να θυμώνουν.

Θυμηθείτε ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν έναν προβληματικό χαρακτήρα. Όταν συμπεριφέρονται σα να προέρχεται από σας όλη τους η δυστυχία, το κάνουν γιατί θέλουν να σας έχουν θύμα τους και να επιβάλλουν τα δικά τους όρια. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη βοήθεια που χρειάζεται κανείς σε μια πραγματική ανάγκη.

Όταν ακούτε παράπονα, προσπαθήστε να διακρίνετε τη φύση και τα κίνητρα αυτών που τα κάνουν. Αν προσπαθούν να σας επιρρίψουν τις ευθύνες για όλα, να απαιτούν και να σας ενοχοποιούν, αν δεν ανταποκριθήτε σ’ ό,τι ζητούν, ετοιμαστείτε να τους αντιμετωπίσετε.
Η Σούζαν αρνήθηκε να δανείσει χρήματα στον αδελφό της για ν’ αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Είχαν από καιρό ενηλικιωθεί. Εκείνη ήταν υπεύθυνη κι εργαζόταν σκληρά, εκείνος ήταν ανεύθυνος και σπαταλούσε αμέσως τα χρήματα που κέρδιζε. Για χρόνια δανειζόταν απ’ αυτήν, ποτέ όμως δεν της είχε επιστρέψει κάτι.
Αφού παρακολούθησε ένα σεμινάριο για την οριοθέτηση, κατάλαβε η Σούζαν ότι δεν ήταν σωστό αυτό που γινόταν κι οπλίστηκε μ’ ένα όχι για την επόμενη φορά. Η αντίδραση του αδελφού της ήταν σαν να του είχε καταστρέψει τη ζωή. Όλη του η καριέρα, έλεγε, χανόταν «εξαιτίας της», επειδή δε θα μπορούσε πια να προσελκύσει πελάτη, με το παλιό αυτοκίνητο που είχε. Και «εξαιτίας της» δε θα μπορούσε ούτε μια γυναίκα να βρει, αφού δε θα είχε καινούργιο αυτοκίνητο.

Η Σούζαν τώρα είχε μάθει ν' αναγνωρίζει πως ο αδελφός της έριχνε σ αυτήν την ευθύνη, μέσα σ’ όλα αυτά τα παράπονα, και τον αντιμετώπισε χωρίς να κλονιστεί. Του είπε πως λυπόταν για όλες αυτές τις δυσκολίες που θα είχε, αλλά αυτό ήταν δικό του πρόβλημα. Η στάση της αποδείχτηκε ότι τελικά ήταν καλή όχι μόνο γι’ αυτήν, αλλά και για κείνον.

(από το βιβλίο: Όρια ζωής, εκδόσεις Η έλαφος, Αθηνα 2008, σελ. 160-161 και 350-351

Η καλυτέρα μόρφωσις. 

Σ' ένα κύκλο συζητητών γινόταν λόγος για το καλύτερο είδος μορφώσεως.
Οι μεν έλεγαν ότι η καλύτερη μόρφωσις είναι η φιλοσοφία. Άλλοι υποστήριζαν, ότι ήταν οι καλές τέχνες. Άλλοι έθεταν την προτίμησή τους στην στρατιωτική κατάρτιση. Και τέλος άλλοι θεωρούσαν ως καλύτερο είδος μορφώσεως την πολιτική πείρα.
Αφού είπε ο καθένας τη γνώμη του, ρώτησε και τον φιλόσοφο Αντισθένη (444—465 π.Χ.), ο οποίος απάντησε:
— Για μένα η καλύτερη μόρφωσις είναι το να ξεμάθη κανείς την κακία.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο126)

Δύο βασιλικές επιγραφές
Ο αυτοκράτωρ Κάρολος Κουΐντος είχε στείλει στον βασιλέα της Γαλλίας Φραγκίσκο τον 1ον, μια επιστολή, στην οποία υπογραφόταν ως έξης: «Κάρολος Κουΐντος, αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, βασιλεύς της Ισπανίας, αυθέντης της Καστίλλης, κύριος της Νεαπόλεως».
Ο Φραγκίσκος του απάντησε, υπογράφοντας το δικό του γράμμα με τα έξης: «Φραγκίσκος, κύριος των παθών του».
«Ένα είδος μεγαλείου αναγνωρίζω στον άνθρωπο: την επιβολή πάνω στις χαμηλές ροπές του».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο876)

Οι συνέπειες της μέθης
Ο βασιλεύς της Σουηδίας Κάρολος 12ος (1682—1718) είχε ροπή προς το πιοτό... Ένα βράδυ μισομεθυσμένος έχασε τον έλεγχο της συμπεριφοράς του κι εφέρθηκε χωρίς τον απαιτούμενο σεβασμό στη μητέρα του.
Την άλλη μέρα παρουσιάσθηκε μπροστά της ενώπιων όλων των αυλικών μ’ ένα ποτήρι στο χέρι, που είχε λίγο κρασί, και της είπε: Κυρία, χθες σας φέρθηκα με απρέπεια εξ αίτιας του κρασιού. Επιτρέψατέ μου τώρα να πιω αυτό το ποτήρι εις υγείαν σας. Θα είναι το τελευταίο της ζωής μου.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο836)

Ο πραγματικός χρόνος υπηρεσίας

Κάποιος νεαρός παρουσιάζεται σε μια επιχείρησι και ζήτα να τον προσλάβουν υπάλληλο.
Ο διευθυντής εξετάζει τα χαρτιά, που του έδωσε ο υποψήφιος, και παίρνει στο τηλέφωνο την επιχείρησι όπου ο νέος εργαζόταν προηγουμένως.
— Πόσον καιρό εργάσθηκε σε σας ο κ. X; ρωτά.
— Μερικές ώρες, του απαντούν.
— Μα πώς! κάνει έκπληκτος ο διευθυντής. Εδώ, το πιστοποιητικόν που του δώσατε, αναφέρει τρία χρόνια.
— Το πιστοποιητικό μίλα για το χρονικό διάστημα που ήταν υπάλληλος κι όχι για εκείνο που εργάσθηκε ήταν η απάντησις.
«Είμαι χριστιανός όσο ζω χριστιανικά κι όχι απλώς όσο ζω»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο933)

Η εσωτερική πραγματικότης
Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης αναφέρει το εξής χαριτωμένο επεισόδιο. Κάποιος είχε γυμνάσει ένα πίθηκο να χορεύη και να φέρεται σαν άνθρωπος.

Τον είχε ντύσει με φορεσιά αριστοκράτου και του είχε βάλει και μια ανθρώπινη μάσκα. Όλοι βλέποντας τον πίθηκο να χορεύη, νόμιζαν πώς ήταν ένα μικρό ανθρωπάκι. Κάποιος όμως από τους θεατάς είπε: Τώρα θα δήτε ότι δεν πρόκειται παρά για ένα πίθηκο. Του πέταξε στη σκηνή αμύγδαλα και το ζώο, παρατώντας τους χορούς και σχίζοντας τη μάσκα που το εμπόδιζε, ώρμησε στ’ αμύγδαλα κι άρχισε να τρώη.

Κι ο άγιος Γρηγόριος καταλήγει: «Έτσι κι οι υποκριταί˙ μόλις παρουσιαστή το συμφέρον ξεχνούν τον επιφανειακό τους ανθρωπισμό κι αποδεικνύονται κτήνη».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο453)

«Άλας της γης» (Ματθ. ε' 13)
— Γιατί ο Χριστός είπε στους μαθητάς του ότι πρέπει να είναι το «άλας της γης»; ρώτησε η καθηγήτρια τα παιδιά.
Πολλές Απαντήσεις δόθηκαν στο ερώτημα αυτό. Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να νοστιμίζουν την ανθρώπινη ζωή. Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να προφυλάξουν την κοινωνία από την σαπίλα της αμαρτίας... Σε μια στιγμή όμως, μια μαθήτρια πετάχθηκε και είπε:
— Και κάτι άλλο, κυρία. Το αλάτι προκαλεί την δίψα...
Πράγματι, η ζωή του Χριστιανού πρέπει να είναι τόσο χαρούμενη και ζηλευτή, που οι άλλοι άνθρωποι να την ποθούν και διψώντας την να έρχωνται στο Χριστό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο877)

Κόλασις. (Χρυσοστομικό λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη)
μοναξιά αφόρητη  (Ε.Π.Ε. 8α,294)
Ο Αβραάμ δεν έστειλε με το Λάζαρο στον πλούσιο της κολάσεως τη δροσιά που ζήτησε, όχι διότι μια σταγόνα θα στοίχιζε σε τίποτε την αστείρευτη πηγή του παραδείσου, αλλά διότι η σταγόνα της ελεημοσύνης δεν ανακατεύεται με τη σκληρότητα. Επειδή, λοιπόν, ο Λάζαρος στον καιρό των αγώνων καταφρονήθηκε, γι’ αυτό κατά τον καιρό της αμοιβής κρίθηκε άξιος αιώνιας παρηγοριάς.

μετάνοια εκεί ανενέργητη (Ε.Π.Ε. 8α,294)

Τότε, τον καιρό της κολάσεως, θα θυμηθής τα λόγια μου (περί ελεημοσύνης) . Αλλά ποιό θα είναι το όφελος για σένα; Κανένα. Και εκείνος, ο πλούσιος της παραβολής, το θυμήθηκε εκεί και ζητούσε δυνατότητα μετανοίας, αλλά τίποτα δεν κέρδισε.

αποστροφή του προσώπου του Θεού (Ε.Π.Ε. 10,104)
Και μύριες κολάσεις να προσθέση κανείς, δεν μπορεί να δείξη πόσο τραγικό είναι να εκπέσουμε από την αιώνια δόξα του παραδείσου. Ανυπόφορο το «Δεν σας ξέρω» (Ματθ. κε' 12), το να κατηγορηθούμε ότι Τον είδαμε να πεινάη και δεν Του δώσαμε να φάη (Ματθ. κε' 42). Προτιμότερο να μας έρριχνε μύριους κεραυνούς, παρά να δούμε να αποστρέφη από μας εκείνο το ήμερο πρόσωπό Του, εκείνο το γαλήνιο βλέμμα Του.

άσβεστη φωτιά (Ε.Π.Ε. 10,622)
Τί χειρότερο υπάρχει απ' αυτή τη βάσανο; Τί χειρότερο από τα τραύματα, που έχουν μέσα τους; Τί χειρότερο από το καμίνι, που καίει αιώνια και από τη φλόγα που δεν σβήνει ποτέ;

να την αποφύγουμε  (Ε.Π.Ε. 11,170)
Να έχουμε πάντοτε ζωηρό στη μνήμη μας το φόβο των κολαστηρίων, ώστε να αποφύγουμε την κολαστική πραγματικότητα και να απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά.

για όποιον δεν πράττει το αγαθό (Ε.Π.Ε. 12,92)
Κατάλαβες; Όχι μόνο όποιος κλέβει και είναι πλεονέκτης, ούτε μόνο όποιος εργάζεται τα κακά, αλλά και όποιος δεν επιτελεί αγαθά έργα κολάζεται στη φρικτή κόλασι.

με τίποτε δεν βγαίνεις (Ε.Π.Ε. 12,662)
Εκείνος, που μια φορά θα πέση στην κόλασι, εκεί θα μείνη δια παντός. Και δεν υπάρχει κανένας να μας βγάλη από την κόλασι, ούτε πατέρας, ούτε μητέρα, ούτε αδελφός. Διότι μια μόνο προστασία υπάρχει, όταν ταξιδεύσουμε για την άλλη ζωή: τα καλά έργα. Μόνο αυτά θα μας συνοδεύσουν. Όποιος στερείται καλών έργων, δυνατότητα να σωθή με άλλο τρόπο δεν έχει.

για τους... ακόλαστους!  (Ε.Π.Ε. 16β,416-418)
Όποιο άλλο αμάρτημα κι αν αναφέρης, δεν είναι ισάξιο ισότιμο με τη διαστροφή. Αν οι δράστες της αισθάνονταν τί παθαίνουν, θα προτιμούσαν χίλιους θανάτους, παρά να πάθουν ό,τι θα πάθουν... Να όμως, που με λύσσα επιδιώκουν ακόμα βρωμερότερα. Μεταβάλλουν τη φύσι τους. Γίνονται γυναίκες, ενώ παραμένουν και άνδρες, ή μάλλον ούτε το ένα είναι ούτε το άλλο... Αν κοροϊδεύης τη φωτιά της κολάσεως, που σου παρουσιάζω, όμως θυμήσου τη φωτιά των Σοδόμων. Είδαμε και στην παρούσα ζωή τιμωρίες των διεστραμμένων, κόλασι πριν από την κόλασι.

καμμιά τιμωρία με τη συγχώρησι  (Ε.Π.Ε. 16β,582)
Όπου υπάρχει χάρις, εκεί υπάρχει και συγχώρησις των αμαρτιών μας. Όπου συγχώρησις, καμμία τιμωρία. Όταν έχη καταργηθή η τιμωρία και επέρχεται η δικαίωσις από την πίστι, τότε τίποτε δεν εμποδίζει να γίνουμε κληρονόμοι της υποσχέσεως του Θεού.

πριν από την κόλασι   (Ε.Π.Ε. 17,60)
Εξηγεί ο απόστολος Παύλος πόσο εύκολος είναι ο αγώνας, λέγοντας το εξής: Δεν ξέρετε, ότι σ' όποιον προσφέρετε τους εαυτούς σας δούλους, γίνεστε δούλοι σ' αυτόν που υπακούετε, δηλαδή οι δούλοι της αμαρτίας θα καταλήξουν στο θάνατο, οι δούλοι της υπακοής του Θεού θα καταλήξουν στη δικαίωσι; Δεν μιλάω ακόμα για τη γέεννα, λέει ο απόστολος Παύλος, ούτε για εκείνη τη μεγάλη κόλασι, αλλά για την εδώ ντροπή, όταν γίνεστε δούλοι της αμαρτίας, και μάλιστα με τη θέλησί σας, και μάλιστα με τέτοιο μισθό, που θα σας κάνη να πεθάνετε τον αιώνιο θάνατο.

αθάνατος  (Ε.Π.Ε. 17,62)
Αναφέρει και των δύο (και της αμαρτίας και της αρετής) τις αμοιβές: τη δικαίωσι και το θάνατο. Θάνατο όχι τέτοιον, αλλά πολύ φοβερότερο. Διότι, αν δεν πεθάνη ο Χριστός, ποιός θα εξαφανίση το θάνατο εκείνο; Κανένας. Επομένως κατ’ ανάγκη θα κολαζώμαστε και θα τιμωρούμαστε για πάντα. Τότε δεν συμβαίνει ο φυσικός θάνατος, που ξεκουράζει το σώμα και το χωρίζει από την ψυχή. Συμβαίνει κάτι απείρως φοβερότερο.

δεν ευθύνεται ο Θεός   (Ε.Π.Ε. 17,300)
Να μη ζητάς λοιπόν, ευθύνες από το Δημιουργό, ούτε να ρωτάς γιατί ο ένας στεφανώθηκε κι ο άλλος τιμωρήθηκε. Διότι γνωρίζει με ακρίβεια πώς να ενεργή.

την προκαλεί η κενοδοξία   (Ε.Π.Ε. 17,338)
Όχι μόνο χρήματα, αλλ’ η φωτιά τούτη, της κενοδοξίας, κατατρώει και ψυχές. Και προκαλεί όχι μόνο τον παρόντα, αλλά και τον μελλοντικό θάνατο. Διότι μητέρα της φρικτής γέεννας είναι η κενοδοξία, που ανάβει φοβερά τη φωτιά της κολάσεως και τρέφει το φαρμακερό σκουλήκι.

δεν υπάρχει;  (Ε.Π.Ε. 17,574)
Λέτε: Είναι φιλάνθρωπος ο Θεός, και γι' αυτό δεν τιμωρεί. Δηλαδή, αν κολάση τους ασεβείς, δεν θα είναι για σας φιλάνθρωπος; Βλέπετε σε τι βλάσφημα λόγια σας οδηγεί ο διάβολος; Λοιπόν, ρωτάω: Οι μοναχοί, που πήγαν στα βουνά και επέδειξαν πάρα πολύ μεγάλη άσκησι, θα φύγουν απ’ αυτό τον κόσμο αστεφάνωτοι; Αν δεν τιμωρούνται οι κακοί και δεν υπάρχη για κανέναν ανταπόδοσις, τότε θα πη κάποιος, ότι ούτε οι αγαθοί βραβεύονται. Ναι, λένε (απερίσκεπτα), διότι αυτό αρμόζει στον Θεό, να υπάρχη μόνο βασιλεία˙ να μην υπάρχη κόλασις! Δηλαδή, ο πόρνος και ο μοιχός και όποιος έκανε άπειρα κακά, θα απολαύση τα ίδια μ' εκείνον που αγωνίστηκε και επέδειξε σωφροσύνη και αγιότητα; Το ίδιο τέλος περιμένει ένα Παύλο κι ένα Νέρωνα; ’Η μάλλον, τον Παύλο και το διάβολο;

για τον αντίχριστο και το διάβολο   (Ε.Π.Ε. 17,712)
Τίποτε, λοιπόν, δεν θα πάθη ο Νέρωνας; Τίποτα δεν θα πάθη ο αντίχριστος; Τίποτε δεν θα πάθη ο διάβολος; Λοιπόν, πάντοτε θα υπάρχουν ο αντίχριστος και ο διάβολος; Και φυσικά δεν πρόκειται να σταματήσουν το κακό, αφού δεν κολάζονται!... Γιατί όμως παίζεις με πράγματα, που δεν επιτρέπεται να παίζη κανείς; Γιατί εξαπατάς τον εαυτό σου παραλογιζόμενος; Γιατί μάχεσαι εναντίον της φιλανθρωπίας του Θεού;

ατέλειωτη   (Ε.Π.Ε. 18,242έξ.)
Γνωρίζω, ότι τρέμετε και παραλύετε, σαν ακούτε στο κήρυγμα για την κόλα σι. Αλλά τι να κάνω; Για το ότι δεν έχει τέλος η φωτιά της κολάσεως, αποφάνθηκε και ο Χριστός. Και ο Παύλος επίσης τόνισε, ότι η κόλασις είναι αιώνιος και ότι οι αμαρτωλοί θα τιμωρηθούν με αιώνιο όλεθρο.

μόνο μία;  (Ε.Π.Ε. 18,614)
Όταν ο Θεός λέη, «δώσε ελεημοσύνη και θα σου δώσω τη βασιλεία των ουρανών», δεν ακούς. Για το Διάβολο όμως, που σου δείχνει (στο θέατρο) ένα καρφωμένο κεφάλι, είσαι γενναιόδωρος. Ρωτάς ακόμα, γιατί υπάρχει κόλασις; Μη ρωτάς, αν υπάρχη κόλασις. Να ρωτάς, πως υπάρχει μια μόνο κόλασις. Διότι πόσων κολάσεων άξιοι είναι όσοι συγκροτούν αυτό το άγριο και σκληρό θέατρο και γελάνε για πράγματα που θα έπρεπε να κλαίνε, και εκείνοι και σεις οι ίδιοι, και μάλιστα σεις που επιτρέπετε να γίνωνται τέτοιες ασχήμιες.

μέλλοντος και παρελθόντος  (Ε.Π.Ε. 18α,52) 
Επειδή πολλοί δεν πιστεύουν στα περί κολάσεως λόγια του Ευαγγελίου και ισχυρίζονται ότι δεν έχουν δει την κόλασι, αφού δεν είναι παρούσα, γι’ αυτό ο Θεός δείχνει από όσα ήδη έχουν γίνει, ότι τιμωρεί όσους αμετανόητα αμαρτάνουν, όσο κι αν τους είχε ευεργετήσει χιλιάδες φορές (τους Εβραίους στην έρημο). Σαν να λέη: Κι αν δεν πιστεύετε όσα αναφέρονται στα μέλλοντα, όμως δεν γίνεται να μη πιστεύετε όσα ήδη έχουν γίνει.

τιμωρία αιώνια  (Ε.Π.Ε. 18α,58-60)
Τότε δεν θα είναι τέτοιου είδους οι τιμωρίες, ώστε και να τελειώνουν και να εξαφανίζωνται. Οι τιμωρίες τότε θα είναι αιώνια κόλασις.

εισιτήριο γι’ αυτήν  (Ε.Π.Ε. 18α,702)
Βρώμικες πράξεις δεν επιτρέπουν την είσοδο στη βασιλεία των ουρανών.

με τίποτε δεν βγαίνεις  (Ε.Π.Ε. 18α,714)
Κι αν ακόμα έχης πατέρα ή γυιό ή φίλο ή οποιονδήποτε άλλον με παρρησία προς το Θεό, κανένας δεν μπορεί να σε απαλ λάξη από τα βάσανα της κολάσεως, αν τα έργα σου σε προδίδουν. Διότι τέτοιο είναι το αιώνιο δικαστήριο: Δικάζει μόνο από τις πράξεις μας, και διαφορετικά εκεί δεν γίνεται να σωθής. Κι αυτά τα λέω όχι για να σας λυπήσω, όχι για να σας οδηγήσω σε απόγνωσι, αλλά για να μην εξαπατάστε με μάταιες και κρύες ελπίδες. Μπορεί, δηλαδή, να ελπίζουμε στον τάδε και στον τάδε και να αμελούμε τη δική μας αρετή.

ατέλειωτη   (Ε.Π.Ε. 19,266)
Ο πλούσιος και ο Λάζαρος, δυο πρόσωπα, που βλέπουμε στη γνωστή παραβολή (Λουκ. ιστ' 19-31). Ο ένας απήλαυσε τα παρόντα, ο άλλος τα μέλλοντα. Νομίζεις, ότι είναι το ίδιο πράγμα, το να τιμωρήται κάποιος όλο το χρόνο, με το να πεινάη λίγη ώρα; Το να υποφέρη σωματικά από κάποια αρρώστια, με το να κατακαίεται ανελέητα το αθάνατο σώμα του; Τ ο να στεφανώνεται και ν' απολαμβάνη αθάνατα τη θεία ευφροσύνη, υστέρα από σύντομη εδώ αρρώστια, με το να βασανίζεται αιώνια, μετά από μια σύντομη εδώ απόλαυσι;

βοήθεια στην κόλασι δεν γίνεται  (Ε.Π.Ε. 19,270)
Κανένας δεν θα μπορέση να μας σώση κατ’ εκείνο τον καιρό, ούτε αδελφός, ούτε πατέρας, ούτε γυιός ούτε φίλος ούτε συγγενής, ούτε άλλος κανένας. Αν προδοθούμε οι ίδιοι από τα έργα μας, όλοι θα φύγουν, και θα χαθούμε κι εμείς οπωσδήποτε. Σε πόσους θρήνους ξέσπασε εκείνος ο πλούσιος της παραβολής; Πώς παρακάλεσε τον πατριάρχη Αβραάμ; Πώς ζήτησε να σταλή ο Λάζαρος; Και όμως! Τί είπε ο Αβραάμ; «Υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε σας και σε μας, ώστε και εκείνοι που θα ήθελαν, δεν μπορούν να περάσουν από κει εδώ κι από δω εκεί».

σε σύγκρισι με τον παράδεισο!  (Ε.Π.Ε. 19,272)
Όσους κόπους και πόνους κι αν αναφέ ρης και δοκιμασίες, τίποτε δεν είναι όλα αυτά μπροστά στα μελλοντικά αγαθά. Τί; Τα βασανιστήρια της φωτιάς και του σιδήρου και των θηρίων κι άλλων ακόμα πιο φοβερών; Όλα αυτά τα μαρτύρια είναι σκιά μπροστά στα βασανιστήρια της κολάσεως. Τα μαρτύρια για την πίστι, όταν μάλιστα πέσουν κατά πάνω μας με σφοδρότητα, τότε γίνονται πιο ελαφρά, αφού μας παρέχουν γρήγορα την απαλλαγή˙ το σώμα δεν αντέχει πολύ ούτε στη σφοδρότητα ούτε στην επιμήκυνσι της τιμωρίας. Στην αιωνιότητα όμως δεν συμβαίνει το ίδιο. Συνυπάρχουν και τα δυο. Συνυπάρχουν και η αιώνια παράτασις και η υπερβολή, τόσο στα αγαθά του παραδείσου, όσο και στα κακά της κολάσεως.

αιώνιος   (Ε.Π.Ε. 19,272)
Οι εδώ τιμωρίες είναι πρόσκαιρες. Ενώ εκεί, το σκουλήκι δεν πεθαίνει, η φωτιά δεν σβήνει, γιατί το σώμα θα είναι άφθαρτο. Αλλ’ εύχομαι να μην αποκτήσουμε πείρα της κολάσεως... Πόσα τότε θα πούμε κατηγορώντας τους εαυτούς μας; Πόσο θα θρηνήσουμε; Πόσο θα κλάψου με; Αλλ’ όμως το όφελος μηδέν.

και φτωχός και πλούσιος  (Ε.Π.Ε. 19,376)
Και πολλοί φτωχοί θα πάνε στην κόλασι, αλλά και πολλοί πλούσιοι θ' απολαύσουν τα απερίγραπτα του παραδείσου αγαθά. Συνήθως βέβαια συμβαίνει το αντίθετο. Οι πλούσιοι, που σώζονται είναι λίγοι, ενώ οι φτωχοί πολλοί. Σκέψου καλά τα εμπόδια του πλούτου, αλλά και τα αρνητικά της φτώχειας. Ποιο το μειονέκτημα της φτώχειας; Το ψέμα. Ποιό του πλούτου; Η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων των κακών.

από μας εξαρτάται  (Ε.Π.Ε. 19,568)
Θα έρθη καιρός, που δεν θα μπορούμε πια να παίζουμε (με την αμαρτία). Διότι οπωσδήποτε όλοι θα πεθάνουμε, οπωσδήποτε όλοι θα αναστηθούμε, οπωσδήποτε όλοι θα κριθούμε, και θα κολασθούμε. 'Η, μάλλον, αυτό το τελευταίο δεν είναι απαραίτητο να γίνη, αν βέβαια θέλουμε. Για τα τρία πρώτα, το θάνατο, την ανάστασι και την κρίσι, την εξουσία δεν την έχουμε εμείς, αλλ’ ο Κύριός μας. Το να κολαστούμε όμως ή όχι, αυτό είναι θέμα δικό μας. Αν θέλουμε, κάνουμε αδύνατη για μας την κόλασι. Και αν ακόμα πράξαμε μυριάδες αμαρτήματα, είναι δυνατόν να σωθούμε, όσο καιρό είμαστε ακόμα εδώ.

καρπός της αμετανοησίας μας  (Ε.Π.Ε. 19,574)
Αν φτάσουμε στην κόλασι, κουβαλώντας το βαρύ φορτίο των αμαρτημάτων μας, θα προσφέρουμε τροφή πολλή στη φωτιά και άφθονο φαΐ στα σκουλήκια.

η μνήμη της φάρμακο σωτηρίας  (Ε.Π.Ε. 23,34)
Αν πάντοτε σκεπτώμαστε τη γέεννα, δεν θα πέσουμε εύκολα σ' αυτήν. Γι’ αυτό και ο Θεός μας απείλησε με κόλασι. Αν η σκέψις γι’ αυτήν δεν είχε κάποιο κέρδος, δεν θα μας την παρουσίαζε ως απειλή ο Θεός. Επειδή όμως η μνήμη της μπορεί πολύ να ωφελήση, γι’ αυτό, σαν κάποιο σωτήριο φάρμακο, εγκατέστησε ο Θεός μέσα στις ψυχές μας την απειλή της.

φοβερή η λέξις  (Ε.Π.Ε. 23,36)
Φοβάσαι τη βαρύτητα των λέξεων; Και λοιπόν; Νομίζεις, ότι, αν σιωπήσης, θα έχη σβήσει η φωτιά της κολάσεως; ‘Η, αν συ μιλήσης, θα έχη ανάψει; Είτε μιλάς, είτε δεν μιλάς για την κόλασι, οπωσδήποτε το καζάνι βράζει. Μίλα συνεχώς για την κόλασι, για να μη πέσης σ’ αυτήν.

μη την καταφρονής!  (Ε.Π.Ε. 23,36)
Όποιος έχει συνεχώς μπροστά στα μάτια του την κόλασι, δεν θα βρεθή στην κόλασι. Όποιος όμως καταφρονεί την ύπαρξι της κολάσεως, αυτός δεν θα την αποφύγη.

φόβος της από την παιδική ηλικία  (Ε.Π.Ε. 23,40)
Παρακαλώ, από το χρόνο του θηλασμού τα παιδιά να μη τα συνηθίζουμε σε παραμύθια, που λένε οι γριές, αλλά να τα μαθαίνουμε ότι υπάρχει μέλλουσα κρίσις. Να ριζώσουμε μέσα τους την πεποίθησι, ότι υπάρχει κόλασις. Αν ριζωθή ο φόβος της κολάσεως μέσα τους, μεγάλη η ωφέλεια. Η ψυχή, που έμαθε από την πρώτη ηλικία να συνταράσσεται με την προσδοκία της κρίσεως, δεν θα αποβάλη εύκολα αυτό το φόβο. Και σαν κάποιο άλογο, πειθαρχικό στα χαλινάρια, θα βαδίζη σωστά και θα μιλάη πάντοτε τα χρήσιμα.

λόγος περί αυτής  (Ε.Π.Ε. 23,42)
Ας μην αποφεύγουμε να μιλάμε για την κόλασι, ώστε ν’ αποφύγουμε την ίδια την κόλασι. Ας μην αποφεύγουμε τη μνήμη της κολάσεως, για να μη κολαστούμε.

όχι πρόσκαιρη, αλλ’ αιώνια  (Ε.Π.Ε. 23,46)
Εξωραΐζουν μερικοί την κόλασι. Δεν είναι δα- λένε- και τόσο φοβερή! Είναι πιο ήμερη κατάστασις από ό,τι σαν απειλή παρουσιάζεται! Είναι πρόσκαιρη, δεν είναι αιώνια. Και πολλά τέτοια σκέπτονται.

αιώνιος  (Ε.Π.Ε. 24,62)
Οι παράλογοι μεν ηδονές της ζωής αυτής καθόλου δεν διαφέρουν από τις σκιές και τα όνειρα. Προτού να ολοκληρωθή η αμαρτία, σβήνει η ηδονή. Η τιμωρία όμως, που θα επιβληθή γι' αυτήν, δεν θα έχη ποτέ τέλος. Το μεν ευχάριστο της αμαρτίας είναι σύντομο, ενώ η φρικτή λύπη της είναι αιώνια.

θηρίο, που κατατρώει  (Ε.Π.Ε. 25,826)
Όπως ακριβώς ένα θηρίο που είναι εξαγριωμένο, δεν ησυχάζει μέχρι να συλλάβη κάποιον και να τον κατασπαράξη, έτσι και η φωτιά της κολάσεως.

πριν από την κόλασι  (Ε.Π.Ε. 25,436)
Πώς νοιώθει ο αμετανόητος; Τριγυρνά κουβαλώντας τον κατήγορό του, τη βαρειά του συνείδησι, όντας ο ίδιος αυτοκατάκριτος. Δεν μπορεί ούτε στιγμή να ηρεμήση. Ζη την τραγωδία του Κάϊν. Στενάζει και τρέμει πάνω στη γη. Κι ενώ κανένας δεν ξέρει κάτι, αυτός μέσα του έχει συγκεντρωμένη τη φωτιά που τον καίει πάντοτε.

θέσις χωρίς μετάθεσι  (Ε.Π.Ε. 25,520)
Όσο κι αν παρακαλέσουν και σπαρακτικά ικετεύσουν όσοι φύγουν απ’ τον κόσμο τούτο αμετανόητοι, μάταια και ανώφελα οπωσδήποτε θα μιλάνε.

για τους αναξίους της ιερωσύνης  (Ε.Π.Ε. 28,206)
Η κόλασις για όσους χειροτονούν αναξίους, έστω και από άγνοια, είναι αιώνια. Λοιπόν, θα δεχτούμε τον κίνδυνο αυτό χωρίς καμμιά αντίρρησι, καλυπτόμενοι από εξασκηθείσα από άλλους πίεσι; Δεν ανέχεται τέτοια ο Κριτής.

πολεμική εναντίον τους  (Ε.Π.Ε. 28,330)
Όχι χίλια ή δέκα χιλιάδες χρόνια μόνο, ούτε διπλάσια και τριπλάσια από αυτά, αλλά σε άπειρους αιώνες θα βασανίζωνται τα σώματα, αφού ενωθούν με τις ψυχές. Και θα υφίστανται τους ανέκφραστους εκείνους πόνους.

δεν σβήνει  (Ε.Π.Ε. 28,730-732)
Οι παράλογες ηδονές του βίου αυτού δεν διαφέρουν καθόλου από σκιές και όνειρα. Πριν καλά-καλά ολοκληρωθή η αμαρτία, η ηδονή της σβήνει. Η τιμωρία όμως γι’ αυτήν δεν έχει τέλος. Η αμαρτωλή ευχαρίστησις είναι σύντομη, ενώ το φρικτό της κολάσεως είναι αιώνιο.

όχι για τους ανθρώπους  (Ε.Π.Ε. 28,778-780)
Ας επιστρέψουμε και ας πράξουμε το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό άλλωστε μας έπλασε και μας έφερε στην ύπαρξι: Για να συμμετάσχουμε στα αιώνια αγαθά Του, για να μας προσφέρη τη βασιλεία των ουρανών, όχι για να μας ρίξη στη γέεννα και να μας παραδώση στην άσβεστη φωτιά. Το πυρ της κολάσεως δεν έγινε για μας, αλλά για το διάβολο. Για μας έχει ετοιμαστή και ευτρεπιστή από παλιά η βασιλεία.

οι δυο φωτιές  (Ε.Π.Ε. 28,786)
Να αντιπαραβάλης με το πυρ εκείνο, τη φωτιά της αμαρτίας, που σε κατέχει τώρα λόγω της φλογώσεως των κακών επιθυμιών. Να απαλλάξης τον εαυτό σου από το καμίνι. Όποιος σβήση καλά το εδώ καμίνι, δεν θα δοκιμάση εκεί το αιώνιο. Αν όμως δεν νικήση το πυρ του παρόντος, θα το δεχτή απείρως ορμητικώτερο τότε, όταν θα απέλθη απ’ αυτή τη ζωή.

φρικώδης μοναξιά!  (Ε.Π.Ε. 28,788)
Όταν ριχτούμε σ’ εκείνο το ποτάμι της φωτιάς, που διέρχεται μπροστά από το φοβερό βήμα του κριτού Ιησού Χριστού, σε ποιά κατάστασι θα είμαστε; Ασφαλώς θα τρίξουμε τα δόντια από τους αφόρητους πόνους, ενώ κανένας δεν θα υπάρχη για να μας συντρέξη. Θα θρηνούμε πολύ, όταν σε λίγο ισχυρότερη φλόγα θα μας αγγίζη. Τίποτε άλλο δεν θα βλέπουμε γύρω μας, παρά εκείνους που μαζί μας θα κολάζωνται και τη μεγάλη ερημιά.

αφθαρσία και τιμωρία  (Ε.Π.Ε. 28,790)
Εδώ δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν η σφοδρότητα των τιμωριών και η αιώνια διάρκεια. Το ένα ανατρέπει το άλλο, αφού η φύσις του σώματος είναι φθαρτή και δεν επιτρέπει τη συνύπαρξι. Όταν όμως επέλθη η αφθαρσία (μετά το θάνατο), με φρικτή δύναμι θα μας κυριεύουν και τα δυο, και η αιωνιότητα και η κόλασις.

για ένα όνειρο ατέλειωτη κόλασι;  (Ε.Π.Ε. 28,790)
Υπάρχει άραγε κάποιος, που προκειμένου να δη ένα όνειρο προτιμά να κολάζεται αιώνια;

αιώνιος   (Ε.Π.Ε. 28,790)
Πόσος είναι ο χρόνος τούτης της ζωής εν συγκρίσει προς την ατέλειωτη αιωνιότητα; Τι είναι το όνειρο μιας στιγμής μπροστά στην απόλαυσι όλης της πολυετούς εδώ ζωής; Υπάρχει, λοιπόν, κάποιος, που προτιμά να κολάζεται αιώνια, αρκεί να δη ένα καλό όνειρο;

πτώσις από τη βασιλεία των ουρανών  (Ε.Π.Ε. 28,800)
Εγώ λέω, ότι πολύ χειρότερο από την κόλασι είναι το να μην απολαύση κανείς τη δόξα του ουρανού, τη βασιλεία του Θεού. Όποιος την χάση, νομίζω, πως δεν θα κλαίη τόσο στην κόλασι για τα δεινά της, όσο για την απομάκρυνσί του από τη βασιλεία των ουρανών. Αυτό είναι το φρικτότερο. Αυτό λογίζεται ως η χειρότερη κόλασις.

το να μη βλέπης το Χριστό!  (Ε.Π.Ε. 28,800)
Πολλοί επιθυμούν μόνο να αποφύγουν τη φωτιά της κολάσεως. Εγώ όμως λέω, ότι από τη γέεννα πολύ φρικτότερη κόλασις είναι το να μην απολαύση κανείς την ουράνια και αιώνια δόξα με το Χριστό.

τιμωρία του νοητού όφεως  (Ε.Π.Ε. 30,388)
Αν το αισθητό φίδι (στην Εδέμ) το τιμώρησε όπως ξέρουμε, με ποιά τιμωρία θα τιμωρήση το νοητό φίδι; Αν με κάποια καταδίκη τιμώρησε το όργανο του κακού, είναι ολοφάνερο, ότι περιμένει πολύ χειρότερη τιμωρία τον δράστη του κακού.

χαλινάρι ο φόβος της  (Ε.Π.Ε. 30,688)
Λένε οι γιατροί, ότι η γενετήσια ορμή μετά το 15ο έτος της ηλικίας γίνεται πάρα πολύ δυνατή. Πώς, λοιπόν, θα δαμάσουμε αυτό το θηρίο; Τι μέτρα θα λάβουμε; Ποιό χαλινάρι θα του βάλουμε; Δεν βλέπω άλλο κανένα, εκτός από το φόβο της κολάσεως.

αξιοθρήνητος  (Ε.Π.Ε. 31,150)
Άκαιρος μετάνοια δεν σώζει. Τελείωσε το θέατρο αυτής της ζωής, πέρασαν οι αγώνες της, δεν υπάρχει πλέον χρόνος για παλαίσματα. Γι’ αυτό παρακαλώ και δέομαι και ικετεύω: Εδώ, σε τούτη τη ζωή πρέπει να θρηνούμε και να κλαίμε για τ’ αμαρτήματα. Ας μας λυπούν εδώ τα λόγια του κηρύγματος, παρά να μας φοβίζουν εκεί οι τραγικές πραγματικότητες. Ας μας δαγκώνη εδώ ο λόγος, κι ας μη μας δαγκώνη εκεί το σκουλήκι με το δηλητήριο. Ας μας καίη εδώ η επιτίμησις, παρά να μας καίη εκεί ή φωτιά της κολάσεως.

κανένας ο συμπαθών εκεί!  (Ε.Π.Ε. 31,350-354)
Πόσο μεγάλη τιμωρία είναι το ν’ απομακρυνθούμε από τόσο μεγάλη λαμπρότητα και να κείμεθα απόμερα περιφρονημένοι;... Όταν θα κλαίμε με στεναγμούς και κανένας δεν θα μας ακούη, όταν θ’ αναστενάζουμε και θα σπαράζουμε από τους πόνους και κανένας δεν θα μας προσέχη, όταν θα τριγυρνάμε το βλέμμα και καμμιά ελπίδα από πουθενά δεν θα μας παρηγορή, τι υπάρχει φρικτότερο; Τι αθλιώτερο;... Δεν θα υπάρχουν συνάνθρωποί μας, που θα μας συμπαραστέκωνται και με τους οποίους θα συνομιλούμε φιλικά. Θα υπάρχουν άγγελοι φοβεροί και ασυμπαθείς, που θα οργίζωνται πολύ για όσες προσβολές κάναμε στον Κύριο... Στην αιώνια ζωή, δεν θα ισχύη η εκ φύσεως συμπάθεια. Θα υπάρχουν πατέρες δίκαιοι (στον παράδεισο), και τα παιδιά τους, πονηρά και αμαρτωλά στην κόλασι. Και το αντίθετο: Παιδιά άγια στον παράδεισο, γονείς ασεβείς στην κόλασι. Η αγαλλίασις όμως του παραδείσου είναι καθαρή. Δεν θα θλίβωνται οι δικαιωμένοι, γιατί δεν θα υπάρχη το αίσθημα της συμπάθειας, ούτε θα αποσπάται η θεία ευφροσύνη από τυχόν κολασμό φίλων.

μη παράδεισος   (Ε.Π.Ε. 31,350-352)
Και αν ακόμα κόλασις δεν υπήρχε, πόσο μεγάλη τιμωρία είναι το να απομακρυνθούμε από τη λαμπρότητα του Θεού και να είμαστε περιφρονημένοι;... Μήπως θωρείτε ως μικρή τιμωρία (κόλασι) το να μη καταταγούμε στον όμιλο των δικαίων; Το να μην αξιωθούμε να απολαύσουμε την ανέκφραστη εκείνη και αιώνια δόξα; Το να στερηθούμε το πανηγύρι του παραδείσου με τα απερίγραπτα αγαθά;

φρικτή  (Ε.Π.Ε. 31,352)
Όταν το σκοτάδι εκεί θάναι αδιαπέραστο, όταν τα δόντια θα χτυπάνε ακατάπαυστα, όταν τα δεσμά θάναι άλυτα, όταν ασταμάτητα θα τρώη το σκουλήκι της συνειδήσεως, όταν η φωτιά θάναι άσβεστη και ασταμάτητες οι θλίψεις και η στενοχώρια, όταν οι γλώσσες θα τηγανίζωνται, όπως εκείνη του πλουσίου και θα κλαίνε και κανείς δεν θα τους ακούη, όταν θα υποφέρουν απ’ τα βάσανα και κανείς δεν θα τους προσέχη, όταν θα περιφέρουν ικετευτικά γύρω το βλέμμα και από πουθενά δεν θα βρίσκουν παρηγοριά, τότε που να κατατάξουμε όσους θα ζουν αυτή τη φρίκη; Και τι υπάρχει πιο άθλιο απ’ αυτές τις ψυχές; Και τι πιο ελεεινό;

ασυγχώρητοι, αβοήθητοι εκεί  (Ε.Π.Ε. 31,354)
Και αν μερικοί είναι δίκαιοι σαν τον Νώε, σαν τον Ιώβ, σαν τον Δανιήλ, και βλέπουν να κολάζωνται οι συγγενείς τους, δεν θα τολμούν να τους συμπαρασταθούν και να απλώσουν το χέρι για βοήθεια. Διότι συμβαίνει σε εκείνη την κατάστασι, να μην ισχύη η εκ φύσεως συμπάθεια.

δάσκαλος  (Ε.Π.Ε. 31,354)
Ας ακούσουμε και ας συνετιστούμε. Αν μέσα σου έχης τη φωτιά της αισχρής επιθυμίας, να θυμηθής τη φωτιά εκείνης της κολάσεως, και τότε θα σβηστή και θα εξαφανιστή η άλλη φωτιά. Αν με το στόμα σου λες απαράδεκτα πράγματα, θυμήσου τον τριγμό των οδόντων στην κόλασι, και θα γίνη ο φόβος αυτός φραγμός στο στόμα σου. Αν είσαι σκληρός και άσπλαχνος, θυμήσου τις παρθένες εκείνες τις μωρές (Ματθ. κε' 2-8), που δεν μπήκαν στο Νυμφώνα γιατί παρέμειναν σβησμένες οι λαμπάδες τους, και τότε θα γίνης φιλάνθρωπος.

το τέλος φοβερό   (Ε.Π.Ε. 31,356)
Να μη θεωρούμε καλότυχους όσους ζουν με απολαύσεις, αλλά το τέλος τους να σκεπτώμαστε. Διότι εδώ μεν βλέπουμε σ’ αυτούς κοπριά και παχυσαρκία, και εκεί τους βλέπουμε στα σκουλήκια και στη φωτιά. Ας μη καλοτυχίζουμε όσους αγαπούν τη δόξα, αλλά να σκεπτώμαστε το τέλος τους.

«κόλαξι, σκώληξι»   (Ε.Π.Ε. 31,396)
Αυτός, που πριν από λίγο βρισκόταν ανάμεσα στους κόλακες, τώρα βρίσκεται ανάμεσα στους σκώληκες.

ατέλειωτη η φρίκη της  (Ε.Π.Ε. 34,556)
Ποιά τιμωρία θα επιβληθή σ' αυτούς; Ποιά ανάλογη κόλασις θα επαρκέση για την κακία τους; Ποιός πύρινος ποταμός, ποιό αιώνιο σκουλήκι, ποιό σκοτάδι φρικτό, ποιά σκλαβιά, ποιός βασανισμός, ποιό ατέλειωτο κλάμα;

και παράσιτα  (Ε.Π.Ε. 34,590)
Όποιος εδώ ζη με απολαύσεις, φεύγει από δω πιο άθλιος από όλους τους ανθρώπους. Αν και συ έβλεπες κάποιον, που σε ξένο μεν τόπο απολαμβάνει μεγάλη τιμή και έχει κόλακες και παράσιτους, αλλά μόλις γυρίζει στην πατρίδα του είναι φουκαράς και ξεγυμνωμένος, δεν θα τον λυπόσουν; Αυτό να κάνης και με τους πλουσίους.

φρικτή   (Ε.Π.Ε. 37,392)
Κανένας δεν πρόκειται να μας παρασταθή στο κριτήριο ή να μας σώση από την κόλασι. Κανένας, ούτε πατέρας, ούτε γυιός, ούτε θυγατέρα, ούτε καταβολή χρημάτων, ούτε αφθονία πλούτου, ούτε λαμπρότητα κοσμικής δόξας. Όλα αυτά θα έχουν εξαφανιστή σαν σκόνη. Μόνος μου θα στέκω στο κριτήριο. Με περιμένει απόφασις επί τη βάσει των πράξεών μου, είτε αθωωτική είτε καταδικαστική.

(Χρυσοστομικό λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, σελ. 143-159)

«Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου του αββά Μακαρίου, ήρθε να πάρει την ψυχή του το Χερουβείμ που ήταν ο φύλακας άγγελός του, με τη συνοδεία πλήθους ουράνιων ταγμάτων.

Κατήλθαν επίσης χοροί αποστόλων, προφητών, μαρτύρων, ιεραρχών, μοναχών και δικαίων. Οι δαίμονες διετάχθησαν σε σειρές και πλήθη στα τελώνια με σκοπό να εμποδίσουν τη διέλευση της ένθεης ψυχής του.

Η ψυχή άρχισε να ανέρχεται. Στέκοντας πολύ μακριά της, στα τελώνια, τα πονηρά πνεύματα φώναζαν:

“ Ω Μακάριε, πόση δόξα αξιώθηκες να λάβεις!”

Ο ταπεινός άνδρας τους απάντησε:

“Όχι! Ακόμα φοβάμαι, αφού δε γνωρίζω εάν έχω πράξει κάτι αγαθό.”

Στο μεταξύ ανερχόταν ταχέως στον ουρανό. Από κάποια άλλα τελώνια που βρίσκονταν ψηλότερα οι εναέριες δυνάμεις κραύγαζαν και πάλι:

“Δεν είναι έτσι! Μάς ξέφυγες Μακάριε.”

“Όχι”, απάντησε εκείνος, “ακόμα χρειάζομαι να αναχωρήσω”.

Όταν είχε ήδη φτάσει στις πύλες του ουρανού, οι δαίμονες, θρηνώντας από μοχθηρία και φθόνο, κραύγασαν:

“Δεν είναι έτσι! Μας ξέφυγες Μακάριε!” και εκείνος απάντησε: Με φύλαξε η δύναμη του Χριστού μου και ξέφυγα απ’ τα δίχτυα σας!”»

(π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά τον θάνατο, εκδ. Μυριόβιβλος, σελ.139-140)

Μερικοί από σας γνωρίζετε το επεισόδιο από τη ζωή του Γέροντος Σιλουανού με τον Ρωμανό και τον Δοσίθεο. Το αναφέρω στο βιβλίο μου για τον Γέροντα: Ο π. Δοσίθεος, προσκάλεσε τον π. Στρατόνικο στο κελί του, στο «Ρωσικό». Ο π. Δοσίθεος, μετά τον θάνατο της συζύγου του, ήρθε στον Άθω με τον γιό του Ρωμανό. Αυτός ο νέος, ο Ρωμανός, προσβλήθηκε από λογισμούς αμφιβολίας και σχεδόν αρρώστησε. Ήταν τελείως εξαντλημένος και δεν μπορούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε. Του φαινόταν ότι έχασε την πίστη του. Μίλησε στον πατέρα του, ο οποίος έκανε ότι μπορούσε για να τον βοηθήσει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να του εμπνεύσει τη ζωντανή πίστη που είχε προηγουμένως. Αλλά δεν το κατόρθωνε. Μία ημέρα συνάντησε τον Γέροντα Σιλουανό και του είπε:
— Πάτερ Σιλουανέ, βοηθήστε με. Ο Ρωμανός μου είπε ότι έχασε την πίστη. Είναι στ’ αλήθεια πολύ δυστυχισμένος. Παρακαλώ, ελάτε να τον δείτε.
— Τι ώρα;
— Στις τρεις. Ο Ρωμανός θα έλθει στο κελί μου.
— Καλά, θα έρθω και εγώ.
Δεν γνωρίζω που έλαβε χώρα αυτή η συνάντηση. Πάντως δεν έγινε στο κελί του Σιλουανού. Όταν χώρισαν, ο Σιλουανός πήγε στο δωμάτιό του και άρχισε να προσεύχεται, ζητώντας από τον Κύριο να τον εμπνεύσει με τον καλύτερο τρόπο, ώστε να δει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Ρωμανός και να μπορέσει να τον βοηθήσει. Έλαβε τότε στην καρδιά του την απάντηση: «Πες του ότι έχεις και εσύ παρόμοιους λογισμούς». Όταν κάτι προέρχεται από τον Θεό, αισθάνεται κανείς ένα άγγιγμα ζωής και μια εσωτερική χαρά. Μετά από αυτό ο Σιλουανός ήταν ήσυχος. Γνώριζε τι θα έλεγε στον Ρωμανό! Στις τρεις η ώρα έφθασε στο κελί του π. Δοσιθέου. Ο π. Δοσίθεος ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα, με τους αγκώνες στο τραπέζι και τα χέρια του να κρατούν το κεφάλι του. Ο Ρωμανός καθόταν και εκείνος με την ίδια στάση στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Τότε ο Σιλουανός λέει:
— Τι σας συμβαίνει; Είστε και οι δύο λυπημένοι.
Ο π. Δοσίθεος απαντά:
— Να, ο Ρωμανός έχασε την πίστη του. Λέει πως δεν πιστεύει πια.
Ο Γέροντας κοίταξε τον Ρωμανό και εκείνος τον Γέροντα.
— Ρωμανέ, λογισμοί είναι˙ δεν πρέπει να τους ακούς. Δεν πρέπει να τους δίνεις χώρο μέσα σου. Λογισμοί τέτοιου είδους έρχονται σε όλους, και σε μένα επίσης!
— Έρχονται και σε σας;
— Ναι, έρχονται σε όλο τον κόσμο. Δεν πρέπει να τους δέχεσαι.
Και έτσι, χάρη σε αυτό τον απλό λόγο, ότι παρόμοιοι λογισμοί έρχονται και στον Σιλουανό, ο Ρωμανός «επανήλθε» στη ζωή. Σώθηκε και έγινε ξανά ευτυχισμένος και, μάλιστα, γεμάτος έμπνευση. Βλέπετε πώς η απάντηση του Θεού ήταν ακριβής; Στην απάντηση δεν υπήρχε τίποτε το “θεολογικό”, αλλά αν κατανοήσουμε τι συνέβη στ’ αλήθεια, αυτό είναι για μας πραγματικά η ασκητική θεολογία.

(Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας... τόμος Α, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σελ. 79-81)


Για τους ποντοπόρους της ζωής, ανέκαθεν ο θάνατος ήταν κάτι το άκρως ανατριχιαστικό. Ήταν το μυστηριώδες, το ανεξερεύνητο ακρωτήρι, πέραν του οποίου κανείς δεν μπορούσε να δή τι συνέβαινε.

Έμοιαζε σαν το νοτιώτερο ακρωτήρι της Αφρικής, το γνωστό με το όνομα της Καλής Ελπίδος. Άλλοτε ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ναυτικών, οι δε ιθαγενείς εβεβαίωναν, πως κανένα πλοίο, απ’ όσα επεχείρησαν να διαβούν, δεν διέφυγε το ναυάγιο.

Αφ’ ότου όμως ο περίφημος θαλασσοπόρος Βάσκο ντε Γάμα κατώρθωσε, σώος και αβλαβής, να περάση, από τη στιγμή εκείνη η σκληρότης του ακρωτηρίου ηττήθη. Η τρομερότης του εξέλιπε. Το αδιάβατο ακρωτήρι έγινε πλέον διαβατό και έλαβε το συμπαθέστατο και ευοίωνο όνομα της Καλής Ελπίδος. Έγινε ο πλουτοφόρος διάδρομος, που οδηγεί στους αμύθητους θησαυρούς των Ινδιών.
Έτσι και ο ακραίος σταθμός της ανθρωπίνης ζωής, το ακρωτήρι του θανάτου, παρέμεινε για τον προχριστιανικό κόσμο αδιάβατο και μυστηριώδες. Ήτο αδύνατο να το παραπλεύσουν οι άνθρωποι χωρίς ναυάγιο. Αφ’ ότου όμως ο Ιησούς διεφώτισε το μυστήριο τούτο και απέδειξε, ότι ο θάνατος δεν είναι το ακρωτήρι του τραγικού ναυαγίου της ζωής, αλλά το ακρωτήρι της Καλής Ελπίδος, που φέρει προς νέους λαμπρούς κόσμους και ανοίγει μπροστά μας νέες σκηνογραφίες.
(Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο846)

Ο θάνατος νικήθηκε
«Με κάλεσαν κάποτε — διηγείται ένας διάσημος ιεροκήρυξ - να κηρύξω σε μια κηδεία.

Έψαξα την Αγία Γραφή μου να βρω κάποια σχετική ομιλία, που να κάνη για την περίπτωση αυτή. Μάταια όμως.

Διεπίστωσα ότι τέτοια ομιλία δεν υπήρχε στην Αγία Γραφή, γιατί όπου και αν συνάντησε νεκρό ο Κύριος τον ανέστησε. Έτσι διάλεξα για θέμα μου την ανάσταση».
Αληθινά, όπου ο θάνατος συναντήθηκε με την Ζωή υποχώρησε νικημένος. Ο Αναστημένος Χριστός έδωσε μια θριαμβευτική ελπίδα στο ανθρώπινο γένος!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο926)

Κάθε φορά που είστε στο κελί σας ή οπουδήποτε και σκέπτεστε με έναν τρόπο υποτιμητικό για τους αδελφούς ή τις αδελφές σας, καταστρέφετε τη ζωή, και οι αδελφές και οι αδελφοί που κατηγορείτε το αισθάνονται και πληγώνονται.

Πώς συμβαίνει αυτό; Ακόμη και μεταξύ αυτών που δεν προσεύχονται υπάρχει μια ψυχολογική ευαισθησία και αισθάνονται τα ψυχικά κύματα, την ψυχική ενέργεια που εκπέμπουν οι άλλοι. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τίποτε, δεν ακούει λόγια, δεν βλέπει χειρονομίες˙ ο,τι γίνεται, γίνεται μυστικά, η ζωή όμως καταστρέφεται.
Θα σας δώσω τώρα ένα παράδειγμα που δεν είναι τόσο ευχάριστο. Υπάρχει ένα ζώο η μεφίτης (ο ασβός), το οποίο για να εξασφαλίσει την ησυχία του εκπέμπει κάποιες φορές ένα υγρό που έχει μια ανυπόφορη δυσωδία, ακόμη και για τα μεγάλα ζώα. Το ίδιο το ζώο αντέχει την οσμή αυτή με ευχαρίστηση.

Μεταξύ των ανθρώπων συμβαίνει επίσης μερικοί να δημιουργούν μία ατμόσφαιρα σαν αυτή που δημιουργεί η μεφίτης, με αποτέλεσμα να καθιστούν την ατμόσφαιρα γύρω τους ανυπόφορη, έτσι που να μην μπορεί κανείς ούτε να αναπνέει˙ αυτοί οι ίδιοι είναι ευχαριστημένοι στη σκέψη της υπεροχής τους. Να είστε όλοι και όλες συνετοί και προσεκτικοί σε αυτό που λέω: να μη σκέπτεστε άσχημα για τους άλλους!
Υπάρχει ακόμη και μία άλλη πλευρά αυτού, ας πούμε, του «τρόπου συμπεριφοράς». Ας υποθέσουμε ότι εγώ προσεύχομαι για κάποιον, για έναν αδελφό ή μία αδελφή, και αντί να συναντήσω μία προσευχή παρόμοια από μέρους αυτής ή αυτού, προσκρούω σε μία άρνηση εκ μέρους τους˙ όλα εκλαμβάνονται με έναν τρόπο αρνητικό, πριν ακόμη εκφραστώ. Αλλά το ζώο αυτό, η μεφίτης, δεν αισθάνεται τι κάνει. Συμπεριφέρεται με ελευθερία˙ είναι τελείως «καθώς πρέπει». Τι να κάνεις στην περίπτωση αυτή, πώς να θεραπεύσεις;
Ο σκοπός μας είναι να καταλάβουμε και να θεραπεύσουμε αυτή την αρρώστια του «μεφιτισμού»(1) κάθε φορά που εμφανίζεται, κυρίως στην εκκλησία ενάντια στους ιερείς.

Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα από τη ζωή μας: Κάποιοι δεν αγαπούν τα ελληνικά για παράδειγμα. Μόλις προφέρεις μία λέξη στα ελληνικά, παθαίνουν σοκ! Με έναν αόρατο όμως τρόπο, το πνεύμα του ιερέως ή του διακόνου που διακονεί την προσευχή το αισθάνεται, είναι τρωτός, μπορείς να τον σκοτώσεις με παρόμοιες συμπεριφορές, ακόμη και αόρατες κλπ. Αυτή η ψυχική ενέργεια δημιουργεί κάτι σαν «ηλεκτρικές εκκενώσεις».
Γνώρισα μία Ρωσίδα στο Παρίσι. Ο σύζυγός της ήταν σπουδαίος μηχανικός και εργαζόταν στο Βιετνάμ. Μου είπε ότι οι Βιετναμέζοι είναι πολύ ευαίσθητοι ψυχικά και πολύ δυνατοί. Αν κάποιος δεν τους αρέσει, αρχίζουν να μπλοκάρουν αυτό το πρόσωπο με κάθε είδους «επιθέσεις», ψυχολογικές απορρίψεις. Εξωτερικά δεν παρατηρεί κανείς τίποτε, αλλά το πρόσωπο έπειτα από έναν χρόνο -ή δύο χρόνια αν έχει μεγάλη αντοχή- πεθαίνει. Αυτή είναι η τεχνική του τέλειου εγκλήματος. Κανείς δεν λέει τίποτε, δεν υπάρχουν λόγια ούτε χειρονομίες, παρά μόνο μία άρνηση να ακούσει κάποιος κάποιον.
Χάρη στην ασκητική στάση με την οποία καταδικάζουμε τον εαυτό μας στην κόλαση, αυτή η ενέργεια καθίσταται -πώς να το πω;- λιγότερο δυνατή, αλλά παρ’ όλα αυτά εμποδίζει τη ζωή και τη σωτηρία. Θα μπορούσα να συνεχίσω να μιλώ μαζί σας για πολλή ώρα πάνω στο θέμα αυτό. Σας παρακαλώ όμως να το λάβετε πολύ στα σοβαρά...

(1)Μεφιτισμός: (Βιολ.) Η μόλυνση του αέρα από δυσώδεις αναθυμιάσεις, επιβλαβείς στους ζωικούς οργανισμούς. Βλ. Γεωργίου Χασιάκου, Ερμηνευτικό Λεξικό των –ΙΣΜΩΝ, Αθήνα 1989.

(Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας... τόμος Α, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σελ. 70-73)

Γράφεις ότι έχεις πολλές φροντίδες και μέριμνες.
Κάνε με επιμέλεια και φιλοτιμία ότι σου ζητήσουν οι δικοί σου.
Αλλά να ασχολείσαι με όλα ήρεμα, δίχως άγχος, ταραχή ή βαρυγκώμια.
Οι μέριμνες συνοδεύονται συνήθως από εσωτερική αναστάτωση.
Αυτό δεν είναι σωστό. Δεν μπορείς, βέβαια, πάντοτε να εξετάζεις
ότι σου αναθέτουν με απόλυτη νηφαλιότητα και να το εκτελείς με τέλεια αυτοσυγκέντρωση,
χωρίς την παραμικρή ταραχή ή διάσπαση.Την πνευματική ζωή, πάντως, δεν την δυσχεραίνουν
τόσο αυτές καθεαυτές οι καθημερινές ασχολίες του επίγειου βίου μας που είναι αναγκαίες
και αναπόφευκτες, όσο οι μάταιες μέριμνες, οι πολλαπλές έγνοιες και το διαρκές άγχος.
Το άγχος κατατρώει βασανιστικά την καρδιά και εμποδίζει την πνευματική προκοπή.
Ξεχώρισε, λοιπόν, τις αναγκαίες ασχολίες από τις μάταιες μέριμνες και τον έλλογο ζήλο από το άλογο άγχος.

Μάθε να εργάζεσαι νηφάλια, διατηρώντας την μνήμη του Θεού και πιστεύοντας 

ότι ευαρεστείς Εκείνον, όταν όλα σου τα έργα τα πράττεις ευσυνείδητα.
Γενικά, μην δείχνεις ιδιορρυθμία σε καμιά περίπτωση.
Να είσαι ευγενική, καλοσυνάτη και πρόσχαρη με όλους, όπως πάντα.
Μόνο ν'αποφεύγεις τα πολλά γέλια, τα χοντροκομμένα αστεία και τα μάταια λόγια.
Μπορείς και χωρίς αυτά να είσαι αβρή, ιλαρή και ευσυμπάθητη!
Ποτέ να μην είσαι σκυθρωπή. 'Οταν ο Κύριος λέει σ'εκείνους που νηστεύουν
να περιποιούνται τα μαλλιά τους και να νίβουν τα πρόσωπά τους (Ματθ.6:17),
εννοεί ακριβώς ότι πρέπει ν'αποφεύγουν την σκυθρωπότητα. Ο Θεός να σε φωτίσει!

Απόσπασμα από το βιβλίο Οσίου Θεοφάνη του έγκλειστου
"Ο Δρόμος της ζωής"(γράμματα σε μία ψυχή) σελίς 259 - 261

(Αρχιμανδρίτου Δανιήλ Αεράκη, Χρυσοστομικό Λεξικό, παρατίθεται μόνο το κείμενο σε μετάφραση). 

ΛΕΙΨΑΝΑ

και ευλογία των μαρτύρων (έκδοση Ε.Π.Ε. τόμος 2, σελ. 406)
Τα πόδια τα έδωσε ο Θεός, όχι για να τρέχουμε στα θέατρα και στα ιπποδρόμια και τα άλλα επιβλαβή θεάματα, αλλά για να πορευώμαστε στην εκκλησία, στους τόπους προσευχής και στους τάφους των αγίων μαρτύρων. Έτσι θα κερδίζουμε ευλογίες και θα καταστήσουμε τους εαυτούς μας ανέγγιχτους στις παγίδες του διαβόλου.
και τάφοι αγίων (Ε.Π.Ε. 20,54)
Φοβερό! Χωρίς να φαίνεται τίποτε, χωρίς να συμβαίνη κάτι, χωρίς να υπάρχη άνθρωπος, ακούγονται φωνές και σπαραγμοί, παρουσιάζονται γλώσσες να καίγωνται. Ο διάβολος δεν υποφέρει τη θαυμαστή δύναμι των αγίων λειψάνων.
πολλών άγιων δεν διατηρήθηκαν (Ε.Π.Ε. 25,196-198)
Του Μωϋσή τα οστά ξέρεις που είναι; Δεν βρίσκονται σε ξένη γη; Το ίδιο και τα οστά του Ααρών, του Δανιήλ, του Iερεμία, όπως και τα οστά των Αποστόλων. Των περισσοτέρων δεν ξέρουμε που είναι. Διότι του Πέτρου και του Παύλου και του Ιωάννη και του Θωμά είναι γνωστοί οι τάφοι, όμως των άλλων αγίων, αν και είναι τόσοι πολλοί, πουθενά δεν έχουν ανακαλυφθή. Ας μη θρηνούμε, λοιπόν, γι' αυτό, ας μη μικροψυχούμε. Όπου και αν ταφούμε, «του Κυρίου είναι η γη και το πλήρωμα αυτής». Οπωσδήποτε εκείνο που πρόκειται να γίνη, γίνεται. Το να πενθή, λοιπόν, κανείς και να θρηνή γι' αυτούς, που έχουν φύγει από τη ζωή, και να οδύρεται, προέρχεται από μικροψυχία.
και τάφοι άγιων (Ε.Π.Ε. 30,472)
Μας έχει χαρίσει ο Θεός τα λείψανα των αγίων μαρτύρων. Εκείνος έλαβε τις ψυχές τους στον ουρανό και άφησε σε μας τα σώματά τους, σπουδαία παρηγοριά και ενίσχυσι. Έτσι ερχόμαστε στους τάφος των αγίων και διεγειρόμαστε σε ζήλο και μίμησι της ζωής τους. Βλέποντας τα λείψανά τους θυμόμαστε τα κατορθώματά τους και τις αμοιβές γι αυτά τα κατορθώματα.
αγίων (Ε.Π.Ε 34, 474)
Ας καταφεύγουμε στους αγίους ως προς γιατρούς πνευματικούς. Αφού γι’ αυτό το λόγο ο αγαθός Κύριος μας άφησε τα σώματά τους, ώστε να ερχώμαστε στους τάφους τους, ν’ ασπαζώμαστε τα λείψανά τους με όλη τη θέρμη της ψυχής μας, και να παίρνουμε μεγάλη γιατρειά των ψυχικών και σωματικών μας ασθενειών. Αν προσερχώμαστε με πίστι, είτε ψυχικό, είτε σωματικό πάθος έχουμε, θα επιστρέφουμε στο σπίτι μας με την κατάλληλη θεραπεία.
μετά το λόγο του Θεού (Ε.Π.Ε 34,374)
Μετά τη δύναμι του κηρύγματος τη δεύτερη θέσι έχουν οι τάφοι των αγίων, στο να διεγείρουν σε ίσο ζήλο προς τη ζωή τους τις ψυχές εκείνων, που πηγαίνουν και τους βλέπουν. Όπου υπάρχει κάποια λειψανοθήκη, αμέσως οι ψυχές αισθάνονται ολοφάνερα τις θαυμαστές ενέργειές της. Διότι η θέα της λειψανοθήκης ασκεί επίδρασι στην ψυχή, την καταπλήσσει, την διεγείρει, και δημιουργεί τη συναίσθησι, ότι ο μάρτυρας που βρίσκεται μέσα σ’ αυτήν προσεύχεται μαζί μας, είναι παρών και μας βλέπει.
άφωνοι διδάσκαλοι (Ε.Π.Ε. 36,586-588)
Ο μάρτυρας παραμένει άφωνος στον τόπο του, μέσ' στη μεγάλη σιωπή του. Γι’ αυτό ο Θεός μας άφησε εδώ τα σώματά τους, ώστε, όταν ο όγκος των υποθέσεων και το πλήθος των βιοτικών φροντίδων σκοτίζουν τη διάνοια μας, ν’ αφήνουμε το σπίτι μας, να βγαίνουμε έξω από την πόλι αποχαιρετώντας τους θορύβους, να επισκεπτώμαστε τον τάφο κάποιου μάρτυρα, ν' απολαμβάνουμε την αύρα την πνευματική, να λησμονούμε τις ποικίλες ασχολίες, να χαιρώμαστε την ησυχία, να επικοινωνούμε με τους αγίους, να παρακαλούμε για τη σωτηρία μας τον Θεό, που τους αξίωσε να διακριθούν στους πνευματικούς αγώνες, ν' αναπέμπουμε πολλές και θερμές ικεσίες, και έτσι ανανεωμένοι και χαρούμενοι να επιστρέφουμε στα σπίτια μας.
και λάρνακες (Ε.Π.Ε. 37,124)
Καθημερινά ας επισκεπτώμαστε τάφους αγίων. Θα αποκομίζουμε πνευματικά ωφέλη. Όποιος έρχεται εδώ με πίστι, θα κερδίση μεγάλα αγαθά, αφού όχι μόνο τα σώματα, αλλά και οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρι.
Προσκύνησις (Ε.Π.Ε 37,216)
Ας γονατίσουμε μπροστά στα λείψανα των αγίων. Ας αγκαλιάσουμε τις λειψανοθήκες τους, διότι μπορούν και οι θήκες των μαρτύρων να έχουν μεγάλη δύναμι, όπως βέβαια και τα οστά των μαρτύρων έχουν μεγάλη δύναμι. Οι άγιες μάρτυρες έχουν μεγάλη παρρησία στο Θεό, όχι μόνο όσο ζούσαν, αλλά και τώρα, πολύ περισσότερο τώρα, που πέθαναν.
φυγαδεύουν τα δαιμόνια (Ε.Π.Ε. 37,226)
Πάρε ένα δαιμονισμένο και μανιακό και φέρτον στον τάφο ενός αγίου, όπου υπάρχουν τα λείψανα του μάρτυρος. Θα δής να απομακρύνεται οπωσδήποτε το δαιμόνιο, τρέχοντας και να φεύγη. Σαν να πρόκηται, δηλαδή, να πατήση πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, έτσι πηδάει αμέσως από τα πρόθυρα ακόμα, χωρίς να τολμήση να ατενίση τη λειψανοθήκη.
φοβερά στους δαιμονισμένους (Ε.Π.Ε. 37,320)
Όπου είναι παραχωμένα οστά μαρτύρων, φεύγουν σαν από φωτιά δυνατή και ανυπόφορη τιμωρία οι δαιμονισμένοι και διακηρύττουν με δυνατή φωνή ότι μαστιγώνονται.
υπόμνημα αρετής (Ε.Π.Ε. 37,232)
Θυμηθήτε τον κατακλυσμό, που έγινε στην εποχή του Νώε, και την κιβωτό εκείνη. Διότι και τότε δίκαιος βρισκόταν μαζί με θηρία. Αλλά τότε ο Νώε μπήκε άνθρωπος στην κιβωτό και βγήκε άνθρωπος. Ο Ιουλιανός όμως ο μάρτυρας μπήκε στο σάκκο άνθρωπος και βγήκε άγγελος. Ο Νώε μπήκε από τη γη και βγήκε πάλι στη γη, ενώ ο άγιος Ιουλιανός μπήκε από τη γη στο σάκκο, και έφτασε από το σάκκο στον ουρανό. Τον δέχτηκε το πέλαγος, όχι όμως για τον θανατώση, αλλά για να τον στεφανώση. Και μετά το στεφάνωμα μας χάρισε ο Θεός αυτή την αγία κιβωτό, το σώμα του μάρτυρα˙ και την έχουμε μέχρι σήμερα ως θησαυρό μύριων αγαθών. Διότι ο Θεός μοιράστηκε με μας τους μάρτυρες. Εκείνος πήρε την ψυχή τους, σε μας άφησε τρόπον τινά το σώμα τους, για να έχουμε διαρκώς υπόμνησι προς μίμησι τας οστά τους.
μέριμνα γι’ αυτά (Ε.Π.Ε. 38,246)
Και για τα λείψανα των αγίων μαρτύρων (που χρειάζονται για τα θυσιαστήρια της ιεραποστολής) να είσαι ήσυχος.


(αρχιμανδρίτου Δανιήλ Αεράκη, Χρυσοστομικό Λεξικό, τόμος Γ, Αθήνα 2011, σελ. 216-220 )

 

Από την Δογματική του Π.Ν. Τρεμπέλα (στη νέα ελληνική γλώσσα).  

1)   Η τιμή προς τους μάρτυρες και τους αγίους εκδηλώθηκε ιδιαιτέρως στα λείψανά τους και σε οποιαδήποτε αντικείμενα ή είδη ρούχων που χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς.
Έτσι αναφέρεται στο Μαρτύριο του Πολυκάρπου, ότι ο ιερός αυτός άνδρας ανέβαλε να βγάλει τα ρούχα του μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία ετοιμάστηκε η φωτιά που επρόκειτο να τον δεχτεί, αποφεύγοντας να πράξει αυτό πιο πριν «επειδή πάντοτε καθένας από τους πιστούς βιαζόταν, ποιος θα ακουμπήσει γρηγορότερα το σώμα του». Όταν λοιπόν το τίμιο σώμα του μάρτυρα κάηκε τελείως, οι πιστοί μάζεψαν «τα τιμιότερα και από πολύτιμους λίθους και δοκιμασμένα περισσότερο από χρυσάφι οστά του και τα απόθεσαν όπου ήταν φυσικό», έτσι ώστε συναθροιζόμενοι κατά την επέτειο του θανάτου του να επιτελούν «τη γενέθλια ημέρα του μαρτυρίου του».
Για τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο επίσης εξιστορείται ότι όταν ρίχτηκε για τροφή στα θηρία, «μόνο τα πιο σκληρά από τα άγια λείψανά του απέμειναν, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Αντιόχεια και κατατέθηκαν σε λινό (=λειψανοθήκη κατασκευασμένη από λινάρι), θησαυρός ανεκτίμητος».
Και σύμφωνα με την μαρτυρία του Χρυσοστόμου τα άγια αυτά λείψανα τα δέχτηκαν οι Αντιοχείς «με στεφάνια», και όχι μόνο αυτοί, «αλλά και όλες οι ενδιάμεσες πόλεις από τη Ρώμη» μέχρι την Αντιόχεια «προέπεμπαν εγκωμιάζοντας τον στεφανωμένο, ανυμνώντας τον αγωνοθέτη, περιγελώντας τον διάβολο».
Από την άλλη ο μεν Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι τον του αδελφοθέου «Ιακώβου θρόνο» φύλαγαν με επιμέλεια οι διάδοχοί του, αποδεικνύοντας έτσι «τι σεβασμό διατηρούσαν και διατηρούν οι παλαιοί και οι σύγχρονοί μας προς τους αγίους άνδρες για την προς αυτούς εύνοια εκ μέρους του Θεού».
Αλλά και ο Αμβρόσιος μαρτυρεί για το ότι οι Χριστιανοί μάζευαν ευλαβικά μαζί με το αίμα και τα καρφιά και τα τιμωρητικά όργανα, που χρησιμοποιήθηκαν από τους δημίους για τελείωση των μαρτύρων (16).
2)  Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις, που σημειώθηκαν και σε πολυάριθμες άλλες περιστάσεις, θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως τελείως φυσικές, διότι έχουν τα προηγούμενά τους στη Βίβλο, από τα οποία και ενθαρρύνθηκαν σε αυτές οι αρχαίοι Χριστιανοί. Για αυτό λοιπόν και χρονολογούνται όχι μόνο από τα νεώτερα αλλά και από τα παλαιότατα χριστιανικά χρόνια. Τα από τη Γραφή ερείσματα και προηγούμενα των εκδηλώσεων αυτών προς τα ιερά λείψανα απαριθμούνται και εκτίθενται τόσο στις Αποστολικές Διαταγές, όσο και από τους Πατέρες Μ. Βασίλειο και Κύριλλο Ιεροσολύμων.
Έτσι σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές, των πεθαμένων «που ζουν κοντά στο Θεό, ούτε τα λείψανα δεν είναι άτιμα» όπως φαίνεται αυτό από το ότι «ο Ελισαίος ο προφήτης ανέστησε νεκρό μετά το θάνατό του κάποιον που είχε σκοτωθεί από πειρατές της Συρίας. Διότι ήρθε σε επαφή το σώμα του με τα οστά του Ελισαίου και αφού αναστήθηκε έζησε».
Έγινε όμως αυτό, όπως παρατηρεί ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, «έτσι ώστε να μην τιμηθούν μόνο οι ψυχές των δικαίων», αλλά και τα σώματά τους· επιπλέον επίσης για «να πιστευτεί ότι υπάρχει δύναμη μέσα στα σώματα των δικαίων», αφού «το νεκρό σώμα του προφήτη επιτέλεσε έργο ψυχής και αυτό που πέθανε και κειτόταν έδωσε ζωή στον πεθαμένο και ενώ έδωσε ζωή, αυτό έμεινε ομοίως στους νεκρούς». Προχωρώντας όμως οι Αποστολικές Διαταγές και σε άλλη περίπτωση από τη Γραφή που δείχνει, ότι παρά τις διατάξεις του Μωϋσή σχετικά με λείψανα και νεκρά σώματα που κάνουν ακάθαρτους αυτούς που τα αγγίζουν, των δικαίων τα λείψανα κανένα και σε αυτήν την Π.Δ. δεν μετέδιδαν μολυσμό, σημειώνουν: «Και ο Μωϋσής και ο Ιησούς του Ναυή περιέφεραν τα λείψανα του Ιωσήφ, χωρίς να το θεωρούν αυτό μολυσμό».
Προσθέτει μάλιστα σχετικά και ο Μ. Βασίλειος, ότι, «όταν πέθαιναν ιουδαϊκά, ήταν βδελυκτά τα θνησιμαία· όταν όμως ο θάνατος είναι για το Χριστό είναι τίμια τα λείψανα των οσίων του». Και από μεν τη μωσαϊκή νομοθεσία «λεγόταν στους ιερείς και στους Ναζωραίους το, Δεν θα μιανθείτε με τίποτα που έχει πεθάνει· και το, Εάν κάποιος αγγίξει νεκρό, θα είναι ακάθαρτος έως το απόγευμα, και το, Θα πλύνει τα ρούχα του. Τώρα όμως αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρα παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε στο σώμα» (17).
(3)   Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος φέρνει και κάποια εξήγηση αυτής της χάρης, η οποία βγαίνει από τα λείψανα των αγίων, παρατηρώντας, ότι «βρίσκεται κάποια δύναμη μέσα στο σώμα των αγίων λόγω της ενάρετης ψυχής που για τόσα χρόνια κατοίκησε μέσα σε αυτό, της οποίας έγινε το σώμα υπηρέτης», το οποίο ακριβώς υπενθυμίζει και τη βεβαίωση του θείου Παύλου, σύμφωνα με την οποία και «τα σώματά μας είναι μέλη Χριστού» και «είναι ναός του Αγίου Πνεύματος μέσα μας» (18).

Επιπλέον ο Κύριλλος αναφέρεται και στα «μαντήλια του κεφαλιού ή του λαιμού» των Αποστόλων, «που ήταν έξω» από το σώμα τους και μόνο άγγιζαν αυτό, τα οποία από την επαφή αυτή έπαιρναν τόσο μεγάλη δύναμη και χάρη, ώστε «όταν άγγιζαν τα σώματα των αρρώστων σήκωναν τους ασθενείς».
Ο θείος Χρυσόστομος από την άλλη υπενθυμίζοντας την ίδια του Ελισαίου αφήγηση της Γραφής, παρατηρεί σχετικά, ότι όχι μόνο τα σώματα, «αλλά και οι ίδιες οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρη». Διότι, εάν πριν ακόμη το Άγιο Πνεύμα επισκηνώσει στην Εκκλησία του Χριστού, σε αυτά τα χρόνια της Π.Δ., στην περίπτωση του Ελισαίου «συνέβαινε τούτο και νεκρός που άγγιξε τη λάρνακα έσπασε τα δεσμά του θανάτου και επανήλθε πάλι στη ζωή, πολύ περισσότερο τώρα που είναι αφθονότερη η χάρη, τώρα που είναι περισσότερη η ενέργεια του Πνεύματος», επόμενο είναι εκείνος, ο οποίος «με πίστη» θα απλώσει το χέρι, για να έλθει σε επαφή με θήκη (λάρνακα) που περιέχει άγια λείψανα «θα κερδίσει πολλή δύναμη από εκεί» (19).
(4)  Αυτής άλλωστε της δύναμης και χάρης η εκπόρευση διαπιστωνόταν και επιβεβαιωνόταν από το πλήθος των θαυμάτων, τα οποία λάμβαναν χώρα από την με πίστη προσέλευση στους τάφους των μαρτύρων και αγίων και την ευλαβική επαφή και προσκύνησή τους. Για τα θαύματα αυτά έχουμε αυθεντικές μαρτυρίες που παρέχονται από επίσημους και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Αμβρόσιος, ο Αυγουστίνος, οι Καππαδόκες και ο Χρυσόστομος.
α)  Έτσι ο μεν Αμβρόσιος σε κάποια επιστολή του (20) επικαλείται την πείρα αυτών που τους στέλνει την επιστολή σχετικά με τα θαύματα, ότι

«γνωρίσατε πάρα πολλούς, ακόμα όμως και με τα ίδια σας τα μάτια είδατε πολλούς, οι οποίοι ελευθερώθηκαν από τους δαίμονες, και επιπλέον οι οποίοι ερχόμενοι να αγγίξουν τα ρούχα των αγίων, αιφνίδια θεραπεύτηκαν από όλα τα δεινά που τους κατείχαν. Τα θαύματα των παλαιών καιρών ανανεώθηκαν, αφότου με την έλευση του Κυρίου Ιησού ξεχύθηκε στη γη αφθονότερη χάρη. Έχετε δει πάρα πολλούς που θεραπεύτηκαν από μόνη τη σκιά των αγίων που έπεσε πάνω τους. Πόσα πανιά κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι! Πόσα ρούχα που τοποθετήθηκαν πάνω σε άγια λείψανα, δεν απέβησαν ιαματικά με μόνη την επαφή και περιζήτητα από όλους. Όλοι ζητούν να αγγίξουν αυτά, έστω και ελαφρά, και όποιος το πέτυχε αυτό, θεραπεύτηκε αμέσως».
β)   Επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία αυτή του Αμβροσίου, που δόθηκε με αφορμή το άνοιγμα των λειψάνων των αγίων Γερβασίου και Προτασίου, αναφέρει και ο Αυγουστίνος διάφορα θαύματα που έγιναν από τη χάρη των παραπάνω αγίων λειψάνων, ένα από τα οποία υπήρξε και η θεραπεία κάποιου τυφλού, που έγινε στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) «κατά τη συρροή των πιστών στα σώματα των μαρτύρων Προτασίου και Γερβασίου» (21).
γ)   Από την άλλη ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός αναφερόμενος στην πείρα, την οποία είχαν οι ακροατές του για τη δύναμη, που έβγαινε από τα άγια λείψανα του Κυπριανού, παρατηρεί: «Τα υπόλοιπα ας προστεθούν από εσάς τους ίδιους, την καθαίρεση των δαιμόνων, την θεραπεία των ασθενειών, την πρόγνωση του μέλλοντος, τα οποία όλα μπορεί και το λείψανο του Κυπριανού όταν υπάρχει η πίστη, όπως γνωρίζουν όσοι έλαβαν πείρα και έχουν μεταδώσει το θαύμα και σε εμάς και θα το παραδώσουν και στο μέλλον».

Και αλλού πάλι μιλώντας για τους αποστόλους και τα υπόλοιπα «υπέρ του Χριστού θύματα, οι οποίοι πρόθυμα αγωνίστηκαν εναντίον φωτιάς και σιδήρου και θηρίων και τυράννων», διακηρύττει ότι από αυτούς «δαίμονες διώχνονται και ασθένειες θεραπεύονται» «και αυτών και τα σώματα μόνα έχουν την ίδια δύναμη με τις άγιες ψυχές τους, είτε αγγίζονται είτε τιμώνται. Αυτών και σταγόνες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους τους ενεργούν όσα και τα σώματα» (22).
δ)  Ο Γρηγόριος ο Νύσσης επίσης για επικύρωση της βεβαίωσής του, ότι γνώριζε, «ότι έχουν δύναμη τα λείψανα» των μαρτύρων, και ότι αυτός είδε «τις σαφείς αποδείξεις της παρρησίας τους προς το Θεό», αφηγείται τη θεραπεία στρατιώτη κουτσού από τα άγια λείψανα των αγίων Τεσσαράκοντα (23).
ε)   Αλλά αυτός που ιδιαιτέρως τόνισε τις χάριτες και δυνάμεις που ξεχύνονται από τα άγια λείψανα και τις λάρνακές τους, υπήρξε ο θείος Χρυσόστομος. Έτσι ο θείος πατέρας διακηρύττει, ότι «όχι μόνο τα οστά των μαρτύρων, αλλά και οι τάφοι τους και οι λάρνακες πολλή αναβλύζουν την ευλογία». Αλλού πάλι χαρακτηρίζει τα σώματα των αγίων ως ασφαλέστερο οχύρωμα από αδαμάντινο τείχος που τειχίζει την πόλη και «σαν να προβάλλουν από παντού σαν κάποιοι υψηλοί σκόπελοι αποκρούουν όχι τις επιθέσεις αυτών των αισθητών και ορατών εχθρών μόνο, αλλά και τις επιβουλές των αοράτων δαιμόνων και τόσο εύκολα ανατρέπουν και διαλύουν όλη την πανουργία του διαβόλου". Επιπλέον «και αν ακόμη ο κοινός μας δεσπότης οργίζεται για το πλήθος των αμαρτημάτων, θα μπορέσουμε, προβάλλοντας αυτά τα σώματα, να τον κάνουμε γρήγορα σπλαγχνικό για την πόλη».

Και σε άλλη πάλι περίπτωση τονίζοντας τη δύναμη, την οποία έχουν τα οστά των αγίων παρατηρεί, ότι αυτή «δαίμονες υποτάσσει και βασανίζει και ελευθερώνει όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά». Και την ώρα που κανένα από τα ορατά και αισθητά δεν βρίσκεται πάνω «στις πλευρές του δαίμονα, φωνές και σπαραγμοί, μαστιγώματα, βάσανα» ακούγονται και σημειώνονται, «επειδή ο δαίμονας δεν αντέχει την θαυμαστή εκείνη δύναμη». Έτσι οι άγιοι «που φόρεσαν τα σώματα» «επικρατούν των ασωμάτων δυνάμεων, και η σκόνη και τα οστά και η τέφρα εξοντώνει τις αόρατες εκείνες φύσεις» (24).
στ)  Τέλος ο Μ. Βασίλειος, πεπεισμένος για το ότι «αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρος παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε μέσα στο σώμα», στο λόγο του στη μάρτυρα Ιουλίττα διακηρύττει για «το τίμιο σώμα» της, ότι «τοποθετημένο στο ωραιότατο προπύλαιο του ναού της πόλης, αγιάζει μεν τον τόπο, αγιάζει όμως και αυτούς που προσέρχονται σε αυτόν» (25)


Παραπομπές
(16) Μαρτύριο Πολυκ.13 και 18 ΒΕΠ.3,24 και 26. Μαρτύρ. Ιγνατίου στο τέλος ΒΕΠ. 2,341.Χρυσοστόμου εις τον Θεοφόρον Ιγνάτιον § 5 Μ. 50,594. Ευσεβ. Εκκλ. Ιστ. 7,19 Μ. 20,681, Αμβροσίου, Exhort. Virginit κεφ. 2 § 9 M.L. 16,354
(17) Αποστ. Διαταγ. ΣΤ 30,5, Β.Ε.Π. 2,116, Δ΄Βασιλ. Ιγ 21, Κυρίλλου Ιεροσ. Κατήχ. 18, § 16, Μ. 33,1036,1037, Εξόδου ιγ 19, Λευϊτ. ια 39,40, Μ. Βασιλείου ομιλία εις τον Ψαλμό ριε § 4, Μ. 30,112.
(18) Κυρίλ. Ιεροσ. Ο.π. . Α΄Κορινθ. Στ 15 και 19.
(19) Κυρίλ. Ιεροσολ. Ο.π. Χρυσοστόμου Εγκώμ εις Ιγνάτιον Θεοφόρον § 5, Μ. 50. 595
(20) ΧΧΙΙ § 9, P.L. 16, 1064.
(21) De civit. XXII 8 § 2. M.L. 41,701
(22) Γρηγορίου Ναζ. Λόγος 24, εις ιερομ. Κυπριανόν § 18, Μ. 35, 1192. Του ιδίου λόγος 4 κατά Ιουλιανού Α § 69, Μ. 35,589.
(23) Λόγος Α εις τους Τεσσαράκοντα μάρτυρας, Μ. 46,784
(24) Χρυσοστόμου Εις μάρτυρας ομιλία, Μ. 50,664, εις μάρτυρας Αιγυπτίους § 1, Μ. 50,694,695. Ομιλία 26 εις την Β΄Κορ. § 5, Μ. 61,583.
(25) Μ. Βασιλ. Ομιλία εις Ψαλμόν ριε § 4, Μ. 30,112. Του ιδίου εις την μάρτυρα Ιουλίττα § 2, Μ. 31,241

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, εκδ. ο Σωτήρ, 1979, σελ. 399-402 η μετάφραση στα νέα Ελληνικά έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

 

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας). 

«Μεγίστην όνησιν πιστεύοντες έσεσθαι…». 

Το λέει γενικά ο θείος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Βεβαιώνει δηλαδή ότι προσφέρουμε τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας για όλους τους προκεκοιμημένους, πιστεύοντας ότι πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια κερδίζουν οι ψυχές υπέρ των οποίων «η δέησις αναφέρεται της αγίας και φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας». Λοιπόν και των Αγίων και των Προφητών και των Αποστόλων και των Μαρτύρων οι ψυχές αποκομίζουν ωφέλεια από τη θυσία της Ευχαριστίας, αφού και υπέρ αυτών αυτή προσφέρεται;

Των αδελφών μου και των συγγενών μου και των φίλων μου οι ψυχές, με τους οποίους έζησα μαζί και οι οποίοι πέθαναν πριν από μένα, έχοντας όλοι τις ατέλειες και ελλείψεις τους και τα ψεγάδια από τα ακούσια και τα εκ συναρπαγής αμαρτήματα, το καταλαβαίνω να καρπώνονται οι ψυχές αυτές βοήθεια και έλεος από την ατίμητη θυσία που προσφέρεται γι’ αυτούς. Αλλά να ωφελούνται και οι ψυχές εκείνων οι οποίοι αναμφισβήτητα ευαρέστησαν στον Κύριο και τιμήθηκαν από αυτόν, όπως είναι οι Απόστολοι και οι Προφήτες και οι Μάρτυρες, των οποίων μάλιστα τις πρεσβείες επικαλούμαστε την ίδια στιγμή που τους μνημονεύουμε, αυτό παρουσιάζει ακατανόητο.
Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό. Γι’ αυτό λοιπόν αναφερόμαστε και πάλι στο ωραίο παράδειγμα που μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος, για το οποίο μιλήσαμε και άλλοτε. Όταν δηλαδή ένας βασιλιάς επανέρχεται θριαμβευτής από κάποιον πόλεμο τον οποίο διεξήγαγε νικηφόρα, στη λαμπρή υποδοχή που του γίνεται στην πρωτεύουσα του βασιλείου του από τον λαό που τον επευφημεί, μνημονεύονται τα ονόματα των στρατηγών και των αξιωματούχων που συναγωνίστηκαν μαζί του και συμμετείχαν στα ένδοξα κατορθώματά του. Αναφέρονται όμως και μερικά άλλα ονόματα, αιχμαλώτων αυτά και δεσμίων, που για ορισμένους λόγους προσείλκυσαν τη συμπάθεια και τον οίκτο των νικητών.

Για άλλο σκοπό, λέει ο ιερός Πατήρ, μνημονεύονται τα ονόματα εκείνων που συμπολέμησαν και συναγωνίσθηκαν με τον ένδοξο και νικητή βασιλιά· και με άλλο, τελείως διαφορετικό πνεύμα, μνημονεύονται οι δέσμιοι και οι αιχμάλωτοι. Οι πρώτοι, οι οποίοι διέπρεψαν στο πεδίο της μάχης, μνημονεύονται για να επευφημηθούν άλλη μια φορά και για να αποδοθεί και πάλι δίκαιος έπαινος και τιμή σ’ αυτούς. Οι δεύτεροι, οι οποίοι έχουν ανάγκη της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών του μεγάλου βασιλιά, μνημονεύονται για να κερδίσουν την εύνοια και τη χάρη του. Αξιώματα και τιμές ζητούνται από τους πρώτους, έλεος και χάρη για τους δεύτερους.
Μην ξεχνάς, αδελφέ μου, τη θεόπνευστη διαβεβαίωση της προς Εβραίους επιστολής, που μας πληροφορεί για το ότι οι άγιοι Πάντες, μολονότι μέχρι την τελευταία τους πνοή ομολόγησαν την αληθινή πίστη και έλαβαν εγκωμιαστική μαρτυρία γι’ αυτήν ότι ευαρέστησαν στο Θεό, παρ’ όλα αυτά, «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν» (Εβρ. ια’ 39). Δεν απόλαυσαν ακόμη πλήρη και ολοκληρωμένη την αμοιβή που τους ανήκει. Διότι ο Θεός προέβλεψε όλα μαζί τα μέλη της Εκκλησίας, στη συντέλεια του κόσμου και μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, στην κρίση και ανταπόδοση που θα κάνει ο ίδιος, να απολαύσουν το τέλειο και ολοκληρωμένο βραβείο της νίκης τους εναντίον της αμαρτίας. Όλα μαζί τα μέλη ως μια οικογένεια που τιμάται μαζί, και ως ένα αδιαίρετο όλοι Σώμα.

Και στο μεταξύ διάστημα; Έως ότου όλα τα μέλη της Εκκλησίας επισυναχθούν και η στρατευομένη Εκκλησία παύσει να υπάρχει, αφού θα έχει μετατεθεί ολόκληρη στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, τι γίνεται; Ο καθένας από τους δικαίους προαπολαμβάνει μόνο και προγεύεται τα μέλλοντα αγαθά. Και δεν παύει βέβαια η θριαμβεύουσα Εκκλησία να είναι «πανήγυρις πρωτοτόκων», πανηγυρική σύναξη των εκλεκτών παιδιών του Θεού. Ε λοιπόν! Στη χαρά την οποία προαπολαμβάνουν οι εκλεκτοί αυτοί στρατιώτες του Θεού, προστίθεται και άλλη χαρά, όταν προσφέρεται και υπέρ αυτών η Θεία Ευχαριστία. Και η πανηγυρική εκείνη σύναξη, παρά το ότι είναι εξολοκλήρου χαρμόσυνη, ανασκιρτά και συναγάλλεται χτυπώντας τα χέρια της. Και αναπέμπει μαζί με την στρατευομένη Εκκλησία τον επινίκιο ύμνο στο Αρνίο το «ως εσφαγμένον», που στέκεται πάνω στο θρόνο του Θεού. Στην ήδη προϋπάρχουσα χαρά προστίθενται και νέα σκιρτήματα αγαλλιάσεως. Και στις πολλές επευφημίες του ουρανίου κόσμου για τη στρατιά του Χριστού που θριαμβεύει στον ουρανό, ακολουθούν και νέα ενθουσιώδη χειροκροτήματα για τη νίκη που έχει συντελεσθεί.

Σε ποιό βαθμό «μεγίστη»;

Πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια πιστεύουμε ότι θα αποκομίσουν οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας από τη θυσία της Ευχαριστίας που προσφέρουμε. «Μεγίστην όνησιν», λέει ο θεοφώτιστος Κύριλλος. Κάτι παρόμοιο διακηρύττει και ο ιερός Χρυσόστομος. Αλλά και η πράξη της Εκκλησίας από παλιά αυτό επιβεβαιώνει. Διότι ακόμη και στις πολύ παλιές Λειτουργίες, οι οποίες ανάγονται στις αρχές του τετάρτου χριστιανικού αιώνα, δεν παραλείπεται το μνημόσυνο αυτό των κεκοιμημένων.

Δημιουργείται όμως το ερώτημα: Σε ποιό βαθμό εκτείνεται η «όνησις» και ωφέλεια αυτή;
Θα έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν μας τους θεόπνευστους λόγους του ευαγγελιστού Ιωάννου στους οποίους γίνεται διάκριση μεταξύ «αμαρτίας προς θάνατον» και «αμαρτίας μη προς θάνατον» (Α’ Ιω. ε’ 16) · μεταξύ αμαρτίας δηλαδή που οδηγεί στον πνευματικό θάνατο και αμαρτίας μη θανάσιμης. Κάνοντας τη διάκριση αυτή ο αγαπημένος μαθητής, συνιστά σε κάθε χριστιανό που είδε τον αδελφό του «αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον», να παρακαλεί τον Θεό για χάρη του, με την πεποίθηση ότι ο πανάγαθος Κύριος «δώσει αυτώ ζωήν». Τονίζει όμως στη συνέχεια ο άγιος Ιωάννης ότι «έστιν αμαρτίαν προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».

Θεωρεί με άλλα λόγια όχι απλώς ανώφελο αλλά και από κάποια άποψη απαγορευμένο, για ανθρώπους που έχουν παρεκκλίνει σε αμαρτίες θανάσιμες και εμμένουν συστηματικά σε αυτές χωρίς να εκδηλώνουν κάποιες ενδείξεις μετάνοιας, να προσευχόμαστε να τους δοθεί άφεση γι’ αυτές.
Αυτά βέβαια λέγονται από τον θείο Ευαγγελιστή για αδελφούς που βρίσκονται στη ζωή, τους οποίους ακόμη δεν πήρε ο θάνατος και για τους οποίους συνεπώς υπάρχει η δυνατότητα να μετανοήσουν και επιστρέφοντας με συντριβή στον Κύριο να συγχωρηθούν από αυτόν. Για μια τέτοια επιστροφή αναμφίβολα επιβάλλεται να προσευχόμαστε και να ικετεύουμε τον Κύριο και για χάρη αυτών που αμαρτάνουν θανάσιμα. Την άφεση όμως αυτών των αμαρτιών τους δεν επιτρέπει ο άγιος Ιωάννης να ζητούμε στις προσευχές μας γι’ αυτούς.

Άλλωστε το να προσευχόμαστε και υπέρ των ειδωλολατρών ακόμη, παρακαλώντας τον Θεό να τους φωτίσει και να τους οδηγήσει σε επιστροφή, μας το ζητά ρητώς ο απόστολος Παύλος, όταν συνιστά στον Τιμόθεο να κάνουμε «δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις υπέρ πάντων ανθρώπων», ακόμη και υπέρ των τότε ειδωλολατρών «βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων», των βασιλιάδων και όλων των αρχόντων, οι οποίοι είχαν στάση δυσμενή και εχθρική απέναντι στο χριστιανισμό. Και το δικαιολογεί αυτό ο θεόπνευστος Απόστολος υπενθυμίζοντας ότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 1-4).
Από τους κεκοιμημένους βέβαια αποκλείεται η δυνατότητα επιστροφής και μετάνοιας. Ό,τι συναποκόμισαν μαζί τους φεύγοντας απ’ αυτή τη ζωή, θα τους ακολουθεί σε όλους τους αιώνες. Γι’ αυτό ακριβώς και η Θεία Ευχαριστία δεν προσφέρεται υπέρ αυτών που πέθαναν ενώ ήταν ειδωλολάτρες· αλλ’ ούτε και υπέρ χριστιανών οι οποίοι πέθαναν αποδεδειγμένα μένοντας προσκολλημένοι στην αμαρτία, και η τελευταία πράξη της ζωής τους, που επισφράγισε ολόκληρο τον βίο τους, υπήρξε ολοφάνερη παράβαση του νόμου του Θεού. Ανέκαθεν δηλαδή η Εκκλησία ούτε κήδευσε με εκκλησιαστικές δεήσεις και τιμές, ούτε τέλεσε μνημόσυνα, ούτε ανέγραψε στα δίπτυχα που διαβάζονται κατά τη Θεία Ευχαριστία, χριστιανούς που αυτοκτόνησαν. Ούτε επίσης αυτούς που πέθαναν σε μονομαχία ή ξιφομαχία ή αυτούς που παρεξέκλιναν σε κάποια αίρεση και ανάθεμα και δεν εκδήλωσαν στις τελευταίες τουλάχιστον στιγμές της ζωής τους κάποια διάθεση για μετάνοια. Παραμένει σ’ αυτό το σημείο πιστή στην αποστολική εντολή: «Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».
Ποιό συμπέρασμα λοιπόν συνάγεται απ’ όλα αυτά; Ότι η θυσία της Θείας Ευχαριστίας μόνο όταν προσφέρεται για ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα, παρέχει την ωφέλεια για την οποία κάνει λόγο ο θείος Κύριλλος. Για ανθρώπους όμως οι οποίοι αμάρτησαν θανάσιμα και πέθαναν χωρίς να μετανοήσουν και επομένως βρίσκονται στην κρίση και καταδίκη του Θεού, γι’ αυτούς ας μην περιμένουμε ποτέ ότι είναι δυνατόν με τη θυσία της Ευχαριστίας να τους μεταθέσουμε από τον Άδη, όπου βρίσκονται, στον Παράδεισο. Παράδεισος και Άδης χωρίζονται μεταξύ τους με χάσμα ανυπέρβλητο. Το βεβαίωσε ο Κύριος ρητώς στη γνωστή παραβολή του όπου παρουσιάζει τον Αβραάμ να λέει στον πλούσιο που βασανιζόταν φοβερά στον Άδη: «Μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσι» (Λουκ. ις’ 26). Ανάμεσά μας υπάρχει μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, αλλά ούτε κι όσοι βρίσκονται εκεί, να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας.

Πραγματικά πάρα πολύ μεγάλη η ωφέλεια

Υπάρχουν αμαρτήματα τα οποία διαπράττουμε από άγνοια ή από συναρπαγή, χωρίς δηλαδή να τα έχουμε προμελετήσει. Και ενώ είμαστε ένοχοι γι’ αυτά, άλλα από αυτά έχουν διαφύγει τελείως την προσοχή μας και ούτε καν έχουμε συνείδηση και καμία ιδέα γι’ αυτά, ενώ άλλα τα ξεχάσαμε εντελώς. Και υπάρχουν ακόμη και άλλα τα οποία αγνοούμε ολοκληρωτικά. Διαπράξαμε δηλαδή κάτι ή συνεργήσαμε άμεσα ή έμμεσα στο να γίνει, χωρίς να ξέρουμε ότι γι’ αυτό είμαστε ένοχοι και θα δώσουμε λόγο. Και οι κατηγορίες αυτών των αμαρτημάτων συναπαρτίζουν όλες μαζί βουνά ολόκληρα, κάτω από τα οποία κινδυνεύουμε να ταφούμε και να εξαφανισθούμε, χωρίς να φανεί ούτε ίχνος από εμάς. Είναι πολλά, πάρα πολλά τα αμαρτήματα αυτά. Κάθε ημέρα, κάθε ώρα της ζωής μας έχει τα δικά της, ώστε αν τα δούμε όλα μαζί, όλης της ζωής, να μην είναι εύκολο να αριθμηθούν. Ένα μόνο είναι το ελαφρυντικό για το πλήθος αυτό των αμαρτιών μας που δεν μπορούμε να το αριθμήσουμε. Το ότι οι αμαρτίες αυτές δεν γίνονται με πλήρη τη συμμετοχή της θελήσεώς μας, η οποία όταν πρόκειται για κάποια σοβαρή παράβαση, αντιστέκεται και αντιδρά. Αυτή η αντίδραση και αντίσταση που αντιτάσσει η θέλησή μας απέναντι στα θανάσιμα αμαρτήματα, αποτελεί απόδειξη ότι στο βάθος μας αποστέργουμε την αμαρτία και θα θέλαμε να ήμασταν ελεύθεροι και απαλλαγμένοι από αυτήν.
Αυτό όμως αποτελεί μόνο ελαφρυντικό, όχι όμως και κάτι που φθάνει και είναι αρκετό για να εξαλείψει την ενοχή μας. Είναι θετικό στοιχείο βέβαια για μας και ελκύει την επιείκεια και το έλεος του Θεού. Αλλά αν ο δίκαιος Θεός μας έκρινε σύμφωνα με το νόμο του, ποιος θα μπορούσε να σταθεί όρθιος ενώπιόν του; Αν εκδήλωνε γι’ αυτά τα αμαρτήματα αποστροφή και μίσος, ποιος δεν θα αποστελλόταν από αυτόν στον κατασκότεινο πυθμένα της αβύσσου; Ποιος; Διότι, αδελφέ μου, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει στη ράχη του βαρύ, βαρύτατο φορτίο τέτοιων αμαρτημάτων. Και αυτοί ακόμη που αναγεννήθηκαν και ανακαινίσθηκαν πλήρως από τον Χριστό μέχρι το σημείο να καταλήξουν σε σχετική αναμαρτησία, πέρασαν στην πρώτη περίοδο της ζωής τους από τον δρόμο αυτό των ατελειών και των μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Και τώρα, στην κατάσταση αυτή της τελειότητας που τους ανύψωσε η θεία χάρις, θυμούνται τις ατέλειες του παρελθόντος. Και γι’ αυτό ακριβώς και τους ακούμε να παραπονούνται και να ταλανίζουν τους εαυτούς τους· και ένας που αναμφισβήτητα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μεταξύ αυτών, ο απόστολος Παύλος δηλαδή, να φρονεί για τον εαυτό του ότι είναι ο «πρώτος των αμαρτωλών» (Α’ Τιμ. α’ 15).
Και αυτοί μεν που έφθασαν στην κατά το δυνατόν τέλεια αναγέννηση, αυτοί με την ταπείνωση και τη μετάνοιά τους προσείλκυσαν άφθονο το έλεος του Θεού ήδη από την παρούσα ζωή. Και φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να φέρουν μαζί τους καμιά κληρονομιά από τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας. Εμείς όμως; Τα τόσα πλήθη ακόμη των χριστιανών που πεθαίνουν κάθε μέρα; Πόσοι από αυτούς είναι ολοκληρωτικά αναγεννημένοι; Και για πόσους θα μπορούσε να παρασχεθεί η βεβαίωση ότι από τον όγκο αυτό των αμαρτημάτων που έγιναν από άγνοια και συναρπαγή και από το πλήθος των λησμονημένων αμαρτημάτων πέτυχαν να καθαρισθούν και να εξαγνισθούν ήδη απ’ αυτή τη ζωή και πριν να πεθάνουν;
Μεγάλο πλήθος από αυτούς, αγαπητέ μου αναγνώστη, μετενόησε βέβαια και επικαλέσθηκε με πίστη το έλεος του Θεού, δεν πρόφθασε όμως να παραγάγει «καρπούς αξίους της μετανοίας». Δεν πρόφθασε να αποβάλει τελείως τον παλαιό άνθρωπο. Όχι· δεν είναι κατόρθωμα της μιας στιγμής η νέκρωση και η αποβολή του ανθρώπου αυτού, που είναι ζυμωμένος με ολόκληρη την ύπαρξή μας, από τη σύλληψη ακόμη και τη γέννησή μας. Είναι έργο μεγάλο, που απαιτεί αγώνες και προσπάθειες συνεχείς και μακρές· και η μετάνοια αποτελεί μόνο τα πρώτα βήματα και τις πρώτες απόπειρες για την έναρξη του έργου αυτού, στο οποίο η θεία χάρις μας ενδυναμώνει και μας ενισχύει.
Ποιο λοιπόν συμπέρασμα συνάγεται από όλα αυτά; Ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη του θείου ελέους και της θείας επιείκειας. Και όσο ετοιμασμένος κι αν φεύγει κανείς από τον κόσμο αυτό, δεν μπορεί να πει ότι δεν χρειάζεται την κάθαρση την οποία παρέχει η θυσία της Ευχαριστίας όταν προσφέρεται υπέρ αυτού. Λοιπόν αυτό ακριβώς είχε υπ’ όψιν του ο θεοφώτιστος Κύριλλος, όταν βεβαίωνε ότι πιστεύουμε «μεγίστην όνησιν έσεσθαι ταις ψυχαίς», ότι δηλαδή πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια θα έλθει στις ψυχές υπέρ των οποίων προσφέρεται η δέηση «της αγίας και φρικωδεστάτης προκείμενης θυσίας».

Ωφέλεια για αμαρτίες μη θανάσιμες

Μόνο λοιπόν σε ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα εξασφαλίζει η θυσία της Ευχαριστίας πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια. Από τον Άδη στον Παράδεισο, όπως ήδη είπαμε, δεν μετατίθενται ψυχές που βαρύνονται με αμαρτήματα θανάσιμα, ούτε επιτρέπεται γι’ αυτές να προσφέρεται η άμωμη, η αγνή και άχραντη θυσία του Κυρίου που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας. Ποιες όμως είναι για τον καθένα μας θανάσιμες αμαρτίες, μόνο ο Θεός το γνωρίζει επακριβώς. Διότι μόνο αυτός εξετάζει και διερευνά τα βάθη των ανθρώπινων καρδιών, τα οποία είναι άγνωστα και καλυμμένα για μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιες ολοφάνερες και χονδροειδείς παραβάσεις του θείου νόμου για τις οποίες εξανίσταται η συνείδηση κάθε μη πωρωμένου ανθρώπου και των οποίων το βάρος δεν δυσκολεύεται να αντιληφθεί και ο πλέον αδαής. Από την άλλη πλευρά πάλι, είναι εξίσου βέβαιο ότι εξαρτάται και από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντελέσθηκε μια παράβαση, αν θα αποβεί ανεπανόρθωτα θανάσιμη γι’ αυτόν που υπέπεσε σ’ αυτήν.
Δεν βεβαίωσε ο Κύριος σαφώς ότι σε όποιον «εδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αυτού»; Και δεν πρόσθεσε, για να το κάνει ζωηρότερο και παραστατικότερο, ότι ο δούλος «ο μη γνους το θέλημα του κυρίου εαυτού, ποιήσας δε άξια πληγών, δαρήσεται ολίγας»; (Λουκ. ιβ’ 48). Ότι δηλαδή ο δούλος που δεν γνώρισε το θέλημα του κυρίου του, αλλά οι πράξεις του είναι άξιες τιμωρίας, θα δεχθεί λίγες μαστιγώσεις; Εξαρτάται επομένως και από τη γνώση την οποία ο καθένας μας έλαβε, σύμφωνα με τις ευνοϊκές περιστάσεις τις οποίες για τον φωτισμό και την πνευματική του καλλιέργεια έφερε σ’ αυτόν ο Θεός. Εξαρτάται και από τις ευμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε και ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε ο καθένας μας. Εξαρτάται και από τον βαθμό της χάριτος ο οποίος του δόθηκε, και από τις θείες δωρεές τις οποίες γεύθηκε και από την πρόοδο στη χριστιανική ζωή την οποία τον αξίωσε η χάρις να πραγματοποιήσει και από την οποία ξέπεσε.
Με άλλα λόγια αλλιώς θα κριθεί ένας χριστιανός και διαφορετικά θα κριθεί ένας άγριος που δεν γνώρισε Χριστό ούτε διδάχθηκε ποτέ την αλήθεια την οποία ο Θεός αποκάλυψε σε μας. Και η ίδια παράβαση και αμαρτία η οποία για τον χριστιανό είναι θανάσιμη, για τον βάρβαρο ενδέχεται να κριθεί από τον Θεό συγγνωστή και άξια συγχωρήσεως. Σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα, και ο Φαρισαίος που δεν είχε υποπέσει σε κάποια παράβαση του μωσαϊκού νόμου, κατακρίνεται, ενώ ο τελώνης που ήταν δακτυλοδεικτούμενος από αυτόν και τους ομοίους του ως ένοχος, δικαιώνεται.

Και ο Δημάς, που σε μια περίοδο της ζωής του αξιώθηκε να είναι συνεργάτης του αποστόλου Παύλου, ξεπέφτει και κατακρίνεται μόνο και μόνο διότι σε ημέρες διωγμού δείλιασε και εγκατέλειψε τον Απόστολο για να μην κινδυνεύσει και η δική του ζωή. Και όπως διακηρύττει θεόπνευστα η προς Εβραίους επιστολή, εκείνους οι οποίοι προόδευσαν σε κάποιο βαθμό στην πνευματική ζωή και γεύθηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και φωτίσθηκαν από το κήρυγμα του θείου λόγου, είναι αδύνατον να τους επαναφέρει κανείς σε μετάνοια, αν παρεκτραπούν σε κάποια σοβαρή αμαρτία. Διότι αυτοί με την παρεκτροπή τους αυτή ξανασταυρώνουν και περιφρονούν τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έχει μορφωθεί στό εσωτερικό τους από τη θεία χάρη· ήδη μάλιστα με την παρεκτροπή τους αυτή τον αποδιώχνουν από τις καρδιές τους και τον διαπομπεύουν. (Εβρ. ς’ 4-6).
Τι σημαίνουν όλα αυτά, αγαπητέ μου αναγνώστη; Ότι εκτός από ορισμένες σαφείς και ευδιάκριτες περιπτώσεις, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το ποιοι από τους αδελφούς μας που απέρχονται από τον κόσμο αυτό συναποκομίζουν μαζί τους αμαρτίες που έχουν ως συνέπεια τον πνευματικό θάνατο και ποιοι φέρουν το σχετικά ελαφρό φορτίο των οπωσδήποτε συγγνωστών και μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει λοιπόν η Εκκλησία που τελεί και αναφέρει τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας; Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει προκειμένου να δεηθεί για προκεκοιμημένα μέλη της για τα οποία δεν είναι μεν απόλυτα βέβαιη ότι έφυγαν από τον κόσμο αυτό με συντριβή και με συναισθήματα ειλικρινούς μετανοίας, δεν έχει όμως και ενδείξεις ότι με κάποια παράβαση θανάσιμη αποξένωσαν τους εαυτούς τους πλήρως από το θείο έλεος; Τη στάση της επιείκειας και της ελπίδας.

Προσφέρει λοιπόν και γι’ αυτούς τη θυσία της Ευχαριστίας, αρκούμενη στο ότι πέθαναν «εν πίστει» προς τον Χριστό και δεν απαρνήθηκαν το όνομα του χριστιανού που τους δόθηκε, το όνομα του μαθητή που εξάρτησε τη σωτηρία του από τον μεγάλο Θεό και Σωτήρα, τον Κύριο Ιησού. Παρακαλεί η Εκκλησία και δέεται και ικετεύει και υπέρ αυτών, προσφέροντας την ατίμητη θυσία της Θείας Ευχαριστίας, που έχει άπειρη ισχύ, «υπέρ πάντων των εν πίστει κεκοιμημένων». Και ρίχνοντας τους πάντες στους οικτιρμούς, στην ευσπλαχνία και στο έλεος του Θεού, αφήνει στην άπειρη φιλανθρωπία του να ενεργήσει για τον διαχωρισμό που από τη δικαιοσύνη και αγιότητά του επιβάλλεται να γίνει. Με αυτό το πνεύμα και με αυτή την ελπίδα δέχεται η Εκκλησία προσφορές και επιτελεί τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας «υπέρ πάντων των εν πίστει αποθανόντων». Με αυτό λοιπόν το πνεύμα· και ποτέ με το πλανεμένο φρόνημα ότι με τις προσφορές και τις Λειτουργίες αυτές επιτυγχάνεται μετάθεση ψυχών που βαρύνονται με θανάσιμα αμαρτήματα, από τον Άδη στους κόλπους του Αβραάμ.

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. ο Σωτήρ, 2016, σελ. 368-378)

Η μελέτη της Γραφής. 
«Επί πολύν καιρόν εζάλιζα τον εαυτόν μου — λέγει ένας γέρων — διά μερικά δυσνόητα μέρη της Αγίας Γραφής.

Ήτο αδύνατον να τα καταλάβω, ή να έχω ικανοποιητικήν ερμηνείαν από άλλους πιο εντριβείς εις τας Γραφάς. Τέλος, είπα, θα κάνω εις την μελέτην της Γραφής, ό,τι κάνω και όταν τρώγω ψάρι. Όταν συναντώ κάτι τι, που δεν το εννοώ, το αφίνω κατά μέρος και λέγω αυτό είναι «κόκκαλο». Γιατί να πνιγώ με το κόκκαλο, ενώ λέγω ίσως τα καταφέρω να βγάλω και από το κόκκαλο τροφήν.

Μεγάλος είναι ο Θεός! Και προσεύχομαι πάντα, να μου ανοίγη ο Θεός τα μάτια, να βλέπω τα θαυμάσιά Του, εν τω λόγω της αληθείας Του, τη Αγία Γραφή.
Δεν βιάζομαι και δεν εκβιάζω ερμηνείας. Ένα πράγμα που δεν εννοούσα άλλοτε, με εφώτισε ο Θεός και το κατάλαβα σήμερον. Όλα θέλουν καιρόν και υπομονήν. Η υπομονή είναι σοφία, και αποβαίνει πάντοτε, συν Θεώ σωτηρία».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο826)

Απόδειξις αξιοπιστίας
Ο βασιλεύς της Γαλλίας Ερρίκος Δ' (1553-1610) είχε ονομάσει τον συγγραφέα Πιέρ Ματιέ επίσημο ιστοριογράφο του. Μια μέρα, ενώ ο Ματιέ του διάβαζε μερικές σελίδες της ιστορίας του, που αναφέρονταν και κάποια από τα ελαττώματά του, ο Ερρίκος του είπε:
-Μα γιατί αποκαλύπτεις και τις αδυναμίες μου;
Αλλά πριν ο ιστοριογράφος προλάβη να αποκριθή, ο βασιλεύς σκέφθηκε λιγάκι και συνέχισε:
-Όχι. Δίκιο έχεις. Αν αποσιωπούσες τα ελαττώματά μου, δεν θα γινόσουν πιστευτός ούτε και στις αρετές μου. Γράφε τα, λοιπόν κι αυτά.
Αναγνώστα, τέτοιου είδους ιστοριογραφία είναι και τα Ευαγγέλια, στα οποία οι Απόστολοι σημειώνουν και τα δικά τους ελαττώματα. Κι αυτό είναι μια επί πλέον απόδειξις πως οι Απόστολοι έγραψαν την αλήθεια.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο474)

Μη το ξεχνάς…. 
Ο εφοπλιστής Σταύρος Λιβανός, που πέθανε τελευταία, επήγαινε συχνά στην πατρίδα του, την Χίο. Σε μία τελευταία επίσκεψί του συνάντησε τον Σάντο- ένα φτωχό λαϊκό ποιητή και φιλόσοφο - και τον κάλεσε να τον κεράση ένα ούζο. Ο Σάντος ήπιε το ούζο και του ευχήθηκε υγεία και ευτυχία. Τότε ο Λιβανός του έδωσε και μια λίρα. Και ο Σάντος πήρε θάρρος και είπε:
Η θάλασσα κι ο ουρανός
έχουν το ίδιο χρώμα,
ο Σάντος και ο Λιβανός
θα μπουν στο ίδιο χώμα.
Και ο Λιβανός έμεινε σκεπτικός… (Εβρ. θ’ 27)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο807)

Το τέρμα των εγκοσμίων

Κάποτε ο Μέγας Αλέξανδρος είδε τον φιλόσοφο Διογένη ν’ ασχολήται στο ν’ ανακατώνη ένα σωρό ανθρώπινα κρανία.
-Τι κάνεις αυτού; ερώτησε ο βασιλεύς.
-Αναζητώ το κρανίο του πατέρα σου, του βασιλέως Φιλίππου –είπε ο Διογένης – αλλά μου είναι αδύνατον να το αναγνωρίσω…
Αλήθεια! Πλούσιοι και φτωχοί στο ίδιο επίγειο τέρμα θα καταλήξουμε. Το ουράνιο τέρμα έχει για τον χριστιανό σημασία.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο768)

Α)   (Χαστούπη Αθανασίου,Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη). 
IV. Γένεση της Πεντατεύχου
Οποιαδήποτε κι αν είναι η λύση του φιλολογικού προβλήματος της Πεντατεύχου, στην οποία θα καταλήξει κάποιος στο μέλλον, δεν θα θεωρήσει μάταιο το υπέρογκο έργο της κριτικής που επιτεύχθηκε τα τελευταία 200 περίπου χρόνια. Από την αρχή μέχρι το τέλος της Πεντατεύχου συναντά κανείς διπλές διηγήσεις, επαναλήψεις και ασυμφωνίες.

Η Γένεσις αρχίζει με δύο διηγήσεις, από τις οποίες η δεύτερη ακολουθεί αμέσως την πρώτη, περί δημιουργίας (Γεν. 1,1- 2,4α και 2,4β-3,24). Υπάρχουν δύο γενεαλογίες του Κάιν-Κενάν (Γεν. 4,17 κ.εξ. και 5,12-17) και δύο διηγήσεις περί κατακλυσμού (Γεν. 6-8). Στη μία από αυτές ο κατακλυσμός οφείλεται σε διαφορετικούς παράγοντες και έχει διαφορετική διάρκεια˙ στην άλλη ο Νώε εισάγει στην Κιβωτό διαφορετικό αριθμό ζώων. Δύο φορές ο Αβραάμ εκθέτει σε κίνδυνο την τιμή της Σάρρας, αφού τη συστήνει ως αδελφή του (Γεν. 12,13 κ.εξ. και 20,1 κ.εξ.). Η ίδια περιπέτεια σε άλλο σημείο αφορά στον Ισαάκ και τη Ρεβέκκα (Γεν. 26,7 κ.εξ.). Υπάρχουν δύο διηγήσεις περί απαγωγής του Ιωσήφ: η πρώτη από τους μαδιανίτες και ακολούθως η επέμβαση του Ρουβήν και η δεύτερη από τους ισμαηλίτες και κατόπιν η επέμβαση του Ιούδα (Γεν. 37,18-35).
Διπλά, επίσης, εκτίθενται οι πρώτες εμφανίσεις του Ιωσήφ στην Αίγυπτο: δίπλα στον Πετεφρή, ο οποίος του εμπιστεύεται τους φυλακισμένους˙ δίπλα σε κάποιον ανώνυμο, ο οποίος τον φυλακίζει (Γεν. 39). Διπλά περιγράφεται και το δεύτερο ταξίδι των γιων του Ιακώβ στην Αίγυπτο: πρώτα ο Ρουβήν και έπειτα ο Ιούδας εγγυάται υπέρ του Βενιαμίν (Γεν. 42,37 και 43,9). Ο πεθερός του Μωυσή ονομάζεται άλλοτε Ραγουήλ (Εξ. 2,18. Αριθμ. 10,29) και άλλοτε Γιθρώ (Εξ. 3,1.18,1).

Υπάρχουν δύο κλήσεις του Μωυσή (Εξ. 3 και 6) με δύο αποκαλύψεις του ονόματος του Γιαχβέ, το οποίο βέβαια το επικαλούνταν πριν από την κατακλυσμιαία εποχή (Γεν. 4,26). Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές περιγραφές των πληγών της Αιγύπτου (Εξ. 6-12). Δύο φορές εκτίθεται το ζήτημα για τα ύδατα της Μεριβά, όπου οι ισραηλίτες προκάλεσαν τον Γιαχβέ (Εξ. 17,7 και Αριθμ. 20,13). Παραλείπουμε, βέβαια, και πολλά άλλα παραδείγματα όμοια με τα παραπάνω.
Θα μπορούσε κάποιος να πει, όπως άλλωστε έχει αναφερθεί, ότι δεν είναι πρωτάκουστο πως το ίδιο γεγονός μπορεί να εκτίθεται δύο φορές, διότι οι προφορικές διηγήσεις αρέσκονται στις επαναλήψεις καθώς και η πρωτόγονη νοοτροπία δεν είχε τις δικές μας λογικές ανάγκες. Αλλά οι εξηγήσεις αυτές είναι ασφαλώς ανεπαρκείς, διότι στα κείμενα αυτά, όπου καταγράφονται διπλές διηγήσεις, ως προς την ουσία της διηγήσεως, διαφέρουν κατά το ύφος, το λεξιλόγιο, τον τρόπο κατά τον οποίο εμφανίζουν τον Θεό και τις σχέσεις Του προς τον άνθρωπο. Αναμφίβολα είναι εξόχως μηχανικός ο τρόπος της εμφάνισης της Πεντάτευχου ως συμπιλήματος «κειμένων», τα οποία θα μπορούσε κάποιος να διαμελίσει, να ανακατατάξει και να επαυξήσει με αναθεωρήσεις. Είναι, όμως, ως εκ τούτου φανερό σε ποιες δυσκολίες θα κατέληγε κάποια υπόθεση περί πηγών, η οποία νοείται με αυτό τον τρόπο. Ωστόσο, εκ των πραγμάτων αναγκάζεται κάποιος να δεχθεί τη γνώμη ότι στην Πεντάτευχο συνυπάρχουν πολλές παραδόσεις ή κύκλοι παραδόσεων.
Τα κείμενα διακρίνονται σε ομάδες εξαιτίας της συγγένειας της γλώσσας, του ύφους και των ιδεών. Μέσω των σταθερών αυτών γνωρισμάτων καθορίζονται παράλληλες γραμμές, τις οποίες μπορεί να παρακολουθήσει όποιος εξετάζει το υλικό της Πεντατεύχου. Αυτή η διάκριση σε ομάδες δεν διαφέρει και πολύ από τη φιλολογική κριτική που προτείνεται, διότι χρησιμοποιεί τα ίδια κριτήρια. Είναι, όμως, περισσότερο ελαστική και δεν ισχυρίζεται ότι πετυχαίνει την ανασυγκρότηση των διερευνόμενων πηγών μέχρι την κατανομή όλων των στίχων ή ακόμη και των ημιστιχίων της Πεντατεύχου.

Κατά την θεωρία αυτή περί παραδόσεων είναι φυσικό κάποιος να αντιλαμβάνεται τις κύριες πηγές (J, Ε, D, Ρ) ως βασικές παραδόσεις και, συνεπώς, να ομιλεί περί γιαχβικής, ελωχειμικής και ιερατικής παράδοσης στα τέσσερα πρώτα βιβλία της Πεντατεύχου. Στο Δευτερονόμιο, όμως, προϋποτίθεται ιδιαίτερη παράδοση, η οποία ονομάζεται δευτερονομιστική (αφού έχει καταγραφεί από δευτερονομιστή ή από δευτερονομιστές), και επομένως εγείρεται σ’ αυτό ιδιαίτερο πρόβλημα. Ας δούμε στη συνέχεια καθεμιά από τις πηγές ή τις παραδόσεις τους….

V. Μωσαϊκότητα της Πεντατεύχου
Ο κατά προσέγγιση καθορισμός του χρόνου και του τόπου της προέλευσης των παραδόσεων για τις οποίες έγινε λόγος δεν σημαίνει και προσέγγιση στην πρωταρχική γένεσή τους, διότι είναι γεγονός αναμφισβήτητο το ότι, παρά τα ιδιαίτερα γνωρίσματα καθεμιάς, οι διαφορετικές αυτές παραδόσεις έχουν αισθητή ομοιότητα και αναμφίβολη συγγένεια. Οι γιαχβικές και οι ελωχειμικές διηγήσεις δεν μπορούν πάντοτε να προχωρήσουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις γι’ αυτό και συνήθως προχωρούν παράλληλα η μία προς την άλλη και ουσιαστικά εκθέτουν την ίδια ιστορία˙ άρα, οι δύο παραδόσεις αυτές έχουν κοινή αρχή.

Εξάλλου, προϋποθέτουν πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, όπως και γεωγραφική και ιστορική κονίστρα, που δεν αντιστοιχούν στην εποχή κατά την οποία -όπως υποτίθεται- θεσπίστηκαν, αλλά στην εποχή κατά την οποία συνέβησαν όσα αυτές εκθέτουν και υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν η αρχαιολογία και τα ανατολικά κείμενα. Επομένως, η κοινή αρχή τους ανάγεται στην εποχή, κατά την οποία διαμορφώθηκε ο λαός του Ισραήλ.
Οι ίδιες παρατηρήσεις μπορούν να διατυπωθούν -με κάποιες παραλλαγές- για τα νομοθετικά τμήματα. Αναμφίβολα ο κώδικας της διαθήκης, το Δευτερονόμιο και το Λευιτικό παρουσιάζουν διαφορές στο πνεύμα και στη διατύπωση, οι οποίες εξηγούνται απ’ το διαφορετικό κάθε φορά περιβάλλον, την αλλαγή των συνθηκών και των ιδεών, αλλά βρίσκει κάποιος εκεί τις ίδιες αρχές περί δικαίου, τα παραγγέλματα της ίδιας θρησκείας, τους κανόνες της ίδιας λατρείας. Πρόκειται για το αστικό και θρησκευτικό δίκαιο του ισραηλιτικού λαού. Το δίκαιο αυτό έχει εξελιχθεί παράλληλα με την κοινότητα, την οποία ρυθμίζει, αλλά η αρχή του συνδέεται άρρηκτα με την αρχή του λαού.

Έχει ως επί το πλείστον διασώσει στοιχεία παλαιά˙ ο ιερατικός κώδικας μπορεί να τοποθετηθεί μετά την αιχμαλωσία, αλλά ο νόμος της αγιοσύνης στο Λευιτ. 17-25 ανάγεται στην περίοδο της βασιλείας, οι απαγορευτικές διατάξεις περί τροφών στο Λευιτ. 11 (όπως και αυτές στο Δευτ. 14) και οι διατάξεις περί καθαρότητος στο Λευιτ. 15 έχουν παραδοθεί από παλαιότατη εποχή˙ το τυπικό των εορτών και των θυσιών όλης της Πεντατεύχου στηρίζεται ουσιαστικά στο τυπικό του πρωταρχικού γιαχβισμού και συνεχίζει έτσι ακριβώς προγενέστερες συνήθειες. Ως προς το αστικό δίκαιο, αυτό όπως διασώζεται στον κώδικα της διαθήκης (Εξ. 21-23) έχει καταπληκτική ομοιότητα με τους νόμους της Βαβυλώνας και της Ασσυρίας, απ’ τους οποίους οι μεν βαβυλωνιακοί εκδόθηκαν πολύ πριν την έξοδο των Ισραηλιτών, οι δε ασσυριακοί λίγο μετά απ’ αυτή.
Έτσι η βάση της Πεντατεύχου, η ουσία των παραδόσεων που ενσωματώθηκαν σ’ αυτή και ο πυρήνας της νομοθεσίας ανέρχονται σε χρόνους κατά τους οποίους ο Ισραήλ αποτέλεσε λαό. Στην εποχή αυτή δεσπόζουσα μορφή ήταν βεβαίως ο Μωυσής, ο οποίος υπήρξε ο διοργανωτής, θρησκευτικός εμπνευστής και πρώτος νομοθέτης του λαού. Οι παλαιές παραδόσεις, οι οποίες αναφέρονται σε αυτόν και στα γεγονότα που σχετίζονται με τον ίδιο, απέβη σαν εθνική εποποιία. Η μωσαϊκή θρησκεία άφησε διαπαντός την σφραγίδα της στην πίστη και την λατρεία του λαού και ο μωσαϊκός νόμος παρέμεινε ρυθμιστής του γενικότερου βίου του. Οι προσαρμογές που επέβαλλε η αλλαγή συνθηκών με την πάροδο του χρόνου έγιναν σύμφωνα με το πνεύμα του μεγάλου νομοθέτη και διασφαλίστηκαν μέσω της αυθεντίας του.
Την ιστορικότητα του γεγονότος αυτού εκφράζει η παράδοση μέσω της σύνδεσης της Πεντατεύχου με το όνομα του Μωυσή. Την σύνδεση αυτή διατηρεί η Πεντάτευχος πολύ σταθερά. Εντούτοις, μέχρι την ιουδαϊκή περίοδο είναι πολύ λιγότερο κατηγορηματική ως προς την απόδοση της έκδοσης των βιβλίων στον Μωυσή. Όταν αναφέρει ότι «ο Μωυσής έγραψεν», εκφράζεται γενικόλογα. Ουδέποτε αναφέρεται μέσω της φράσης αυτής στη συλλογή της Πεντατεύχου. Όσες φορές, όμως, η ίδια η Πεντάτευχος χρησιμοποιεί -και αυτό σπάνια- τη φράση αυτή, εννοεί συγκεκριμένο τεμάχιο˙ έτσι το Εξ, 24,4 (πρβλ. στ. 7) εννοεί τον ελωχειμικό κώδικα (Εξ. 21-23) της διαθήκης˙όπως πάλι το Εξ. 34,27 αναφέρεται στον γιαχβικό κώδικα της διαθήκης στο Εξ. 34,10-26. Η ένδειξη στο Εξ. 17,24 αφορά στη διήγηση για τη νίκη κατά των αμαληκιτών, απαντά στους στ. 8-13, και το Αριθμ. 33,2 εισάγει την πορεία στην Αίγυπτο, η οποία εμπεριέχεται στη συνέχεια του κεφαλαίου.
Βέβαια, δεν μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει τις μαρτυρίες αυτές που συνηγορούν υπέρ ορισμένης συγγραφικής δράσης του Μωυσή ή των συνεργατών του. Κατά την εποχή του -για να μην αναφέρουμε κάτι για την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία-, υπήρχε στην Χαναάν συγγραφική παραγωγή, την οποία έχουν αποκαλύψει σ’ εμάς τα ουγαριτικά κείμενα και η οποία μεταδιδόταν με διάφορα συστήματα γραφής. Είναι, λοιπόν, ευλογοφανές ότι κάποιες από τις διηγήσεις και κάποιοι από τους νόμους έχουν καταγραφεί αρκετά νωρίς.

Θα ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε την έκταση αυτής της πρώτης καταγραφής. Αντιθέτως, μας ενδιαφέρει περισσότερο να διαπιστώσουμε την πρωταρχική μωσαϊκή προέλευση των παραδόσεων που αποτελούν την Πεντάτευχο. Αυτές παρέμειναν ζωντανές, φέρουν την σφραγίδα της επίδρασης του εκάστοτε περιβάλλοντος -όπου διασώθηκαν εξελισσόμενες- και των εκάστοτε νέων συνθηκών, στις οποίες έπρεπε κάποιος αναπόφευκτα να ανταποκριθεί. Αυτές οι παραδόσεις απέβησαν αναπόσπαστες του βίου και του λαού και, επειδή ήταν ζωντανές, διατήρησαν τον ουσιαστικό χαρακτήρα της μωσαϊκής τους προέλευσης.

(Χαστούπη Αθανασίου,Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ. Έννοια,Αθήνα 2017, σελ.55-57 και 71-73)

Β)   (Παπαδοπούλου Νικολάου, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ.  Έννοια, Αθηνα 2008, σελ. 74)

Συγγραφεύς και χρόνος συγγραφής

Παρά την έλλειψιν αμέσου εσωτερικής μαρτυρίας σχετικής προς τον συγγραφέα, τόσον η Ιουδαϊκή όσον και η χριστιανική παράδοσις αποδίδουν την συγγραφήν της Πεντατεύχου εις τον Μωυσήν.

Ούτος κατά την συγγραφήν του βιβλίου εχρησιμοποίησε δια μεν τα προ αυτού γεγονότα προφορικάς και γραπτάς παραδόσεις, παραθέτων αυτάς είτε αυτουσίως, είτε επεξειργασμένας, δια δε τα κατ' αυτόν, εις τα οποία αυτός πρωταγωνιστεί, την προσωπικήν πείραν.

Δεχόμενος τις την εκ του καλάμου του Μωυσέως προέλευσιν της Πεντατεύχου δεν αποκλείει την εκ των υστέρων εμφιλοχώρησιν επουσιωδών προσθηκών και ενίων μεταβολών.

Κατά πάσαν πιθανότητα ο Μωυσής επί τη βάσει των προ αυτού προφορικών και γραπτών πηγών και των εν είδει απομνημονευμάτων καταγεγραμμένων προσωπικών αυτού εντυπώσεων, συνέθεσε το βιβλίον περί το τέλος του βίου του, των περί θανάτου και ταφής αυτού διηγήσεων προερχομένων εκ μεταγενεστέρας χειρός.

Σελίδα 1 από 46

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (202) Αγάπη Θεού (52) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (55) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (20) άγιος (84) αγνότητα (7) άγχος (13) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (31) αθεΐα (99) αιρέσεις (72) αλήθεια (27) αμαρτία (67) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (147) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (4) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (66) ασθένεια (20) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (54) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (6) βιοηθική (10) γάμος (41) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (47) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (8) δάκρυα (8) δάσκαλος (12) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (42) διάβολος (47) διάκριση (46) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (109) εικόνες (17) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (61) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (15) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (71) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (30) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (61) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (8) ζήλεια (1) ζώα (14) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (104) θάρρος (16) θαύμα (68) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (47) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (6) θεολογία (13) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (113) θρησκείες (8) θυμός (35) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (8) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (22) ιερέας (52) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (18) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (21) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (12) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (41) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (7) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (92) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (48) λείψανα (4) λογισμοί (32) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (7) μελέτη (9) μετά θάνατον (27) μετά θάνατον ζωή (32) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (70) μητέρα (12) μίσος (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (10) μόρφωση (12) μουσική (3) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (15) Νικόλαος Άγιος (2) νους (12) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (53) όρκος (1) πάθη (39) πάθος (4) παιδεία (9) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (12) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (58) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (11) Παράδεισος (45) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (155) πλούτος (14) πνευματική ζωή (70) πνευματικός πατέρας (15) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (13) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (25) Πρόνοια (4) Πρόνοια Θεία (45) προορισμός (6) προσευχή (144) προσοχή (4) προτεσταντισμός (18) προφητείες (1) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (13) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (27) Σταύρωση (12) συγχώρηση (9) συνείδηση (1) σχίσμα (4) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (6) ταπεινοφροσύνη (72) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (4) υπακοή (8) υπαρξιακά (43) υποκρισία (6) υπομονή (40) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (22) φως (2) χαρά (27) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (4) χριστιανός (28) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (16) ψεύδος (11) ψυχαγωγία (1) ψυχή (73) ψυχολογία (15)