Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

«Αλλά και προς εσάς τους άνδρες εκείνο λέω: Ας μην υπάρχει κανένα τέτοιο αμάρτημα που να σας οδηγεί στο σημείο να χτυπάτε τη γυναίκα. Και τι λέω για τη γυναίκα; Ο ελεύθερος άνδρας δεν επιτρέπεται ούτε δούλη να χτυπά και να χειροδικεί σε βάρος της. Εάν, λοιπόν, είναι μεγάλη ντροπή στον άνδρα να χτυπήσει δούλη, πολύ περισσότερο είναι ντροπή το να σηκώσει χέρι εναντίον ελεύθερης γυναίκας. Και αυτό θα μπορούσε κανείς να το δει και στους ειδωλολάτρες νομοθέτες, οι οποίοι την γυναίκα που έπαθε τέτοια μεταχείριση, δεν την αναγκάζουν να κατοικεί με αυτόν που την χτύπησε, διότι είναι ανάξιος να κατοικεί μαζί της.
Διότι είναι έργο πάρα πολύ μεγάλης παρανομίας το να ατιμάζεις σαν δούλη αυτήν που μοιράζεται τη ζωή μαζί σου και σου είναι βοηθός στα πιο αναγκαία και σπουδαία ζητήματα της ζωής.

Για αυτό και τέτοιος άνδρας, αν βέβαια πρέπει να ονομάζω άνδρα αυτόν και όχι θηρίο, θα έλεγα ότι είναι κακούργος στον ίδιο βαθμό με εκείνον που σκοτώνει τον πατέρα του ή τη μητέρα του.

Διότι αν έχουμε εντολή να εγκαταλείπουμε τον πατέρα και τη μητέρα για χάρη της συζύγου, όχι για να αδικήσουμε εκείνους, αλλά για να τηρήσουμε κάποιο θείο νόμο (…) πως δεν είναι απόδειξη της πιο μεγάλης παραφροσύνης το να κακομεταχειρίζεται κανείς αυτήν για την οποία ο Θεός διέταξε να εγκαταλείπουμε και τους γονείς μας;
Άραγε μόνο τρέλα είναι αυτό; Ποιος θα βαστάξει την ντροπή, πες μου; Ποιος λόγος θα μπορέσει να κάνει φανερή αυτή τη ντροπή, όταν οι κραυγές και οι θρήνοι ακούγονται στους στενούς δρόμους και το τρέξιμο των γειτόνων και αυτών που βρίσκονται εκεί την ώρα εκείνη που κάνει αυτές τις ασχήμιες, σαν κάποιο θηρίο που εξαφανίζει ό,τι υπάρχει μέσα; Καλύτερα να ανοίξει η γη για αυτόν που κακομεταχειρίζεται έτσι τη γυναίκα του, παρά μετά από αυτά τα γεγονότα να εμφανιστεί στην αγορά.
Αλλά θα πει, συμπεριφέρεται με θράσος η γυναίκα. Σκέψου, όμως ότι είναι γυναίκα, το ασθενές όργανο, ενώ εσύ είσαι άνδρας. Για αυτό και τοποθετήθηκες άρχοντας και τέθηκες στην τάξη του κεφαλιού, για να υποφέρεις την αδυναμία αυτής την οποία εξουσιάζεις. Κάνε, λοιπόν, ένδοξη την εξουσία σου· και θα γίνει ένδοξη, αν δεν ατιμάζεις αυτό που εξουσιάζεις.

Και όπως αυτός που βασιλεύει, τόσο σεβαστότερος φαίνεται, όσο περισσότερο σέβεται αυτόν που κυβερνά, ενώ αν ατιμάσει και καταντροπιάσει το μέγεθος και την αξία εκείνου, μειώνει πολύ και τη δική του δόξα, έτσι και συ, αν ατιμάσεις αυτήν που εξουσιάζεις, θα βλάψεις πολύ την τιμή της εξουσίας σου»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία ΚΣΤ στην Α΄Κορινθ., εκδ. ΕΠΕ 18Α, σελ. 166-178. στο «Ο Γάμος, η οικογένεια και τα προβλήματά τους» Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, σελ. 99-100)

ΕΙΝΑΙ συγκινητικά όσα διαβάζομε για το μακάριο τέλος των άγιων ψυχών που σαν φωτεινά μετέωρα πέρασαν από το γήινο κόσμο, για ν' αφήσουν σ' αυτόν την λάμψι του είναι τους, και να πέσουν ύστερα ορμητικά στην απεραντοσύνη της αιωνιότητος.

Σαν έμαθαν οι πολυάριθμοι ασκηταί στο βουνό του Μεγάλου Αντωνίου πως ο Αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του μαζεύτηκαν στην καλύβα του να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμησί τους γι' αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της Ερήμου» και πολύ δίκαια. Όλη του η μακρόχρονη ζωή ήταν ένας αγώνας για την αγιότητα και τώρα στο θάνατό του έλαμψε σ' όλη της την πληρότητα.

Στην σεβάσμια μορφή του είχε χαραχτή μια έκφρασι ήρεμης ευτυχίας. Σαν ένοιωσε γύρω του τους συνασκητάς του, τους αδελφούς του, τους συντρόφους του στον «καλόν αγώνα», που τώρα αυτός νικητής άγγιζε στο τέρμα του, τα χείλη του αργοσάλεψαν, κάτι θέλησε να ειπή. Εκείνοι, Γέροντες και νεώτεροι, σεβάσμιοι Πατέρες κι αρχάριοι υποτακτικοί, όλοι τους δακρυσμένοι από βαθειά συγκίνησι, στέκονταν μ' ευλάβεια μπροστά σ' αυτή τη μυσταγωγία. Απόλυτη σιγή είχε απλωθή γύρω. Περίμεναν ν' ακούσουν τα τελευταία λόγια ενός μεγάλου Αγίου, να τα φυλάξουν σαν παρακαταθήκη ιερή. Μα εκείνος είχε μεταρσιωθή, δεν έβλεπε πια παρά μόνο τα ούρανια.

— Έρχεται ο Αββάς μου, τον άκουσαν να ψιθυρίζη.

Ρίγος πέρασε από τα λιπόσαρκα σώματα των ασκητών.

Είδαν για μια στιγμή, με τα μάτια της ψυχής τους, τη μεγάλη μορφή του «Καθηγητού των Μοναστών», τον Όσιο Αντώνιο ν' απλώνη το ευλογημένο χέρι του για να πάρη κοντά του τον πιο εκλεκτό από τους μαθητάς του, εκείνον που αντέγραψε και τις πιο μικρές λεπτομέρειες της παράδοξης ζωής του.

— Να ο χορός των Αποστόλων και των προφητών!

Το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου έλαμψε από φως ουράνιο, καθώς σιγοψιθύριζε αυτά τα λόγια. Τα χείλη του αργοσάλευαν ακόμη, λες και κουβέντιαζε με όντα που μόνο εκείνος έβλεπε.

— Με ποιόν συνομιλείς, Πάτερ; ρώτησαν οι γεροντότεροι από τους συνασκητάς του.

— Ο Άγιοι Άγγελοι θέλουν να με πάρουν και τους παρακαλώ να με αφήσουν ακόμη να μετανοήσω, είπε με κόπο και δυό δάκρυα κύλισαν πίσω από τα πεσμένα βλέφαρά του.

— Δεν έχεις πια ανάγκη από μετάνοια, μακάριε Σισώη. Συ μετανοούσες σ' όλη σου τη ζωή, του αποκρίθηκαν οι Πατέρες θαυμάζοντας την ταπεινοφροσύνη του.

— Δεν ξεύρω, Αδελφοί μου, να έχω βάλει ακόμη αρχή.

Καθώς έλεγε αυτά, άστραψε ξαφνικά το πρόσωπό του, λες κι έβλεπε σ' αυτό τον ίδιο τον ήλιο. Οι γύρω έμειναν εκστατικοί από θαυμασμό μαζί και φόβο.

— Ο Κύριος μου και ο Θεός μου! Δόξα σοι!

Ήταν τα τελευταία του λόγια. Μ' αυτά πέταξε η ψυχή του στα ουράνια. Είχε ιδεί τον Ιησού που λάτρευε από τα βάθη της καρδιάς του; Κανείς δεν μπορούσε να ειπή, μα όλα το εβεβαίωναν. Το παράδοξο φως που έβλεπαν στην μορφή του, ή υπερκόσμια γαλήνη που είχε χυθή στην ταπεινή καλύβα, η άρρητη ευωδιά, όλα μαρτυρούσαν την επίσκεψι του Ουρανίου Βασιλέως στον εκλεκτό φίλο Του.

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Τι είναι η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας;

    Όπως προειπώθηκε η Παράδοση είναι η δεύτερη πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Είναι δε η Παράδοση η δια ζώσης διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων, η κυκλοφορούσα και φυλασσόμενη στη ζωή και τη συνείδηση της Εκκλησίας. Ως γνωστόν ο Κύριος, ως ο μέγιστος των προφητών και διδάσκαλος, τίποτε το γραπτό δεν παρέδωσε στους Αποστόλους και την Εκκλησία, κηρύσσοντας προφορικά το περιεχόμενο της θείας του αποκαλύψεως. Το αυτό έκαναν στην αρχή και οι Απόστολοι ακολουθώντας το παράδειγμα του Διδασκάλου, κηρύσσοντας το λόγο του Θεού στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και προς αντιμετώπιση των αυξανόμενων ποιμαντικών αναγκών του κηρύγματος, άρχισαν να καταγράφουν το λόγο του Θεού στα γνωστά κείμενα της αγίας Γραφής.
    Το ίδιο έκανε στη συνέχεια και η Εκκλησία και με τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε σιγά σιγά και γραπτώς η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Αυτή μπορούμε να δούμε στα πολυειδή γραπτά μνημεία τα εκφράζοντα την πίστη της Εκκλησίας, όπως είναι οι δογματικοί όροι των οικουμενικών Συνόδων, οι αποφάσεις των τοπικών που κυρώθηκαν από σύνοδο οικουμενική, οι ιεροί Κανόνες, τα συγγράμματα των Πατέρων, τα κείμενα της θείας λατρείας και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι, το κήρυγμα του θείου λόγου κ.α.
    Την ανάγκη της ζωντανής παραδόσεως σε παράλληλη βάση προς το γραπτό λόγο εξαίρει ο απόστολος Παύλος, παραινών τους πιστούς: «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών»(Β΄Θεσ. 2,15). (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 17-18)

Ποιο είναι το κριτήριο γνησιότητας της ιεράς Παραδόσεως;

    Το κριτήριο που διακρίνει τη γνήσια Παράδοση από κάθε άλλη ψευδή και κίβδηλη είναι η αποστολικότητα. Η Παράδοση για να είναι γνήσια και αληθινή πρέπει ν’ ανάγεται στην αποστολική εποχή, σε χρόνους δηλαδή που φανερώθηκε αγνή και ανόθευτη η λυτρωτική αλήθεια του ευαγγελίου. Με άλλα λόγια πρέπει να ανάγεται στους ίδιους τους Αποστόλους. Παράλληλα, άλλο κριτήριο γνησιότητας είναι και το κριτήριο της ομοφωνίας, ό,τι δηλαδή πιστεύει και παραδέχεται ομόφωνα το πλήρωμα της Εκκλησίας και διδάσκουν οι ιεροί Πατέρες και οι ποιμένες της. Την αλήθεια αυτή τονίζει χαρακτηριστικά ο Βιγκέντιος ο εκ Λειρίνου σε όσα σχετικά γράφει: «Quod ubique quod semper quod ab omnibus creditum est» (= Ό,τι πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθη).
    Είναι φανερό ότι φορείς της αποστολικής παραδόσεως δεν μπορούν να είναι εκείνοι που αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας, αιρετικοί και σχισματικοί. Περιττό δε να σημειωθεί, ότι γνήσιος φορέας της αποστολικής παραδόσεως είναι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία παρέλαβε και διατήρησε ανόθευτη την διδασκαλία των Αποστόλων, όπως αυτή φέρεται αποθησαυρισμένη στα μνημεία τα εκφράζοντα τη ζωή της Εκκλησίας των οκτώ πρώτων χριστιανικών αιώνων.
    Τέλος, λέγοντας αποστολική παράδοση δεν εννοούμε αδιάκριτα κάθε παράδοση, αλλά εκείνη που αναφέρεται στη δογματική διδασκαλία και το ήθος της Εκκλησίας και όχι σε ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 18-19)


Τι φρονούν περί παραδόσεως οι ετερόδοξοι χριστιανοί;

Η Ρωμαϊκή Εκκλησία δέχεται, όπως και η Ορθόδοξη, την ιερά Παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Εντούτοις στην πράξη δε συμφωνεί με την ορθόδοξη αντίληψη, αλλά εκλαμβάνει την παράδοση με έννοια ελαστική, ως ταμείο πίστεως, στο οποίο μπορεί να προσφεύγει όταν θέλει να διατυπώσει κάποιο νέο δόγμα ή να ανυψώσει σε δόγματα μεταγενέστερες θεολογικές γνώμες και δοξασίες.

Τέτοια δόγματα υπάρχουν πολλά (άσπιλος σύλληψις κ.α.), ως και διάφορες άλλες καινοτομίες, κυρίως στην τέλεση και μετάδοση των μυστηρίων (στέρηση του λαού εκ του ποτηρίου της ευχαριστίας, απαγόρευση κοινωνίας των νηπίων κ.τ.ο.). Αν θέλαμε να κάνουμε συσχετισμό, θα λέγαμε ότι κατά την ορθόδοξη πίστη η Εκκλησία είναι ο πιστός τηρητής και φύλακας της παραδόσεως, ενώ κατά τη ρωμαιοκαθολική αυτή παρουσιάζεται μάλλον ως κυρίαρχος, μεταποιώντας αυτή κατά βούληση και προσπαθώντας να συμβιβάσει τα παλαιά με τα εκάστοτε νέα.
    Παράλληλα, οι Διαμαρτυρόμενοι δεν αναγνωρίζουν την παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως. Οι λόγοι είναι προφανείς. Κατ’ αυτούς η αγία Γραφή είναι η μόνη πηγή του λόγου του Θεού, ο πλήρης και αυτάρκης κώδικας της χριστιανικής πίστεως, ο περιέχων όλες τις αναγκαίες αλήθειες προς σωτηρία. Την παράδοση την απορρίπτουν ως αυθεντική πηγή της πίστεως, ανεχόμενοι αυτή στο μέτρο που δεν αντιφάσκει προς τη Γραφή, και ως ωφέλιμο πλην όχι και αλάθητο χειραγωγό στην ερμηνεία της αγίας Γραφής.

Εντούτοις παρά τη βασική τους αυτή τοποθέτηση, δε φαίνεται ν’ απομακρύνονται ολοσχερώς από το πνεύμα της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Ασχέτως προς τα πολλά που παρέλαβαν από την εκκλησιαστική παράδοση, ο Λούθηρος, τον οποίο αποκαλούν θείον (divinus) και τρίτον Ηλία, και τα συγγράμματα του οποίου μεγάλως εκτιμώνται στη συνείδηση των Διαμαρτυρομένων, ως αντικαταστήσαντα τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, έχει μεγάλο κύρος γι’ αυτούς, ενώ παράλληλα τα συμβολικά τους βιβλία έχουν αποκτήσει ένα είδος «κανόνος πίστεως» (regula fidei), ο οποίος αποτελεί συνεκτικό δεσμό της εκκλησιαστικής τους ταυτότητος και βάση του εκκλησιαστικού κηρύγματος και της ερμηνείας της αγίας Γραφής. Με άλλα λόγια ένα είδος εκκλησιαστικής παραδόσεως.  (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 19-20)

της Αικατερίνης Διαμαντοπούλου.
υπ. υλικού web Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

«Ο πόνος είναι η μοναδική αιτία για να αποκτήσει συνείδηση της ελευθερίας ο άνθρωπος», ισχυρίζεται ο Φ. Ντοστογιέφσκυ. Με απλά λόγια η ελευθερία αποκτιέται μέσω του πόνου.

Με τον πόνο αφυπνίζεται η συνείδηση και κατ΄ επέκταση η ιδέα της ελευθερίας αφομοιώνεται πλήρως.

Ο Ντοστογιέφσκυ αναγνωρίζει πως υπάρχει πολύς πόνος μέσα στη ζωή, όμως αυτός ο πόνος είναι λυτρωτικός.

Γράφει σχετικά:

«Ο άνθρωπος αγαπά να μετρά τις πίκρες του, μα δε λογαριάζει τις χαρές του. Αν τις λογάριαζε όμως. Θα έβλεπε πως ταιριάζουν το ίδιο».
Μέσω των ηρώων του έργου «Αδελφοί Καραμαζώφ», Ζωσιμά και Αλιόσα, καταθέτει:

«Η ζωή θα σου φέρει πολλές δυστυχίες και με αυτές ίσα ίσα θα γίνεις ευτυχισμένος και θα ευλογήσεις τη ζωή και θα αναγκάσεις και άλλους να την ευλογήσουν.

Η οδύνη είναι η οδός της μετάνοιας, αλλά και της χαράς. Της χαράς, που δίνει το ξεπέρασμα της αποτυχίας και της απελπισίας, που είναι η μεγαλύτερη αμαρτία και το μοναδικό αδιέξοδο». Αυτό συμπίπτει με την ευφρόσυνη απάντηση που έλαβε ο γέροντας Σιλουανός του Άθω από τον Κύριο: «Μείνε με επίγνωση στη Κόλαση και μην απελπίζεσαι».

Ο κορυφαίος συγγραφέας της παγκόσμιας λογοτεχνίας σε μέρος του εξαίσιου έργου του «Αδελφοί Καραμαζώφ» εξετάζει το ζήτημα της σχέσης της ελευθερίας με τον πόνο.

 Με αυτό το κύκνειο άσμα του λυτρώνεται και ψυχολογικά σαν άνθρωπος και ιδεολογικά ως μαχητής της χριστιανικής ιδέας. Εξωτερικεύει την πεποίθησή του ότι μόνο η αυτογνωσία και η αυταπάρνηση οδηγούν στην πλήρη εν Χριστώ ελευθερία.

Μέρος του έργου αυτού πραγματεύεται την επιστροφή του Χριστού στη γη, ο οποίος εμφανίζεται στη Σεβίλλη της Ισπανίας, την εποχή που η Ιερά Εξέταση βρισκόταν σε έξαρση.

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής διατάζει να Τον συλλάβουν και Τον επισκέπτεται στη φυλακή. Εκεί Του αποδίδει κατηγορίες ότι είναι ο χειρότερος αιρετικός και θα τιμωρηθεί με παράδοση στην πυρά, καθώς δεν υπέκυψε στους τρεις πειρασμούς.

Επιπλέον Του αναφέρει ότι ο άνθρωπος είναι υλιστής και δεν προτιμά την ελευθερία, όπως την ορίζει ο Χριστός στη διδασκαλία του. Επομένως ο Χριστός έχει λάθος εικόνα του ανθρώπου. Ο Μ. Ιεροεξεταστής αντανακλά με την τοποθέτηση αυτή την υλιστική νοοτροπία του συστήματος της Παπικής Εκκλησίας στη Δύση , όπου δεν υπάρχει χώρος για το Θεάνθρωπο.

Ο Χριστός δεν αποκρίνεται στο Μέγα Ιεροεξεταστή, όπως δεν αποκρίθηκε και στον Πόντιο Πιλάτο. Διότι κατά τη χριστιανική διδαχή, ο άνθρωπος μόνο όταν είναι ελεύθερος και αγαπάει ελεύθερα, μπορεί να σταθεί, να υπάρχει, να λειτουργεί, να δημιουργεί, να καθίσταται κοινωνός σε μια κοινωνία.

Για το Θεό κάθε αναγκαστική απόδειξη βιάζει την ανθρώπινη συνείδηση και μεταβάλλει την πίστη σε απλή γνώση. Ο Χριστός μας καλεί με ελεύθερη προαίρεση:

«Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν».

Η ελεύθερη βούληση δεν προϋποθέτει κάποιο τίμημα. Ο Ντοστογιέφσκυ αρνείται κάθε σύστημα, που θα θυσίαζε την ελευθερία του ανθρώπου και θα μείωνε με οποιοδήποτε τρόπο τον άνθρωπο σαν κατ’ εικόνα του ζώντος Θεού.

Χωρίς ελευθερία και αλήθεια δεν υπάρχει ευτυχία: «Εάν ο Υιός ελευθερώση υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιωάν. 8,36). Η αμαρτία και το κακό δεν είναι μακριά από μας. Είναι θέμα της προσωπικής μας ελευθερίας και ελευθερία σημαίνει ευθύνη.

Ευθύνη επιλογής και βούλησης. Αυτό είναι η Αλήθεια, που ταυτίζεται με τον ενσαρκωμένο Σωτήρα. Γράφει σχετικά ο Ντοστογιέφσκυ σε μια επιστολή του: «Αν μπορούσε κάποιος να μου αποδείξει ότι ο Χριστός βρίσκεται έξω από την αλήθεια, εγώ θα προτιμούσα να μείνω με το Χριστό και όχι με την αλήθεια».

Όλα όσα χρειάζεται ο άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο και σε όλους τους άλλους πιθανούς κόσμους ο Ντοστογιέφσκυ με ειλικρινή αναζήτηση και πόνο τα βρήκε στο πρόσωπο του Θεανθρώπου.


Ο Χριστός είναι η λύση για όλα τα προβλήματα τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Ο Μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς σε μια μελέτη για τον Ντοστογιέφσκυ αναφέρει χαρακτηριστικά: «όπου είναι η μορφή του Χριστού εκεί για τον Ντοστογιέφσκυ βρίσκεται η αληθινή πρόοδος, η αληθινή παιδεία, η αληθινή χαρά, η αληθινή ζωή, η αληθινή σοφία, και κάθε αληθινή τελειότητα.

Και αν ρωτήσετε τον Ντοστογιέφσκυ πού βρίσκεται και πού φυλάσσεται η μορφή του Χριστού θα σας απαντήσει: «Στην Ορθοδοξία και μόνο στην Ορθοδοξία». Από αυτό καταδεικνύεται η έντονη θεολογική αναζήτηση του συγγραφέα.

Βασική σκέψη του συγγραφέα σε όλο του έργο «Αδελφοί Καραμαζώφ» είναι πως ο άνθρωπος για να πετύχει πλήρως την «εν Χριστώ ελευθερία», η οποία αποτελεί την τελειότερη μορφή ελευθερίας, δεν αρκεί μόνο να ταπεινωθεί, αλλά και να προσφέρει τον εαυτό του θυσία για τους άλλους, υποτάσσοντας και εξαφανίζοντας, με αυτογνωσία, το ίδιο θέλημα στην περιοχή της αγάπης.

Οι επισκέψεις του συγγραφέα σε Ορθόδοξες Ιερές Μονές και η μελέτη κειμένων πνευματικού περιεχομένου συνετέλεσαν στην πνευματική ανάταση του Ντοστογιέφσκυ και στην αγιογραφική περιγραφή της εν Χριστώ δυναμικής ελευθερίας, μέσω των ηρώων Ζωσιμά και Αλιόσα στο έργο «Αδελφοί Καραμαζώφ».

Μέσω του ήρωα Ζωσιμά καταθέτει: «Η ταπεινοφροσύνη, η γεμάτη αγάπη, είναι η πιο καταπληκτική δύναμη, πιο μεγάλη από κάθε άλλη. Για αυτό πρέπει να φιληθούν με αγάπη ο αφέντης και ο δούλος, για να συντελεσθεί ανάμεσά τους η μεγάλη ανθρώπινη αδελφοσύνη. Πρέπει να γίνει κανείς υπηρέτης του υπηρέτη του, όπως λέει και το Ευαγγέλιο, έτσι που να υπηρετεί ο ένας τον άλλο».

Σε άλλο σημείο του έργου του ο Ντοστογιέφσκυ μέσω του ήρωα Ζωσιμά, ο οποίος συμβουλεύει μια γυναίκα, που εξομολογείται τα κρίματά της, λέει:

«Τίποτα μη φοβάσαι, ποτέ μη φοβάσαι και μη θλίβεσαι. Μια και μετανοείς, όλα θα στα συγχωρέσει ο Θεός. Μα κι ούτε υπάρχει, ούτε μπορεί να γίνει στον κόσμο τέτοιο κρίμα, που να μην το συγχωρέσει ο Κύριος, σε κείνον, που μετανοεί αληθινά. Μα κι ούτε το μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ένα τόσο μεγάλο αμάρτημα, που θα μπορούσε να εξαντλήσει την αστείρευτη αγάπη του Θεού.

Ή μήπως μπορεί να υπάρξει ένα τέτοιο μεγάλο αμάρτημα, που να ξεπεράσει την αγάπη του Θεού; Φρόντιζε μονάχα για τη μετάνοια, για την αδιάκοπη μετάνοια κι όσο για το φόβο, διώξε τον εντελώς από την καρδιά σου. Πίστευε πως ο Θεός σε αγαπάει τόσο, που εσύ ούτε και να το φανταστείς δεν μπορείς. Σε αγαπάει παρ’ όλο που αμάρτησες.

Σε αγαπάει μέσα στην αμαρτία σου. Για ένα μετανοούντα στον ουρανό χαίρονται περισσότερο, παρά για χίλιους αναμάρτητους, είπε ο Χριστός. Πήγαινε, λοιπόν και μη φοβάσαι. Μην πικραίνεσαι με τους ανθρώπους, μη θυμώνεις με τις προσβολές ...αφού μετανοείς, θα πει πως αγαπάς.

Κι όταν θα αγαπάς, θα είσαι κιόλας τέκνο του Θεού. Η αγάπη εξαγνίζει τα πάντα, σώζει τα πάντα, αφού εγώ που είμαι, όπως εσύ, ένας αμαρτωλός άνθρωπος συγκινήθηκα και σε συμπόνεσα, πόσο περισσότερο ο Θεός! Η αγάπη είναι κάτι ανεκτίμητο και με αυτή μπορείς όλο τον κόσμο να αποκτήσεις και όχι μόνο τις δικές σου, μα και τις ξένες αμαρτίες να εξαγοράσεις. Πήγαινε και μη φοβάσαι…».

Ο Ντοστογιέσκυ αγαπούσε τη ζωή γιατί και πίστευε ακράδαντα στην ανάσταση των νεκρών. Όταν κάποιος παρακινεί μια γυναίκα, υποδουλωμένη σε μια απαίσια όψη ζωής, να πέσει στο ποτάμι και να τελειώνει, αυτή του διαβάζει στο Ευαγγέλιο ένα μέρος από την ανάσταση του Λαζάρου.

«Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή και ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται». Να το μυστικό της ζωής. Με αυτήν την ελπίδα της αναστάσεως, υπάρχει η αγάπη για τη ζωή και η δημιουργία. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει νόημα.

Μάλιστα κάτω από τον τίτλο στο βιβλίο «Αδελφοί Καραμαζώφ» έχει βάλει τα λόγια του Χριστού για την ανάσταση: «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. 12,24). Η θυσία και ο θάνατος έχουν αποτέλεσμα την ανάσταση. Με αυτή τη χαρμόσυνη είδηση της ανάστασης τελειώνει και ολόκληρο το βιβλίο.

Στο έργο του «Ο Ηλίθιος» ο συγγραφέας έχει ως κεντρικό ήρωα τον πρίγκιπα Μίσκιν, ο οποίος ως πραγματικά ελεύθερος και απολυτρωμένος επιλέγει το δρόμο του καλού και έχει αγγελική μορφή.

Θεωρείται ηλίθιος, ανόητος και παράλογος από τους άλλους, καθώς εκφράζει την πίστη του σε μια μεταφυσική υπερ-γήινη πραγματικότητα. Βλέπει ένα όραμα ομορφιάς, με θρησκευτική ταύτιση.

Αυτή η «υποκειμενική» ομορφιά είναι η εσωτερική ομορφιά, που κλείνει μέσα της τον ουρανό. Ο Μίσκιν εκφράζει το «άλογο στοιχείο στον άνθρωπο», με το να θεωρείται παράδοξος από τον περίγυρό του, όπως και η ομορφιά σαν εσωτερική αρμονία αντιδιαστέλλεται με τη ζωή και τις δαιμονικές δυνάμεις του κόσμου.

Ο Μίσκιν εκφράζει το απόφθεγμα «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Αυτή η λυτρωτική ομορφιά είναι η ενσάρκωση της «πνευματικής ομορφιάς». Η ομορφιά σαν ψυχική αρμονία και σαν ηθική δύναμη, που κατακτάται με την αγαθή προαίρεση και την ταπείνωση, δύο γνήσιες χριστιανικές αρετές.

Στο πρόσωπο του Μίσκιν ταυτίζεται η ταπείνωση με τη δύναμη και ενσαρκώνεται η σκέψη ότι το κακό καταρρίπτεται με την ταπείνωση του εαυτού μας, με την κένωση.

Είναι ένας φτωχός ιππότης, φτωχός τω πνεύματι, που με την τρομερή δύναμη της ταπείνωσης, δηλαδή με την ομορφιά της καλοσύνης του, θα σώσει τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό το ιδανικό της ομορφιά σχετίζεται με την ιδέα του Χριστού.

Ο Ντοστογιέφσκυ μέχρι το θάνατό του είχε ως αχώριστο σύντροφο το Ευαγγέλιο, το οποίο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τα βιβλία του. Μέσα από το Ευαγγέλιο αντλούσε τα θέματά του και τους χαρακτήρες των ηρώων του.

Μέσα στο Ευαγγέλιο βρήκε την αλήθεια, που δεν είναι άλλη από τον ίδιο το Χριστό. Τον Κύριο μας που είπε: «Εγώ ειμί η αλήθεια» (Ιωάν. 14,6) και
«Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8,32).

Κατά το συγγραφέα: «δεν υπάρχει πιο αγαθό, πιο βαθύ και πιο τέλειο από το Χριστό. Κι αν ο Χριστός είναι το πιο βαθύ και τέλειο αγαθό, τότε δεν μπορεί παρά να είναι και η πιο μεγάλη αλήθεια, η απόλυτη αλήθεια.

Γιατί στο Χριστό, ως Θεό, ταυτίζεται το απόλυτο αγαθό και η απόλυτη αλήθεια, όπως ταυτίζεται και η απόλυτη ομορφιά». Αυτή η ομορφιά του Χριστού είναι η σωτήρια θεία ομορφιά του σαρκωμένου Κυρίου, του προτύπου της τέλειας ηθικής ομορφιάς.

Πηγή υλικού Περιοδικό «Κοινωνία», Δελτίο της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων», Έτος ΜΔ΄, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2001, Τεύχος 3, σελ. 287-292

http://www.romiosini.org.gr

Κάποτε ο Κολοκοτρώνης φιλοξένησε εν γνώσει του το φονιά του αδελφού του, ο οποίος νόμιζε ότι δεν τον ξέρει ο «Γέρος».
- Παιδί μου! λέει η μάνα του, δίνεις να φάει ψωμί ο φονιάς του παιδιού μου;
- Σώπα, μάνα· είπε ο στρατηγός. Αυτό είναι το καλύτερο μνημόσυνο του σκοτωμένου.
(Βαγγέλη Μιλλεούνη, Ιστορικά Ανέκδοτα, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 273-274)

Η Εκκλησία είναι καθολική σε κάθε ένα από τα μέλη της, διότι ένα καθολικό όλο δεν μπορεί να οικοδομηθή ή να συντεθή αλλοιώτικα παρά μέσω της καθολικότητας των μελών του. Κανένα πλήθος, καμμιά μάζα, κάθε μέλος της οποίας είναι αδιαπέραστο και απομονωμένο, δεν μπορεί να γίνη αδελφότης. Η ένωσις μπορεί να γίνη δυνατή, μόνο με την αμοιβαία αδελφική αγάπη του κάθε αδελφού χωριστά.

Η γνωστή εικόνα της Εκκλησίας, που την παριστάνει σαν πύργο που κτίζεται, εκφράζει τη σκέψι αυτή πολύ ζωντανά (Πρβλ. Ποιμένα του Ερμά). Οι διάφορες πέτρες, με τις οποίες χτίζεται ο Πύργος αυτός, εικονίζουν τους πιστούς· είναι οι «ζώντες λίθοι». Καθώς προχωράει το χτίσιμο, τους βάζουν τον ένα πάνω στον άλλο κι αυτοί στέκονται περίφημα, γιατί είναι λείοι και εφαρμόζουν καλά ο ένας πάνω στον άλλο. Ενώνονται μάλιστα τόσο σφιχτά μεταξύ τους, που οι ακμές τους δεν φαίνονται πια και ο πύργος φαντάζει σαν να είναι φτιαγμένος από μια πέτρα.

Σύμβολο ωραίο ενότητος και ολότητος η εικόνα· αλλά προσέξτε, μόνο πέτρες λείες και τετράγωνες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το χτίσιμο αυτό. Υπήρχαν κι άλλοι, μάλιστα λαμπροί λίθοι, μόνο που ήσαν στρογγυλοί και έτσι δεν ωφελούσαν καθόλου στο χτίσιμο, ήσαν ακατάλληλοι για τη δουλειά αυτή. Δεν εφάρμοζαν ο ένας πάνω στον άλλο (μη αρμόζοντες) και για τούτο έπρεπε ν’ αποτεθούν κάπου κοντά στους τοίχους. Στο συμβολισμό των αρχαίων «στρογγυλότης» εσήμαινε αυτάρκεια, απομόνωσι, αυτοϊκανοποίησι. Και είναι ακριβώς η αυτάρκεια αυτή, που εμποδίζει την είσοδό μας στην Εκκλησία. Ο λίθος πρέπει κατ’ αρχήν να είναι λείος, ώστε να μπορή να εφαρμόση μέσα στον τοίχο της Εκκλησίας.

Πρέπει ν’ απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, για να κατασταθούμε ικανοί να εισέλθουμε στην καθολικότητα της Εκκλησίας, πρέπει, μ’ ένα καθολικό πνεύμα, να κυριαρχήσουμε πάνω στον αυτοερωτισμό μας. Και στην πληρότητα της κοινωνίας της Εκκλησίας, η καθολική μεταμόρφωσις της προσωπικότητος τελειούται και συντελείται πλήρως.
    Αλλ’ η άρνησις του ιδίου μας του εαυτού δεν σημαίνει ότι η προσωπικότης πρέπει να σβησθή, να εξοντωθή, να διαλυθή μέσα στη μάζα. Η καθολικότης δεν είναι συλλογικότης. Αντίθετα, η αυταπάρνησις πλαταίνει το εύρος της προσωπικότητός μας· περικλείουμε τους πολλούς μέσα στο δικό μας εγώ. Εδώ κείται η ομοιότης με τη Θεία ενότητα της Αγίας Τριάδος.

(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Αρτος ζωής, σελ. 196-197)

Η Αληθινή Εκκλησία.

    Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια γραψίματος σε μια νέα οικουμενική γλώσσα. Ίσως η προσπάθεια να μην είναι επιτυχημένη. Ίσως, ωρισμένοι να ανακαλύψουν σ’ αυτήν μια μεγάλη ομολογιακή διάθεσι, και άλλοι να διαμαρτυρηθούν για αοριστία. Γι’ αυτό δεν θα είναι ανεδαφικό να συνοψίσω τις κύριες θέσεις μου σε γλώσσα οικεία σε μένα.

Σαν μέλος και ιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας πιστεύω ότι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βαπτίσθηκα και ανατράφηκα, είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία.

Και το πιστεύω για πολλούς λόγους: ένεκα προσωπικής πεποιθήσεως και ένεκα της εσώτατης βεβαιώσεως του Πνεύματος, που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας, και ένεκα των όσων είναι δυνατό να γνωρίζω από τη Γραφή και από την καθολική παράδοσι της Εκκλησίας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, να θεωρώ όλες τις υπόλοιπες χριστιανικές Εκκλησίες ως ελαττωματικές, και σε πολλές περιπτώσεις μπορώ να προσδιορίσω αυτές τις ελλείψεις των άλλων Εκκλησιών με απόλυτη ακρίβεια.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η ένωσις των Χριστιανών, για μένα, σημαίνει ακριβώς την παγκόσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν έχω καμμία απολύτως ομολογιακή πεποίθησι, η πεποίθησίς μου ανήκει αποκλειστικά στην Una Sancta («Μία Αγία…»).
    Ξέρω καλά ότι η αξίωσίς μου θα αγνοηθή από πολλούς χριστιανούς. Θα θεωρηθή ότι είναι μια εγωιστική και μάταιη απαίτησις. Ξέρω, επίσης, καλά ότι πολλά πράγματα, που τα πιστεύω απόλυτα δεν είναι πιστευτά από άλλους. Όμως, δεν βλέπω κανένα λόγο, για τον οποίο πρέπει εγώ ν’ αμφιβάλλω γι’ αυτά ή να μην πιστεύω εγώ ο ίδιος. Το μόνο όμως που λογικά μου επιβάλλεται να κάνω είναι να διακηρύξω την πίστι μου και να την εκφράσω με τέτοιο τρόπο, ώστε οι φτωχές μου λέξεις να μην αμαυρώσουν την αλήθεια. Γιατί είμαι σίγουρος, ότι η αλήθεια του Θεού φέρνει βεβαιότητα.

Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κάθε τι μέσα στις πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν ή το παρόν πρέπει να ταυτισθή με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα προφανώς υπόκεινται σε αλλαγές. Και, φυσικά, πολλά πράγματα έχουν ανάγκη βελτιώσεως. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμη η τέλεια Εκκλησία.
    Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να αναπτυχθή και να οικοδομηθή μέσα στην ιστορία. Κι όμως η όλη και η πλήρης αλήθεια έχει ήδη δοθή και ανατεθή στην Εκκλησία. Η αναθεώρησις και νέα διατύπωσις είναι πάντοτε δυνατή, και ωρισμένες φορές, μάλιστα, επιβεβλημένη. Όλη η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων του παρελθόντος το αποδεικνύει. Οι άγιοι Πατέρες μ’ αυτόν τον σκοπό συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στο σύνολο, το ταμείο της Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, και η μαρτυρία της πίστεως εκέρδισε σε ακρίβεια και ευστοχία διατυπώσεως. Πάνω απ’ όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος έχει διατηρηθή σώα και άθικτος.

Και στο σημείο τούτο πάλι γνωρίζω ότι η προσωπική μου αυτή πεποίθησις είναι δυνατό να απορριφθή σαν αυταπάτη. Αλλά για μένα αποτελεί ακράδαντη πεποίθησι. Αν αυτό ήθελε θεωρηθή πεισμονή, είναι η πεισμονή της αλήθειας και των τεκμηρίων. Μπορώ μόνο να δω αυτό, που πράγματι βλέπω. Δεν είμαι σε θέσι να κάνω τιποτ’ άλλο.

Αλλά με κανένα τρόπο δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω κανέναν «εκτός Εκκλησίας». Η «κρίσις» έχει δοθή στον Υιό. Κανείς δεν διωρίσθηκε για να προλαμβάνη την κρίσι Του. Η Εκκλησία, βέβαια, έχει τη δική της εξουσία μέσα στην ιστορία. Είναι, πρωτ’ όλα, η εξουσία να κηρύττη και να διαφυλάττη το λόγο της αληθείας. Υπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως και τάξεως, που πρέπει να θεωρείται σαν κανόνας. Οτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου είναι «ανωμαλία». Αλλά η «ανωμαλία» πρέπει να θεραπεύεται και όχι απλώς να καταδικάζεται.

Αυτή είναι η δικαίωσις για τη συμμετοχή ενός Ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο με την ελπίδα ότι με τη μαρτυρία του η Αλήθεια του Θεού είναι δυνατό να κερδίση ανθρώπινες υπάρξεις.

(Μεταφρ. Αντώνης Κουμάντος)

(π.Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Άρτος ζωής, 1989 σελ.219-220 υπογραμμίσεις δικές μας)

161. Ποια έννοια έχει ο νηπιοβαπτισμός;

    Τα νήπια βαπτίζονται για να καθαρθούν από το μολυσμό του προπατορικού αμαρτήματος και να είναι εύθετα στη βασιλεία των ουρανών. Διότι η παρουσία του προπατορικού αμαρτήματος στα νήπια, έστω κι αν αυτά δεν έχουν προσωπικές αμαρτίες, τα εμποδίζει να γίνουν μέτοχα της αιώνιας ζωής. Για ν’ αποφευχθεί δε το θλιβερό ενδεχόμενο να πεθάνουν αβάπτιστα, εισήχθη πολύ νωρίς στην αρχαία Εκκλησία ο νηπιοβαπτισμός, που στην εποχή των αιρέσεων ήταν ισχυρό όπλο κατά του Πελαγιανισμού, που δίδασκε ότι δια της παραβάσεως του προπάτορα η φύση δεν έπαθε καμιά ουσιαστική ζημία από την αμαρτία. Στην αγ. Γραφή δεν υπάρχει βέβαια άμεση μαρτυρία περί του νηπιοβαπτισμού· υπάρχουν όμως έμμεσες μαρτυρίες και ενδείξεις σε όσα λέγονται περί βαπτίσματος ολόκληρων οίκων, στους οποίους είναι λογικό να υποτεθεί ότι υπήρχαν και μικρά παιδιά.
    Υπάρχει βέβαια η αιτίαση κατά του νηπιοβαπτισμού, ότι στα νήπια ελλείπει η πίστη που είναι ο απαραίτητος όρος λήψεως του βαπτίσματος, σύμφωνα με όσα είπε ο Κύριος: «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Αυτό είναι αλήθεια. Δεν υπάρχει δε καμία αμφιβολία ότι το τέλειο βάπτισμα είναι εκείνο στο οποίο ο άνθρωπος προσέρχεται με πίστη στο Σωτήρα και με συναίσθηση της σημασίας της μυστηριακής τελετής, δηλαδή το βάπτισμα των ενηλίκων. Εντούτοις η έλλειψη της πίστεως δεν παρακωλύει τη λυτρωτική ενέργεια της χάριτος στα τρυφερά νήπια, στα οποία δεν υπάρχει και το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας που αποτελεί το κύριο εμπόδιο επενεργείας της χάριτος του Θεού. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 231-232)

81. Ποια είναι η έννοια του νηπιοβαπτισμού;

    Ο ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ είναι απτή απόδειξη της άμεσης ανάγκης του βαπτίσματος προς σωτηρία. Είναι θεσμός πανάρχαιος της Εκκλησίας. Αφού όμως ο Κύριος συνέδεσε άμεσα πίστη και βάπτισμα («ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται»), ποια έννοια έχει το βάπτισμα των νηπίων, τα οποία δεν μπορούν να πιστεύσουν λόγω της άωρης ηλικίας τους και της έλλειψης αυτοσυναίσθησης και αυτοσυνείδησης; Φυσικά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τελειότερο βάπτισμα είναι το βάπτισμα των ενηλίκων, στους οποίους υπάρχουν ανεπτυγμένη η συνείδηση και λειτουργεί ο λόγος.
    Ο άνθρωπος, ως υπεύθυνο πρόσωπο, πρέπει να γνωρίσει την αλήθεια, να αγαπήσει το λυτρωτικό έργο, του Χριστού και να ποθήσει τη σωτηρία του. Μετά δε από μακρά ηθική δοκιμασία, έπειτα από μετάνοια και προσπάθεια εκτέλεσης του νόμου του Θεού, θα πρέπει να δεχτεί το λουτρό της παλιγγενεσίας, για να γίνει ένα καινούριο πλάσμα ντυμένο στο φως του Χριστού και την αλήθεια της τριαδικής θεότητας. Γι’ αυτό και στην αρχαία Εκκλησία, στην οποία βιωνόταν πληρέστερα και βαθύτερα η σωστική αλήθεια του Θεού, υπήρχε ο θεσμός των κατηχουμένων, των ανθρώπων που επιθυμούσαν να βαπτισθούν και να γίνουν χριστιανοί, οι οποίοι υποβάλλονταν σε μακράν ηθική προετοιμασία και διδάσκονταν τις βασικές αλήθειες της χριστιανικής πίστης. Στην κατάλληλη ώρα δέχονταν το «φώτισμα», όπως λεγόταν το βάπτισμα, επειδή χορηγούσε στις ψυχές των ανθρώπων το φως του Χριστού και της μακαρίας Τριάδος.
    Όλα αυτά βέβαια είναι σωστά και καλά. Γιατί όμως θεσπίστηκε στην Εκκλησία ο νηπιοβαπτισμός; Ποια ανάγκη τον επέβαλε; Γιατί το τέλειο βάπτισμα των ενηλίκων αντικαταστάθηκε με το βάπτισμα των νηπίων; Ο λόγος είναι ένας. Για να προστατεύονται τα βρέφη από αιφνίδιο θάνατο, ο οποίος θα τα εύρισκε αβάπτιστα και θα έχαναν τη δυνατότητα εισόδου τους στη βασιλεία των ουρανών, ως φέροντα στην φύση τους την αμαρτία του Αδάμ. Βαπτίζονται για ν’ αποφύγουν ένα τέτοιο θλιβερό ενδεχόμενο. Έτσι κρίθηκε συμφερότερο τα νήπια να δεχτούν το βάπτισμα στην πρώτη άωρη και ανώριμη ηλικία τους, με τη ρητή διαβεβαίωση ότι αυτό που δεν μπορούν να κάνουν τώρα, να διδαχτούν την πίστη και τις αρχές του Ευαγγελίου, θα το αναπληρώσουν εν καιρώ ο ανάδοχος και οι γονείς τους. Όπως βλέπουμε, έχει βαθύ νόημα ο νηπιοβαπτισμός. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα σωτηριολογικά, σελ. 190-191)

Αφού ο Κύριος είπε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται», γιατί εμείς βαπτίζουμε τα νήπια, τα οποία δεν μπορούν να πιστεύουν;

    Είναι αλήθεια ότι ο Κύριος προέταξε του βαπτίσματος την πίστη. Ο άνθρωπος προτού δεχθεί το βάπτισμα πρέπει να πιστέψει στο Χριστό, να γνωρίσει τη θεία αλήθεια, να ποθήσει τη σωτηρία του και ακολούθως να βαπτισθεί.
Αυτή είναι η κανονική σειρά και δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το βάπτισμα ενηλίκων, που γίνεται κατόπιν πίστεως στο Σωτήρα, είναι προτιμότερο. Έτσι γινόταν στην αρχαία Εκκλησία.
    Ο νηπιοβαπτισμός εισήχθη πολύ νωρίς στην πράξη της αρχαίας Εκκλησίας. Εισήχθη για ν’ αντιμετωπίσει μια επείγουσα ανάγκη στη ζωή του πληρώματος της Εκκλησίας, ένα σοβαρό κίνδυνο, το ενδεχόμενο να πεθάνει κανείς αβάπτιστος, οπότε κωλύεται να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Το κώλυμα, όπως είπαμε, είναι η παρουσία στην ψυχή του προπατορικού αμαρτήματος. Τα νήπια βέβαια δεν έχουν τη δυνατότητα να πιστέψουν. Αυτό όμως δεν αποτελεί αποχρώντα λόγο, ώστε να μη μπορούν να δεχθούν τη βαπτισματική χάρη. Είναι βασικό αξίωμα στη θεολογία ότι η θεία χάρη ενεργεί λυτρωτικά, εκεί όπου δεν υπάρχει η αμαρτία, η οποία είναι ο μόνος παράγων που αναστέλλει και ματαιώνει τη λυτρωτική της ενέργεια. Στα νήπια όμως το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας απουσιάζει. Συνεπώς η θεία χάρη μπορεί να επιδράσει ευεργετικά στην τρυφερή καρδιά τους, καταλύοντας από τη φύση τους το σώμα του προπατορικού αμαρτήματος. Άλλωστε την έλλειψη προσωπικής τοποθετήσεως των νηπίων έναντι της πίστεως και του λόγου του Θεού, αναλαμβάνει την υποχρέωση ν’ αναπληρώσει εν καιρώ σ’ αυτά ο ανάδοχος, βοηθούμενος από τους γονείς του παιδιού και την Εκκλησία.
    Μερικοί ρωτούν· γιατί με βάπτισαν, χωρίς κανένας να με ρωτήσει, αν ήθελα να βαπτισθώ και να γίνω χριστιανός; (αυτό είναι συνηθισμένο ερώτημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά). Το ερώτημα είναι σχήμα οξύμωρο. Πως μπορείς να ρωτηθείς, αφού δεν έχεις τη δυνατότητα να κατανοήσεις και να απαντήσεις; Το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για το καλό τους, για να τα προφυλάξουμε από έναν μέγιστο κίνδυνο. Το ίδιο άλλωστε δεν κάνουμε στα μικρά παιδιά, όταν τα εμβολιάζουμε; Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεσή τους;

(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά, σελ. 158-159)


Στιγμὲς ὀρθρινῆς ἤ ἑσπερινῆς ἀκολουθίας· στρέφεσαι καὶ εὐλογεῖς μὲ τὸ «εἰρήνη πᾶσι» καὶ συνειδητοποεῖς ὅτι κοιτάζεις ἕναν ἄδειο ἄπὸ ἀνθρώπινη παρουσία ναὸ, ποὺ ὰποδέχεται τὸν ἑσπερινὸ ὕμνο καὶ ἀναπνέει παράλληλα τὸ εὐῶδες θυμίαμα.

«Εἰρήνη πᾶσι»... Τὸ λὲς μὲ συναίσθηση καὶ δέος. Ὅμως, ποιοὶ τὸ ἀκοῦνε ἄραγε, σὲ ποιοὺς καὶ γιατὶ ἀπευθύνεται αὐτὴ ἡ εὐλογία; Φυσικὰ ἐσὺ τὸ λές, ἐσὺ τὸ ἀκοῦς καὶ μόνος σου διερωτᾶσαι, καθὼς γυρίζεις καὶ βλέπεις τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὸ τέμπλο νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὸ ταπεινὸ καὶ ἰλαρὸ φῶς τοῦ λαδοκάντηλου, ἐνῶ σκέφτεσαι: ποιὰ σημασία ἔχει νἀ λέγεται, λοιπὸν, ἡ εἰρήνευση αὐτὴ, χωρὶς νὰ ὐπάρχει οὔτε ἔνας πιστὸς στὸ ναὸ;

Κάπου ἀπέξω ἀκούγονται φωνὲς καὶ βηματισμοὶ. Στ᾿ ἀντικρυνὰ τὰ σπίτια ἀνάβουν τὰ φῶτα, καθὼς σιμώνει ἡ νύχτα, ἐνῶ κάποιες θύρες ἀνοιγοκλείνουν. Ὁ κόσμος τῆς ἐνορίας εἶν᾿ αὐτὸς λοιπὸν, ποὺ δὲν ἔρχεται τὶς καθημερινὲς στὸν ἑσπερινὸ καὶ μόνο στὶς Κυριακάτικες λειτουργίες ἀκούει, τὶς περισσότερες φορὲς ἀδιάφορα, αὐτὴ τὴν εὐλογία. «Εἰρήνη πᾶσι». Κι ἐσὺ τὸ ξέρεις, τὸ καταλαβαίνεις καὶ σιωπᾶς πάντα, γιατὶ ὅ,τι καὶ νὰ πεῖς δὲ γίνεσαι κατανοητὸς. Γιατὶ, ἄραγε;

Ὡστόσο στὸ περιθώριο τῶν ὄσων βιώνεις τὴν κάθε μέρα, σημειώνεις μὲ βεβαιότητα καὶ ὑπομονὴ κάποιες ταπεινὲς σκέψεις/προσευχὲς, τὶς ὀποῖες καὶ προσφέρεις, κάθε βράδυ μὲ τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα καὶ κυρίως, γιὰ νὰ ἔχεις τὴ δυνατότητα ν᾿ ἀποδράσεις ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν ἀθυμία.

 Γι᾿ αὐτὸ, ὅταν λές «Εἰρηνη πᾶσι», ἐκείνη τὴ στιγμὴ βιώνεις καὶ συνειδητοποιεῖς, πὼς ἐσὺ ἔκαμες τὸ χρέος σου: ἔστειλες δηλαδὴ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία Ἐκείνου, ὄχι μονάχα στοὺς ἄδειους χώρους τοῦ ναοῦ, μὰ πέρα καὶ ἔξω ἀπ᾿ αὐτοὺς. Γιατὶ ἡ εἰρήνη πρέπει, ἀφοῦ ξεπεράσει τὰ ὄρια τοῦ ναοῦ, νὰ εἰσοδεύσει στὸ σπίτι τοῦ ἄρρωστου ποὺ πασχίζει νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του, στὸν κουρασμένο καὶ ἀποκαμωμένο ἀπὸ τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητας ἐνορίτη, στὸ μαθητὴ ποὺ συλλαβίζει τὴ ζωὴ μέσα στὰ βιβλία του, στὸ ζεῦγος τῶν νέων παιδιῶν ποὺ πασχίζουν νὰ βιώσουν τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς συζυγίας, ἀλλὰ καὶ στὸ ζεῦγος ἐκεῖνο ποὺ μὲ ποικίλους τρόπους πασχίζει νὰ ἀποτινάξει καὶ νὰ διαλύσει τὸ ζυγὸ τῆς συμβιώσεως, στὸ γέροντα καὶ τὴ γερόντισσα ποὺ κοιτάζουν νὰ βροῦν μιὰ σταγόνα ὑπομονῆς καὶ στοργῆς ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους, στὸ νέο ἤ τὴ νέα ποὺ σκοτινιάζουν τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τους μὲ οὐσίες ἐφήμερης ἤ στιγμιαίας εὐτυχίας, στὸ κάθε πιστὸ, στὸν κάθε κληρικὸ, στὸν κάθε ἀγωνιζόμενο μοναχὸ, στὸν κάθε ἄνθρωπο. Αὐτὴ τὴν εἰρήνη στέλνει πρωΐ καὶ βράδυ ἡ Ἐκκλησία, ἄσχετα ἄν δὲν τὴν ἀφουγκράζεται ἤ δὲν τὴ συνειδητοποιεῖ ὁ κόσμος.

Ἡ Εἰρήνη, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Ἰω. 14, 27) στέλνεται καθημερινὰ στὸν κόσμο, ὅπως στέλνεται τὸ φῶς, ἡ βροχὴ, ὁ ἄνεμος καὶ συνδράμουν τὴ γῆ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ζητούμνο εἶναι πόσοι καὶ γιατὶ δὲν τὴ δέχονται. Ἕνα ζήτημα ποὺ διαφαίνεται ἀπὸ τὰ πρῶτα τῆς Δημιουργίας χρόνια, ὅπου ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἦταν πάντα τὸ χάδι, ἡ στοργὴ, ἡ ἀνάπαυση γιὰ τοὺς πρωτόπλαστους. Μέχρι ποὺ εἰσῆλθε ὁ ἔχθρὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν,ποὺ δόθηκαν ὠς δωρεὰ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ γιὰ τὴν εὐτυχία καὶ εὐλογία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, κατέλυσε μὲ πονηρία καὶ θράσος τὴν εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἀντικατέστησε μὲ τὴν ἐγωπάθεια, τὴν ἰσχυρογνωμία καὶ τὸν σκληρὸ ἀρνητισμὸ.

Ἀφουγκράζεσαι, λοιπὸν ἐδῶ, στὴν ἡσυχία τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας τοὺς καημοὺς καὶ τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Καημοὺς καὶ βάσανα δηλαδὴ ποὺ, καθὼς ἀνεβαίνεις καθημερινὰ γιὰ τὸ ναὸ τὰ μαζεύεις, ἀφοῦ καταλαβαίνεις, βλέπεις κι ἀκοῦς ὅταν περνᾶς μπροστὰ ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν ἐνοριτῶν σου καὶ ξέρεις, τὸ γιατὶ φωνάζει ἡ μιὰ γειτόνισσα στὴν ἄλλη, γιατὶ μαλώνει ὁ πατέρας του τὸ Νίκο κι ἀκόμα γιατὶ, ἀφοῦ διασταυρώθηκαν οἱ δύο πρώην φιλενάδες δὲ χαιρέτισε ἡ μιὰ τὴν ἄλλη κι ἄλλα πολλὰ... Καὶ σκέφτεσαι καὶ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ εὐδοκήσει νὰ βιώσουν τὴν πάντιμο εἰρήνη Του ποὺ τοὺς στέλνει, γιὰ νὰ ἡρεμήσει ἡ ψυχὴ τους, νὰ χαμογελάσει τὸ στόμα τους, νὰ βρεθοῦν κοινοὶ τόποι συνεργασίας, φιλίας, ἀλληλοβοηθείας, φιλαδελφίας καὶ φιλοτιμίας...

Στέκεις σκεφτικὸς μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ διερωτᾶσαι, ἄν πρέπει νὰ πεῖς δυὸ λόγια μεθαύριο τὴν Κυριακὴ σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θἄρθουν, μὴ καὶ καταλάβουν κάτι. Μόνο ποὺ κάποτε διστάζεις, γιατὶ φοβᾶσαι ὅτι κι ἐσὺ ὁ ἴδιος ἀκόμα δὲ βίωσες ἰκανὰ τὴν Εἰρήνη Του. Μὲ λίγα λόγια δὲν ἔφτασες στὸ ὕψος τὸ πνευματικὸ τῶν μοναχῶν ἐκείνων τοῦ φιλόθεου Γεροντικοῦ, ποὺ προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν μιὰ «τεχνητὴ» φιλονικία κι ὅμως ἠ ταπείνωση καὶ ἡ ἀληθινὴ φιλία (πρβλ. τὸ: «Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν» τοῦ ἱερατικοῦ συλλείτουργου) δὲν τοὺς τὸ ἐπέτρεψε.

«Εἰρήνη πᾶσι»· «καὶ πρῶτα στὸν ἐαυτὸ μου, Κύριε», ψυθιρίζεις καὶ κάνεις τὸ σταυρὸ σου καθὼς ἀναχωρεῖς ἀπ᾿ τὸ ναὸ κι ἀπόψε…

π. Κων. Ν. Καλλιανὸς


(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, σελ. 112-116, εκδ. ο Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας).

«Εάν δεν είναι βέβαιο, είναι όμως πολύ πιθανό, ότι από αυτήν την αποστολική εποχή γίνονταν δεκτά στο βάπτισμα και νήπια άμοιρα λογικής, που ανήκαν σε σπίτια που προσχώρησαν όλοι μαζί στο Χριστιανισμό. Έτσι τόσο οι Πράξεις των Αποστόλων, όσο και ο Παύλος κάνουν λόγο για ολόκληρες οικογένειες που δέχτηκαν το βάπτισμα. Ο Κορνήλιος και «όλος ο οίκος του», η Λυδία «και ο οίκος της», ο δεσμοφύλακας των Φιλίππων «και όλοι όσοι ήταν στο σπίτι του», ο Κρίσπος στην Κόρινθο «μαζί με όλο το σπίτι του» όπως και «οίκος του Στεφανά» πίστεψαν και βαπτίστηκαν όλοι, και πιθανότατα περιλαμβάνονταν στα σπίτια αυτά και νήπια, που έγιναν και αυτά δεκτά στο βάπτισμα τόσο μάλλον, όσο αυτό ήταν «η περιτομή του Χριστού», που αντικατέστησε την σαρκική περιτομή των Ιουδαίων, η οποία παρεχόταν στα νήπια την όγδοη ημέρα από τη γέννησή τους (σημειωση 54. Πραξ. ια 14,ιστ 15,33,ιη 8, Α΄Κορ. α 16, Κολ. β 11.)

Ο Leeming τονίζει πολύ το επιχείρημα από την σύγκριση στην Κ.Δ. του βαπτίσματος και της περιτομής. Ο θείος Παύλος αντιθέτοντας το βάπτισμα στην περιτομή και θεωρώντας αυτό ως αντίστοιχο και ως τελείωσή της υπονοεί, ότι οι Χριστιανοί καταλέγονταν στη χριστιανική κοινότητα με τελετή, η οποία ήταν όμοια με αυτήν του Παλαιού νόμου, αλλά διαφορετική ως προς το εξωτερικό σημάδι και τα αποτελέσματά της. Η μία ήταν φυσικό κόψιμο ανθρωπίνου δέρματος, η άλλη ήταν πνευματική αποκοπή της αμαρτίας. Η μία έδινε δικαιώματα νομικά, η άλλη εσωτερική ένωση με το Θεό. Εφόσον όμως είναι γνωστό και από αλλού, ότι οι αρχαίοι χριστιανοί ακολουθούσαν σε πολλά σημεία τις ιουδαϊκές παραδόσεις, ιδιαίτερα μάλιστα στις λειτουργικές τελετές, η τελετή της εισόδου στο χριστιανικό σώμα διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα κατά την περιτομή κρατούντα στους Ιουδαίους, έτσι λοιπόν και τα νήπια των Χριστιανών βαπτίζονταν νωρίς, όπως περιτέμνονταν και τα των Ιουδαίων. Όπως σημειώνει ο ίδιος Leeming το επιχείρημα αυτό χαρακτηρίστηκε ως αποφασιστικό από τον Καλβίνο και τον Chemnitz.
Άλλωστε ο Κύριος διακήρυξε την αναγκαιότητα του βαπτίσματος ανεξαιρέτως για όλους, «εάν κάποιος δεν γεννηθεί από νερό και πνεύμα» λέγοντας, εκδήλωσε από την άλλη ιδιαίτερη συμπάθεια και προς τα μικρά παιδιά λέγοντας στους μαθητές που εμπόδιζαν τις μητέρες τους που έφερναν αυτά στον Κύριο «για να βάλει πάνω τους τα χέρια του και να προσευχηθεί»: «Αφήστε τα παιδιά και μην τα εμποδίζετε να έλθουν σε μένα». Δεν στερείται επίσης σημασίας, ότι με την ευκαιρία αυτή «έβαλε πάνω τους τα χέρια» (Ιω. γ 5, Ματθ. ιθ 13-15).

Από την άλλη τα λόγια του Παύλου στο Α΄Κορ. ζ 14, σύμφωνα με τα οποία τα παιδιά, τα προερχόμενα από ήδη υφιστάμενους μικτούς γάμους μεταξύ συζύγων, από τους οποίους ο ένας ή η μία προσχώρησαν ήδη στο Χριστιανισμό, «είναι άγια», όχι μόνο δεν μπορεί να προσαχθεί ως επιχείρημα εναντίον του νηπιοβαπτισμού, ότι μαρτυρούν ότι αυτά ως άγια ήδη δεν θα ήταν αναγκαίο να βαπτιστούν, αλλά αντιθέτως παρουσιάζουν αυτά επιδεκτικά και του αγιασμού από το βάπτισμα.
Και δεν αποδεικνύουν μεν τίποτα εναντίον του νηπιοβαπτισμού, διότι και για τον σύζυγο που δεν προσχώρησε στην πίστη βεβαιώνεται στα λόγια αυτά, ότι «έχει αγιαστεί ο άνδρας ο άπιστος μέσω της γυναίκας και έχει αγιαστεί η γυναίκα η άπιστη μέσω του άνδρα». Θα μπορούσε λοιπόν να λεχθεί για το άλλο μέλος που παρέμεινε στην απιστία, ότι δεν είχε ανάγκη του βαπτίσματος; Αποτελούν όμως τα λόγια αυτά επιχείρημα και υπέρ του νηπιοβαπτισμού, διότι υπαινίσσονται, ότι η πίστη και ο αγιασμός των γονέων δημιουργούν σε αυτά κατάσταση που κληρονομιέται σε κάποιο μέτρο και από τα παιδιά τους και που κάνει αυτά επιδεκτικά και μεγαλύτερου αγιασμού.
Στη μετέπειτα Χριστιανική γραμματεία διέκριναν τον πρώτο περί του νηπιοβαπτισμού υπαινιγμό σε κάποια λόγια του Ειρηναίου, σύμφωνα με τα οποία ο Χριστός ήλθε να σώσει όλους όσοι μέσω αυτού αναγεννιούνται σε Θεό, παιδιά, νήπια, νέους, γέροντες (56. ΙΙ 22,4 Μ. 7,784).
Σαφέστερα όμως για αυτόν μιλά ο Τερτυλλιανός, που κηρύσσεται εναντίον του και υποστηρίζει από τη μία μεν, ότι η αθωότητα των νηπίων κάνει περιττό το βάπτισμά τους, από την άλλη δε ότι αυτοί που λαμβάνουν το βάπτισμα πρέπει πρώτα να διδάσκονται τη χριστιανική αλήθεια. Διότι ναι μεν ο Κύριος είπε να μην εμποδίζουν τα παιδιά να έρχονται προς αυτόν, αλλά ας έρχονται αυτά, όταν γίνονται έφηβοι και όταν διδαχτούν. Ας γίνονται Χριστιανοί όταν θα μπορούν να γνωρίσουν το Χριστό (57. De Bapt. 18. M.L. 1, 1330).
Αντιθέτως όμως ο Κυπριανός λέει ότι δεν πρέπει να εμποδίζεται από το βάπτισμα το παιδί, το οποίο επειδή πρόσφατα γεννήθηκε δεν έχει καμία άλλη αμαρτία παρά το ότι αφού γεννήθηκε σαρκικά κατά τον Αδάμ κουβαλά τον μολυσμό του θανάτου της αρχαίας παράβασης, και το οποίο τόσο ευκολότερα πλησιάζει για να λάβει την άφεση των αμαρτιών, όσο σε αυτό όχι δικά του αλλά ξένα αμαρτήματα συγχωρούνται (58. Epist. 59,5 M.L. 3,1054).
Ο Ωριγένης επίσης έχοντας πριν από αυτόν να ισχύει ως καθεστώς τον νηπιοβαπτισμό παρατηρεί, ότι «τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων». Θέτοντας όμως το ερώτημα «ποιων  αμαρτημάτων; Διότι πότε αμάρτησαν;» απαντά «μη τυχόν, επειδή κανείς δεν είναι καθαρός από ρύπο, αλλά τον ρύπο τον διώχνει κάποιος με το μυστήριο του βαπτίσματος, για αυτό και τα παιδιά βαπτίζονται»
Αλλά αυτός που περισσότερο ασχολήθηκε με τον νηπιοβαπτισμό υπήρξε ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός: «Έχεις νήπιο;» ρωτά. «Μη δίνεις καιρό στην κακία», απαντά. «Από βρέφος ας αγιαστεί, ας αφιερωθεί από την τρυφερή ηλικία στο Πνεύμα». Και υπενθυμίζει την Άννα η οποία «και πριν να γεννηθεί ο Σαμουήλ, τον υποσχέθηκε στο Θεό και όταν γεννήθηκε αμέσως τον αφιέρωσε και τον μεγάλωσε με ιερατική στολή». Στρεφόμενος πάλι εναντίον ειδωλολατρικών εθίμων που επικρατούσαν τότε προσθέτει: «Δεν σου χρειάζονται καθόλου τα φυλακτά και τα μαγικά ψιθυρίσματα, μαζί με τα οποία εισέρχεται ο πονηρός, κλέβοντας το σεβασμό από το Θεό για τον εαυτό του στα μηδαμινότερα πράγματα. Δώσε στο παιδί σου την Τριάδα, το μέγα και καλό φυλακτό». Προχωρώντας παραπέρα διαπραγματεύεται την ένσταση, η οποία θα προβαλλόταν από το ότι τα νήπια δεν αισθάνονται ούτε τη ζημιά την οποία υφίστανται στερούμενα του βαπτίσματος, ούτε την χάρη την οποία λαμβάνουν όταν βαπτίζονται. Και εκφέρει μεν τη γνώμη, ώστε να αναμένεται στο παιδί η συμπλήρωση τριετίας, «ή λίγο λιγότερο ή περισσότερο», ώστε «όταν θα είναι δυνατόν να ακούσουν κάτι το μυστηριακό και να απαντήσουν, έστω και αν δεν κατανοούν πλήρως, αλλά τυπώνονται» στη μνήμη του μικρού παιδιού, «και έτσι αγιάζουν και τις ψυχές και τα σώματα με το μέγα μυστήριο της τελείωσης». Τονίζει όμως συγχρόνως, ότι ενδείκνυται να βαπτίζονται και τα νήπια, «εάν επείγει κάποιος κίνδυνος. Διότι είναι προτιμότερο να αγιάζονται χωρίς να το αισθάνονται παρά να φύγουν ασφράγιστα και αμύητα». Για απόδειξη του τελευταίου αυτού αναφέρεται στην «οκταήμερη περιτομή που ήταν μία τυπική σφραγίδα και δινόταν σε αυτούς των οποίων δεν είχε αναπτυχθεί ακόμη το λογικό». Υπενθυμίζει επίσης «και την επάλειψη των πορτών» με το αίμα του πασχάλιου αμνού κατά τη νύχτα της από την Αίγυπτο εξόδου του Ισραήλ, η οποία επάλειψη «με τα αναίσθητα» διαφύλαξε τα πρωτότοκα των Ιουδαίων (59. Λόγος Μ, παραγρ. 17 και 28).
Όπως επίσης παρατηρεί ο Leeming το ζήτημα του νηπιοβαπτισμού πήρε σοβαρότητα νωρίς τον τέταρτο αιώνα κατά τη σύγκρουση μεταξύ Αυγουστίνου και Πελαγιανών. Ο Αυγουστίνος αναζητούσε από το νηπιοβαπτισμό επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης του προπατορικού αμαρτήματος, εφόσον το βάπτισμα παρέχεται εις άφεσιν αμαρτιών. Κατ’ ακολουθίαν οι Πελαγιανοί, οι οποίοι αρνούνταν την κληρονομικότητα αυτού του αμαρτήματος, είχαν συμφέρον να αρνηθούν, ότι ο νηπιοβαπτισμός αποτελούσε καθολική και αρχαία της Εκκλησίας συνήθεια. Δεν το έπραξαν όμως, αλλά κατέφυγαν στη διάκριση μεταξύ «αιώνιας ζωής» και «βασιλείας ουρανών», ισχυριζόμενοι ότι τα νήπια βαπτίζονταν, όχι για να γίνουν από κακά καλά, αλλά από αγαθά, που ήταν, να γίνουν καλύτερα. Έτσι ώστε εάν πέθαιναν αβάπτιστα, δεν θα πήγαιναν μεν στη βασιλεία των ουρανών, θα εισάγονταν όμως στην αιώνια ζωή. Κατά τον τέταρτο λοιπόν αιώνα δεν αμφισβητήθηκε, ότι ο νηπιοβαπτισμός επικρατούσε σε όλη την Εκκλησία. Ο Πελάγιος και ο Κελέστιος είχαν ταξιδέψει και στην Παλαιστίνη και στην Αφρική και στην Ιταλία· ειδικά μάλιστα ο Πελάγιος πιθανότατα γνώρισε και τη Γαλλία και τη Βρεττανία. Εάν σε κάποια από τις επαρχίες αυτές και χώρες δεν υφίστατο νηπιοβαπτισμός, ασφαλώς θα προβαλλόταν αυτό».
(Π.Ν. Τρεμπέλα ,Δογματική τόμος 3, σελ. 112-116, εκδ. ο Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας)

Κατά Ματθαίον 12,40  ὥσπερ γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς ὁ προφήτης ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας(5).(=Διότι, όπως ακριβώς ο Ιωνάς ο προφήτης έμεινε εις την κοιλίαν του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, έτσι και ο υιός του ανθρώπου θα είναι μέσα στον τάφον και τον Αδην τρεις ημέρας και τρεις νύκτας).

(5) Αναμφίβολα ο Κύριος παρέμεινε στην καρδιά της γης τρεις ημέρες. Παρέμεινε όμως δύο νύχτες, εφόσον νύχτα σημαίνει το σκοτάδι που παρεμβλήθηκε μεταξύ ημέρας (της Παρασκευής προς το Σάββατο) και ημέρας (του Σαββάτου προς την Κυριακή). Και όμως ο αριθμός των τριών ημερών και των τριών νυχτών είναι σωστός, εάν δεν πάρουμε αυτόν με αστρονομική ακρίβεια, αλλά αναλύσουμε αυτόν κατά συνεκδοχή (δηλ. στενεύω ή διευρύνω τη σημασία μίας λέξης).

Δηλαδή αν θεωρήσουμε το ημερονύκτιο ως ενιαία και αδιαίρετη μονάδα και την εδώ φράση του Ματθαίου ερμηνεύσουμε: διάστημα τριών ημερονυκτίων.

Επιπλέον μπορεί με τη φράση να εννοείται το όλο πάθος δηλαδή από την αγωνία της Γεθσημανή, όπου ο Ιησούς έπεσε «στη γη» (Μάρκ. ιδ 35) «έπεσε με το πρόσωπο κατά γης προσευχόμενος» (Ματθ. κστ 39) και από τη σύλληψη, με την οποία οι Ιουδαίοι άρχισαν να επιχειρούν την καταστροφή του Ναού το σώματός του. Έτσι τα τρία ημερόνυκτα εκτείνονται από τα μεσάνυχτα της Πέμπτης προς την Παρασκευή μέχρι τον όρθρο της Κυριακής (b).

«Ο Κύριός μας… τρεις μέρες και τρεις νύχτες έμεινε κάτω από τη γη, την μεν Παρασκευή από το τέλος· το Σάββατο όλο· και την Κυριακή από την αρχή σύμφωνα με την αντίληψη των ανθρώπων. Όπως λοιπόν εμείς επιτελούμε την τριτη ημέρα των νεκρών, όχι όταν συμπληρωθούν ισόποσα οι τρεις ημέρες και οι τρεις νύχτες, αλλά θεωρούμε ως ημέρα μία και τέλεια εκείνη, κατά την οποία σε οποιαδήποτε ώρα πέθανε, αλλά θεωρούμε ως ημέρα και την άλλη, στις αρχές της οποίας πάμε στους τάφους των νεκρών, με την ίδια λοιπόν λογική και ο Κύριος έκανε στη γη τρεις μέρες και τρεις νύχτες» (Θεοδώρητος). Σύμφωνα με το ιεροσολυμιτικό Ταλμούδ ημέρα και νύχτα μαζί συναποτελούν ολόκληρη φυσική ημέρα και οποιοδήποτε τμήμα αυτής της περιόδου υπολογίζεται ως ολόκληρο (ο).

«Και αλλιώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε. Από την ημέρα που παραδόθηκε από τον Ιούδα στους θεοκτόνους Ιουδαίους, δηλαδή από την αγία Πέμπτη μπορούμε να αριθμήσουμε τις τρεις ημέρες σαν να σταυρώθηκε» (Ισίδωρος).

Ή, «το απόγευμα της Πέμπτης έκανε το δείπνο και έλεγε στους μαθητές: Πάρτε και φάτε το σώμα μου. Επομένως επειδή είχε εξουσία πάνω στον εαυτό του να θυσιάσει τη ζωή του, από τότε δηλαδή έσφαξε τον εαυτό του, από την ώρα που μοίραζε στους μαθητές του το σώμα. Διότι κανείς δεν τρώει κάτι, εάν δεν είναι προηγουμένως σφαγμένο. Μέτρησε λοιπόν· Το απόγευμα έδινε το σώμα του· η νύχτα εκείνη και η ημέρα της Παρασκευής μέχρι την έκτη ώρα (12 μ.), να το ένα ημερονύχτιο» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας στο Ματθ. κη 8).

(Π.Ν. Τρεμπέλα Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, εκδ. Σωτήρ, σελ. 244, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας)

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο τρελο-Γιάννης».

Ονομάζομαι Γιώργος… Γεννήθηκα σε ένα χωριό της Μεσσηνίας αλλά από την εφηβική σχεδόν ηλικία ήρθα στην Αθήνα για να δουλέψω. Με το ζόρι τελείωσα την Γ’ τάξη Γυμνασίου.

Δεν τα αγαπούσα και πολύ τα γράμματα. Ένας θείος μου είχε κατάστημα στην κεντρική Λαχαναγορά στο Ρέντη και με πήρε στη δούλεψή του. Έπιανα δουλειά τα χαράματα και σχολούσα πριν το μεσημέρι. Είχαμε είδη μαναβικής.

Η καθημερινή ασχολία μου, εκτός της εργασίας, όμως, ήταν η ομάδα του Ολυμπιακού και οι γυναίκες.

Με την ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού είχα αναπτύξει μία ψυχική σύνδεση που επηρέαζε σχεδόν όλη τη ζωή μου. Η πορεία της ομάδας κατά κάποιο περίεργο τρόπο έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στην καθημερινότητά μου. Χαιρόμουν και γλεντούσα με τις νίκες. Έπινα, χόρευα, φώναζα. Ένιωθα ευτυχής. Απογοητευόμουν και απελπιζόμουν με τις ήττες και τα έσπαγα. Τσακωνόμουν, απομονωνόμουν απ’ όλους. Και με το ζόρι πήγαινα ακόμη και στη δουλειά. Η άλλη ασχολία μου ήταν οι γυναίκες. Όλα σχεδόν τα χρήματα τα σπαταλούσα ως έφηβος σε επισκέψεις σε οίκους ανοχής και σε μπαρ με γυναίκες. Ο κοινωνικός περίγυρος των φίλων μου με είχε κάνει να βλέπω κάθε γυναίκα ως κινούμενο δοχείο ηδονής. Τη θεωρούσα αδύναμη και υποβαθμισμένη και δεν σας κρύβω πως πολλές φορές βιαιοπραγούσα πάνω της. Επίκεντρο στις σχέσεις που δημιουργούσα ήταν η επίδειξη δύναμης και ανδρικού εγωισμού.

«Αντιπολίτευση» η Εκκλησία

Όπως καταλαβαίνετε μ’ όλα αυτά ήταν φυσικό να βλέπω την Εκκλησία ως «αντιπολίτευση» στην άσωτη ζωή μου. Η όποια σχέση μου με την Εκκλησία οφείλεται στη μάνα μου και στη γυναίκα μου. «Δεν φοβάσαι το Θεό, βρε παιδί μου;» έλεγε η καημένη η μάνα μου, όταν καταλάβαινε πως παραστρατούσα. «Μείνε εσύ, ρε μάνα, μία ζωή με τα παραμύθια των παπάδων. Δεν βλέπεις πως η ζωή πάει μπροστά. Κοίταξε μωρέ να γλεντήσεις και να περνάς καλά και άσε τα περί του Θεού. Τον είδες μωρέ ποτέ το Θεό;» της απαντούσα. Εκείνη κουνούσε το κεφάλι και δεν μιλούσε. Μόνο με σταύρωνε. […]

Αργότερα ο Γιάννης παντρεύτηκε μία πολύ καλή κοπέλα με πνευματική ζωή, την Ελευθερία, αλλά έμεινε αδιόρθωτος και συνέχισε την ίδια άσωτη ζωή. Παρακολουθείστε τη συνέχεια εν συντομία:

[…]

Βέβαια το όλο σκεπτικό περί των γυναικών με εμπόδιζε να της συμπεριφέρομαι ισότιμα. Πολλές φορές ξέφευγα και την απατούσα. Έφθασα στο σημείο να δημιουργήσω ερωτική σχέση με την ξαδέλφη της, η οποία ήταν παντρεμένη! Τα ισοπέδωνα όλα μπροστά στο πάθος και στη νοοτροπία να αντιμετωπίζω κάθε γυναίκα ως δοχείο ηδονής. Αυτή ακριβώς την περίοδο άρχισαν και τα οικονομικά προβλήματα στο σπίτι, μιας και η ξαδέλφη ζητούσε συνεχώς χρήματα προκειμένου να δικαιολογείται στον άνδρα της ότι δήθεν εργάζεται ως πλασιέ! Με μαθητική ακρίβεια καταστρέφονταν δυο οικογένειες. Δεν σας κρύβω πως πέραν των κινδύνων της αποκάλυψης ένιωθα διαρκώς να με σφίγγει μία θηλιά στο λαιμό. Ήμουν για πρώτη φορά στη ζωή μου σε αδιέξοδο.

Και δεν έφθαναν όλα αυτά ήρθε και η αρρώστια της κόρης μου, η οποία εντελώς ξαφνικά παρουσίασε φύσημα στην καρδιά. Οι γιατροί στο Ωνάσειο (νοσοκομείο) μας έλεγαν πως δεν θα αποφύγει το χειρουργείο. Η γυναίκα μου όμως, είχε την ελπίδα της στον Χριστό και την Παναγία και προσευχόταν να μην μπει η Θεοδωρίτσα μας σ’ αυτή την περιπέτεια. Τελικά έγινε καλά προς έκπληξη όλων ακόμη και των γιατρών! Η Ουρανία μιλούσε για θαύμα αλλά εγώ απέδιδα τη θεραπεία της στα φάρμακα που της έδωσαν… Τόσο μυαλό είχα τότε!

Έβλεπα την καλοσύνη της Ουρανίας και έφτυνα τον ίδιο μου τον εαυτό. Προσπαθούσα απεγνωσμένα να βρω ελαττώματα στη γυναίκα μου για να δικαιολογήσω τις παράνομες πράξεις μου. Την άφηνα χωρίς λεφτά, λέγοντας πως δεν πάει η δουλειά καλά. Ξεσπούσα στα παιδιά χωρίς να φταίνε σε τίποτε. Και εκείνη η κακομοίρα έλεγε. «Δεν πειράζει Γιώργο, ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει. Θα δώσει ο Θεός! Εσύ να είσαι καλά».

Και ο Θεός πράγματι έδωσε αυτό το ευλογημένο δρομολόγιο στη γειτονιά του αγγέλου Ιωάννη. Γιατί για μένα ο μακαρίτης ήταν ο φύλακας άγγελος που με τράβηξε μέσα από το βούρκο της ακολασίας. Μόνο τρελός δεν ήταν. Τετρακόσια τα είχε γιατί έβλεπε με άλλα μάτια. Η μόνη τρέλα του ήταν η αγάπη του προς τον Χριστό. […]

—Γιώργο από σήμερα φόρεσες για καλά τη φανέλα –όχι του Ολυμπιακού- αλλά του ουρανού. Το αν θα γίνεις καλός παίχτης και βάζεις γκολ εξαρτάται αποκλειστικά από σένα. Να πάρε αυτό το χαρτί. Περιγράφει τις μπάλες του ουρανού. Κοίταξε να παίζεις μ’ αυτές καλά και να γεμίσεις τα δίκτυα με πολλά γκολ. Το χαρτί έγραφε τις δέκα εντολές. Να ξέρεις ακόμη ότι τα πόδια σου γίνονται δυνατά και άτρωτα με την ταπείνωση και τη θυσία. Και την ταπείνωση και τη θυσία θα τη μάθεις από τον γέροντα προπονητή στη θεία εξομολόγηση και στη θεία Κοινωνία. Πιστεύω πως θα γίνεις πολύ δυνατός σέντερ-φορ!… […]

Από τότε ανέπτυξα μια πολύ καλή σχέση με τον μακαρίτη. Γνώρισε την Ουρανία και τα παιδιά. Τον είχα ρωτήσει μάλιστα πώς γνώριζε όλα αυτά που μου αποκάλυψε. Και εκείνος εντελώς φυσιολογικά απάντησε. —Να, είδα το φύλακα άγγελό σου, που στεκόταν απόμερα και έκλαιγε και τον ρώτησα, γιατί κλαίει… Τώρα όμως είναι πολύ χαρούμενος!

Πήγαινε συχνά ο διάβολος στη σπηλιά κάποιου Ερημίτη, για να τον τρομοκρατήσει και να τον κάνει να φύγει από εκεί.

Εκείνος όμως όχι μόνο δεν δείλιαζε, αλλά περιφρονούσε το πονηρό πνεύμα.

Τότε ο διάβολος, για να τον παραπλανήσει, του παρουσιάστηκε με τη μορφή του Χριστού.
- Είμαι ο Χριστός, του είπε.
Ο Ερημίτης έκλεισε τα μάτια του.
- Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; του φώναξε ο διάβολος ερεθισμένος. Σου είπα πως είμαι ο Χριστός.
- Εγώ δεν θέλω να δω τον Χριστό σε αυτόν τον κόσμο,
αποκρίθηκε ο Ερημίτης, κρατώντας ακόμη τα μάτια του κλειστά.
Με τη θαρρετή απάντηση του ανθρώπου του Θεού ο διάβολος εξαφανίστηκε και δεν τόλμησε πια να τον πειράξει.
(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 399)


Σημείωση: οι παραλλαγές αναφέρονται στις λέξεις με bold.
20,1 Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων (άλλη γραφή[παραλλαγή] επόμενης ή προηγ. λέξης-λέξεων σε άλλα χειρογραφα,(στο εξής:α.γ.) Μαριαμ) Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον (προσθήκη λέξης-λέξεων στο σημειο αυτό σε κάποια χειρόγραφα,στο εξής προσθ. από της θυρας) ἐκ τοῦ μνημείου.
2 τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς (προσθ. τον) Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς καὶ λέγει αὐτοῖς• ἦραν τὸν κύριον ἐκ τοῦ μνημείου καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.
3 Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον.
4 ἔτρεχον δὲ (α.γ.και ετρεχον) οἱ δύο ὁμοῦ• (παραλείπεται η επόμενη ή προηγ. λέξη-λέξεις σε κάποια χειρόγραφα,στο εξης:παραλ.) καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμεν τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθεν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον,
5 καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια (α.γ.τα οθονια κείμενα (+ μονα στο χειρ. Ψ), οὐ μέντοι (προσθ. γε) εἰσῆλθεν.
6 ἔρχεται οὖν (παραλ.)καὶ Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα,
7 καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπι τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον.
8 τότε οὖν εἰσῆλθεν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον καὶ εἶδεν καὶ ἐπίστευσεν•
9 οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν γραφὴν ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι.
10 ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς (α.γ. εαυτους) αὐτοὺς οἱ μαθηταί.
11 (α.γ. Μαριαμ) Μαρία δὲ εἱστήκει (α.γ. εν) πρὸς τῷ μνημείῳ ἔξω κλαίουσα (α.γ.(1) κλαιουσα, α.γ.(2) κλαιουσα εξω). ὡς οὖν ἔκλαιεν, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον
12 καὶ θεωρεῖ (παραλ.)δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους (α.γ. καθεζομενους εν λευκοις), ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
13 (παραλ.) καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι• γύναι, τί κλαίεις; (προσθ.(1) τινα ζητεις; προσθ.(2) και) λέγει αὐτοῖς ὅτι ἦραν τὸν κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.
14 (α.γ.(1) και ταυτα, α.γ.(2) ταυτα δε) Ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν.
15 λέγει αὐτῇ (προσθ. ο) Ἰησοῦς• γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστιν λέγει αὐτῷ• κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ.
16 λέγει αὐτῇ (προσθ. ο) Ἰησοῦς• (α.γ. Μαρια) Μαριάμ. στραφεῖσα (προσθ. δε) ἐκείνη λέγει αὐτῷ Ἑβραϊστί• (α.γ. ραββωνι) ραββουνι, ὃ λέγεται (προσθ. κυριε) διδάσκαλε (προσθ. και προσεδραμεν αψασθαι (αψεσθαι στο f13) αυτου).
17 λέγει αὐτῇ (προσθ. ο) Ἰησοῦς• μή μου ἅπτου (α.γ. μη απτου μου), οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα (προσθ. μου)• πορεύου (α.γ. ουν) δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς (παραλ.) μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς• ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν καὶ θεόν μου καὶ θεὸν ὑμῶν.
18 Ἔρχεται (α.γ. Μαρια) Μαριὰμ ἡ Μαγδαληνὴ (α.γ.(1)απαγγελουσα, α.γ.(2)αναγγελουσα) ἀγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι (α.γ.(1)εωρακεν, α.γ.(2)εωρακαμεν) ἑώρακα τὸν κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ (α.γ. α ειπεν αυτή εμηνυσεν αυτοις).
19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ (α.γ.(1) μια, α.γ.(2) μιας, α.γ.(3)τη μια των) σαββάτων καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ (προσθ.(1) συνηγμενοι, προσθ.(2) αυτου συνηγμενοι) διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν (παραλ.) Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ λέγει αὐτοῖς• εἰρήνη ὑμῖν.
20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν (προσθ.(1) και, προσθ.(2) αυτοις) τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν (α.γ. αυτου) αὐτοῖς. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν κύριον.
21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς (παραλ.)[ὁ Ἰησοῦς] πάλιν• εἰρήνη ὑμῖν• καθὼς ἀπέσταλκέν με ὁ πατήρ, κἀγὼ (α.γ.(1) πεμψω, α.γ.(2) αποστελλω) πέμπω ὑμᾶς.
22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησεν καὶ λέγει αὐτοῖς• λάβετε πνεῦμα ἅγιον•
23 ἄν (α.γ. τινος) τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας (α.γ.(1)αφιενται, α.γ.(2) αφιονται, α.γ.(3) αφεθησεται) ἀφέωνται αὐτοῖς, ἄν (α.γ. τινος) τινων κρατῆτε κεκράτηνται.
24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν (προσθ. ο) Ἰησοῦς.
25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί• ἑωράκαμεν τὸν κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς• ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον (α.γ.(1) τον τοπον, α.γ.(2) τους τυπους) τῶν ἥλων καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου (α.γ. μου τον δακτυλον) εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων (α.γ (1) τον τοπον των ηλων, α.γ.(2) την χειραν αυτου) καὶ βάλω μου τὴν χεῖρα (α.γ.(1) την χειρα μου, α.γ.(2) την χειρα, α.γ.(3) μου τας χειρας) εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω.
26 Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν• εἰρήνη ὑμῖν.
27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ• φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ (α.γ. ισθι) γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός.
28 (προσθ. και) ἀπεκρίθη (προσθ. ο) Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ• ὁ κύριός μου καὶ ὁ θεός μου.
29 (α.γ. ειπεν (λεγει ο א2) δε) λέγει αὐτῷ (παραλ.) Ἰησοῦς• ὅτι ἑώρακάς με πεπίστευκας; μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες (προσθ. με) καὶ πιστεύσαντες.
30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν (παραλ.)[αὐτοῦ], ἃ οὐκ ἔστιν γεγραμμένα ἐν (παραλ.) τῷ βιβλίῳ τούτῳ•
31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα (α.γ. πιστευητε) πιστεύ[σ]ητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ χριστὸς ὁ υἱὸς (5 λεξεις που αλλαζει η σειρα τους, οι παραλλαγες των αριθμών δείχνουν τις παραλλαγες στη σειρα των λέξεων, στο εξης μονο οι αριθμοι, 3 5 1, 2 3 1 4 5, 1 4 5)  τοῦ θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν (προσθ. αιωνιον) ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

21,1 Μετὰ ταῦτα ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν πάλιν ὁ Ἰησοῦς (1-3 5, 3 1 2, 1 3 2 4 5, 1 2 4 5 3, 1 2 4 5) τοῖς μαθηταῖς (προσθ.(1) αυτου, προσθ.(2) αυτου εγερθεις εκ νεκρων) ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος• ἐφανέρωσεν δὲ οὕτως.
2 Ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου (α.γ.(1) υιοι Ζεβεδαιου, α.γ.(2) του Ζεβεδαιου υιοι) καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο.
3 λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος• ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ• ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. (α.γ.(1) και εξηλθον (ηλθον στο χειρ. Ρ), α.γ.(2) εξηλθον ουν) ἐξῆλθον καὶ ἐνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον (προσθ. ευθυς), καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.
4 Πρωΐας δὲ ἤδη (α.γ. γινομενης) γενομένης ἔστη (προσθ. ο) Ἰησοῦς (α.γ. επι) εἰς τὸν αἰγιαλόν, οὐ μέντοι (α.γ. εγνωσαν) ᾔδεισαν οἱ μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν (παραλ.).
5 λέγει οὖν αὐτοῖς [ὁ] Ἰησοῦς (α.γ. Ιησους)• παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ• οὔ.
6 ὁ δὲ εἶπεν (α.γ. λεγει) αὐτοῖς• βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε.(προσθ. οι δε ειπον· δι ολης νυκτος εκοπιασαμεν (κοπιασαντες στο Ψ) και ουδεν ελαβομεν· επι δε τω σω ρηματι (ονοματι στο P66vid, sa) βαλουμενἔβαλον οὖν (α.γ.(1) εβαλον ουν αυτό, α.γ.(2) οι δε εβαλον), καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι (α.γ. ισχυσαν) ἴσχυον ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων.
7 λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ• ὁ κύριός ἐστιν (προσθ. ημων). Σίμων οὖν Πέτρος ἀκούσας ὅτι ὁ κύριός ἐστιν τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο, ἦν γὰρ γυμνός, καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν,
8 οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον, οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς ἀλλ’ ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων.
9 Ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ἄρτον.
10 λέγει αὐτοῖς (παραλ.) ὁ Ἰησοῦς• ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν.
11 ἀνέβη (παραλ.) οὖν Σίμων Πέτρος καὶ εἵλκυσεν τὸ δίκτυον εἰς τὴν γῆν (α.γ.(1) επι την γην, α.γ.(2) επι της γης) μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν• καὶ τοσούτων ὄντων οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον.
12 Λέγει αὐτοῖς (παραλ.)Ἰησοῦς• δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς (παραλ.) δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν• σὺ τίς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ κύριός ἐστιν.
13 ἔρχεται (προσθ.(1) ο, προσθ.(2) ουν ο) Ἰησοῦς καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον καὶ δίδωσιν (α.γ. ευχαριστησας εδωκεν) αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως.
14 τοῦτο (προσθ. δε)  ἤδη τρίτον ἐφανερώθη (α.γ. ο) Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς (προσθ. αυτου) ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.
15 Ὅτε οὖν ἠρίστησαν λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς• Σίμων (α.γ. Ιωνα) Ἰωάννου, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ• ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ• βόσκε τὰ (α.γ. προβατα) ἀρνία μου.
16 (α.γ. παλιν λεγει αυτω) λέγει αὐτῷ πάλιν (α.γ.(1)το δευτερον, α.γ.(2) δευτερον ο κυριος) δεύτερον• Σίμων (α.γ. Ιωνα)Ἰωάννου, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ• ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ• ποίμαινε τὰ (α.γ. προβάτια) πρόβατά μου.
17 λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον• Σίμων (α.γ. Ιωνα) Ἰωάννου, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον• φιλεῖς με; καὶ (α.γ. ειπεν) λέγει αὐτῷ• κύριε, πάντα σὺ οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ [ὁ Ἰησοῦς](α.γ. Ιησους)• βόσκε τὰ (α.γ.(1) προβατια, α.γ.(2) αρνια) πρόβατά μου.
18 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες• ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει (α.γ.(1) άλλος ζωσει σε, α.γ.(2) αλλοι σε ζωσουσιν, α.γ.(3) αλλοι ζωσουσιν (ζωσωσιν στο C2) σε) καὶ οἴσει ὅπου (α.γ.(1) αποισουσιν (απαγουσιν στο D) σε οπου, α.γ.(2) οισουσιν οπου, α.γ.(3) ποιησουσιν σοι οσα, α.γ.(4) οισει σε οπου, α.γ.(5) εισι οπου συ, α.γ.(6) αποισει οπου)  οὐ θέλεις.
19 τοῦτο δὲ εἶπεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ• ἀκολούθει μοι.
20 Ἐπιστραφεὶς (προσθ. δε) ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς (παραλ.) ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπεν• κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε;
21 τοῦτον (παραλ.) οὖν ἰδὼν ὁ Πέτρος (α.γ. ειπεν) λέγει τῷ Ἰησοῦ• κύριε, οὗτος δὲ τί;
22 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς• ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν (προσθ. ουτως) ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σύ μοι ἀκολούθει (α.γ. ακολουθει μοι).
23 ἐξῆλθεν οὖν οὗτος ὁ λόγος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς (προσθ. και εδοξαν) ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνῄσκει• οὐκ εἶπεν δὲ (α.γ. και ουκ ειπεν) αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνῄσκει (α.γ. ουκ αποθνησκεις) ἀλλ’• ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι [,τί πρὸς σέ](α.γ. προς σε
24 Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ (προσθ. και) μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ ὁ (α.γ.(1) ο και, α.γ.(2) και) γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς αὐτοῦ ἡ μαρτυρία ἐστίν (4 2 3 1, 4 1-3, 1 4 2 3).
25 (παραλ. ολος ο στιχος στο  א*) Ἔστιν δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ (α.γ. οσα) ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδ’ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον (α.γ. χωρησειν) χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία.(προσθ. αμην)(προσθ. η περικοπή Ιωάννου 7,53-8,11 στο l 1582)
Υπόμνημα: Τα χειρόγραφα που συναντιούνται οι παραλλαγές (για συντομία περιοριζόμαστε μόνο σε 5 τουλαχιστον κάθε φορά)
αριθμοί=χειρόγραφα μικρογράμματα, 565=(9ος αιων),  א =Σιναϊτικός κωδικας(4ος αιων), Α=Αλεξανδρινός(5ος αιών), Β=Βατικανός(μέσα 4ος αιών), C=Εφραιμ Σύρου(5ος αιών), D=Κώδικας Βέζα(5ος αιών), P=(6ος αιων), L=Κώδιξ Regious(8ος αιών), W=Washington(4ος αιων), Γ=(10ος αιων), Δ=(9ος αιων), Θ=Κώδιξ Koridethi (8ος αιων), Κ=Κώδιξ Κύπριος(9ος αιών), Ψ=Κωδιξ Athous Laurae(8ος αιων),  a=ευαγγέλιο(4ος αιων), arm= αρμενική μετάφραση, aur=ευαγγλιο(7ος αιων), bo=Βοχαϊρική μετάφραση, pbo=πρωτοβοχαϊρική,  c=ευαγγέλιο(12ος ), co=κοπτική μεταφραση, e=ευαγγελιο(5ος), f… με αριθμο=οικογένια χειρογραφων, ff1=ευαγγελιο(8ος αιων), ff2=ευαγγελιο(5ος αιων), GrNy=Γρηγοριος Νυσσης,  h=ευαγγέλιο(5ος αιων), Ir=Ειρηναιος Λυων, it=ιτάλα αρχαία λατινικά χειρ.,  k=ευαγγελιο(4ος -5ος αιων), l=lectionaria (Εκλογάδια,Ευαγγέλια κλπ), lat=λατινικη μεταφραση,  Mcion=Μαρκίων, n=ευαγγέλιο(5ος αιων), Or=Ωριγενης, P5=(3ος αιων), P66= (175-200 μ.Χ.), P75=Πάπυρος(τελη 2ου αρχες 3ου), P109=(3ος),  P122=(4ος /5ος), q=ευαγγελιο(6ος /7ος αιων), r=ευαγγέλιο(7ος αιων) sa=σαχιδικη μετάφραση, sy=συριακή μετάφραση, vg=Βουλγάτα,

20.1 α.γ Μαριαμ א Α L W 1. (33), προσθ. από της θυρας א W (f1 565). 579. d f
2 προσθ. τον א 209
3/4 α.γ. και ετρεχον א*,  παραλ. א*
5 α.γ. τα οθονια κειμενα (+ μονα Ψ) א Α Ν Ψ 0299 f1προσθ. γε L Ψ 0299. 1. 33. 565
6 παραλ. A Ds K N Γ Δ Θ,  γραφή κειμένου παρούσας έκδοσης Nestle-Aland 28,στο εξής txt P66 Σιναϊτικός2 Β L W Ψ 0299,
10 α.γ. εαυτους Σιναϊτικός2 Α Ds K N W,  txt א* B L
11 α.γ. Μαριαμ P66c א Ψ 050 f1 33 565,  α.γ. εν א,  α.γ. κλαιουσα א* Α it sys.p, α.γ. κλαιουσα εξω Ds K Γ Θ Ψ , txt Σιναϊτικός2 B L N W Δ
12 παραλ. א* e, α.γ. καθεζομενους εν λευκοις א pbo bo,
13 παραλ. א lat sysπροσθ. τινα ζητεις; A* D 579. 1424 sys,  α.γ. και Β
14 α.γ. και ταυτα Κ Γ Δ f13 700. 892s,  α.γ. ταυτα δε L,  txt א A B D N W Θ Ψ
15 προσθ. ο A D K N Γ Δ Θ Ψ,  txt P66 א B L W
16 προσθ. ο א Α Κ Ν W Γ Δ Ψ,  txt B D L Θ 050,  α.γ. Μαρια A D K Γ Δ Θ Ψ,  txt א B L N W 050, προσθ. δε א D N Θ it co,  α.γ. ραββωνι D Θ latt pbo,  προσθ. κύριε D (it), προσθ. και προσεδραμεν αψασθαι (αψεσθαι f13) αυτου Σιναϊτικός2a Θ Ψ f13 vgmss sy(s).h,
17 προσθ. ο א Α K N W Γ Δ Θ,  txt B D L Ψ,  α.γ. μη απτου μου Β,  προσθ. μου P66 A K L N Γ Δ Θ Ψ,  txt א B D W b e; Irlat,  α.γ. ουν Σιναϊτικός2a D L 050,  παραλ. א* D W e bomss; Irlat
18 α.γ. Μαρια A D K N W,  txt P66 א B L 1. 33. 565,  α.γ. απαγγελουσα P66c Σιναϊτικός2 D K L N , α.γ. αναγγελλουσα W Δ Ψ 33,  txt P66* א* A B 078 a d e,  α.γ. εωρακεν A D K L Γ Δ Θ Ψ,  α.γ. εωρακαμεν 33,  txt P66 א B N W 892s a aur vg,  α.γ. α ειπεν αυτή… D (c e sys)
19 α.γ. μια א*,  α.γ. μιας W,  α.γ. τη μια των D K N Γ Δ Θ Ψ,  txt Σιναϊτικός2 A B L 078. 33, προσθ. συνηγμενοι Σιναϊτικός1 K N Γ Θ f1.13,  α.γ. αυτου συνηγμενοι L Δ Ψ 33 f sa,  txt א* A B D W 078,  παραλ. D 078
20 προσθ. και Α Β,  α.γ. αυτοις Κ L Ν Γ Δ Θ Ψ,  txt א D W 078 q,  α.γ. αυτου P66vid K L Γ Δ Θ Ψ,  txt א A B D W 078 q
21 παραλ. א D L W Ψ 050, txt A B K N Γ Δ Θ,  α.γ. πεμψω א* f13 c bomss,  α.γ. αποστελλω Σιναϊτικός2a D* L 050. 33,  txt Σιναϊτικός2b A B D1 K N W
23 2 φορές το: τινος B a e f r1,  α.γ. αφιενται Β2 Κ Ν W Γ Δ Θ 078,  α.γ. αφιονται Β* Ψ,  α.γ. αφεθησεται א* q sa ly pbo,  txt Σιναϊτικός2 A D (L) 050 f1.13 565
24 προσθ. ο A K L W Γ Δ Θ Ψ,  txt P5 א B D
25 α.γ. τον τοπον N f q sys.(p),  α.γ. τους τυπους P66vid 565 sa ly,  α.γ. μου τον δακτυλον א D L W 33,  α.γ. τον τοπον των ηλων Α Θ 078 lat sy(s).h,  α.γ.την χειραν αυτου א*,  txt Σιναϊτικός2 B D K L N W,  α.γ. την χειρα μου Α Κ Ν Γ Δ Θ Ψ,  α.γ. την χειρα f1, α.γ. μου τας χειρας D bomsstxt א B L W
27 α.γ. ισθι D
28 προσθ. και A C3 K N Γ Δ,  txt א B C* D L W,  προσθ. ο א L
29 α.γ. ειπεν (λεγει Σιναϊτικός2) δε  א W f13 samssπαραλ. P66 B,  προσθ. με א* f13 209 vgms sy
30  παραλ. Α Β Κ Δ l 844.,  txt P66 C D L N W, παραλ. τω P66
31 α.γ. πιστευητε P66vid א* B Θ 892,  txt Σιναϊτικός2 A C D K L N W,  α.γ. 3 5 1 D (e), 2 3 1 4 5 W b (c) f,  α.γ.1 4 5 Irlatπροσθ. αιωνιον א C(*).1 D L Ψ
21.1 α.γ. 1-3 5 B C,  α.γ. 3 1 2 D,  1 3 2 4 5 Σιναϊτικος, 1 2 4 5 3 W Ψ, 1 2 4 5 1424 samss pbo bomstxt A K L N Γ Δ Θ,  προσθ. αυτου C3 D Ψ 700. l 844.,  α.γ. αυτου εγερθεις εκ νεκρων Γ f13 1241. 1424
2 α.γ. υιοι Ζεβεδαιου א D sa? Bo?,  α.γ. του Ζεβεδαιου υιοι C Θ 700. l 844 sa?
3 α.γ. και εξηλθον (ηλθον Ρ) Α Ρ Ψ l 2211 lat sy bo,  α.γ. εξηλθον ουν א L N Θ 33, 209.,  txt B C D K W,  προσθ. ευθυς A C3 K P Γ 700.,  txt א B C* D L N
4 α.γ. γινομενης A B C L,  txt א D K N P W,  προσθ. ο K L N Γ Δ Θ,  txt א A B C D P W,  παραλ. W,   α.γ. επι א A D L Θ,   txt B C K N P,  α.γ. εγνωσαν P66 א L Ψ 33,
5  α.γ. Ιησους א Β,  txt Ac C D K L N P
6 α.γ. λεγει Σιναϊτικός*.2b W l 844 it vgcl προσθ. (L 5,5) οι δε ειπον· δι ολης (+της Σιναϊτικός1) νυκτος εκοπιασαμεν (κοπιασαντες Ψ) και (-Ψ) ουδεν ελαβομεν· επι δε τω σω ρηματι (ονοματι P66vid sa) βαλουμεν P66 Σιναϊτικός1 Ψ vgmss sa,  α.γ. εβαλον ουν αυτό Θ,  α.γ. οι δε εβαλον א* D W pbo bo,  α.γ. ισχυσαν A K P (W) Γ Δ,  txt א B C D L N
7 προσθ. ημων D
10 παραλ. Β
11 παραλ. A D K Ρ Γ Δ,  txt א B C L N W,  α.γ. επι την γην D f1.13 565 1424,  α.γ. επι της γης Κ Γ 700. 892. Μ(majority text),  txt P122vid א A B C L N P
12  παραλ. Β,  παραλ. δε B C sa bo,  txt א A D K L N W
13 προσθ. ο א C L Ψ 1. 33.,  α.γ. ουν ο Α Κ Ν Γ Δ Θ,  txt P122 Β D W
13 α.γ. ευχαριστησας εδωκεν D f r1 vgmss  (sys)
14 προσθ. δε א L N Θ 33. 700,  α.γ. ο Ιησους א Α Κ (L) N Γ Δ Θ, txt B C D (insert P122),  προσθ. αυτου D K Γ Δ Ψ,  txt א A B C L N W
15 α.γ. Ιωνα A C2 K N Γ Δ,  txt Σιναϊτικός1 B C* D L W,  α.γ. προβατα C* D it
16 α.γ. παλιν (-D) λεγει αυτω א C D W Θ b f,  α.γ. το δευτερον Σιναϊτικός1 1. 565,  α.γ. δευτερον ο κυριος D,  α.γ. Ιωνα A C2 K N Γ Δ Θ Ψ,   txt א B C* D W,  α.γ. προβατια B C 565 b,  txt א A D K N W
17 α.γ. Ιωνα A C2 K N Γ,  txt P59vid א B C* D W,  α.γ. ειπεν B C K Γ Δ,  txt א A D N W ,  α.γ. Ιησους B C,  txt A K N Γ Δ Θ,  α.γ. προβατια A B C 565,  α.γ. αρνια 33, txt א D K N W
18 α.γ. άλλος ζωσει σε B C*vid,  α.γ. αλλοι σε ζωσουσιν P59vid D W 1. 33,  α.γ. αλλοι ζωσουσιν (ζωσωσιν C2) σε א C2 txt A K N Γ Δ Θ Ψ,  α.γ. αποισουσιν (απαγουσιν D) σε (-1) όπου Σιναϊτικός1 D W 1. 33. 565,  α.γ. οισουσιν οπου C2,  α.γ. ποιησουσιν σοι οσα א*,  α.γ. οισει σε οπου Α,  α.γ. εισι οπου συ Θ,  α.γ. αποισει οπου 892stxt B C*vid K N Γ Δ Ψ
20 προσθ. δε P59vid א D K N,  txt P109vid A B C W 33,  παραλ. א* W ff2 pbo bopt
21 παραλ Α Κ W Γ Δ Θ,  txt א B C D 33,  α.γ. ειπεν א W f r vgcl
22 προσθ. ουτως D,  α.γ. ακολουθει μοι C2 Κ Γ Δ Θ Ψ,  txt P122vid א A B C* D W
23 προσθ. και εδοξαν D,  α.γ. και ουκ ειπεν A D Κ Γ Δ Θ Ψ,  txt P59.122vid א B C W 33 (c ),  α.γ. ουκ αποθνησκεις D e r,  α.γ. προς σε D,  txt  Σιναϊτικός1 A B C* K W
24 προσθ. και B C W; Or,  α.γ. ο και Σιναϊτικός1 Θ f13 33. l 2211 c syh,  α.γ. και א* Α C K W,  txt B D,  α.γ. 4 2 3 1 א Α C3 K Γ Δ Θ,  α.γ. 4 1-3 D l 2211,  α.γ. 1 4 2 3  33,  txt B C* W
25 παραλ. א*,  α.γ. οσα A C3 D K W,  txt Σιναϊτικός1 B C* Ψ 33,  α.γ. χωρησειν Σιναϊτικός1 Β C*,  txt A C2 D K W,  προσθ. αμην C2 K Γ Δ Θ Ψ,  txt א A B C*.3 D W 1.  προσθ. η περικοπη 7,52-8,11 add. 1. 1582       
(Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Deutsche Bibelgesellschaft, 28η Revised Edition,2012, σελ. 371-377)


Σημείωση: οι παραλλαγές αναφέρονται στις λέξεις με bold.
24,1 Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ (άλλη γραφή[παραλλαγή] επόμενης ή προηγ. λέξης-λέξεων σε άλλα χειρογραφα,(στο εξής:α.γ.) μνημειον) μνῆμα ἦλθον φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν (παραλείπεται η επόμενη ή προηγ. λέξη-λέξεις σε κάποια χειρόγραφα,στο εξης:παραλ.) ἀρώματα (προσθήκη λέξης-λέξεων στο σημειο αυτό σε κάποια χειρόγραφα,στο εξής προσθ.(1) και τινες συν αυταις, προσθ.(2) και τινες συν αυταις. ελογιζοντο δε εν εαυταις· τις αρα αποκυλισει (+ημιν στο χειρογραφο,στο εξης χειρ. 070) τον λιθον).
2 εὗρον δὲ (α.γ. ελθουσαι δε ευρον) τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου,
3 εἰσελθοῦσαι δὲ οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ κυρίου Ἰησοῦ (α.γ. του Ιησου).
4 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ (α.γ.(1) διαπορεισθαι, α.γ.(2) διαπορειν) ἀπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου καὶ (α.γ. αυτου) ἰδοὺ ἄνδρες δύο ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθῆτι ἀστραπτούσῃ (α.γ. εσθησεσιν αστραπτουσαις (λευκαις στο χειρ. L)).
5 ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπα (α.γ.(1) το προσωπον, α.γ.(2) τα προσωπα αυτων) εἰς τὴν γῆν εἶπαν πρὸς αὐτάς• τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;
6 οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ’ ἠγέρθη (α.γ.(1) ηγερθη εκ νεκρων, α.γ.(2) ουκ εστιν ωδε· ηγερθη, α.γ.(3) ηγερθη). μνήσθητε (α.γ. οσα) ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ
7 λέγων τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ὅτι δεῖ παραδοθῆναι (7 λεξεις που αλλαζει η σειρα τους, οι παραλλαγες των αριθμών δείχνουν τις παραλλαγες στη σειρα των λέξεων, στο εξης μονο οι αριθμοι, 5 6 1-4 7, 5-7 1-4)  εἰς χεῖρας ἀνθρώπων (παραλ.) ἁμαρτωλῶν καὶ σταυρωθῆναι καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι.
8 καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ.
9 Καὶ ὑποστρέψασαι (παραλ.) ἀπὸ τοῦ μνημείου ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα (α.γ. παντα ταυτα) τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσιν τοῖς λοιποῖς.
10 (παραλ.) ἦσαν δὲΜαγδαληνὴ Μαρία (α.γ. Μαρια η Μαγδαληνη) καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία ἡ Ἰακώβου καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς. (προσθ. αι) ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα,
11 καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα (α.γ. αυτων) ταῦτα, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς.
12 (παραλ. όλος ο στίχος) Ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια (προσθ. κειμενα) (παραλ.) μόνα, καὶ ἀπῆλθεν πρὸς (α.γ. αυτόν) ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός.
13 Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ ἦσαν πορευόμενοι (α.γ.(1) ησαν δε δυο πορευομενοι εξ αυτων εν αυτή τη ημερα, α.γ.(2) και ιδου δυο εξ αυτων ησαν πορευομενοι εν αυτή τη ημερα (ωρα στα χειρ. Α  579)) εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους (προσθ. εκατον) ἑξήκοντα ἀπὸ Ἰερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαοῦς (α.γ. ονοματι Ουλαμμαους) ,
14 καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων.
15 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς (α.γ.(1) αυτους, α.γ.(2) και ο, α.γ.(3) και αυτος ο) Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς,
16 οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν.
17 εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς (α.γ.(1) 1 3 4, α.γ.(2) ο δε ειπεν)• τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες; καὶ ἐστάθησαν (α.γ.(1) και εστε, α.γ.(2) και εστησαν) σκυθρωποί.
18 ἀποκριθεὶς δὲ (α.γ.(1) ο εις, α.γ.(2) εις εξ αυτων) εἷς (α.γ. ω ονομα) ὀνόματι Κλεοπᾶς εἶπεν πρὸς αὐτόν• σὺ μόνος παροικεῖς Ἰερουσαλὴμ καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις;
19 καὶ εἶπεν αὐτοῖς (α.γ. ο δε ειπεν αυτω)• ποῖα; (παραλ.) οἱ δὲ εἶπαν αὐτῷ• τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ (α.γ. Ναζωραιου) Ναζαρηνοῦ, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ (α.γ. λογω και εργω) ἐναντίον τοῦ θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ,
20 ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν (α.γ. ως τουτον παρεδωκαν) οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρίμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν.
21 ἡμεῖς δὲ (α.γ.(1) ηλπικαμεν, α.γ.(2) ελπιζομεν) ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός (α.γ. ην) ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ• ἀλλά γε καὶ σὺν πᾶσιν τούτοις τρίτην (παραλ.) ταύτην ἡμέραν ἄγει (προσθ. σημερον) ἀφ’ οὗ ταῦτα ἐγένετο.
22 ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν (παραλ.) ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὀρθριναὶ ἐπὶ τὸ μνημεῖον,
23 καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ ἦλθον λέγουσαι (παραλ.) καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν.
24 καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον καὶ εὗρον οὕτως καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον (α.γ.(1) 1 3-5, α.γ.(2) ως ειπον αι γυναικες), αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον.
25 Καὶ αὐτὸς εἶπεν πρὸς αὐτούς• ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν (παραλ.) ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται (α.γ. ελαλησεν προς υμας)•
26 (α.γ. ότι) οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν (α.γ. βασιλειαν) δόξαν αὐτοῦ;
27 καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν (α.γ.(1) διερμηνευεν, α.γ.(2) διερμηνευειν) διερμήνευσεν (α.γ. ην αρξαμενος από Μωσεως και παντων των προφητων ερμηνευειν) αὐτοῖς (προσθ. τι ην) ἐν (παραλ.) πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ.
28 Καὶ (α.γ.ηγγικαν) ἤγγισαν εἰς (παραλ.) τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς (α.γ. προσεποιειτο) προσεποιήσατο (α.γ. πορρωτερω) πορρώτερον πορεύεσθαι.
29 καὶ παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες• μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶν καὶ κέκλικεν (α.γ. κεκλικεν) (παραλ.) ἤδη ἡ ἡμέρα. καὶ εἰσῆλθεν τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς.
30 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ’ αὐτῶν (παραλ.) λαβὼν (παραλ.) τὸν ἄρτον εὐλόγησεν καὶ (παραλ.) κλάσας (α.γ.(1) εδιδου, α.γ.(2) προσεδιδου) ἐπεδίδου αὐτοῖς,
31 αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ (α.γ. λαβοντων δε αυτων τον αρτον απ αυτου ηνοιγησαν οι οφθαλμοι αυτων) καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν• καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν.
32 καὶ εἶπαν πρὸς ἀλλήλους• οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν (α.γ. κεκαλυμμενη) καιομένη ἦν [ἐν ἡμῖν](παραλ.) ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, (προσθ. και) ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;
33 Καὶ ἀναστάντες (προσθ. λυπουμενοι) αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ εὗρον (α.γ. συνηθροισμενους) ἠθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς,
34 (α.γ. λεγοντες) λέγοντας ὅτι ὄντως ἠγέρθη ὁ κύριος (2-4 1, 2-4) καὶ ὤφθη Σίμωνι.
35 καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ (α.γ. ότι) ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.
36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς (προσθ. ο Ιησους) ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν (παραλ.) καὶ λέγει αὐτοῖς• εἰρήνη ὑμῖν (προσθ.(1): εγω ειμι μη φοβεισθε, προσθ.(2) μη φοβεισθε εγω ειμι)
37 (α.γ.(1) θροηθεντες, α.γ.(2) φοβηθεντες) πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν (α.γ. φαντασμα) πνεῦμα θεωρεῖν.
38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς• τί τεταραγμένοι ἐστὲ καὶ διὰ τί (α.γ.(1) τι, α.γ.(2) ινατι) διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν (α.γ.(1) εν ταις καρδιαις, α.γ.(2) εις τας καρδιας
39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας (παραλ.) μου ὅτι ἐγώ εἰμι αὐτός (α.γ.(1) αυτος εγω ειμι, α.γ.(2) εγω αυτος ειμι, α.γ.(3) εγω ειμι ο αυτος)• ψηλαφήσατέ (παραλ.) με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει (α.γ.(1) και σαρκα και οστεα ουκ εχει, α.γ.(2) σαρκας και οστεα ουκ εχει, α.γ.(3) οστα ουκ εχει και σαρκας, α.γ.(4) 3-5)  καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα.
40 (παραλ. όλος ο στίχος) καὶ τοῦτο εἰπὼν (α.γ. επεδειξεν) ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας.
41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς• ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε;
42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος (προσθ.(1) και από μελισσιου κηριου (κηριων στο l 2211), προσθ.(2) και από μελισσιου κηριον) •
43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν (α.γ.(1) λαβων ενωπιον αυτων εφαγεν και (+λαβων στο l 844) τα επιλοιπα εδωκεν αυτοις, α.γ.(2) φαγων ενωπιον αυτων λαβων τα επιλοιπα εδωκεν αυτοις) .
44 Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς• οὗτοι οἱ λόγοι μου οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν (α.γ. εν ω ημην) σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ (α.γ. εν τοις) τοῖς προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ.
45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς•
46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι οὕτως γέγραπται (προσθ.(1) και ουτως εδει, α.γ.(2) εδει) παθεῖν τὸν χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν (παραλ.) τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ,
47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν (α.γ. και) εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν (α.γ. ως επι) εἰς πάντα τὰ ἔθνη. (α.γ.(1) αρξαμενον,α.γ.(2) αρξαμενων,α.γ.(3) αρξαμενος) ἀρξάμενοι ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ
48 ὑμεῖς μάρτυρες (α.γ.(1) υμεις δε εστε μαρτυρες, α.γ.(2) υμεις μαρτυρες εστε, α.γ.(3) και υμεις δε μαρτυρες) τούτων.
49 καὶ [ἰδοὺ] ἐγὼ (α.γ.(1) και εγω,α.γ.(2) καγω, α.γ.(3) και εγω ιδου) (α.γ.(1)εξαποστελλω, α.γ.(2) εξαποστελω) ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν (παραλ.) τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς• ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει (προσθ. Ιερουσαλημ) ἕως οὗ ἐνδύσησθε ἐξ ὕψους δύναμιν (α.γ. δυναμιν εξ υψους).
50 Ἐξήγαγεν δὲ αὐτοὺς [ἔξω] ἕως (α.γ.(1)εως, α.γ.(2) εξω) (α.γ. εις) πρὸς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς.
51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς (α.γ. απεστη) διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν (παραλ.).
52 Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν (παραλ.) ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς (παραλ.) μεγάλης
53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς (παραλ.) ἐν τῷ ἱερῷ (α.γ.(1)αινουντες, α.γ.(2) αινουντες και ευλογουντες) εὐλογοῦντες τὸν θεόν.(προσθ. αμην)
Υπόμνημα: Τα χειρόγραφα που συναντιούνται οι παραλλαγές (για συντομία περιοριζόμαστε μόνο σε 5 τουλαχιστον κάθε φορά)
αριθμοί=χειρόγραφα μικρογράμματα, 565=(9ος αιων),  א =Σιναϊτικός κωδικας(4ος αιων), Α=Αλεξανδρινός(5ος αιών), Β=Βατικανός(μέσα 4ος αιών), C=Εφραιμ Σύρου(5ος αιών), D=Κώδικας Βέζα(5ος αιών), P=(6ος αιων), L=Κώδιξ Regious(8ος αιών), W=Washington(4ος αιων), Γ=(10ος αιων), Δ=(9ος αιων), Θ=Κώδιξ Koridethi (8ος αιων), Κ=Κώδιξ Κύπριος(9ος αιών), Ψ=Κωδιξ Athous Laurae(8ος αιων),  a=ευαγγέλιο(4ος αιων), arm= αρμενική μετάφραση, aur=ευαγγλιο(7ος αιων), bo=Βοχαϊρική μετάφραση, pbo=πρωτοβοχαϊρική,  c=ευαγγέλιο(12ος ), co=κοπτική μεταφραση, e=ευαγγελιο(5ος), f… με αριθμο=οικογένια χειρογραφων,  ff1=ευαγγελιο(8ος αιων), ff2=ευαγγελιο(5ος αιων), GrNy=Γρηγοριος Νυσσης,  h=ευαγγέλιο(5ος αιων), Ir=Ειρηναιος Λυων, it=ιτάλα αρχαία λατινικά χειρ.,  k=ευαγγελιο(4ος -5ος αιων), l=lectionaria (Εκλογάδια,Ευαγγέλια κλπ), lat=λατινικη μεταφραση,  Mcion=Μαρκίων, n=ευαγγέλιο(5ος αιων), Or=Ωριγενης, P5=(3ος αιων), P66= (175-200 μ.Χ.), P75=Πάπυρος(τελη 2ου αρχες 3ου), P109=(3ος),  P122=(4ος /5ος), q=ευαγγελιο(6ος /7ος αιων), r=ευαγγέλιο(7ος αιων) sa=σαχιδικη μετάφραση, sy=συριακή μετάφραση, vg=Βουλγάτα,

24.1 α.γ. μνημειον P75 א C* Δ; Eus,  παραλ. D it sys.cπροσθ. και τινες συν αυταις A C3 K W Γ Δ, προσθ.(2) και τινες συν αυταις ελογιζοντο… D 070 (c) sa,  γραφή με bold κειμένου txt παρούσας έκδοσης Nestle-Aland 28,στο εξής txt P75 א B C* L 33
2 α.γ. ελθουσαι δε ευρον D 070 c sa
3 α.γ. του Ιησου 579. 1241 sys.c.p bons. α.γ. διαπορειν f1 2542, txt P75 א B C D L 070
4 α.γ. διαπορεισθαι A K W Γ Δ Θ Ψ, α.γ. διαπορειν f1 2542,  txt P75 א B C D L,  α.γ. αυτου D, α.γ. εσθησεσιν αστραπτουσαις (λευκαις L) A C K L W, txt P75 א B D lat sys.c.p
5 α.γ. το (-Δ) πρόσωπον A C3 K W Γ Δ,  α.γ. τα προσωπα αυτων C*, txt P75 א B D L
6 α.γ. ηγερθη εκ νεκρων c,  α.γ. ουκ εστιν ωδε·ηγερθη C* syp; GrNy,  α.γ. ηγερθη Mcion,  α.γ. οσα D c sys.c; McionT,E
7 άλλη σειρα των 7 λεξεων 5 6 1-4 7 Σιναϊτικός2 A C2 D K W, α.γ. 5-7 1-4 579,  txt P75 א* B C*vid L 070, παραλ. D it
9 παραλ. D it,  α.γ.παντα ταυτα א D K Γ Δ Θ,  txt P75 A B L W Ψ
10 παραλ. A D W Γ 1241 sys.c,  α.γ. 3 1 2 D 579. l 2211 lat co,  προσθ. αι Σιναϊτικός2 K Θ Ψ 33. 565,  txt P75 א* A B D L
11 α.γ. αυτων A K W Γ Δ Θ,  txt P75 א B D L Ψ
12 παραλ. D it,  προσθ. κειμενα A K (L) Γ Δ Θ,  txt P75 א B W 070,  παραλ. א* Α Κ 579. 2542,  α.γ. αυτόν B L 070
13 α.γ. ησαν δε δυο… D (e),  α.γ. και ιδου δυο… (ώρα Α 579) Α Κ L W Γ Δ,  txt P75 (א) B sys.c.pπροσθ. εκατον א Κ* Ν Θ 079vid, α.γ. ονοματι Ουλαμμαους D
15 α.γ. αυτους Β*,  α.γ. και ο D a,  α.γ. και αυτος ο K N P W Γ Δ Θ,  txt P75 א A B1 L
17 α.γ. 1 3 4 P75 samss boms,  α.γ. ο δε ειπεν D,  α.γ. και εστε Ac K N P W Γ Δ,  α.γ. και εστησαν L,  txt P75 א A* B 070
18 α.γ. ο εις Α Κ W Γ Δ 565,  α.γ. εις (τις l 2211) εξ αυτων Ρ Θ f13 33. 579. 1241,  txt P75 א B D L N,  α.γ. ω ονομα A D K P W Γ Δ,  txt P75 א B L N 070
19 α.γ. ο δε ειπεν αυτω D,  παραλ. D,  α.γ. Ναζωραιου A D K N P W Γ Δ Θ Ψ,  txt P75 א B L 070. 079.,  α.γ. λογω και εργω  א D syp
20 α.γ. ως τουτον παρεδωκαν D it
21 α.γ. ηλπικαμεν P75, α.γ. ελπιζομεν א Ρ Δ Θ 579,  txt A B(*).2 D K L N W,  α.γ. ην D c e,  παραλ. D,  προσθ. σημερον A (D*) K P W Γ Δ Θ,  txt P75 א B Dc L 070.
22 παραλ. D l 844
23 παραλ. D c e sy(s.c).p
24 α.γ. 1 3-5 P75 B,  α.γ. ως ειπον αι γυναικες D c e
25 παραλ. D,  α.γ. ελαλησεν (ελαλησα McionA,E)) προς υμας McionT,A,E
26 α.γ. ότι D,  α.γ. βασιλειαν P75*
27 α.γ. ην αρξαμενος… D (it) vgms,  α.γ. διερμηνευεν A K Ρ Γ Δ Θ Ψ,  α.γ. (+ א*) διερμηνευειν א* D (cf) W samsstxt P75 Σιναϊτικός2 B L, προσθ. τι ην א L Θ f1 33. 892,  παραλ. א D boms
28 α.γ. ηγγικαν P75 B,  παραλ. Ρ75,  α.γ. προσεποιειτο K P W Γ Δ Θ Ψ,  txt P75 א A B D L f1,  α.γ. πορρωτερω א D K L P W,  txt P75 A B 579
29 α.γ. κεκλικεν D it vgmssπαραλ. A D K P W Γ Δ Θ,  txt P75 א B L T Ψ f1
30 παραλ. D e sys.c παραλ. τον sa,  παραλ. κλασας D,  α.γ. εδιδου א,  α.γ. προσεδιδου D
31 α.γ. λαβοντων δε… D c e
32 α.γ. κεκαλυμμενη D samssπαραλ. P75 B D c e sys.cπροσθ. και Α Κ P W Γ Δ Θ, txt P75 א B D L 33
33 προσθ. λυπουμενοι D c e sa,  α.γ. συνηθροισμενους  A K L P W Γ Δ Θ Ψ,  txt P75 א B D 33
34 α.γ. λεγοντες D,  α.γ. 2-4 1 Α Κ Wc Γ Δ Θ,  α.γ. 2-4 W*,  txt P75 א B D L P
35 α.γ. ότι D c e
36 προσθ. ο Ιησους A K W Γ Δ Θ Ψ,  txt P75 א B D L 1241 it,  παραλ. D it,  προσθ. εγω ειμι μη φοβεισθε P (W) 1241 aur c f vg syp.h,  α.γ. μη φοβεισθε… 579
37 α.γ. θροηθεντες P75 B 1241,  α.γ. φοβηθεντες א W,  txt A (D) K L P,  α.γ. φαντασμα D
38 α.γ. τι P75 B syp,  α.γ. ινατι D L, α.γ. εν ταις καρδιαις א Α Κ L W,  α.γ. εις τας καρδιας 579,  txt P75 B D it sa
39 παραλ. P75 L W Θ f13,  α.γ. αυτος εγω ειμι Α Κ W Γ Δ Θ Ψ,  α.γ.εγω αυτος ειμι D c e vgcl,  α.γ. εγω ειμι ο αυτος 579,  txt P75 א B L 33 it co,  παραλ. με D W Θ lat sys.c,  α.γ. και σαρκα… Β,  α.γ. σαρκας και… P75 א*,  α.γ. οστα ουκ… D,  α.γ. 3-5 McionT,E,  txt Σιναϊτικός2 A K L N W Γ Δ Θ Ψ
40 παραλ. D it sys.c,  α.γ. επεδειξεν A K W Γ Δ Θ,  txt P75 א B L N f1
42 προσθ. και από μελισσιου κηριου (κηριων l 2211) K N Γ Δ Ψ f1,  α.γ. και από μελισσιου κηριον Θ f13 l 844,  txt P75 א A B D L W
43 α.γ. λαβων ενωπιον… K f13 l 844. l 2211 (c r1 syc) bopt?,  α.γ. φαγων ενωπιον… Θ aur vg (syh**) bopt?
44 α.γ. εν ω ημην D,  α.γ. εν τοις א L,  txt P75 B 579
46 προσθ. και ουτως εδει A C2vid K N W Γ Δ,  α.γ. εδει 579,  txt P75 א B C* D L it,  παραλ. D sa
47 α.γ. και A C D K L N W,  txt P75 א B syp co,   α.γ. ως επι D,  α.γ. αρξαμενον P75 A C3 K W Γ Δ,  α.γ. αρξαμενων D lat,  α.γ. αρξαμενος Θ Ψ 565, txt א B C* L N 33
48 α.γ. υμεις δε (- א L l 844) εστε μαρτυρες א Α Κ Λ Ν W,  α.γ. υμεις μαρτυρες εστε C 579,  α.γ. και υμεις δε μαρτυρες D,  txt P75 B
49 α.γ. και εγω P75 D (καγω א L 33. 579) lat sy co,  α.γ. και ιδου εγω W 1,  txt A B C K N,  α.γ. εξαποστελλω Σιναϊτικός2 Β Δ 33. l 2211,  α.γ. εξαποστελω L 892,  txt P75 א* A C D K N W,   παραλ. D e,  προσθ. Ιερουσαλημ A C2 K W Γ Δ,  txt P75 א B C* D L lat, α.γ. δυναμιν εξ υψους Α C2 D K W,  txt P75 א B C* L 33.
50 α.γ. εως P75 א B C* L 1.,  α.γ. εξω D lat,  txt A C3 K W Γ Δ Θ Ψ,  α.γ. εις Α C3 K Wc Γ Δ ,  txt P75 א B C* D L
51 α.γ. απεστη D,  παραλ. א* D it sys
52  παραλ. D it sys, παραλ. μεγαλης Β*
53 παραλ. Α*,  α.γ. αινουντες D it,  α.γ. αινουντες και… Α C2 K W Γ Δ Θ Ψ,  txt P75 א B C* L sys προσθ. αμην A B C2 K Γ Δ Θ Ψ,  txt P75 א C* D L W 1. 33 it.

(Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Deutsche Bibelgesellschaft, 28η Revised Edition,2012, σελ. 286-291)

Σημείωση: οι παραλλαγές αναφέρονται στις λέξεις με bold.

16,1. (παραλ.) Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου (προσθήκη λέξης-λέξεων στο σημειο αυτό σε κάποια χειρόγραφα,στο εξής προσθ. η) Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία (άλλη γραφή[παραλλαγή] επόμενης ή προηγουμ. λέξης-λέξεων σε άλλα χειρογραφα,(στο εξής:α.γ.) α.γ.(1) η, α.γ.(2) του) ἡ [τοῦ] Ἰακώβου καὶ Σαλώμη (α.γ.(1) πορευθεισαι ηγορασαν, α.γ.(2) πορευθεισαι ητοιμασαν) ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν (α.γ.(1) αυτόν αλειψωσιν, α.γ.(2) εισελθουσαι αλειψωσιν αυτόν, α.γ.(3) ελθουσαι αλειψωσιν τον Ιησουν, α.γ.(4) ελθουσαι αλειψωσιν το σωμα του κυριου Ιησου).
2 καὶ λίαν πρωῒ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται (α.γ.(1) και λιαν πρωι μια των σαββατων ερχονται, α.γ.(2) και λιαν πρωι της μιας σαββατων ερχονται, α.γ.(3) και ερχονται πρωι μιας σαββατου) ἐπὶ τὸ (α.γ. μνημα) μνημεῖον (α.γ. ανατελλοντος) ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου.
3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς• τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;
4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι (α.γ. ανακεκυλισται) ἀποκεκύλισται ὁ λίθος• ἦν γὰρ μέγας σφόδρα (α.γ.(1) ην γαρ μεγας σφοδρα και ερχονται και ευρισκουσιν αποκεκυλισμενον τον λιθον, α.γ.(2) και αναβλεψασαι θεωρουσιν ανακεκυλισμενον τον λιθον· ην γαρ μεγας σφοδρα)
5 Καὶ (α.γ. ελθουσαι) εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν.
6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς• μὴ ἐκθαμβεῖσθε• Ἰησοῦν ζητεῖτε (παραλείπεται η επόμενη λέξη-λέξεις σε κάποια χειρόγραφα,στο εξης:παραλ.) τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον• ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε• ἴδε ὁ τόπος (α.γ.(1) ειδετε εκει τον τοπον αυτου, α.γ.(2) ειδετε εκει ο τοπος αυτου εστιν, α.γ.(3) ιδε εκει ο τοπος αυτου)  ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.
7 ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι (α.γ.(1) ηγερθη από νεκρων και ιδου προαγει, α.γ.(2) ιδου προαγω) προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν• ἐκεῖ (α.γ. με) αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς (α.γ. ειρηκα) εἶπεν ὑμῖν.
8 Καὶ ἐξελθοῦσαι (α.γ.(1) κακουσασαι, α.γ.(2) και ακουσαντες, α.γ.(3) και ακουσασαι εξηλθον και) ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχεν γὰρ αὐτὰς (α.γ. φοβος) τρόμος καὶ ἔκστασις• καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπαν• ἐφοβοῦντο γάρ.
[Πάντα δὲ τὰ παρηγγελμένα τοῖς περὶ τὸν Πέτρον συντόμως ἐξήγγειλαν. Μετὰ δὲ ταῦτα καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ ἀνατολῆς καὶ ἄχρι δύσεως ἐξαπέστειλεν δι’ αὐτῶν τὸ ἱερὸν καὶ ἄφθαρτον κήρυγμα τῆς αἰωνίου σωτηρίας. ἀμήν.]
[9 (προσθ. Εστιν δε και ταυτα φερομενα μετα το εφοβουντο γαρ) Ἀναστὰς δὲ (α.γ.(1) αναστας, α.γ.(2) αναστας δε ο Ιησους)  πρωῒ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον (α.γ.(1) εφανη, α.γ.(2) εφανερωσεν πρωτοις)  (α.γ. Μαριαμ) Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, (α.γ. αφ) παρ’ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια.
10 ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλεν τοῖς μετ’ αὐτοῦ (α.γ.(1) τοις μαθηταις αυτου, α.γ.(2) αυτοις τοις μετ αυτου) γενομένοις πενθοῦσιν (παραλ.) καὶ κλαίουσιν
11 κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ’ αὐτῆς  (α.γ. και ουκ επιστευσαν αυτή (αυτω στο χειρογρ. D*)) ἠπίστησαν.
12 Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ πορευομένοις εἰς ἀγρόν•
13 κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς• οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν.
14 Ὕστερον (παραλ.)[δὲ] ἀνακειμένοις (παραλ.) αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη καὶ ὠνείδισεν τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον (προσθ. εκ νεκρων) οὐκ ἐπίστευσαν.
15 καὶ εἶπεν αὐτοῖς (α.γ. αλλά)• πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει.
16 (προσθ. ότι) ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας (α.γ. κατακριθεις ου σωθησεται) κατακριθήσεται.
17 σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασιν ταῦτα παρακολουθήσει (α.γ.(1) παρακολουθησει ταυτα, α.γ.(2) ακολουθησει ταυτα)• ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσιν, γλώσσαις λαλήσουσιν καιναῖς (α.γ. γλωσσαις λαλησουσιν),
18 (παραλ.)[καὶ ἐν ταῖς χερσὶν] ὄφεις ἀροῦσιν κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψῃ, ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσιν καὶ καλῶς ἕξουσιν.
19 Ὁ μὲν (παραλ.) οὖν κύριος (α.γ. Ιησους Χριστός) Ἰησοῦς μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς ἀνελήμφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν (α.γ. εν δεξια) τοῦ θεοῦ.
20 ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ κυρίου συνεργοῦντος καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων.(προσθ. αμην)]
Υπόμνημα: Τα χειρόγραφα που συναντιούνται οι παραλλαγές (για συντομία περιοριζόμαστε μόνο σε 5 τουλαχιστον κάθε φορά)
αριθμοί=χειρόγραφα μικρογράμματα, 565=(9ος αιων),  א =Σιναϊτικός κωδικας(4ος αιων), Α=Αλεξανδρινός(5ος αιών), Β=Βατικανός(μέσα 4ος αιών), C=Εφραιμ Σύρου(5ος αιών), D=Κώδικας Βέζα(5ος αιών), P=(6ος αιων), L=Κώδιξ Regious(8ος αιών), W=Washington(4ος αιων), Γ=(10ος αιων), Δ=(9ος αιων), Θ=Κώδιξ Koridethi (8ος αιων), Κ=Κώδιξ Κύπριος(9ος αιών), Ψ=Κωδιξ Athous Laurae(8ος αιων),  a=ευαγγέλιο(4ος αιων), arm= αρμενική μετάφραση, aur=ευαγγλιο(7ος αιων), bo=Βοχαϊρική μετάφραση, pbo=πρωτοβοχαϊρική,  c=ευαγγέλιο(12ος ), co=κοπτική μεταφραση, e=ευαγγελιο(5ος), f… με αριθμο=οικογένια χειρογραφων,    ff1=ευαγγελιο(8ος αιων), ff2=ευαγγελιο(5ος αιων), GrNy=Γρηγοριος Νυσσης,  h=ευαγγέλιο(5ος αιων), Ir=Ειρηναιος Λυων, it=ιτάλα,αρχαία λατινικά χειρ.,  k=ευαγγελιο(4ος -5ος αιων), l=lectionaria (Εκλογάδια,Ευαγγέλια κλπ), lat=λατινικη μεταφραση,  Mcion=Μαρκίων, n=ευαγγέλιο(5ος αιων), Or=Ωριγενης, P5=(3ος αιων), P66= (175-200 μ.Χ.), P75=Πάπυρος(τελη 2ου αρχες 3ου), P109=(3ος),  P122=(4ος /5ος), q=ευαγγελιο(6ος /7ος αιων), r=ευαγγέλιο(7ος αιων) sa=σαχιδικη μετάφραση, sy=συριακή μετάφραση, vg=Βουλγάτα,

16.1 παραλ.διαγενομενου…Σαλώμη D (k) n,  προσθ.η א2 B* L,  γραφή με bold που υποστηριζεται από το κειμενο txt της παρούσας έκδοσης Nestle-Aland 28,στο εξής txt A B2 C K W Γ Δ,   α.γ.η א* C W Γ Θ Ψ,   α.γ.του L,  txt א2 A B K Δ 33,  α.γ.πορευθεισαι ηγορασαν D 2542s aur (c ff2 n) bopt,  α.γ.πορευθεισαι ητοιμασαν Θ 565,  α.γ.αυτόν αλειψωσιν D it bomss,  α.γ.εισελθουσαι αλειψωσιν αυτόν W,  α.γ.ελθουσαι αλειψωσιν τον Ιησουν Κ f13 892 vgcl,  α.γ.ελθουσαι αλειψωσιν το σωμα του κυριου Ιησου 1241
2 α.γ.και λιαν… Β W f1,  α.γ.και λιαν πρωι της… A C K Γ f13 28. 579.,  α.γ.και έρχονται… D,  txt א L Δc Θ,    α.γ.μνημα א* C* W Θ 565,  txt א2 A B C3 D K L,  α.γ.ανατελλοντος D c n q
3 δες πηγη    4 α.γ.ην γαρ… D Θ 565 c ff2 n,  α.γ.και αναβλεψασαι… א,  α.γ.ανακεκυλισται B L, txt A C K W Γ           5 α.γ.ελθουσαι Β                   6 παραλ.א* D,  α.γ.ειδετε εκει τον… D*.1 (c ff2),  α.γ.ειδετε εκει ο… W,  α.γ.ιδε εκει… Θ 565
7 α.γ.ηγερθη από… f1, α.γ ιδου προαγω D k,  α.γ.με D k,  α.γ.ειρηκα D k            8 α.γ.κακουσασαι Θ,  α.γ.και ακουσαντες 565, α.γ.και ακουσασαι… W (099) sys.(p.hmg),  α.γ.φόβος D W it sams
Εστιν δε και ταυτα… L Ψ 083. (099. l 1602 samss boms)
9 α.γ.αναστας C* 1, α.γ.αναστας δε (-f13) ο Ιησους f13 28. 1241 pm aur,  α.γ.εφανη W,  α.γ.εφανερωσεν πρωτοις D,   α.γ.Μαριαμ C,  α.γ.αφ A C3 K Γ Δ,  txt C* D L W 083
10 α.γ.τοις μαθηταις αυτου Θ,  α.γ.αυτοις τοις μετ αυτου D,  παραλ. W         11 α.γ.και ουκ επιστευσαν αυτή (αυτω D*) D*.1
14 παραλ.C K L W Γ,  txt A D Θ  f1 565,  παραλ.(2) L W 13,  προσθ.εκ νεκρων A C* Δ f1.13  28,  txt C3 D K L W               14 δες πηγη             15 α.γ. αλλα W          16 προσθ.ότι Ds 565,  α.γ.κατακριθεις ου σωθησεται W
17 α.γ.παρακολουθησει ταυτα Α C2 099. 33. 1424,  α.γ.ακολουθησει ταυτα C* L Ψ 579. 892,  txt C3 Ds K W Γ,  α.γ. γλωσσαις λαλησουσιν C* L Δ Ψ samss bo,  txt A C2 Ds K W
18 παραλ.Α Ds K W Γ Θ,  txt C L Δ Ψ 099        19 παραλ.C* L W l 844. l 1602,  α.γ.Ιησους Χριστος W o bomsstxt C* K L Δ f1.13,  α.γ.εν δεξια C Δ it; Irlat         20 προσθ.αμην C* Ds K L W Γ Δ Θ,  txt A C2 f1 33. l 844. l 1602.

(Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Deutsche Bibelgesellschaft, 28η Revised Edition,2012, σελ. 173-175)


Σημείωση: οι παραλλαγές αναφέρονται στις λέξεις με bold.

28.1. Ὀψὲ (παραλείπεται η επόμενη λέξη-λέξεις σε κάποια χειρόγραφα,στο εξης:παραλ.) δε σαββάτων τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων ἦλθεν (άλλη γραφή[παραλλαγή] επόμενης λέξης-λέξεων σε άλλα χειρογραφα,(στο εξής:α.γ.) Μαρία), Μαριὰμ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη (α.γ. Μαριάμ) Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον.
2. καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας• ἄγγελος γὰρ κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ (παραλ.) καὶ προσελθὼν ἀπεκύλισεν τὸν λίθον (προσθήκη λέξης-λέξεων στο σημειο αυτό σε κάποια χειρόγραφα,στο εξής προσθ.(1) από της θύρας, προσθ.(2) από της θύρας του μνημείου) καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ.
3 ἦν δὲ ἡ (α.γ. ιδέα) εἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν (α.γ. ωσεί) ὡς χιών.
4 ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ (α.γ. εγένοντο) ἐγενήθησαν (α.γ. ωσεί) ὡς νεκροί.
5 Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπεν ταῖς γυναιξίν• μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς, οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε•
6 οὐκ ἔστιν ὧδε, ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπεν• δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο (προσθ.(1) ο κύριος, προσθ.(2) το σώμα του κυρίου).
7 καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν (παραλ.), καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε• ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν.
8 Καὶ (α.γ. εξελθουσαι) ἀπελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ.
9 (προσθ. ως δε επορεύοντο (έδραμον στο χειρογραφο,στο εξης χειρ. 1424) απαγγειλαι τοις μαθηταις αυτου) καὶ ἰδοὺ (προσθ. ο) Ἰησοῦς (α.γ. απηντησεν) ὑπήντησεν αὐταῖς λέγων• χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ.
10 τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς• μὴ φοβεῖσθε• ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου (α.γ.(1) αδελφοις, α.γ.(2) μαθηταις μου) ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με (α.γ. οψεσθε) ὄψονται.
11 Πορευομένων δὲ αὐτῶν ἰδού τινες τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν (α.γ. ανηγγειλαν) ἀπήγγειλαν τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα.
12 καὶ συναχθέντες μετὰ τῶν πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες ἀργύρια ἱκανὰ ἔδωκαν τοῖς στρατιώταις
13 λέγοντες• εἴπατε ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων.
14 καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο (α.γ. υπο) ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος, ἡμεῖς πείσομεν (παραλ.)[αὐτὸν] καὶ ὑμᾶς ἀμερίμνους ποιήσομεν.
15 οἱ δὲ λαβόντες (παραλ.) τὰ ἀργύρια ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν. καὶ (α.γ. εφημισθη) διεφημίσθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ Ἰουδαίοις μέχρι τῆς σήμερον (παραλ.)[ἡμέρας].
16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς,
17 καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν (προσθ.(1) αυτω, προσθ.(2) αυτον), οἱ δὲ ἐδίστασαν.
18 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων• ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν (α.γ. ουρανοις) οὐρανῷ καὶ ἐπὶ (παραλ.)[τῆς] γῆς. (προσθ. καθως απεστειλεν με ο πατηρ καγω αποστελω υμας)
19 πορευθέντες (α.γ. νυν) οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, (α.γ. βαπτισαντες) βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος,
20 διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν• καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι (α.γ. ειμι μεθ υμων) πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. (προσθ. αμην)
Υπόμνημα: Τα χειρόγραφα που συναντιούνται οι παραλλαγές (για συντομία περιοριζόμαστε μόνο σε 5 τουλαχιστον κάθε φορά)
αριθμοί=χειρόγραφα μικρογράμματα, 565=(9ος αιων),  א =Σιναϊτικός κωδικας(4ος αιων), Α=Αλεξανδρινός(5ος αιών), Β=Βατικανός(μέσα 4ος αιών), C=Εφραιμ Σύρου(5ος αιών), D=Κώδικας Βέζα(5ος αιών), P=(6ος αιων), L=Κώδιξ Regious(8ος αιών), W=Washington(4ος αιων), Γ=(10ος αιων), Δ=(9ος αιων), Θ=Κώδιξ Koridethi (8ος αιων), Κ=Κώδιξ Κύπριος(9ος αιών), Ψ=Κωδιξ Athous Laurae(8ος αιων),  a=ευαγγέλιο(4ος αιων), arm= αρμενική μετάφραση, aur=ευαγγλιο(7ος αιων), bo=Βοχαϊρική μετάφραση, pbo=πρωτοβοχαϊρική,  c=ευαγγέλιο(12ος ), co=κοπτική μεταφραση, e=ευαγγελιο(5ος), f… με αριθμο=οικογένια χειρογραφων,    ff1=ευαγγελιο(8ος αιων), ff2=ευαγγελιο(5ος αιων), GrNy=Γρηγοριος Νυσσης,  h=ευαγγέλιο(5ος αιων), Ir=Ειρηναιος Λυων, it=ιτάλα αρχαία λατινικά χειρ.,  k=ευαγγελιο(4ος -5ος αιων), l=lectionaria (Εκλογάδια,Ευαγγέλια κλπ), lat=λατινικη μεταφραση,  Mcion=Μαρκίων, n=ευαγγέλιο(5ος αιων), Or=Ωριγενης, P5=(3ος αιων), P66= (175-200 μ.Χ.), P75=Πάπυρος(τελη 2ου αρχες 3ου), P109=(3ος),  P122=(4ος /5ος), q=ευαγγελιο(6ος /7ος αιων), r=ευαγγέλιο(7ος αιων) sa=σαχιδικη μετάφραση, sy=συριακή μετάφραση, vg=Βουλγάτα,

28.1 παραλ.L 33. 579. 1241. 1424,  α.γ.Μαρία A B D K W,  η γραφή bold που υποστηριζει το κειμενο txt της παρούσας έκδοσης Nestle-Aland 28,στο εξής txt א C L Δ Θ,   α.γ.Μαριαμ L Δ Θ
2 παραλ.A D K Γ Δ,  txt א B C L W 33.,  προσθ.από της θύρας A C K W Δ 579.,  προσθ.από της θυρας του μνημειου L Γ Θ f1.13 33. 565,   txt א B D 700. 892
3 α.γ.ιδεα K L W Γ Δ Θ,   txt א (*).1 A B C D,   α.γ.ωσει A C L W Γ,  txt P105vid א B D K f1          4 α.γ.εγενοντο A C3 K W Γ,   txt P105 א B C* D,   α.γ.ωσει Ac C Κ Γ Θ f13,   txt א A* B D L W
6 προσθ.ο κυριος A C D K L W,  προσθ.το σωμα του κυριου 1424,   txt א B Θ 33. 892*             7 παραλ.D 565 lat sys arm                    8 α.γ.εξελθουσαι A D K W Γ Δ 0148,  txt א B C L Θ f13
9 προσθ.ως δε… A C K L Γ Δ 0148,   txt א B D W Θ f13προσθ.ο D L W Γ Θ,   txt א A B C K Δ 565.,  α.γ.απηντησεν א2 Α D K L W,    txt א* B C Θ f1.13
10 α.γ. αδελφοις א*   α.γ.μαθηταις μου l 2211,   α.γ.οψεσθε D e h                           11 ανηγγειλαν א D Θ 565     14 α.γ.υπο B D 0148. 892,   παραλ.  Β Θ 33. l 844,  txt A C D K L W
15 παραλ. א* Β* W 0234,  txt א A B2 D K,  α.γ. εφημισθη א Δ 33 Or,  παραλ.(2) א Α Κ W Γ,  txt B D L Θ lat           17 προσθ. αυτω A K W Δ Θ 0148,  προσθ. αυτόν Γ 700*. 1241, txt א B D 33. l 844
18 α.γ.ουρανοις D,  παραλ. א Α Κ W Γ,  txt B D,  προσθ. καθως… Θ syp   19 α.γ. νυν D it,  txt B W Δ Θ f1 33.,  α.γ.βαπτισαντες B D          20 α.γ. ειμι… א D,   προσθ.αμην Ac K Γ Δ Θ,   txt א A* B D W f1
(Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Deutsche Bibelgesellschaft, 28η Revised Edition,2012, σελ. 99-101)


Σημείωση: Κριτικό κείμενο σημαίνει το μέχρι τώρα οικουμενικά αποδεκτό πιθανότερο αυθεντικό κείμενο που πλησιάζει το πρωτότυπο, μετά την κριτική επιστημονική εξέταση όλων των υπαρχόντων έως τώρα χειρογράφων της Καινής Διαθήκης.
ΜΑΤΘΑΙΟΣ
28.1. Ὀψὲ δὲ σαββάτων τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων ἦλθεν Μαριὰμ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον.
2. καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας• ἄγγελος γὰρ κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ καὶ προσελθὼν ἀπεκύλισεν τὸν λίθον καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ.
3  ἦν δὲ ἡ εἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡς χιών.
4 ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγενήθησαν ὡς νεκροί.
5 Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπεν ταῖς γυναιξίν• μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς, οἶδα γὰρ ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε•
6 οὐκ ἔστιν ὧδε, ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπεν• δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο.
7 καὶ ταχὺ πορευθεῖσαι εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδοὺ προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε• ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν.
8 Καὶ ἀπελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ.
9 καὶ ἰδοὺ Ἰησοῦς ὑπήντησεν αὐταῖς λέγων• χαίρετε. αἱ δὲ προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ.
10 τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς• μὴ φοβεῖσθε• ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται.
11 Πορευομένων δὲ αὐτῶν ἰδού τινες τῆς κουστωδίας ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα.
12 καὶ συναχθέντες μετὰ τῶν πρεσβυτέρων συμβούλιόν τε λαβόντες ἀργύρια ἱκανὰ ἔδωκαν τοῖς στρατιώταις
13 λέγοντες• εἴπατε ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων.
14 καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος, ἡμεῖς πείσομεν [αὐτὸν] καὶ ὑμᾶς ἀμερίμνους ποιήσομεν.
15 οἱ δὲ λαβόντες τὰ ἀργύρια ἐποίησαν ὡς ἐδιδάχθησαν. καὶ διεφημίσθη ὁ λόγος οὗτος παρὰ Ἰουδαίοις μέχρι τῆς σήμερον [ἡμέρας].
16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς,
17 καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν, οἱ δὲ ἐδίστασαν.
18 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων• ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ [τῆς] γῆς.
19 πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος,
20 διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν• καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.
(Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Deutsche Bibelgesellschaft, 28η Revised Edition,2012, σελ. 99-101)
ΜΑΡΚΟΣ
16,1. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ [τοῦ] Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν.
2 καὶ λίαν πρωῒ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου.
3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς• τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;
4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος• ἦν γὰρ μέγας σφόδρα.
5 Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν.
6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς• μὴ ἐκθαμβεῖσθε• Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον• ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε• ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.
7 ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν• ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν.
8 Καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχεν γὰρ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις• καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπαν• ἐφοβοῦντο γάρ.
Πάντα δὲ τὰ παρηγγελμένα τοῖς περὶ τὸν Πέτρον συντόμως ἐξήγγειλαν. Μετὰ δὲ ταῦτα καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ ἀνατολῆς καὶ ἄχρι δύσεως ἐξαπέστειλεν δι’ αὐτῶν τὸ ἱερὸν καὶ ἄφθαρτον κήρυγμα τῆς αἰωνίου σωτηρίας. ἀμήν.
9 Ἀναστὰς δὲ πρωῒ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, παρ’ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια.
10 ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλεν τοῖς μετ’ αὐτοῦ γενομένοις πενθοῦσιν καὶ κλαίουσιν•
11 κἀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ’ αὐτῆς ἠπίστησαν.
12 Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ πορευομένοις εἰς ἀγρόν•
13 κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς• οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν.
14 Ὕστερον [δὲ] ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη καὶ ὠνείδισεν τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον οὐκ ἐπίστευσαν.
15 καὶ εἶπεν αὐτοῖς• πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει.
16 ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται.
17 σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασιν ταῦτα παρακολουθήσει• ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσιν, γλώσσαις λαλήσουσιν καιναῖς,
18 [καὶ ἐν ταῖς χερσὶν] ὄφεις ἀροῦσιν κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψῃ, ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσιν καὶ καλῶς ἕξουσιν.
19 Ὁ μὲν οὖν κύριος Ἰησοῦς μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς ἀνελήμφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ θεοῦ.
20 ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ κυρίου συνεργοῦντος καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων.
(Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Deutsche Bibelgesellschaft, 28η Revised Edition,2012, σελ. 173-175)
ΛΟΥΚΑΣ
24,1 Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθον φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα.
2 εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου,
3 εἰσελθοῦσαι δὲ οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ κυρίου Ἰησοῦ.
4 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἀπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθῆτι ἀστραπτούσῃ.
5 ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπα εἰς τὴν γῆν εἶπαν πρὸς αὐτάς• τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;
6 οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ’ ἠγέρθη. μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ
7 λέγων τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ὅτι δεῖ παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ σταυρωθῆναι καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι.
8 καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ.
9 Καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσιν τοῖς λοιποῖς.
10 ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία ἡ Ἰακώβου καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς. ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα,
11 καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα ταῦτα, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς.
12 Ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια μόνα, καὶ ἀπῆλθεν πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός.
13 Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ ἦσαν πορευόμενοι εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἰερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαοῦς,
14 καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων.
15 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς,
16 οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν.
17 εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς• τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες; καὶ ἐστάθησαν σκυθρωποί.
18 ἀποκριθεὶς δὲ εἷς ὀνόματι Κλεοπᾶς εἶπεν πρὸς αὐτόν• σὺ μόνος παροικεῖς Ἰερουσαλὴμ καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις;
19 καὶ εἶπεν αὐτοῖς• ποῖα; οἱ δὲ εἶπαν αὐτῷ• τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρηνοῦ, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ,
20 ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρίμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν.
21 ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ• ἀλλά γε καὶ σὺν πᾶσιν τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει ἀφ’ οὗ ταῦτα ἐγένετο.
22 ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὀρθριναὶ ἐπὶ τὸ μνημεῖον,
23 καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν.
24 καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον καὶ εὗρον οὕτως καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον, αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον.
25 Καὶ αὐτὸς εἶπεν πρὸς αὐτούς• ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται•
26 οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ;
27 καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διερμήνευσεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ.
28 Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιήσατο πορρώτερον πορεύεσθαι.
29 καὶ παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες• μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶν καὶ κέκλικεν ἤδη ἡ ἡμέρα. καὶ εἰσῆλθεν τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς.
30 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ’ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησεν καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς,
31 αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν• καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν.
32 καὶ εἶπαν πρὸς ἀλλήλους• οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν [ἐν ἡμῖν] ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;
33 Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ εὗρον ἠθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς,
34 λέγοντας ὅτι ὄντως ἠγέρθη ὁ κύριος καὶ ὤφθη Σίμωνι.
35 καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.
36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς• εἰρήνη ὑμῖν.
37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν.
38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς• τί τεταραγμένοι ἐστὲ καὶ διὰ τί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν;
39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου ὅτι ἐγώ εἰμι αὐτός• ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα.
40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας.
41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς• ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε;
42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος•
43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν.
44 Εἶπεν δὲ πρὸς αὐτούς• οὗτοι οἱ λόγοι μου οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ τοῖς προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ.
45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς•
46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι οὕτως γέγραπται παθεῖν τὸν χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ,
47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. ἀρξάμενοι ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ
48 ὑμεῖς μάρτυρες τούτων.
49 καὶ [ἰδοὺ] ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς• ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει ἕως οὗ ἐνδύσησθε ἐξ ὕψους δύναμιν.
50 Ἐξήγαγεν δὲ αὐτοὺς [ἔξω] ἕως πρὸς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς.
51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν.
52 Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης
53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ εὐλογοῦντες τὸν θεόν.
(Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Deutsche Bibelgesellschaft, 28η Revised Edition,2012, σελ. 286-291)
ΙΩΑΝΝΗΣ
20,1 Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου.
2 τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς καὶ λέγει αὐτοῖς• ἦραν τὸν κύριον ἐκ τοῦ μνημείου καὶ οὐκ  οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.
3 Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον.
4 ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ• καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμεν τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθεν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον,
5 καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν.
6 ἔρχεται οὖν καὶ Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα,
7 καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον.
8 τότε οὖν εἰσῆλθεν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον καὶ εἶδεν καὶ ἐπίστευσεν•
9 οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν γραφὴν ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι.
10 ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς αὐτοὺς οἱ μαθηταί.
11 Μαρία δὲ εἱστήκει πρὸς τῷ μνημείῳ ἔξω κλαίουσα. ὡς οὖν ἔκλαιεν, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον
12 καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
13 καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι• γύναι, τί κλαίεις; λέγει αὐτοῖς ὅτι ἦραν τὸν κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.
14 Ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν.
15 λέγει αὐτῇ Ἰησοῦς• γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστιν λέγει αὐτῷ• κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ.
16 λέγει αὐτῇ Ἰησοῦς• Μαριάμ. στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ Ἑβραϊστί• ραββουνι, ὃ λέγεται διδάσκαλε
17 λέγει αὐτῇ Ἰησοῦς• μή μου ἅπτου, οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα• πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς• ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου  καὶ πατέρα ὑμῶν καὶ θεόν μου καὶ θεὸν ὑμῶν.
18 Ἔρχεται Μαριὰμ ἡ Μαγδαληνὴ ἀγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακα τὸν κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.
19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ σαββάτων καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ λέγει αὐτοῖς• εἰρήνη ὑμῖν.
20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῖς. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν κύριον.
21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς [ὁ Ἰησοῦς] πάλιν• εἰρήνη ὑμῖν• καθὼς ἀπέσταλκέν με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς.
22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησεν καὶ λέγει αὐτοῖς• λάβετε πνεῦμα ἅγιον•
23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας ἀφέωνται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηνται.
24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν Ἰησοῦς.
25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί• ἑωράκαμεν τὸν κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς• ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ βάλω μου τὴν χεῖρα εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω.
26 Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν• εἰρήνη ὑμῖν.
27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ• φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός.
28 ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ• ὁ κύριός μου καὶ ὁ θεός μου.
29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς• ὅτι ἑώρακάς με πεπίστευκας; μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες.
30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν [αὐτοῦ], ἃ οὐκ ἔστιν γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ•
31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύ [σ]ητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

21,1 Μετὰ ταῦτα ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν πάλιν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος• ἐφανέρωσεν δὲ οὕτως.
2 Ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο.
3 λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος• ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ• ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. ἐξῆλθον καὶ ἐνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ  ἐπίασαν οὐδέν.
4 Πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν, οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν.
5 λέγει οὖν αὐτοῖς [ὁ] Ἰησοῦς• παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ• οὔ.
6 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς• βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυον ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων.
7 λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ• ὁ κύριός ἐστιν. Σίμων οὖν Πέτρος ἀκούσας ὅτι ὁ κύριός ἐστιν τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο, ἦν γὰρ γυμνός, καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν,
8 οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον, οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς ἀλλ’  ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων.
9 Ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ἄρτον.
10 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς• ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν.
11 ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος καὶ εἵλκυσεν τὸ δίκτυον εἰς τὴν γῆν μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν• καὶ τοσούτων ὄντων οὐκ ἐσχίσθη τὸ  δίκτυον.
12 Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς• δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν• σὺ τίς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ κύριός ἐστιν.
13 ἔρχεται Ἰησοῦς καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως.
14 τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.
15 Ὅτε οὖν ἠρίστησαν λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς• Σίμων Ἰωάννου, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ• ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ• βόσκε τὰ ἀρνία μου.
16 λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον• Σίμων Ἰωάννου, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ• ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ• ποίμαινε τὰ πρόβατά μου.
17 λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον• Σίμων Ἰωάννου, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον• φιλεῖς με; καὶ λέγει αὐτῷ• κύριε, πάντα σὺ οἶδας, σὺ  γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ [ὁ Ἰησοῦς]• βόσκε τὰ πρόβατά μου.
18 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες• ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις.
19 τοῦτο δὲ εἶπεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ• ἀκολούθει μοι.
20 Ἐπιστραφεὶς ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπεν• κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε;
21 τοῦτον οὖν ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ• κύριε, οὗτος δὲ τί;
22 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς• ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σύ μοι ἀκολούθει.
23 ἐξῆλθεν οὖν οὗτος ὁ λόγος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνῄσκει• οὐκ εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνῄσκει ἀλλ’• ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι τί πρὸς σέ];
24 Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ ὁ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς αὐτοῦ ἡ μαρτυρία ἐστίν.
25 Ἔστιν δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδ’ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία.
(Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Deutsche Bibelgesellschaft, 28η Revised Edition,2012, σελ. 371-377)

Ήταν δυστυχισμένη η Μαρία και άτυχη. Ο άντρας της, ο Μιχάλης, είχε γίνει ανυπόφορος πια μ’ αυτό το μεθύσι. Δεν περνούσε βραδιά που να μη γυρίσει στο σπίτι αμέθυστος. Η ταλαίπωρη η γυναίκα του τον παρακαλούσε να τους λυπηθεί και να πάψει να μεθά.
Τα παιδιά τους, τρία αγόρια και μια κορούδα, δεν τολμούσαν τα δύστυχα να παρουσιαστούν μπροστά του. Άμα τα έβλεπε, γινόταν θηρίο...
Ήταν δειλινό του Μ. Σαββάτου. Η Μαρία αγωνιζόταν να συμμαζέψει το σπίτι, να τακτοποιήσει τα παιδιά, να ετοιμάσει το φαγητό, ώστε όταν έρθουν από την Εκκλησία, να βρουν κάτι για να πάρουν και να νιώσουν τη χαρά της Ανάστασης.
Θα ήταν 6 η ώρα όταν ήρθε απ’ έξω ο Μιχάλης, πάλι μεθυσμένος. Άναψε το αίμα της Μαρίας. Δεν θα μπορούσε η ταλαίπωρη να νιώσει και αυτή χαρά μια μέρα;
Ο Μιχάλης ήταν χάλια. Βρομιάρης, λερωμένος, απαίσιος. Αφού έβρισε και απείλησε όλους, έπεσε στο κρεβάτι σαν πεθαμένος από το μεθύσι. Η Μαρία δεν μπόρεσε να κυριαρχήσει στον εαυτό της. Την κατέλαβε μια οργή ασυγκράτητη. Το βλέμμα της θόλωσε. Η σκέψη της παρέλυσε. Και πήρε στην κατάσταση αυτή μια τρομερή απόφαση.
Πήγε στην κουζίνα, κατέβασε το μπουκάλι με τη βενζίνη και πήγε στο κρεβάτι του συζύγου της. Έχυσε όλη τη βενζίνη πάνω στα ρούχα του και ήταν έτοιμη να ανάψει ένα σπίρτο και να τον… κάψει!!!
Ξαφνικά άκουσε μια φωνή από το δρόμο. Κάποιος έλεγε σε άλλον: «Καλή Ανάσταση! Χρόνια πολλά!...».
Τινάχτηκε η Μαρία. Θυμήθηκε ότι ήταν Πάσχα τη βραδιά εκείνη. Ο Χριστός νικητής του πόνου και του θανάτου. Ρίγησε… Τα μάτια της έσταζαν δάκρυα… «Θεέ μου, συγχώρεσέ με… Τι πήγα να κάνω!...».
Πήρε αμέσως καινούρια ρούχα και τα άλλαξε με εκείνα, που ήταν ποτισμένα με τη βενζίνη. Ο Μιχάλης δεν κατάλαβε τίποτε… Πέρασαν 5 ώρες… Να, χτυπούν οι καμπάνες… Ξυπνά όλος ο κόσμος για να πάει στην Εκκλησία…
Άνοιξε τα μάτια και ο Μιχάλης… Σηκώθηκε…
-Μαρία, θα πάμε στην Εκκλησία, είπε… Νιώθω ότι πρέπει να ζητήσω την προστασία του Θεού και το έλεος… Είναι καιρός πια να γίνω άνθρωπος…
Η Μαρία άρχισε να κλαίει. Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό και είπε με λυγμούς: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ».

(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

Σκυφτός, ανόρεχτος, πικραμένος ο Χαρίλαος γυρίζει στο σπίτι του. Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Μόλις τώρα η παρέα του τελείωσε το γλέντι της. Απόψε μάλιστα παρά λίγο και να έρθουν στα χέρια. Κάτι είπε ο Αντώνης, που έθιξε το Χαρίλαο. Άναψε. Τινάχτηκε. Θα γινόταν μεγάλη φασαρία, αν δεν μεσολαβούσαν οι άλλοι.
    Τώρα βαρύς και κουρασμένος σέρνει τα βήματά του.
    Ξαφνικά, στη στροφή του δρόμου, βλέπει  φαναράκια, λαμπάδες, κόσμο. Χαρούμενες φωνές παιδιών αντηχούν στη γειτονιά. «Χριστός Ανέστη», θεία! «Αληθώς Ανέστη», καλό μου παιδί! Ο Χαρίλαος σαν να ξύπνησε από ύπνο.
    -Τι; Πως; «Χριστός Ανέστη;» Αλήθεια· απόψε Ανάσταση… Λαμπρή! Όλος ο κόσμος χαίρεται. Εγώ μονάχα τριγυρνώ στους δρόμους έρημος και μοναχός!...
    Θυμήθηκε μεμιάς τα περασμένα. Τότε που ήταν και αυτός κοντά στο Θεό! Ξαφνικά να, μπροστά του η Εκκλησία. Ήταν ακόμα ανοιχτή. Ο κόσμος είχε φύγει… Ο Χαρίλαος μπήκε μέσα. Άναψε ένα κερί. Το μοσχολίβανο ακόμα ευωδίαζε. Συγκινήθηκε. Λύγισε η ψυχή του.
    -Θεέ μου, δε θέλω να είμαι τέτοιος. Με παρασέρνει το πάθος, η αμαρτία… Βοήθησέ με να μην ξαναπέσω. Να μη…
    Δεν πρόφτασε να συμπληρώσει τα λόγια του. Τον έπνιξαν οι λυγμοί. Ακούμπησε σ’ ένα στασίδι. Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του ποτάμι.
    Πέρασε λίγη ώρα. Απ’ έξω έτυχε να περνούν κάποιοι. «Χριστός Ανέστη!», είπε η μια παρέα. «Αληθώς Ανέστη!», απάντησε η άλλη, που έπαιρνε διαφορετικό δρόμο…
    -Ναι! «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος», είπε ο Χαρίλαος. Είθε και η ψυχή μου να αναστηθεί!
    Σηκώθηκε. Βγήκε από την Εκκλησία και πήρε το δρόμο για το σπίτι του.
    Μια ξεχωριστή γαλήνη ένιωθε τώρα στην καρδιά του. Κάποιο φως γλυκό του φώτιζε το δρόμο. Λαμπάδα δεν κρατούσε στα χέρια του. Δεν έχει σημασία. Κρατούσε η ψυχή…
    Η λουσμένη στο δάκρυ της μετάνοιας ψυχή του, που απόψε πάλι αναστήθηκε…
    
(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

Ήταν απόγευμα Μεγάλης Παρασκευής. Ένα δροσερό αεράκι φυσούσε, λες και ήθελε να λιγοστέψει την πένθιμη όψη της ημέρας, που είχε πεθάνει ο Χριστός.
Κάποια γυναίκα, ως 40 χρονών, μαυροφορεμένη, με ένα μπουκέτο δροσερά λουλούδια έμπαινε στο νεκροταφείο. Στην όψη της ήταν αποτυπωμένη η θλίψη και ο βαθύς πόνος. Προχώρησε αργά προς κάποιο τάφο. Το λευκό μάρμαρο με τον ωραίο σταυρό φάνταζαν περισσότερο, καθώς τα απαλά άνθη έγερναν και φιλούσαν τον τάφο.
Ένα όνομα ήταν γραμμένο στο Σταυρό με μια φωτογραφία στη μέση:
Γ/Δ… ετών 19
Η γυναίκα –ήταν η μητέρα του παλικαριού- πλησίασε. Άφησε πάνω στον τάφο τα λουλούδια με όλη τη μητρική της στοργή και μετά κάθισε στο γείσωμα έτσι, ώστε να βλέπει τη φωτογραφία.
Τα μάτια της πλημμύρισαν από δάκρυα, καθώς τα χέρια της χάιδευαν το μάρμαρο, που σκέπαζε το σώμα του παιδιού της. Ώρα πολλή έμεινε σε αυτή τη θέση, κοιτάζοντας, χαϊδεύοντας, ψιθυρίζοντας μισόλογα μέσα στα αναφιλητά της. Ξαφνικά ένιωσε στον ώμο της ένα χέρι. Σήκωσε τα βουρκωμένα μάτια της.
-    Μαρία! της είπε η άλλη γυναίκα. Και εγώ είμαι μάνα, που θρήνησα την 15χρονη κόρη μου. Εδώ κοντά την έχω θαμμένη. Όμως!... Δεν πρέπει να λυγίσουμε. Δεν είναι χριστιανικό. Σήκω! Πάμε στην Εκκλησία.

Σήμερα πέθανε ο Ένας, για να ζήσουμε όλοι στην αιωνιότητα.
Ο Γιώργος σου και η Ελένη μου δεν πέθαναν. Όχι! Κοιμούνται. Και θα ξυπνήσουν μια μέρα  για να ζήσουν πια αιώνια μαζί μας… Σε δυο μέρες θα έχουμε Ανάσταση. Είναι το μήνυμα της ανάστασης όλων μας.
Η μητέρα σηκώθηκε. Τα μάτια της έπαψαν να στάζουν δάκρυα. Η όψη της γαλήνεψε.
-    Σε ευχαριστώ, Βασιλική! είπε η Μαρία απαλά. Με ανακούφισες αφάνταστα. Μου στήριξες την καρδιά. Και ξεκίνησαν για την Εκκλησία. Έφτασαν. Μπήκαν μέσα. Την ώρα εκείνη οι ψάλτες έψαλλαν: «… Ότε δε και τους τεθνεώτας εκ των καταχθονίων ανέστησας…».
-     Ναι, Κύριε. Και το παιδί μου θα το αναστήσεις… Πιστεύω! είπε αργά η Μαρία. Δύο δάκρυα έσταξαν πάλι από τα μάτια της. Δεν ήταν δάκρυα οδύνης. Ήταν τώρα ξεχείλισμα ελπίδας…
(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

Προσηλώνομαι στην εικόνα Σου Κύριε και σιωπώ...

Το φως των οφθαλμών Σου, το φως της αγάπης Σου με διαπερνά και μου μιλά ικετευτικά...
Σου ζητώ..: "Κύριε, να γινόταν να με αγγίξεις, να μπορούσα ν’ αγγίξω την άκρη του χιτώνα Σου ώστε να νιώσω την απόλυτη αγάπη..."
Μου απαντάς: "Μα όλο το ταξίδι εδώ είναι μια διαδρομή αγάπης... ¨Ένα μονοπάτι στο οποίο μαζεύεις, γεμίζεις αγάπη μέχρι να φτάσεις τελικά στην απόλυτη αγάπη.. στην δική Μου αγάπη.."
    Όταν έχεις αγάπη, όταν καίγεται η καρδιά σου από την αγάπη Του, τότε απλά τα έχεις όλα.. Δεν φοβάσαι τίποτα.. Έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Κυρίου και βαδίζεις το μονοπάτι σου με χαρά, με ελπίδα, με δύναμη, με αισιοδοξία και σιγουριά ότι καθετί που σου συμβαίνει είναι για κάποιο λόγο.

Για κάποιο λόγο που εσύ τώρα ίσως δεν μπορείς να δεις και τον οποίο θα καταλάβεις στη συνέχεια της διαδρομής...

Όμως δεν ανησυχείς... Ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές σου, δεν απελπίζεσαι, δεν συντρίβεσαι γιατί  μέσα σου καίει η φλόγα της αγάπης Του...
Έχεις παραδοθεί και παραδίνεσαι κάθε στιγμή στο θέλημά Του...
Η αγάπη Του, σου επιτρέπει, σου χαρίζει να ζεις τη ζωή σου με ΕΙΡΗΝΗ και ΜΕΤΑΝΟΙΑ...

Σκέψου… Αν ζεις έτσι, είναι δυνατόν να σου λείπει κάτι...;

...κατοπιν προσευχης... Δ.Α.Π.

Οι άνθρωποι καταδίκασαν το Θεό σε θάνατο. Ο Θεός όμως με την Ανάστασή Του «καταδικάζει» τους ανθρώπους σε αθανασία.

Για τα χτυπήματα τους ανταποδίδει τις αγκαλιές. Για τις βρισιές τις ευλογίες. Για το θάνατο την αθανασία.

Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσο μίσος προς το Θεό, όσο όταν Τον σταύρωσαν. Και ποτέ δεν έδειξε ο Θεός τόση αγάπη προς τους ανθρώπους, όση όταν αναστήθηκε.

Οι άνθρωποι ήθελαν να καταστήσουν το Θεό θνητό, αλλά ο Θεός με την ανάστασή του κατέστησε τους ανθρώπους αθανάτους...Ο θάνατος δεν υπάρχει πλέον.

Η αθανασία κατέκλυσε τον άνθρωπο και όλους τους κόσμους του. Με την ανάσταση του Θεανθρώπου η ανθρώπινη φύση οδηγήθηκε τελεσίδικα στην οδό της αθανασίας, και έγινε φοβερή για αυτόν τον θάνατο.

Διότι πριν την Ανάσταση του Χριστού ο θάνατος ήταν φοβερός για τον άνθρωπο, από την ανάσταση όμως του Κυρίου γίνεται ο άνθρωπος φοβερός για το θάνατο.

Εάν ζει δια της πίστεως στον Αναστάντα Θεάνθρωπο ο άνθρωπος, ζει υπεράνω του θανάτου. Καθίσταται απρόσβλητος και από το θάνατο. Ο θάνατος μετατρέπεται σε «υποπόδιον των ποδών αυτού»

(όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς)

(Ιωάννου Καραβιδόπουλου,Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδ.Πουρναρα, σελ.514-518).

Επίλογος του ευαγγελίου: Οι εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού 16,9-20.

Μετά τα εισαγωγικά αυτά ερχόμαστε στην ερμηνεία των εν λόγω στίχων.  Στους στιχ. 9-11 (πρβλ. Ιω 20, 11-18 και Λκ 24, 10) παρατίθεται η πρώτη εμφάνιση (Η εμφάνιση το πρωί της πρώτης των Σαββάτων δεν σημαίνει ότι τότε έλαβε χώρα η ανάσταση, κατά την παρατήρηση του Θεοφυλάκτου, ο οποίος γράφει: «Αναστάς δε ο Ιησούς· εδώ βάλε τελεία, έπειτα πες· Πρωί πρώτη Σαββάτου εφάνη Μαρία τη Μαγδαληνή· διότι δεν αναστήθηκε το πρωί. Διότι ποιος ξέρει πότε αναστήθηκε; Αλλά εμφανίστηκε το πρωί, την Κυριακή ημέρα») του Αναστημένου Χριστού, εμφάνιση που έλαβε χώρα σε μία γυναίκα, τη Μαρία τη Μαγδαληνή, την οποία μνημονεύει ήδη ο ευαγγελιστής στους στιχ. 15,40, 47. 16, 1· ότι την είχε θεραπεύσει ο Ιησούς από επτά δαιμόνια λέγεται και στο Λκ 8,2 χωρίς περισσότερες διευκρινήσεις. Οι «πενθούντες» και «κλαίοντες» μαθητές δυσπιστούν στα λόγια της Μαρίας, η οποία τους αναγγέλλει τα σχετικά με την εμφάνιση του Ιησού. Το χαρακτηριστικό της «απιστίας» των μαθητών που γνωρίζουμε από το υπόλοιπο ευαγγέλιο παρουσιάζεται και εδώ.
Η εκτεταμένη διήγηση του Λουκά 24, 13-35 για την εμφάνιση του Αναστημένου Χριστού σε δύο μαθητές που συνοψίζεται εδώ στους στιχ. 12-13 με κεντρικό σημείο την τελική πληροφορία ότι και σ΄αυτούς δεν πίστεψαν οι μαθητές. Το χαρακτηριστικό της σύντομης αυτής διήγησης είναι η πληροφορία ότι ο Αναστάς εμφανίστηκε «εν ετέρα μορφή». Από την παράλληλη διήγηση του Λουκά φαίνεται ότι οι δύο μαθητές δεν ανήκαν στον κύκλο των δώδεκα (βλ. Λκ 24,18 · 33) και ότι ο ένας από αυτούς ονομάζεται Κλεόπας·  η εκκλησιαστική παράδοση, που απηχείται και στην υμνογραφία, ταυτίζει το δεύτερο μαθητή με τον Λουκά, συγγραφέα του τρίτου ευαγγελίου.
Ο στιχ. 14 περιέχει με μεγάλη συντομία τη γνωστή από τους άλλους ευαγγελιστές εμφάνιση στους έντεκα κατά την ώρα του φαγητού (Λκ 24, 36-49. Ιω 20, 19-23). Ο Ιησούς κατακρίνει την «απιστία» και «σκληροκαρδία» των μαθητών – γνωστό ήδη θέμα – γιατί δεν δέχθηκαν την μαρτυρία αυτών που τον είδαν αναστημένο. Στο σημείο αυτό ένας μόνο κώδικας, ο W του 5ου αιώνα που βρίσκεται στο μουσείο Freer της Ουάσινγκτον, παραθέτει μία στιχομυθία μεταξύ Ιησού και μαθητών, γνωστή ως «λόγιον του Freer» που έχει ως εξής:
«Κακείνοι απειλογούντο λέγοντες ότι ο αιών ούτος της ανομίας και της απιστίας υπό τον σατανάν εστίν, ο μην εών (τον μη εώντα;) υπό των πνευμάτων ακάθαρτα (-των;) την αλήθειαν του Θεού καταλαβέσθαι (+και;) δύναμιν. Δια τούτον αποκάλυψόν σου την δικαιοσύνην ήδη, εκείνοι έλεγον τω Χριστώ. Και ο Χριστός εκείνοις προσέλεγεν ότι πεπλήρωται ο όρος των ετών της εξουσίας του σατανά, αλλά εγγίζει άλλα δεινά· και υπέρ ων εγώ αμαρτησάντων παρεδόθην εις θάνατον ίνα υποστρέψωσιν εις την αλήθειαν και μηκέτι αμαρτήσωσιν ίνα την εν τω ουρανώ πνευματικήν και άφθαρτον της δικαιοσύνης δόξαν κληρονομήσωσιν».
Η κυριαρχία του σατανά, τα εγγίζοντα άλλα δεινά, η θυσία του Χριστού και η άφθαρτη δόξα του ουρανού οδηγούν στη σκέψη ότι το λόγιο προήλθε ίσως από ένα περιβάλλον αποκαλυπτικό με έντονα τα χρώματα και τις ιδέες της Αποκάλυψης του Ιωάννη (Grundmann).
Μετά το θέμα της «απιστίας» των μαθητών από το στιχ. 15 ε. επικρατεί άλλη ατμόσφαιρα που κυριαρχείται από την εντολή του Αναστημένου Χριστού να μεταφέρουν παντού το μήνυμά του: «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (πρβλ. Μθ 28, 19 όπου η εντολή δίδεται στους μαθητές, ενώ έχουν συγκεντρωθεί στη Γαλιλαία). Το ευαγγέλιο που «ήλθεν κηρύσσων ο Ιησούς» στη Γαλιλαία (1,14) έχει ευρύτερες οικουμενικές διαστάσεις· προορίζεται για τον «κόσμο άπαντα», για την «κτίσιν πάσαν».

Ο αρχικός κύκλος των μαθητών του Ιησού, η εκκλησία, πρέπει να διευρυνθεί τόσο ώστε να συμπέσει τελικά με άπαντα τον κόσμο. Είναι προφανές ότι ο Αναστάς προσδιορίζει εδώ το ιεραποστολικό καθήκον ως ουσιαστικό έργο της εκκλησίας. Η ανταπόκριση των ανθρώπων στο κήρυγμα με την πίστη και το βάπτισμα, δηλ. η ένταξή τους στην εκκλησία [Ο στίχ 16 παρουσιάζεται εκκλησιολογικά πιο ανεπτυγμένος στο Ματθ. 28,19 «…βαπτίζοντες αυτούς σεις το όνομα του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος». Ο Θεοφύλακτος σχολιάζοντας το «πάση τη κτίσει» του Μάρκου 16,15 παρατηρεί: «Δεν είπε κηρύξατε σε όσους πείθονται, αλλά, σε όλη την κτίση, είτε πείθονται είτε όχι»], οδηγεί στη σωτηρία.

Έτσι, αντί του θέματος «απιστία» - «απιστείν» των προηγούμενων στίχων, από το στιχ. 16 ε. κυριαρχεί το «πιστεύειν» καθώς και τα «σημεία» που θα μπορούν να ενεργούν «εν τω ονόματι» του Ιησού οι πιστεύοντες. Αυτά απαριθμούνται στους στιχ. 17-19: θεραπεία ανθρώπων από δαιμόνια, «γλώσσαι καιναί» [Εάν με τις καινές γλώσσες νοούνται οι λεγόμενες ξένες γλώσσες, «διάλεκτοι αλλοεθνείς»(Ζιγαβηνός), ή κάποια νέα γλώσσα, η γλώσσα του Αγίου Πνεύματος, η νέα γλώσσα της αγάπης που μιλούν οι πιστοί μέσα στον κόσμο αποτελεί ερμηνευτικό πρόβλημα που τίθεται και εξ’ αφορμής των όσων λέγει ο απ. Παύλος στην Α΄Κορ. κεφ. 12-14. Ο Gnilka σχετίζει τη φράση αποκλειστικά με το γεγονός της Πεντηκοστής], νικηφόρα αντιμετώπιση κινδύνων (από όφεις π.χ. ή από θανάσιμα δηλητήρια), θεραπεία αρρώστων.

Το Πνεύμα του Θεού, που κατά τη διήγηση των Πράξεων 2, 1-11 κατέρχεται κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, ήδη προανακρούεται με τα λόγια αυτά του Ιησού, γιατί οι εκδηλώσεις των πιστών που προαναγγέλλονται εδώ (ιάματα γλωσσολαλία κλπ.) είναι δώρα του Αγίου Πνεύματος· και όπως στην περίπτωση του Ιω 20,22 («λάβετε πνεύμα άγιον») ο Ορθόδοξος ερμηνευτής, επίσκοπος Κατάνης Cassien Besobrasoff, ομιλεί για «Ιωάννεια Πεντηκοστή», έτσι και εδώ θα μπορούσε να μιλήσει κανείς, τηρουμένων των αναλογιών, για «Μάρκεια Πεντηκοστή».
Η εκκλησία παράλληλα με την ιεραποστολική εντολή που παίρνει από τον Αναστάντα εφοδιάζεται με τη δύναμη, που είναι καρπός πίστης, να θεραπεύει αρρώστους, να διώχνει το δαιμονικό στοιχείο από τη ζωή των ανθρώπων, να ανθίσταται νικηφόρα στις διάφορες επιβουλές της φύσης («όφεις») ή των ανθρώπων («θανάσιμόν τι πίωσιν»). Μπορεί να υποστηρίζει κανείς ότι με τις εντολές αυτές του Αναστάντος που καλούνται να πραγματοποιήσουν οι μαθητές και στη συνέχεια η εκκλησία αποκαθίσταται η αρχική παραδείσια προπτωτική αρμονία μεταξύ ανθρώπου και φύσης καθώς και μεταξύ ανθρώπου και συνανθρώπου, όπως ήδη προανακρούεται αυτή η αρμονική συνύπαρξη στη σύντομη διήγηση του ευαγγελιστή για τους πειρασμούς του Ιησού (1,13) μέσα σ΄ ένα περιβάλλον που θυμίζει το Γεν. 3.
Οι στιχ. 19-20 περιέχουν αφ’ ενός μεν την ανάληψη του Κυρίου Ιησού (η οποία κατά τα Λκ 24, 50-53 και Πρ 1, 9-11 συντελείται στο όρος των Ελαιών) και αφ΄ετέρου μια γενική δήλωση της δραστηριότητας των μαθητών «πανταχού». Ο Κύριος, κλείνοντας τον κύκλο της επίγειας δράσης, επανέρχεται «όπου ην το πρότερον», κάθεται «εκ δεξιών του Θεού» [Δες ερμηνευτικό σχόλιο του Ζιγαβηνού: «Και βεβαίως ο Θεός και ο πατέρας του, επειδή είναι ασώματος, δεν θα μπορούσε να έχει δεξιά ή αριστερά. Διότι αυτά είναι σχήματα των σωμάτων. Επομένως λοιπόν το ότι θα καθίσει μεν, δηλώνει ανάπαυση και απόλαυση της θείας βασιλείας· ενώ το, στα δεξιά του Θεού, δηλώνει την οικειότητα και την ίδια τιμή με τον Πατέρα»], και από τη θέση αυτή κατευθύνει την ιστορία και «συνεργεί» στο έργο των μαθητών, επιβεβαιώνοντας το κήρυγμα τους με θαυμαστά γεγονότα («σημεία»). Η τελευταία αυτή περιληπτική δραστηριότητα των μαθητών, που χαρακτηρίστηκε ως η «σύνοψη των Πράξεων των Αποστόλων» (Gnilka. Δες και Τρεμπέλα: «Στη φράση αυτή περιλαμβάνεται η όλη δράση των Αποστόλων, τμήμα της οποίας αφηγούνται οι Πράξεις των Αποστόλων»), δείχνει ότι η ιεραποστολική εντολή του Αναστημένου Χριστού άρχισε ήδη να γίνεται ιστορική πραγματικότητα.


(Ιωάννου Καραβιδόπουλου,Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδ.Πουρναρα, σελ.509-514).

Επίλογος του ευαγγελίου: Οι εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού 16, 9-20.
Πολλοί ερμηνευτές από τους πρώτους ήδη αιώνες αναρωτιούνται: Ποιό είναι το αρχικό τέλος του ευαγγελίου; Το «εφοβούντο γαρ» [ότι είναι δυνατόν να τελειώνει το ευαγγέλιο με το «γαρ», έδειξαν διάφοροι ερευνητές προσάγοντας παραδείγματα από την αρχαία ελληνική φιλολογία· βλ. π.χ. Πλωτίνου,Εννεάδες 32 (V,5): «τελειότατον γαρ»· και Μουσονίου Ρούφου, Tractatus 12: «γνώριμον γαρ». Τα παραδείγματα είναι από το άρθρο του F.W. van Horst, “Can a book end with γαρ? Note on Mark. 16,8” JTS 1972,121-124. Ο Lane προσάγει παράδειγμα και από την πρόσφατη δημοσίευση της κωμωδίας του Μενάνδρου, Δύσκολος, 437: «ναι μα τον Δία, το γουν πρόβατον μικρού τέθνηκε γαρ»] του στιχ. 8;

Πράγματι στο σημείο αυτό τελειώνει το ευαγγέλιο στους δύο μεγάλους αρχαίους κώδικες του 4ου αιώνα, το Σιναϊτικό (Σιν) και το Βατικανό (Β),  επίσης στο μικρογράμματο χειρόγραφο 304 (του 12ου αι.), στη συριακή σιναϊτική μετάφραση και στα περισσότερα χειρόγραφα της αρμενικής μετάφρασης. Από τους εκκλ. συγγραφείς και πατέρες άλλοι παραδίδουν την πληροφορία ότι τα χειρόγραφα του ευαγγελίου που γνωρίζουν τελειώνουν στο «εφοβούντο γαρ» και άλλοι ότι περιέχουν και στους στίχους από το «Αναστάς δε πρωί…» ως το «επακολουθούντων σημείων» (δηλ. τους στιχ. 9-20).
Έτσι π.χ. ο Ευσέβιος Καισαρείας γράφει: «Τα γουν ακριβή των αντιγράφων το τέλος περιγράφει της κατά Μάρκον ιστορίας εν τοις λόγοις του οφθέντος νεανίσκου ταις γυναιξί και ειρηκότος αυταίς μη φοβείσθαι… και ακούσασαι έφυγον και ουδενί ουδέν είπον· εφοβούντο γαρ. Εν τούτω γαρ σχεδόν εν άπασι τοις αντιγράφοις του κατά Μάρκον ευαγγελίου περιγέγραπται το τέλος» (Προς Μαρίνον α ΒΕΠ. 23,328). Επίσης και ο Γρηγόριος Νύσσης: «Εν μεν τοις ακριβεστέροις αντιγράφοις το κατά Μάρκον ευαγγέλιον μέχρι του εφοβούντο γαρ έχει το τέλος» (Εις το άγιον Πάσχα Λόγ. Β 9,PG 46,644-645).

Από την άλλη μεριά όμως ο Βίκτωρ πρεσβύτερος Αντιοχείας γράφει στο τέλος της ερμηνείας του τα εξής: «Ει δε και το «αναστάς πρωί» μετά τα επιφερόμενα παρά πλείστοις αντιγράφοις ου κείνται εν τω παρόντι ευαγγελίω, ως νόθα νομίσαντες αυτά είναι, αλλ’ ήμείς εξ ακριβών αντιγράφων εν πλείστοις ευρόντες αυτά και κατά το Παλαιστινιαίον ευαγγέλιον, ως έχει η αλήθεια Μάρκου, συντεθείκαμεν, και την εν αυτώ επιφερόμενην δεσποτικήν ανάστασιν, μετά το εφοβούντο γαρ… μέχρι του «δια των επακολουθούντων σημείων. Αμήν». Αργότερα ο Ζιγαβηνός παρόλο που γνωρίζει την άποψη ότι η περικοπή είναι «προσθήκη μεταγενεστέρα» ωστόσο την ερμηνεύει: «φασί δε τινες των εξηγητών ενταύθα συμπληρούσθαι το κατά Μάρκον ευαγγέλιον· τα δε εφεξής προσθήκην είναι μεταγενεστέραν. Χρη δε και ταύτην ερμηνεύσαι, μηδέν τη αληθεία λυμαινομένην».
Οι παραπάνω πατερικές μαρτυρίες δείχνουν ότι το ερώτημα περί του τέλους του ευαγγελίου είχε αντιμετωπισθεί ήδη κατά τους πρώτους αιώνες·  αυτό μαρτυρούν άλλωστε και οι  προσπάθειες συγγραφής επίλογου σε αρχαία χειρόγραφα. Ένας τέτοιος σύντομος επίλογος είναι ο ακόλουθος: Πάντα δε τα παρηγγελμένα τοις περί τον Πέτρον συντόμως εξήγγειλαν. Μετά δε ταύτα και αυτός ο Ιησούς από ανατολής και άχρι δύσεως εξαπέστειλεν δι΄αυτών το ιερόν και άφθαρτον κήρυγμα της αιωνίου σωτηρίας. αμήν
Έναν ευρύτερο και γνωστότερο επίλογο αποτελούν οι στιχ, 9-20 [Ο σύντομος επίλογος μόνος του μαρτυρείται σε χειρόγραφο της itala· ακολουθούμενος και από τον ευρύτερο των στίχ. 9-20 μαρτυρείται στα χειρόγραφα L,Ψ,099,0112,274,579,I 602, και σε μερικές αρχαίες μεταφράσεις. Ο ευρύτερος επίλογος (στιχ. 9-20) μόνος του μαρτυρείται στα A,C,D,K,(W),X,Δ,Θ,Π,f 13,28,33,565,700 κ.α., στα βυζαντινά μικρογράμματα, σε Εκλογάδια, στη Vulgata και σε αρχαίες μεταφράσεις· επίσης στους Ιουστίνο, Ειρηναίο, Τατιανό (Διατεσσάρων(, Δίδυμο] που στις νεώτερες κριτικές εκδόσεις τοποθετούνται μέσα σε αγκύλες.
Οι σύγχρονοι ερμηνευτές επισημαίνουν, πέρα από τη διαφοροποίηση της χειρόγραφης παράδοσης, και τα εξής: α) Το διαφορετικό λεξιλόγιο των στίχων αυτών που είναι άγνωστο στο υπόλοιπο σώμα του ευαγγελίου. (π.χ. απιστώ, βεβαιώ, βλάπτω, επακολουθώ, θανάσιμος, θεώμαι, μετά ταύτα κλπ)· β) τη διαπίστωση ότι οι άλλοι δύο Συνοπτικοί ευαγγελιστές ακολουθούν τον Μάρκο στη διήγηση του πάθους και της ανάστασης ως το 16, 8 ενώ μετά από το στίχο αυτό ακολουθούν όχι από κοινού αλλ΄ο καθένας ξεχωριστά άλλη σειρά στις αφηγήσεις του για τις εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού· γ) το γεγονός ότι  οι στίχοι αυτοί αποτελούν σύνοψη όλων των άλλων ευαγγελικών διηγήσεων για τις εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού.
Επίσης συζητούν οι σύγχρονοι ερμηνευτές το θέμα του συγγραφέα των στιχ. 9-20.

Ορισμένοι αποδίδουν τη συγγραφή του τεμαχίου αυτού στον Αριστίωνα τον οποίο αναφέρει ο Παπίας, επίσκοπος στην Ιεράπολη (Ευσεβίου Εκκλ.Ιστ. Γ 39,ΒΕΠ 19,280), και τούτο γιατί σε αρμενικό χειρόγραφο του έτους 989 υπάρχει η πληροφορία, πιθανώς μεταγενέστερη από την εποχή του χειρογράφου, ότι οι στίχοι αυτοί προέρχονται από κάποιον Αρίστωνα. Έτσι, ορισμένοι ταύτισαν τον Αρίστωνα με τον Αριστίωνα του Παπία (Τρεμπέλας, Β. Ιωαννίδης (Εισαγωγή εις την Κ.Δ. 1960,83)· προς την άποψη αυτή κλίνει και ο Grundmann). Ελάχιστοι πιστεύουν ότι ο ίδιος o ευαγγελιστής μεταγενεστέρως πρόσθεσε αυτόν τον επίλογο στο κείμενό του (X. Παπαϊωάννου,169-179· βλ. κριτική της άποψης του Παπαϊωάννου με τα αρχικά Σ.Ε. στη Θεολογία 2(1924),297-306), ενώ άλλοι τον αποδίδουν αορίστως σε μαθητή του Κυρίου με αναγνωρισμένο κύρος (Lagrange, κ.α.), και άλλοι, τέλος δεν προσδιορίζουν εγγύτερα το συγγραφέα αρκούμενοι στην άποψη ότι είναι διαφορετικό του ευαγγελιστή πρόσωπο (Lane,Schmid,Schweizer,Branscomb κ.α. Δες και W.Farmer,The Last Twelve Verses of Mark, 83 ε).
Λαμβάνοντες υπόψη τις μαρτυρίες των χειρογράφων, τα σχόλια των ερμηνευτών εκκλ. συγγραφέων και πατέρων, καθώς και τις απόψεις των συγχρόνων ερμηνευτών παρατηρούμε τα εξής:
α) Δεν έχει αμφισβητηθεί από κανένα – και δεν είναι άλλωστε δυνατό να αμφισβητηθεί – η κανονικότητα των στιχ. 9-20, το γεγονός δηλαδή ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ευαγγελίου και συνεπώς του κανόνα της Κ.Δ. αφού μαρτυρούνται ήδη από το 2ον αιώνα στους Ιουστίνο, Τατιανό, και Ειρηναίο (Βλ. Ειρηναίου, Έλεγχος Γ 10,6 PG 7,879. Ιουστίνου,Α Απολογία 45,5. ΒΕΠ 3,185. Τατιανού,Διατεσσάρων…..
β) Και αν ακόμα προέρχονται οι στίχοι αυτοί από κάποιον άλλον συγγραφέα, διάφορον του ευαγγελιστή Μάρκου, αποτελούν θεόπνευστο κείμενο της εκκλησίας που περιέχει το μήνυμα της Ανάστασης, όπως το έζησαν και το μετέδωσαν αυτοί στους οποίους εμφανίσθηκε ο Αναστημένος Χριστός.
γ) Είναι ορθή η διαπίστωση ότι οι στίχοι αυτοί αποτελούν σύνθεση και περίληψη όλων των ευαγγελικών διηγήσεων για τις εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού, αποτελούν δηλ. την αρχαιότερη «ευαγγελική αρμονία» (Cassien Besobrasoff,La Pentecote Johannique,1939,28…. Ο Gnilka χαρακτηρίζει τους στίχους 9-20 ως «ένα είδος πασχάλιας κατήχησης για τη διδασκαλία της κοινότητας»). Οι στίχοι 9-11 περιέχουν την εμφάνιση στην Μαρία την Μαγδαληνή (Ιω 20,11-18), οι στιχ. 12-13 την εμφάνιση σε δύο μαθητές που πορεύονται προς Εμμαούς (Λκ 24, 13-35), ο στιχ. 14 την εμφάνιση στους ένδεκα (Λκ 24, 36-49. Ιω 20, 19-23), οι στιχ. 15 ε. την εντολή του Αναστάντος προς τους μαθητές (Μθ 28, 18-20) και τέλος οι στιχ. 19-20 την ανάληψη (Λκ 24, 50-53).

Σελίδα 1 από 35

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (146) Αγάπη Θεού (35) αγάπη σε Θεό (9) αγάπη σε Χριστό (29) άγγελοι (5) Αγία Γραφή (40) Άγιο Πνεύμα (5) άγιοι (8) άγιος (64) αγνότητα (3) άγχος (9) αγώνας (50) αγώνας πνευματικός (7) αθεΐα (69) αιρέσεις (55) αλήθεια (16) αμαρτία (47) Ανάσταση (56) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (107) άνθρωπος (15) αντίχριστος (5) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (3) απόκρυφα (7) αρετή (41) ασθένεια (8) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (36) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (6) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (30) Γένεση (4) Γεροντικόν (38) γλώσσα (24) γνώση (4) γονείς (30) γυναίκα (6) δάκρυα (1) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (35) διάβολος (36) διάκριση (33) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (3) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (70) εικόνες (14) ειρήνη (2) εκκλησία (47) Εκκλησιαστική Ιστορία (7) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (6) ελευθερία (9) Ελλάδα (10) ελπίδα (10) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (55) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (53) εργασία (23) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (33) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (42) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (15) ευχαριστία (4) ζώα (11) ηθική (2) ησυχία (2) θάνατος (66) θάρρος (7) θαύμα (54) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (35) Θεία Λειτουργία (32) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (81) θρησκείες (5) θυμός (24) Ιγνάτιος Θεοφόρος (6) ιεραποστολή (10) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (1) Ιστορία Παγκόσμια (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (4) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (13) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (7) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (31) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (65) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (34) λείψανα (1) λογισμοί (19) λύπη (1) μαγεία (3) μάρτυρες (4) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (15) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (55) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (6) μοναχισμός (7) μόρφωση (6) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (6) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (8) νους (7) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (5) όνειρα (20) Ορθοδοξία (40) πάθη (22) πάθος (2) παιδεία (6) παιδιά (12) Παΐσιος Όσιος (1) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (45) παράδειγμα (3) Παράδεισος (32) Παράδοση Ιερά (1) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (2) πίστη (123) πλούτος (4) πνευματική ζωή (32) πνευματικός πατέρας (10) πνευματισμός (6) ποίηση (11) πόλεμος (7) πολιτική (3) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (19) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (30) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (98) προσοχή (2) προτεσταντισμός (14) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (16) Σταυρός (18) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (34) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (4) υπαρξιακά (20) υποκρισία (1) υπομονή (26) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (3) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (2) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (8) Χριστούγεννα (31) χρόνος (8) ψεύδος (8) ψυχή (47) ψυχολογία (4)