Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Ο Γερο-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινάς «διηγήθηκε:
«Κατά το χειμώνα του 1943 στην Αθήνα, όπου διέμενα ως λαϊκός, υπήρχε μεγάλη στέρηση των αναγκαίων και σε συνδυασμό με το βαρύ χειμώνα πολύς κόσμος πέθαινε. Εκείνη την εποχή συνήθιζα να επισκέπτομαι αυτή την πολύ ευλαβή καλόγρια, η οποία είχε στο σπίτι της την παλαιά εικόνα της Παναγίας από τη Μ. Ασία. Η εικόνα αυτή έφερε επάνω της πολλά παλαιά τάματα, μερικά απ’ τα οποία ήταν πολύτιμα. Καθώς λοιπόν εστενοχωρούμεθα από την έλλειψη τροφίμων, μία ημέρα της λέω:
- Βρε Μαρία, δεν πουλάς το μάλαμα απ’ την εικόνα να αγοράσουμε τίποτα να φάμε;
Αυτή απάντησε:
- Το μάλαμα αυτό είναι της Παναγίας και δεν μπορώ να το πειράξω. Αν ήθελε η Παναγία να μας το δώσει θα μας το έδινε.
Μόλις, όμως, είπε αυτά τα λόγια ένα χρυσό βραχιόλι απ’ τα τάματα της εικόνας σηκώθηκε μόνο του απ’ την εικόνα και κόλλησε στο τζάμι της σαν να ήθελε να βγει έξω από το προσκυνητάρι. Αυτό το θεώρησε πως ήταν σημάδι από την Παναγία. Πούλησε το βραχιόλι και αγοράσαμε τρόφιμα, με τα οποία βγάλαμε το δύσκολο εκείνο χειμώνα»

(Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση, Αγ Όρος 2011, στο αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ GPS για τον Παράδεισο σελ. 206-207)

«Σε κήρυγμά του ο Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης μάς μίλησε για τη βλασφημία.
Είπε, ότι όταν υπηρετούσε στο στρατό άκουσε έναν να βλαστημά την Παναγία. Πήγε, λοιπόν, και ως στρατιωτικός ιερέας, το ανέφερε στον υπεύθυνο αξιωματικό. Είπε:
- Αυτός βλαστήμησε τη βασίλισσα.
Φωνάζει ο αξιωματικός τον βλάστημο και του λέει:
- Γιατί βλαστήμησες τη βασίλισσα;
- Εγώ, λέει ο φαντάρος, βλαστήμησα τη βασίλισσα, τη Φρειδερίκη;
- Μα αυτό μας λέει ο ιερέας εδώ.
- Δεν βλαστήμησε τη Φρειδερίκη, του εξηγεί ο π. Αυγουστίνος, την Παναγία βλαστήμησε.
- Αι, πες μας έτσι!, είπε ο αξιωματικός και κάθισε στην καρέκλα του…
- Μπράβο σας, λέει οργισμένος ο π. Αυγουστίνος. Μεγάλη η βασίλισσα, μικρή η Παναγία!»

(Ειρήνη Βερούλη, στο περ. Χριστιανική Σπίθα, στο αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Εξομολόγηση,Αθήνα 2012 σελ. 88-89)

Ο κ. Τσολάκης Βασίλειος, Αστυνομικός από την Αριδαία, διηγείται: Κάποιος γνωστός μου είχε πάει στο εξωτερικό. Δυστυχώς εκεί έμπλεξε με Προτεστάντες με αποτέλεσμα να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να γίνει Προτεστάντης.
Μια μέρα με επισκέφτηκε στο γραφείο μου και βλέποντας τη φωτογραφία του π. Παϊσίου μου είπε έντρομος: Αυτόν τον ξέρω. Πριν 10 χρόνια πήγα στο Κελλί του με άλλους δύο. Μόλις φθάσαμε, μόνο εμένα δεν μου επέτρεψε να μπω. Διότι μου είπε ότι είμαι αιρετικός, γιατί δεν πιστεύω στην Παναγία και στους Αγίους

(ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου, σελ. 611)

Οι Προτεστάντες, ως άνθρωποι λογικοκρατούμενοι, απορρίπτουν ορισμένες πτυχές του θεομητορικού δόγματος. Και ενώ δέχονται την παρθενική σύλληψη του Χριστού, περί της οποίας ομιλεί σαφώς η Γραφή, αρνούνται την παρθενική γέννησή του, γιατί μια γέννηση καταστρέφει φυσιολογικά την παρθενία της όποιας μητέρας. Αυτό βέβαια είναι αληθινό στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Κάθε μάνα που γεννά δεν μπορεί να παραμένει παρθένος. Πέρα από τα στεγανά όρια της φύσεως και της λογικής οι άνθρωποι δεν έχουν αίσθηση της μυστηριακής πραγματικότητας, η οποία νικά «φύσεως τάξιν». Κατ’ αυτούς ο τρόπος γεννήσεως του Χριστού δεν έχει μεγάλη σημασία. Δεν προσδίδει μεγάλο αξίωμα στη Μητέρα. Δεν μπορούν να την εντοπίσουν στην υπερφυσική διάσταση του μυστηρίου της. Δεν μπορούν να δουν την καινότητα του τόκου του Υιού του Θεού, που γίνεται η άφθαρτη απαρχή μιας νέας πνευματικής ανακαίνισης και αναγέννησης των ανθρώπων. Μιας αναγέννησης που σπάει τα δεσμά της φθοράς που απορρέουν από την παλαιότητα της φύσεως του Αδάμ. Μένουν ασάλευτα δεμένοι με τη φύση. Η υπερφύση δεν τους ακουμπά.

Πολύ λιγότερο δεν μπορούν να δεχτούν το «αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Κατά τους Προτεστάντες μετά τη γέννηση του Ιησού, η Μαρία ήλθε σε γαμική σχέση με τον Ιωσήφ, από την οποία απέκτησε τέκνα ,τους φερομένους ως αδελφούς του Χριστού⁸⁷. Τις αντιλήψεις τους αυτές, προσπαθούν να τις στηρίξουν στην αγία Γραφή. Έτσι προσάγουν τα χωρία, εις τα οποία μνημονεύονται οι αδελφοί του Κυρίου και το Ματθ.1,25: «ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον». Κακώς όμως, γιατί αδελφοί του Ιησού μπορούν να είναι στενοί συγγενείς του είτε από την πλευρά του Ιωσήφ (φυσικά τέκνα του από πρότερο γάμο) είτε από την πλευρά της Θεοτόκου. Την έννοια του αδελφού σημαίνοντος τον εξάδελφον ή ανεψιό, απαντούμε σε πολλά χωρία της Γραφής:Γεν.12,5. 13,8 .29,15.Η φράση «έως ου (έως ότου)» στην οποία στηρίζουν οι Διαμαρτυρόμενοι τη γνώμη τους, ότι δηλαδή ο Ιωσήφ δεν είχε σαρκική σχέση με τη Μαρία μέχρις ότου γέννησε τον Υιό της και μετά ταύτα ήλθε σε γαμική συνένωση με τη Μαρία, δεν μπορεί αναγκαίως να στηρίξει τις απόψεις τους.

Ο χρονικός προσδιορισμός αναφέρεται σε ένα ορισμένο χρονικό σημείο για το οποίο ενδιαφέρεται ο ομιλών, αφήνοντας τη χρονική συνέχεια ακαθόριστη. Στο Γεν. 8,7 γίνεται λόγος περί του κόρακος που βγήκε από την κιβωτό του Νώε, ο οποίος δεν επέστρεψε σ΄ αυτήν «έως του ξηρανθήναι το ύδωρ». Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο κόραξ γύρισε πίσω μετά την αποξήρανση των υδάτων (βλ.Ψαλμ.122,2). Ομοίως και η λέξη «πρωτότοκος» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην τον πρώτο μεταξύ πολλών αδελφών, αλλά τον πρώτο γεννηθέντα (βλ.Εξοδ.34,19εξ.), άσχετα αν ακολουθούν ή όχι άλλοι αδελφοί.
Άλλωστε δεν θα ήταν σοβαρό να πιστέψουμε, ότι η Θεοτόκος μετά την πείρα της ως Μητέρας του Θεού και την αίγλη του θαύματος στο οποίο τόσο επάξια λειτούργησε, θα είχε σκέψη και επιθυμία να έλθει σε γαμική σχέση με άντρα («Πώς δηλαδή θα καταδεχόταν την συνένωση με άνδρα ενώ γέννησε το Θεό και γνώρισε το θαύμα με την πείρα των σημείων που έχουν ακολουθήσει. Μη βλασφημείς· όχι μόνο δεν είναι γνώρισμα συνετής σκέψης να σκέφτεται τέτοια, πόσο μάλλον και να τα κάνει» Ιωάννης Δαμασκηνός. Χρ. Ανδρούτσου, Δογματική σελ. 173). Ο Ιωσήφ ήταν απλώς «μνήστωρ» (αρραβωνιαστικός της Θεοτόκου) και όχι σύζυγός της.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ. 115-117)

Η Παναγία Θεοτόκος όταν γεννούσε τον Υιό της, δεν ένιωσε τις φυσικές ωδίνες του τοκετού που νιώθουν όλες οι άλλες γυναίκες. Αυτό ήταν σύμφωνο με το γενικότερο νόημα του θεομητορικού μυστηρίου της. Εφόσον η σύλληψη του Κυρίου έγινε χωρίς σπορά ανδρική, αυτή δε (η σύλληψη) καθώς και η γέννηση του Χριστού δεν παρέβλαψε την παρθενία της τεκούσης Μητρός, μέσα στο πλέγμα αυτό των απορρήτων θαυμασίων του Θεού εντάσσεται όχι μόνο ο αλόχευτος τόκος, αλλά και η ανώδυνη γέννηση του Υιού της.
Άλλωστε ο επώδυνος τόκος ήταν για την γυναίκα ειδικό τίμημα της παρακοής, σύμφωνα με την κατάρα που έδωσε ο Θεός στην προμήτορα Εύα: «Και τη γυναικί είπε: πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου· εν λύπαις τέξη τέκνα»(Γένεση 3,16). Από το χωρίο συνάγεται, ότι αν δεν αμάρτανε η Εύα, θα γεννούσε χωρίς λύπες και πόνους τα τέκνα της. Η Μαρία εξαιρείται από τον κανόνα αυτόν, διότι ο τόκος της δεν εντάσσεται στη φυσική ροή κάθε άλλης ανθρώπινης γέννησης, σ’ αυτόν δε δεν υπάρχει κανένα ίχνος της μεταπτωτικής φύσεως, που έπεσε στην αμαρτία και το θάνατο.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ.121)

Η Άσπιλος Σύλληψις δεν αναφέρεται στον τόκο της Θεοτόκου, όπως εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε κανείς να υπονοήσει, αλλά στη δική της γέννηση από τους γονείς της, τον Ιωακείμ και την Άννα.
Κατά τη διδασκαλία αυτή στη Μαρία, και στην προοπτική της περίοπτης θέσεως που θα είχε στο χριστολογικό μυστήριο, δόθηκε χάρη από το Θεό να γεννηθεί χωρίς να φέρει το προπατορικό αμάρτημα.

Η θεωρία αυτή, που είναι δόγμα πίστεως της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, από ορθόδοξη άποψη είναι εσφαλμένη. Το προπατορικό αμάρτημα είναι κλήρος καθολικός για κάθε άνθρωπο, που έρχεται στον κόσμο δια της φυσικής γεννήσεως και από γονείς ανθρώπους. Η Θεοτόκος Μαρία είχε και αυτή τους γονείς της. Γεννήθηκε όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Δεν συντρέχει λοιπόν κανένας λόγος να εξαιρεθεί από την ιστορική της συνέχεια και συνέπεια. Η Γραφή και η Παράδοση δεν κάνουν λόγο για ένα τέτοιο δίδαγμα. Η Μαρία, ως κοινή θυγάτηρ του Αδάμ, έφερε το προπατορικό αμάρτημα, από το οποίο την απάλλαξε το Πνεύμα το άγιο κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού της.

Στην Ορθοδοξία έχουμε «άφθορον σύλληψιν» του Χριστού και όχι «Άσπιλον Σύλληψιν» της Θεοτόκου.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ. 120-121)

Εδώ πρέπει να διαστείλουμε την «απόλυτη» αναμαρτησία από τη «σχετική». Απολύτως αναμάρτητος ήταν μονάχα ο Χριστός, διότι ήταν Θεάνθρωπος. Οποιοδήποτε άλλο πλάσμα δεν μπορεί να έχει την αναμαρτησία αυτή, ούτε και η αγία Θεοτόκος, «η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και η ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Είχε και αυτή τις μικρές της αμαρτίες σύμφωνα με τους λόγους της Γραφής: «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν»(Α΄Ιω. 1,8).
Τις αμαρτίες αυτές τις καθάρισε το Πνεύμα του Θεού, όταν την βάπτισε με τη χάρη του την ημέρα του Ευαγγελισμού της από τον άγγελο του Θεού. Μετά δε την Πεντηκοστή, όταν έλαβε και αυτή -όπως και οι λοιποί μαθητές- (για δεύτερη φορά) το Πνεύμα το άγιο, απονέμουμε στη Θεοτόκο αναμαρτησία «σχετική», ότι δηλαδή η χάρη του Θεού τη διατήρησε καθαρή από κάθε αμαρτία, κι αυτό ως στεφάνωμα της μεγάλης αρετής της και του ρόλου που διαδραμάτισε ως Μητέρα του Λυτρωτή, ως προταρχική υπεράξια συνθήκη της εισόδου του Θεού στον κόσμο και προϋπόθεση της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων.

Στο πλέγμα αυτό της σχετικής αναμαρτησίας της Παρθένου πρέπει να ενταχθούν και να ερμηνευτούν όλα τα εγκώμια και οι τίτλοι που της απονέμει η Εκκλησία, η οποία την αποκαλεί «Πανάμωμον, άχραντον, πανάχραντον, Παναγία» κ.τ.ο.
(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε αρητήματα δογματικά,εκδ. Αποστολική Διακονία 2006 σελ. 123-124)

82. Ήταν αναμάρτητη η Παναγία;
Φυσικά όχι. Αναμάρτητος στην κυριολεξία είναι μόνον ο Θεός που κατοικεί στους ουρανούς, ο πανάγιος Κύριος της δόξης. Ιδέα ή ίχνος αμαρτίας δεν μπορεί να υπάρξει στην πανάσπιλη φύση του. Αν μπορούσε ν’αμαρτήσει, δεν θα ήταν Θεός αληθινός, πανάγαθος, πάνσοφος και παντοδύναμος. Αμαρτία και θεότητα αποτελούν έννοιες αντικρουόμενες. Στη γη δε, αναμάρτητος υπήρξε μόνον ο Κύριος, ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος όχι μόνο δεν αμάρτησε ,αλλ’ ούτε είχε τη δυνατότητα να αμαρτήσει. Αυτό, ως είδαμε, ήταν ακολουθία της μορφώσεως του θεανδρικού προσώπου του. Αν και ελεύθερος ο Χριστός, δεν μπορούσε ωστόσο να πέσει στην αμαρτία, γιατί το θέλημα της ανθρώπινης φύσεώς του, θεωμένο στην υποστατική ένωση, ακολουθούσε σταθερά το θείο του θέλημα. Άλλωστε ο Χριστός δεν είχε θέλημα γνωμικό, δηλαδή θέλημα έξω από το θεανδρικό του μυστήριο (Θεόδωρος Μοψουεστίας, Νεστόριος), που μπορούσε ελεύθερα και αυτοπροαίρετα να αμαρτήσει.

Η Παναγία όμως δεν ήταν αναμάρτητη. Ως γνήσια απόγονος του Αδάμ, είχε στη φύση της τον ρύπο της προγονικής παραβάσεως και τη φθορά της πεσμένης φύσεως. Απ’ αυτά καθαρίστηκε κατά τη στιγμή του Ευαγγελισμού της από τον άγγελο, όταν το Πνεύμα το άγιο επισκίασε τη φωτεινή μήτρα της. Κατόπιν, κατά τη Γραφή, κανείς δεν μπορεί να είναι αναμάρτητος, έστω και αν μια ημέρα είναι η ζωή του επι της γης.(«Τις γαρ καθαρός έσται από ρύπου; Αλλ’ ουσείς. Εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης») Ελαφρά και συγγνωστά αμαρτήματα είχε η Θεοτόκος ως το σημείο του Ευαγγελισμού της . Μετά όμως τη σύλληψη του Υιού του Θεού από το Πνεύμα το Άγιο, η χάρη του θείου Παρακλήτου την εκαθάρισε τόσο βαθιά και της έδωσε τέτοια δύναμη, ώστε να μην πράττει καμιά αμαρτία. Στη δυναμική αυτή είναι τοποθετημένοι και οι Άγιοι, οι οποίοι με τη σταθερή τους προσήλωση στο αγαθό και με τη βοήθεια πάντοτε της χάριτος του Θεού, φθάνουν στα μέτρα της πνευματικής τελειότητας, μένοντας δυσκίνητοι προς την αμαρτία και το κακό. Σε πλήρες μέτρο αυτό έγινε στους αγαθούς αγγέλους.

Η αναμαρτησία της Θεοτόκου δεν ήταν απόλυτη, αλλά σχετική: το πλήρες σημείο ηθικής τελειώσεως στο οποίο μπορούσε να φθάσει πλάσμα ανθρώπινο. Ήταν το απαστράπτον δοχείο της χάριτος ,το όρος το «τετυρωμένον εν Πνεύματι»(από τον Ακάθιστο Ύμνο), το οποίο έλκυσε την αγάπηση του Πλάστη (Ψάλμ 44,11.12), ώστε να λάβει από τα πάναγνα αίματά της την ανθρώπινη φύση του με την οποία έσωσε τον κόσμο από το θάνατο της αμαρτίας. Στη διάσταση της σχετικής αυτής αναμαρτησίας πρέπει να νοηθούν όλες οι επωνυμίες με τις οποίες διακοσμεί η Εκκλησία το άχραντο πρόσωπο της Θεοτόκου: Άσπιλη, αμόλυντη, άχραντη, πανάμωμη κ.τ.τ.

(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε αρητήματα συμβολικά,εκδ. Αποστολική Διακονία 2006 σελ. 117-118)

Η Κυρία Θεοτόκος κατά τον έξω χαρακτήρα και ήθος του σώματος ήτο σεμνή και σεβάσμια κατά πάντα, ολίγα και απαραίτητα λαλούσα, ήτο ογλήγορος εις το υπακούειν και ευπροσήγορος, ετίμα όλους και επροσκύνει, είχε το μέγεθος του σώματος μέσον και σύμμετρον, δεν επαρουσιάζετο εις κάθε άνθρωπον, ήτο μακράν από τόν γέλωτα και έξω από κάθε ταραχήν και θυμόν.

Το χρώμα του θεοδόχου Της σώματος ήτο όμοιο με το χρώμα του σιταριού.
Είχε ξανθάς τάς τρίχας της κεφαλής, είχεν οφθαλμούς πολλά ωραίους, χρωματισμένους με θείαν σεμνότητα, ωραισμένους με κόρας οξείς και όμοιας με τήν ελαίαν και καλλυνομένας με βλεφαρίδας φαιδροπρεπείς.
Είχε τα οφρύδια μαύρα, κυκλικώς σχηματισμένα. Είχε τήν μύτην ομαλήν και ευθείαν.
Τα πανάμωμα χείλη Της ήτον ανθηρά, λάμποντα κοσμίως με ερυθρόν χρώμα και γέμοντα από την των λόγων γλυκύτητα. Είχε το ιεροπρεπές πρόσωπον ολίγον μακρύ, είχε τάς θεοδόχους χείρας Της μακράς και τούς δακτύλους των χειρών μακρούς με λεπτότητα.
Ήτο ανυπερήφανος και είχε ταπείνωσιν υπερβάλλουσαν, εφόρει ρούχα φυσικώς χρωματισμένα, καθώς δηλούται από το άγιον μαφόριον, αυτόχροον υπάρχον.

Και δια να ειπούμεν καθολικώς, η Κυρία Θεοτόκος ήτο κατά τα εξωτερικά μέλη του σώματος γεμάτη τόση θείαν χάριν και σεβασμιότητα, ώστε όπου όστις έβλεπεν Αυτήν, ελάμβανε εις την ψυχήν του κάποιον φόβον και ευλάβειαν και χωρίς να Τήν ηξεύρη προτύτερα, εγνώριζεν από μόνον τόν εξωτερικόν χαρακτήρα Της ότι Αύτη αληθώς εστί Μήτηρ Θεού.
Και ο Αρεοπαγίτης θείος Διονύσιος, από την πολλήν αγάπην που είχε πρός τόν Χριστόν, ακούσας ότι έζη σωματικώς η πανάμωμος Μήτηρ Αυτού, επήγε να Την ιδεί, και λοιπόν βλέπων τήν θείαν θεωρίαν και τήν θαυμάσιαν και βασιλικήν ωραιότητά Της, ίδών δε και τούς Αγγέλους ισταμένους τριγύρω Αυτής και Τήν εδορυφόρουν ως βασίλισσαν, ακούσας δε και τα ουράνια λόγια εκ του αγίου στόματός Της, εξέστη ομολογήσας ότι και μόνος ο σωματικός Αυτής χαρακτήρ και το είδος Της Τήν εμαρτύρουν ως εστί Μήτηρ Θεού κατ' άλήθειαν.
Μεγαλείον και εξαίρετον ήτο εις μόνην τήν Θεοτόκον, διότι θεόθεν ήτο δεδωρημένον, ίνα γεννηθή εν τη Παλαιά Διαθήκη Παιδίον θήλυ κατ' επαγγελίαν, και μάλιστα εκ της στείρας, της θεοπρομήτορος Άννης.

Γνωστόν όμως έστω ότι η Κυρία Θεοτόκος, δια τα μεγαλεία ως Της έδωκεν ό Θεός, εσυνερίζετο τρόπον τινά και εφιλοτιμείτο να αγωνίζεται και Αυτή μετά τήν Ανάληψιν του Υιού Της με προσευχάς, με γονυκλισίας και με κάθε είδος ασκήσεως.
Όθεν λέγεται λόγος ότι, από τάς συχνάς γονυκλισίας, όπου η Θεοτόκος εποίει, εβαθούλωσαν αι πλάκαι, επάνω εις τας οποίας τα γόνατα έκλινεν.

(αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Κήπος χαρίτων,Θεσσαλονίκη 1979 σελ. 203-204, σημ. 1)

παράγραφοι από το έργο του «Η εν Χριστώ ζωή μου»

135. Να προστρέχετε, αδερφοί μου, στη Μητέρα του Θεού, όταν το σπίτι σας χάνη την ειρήνη του. Η Κυρία Θεοτόκος είναι η πηγή του ελέους και της δυνάμεως. Μπορεί εύκολα να ειρηνεύση τις ανθρώπινες καρδιές. Ως μητέρα του Θεού της Ειρήνης, μεσιτεύει σ' Αυτόν για την ειρήνη όλου του κόσμου και όλων των χριστιανικών σπιτιών. Έχει την ελεητική δύναμι να διώξη με ένα νεύμα της τα πονηρά πνεύματα, αυτά που με ακοίμητο αγώνα προσπαθούν να χωρίζουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν να αλληλομισούνται. Είναι η Γοργοεπήκοος, που απαντά γρήγορα στις παρακλήσεις μας και μας δίνει την ειρήνη και την αγάπη. Αρκεί να την παρακαλούμε με πίστι και αγάπη. Γιατί, αν δεν έχουμε την πίστι και την αγάπη, γινόμαστε ανάξιοι της μεσιτείας της Θεοτόκου. Ας την τιμάμε με βαθύ σεβασμό ως μητέρα του Υψίστου, ως το ανώτερο των ποιημάτων του. Και ας διατηρούμε ταπεινό φρόνημα, αφού και Εκείνη ήταν τόσο ταπεινή εδώ κάτω στη γη και τίποτα δεν της αρέσει όσο η ταπεινοφροσύνη. Το διεκύρηξεη ίδια στην Ωδή της : “Ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου, ότι επίβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού” ( Λουκ. Α' 47, 48)

195. Αν σε τριγυρίζουν οι νοητοί εχθροί και πέφτης σε πνευματική θλίψι, επικαλέσου ευθύς τη Δέσποινα μας Υπεραγία Θεοτόκο. Είναι η Παντάνασσα, η βασίλισσα που κυριαρχεί πάνω σε όλες τις σκότιες δυνάμεις, όσες μας απειλούν και μπορεί να τις τρέψει σε φυγή. Και αυτό το κάνει από έλεος σ' εμάς, τα τέκνα της.

224. Σεις τα γήϊνα πλάσματα, που σας λείπει η αγνότης, χαρήτε για το γεγονός ότι η Παρθένος Μαρία, η Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, έφθασε στην υψηλότερη κορυφή της ψυχικής και σωματικής αγνότητος. Χαρήτε γι' αυτό και παρακαλείτε την να αξιώση σας και τα τέκνα σας να ζήσετε αγνά σ' αυτόν τον διεφθαρμένο κόσμο, τον γεμάτο από πειρασμούς. Για την απόλυτο αγνότητά της και ταπείνωση της και τις άλλες αρετές της, χάρις στις οποίες αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Θεού, όταν προσφέρουμε την Αναίμακτο Θυσία, λέμε το “Εξειρέτως” προς χάριν της, στη Θεία Λειτουργία.

438. Αν σου έρχεται αμφιβολία για το κατά πόσον είναι πράγματι αγιασμένη κάθε εικών της Θεοτόκου, μπροστά στη οποία προσεύχεσαι, διώξε ευθύς αυτή την αμφιβολία. Είναι αμφιβολία, που προέρχεται από τον Διάβολο, για να σου ψυχράνη την προσευχή. Η Δέσποινα μας, το Πρωτότυπο αυτής της εικόνος, έχει αγιασθή ήδη απόλυτα πριν από δέκα εννέα αιώνες, αφ' ότου ήταν στα σπλάχνα της μητέρας της, της Αγίας Άννης, κατόπιν κατά τη γέννησί της, ύστερα με τα Εισόδια της στον ναό των Ιεροσολύμων, τέλος δε με την ανείπωτο Σάρκωσι του Υιού της και Θεού. Είναι πάντοτε αγία και, μάλιστα, αγία από κάθε άποψι, γι' αυτο και λέγεται Παναγία. Βρίσκεται παντού και σε κάθε εικόνα της. Η εικών της είναι αγιασμένη από την ίδια. Ατένιζε λοιπόν την εικόνα της με απλότητα καρδιάς, με πίστι φωτεινή και ορθόδοξο. Λέγε στο πονηρό πνεύμα, που θέλει να σε κλονίση : “ Όλη η γη είναι αγιασμένη. Η δύναμις του Κυρίου μου και της Πανάγνου Μητρός του, της βασιλίσσης του κόσμου, είναι παντού. Ατενίζω προς Αυτήν, την Πάναγνο Μητέρα του Εμμανουήλ, με τα πνευματικά μου μάτια. Δεν λατρεύω είδωλο. Η εικών είναι καμωμένη απλώς για να βοηθή την αδυναμία μου”.

(Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου,εκδ. Παπαδημητρίου 1996)

παράγραφοι από το έργο του «Η εν Χριστώ ζωή μου»

19. Όταν είναι να προσευχηθείς στην Υπεραγία Θεοτόκο, έχε πριν την ακράδαντο βεβαιότητα, ότι δεν πρόκειται να φύγεις από μπροστά της χωρίς να βρεις έλεος. «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται», ψάλλει η Εκκλησία με πίστη στη Θεομήτορα. Το να έχουμε αυτή τη βεβαιότητα, αυτήν την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη, είναι σωστό και δίκαιο. Είναι άπειρο το έλεος της Μητέρας της Ελεήμονος Θεού. Το έλεός της το μαρτυρεί η Εκκλησία όλων των εποχών και όλων των τόπων. Δεν υπάρχει περίπτωση να αδιαφορήσει για μας η Παναγία.

70 Αποκαλούμε τη Θεοτόκο, όταν της απευθύνουμε την προσευχή μας, άβυσσο του ελέους. Ας προσπαθούμε να της μοιάσουμε, όσο μπορούμε. Πώς; Δείχνοντας σπλαχνική διάθεση σε όσους έχουν ανάγκη του ελέους μας. Ας τους φανερώνουμε αγάπη έμπρακτη και ανεξάντλητη. Ας τους ατενίζουμε μέσα στο φως του Ευαγγελίου. Και, χωρίς άλλο, τότε η Κυρία Θεοτόκος θα αυξήσει το έλεός της πάνω μας.

184. Η Κυρία Θεοτόκος είναι ο ωραιότατος ναός της Αγίας Τριάδος. Είναι, μετά Θεόν, ο θησαυρός όλων των αγαθών, της αγνότητας, της αγιότητας, της αληθινής σοφίας, η πηγή της πνευματικής δυνάμεως.

220. Οι δαίμονες φρίττουν ατενίζοντας το σημείο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Γιατί πάνω στο Σταυρό καθηλώθηκε ο Κύριος και αγίασε αυτό το ξύλο. Πόσο πιο πολύ όμως οι δαίμονες τρέμουν μπροστά στην Υπεραγία Θεοτόκο, ακόμη και μπροστά στο ένδοξο όνομά της! Η Παναγία έχει το φως και τη δόξα του Υιού της. Όπως παραδεχόμαστε ότι ο Υιός της είναι Φως και Αγιότης, έτσι και για Αυτήν πιστεύουμε ότι είναι αιώνιο φως και αιώνια αγιότητα. Αμην.

278. Ο κόσμος είναι ένα σπίτι. Ο Κτίστης και Κύριος αυτού του σπιτιού είναι ο Θεός, ο Πατήρ των πιστών που ζουν σ’ αυτό το σπίτι. Η Οικοδέσποινα, η Μητέρα στο σπίτι, είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Ας συμπεριφερόμαστε στον κόσμο, έχοντας ζωηρό το αίσθημα ότι αυτός ο Πατέρας και αυτή η Μητέρα είναι μπροστά μας. Στην Παναγία, ό ίδιος ο θείος Υιός της είπε σχετικά μ’ εμάς: «Γύναι, ίδε ο υιός σου». Και σ’ εμάς, σχετικά μ’ Αυτήν: «Ιδού η μήτηρ σου» (Ιω. ιθ 26,27). Γιατί, στο πρόσωπο του Αγίου Ιωάννου, του Ευαγγελιστού της αγάπης και Μαθητού του Κυρίου, ειπώθηκε αυτό το «Ιδού…» και για μας. Ναι, πράγματι είναι η Μητέρα μας, που μας οδηγεί, σαν παιδία της, στην αγιότητα.

426. Όταν νοιώθεις τον εαυτό σου ακάθαρτο από την αμαρτία και σαν λεπρό, μην υποκύψεις στη σκέψη ότι δεν πρέπει να πλησιάσεις και να προσευχηθείς στην Παναγία Δέσποινά μας. Τότε ακριβώς είναι ευκαιρία να έλθεις μπροστά στην εικόνα της και να της δεηθείς. Επειδή ακριβώς νοιώθεις τόσο αμαρτωλός, πρέπει να προσευχηθείς στη Χάρη της. Η Παναγία θα είναι μπροστά σου για να σε ελεήσει, να σε καθαρίσει από την πνευματική λέπρα. Θα σε καθαρίσει, όπως και ο Υιός της καθάρισε τους δέκα λεπρούς.
(Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου,εκδ. Παπαδημητρίου 1996)

Η Χάρη Της
Ο Πατέρας βρήκε τον καθρέφτη
για το πρόσωπο του Υιού Του
στην ομορφιά της Παρθένου.

Άνοιξε το ατλάζι τ’ ουρανού
να μας δείξει την Κεχαριτωμένη
και η χάρη Της θάμπωσε τον ήλιο.

Παρέστη Βασίλισσα εκ δεξιών Του
η θυγατέρα του Βασιλέως

Η Κοίμησή Σου
Βασίλισσά μας, των αγγέλων η Κυρία,
τους εφιάλτες μας η κοίμησή Σου
σε εικόνες μεταβάλλει Παραδείσου.
Τώρα κοιμόμαστε σχεδόν αγγελικά
τις νύχτες μας στη γη με όνειρα γλυκά.
Μεσίτριά μας, στην Εδέμ πραγματικά
αξίωσέ μας να τα ζήσουμε μαζί Σου.

(Ελευθέριος Μάινας, Τα Ποιήματα, εκδ. Ακρίτας σελ. 15, 31)

Θέματα: Παναγία, ποίηση, ομορφιά

Στόν ζωγράφο Παῦλο Ι., πού ρωτᾶ πῶς μποροῦμε νά ἀναγνωρίσουμε τήν ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Παναγίας Θεοτόκου.

Μοῦ παρέθεσες μαζί μέ τό γράμμα μία γυναικεία εἰκόνα, πού μέσα στόν λαό διαδίδεται μέ τό ὄνομα τῆς Παναγίας Θεοτόκου.
Ἡ εἰκόνα παρουσιάζει μία νέα, εὔθυμη γυναίκα, μέ ἀφημένα μαλλιά στούς ὤμους, μέ χοντρό πρόσωπο, μέ χείλη δυνατά, μέ παρδαλά φορέματα. Χωρίς παιδί στά χέρια. Καί μόνος κατάλαβες, ὅτι αὐτή δέν εἶναι ἡ ὀρθόδοξη μορφή τῆς Θεομήτορος, ἀλλά ρωτᾶς πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος εὔκολα νάἀναγνωρίσει τήν ὀρθόδοξη μορφή της;
Ὁ πιό γρήγορος τρόπος ἀναγνώρισης τῆς ὀρθόδοξης εἰκόνας τῆς Θεομήτορος εἶναι τά
τρία ἀστέρια: τό ἕνα ἐπάνω ἀπό τό κούτελο, τό δεύτερο στόν δεξιό ὦμο, καί τό τρίτο
στόν ἀριστερό ὦμο. Αὐτά τά τρία ἀστέριασημειώνουν τήν παρθενία τῆς Παρθένου Μαρίας πρίν τή γέννα, κατά τή γέννα καί μετά τή γέννα.
Καί ὕστερα τά χρώματα τῶν ρούχων. Κατά κανόνα τά ροῦχα τῆς Θεομήτορος ζωγραφίζονται σέ τρία κύρια χρώματα: τό χρυσό, τό κόκκινο καί τό γαλάζιο. Τό κάτω φόρεμα εἶναι γαλάζιο, ἐνῶ τό πανωφόρι κόκκινο, καί τά δυό εἶναι ὑφασμένα καί στολισμένα μέ χρυσό. Τό χρυσό χρῶμα σημειώνει τήνἀθανασία, τό κόκκινο τή δόξα καί τό γαλάζιο τά οὐράνια.
Τό πρόσωπο τῆς Παναγίας Θεοτόκου στίς ὀρθόδοξες εἰκόνες ποτέ δέν εἶναι γεμάτο καί στρογγυλό,ἀλλά μακρύ καί λίγο ἀδύνατο. Τά μάτια μεγάλα καί σκεπτόμενα. Μιά ἥσυχη λύπη, ἕτοιμη γιά τόχαμόγελο παρηγοριᾶς· ἡ λύπη λόγω τῶν ἀθλιοτήτων τοῦ κόσμου καί τό χαμόγελο λόγω τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό Παρηγορητή. Ὅμως καί ἡ λύπη καί τό χαμόγελο συγκρατημένα κι ὅλα ὑποταγμένα στό πνεῦμα. Τοῦτο εἶναι τό πρόσωπο τῆς νικήτριας, ἡ ὁποία ἔζησε ὅλες τίς πίκρες τοῦ πόνου καί τοῦ καημοῦ, ὥστε μπορεῖ νά βοηθήσει ἐκείνους πού παλεύουν μέ τόν πόνο καί μέ τόν καημό. Τά μαλλιά της εἶναι πάντα ἐντελῶς κρυμμένα.
Γιά τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ποτέ δέν λέγεται ὅτι εἶναι φυσικά ὄμορφο. Εἶναι τέτοιο ὥστε νά αἴρει κάθε σκέψη περί τοῦ σωματικοῦ. Εἶναι ὑπερφυσικῆς ὀμορφιᾶς, ἡ ὁποία δέν δείχνει ἀλλιῶς παρά μέσω τῆς ἁγιοσύνης. Στρέφει σκέψεις τοῦ θεατῆ στήν ἀνώτερη πνευματική πραγματικότητα καίτό κάλλος τῆς ψυχῆς.
Τό κεφάλι τῆς Θεομήτορος εἶναι ἁπλά σκυμένο πρός τό Θεῖο Βρέφος, τό ὁποῖο ἐκείνη κρατᾶ στόστῆθος της. Τοῦτο τό ἁπλό σκύψιμο σημειώνει τήν ὑποταγή στή θέληση τοῦ Θεοῦ, πού κάποτε ἐκείνη ἐξέφρασε στόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ λέγοντας: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμα σου» (Λουκ. Α΄ : 38). Ἀκόμα σημειώνει τήν ἀναγνώριση ἀπό μέρους Της τοῦ μεγαλείου Ἐκεῖνου πού κρατᾶ στά χέρια Της.
Στίς ὀρθόδοξες εἰκόνες ἡ Θεομήτωρ ἐντελῶς σπάνια ἁγιογραφεῖται χωρίς τό Θεῖο Βρέφος. Καί ὅταν ἁγιογραφεῖται μόνη, ὁ καλλιτέχνης ἁγιογράφος τή φαντάζεται ὡς μητέρα τοῦ πόνου κάτω ἀπό τόν σταυρό, μέτά χέρια σταυρωμένα καί τό κεφάλι γερμένο, καμιά φορά ἀκόμα μέ τά συμβολικά ξίφη κατευθυνόμενα πρόςτήν καρδιά της. Ὅμως ἡ καρδιά ποτέ δέν ἁγιογραφεῖται ἔτσι ὥστε νά φαίνεται.
Ἡ πλέον συχνή εἰκόνα Της ὅμως εἶναι μέ τόν Υἱό στά χέρια Της. Ἐκείνη ἀναγγέλθηκε στόν κόσμο λόγω τοῦ Υἱοῦ. Ἡ ἀποστολή Της στόν κόσμο ἦταν ὁ Υἱός Της. Ὥστε κανένας ποτέ νά μήν βλέπει μέσα Της τή γυναίκα, ἀλλά πάντα καί πάντοτε τήμητέρα. Ἐκείνη παρουσιάζει τήν ἀνώτατη, καθαρότατη καί ἁγιότατη μητρότητα διαχρονικά. Εἶναι ἡ Μητέρατοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶναι καί ἡ δική μας μητέρα, ἡ παρηγορήτρια καί γρήγορη βοηθός.
Ἄς εἶναι καί σέ σένα πάντα παρηγοριά καί βοήθεια.

(Ἀπό τό βιβλίο: “Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται – Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α΄“, Ἐκδόσεις: “Ἐν πλῷ” σελ. 156-158)

(Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)
«Πρός μιά δασκάλα γιά τήν ἐμφάνιση τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ»

Μοῦ γράφετε μέ ἐνθουσιασμό, πώς σᾶς παρουσιάστηκε ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, καί πώς ἐσεῖς τώρα κατευθυνθήκατε στό βέβαιο δρόμο τῆς πίστης. Ἡ κορούλα σας κείτονταν μέ βαρύ πυρετό. Καλέσατε ὁμάδα γιατρῶν. Ἐξέτασαν τό κορίτσι καί ἀπομακρύνθηκαν σέ ἄλλο δωμάτιο, γιά νά κάνουν συμβούλιο. Ἐσεῖς τρέμονας κρυφακούγατε τήν συζήτησή τους. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς εἶπε πώς θά ὑπῆρχε σωτηρία, ἐάν προκαλοῦσαν ἐφίδρωση στήν ἀσθενή. Οἱ ἄλλοι θεωροῦσαν ὅτι ἦταν ἀργά. Στήν ἀπελπισία σας χτυπούσατε τά χέρια καί κλαίγατε. Ἐπάνω ἀπό τήν κλίνη τοῦ παιδιοῦ κρεμόταν ἡ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἕως τότε ἐσεῖς αὐτήν τήν εἰκόνα τή βλέπατε περισσότερο σάν διακόσμηση παρά σάν ἀνάγκη τοῦ σπιτιοῦ.

Ὅμως ἐκείνη τή στιγμή τῆς ἀπελπισίας ξαφνικά γονατίσατε μπροστά στήν εἰκόνα καί πνιγμένη στά δάκρυα κραυγάζατε στή Θεοτόκο: «Ὦ Ἁγία Θεομήτωρ, ἐσύ βλέπεις τόν πόνο μου. Ἐσύ ξέρεις, Μητέρα τῶν μητέρων, πῶς εἶναι νά ἔχεις μοναχοπαίδι καί νά τό χάσεις. Κι ἐσύ ἔβλεπες τόν μοναχογιό Σου στά πάθη τοῦ σταυροῦ. Σέ παρακαλῶ, ἐλέησέ με τήν ἁμαρτωλή, καί βοήθησέ με. Σέ σένα μόνο ἐλπίζω τώρα. Τελείωσε ἡ ἐλπίδα μου στούς ἀνθρώπους. Ὁλόκληρος ὁ κόσμος δέν μπορεῖ νά μέ βοηθήσει. Μόνο ἐσύ, ἐσύ, χρυσή Θεομήτωρ, μπορεῖς ἐάν θέλεις. Παρηγόρησε κι ἐμένα ἐσύ Ἁγία καί ἄμεμπτη»! Ὕστερα ἀπό μακρά προσευχή καί κλάματα κοιτάξατε τήν εἰκόνα καί εἴδατε δάκρυα στά μάτια τῆς Θεοτόκου. Μετά ἀπό λίγο πλησιάσατε τήν κόρη σας καί, ἰδού, ἐκείνη ἦταν μούσκεμα στόν ἱδρώτα! Τήν ἑπόμενη μέρα σηκώθηκε κι ἔφαγε, καί γρήγορα θεραπεύτηκε ἐντελῶς.
Εὐχαριστῶ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Εὐχαριστῶ κι ἐσᾶς γι᾿ αὐτή τήν ἀνακοίνωση. Ἡ πίστη μας θεμελιώνεται ἐπάνω στήν ἐμπειρία καί ὄχι στίς αὐτόβουλες κρίσεις καί θεωρίες. Καί σ᾿ ἐμένα τό δικό σας συμβάν εἶναι πολύτιμο. Σέ μᾶς τόν περασμένο χειμώνα συνέβη τό ἑξῆς γεγονός: Τό κορίτσι μιᾶς κακόμοιρης χήρας ἀρρώστησε βαριά. Ἕνα μήνα δέν εἶπε οὔτε μία λέξη. Ὅλη ἡ ἐλπίδα εἶχε ἤδη χαθεῖ. Καί ἡ θλιμένη μητέρα εἶχε ἀρχίσει νά δανείζεται χρήματα γιά τήν ἀγορά τῶν πραγμάτων γιά τήν κηδεία. Ἕνα βράδυ καθόταν ἡ μητέρα δίπλα στήν κλίνη τῆς κόρης της καί σιωπηλά ἔκλαιγε. Ξαφνικά τό κορίτσι χωρίς νά ἀνοίξει τά μάτια μίλησε καί εἶπε: «μήν κλαῖς, μαμά ἀλλά πήγαινέ με αὔριο στό Κάλλιστε, καί θά γίνω καλά. Μοῦ τό εἶπε ἡ οὐράνια Μητέρα μου, πού βρίσκεται ἐδῶ δίπλα μου»! Ξαφνιασμένη ἡ μητέρα ἔτρεμε ὁλόκληρη. Τήν ἑπομένη μέρα ἔφερε τό κορίτσι στό μοναστήρι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στό Κάλλιστε καί τό ἐπέστρεψε σπίτι ὑγιές.
Ὅμως ὑπάρχουν μόνο δυό περιπτώσεις καί τρεῖς καί δέκα; Ἀναρίθμητες καί ἀτελείωτες εἶναι οἱ ἐμφανίσεις καί οἱ εὐεργεσίες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε πρίν ἀκριβῶς ἑκατό χρόνια, ἐξομολογήθηκε πώς ἡ Θεοτόκος τοῦ ἐμφανίστηκε αὐτοπροσώπως ἕξι φορές στή διάρκεια τῆς ζωῆς του. Καί ἐάν ὅλος αὐτός ὁ λαός πού σιωπᾶ, πού θεωρεῖ ὅλες αὐτές τίς οὐράνιες ἐμφανίσεις πολύτιμο καί γλυκό μυστικό του, ἄνοιγε τό στόμα καί ἔλεγε ὅ,τι ἔχει μάθει, ἡ γῆ θά γέμιζε ἀπό θαυμασμό. Πιστέψτε με, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μπαίνει στήν ἐκμάθηση τῶν ἐνεργειῶν καί ἀγγελιῶν τοῦ οὐράνιου κόσμου στή γήινη ζωή μας, αἰσθάνεται ὅτι μπῆκε σ᾿ ἕνα τεράστιο καί ἄγνωστο βασίλειο τῆς πλέον θαυμαστῆς πραγματικότητας. Σ᾿ αὐτό τό σκοτάδι γιά τά σωματικά μας μάτια ἡ ψυχή μας μπορεῖ νά μπεῖ μόνο μέ τίς ἀναμμένες λαμπάδες τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης, κατά τά περίεργα λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Κατοικῆσαι τόν Χριστόν διά τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἐν ἀγάπῃ ἐρριζωμένοι καί τεθεμελιωμένοι ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τό πλάτος καί μῆκος καί βάθος καί ὕψος»1.
Κι ἐσεῖς νά εὐγνωμονεῖτε τόν Θεό καί τή Θεοτόκο, ἐπειδή σᾶς ἄνοιξε ἡ ὅραση γιά τό πνευματικό βασίλειο καί μήν Τήν τυφλώνετε ἄλλο μέ τίς ἁμαρτίες καί τίς ἀμέλειες.

Ὁ Θεός νά σᾶς βοηθᾶ πάντα
(Ἀπό τό βιβλίο: “Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται – Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α΄“, Ἐκδόσεις: “Ἐν πλῷ” σελ. 159-161)

Ἀπὸ τὴ χορεία τῶν ρώσων ἁγίων, ξεχωριστὴ ἀγάπη στὴν Παναγία ἔτρεφε ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀλλὰ καὶ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τὸν περιέβαλλε μὲ ἰδιαίτερη εὔνοια, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ πολλές της ἐμφανίσεις σ᾿ αὐτόν.

Τὸ ἀκόλουθο ὅραμα τοῦ ὁσίου εἶναι τὸ πιὸ ἐντυπωσιακό. Τὸ διηγεῖται ἡ μοναχὴ τοῦ Ντιβέγιεβο Εὐπραξία, γιατὶ ἀξιώθηκε κι αὐτὴ νὰ τὸ ἀπολαύσει μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο:
Νωρὶς τὸ πρωὶ τῆς 25ης Μαρτίου 1831 ἀκούστηκε μία δυνατὴ βοὴ καὶ ἀκολούθησε ἕνας ἁρμονικὸς ὕμνος. Ἡ πόρτα τοῦ δωματίου ἄνοιξε μόνη της κι ἁπλώθηκε παντοῦ φῶς κι εὔωδια. Ὁ στάρετς Σεραφεὶμ ἦταν γονατιστὸς μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα. Ἐγὼ ἔτρεμα.
Ξαφνικὰ σηκώνεται καὶ μοῦ λέει:
- Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Νά, ἡ Δέσποινά μας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔρχεται κοντά μας!
Πράγματι, μπροστὰ πήγαιναν δυὸ ἄγγελοι κρατώντας ἀνθισμένα κλαδιά. Ἀκολουθοῦσαν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ ὁ Θεολόγος ἅγιος Ἰωάννης, ἐνῶ πίσω τοὺς ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της ἡ Παναγία μὲ δώδεκα παρθενομάρτυρες.
Ἡ Θεοτόκος, φορώντας ἕνα λαμπρὸ μανδύα κι ἕνα ὑπέροχο στέμμα, μὲ πλησίασε, ἐνῶ ἤμουν πεσμένη κάτω. Μὲ ἄγγιξε καὶ εὐδόκησε νὰ μοῦ πεῖ:
- Σήκω, ἀδελφή, καὶ μὴ φοβᾶσαι. Μαζί μου ἔχουν ἔρθει παρθένες σὰν κι ἐσένα.
Δὲν κατάλαβα πὼς σηκώθηκα. Ἡ βασίλισσα ἐπανέλαβε:
- Μὴ φοβᾶσαι. Ἤρθαμε νὰ σᾶς ἐπισκεφθοῦμε.
Ὁ π. Σεραφείμ, ὄρθιος μπροστὰ στὴν Παναγία, μιλοῦσε μαζί της μὲ πολλὴ οἰκειότητα. Ἡ Θεοτόκος τοῦ εἶπε πολλά. Ἂν καὶ συμμετεῖχα στὸ ὅραμα, δὲν μπόρεσα ν᾿ ἀκούσω τί ἔλεγαν. Ἄκουσα μόνο τὸ ἑξῆς:
- Μὴν ἀφήνεις τὶς παρθένες μου τοῦ Ντιβέγιεβο.
- Ὢ Δέσποινα! Τὶς συγκεντρώνω, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τὶς κατευθύνω μόνος μου.
- Θὰ σὲ βοηθήσω σὲ ὅλα ἐγώ. Θὰ τὶς διδάξεις τὴν ὑπακοή. Ἂν τὴν κρατήσουν, θὰ εἶναι μαζί σου καὶ κοντά μου. Διαφορετικά, θὰ χάσουν τὴ θέση ποὺ τοὺς ἑτοιμάζω ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς ἐδῶ τὶς παρθένες. Οὔτε τέτοια θέση οὔτε τέτοιο στεφάνι θ᾿ ἀπολαύσουν. Ὁποιοσδήποτε τὶς προσβάλει, θὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ μένα. Κι ὅποιος τὶς διακονήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, θὰ βρεῖ ἔλεος ἐνώπιόν Του. Κατόπιν ἡ Παναγία στράφηκε σ᾿ ἐμένα.
- Κοίταξε, μοῦ εἶπε, αὐτὲς τὶς παρθένες καὶ τὰ στεφάνια τους. Μερικὲς ἄφησαν ἐπίγεια βασίλεια καὶ πλούτη γιὰ τὴν οὐράνια Βασιλεία. Ὅλες ἀγάπησαν τὴν ἑκούσια πτωχεία, ἀγάπησαν μόνο τὸν Κύριο, καὶ γι᾿ αὐτὸ βλέπεις πόση δόξα καὶ τιμὴ ἀξιώθηκαν. Ὅπως ὑπέφεραν οἱ ἀρχαῖες μάρτυρες, ἔτσι ὑποφέρουν καὶ οἱ σημερινές. Μόνο ποὺ ἐκεῖνες ὑπέφεραν φανερά, ἐνῶ σήμερα ὑποφέρουν μυστικά, μὲ θλίψη καρδίας. Ὁ μισθός τους ὅμως θὰ εἶναι ὁ ἴδιος.
Γυρίζοντας ὕστερα ἡ Θεοτόκος στὸν Στάρετς, τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ εἶπε:
- Σύντομα, ἀγαπητέ μου, θὰ εἶσαι μαζί μας!
Κατόπιν ὁ ὅσιος ἀντάλλαξε μαζί της χαιρετισμό, καθὼς καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους. Κάποιος ἀπ᾿ ὅλους γύρισε καὶ μοῦ εἶπε:
- Ἀξιώθηκες αὐτὸ τὸ ὅραμα χάρη στὶς προσευχὲς τῶν πατέρων Σεραφείμ, Μάρκου, Ναζαρίου καὶ Παχωμίου.
Ξαφνικὰ ὅλα χάθηκαν. Τὸ ὅραμα, ποὺ εἶχε διαρκέσει λιγότερο ἀπὸ μία ὥρα, τελείωσε. Ἦταν τὸ δωδέκατο ποὺ ἀξιώθηκε ν᾿ ἀπολαύσει ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ στὴν ἐπίγεια ζωή του».

(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας, εκδ. Ιερά μονή Παρακλήτου, σελ 138-140)

Το έτος 1780 ό Πρόχορος ασθένησε βαρειά. Πρήσθηκε όλο του το σώμα, ώστε υπέφερε φρικτούς πόνους και έμεινε ακίνητος επάνω στο σκληρό του κρεβάτι. Ιατρός δεν υπήρχε και κανένα φάρμακο δεν τον βοηθούσε. Κατά τα φαινόμενα έπασχε από υδρωπικία πού κράτησε τρία χρόνια, από τα όποια το ένάμισυ το πέρασε κατάκοιτος. Όλο αυτό το διάστημα δεν βγήκε από το στόμα του ούτε μία λέξι γογγυσμού· ολόκληρος, με την ψυχή και το σώμα, είχε παραδοθή στον Κύριο και προσευχόταν αδιάλειπτα, ποτίζοντας την κοίτη του με τα δάκρυα του. 

Όσο ήταν άρρωστος, ό πνευματικός του πατέρας και οδηγός π. Ιωσήφ τον υπηρετούσε σαν κοινός υποτακτικός· ό ηγούμενος π. Παχώμιος δεν απομακρύνθηκε από κοντά του· ό π. Ησαΐας και άλλοι γέροντες και αδελφοί τον φρόντιζαν επίσης πολύ.
Τελικά, φοβούμενος για την ίδια την ζωή τού άρρωστου, ό ηγούμενος π. Παχώμιος πρότεινε αποφασιστικά στον ασθενή να καλέσουν ιατρό, αλλά ό μακάριος ακόμη αποφασιστικότερα αρνήθηκε την ιατρική βοήθεια. «Πατερά άγιε, τού είπε, εγώ αφιερώθηκα στον Κυριών ημών Ιησού Χριστό και την Άχραντη Μητέρα του· και αν ή αγάπη σας εύαρεστήται, έφοδιάστε με το ουράνιο φάρμακο, την θεία Κοινωνία». Ό π. Ιωσήφ κατόπιν τής παρακλήσεως τού άρρωστου και επειδή και ό ίδιος πολύ το επιθυμούσε, έκανε ολονύκτια αγρυπνία και λειτουργία, οπού συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και προσευχήθηκαν για τον πάσχοντα. Μετά την θ. λειτουργία ό Πρόχορος, όπως ήταν κατάκοιτος, εξομολογήθηκε και κοινώνησε των Άχραντων τού Χρίστου Μυστηρίων.
Και να, μετά την θεία Μετάληψη τού εμφανίσθηκε ή Ύπεραγία Θεοτόκος μέσα σε άρρητο φως, συνοδευομένη από τους αγίους αποστόλους Ιωάννη τον Θεολόγο και Πέτρο. Στρέφοντας το θείο πρόσωπο Της προς τον Ιωάννη έδειξε τον Πρόχορο και είπε:
«αυτός είναι από το γένος μας».
Κατόπιν ακούμπησε το δεξί Της χέρι στο κεφάλι τού Προχόρου και αυτοστιγμεί το υγρό, το οποίο είχε γεμίσει το σώμα του, άρχισε να ρέει ποταμηδόν από ένα άνοιγμα πού δημιουργήθηκε στον δεξιό του μηρό. Ό Πρόχορος σύντομα θεραπεύθηκε εντελώς, και μόνον το σημάδι τής πληγής, από τήν οποία έτρεξε τό υγρό, έμεινε στό σώμα του γιά πάντα.
Μετά τό περιστατικό αυτό, στό σημείο οπού είχε εμφανισθεί ή Θεοτόκος κτίσθηκε διώροφος ναός, καί παραπλεύρως, στην θέση οπού υπήρχε τό κελί τού Προχόρου, κτίσθηκε νοσοκομείο.

Μια μέρα ο όσιος Σέργιος του Ραντονέζ προσευχόταν, κατά τη συνήθειά του, μπροστά στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αφού προσευχήθηκε θερμά και έψαλλε τον Ακάθιστο Ύμνο, κάθισε για λίγο να αναπαυτεί, οπότε λέει ξαφνικά στο μαθητή του Μιχαία:
- Παιδί μου, μείνε άγρυπνος και νηφάλιος, γιατί πρόκειται να δεχτούμε μια θαυμάσια και φοβερή επίσκεψη.
Κι ενώ ακόμη μιλούσε, ακούστηκε μια φωνή:
- Η Υπεραγία Θεοτόκος έρχεται!
Μόλις το άκουσε αυτό ο Όσιος, έσπευσε προς την είσοδο του κελλιού του και ξαφνικά τον κάλυψε μια εκτυφλωτική ακτινοβολία, λαμπρότερη κι από τον ήλιο και είδε την Υπεραγία Θεοτόκο μαζί με δύο Αποστόλους, τον Πέτρο και τον Ιωάννη, να ακτινοβολούν με ένα ανέκφραστο φως. Μη μπορώντας να αντέξει σε ένα τόσο καταπληκτικό όραμα, ο Όσιος έπεσε στο έδαφος. Η Υπεραγία Θεοτόκος τότε τον έπιασε από το χέρι και είπε:
- Μη φοβάσαι, εκλεκτέ μου! Ήρθα να σε επισκεφτώ. Οι προσευχές σου για τους μαθητές και το μοναστήρι σου εισακούστηκαν. Μη στενοχωρείσαι, από τώρα και εμπρός θα ανθίσει! Και όχι μόνο όσο καιρό ζεις εσύ, αλλά και μετά την εκδημία σου στον Κύριο, εγώ θα είμαι κοντά στο μοναστήρι σου, θα καλύπτω πλούσια τις ανάγκες του, θα παρέχω τα απαραίτητα και θα το προστατεύω.
Και λέγοντας αυτά έγινε άφαντη. Εκστατικός ο Όσιος απ’ το φοβερό όραμα, παράμεινε για λίγο έμφοβος και έτρεμε. Αφού συνήλθε, σήκωσε τον τρομοκρατημένο μαθητή του, αυτός όμως έπεσε συγκλονισμένος στα πόδια του Οσίου λέγοντας:
- Για χάρη του Θεού, πατέρα μου, πες μου, τι θαυμάσιο όραμα ήταν αυτό;
Ο Όσιος που ήταν τόσο πλημμυρισμένος από χαρά ώστε το πρόσωπό του έλαμπε ολόκληρο, δεν μπορούσε να πει περισσότερα απ’ αυτά τα λόγια:
- Περίμενε λίγο παιδί μου· και η δική μου ψυχή δονείται απ’ το θαυμάσιο αυτό όραμα.
Στάθηκε για λίγο συνεπαρμένος ακόμη απ’ το όραμα και τελικά είπε:
- Παιδί μου, φώναξέ μου τον Ισαάκιο και τον Σίμωνα.
Κι όταν ο Ισαάκιος και ο Σίμων ήρθαν, τους διηγήθηκε καταλεπτώς όλα όσα συνέβησαν, πώς είδε την Υπεραγία Θεοτόκο μαζί με τους Αποστόλους και τις θαυμάσιες υποσχέσεις που τους έδωσε. Εκείνοι μόλις άκουσαν όλα αυτά πλημμύρισαν από χαρά και όλοι μαζί έψαλλαν μια Παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο και δόξασαν το Θεό. Ο Όσιος παρέμεινε όλη νύχτα άγρυπνος, αναπολώντας το εξαίσιο όραμα. (Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα το 1388, τέσσερα χρόνια πριν την κοίμηση του Οσίου).

(Η Θηβαΐδα του Βορρά, Πέτρου Μπότση, εκδ. 1985 σελ. 56-58)

Η μητέρα της αγίας Θηρεσίας του Λιζιέ, αναφέρει μια χαριτωμένη ιστοριούλα για την κόρη της.
Μια μέρα η μικρή Θηρεσία με ρώτησε αν θα πήγαινε στον Παράδεισο.
- Εάν είσαι καλή και φρόνιμη, ναι, της απάντησα εγώ.
- Αχ! Μανούλα -είπε πάλι η μικρή- αν λοιπόν δεν είμαι ούτε καλή, ούτε φρόνιμη, θα πάω στην κόλαση; Τότε ξέρω καλά τι θα κάνω.
Θα πετάξω μαζί σου, ενώ εσύ θα πηγαίνεις στον ουρανό και ασφαλώς θα με κρατήσεις στην αγκαλιά σου. Πώς θα μπορέσει τότε ο καλός Θεός να με απομακρύνει;
- Από το βλέμμα της κατάλαβα ότι η κορούλα μου ήταν πεπεισμένη πως ο Θεός δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα εναντίον της, εάν βρισκόταν στην αγκαλιά της Μάνας

(π. Rosario Scognamiglio, Στοχασμοί και Αποφθέγματα, εκδ. Κ.Ε.Ο σελ. 249)

Όταν ο άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός (είδε σε όραμα τον Παράδεισο) συλλογίστηκε ότι δεν είχε δει την Παναγία στον ουρανό ένας άγγελος τού είπε:
«Ευχήθηκες να δεις εδώ τη Βασίλισσα η Οποία είναι λαμπρότερη κι απ’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις;
Δεν είναι εδώ·
επισκέπτεται τον επίγειο κόσμο που βρίσκεται σε μεγάλα δεινά, για να βοηθήσει τους ανθρώπους και να ανακουφίσει τη θλίψη τους.
Θα σου έδειχνα την ουράνια κατοικία Της, τώρα όμως δεν έχουμε χρόνο, αφού πρέπει και πάλι να γυρίσεις στη γη»

(π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά το θάνατο,εκδ. Μυριόβιβλος σελ. 223-224)

Όταν ζούσε ακόμα στον κόσμο ο άγιος Νήφων, ο επίσκοπος Κωνσταντιανής, και πήγαινε στην εκκλησία για να προσευχηθεί, όταν δε γνώριζε ακόμη τη μεγάλη αγάπη στους ανθρώπους που εκδηλώνεται στη συγχώρηση, «είδε στο δρόμο έναν άνθρωπο, που έκανε μία αμαρτία, και τον κατέκρινε με το λογισμό του και τον μίσησε· και καθώς μπήκε στο ναό, υψώσας τα μάτια του εις την αγίαν εικόνα της Παναγίας, είδε Αυτήν, ότι τον κοίταζε με άγριο βλέμμα, και τον απεστράφη. Και ταραχθείς πολύ για τούτο, ελυπήθη εις άκρον, μην ηξεύρωντας την αιτία για την οποία τον απεστράφη.
Εξετάζοντας τον εαυτό του, γνώρισε, ότι γιατί κατέκρινε με το λογισμό του εκείνον όπου έκανε την αμαρτία, για αυτό τον απεστράφη η Κυρία Θεοτόκος· και παρευθύς πεσών επί την γην και εξομολογησάμενος την αμαρτίαν του, έκλαυσε πικρώς και εδέετο της Υπεραγίας Θεοτόκου, για να του συγχωρήσει την αμαρτία του.
Και προσευξάμενος ώρα πολλή, είδε πάλι την αγία εικόνα, ότι τον κοίταξε με ιλαρό (χαρωπό) πρόσωπο, και ούτω λαβών πολλή παρηγοριά, βγήκε από το ναό. Και από τότε πλέον, όποτε έφταιγε σε κάτι, ελεγχόταν από την Θεοτόκο δια μέσου της αποστροφής, και εξομολογούμενος την αμαρτία του, και παρακαλών μετά δακρύων την Παναγία, ελάμβανε παρηγοριά, δια του ιλαρού βλέμματός της»

(Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Γεροντικό της Παναγίας, αρχιμ. Θεοφυλάκτου Μαρινάκη σελ. 177-178)

Ο άγιος Πέτρος Κελεστίνος διηγείται ότι υπήρξε ένας στρατιώτης, που παρόλη την κακή διαγωγή του συνέχισε να έχει ευλάβεια προς την Παναγία. Μια φορά έτυχε να περιπλανηθεί σε ένα δάσος και πείνασε. Εκεί τού παρουσιάστηκε μία Παρθένος προσφέροντάς του εκλεκτό φαγητό μέσα σε ένα πολύ ρυπαρό δοχείο. Ο στρατιώτης δεν θέλησε να το αγγίξει.
- Είμαι, του λέει, η Παρθένος, η Μητέρα του Θεού, που ήλθα να ανακουφίσω την πείνα σου.
- Ναι, Δέσποινά μου, πώς να φάω σε ένα τόσο ρυπαρό δοχείο;
- Αλλά και εσύ, του απαντά η Παρθένος, θέλεις να δεχτώ τις προσευχές σου που βγαίνουν από τόσο βρώμικη καρδιά, και εξαφανίστηκε.
Το όραμα αυτό έγινε αφορμή να μετανοήσει ο στρατιώτης και να αλλάξει διαγωγή

(Θησαυρός γνώσεων και ευσεβείας, Υακίνθου, επισκόπου Γρατιανουπόλεως, σελ. 455)

Ένα πολύ συγκινητικό περιστατικό διηγήθηκε κάποτε ο στάρετς Ζωσιμάς.
- Πρόλαβα στη μονή Κόνεβιτς ένα γέροντα που μπήκε στο μοναστήρι εντελώς αγράμματος. Από τότε παρακαλούσε νύχτα μέρα την Κυρία Θεοτόκο να τον βοηθήσει για να μάθει γράμματα, δίνοντάς της την υπόσχεση ότι κάθε μέρα, ως το τέλος της ζωής του, θα της έλεγε τους Χαιρετισμούς.
Πραγματικά η φιλεύσπλαχνη Παναγία μας εκπλήρωσε την επιθυμία του. Κι εκείνος κάθε μέρα διάβαζε τον Ακάθιστο Ύμνο της, ζητώντας της συνάμα και μια δεύτερη χάρη:
«Δέσποινα του κόσμου, Μητέρα του Θεού, με αξίωσες να μάθω γράμματα και να σε υμνώ. Δώσε μου όμως άλλη μια παρηγοριά: Να πεθάνω την ημέρα της δικής σου Κοιμήσεως».
Κάποια χρονιά λοιπόν, στη νηστεία του Δεκαπενταυγούστου, ετοιμάστηκε και κοινώνησε την παραμονή της Κοιμήσεως. Ήταν απόλυτα υγιής. Την ίδια νύχτα, στην αγρυπνία της εορτής, έψαλλε πολύ ωραία με τους αδελφούς –γιατί ήταν και καλός ψάλτης. Την ενάτη ωδή των κανόνων την έψαλλαν, σύμφωνα με το τυπικό της Μονής τους, και οι δυο χοροί μαζί, στη μέση του ναού. Ήταν και οι γέροντας ανάμεσά τους. Μα μόλις άρχισαν τον ειρμό του δεύτερου κανόνα, «Άπας γηγενής σκιρτάτω τω πνεύματι…», άρχισαν να τρέμουν τα πόδια του. Οι αδελφοί τον συγκράτησαν για να μην πέσει. Την ίδια στιγμή παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια της Παναγίας.

(Γεροντικό του Βορρά τόμος Α, Πέτρου Μπότση σελ. 94-95)

«Όταν κάποτε ήρθε ο αββάς Ποιμήν να κατοικήσει στην Αίγυπτο, συνέβη να μένει κοντά σε αυτόν ένας αδελφός που είχε γυναίκα. Και ποτέ δεν τον έλεγξε. Κάποια νύχτα η γυναίκα γέννησε. Ο Γέροντας το αντιλήφθηκε και κάλεσε το μικρότερο αδελφό του:
«Πάρε -του είπε- μια κανάτα κρασί και δώσε το στο γείτονα, γιατί θα του χρειαστεί σήμερα».
Οι αδελφοί του δεν γνώριζαν βέβαια την υπόθεση, αλλά αυτός έκανε ό,τι του όρισε ο Γέροντας.
Και ο αδελφός ο γείτονας ωφελήθηκε και ήλθε σε κατάνυξη. Μετά από λίγες μέρες, αφού εφοδίασε τη γυναίκα με ό,τι είχε ανάγκη, την άφησε να φύγει. Είπε κατόπιν στο Γέροντα:
«Εγώ από σήμερα μετανοώ».
Και έχτισε κοντά του ένα κελί για τον εαυτό του. Έτσι πήγαινε συχνά στο Γέροντα και ο Γέροντας του έδειχνε τον φωτεινό δρόμο του Θεού και τον κέρδισε.
(Το Μέγα Γεροντικόν, τόμος Β, εκδ. Ι.Ησυχ. «Το Γενέσιον της Θεοτόκου» σελ.491 παράγρ. 30)

«Ο ίδιος όσιος στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα μάς δείχνει έμπρακτα τι είναι αγάπη.
Κάποια νέα που έμεινε έγκυος και διώχτηκε από την οικογένειά της, ζήτησε καταφύγιο κοντά του. Εκείνος τη δέχτηκε γεμάτος καλοσύνη και την ανέλαβε υπό την προστασία του. Την τακτοποίησε σε μερικούς γνωστούς του, σε μια γειτονική πόλη και φρόντιζε συνέχεια για αυτήν όσο και για το παιδί που απέκτησε, ωσότου επήλθε τελικά η συμφιλίωση με τους δικούς της. Το πρόβατο το απολωλός είχε σωθεί. Αλήθεια πόσο συμμεριζόταν ο στάρετς τις θλίψεις των ανθρώπων! Νόμιζες πως συνταυτιζόταν μαζί τους…»

(Γεροντικό του Βορρά, τομος Α, Πέτρου Μπότση, σελ. 115)

«Η οσία Αθανασία ζούσε μόνη της στην έρημο. Φόβος όμως ποτέ δεν μπήκε στην καρδιά της. Πώς γίνεται αυτό; Να τι διαβάζουμε στο βίο της:
Κάποτε που η οσία επισκέφτηκε τη μητέρα Σεραφίμα, την ηγουμένη ενός μοναστηριού, εκείνη τη ρώτησε:
- Πώς δεν φοβάσαι να μένεις μόνη σου σε μια τόσο ερημική τοποθεσία;
Η Αναστασία (αυτό ήταν το κοσμικό της όνομα, προτού γίνει μοναχή) απάντησε:
- Τι έχω να φοβηθώ;
- Δε φοβάσαι τα άγρια θηρία, τους κακούς ανθρώπους, τους δαίμονες;
- Και τι μπορούν να μου κάνουν; Είναι πιο δυνατοί από τον Κύριό μου Ιησού Χριστό και την Παναγία, τη μητέρα μας; Ούτε που το σκέφτομαι καθόλου αυτό. Φόβος δεν μπαίνει στην καρδιά μου».
(Γεροντικό του Βορρά, τόμος Α, Πέτρου Μπότση, σελ. 94)

«Ανέβηκε κάποτε ο αββάς Μακάριος από Σκήτη στο Τερενούθι. Και εισήλθε στο ιερό για να κοιμηθεί. Ήταν δε εκεί σκελετοί παλαιοί, από νεκρούς ειδωλολάτρες. Και, παίρνοντας ένα, τον έβαλε κάτω από το κεφάλι του για μαξιλάρι. Οι δαίμονες λοιπόν, βλέποντας το θάρρος του, φθόνησαν. Και θέλοντας να τον τρομάξουν, φώναζαν τάχα σε μια γυναίκα, λέγοντας:
«Καλή μας, έλα μαζί μας στο λουτρό». Και αποκρίθηκε άλλος δαίμων, από κάτω του, σαν από τους νεκρούς, λέγοντας:
«Ξένο έχω επάνω μου και δεν μπορώ να έλθω».
Αλλά ο γέρων δεν πτοήθηκε και με θάρρος χτυπούσε τον σκελετό, λέγοντας:
«Σήκω, πήγαινε στο σκοτάδι, αν μπορείς».
Και ακούοντάς το οι δαίμονες, φώναξαν δυνατά: «Μας νίκησες!». Και έφυγαν καταντροπιασμένοι».
(Γεροντικόν, εκδ. Αστήρ, αββά Μακαρίου του Αυγυπτίου ιγ)

Ιωάννης 14,28 ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού(7) ἐστι·
Ηκούσατε ότι σας είπα, πηγαίνω προς τον Πατέρα και πάλιν έρχομαι κοντά σας. Εάν είχατε πλουσίαν και σταθεράν αγάπην προς εμέ, θα εδοκιμάζατε μεγάλην χαράν, διότι σας είπα· Πηγαίνω προς τον Πατέρα. Διότι ο Πατήρ μου είναι μεγαλύτερος από εμέ.
«Οι εχθροί του Κυρίου (Αρειανοί, Μάρτυρες του Ιεχωβά κ.α.) προσφεύγουν στο χωρίο αυτό για να πλήξουν τη θεότητα του Λόγου και να αποδείξουν ότι, αφού ο Πατήρ είναι μείζων (μεγαλύτερος) του Υιού, πάει να πει ότι ο Χριστός κατώτερος ων, δεν είναι ομοούσιος προς τον Πατέρα, είναι κτίσμα του Πατρός.
Κατά την ορθόδοξη δογματική το «μείζον» που έχει ο Πατήρ έναντι του Υιού δεν αναφέρεται στην ουσία, τη δύναμη και το αξίωμα του Λόγου που έχει στην αγία Τριάδα. Ο Υιός είναι «ομοούσιος τω Πατρί» και επομένως δεν μπορεί να είναι άλλης ουσίας (ετερούσιος), ή να είναι υποτεταγμένος στον Πατέρα ή να έχει μειωμένη την τριαδική ενέργεια. Αυτά αποτελούν σαφείς αιρετικές αποκλίσεις.

Η απάντηση στο ερώτημα πρέπει να δοθεί από δύο πλευρές· από την πλευρά της θεότητος και από την πλευρά της ανθρωπότητος του Ιησού Χριστού.
Από την πλευρά της θεότητος ο Χριστός είναι «έλασσων» του Πατρός όχι κατά τα στοιχεία τα οποία αναφέραμε πιο πάνω (θεία ουσία, θεία ενέργεια, τιμή, δόξα), αλλά κατά τον τρόπο της αϊδίου (=αιωνίου) προελεύσεώς του. Ο Πατήρ είναι άναρχος και αγέννητος. Είναι η πηγαία θεότης στην Αγία Τριάδα. Από αυτόν προέρχεται δια της γεννήσεως ο Υιός και δια της εκπορεύσεως το Άγιο Πνεύμα. Επομένως το «μείζον» δεν αναφέρεται στη θεότητα καθ’ εαυτήν του Πατρός και του Υιού (τούτο αποκλείεται παντελώς), αλλά στο γεγονός ότι ο Πατήρ παρέχει τη θεότητά του, αϊδίως γεννών εκ της ουσίας του τον Υιό, δηλαδή κατά τον «αιτίας λόγον». «Είναι μεγαλύτερος μεν, αλλά όχι στη δύναμη, αλλά μόνο όσον αφορά το αίτιο· διότι είναι αίτιος του υιού με τη γέννηση· διότι από τον πατέρα προέρχεται ο υιός» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος)(Υπόμνημα Τρεμπέλα). Η αιτιότητα αυτή στην Τριάδα δε διαφοροποιεί φύσεις.

Από την ανθρώπινη πλευρά ο Πατήρ είναι μείζων του Χριστού, δια την «του δούλου μορφήν» την οποία ανέλαβε ο Υιός, «με το να αδειάσει τον εαυτό του και να γίνει άνθρωπος». Κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας «Είναι μεγαλύτερος ο Πατέρας επειδή ο Υιός είναι ακόμη δούλος και στη δική μας κατάσταση, αφού εξάλλου ονομάζει τον Πατέρα και Θεό δικό του, και αυτό το αποδίδει στην ανθρώπινη μορφή. Διότι εάν πιστεύουμε ότι άδειασε και ταπείνωσε τον εαυτό του, πώς δεν θα είναι ολοφάνερο σε όλους, ότι κατέβηκε από κάποια υπεροχή σε ελάττωση, ή καλύτερα από ισότητα προς τον Πατέρα σε κατάσταση διαφορετική από αυτήν; Τίποτα από αυτά όμως δεν υπέμεινε ο Πατέρας· αλλά έμεινε και είναι σε αυτά που ήταν από την αρχή. Είναι άρα μεγαλύτερος από αυτόν που από συγκατάβαση διάλεξε την ελάττωση»(Υπόμνημα Τρεμπέλα).

Είναι φανερό ότι η κένωση γενικά, η ταπείνωση και η κακοπάθεια της επίγειας ζωής, τα οποία ανέλαβε ο Λόγος γενόμενος άνθρωπος, είναι το στοιχείο επί του οποίου συγκρινόμενος ο μη έχων αυτά Πατήρ θεωρείται μείζων του Υιού. Ομοίως μέσα στη σκέψη αυτή δεν θα ήταν παράλογο να πούμε, ότι όχι μόνο ο Πατήρ αλλά και το Πνεύμα το Άγιο είναι «μείζον» του ενανθρωπήσαντος Λόγου, ακόμα δε και ο ίδιος ο Χριστός, ως αληθινός Θεός, είναι «μείζων εαυτού» (έναντι δηλαδή της προσληφθείσης σαρκός).
Οι τοποθετήσεις αυτές, τοποθετήσεις βιβλικές και πατερικές, έχουν μεγάλη σημασία στην αντιμετώπιση της αρειανικής κακοδοξίας, την οποία αναμασούν αηδώς σήμερα οι Μάρτυρες του Ιεχωβά».

(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά, εκδ. Αποστολική Διακονία σελ. 97-98, οι μεταφράσεις των δύο χωρίων από το Υπόμνημα Τρεμπέλα από π. Νικόλαο Πουλάδα)

Ιωάννης 14,28 ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού(7) ἐστι·
Ηκούσατε ότι σας είπα, πηγαίνω προς τον Πατέρα και πάλιν έρχομαι κοντά σας. Εάν είχατε πλουσίαν και σταθεράν αγάπην προς εμέ, θα εδοκιμάζατε μεγάλην χαράν, διότι σας είπα· Πηγαίνω προς τον Πατέρα. Διότι ο Πατήρ μου είναι μεγαλύτερος από εμέ.
Αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του Κυρίου. «Είναι μεγαλύτερος ο Πατέρας επειδή ο Υιός είναι ακόμη δούλος και στη δική μας κατάσταση, αφού εξάλλου ονομάζει τον Πατέρα και Θεό δικό του, και αυτό το αποδίδει στην ανθρώπινη μορφή. Διότι εάν πιστεύουμε ότι άδειασε και ταπείνωσε τον εαυτό του, πώς δεν θα είναι ολοφάνερο σε όλους, ότι κατέβηκε από κάποια υπεροχή σε ελάττωση, ή καλύτερα από ισότητα προς τον Πατέρα σε κατάσταση διαφορετική από αυτήν; Τίποτα από αυτά όμως δεν υπέμεινε ο Πατέρας· αλλά έμεινε και είναι σε αυτά που ήταν από την αρχή. Είναι άρα μεγαλύτερος από αυτόν που από συγκατάβαση διάλεξε την ελάττωση» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).

«Πήρε μορφή δούλου, χωρίς να αποβάλλει τη θεία· όταν πήρε το ένα δεν καταργήθηκε το άλλο. Και αναφερόμενος σε αυτό που πήρε λέει «ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερος από εμένα». Για το άλλο όμως λέει «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα». Ας προσέξουν σε αυτό οι Αρειανοί και με την προσοχή τους ας βρουν θεραπεία… Διότι εφόσον ο Υιός του Θεού ήταν με μορφή δούλου, ήταν μικρότερος όχι μόνο από τον Πατέρα, αλλά και από το Άγιο Πνεύμα και επιπλέον μικρότερος και από τον εαυτό του, διότι και Αυτός ο ίδιος ως Θεός είναι μεγαλύτερος από τον εαυτό του» (Αυγουστίνος). Μπορεί όμως να εφαρμοστεί και στη θεία φύση του Λόγου. Όχι λίγοι από τους Έλληνες και Λατίνους (Πατέρες) απάντησαν στους Αρειανούς… ότι ο Πατέρας όχι ως Θεός, αλλά ως αγέννητος Πατέρας λέγεται μεγαλύτερος του Υιού, όπου ο Υιός βλέπεται όχι σύμφωνα με το χαρακτήρα Του ως Θεός, αλλά ως Υιός που γεννήθηκε από τον Πατέρα. Και αυτό δεν αποκλείει το ομοούσιο με τον Πατέρα (b).

«Αν όμως πει κάποιος ότι είναι μεγαλύτερος ο Πατέρας, ως προς το ότι είναι αίτιος του Υιού, ούτε σε αυτό θα φέρουμε αντίρρηση. Αλλά όμως αυτό δεν κάνει τον Υιό να είναι άλλης ουσίας» (Χρυσόστομος).

«Είναι μεγαλύτερος μεν, αλλά όχι στη δύναμη, αλλά μόνο όσον αφορά το αίτιο· διότι είναι αίτιος του υιού με τη γέννηση· διότι από τον πατέρα προέρχεται ο υιός» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).

«Ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερος από εμένα, επειδή δηλαδή είναι Πατέρας…Γενικά λοιπόν δεν μπορούμε να πούμε ότι η ουσία είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την ουσία» (Βασίλειος Μέγας).

Και «δεν είπε, ο Πατέρας μου είναι καλύτερος από εμένα, για να μην τον θεωρήσει κανείς ξένο ως προς τη φύση εκείνου, αλλά είπε «μεγαλύτερος», όχι κατά το μέγεθος, ή κατά το χρόνο, αλλά λόγω της γέννησής του από τον ίδιο τον Πατέρα· εκτός του ότι και με το να πει «μεγαλύτερος είναι», έδειξε πάλι τη συγγένεια της ουσίας» (Αθανάσιος Μέγας).

«Εγώ όμως και από αυτή τη φράση πιστεύω ότι δηλώνεται ότι είναι ομοούσιος ο Υιός με τον Πατέρα. Διότι ξέρω ότι οι συγκρίσεις γίνονται κυρίως σε αυτά που έχουν την ίδια φύση. Διότι λέμε άγγελο μεγαλύτερο από άγγελο και άνθρωπο δικαιότερο από άνθρωπο και πτηνό ταχύτερο από πτηνό. Αν λοιπόν οι συγκρίσεις γίνονται σε πράγματα του ιδίου είδους, και σύμφωνα με σύγκριση ειπώθηκε ο Πατέρας μεγαλύτερος του Υιού, άρα είναι ομοούσιος με τον Πατέρα ο Υιός. Αλλά υπάρχει και κάποια άλλη έννοια που βρίσκεται μέσα σε αυτό το ρητό. Πού είναι δηλαδή το θαυμαστό, εάν ομολόγησε τον Πατέρα μεγαλύτερο του εαυτού του, εφόσον είναι Λόγος και έγινε σάρκα, τη στιγμή που φάνηκε κατώτερος και από τους αγγέλους όσον αφορά τη δόξα και από τους ανθρώπους όσον αφορά τη μορφή;» (Βασίλειος Μέγας).

Εφόσον όμως εδώ μιλά για επάνοδο προς τον Πατέρα, είναι προφανές, ότι οι λόγοι αυτοί αναφέρονται στην ανθρώπινη φύση του. Έξυπνη, αλλά όχι και ακριβής η ερμηνεία:

«Είπε αυτό για να παρηγορήσει τους μαθητές. Επειδή δηλαδή εκείνοι λυπούνταν, επειδή τάχα δεν θα μπορούσε ο Χριστός να τους βοηθήσει, λέει ότι, Αν και εγώ δεν μπορώ, ο Πατέρας μου όμως, τον οποίο θεωρείτε ανώτερό μου, δεν είναι ικανός να σας βοηθήσει;» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας)

(Υπόμνημα Π.Ν. Τρεμπέλα στον Ιωάννη, εκδόσεις Σωτήρ, σελ. 532, μετάφραση π. Νικόλαος Πουλάδας)

Χωρίς την ταπείνωση, έλεγε ο στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα, δεν σώζεται ο άνθρωπος. Αν πιστεύσουμε πως από δική μας αξία σωζόμαστε, έχουμε απατηθεί. Θα σας αναφέρω ένα διδακτικό περιστατικό.

Μία επιφανής αρχόντισσα, αρκετά ευσεβής αλλά όχι και αρκετά ταπεινή, καθώς κοιμόταν είδε ένα συγκλονιστικό όνειρο: Πάνω σε ένδοξο θρόνο ο δίκαιος Κριτής! Και απέναντί του πλήθη λαού, μεταξύ των οποίων και η ίδια. Ο Χριστός ετοιμαζόταν να καλέσει πλησίον του τούς εκλεκτούς. Εκείνη που βασιζόταν στις αρετές της και στις καλοσύνες της περίμενε μεγάλες τιμές, αλλά έπεσε έξω στην πρόβλεψή της. Κάποια ταπεινή χωριατοπούλα εκρίθη άξια για την πρώτη θέση. Δεύτερος ήταν ένας φτωχός χωρικός που φορούσε μάλιστα και τσαρούχια. Ακολούθησαν στη σειρά πλήθη απλοϊκών ανθρώπων. Σε μια στιγμή ο Κύριος έπαυσε να προσκαλεί άλλους. Εκείνη επάνω στην απελπισία της αποφάσισε να τον πλησιάσει και να του υπενθυμίσει τα καλά που είχε κάνει.
Ο Χριστός όμως απέστρεψε εντελώς το πρόσωπό του απ’ αυτήν. Εξουθενωμένη πλέον, «κάλαμος συντετριμμένος», έπεσε στο έδαφος, έκλαψε και αναγνώρισε ταπεινά πως πράγματι δεν της άξιζε η ουράνια βασιλεία.
Να, αγαπητοί μου -εδώ δυνάμωσε τη φωνή του ο στάρετς- το ταπεινό φρόνημα! Έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε όλοι. Όταν ξύπνησε από το όνειρο η αρχόντισσα, δεν τόλμησε πια να φιλοξενήσει υπερήφανες ιδέες στην ψυχή της. Της έδωσε ο Θεός με το όνειρο αυτό ένα αξέχαστο μάθημα»

(Ο στάρετς Αμβρόσιος,αρχιμ. Τιμοθέου εκδόσεις ο Παράκλητος, 1974, σελ. 156-157)

Σελίδα 1 από 29

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (119) Αγάπη Θεού (27) αγάπη σε Θεό (5) αγάπη σε Χριστό (26) άγγελοι (3) Αγία Γραφή (36) Άγιο Πνεύμα (5) άγιοι (7) άγιος (53) αγνότητα (3) άγχος (8) αγώνας (31) αγώνας πνευματικός (2) αθεΐα (53) αιρέσεις (42) αλήθεια (13) αμαρτία (31) Ανάσταση (39) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (87) άνθρωπος (15) αντίχριστος (5) αξιώματα (1) απιστία (5) αποκάλυψη (3) απόκρυφα (7) αρετή (31) ασθένεια (3) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (29) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (3) βιβλίο (1) βιοηθική (4) γάμος (22) Γένεση (4) Γεροντικόν (37) γλώσσα (21) γνώση (4) γονείς (20) γυναίκα (4) δάσκαλος (4) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (34) διάβολος (23) διάκριση (26) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) εγωισμός (54) εικόνες (8) εκκλησία (36) Εκκλησιαστική Ιστορία (6) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (5) ελευθερία (7) Ελλάδα (9) ελπίδα (9) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (43) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (1) επιστήμη (50) εργασία (18) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (11) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (22) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (14) ευχαριστία (2) ζώα (7) ηθική (2) ησυχία (2) θάνατος (47) θάρρος (4) θαύμα (44) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (31) Θεία Λειτουργία (24) θεία Πρόνοια (2) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (58) θρησκείες (5) θυμός (18) Ιγνάτιος Θεοφόρος (6) ιεραποστολή (5) ιερέας (26) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Παγκόσμια (3) καρδιά (5) κατάκριση (21) καταναλωτισμός (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (54) κόλαση (6) Κρίσις Μέλλουσα (1) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (24) λείψανα (1) λογισμοί (12) λύπη (1) μαγεία (3) μάρτυρες (4) μελέτη (1) μετά θάνατον (24) μετά θάνατον ζωή (10) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (40) μητέρα (4) μίσος (1) μνημόσυνα (2) μοναξιά (4) μοναχισμός (3) μόρφωση (3) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (4) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (4) νους (5) οικονομία (1) ομορφιά (5) όνειρα (18) Ορθοδοξία (31) πάθη (13) πάθος (1) παιδεία (3) παιδιά (9) Παλαιά Διαθήκη; (1) παλαιοημερολογίτες (3) Παναγία (42) παράδειγμα (1) Παράδεισος (23) Πάσχα (12) πατρίδα (3) Πεντηκοστή (1) πίστη (101) πλούτος (4) πνευματική ζωή (19) πνευματικός πατέρας (9) πνευματισμός (5) ποίηση (11) πόλεμος (5) πολιτική (2) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (17) Πρόνοια (1) Πρόνοια Θεία (23) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (73) προσοχή (1) προτεσταντισμός (9) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (9) Σαρακοστή (3) σεβασμός (2) σοφία (11) Σταυρός (12) Σταύρωση (9) συγχώρηση (2) ταπεινοφροσύνη (25) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (1) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (3) υπαρξιακά (15) υποκρισία (1) υπομονή (19) φαντάσματα (2) φιλία (7) φιλοσοφία (2) φόβος (9) χαρά (14) χάρις θεία (4) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (15) Χριστός (8) Χριστούγεννα (21) χρόνος (8) ψεύδος (2) ψυχή (40) ψυχολογία (1)