Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

«Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα».

    Προσφέρουμε στο Θεό και Πατέρα τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας «κατά πάντα και δια πάντα». Ποια είναι η έννοια της τελευταίας αυτής φράσεως;
    Τι εκφράζει το «δια πάντα», δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Για όλα όσα έχουν γίνει από σένα για χάρη μας· για όλες τις φανερές και αφανείς, τις δυσεξαρίθμητες και πολλαπλές ευεργεσίες σου σε μας. Για όλα όσα έκανες και κάνεις για χάρη μας, φροντίζοντας για τη συντήρηση και διατήρηση της σωματικής ζωής την οποία εσύ μας έδωσες. Αλλά και προπαντός για όσα έκανες, οικονομώντας όλα όσα εξασφαλίζουν την πνευματική μας αναγέννηση και σωτηρία.
    Το «κατά πάντα» όμως ποια σημασία έχει; Πρόχειρη εξήγηση είναι να πούμε «κατά πάντα» τα στοιχεία της· ως προς όλα τα συστατικά των δώρων αυτών που σου προσφέρουμε. Μου φαίνεται όμως, αδελφέ μου,  ότι οι δύο αυτές λέξεις εκφράζουν νόημα πολύ βαθύτερο και σπουδαιότερο. Νόημα το οποίο δεν είναι άσχετο με μια προφητεία που προδιακήρυξε ο προφήτης Μαλαχίας. Με την προφητεία που αναφερόταν στην αληθινή και μοναδική ευάρεστη στο Θεό θυσία, η οποία θα αντικαθιστούσε όλες γενικά τις ζωοθυσίες του Ισραήλ, που οριστικά θα καταργούνταν.
    Τι δηλαδή προφητεύει ο Μαλαχίας; «Ουκ εστι μου θέλημα εν υμίν και θυσίαν ου προσδέξομαι εκ των χειρών υμών», λέει ο Μαλαχίας στους Ισραηλίτες εκ μέρους του παντοκράτορα Κυρίου. Δεν σας θέλω· δεν μου είστε αρεστοί· δεν με ευχαριστείτε. Και δεν θα δεχθώ καμία θυσία που προσφέρεται από τα χέρια σας. Θα κλεισθούν οριστικά και για πάντα οι θύρες του ναού σας και δεν θα αναφθεί πλέον φωτιά στο θυσιαστήριό σας. Και αν εσείς επιμένετε να το ανάβετε, καμία ωφέλεια δεν θα προέρχεται από αυτά που προσφέρονται σ’ αυτό και καίγονται τελείως. «Συγκλεισθήσονται θύραι, και ουκ ανάψεται το θυσιαστήριόν μου δωρεάν, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Μαλ. α’ 10).    
    Αλλά τότε θα πάψει πλέον μια για πάντα να προσφέρεται στο Θεό θυσία; Όχι, διακηρύττει στη συνέχεια ο Προφήτης. Καταργεί τις θυσίες του Ισραήλ ο Κύριος και κλείνει το ναό του στην Ιερουσαλήμ καταλύοντας και το εκεί θυσιαστήριο, «διότι από ανατολών ηλίου έως δυσμών το όνομα αυτού δεδόξασται εν τοις έθνεσι, και εν παντί τόπω θυμίαμα προσάγεται τω ονόματι αυτού και θυσία καθαρά» (Μαλ. α’ 11). Τις κάθε είδους θυσίες που προσφέρονταν αποκλειστικά σε έναν και μόνο τόπο, στην πόλη της Ιερουσαλήμ δηλαδή και μόνο εκεί, θα αντικαθιστούσε μια άλλη θυσία. Αυτή θα είναι καθαρή και κατά πάντα,  προς όλα της τα στοιχεία, αρεστή στο Θεό, και ως θυμίαμα ευωδιαστό θα προσάγεται στο όνομα του Θεού «εν παντί τόπω». Σε κάθε τόπο.
    Ποια είναι η θυσία αυτή; Ήδη από τη γενιά ακόμη η οποία διαδέχτηκε τους Αποστόλους, έχουμε μαρτυρίες που ξεκινούν από τους Αποστολικούς Πατέρες και Απολογητές και βεβαιώνουν ότι η θυσία αυτή είναι η Θεία Ευχαριστία. Έτσι, το βιβλίο της Διδαχής, που ανάγεται στις αρχές του δεύτερου αιώνα, βεβαιώνει στο 14ο κεφάλαιό του ότι η Θεία Ευχαριστία είναι η θυσία που με το στόμα του Μαλαχία προφητεύθηκε. Είναι η «ρηθείσα υπό Κυρίου», θυσία για την οποία ο Κύριος είπε: «Εν παντί τόπω και χρόνω προσφέρειν μοι θυσίαν καθαράν». Αλλά και ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς βεβαιώνει ότι όλες αυτές οι θυσίες για τις οποίες ο παραπάνω Προφήτης προφήτευσε ότι θα είναι «εν παντί τόπω υφ’ ημών των εθνών προσφερόμεναι» στο Θεό, είναι ουσιαστικά η μία και μοναδική θυσία της Θείας Ευχαριστίας (Διάλογος 41, παρ. 1 και 3). Και συνεχίζει: «ας παρέδωκεν Ιησούς ο Χριστός γίνεσθαι, τουτ’ έστιν επί τη ευχαριστία του άρτου και του ποτηρίου, τας εν παντί τόπω γινομένας υπό των Χριστιανών». Την ίδια μαρτυρία δίνει και ο Ειρηναίος στα τέλη του δεύτερου αιώνα. Αυτός βεβαιώνει ότι η προσφορά της Εκκλησίας η οποία ζήτησε ο Κύριος να προσφέρεται σε ολόκληρο τον κόσμο, αυτή και μόνο ως καθαρή θυσία πρέπει να λογίζεται ως κατεξοχήν ευάρεστη και δεκτή από τον Θεό (Κατά αιρέσεων ΙV, 17, 5 και εξής).
    Δεν φαίνεται λοιπόν και σ’ εσένα, αδελφέ μου, ότι το «κατά πάντα» της εκφωνήσεως αυτής του λειτουργού ακριβέστερο είναι να σχετισθεί με την προφητεία του Μαλαχία και να εκληφθεί ότι σημαίνει «κατά πάντα τόπον»;

«Σοι προσφέροντες… Σε υμνούμεν…».

Πολλές εκ πρώτης όψεως φαίνονται οι θυσίες που προσφέρονται στο Θεό σε κάθε τόπο και χρόνο δια της Θείας Ευχαριστίας. Και σε πολλές χιλιάδες αριθμούνται σε όλη την οικουμένη τα θυσιαστήρια από τα οποία αναφέρονται και ανεβαίνουν στο Θεό την ίδια ώρα και στιγμή οι θυσίες αυτές. Είναι όμως και φαίνονται πολλές σε μας που είμαστε σε ορισμένο τόπο και χώρο περιορισμένοι. Αλλά για τον Θεό και το υπερουράνιο θυσιαστήριο είναι μια και η αυτή θυσία που αναφέρεται και αναπέμπεται από πολλούς πιστούς και από διαφόρους και πολλούς τόπους. Διότι όλες αυτές οι θυσίες που προσφέρουν οι χριστιανοί από πολλά θυσιαστήρια, συναντιούνται στο ένα υπερουράνιο και νοερό θυσιαστήριο που είναι υψωμένο στα ουράνια δίπλα στο θρόνο του Πατέρα μας. Και αν παρομοιάσουμε την οικουμένη ολόκληρη με έναν απέραντο κύκλο, θα έχουμε από την περιφέρεια του κύκλου αυτού δυσεξαρίθμητες ακτίνες, οι οποίες συναντιούνται και συνενώνονται όλες σε ένα και το αυτό κέντρο, το υπερουράνιο θυσιαστήριο.
Ασφαλώς δεν θα μας ήταν δυνατόν να μετρήσουμε τις ζωογόνες και φωτιστικές ακτίνες που πέφτουν πάνω στη γη ξεκινώντας από τον ήλιο. Αλλά όλες οι ακτίνες αυτές κέντρο έχουν τον ένα ήλιο. Και από εκεί ξεκινούν και εκπέμπονται και σκορπίζονται στον επίγειο κόσμο σαν μια δέσμη που διαρκώς ανανεώνεται από το πάντοτε φωτεινό και θερμαντικό κέντρο της, τον ήλιο. Μια λοιπόν είναι και η θυσία που προσφέρθηκε από τον Μέγα μας Αρχιερέα άπαξ δια παντός, με αιώνια και ανεξάντλητη ισχύ. Και η θυσία αυτή, ως αιώνιος και ανεξάντλητος και μοναδικός ήλιος που δεν σβήνει ούτε δύει ποτέ, βρίσκεται στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, όπου πάντοτε και διαρκώς τη βλέπει ο επουράνιος Πατέρας. Και από εκεί, από τον ήλιο αυτό, δεχόμαστε εμείς τις υπερφυσικές ακτίνες δια της Επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο που εμείς προσφέρουμε, σε Σώμα και Αίμα Χριστού και συνδέει και συνενώνει το επίγειο θυσιαστήριό μας με το υπερουράνιο. Και με αυτόν τον τρόπο τα πολλά και δυσεξαρίθμητα θυσιαστήρια των πιστών συναντιούνται σε ένα. Και οι πολλές θυσίες που από αυτά ανεβαίνουν γίνονται και αυτές μία.
Να λοιπόν γιατί προσφέροντας τη θυσία μας αυτή υμνούμε, ευλογούμε και ευχαριστούμε τον Θεό και Πατέρα. Σε τι μας καταξιώνει και ποιού μεγάλου Μυστηρίου και ποιάς θυσίας μετόχους και κοινωνούς μας καθιστά ο πανάγαθος Κύριος! Όχι ζωοθυσίες, όχι μοσχάρια και αρνιά και τράγους και αίματα ζώων χωρίς λογικό, αλλά τον ίδιο τον «αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου», αψεγάδιαστο και σε όλα άχραντο και πανάγιο Αμνό του Θεού. Αυτόν μας καταξιώνει να του προσφέρουμε. Και μάλιστα χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να υποβληθούμε σε δυσβάστακτες δαπάνες και χρηματικές θυσίες, όπως ο παλαιός Ισραήλ. Χωρίς να υποχρεωθούμε σε μακρινά ταξίδια, όπως άλλοτε οι Ιουδαίοι της διασποράς, που ξεκινούσαν από τις άκρες του κόσμου, όπου ήταν εγκατεστημένοι, για να έλθουν στα Ιεροσόλυμα. Γιατί εκεί και μόνο υπήρχε το μοναδικό, το ένα και μόνο θυσιαστήριο, από το οποίο δεχόταν ο Θεός τις θυσίες που του προσφέρονταν.
Σε υμνούμε λοιπόν για την άπειρη αγαθότητα και σοφία σου, Κύριε. Σε ευλογούμε, που μας καταξιώνεις και εμάς τους ευτελείς να σου προσφέρουμε την ανεκτίμητη αυτή θυσία, την οποία δέχεσαι από τα αμαρτωλά χέρια μας, για να την κάνεις και δική μας θυσία· θυσία που μας αγιάζει και μας ενώνει σε ένα Σώμα με τον Υιό σου, που έγινε άνθρωπος· θυσία που μας καθιστά μέλη του, από τη σάρκα του και από τα οστά του.

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Από την ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. ο Σωτήρ, 2016, σελ. 332-336)

«Τά σά εκ των σων σοι προσφέρομεν».

Η εκφώνηση που ακολουθεί μετά την Ανάμνηση θα ήταν καλό να μελετηθεί και ειδικότερα. Υψώνει, όπως είπαμε, ο λειτουργός τα Τίμια Δώρα σαν να θέτει μπροστά στα πόδια του Κυρίου που κάθεται σε θρόνο υψηλό στους ουρανούς, και εκφωνεί «Τά σά εκ των σων Σοί προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Τα δικά σου από τα δικά σου τα πήραμε και σου τα προσφέρουμε σε κάθε τόπο και για όλα όσα έχεις κάνει για μας.
    Στους καιρούς της Παλαιάς Διαθήκης ο προφήτης Δαβίδ εκ μέρους του ίδιου του Θεού απευθυνόταν στους Ισραηλίτες και έλεγε: Δεν θα δεχθώ από το σπίτι σου μοσχάρια να μου τα προσφέρεις θυσία, αλλ’ ούτε και τράγους από τα ποίμνιά σου· «ότι  εμά  εστι πάντα», διότι δικά μου είναι όλα, όχι μόνο «τα θηρία του δρυμού», αλλά και τα ζώα που βοσκούν στα βουνά και τα βόδια (Ψαλμ. μθ’ 9-10). Αλήθεια προφανής και αυταπόδεικτη. Ό, τι έχουμε δεν είναι όλα του Θεού; Δεν τα δημιούργησε αυτός; Και δεν πολλαπλασιάζονται αυτά με τη δύναμη των νόμων τους οποίους αυτός όρισε και που η ισχύς τους βασίζεται στο θέλημά του; Και όσο και αν επιμελούμαστε εμείς ένα ποίμνιο ή ένα κοπάδι, δεν εξαρτάται η προκοπή και η ευδοκίμησή τους από ευνοϊκές συνθήκες τις οποίες οικονομεί η θεία Πρόνοια, που κυβερνά τα πάντα;
    Να λοιπόν γιατί εκφωνεί ο λειτουργός «τα σα εκ των σων…» Εμείς βέβαια τα προσφέρουμε αυτά στον Κύριο. Από πού όμως τα πήραμε; Από τα δικά του. Κι αν εμείς καλλιεργήσαμε τη γη για να πάρουμε από εκεί τον άρτο και τον οίνο, δεν πρέπει για κανένα λόγο να ξεχνάμε ότι τη δύναμη του να δίνει ζωή η γη στο σπόρο που σπέρνεται σ’ αυτήν ή στο αμπέλι που φυτεύεται σ’ αυτήν, ώστε να συγκομίζουμε εμείς τον σίτο και τον οίνο, από τον Θεό την έλαβε. Και στο Θεό οφείλεται «η ευφορία των καρπών της γης και η ευκρασία των αέρων και οι ειρηνικοί καιροί», από τα οποία εξαρτάται η ευδοκίμηση και η επιτυχία της δικής μας καλλιέργειας. Είναι λοιπόν ολοκληρωτικά ακριβές αυτό που λέμε. Ότι δηλαδή από τα δικά του και όχι από τα καθαυτό και κυρίως δικά μας πήραμε τα Τίμια Δώρα που έχουμε τοποθετημένα μπροστά μας στο θείο θυσιαστήριο και τα προσφέρουμε την ιερή αυτή στιγμή στο Θεό που βρίσκεται στους ουρανούς.
    «Τα σα εκ των σων». Από τα δικά σου είναι αυτά, Θεέ και Κύριε. Από τα δικά σου τα πήραμε αυτά, τα οποία είναι δικά σου. Τα δικά σου παρμένα από τα δικά σου. Δηλαδή; Από τα δικά σου τα ξεχωρίσαμε. Και με την προσφορά μας αυτή έγιναν ιδιαίτερα και ειδικά και κατεξοχήν δικά σου. Ξεχωρίσθηκαν από την κοινή χρήση. Προτού ξεχωρισθούν, επιτρεπόταν να παρατεθούν σε οποιοδήποτε τραπέζι και να περιέλθουν σε οποιαδήποτε χέρια και να προσληφθούν από οποιαδήποτε στόματα. Και τα περισσεύματά τους να ριχθούν ακόμα και στα πουλιά του ουρανού. Τώρα όμως είναι δικά σου. Κατεξοχήν δικά σου. Αφιερωμένα σε σένα, τοποθετημένα πάνω στο άγιο θυσιαστήριό σου. Είναι όχι μόνο προσφορά και αφιερώματα δικά σου, αλλά και σύμβολα ιερά και εξαγιασμένα.
    Δεν είπαμε και προηγουμένως ότι τα προσκομιζόμενα δώρα στην ιερά Πρόθεση δεν είναι μόνο αφιερώματα, αλλά είναι και σύμβολα του θανάτου και της ταφής του Μεγάλου μας Αρχιερέως; Και δεν παρουσιάσαμε την τελετή της Προθέσεως ως συμβολική αναπαράσταση της θυσίας του Σταυρού με την οποία ο Χριστός μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου; Κι ακόμη ως εικονική επανάληψη της νύξεως της πλευράς του Κυρίου από τον Ρωμαίο στρατιώτη, από την οποία εξήλθε αίμα και ύδωρ; Και δεν αναφέραμε ότι ο λειτουργός, ευλογώντας τα Τίμια Δώρα μετά τις συμβολικές αυτές πράξεις, τα καθαγιάζει ως ιερά σύμβολα και ξεχωρισμένα από κάθε κοινή χρήση; Και δεν προσθέσαμε ότι η μεταφορά των ήδη καθαγιασμένων θείων δώρων πάνω στο ιερό θυσιαστήριο κατά την Μεγάλη Είσοδο συμβολίζει την μεταφορά από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο του αποκαθηλωμένου από τον Σταυρό Κυρίου μας για την Ταφή; Να λοιπόν πώς και γιατί αυτά που ξεχωρίσθησαν για τον Θεό από τα δικά του δώρα, έγιναν και άλλη μια φορά δικά του. Γι’ αυτό και ο λειτουργός αναφωνεί: « Τα σα εκ των σων…».

«Τα σα εκ των σων σοί προφέρομεν…»

    Βεβαίως προσφέραμε και αφιερώσαμε ήδη τα Τίμια Δώρα από την αρχή της Λειτουργίας. Ως καθιερωμένο όμως σύμβολο του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Όχι και ως τη θυσία την ίδια την οποία ως Μέγας Αρχιερεύς μας πρόσφερε ο Κύριος πάνω στο Γολγοθά. Τα προσφέρουμε λοιπόν τώρα και ως θυσία. Δηλαδή; Μέχρι τη στιγμή αυτή τα δώρα αυτά είναι βέβαια τίμια και αφιερωμένα ως σύμβολα της Ταφής και του θανάτου του Κυρίου, δεν έχουν όμως μεταβληθεί και σε Σώμα και Αίμα του Κυρίου. Η υπερφυσική αυτή και μυστηριακή μεταβολή θα γίνει τώρα με την Επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Με την Επίκληση αυτή, η οποία θα ακολουθήσει ως συνέχεια στην εκφώνηση του λειτουργού, «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν…». Κι όταν η μεταβολή αυτή συντελεσθεί, τότε πάνω στην Αγία Τράπεζα δεν θα έχουμε πλέον τοποθετημένα μπροστά μας απλό άρτο και οίνο, ούτε ιερά και καθιερωμένα σύμβολα του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Αλλά θα έχουμε το ίδιο το άχραντο Σώμα του και το ίδιο το τίμιο Αίμα του που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία των ανθρώπων. Θα έχουμε λοιπόν πραγματική αναπαράσταση και ζωντανή ανάμνηση και μυστηριακή προέκταση και συνέχεια της θυσίας του Κυρίου πάνω στο Σταυρό, που προσφέρθηκε μια φορά και για πάντα, με αιώνια δύναμη και ισχύ.
    Τώρα λοιπόν προσφέρεται και από εμάς η θυσία του Κυρίου, διότι τώρα συντελείται από το Άγιο Πνεύμα η υπερφυσική μεταβολή. Βέβαια οι ρωμαιοκαθολικοί διατείνονται και επιμένουν στο ότι η μεταβολή αυτή έχει ήδη γίνει, όταν εκφωνήθηκαν οι Λόγοι της Συστάσεως. Γι’ αυτό και στη Λειτουργία τους, όταν κρατώντας στα χέρια του τον Άρτο ο ιερέας πει μυστικά το «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το Σώμα μου», επειδή πιστεύουν ότι τότε γίνεται και η μεταβολή, υψώνει ευλαβικά τον Άρτο, προβάλλοντάς τον για λατρευτική προσκύνηση του εκκλησιάσματος. Το ίδιο επίσης κάνει στη συνέχεια και με το Ποτήριο.
    Εμείς όμως δεχόμαστε ότι είναι αναγκαίο να εκφωνούνται και οι Λόγοι της Συστάσεως του Μυστηρίου, διότι με την εκφώνηση αυτή συνδέονται τα όσα σήμερα τελούμε εμείς με όσα τελέσθηκαν τότε από τον Κύριο στο υπερώο της Ιερουσαλήμ κατά τον  Μυστικό Δείπνο· αλλά πιστεύουμε ότι η μεταβολή γίνεται με την Επίκληση. Διότι και τότε, όταν ο Κύριος παρέδωσε το Μυστήριο, πώς και πότε είχε γίνει η υπερφυσική μεταβολή; Όταν «λαβών ο Ιησούς άρτον ευλογήσας έκλασε» (Μάρκ. ιδ’ 22). Όταν επομένως διένεμε τον Άρτο στους μαθητές του και έλεγε σ’ αυτούς «Λάβετε, φάγετε», η υπερφυσική μεταβολή είχε ήδη συντελεσθεί. Δεν γινόταν τη στιγμή της εκφωνήσεως του «Λάβετε, φάγετε». Απλώς και μόνο, με τα λόγια αυτά ο Κύριος εφιστούσε την προσοχή των Αποστόλων και τους πληροφορούσε ότι το κομμάτι του Άρτου που τους διένεμε, καθώς και το Ποτήριο που τους παρέδιδε, δεν ήταν πλέον συνηθισμένος άρτος και οίνος. Δεν ήταν δηλαδή αυτό που θα τους πληροφορούσαν τα μάτια τους και η γεύση τους, αλλά το ίδιο το Σώμα του και το Αίμα του.
    Εμείς, σε συμμόρφωση με την εντολή του Κυρίου, επαναλαμβάνουμε πιστά και με μεγάλη ακρίβεια ό, τι και ο ίδιος έκανε. Γι’ αυτό λοιπόν τονίζουμε πρώτιστα με την Ανάμνηση ότι αυτό που επιτελούμε είναι ανάμνηση πραγματική και ζωντανή του Μυστηρίου που επιτέλεσε ο Κύριος. Και έπειτα επικαλούμαστε το Άγιο Πνεύμα να συντελέσει με την κάθοδό του στα Τίμια Δώρα την υπερφυσική μεταβολή. Και στο τέλος, όταν μεταλαμβάνουμε το θείο Μυστήριο, ακούμε τον λειτουργό να μας λέει: «Σώμα Χριστού· Αίμα Χριστού» ή «Σώμα και Αίμα Χριστού εις άφεσίν σου αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Δηλαδή; Επαναλαμβάνει περιληπτικά ο ιερέας ό, τι και ο Χριστός είπε στους Αποστόλους καλώντας τους να γίνουν κοινωνοί του Μυστηρίου του: «Τούτο εστι το Σώμα μου, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών». «Τούτο εστι το Αίμα μου, το υπέρ υμών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών».

(Π.Ν.Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. Σωτήρ,2016,σελ.328-332)

Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom «Ζωντανή προσευχή».

Το θαύμα δεν είναι παραβίαση των νόμων που διέπουν μεταπτωτικά τον κόσμο, αλλά είναι επάνοδος της κυριαρχικής επικράτησης των νόμων της Βασιλείας του Θεού. Ένα θαύμα γίνεται μόνο όταν πιστεύουμε ότι ο νόμος βασίζεται στην αγάπη του Θεού και όχι στη δύναμή Του. Μπορεί να πιστεύουμε πως ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά να μην πιστεύουμε στον πρόνοιά Του και τότε το θαύμα δεν μπορεί να γίνει. Διαφορετικά θα έπρεπε ο Θεός να επιβάλει δια της βίας την θέλησή Του. Αυτό όμως δεν το κάνει. Γιατί το πιο βασικό και ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις Του με τον κόσμο, παρά την πτώση του ανθρώπου ,είναι ότι σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Όταν λέμε στο Θεό: «Πιστεύω, γι’ αυτό ζητάω τη βοήθειά Σου», είναι σαν να του λέμε: «Πιστεύω, πως είσαι πρόθυμος να με εισακούσεις, ότι έχεις αγάπη και ότι ενδιαφέρεσαι για το κάθε γεγονός της ζωής μου». Όταν έτσι καταθέτουμε την αδύνατη πίστη μας, τότε δημιουργούμε σωστή κοινωνία με το Θεό και δίνουμε τη δυνατότητα να γίνει το θαύμα.
Εκτός όμως από αυτή την κατηγορία των αμφιβολιών μας, που αναφέρονται στην αγάπη του Θεού και που είναι λανθασμένες, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αμφιβολιών που επιτρέπονται. Μπορούμε να λέμε στο Θεό: «Σου ζητώ αυτό , αν είναι σύμφωνο με το θέλημά Σου ή είναι για το καλό μου ή αν δεν υπάρχει κάποιος κρυφός κακός σκοπός μέσα μου όταν Σου το ζητώ», και άλλα παρόμοια . Αυτού του είδους οι αμφιβολίες επιτρέπονται γιατί δείχνουν πως δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο λογισμό μας. Και όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε.
Όπως ακριβώς η Εκκλησία είναι η συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στο χρόνο και στο χώρο , έτσι και η προσευχή του χριστιανού πρέπει να είναι προσευχή του Χριστού, αν και αυτό προϋποθέτει αγνότητα καρδιάς , την οποία δεν έχουμε. Η προσευχή της Εκκλησίας είναι η προσευχή του Χριστού, ειδικώτερα όμως η Θεία Λειτουργία, όπου αποκλειστικά και αδιάλειπτα ο Χριστός προσεύχεται. Αλλά οποιαδήποτε άλλη προσευχή, με την οποία ζητάμε κάτι συγκεκριμένο από το θεό, είναι προσευχή γεμάτη ερωτηματικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε τι θα ζητούσε ο Χριστός , αν βρισκόταν σε μια τέτοια περίσταση. Γι’ αυτό, πριν από τα λόγια της προσευχής μας βάζουμε ένα «εάν», που σημαίνει: Σύμφωνα με όσα εγώ καταλαβαίνω, σύμφωνα με εκείνο που γνωρίζω για το θέλημα του Θεού, θα ήθελα να γίνει έτσι αυτό το πράγμα, για να εκπληρωθεί το θέλημά Του.
Ένα τέτοιο «εάν» επίσης σημαίνει ότι περικλείω στα λόγια της προσευχής μου την επιθυμία μου να γίνει το καλύτερο δυνατό σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, Θεέ μου, Συ μπορείς να μεταβάλεις το κάθε συγκεκριμένο αίτημά μου σε ο,τιδήποτε Εσύ θα έκρινες ασύμφορο, διατηρώντας μόνο την πρόθεσή μου, που είναι να γίνει και στο θέμα αυτό το θέλημά Σου, ακόμη και τότε που τόσο ανόητα σου υποδεικνύω και το πώς θα μου άρεσε εμένα να γίνει το θέλημά Σου ( Ρωμ. 8,26 ) .
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Όταν προσευχόμαστε για να γίνει κάποιος καλά, ή να επιστρέψει από ένα ταξίδι σ’ ένα ορισμένο χρονικό διάστημα- γιατί υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό- τότε η προσευχή μας έχει σκοπό το καλό αυτού του προσώπου. Δεν έχουμε όμως τόσο καθαρή πνευματική όραση, ώστε να διακρίνουμε το πραγματικό καλό του προσώπου και πιθανόν το χρονοδιάγραμμα που εμείς συσχετίζουμε με το πρόσωπο αυτό να είναι λανθασμένο.
Το «εάν» επίσης σημαίνει πως, σύμφωνα με τα κριτήριά μου, αυτό που Σου ζητώ είναι σωστό και σκόπιμο να γίνει έτσι, με τον τρόπο , που εγώ νομίζω. Αν όμως κάνω λάθος, να μην λάβεις υπόψη Σου τα λόγια μου, αλλά την πρόθεσή μου.
Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα είχε το χάρισμα να διαβλέπει ποιό ήταν το πραγματικό καλό για έναν άνθρωπο. Ο αγιογράφος της Μονής είχε πάρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για την πατρίδα του. Θα είχε οπωσδήποτε προσευχηθεί να φύγει σύντομα. Αλλά ο στάρετς τον καθυστέρησε επίτηδες τρεις μέρες και έτσι τον έσωσε από τη ληστεία και τη δολοφονία ,που είχε σχεδιάσει εναντίον του ένας από τους εργάτες του. Όταν ο αγιογράφος ανεχώρησε από τη Μονή ο κακοποιός είχε εγκαταλείψει την κρυψώνα του. Πέρασαν χρόνια για να ανακαλύψει ο αγιογράφος τον κίνδυνο από τον οποίο τον γλίτωσε ο στάρετς.
Μερικές φορές προσευχόμαστε για κάποιον που αγαπάμε και που έχει κάποια ανάγκη , χωρίς να μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Πολλές φορές δεν ξέρουμε και τι είναι σωστό να ζητήσουμε. Δεν βρίσκουμε λέξεις, ακόμα και για να βοηθήσουμε κάποιον που υπεραγαπάμε.

Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom «Ζωντανή προσευχή», εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»


Στη Σκήτη των Ιβήρων, στην Καλύβη των Αγίων Αποστόλων, στην συνοδεία εκείνη ήταν και ο Γερο-Παχώμιος. Στο πρόσωπό του έβλεπε κανείς ολοφάνερα ζωγραφισμένη την αγιότητα. Το γεροντάκι αυτό ήταν πολύ απλό και τελείως αγράμματο, μα πολύ χαριτωμένο.

Όταν ερχόταν για να εκκλησιαστεί τις γιορτές στο Κυριακό της Σκήτης ποτέ του δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά στεκόταν πάντα όρθιος (ακόμα και στις ολονυκτίες) και έλεγε την ευχή. Όταν τύχαινε να τον ρωτήσει κανείς “πού βρίσκεται η ακολουθία;” απαντούσε: “Ψαλτήρια! Ψαλτήρια λένε οι πατέρες”. Όλα τα έλεγε ψαλτήρια. Ούτε από ψαλτικά ήξερε εκτός απ’ το Χριστός Ανέστη που έψαλλε το Πάσχα.

Ήταν πάντα πρόθυμος να κάνει τα χατίρια των άλλων χωρίς να ’χει καθόλου δικό του θέλημα. Όση στεναχώρια και αν είχε κανείς, μόλις έβλεπε τον π. Παχώμιο του έφευγε και ειρήνευε. Όλοι τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα φίδια που του ’χαν εμπιστοσύνη και δεν έφευγαν, όταν τον έβλεπαν. (Στην περιοχή της Καλύβης υπήρχαν πολλά φίδια, γιατί υπήρχαν πολλά νερά).

Οι άλλοι δύο πατέρες της συνοδείας πολύ φοβούνταν τα φίδια, μα ο γερο-Παχώμιος τα πλησίαζε χαμογελαστός, τα έπιανε και τα έβγαζε έξω από το φράχτη τους. Μια μέρα, ενώ πήγαινε βιαστικός σε μια άλλη Καλύβη, στο δρόμο βρήκε ένα μεγάλο φίδι, το οποίο τύλιξε στη μέση του σαν ζώνη για να τελειώσει πρώτα τη δουλειά του και μετά να το βγάλει έξω από την περιοχή τους!

O π. Ιάκωβος, τρόμαξε μόλις τον είδε και ο π. Παχώμιος πολύ παραξενεύτηκε απ’ αυτό. Μετά μου έλεγε: “Δεν ξέρω γιατί φοβάται τα φίδια. Εκείνος ο π. Ανδρέας φοβάται ακόμα και τους σκορπιούς” και συνέχισε: “Εγώ τους μαζεύω στη χούφτα μου τους σκορπιούς απ’ τα ντουβάρια και τους πετάω έξω απ’ την Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου από το Parkinson, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω έξω”.

Τον ρωτάω: “Γιατί δε σε δαγκώνουν εσένα τα φίδια γερο-Παχώμιε;” για να μου απαντήσει: “Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί “εάν έχεις πίστη πιάνεις και τα φίδια και τους σκορπιούς και δε σε πειράζουν”…

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ


Ιδού ευαγγέλιο που αφορά στο νού και το σώμα του καθενός μας. Είναι το ευαγγέλιο της ευσπλαχνίας. Είναι η θαυμαστή παραβολή του Σωτήρος, στην οποία απεικονίζεται ολόκληρη η ζωή μας. Η δική μου, η δική σου, του καθενός ανθρωπίνου όντος επάνω στην γη. Όλους τους αφορά το σημερινό άγιο Ευαγγέλιο. Όλους. Ο άνθρωπος! Αυτός ο θεικός πλούτος επάνω στην γη! Κύτταξε το σώμα του, το μάτι, το αυτί, την γλώσσα. Τι θαυμαστός πλούτος. Το μάτι! Υπάρχει τίποτε πιο τέλειο που να ημπορή ο άνθρωπος να επινοήση σ’ αυτόν τον κόσμο; Κι όμως, το μάτι αυτό το εδημιούργησε ο Κύριος, όπως και την ψυχή και το σώμα. Η ψυχή μάλιστα είναι ολόκληρη εξ ουρανού. Οποίος πλούτος! Το σώμα! Θαυμαστός θείος πλούτος που σού δόθηκε για την αιωνιότητα και όχι μόνο για την πρόσκαιρη αυτή γήινη ζωή. Καί ψυχή δοσμένη για την αιωνιότητα.

Ακούσατε τι ευαγγελίζεται ο Άγιος Απόστολος Παύλος σήμερα. «Το δε σώμα τω Κυρίω» (Α΄ Κορ. 6, 13). Ο Κύριος έπλασε το ανθρώπινο σώμα για την αιώνια ζωή, για την αθανασία, για την καθαρότητα. Το έπλασε για την αιώνια αλήθεια, για την αιώνια δικαιοσύνη και για την αιώνια αγάπη: όπως το σώμα, έτσι και την ψυχή. Όλα αυτά είναι δώρα του Θεού, ανεκδιήγητα και μεγάλα και πλούσια, και –το πιο σπουδαίο– αθάνατα και αιώνια δώρα του Θεού. Εμείς όμως οι άνθρωποι τι κάνομε μ’ όλα αυτά τα δώρα; Τι οικοδομούμε με αυτά; Παραδίδουμε το σώμα στις ηδονές και στα πάθη αυτού του κόσμου, και την ψυχή στους ακαθάρτους λογισμούς, τις ακάθαρτες επιθυμίες, τις ακάθαρτες ηδονές. Διά των αμαρτιών και η ψυχή και το σώμα απομακρύνονται από τον Θεό, φεύγουν από το Θεό, φεύγουν «εις χώραν μακράν». Τίνος είναι αυτή η «μακρυνή χώρα;» Ακούσατε που ο άσωτος υιός βόσκει χοίρους. Στην χώρα του διαβόλου. Στην χώρα, όπου ο διάβολος έχει εξουσία πάνω στον άνθρωπο διά των παθών, διά των αμαρτιών, και τον κρατάει σε φρικτή τρέλλα, στον παραλογισμό και την παραφροσύνη.

Λοιπόν, η αμαρτία; Κάθε αμαρτία είναι τρέλλα. Καί ο άνθρωπος θα είναι πάντα μέσα σ’ αυτή την τρέλλα, μέχρις ότου συναντηθή με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Καί θα συναντηθή με την μετάνοια. Ακούσατε πως ο άσωτος υιός, αισθανόμενος τι σημαίνει ζωή μέσα στην αμαρτία, ζωή μέσα στις ηδονές και τα πάθη αυτού του κόσμου, λέγει: «Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι» σε ξένη και μακρυνή χώρα. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου». Σηκώθηκε και πήγε προς τον πατέρα. Καί ο ουράνιος Πατήρ, ο Θεός και Ελεήμων Κύριος, «έτι αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν και εσπλαγχνίσθη και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν», ενώ συγχρόνως ο υιός με λυγμούς έλεγε: «πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου». Αμάρτησα στον ουρανό και σ’ όλα τα αστέρια. Όλα τα εμόλυνα με το πύον των παθών μου, και με το σκοτάδι των παθών μου τα ημαύρωσα όλα. «Ήμαρτον ενώπιόν σου»! Φεύγοντας από σένα, σε ποιόν προσκολλήθηκα; Δίπλα σε ποιόν ήμουν; Τίνος χοίρους εγώ έβοσκα; Τού διαβόλου! Εγώ διαβολοποίησα την ψυχή μου, την οποία εσύ μου έδωσες να γίνη αγία και αθάνατη. Εγώ εβρώμισα το σώμα, εθανάτωσα το σώμα, εξαθλίωσα το σώμα!

Όταν ο άσωτος υιός «ήλθεν εις εαυτόν» –αφού ήταν εκτός εαυτού, στην τρέλλα, στις ηδονές και στα πάθη αυτού του κόσμου– διά της μετανοίας έτρεξε προς τον πατέρα. Καί ο πατέρας τον αγκαλιάζει και τον φιλεί. Δεν είχε τελειώσει ακόμη ο υιός την εξομολόγησί του, δεν είχε εκφράσει ακόμη την επιθυμία του να τον δεχθή ο πατέρας του σαν δούλο, και ο πατέρας λέγει στους υπηρέτες του: «Φέρετε την στολή την πρώτη και ενδύσατέ τον και δώστε δακτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια του και αφού φέρετε τον μόσχο τον σιτευτό, σφάξτε τον για να φάγωμεν και ευφρανθώμεν». Γιά πιο λόγο ευφραίνεται ο ουρανός; Γιά ποιό λόγο ο Θεός ευφραίνεται στον ουρανό; Γιά ποιό λόγο ευφραίνονται οι άγγελοι; Σε ποιόν ο Κύριος λέγει να ευφρανθώμεν; Στούς αγγέλους! Ο άνθρωπος ο οποίος χάθηκε μέσα στις αμαρτίες, θυμήθηκε ότι ήταν αδελφός των αγγέλων και έσπευσε προς τον ουρανό. «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου». Αμάρτησα στους αγγέλους, στους αρχαγγέλους. Εγώ εδιαβολοποίησα τον εαυτό μου. Έρριξα τον εαυτό μου στην αγέλη των χοίρων, στην αγέλη των παθών. Καί να, τώρα είμαι όλος ξεσχισμένος, όλος κουρελιασμένος. Καί η ψυχή και το σώμα κουρελιασμένα. Όλα εξαθλιωμένα.
Λοιπόν, τι είναι μετάνοια; Ο Κύριος τρέχει να συναντήση τον μετανοήσαντα υιό. Τον αγκαλιάζει και τον ασπάζεται και όλος ο ουρανός συγκινείται. Όλοι οι άγγελοι ευφραίνονται. «Καί ήρξαντο ευφραίνεσθαι» αναφέρεται στην θαυμαστή περικοπή του Σωτήρος. Γιά ποιό λόγο χαίρεσθε εσείς άγιοι άγγελοι, άγιοι αρχάγγελοι; Εσείς, οι οποίοι παντοτινά πενθήτε για τον γήινο αυτό κόσμο βλέποντας τα δικά σας πεσμένα αδέλφια, τους ανθρώπους, πως πνίγονται μέσα στις αμαρτίες και τις ηδονές και τα πάθη και τους διαφόρους θανάτους αυτού του κόσμου, γιατί ευφραίνεσθε; «Ευφραινόμαστε για την ανάστασι, την ζωοποίησι του νεκρού αδελφού μας ανθρώπου, ότι νεκρός ην και ανέζησε». Νεκρός ήταν ο άσωτος υιός, όταν ήταν μακράν του Θεού, της πηγής της Ζωής, μακρυά από τον ουρανό. Ιδού, ανάστασις εκ νεκρών φαίνεται [η επιστροφή του ασώτου] στα μάτια όλων των ουρανίων δυνάμεων. Όλες οι ουράνιες δυνάμεις γι’ αυτό χαίρονται, «ότι απολωλώς ην και ευρέθη». Πράγματι, όταν ο άνθρωπος είναι μέσα στις αμαρτίες και τα πάθη, χάνει τον εαυτό του, δηλαδή δεν έχει αυτογνωσία, είναι εκτός εαυτού.

«Εις εαυτόν δε ελθών», λέγει ο Σωτήρ. Ο άνθρωπος συνέρχεται, όταν σκεφθή τίνος είναι, δηλ. του Θεού. Το σώμα σου τίνος είναι; Τού Θεού. Η ψυχή και αυτή του Θεού. Όλα δώρα, δώρα του Θεού. Εγώ, ποιός είμαι σαν άνθρωπος; Τού Θεού, όλος του Θεού! Το σώμα μου είναι δοξασμένο από τον Θεό. Γι’ αυτό το εδημιούργησε ο Θεός, λέγει ο άγιος Απόστολος στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα. Καί το σώμα για τον Κύριο, και η ψυχή για τον Κύριο. Δοξάζομε τον Κύριο και με το σώμα και με την ψυχή. Τού Θεού είναι και το ένα και το άλλο. Μη νομίζεις ότι είναι τίποτε δικό σου, όχι. Όλα είναι αιωνίως του Θεού. Καί συ είσαι αιωνίως του Θεού. Αλλά τότε μόνο, όταν εσύ το συνειδητοποιής.

Λοιπόν η αμαρτία; Δεν επιτρέπει ο διάβολος στον άνθρωπο να συναισθανθή ότι είναι υιός του Θεού. Ο διάβολος εξουσιάζει με την καρδιά και δεν αφήνει στον άνθρωπο να σκεφθή τον Θεό, να θυμηθή, ότι είναι υιός του Θεού, ότι είναι πλούσιος, ανεκδιήγητα πλούσιος. Ότι αυτός είναι αδελφός των αγίων αγγέλων. Ο διάβολος όλα τα σκοτίζει, όλα τα απομακρύνει από τον άνθρωπο, τα διαστρεβλώνει, και του δίνει ψεύτικες ηδονές μέσω των αμαρτιών. Πράγματι έχει δίκαιο ο Απόστολος Παύλος όταν λέει στον Άγιο Επίσκοπο και μαθητή του, Απόστολο Τίτο: «ήμεν γαρ ποτέ και ημείς ανόητοι» (Τιτ γ΄, 3) Κοιτάξτε τι λέει ο Απόστολος. Πότε Άγιε Απόστολε; Υποδουλωμένοι στις διάφορες επιθυμίες και στα διάφορα πάθη, τότε είμασταν τρελλοί και ανόητοι.

Δεν θέλει ο Κύριος διά της βίας να σε αναστήση εκ των θανάτων σου, να σε αρπάξη από την αμαρτία. Εσύ πρέπει πρώτος να το πης στον ίδιο: «Κύριε, αυτή η αμαρτία με βασανίζει. Δεν την θέλω, έχει όμως εξουσία επάνω μου. Ελευθέρωσε με!» Τότε γίνεται θαύμα. Πάντα. Ποτέ ο Κύριος δεν αφήνει χωρίς απάντησι την προσευχή, έστω και του μεγαλυτέρου αμαρτωλού. Δεν υπάρχει φρικτή αμαρτία για τον άνθρωπο, ο οποίος αγρυπνεί επάνω στη δική του συνείδηση, επάνω στη ζωή του. Ξέρει ο άνθρωπος, ότι μετά την προσέλευση του Κυρίου Ιησού Χριστού στον κόσμο, ότι δεν υπάρχη αμαρτία, από την οποία ο Κύριος δεν μπορεί να μας ελευθερώση. Δεν υπάρχει αμαρτία, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήση, δεν υπάρχει αμαρτία, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να διώξη. Ο Κύριος δίνει την δύναμη. Μόνο κάνε την αρχή. Μόνο αναβόησε, όπως ο άσωτος υιός: «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου». Όταν αμαρτάνης, αμαρτάνης όχι μόνο στον Θεό, αλλά σ’ όλα τα ουράνια κτίσματα, σ’ όλα τα επίγεια κτίσματα. Αμαρτάνεις στα πουλιά, αμαρτάνης στα λουλούδια, τα δένδρα. Αμαρτάνεις σ’ όλα τα ζωντανά όντα. Η αμαρτία είναι πραγματικά φοβερή, άνευ της μετανοίας. Τόσο φοβερή, ώστε να σκοτώνη και να ρίχνη σ’ εκατό θανάτους. Να ρίχνη στην αγκαλιά του διαβόλου και στην αιώνια φρικωδεστάτη κόλαση. Χωρίς αμφιβολία. Γι’ αυτό ο Θεός ήλθε σ’ αυτόν τον κόσμο. Να εξολοθρεύση τον φοβερό δράκοντα, ο οποίος λέγεται αμαρτία. Ήλθε ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός και μας έδωσε όλα τα μέσα να εξολοθρεύσομε την αμαρτία, την κάθε αμαρτία. Εδημιούργησε την Εκκλησία Του επάνω στη γη και της έδωσε όλες τις ουράνιες δυνάμεις, για να νικάμε και εμείς οι άνθρωποι όλες τις αμαρτίες, όλους τους θανάτους μέσα μας και γύρω μας.

Ο Κύριος μας έδωσε τα θαυμαστά Άγια Μυστήρια. Το άγιο Βάπτισμα, τη Θεία Κοινωνία, τα οποία εξολοθρεύουν την αμαρτία. Μας έδωσε και τις θαυμάσιες αρετές, πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, νηστεία, αγρυπνία, πραότητα και όλες τις υπόλοιπες ευαγγελικές αρετές. Γι’ αυτό δεν υπάρχει απόγνωση στον Χριστιανό άνθρωπο σ’ αυτόν τον κόσμο. Ας ξυπνήση ο Αγαθός Θεός όλους τους αθέους, όλους τους απίστους. Ας κτυπήση τον καθένα με τον κεραυνό του Ουρανίου Ελέους. Με τον κεραυνό του Ουρανίου Ελέους μέσα στη συνείδηση, μέσα στη ψυχή. Ας ξυπνήση ο καθένας και πορευθή στην ουράνια πατρίδα του, στην ουράνια τράπεζα ανάμεσα στους αγίους αδελφούς του, τους αγγέλους. Ας ζήση εκεί μαζί τους διά της αιωνίας Θείας Αληθείας, αιωνίας Θείας Διακαιοσύνης και όλων των αιωνίων ουρανίων χαρών.

Κύριε, Σ’ ευχαριστούμε για το Άγιο Ευαγγέλιο αυτό. Σ’ ευχαριστούμε για την αγαθή είδηση αυτή. Γιατί δημιούργησες τον άνθρωπο, να μπορή να νικήση κάθε αμαρτία και κάθε διάβολο. Σε Σένα δόξα και ευχαριστία, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς

"Η αληθινή πράξη της ανακάλυψης δεν έγκειται στο να βρεις μια καινούρια γη, αλλά στο να δεις με καινούρια μάτια (Μαρσέλ Προυστ)".

Όταν ήμουν νεαρή κοινωνική λειτουργός στην ψυχιατρική κλινική του κέντρου της Νέας Υόρκης, μου ζητήθηκε να μιλήσω με την Ροζ, μια εικοσάχρονη κοπέλα που είχε μεταφερθεί σ’ εμάς από κάποια άλλη κλινική. Ήταν μια ασυνήθιστη εισαγωγή, μια και δεν είχαμε καμιά πληροφορία για την περίπτωσή της πριν από την πρώτη μου συνάντηση μαζί της. Γι’ αυτό μου είπαν να "αυτοσχεδιάσω" και να προσπαθήσω να καταλάβω ποιο ήταν το πρόβλημά της και τι χρειαζόταν.

              Χωρίς να έχω καμία διάγνωση, για να βασιστώ, αντιμετώπισα την Ροζ ως μία δυστυχισμένη, παρεξηγημένη νεαρή γυναίκα που κανείς από τους προηγούμενους θεραπευτές της δεν την είχε ακούσει πραγματικά. Η οικογενειακή της κατάσταση ήταν δυσάρεστη. Δεν την αντιμετώπισα ως ψυχικά διαταραγμένο άτομο, αλλά ως κάποια παρεξηγημένη και μοναχική ύπαρξη. Καθόμουν και την άκουγα και εκείνη ανταποκρινόταν πολύ θετικά. Τη βοήθησα να αρχίσει μια νέα, αξιόλογη ζωή – να βρει δουλειά, ένα καλό μέρος να μείνει και καινούργιους φίλους. Τα πήγαμε καλά και άρχισε αμέσως να κάνει σημαντικές αλλαγές στη ζωή της.

              Ο φάκελος από την προηγούμενη ψυχιατρική κλινική έφτασε ένα μήνα, αφότου η Ροζ και εγώ είχαμε αρχίσει την επιτυχημένη μας συνεργασία. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο φάκελός της ήταν αρκετά μεγάλος και περιέκλειε μια εκτενή περιγραφή από νοσηλείες και ιδρύματα. Η διάγνωση ήταν "παρανοϊκή σχιζοφρένεια" και συνοδευόταν από το σχόλιο ότι "δεν υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης".

              Η δική μου εντύπωση για την Ροζ ήταν εντελώς διαφορετική. Αποφάσισα να μη λάβω υπόψη μου εκείνα τα έγγραφα. Ποτέ δεν της φέρθηκα σαν να ήταν κάποια "χωρίς περιθώρια βελτίωσης". (Αυτό ήταν ένα μάθημα που με δίδαξε να αμφισβητώ την αξία και τη βεβαιότητα των διαγνώσεων). Από την ίδια έμαθα για τη φρίκη εκείνων των νοσηλειών, τη νάρκωση, την απομόνωση και τη σκληρή μεταχείριση. Έμαθα επίσης πολλά για το πώς επιβιώνει κανείς ύστερα από τέτοιες τραυματικές εμπειρίες.

              Στην αρχή η Ροζ βρήκε δουλειά και στη συνέχεια ένα σπίτι για να μείνει, μακριά από την προβληματική της οικογένεια. Έπειτα από μερικούς μήνες συνεργασίας μας, μου σύστησε το μέλλοντα σύζυγό της, έναν επιτυχημένο επιχειρηματία που τη λάτρευε.

              Όταν ολοκληρώσαμε τη θεραπεία, η Ροζ μου έκανε δώρο έναν ασημένιο σελιδοδείκτη, μαζί με ένα σημείωμα που έλεγε, "Σ’ ευχαριστώ που μου έδειξες εμπιστοσύνη".

              Έχω πάντα αυτό το σημείωμα μαζί μου και θα το κρατήσω για όλη μου τη ζωή, για να μου θυμίζει τα "πιστεύω" μου και τους αγώνες μου για τους ανθρώπους. Όλα αυτά χάρη στο θρίαμβο μιας γενναίας γυναίκας απέναντι σε μια διάγνωση "χωρίς περιθώρια βελτίωσης".

                                                Τ. Τζούντι Τέπελμπαουμ

(Βάλσαμο για την ψυχή στο χώρο της δουλειάς, εκδ. Διόπτρα, σελ.54-55)

             

Και σας λέω κάτι αξιοθαύμαστο που άκουσα για κάποιον μεγάλο και διορατικό Γέροντα, ότι, ενώ στεκόταν στην εκκλησία, μόλις άρχισαν να ψέλνουν οι αδελφοί, έβλεπε έναν λαμπροφορεμένο να βγαίνει από το Ιερό, κρατώντας ένα μικρό στρογγυλό σκεύος με αγίασμα και μια μίλη (μικρή λαβίδα με μορφή σμίλης). Τη μίλη αυτή τη βουτούσε στο σκεύος και πέρναγε από όλους τους αδελφούς και τους σφράγιζε σε σχήμα σταυρού.

Τις θέσεις δε όσων έλειπαν, άλλοτε τις σφράγιζε και άλλοτε πέρναγε χωρίς να τις σφραγίσει. Και πάλι, όταν επρόκειτο να σχολάσει η εκκλησία, τον έβλεπε να βγαίνει από το Ιερό και να ξανακάνει το ίδιο. Μια μέρα λοιπόν τον σταματάει ο Γέροντας και πέφτει στα πόδια του, παρακαλώντας τον να του εξηγήσει ποιος ήταν και τι νόημα είχε αυτό που έκανε. Και του λέει εκείνος ο λαμπροφορεμένος: «Εγώ είμαι Άγγελος Κυρίου, και πήρα εντολή να σφραγίζω όσους βρίσκονται στην εκκλησία από την αρχή της ακολουθίας και όσους παραμένουν μέχρι το τέλος της, για την προθυμία και την επιμέλεια και την καλή προαίρεσή τους».

Του λέει ο Γέροντας: «Και τότε γιατί σφραγίζεις τις θέσεις μερικών που λείπουν»; Του απαντάει ο άγιος Άγγελος λέγοντας:

«Όσοι από τους αδελφούς είναι επιμελείς και με καλή προαίρεση, από κάποια όμως ανάγκη ή αρρώστια απουσιάζουν, με ευλογία των Πατέρων, ή πάλι, υπακούοντας σε κάποια εντολή, είναι κάπου απασχολημένοι και για αυτό το λόγο απουσιάζουν, αυτοί, παρόλο ότι λείπουν, σφραγίζονται, επειδή με τη διάθεσή τους βρίσκονται μαζί μ’ αυτούς που ψέλνουν. Και μόνο όσους μπορούν να παρευρίσκονται και από αμέλεια απουσιάζουν, έχω εντολή να μη σφραγίζω, γιατί αυτοί γίνονται μόνοι τους ανάξιοι»

(Αββά Δωροθέου, Ασκητικά ΙΑ΄ Διδασκαλία, εκδ. Ετοιμασία σελ. 297-299)

Όταν σπούδαζα στον κόσμο, στην αρχή, κουραζόμουνα πάρα πολύ. Και όταν ερχόταν η ώρα να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου, ένιωθα σαν να πήγαινα να πιάσω άγριο θηρίο.

Καθώς όμως επέμενα, βιάζοντας τον εαυτό μου, βοήθησε ο Θεός και τόσο πολύ συνήθισα τη μελέτη, ώστε να μην καταλαβαίνω τι έτρωγα και τι έπινα ή πως κοιμόμουνα από την πολλή ευχαρίστηση που ένιωθα από την ανάγνωση. Και ποτέ δεν με τράβηξε η επιθυμία να πάω να φάω με έναν από τους φίλους μου, αλλά ούτε καν τους συναντούσα όταν είχα διάβασμα, παρόλο ότι ήμουν κοινωνικός και αγαπούσα τους φίλους μου.

Μόλις λοιπόν μας σχόλαγε ο δάσκαλος και λουζόμουνα -γιατί συνήθιζα να πλένομαι κάθε μέρα, επειδή στέγνωνα από το διάβασμα- γύριζα στο σπίτι μου μην ξέροντας ούτε τι θα φάω. Γιατί δεν μπορούσα να απασχοληθώ ούτε με το να παραγγείλω το φαγητό που θα έτρωγα, αλλά είχα κάποιον έμπιστο άνθρωπο και μου ετοίμαζε ό,τι εκείνος ήθελε. Έτρωγα λοιπόν ό,τι εύρισκα μαγειρεμένο από αυτόν, έχοντας και το βιβλίο δίπλα μου, ακουμπισμένο στο κρεβάτι και κάπου-κάπου έριχνα μια ματιά. Και όταν κοιμόμουνα, το είχα πάλι δίπλα μου, ακουμπισμένο στο κάθισμά μου και μόλις μ’ έπαιρνε λίγο ο ύπνος, αμέσως πεταγόμουνα να διαβάσω. Πάλι το βράδυ, μόλις γύριζα μετά από τον εσπερινό, άναβα το λυχνάρι και έμενα διαβάζοντας μέχρι τα μεσάνυχτα.

Και ζούσα έτσι, γιατί δεν ένιωθα τίποτα πιο γλυκό από την ευχαρίστηση που μου έδινε η μελέτη. Όταν λοιπόν ήρθα στο Μοναστήρι, έλεγα στον εαυτό μου:

«Αν για την κοσμική σοφία είχα τόσο πόθο και τέτοιο ζήλο, ώστε να ασχολούμαι με το διάβασμα και να μου γίνει αναφαίρετη συνήθεια, πόσο μάλλον για την αρετή»;

Και έπαιρνα πολλή δύναμη από αυτόν το λογισμό.
(Αββα Δωροθέου, Ι Διδασκαλία, εκδ. Ετοιμασία σελ. 271)

Πρίν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής. Μέ πολλή διστακτικότητα, αλλά καί μέ τήν ένταση τού απαιτητικού αναζητητή, μού δήλωσε ότι είναι άθεος, πού όμως θά ήθελε πολύ νά πιστέψει, αλλά δέν μπορούσε.


Χρόνια προσπαθούσε καί αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνομίλησε μέ καθηγητές καί μορφωμένους. Αλλά δέν ικανοποιήθηκε η δίψα του γιά κάτι σοβαρό.
Άκουσε γιά μένα καί αποφάσισε νά μοιρασθεί μαζί μου τήν υπαρξιακή ανάγκη του. Μού ζήτησε μία επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού.

Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις; τόν ρώτησα. Δυστυχώς όχι, μού άπαντα. Είμαι τής Φιλοσοφικής. Κρίμα! διότι ήξερα μία τέτοια απόδειξη, είπα εμφανώς αστειευόμενος. Ένιωσε αμήχανα καί κάπου σιώπησε γιά λίγο. Κοίταξε, τού λέω. Συγγνώμη πού σέ πείραξα λιγάκι. Αλλά ο Θεός δέν είναι εξίσωση, ούτε μαθηματική απόδειξη.

Άν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θά τόν πίστευαν. Νά ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός. Έχεις πάει ποτέ στό Άγιον Όρος; Έχεις ποτέ συναντήσει κανέναν ασκητή; Όχι, πάτερ, αλλά σκέπτομαι νά πάω, έχω ακούσει τόσα πολλά… Άν μού πείτε, μπορώ νά πάω καί αύριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νά πάω νά τόν συναντήσω;

-Τί προτιμάς; Μορφωμένο πού μπορεί νά σέ ζαλίσει, ή άγιο πού μπορεί νά σέ ξυπνήσει;

-Προτιμώ τόν μορφωμένο. Τούς φοβάμαι τούς αγίους.

-Η πίστη είναι υπόθεση τής καρδιάς. Γιά δοκίμασε μέ κανέναν άγιο. Πώς σέ λένε; ρωτώ. Γαβριήλ, μού απαντά.

Τόν έστειλα σέ έναν ασκητή. Τού περιέγραψα τόν τρόπο προσβάσεως καί τού έδωσα τίς δέουσες οδηγίες. Κάναμε κι ένα σχεδιάγραμμα. Θά πάς, τού είπα, καί θά ρωτήσεις τό ίδιο πράγμα. Είμαι άθεος, θά τού πείς, καί θέλω νά πιστεύσω.

Θέλω μία απόδειξη περί υπάρξεως Θεού. Φοβάμαι, ντρέπομαι, μού απαντά. Γιατί ντρέπεσαι καί φοβάσαι τόν άγιο καί δέν ντρέπεσαι καί φοβάσαι εμένα; ρωτώ. Πήγαινε απλά καί ζήτα τό ίδιο πράγμα.

Σέ λίγες μέρες, πήγε καί βρήκε τόν ασκητή νά συζητάει μέ κάποιον νέο στήν αυλή του. Στήν απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σέ κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σέ αυτούς καί ο Γαβριήλ βρήκε δειλά τήν θέση του. Δέν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά καί η συνομιλία τού Γέροντα μέ τόν νεαρό τελείωσε.

Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιεί λίγο νεράκι; Ευχαριστούμε, Γέροντα, απήντησαν, μέ συμβατική κοσμική ευγένεια. Έλα εδώ, λέει απευθυνόμενος στόν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον από τούς υπόλοιπους. Θά φέρω εγώ τό νερό, πάρε εσύ τό κουτί αυτό μέ τά λουκούμια. Καί έλα πιό κοντά νά σού πώ ένα μυστικό: Καλά νά είναι κανείς άθεος, άλλα νά έχει όνομα αγγέλου καί νά είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μού συμβαίνει.

Ο φίλος μας κόντεψε νά πάθει έμφραγμα από τόν αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό. Πού εγνώρισε τό όνομά του; Ποιός τού αποκάλυψε τό πρόβλημά του; Τί, τελικά, ήθελε νά τού πεί ο γέροντας;

– Πάτερ, μπορώ νά σάς μιλήσω λίγο; Μόλις πού μπόρεσε νά ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τό λουκούμι, πιές καί λίγο νεράκι καί πήγαινε στό πιό κοντινό μοναστήρι νά διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νά μιλήσουμε, δέν γίνεται; Τί νά πούμε, ρέ παλληκάρι; Γιά ποιόν λόγο ήλθες;

Στό ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως νά ανοίγει η αναπνοή μου, αφηγείται. Η καρδιά μου νά πλημμυρίζει από πίστη. Ο μέσα μου κόσμος νά θερμαίνεται. Οι απορίες νά λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρίς τήν ύπαρξη μιάς ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τά άν, τά γιατί, τά μήπως καί έμεινε μόνον τό πώς καί τό τί από δώ κι εμπρός.

Ό,τι δέν τ ού έδωσε η σκέψη τών μορφωμένων, τού τό χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός αγίου, αποφοίτου μόλις τής τέταρτης τάξης τού δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί. Σού κάνουν τήν εγχείρηση χωρίς αναισθησία καί δέν πονάς.

Σού κάνουν τήν μεταμόσχευση χωρίς νά σού ανοίξουν τήν κοιλιά. Σέ ανεβάζουν σέ δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τίς σκάλες τής κοσμικής λογικής. Σού φυτεύουν τήν πίστη στήν καρδιά, χωρίς νά σού κουράσουν τό μυαλό.

«Φωνὴ αύρας λεπτής» – Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος

Σε όποια διακονία και αν βρεθείτε, και αν ακόμα είναι πολύ βιαστική και σπουδαία, δεν θέλω να κάνετε τίποτα με φιλονικία, τίποτα με ταραχή, αλλά να είσαστε βέβαιοι ότι κάθε έργο που κάνετε, είτε μεγάλο είναι είτε μικρό, είναι το ένα όγδοο απ’ αυτό που μας ζητιέται. Το να διατηρήσετε όμως την ειρήνη σας -και αν ακόμα συμβεί να αποτύχετε στο διακόνημα από την υποχώρηση που θα κάνετε- είναι τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή το μισό από το ζητούμενο. Βλέπετε πόση διαφορά υπάρχει;
Όταν λοιπόν κάνετε κάτι, αν θέλετε να το κάνετε τέλειο και ολόκληρο, φροντίστε καί αυτό να το κάνετε τέλειο -πράγμα που είναι, όπως είπα, το ένα όγδοο- και την εσωτερική σας κατάσταση να φυλάξετε αβλαβή- πράγμα που είναι τα τέσσερα όγδοα. Αν όμως τύχει ανάγκη και παρασυρθείτε ή παραβείτε αυτήν την εντολή και βλαφθείτε ή βλάψετε, δεν είναι συμφέρον, επειδή πρέπει να τελειωθεί η διακονία, να χάσετε τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή την ειρήνη σας, μόνο και μόνο για να φυλάξετε το ένα όγδοο, δηλαδή την τελειότητα του έργου. Αν δείτε και κάνει κανείς κάτι τέτοιο, να είσαστε βέβαιοι ότι δεν κάνει το διακόνημά του με επίγνωση. Γιατί ή από κενοδοξία ή από ανθρωπαρέσκεια επιμένει φιλονικώντας και κολάζοντας τον εαυτό του και τον πλησίον, για να ακούσει μετά από αυτά ότι κανείς δεν μπόρεσε να τον νικήσει. Αλλοίμονο! Μεγάλο κατόρθωμα! Δεν είναι αυτή νίκη, αδελφοί μου, αυτή είναι ζημιά, αυτή είναι απώλεια.

Σας δίνω εντολή, ότι, και αν εγώ στείλω κάποιον από εσάς σε οποιαδήποτε διακονία και δει να ξεσηκώνεται ταραχή ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη, να σταματήσει. Και ποτέ να μη βλάψετε τους εαυτούς σας ή τους άλλους, αλλά να σταματήσει η δουλειά. Να μη γίνει! Μόνο μην ταράζεστε. Επειδή, όπως είπα, κάνοντας έτσι, χάνετε τα τέσσερα όγδοα, για να κερδίσετε το ένα όγδοο. Αυτό είναι ολοφάνερος παραλογισμός.
Αυτά σας τα λέω, όχι για να μικροψυχείτε αμέσως και να σταματάτε τις διακονίες ή να αδιαφορείτε και να πετάτε με μιας τα πράγματα και να καταπατάτε τη συνείδησή σας, επειδή θέλετε να ζείτε αμέριμνα. Ούτε πάλι για να παρακούετε και να λέει ο καθένας σας: «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, γιατί βλάπτομαι, δεν είναι στα μέτρα μου». Γιατί, μ’ αυτή την πρόφαση, δεν θα κάνετε ποτέ καμία διακονία, ούτε ποτέ θα μπορέσετε να τηρήσετε την εντολή του Θεού.
Αλλά σας το λέω, για να βάζετε όλη τη δύναμή σας, ώστε να κάνετε με αγάπη κάθε διακονία σας, με ταπεινοφροσύνη, υπακούοντας, τιμώντας, παρηγορώντας ο ένας τον άλλον. Τίποτα δεν είναι πιο δυνατό από την ταπεινοφροσύνη. Αν όμως δει κανείς κάποια στιγμή τον πλησίον ή τον εαυτό του να θλίβεται, σταματήστε, υποχωρήστε, μην επιμένετε μέχρι σημείου που να επακολουθήσει και πνευματική βλάβη. Γιατί είναι καλύτερα, χίλιες φορές το λέω, να μη γίνει η δουλειά όπως θέλετε, αλλά όπως επιτρέπουν οι περιστάσεις, και όχι να γίνει από ισχυρογνωμοσύνη ή από δικαίωμα, αφού είναι ολοφάνερο ότι η υποχώρηση αυτή θα σας ταράξει ή θα θλίψει τους άλλους. Διότι θα χάσετε έτσι τα τέσσερα όγδοα. Και υπάρχει πολλή διαφορά στη ζημιά. Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει και να χάνει κανείς το ένα όγδοο και να μην καταφέρνει απολύτως τίποτα.

Αυτές είναι οι συνέπειες των φιλονικιών. Αυτή την αρχή να τηρήσουμε. Δηλαδή, όλα τα έργα που κάνουμε, να τα κάνουμε με σκοπό να ωφεληθούμε από αυτά. Ποια όμως ωφέλεια προκύπτει, όταν δεν ταπεινώνουμε τον εαυτό μας ο ένας στον άλλον, αλλά αντίθετα συγχίζουμε και στενοχωρούμε ο ένας τον άλλον;

Γιατί καθένας ωφελείται ή βλάπτεται από την ίδια την κατάστασή του. Κανένας δεν βλάπτει τον άλλον. Αλλά, αν ζημιωθούμε, όπως είπα, ζημιωνόμαστε από την κατάστασή μας. Αν θέλουμε λοιπόν μπορούμε, όπως συνήθως σας λέω, από καθετί να ωφελούμαστε ή να ζημιωνόμαστε.

Και σας λέω ένα παράδειγμα, για να δείτε ότι έτσι είναι το πράγμα.
Συμβαίνει να στέκεται κανείς κάπου νύχτα -δεν εννοώ βέβαια μοναχός, αλλά κάποιος άλλος κοσμικός- και περνάνε από μπροστά του τρεις άνθρωποι. Και ο ένας βάζει στο νου του ότι στέκεται εκεί και περιμένει κάποιον, για να πάει να πορνεύσει. Ο άλλος τον θεωρεί κλέφτη. Και ο τρίτος σκέφτεται ότι έχει φωνάξει έναν φίλο του από το διπλανό σπίτι και τον περιμένει να κατέβει, για να πάνε να προσευχηθούν.

Να λοιπόν, και οι τρεις είδαν τον ίδιο άνθρωπο, στον ίδιο τόπο και όμως δεν έκαναν για αυτόν και οι τρεις την ίδια σκέψη, αλλά ο ένας έβαλε στο μυαλό του το ένα, ο άλλος το άλλο, ο τρίτος άλλο, ο καθένας -όπως φαίνεται- ανάλογα με την προσωπική του πνευματική κατάσταση.
Γιατί όπως υπάρχουν οργανισμοί αδύνατοι και φιλάσθενοι και κάθε τροφή που παίρνουν, και αν ακόμα είναι ωφέλιμη, τη μεταβάλλουν σε αρρώστια– και δεν βρίσκεται βέβαια η αιτία στην τροφή, αλλά στο ίδιο το σώμα που, όπως είπα, είναι φιλάσθενο και ανάλογα με την κράση του μεταβάλλει και αλλοιώνει τις τροφές -έτσι και η ψυχή, που υποφέρει από πνευματική καχεξία, βλάπτεται από καθετί. Και αν ακόμα πρόκειται για κάτι ωφέλιμο, αυτή βλάπτεται.
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε ένα δοχείο με μέλι και του βάλουμε μέσα ένα κομμάτι αψιθιά (πικρό φυτό). Δεν καταστρέφει το μικρό εκείνο κομμάτι όλο το δοχείο με το μέλι; Δεν κάνει όλο το μέλι πικρό; Το ίδιο κάνουμε κι εμείς. Βγάζουμε λίγη από την πικράδα μας και εξαφανίζουμε το καλό του πλησίον, βλέποντάς το ανάλογα με την κατάστασή μας και αλλοιώνοντάς το ανάλογα με την πνευματική καχεξία μας.
Όσοι όμως είναι πνευματικά δυνατοί, μοιάζουν με εκείνον που έχει σώμα εύρωστο, που και αν ακόμη φάει κάτι βλαβερό το μεταβάλλει ανάλογα με την κράση του σε θρεπτικό συστατικό και δεν τον βλάπτει ούτε και αυτή η κακή τροφή, επειδή, όπως είπα, το σώμα του είναι δυνατό και ανάλογα με την κράση του μεταβάλλει και την τροφή. Και όπως ακριβώς είπαμε για τον πρώτο οργανισμό, που και την καλή τροφή την μεταβάλλει ανάλογα με την καχεξία του σε βλαβερό συστατικό, το ίδιο συμβαίνει και με αυτόν. Ανάλογα με το εύρωστο σώμα του, ακόμα και τη βλαβερή τροφή τη μεταβάλλει σε θρεπτικό συστατικό.
Και σας λέω ένα παράδειγμα για να το καταλάβετε καλύτερα. Ο χοίρος έχει σώμα γερό. Η δε τροφή του είναι τα ξυλοκέρατα, τα κουκούτσια από τα φοινίκια και η λάσπη. Και όμως επειδή έχει γερό σώμα και αυτού του είδους την τροφή τη μεταβάλλει σε θρεπτικά συστατικά.
Έτσι και εμείς, αν έχουμε καλές αρχές και καλή πνευματική κατάσταση, μπορούμε, όπως είπα πριν, από το καθετί, και αν ακόμη δεν είναι ωφέλιμο, να ωφελούμαστε. Και πολύ ωραία λέει ο σοφός Σολομών στις Παροιμίες: «Αυτός που βλέπει ήρεμα και γλυκά προκαλεί τη συμπάθεια των άλλων» (Παροιμ. 12,13) Και αλλού λέει: «Σ’ όποιον λείπει η φρόνηση όλα έρχονται αντίθετα και ανάποδα» (Παροιμ. 14,7)

(αββά Δωροθέου, εκδ. Ετοιμασία σελ.393-397)

Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου!
Murray Salem, Αμερικανός ηθοποιός και σεναριογράφος.
Η γιαγιά μου, από την πλευρά του πατέρα μου, σε όλη της τη ζωή ήταν μια απλή χωρική από τη Συρία, που δεν ήξερε ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει.
Ήταν όμως ειλικρινά θρήσκα. Ότι έκανε είχε πάντοτε το όνομα του Θεού στα χείλη της.  Αλλά δεν ανέφερε μόνο το Όνομά Του.
Έλεγε τουλάχιστον εκατό φορές την ημέρα: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!… Και όχι μόνο όταν της συνέβαινε κάτι καλό.
Αν η σούπα χυνόταν καθώς έβραζε και πάλι έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!
Τη ρώτησα κάποτε γιατί ευχαριστούσε τον Θεό για κάτι κακό.
Γέλασε και μου είπε ότι αν κάτι κακό συμβαίνει είναι γιατί έχουμε ξεχάσει τη σύνδεσή μας με τον Θεό. Εκείνη την εποχή το βρήκα αυτό πολύ παράξενο, έστω κι αν εκείνη επέμενε να κάνω κι εγώ το ίδιο.
Κάποτε, έγδαρα το γόνατό μου κι εκείνη μου είπε να πω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!
Κατά περίεργο τρόπο αυτές οι λέξεις είχαν αποτέλεσμα και ένοιωσα καλύτερα το γόνατό μου. Όταν έγινα πέντε χρονών πήγα στο σχολείο. Προερχόμουν από έγχρωμη φυλή και τα γαλανομάτικα και ξανθόμαλλα παιδιά με κορόιδευαν συνήθως. Επειδή το χρώμα μου ήταν σκούρο, το παρατσούκλι μου ήταν «ο Αράπης». Μισούσα το σχολείο και παρακαλούσα τους γονείς μου να μην με αναγκάζουν να πηγαίνω.
 
Ένοιωθαν άσχημα για μένα, αλλά δεν μπορούσαν και να με προστατέψουν για πάντα. Τότε, η Σίτου μου (η Συριακή λέξη για τη γιαγιά) άκουσε τι μου συνέβαινε και μου είπε ότι έπρεπε να λέω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου», κάθε φορά που τα παιδιά με έβριζαν. Εκείνη τη στιγμή θεώρησα ότι επρόκειτο για την πιο ανόητη ιδέα που είχα ακούσει ποτέ μου. Λίγες μέρες όμως αργότερα, όταν ένα ολόκληρο τσούρμο παιδιών άρχισε να φωνάζει: «Αράπη, Αράπη, Αράπη», συνέβη κάτι: Συγκρατούσα τα δάκρυά μου, προσπαθώντας με όλες τις δυνάμεις του κορμιού μου, να μη φανώ μυξιάρικο και να μην τους επιτρέψω να με δουν να κλαίω. Αλλά δεν μπορούσα να συγκρατηθώ.
 
Τα δάκρυα θα ξεσπούσαν οπωσδήποτε. Τότε θυμήθηκα τα λόγια της Σίτου μου: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Άρχισα να τα επαναλαμβάνω σιωπηλά μέσα μου: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Κι αυτό βοήθησε. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, αλλά τα δάκρυα εξαφανίστηκαν. Ξαφνικά έπαψα να νοιάζομαι τόσο πολύ για το τι σκέφτονταν για μένα. Ίσως αυτό συνέβη γιατί ένοιωσα, ότι είχα κι εγώ τώρα ένα φίλο: τον Θεό. Όλα αυτά έγιναν εδώ και πολλά χρόνια. Από τότε, έχω γίνει ένας επιτυχημένος σεναριογράφος. Έχω ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο κι έχω συναντήσει εκατοντάδες θαυμάσιους ανθρώπους.
 
Η ζωή μου είναι ωραιότερη από ότι θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Καί σε όλη μου τη ζωή συνεχίζω πάντα να λέω:
 
«Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»! Ορισμένες φορές το λέω εκατό φορές την ημέρα, ακριβώς όπως έκανε η αγαπημένη μου γιαγιά. Νιώθω και τώρα την ανάγκη να το πω: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!


    Μη βιαστείτε, παρακαλώ, να κατακρίνετε αυτό το στιγμιότυπο μας για παράβαση ευπρεπείας. Μην πείτε ότι ο συντάκτης του ξέθαψε κάποια άτυχη περιθωριακή περίπτωση και την προβάλλει.
    Το περιστατικό μας μπορεί να είναι μοναδικό. Δεν συνέβη όμως σε κάποια εποχή εκκλησιαστικής αναταραχής, ούτε είναι προϊόν σιμωνίας. Είναι ένα περιστατικό απόλυτα νόμιμο, και μάλιστα με τη  σφραγίδα δύο μεγάλων εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, που και τους δυο τους τιμά η Εκκλησία μας ως αγίους. Ο ένας το ετέλεσε κι ο άλλος το ετίμησε.
     Βρισκόμαστε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Είναι η πόλη που γεννήθηκε  ο γνωστός μας αγ. Γρηγόριος Νεοκαισαρείας ο θαυματουργός, ο οποίος σπούδασε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης πλάι στον Ωριγένη, και αργότερα επέστρεψε στην πατρίδα του, το 238,για να αναδεχθεί ο πρώτος επίσκοπός της.
      Γνωστοί είναι οι ιεραποστολικοί αγώνες του αγίου και θαυματουργού Γρηγορίου για να εκχριστιανίσει την περιοχή. Αγώνες που στέφθηκαν με πλήρη επιτυχία. Κάποτε αυτοί που ζούσαν στα Κώμανα, γειτονική πόλη της Νεοκαισάρειας, ζήτησαν από τον αγ. Γρηγόριο να τους επισκεφθεί, για να ιδρύσει Εκκλησία που να έχει και επίσκοπο. Όταν ο άγιος έφτασε στην πόλη, έμεινε αρκετές μέρες, αναζωπυρώνοντας με τα κηρύγματά του τον ζήλο των κατοίκων της για μια σωστή χριστιανική ζωή. Σύντομα ήρθε και το θέμα της εκλογής επισκόπου.
        Οι κάτοικοι, έχοντας για παράδειγμα τον ίδιο τον άγιο Γρηγόριο, συμφωνούσαν να επιλεχθεί επίσκοπος από τους προκρίτους του τόπου, που ταυτόχρονα να έχει και το χάρισμα του λόγου. Οι σχετικές ψηφοφορίες δεν απέδωσαν, γιατί η κάθε μερίδα επέμενε για τον δικό της υποψήφιο. Τότε ο αγ. Γρηγόριος είπε ότι θα μπορούσαν να αναζητήσουν κάποιον από τους μη επίσημους και γνωστούς προκρίτους της πόλεως. Η πρόταση του αγίου σκανδάλισε αρκετούς. Θεωρήθηκε ως «ύβρις». Κάποιος μάλιστα διαμαρτυρήθηκε έντονα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι είναι αδύνατο να επιλέγει ως αξιότερος ένας «εκ των βαναύσων», όταν προηγουμένως απορρίφθηκαν οι πραγματικά άξιοι. Στη συνέχεια ο ίδιος με ειρωνικό τόνο είπε στον αγ. Γρηγόριο ότι, εφ’όσον  προτείνει να αναλάβει την Εκκλησία ένας εκ των «συρφετών», γιατί να μην εκλέξει για επίσκοπο τον Αλέξανδρο τον καρβουνιάρη.
         Ξαφνικά ήρθε στον αγ. Γρηγόριο η σκέψη ότι ίσως η πρόταση για τον Αλέξανδρο δεν ήταν τυχαία, αλλά ότι ήταν θεία υπόδειξη. Αμέσως ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο Αλέξανδρος.  Κάποιος, αστειευόμενος, τον έφερε μπροστά στον επίσκοπο. Ήταν ντυμένος με βρώμικα κουρέλια, ενώ το πρόσωπο και όλο του το σώμα ήταν κατάμαυρο από τα κάρβουνα. Όλοι άρχισαν να γελούν. Το διορατικό όμως μάτι του αγ. Γρηγορίου έβλεπε άλλα πράγματα. Διέκρινε ότι ο τρόπος ζωής του δεν οφειλόταν στη φτώχεια του, αλλά σε δική του επιλογή, από κάποια φιλοσοφική διάθεση.
        Μετά από αυτή την εκτίμηση που έκανε για το πρόσωπο του καρβουνιάρη, τον πήρε ιδιαιτέρως και έμαθε με λεπτομέρεια τα σχετικά με τον βίο του. Στη συνέχεια τον παρέδωσε στους δικούς του να τον πλύνουν και να τον ντύσουν, ενώ ο άγιος ξαναγύρισε στη σύναξη των πολιτών. Όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε στη σύναξη καθαρός  και καλοντυμένος, ο κόσμος ξαφνιάστηκε, βλέποντας έναν άλλο άνθρωπο. Ο αγ. Γρηγόριος τους  τόνισε το πόσο λανθασμένο είναι το κριτήρίο μας, όταν δίνουμε προσοχή στο εξωτερικό του ανθρώπου και όχι στο εσωτερικό του βάθος.
        Η κατάληξη της σύναξης έγινε στην εκκλησία, όπου ο αγ. Γρηγόριος χειροτόνησε τον Αλέξανδρο τον καρβουνιάρη σε επίσκοπο. Ύστερα ζήτησε από τον νέο επίσκοπο να κηρύξει τον θειο λόγο. Κι εδώ ο αγ. Γρηγόριος δεν διαψεύσθηκε. Ο λόγος δεν ήταν περίτεχνος και στολισμένος ,ήταν όμως ένας λόγος γεμάτος περιεχόμενο.
        Κάποιος νεαρός, που προερχόταν από τη Αθήνα και καμάρωνε για τον δικό του αττικίζοντα και καλλωπισμένο λόγο, χαμογέλασε με το «ακαλλές της λέξεως» του νέου επισκόπου. Γρήγορα όμως συνήλθε «εκ θειοτέρας όψεως». Είδε ένα σμήνος από περιστέρια, που έλαμπαν απερίγραπτα, και συγχρόνως άκουσε θεία φωνή να λέει ότι «του Αλεξάνδρου είναι αυτά τα περιστέρια».
          Τώρα που φτάσαμε στο τέλος ευνόητο είναι να διερωτηθεί κανείς που βρίσκεται στην ιστορία μας η άλλη μεγάλη και άγια προσωπικότητα, που, όπως είπαμε, «ετίμησε» την πράξη του αγ. Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Η άλλη προσωπικότητα είναι ο αγ. Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος έχει καταγράψει το περιστατικό της διηγήσεως μας. Πράγματι, όλες τις παραπάνω πληροφορίες τις έχουμε από το βίο του Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, τον οποίον έγραψε ο Γρηγόριος Νύσσης.

(Γρηγορίου Νύσσης,Εις τον βίον Γρηγορίου του θαυματουργού,ΒΕΠ 69,312,1-314,20)

(από το βιβλίο: Στιγμιότυπα από την εποχή των Πατέρων, Ηλία Α. Βουλγαράκη, εκδ. Αρμός σελ. 18-20)


ΜΕ ΠΟΙΟΝ μοιάζει o χριστιανός, πού σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση; Μ’ έναν οδοιπόρο, που στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυμίας.

Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πόδια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Η θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη η θάλασσα είναι καλυμμένη απ’ αυτά τα κύματα, που μοιάζουν με τερά¬στιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια.

Ο οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, η σκέψη του; Και πού η καρδιά του; Η σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και η καρδιά του στην κρί¬ση του Θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του• εκεί είναι με το αίσθημά του - εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ο φόβος του.

Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ο φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει η θάλασσα. Εκεί που πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο καθρέφτη τους θα αντανακλά ο βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτίνες του σ’ όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιεβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζωγράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Αγίου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα αφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν, όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν.

Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα αφροστέφανα!

Κοιτάζοντας από τον ήσυχο αρσανά τη θάλασσα του βί¬ου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνω¬μονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ’ έφερες σ’ ετούτη την άγια μονή. Μ’ έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες»(Ψαλμ. 30,21). Για τούτο μόνο πονάει η ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνωστο: Θα περάσω, άραγε, από δω, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς»(Ψαλμ. 41, 5); Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τι κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος»(Ψαλμ. 55,12).

Έρημος Άγιου Σεργίου, 1843
πηγή: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Ασκητικές Εμπειρίες,  εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου.

“O Θεός δεν πρόκειται να αφήσει τέτοια ελεημοσύνη δίχως μετάνοια…”
«Θέλω να σας μιλήσω πάτερ για κάτι σοβαρό».
Η κοπέλα στεκόταν στην είσοδο του ιερατικού γραφείου, περιμένοντας την άδεια για να προχωρήσει. Δεν είχε παρουσιαστικό «θρησκευόμενου» ανθρώπου. Φορούσε κολλητό παντελόνι και ήταν βαμμένη έντονα.
Ο ηλικιωμένος ιερέας την κοίταξε με καλοσύνη. «Παρακαλώ. Ό,τι θέλετε!».

Η κοπέλα προχώρησε και κάθισε μπροστά στο γραφείο του ιερέα.

«Θέλω τη συμβουλή σας», είπε κοφτά και με αποφασιστικότητα. «Η μητέρα μου είναι στα τελευταία της. Έζησε μεγάλο μέρος της ζωή της δουλεύοντας τη νύχτα σε άσχημα μέρη… Ξέρω… Ίσως να σας σκανδαλίζω λίγο…». Δίστασε κοιτάζοντας τον ιερέα εξεταστικά αλλά με ειλικρίνεια στα μάτια της.

«Παρακαλώ, συνεχίστε».

«Η μητέρα μου με τα χρήματα που κέρδιζε κατάφερε να μεγαλώσει εμένα και τον αδερφό μου χωρίς να χρειαστεί να μας δώσει σε ξένα χέρια. Πατέρα δε γνωρίσαμε…

Αλλά δε μεγάλωσε μονάχα εμάς. Τα μισά της χρήματα και παραπάνω τα έδινε πάντα σε ελεημοσύνες. Πολλά παιδιά μεγάλωσαν χάρη σ’ αυτή. Κάποια μάλιστα σπούδασαν κιόλας χάρη στη μητέρα μου. Σε όλη της τη ζωή, η ελεημοσύνη ήταν πρώτιστο καθήκον… Τώρα πεθαίνει. Με δυσκολία επικοινωνεί. Θα ήθελα να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει αλλά δεν ξέρω πώς να της το πω… Καταλαβαίνετε… δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία… Δεν ήταν τελείως αδιάφορη αλλά… καταλαβαίνετε…».

Ο ιερέας είχε το βλέμμα χαμηλωμένο και άκουγε με κατανόηση.

«Μη στενοχωριέστε», της είπε. «Κάνατε αυτό που έπρεπε. Τώρα θα κάνουμε και οι δυο προσευχή για τη μητέρα σας. Κι ο Θεός θα δείξει τον τρόπο. Πάντως όπως και να ’χει, να θυμάστε ότι ο Θεός δεν πρόκειται να αφήσει τέτοια ελεημοσύνη δίχως μετάνοια…».

Πέρασαν μέρες. Ο Ιερέας δεν είχε κανένα νέο από εκείνη την κοπέλα. Κι έξαφνα ένα πρωί είδε την αναγγελία θανάτου της μητέρας κολλημένη σε μια κολώνα. Πήρε απόφαση και πήγε στην κηδεία.

Στο τέλος της ακολουθίας τον πλησίασε η κοπέλα. Τον χαιρέτησε ευγενικά και τον ευχαρίστησε που ήρθε να τους συλλυπηθεί. Ήταν πολύ καταβεβλημένη.

«Στενοχωριέμαι πολύ για την ψυχή της μητέρας μου, πάτερ», του είπε.

«Να μη στενοχωριέστε. Σας είπα: αφού η μητέρα σας έδειξε στη ζωή της τέτοια ελεημοσύνη, ο Θεός αποκλείεται να την άφησε χωρίς μετάνοια και συγχώρηση. Αυτό μονάχα μπορώ να σας πω εγώ. Τα υπόλοιπα τα ξέρει μονάχα Εκείνος…».

Τους πλησίασε ένας νεαρός.

«Πάτερ, να σας γνωρίσω τον αδερφό μου». Ακολούθησαν συστάσεις. «Ο πάτερ από δω είναι στην αγία Φωτεινή… ξέρεις… λίγο πιο πάνω από το σπίτι της μαμάς…», είπε στον αδερφό. «Πάντως, πάτερ, δε σας το κρύβω πως λυπάμαι που έφυγε έτσι», ξαναστράφηκε στον ιερέα. «Ίσως έπρεπε να ήμαστε πιο επίμονοι. Δεν ξέρω… καταλαβαίνω τι μου λέτε αλλά δεν έχω τόση πίστη για να παρηγορηθώ από αυτό…».

«Τι συνέβη;», παρενέβη ο αδερφός.

«Να, είχα πάει πριν αρκετές μέρες στον πάτερ να του ζητήσω να έρθει να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τη μαμά αλλά διστάσαμε κάπως… δεν ξέραμε πώς θα το πάρει εκείνη… και να που τώρα δεν προλάβαμε…».

Ο αδερφός έδειξε να ξαφνιάζεται. Χαμογέλασε και είπε:
«Μη στενοχωριέσαι, προλάβαμε… Προχθές τo βράδυ που έλειπες, η μαμά σαν να ξύπνησε αίφνης από το λήθαργό της, γύρισε προς το μέρος μου και -λες και δεν ήταν άρρωστη- μου είπε: «Πήγαινε γρήγορα στον άγιο Δημήτριο και φέρε εδώ τον παπά»… Αρχικώς απόρησα. Δεν ήθελα να της χαλάσω το χατήρι αλλά δεν περίμενα και να βρω κανέναν εκείνη την ώρα στην Εκκλησία… Εντούτοις ο παπάς ήταν εκεί. Του εξήγησα και ήρθε χωρίς καθυστέρηση… Πού να φανταστώ ότι εσύ είχες έρθει σε επικοινωνία με τον ιερέα της αγίας Φωτεινής… Συγγνώμη που δε σου είπα τίποτα αλλά με την κηδεία και τις μέριμνες το παρέλειψα… ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής, δεν ήξερα πώς θα το πάρεις κιόλας… Δε μου είχες πει ότι θα πας σε παπά… Πάντως κοινώνησε…».

Ο ιερέας χαμογέλασε. Τους χαιρέτησε ευγενικά και αποχώρησε. «Δεν αφήνει ο Θεός την ελεημοσύνη ασυνόδευτη από μετάνοια», έλεγε και ξανάλεγε μέσα του με συγκίνηση…

Απόσπασμα από το Μικρό Γεροντικό Πόλεων «Όσο μπορείς», του Βασίλη Αργυριάδη

πηγή: www.orthmad.gr

Περπατώντας ως το Σπίτι.

Εμπειρία: ο πιο σκληρός δάσκαλος. Αλλά μαθαίνεις, Θεέ μου, πώς μαθαίνεις!  C. S. Lewis.
    
Μεγάλωσα στα νότια της Ισπανίας σε μια μικρή κοινότητα, την Εστεπόνα. Ήμουν 16 χρονών όταν ένα πρωί, ο πατέρας μου, μου είπε ότι θα μπορούσα να τον πάω με το αυτοκίνητο σ’ ένα χωριό, το Μίτζας, γύρω στα 18 μίλια απόσταση, με την προϋπόθεση ότι θα πήγαινα το αυτοκίνητο για σέρβις σ’ ένα κοντινό γκαράζ. Επειδή μόλις είχα μάθει να οδηγώ κι επειδή δεν μου δινόταν συχνά η ευκαιρία να πάρω το αυτοκίνητο, δέχτηκα αμέσως. Πήγα τον μπαμπά στο Μίτζας και υποσχέθηκα να πάω να τον πάρω στις τέσσερις το απόγευμα, και στη συνέχεια πήγα μέχρι το κοντινό γκαράζ κι άφησα το αυτοκίνητο. Επειδή είχα μερικές ώρες ελεύθερες, αποφάσισα να δω δύο ταινίες σ’ ένα κινηματοθέατρο κοντά στο γκαράζ. Όμως, με απορρόφησαν τόσο πολύ οι ταινίες που έχασα κάθε αίσθηση χρόνου. Όταν τέλειωσε και η τελευταία ταινία, κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν έξι. Είχα καθυστερήσει δύο ώρες!

    Ήξερα πώς ο πατέρας μου θα γινόταν έξω φρενών αν μάθαινε πως έβλεπα ταινίες. Δεν θα με άφηνε να οδηγήσω ποτέ πια. Αποφάσισα να του πω πως το αυτοκίνητο χρειαζόταν κάποιες επισκευές και ότι έκαναν λίγο περισσότερο χρόνο από ότι υπολόγιζαν. Οδήγησα μέχρι το σημείο όπου είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε και είδα το μπαμπά μου να περιμένει υπομονετικά στη γωνία. Ζήτησα συγγνώμη για την καθυστέρηση και του είπα ότι θα πήγαινα πιο νωρίς, αλλά το αυτοκίνητο χρειαζόταν κάποιες σημαντικές επισκευές. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα του.
    «Είμαι πολύ απογοητευμένος που αισθάνεσαι ότι πρέπει να μου πεις ψέματα, Τζέισον».
    «Τι εννοείς; Την αλήθεια σου λέω». Ο μπαμπάς μου με ξανακοίταξε. «Όταν είδα ότι δεν ήρθες στην ώρα σου, τηλεφώνησα στο γκαράζ για να ρωτήσω αν υπήρχε κανένα πρόβλημα και μου είπαν ότι δεν είχες πάει να πάρεις το αυτοκίνητο ακόμα. Βλέπεις, λοιπόν, ξέρω πως το αυτοκίνητο δεν είχε κανένα πρόβλημα». Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας από τις ενοχές καθώς ξέπνοα εξομολογήθηκα ότι πήγα στην κινηματογράφο και ότι αυτή ήταν η πραγματική αιτία της καθυστέρησής μου. Ο μπαμπάς με άκουσε με προσοχή ενώ μέσα του ένιωθε μια θλίψη.
    «Είμαι θυμωμένος όχι μαζί σου αλλά μ’ εμένα. Βλέπεις, καταλαβαίνω τώρα ότι απέτυχα σαν γονιός όλα αυτά τα χρόνια, αφού εσύ νιώθεις ότι πρέπει να μου πεις ψέματα. Έχω αποτύχει γιατί έχω μεγαλώσει ένα γιο που δεν μπορεί να πει την αλήθεια στην πατέρα του. Θα πάω με τα πόδια σπίτι τώρα και θα σκεφτώ που έχω κάνει λάθος».
    «Μα, μπαμπά, είναι 18 μίλια το σπίτι. Είναι ήδη σκοτάδι. Δεν γίνεται να γυρίσεις πίσω με τα πόδια».
    Οι διαμαρτυρίες μου, οι συγγνώμες που του ζήτησα και όλα μου τα λόγια ήταν μάταια. Είχα απογοητεύσει τον πατέρα μου, κι έπαιρνα το πιο οδυνηρό μάθημα της ζωής μου. Ο μπαμπάς άρχισε να περπατάει στον όλο χώματα δρόμο. Γρήγορα, μπήκα στ’ αυτοκίνητο και τον ακολούθησα από πίσω με την ελπίδα ότι θα με συγχωρούσε. Τον παρακαλούσα σ’ όλο το δρόμο, του έλεγα πόσο είχα στενοχωρηθεί αλλά αυτός απλά με αγνοούσε και συνέχιζε να περπατάει σιωπηλά, σκεφτικός. Για 18 μίλια οδηγούσα από πίσω του με μέση ταχύτητα 5 μίλια την ώρα.
    Για μένα, η σωματική και συναισθηματική ταλαιπωρία του πατέρα μου ήταν η πιο απογοητευτική και η πιο οδυνηρή εμπειρία της ζωής μου. Και ταυτόχρονα ήταν το πιο πετυχημένο μου μάθημα. Ποτέ μου δεν του ξαναείπα ψέματα από τότε.
Jason Bocarro

(από το βιβλιο: Βαλσαμο για την ψυχη του εφηβου, εκδ. Διόπτρα σελ.135-136)

Τα Μαγικά Χαλίκια

«Γιατί δηλαδή είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε όλες αυτές τις βλακείες;»
Αυτό ήταν το πιο συνηθισμένο και συχνό ερώτημα που μου έκαναν οι μαθητές μου. Απαντούσα αφηγούμενος τον ακόλουθο μύθο:

Ένα βράδυ, μια ομάδα νομάδων ετοιμαζόταν να κατασκηνώσει για να κοιμηθεί, όταν τους περιέβαλε έξαφνα ένα δυνατό και λαμπρό φως. Κατάλαβαν πως ήταν μια ουράνια παρουσία. Περίμεναν λοιπόν με προσμονή και προσδοκία ν’ ακούσουν κάποιο σημαντικό ουράνιο μήνυμα που ήξεραν ότι απευθυνόταν ειδικά σ’ αυτούς.
Η φωνή μίλησε τελικά. «Μαζέψτε όσα περισσότερα χαλίκια μπορείτε. Βάλτε τα στα σακίδιά σας. Μετά από την πορεία μιας μέρας, το αυριανό βράδυ θα σας βρει χαρούμενους αλλά και λυπημένους».
Όταν έσβησε το φως, οι νομάδες ήταν απογοητευμένοι και οργισμένοι. Περίμεναν την αποκάλυψη μιας μέγιστης οικουμενικής αλήθειας που θα τους επέτρεπε να προσφέρουν πλούτο, υγεία και σκοπό στην ανθρωπότητα. Αντί γι’ αυτό, τους είχε ανατεθεί ένα ευτελές καθήκον που τους φαινόταν παντελώς άσκοπο και παράλογο. Ωστόσο, η λάμψη που περιέβαλε τον άγνωστο επισκέπτη τους έκανε να σκύψουν, να μαζέψουν μερικά χαλίκια και να τα βάλουν στα σακίδια τους, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά τους.
Ταξίδεψαν μια ολόκληρη ημέρα και το βράδυ, την ώρα που κατασκήνωσαν άνοιξαν τα σακίδιά τους και είδαν πως το κάθε χαλίκι που είχαν μαζέψει είχε μετατραπεί σε διαμάντι. Χάρηκαν για τα διαμάντια που είχαν. Και στενοχωρήθηκαν που δεν είχαν μαζέψει περισσότερα χαλίκια.

Μια εμπειρία που είχα μ’ ένα μαθητή, θα τον ονομάσω Άλαν για ευκολία, στις αρχές της διδακτικής μου καριέρας, καταδεικνύει την έκταση της αλήθειας που κρύβει αυτός ο μύθος.
Όταν ήταν στη Β’ γυμνασίου, ο Άλαν έπαιρνε άριστα στις «φασαρίες» και ήταν πρώτος στις «αποβολές». Είχε μάθει καλά πώς να κάνει τον νταή κι ετοιμαζόταν για μεταπτυχιακό στην «κλοπή».
Κάθε μέρα έβαζα τους μαθητές μου ν΄ απομνημονεύσουν ένα ρητό κάποιου σπουδαίου φιλοσόφου ή στοχαστή. Όταν έπαιρνα τις παρουσίες, αντί να φωνάζω τα ονόματά τους, άρχιζα το ρητό και ο μαθητής, για να μην πάρει απουσία, έπρεπε να το ολοκληρώσει.
«Άλις Άνταμς. “Δεν υπάρχει αποτυχία εκτός…”»
«”…αν πάψεις να προσπαθείς”. Παρούσα, κύριε Σλάτερ».
Έτσι, ως το τέλος του χρόνου, οι νεαροί μαθητές μου είχαν απομνημονεύσει 150 βαθυστόχαστα ρητά.
«Σκέψου ότι μπορείς, σκέψου ότι δεν μπορείς – και στις δυο περιπτώσεις έχεις δίκιο!»
«Αν μπορείς να δεις τα εμπόδια, έχεις αποστρέψει το βλέμμα από το στόχο».
«Κυνικός είναι εκείνος που ξέρει την τιμή των πάντων και την αξία κανενός».
Και, φυσικά, τα λόγια του Ναπόλεον Χιλς «Αν μπορείς να το συλλάβεις και να το πιστέψεις, μπορείς να το κατορθώσεις».
Κανείς δεν παραπονιόταν περισσότερο από τον Άλαν για αυτή την καθημερινή διαδικασία – ως την ημέρα που αποβλήθηκε οριστικά κι έχασα κάθε επαφή μαζί του για πέντε χρόνια. Κι αίφνης, μια μέρα, μου τηλεφώνησε. Είχε ενταχθεί σ’ ένα ειδικό πρόγραμμα κάποιου γειτονικού κολλεγίου και είχε μόλις εκτίσει την ποινή που του είχαν επιβάλει με αναστολή.
Μου είπε πως αφού τον έστειλαν στο αναμορφωτήριο και κατόπιν τον παρέπεμψαν στην Υπηρεσία Ανηλίκων της Καλιφόρνια για τα καμώματά του, είχε αηδιάσει τόσο πολύ με τον εαυτό του που είχε πάρει ένα ξυράφι και είχε κόψει τις φλέβες του.
Είπε, «Ξέρετε, κύριε Σλάτερ, την ώρα που κειτόμουν κι ένιωθα τη ζωή μου να φεύγει μαζί με το αίμα που έτρεχε από τις φλέβες μου, θυμήθηκα ξαφνικά εκείνο το ηλίθιο ρητό που με είχατε βάλει να γράψω 20 φορές. “Δεν υπάρχει αποτυχία, εκτός αν πάψεις να προσπαθείς”. Και τότε, ξαφνικά, το κατάλαβα. Όσο ζούσα δεν ήμουν αποτυχημένος, αλλά αν άφηνα τον εαυτό μου να πεθάνει, θα επικύρωνα την αποτυχία μου. Έτσι, μ’ όση δύναμη μου απέμενε, κάλεσα βοήθεια και άρχισα μια καινούρια ζωή».
Όταν είχε ακούσει το ρητό, ήταν ένα χαλίκι. Όταν χρειάστηκε καθοδήγηση σε μια κρίσιμη στιγμή, το ρητό είχε γίνει διαμάντι. Γι’ αυτό σας συμβουλεύω να μαζέψετε όσα περισσότερα χαλίκια μπορείτε, για να είναι το μέλλον σας γεμάτο διαμάντια.  

John Wayne Schlatter

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την ψυχή 2η δόση, εκδ. Διόπτρα σελ.191-193)

Μα την Αγία Αγελάδα!

Το 1978 το αυτοκίνητό μου χρειάστηκε κάποιες επισκευές που δεν μπορούσα να κάνω μόνος μου. Καθώς το συνεργείο όπου το πήγαινα συνήθως είχε κλείσει, έπρεπε να βρω έναν καλό και τίμιο μηχανικό αυτοκινήτων. Ανησυχούσα, μια και υπήρχε η –αστήρικτη ίσως- φήμη ότι οι μηχανικοί είναι ατσίδες στην εκμετάλλευση. Ευτυχώς ο φίλος μου, ο Ντέιβ μου σύστησε το συνεργείο του Ντι.
    Ανακάλυψα με ευχαρίστηση ότι ο ιδιοκτήτης του συνεργείου ήταν ένας μηχανικός που πριν από αρκετά χρόνια είχε ξαναφτιάξει το αυτοκίνητό μου. Εκείνη την εποχή εργαζόταν σ’ ένα βενζινάδικο κοντά στο σπίτι μου. Δεν είχαμε πολλές κουβέντες τότε, αλλά ήξερα ότι έκανε καλή δουλειά.
    Συμπλήρωσα τα χαρτιά για την επισκευή και περίμενα, ενώ ο Ντι μιλούσε στο τηλέφωνο μ’ έναν άλλον πελάτη. Έριξα μια ματιά στο μικρό του γραφείο, θέλοντας έτσι να απασχοληθώ με κάτι. Ένα κορνιζαρισμένο άρθρο από εφημερίδα μου τράβηξε την προσοχή.

Η επικεφαλίδα έλεγε: "Κτηνοτρόφος της Περιοχής Σκοτώνει Ολόκληρο Κοπάδι".

Το άρθρο αναφερόταν στην εποχή που είχε προκληθεί πανικός στο Μίσιγκαν με την υπόθεση του μολυσμένου γάλακτος και μιλούσε για τις πράξεις ενός κτηνοτρόφου. Προφανώς, οι αγελάδες είχαν προσβληθεί τότε από κάποια ασθένεια που είχε επιπτώσεις στην παραγωγή γάλακτος. Η κατάσταση είχε γίνει σοβαρή και οι αρχές της Πολιτείας αποφάσισαν να ελέγξουν  όλες τις αγελάδες του Μίσιγκαν. Οι παραγωγοί γαλακτοκομικών προϊόντων διαμαρτυρήθηκαν και οι αρχές της Πολιτείας εισηγήθηκαν περιοριστική εντολή. Ήταν σίγουρο ότι θα χρειάζονταν μήνες δικαστικών ελιγμών, πριν βρεθεί μια συμβιβαστική λύση. Εν τω μεταξύ οι κτηνοτρόφοι συνέχιζαν να πουλάνε γάλα και κρέας. Ο συγκεκριμένος όμως κτηνοτρόφος αποφάσισε ότι κάτι τέτοιο δεν του ταίριαζε και επέλεξε άλλη οδό. Προσέλαβε ειδικούς για να εξετάσουν τις αγελάδες του. Από ολόκληρο το κοπάδι, μόνο λίγες βρέθηκαν μολυσμένες.

Επειδή όμως κανείς δεν μπορούσε να του εγγυηθεί ότι οι υπόλοιπες αγελάδες ήταν υγιείς, αποφάσισε να θανατώσει το κοπάδι και να το θάψει με τέτοιο τρόπο που δεν θα έβλαπτε το περιβάλλον ούτε τα αποθέματα νερού. Η ασφαλιστική εταιρεία του κτηνοτρόφου δεν κάλυψε τη ζημιά, επειδή δεν υπήρχε εντολή από το κράτος για να θανατωθεί το κοπάδι. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, ο κτηνοτρόφος απάντησε, "Γιατί αυτό ήταν το σωστό".
    Ρώτησα το Ντι γιατί είχε βάλει το άρθρο στον τοίχο. Φαντάστηκα ότι θα είχε κάποια σχέση ή συγγένεια με τον κτηνοτρόφο. Μου είπε ότι δεν τον είχε δει ποτέ στη ζωή του, αλλά ότι αυτός ο κτηνοτρόφος αποτελούσε πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν, γιατί ήταν πρότυπο ακεραιότητας, αξιοπιστίας και τιμιότητας. Επίσης μου είπε ότι έτσι συμπεριφερόταν και ο ίδιος στην επιχείρησή του και ότι θα ήθελε ο κόσμος να μιλά γι’ αυτόν, όπως μίλαγε εκείνος για τον κτηνοτρόφο.
     Είχα εντυπωσιαστεί πολύ και με τον κτηνοτρόφο και με τον Ντι. Μετά από ένα χρόνο, με δική μου παραίνεση, ο γιος μου πήγε ως μαθητευόμενος μηχανικός στο συνεργείο αυτοκινήτων του Ντι. Ήθελα ο γιος μου να μαθητεύσει κοντά στον Ντι, γιατί όχι μόνο ήταν καλός μηχανικός, αλλά κυρίως γιατί ήταν τίμιος άνθρωπος με μεγάλη ακεραιότητα. Μακάρι να ειπωθεί αυτό και για μένα κάποια μέρα.

Ντένις Τ. ΜακΚόλι

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την Ψυχή στο χώρο της δουλειάς, εκδ. Διόπτρα σελ. 95-96)
  

 Ενσυναίσθηση: κοιτάζοντας μέσα απ’ το παράθυρο του ασθενούς

ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟ πως κάποιες φράσεις ή κάποια γεγονότα εγκαθίστανται στο μυαλό μας και μας προσφέρουν συνεχή καθοδήγηση και ανακούφιση. Πριν από μερικές δεκαετίες έβλεπα μια ασθενή με καρκίνο του μαστού, που είχε περάσει ολόκληρη την εφηβεία της παγιδευμένη σε μια μακρόχρονη και πικρή πάλη με τον αρνητικό πατέρα της. Λαχταρώντας κάποια μορφή συμφιλίωσης, μια καινούρια αρχή για τη σχέση τους, περίμενε πώς και πώς να την πάει ο πατέρας της με τ’ αυτοκίνητο στο κολέγιο- μια ευκαιρία να είναι μόνη μαζί του για πολλές ώρες. Αλλά το ταξίδι που περίμενε από καιρό με ανυπομονησία αποδείχτηκε καταστροφή. Η συμπεριφορά του πατέρα της ήταν απολύτως συνεπής με την αρνητικότητά του. Σ’όλη τη διαδρομή δεν σταμάτησε να γκρινιάζει για το άθλιο, γεμάτο σκουπίδια ρυάκι που έτρεχε στο πλάι του δρόμου. Εκείνη, απ’ την άλλη μεριά, δεν έβλεπε καμιά βρομιά στο πανέμορφο, γραφικό, καθαρό ποταμάκι. Μη βρίσκοντας τρόπο ν’ ανταποκριθεί στη στάση του πατέρα της, κατέληξαν να βυθιστούν κι οι δύο στη σιωπή και πέρασαν το υπόλοιπο της διαδρομής χωρίς να κοιτάζονται.
       Αργότερα η κοπέλα έκανε το ίδιο ταξίδι μόνη της και προς μεγάλη της έκπληξη είδε πως τα ρυάκια ήταν δυο- ένα σε κάθε μεριά του δρόμου. «Αυτή τη φορά οδηγούσα εγώ», είπε λυπημένη, «και το ρυάκι που έβλεπα απ’το παράθυρο του οδηγού ήταν ακριβώς όπως το είχε περιγράψει ο πατέρας μου, άθλιο και μολυσμένο». Ώσπου να μάθει όμως να βλέπει τα πράγματα μέσα απ’ το παράθυρο του πατέρα της, ήταν αργά- ο πατέρας της είχε πεθάνει.
       Αυτή η ιστορία μου έχει μείνει από τότε, και σε πολλές περιπτώσεις έχω υπενθυμίσει στον εαυτό μου και στους φοιτητές μου:

«Κοιτάξτε μέσα απ’ το παράθυρο του άλλου. Προσπαθήστε να δείτε τον κόσμο όπως τον βλέπει ο ασθενής  σας».

Η γυναίκα που μου είπε αυτή την ιστορία πέθανε λίγο αργότερα από καρκίνο του μαστού, και λυπάμαι που δεν μπορώ να της πω πόσο με ωφέλησε η ιστορία της ολ’αυτά τα χρόνια, κι εμένα, και τους φοιτητές μου και πολλούς θεραπευομενούς μου.

(από το βιβλίο: Το δώρο της ψυχοθεραπείας, Irvin D. Yalom, εκδ. Άγρα, σελ. 44-45

Χρυσός  Νικητής                 
   Έκανα μια ομιλία σ’ ένα γυμνάσιο την άνοιξη του 1995. Όταν τελείωσε το πρόγραμμα, ο διευθυντής με ρώτησε αν θα μπορούσα να δω ένα μαθητή. Μια αρρώστια τον είχε κρατήσει σπίτι, αλλά είχε εκφράσει την επιθυμία να με συναντήσει, και ο διευθυντής ήξερε ότι αυτή η επίσκεψη σήμαινε πολλά γι’ αυτόν. Συμφώνησα να τον δω.
      Όσο χρόνο οδηγούσαμε για να πάμε στο σπίτι του, που απείχε περίπου δέκα χιλιόμετρα, έμαθα μερικά πράγματα για τον Μάθιου. Είχε μυϊκή δυστροφία. Όταν γεννήθηκε, οι γιατροί είπαν στους γονείς του ότι δεν θα ζούσε παραπάνω από τα 5 χρόνια, μετά τους είπαν ότι δεν θα γινόταν 10 χρονών. Ήταν 13 χρονών, κι απ’ όσα μου είπαν, πραγματικός αγωνιστής. Ήθελε να με συναντήσει επειδή είχα κερδίσει χρυσό στην άρση βαρών, και ήξερα τι σημαίνει να υπερπηδάς εμπόδια και να κινείσαι προς την πραγματοποίηση των ονείρων σου.
      Πέρασα πάνω από μια ώρα μιλώντας στον Μάθιου. Ούτε μια φορά δεν παραπονέθηκε . Ούτε ρώτησε «Γιατί εγώ;». Μίλησε για νίκες και επιτυχίες και προσπάθειες για πραγματοποίηση των ονείρων του. Σαφώς, ήξερε τι έλεγε. Δεν ανέφερε ότι οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν επειδή ήταν διαφορετικός .Απλά μίλησε για τις ελπίδες του για το μέλλον, και πως μια μέρα ήθελε να κάνει άρση βαρών μαζί μου.
       Όταν τελειώσαμε την κουβέντα, άνοιξα την τσάντα μου, τράβηξα έξω το πρώτο χρυσό μετάλλιο που κέρδισα και του το φόρεσα γύρω από το λαιμό του. Του είπα πως ήταν κάτι παραπάνω από νικητής και ότι ήξερε για την επιτυχία και την υπερπήδηση εμποδίων περισσότερα από μένα. Το κοίταξε μια στιγμή, μετά το έβγαλε και μου το έδωσε πίσω. Μου είπε, « Ρίκ, εσύ είσαι πρωταθλητής. Αυτό το μετάλλιο το κέρδισες. Κάποια μέρα, όταν πάω στους Ολυμπιακούς και κερδίσω το δικό μου χρυσό μετάλλιο, θα σου το δείξω».
        Πέρσι το καλοκαίρι, πήρα ένα γράμμα από τους γονείς του Μάθιου που μου έλεγαν ότι ο Μάθιου είχε πεθάνει. Ήθελαν να πάρω ένα γράμμα που μου είχε γράψει λίγες μέρες πριν.
                         Αγαπητέ Ρίκ,
               Η μαμά μου είπε να σου στείλω ένα ευχαριστήριο γράμμα για την ωραία φωτογραφία που μου έστειλες. Θα ήθελα επίσης να σου πω ότι οι γιατροί μου λένε ότι δεν μου μένουν πολλές μέρες ζωής πλέον. Μου είναι πολύ δύσκολο να αναπνέω και κουράζομαι πολύ εύκολα, αλλά ακόμα χαμογελώ όσο μπορώ. Ξέρω ότι δεν θα είμαι ποτέ τόσο δυνατός όσο είσαι εσύ και ξέρω ότι ποτέ δεν θα κάνουμε άρση βαρών μαζί .
            Σου είπα πως κάποια μέρα θα έπαιρνα μέρος στους Ολυμπιακούς και θα κέρδιζα χρυσό μετάλλιο. Τώρα ξέρω πως αυτό ποτέ δεν θα μπορέσω να το κάνω. Όμως ξέρω πως είμαι πρωταθλητής, κι ο Θεός το ξέρει επίσης. Ξέρει πως δεν είμαι λιποτάκτης, κι όταν πάω στον Ουρανό, ο Θεός θα μου δώσει το χρυσό μου μετάλλιο, κι όταν κι εσύ έρθεις εκεί, θα σου το δείξω. Σ’ ευχαριστώ για την αγάπη σου.     
                              O φίλος σου
                                           Μάθιου
                                                                                                                   Rick Metzger

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την ψυχή του εφήβου, εκδ. Διόπτρα, σελ166-167)
                                                           
   

 

Η ιστορία της Φάλαινας

    Αναρωτηθήκατε ποτέ πως οι εκπαιδευτές φαλαινών στο Πάρκο Θαλάσσιος Κόσμος καταφέρνουν να κάνουν τον Σαμού, τη φάλαινα των εννιάμισι τόνων, να πηδά εφτά μέτρα πάνω από το νερό και να κάνει κόλπα; Βάζουν τη φάλαινα να περάσει πάνω από ένα σκοινί, τόσο ψηλά τοποθετημένο που σου κόβεται η ανάσα. Είναι μια μεγάλη πρόκληση – το ίδιο μεγάλη με αυτές που αντιμετωπίζουμε καθημερινά ως γονείς, προπονητές και στελέχη επιχειρήσεων.
    Μπορείτε  να φανταστείτε την τυπική μέθοδο των επιχειρήσεων να εφαρμόζεται σ’ αυτή την περίπτωση; Το πρώτο πράγμα που θα κάναμε θα ήταν να βάλουμε το σκοινί κατευθείαν στα εφτά μέτρα – γιατί να καταφεύγουμε σε ημίμετρα; Αυτό ονομάζεται καθορισμός των στόχων ή σχεδιασμός στρατηγικής. Αφού έχουμε ξεκαθαρίσει το στόχο, έπειτα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να δώσουμε κίνητρο στη φάλαινα. Παίρνουμε λοιπόν ένα κουβά με ψάρια και τον βάζουμε ακριβώς επάνω από το σκοινί, στο ύψος των εφτά μέτρων – δεν πρέπει να αμείβουμε τη φάλαινα, αν δεν κάνει αυτό που της ζητάμε. Μετά πρέπει να της δώσουμε οδηγίες. Σκύβουμε λοιπόν από την ωραία μας, ψηλή και στεγνή εξέδρα και φωνάζουμε, «Πήδα, φάλαινα!»
    Και η φάλαινα κάθεται εκεί που είναι.
    Πως λοιπόν τα καταφέρνουν οι εκπαιδευτές στο Θαλάσσιο Κόσμο; Βασική τους προτεραιότητα είναι να ενισχύουν τη συμπεριφορά που θέλουν να επαναληφθεί – σ’ αυτή την περίπτωση, να περάσει η φάλαινα πάνω απ’ το σκοινί. Διαμορφώνουν το περιβάλλον, έτσι ώστε να είναι σίγουροι ότι δεν θα υπάρχει καμία περίπτωση να αποτύχει η φάλαινα. Αρχίζουν, τοποθετώντας το σκοινί κάτω από την επιφάνεια του νερού, σε ένα σημείο όπου η φάλαινα δεν μπορεί παρά να περάσει από πάνω του. Κάθε φορά που η φάλαινα περνάει πάνω απ’ το σκοινί, λαμβάνει θετική ενίσχυση. Την ταΐζουν ψάρια, τη χαϊδεύουν και παίζουν μαζί της.
    Τι συμβαίνει όμως, όταν η φάλαινα περνά κάτω από το σκοινί; Τίποτα – ούτε ηλεκτροσόκ ούτε εποικοδομητική κριτική ούτε επιπλέον οδηγίες ούτε “αρνητικός χαρακτηρισμός” της στα αρχεία  του προσωπικού. Οι φάλαινες μαθαίνουν ότι η μη επιθυμητή συμπεριφορά τους απλά δεν αμείβεται.
    Η θετική ενίσχυση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της απλής αρχής που παράγει τόσο θεαματικά αποτελέσματα. Καθώς η φάλαινα αρχίζει να περνάει πιο συχνά πάνω απ’ το σκοινί παρά από κάτω, οι εκπαιδευτές αρχίζουν να το υψώνουν. Πρέπει να υψώνεται σχετικά αργά, ώστε η φάλαινα να μην πεινάσει ούτε βιολογικά ούτε συναισθηματικά.
    Το πρώτο απλό μάθημα που μας διδάσκουν οι εκπαιδευτές φαλαινών είναι να γιορτάζουμε. Δώστε έμφαση στις μικρές, καθημερινές χαρές που συμβαίνουν πιο συχνά στη ζωή σας. Το δεύτερο μάθημα είναι να κάνουμε όσο δυνατόν λιγότερη κριτική. Οι άνθρωποι από μόνοι τους καταλαβαίνουν πότε κάνουν λάθη. Αυτό που χρειάζονται είναι βοήθεια. Αν κάνουμε λιγότερη κριτική και επιβάλλουμε μικρότερες τιμωρίες από τις αναμενόμενες, οι άνθρωποι δεν ξεχνούν το γεγονός και συνήθως δεν το επαναλαμβάνουν.
    Κατά τη γνώμη μου, οι περισσότερες επιτυχημένες επιχειρήσεις σήμερα έχουν ένα ποσοστό επιτυχίας σε ό,τι κάνουν μεγαλύτερο από ενενήντα πέντε τοις εκατό. Εμείς όμως τι κάνουμε; Την περισσότερη ώρα ασχολούμαστε με το να δίνουμε οδηγίες για όλα εκείνα τα πράγματα που δεν θέλουμε να επαναληφθούν ή που δεν θα έπρεπε να είχαν συμβεί καθόλου.
    Πρέπει να δημιουργήσουμε συνθήκες τέτοιες που δεν θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να αποτύχουν. Πρέπει να γιορτάζουμε, να κάνουμε λιγότερη κριτική… και να ξέρουμε μέχρι που να υψώσουμε το σκοινί.

    Τσαρλς Α. Κούνραντ

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την ψυχή στο χώρος της δουλειάς, σελ. 69-70, εκδ. Διόπτρα)

"Πολλές φορές αμφιβάλλει κάποιος μέσα του λέγοντας· όταν στις συμφορές αμαρτάνει κανείς από θλίψη, πώς μπορεί να σκεφτεί ότι αυτές έρχονται για το συμφέρον μας;

Δεν αμαρτάνουμε στις συμφορές παρά μόνο διότι είμαστε ανυπομόνευτοι και δεν θέλουμε να βαστήξουμε μικρή θλίψη ή να πάθουμε κάτι το αντίθετο με τις επιδιώξεις μας, επειδή ο Θεός δεν επιτρέπει να μας επιβληθεί βάρος ανώτερο από τη δύναμή μας, καθώς είπε ο Απόστολος· «πιστός είναι ο Θεός, ο οποίος δεν θα επιτρέψει να πειραστείτε παραπάνω από όσο μπορείτε (Α΄Κορ. 10,13)».
Αλλά εμείς είμαστε που δεν έχουμε υπομονή, που δεν θέλουμε να κοπιάσουμε ούτε για λίγο, που δεν ανεχόμαστε να δεχτούμε ποτέ κάτι με ταπείνωση.

Για αυτό συντριβόμαστε και όσο προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τους πειρασμούς, τόσο επιβαρυνόμαστε από αυτούς και αποθαρρυνόμαστε και δεν μπορούμε να βγούμε από αυτούς.
Υπάρχουν άνθρωποι που κολυμπούν για ανάγκη στη θάλασσα· αυτοί, αν γνωρίζουν την τέχνη της κολύμβησης, όταν έρχεται το κύμα εναντίον τους, υποκύπτουν σε αυτό και αφήνονται από κάτω του έως ότου περάσει και έτσι στη συνέχεια κολυμπούν ακίνδυνα. Εάν όμως θελήσουν να εναντιωθούν στο κύμα, αυτό τους απωθεί και τους εξακοντίζει μακριά. Όταν αρχίζουν να κολυμπούν πάλι, έρχεται άλλο κύμα επάνω τους· εάν πάλι εναντιωθούν, πάλι τους απωθεί και τους ρίχνει προς τα έξω, και απλώς καταπονούνται χωρίς να προχωρούν. Εάν όμως, όπως είπα, υποκύψουν στο κύμα και ταπεινωθούν από κάτω του, περνά χωρίς να τους βλάπτει και συνεχίζουν κολυμπώντας όσο θέλουν και εκτελώντας το έργο τους.
Έτσι συμβαίνει και με τους πειρασμούς· εάν κανείς βαστάξει τον πειρασμό με υπομονή και ταπείνωση, τον ξεπερνά χωρίς βλάβη, εάν όμως επιμένει να θλίβεται, να ταράσσεται, να κατηγορεί τον καθένα, τιμωρεί τον εαυτό του, δυναμώνοντας τον πειρασμό εναντίον του εαυτού του, και από αυτά δεν ωφελείται, αλλά και βλάπτεται. Διότι οι πειρασμοί ωφελούν πολύ αυτόν που τους υπομένει ατάραχα".
(εκδόσεις ΕΠΕ,Φιλοκαλία τόμος 12, σελ 521-523)

"Το μοναχικό ταξίδι της ψυχής μου"

μοναχή η ψυχή μου ταξιδεύει

σε μια βάρκα μεσοπέλαγα

προσμένοντας την αρχή ή το τέλος..

αγναντεύω τον ορίζοντα και ποθώ..

αφουγκράζομαι τις αισθήσεις της γης  και του ουρανού

ακούραστος συνοδευτής

τ’ αγέρωχο δεντρί μου

ρίζες του τ’ απέραντα της θάλασσας

σκιά και καταφύγιό μου

καταμεσής του διαπερνά φως ιλαρό

η θαλπωρή στο ρίγος της καρδιάς μου

 

μόνη τραβάω στ’ ανοιχτά

μόνη γελάω κι απορώ..

που πήγε ο φόβος ο παλιός;

κι όταν τα κύματα θεριά

μέσα μου πάντα ξαστεριά..

εντός μου Εκείνος κατοικεί

είναι η μορφή Του οδηγός

Αυτός πατέρας κι αδελφός

Νυμφίος και Θεμέλιος

Θεία ευωδιά η πλάση όλη

αγναντεύω τον ορίζοντα και ποθώ..

στην αγκαλιά Του να βρεθώ…


(Υπόμνημα στο κατά Λουκάν ,Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 140-146 εκδόσεις «ο Σωτήρ», Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
(Οι παραπομπές των ονομάτων στο τέλος. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Λουκ. 3,23  Καὶ αὐτὸς(1) ἦν ὁ Ἰησοῦς ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα ἀρχόμενος(2), ὤν, ὡς ἐνομίζετο, υἱὸς Ἰωσήφ(3), τοῦ Ἡλί(4),
Λουκ. 3,23  Και αυτός ο Ιησούς, δια τον οποίον ελέχθησαν τα ανωτέρω, ήτο, όταν ήρχισε το δημόσιον έργον του, περίπου τριάκοντα ετών, υιός, όπως ενομίζετο από τους Εβραίους, του Ιωσήφ, ο οποίος ήτο υιός του Ηλί,
Στο Λουκά προχωράει η γενεαλογία από κάτω προς τα πάνω, φθάνοντας μέχρι τον πρωτόπλαστο και μέσω αυτού μέχρι το Θεό. Φαίνεται ότι και αυτή φτιάχτηκε με μέθοδο μνημονική, διαιρούμενη σε τμήματα ή 4 σειρές, από τις οποίες μία μεν αποτελείται (η από τον Δαβίδ μέχρι τον Αβραάμ) από δύο επτάδες ή 14 ονόματα, ενώ οι υπόλοιπες τρεις (η από τον Ιησού μέχρι τον Ζοροβάβελ και η από τον Σαλαθιήλ μέχρι τον Νάθαν και η από τον Θάρα μέχρι το Θεό) από τρεις επτάδες ή 21 ονόματα κάθε μία.
Εάν η επταδική αυτή κατάταξη δεν είναι σκόπιμη, παρουσιάζει τουλάχιστον συμπτώσεις και συνδυασμούς περίεργους, οι οποίες βάζουν τη σκέψη, ότι δεν είναι τυχαία. Η σειρά από τον Θάρα μέχρι τον Αδάμ αποτελείται από τους προκατακλυσμιαίους και μετακατακλυσμιαίους πατριάρχες μέχρι τον Αβραάμ, τους οποίους δεν αναφέρει η γενεαλογία του Ματθαίου που αρχίζει από τον Αβραάμ και μετέπειτα. Ανάμεσα στον Αρφαξάδ και τον Σαλά ο θείος Λουκάς ακολουθώντας τους Ο΄ παρεμβάλλει το όνομα του Καϊνάν, που δεν υπάρχει στο Εβραϊκό πρωτότυπο.
Η μεταξύ του Αβραάμ και του Δαβίδ σειρά ταυτίζεται πλήρως με αυτήν του Ματθαίου, με μόνη τη διαφορά ότι ο μεν Ματθαίος απαριθμεί τα ονόματα κατεβαίνοντας, ενώ ο Λουκάς προχωρά ανεβαίνοντας. Ως προς τα ονόματα των δύο άλλων σειρών οι δύο ευαγγελιστές έχουν κοινά μόνο δύο ονόματα, τα του Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ, διαφέροντας τελείως ως προς τα υπόλοιπα. Επιπλέον ο μεν Λουκάς αριθμεί συνολικά από τον Ιησού μέχρι τον Νάθαν 42 ονόματα, ενώ ο Ματθαίος από τον Σολομώντα μέχρι τον Ιησού 28 μόνο. Για συμβιβασμό των διαφορών αυτών δύο προτάθηκαν κύριες λύσεις.
Πρώτη λύση: Ο ευαγγελιστής Ματθαίος παρέχει τη γενεαλογία του Ιωσήφ και ο ευαγγελιστής Λουκάς αυτήν της Θεοτόκου. Ο Ιωσήφ κατάγεται από τον Δαβίδ μέσω του Σολομώντα ακολουθώντας κατευθείαν την προς τα κάτω γραμμή μέχρι τέλους της βασιλείας. Η Μαρία κατάγεται από τον Δαβίδ μέσω του Νάθαν και οι πρόγονοί της, με εξαίρεση ίσως τον Σαλαθιήλ και τον Ζοροβάβελ, είναι όλοι άγνωστοι στην ιστορία.
Το σύστημα αυτό έγινε δεκτό από τον 16ο αιώνα από μεγάλο αριθμό συγγραφέων, ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών, και υποστηρίχτηκε από αυτούς, ότι η παραδοχή αυτού σε τίποτα δεν προσκρούει.
Και μάλιστα α) συμφωνεί πλήρως με το κείμενο του Λουκά αρκεί στο στίχο 23 η φράση «όπως νομιζόταν γιος του Ιωσήφ» να μπει σε παρένθεση, οπότε η έννοια του στίχου θα ήταν: Ο Ιησούς, τον οποίον νόμιζαν γιο του Ιωσήφ, στην πραγματικότητα ήταν γιος του Ηλί.
β) Μία σεβαστή παράδοση αναφέρει, ότι ο πατέρας της Παρθένου λεγόταν Ιωακείμ, ενώ ο Λουκάς ονομάζει αυτόν Ηλί. Αλλά το Χηλί ή Ηλί είναι συντόμευση του Ελιαχείμ και Ελιακείμ, το οποίο έχει την ίδια σημασία με το Ιωακείμ. Στο βιβλίο Ιουδείθ (δ 5,7,11 και ιε 9) ο ίδιος αρχιερέας άλλοτε λέγεται Ιωακείμ (από τη λέξη Γιεχωβά) και άλλοτε Ελιακείμ (από τη λέξη Ελ.) (F.Prat στο  F.Vigouroux Dict. De la Bible ΙΙΙ 168-169). Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το ίδιο το Ταλμούδ ονομάζει τη Μαρία θυγατέρα του Ηλί (Chagig. 77,4). Από πού οι ραββίνοι άντλησαν αυτήν την πληροφορία; Εάν από τον Λουκά, αποδεικνύει αυτό, ότι νωρίτατα έγινε αντιληπτό από αυτούς το κείμενο του Λουκά με την πρώτη αυτή λύση, μολονότι εκείνοι δεν οδηγούνταν από την προκατάληψη να εναρμονίσουν τα δύο ευαγγέλια. Εάν όμως πάλι άντλησαν την πληροφορία τους από άλλη πηγή, π.χ. την παράδοση, έχουμε πλέον σοβαρή επιβεβαίωση του γενεαλογικού καταλόγου της Παρθένου, τον οποίο ακολούθησε ο Λουκάς (g).
Εναντίον του συστήματος αυτού προβλήθηκε
α) ότι η παράδοση αντιτίθεται σε αυτήν τη λύση. Μολονότι ο Ιλάριος (Mai,Nov. Bibl. Patr.Ι 477) μνημονεύει αυτήν, όμως την αντικρούει. Η αρχαιότητα, όπως και ο μεσαίωνας την αγνοεί. Μόλις γύρω στο τέλος του 15ου αιώνα αρχίζει να αποκτά οπαδούς (Prat). Κανένας Πατέρας ούτε κάποιος θεολόγος πριν τον 15ο αιώνα δεν προσφεύγει σε αυτήν (L).
Η δεύτερη λύση:

Και οι δύο γενεαλογίες αναφέρονται στον Ιωσήφ, αλλά ο μεν Ματθαίος παρέχει τους φυσικούς προγόνους του Ιωσήφ, ενώ ο Λουκάς τους κατά νόμον προγόνους του. Η λύση σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή, αναλύεται σε πλάτος από τον Ιούλιο τον Αφρικανό στην προς Αριστείδην επιστολή του, την οποία αναγράφει και ο Ευσέβιος (Migne 20,89 και 22,965). Και αποδίδει ο Ιούλιος την προτεινόμενη από αυτόν λύση στην παράδοση των κατά σάρκα συγγενών του Κυρίου, των οποίων την αξιοπιστία θεωρεί ανώτερη από κάθε αμφιβολία (Prat). Τη λύση αυτή, την οποία με κάποια ελαφρά τροποποίηση δέχεται και ο Ζ. θα εκθέσουμε στην ερμηνεία.
Όσον αφορά τώρα στην ένσταση πώς η γενεαλογία του Ιωσήφ μπορούσε να είναι και γενεαλογία του Ιησού, αφού γεννήθηκε υπερφυσικά από μόνη τη Μαρία, σημειώνουμε, ότι η ένσταση αυτή καμία δεν θα προκαλούσε εντύπωση σε περιβάλλον εμποτισμένο με ιδέες ιουδαϊκές τόσο, ώστε ούτε οι Πατέρες, οι οποίοι ομόφωνα δέχονται και τις δύο γενεαλογίες ότι είναι του Ιωσήφ, δεν έδωσαν καμία προσοχή σε αυτήν την ένσταση, ούτε ο Ιούλιος ο Αφρικανός αναφέρει αυτήν. Ο Αυγουστίνος μάλιστα φθάνει μέχρι του να βεβαιώσει, ότι «εάν θα γινόταν δυνατόν να αποδείξει κάποιος ότι η Μαρία δεν συνδεόταν με κανέναν δεσμό συγγένειας με τον Δαβίδ, η μνηστεία (αρραβώνας) της με τον Ιωσήφ θα αρκούσε, για να ονομαστεί ο Ιωσήφ πατέρας του Ιησού και για να θεωρηθεί ο Ιησούς γιος του Δαβίδ» (De Cons. Evang. ΙΙ 1,2).
Με παρόμοιο τρόπο μιλούν και οι υπόλοιποι Πατέρες, διότι σύμφωνα με το νόμο μέσω της μνηστείας ο Ιησούς ανήκε στον Ιωσήφ και ο Ιησούς μπορούσε να τον αποκαλέσει πατέρα του, όπως και ο Ιωσήφ δικαιούνταν να ονομάσει τον Ιησού γιο του. Άλλωστε η παράδοση μάς πληροφορεί, και όλοι οι Πατέρες δέχονται αυτήν, ότι ο Ιωσήφ και η Μαρία συνδέονταν με στενή εξ’ αίματος συγγένεια. Ως μονογενής λοιπόν κόρη όφειλε να παντρευτεί τον Ιωσήφ σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου (Αριθμοί λστ 6-12), οι οποίοι υποχρέωναν τις κληρονόμους να παίρνουν σύζυγο από την οικογένειά τους.
Οπωσδήποτε οι Πατέρες από αυτόν τον Ιουστίνο (Διάλογ. Προς Τρύφωνα 100) και τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο (επιστολή προς Εφεσ. 18) λένε ξεκάθαρα, ότι η Μαρία καταγόταν από το γένος του Δαβίδ (Prat). Και για να κλείσουμε τα εισαγωγικά αυτά με τον Ωριγένη:
«Γενεαλογείται ο Κύριός μας… ενώ είναι αγενεαλόγητος μεν όσον αφορά τη θεότητά του, αλλά έβαλε τον εαυτό του σε γενεαλογία για χάρη σου. Και γενεαλογείται όχι με όμοιο τρόπο από τους ευαγγελιστές, το οποίο τάραξε πολλούς από αυτούς που συνέβη να διαβάσουν τη Γραφή. Διότι ο μεν Ματθαίος αρχίζοντας από τον Αβραάμ, γενεαλογώντας τον Ιησού κατεβαίνει προς τα κάτω… Ο Λουκάς όμως γενεαλογώντας δεν κατεβάζει τη γενεαλογία, αλλά την ανεβάζει μέχρι τον ίδιο το Θεό…
Και δεν γίνεται με τα ίδια ονόματα η κατάβαση και η ανάβαση της γενεαλογίας. Διότι ο μεν Ματθαίος κατεβάζοντας τον λόγο κατεβάζει αυτόν και μέσω γυναικών αμαρτωλών, γράφοντας μόνο τις άξιες κατηγορίας… την Θάμαρ… την Ραχάβ… και τη γυναίκα του Ουρίου. Επειδή δηλαδή ερχόταν ο Ιησούς για να πάρει τις αμαρτίες των ανθρώπων… για αυτό κατεβαίνοντας πήρε πάνω του τα αμαρτωλά πρόσωπα και γεννιέται μέσω του Σολομώντα… και του Ροβοάμ… και των υπόλοιπων, από τους οποίους πολλοί έκαναν το πονηρό στα μάτια του Κυρίου. Αυτός όμως (ο Λουκάς) ανεβαίνει ανεβαίνοντας από το βάπτισμα και στην γενεαλογία ανεβαίνει όχι μέσω του Σολομώντα, αλλά μέσω του Νάθαν. Και εκεί μεν (στον Ματθαίο) συνεχώς αναφέρεται η λέξη της γέννησης, εδώ όμως η λέξη της γέννησης αποσιωπάται. Ο Αβραάμ γέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ γέννησε τον Ιακώβ… και μέχρι τέλους η φράση ο τάδε γέννησε τον τάδε. Εδώ όμως ανεβαίνει λέγοντας: ο Ιησούς, που ήταν υιός, όπως νομιζόταν, του Ιωσήφ, και πουθενά εδώ δεν υπάρχει γέννηση, αλλά μόνο νομίζεται» (Ω).
(1)   Μπαίνει μπροστά η αντωνυμία με έμφαση. Αυτός στον οποίο αναφέρονται τα θαυμαστά αυτά σημεία (p).
(2)   Υπάρχει και η γραφή των αλεξανδρινών κωδίκων: ἀρχόμενος  ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα. Αρχόμενος= όταν έκανε την αρχή του έργου του. Παραλείφθηκε το αντικείμενο ως ευκόλως νοούμενο. Δεν μπορεί πάντως το αρχόμενος να συνδεθεί με το ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα (=στην αρχή των τριάντα ετών), διότι τότε πώς ακολουθεί το ωσεί (=περίπου); (δ). Το ωσεί δεν θα άρμοζε σε ένδειξη τόσο ακριβή και καθορισμένη, την οποία θα δήλωνε η λέξη αρχόμενος (g).
(3)   Υπάρχει και η γραφή «ὤν υἱὸς, ὡς ἐνομίζετο, Ἰωσήφ». Η ορθή στίξη βάζει το «ως ενομίζετο» ανάμεσα σε δύο κόμματα. Είναι τελείως αφύσικο να μπει το κόμμα μετά το Ιωσήφ και όχι πριν από αυτό= που ήταν γιος (όπως νομιζόταν του Ιωσήφ) του Ηλί. Δηλαδή υποτίθεται μεν ότι ήταν γιος του Ιωσήφ, στην πραγματικότητα όμως ήταν εγγονός του Ηλί, πατέρα της Μαρίας. Δεν είναι πιθανόν η λέξη υιός στην ίδια πρόταση να έχει δύο διαφορετικές έννοιες, υιός του Ιωσήφ, εγγονός του Ηλί (p).
Η μετοχή ὤν είναι ρηματική και πρέπει να εξηγηθεί με το «και ήταν» (δ). Όπως νομιζόταν= «όπως νόμιζαν οι Ιουδαίοι. Όπως όμως ήταν η αλήθεια, δεν ήταν γιος του» (Ζ).
(4)   «Πώς ο μεν Ματθαίος είπε τον Ιωσήφ γιο του Ιακώβ, ενώ ο Λουκάς τώρα τον λέει γιο του Ηλί;» (Ζ). Για απάντηση γίνεται δεκτή η λύση του Ιουλίου του Αφρικανού που άκμασε τον Γ΄ αιώνα και είναι η ακόλουθη:
«Επειδή ο Ηλί πέθανε χωρίς παιδί, ο αδελφός του Ιακώβ με τον οποίο είχαν την ίδια μητέρα, παίρνοντας τη γυναίκα εκείνου σύμφωνα με το νόμο, γέννησε τον Ιωσήφ, και έγινε ο Ιωσήφ σύμφωνα με το νόμο μεν γιος του Ηλί, σύμφωνα όμως με τη φύση γιος του Ιακώβ. Και επομένως ο μεν Ματθαίος έγραψε το φυσικό του πατέρα, ενώ ο Λουκάς τον νομικό» (Ζ).
Αλλά εάν σταθούμε μόνο έως εδώ η διαφορά των δύο γενεαλογιών δεν εξηγείται. Διότι εάν δεχτούμε ότι ο Ηλί και ο Ιακώβ ήταν αδέλφια που είχαν όχι μόνο την ίδια μητέρα, αλλά και τον ίδιο πατέρα, τότε στο πρόσωπο του πατέρα τους οι δύο γενεαλογίες θα συναντιούνταν και δεν θα διέφεραν όπως διαφέρουν τώρα. Για αυτό ο Ιούλιος ο Αφρικανός συμπλήρωσε και με νέα υπόθεση τη λύση που πρότεινε, με το να εισηγηθεί ότι οι Ιακώβ και Ηλί ήταν ετεροθαλή από τον πατέρα αδέλφια (g) όπως αναπτύσσει στον επόμενο στίχο και ο Ζ.


Λουκ. 3,24  τοῦ Ματθάν(1), τοῦ Λευΐ, τοῦ Μελχί, τοῦ Ἰωαννᾶ, τοῦ Ἰωσήφ(2),
Λουκ. 3,24  ο οποίος ήτο υιός του Ματθάν, υιός του Λευϊ, υιού του Μελχί, υιού του Ιωννά, υιού του Ιωσήφ,

(1)   «Είναι άλλος αυτός ο Ματθάν»ή Ματθάτ «και άλλος εκείνος» ο Μαθθάν ή Ματθάν που γράφει ο Ματθαίος. «Δηλαδή τη μητέρα του Ηλί και του Ιακώβ πρώτα μεν την παντρεύτηκε αυτός ο Ματθάν που γράφει ο Λουκάς και γέννησε τον Ηλί. Έπειτα, επειδή πέθανε εκείνος και αυτή ήταν χήρα, την πήρε ως γυναίκα του εκείνος ο Ματθάν που γράφει ο Ματθαίος, που ήταν από την ίδια μεν φυλή, αλλά από άλλη συγγένεια, και γέννησε τον Ιακώβ. Επομένως λοιπόν ο Ηλί και ο Ιακώβ έχουν την ίδια μεν μητέρα αλλά διαφορετικό πατέρα· και ανεβάζουν την καταγωγή της γενιάς τους ο μεν πατέρας του Ηλί μέχρι τον Ρησά τον γιο του Ζοροβάβελ, ενώ ο πατέρας του Ιακώβ, μέχρι τον Αβιούδ, τον γιο ομοίως του Ζοροβάβελ» (Ζ).
Και για να γίνει ακόμη σαφέστερο, σύμφωνα με τον Ιούλιο τον Αφρικανό, ο Ματθάν, καταγόμενος από τον Σολομώντα, πήρε σύζυγο την Εσθάν, από την οποία γέννησε τον Ιακώβ. Μετά το θάνατο του Ματθάν η χήρα Εσθά πήρε σύζυγο τον Ματθάτ, που καταγόταν από τον Νάθαν, και γέννησε γιο τον Ηλί. Ο Ιακώβ και ο Ηλί ήταν αδέλφια με την ίδια μητέρα, και ο ένας από αυτούς καταγόταν από τον Σολομώντα (μέσω του Ματθάν), ενώ ο άλλος από τον Νάθαν (μέσω του Ματθάτ). Ο Ηλί πέθανε χωρίς παιδιά, και ο αδελφός του Ιακώβ σύμφωνα με το νόμο παντρεύτηκε τη χήρα του και γέννησε τον Ιωσήφ, που ήταν πραγματικός γιος του Ιακώβ και καταγόταν λοιπόν από τον Σολομώντα, αλλά ήταν νομικός γιος του Ηλί και καταγόταν έτσι και από τον Νάθαν (Prat).
«Ο Ιακώβ επομένως και ο Ηλί είναι αδέλφια από την ίδια μητέρα, την Εσθά. Όταν ο Ηλί πήρε γυναίκα, επειδή πέθανε άτεκνος, όπως πρόσταζε ο νόμος, την πήρε ο Ιακώβ γυναίκα του ως αδελφός για να κάνει παιδί για χάρη του νεκρού αδελφού του Ηλί. Ο Ματθαίος λέγοντας το φυσικό πατέρα του Ιωσήφ, τον Ιακώβ, είπε και το γένος από όπου ο Ιωσήφ κατάγεται, ενώ ο Λουκάς ανέφερε το νομικό πατέρα του Ιωσήφ, τον Ηλί, και είπε και το γένος από όπου ο Ηλί κατάγεται» (σχ.).
Έτσι εξηγούνται οι διαφορές των δύο γενεαλογιών μέχρι τον Ζοροβάβελ. Ο Ματθαίος έχει τη σειρά των ονομάτων αυτών που κατάγονταν από τον Σολομώντα, ενώ ο Λουκάς τη σειρά των ονομάτων των απογόνων του Νάθαν.
(2)   Διαφορετικές γραφές: του Ματθάτ και σύμφωνα με άλλα χειρόγραφα Μαθθάθ, του Λευεί, του Μελχεί, του Ιανναί ή σύμφωνα με άλλα χειρόγραφα του Ιαννά.
 
Λουκ. 3,25  τοῦ Ματταθίου, τοῦ Ἀμώς, τοῦ Ναούμ, τοῦ Ἐσλίμ, τοῦ Ναγγαί,
Λουκ. 3,25  υιού του Ματταθίου, υιού του Αμώς, υιού του Ναούμ, υιού του Εσλίμ, υιού του Ναγγαί,
Λουκ. 3,26  τοῦ Μαάθ, τοῦ Ματταθίου, τοῦ Σεμεΰ, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Ἰωδᾶ(1),
Λουκ. 3,26  υιού του Μαάθ, υιού του Ματταθίου, υιού του Σεμεΰ, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ιωδά,
(1)   Διαφορετικές γραφές: Ματατθίου… Εσλεί ή σύμφωνα με πολλά άλλα χειρόγραφα Εσλί, του Ναγαί… του Σεμεΐ ή Σεμεεί ή Σεμεείν, του Ιωσήφ, του Ιούδα.

Λουκ. 3,27  τοῦ Ἰωαννάν(1), τοῦ Ῥησᾶ, τοῦ Ζοροβάβελ, τοῦ Σαλαθιήλ, τοῦ Νηρί(2),
Λουκ. 3,27  υιού του Ιωαννάν, υιού του Ρησά, υιού του Ζοροβάβελ, υιού του Σαλαθιήλ, υιού του Νηρί,
(1)   Διαφορετικές γραφές: του Ιωαννά ή του Ιωανάν ή του Ιωνάν… του Νηρεί.
(2)   «Τον Σαλαθιήλ ο μεν Ματθαίος τον ονόμασε γιο του Ιεχονίου… ενώ ο Λουκάς γιο του Νηρί» (Ζ). Ομοίως στο Ματθαίο ο Ζοροβάβελ έχει γιο τον Αβδιού και στον Λουκά γιο τον Ρησά. Αλλά τα δύο αυτά ονόματα Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ που συναντιούνται και στους δύο καταλόγους περίπου στη μέση τους, παρουσιάζεται σχεδόν βέβαιο, ότι ανήκουν στην ίδια εποχή σύμφωνα και με το Λουκά και το Ματθαίο. Αλλά τα ονόματα αυτά είναι ελάχιστα κοινά και θα ήταν έκτακτη και εκ πρώτης όψης απίθανη σύμπτωση δύο πρόσωπα που ανήκουν σε διαφορετικούς οίκους να έχουν κατά την ίδια εποχή τα ίδια ονόματα, αλλά και οι διάδοχοί τους πάλι να είναι συνώνυμοι. Επομένως οι Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ του Λουκά είναι οι ίδιοι με αυτούς του Ματθαίου.
Παρόλ’ αυτά το συμπέρασμα αυτό δεν θεωρήθηκε από άλλους ως οριστικό και αδιαμφισβήτητο. Τα ονόματα Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ μπορούσαν μετά την αιχμαλωσία να γίνουν πολύ συνηθισμένα, όπως έγινε κοινότατο στους Γάλλους το όνομα Ναπολέων μετά την αυτοκρατορία. Εάν πάλι δεν συναντιούνται αυτά στα βιβλία της Π.Δ., αυτό εξηγείται από το ότι δεν έχουμε πολλά βιβλία, των οποίων η συγγραφή να ανάγεται στους μεταιχμαλωσιακούς χρόνους. Άλλωστε και τα ονόματα Ιακώβ και Λευΐ, που συναντούμε πολλές φορές στους καταλόγους, δεν εμφανίζονται στην Π.Δ. παρά μόνο όταν πρόκειται να δηλωθούν οι γνωστοί πατριάρχες. Κανείς από τους συνονόματούς τους δεν κατέκτησε τη λαμπρότητά τους.
Ως προς τη διαδοχή των ίδιων ονομάτων (ο Σαλαθιήλ γέννησε τον Ζοροβάβελ) πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι και στους νεώτερους Ιουδαίους ο πατέρας που έχει το όνομα Αβραάμ συνηθέστατα ονομάζει το γιο του Ισαάκ και αυτός πάλι το γιο του Ιακώβ, έτσι ώστε σε οικογένειες διαφορετικές να βρίσκονται οι ίδιες βιβλικές σειρές που κατεβαίνουν γενεαλογικά. Αυτό μπορούσε κατά τα χρόνια της αιχμαλωσίας να συμβεί και ως προς τα ονόματα Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ (Prat).
Σύμφωνα λοιπόν με την εκδοχή αυτή, οι Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ του Λουκά είναι πρόσωπα διαφορετικά των συνονόματών τους στο Ματθαίο. Αυτή η εκδοχή παρόλ’ αυτά δεν έγινε δεκτή από όλους.
Αν υποτεθεί λοιπόν ότι οι Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ είναι τα ίδια πρόσωπα και στο Ματθαίο και στο Λουκά, η λύση δίνεται ως ακολούθως:
«Τον Σαλαθιήλ ο μεν Ματθαίος τον ονόμασε γιο του Ιεχονίου ως φυσικό γιο του, ενώ ο Λουκάς τώρα, τον ονόμασε γιο του Νηρί ως νομικό γιο του. Ανεβάζουν λοιπόν και αυτοί την καταγωγή, ο μεν Νηρί στον Νάθαν, τον γιο του Δαβίδ, ενώ ο Ιεχονίας στον Σολομώντα, τον γιο ομοίως του Δαβίδ και οι δύο πάλι στον Δαβίδ» (Ζ).
Και πλατύτερα. Σύμφωνα με το Α΄ Παραλειπ. γ 18-19 ο Φαδαΐας υπήρξε αδελφός του Σαλαθιήλ και πατέρας του Ζοροβάβελ. Οι κώδικες όμως Βατικανός και Αλεξανδρινός στο Α΄Παραλ. γ 19 ονομάζουν τον Σαλαθιήλ πατέρα του Ζοροβάβελ. Το τελευταίο αυτό επιβεβαιώνεται και από τα χωρία Αγγαίου α 1, Α΄ Έσδρα ε 5 κτλ.
Σύμφωνα με αυτά ο Ζοροβάβελ είναι φυσικός μεν γιος του Φαδαΐα και της συζύγου του Σαλαθιήλ, σύμφωνα με το νόμο όμως είναι γιος και κληρονόμος του Σαλαθιήλ που πέθανε άτεκνος. Ο Σαλαθιήλ, φυσικός γιος του Ιεχονία καταγόταν από τον Σολομώντα μέσω του Ροβοάμ σύμφωνα με το Ματθαίο και από τον Νάθαν σύμφωνα με το Λουκά ως γιος του Νερί είτε επειδή παντρεύτηκε την κόρη και κληρονόμο του Νερί και έχοντας πεθερό τον Νερί, είτε ως γιος της χήρας του Νερί, οπότε θα ήταν κατά νόμον γιος του Νερί.
Παραμένει ήδη η απορία του πώς σύμφωνα μεν με το Ματθαίο γιος του Ζοροβάβελ είναι ο Αβιούδ, ενώ σύμφωνα με το Λουκά ο Ρησά. Σύμφωνα με το Α΄Παραλ. γ 19 γιοι του Ζοροβάβελ υπήρξαν οι «Μοσολλάμ και Ανανίας και Σαλωμεθί η αδελφή τους». Ούτε το όνομα του Ρησά αναφέρεται, ούτε του Αβιούδ. Μπορεί κάποιος λοιπόν να υποθέσει ότι είχε και άλλα παιδιά ο Ζοροβάβελ που δεν αναφέρονται στον κατάλογο ή ότι οι Αβιούδ και Ρησά είναι εγγόνια του· ειδικά για τον Ρησά ότι είναι εγγόνι του από την κόρη του (g) που παντρεύτηκε με άνδρα από το γένος του Νάθαν.
 
Λουκ. 3,28  (1)τοῦ Μελχί, τοῦ Ἀδδί, τοῦ Κωσάμ, τοῦ Ἐλμωδάμ, τοῦ Ἤρ,
Λουκ. 3,28   υιού του Μελχί, υιού του Αδδί, υιού του Κωσάμ, υιού του Ελμωδάμ, υιού του Ηρ,
Λουκ. 3,29  τοῦ Ἰωσῆ, τοῦ Ἐλιέζερ, τοῦ Ἰωρείμ, τοῦ Ματθάτ, τοῦ Λευΐ,
Λουκ. 3,29  υιού του Ιωσή, υιού του Ελιέζερ, υιού του Ιωρείμ, υιού του Ματθάτ, υιού του Λευϊ,
Λουκ. 3,30  τοῦ Συμεών, τοῦ Ἰούδα, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Ἰωνᾶ, τοῦ Ἐλιακείμ,
Λουκ. 3,30  υιού του Συμεών, υιού του Ιούδα, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ιωνά, υιού του Ελιακείμ,
Λουκ. 3,31  τοῦ Μελεᾶ, τοῦ Μαϊνάν, τοῦ Ματταθᾶ, τοῦ Νάθαν(2), τοῦ Δαυΐδ,
Λουκ. 3,31  υιού του Μελεά, υιού του Μαϊνάν, υιού του Ματταθά, υιού του Ναθαν, υιού του Δαυΐδ,
(1)   Διαφορετικές γραφές: Μελχεί, Αδδεί… Ελμαδάμ… Ιησού (αντί Ιωσή)… Ιωρίμ του Μαθθάθ ή Μαθθάτ ή Ματτάθ, του Λευεί ή Λευί… του Ιωνάμ ή Ιωανάν (αντί του Ιωνά)… του Μελεά ή Μελέα, του Μεννά (αντί Μαϊνάν) του Ματαθά ή Μετταθά, του Νάθαμ ή Ναθάμ, του Δαυείδ ή Δαβίδ ή Δαυίδ.
(2)   Σύμφωνα με το Β΄Βασιλ. ε 14,16 «αυτά είναι τα ονόματα αυτών που γεννήθηκαν από τον Δαβίδ στην Ιερουσαλήμ· Σαμμούς και Σωβάβ και Νάθαν και Σαλωμών… και… Ιεσσιβάθ, Νάθαν…». Δύο γιοι λοιπόν με το όνομα Νάθαν γράφονται ότι είναι του Δαβίδ. Από το Ζαχαρ. ιβ 12 πληροφορούμαστε ότι μεταξύ των φυλών, οι οποίες θα διακρίνονταν, θα ήταν «η φυλή του οίκου του Δαβίδ χωριστά… και η φυλή του οίκου του Νάθαν… και η φυλή του οίκου του Λευί». Όχι μόνο λοιπόν διακρίνεται ως ξεχωριστή η οικογένεια του Νάθαν, αλλά και εκπροσωπεί μαζί με την οικογένεια του Δαβίδ τον βασιλικό οίκο, μπαίνοντας μπροστά και από τη φυλή του οίκου του Λευί.
Λουκ. 3,32   (1)τοῦ Ἰεσσαί, τοῦ Ὠβήδ, τοῦ Βοόζ, τοῦ Σαλμών, τοῦ Ναασσών,
Λουκ. 3,32   υιού του Ιεσσαί, υιού του Ωβήδ, υιού του Βοόζ, υιού του Σαλμών, υιού του Ναασσών,
Λουκ. 3,33   τοῦ Ἀμιναδάβ, τοῦ Ἀράμ, τοῦ Ἰωράμ, τοῦ Ἐσρώμ, τοῦ Φαρές, τοῦ Ἰούδα,
Λουκ. 3,33   υιού του Αμιναδάβ, υιού του Αράμ, υιού του Ιωράμ, υιού του Εσρώμ, υιού του Φαρές, υιού του Ιούδα,
Λουκ. 3,34  τοῦ Ἰακώβ, τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Θάρα, τοῦ Ναχώρ(2),
Λουκ. 3,34  υιού του Ιακώβ, υιού του Ισαάκ, υιού του Αβραάμ, υιού του Θαρα, υιού του Ναχώρ,
(1)   Διαφορετικές γραφές: του Ιωβήδ (αντί Ωβήδ) ή Ωβήλ, του Βόος ή Βοός. Και αντί του Αράμ υπάρχουν οι γραφές «του Αδμίν του Αρνί» ή του Αμίν του Αράμ ή του Αμιναδάμ του Αράμ του Ιωράμ ή του Αδάμ του Αράμ ή του Αδάμ, του Αδμίν, του Αρνί. Και Εσρών αντί Εσρώμ· και Θάρρα αντί Θάρα.
(2)   Οι δύο γενεαλογίες, και του Ματθαίου και του Λουκά, συμφωνούν στο μέχρι τον Αβραάμ τμήμα τους και μεταξύ τους και με την Π.Δ.

Λουκ. 3,35  (1)τοῦ Σερούχ, τοῦ Ῥαγαῦ, τοῦ Φάλεκ, τοῦ Ἔβερ, τοῦ Σαλᾶ,
Λουκ. 3,35  υιού του Σερούχ, υιού του Ραγαύ, υιού του Φαλεκ, υιού του Εβερ, υιού του Σαλά,
Λουκ. 3,36  τοῦ Καϊνάν(2), τοῦ Ἀρφαξάδ, τοῦ Σήμ, τοῦ Νῶε, τοῦ Λάμεχ,
Λουκ. 3,36  υιού του Καϊνάν, υιού του Αρφαξάδ, υιού του Σημ, υιού του Νώε, υιού του Λαμεχ,
Λουκ. 3,37  τοῦ Μαθουσάλα, τοῦ Ἐνώχ, τοῦ Ἰάρεδ, τοῦ Μαλελεήλ, τοῦ Καϊνάν,
Λουκ. 3,37  υιού του Μαθουσάλα, υιού του Ενώχ, υιού του Ιάρεδ, υιού του Μαλελεήλ, υιού του Καϊνάν,
Λουκ. 3,38  τοῦ Ἐνώς, τοῦ Σήθ, τοῦ Ἀδάμ(3), τοῦ Θεοῦ(4).
Λουκ. 3,38  υιού του Ενώς, υιού του Σηθ, υιού του Αδάμ. τον οποίον ως τέκνον του έπλασε κατ' ευθείαν ο Θεός.
(1)   Διαφορετικές γραφές: του Σαρούχ, του Ραγάβ, του Φαλέκ ή Φαλέγ, του Έβερ ή του Εβέρ… του Καϊνάμ… του Λάμεκ, του Μαθουσαλά… του Ιάρετ ή Ιάρεθ, του Μαλελεήλ, του Καϊνάμ.
(2)   Σύμφωνα με τους Ο΄ «ο Αρφαξάδ γέννησε τον Καϊνάν, και ο Καϊνάν γέννησε τον Σαλά, ο Σαλά γέννησε τον Έβερ» (Γεν. ι 24). Το όνομα όμως του Καϊνάν δεν βρίσκεται σε κανένα από τα εβραϊκά χειρόγραφα, ούτε σε κάποια άλλη μετάφραση που έγινε από το εβραϊκό πρωτότυπο. Αυτοί που εκφράζουν την υπόνοια, ότι ίσως πρόκειται για παρεμβολή και νόθευση, θεωρούν ως απίθανη και αβάσιμη την υπόθεση, ότι η νόθευση αυτή έγινε με βάση την αναφορά του Καϊνάν σε αυτόν το στίχο (δες p). Όσον αφορά τα άλλα, το τμήμα αυτό της γενεαλογίας του Λουκά συμφωνεί πλήρως με τις πληροφορίες από την Π.Δ.
(3)   Η επέκταση της γενεαλογίας και πέρα από τους Δαβίδ και Αβραάμ μέχρι τον γενάρχη του όλου ανθρωπίνου γένους, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την περί καθολικής σωτηρίας διδασκαλία του ευαγγελίου του Παύλου. Για τους Ιουδαίους απαραίτητο ήταν να γνωρίσουν ότι ο Χριστός καταγόταν από τον Αβραάμ και τον Δαβίδ. Για αυτό ο Ματθαίος βάζει πρώτο αυτό στην αρχή του ευαγγελίου του.
Ο Λουκάς γράφοντας εξίσου προς όλους δείχνει ότι ο Μεσσίας συγγενεύει και με τους εθνικούς όπως και με τους Ιουδαίους και όλη η ανθρωπότητα μπορεί να αξιώσει αυτόν ως αδελφό (p).
(4)   Σοφά ο Λουκάς πρόσθεσε και αυτό. Ο Αδάμ υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος. Δεν γεννήθηκε αυτόματα, ούτε από πατέρα και μητέρα, αλλά από το Θεό, όχι όπως οι γιοι του Αδάμ είναι από το Θεό, αλλά με τρόπο τελείως ειδικό. Διότι την ύπαρξη, την οποία οι γιοι του Αδάμ οφείλουν στους γονείς τους λόγω της αγαθότητας του Δημιουργού τους, αυτό ο Αδάμ το πήρε άμεσα από τον Θεό. Ο Αδάμ υπήρξε εξ’ ολοκλήρου δημιουργία του Θεού, και όχι απλώς όπως όλα τα δημιουργήματα, αλλά πιο εξαιρετικό από αυτά. Δες Γεν. α 26 (b).
Ο Λουκάς πιθανότατα πρόσθεσε αυτό για τους εθνικούς αναγνώστες του για να υπενθυμίσει σε αυτούς την από το Θεό καταγωγή του ανθρωπίνου γένους. Αναιρεί έτσι τους μύθους, που κυκλοφορούσαν μεταξύ των εθνικών σε σχέση με την καταγωγή του ανθρώπου (p). Η Γραφή και όσον αφορά στις πρώτες αρχές του ανθρωπίνου γένους καθορίζει και ικανοποιεί πλήρως τη γνώση μας. Αυτοί που περιφρονούν ή αγνοούν αυτήν βρίσκονται σε αμφιβολία και πλάνη μεταξύ των προκοσμικών και μετακοσμικών χρόνων (b). Ανεβάζοντας τη γενεαλογία του ο Λουκάς από το δεύτερο Αδάμ μέχρι τον πρώτο και από αυτόν μέχρι το Θεό, υποδήλωνε, ότι όπως ο Θεός είχε δημιουργήσει άμεσα τον πρώτο Αδάμ φυσώντας στο χώμα, έτσι και το Άγιο Πνεύμα παρήγαγε αμέσως την ανθρώπινη φύση του δεύτερου Αδάμ στον κόλπο της Παρθένου για να σώσει την όλη ανθρωπότητα (L).
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας              Θφ = Θεοφύλακτος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας            Σγ = Σεβηριανός
Ζ = Ζιγαβηνός                              Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Η = Ησύχιος                                 Ω = Ωριγένης
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
F. Godet, Commentaire sur l’ Evangile de S. Luc 1888 (σημειώνεται με το g)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Luc, Deuxieme edition      Paris 1921 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   A critical and exegetical commentary on the Gospel according to S. Luc, Fifth edition (1928) (σημειωνεται με το p.)
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by A. Fausset. Τόμ. II (σημειώνεται με το b)
.J. Owen, A Commentary on the Gospel of Luc, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

 

(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 25-33 εκδόσεις «ο Σωτήρ», Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
(Οι παραπομπές των ονομάτων στο τέλος Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Ματθ. 1,1 Βίβλος γενέσεως(1) Ἰησοῦ Χριστοῦ(2), υἱοῦ Δαυΐδ(3), υἱοῦ Ἀβραάμ(4).
Ματθ. 1,1  Βιβλίον της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, απογόνου κατά το ανθρώπινον του βασιλέως Δαυΐδ, ο οποίος πάλιν υπήρξεν απόγονος του πατριάρχου Αβραάμ.
«Το Ευαγγέλιο είναι λόγος ο οποίος εύλογα περιέχει αναγγελία αγαθών πραγμάτων και επειδή ωφελεί αυτόν που το ακούει τον ευφραίνει, εφόσον βέβαια αποδεχτεί αυτό που αναγγέλλει, ή είναι λόγος που περιέχει την παρουσία αγαθών» (Κ).
«Ευαγγέλιο ονομάζεται το παρόν βιβλίο» (Χ), «διότι αναγγέλλει σε εμάς πράγματα που είναι καλά» (Θφ)· «διότι ευαγγελίζεται σε όλους, την κατάργηση της κόλασης, τη διάλυση των αμαρτιών, τη δικαιοσύνη, τον αγιασμό, την απολύτρωση, την υιοθεσία, την κληρονομία των ουρανών» (Χ).
(1)   Ειπώθηκε πολύ σωστά, ότι η γενεαλογία αυτή αποτελεί ενωτικό σημείο μεταξύ της Π. και της Κ. Διαθήκης (F). Φράση που χρησιμοποιείται από τους Ο΄(μετάφραση των 70) στα Γέν. β 4 και ε 1 (b). Το Γεν. β 4 περιλαμβάνει τις αφηγήσεις της δημιουργίας του ανθρώπου, του παραδείσου, της πτώσης, της γέννησης του Κάιν και του Άβελ και των απογόνων του Κάιν μέχρι του Λάμεχ (a). Το Γεν. ε 1 περιλαμβάνει όχι μόνο την γενεαλογία του Αδάμ μέχρι του Ιάφεθ αναμιγμένη με κάποιες αφηγήσεις, αλλά και την εξιστόρηση της κακίας των ανθρώπων επί των ημερών του Νώε ε 1-στ 8 (p). Θα ερμηνεύσουμε· βιβλίο, στο οποίο καταγράφονται οι πρόγονοι κάποιου (g).
Ο τίτλος αυτός αναφέρεται κυρίως σε ό,τι αμέσως ακολουθεί, μέχρι το στίχο 17 αν και, λιγότερο πιθανώς, μπορεί να εφαρμοστεί στο όλο βιβλίο, σκοπός του οποίου είναι να αποδείξει, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Δαβίδ κλπ. (b).
«Και για ποιό λόγο την αποκαλεί Βίβλο γενέσεως του Ιησού Χριστού; Παρόλο βεβαίως που δεν περιέχει μόνο αυτό, τη γέννηση δηλαδή, αλλά όλη την οικονομία (=το θείο σχέδιο της σωτηρίας). Διότι εδώ υπάρχει η συγκεφαλαίωση όλης της οικονομίας και αποβαίνει σε εμάς η αρχή και η ρίζα όλων των αγαθών… για αυτό ονόμασε το βιβλίο από το πιο σημαντικό από τα κατορθώματα» (Χ).
Από την έννοια της φράσης στα χωρία που αναφέρθηκαν, του Γεν. β 4 και ε 1 θα μπορούσε να βγει ως συμπέρασμα, ότι ο τίτλος αποτελεί την επιγραφή ολόκληρου του περιεχομένου των κεφ. α και β, πιθανότερα όμως αναφέρεται στη γενεαλογία, που ολοκληρώνεται στο στίχο 17 (S).
Ο ευαγγελιστής αναμφίβολα είχε στο νου την Γένεση των Ο΄ όταν προτιμούσε τον τίτλο αυτόν και πιθανώς από τους Ο΄ δανείστηκε τη γενεαλογία, αν και θα μπορούσε να έχει βρει ήδη συλλεγμένη αυτήν σε κάποια από τα ιουδαϊκά αρχεία (p).
(2)   Η φράση «Ιησού Χριστού» συναντιέται στους συνοπτικούς μόνο εδώ και στα Ματθ. α 18 ιστ 21, Μάρκ. α 1.
«Χριστοί (=χρισμένοι) λέγονταν οι βασιλιάδες και οι ιερείς. Διότι χρίονταν με το άγιο λάδι που ανέβλυζε από το κεράτινο δοχείο που το έβαζαν πάνω στο κεφάλι. Λέγεται λοιπόν ο Κύριος Χριστός ως βασιλιάς και ως ιερέας… και χρίστηκε και αυτός κατεξοχήν με το αληθινό λάδι, το Άγιο Πνεύμα. Διότι ποιός άλλος είχε το Πνεύμα όπως ο Κύριος;» (Θφ).
Η λέξη Χριστός έχασε τη σημασία της ως επίθετο (=χρισμένος, δηλαδή Μεσσίας), την οποία εξέφραζε σε συνδυασμό με το άρθρο (ο Χριστός) και έγινε κύριο όνομα. Δες επίσης και Ιω. α 17, όπου χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια (S). Από ονομασία που δήλωνε το προφητικό αρχιερατικό και βασιλικό αξίωμα του Κυρίου, έγινε κύριο όνομα (ο).
«Αυτό το Ιησούς, δεν είναι όνομα ελληνικό, αλλά στην εβραϊκή γλώσσα έτσι λέγεται, Ιησούς· το οποίο σημαίνει, αν το μεταφράσουμε στην ελληνική γλώσσα, Σωτήρας· και Σωτήρας από το ότι έσωσε το λαό του» (Χ).
Στην Κ.Δ. με το ίδιο όνομα αναφέρεται ο Ιησούς του Ναυή (Εβρ. δ 8) και ο συνεργός του Παύλου ο Ιησούς ο λεγόμενος Ιούστος (Κολ. δ 11) (ο).
(3)   «Και γιατί δεν είπε γιου του Αβραάμ και στη συνέχεια γιου του Δαβίδ; Τον Δαβίδ τον είχαν όλοι στο στόμα τους, και λόγω της λαμπρότητάς του και λόγω του χρόνου· διότι δεν είχε πεθάνει πριν από τόσα πολλά χρόνια όσο ο Αβραάμ» (Χ).
«Και κανείς δεν τον αποκαλούσε υιό Αβραάμ, αλλά όλοι υιό Δαβίδ. Έτσι λοιπόν άρχισε από τον πιο γνωστό και ανέβηκε στον παλαιότερο» (Ζ).
Ο Αβραάμ υπήρξε ο πρώτος, ο Δαβίδ ο τελευταίος από τους ανθρώπους, στους οποίους έγινε η υπόσχεση για τον Μεσσία. Για αυτό ονομάστηκε υιός Δαβίδ, εφόσον ο Δαβίδ υπήρξε και ο άμεσος πρόγονός του (b). Για κάθε Χριστιανό που προερχόταν από τους Ιουδαίους, η μεσσιακή ιδιότητα του Ιησού θα εξαρτιόταν από την καταγωγή του από τον Δαβίδ και είναι γεγονός, ότι τονίζεται ιδιαιτέρως αυτή η καταγωγή στα πρώτα αποστολικά κηρύγματα προς τους Ιουδαίους. Δες Πράξ. β 30,ιβ 23 και Ρωμ. α 3,Β΄Τιμ. β 8,Απ. κβ 16 (S).
(4)   «Ονόμασε το Χριστό γιο μεν του Δαβίδ, ενώ τον Δαβίδ γιο του Αβραάμ, οδηγώντας τη σκέψη των ακροατών στο να θυμηθούν τις υποσχέσεις. Διότι από παλιά ο Θεός υποσχέθηκε και στον Αβραάμ και στο Δαβίδ ότι θα αναστήσει από το σπέρμα τους το Χριστό. Επειδή οι ακροατές ήταν Ιουδαίοι, γνώριζαν αυτές τις υποσχέσεις» (Ζ).
«Όπως είναι πρέπον λοιπόν, από αυτόν (τον Αβραάμ) γενεαλογεί το Χριστό· διότι ο Χριστός είναι το σπέρμα του Αβραάμ, μέσω του οποίου ευλογηθήκαμε όλοι οι εθνικοί, οι πρώην καταραμένοι» (Θφ). Η καταγωγή του Μεσσία από τον Αβραάμ τονίζεται στη Διαθήκη των 12 Πατριαρχών, Λευΐ 8,15 (a). Ο Μάρκος αρχίζοντας το ευαγγέλιό του ονομάζει τον Ιησού γιο όχι του Δαβίδ αλλά του Θεού, διότι αρχίζει την αφήγησή του από το βάπτισμα του Ιησού από τον Ιωάννη, όπου ο Κύριός μας αποδείχτηκε Υιός του Θεού. Έτσι ο καθένας από τους ευαγγελιστές διακηρύσσει τον σκοπό του έργου του στον τίτλο (b).
«Ο Ματθαίος γράφοντας προς αυτούς που προέρχονταν από την περιτομή (τους Εβραίους), δεν ανέβασε τη γενεαλογία πιο πάνω από τον Αβραάμ… δείχνοντας μόνο ότι αυτός βλάστησε από το σπέρμα του Αβραάμ και του Δαβίδ σύμφωνα με τις υποσχέσεις σε εκείνους· διότι τίποτα δεν ανέπαυε τόσο πολύ τους πιστούς τους προερχομένους από τους Ιουδαίους, όσο το να μάθουν, ότι ο Χριστός ήταν από το σπέρμα του Αβραάμ και του Δαβίδ, μιας και πάντοτε τον προσδοκούσαν ότι από εκεί θα προέλθει· ο Λουκάς όμως, επειδή μέσω του Θεοφίλου μιλούσε γενικά σε όλους τους πιστούς, κάνει πλήρη τη γενεαλογία αρχίζοντας μάλλον από κάτω από το Χριστό και ανεβαίνοντας μέχρι τον Αδάμ» (Ζ)

Ματθ. 1,2  Ἀβραὰμ ἐγέννησε(1) τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ(2), Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν(3) καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ,
Ματθ. 1,2   Διότι ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, ο δε Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού.
(1)   «Υπήρχε συνήθεια να γενεαλογούνται οι άνδρες. Διότι ο άνδρας σπέρνει, και αυτός είναι αρχή και ρίζα του παιδιού και κεφαλή της γυναίκας· ενώ η γυναίκα με το να τρέφει και να θάλπει και να συναυξάνει το σπέρμα, έχει δοθεί ως βοηθός στον άνδρα» (Ζ).
Ο Ματθαίος απαριθμώντας τους προγόνους του Κυρίου μας χρησιμοποιεί την κατιούσα (=προς τα κάτω) σειρά (αν και στο στίχο 1 χρησιμοποίησε και την ανιούσα (=προς τα πάνω), και αρχίζει από τον Αβραάμ, αντί για τον Αδάμ, όχι για να αποκλείσει τα έθνη, αφού μέσω του Αβραάμ όλα τα έθνη ευλογήθηκαν (b). Το να είναι κάποιος γιος του Αβραάμ σήμαινε ότι ήταν ένας αληθινός Ιουδαίος και αποτελούσε αφορμή καύχησης. Δες και Ματθ. γ 8 (S). Ολόκληρος ο στίχος 2 προέρχεται από το Α΄ Παραλ. α 34 και β 1 (a).
(2)   «Για ποιο λόγο δεν ανέφερε και τον αδελφό του (τον Ησαύ) όταν ήλθε στον Ιακώβ, αλλά αναφέρει τον Ιούδα και τους αδελφούς του; Κάποιοι μεν λένε λόγω του κακού χαρακτήρα του Ησαύ… εγώ όμως δεν θα το έλεγα αυτό. Διότι αν ήταν αυτό, πώς ύστερα από λίγο ανέφερε τέτοιες (κακής φήμης) γυναίκες; Για ποιό λόγο λοιπόν δεν τον ανέφερε; Διότι δεν είχαν καμία σχέση με τους Ισραηλίτες οι Σαρακηνοί και οι Ισμαηλίτες και οι Άραβες, και όσοι έγιναν από τους προγόνους εκείνων. Για αυτό εκείνους μεν τους αποσιώπησε, σπεύδει δε να αναφέρει τους προγόνους του Χριστού και του ιουδαϊκού λαού» (Χ).
(3)   Από όλους τους γιους του ο πατριάρχης Ιακώβ πεθαίνοντας (Γεν. μθ 10) ξεχώρισε τον Ιούδα ως προορισμένο να πάρει το βασιλικό αξίωμα (S). Ανάμεσα στους 12 γιους του Ιακώβ, ο Ιούδας θα ήταν ο μόνος κληρονόμος της μεσσιανικής υπόσχεσης, από την άποψη ότι από αυτόν κατά το ανθρώπινο θα καταγόταν ο Μεσσίας. Δες Γεν. μθ 10 και Εβρ. ζ 14 και Αποκ. ε 5 (F).

Ματθ. 1,3  Ἰούδας δὲ ἐγέννησε(1) τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ(2) ἐκ τῆς Θάμαρ(3), Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ(4), Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ,
Ματθ. 1,3   Ο Ιούδας δε εγέννησε από την νύμφην αυτού Θάμαρ τους διδύμους Φαρές και Ζαρά, ο Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, ο Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ.
(1)   «Ο Ιούδας πήρε την Θάμαρ νύφη για τον πρώτο του γιο τον Ηρ· επειδή αυτός πέθανε χωρίς παιδιά, την πάντρεψε με τον δεύτερο [Αυνάν] και όταν και αυτός ομοίως πέθανε, υποσχέθηκε να την παντρέψει και με τον τρίτο [Σηλώμ]· επειδή φοβήθηκε όμως μήπως και αυτός πεθάνει αμέσως, ανέβαλλε τον γάμο. Η νύφη όμως επειδή επιθυμούσε πάρα πολύ να πάρει σπέρμα από το γένος του Αβραάμ… μεταμφιεσμένη σε πόρνη κάθισε στις πύλες της πόλης με σκεπασμένο το πρόσωπο. Βλέποντας αυτήν ο Ιούδας και αγνοώντας μπήκε στο σπίτι της σαν σε πόρνη και αφού ενώθηκε σαρκικά μαζί της την κατέστησε έγκυο διδύμων τέκνων» (Ζ).
(2)   «Όταν γεννούσε αυτούς, πρόβαλλε το πρώτο από τα παιδιά από τη μήτρα δίνοντας την εντύπωση ότι θα γεννηθεί πρώτος· και η μαία σύντομα έδεσε με κόκκινη κλωστή το χέρι του παιδιού που βγήκε για να γνωρίζεται αυτός που γεννήθηκε πρώτος· αλλά μάζεψε το χέρι το παιδί μέσα… και γεννήθηκε πρώτο το άλλο παιδί και έπειτα εκείνο που άπλωσε το χέρι. Ονομάστηκε λοιπόν αυτός μεν που πρώτος γεννήθηκε Φαρές, το οποίο σημαίνει διακοπή, διότι διέκοψε τη φυσική σειρά» (Θφ). «Αυτό ήταν συμβολισμός των δύο λαών· κατά τους χρόνους δηλαδή του Αβραάμ εμφανίζεται η εκκλησιαστική πολιτεία, η οποία όμως παρήκμασε στο μεταξύ και παρουσιάστηκε ο ιουδαϊκός λαός και ο Μωσαϊκός νόμος και τότε έχουμε την εμφάνιση ολόκληρου του νέου λαού και των νόμων του» (Χ).
(3)   Είναι αξιοσημείωτο ότι τα ονόματα γυναικών, Θάμαρ, Ραχάβ, Ρουθ και της συζύγου του Ουρίου παρεμβάλλονται στη γενεαλογία. Η Ρουθ υπήρξε Μωαβίτισα και όχι Ιουδαία και οι άλλες τρεις υπήρξαν ένοχες βαρέων αμαρτημάτων. Η παράθεση ονομάτων, τα οποία μπορούσαν να θεωρηθούν ακατάλληλα για να μπουν στη γενεαλογία του Μεσσία έγινε σκόπιμα.
«Διότι για αυτό ήλθε, όχι για να αποφύγει τα δικά μας (κακά), αλλά για να τα εξαφανίσει… και αξίζει να τον θαυμάζουμε… ότι καταδέχτηκε να έχει τέτοιους συγγενείς, χωρίς καθόλου να ντρέπεται τα δικά μας κακά… διδάσκοντας και εμάς με αυτά, να μη σκεπάζουμε το πρόσωπό μας από ντροπή για την κακία των προγόνων μας, αλλά ένα μόνο να επιζητούμε, την αρετή. Διότι ένας τέτοιος άνθρωπος (ενάρετος), και αν ακόμη έχει πρόγονο αλλόφυλη, και αν πόρνη, και αν οτιδήποτε άλλο είναι, σε τίποτα δεν θα μπορέσει να βλαφτεί» (Χ).
«Η μεν Θάμαρ ήταν με παράνομο γάμο… η δε Ραχάβ ήταν πόρνη, η Ρουθ αλλόφυλη, η Βηρσαβεέ η γυναίκα του Ουρίου ήταν μοιχαλίδα… Ο Χριστός ήλθε ως γιατρός, όχι ως κριτής» (Ζ). Η φράση πάρθηκε από το Α΄ Παραλ. β 4 («και η Θάμαρ η νύφη του γέννησε σε αυτόν τον Φαρές και τον Ζαρά»), το οποίο δείχνει, ότι έβλεπε ο συγγραφέας το Α΄ Παραλ. β 4 (a).
(4)   Ο Εσρώμ γεννήθηκε στη Χαναάν, πριν ο Ιακώβ μεταναστεύσει στην Αίγυπτο (Γεν. μστ 12). Από την άλλη ο Ναασσών που αναφέρεται στο στίχο 4 ήταν αρχηγός της φυλής Ιούδα κατά την εποχή της εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο (Αριθμ. α 7 και Α΄ Παραλ. β 10). Ο κατάλογος λοιπόν αριθμεί μόνο τρεις γενεές για τα πάνω από 400 έτη, τα οποία διήρκεσε η παραμονή των Ιουδαίων στην Αίγυπτο. Πρέπει λοιπόν να παραλείφθηκαν στο μεταξύ κάποια πρόσωπα στον κατάλογο (F).

Ματθ. 1,4  Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών(1), Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών,
Ματθ. 1,4   Ο Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασσών, ο Ναασσών δε εγέννησε τον Σαλμών.
(1)   Σύγχρονος του Μωϋσή. Η σιγή ως προς τον Μωϋσή, που τηρείται σε όλο τον κατάλογο, είναι αξιοσημείωτη (b). Ο κατάλογος περιορίζεται στα ουσιώδη και είναι πιο σύντομος και από αυτόν που βρίσκεται στο Α΄ Παραλ. β 10 (L). Τα ονόματα Ναασσών και Σαλμών τα πήρε από το Α΄ Παραλ. β 10 σύμφωνα με τους Ο΄. Και αυτά και το παραπάνω όνομα Εσρώμ δείχνουν ότι ο συλλογέας του καταλόγου χρησιμοποίησε τύπους των Ο΄(της μετάφρασης των 70) (a).

Ματθ. 1,5  Σαλμὼν(1) δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ(2) ἐκ τῆς Ῥαχάβ(3), Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ(4) ἐκ τῆς Ῥούθ(5), Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί,
Ματθ. 1,5   Ο Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ από την τέως αμαρτωλήν Ραχάβ, ο Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ από την Μωαβίτιδα Ρούθ, ο Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί.
(1)   Η γέννηση του Βοόζ από τον Σαλμών συμφωνεί με τους καταλόγους που βρίσκονται στα χωρία Ρουθ δ 20 και Α΄ Παραλ. β 11, αλλά πουθενά αλλού στην Π.Δ. δεν αναφέρεται ότι η πόρνη Ραχάβ ήταν μητέρα του Βοόζ (S).
«Κάποιοι νομίζουν ότι αυτή είναι εκείνη η Ραάβ η πόρνη, η οποία δέχτηκε τους κατασκόπους του Ιησού του Ναυή. Και διέσωσε αυτούς και διασώθηκε και η ίδια» (Θφ). Από την κυρίευση της Ιεριχούς από τον Ιησού μέχρι τη γέννηση του Δαβίδ πέρασαν 350 έτη, περίοδος προφανώς πολύ μεγάλη για τρεις γενεές, όσες αριθμούνται στον κατάλογο του Ματθαίου ότι έζησαν κατά το διάστημα αυτό. Είναι λοιπόν πιθανόν, ότι ο κατάλογος και στο σημείο αυτό αποσιωπά κάποια ονόματα (F).
(2)    Αυθεντική γραφή Βόες. Στο Α΄ Παραλ. β 11 υπάρχει ο τύπος Βόος ή Βόοζ.
(3)   Η Ραχάβ εξαίρεται στα ιουδαϊκά συναξάρια. Δες και Εβρ. ια 31, Ιακ. β 25. Υποτίθεται, ότι έγινε προσήλυτη και σύμφωνα με κάποια παράδοση παντρεύτηκε τον Ιησού του Ναυή. Κάποιο χωρίο του Ταλμούδ (Τ.Β. Μegilla,14β) αναφέρει: «Οκτώ προφήτες, οι οποίοι συγχρόνως ήταν και ιερείς, κατάγονται από την Ραχάβ» (S).
(4)   Αυθεντική γραφή Ιωβήδ.
(5)   Άλλος τύπος προσηλύτου (L). Η ειδική σημασία της Ρουθ ήταν, ότι υπήρξε Μωαβίτισα και ανήκε λοιπόν σε έθνος ιδιαιτέρως μισητό στους Εβραίους. Δες Δευτερ. κγ 3, όπου κάποιος Μωαβίτης αποκλείστηκε από τη συναγωγή μέχρι δεκάτης γενεάς. Δες ομοίως Νεεμ. ιγ 1 (S).

Ματθ. 1,6  Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυΐδ τὸν βασιλέα(1). Δαυΐδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα(2) ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου(3),
Ματθ. 1,6  Ο Ιεσσαί δε εγέννησε τον βασιλέα Δαυΐδ, ο δε βασιλεύς Δαυίδ εγέννησε τον Σολομώντα από την γυναίκα του Ουρίου.
(1)   Ο Δαβίδ ονομάζεται με τρόπο ειδικό «ο βασιλιάς» όχι μόνο διότι είναι ο πρώτος βασιλιάς από αυτούς που αναφέρονται σε αυτήν τη γενεαλογία, αλλά και διότι ο θρόνος του ήταν υπεσχημένος στον Μεσσία. Δες Λουκ. α 32 (b). Το βασιλικό αξίωμα που αποκτήθηκε από τον Δαβίδ και χάθηκε από τους απογόνους του στην αιχμαλωσία, ανακτήθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Με την αναφορά του Δαβίδ οι πρώτες 14 γενεές συμπληρώνονται. Είναι αξιοσημείωτο, ότι εκτός από την προσθήκη των ονομάτων των γυναικών και τη λέξη «τον βασιλέα» τα τελευταία δέκα ονόματα του καταλόγου του Ματθαίου συμφωνούν ακριβώς με τη μικρή γενεαλογία στο χωρίο Ρουθ δ 18-21. Η αρχική πηγή και για τις δύο είναι πιθανώς το Α΄ Παραλ. κεφάλαια α-β (S).
(2)   Αυθεντική γραφή Σολομώνα. Το δεύτερο τμήμα του καταλόγου αριθμεί τα ονόματα των βασιλέων από τον Σολομώντα μέχρι τον Ιεχονία, ο οποίος έχασε το θρόνο του και οδηγήθηκε στην εξορία. Και για να επιτευχθεί η επιζητούμενη συμμετρία των 14 γενεών αποσιωπούνται τρία ονόματα μετά τον Ασά. Πηγή του καταλόγου αυτού είναι το Α΄ Παραλ. γ 5,10-15 σύμφωνα με τους Ο΄(S).
(3)   «Αναφέρει και τη γυναίκα του Ουρίου, για να υποδηλώσει, ότι δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για τους προγόνους μας, αλλά μάλλον να επιδιώκουμε με τη δική μας αρετή να λαμπρύνουμε και εκείνους· και ότι όλοι είναι δεκτοί για το Θεό, ακόμη και αν γεννηθούν από πόρνη, μόνο εάν έχουν αρετή» (Θφ).

Ματθ. 1,7  Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ῥοβοάμ, Ῥοβοάμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά(1),
Ματθ. 1,7   Ο Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ δε εγέννησε τον Αβιά, ο Αβιά δε εγέννησε τον Ασά.
(1)   Στο Α΄ Παραλ. γ 10-11 αναγράφεται το όνομα Ασά και ο Ιώσηπος ονομάζει αυτόν το βασιλιά Άσανον (a).

Ματθ. 1,8  Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφάτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν(1),
Ματθ. 1,8  Ο Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, ο Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν.
(1)   Στο βιβλίο των Βασιλειών (Δ΄ Βασ. η 25) τον Ιωράμ διαδέχεται ο Οχοζίας, πατέρας του Ιωάς, ο οποίος υπήρξε πατέρας του Αμασίου, ο οποίος γέννησε τον Αζαρία ή Οζία. Ο Ματθαίος λοιπόν αποσιώπησε τρία ονόματα.
«Προσπέρασε τρεις βασιλιάδες λόγω της υπερβολικής τους ασέβειας. Διότι ο Οχοζίας, που ήταν γαμπρός του Αχάβ του βασιλιά του Ισραήλ, μιμήθηκε με ζήλο την ασέβειά του, όπως λέει το βιβλίο των Βασιλειών. Και ο Ιωάς αφού αρχικά ευαρέστησε το Θεό, ύστερα ειδωλολάτρησε, ο οποίος και τον Αζαρία τον γιο του Ιωδάε του ιερέα, ο οποίος τον έλεγξε για την ασέβειά του, διέταξε να τον λιθοβολήσουν όπως έχει γραφτεί στο δεύτερο βιβλίο Παραλειπομένων. Και ο Αμασίας, ενώ αρχικά ευαρέστησε το Θεό, όταν κυρίευσε την Ιδουμαία, θυσίασε στα λάφυρα που βρήκε, στα είδωλα της Ιδουμαίας, όπως και για αυτόν έχει γραφτεί στο Β΄ Παραλειπομένων» (Χ).
Σύμφωνα με τον Ιερώνυμο «εφόσον ο ευαγγελιστής είχε πρόθεση να τοποθετήσει τρεις δεκατετράδες στις διάφορες χρονικές εποχές και ο Ιωράμ είχε αναμιχτεί με το γένος της ασεβούς Ιεζάβελ, εξάλειψε τη μνήμη του μέχρι τρίτης γενεάς». Πράγματι η Αταλία, μητέρα του Οχοζίου, ήταν κόρη της Ιεζάβελ. Την τελευταία όμως αυτήν κάνει μισητή, όχι η εθνική καταγωγή της, αλλά οι διωγμοί της εναντίον των προφητών με σκοπό να καταργήσει τη λατρεία του Ιεχωβά. Είναι αλήθεια, ότι ο Μανασσής συμπεριφέρθηκε πολύ κακά, αλλά μετανόησε. Είναι επίσης δυνατόν η καταδίκη αυτή της εξάλειψης του ονόματος να έγινε από τη συναγωγή, έτσι ώστε τα ονόματα αυτά να μην εμφανίζονται στους γενεαλογικούς πίνακες (L).

Ματθ. 1,9  Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν,
Ματθ. 1,9   Ο Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, ο Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Αχαζ, ο Αχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν.
(1)   Έτσι συλλαβίζεται το όνομα στην εβραϊκή. Οι Ο΄ παραλλάσσουν ανάμεσα στο Αμών και το Αμώς. Εδώ το Αμώς είναι η αυθεντική γραφή (S).

Ματθ. 1,10 Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν(1) δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν,
Ματθ. 1,10  Ο Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, ο Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, ο Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν.
(1)   Το κείμενο όπως έχει εδώ είναι γεμάτο δυσκολίες. Εάν υποθέταμε μαζί με τον Allen ότι το Ιεχονίας είναι παραφθορά του ονόματος Ιωαχίμ, η σύγχυση θα εκμηδενιζόταν, οπότε θα είχαμε «Ιωσίας δε εγέννησεν τον Ιωακίμ ή Ιωαχίμ», το οποίο θα ανταποκρινόταν στο Α΄ Παραλ. γ 15. Ο συγγραφέας όμως των Παραλειπομένων είχε ειδικό λόγο να σημειώσει τους αδελφούς του Ιωακίμ, χωρίς να αναφέρει αυτούς ονομαστικά, διότι δύο από αυτούς, ο Ιωανάν και ο Σεδεκίας βασίλευαν τότε, ο τελευταίος μάλιστα ήταν το τελευταίο μέλος της Δαβιτικής καταγωγής το οποίο έφερε το στέμμα. Επιπλέον οι δύο αυτοί δεν αναφέρονται ονομαστικά, διότι δεν αποτελούν κρίκους στη γενεαλογία.
Αλλά και άλλη δυσκολία θα απομακρυνόταν. Τώρα με τη διπλή απαρίθμηση του Ιεχονίου, το επόμενο τμήμα του γενεαλογικού καταλόγου (σ. 11-16) εμφανίζει 13 μόνο ονόματα. Ενώ εάν στο στίχο 11 αντικατασταθεί το όνομα Ιεχονίας με το Ιωακίμ, ώστε ο στίχος 12 να αρχίζει με τον Ιεχονία ως πρώτο στον κατάλογο που ακολουθεί μετά την αιχμαλωσία, τότε θα έχουμε και στο τελευταίο αυτό τμήμα του καταλόγου 14 νέα ονόματα (S). Ο Ιεχονίας άλλωστε ήταν, όπως φαίνεται, μόλις 18 ετών, όταν οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία (L).
(2)   «Η φράση «κατά την αιχμαλωσία» σημαίνει κοντά στον καιρό της αιχμαλωσίας» (Ζ). Η λέξη μετοικεσία είναι σπάνια και συναντιέται 10 φορές στους Ο΄ (a). Πιο καλή είναι η λέξη μετοίκηση= μετανάστευση από έναν τόπο σε άλλον· ειδικότερα εκείνη, στην οποία κάποιος από άλλον εξαναγκάζεται, όσον αφορά την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα (g).
«Μετοικεσία λέει την αιχμαλωσία, την οποία ύστερα υπέστησαν όταν όλοι μαζί οδηγήθηκαν στη Βαβυλώνα» (Θφ).
(3)   Δηλαδή στη Βαβυλώνα (b). Η αναφορά της αιχμαλωσίας κλείνει φυσικά το τμήμα αυτό του καταλόγου, δηλώνοντας ότι το βασιλικό αξίωμα που αποκτήθηκε από τον Δαβίδ χάθηκε τώρα για τους απογόνους του (S).

Ματθ. 1,11 Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν(1) καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας(2) Βαβυλῶνος(3).
Ματθ. 1,11  Ο Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς αυτού κατά την εποχήν, που απήχθησαν αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα οι Ιουδαίοι.
(1)   Δηλαδή αφού μετανάστευσαν στη Βαβυλώνα (b) και όχι μετά το τέλος της αιχμαλωσίας, διότι είναι βέβαιο, ότι ο Ζοροβάβελ γεννήθηκε ενώ διαρκούσε η αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα (F).
(2)   Ο Ιεχονίας κρατήθηκε φυλακισμένος για 37 έτη και αποκαταστάθηκε στο βασιλικό του αξίωμα από τον διάδοχο του Ναβουχοδονόσορα. Δες Δ΄ Βασ. κδ 8-17 και Ιερ. νβ 31-34 (L).
(3)   Στο Α΄ Παραλ. γ 19 κατά το εβραϊκό πρωτότυπο ο Ζοροβάβελ παρουσιάζεται ως γιος του Φαδαΐα, αλλά στους Ο΄ στο ίδιο χωρίο ο Ζοροβάβελ μαρτυρείται σαν ένας από τους γιους του Σαλαθιήλ. Αυτό αποτελεί άλλη ένδειξη, ότι ο Ματθαίος χρησιμοποιούσε τους Ο΄ (S). Η διαφορά με το εβραϊκό πρωτότυπο εξηγείται με την πιθανότατη εκδοχή, ότι ο Φαδαΐας πήρε σύζυγο την χήρα του Σαλαθιήλ όταν πέθανε (F).
(4)   Τα ονόματα που ακολουθούν μετά τον Ζοροβάβελ προέρχονται από άγνωστη πηγή, ίσως από την οικογένεια του Ιησού (S). Ο Ματθαίος και ο Λουκάς συναντιούνται στις γενεαλογίες τους στα δύο αυτά ονόματα (Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ), και έπειτα και οι δύο παραθέτουν σειρά ονομάτων που δεν αναφέρονται στη Βίβλο. Αλλά ο Λουκάς έχει 18 ονόματα που παρεμβάλλονται μεταξύ Ζοροβάβελ και Ιωσήφ. Είναι άγνωστο σε ποιο σημείο του καταλόγου ο Ματθαίος τον συντομεύει. Σαφές μόνο είναι, ότι ο Ματθαίος δεν υπολογίζει τους απογόνους του Ζοροβάβελ, των οποίων ο κατάλογος παρατίθεται στο Α΄ Παραλ. γ 21-24 (L).
Ματθ. 1,12 Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν(1) Βαβυλῶνος Ἰεχονίας(2) ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ(3) δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ(4),
Ματθ. 1,12  Επειτα δε από την βιαίαν αυτήν μετανάστευσιν των Ιουδαίων εις Βαβυλώνα και την ζωήν των εκεί ως αιχμαλώτων, ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, ο δε Σαλαθιήλ εγέννησε τον Ζοροβάβελ.
Ματθ. 1,13 Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ,
Ματθ. 1,13  Ο Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ.
Ματθ. 1,14  Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ,
Ματθ. 1,14  Ο Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, ο Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ.
Ματθ. 1,15  Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ,
Ματθ. 1,15   Ο Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, ο Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ.
Ματθ. 1,16  Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ(1) τὸν ἄνδρα(2) Μαρίας(3), ἐξ ἧς ἐγεννήθη(4) Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος(5) Χριστός.
Ματθ. 1,16  Ο Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ, τον μνηστήρα της Μαρίας, από την οποίαν εγεννήθη ο Ιησούς ο ονομαζόμενος Χριστός.
(1)   «Δεν υπήρχε νόμος στους Ιουδαίους να γενεαλογούνται γυναίκες. Για να φυλάξει λοιπόν και τη συνήθεια και να μη φανεί ότι από την αρχή της εξιστόρησης την παραβαίνει και για να μας γνωρίσει και την κόρη, για αυτό το λόγο αφού αποσιώπησε τους προγόνους αυτής (της Μαρίας), γενεαλόγησε τον Ιωσήφ» (Χ).
«Επειδή δηλαδή αποδείχτηκε ότι ο Ιωσήφ ήταν από το γένος εκείνων, είναι προφανές, ότι και η Θεοτόκος από εκεί καταγόταν» (Ζ). «Διότι υπήρχε νόμος που πρόσταζε ότι δεν επιτρέπεται ο γάμος από άλλη φυλή αλλά από την ίδια» (Χ).
«Για αυτό και με το να γενεαλογήσει τον μνηστήρα της Θεομήτορος, με αυτό απέδειξε αυτό που είχε σκοπό. Αφού δηλαδή ο Ιωσήφ αποδείχτηκε ότι ήταν από τη γενιά εκείνων, είναι προφανές ότι από εκεί καταγόταν και η Θεοτόκος» (Ζ).
«Πώς όμως θα μάθουμε, ότι από τον Δαβίδ καταγόταν (η παρθένος); Άκουσε το Θεό να λέει στον Γαβριήλ να μεταβεί «σε Παρθένο μνηστευμένη με άνδρα, του οποίου το όνομα είναι Ιωσήφ, από τον οίκο και τη γενιά του Δαβίδ» (Λουκ. α 27). Τι πιο σαφές θέλεις από αυτό, όταν ακούσεις ότι η Παρθένος ήταν από τον οίκο και τη γενιά του Δαβίδ;» (Χ).
Απέναντι στο νόμο ο Ιησούς ήταν ο κληρονόμος του Ιωσήφ, και για αυτό και δόθηκε η γενεαλογία του Ιωσήφ. Ως κληρονόμος του Ιωσήφ, ο Ιησούς ήταν ο κληρονόμος του Δαβίδ, οπότε καμία ανακολουθία (ασυμφωνία) δεν υπάρχει στο γεγονός ότι τα δύο ευαγγέλια, τα οποία αναφέρουν τη γέννηση από την παρθένο, παραθέτουν τη γενεαλογία του Ιωσήφ. Άλλωστε ήταν τελείως δυνατόν και η Μαρία να καταγόταν από τον Δαβίδ. Κατά τον δεύτερο μάλιστα αιώνα πιστευόταν από όλους ότι η Μαρία καταγόταν από το γένος του Δαβίδ. Δες Ιουστίνου προς Τρύφωνα 43,45,100, Ειρην.ΙΙΙ,ΧΧΙ,5 Τερτυλλιανού Adv.Jud.9.Ανάληψη Ησαΐου Χ 2, Ευαγγέλιο της γεννήσεως Μαρίας Ι,1 (p).
«Είναι όμως ανάγκη να πούμε και άλλη αιτία περισσότερο μυστηριακή και απόρρητη, για την οποία γενεαλογείται ο Ιωσήφ, ενώ δεν συνέβαλε καθόλου στη γέννηση. Ποιά λοιπόν είναι αυτή; Δεν ήθελε να γνωρίζουν οι Ιουδαίοι κατά το χρόνο της γέννησης, ότι ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο… Δεν είναι δικός μου αυτός ο λόγος, αλλά των (αποστολικών) Πατέρων μας, των θαυμαστών και σπουδαίων εκείνων ανδρών. Διότι, αφού κάλυψε με πυκνή σκιά πολλά από την αρχή και ονόμαζε τον εαυτό του υιό ανθρώπου και δεν μας αποκάλυψε καθαρά την ισότητά του σε όλα με τον Πατέρα, γιατί θαυμάζεις, επειδή κάλυψε μέχρις ορισμένου σημείου και αυτό, επειδή ήθελε να ρυθμίσει κάτι το σπουδαίο και αξιοθαύμαστο;
Αλλά ποιό είναι, θα πει κάποιος, αυτό το αξιοθαύμαστο; Το να διασωθεί η Παρθένος και να απαλλαχτεί από κάθε ανήθικη υποψία. Διότι, αν αυτό γινόταν γνωστό από την αρχή στους Ιουδαίους, και θα λιθοβολούσαν την Παρθένο… και θα την καταδίκαζαν για μοιχεία… Διότι εάν μετά από τόσα θαύματα, ακόμη τον αποκαλούσαν αυτόν (τον Ιησού) γιό του Ιωσήφ, πώς θα πίστευαν πριν από τα θαύματα ότι γεννήθηκε από Παρθένο;… Διότι θα τους συντάρασσε πολύ αυτούς (τους Ιουδαίους) το παράξενο και πρωτοφανές γεγονός, που όμοιό του ούτε καν είχε ακουστεί ότι έγινε στους προγόνους τους. Διότι αυτός μεν που μια και καλή πείστηκε, ότι είναι Υιός του Θεού, ούτε αυτό θα μπορούσε να το αμφισβητήσει λοιπόν· αυτός όμως που τον θεωρούσε πλάνο και αντίθεο, πώς δεν θα σκανδαλιζόταν περισσότερο από αυτό και δεν θα οδηγούνταν σε αυτήν την υποψία;» (Χ).
Άλλο ζήτημα προβάλλεται από το ότι ο Λουκάς αναφέρει τον Ηλί και όχι τον Ιακώβ ως πατέρα του Ιωσήφ. Η θεωρία, ότι η γενεαλογία του Λουκά είναι της Μαρίας, δεν είναι άξια λόγου. Η θεωρία είναι παλαιότερη του Annius του Viterbo (γύρω στο 1490 μ.Χ.). Δες στο Αποκ. δ 7, στο υπόμνημα που αποδίδεται στον Βικτωρίνο Mign.P.L.v 324 (p).
Η καλύτερη λύση είναι ότι ο Λουκάς παρέχει την πραγματική καταγωγή του Ιωσήφ, ενώ ο Ματθαίος δίνει την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ. Και οι δύο γενεαλογίες είναι του Ιωσήφ, αν και η γενεαλογία της Μαρίας μπορεί να συμπίπτει με αυτήν του Ιωσήφ σε κάποιον παλαιότερο πρόγονο. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή ο Ηλί υπήρξε ο πραγματικός πατέρας του Ιωσήφ. Ο Ιακώβ, που γράφει ο Ματθαίος, μπορεί να είναι άλλος συγγενής του Ιωσήφ, του οποίου ο Ιωσήφ ήταν σύμφωνα με το νόμο κληρονόμος και μέσω του οποίου ο Ματθαίος αποδείκνυε την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ (S).
(2)   Η λέξη λέγεται και για τον μνηστήρα (αρραβωνιαστικό). Δες Αποκ. κα 2 και αλλού (g).
«Είπε τον Ιωσήφ άνδρα της, επειδή ήταν μνηστήρας της. Και πράγματι στη συνέχεια της εξιστόρησης την ονομάζει και αυτήν γυναίκα του, επειδή ήταν αρραβωνιαστικιά του. Διότι έτσι ήταν συνήθεια να ονομάζονται και πριν τη σαρκική ένωση του γάμου» (Ζ).
«Για να μη νομίσεις, όταν ακούσεις «τον άνδρα Μαρίας» ότι γεννήθηκε σύμφωνα με τον κοινό νόμο της φύσης, πρόσεξε πώς διορθώνει αυτό αμέσως κατόπιν. Άκουσες, λέει, άνδρα, άκουσες μητέρα, άκουσες για το όνομα που δόθηκε στο παιδί· άκουσε λοιπόν και τον τρόπο της γέννησης. «Του Ιησού Χριστού η γέννηση έτσι έγινε…»» (Χ).
Λόγω της επιθυμίας κάποιων, να αποφευχθούν λέξεις, οι οποίες, παρόλο που στην πρόθεση του συγγραφέα εξέφραζαν τη νομική συγγένεια και όχι την πατρότητα, μπορούσαν να παρανοηθούν από τον επιπόλαιο αναγνώστη, δημιουργήθηκαν οι μαρτυρούμενες από κάποιους κώδικες, αλλά όχι αυθεντικές γραφές: «Ο Ιακώβ γέννησε τον Ιωσήφ, με τον οποίο αφού μνηστεύθηκε η παρθένος Μαριάμ γέννησε Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν» και οι σχετικές με αυτήν γραφές (a).
(3)   «Με αυτό έδειξε, ότι εξαιτίας εκείνης γενεαλόγησε και αυτόν» (Χ).
(4)   Το παθητικό ρήμα εγεννήθη χωρίς κάποια δυσκολία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γέννηση κάποιου παιδιού σε σχέση με τη μητέρα του (L).
(5)   Ο Ματθαίος μιλά στον Ιουδαίο αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να πειστεί, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός με τέτοιες αποδείξεις, όπως είναι η γενεαλογία του. Ό,τι λοιπόν οι άλλοι ευαγγελιστές παίρνουν ως δεδομένο, αυτός ζητά να το αποδείξει (b). Λεγόμενος= ο οποίος έχει επώνυμο (g).

Ματθ. 1,17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραάμ ἕως Δαυΐδ γενεαὶ δεκατέσσαρες(1), καὶ ἀπὸ Δαυΐδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος(2) γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες(3).
Ματθ. 1,17  Ολαι λοιπόν αι γενεαί από τον Αβραάμ μέχρι του Δαυίδ είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από Δαυίδ μέχρι της μετοικεσίας των Ιουδαίων ως αιχμαλώτων εις την Βαβυλώνα είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από της μετοικεσίας εις την Βαβυλώνα μέχρι των ημερών του Χριστού γενεαί πάλιν δεκατέσσαρες.
(1)   «Σε τρεις ομάδες μοίρασε όλες τις γενιές εύλογα· διότι τρεις πολιτειακές καταστάσεις συνέβησαν σε αυτούς. Από μεν τον Αβραάμ έως τον Δαβίδ μετά τον Μωϋσή και τον Ιησού του Ναυή ηγεμονεύονταν από τους Κριτές· από τον Δαβίδ μέχρι την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας καθοδηγούνταν από βασιλιάδες· από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας μέχρι το Χριστό, κυβερνούνταν από αρχιερείς. Όταν όμως ήλθε ο Χριστός, ο αληθινός κριτής και βασιλιάς και αρχιερέας, σταμάτησαν αυτές οι πολιτειακές καταστάσεις που αναφέρθηκαν» (Ζ).
Θέλει λοιπόν «να δείξει, ότι ούτε με τις μεταβολές της πολιτειακής τους κατάστασης βελτιώθηκαν οι Ιουδαίοι· αλλά παρέμεναν στα ίδια κακά και με το αριστοκρατικό πολίτευμα και με το βασιλικό και με το ολιγαρχικό· και ότι δεν έγιναν περισσότερο ενάρετοι ούτε υπό την ηγεσία μεγάλων αρχηγών ούτε ιερέων ούτε βασιλέων» (Χ).
«Διότι χρειάζονταν τον αληθινό και κριτή και βασιλιά και ιερέα, ο οποίος είναι ο Χριστός. Διότι όταν τούς τελείωσαν οι άρχοντες, ήλθε ο Χριστός σύμφωνα με την προφητεία του Ιακώβ» (Θφ). Η διαίρεση του καταλόγου σε τρία τμήματα, καθένα από τα οποία περιλαμβάνει 14 ονόματα, αποδεικνύει τον τεχνητό χαρακτήρα της γενεαλογίας (S).
Αλλά τα κύρια σημεία της διαίρεσης είναι αξιοσημείωτα. Στον Δαβίδ (σ. 6) ο οίκος έγινε βασιλικός· στην αιχμαλωσία ο βασιλικός θρόνος χάθηκε (σ.11)· και στον Ιησού, τον λεγόμενο Χριστό, η βασιλεία αποκτήθηκε ξανά (p). Η εκλογή του αριθμού 14 μπορεί να εξηγηθεί είτε με το ότι ο αριθμός αυτός αποτελείται από τον ιερό αριθμό 7 διπλασιασμένο, είτε ότι υπαγορεύτηκε από την αριθμητική αξία των τριών εβραϊκών γραμμάτων του ονόματος Δαβίδ (p) δηλαδή DWD= 4+6+4, αφού είναι γνωστό ότι τα φωνήεντα δεν αποτελούν μέρος του εβραϊκού αλφαβήτου (S).
(2)   «Γιατί όμως δεν ανέφερε και την κάθοδο των Ιουδαίων στην Αίγυπτο, όπως ακριβώς αναφέρει την αιχμαλωσία τους στη Βαβυλώνα; Διότι οι Ιουδαίοι δεν φοβούνταν πλέον τους Αιγυπτίους, έτρεμαν όμως ακόμη τους Βαβυλωνίους· και εκεί μεν στην Αίγυπτο δεν κατέβηκαν εξαιτίας των αμαρτιών τους, ενώ εδώ στη Βαβυλώνα σύρθηκαν από την ασέβειά τους» (Χ).
(3)   «Για ποιο λόγο ενώ στην τελευταία ομάδα έβαλε δώδεκα γενιές, είπε ότι είναι δεκατέσσερις; Νομίζω ότι στο σημείο αυτό υπολογίζει ως μία γενιά το χρόνο της αιχμαλωσίας και ως άλλη τον ίδιο το Χριστό, και έτσι τον συνδέει από παντού με εμάς τους ανθρώπους» (Χ). Ο Χριστός εκπροσωπεί την 14η γενεά, και ο Ιεχονίας του σ. 11 είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτόν του σ. 12 (L). Δηλαδή όπως ήδη είπαμε ο Ιεχονίας του σ. 11 είναι στην πραγματικότητα ο Ιωακίμ ή Ιωαχίμ.

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                 Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                         Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                           Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                   Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός           Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                 Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης               DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the      basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειωνεται με το p.)
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

Η διαφορά
Ένας ιεροκήρυξ ετελείωσε το υπαίθριον κήρυγμά του, και το ακροατήριον  ητοιμάζετο να διαλυθή, όταν αυτός τους φωνάζη:

«Μια στιγμή, κυττάξτε εκεί στο δρόμο! Περνούσαν δύο, με δεμένα τα χέρια με την αλυσίδα, και δύο αστυφύλακες τούς είχαν στη μέση!! Όλοι εγύρισαν να τους ιδούν.

«Λοιπόν, λέγει ο ιεροκήρυξ, μεταξύ εμού και αυτών δεν υπάρχει καμμιά διαφορά!! Εάν εγώ είμαι εδώ και σας κηρύττω και αυτοί εκεί αλυσσοδεμένοι, την διαφοράν την κάνει η  χ ά ρ ι ς  τ ο υ  Θ ε ο ύ, πού εδέχθηκα εγώ στην καρδιά μου, ενώ εκείνοι ευρέθηκαν εις άλλο περιβάλλον, δεν άκουσαν περί Θεού, ή αδιαφόρησαν και περιφρόνησαν την αγάπην του Θεού, και βρίσκονται σήμερα στη λυπηρά αυτή θέση. Η φύσις μας είναι η ίδια, αμαρτωλή. Σ’ αυτούς  εξελίχθηκε  χωρίς το χαλινάρι του Θεού, από μια κακή σκέψη, σ΄ ένα κακό λόγο, και τέλος σε μια κακή πράξη, που τους έφερε στο λυπηρόν αυτό κατάντημα».

Η  χ  ά ρ ι ς  του  Θ ε ο ύ  ή  σ ω τ ή ρ ι ο ς, προσφέρεται σήμερον και στον καθένα από σας, δωρεάν, διά του Χριστού».

Τα μηδενικά
    Σε κάποιο μουσείο βρίσκεται ένας ωραίος ζωγραφικός  πίναξ, που παριστάνει ένα μικρό παιδί να γράφη σ’ ένα πίνακα στη σειρά μηδενικά. Πλάι στο παιδί στέκεται ένας άγγελος, που θέτει τον αριθμό 1 μπροστά στα μηδενικά.
     Ο πίναξ αυτός έχει τον τίτλο «Ανθρώπινη θέλησις και θεία Χάρις».

Το νοημά του είναι απλούστατο. Ό,τι  κάνουμε εμείς οι άνθρωποι δεν έχει αυτό  καθεαυτό αξία. Είναι σαν τα μηδενικά.  Η θεία  Χάρις είναι ο αριθμός που μπαίνει μπροστά στα μηδενικά και τους δίνει μεγάλη αξία. Τότε, όσο περισσότερα …μηδενικά υπάρχουν, δηλαδή καλά έργα μας, τόσο περισσότερο αξίζουμε.

 

(από το βιβλιο Ψιχία απότης τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

Σελίδα 1 από 33

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (135) Αγάπη Θεού (30) αγάπη σε Θεό (8) αγάπη σε Χριστό (28) άγγελοι (5) Αγία Γραφή (39) Άγιο Πνεύμα (5) άγιοι (7) άγιος (61) αγνότητα (3) άγχος (9) αγώνας (44) αγώνας πνευματικός (4) αθεΐα (60) αιρέσεις (44) αλήθεια (15) αμαρτία (41) Ανάσταση (41) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (99) άνθρωπος (15) αντίχριστος (5) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (3) απόκρυφα (7) αρετή (40) ασθένεια (5) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (34) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (3) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (26) Γένεση (4) Γεροντικόν (37) γλώσσα (23) γνώση (4) γονείς (27) γυναίκα (4) δάκρυα (1) δάσκαλος (8) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (35) διάβολος (30) διάκριση (33) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δωρόθεος αββάς (2) εγωισμός (63) εικόνες (10) εκκλησία (41) Εκκλησιαστική Ιστορία (6) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (6) ελευθερία (7) Ελλάδα (9) ελπίδα (9) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (51) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (2) επιστήμη (52) εργασία (23) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (32) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (40) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (14) ευχαριστία (3) ζώα (10) ηθική (2) ησυχία (2) θάνατος (57) θάρρος (7) θαύμα (53) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (34) Θεία Λειτουργία (30) θεία Πρόνοια (2) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (71) θρησκείες (5) θυμός (21) Ιγνάτιος Θεοφόρος (6) ιεραποστολή (8) ιερέας (32) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Παγκόσμια (3) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (4) καρδιά (6) κατάκριση (28) καταναλωτισμός (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (62) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (1) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (27) λείψανα (1) λογισμοί (14) λύπη (1) μαγεία (3) μάρτυρες (4) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (10) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (48) μητέρα (4) μίσος (1) μνημόσυνα (2) μοναξιά (5) μοναχισμός (7) μόρφωση (6) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (6) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (6) νους (5) οικονομία (1) ομορφιά (5) όνειρα (18) Ορθοδοξία (32) πάθη (16) πάθος (1) παιδεία (6) παιδιά (12) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (3) Παναγία (45) παράδειγμα (1) Παράδεισος (27) Πάσχα (12) πατρίδα (3) Πεντηκοστή (1) πίστη (115) πλούτος (4) πνευματική ζωή (28) πνευματικός πατέρας (9) πνευματισμός (5) ποίηση (11) πόλεμος (6) πολιτική (3) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (18) Πρόνοια (2) Πρόνοια Θεία (29) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (89) προσοχή (2) προτεσταντισμός (9) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (9) Σαρακοστή (3) σεβασμός (2) σοφία (16) Σταυρός (15) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) ταπεινοφροσύνη (31) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (1) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (4) υπαρξιακά (16) υποκρισία (1) υπομονή (25) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (2) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (6) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (8) Χριστούγεννα (31) χρόνος (8) ψεύδος (5) ψυχή (44) ψυχολογία (4)