Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Λίγο πριν πεθάνει ο Βενιαμίν Φραγκλίνος ετοίμασε το εξής επίγραμμα για τον τάφο του: «Ενθάδε κείται ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, πρώην τυπογράφος. Το σώμα του είναι σαν το εξώφυλλο ενός βιβλίου, που οι σελίδες του δεν βρίσκονται εδώ μέσα. Το εξώφυλλο αυτό θα φαγωθεί από τα σκουλήκια. Αλλά το βιβλίο δεν θα χαθεί. Θα ξαναεκδοθεί με άφθαρτες σελίδες κι ωραιότερο εξώφυλλο, κατά την ημέρα της Κρίσεως, από τον Εκδοτικό Οίκο του Ουρανού»

...Τούτους τους δύο μήνες, αδερφέ μου, βρήκα μέσα μου έναν άλλο άνθρωπο, λες και αναστήθηκε εντός μου ένας καινούργιος άνθρωπος! Τον είχα πάντοτε μέσα μου μα ποτέ δε θα παρουσιαζόταν μπροστά μου αν δε με χτύπαγε αυτό τ' αστροπελέκι.
Είναι τρομερό! Τι με νοιάζει που θα σκάβω είκοσι χρόνια μέσα στα ορυχεία; - αυτό καθόλου δεν το φοβάμαι, άλλο είναι που μου φαίνεται τώρα τρομερό: Μην τύχει και μ' εγκαταλείψει ο άνθρωπος που αναστήθηκε εντός μου! (Φ. Ντοστογιέβσκη Αδελφοί Καραμαζοβ)

Ετικέτες: ανάσταση, θλίψεις, μετάνοια

- Γέροντα, τι διέκρινε μερικούς Αγίους, παλαιούς και νέους, και ήξεραν πότε θα πεθάνουν...;
- Το πολύ φιλότιμο, η μεγάλη απλότητα, η ταπείνωση και η πίστη. Δεν έβαζαν στη ζωή τους τη λογική που κλονίζει την πίστη. Μεγάλο πράγμα η πίστη!...
Σας έχω πει για τον πατέρα Χαράλαμπο που ζούσε πριν από λίγα χρόνια στη μονή Κουτλουμουσίου; Ήταν πολύ απλός, εργατικός και πνευματικός μοναχός.
Όταν γέρασε, μια βαρειά γρίππη τον έριξε στο κρεββάτι και ο γιατρός είπε στους Πατέρες να μην απομακρυνθούν από κοντά του, γιατί σε λίγη ώρα θα τελειώσει η ζωή του.
Ο πατήρ Χαράλαμπος, όταν το άκουσε κάτω από τις κουβέρτες, απάντησε: «Τι λες; Εγώ δεν πεθαίνω, εάν δεν έρθει το Πάσχα να πω το «Χριστός ανέστη».
Πράγματι, πέρασαν δύο μήνες σχεδόν, ήρθε το Πάσχα, είπε το «Χριστός ανέστη», κοινώνησε και μετά αναπαύτηκε...

(Παϊσίου γέροντος, Πνευματική αφύπνιση σελ 265)

«Α! κοιμόντουσαν, λέτε, οι φύλακες!
Αλλά όταν μιλάτε έτσι, μήπως κοιμάται το λογικό σας περισσότερο από όσο οι φύλακες;
Εάν κοιμόντουσαν, τι είδαν; Και εάν δεν είδαν τίποτα, ποιού πράγματος είναι μάρτυρες;
Τι είδους μάρτυρες είναι αυτοί που κοιμούνται;
Σε τι περιλαμβάνεται η μαρτυρία τους;
Να. Είναι σαν να έλεγαν: Μαρτυρούμε, ότι οι μαθητές του Ιησού έκλεψαν το σώμα του, και η μαρτυρία μας είναι απολύτως αδιαμφισβήτητη, διότι, όταν το σώμα κλάπηκε,
κοιμόμασταν ύπνο τόσο βαθύ,
ώστε ούτε ακούσαμε, ούτε είδαμε τίποτα!!!»

(ιερός Αυγουστίνος)

«Ας δούμε ποιο είναι το μυστήριο της Ανάστασης του Χριστού και Θεού μας, που συντελείται μυστικώς σε όσους το ποθούμε. Πώς δηλαδή θάπτεται ο Χριστός μέσα μας σαν σε μνήμα και πώς ενώνεται με τις ψυχές μας και ανασταίνεται συνανασταίνοντας μαζί του και μας...

Όταν εμείς εξερχόμαστε από τον κόσμο και μπαίνουμε με την εξομοίωση των παθημάτων του Κυρίου στον τάφο της μετανοίας και της ταπεινώσεως, αυτός ο ίδιος κατεβαίνει από τους ουρανούς, μπαίνει στο σώμα μας σαν σε τάφο, ενώνεται με τις ψυχές μας και τις ανασταίνει, ενώ αυτές ήταν όντως νεκρές.
Έτσι παρέχει τη δυνατότητα σε εκείνον που αναστήθηκε μαζί του να βλέπει τη δόξα της μυστικής του Ανάστασης...
Η ανάσταση λοιπόν της ψυχής είναι η ένωσή της με τη ζωή. Όπως ακριβώς το νεκρό σώμα δεν μπορεί να ζει, αν δεν δεχτεί μέσα του τη ζωντανή ψυχή και δεν σμίξει άμικτα με αυτήν, έτσι και η ψυχή δεν μπορεί να ζήσει μόνη της, αν δεν ενωθεί ανέκφραστα και ασύγχυτα με το Θεό, που είναι η όντως αιώνια ζωή...
Η Ανάσταση του Χριστού συντελείται μέσα στον κάθε πιστό, κι όχι μόνο μία φορά, αλλά κάθε ώρα θα λέγαμε, αφού αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός ανασταίνεται μέσα μας και λαμπροφορεί και απαστράπτει τις αστραπές της αφθαρσίας και της Θεότητας»

(όσιος Συμεών ο νέος Θεολόγος)

Σύμφωνα με τους ευαγγελιστές ο Ιησούς αφού αναστήθηκε εμφανίστηκε:

1. Στην Μαγδαληνή Μαρία (Μαρκ. ιστ 9-11 και Ιωαν. κ 11-18)
2. Στις Μυροφόρες γυναίκες (Ματθ. κη 9-10) το πρωί της Κυριακής.
3. Στους δύο μαθητές που πορεύονταν εις Εμμαούς κατά το απόγευμα της ίδιας ημέρας (Μαρκ. ιστ 12-13, Λουκ. κδ 13-15).
4. Στον Σίμωνα Πέτρο λίγο αργότερα (Λουκ. κδ 34 και Α' Κορινθ. ιε 5)).
5. Στους δέκα Αποστόλους απουσιάζοντος του Θωμά το απόγευμα της ίδιας ημέρας (Μαρκ. ιστ 14, Λουκ. κδ 36-43, Ιωαν. κ 19-25).
6. Στους έντεκα παρόντος και του Θωμά μετά από οκτώ ημέρες (Ιωάν. κ 26-29)
7. Σε επτά αποστόλους στη λίμνη της Τιβεριάδος (Ιωάν. κα 1-23).
8. Στους έντεκα στο όρος της Γαλιλαίας, «το οποίο τους ώρισε ο Ιησούς» (Ματθ. κη 16)
9. Στους Αποστόλους όλους στη Βηθανία κατά την ημέρα της Ανάληψης (Μαρκ. ιστ 19-20,Λουκ. κδ 50, Πραξ. α 6-11), την οποία κάποιοι ταύτισαν με την παραπάνω που σημειώθηκε στη Γαλιλαία. (Τρεμπέλα Παν. Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε σελ. 557-558)

Ο Παύλος επιπροσθέτως αναφέρει:
- μία ακόμη στον Ιάκωβο (Α΄Κορ. ιε 7)
- και μία εμφάνιση σε περισσότερους από 500 αδελφούς (Α΄Κορ. ιε 6) η οποία μάλλον ταυτίζεται με την εμφάνιση στο όρος της Γαλιλαίας στο Ματθ. κη 16.

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν

Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

1. Εἶναι κατάλληλη στιγμή σήμερα ν᾿ ἀναφωνήσουμε ὅλοι ἐμεῖς ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ μακάριος Δαυΐδ.«Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, νά ἐξυμνήσει ὅλες τίς δόξες του;» (Ψαλμ. 105, 2). Νά λοιπόν ἔφθασε ἡ ποθητή γιά μᾶς καί σωτήρια ἑορτή, ἡ ἀναστάσιμη ἡμέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προϋπόθεση τῆς εἰρήνης, ἡ ἀφορμή τῆς συμφιλίωσης, ἡ ἐξαφάνιση τῶν πολέμων, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου, ἡ ἥττα τοῦ διαβόλου. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀναμείχθηκαν μέ τούς ἀγγέλους καί αὐτοί πού ἔχουν σῶμα προσφέρουν τή δοξολογία τους μαζί μέ τίς ἀσώματες δυνάμεις. Σήμερα καταργεῖται ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου, σήμερα λύθηκαν τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐξαφανίσθηκε ἡ νίκη τοῦ ἅδη. Σήμερα εἶναι εὐκαιρία νά ποῦμε τά προφητικά ἐκεῖνα λόγια. «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. 15, 55). Σήμερα ὁ Κύριός μας ὁ Χριστός συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες καί ἐξαφάνισε τόν ἴδιο τό θάνατο.

Καί γιατί λέγω τόν ἴδιο τό θάνατο; Ἄλλαξε τό ὄνομά του, γιατί δέ λέγεται πιά θάνατος, ἀλλά κοίμηση καί ὕπνος. Γιατί πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τή φροντίδα του γιά τόν ἄνθρωπο μέ τή σταύρωσή Του, ἦταν φοβερό καί τό ἴδιο τό ὄνομα τοῦ θανάτου. Γιατί ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ἀφοῦ δημιουργήθηκε, καταδικαζόταν ν᾿ ἀκούει αὐτό, σάν μιά κάποια μεγάλη τιμωρία.«Τήν ἡμέρα πού θά φάγεις, θά πεθάνεις ὁπωσδήποτε» (Γέν. 2, 17). Καί ὁ μακάριος Ἰώβ μ᾿ αὐτό τό ὄνομα τόν ὀνόμασε, λέγοντας.«Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση στόν ἄνθρωπο» (Ἰώβ 3, 23). Καί ὁ προφήτης Δαυΐδ ἔλεγε.«Ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι κακός» (Ψαλμ. 33, 22). Καί ὀνομαζόταν ὄχι μόνο θάνατος ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἀλλά καί ἅδης. Ἄκουσε λοιπόν τόν πατριάρχη Ἰακώβ πού λέγει.«Θά κατεβάσετε τά γηρατειά μου μέ λύπη στόν ἅδη» (Γεν. 42, 38). Ἄκουσε πάλι τόν προφήτη.«Ἄνοιξε πολύ τό στόμα του ὁ ἅδης» (Ἠσ. 5, 14). Καί ἄκουσε πάλι ἄλλον προφήτη πού λέγει.«Θά μέ σώσει ἀπό τόν κατώτατο ἅδη» (Ψαλμ. 85 13). Καί σέ πολλά σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης θά βρεῖς νά ὀνομάζεται θάνατος καί ἅδης ἡ ἀναχώρηση ἀπό τήν παρούσα ζωή. Ἀφ᾿ ὅτου ὅμως ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, προσφέρθηκε θυσία καί ἀναστήθηκε, ἔβγαλε ἀπό τή μέση καί αὐτές τίς ὀνομασίες ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καί ἔφερε καινούρια καί παράξενη συμπεριφορά στή ζωή μας. Γιατί ἀντί γιά θάνατος λέγεται στό ἑξῆς κοίμηση καί ὕπνος ἡ ἀναχώρηση ἀπό τήν παρούσα ζωή.

Καί ἀπό ποῦ εἶναι φανερό αὐτό; Ἄκουσε τόν ἴδιο τό Χριστό πού λέγει.«Ὁ φίλος μας Λάζαρος ἔχει κοιμηθεῖ, ὅμως πηγαίνω νά τόν ξυπνήσω» (Ἰω. 11, 11). Ὅπως λοιπόν εἶναι εὔκολο σ᾿ ἐμᾶς νά ξυπνήσουμε καί νά σηκώσουμε ἐπάνω ἐκεῖνον πού κοιμᾶται, ἔτσι καί στόν Κύριο ὅλων μας εἶναι εὔκολο τό νά ἀναστήσει νεκρό. Καί ἐπειδή ἦταν καινούρια καί παράξενα τά λόγια του, οὔτε οἱ μαθητές τά κατάλαβαν, ὥσπου συγκαταβαίνοντας στήν ἀδυναμία τους τά εἶπε πιό καθαρά. Καί ὁ διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης, ὁ μακάριος Παῦλος, γράφοντας στούς Θεσσαλονικεῖς, λέγει.«Δέ θέλω νά ἔχετε ἄγνοια γιά ἐκείνους πού ἔχουν κοιμηθεῖ, γιά νά μή λυπᾶστε, ὅπως καί οἱ ἄλλοι πού δέν ἔχουν ἐλπίδα» (Α´ Θεσ. 4, 13). Καί ἀλλοῦ πάλι.«Συνεπῶς καί ἐκεῖνοι πού κοιμήθηκαν μέ τήν πίστη στό Χριστό, χάθηκαν» (Α´ Κορ. 15, 18). Καί πάλι.«Ἐμεῖς οἱ ζωντανοί, πού ἀπομείναμε στή ζωή, δέ θά προφθάσουμε ἐκείνους πού κοιμήθηκαν» (Α´ Θεσ. 4, 15). Καί ἀλλοῦ πάλι λέγει.«Γιατί ἄν πιστεύουμε καί ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι πρέπει νά πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός θά φέρει μαζί του ἐκείνους πού κοιμήθηκαν» (Α´ Θεσ. 4, 14).

2. Εἶδες ὅτι παντοῦ ἀπό τότε ὁ θάνατος ὀνομάζεται κοίμηση καί ὕπνος; καί ὅτι ἐκεῖνος πού πρίν εἶχε φοβερό ὄνομα, τώρα γίνεται εὐκαταφρόνητος μετά τήν ἀνάσταση; Εἶδες ὅτι εἶναι λαμπρό τό τρόπαιο τῆς ἀνάστασης; Μέ αὐτήν ἔχουν ἔρθει σ᾿ ἐμᾶς τά ἄπειρα ἀγαθά, μέ αὐτήν διαλύθηκε ἡ ἀπάτη τῶν δαιμόνων, μέ αὐτήν περιγελοῦμε τό θάνατο. Μέ τήν ἀνάσταση περιφρονοῦμε τήν παρούσα ζωή, μέ αὐτήν ἐπιθυμοῦμε σφοδρά τά μέλλοντα ἀγαθά. Μέ αὐτήν, ἐνῶ ἔχουμε σῶμα, δέν ἔχουμε τίποτε λιγότερο ἀπό τίς ἀσώματες δυνάμεις, ἐάν θέλουμε. Σήμερα ἔγινε ἡ λαμπρή μας νίκη. Σήμερα ὁ Κύριός μας, ἀφοῦ ἔστησε τό τρόπαιο τῆς νίκης του ἐναντίον τοῦ θανάτου καί διέλυσε τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, μᾶς χάρισε μέ τήν ἀνάστασή του τό δρόμο γιά τή σωτηρία μας. Ἄς χαιρόμαστε λοιπόν ὅλοι, ἄς χορεύουμε, ἄς εὐφραινόμαστε. Γιατί, ἄν καί ὁ Κύριός μας νίκησε καί ἔστησε τό τρόπαιο, εἶναι δική μας ὅμως ἡ εὐφροσύνη καί ἡ χαρά. Γιατί ὅλα τά ἔκαμε γιά τήν δική μας σωτηρία, καί μέ ἐκεῖνα τά μέσα πού μᾶς πολέμησε ὁ διάβολος, μέ τά ἴδια τόν νίκησε ὁ Χριστός.

Τά ἴδια τά ὅπλα πῆρε ὁ Χριστός, καί μέ αὐτά τόν νίκησε. Καί ἄκουσε μέ ποιό τρόπο. Ἡ παρθένος καί τό ξύλο καί ὁ θάνατος ἦταν τά σύμβολα τῆς ἥττας μας. Καί πράγματι ἡ Εὔα ἦταν παρθένος, ἀφοῦ δέ γνώριζε ἀκόμη ἄνδρα, ὅταν ἐξαπατήθηκε. Ξύλο ἦταν τό δένδρο, θάνατος ἡ τιμωρία στόν Ἀδάμ. Εἶδες πῶς τά σύμβολα τῆς ἥττας μας ἦταν παρθένος καί ξύλο καί θάνατος; Πρόσεχε λοιπόν πῶς αὐτά ἔγιναν πάλι τά σύνεργα τῆς νίκης μας. Στή θέση τῆς Εὔας εἶναι ἡ Μαρία. Στή θέση τοῦ ξύλου γιά τή γνώση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, εἶναι τό ξύλο τοῦ σταυροῦ. Στή θέση τοῦ θανάτου τοῦ Ἀδάμ, εἶναι ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου. Εἶδες ὅτι μ᾿ αὐτά πού μας νίκησε, μέ τά ἴδια νικήθηκε; Κοντά στό δένδρο νίκησε τόν Ἀδάμ ὁ διάβολος. Κοντά στό σταυρό νίκησε τό διάβολο ὁ Χριστός. Καί τό ξύλο ἐκεῖνο ἔστελνε στόν ἅδη, τό ξύλο ὅμως αὐτό, δηλαδή τό ξύλο τοῦ σταυροῦ, ξανάφερε πάλι ἀπό τόν ἅδη καί αὐτούς πού πέθαναν. Καί ἐκεῖνο ἔκρυβε τόν νικημένο σάν αἰχμάλωτο καί γυμνό, αὐτό ὅμως ἔδειχνε σ᾿ ὅλους τόν νικητή γυμνό, καρφωμένο στά ψηλά. Καί ὁ θάνατος τοῦ Ἀδάμ καταδίκαζε καί αὐτούς πού ἔζησαν ὕστερα ἀπό αὐτόν, ὁ θάνατος ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἀνάστησε πραγματικά καί αὐτούς πού ἔζησαν πρίν ἀπό αὐτόν. «Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, νά ἐξυμνήσει ὅλες τίς δόξες του;». Ἀπό θνητοί ἔχουμε γίνει ἀθάνατοι, ἀπό νεκροί ἀναστηθήκαμε, ἀπό νικημένοι γίναμε νικητές.

3. Αὐτά εἶναι τά κατορθώματα τοῦ σταυροῦ, αὐτά ἀποτελοῦν τήν πιό μεγάλη ἀπόδειξη τῆς ἀνάστασης. Σήμερα χορεύουν οἱ ἄγγελοι καί ἀγάλλονται ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, ἐπειδή χαίρονται γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Γιατί, ἄν γίνεται χαρά στόν οὐρανό καί τή γῆ, ὅταν μετανοεῖ ἕνας ἁμαρτωλός, πολύ περισσότερο θά γίνεται γιά τή σωτηρία ὅλης τῆς οἰκουμένης. Σήμερα ἀφοῦ ἐλευθέρωσε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, τό ξανάφερε στήν προηγούμενη τιμητική του θέση. Ὅταν λοιπόν δῶ ὅτι ἡ ἐκλεκτή προσφορά μας νίκησε τόσο πολύ τό θάνατο, δέ φοβοῦμαι πιά, δέν τρέμω πιά τόν πόλεμο. Οὔτε βλέπω στήν ἀδυναμία μου, ἀλλά προσέχω στήν ἀνέκφραστη δύναμη ἐκείνου πού πρόκειται νά γίνει σύμμαχός μου. Γιατί ἐκεῖνος πού νίκησε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί τοῦ ἀφαίρεσε ὅλη του τή δύναμη, τί δέ θά κάμνει στό ἑξῆς γιά τό γένος πού εἶναι ὅμοιό του, τή μορφή τοῦ ὁποίου ἀπό τή μεγάλη του φιλανθρωπία θεώρησε ἄξιο νά πάρει, καί μ᾿ αὐτήν νά παλέψει μέ τό διάβολο; Σήμερα παντοῦ στήν οἰκουμένη ἐπικρατεῖ χαρά καί πνευματική εὐφροσύνη. Σήμερα ὅλοι οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἀγάλλονται γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Σκέψου λοιπόν, ἀγαπητέ μου, πόσο μεγάλη εἶναι ἡ χαρά, ἀφοῦ καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἑορτάζουν μαζί μας, γιατί χαίρονται μαζί μας γιά τά δικά μας ἀγαθά. Γιατί ἄν καί εἶναι δική μας ἡ χάρη πού ἔδωσε ὁ Κύριος, εἶναι ὅμως καί δική τους ἡ εὐχαρίστηση. Γι᾿ αὐτό δέν ντρέπονται νά ἑορτάσουν μαζί μας. Καί γιατί λέγω, ὅτι οἱ σύνδουλοί μας δέν ντρέπονται νά ἑορτάσουν μαζί μας; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, πού εἶναι δικός τους καί δικός μας, δέν ντρέπεται νά ἑορτάσει μαζί μας. Καί γιατί εἶπα, δέν ντρέπεται; Αὐτός μάλιστα ἐπιθυμεῖ νά ἑορτάσει μαζί μας. Ἀπό ποῦ εἶναι φανερό αὐτό; Ἄκουσε τόν ἴδιο πού λέγει.«Ἐπιθύμησα πολύ νά φάγω αὐτό τό Πάσχα μαζί σας» (Λουκ. 22, 15). Ἐάν ὅμως ἐπιθύμησε νά φάγει τό Πάσχα, εἶναι φανερό ὅτι ἐπιθυμεῖ καί νά ἑορτάσει μαζί μας. Ὅταν λοιπόν βλέπεις ὅτι ὄχι μόνο οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, ἀλλά καί ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων ἑορτάζει μαζί μας, τί σοῦ λείπει πιά γιά νά χαίρεσαι πολύ; Κανένας λοιπόν ἄς μήν εἶναι θλιμμένος σήμερα ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας του, γιατί σήμερα εἶναι ἑορτή πνευματική.

Ἄς μήν ὑπερηφανεύεται κανένας πλούσιος γιά τόν πλοῦτο του, γιατί δέν μπορεῖ νά προσφέρει τίποτε στήν ἑορτή αὐτή ἀπό τά χρήματά του. Στίς ἑορτές βέβαια ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐννοῶ τίς κοσμικές, ὅπου γίνεται μεγάλη ἐπίδειξη καί τῆς ἐξωτερικῆς περιβολῆς καί τῆς πολυτέλειας στά τραπέζια, δικαιολογημένα ἐκεῖ θά εἶναι ὁ φτωχός στενοχωρημένος καί θλιμμένος, καί ὁ πλούσιος χαρούμενος καί εὐχαριστημένος. Γιατί ὅμως; Γιατί ὁ πλούσιος φορᾶ λαμπρά ροῦχα καί προσφέρει πλουσιότερο τραπέζι, ὁ φτωχός ὅμως ἐμποδίζεται ἀπό τή φτώχεια του νά δείξει τήν ἴδια γενναιοδωρία. Ἐδῶ ὅμως δέ συμβαίνει τίποτε τέτοιο, ἀλλά λείπει κάθε τέτοια διάκριση καί ὑπάρχει ἕνα τραπέζι καί γιά τόν πλούσιο καί γιά τό φτωχό, καί γιά τό δοῦλο καί γιά τόν ἐλεύθερο. Καί ἄν εἶσαι πλούσιος, δέν ἔχεις τίποτε περισσότερο ἀπό τό φτωχό. Καί ἄν εἶσαι φτωχός, δέν ἔχεις τίποτε λιγότερο ἀπό τόν πλούσιο, οὔτε θά ἐλαττωθεῖ ἡ πνευματική σου εὐωχία ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας σου. Γιατί ἡ χάρη εἶναι τοῦ Θεοῦ καί δέν ξεχωρίζει τά πρόσωπα. Καί γιατί λέγω, ὅτι τό ἴδιο τραπέζι βρίσκεται μπροστά στόν πλούσιο καί στό φτωχό; Καί σ᾿ αὐτόν πού ἔχει τό βασιλικό στέμμα καί φορᾶ τή βασιλική πορφύρα, πού ἔχει ἀναλάβει τήν ἐξουσία τῆς οἰκουμένης, καί στό φτωχό πού κάθεται γιά ἐλεημοσύνη, ὑπάρχει τό ἴδιο τραπέζι.
Τέτοια λοιπόν εἶναι τά πνευματικά δῶρα. Δέ διαιροῦν τήν κοινωνία ἀνάλογα μέ τή διάθεση καί τίς σκέψεις τοῦ καθενός. Μέ τό ἴδιο θάρρος καί τήν ἴδια τιμή ὁρμοῦν καί ὁ βασιλιάς καί ὁ φτωχός γιά ν᾿ ἀπολαύσουν καί νά κοινωνήσουν τά θεῖα αὐτά μυστήρια. Καί γιατί λέγω, μέ τήν ἴδια τιμή; Πολλές φορές ὁ φτωχός ἔρχεται μέ περισσότερο θάρρος. Γιατί λοιπόν γίνεται αὐτό; Γιατί τό βασιλιά, πού εἶναι κυκλωμένος ἀπό φροντίδες καί περιστοιχισμένος ἀπό πολλά ζητήματα, σάν νά εἶναι μέσα σέ πέλαγος, ἔτσι ἀπό παντοῦ τόν κτυποῦν τά κύματα συνεχῶς καί τόν καταστρέφουν τά πολλά ἁμαρτήματα. Ὁ φτωχός ὅμως, ἀπαλλαγμένος ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, καί φροντίζοντας μόνο γιά τήν ἀπαραίτητη τροφή του, καί κάμνοντας μιά ἀμέριμνη καί ἥσυχη ζωή, σάν νά κάθεται σέ λιμάνι καί γαλήνη, πλησιάζει μέ πολλή εὐλάβεια τό τραπέζι.

4. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί ἀπό πολλά ἄλλα προέρχονται διάφορες στενοχώριες σ᾿ ἐκείνους πού ἀσχολοῦνται μέ τίς κοσμικές ἑορτές. Γιατί ἐκεῖ πάλι ὁ φτωχός εἶναι στενοχωρημένος καί ὁ πλούσιος χαρούμενος, ὄχι μόνο γιά τό τραπέζι καί τήν πολυτέλεια, ἀλλά καί γιά τά πολυτελή ροῦχα καί τή φανταστική ἐμφάνισή τους. Ἐκεῖνο λοιπόν πού παθαίνουν στό τραπέζι, αὐτό παθαίνουν καί στά ροῦχα. Ὅταν λοιπόν δεῖ τόν πλούσιο ὁ φτωχός νά φορᾶ πολυτελέστερη στολή, τόν κυριεύει μεγάλη λύπη, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δυστυχισμένο, ξεστομίζει πολλές κατάρες. Ἐδῶ ὅμως καί αὐτή ἡ στενοχώρια ἐξαφανίζεται, γιατί ἕνα εἶναι τό ἔνδυμα τῆς σωτηρίας γιά ὅλους. Καί φωνάζει ὁ Παῦλος λέγοντας: «Ὅσοι βαπτισθήκατε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ντυθήκατε τό Χριστό» (Γαλ. 3, 27).

Ἄς μήν προσβάλλουμε λοιπόν αὐτήν τήν ἑορτή, σᾶς παρακαλῶ, ἀλλά ἄς ἀποκτήσουμε φρόνημα ἄξιο ἐκείνων πού μᾶς δώρησε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἄς μήν παραδοθοῦμε στή μέθη καί στήν πολυφαγία, ἀλλ᾿, ἀφοῦ κατανοήσουμε τή γενναιοδωρία τοῦ Κυρίου μας, καί ὅτι τίμησε τό ἴδιο καί τούς πλούσιους καί τούς φτωχούς καί τούς δούλους καί τούς ἐλεύθερους, καί ἔστειλε σ᾿ ὅλους τήν ἴδια χάρη, ἄς ἀμείψουμε τόν εὐεργέτη γιά τήν ἀγάπη του πού δείχνει σ᾿ ἐμᾶς. Καί ἀμοιβή ἱκανοποιητική εἶναι συμπεριφορά πού ἀρέσει σ᾿ Αὐτόν καί ψυχή νηφάλια καί ἄγρυπνη. Αὐτή ἡ ἑορτή καί πανήγυρη δέ χρειάζεται χρήματα, οὔτε ἔξοδα, ἀλλά διάθεση μόνο καί καθαρή σκέψη. Τίποτε τό ὑλικό δέν μποροῦμε νά ὠφεληθοῦμε ἐδῶ, ἀλλ᾿ ὅλα τά πνευματικά, τήν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τίς εὐχές τῶν πατέρων, τίς εὐλογίες τῶν ἱερέων, τήν κοινωνία τῶν θείων καί ἀπόρρητων μυστηρίων, τήν εἰρήνη καί τήν ὁμόνοια, καί δῶρα πνευματικά καί ἄξια τῆς γενναιοδωρίας ἐκείνου πού τά δωρίζει.
Ἄς ἑορτάσουμε λοιπόν τήν ἑορτή αὐτή κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος. Γιατί ἀναστήθηκε καί ἀνέστησε μαζί του τήν οἰκουμένη. Καί αὐτός βέβαια ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἔσπασε τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἀνέστησε ἀφοῦ διέλυσε τούς σωρούς τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἁμάρτησε ὁ Ἀδάμ καί πέθανε, δέν ἁμάρτησε ὁ Χριστός καί πέθανε. Καινούριο καί παράδοξο πράγμα. Ἐκεῖνος ἁμάρτησε καί πέθανε, αὐτός δέν ἁμάρτησε καί πέθανε. Γιά ποιό λόγο καί γιά ποιό σκοπό; Γιά νά μπορέσει ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε καί πέθανε νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου μέ τή βοήθεια ἐκείνου πού δέν ἁμάρτησε καί πέθανε. Ἔτσι γίνεται πολλές φορές καί σ᾿ ἐκείνους πού ὀφείλουν χρήματα. Ὀφείλει κάποιος χρήματα σέ κάποιον καί δέν μπορεῖ νά τά ἐπιστρέψει, καί γι᾿ αὐτό φυλακίζεται. Κάποιος ἄλλος πού δέν ὀφείλει, ἀλλά πού μπορεῖ νά τά ἐπιστρέψει, ἀφοῦ τά δώσει ἐλευθερώνει τόν ὑπεύθυνο. Ἔτσι ἔγινε καί στόν Ἀδάμ καί στό Χριστό. Χρεωστοῦσε ὁ Ἀδάμ τό θάνατο, καί τόν κρατοῦσε φυλακισμένο ὁ διάβολος. Δέ χρεωστοῦσε ὁ Χριστός, οὔτε τόν κρατοῦσε ὁ διάβολος. Ἦρθε καί κατέθεσε τό θάνατό του γιά χάρη τοῦ φυλακισμένου, μέ σκοπό νά τόν ἐλευθερώσει ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου. Εἶδες τά κατορθώματα τῆς ἀνάστασης; εἶδες τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; εἶδες τό μέγεθος τῆς φροντίδας του;

Ἄς μή γινόμαστε λοιπόν ἀχάριστοι πρός αὐτόν τόν τόσο μεγάλο εὐεργέτη, οὔτε ἐπειδή πέρασε ἡ νηστεία νά γίνουμε πιό ἀδιάφοροι. Ἀλλά τώρα ἄς φροντίζουμε τήν ψυχή μας περισσότερο ἀπό προηγουμένως, γιά νά μή γίνει πιό ἀδύνατη, ἐπειδή παχαίνει τό σῶμα μας, γιά νά μή παραμελοῦμε τήν οἰκοδέσποινα φροντίζοντας τή δούλη. Γιατί ποιό εἶναι τό ὄφειλος, πές μου, νά σκάνουμε ἀπό τήν πολυφαγία καί νά ξεπερνᾶμε τό μέτρο; Αὐτό καί τό σῶμα καταστρέφει καί τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς ζημιώνουμε. Ἀλλά ἄς μᾶς ἱκανοποιοῦν τά λίγα καί τά ἀπαραίτητα, γιά νά ξεπληρώσουμε ἐκεῖνο πού πρέπει καί στήν ψυχή καί στό σῶμα, γιά νά μή σκορπίσουμε ἀμέσως ἐκεῖνα πού συγκεντρώσαμε ἀπό τή νηστεία. Μήπως λοιπόν σᾶς ἐμποδίζω νά ἀπολαμβάνετε τά φαγητά καί νά διασκεδάζετε; Δέν ἐμποδίζω αὐτά, ἀλλά συμβουλεύω νά γίνονται τά ἀπαραίτητα, καί νά σταματήσουμε τήν πολλή διασκέδαση καί νά μή καταστρέφουμε τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας ξεπερνώντας τό μέτρο. Γιατί ἐκεῖνος πού ξεπερνᾶ τά ὅρια τῆς ἀνάγκης δέ θά ἀπολαύσει καμιά εὐχαρίστηση, καί τό γνωρίζουν αὐτό πολύ καλά ἐκεῖνοι πού τό δοκίμασαν, ἀφοῦ προξενοῦν ἀπό αὐτό πολλές ἀρρώστιες στόν ἑαυτό τους καί ὑποφέρουν πολλές στενοχώριες. Ἀλλά τό ὅτι θά ὑπακούσετε στίς παραινέσεις μου, δέν ἀμφιβάλλω, γιατί γνωρίζω πόσο ὑπάκουοι εἶστε.

5. Καί γι᾿ αὐτό ἀφοῦ σταματήσω ἐδῶ τίς παραινέσεις γιά τό ζήτημα αὐτό, θέλω νά μεταφέρω τό λόγο πρός αὐτούς πού ἀξιώθηκαν τή λαμπρή αὐτή νύχτα νά πάρουν τή χάρη τοῦ θείου βαπτίσματος, τά καλά αὐτά φυτά τῆς Ἐκκλησίας, τά πνευματικά ἄνθη, τούς νέους στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ. Προχθές ὁ Κύριος βρισκόταν στό σταυρό, ἀλλά ἀναστήθηκε τώρα. Ἔτσι καί αὐτοί, προχθές τούς κρατοῦσε δούλους ἡ ἁμαρτία, ἀλλά τώρα ἀναστήθηκαν μαζί μέ τό Χριστό. Ἐκεῖνος μέ τό σῶμα του πέθανε καί ἀναστήθηκε, αὐτοί ἦταν μέ τίς ἁμαρτίες τους νεκροί, καί ἀπό τήν ἁμαρτία ἀναστήθηκαν. Ἡ γῆ λοιπόν τήν ἐποχή αὐτή τῆς ἄνοιξης μᾶς προσφέρει τριαντάφυλλα καί μηνεξέδες καί ἄλλα λουλούδια. Τά νερά ὅμως μᾶς παρουσίασαν σήμερα λιβάδι πιό ὄμορφο ἀπό τό τῆς γῆς.

Καί μήν ἀπορήσεις, ἀγαπητέ μου, ἄν βγῆκαν ἀπό τά νερά λιβάδια μέ λουλούδια. Γιατί οὔτε ἡ γῆ ἀπό τήν ἀρχή ἔβγαλε τά εἴδη τῶν φυτῶν γιατί τό ἀπαιτοῦσε ἡ φύση της, ἀλλά γιατί ὑπάκουσε στό πρόσταγμα τοῦ Κυρίου. Καί τά νερά ὅμως τότε ἔβγαλαν ζῶα μέ ζωή, ἐπειδή ἄκουσαν.«Ἄς βγάλουν τά νερά ἑρπετά ζωντανά» (Γεν. 1, 20). Καί ἡ προσταγή πραγματοποιήθηκε, ἡ ἄψυχη οὐσία ἔβγαλε ζωντανά ζῶα. Ἔτσι καί τώρα ἡ ἴδια προσταγή ἔκαμε τά πάντα. Τότε εἶπε.«Ἄς βγάλουν τά νερά ἑρπετά ζωντανά», τώρα ὅμως δέ ἔβγαλαν ἑρπετά, ἀλλά πνευματικά χαρίσματα. Τότε τά νερά ἔβγαλαν ψάρια χωρίς λογικό, τώρα ὅμως μᾶς γέννησαν ψάρια λογικά καί πνευματικά πού τά ψάρεψαν οἱ ἀπόστολοι. Γιατί λέγει. «Ἀκολουθῆστε με καί θά σᾶς κάνω ἱκανούς νά ψαρεύετε ἀνθρώπους» (Ματθ. 4, 19). Εἶναι ἀλήθεια καινούριος αὐτός ὁ τρόπος ψαρέματος. Γιατί αὐτοί πού ψαρεύουν βγάζουν ἀπό τά νερά τά ψάρια, καί ὅσα ψαρέψουν τά νεκρώνουν. Ἐμεῖς ἀντίθετα τούς ρίχνουμε μέσα στά νερά καί παίρνουν ζωή ἐκεῖνοι πού ψαρεύονται.

Ὑπῆρχε κάποτε καί στούς Ἰουδαίους κολυμβήθρα μέ νερό. Ἀλλά μάθε ποιά δύναμη εἶχε, γιά νά γνωρίσεις καλά τή φτώχεια τῶν Ἰουδαίων καί νά μπορέσεις νά ἀντιληφθεῖς τό δικό μας πλοῦτο. «Κατέβαινε ἐκεῖ», λέγει, «ἕνας ἄγγελος καί τάραζε τό νερό, καί ἐκεῖνος πού θά ἔμπαινε πρῶτος ὕστερα ἀπό τό κούνημα τοῦ νεροῦ, θεραπευόταν» (Ἰω. 5, 4). Κατέβηκε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, καί ἀφοῦ ἁγίασε τά νερά θεράπευσε ὅλη τήν οἰκουμένη. Γι᾿ αὐτό ἐκεῖ ἐκεῖνος πού κατέβαινε ὕστερα ἀπό τόν πρῶτο δέ θεραπευόταν πιά, γιατί στούς Ἰουδαίους ἡ χάρη δινόταν στούς ἄρρωστους, σ᾿ ἐκείνους πού σύρονταν στό ἔδαφος. Ἐδῶ ὅμως ὕστερα ἀπό τόν πρῶτο μπαίνει ὁ δεύτερος, ὕστερα ἀπό τό δεύτερο ὁ τρίτος καί ὁ τέταρτος. Καί ἄν ἀκόμη πεῖς πάρα πολλούς, καί ἄν ἀκόμη ὅλη τήν οἰκουμένη βάλεις μέσα σ᾿ αὐτά τά πνευματικά νερά, δέν ξοδεύεται ἡ χάρη, δέν τελειώνει ἡ δωρεά, δέ μολύνονται τά νερά, δέν ἐλαττώνεται ἡ γενναιοδωρία του.

Εἶδες πόσο μεγάλη εἶναι ἡ δωρεά; Ἀκοῦτε αὐτά ἐσεῖς πού σήμερα καί αὐτή τή νύχτα γίνατε πολίτες στήν ἄνω Ἰερουσαλήμ, καί φυλάξτε τα ὅπως ἀξίζει στίς πολλές δωρεές, γιά ν᾿ ἀποσπάσετε πιό ἄφθονη τή χάρη. Γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη γι᾿ αὐτά πού μᾶς ἔδωσε ἤδη προσκαλεῖ τή γενναιοδωρία τοῦ Κυρίου. Δέν ἐπιτρέπεται, ἀγαπητέ, νά ζεῖς ἀδιάφορα στό ἑξῆς, ἀλλά ὅρισε στόν ἑαυτό σου νόμους καί κανόνες, ὥστε νά κάνεις τά πάντα στήν ἐντέλεια καί νά φυλάγεσαι πολύ καί ἀπό ἐκεῖνα πού θεωροῦνται ὅτι εἶναι κακά. Γιατί ὅλη ἡ παρούσα ζωή εἶναι ἀγώνας καί πάλη, καί πρέπει ἐκεῖνοι πού μπαίνουν μιά γιά πάντα στό στάδιο αὐτό τῆς ἀρετῆς νά εἶναι ἐγκρατεῖς σ᾿ ὅλα. «Γιατί καθένας πού ἀγωνίζεται, εἶναι ἐγκρατής σ᾿ ὅλα» (Α´ Κορ. 9, 25). Δέ βλέπεις στούς γυμνικούς ἀγῶνες πῶς φροντίζουν πολύ γιά τόν ἑαυτό τους ἐκεῖνοι πού δέχονται νά παλέψουν μέ ἀνθρώπους, καί μέ πόση ἐγκράτεια κάνουν τήν ἄσκηση τοῦ σώματός τους; Ἔτσι βέβαια καί ἐδῶ πρέπει νά γίνεται. Ἐπειδή ἡ πάλη μας δέν εἶναι μέ ἀνθρώπους, ἀλλά μέ τά πονηρά πνεύματα, καί ἡ ἄσκηση καί ἡ ἐγκράτειά μας ἄς εἶναι πνευματική, ἀφοῦ καί τά ὅπλα μας, πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος, εἶναι πνευματικά.

Ἄς ἔχουν λοιπόν καί τά μάτια περιορισμούς καί κανόνες, ὥστε νά μήν πέφτουν χωρίς σκέψη σ᾿ ὅλα πού συναντοῦν. Καί ἡ γλώσσα ἄς ἔχει φράχτη, ὥστε νά μή τρέχει πρίν ἀπό τό νοῦ. Γι᾿ αὐτό λοιπόν καί τά δόντια καί τά χείλη δημιουργήθηκαν γιά τήν προφύλαξη τῆς γλώσσας, γιά νά μή βγεῖ ποτέ χωρίς σκέψη ἀφοῦ ἀνοίξει τίς πόρτες, ἀλλ᾿ ὅταν τακτοποιήσει καλά τά δικά της, τότε μέ κάθε σεμνότητα νά προχωρήσει καί νά προφέρει τέτοια λόγια, γιά νά ὠφελεῖ ἐκείνους πού ἀκούουν καί νά λέγει ἐκεῖνα πού συντελοῦν στήν οἰκοδομή τῶν ἀκροατῶν. Καί πρέπει νά ἀποφεύγει ἐντελῶς τά ἄπρεπα γέλια, νά ἔχει ἤρεμο καί ἥσυχο βάδισμα νά ἔχει σεμνό ντύσιμο, καί γενικά πρέπει νά ρυθμίζει τά πάντα ἐκεῖνος πού διάλεξε τό στάδιο τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἡ καλή διαγωγή τῶν ἐξωτερικῶν μας μελῶν εἶναι εἰκόνα τῆς κατάστασης πού ἐπικρατεῖ στήν ψυχή μας.

6. Ἑάν φέρουμε ἀπό τήν ἀρχή τούς ἑαυτούς μας σέ τέτοια συνήθεια, βαδίζοντας στό ἑξῆς μέ εὐκολία τό δρόμο μας, θά κατορθώσουμε ὅλη τήν ἀρετή, καί δέ θά χρειασθοῦμε πολύ κόπο καί θά προσελκύσουμε μεγάλη βοήθεια ἀπό τό Θεό. Ἔτσι λοιπόν θά μπορέσουμε καί τά κύματα τῆς παρούσας ζωῆς νά περάσουμε μέ ἀσφάλεια καί, ἀφοῦ ἐξουδετερώσουμε τίς παγίδες τοῦ διαβόλου, νά ἐπιτύχουμε τά αἰώνια ἀγαθά, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, μαζί μέ τόν ὁποῖο στόν Πατέρα καί συγχρόνως στό ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 Αναδημοσίευση από: http://www.imkby.gr

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν

Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

Καί πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως. Λέχθηκε μετά τό Πάσχα, τή Δευτέρα τῆς δευτέρας ἑβδομάδος τοῦ Πάσχα.

1. Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντάς τον ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση.

2. Ἀλλά ἄς δοῦμε, ἐάν νομίζετε, καί ἄς ἐξετάσομε καλῶς, ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τό ὁποῖο γίνεται μυστικῶς πάντοτε σέ ἐμᾶς πού θέλομε, καί πῶς μέσα μας ὁ Χριστός θάπτεται σάν σέ μνῆμα, καί πῶς ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τίς ψυχές, πάλι ἀνασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί ἐμᾶς. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ λόγου.

3. Ὁ Χριστός καί Θεός μας, ἀφοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ αὐτόν τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (Ἰω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (Ἐβρ. 2, 9), κατῆλθε στά κατώτατα μέρη τοῦ ἅδη (Ἐφ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). Ὅπως λοιπόν ὅταν ἀνῆλθε πάλι ἀπό τόν ἅδη εἰσῆλθε στό ἄχραντό Του σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο ὅταν κατῆλθε ἐκεῖ δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί μετά ἀπ᾿ αὐτό ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), ἔτσι καί τώρα, ὅταν ἐξερχόμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν κόσμο καί εἰσερχόμαστε μέ τήν ἐξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στό μνῆμα τῆς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, αὐτός ὁ ἴδιος, κατερχόμενος ἀπό τούς οὐρανούς, εἰσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σῶμα μας καί, ἑνούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς ἀνασταίνει, ἀφοῦ αὐτές ἦταν ὁμολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ αὐτόν πού ἀναστήθηκε ἔτσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως.

4. Ἀνάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Διότι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ποτέ δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία (Ἰω. 8, 46, Ἐβρ. 4, 15. 7, 26), ὅπως ἔχει γραφεῖ, οὔτε ἀλλοιώθηκε καθόλου ἡ δόξα του, πῶς θ᾿ ἀναστηθεῖ ποτέ ἤ θά δοξασθεῖ, αὐτός πού εἶναι πάντοτε ὑπερδοξασμένος καί πού διαμένει ἐπίσης πάνω ἀπό κάθε ἀρχή καί ἐξουσία (Ἐφ. 1, 21); Ἀνάσταση καί δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἡ δική μας δόξα, πού γίνεται μέσα μας μέ τήν ἀνάστασή Του, καί δείχνεται καί ὁρᾶται ἀπό ἐμᾶς. Διότι ἀπό τή στιγμή πού ἔκανε δικά του τά δικά μας, ὅσα κάμνει μέσα μας αὐτός, αὐτά ἀναγράφονται σ᾿ αὐτόν. Ἀνάσταση λοιπόν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωση τῆς ζωῆς. Διότι, ὅπως τό νεκρό σῶμα οὔτε λέγεται ὅτι ζεῖ οὔτε μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν δεχθεῖ μέσα του τή ζωντανή ψυχή καί ἑνωθεῖ μέ αὐτήν χωρίς νά συγχέεται, ἔτσι οὔτε ἡ ψυχή μόνη της καί καθ᾿ ἑαυτήν μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μυστικῶς καί ἀσυγχύτως μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πραγματικά αἰώνια ζωή (Α´ Ἰω. 5, 20). Διότι πρίν ἀπό αὐτή τήν ἕνωση ὡς πρός τή γνώση καί ὅραση καί αἴσθηση εἶναι νεκρή, ἄν καί νοερά ὑπάρχει καί εἶναι ὡς πρός τή φύση ἀθάνατη. Διότι δέν ὑπάρχει γνώση χωρίς ὅραση, οὔτε ὅραση δίχως αἴσθηση.
Αὐτό πού λέγω σημαίνει τό ἑξῆς.Ἡ ὅραση καί μέσω τῆς ὁράσεως ἡ γνώση καί ἡ αἴσθηση (αὐτό τό ἀναφέρω γιά τά πνευματικά, διότι στά σωματικά καί χωρίς ὅραση ὑπάρχει αἴσθηση). Τί θέλω νά πῶ; Ὁ τυφλός ὅταν χτυπᾶ τό πόδι του σέ λίθο αἰσθάνεται, ἐνῶ ὁ νεκρός ὄχι. Στά πνευματικά ὅμως, ἐάν δέν φθάσει ὁ νοῦς σέ θεωρία τῶν ὅσων ὑπάρχουν πάνω ἀπό τήν ἔννοια, δέν αἰσθάνεται τή μυστική ἐνέργεια. Αὐτός λοιπόν πού λέγει, ὅτι αἰσθάνεται στά πνευματικά πρίν φθάσει σέ θεωρία αὐτῶν πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τό νοῦ καί τό λόγο καί τήν ἔννοια, μοιάζει μέ τόν τυφλό στά μάτια, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται βέβαια τά ὅσα ἀγαθά ἤ κακά παθαίνει, ἀγνοεῖ ὅμως τά ὅσα γίνονται στά πόδια ἤ στά χέρια του καθώς καί τά αἴτια ζωῆς ἤ θανάτου του. Διότι τά ὅσα κακά ἤ ἀγαθά τοῦ συμβαίνουν δέν τά ἀντιλαμβάνεται καθόλου, ἐπειδή εἶναι στερημένος ἀπό τήν ὀπτική δύναμη καί αἴσθηση, γι᾿ αὐτό, ὅταν πολλές φορές σηκώνει τήν ράβδο του ν᾿ ἀμυνθεῖ ἀπό τόν ἐχθρό, ἀντί ἐκεῖνον μερικές φορές χτυπᾶ μᾶλλον τόν φίλο του, ἐνῶ ὁ ἐχθρός στέκεται μπροστά στά μάτια του καί τόν περιγελᾶ.

5. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους πιστεύουν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅμως πολύ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού καί τήν βλέπουν καθαρά, καί αὐτοί βέβαια πού δέν τήν εἶδαν οὔτε νά προσκυνήσουν μποροῦν τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ἅγιο καί Κύριο. Διότι λέγει, «κανένας δέν μπορεῖ νά πεῖ Κύριο τόν Ἰησοῦ, παρά μόνο μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιο»» (Α´ Κορ. 12, 3).καί ἀλλοῦ.«Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά τόν προσκυνοῦν πνευματικά καί ἀληθινά»» (Ἰω. 4, 24). Καί ἀκόμη τό ἱερώτατο λόγιο, πού τό προφέρομε κάθε ἡμέρα, δέ λέγει, ̒Ἀνάσταση Χριστοῦ πιστεύσαντες᾽, ἀλλά τί λέγει; «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι, ἄς προσκυνήσομε ἅγιο Κύριον Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος»». Πῶς λοιπόν μᾶς προτρέπει τώρα τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά λέμε (σάν νά εἴδαμε αὐτήν πού δέν εἴδαμε) «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι»», ἐνῶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός μιά φορά πρίν ἀπό χίλια (Ὁ Συμεών ὁ Νεός Θεολόγος ἔζησε τέλη 10ου καί ἀρχές 11ου αἰῶνος, δηλ. χίλια χρόνια περίπου μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου) ἔτη καί οὔτε τότε τόν εἶδε κανένας νά ἀνασταίνεται; Ἄραγε μήπως ἡ θεία Γραφή θέλει νά ψευδόμαστε; Μακριά μιά τέτοια σκέψη.ἀντίθετα συνιστᾶ μᾶλλον νά λέμε τήν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή μέσα στό καθένα ἀπό μᾶς τούς πιστούς γίνεται ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό ὄχι μία φορά, ἀλλά κάθε ὥρα, ὅπως θά ἔλεγε κανείς, ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός ἀνασταίνεται μέσα μας, λαμπροφορώντας καί ἀπαστράπτοντας τίς ἀστραπές τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς θεότητος. Διότι ἡ φωτοφόρα παρουσία τοῦ Πνεύματος μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἀνάσταση τοῦ Δεσπότη, πού ἔγινε τό πρωί (Ἰω. 21, 4), ἤ καλύτερα μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπομε τόν ἴδιο ἐκεῖνον τόν ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτό καί λέμε.«Θεός εἶναι ὁ Κύριος καί φανερώθηκε σέ μᾶς»» (Ψαλμ. 117, 27), καί ὑποδηλώνοντας τή Δευτέρα παρουσία του λέμε συμπληρωματικά τά ἑξῆς. «εὐλογημένος εἶναι αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου»» (Ψαλμ. 117, 26). Σέ ὅποιους λοιπόν φανερωθεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστός, ὁπωσδήποτε φανερώνεται πνευματικῶς στά πνευματικά τους μάτια. Διότι, ὅταν ἔλθει μέσα μας διά τοῦ Πνεύματος, μᾶς ἀνασταίνει ἀπό τούς νεκρούς καί μᾶς ζωοποιεῖ καί μᾶς ἐπιτρέπει νά τόν βλέπομε μέσα μας αὐτόν τόν ἴδιο ὅλον ζωντανό, αὐτόν τόν ἀθάνατο καί ἄφθαρτο, καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί μᾶς δίνει τή χάρη νά γνωρίζομε εὐκρινῶς ὅτι συνανασταίνει (Ἐφ. 2, 6) καί συνδοξάζει (Ρωμ. 8, 17) καί ἐμᾶς μαζί του, ὅπως μαρτυρεῖ ὅλη ἡ θεία Γραφή.

6. Αὐτά λοιπόν εἶναι τά μυστήρια τῶν Χριστιανῶν, αὐτή εἶναι ἡ κρυμμένη μέσα τους δύναμη τῆς πίστεώς μας, τήν ὁποία οἱ ἄπιστοι ἤ δύσπιστοι, ἤ καλύτερα νά πῶ ἡμίπιστοι, δέν βλέπουν, οὔτε βέβαια μποροῦν καθόλου νά τή δοῦν. Καί ἄπιστοι, δύσπιστοι καί ἡμίπιστοι εἶναι αὐτοί πού δέν φανερώνουν τήν πίστη μέ τά ἔργα (Ἰάκ. 2, 18). Διότι χωρίς ἔργα πιστεύουν καί οἱ δαίμονες (Ἰάκ. 2, 19) καί ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι Θεός ὁ Δεσπότης Χριστός. «Σέ γνωρίζομε»» (Μάρκ. 1, 24, Λουκ. 4, 34), λένε, «ἐσένα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ»» (Ματθ. 8, 29).καί ἀλλοῦ.«αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου»» (Πραξ. 16, 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τούς δαίμονες οὔτε τούς ἀνθρώπους αὐτούς θά τούς ὠφελήσει ἡ τέτοια πίστη. Διότι δέν ὑπάρχει κανένα ὄφελος ἀπό τέτοια πίστη, ἐπειδή εἶναι νεκρή κατά τόν θεῖο ἀπόστολο. Διότι λέγει, «ἡ πίστη χωρίς τά ἔργα εἶναι νεκρή»» (Ἰάκ. 2, 26), ὅπως καί τά ἔργα χωρίς τήν πίστη. Πῶς εἶναι νεκρή; Ἐπειδή δέν ἔχει μέσα της τόν Θεό πού τή ζωογονεῖ (Α´ Τιμ. 6, 13), ἐπειδή δέν ἀπέκτησε μέσα της ἐκεῖνον πού εἶπε.«αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου»» (Ἰω. 14, 21.23), «καί ἐγώ καί ὁ Πατέρας μου θά ἔλθομε καί θά κατοικήσομε μέσα του»» (Ἰω. 14, 23), γιά νά ἐξαναστήσει μέ τήν παρουσία του ἀπό τούς νεκρούς αὐτόν πού τήν κατέχει καί νά τόν ζωοποιήσει καί νά τοῦ ἐπιτρέψει νά δεῖ μέσα του καί αὐτόν πού ἀναστήθηκε καί αὐτόν πού ἀνέστησε.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν εἶναι νεκρή ἡ τέτοια πίστη, ἤ καλύτερα νεκροί εἶναι αὐτοί πού τήν κατέχουν χωρίς ἔργα. Διότι ἡ πίστη στόν Θεό πάντα ζεῖ καί ἐπειδή εἶναι ζῶσα ζωοποιεῖ αὐτούς πού προσέρχονται ἀπό ἀγαθή πρόθεση καί τήν ἀποδέχονται, ἡ ὁποία καί ἔφερε πολλούς ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί πρίν ἀπό τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί τούς ὑπέδειξε τόν Χριστό καί Θεό. Καί θά ἦταν δυνατό, ἐάν ἔμεναν πιστοί στίς ἐντολές του καί τίς φύλαγαν μέχρι θανάτου (Φιλ. 2, 8), νά διαφυλαχθοῦν καί αὐτοί ἀπ᾿ αὐτές, ὅπως δηλαδή ἔγιναν ἀπό μόνη τήν πίστη. Ἐπειδή ὅμως μεταστράφηκαν, ὅπως τό στραβό τόξο (Ψαλμ. 77, 57), καί ἀκολούθησαν τίς προηγούμενες πράξεις τους, εὔλογα ἀμέσως βρέθηκαν νά ἔχουν ναυαγήσει ὡς πρός τήν πίστη (Α´ Τιμ. 1, 19) καί δυστυχῶς στέρησαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού εἶναι ὁ Χριστός ὁ Θεός.
Γιά νά μή πάθομε λοιπόν καί ἐμεῖς αὐτό τό πρᾶγμα, ζητῶ νά τηρήσομε μέ ὅση δύναμη ἔχομε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, γιά ν᾿ ἀπολαύσομε καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά, ἐννοῶ δηλαδή αὐτήν τήν ἴδια τή θέα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχομε ὅλοι μας μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.

Αναδημοσίευση από: http://www.imkby.gr

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος:

Λόγος Α΄ - Εις το Άγιον Πάσχα και εις την βραδύτητα

1. Ημέρα αναστάσεως και αρχή δεξιά! Ας λάμψουμε από χαρά για την εορτή, και ας αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλο! Ας πούμε, αδερφοί, όχι μόνο εις εκείνους οι οποίοι από αγάπη μας έχουν ευεργετήσει ή έχουν ευεργετηθεί από εμάς, αλλά και σε εκείνους οι οποίοι μας μισούν. ας συγχωρήσουμε τα πάντα με την ευκαιρία με της αναστάσεως·

ας δώσουμε συγχώρηση ο ένας στον άλλο, και εγώ ο οποίος έχω τυραννηθεί από την καλή τυραννία των επαίνων σας – αυτό σας το ομολογώ τώρα – και σεις οι οποίοι έχετε ασκήσει την καλή αυτή τυραννία, εάν με κατηγορείτε για την βραδυπορία μου, επειδή βεβαίως η βραδυπορία αυτή είναι καλύτερη και πολυτιμότερη για τον Θεό από την βιασύνη άλλων.
Διότι είναι καλό και να διστάζουμε για λίγο να δεχθούμε την κλήση του Θεού, όπως έκανε ο Μωυσής παλαιότερα και ο Ιερεμίας αργότερα, αλλά και να τρέχουμε με προθυμία όταν μας καλεί, όπως ο Ααρών και ο Ησαΐας, αρκεί μόνο να τα κάνουμε με ευσέβεια και τα δύο, να διστάζουμε δηλαδή εξ αιτίας της αδυναμίας της φύσεως μας, και να σπεύδουμε με προθυμία εξ αιτίας της δυνάμεως εκείνου ο οποίος μας καλεί.

2. Μυστήριο με έχει καλέσει, και ενώπιον του μυστηρίου δίστασα για λίγο, για να εξετάσω τον εαυτό μου. Με την ευκαιρία μυστηρίου παρουσιάζομαι πάλι, χρησιμοποιώντας ως καλή σύμμαχο της δειλίας και της αδυναμίας μου την εορτή, για να ανακαινίσει και εμένα με το πνεύμα εκείνος ο οποίος αναστήθηκε σήμερα από τους νεκρούς και αφού με ενδύσει με τον νέο άνθρωπο να με παραδώσει στην νέα δημιουργία, σ’ εκείνους οι οποίοι έχουν γεννηθεί από τον Θεό, ως καλό δημιουργό και διδάσκαλο, ο οποίος με προθυμία αποθνήσκει και ανίσταται μαζί με τον Χριστό.

3. Χθες σφαζόταν το αρνίο και αλείφονταν οι παραστάτες των θυρών και θρήνησε η Αίγυπτος τα πρωτότοκα και πέρασε από κοντά μας ο εξολοθρευτής χωρίς να μας πειράξει, επειδή η σφραγίδα ήταν φοβερή και σεβαστή, και είχαμε περιτειχισθεί από το τίμιο αίμα. Σήμερα έχουμε φύγει ολότελα από την Αίγυπτο και έχουμε απαλλαγεί από τον Φαραώ, τον φοβερό ηγεμόνα, και από τους σκληρούς επιστάτες, και από τον πηλό και την κατασκευή πλίνθων, και δεν θα μας εμποδίσει κανείς να πανηγυρίσουμε στον Θεό μας εορτή για την έξοδο και να εορτάσουμε «όχι με την παλαιά ζύμη της κακίας και της πονηρίας αλλά με τα άζυμα της ειλικρινείας και της αληθείας», χωρίς να φέρουμε μαζί μας ούτε ίχνος από το άθεο αιγυπτιακό προζύμι.

4. Χθες σταυρωνόμουν μαζί με τον Χριστό και σήμερα δοξάζομαι μαζί του. Χθες νεκρωνόμουν, και σήμερα ζωοποιούμαι μαζί του. Χθες θαπτόμουν, και σήμερα ανίσταμαι μαζί του. Εμπρός ας προσφέρουμε καρπούς σ’ εκείνον ο οποίος έπαθε χάριν ημών και ανεστήθη. Ίσως νομίσετε ότι εννοώ χρυσό ή άργυρο ή υφάσματα ή διαφανείς και πολύτιμους λίθους, την ρευστή δηλαδή ύλη της γης, η οποία μένει κάτω, και της οποίας το μεγαλύτερο μέρος κατέχουν οι κακοί, οι οποίοι είναι δούλοι στα γήινα και στον κοσμοκράτορα διάβολο. Ας προσφέρουμε ως καρπούς τους εαυτούς μας, το πολυτιμότατο και το αγαπητότατο κτήμα του Θεού. Ας αποδώσουμε στην εικόνα το κατ’ εικόνα, ας κατανοήσουμε την αξία μας, ας τιμήσουμε το πρωτότυπο της εικόνας μας, ας γνωρίσουμε την δύναμη του μυστηρίου, και ας μάθουμε προς χάριν ποίου απέθανε ο Χριστός.

5. Ας γίνουμε όπως είναι ο Χριστός, επειδή και ο Χριστός έγινε όμοιος με εμάς. Ας γίνουμε Θεοί γι’ αυτόν, επειδή και εκείνος έγινε άνθρωπος προς χάριν μας. Έλαβε το χειρότερο για να μας δώσει το καλύτερο. Έγινε πτωχός για να πλουτίσουμε εμείς από την πτωχεία του. Έλαβε μορφή δούλου για να απολαύσουμε εμείς την ελευθερία. Κατέβηκε για να υψωθούμε. Υπέμεινε τους πειρασμούς για να νικήσουμε. Υπέμεινε την ατίμωση, για να μας δοξάσει. Απέθανε, για να μας σώσει, και ανέβηκε για να μας σύρει κοντά του από κάτω, όπου βρισκόμαστε ξαπλωμένοι και απονεκρωμένοι από την αμαρτία. Ας δώσει έκαστος τα πάντα! Ας προσφέρει τα πάντα σ’ εκείνον ο οποίος έδωσε τον εαυτόν Του ως λύτρον και αντάλλαγμα χάριν ημών! Δεν μπορεί δε να προσφέρει τίποτε καλύτερο από τον εαυτόν του, αφού θα έχει εννοήσει το μυστήριο και θα έχει γίνει όλα όσα έγινε εκείνος προς χάριν μας.

6. Και σε σας μεν, όπως βλέπετε, προσφέρει ποιμένα. Διότι τούτο ελπίζει και εύχεται και ζητεί από σας, οι οποίοι ποιμαίνεσθε, ο καλός ποιμήν, ο οποίος δίνει την ψυχή του για τα πρόβατα. Και σας δίνει τον εαυτό του όχι μία φορά αλλά δύο. Την ράβδο, η οποία στηρίζει το γήρας, την κάνει ράβδο του πνεύματος, και προσθέτει στον άψυχο ναό, τον έμψυχο, στον δε περικαλλή και ουράνιο τον οιονδήποτε, ο οποίος, όσο μικρός κι αν είναι, είναι γι’ αυτόν το πολυτιμότατο πράγμα και έχει συντελεσθεί με πολύ ιδρώτα και κόπους, θα μπορούσαμε δε να πούμε ότι αξίζει τους κόπους αυτούς. Και σας προσφέρει όλα τα δικά του (ω! πόσο μεγάλη είναι η μεγαλοψυχία του, ή για να το πούμε ορθότερα, η αγάπη του προς τα τέκνα!), το γήρας, τη νεότητα, τον ναό, τον αρχιερέα, τον κληροδότη και τους λόγους, τους οποίους ποθείτε. Και από τους λόγους αυτούς, όχι τους μάταιους, οι οποίοι πετούν στον αέρα και σταματούν στ’ αυτιά, αλλά εκείνους τους οποίους γράφει το πνεύμα και εντυπώνει σε λίθινες πλάκες, δηλαδή σε σαρκικές, και οι οποίοι δεν χαράσσονται στην επιφάνεια ούτε απαλείφονται εύκολα, αλλά εγχαράσσονται βαθιά μέσα με την χάρη και όχι με μελάνη.

7. Αυτά λοιπόν όλα σας τα προσφέρει ο σεμνός αυτός Αβραάμ, ο πατριάρχης, η τίμια και σεβάσμια κεφαλή, ο κάτοχος όλων των καλών, το υπόδειγμα της αρετής, η εκπλήρωση της ιεροσύνης, ο οποίος προσφέρει σήμερα ως εθελοντική θυσία στον Κύριο τον μονογενή υιόν του, τον οποίο είχε αποκτήσει κατόπιν της υποσχέσεως του Θεού. Σεις δε προσφέρετε στον Θεό και σε μας το ότι ποιμαίνεσθε καλώς με το να έχετε κατασκηνώσει σε τόπο δροσερό και να τρέφεστε με ύδωρ αναπαύσεως, να γνωρίζετε καλώς τον ποιμένα και να γνωρίζεστε από αυτόν, και να τον ακολουθείτε με την ελεύθερη θέλησή σας και να εισέρχεστε από την θύρα όταν σας καλεί ως ποιμένας, να μην ακολουθείτε δε ξένους, οι οποίοι έχουν πηδήσει και έχουν μπει στην αυλή κατά τρόπο ληστρικό και ύπουλο. Ούτε να ακούτε ξένη φωνή, η οποία σας παρασύρει το νου και σας απομακρύνει από την αλήθεια στα όρη και στις ερημιές και στα βάραθρα και στους τόπους τους οποίους δεν τους επισκέπτεται ο Κύριος, και η οποία απομακρύνει μεν από την υγιή πίστη στον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, στην μία δύναμη και Θεότητα (φωνή την οποία άκουγα πάντοτε και ακούν τα πρόβατά μου), και με λόγους ψευδείς και διεφθαρμένους κλέπτει και απομακρύνει από τον αληθινό και πρώτο ποιμένα. Είθε όλοι εμείς, και οι ποιμένες και το ποίμνιο, να βοσκώμεθα και να βόσκουμε μακριά από τους λόγους αυτούς, σαν να ήσαν δηλητηριώδες και θανάσιμο φυτό, με τρόπο ώστε να είμαστε όλοι ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνας των αιώνων, και τώρα και στην μετά θάνατο ζωή. Αμήν.

ΥΠΟ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Α.Π.Θ.

Τοποθέτηση του ζητήματος

Αγαπητοί μου φίλοι,
Είναι πραγματικά ένα μεγάλο προνόμιο το ότι δίνεται η ευκαιρία να συναντηθούμε σ’ ένα αμφιθέατρο Πανεπιστημιακό, όχι μ’ εκείνο το στεγνό και στενό, αν και απαραίτητο περιεχόμενο τής μεταδόσεως ορισμένων επιστημονικών γνώσεων, αλλά σ’ εκείνη την ατμόσφαιρα και το επίπεδο τής στενής και χωρίς περιορισμούς, ως προς το βάθος και το πλάτος τής γνωριμίας, σε επίπεδο που έχει σχέση με την ψυχική ζωή τόσον των ταγμένων για να σας διδάσκουν μερικές γνώσεις όσον και των φοιτητών που έρχονται εδώ για να αποκτήσουν, για να οικοδομήσουν τον ψυχικό τους κόσμο και γι’ αυτό πρέπει να δώσω και στην ανώνυμη αυτή ομάδα των συναδέλφων σας, που σκέφθηκαν να πάρουν αυτήν την πρωτοβουλία, όσο και σ’ όλους εσάς που είχατε την καλοσύνη να έλθετε απόψε, να δώσω την έκφραση τής μεγάλης μου ευχαριστίας που σκέφθηκαν και μένα και με κάλεσαν εδώ για να σας μιλήσω.

Θα πρέπει να σας πω ότι, ό,τι θα ακούσετε από εδώ και εμπρός δεν είναι τίποτε άλλο από προσωπικά μου βιώματα. δεν είναι τίποτε άλλο από εκείνα που σε ώρες, είτε που απέχουν πολύ από το σήμερα, είτε και πρόσφατες παίδεψαν την ψυχή μου, πράγματα που αποτελούν το τέρμα πορείας πνευματικής, πράγματα που μπορώ να βεβαιώσω γι’ αυτά με την σφραγίδα τής απολύτου εσωτερικής πληροφορίας, με την σφραγίδα ότι επιβεβαιώνονται από την βίωση και απ’ την παρατήρηση αρκετών δεκαετιών από τον καιρό που επέστρεψα στον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν. Και νομίζω ότι είναι επίκαιρη η εκλογή τού θέματος που έχει σχέση με την Σταύρωση και την Ανάσταση τού Χριστού μας, όχι μονάχα γιατί ευρισκόμαστε στην εποχή εκείνη που έχει τάξει η Εκκλησία μας για τις ψυχές όλων των Χριστιανών να στρέφονται και να προετοιμάζονται και να συμμετέχουν στα Πάθη τού Χριστού μας, αλλά και γιατί ακριβώς η Σταύρωση και η Ανάσταση είναι το επίκεντρο, είναι ο πυρήνας τής καταφάσεως τού Χριστιανισμού και τού αντιλόγου εις τον Χριστιανισμό.

Γιατί αν η Σταύρωση και η Ανάσταση τού Χριστού μας είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα τα οποία πιστεύαμε, όλα εκείνα στα οποία έχουμε προσκολληθεί, όλα εκείνα τα οποία ακολουθούμε και που είναι ξένα ή αντίθετα προς τον Χριστό και προς το Ευαγγέλιό Του είναι είδωλα που πρέπει να γκρεμισθούν. Γι’ αυτό και με τόση μανία και με τέτοιο πείσμα έχουν εγερθεί τόσες πολλές αντιρρήσεις, έχουν παρουσιασθεί τόσο πολλά επιχειρήματα για να πείσουν τον καθένα ότι η Ανάσταση τού Χριστού δεν έγινε. Γιατί αν η Ανάσταση τού Χριστού, έγινε, τότε ο Χριστός είναι: «ο Θεός», τότε όλα όσα λέει ο Χριστός, όλα όσα λέει το Ευαγγέλιο είναι αλήθεια και θα πρέπει να πεθάνουμε για όλα όσα έχουμε ζήσει, που είναι αντίθετα και ξένα προς τον Χριστό και να ξαναζήσουμε μια νέα ζωή σύμφωνη με όλα όσα είπε ο Χριστός και εξακολουθεί να πρεσβεύει και να βιώνει η Εκκλησία.

Τα επιχειρήματα τα οποία υψώνονται για να αμφισβητήσουν την Ανάσταση τού Χριστού μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

Η μια είναι ότι ο Κύριος δεν απέθανε επάνω στον Σταυρό και συνεπώς αφού δεν απέθανε και δεν ανεστήθη.

– Η δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων κατά τής Αναστάσεως, είναι η αμφισβήτηση για τις εμφανίσεις που ρητά περιγράφουν τα Ευαγγέλια ότι συνέβησαν μετά την ανάσταση τού Χριστού.

– Και η τρίτη, περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι ευρέθηκε κενός ο Τάφος Του.

Το εάν ο Χριστός απέθανε πάνω στον Σταυρό ασφαλώς είναι θέμα που έχει απόλυτη συνάφεια με την επιστήμη τής Ιατρικής γιατί αυτή είναι εκείνη η οποία μελετάει τη φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων και η οποία μελετάει όλες τις εκδηλώσεις οι οποίες σχετίζονται με την βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών τού σώματος και με την διαπίστωση ότι οι συνθήκες πλέον για την επιβίωση τού οργανισμού είναι εξαντλημένες και ότι ο θάνατος έχει επέλθει. Αξίζει λοιπόν την προσοχή μας ότι αυτή η αμφισβήτηση – ότι ο Χριστός δεν απέθανε πάνω στον Σταυρό – δεν παρουσιάσθηκε ποτέ κατά το διάστημα τής γενεάς των ανθρώπων που έζησαν όταν συνέβη η Σταύρωσις τού Χριστού, δεν παρουσιάσθηκε ούτε και κατά την εποχή των διωγμών, δεν παρουσιάσθηκε κατά την εποχή των μεγάλων αιρέσεων, οι οποίες αμφισβήτησαν και την θεότητα τού Χριστού και την Ανάστασή Του, δεν παρουσιάσθηκε παρά μόνον στον 17ον αιώνα.

Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό γιατί απλούστατα τότε μονάχα είχαν τελείως εκλείψει οι άνθρωποι που είτε οι ίδιοι είχαν παρακολουθήσει, είτε είχε φθάσει μέχρις αυτούς μια ζωντανή περιγραφή τού μαρτυρίου τής Σταυρώσεως. Εάν και σήμερα είχαμε ανθρώπους, και ευτυχώς που δεν έχουμε, που είχαν παρακολουθήσει την Σταύρωση δεν θα είχε – όπως θα δούμε σε λίγο – παρουσιασθεί μια τέτοια αμφισβήτηση με αξιώσεις λογικής ισορροπίας.

Υπήρξε νεκροφάνεια του Χριστού στον Σταυρό;
Είναι βέβαιο το ερώτημα αυτό, εάν ο Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό, συνυφασμένο με τον τρόπο με τον οποίο πεθαίνει ο άνθρωπος όταν σταυρώνεται. Μια κοινή διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι ο θάνατος επάνω στον Σταυρό παρουσιάζεται από τον πόνο και την αιμορραγία που δημιουργούν τα καρφιά που έχουν τρυπήσει τα χέρια και τα πόδια τού εσταυρωμένου.

Όπως θα δούμε, αυτά δεν είναι παρά απλώς ένα μικρό συμπλήρωμα πολύ βασανιστικό, όπως θα αναπτύξουμε, αλλά όχι με πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση τού θανάτου.

Ο θάνατος τού Σταυρού, ο θάνατος τού Χριστού επάνω στον Σταυρό, βεβαίως είχε και αυτό και πολλά άλλα προδιαθετικά αίτια. Ανάμεσα σ’ αυτά θα αναφέρουμε τα κτυπήματα που δέχθηκε ο Κύριός μας, τον οποίον «εράπιζον, εκολάφιζον, έτυπτον, έδερον», λέει το Ευαγγέλιο οι βάρβαροι στρατιώται τής Ρωμ. Αυτοκρατορίας, με όλη την δύναμη η οποία τους χαρακτήριζε και την τραχύτητα με την οποία ήταν συνηθισμένοι να κάνουν τα μαρτύριά τους την εποχή εκείνη. Αλλά βεβαίως, ενώ γνωρίζουμε ότι ένα ισχυρό κτύπημα στο πρόσωπο ενός απροστάτευτου ανθρώπου από έναν τραχύ στρατιώτη μπορεί πραγματικά να τον φέρει σε κατάσταση αφασίας ή λιποθυμίας, αυτό θα το αντιπαρέλθουμε.

Θα το αντιπαρέλθουμε για να φθάσουμε σε μία φράση που ίσως χωρίς πολλή προσοχή την ακούμε διότι σαν μετοχή απλώς τού αορίστου αναφέρεται μέσα στο Ευαγγέλιο, όταν μάς λέει το Ευαγγέλιο ότι «φραγγελώσας παρέδωσεν αυτόν...» (Μάρκ. ιε΄ 15).

Τι ήταν το φραγγέλιο; Ίσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μία απλή μαστίγωσις. Δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτόν που επρόκειτο να υποστεί το φραγγέλιο τον έδεναν σε μια κολώνα και ο ειδικός δήμιος που εκτελούσε την φραγγέλωση έπαιρνε ένα μαστίγιο βαρύ το οποίο είχε πολλές λουρίδες στην άκρη του, πάνω στις λουρίδες ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή μικρά οστάρια, κότσια από αρνί και τις έφερνε με όση δύναμη είχε πάνω στην ράχη δεμένου ανθρώπου. Πολύ σύντομα, απ’ τα πρώτα κτυπήματα εξεσχίζετο το δέρμα τού ανθρώπου που εδέχετο την φραγγέλωση και ύστερα από μερικά κτυπήματα ακόμη έφευγαν και κατεξεσχίζοντο τελείως οι σάρκες του και απεγυμνώνοντο τα κόκαλα τής ράχης. Αναφέρονται στην ιστορία αρκετές περιπτώσεις από ανθρώπους, που απέθαναν την ώρα τής φραγγελώσεως.

Σ’ αυτήν τώρα την καταξεσχισμένη, καταματωμένη και καταπονεμένη ράχη, κουβάλησε ο Χριστός μας τον Σταυρό του, που ήταν ξύλο βαρύτατο, έτσι ώστε να μπορεί να σηκώσει επάνω του το βάρος ενός ανθρώπου χωρίς να λυγίσει. Και είναι γνωστό αλλά και πάρα πολύ φυσικό να το περιμένει κανείς ότι λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία που τού είχε στοιχίσει απώλεια δυνάμεων, λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού αυτού και έπεσε, όπως λένε οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη, με το πρόσωπο, χωρίς καν να μπορεί να προστατεύσει το σώμα του απ’ τις συνέπειες τής πτώσεως χάρις στο Σταυρό, τον οποίο ήταν αναγκασμένος να κρατάει και που έπεσε σαν βάρος από πάνω του. Και ξέρουμε ότι για να μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψος τού Γολγοθά, ανέθεσαν στον Σίμωνα τον Κυρηναίο να κουβαλήσει αυτός για τον υπόλοιπο δρόμο τον Σταυρό.

Ας προσθέσουμε ακόμη και για τα αγκάθια που είχε ο στέφανος εκείνος που σε πολλά σημεία είχε τρυπήσει το κεφάλι Του και όλοι όσοι έχουν μια πείρα από θάλαμο ατυχημάτων τού Νοσοκομείου, ξέρουνε πόσο ιδιαίτερη τάση έχουν να αιμορραγούν τα τραύματα στο τριχωτό τής κεφαλής. Αυτό λοιπόν το έξαιμο σώμα, το καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε επάνω στον Σταυρό.

Ας δούμε τώρα για το θέμα τού καρφώματος ακριβώς των άκρων πάνω στον Σταυρό. Από την παράδοση και από την κοινή εντύπωση πιστεύουμε ότι τα καρφιά πέρασαν τις παλάμες.

Όμως από πειράματα που έκανε ένας Γάλλος χειρουργός ο Barbet επάνω σε πτώματα, είδε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί που περνάει ανάμεσα στα κόκαλα τής παλάμης να συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη και αν αυτό στηρίζεται με καρφιά από τα πόδια. Κάτω από το βάρος αυτό, εάν περνούσαν από εκεί τα καρφιά, τα καρφιά θα έσχιζαν το δέρμα που είναι στην πρόσθια και στην οπίσθια επιφάνεια τής παλάμης πέρα για πέρα ανάμεσα στα δάκτυλα και ο Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω ενώ θα τον συγκρατούσαν μονάχα τα καρφιά με τα οποία ήταν καρφωμένα τα πόδια του. Ο ίδιος χειρουργός έδειξε ότι το μόνο σημείο στα χέρια τού ανθρώπου που μπορεί να στηρίξει το σώμα, αν περάσει ένα καρφί απ’ αυτό, είναι ο καρπός, και σε επανειλημμένα πειράματα που έκανε έδειξε ότι σε όποιο σημείο τού καρπού και αν βάλουμε ένα καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τους συνδέσμους που βρίσκονται εδώ, θα περάσει από έναν ανατομικόν χώρον, γνωστό στους γιατρούς, που λέγεται ο χώρος τού destot, ανάμεσα σε δύο οστάρια τού καρπού. Και εκείνο που είναι χαρακτηριστικό από μια σειρά 12 παρομοίων πειραμάτων που έκανε ο χειρουργός αυτός είναι δύο παρατηρήσεις του, ότι και στα 12 χέρια κανένα κόκαλο δεν τραυματίσθηκε ή δεν έσπασε από την ήλωση τού χεριού, για να επιβεβαιωθεί αυτό που λέει και με άλλη μια ευκαιρία, όπως θυμάστε, το Ευαγγέλιο, ότι δεν θα συντριβή κανένα κόκαλο.

Και δεύτερον ότι ακριβώς από τον χώρο αυτό σε επαφή με το καρφί βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο τού χεριού, το μέσο νεύρο, το οποίο σε όλες τις κακώσεις που θα υποστεί επάνω στον Σταυρό το χέρι τού Εσταυρωμένου θα βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή και τριβή και τραυματισμό από το καρφί. Τώρα το τι σημαίνει να δέχεται και ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν δεχθούμε σ’ ένα σημείο εδώ στον αγκώνα μας, ένα κτύπημα. Εκείνο το αφόρητο αίσθημα τής ηλεκτρικής εκκενώσεως και τής παραλύσεως που δοκιμάζουμε και που πραγματικά επαναστατεί όλο το είναι μας από το ελαφρό κίνημα. Ας σκεφθούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα τής σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο τής Σταυρώσεως.

Επίσης για το καρφί που θα περάσει από τα πόδια ευρέθηκε ότι κι αυτό πρέπει να περάσει από ένα σημείο των ποδιών και δεν μπορεί παρά να βρει διέξοδο εκεί, και αυτό είναι ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο μετατάρσιο.

Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα, δεν είναι παρά μια μικρή αρχή τού μαρτυρίου τής σταυρώσεως και ακόμη δεν μπήκαμε στο αίτιο που φέρνει τον θάνατο. Και αυτό το αίτιο που φέρνει τον θάνατο έχει μεγάλη σημασία για την συζήτησή μας, για το αν δηλαδή ο Σταυρωμένος Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό.

Για να αντιληφθούμε τον μηχανισμό τού θανάτου θα πρέπει να υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα. σε μερικές εικόνες παρουσιάζεται ότι οι δύο λησταί δεν είχαν καρφωθεί επάνω στον Σταυρό, αλλά είχαν δεθεί τα χέρια τους με σχοινί. Καμία παράδοση δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο ότι συνέβη στους δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, αλλά το ότι αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι που και πολλοί ιστορικοί περιγράφουν: ότι δηλαδή μπορεί να σταυρωθεί και να πεθάνει ένας άνθρωπος, αν έχει εξαρτηθεί επάνω στον σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά απλώς αν έχουν δεθεί τα χέρια του επάνω στον Σταυρό.

Για να το αποδείξουμε αυτό ακόμη καλύτερα δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε σε μια πειθαρχική ποινή που συνήθιζαν να εφαρμόζουν κατά την διάρκεια τού Πρώτου Παγκ. Πολέμου στον Γερμανικό Στρατό. Αυτή η ποινή ονομάζεται Aufbinden και συνίσταται στο ότι έδεναν αυτόν που είχε τιμωρηθεί, έδεναν τα χέρια του ψηλά από έναν πάσσαλο, έτσι ώστε να μην ακουμπούν τα πόδια του στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόντουσαν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του, οι φλέβες του πρήζονταν, το κεφάλι του γινόταν όλο υπεραιμικό και ο άνθρωπος σύντομα έφθανε σε λιποθυμία και αν δεν έκοβαν, δεν προλάβαιναν να κόψουν το σχοινί, μπορούσε και να πεθάνει.

Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο ότι καθώς αναφέρεται από το ιστορικό τού Νταχάου ξαναθυμήθηκαν τότε και εκεί οι Γερμανοί αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις φρικιαστικές, όπου άνθρωποι απέθαναν και θανατώθηκαν με το μαρτύριο τού Aufbinden. Μάλιστα αναφέρεται ότι κρεμούσαν και ένα μικρό βάρος στα πόδια όταν ήθελαν να συντομεύσουν το μαρτύριο αυτό, που το περιέγραφαν κατάδικοι που βρισκόντουσαν δίπλα την ώρα τού μαρτυρίου αυτού, που όταν φθάσει μέχρι τα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο. Το πρόσωπο τού ανθρώπου πραγματικά παραμορφώνεται όπως τού κρεμασμένου, ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο βαθμό, το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μια βαθιά κοιλότητα, ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, που όπως λένε οι μάρτυρες που ήταν μπροστά, εδημιουργείτο μια λίμνη μεγάλη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια τού δυστυχισμένου αυτού καταδίκου. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μια μεγάλη έλξη χάρις στο βάρος τού σώματος που τραβάει το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια, μια μεγάλη έλξη των χεριών, των μυών, των βραχιόνων, τής ωμικής ζώνης και τού θωρακικού τοιχώματος. Αυτή η έλξις βαστάει τον θώρακα σε μία συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής καίτοι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις.

Και ξέρουμε ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από τον θώρακά μας, ακριβώς χωρίς καμία δύναμη, σαν μια αυτόματη επάνοδο τού μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακος με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορεί ο άνθρωπος και ανανεώνει τον αέρα στις κυψελίδες του και οξυγονώνει το αίμα του και μπορεί να συνεχίζει και επιβιώνει. Στην κατάσταση τής εξαρτήσεως και από τα χέρια, στην κατάσταση τής Σταυρώσεως, ο άνθρωπος βρίσκεται σ’ ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο περιορισμό τής αναπνοής του σαν και εκείνο που θα βρισκόταν εάν είχε δεθεί με ένα πολύ σφικτό θώρακα ή εάν είχε πλακώσει τον θώρακά του με ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί να γεμίσει πάλι αέρα, ώστε ο θάνατος από την σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα είναι αδύνατο να παροχετευθή, να κατέβει προς την καρδιά, το αίμα που βρίσκεται στο κεφάλι. Γι’ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των σταυρωμένων. Εάν δεν είχε κάποια άλλη διέξοδο, εάν δεν εύρισκε κάποια άλλη διέξοδο, για να μπορέσει να απαλλάξει το κεφάλι του από αυτήν την πληθώρα αίματος θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στον σταυρό.

Όμως ο σταυρωμένος βρίσκει μια διέξοδο. Και αυτή είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά με τα οποία είναι καρφωμένα. Έτσι ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση τού βάρους από τα χέρια και από τους ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι και ο άνθρωπος συνέρχεται. Όμως η κούραση, την οποία έχει δεν τού επιτρέπει να καταβάλλει αυτήν την μυϊκή προσπάθεια, ώστε να στηρίζει όλο το βάρος τού σώματός του από το καρφί το οποίο έχει περάσει από τα πόδια του. Έτσι εξαντλημένος ξαναπέφτει πάλι στην πρώτη θέση, για να ξαναρχίσει πάλι η ασφυξία μέχρις ότου μετά από μια διαδοχική σειρά από τέτοιες προσπάθειες εξαντληθεί, μείνει στην στάση τής εξαρτήσεως και πεθάνει από ασφυξία.

Πραγματικά είναι ένα σατανικό σχέδιο θανατώσεως ο σταυρός και γι’ αυτό και οι Ρωμαίοι τόσο πολύ ικανοποιούντο, μέσα σε κείνη την βάρβαρη επιθυμία τους να βλέπουν τον άνθρωπο να βασανίζεται, από την θέα των σταυρωμένων ανθρώπων. Και γι’ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος ο θάνατος, στην Ρωμαϊκή νομοθεσία αυτός ο θάνατος, ορίζεται να χρησιμοποιείται μονάχα στους δούλους και στους προδότες.

Ο Κικέρων, που είχε παρακολουθήσει θάνατο επάνω στον σταυρό, τον ονομάζει: «Cruderissimum et deterimum Supplicium», δηλ. το πλέον φρικτό βασανιστήριο το οποίο είχε ποτέ παρακολουθήσει. Τώρα σε περιπτώσεις όπου για κάποιο λόγο ήθελε ο επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος να συντομεύσει την επέλευση τού θανάτου, τι έκανε; με ένα ισχυρό κτύπημα, διέταζε να σπάσουν οι κνήμες τού σταυρωμένου και έτσι, αφού πια βρισκόταν ο σταυρωμένος σε αδυναμία να στηρίξει το βάρος τού σώματός του στα πόδια του και να ανακουφίσει τον θώρακά του και να μπορέσει να αναπνεύσει, αναγκαζόταν πλέον να εξαρτήσει όλο το βάρος, όπως είπαμε, τού κορμιού του από τα χέρια του και να πεθάνει μέσα στην ασφυξία. Και αυτό ήταν η ειδική χαριστική βολή την οποίαν επεφύλασσαν οι έμπειροι ρωμαίοι εκτελεσταί στους καταδικασμένους σε σταύρωση. Και γι’ αυτό είδατε ότι τους δύο ληστάς που ζούσαν ακόμη τους εξετέλεσαν με την χαριστική βολή αυτή, τους έσπασαν τα πόδια. Όταν, λέει, επήγαν στον Χριστό, είδαν πώς είχε ήδη αποθάνει. Τώρα εδώ πρέπει να προσέξουμε πολύ. Είναι δυνατόν ένας αξιωματικός επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος, που ασφαλώς είχε δει πολλές θανατώσεις με σταύρωση, είναι δυνατόν να απατηθεί; Είναι δυνατόν εκείνη την ώρα να βρίσκεται σε νεκροφάνεια το άτομο; Είναι πασίγνωστο ότι οι νεκροφάνειες δεν συνοδεύονται από άπνοια αλλά μονάχα από φαινομενική άπνοια.

Εάν πραγματικά δεν γίνονται αναπνευστικές κινήσεις είναι αδύνατο να ζήση ο άνθρωπος περισσότερο από 3-6 λεπτά, εφ’ όσον το αίμα δεν οξυγονώνεται στους πνεύμονες. Είναι όμως δυνατόν να γίνονται ανεπαίσθητες αναπνευστικές κινήσεις στον σταυρό, την ώρα που για να αναπνεύσει ο άνθρωπος, πρέπει να κάνη μια εργώδη προσπάθεια για να κινήσει λίγα εκατοστά αέρος μέσα και έξω από τους πνεύμονές του; Είναι δυνατόν εκείνη την εργώδη προσπάθεια να μην την αντιληφθεί εκείνος, ο οποίος θα πλήρωνε με την ζωή του, εάν ένας κατάδικος παρουσιαζόταν ότι δεν είχε πράγματι πεθάνει, ενώ ήταν καταδικασμένος σε θάνατο; Αλλά ίσως εδώ έμενε σε κάποιο πνεύμα, που πεισματικά στέκει στην αμφιβολία, μία πεισματώδης άρνησις.

Είναι δυνατόν; Ο Κεντυρίων ο εκατόνταρχος δεν αρκέσθηκε σ’ αυτήν την πειστική γι’ αυτόν απόδειξη, αλλά εξετέλεσε πάνω στο σταυρωμένο σώμα τού Χριστού μας, την άλλη, την κλασσική μορφή τής χαριστικής βολής, που είχαν οι Ρωμαίοι για όλους τους καταδίκους σε θάνατο, ασχέτως με τον τρόπο με τον οποίο θα εξετελείτο η θανάτωσις, δηλ. την λόγχηση τής πλευράς. Αυτό πραγματικά είναι ένα θανάσιμο κτύπημα με όλη τη δύναμη που ένας γυμνασμένος στρατιώτης μπορεί να κτυπήσει. Σχεδόν εξ επαφής με την λόγχη που ήτο εις την άκρη τού δόρατός του, την κοφτερή εκείνη λόγχη που μπορούσε να κτυπήσει ένα σώμα, ο Ρωμαίος στρατιώτης την έβαλε βαθιά στον θώρακα τού Χριστού μας. Και δεν έβαλε απλώς την λόγχη, αλλά ευθέως έρευσε ύδωρ και αίμα. Τώρα ποια είναι η μεγάλη δογματική σημασία αυτού τού ύδατος και τού αίματος δεν θα το συζητήσουμε εδώ. Και δεν είναι θέμα που αρμόζει σε μένα, ένα γιατρό, σαν ένα επιστήμονα των θετικών επιστημών που πρέπει να το αναλύσω. Όμως πρέπει να πούμε ότι για να τρέξει αίμα θα πρέπει ασφαλώς να τρύπησε αυτή η λόγχη ή την καρδιά ή ένα μεγάλο αγγείο.

Και να πούμε ακόμη ότι εάν ο Χριστός μας ζούσε, από όπου και αν προήρχετο αυτό το αίμα, θα ήτανε μια συνεχής ροή, ροή με σφύξεις, η οποία θα μαρτυρούσε την παρουσία τής ζωής. Όμως μετά από εκείνη τη ροή ύδατος και αίματος δεν παρουσιάσθηκε πλέον τίποτε άλλο και ιδίως ένα τόσο μεγάλο τραύμα δεν προκάλεσε Καμία αντίδραση. Αντιθέτως επεβεβαίωσε η έλλειψις αυτή τής αντιδράσεως στον Κεντιρίωνα την ήδη υπάρχουσα βεβαιότητα ότι ο Χριστός απέθανε. Δεν είναι λοιπόν δυνατή αυτή η νεκροφάνεια πάνω στον σταυρό, δεν είναι δυνατή η νεκροφάνεια μπροστά σ’ ένα τόσο μεγάλο τραύμα, κατά το οποίο πρέπει να σημειώσουμε ότι η είσοδος μιας λόγχης μέσα στον θώρακα, δεν προκάλεσε μονάχα την τρώση μεγάλων οργάνων τής κυκλοφορίας, όπως την καρδιά και των μεγάλων αγγείων, αλλά εξάπαντος προκάλεσε μια κατάσταση που την γνωρίζουν όσοι έχουν κάποια σχέση με την Ιατρική, τον πνευμοθώρακα, δηλ. την είσοδο αέρος ατμοσφαιρικού έξω από τους πνεύμονες, ένα φαινόμενο που όπως γνωρίζουμε είναι ασυμβίβαστο με την επιβίωση. Ένας ανοικτός πνευμοθώρακας δεν επιτρέπει την αναπνοή, ακόμη και αν ο άνθρωπος βρισκόταν στο κρεβάτι του. Ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένας άλλος επιβαρυντικός παράγων για την αναπνοή του – όπως είδαμε ήταν πλέον ανύπαρκτη η αναπνοή του – ακόμη και αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ένα τέτοιο μεγάλο τραύμα στον θώρακα θα είχε καταργήσει την ικανότητα τού αναπνευστικού συστήματος να εκτελεί το έργο του και θα είχε θανατώσει μέσα σε λίγα λεπτά τον άνθρωπο αυτό.

Ας πούμε ακόμη και κάτι άλλο, ότι μετά από αυτή τη διαπίστωση τού θανάτου από τον Κεντιρίωνα δεν κατέβασαν αμέσως τον Χριστό από τον Σταυρό. Κατεβαίνει ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας από τον Γολγοθά που ήταν παρών, μέχρι το πραιτόριο. Πάει, βρίσκει τον Πιλάτο και τού ζητεί το σώμα τού Χριστού.

Ο Πιλάτος εθαύμασε «ει ήδη απέθανε» για να μας έχει και μας πληροφορημένους απόλυτα ότι όταν απέθανε και εκάλεσε τον Κεντιρίωνα, ο οποίος πλέον αυτήν την πεποίθησή του, δεν την επισφραγίζει μονάχα με το ότι έφυγε αφήνοντας τον Χριστό πεθαμένο, αλλά και με το ότι διαβεβαίωσε τον ηγεμόνα, ότι πράγματι απέθανε. Και αφού λέει το διαβεβαίωσε τότε τρίτος δρόμος; – πρώτος τού Ιωσήφ προς τον Πιλάτο, δεύτερος τού αγγελιοφόρου προς τον Κεντιρίωνα, τού Κεντιρίωνα προς τον Πιλάτο, τρίτος δρόμος ξανα-ανεβαίνει ο Ιωσήφ φέρνοντας μαζί του και την σινδόνη και τότε μονάχα γίνεται αυτή η αποκαθήλωση, πράγμα που δίνει άνετο καιρό σε όλους αυτούς τους μηχανισμούς τού θανάτου και εάν ακόμη, πράγμα λογικώς αδύνατον, θετικώς απαράδεκτον, και εάν ακόμη αυτοί οι μηχανισμοί δεν είχαν προκαλέσει τον θάνατο, να τον προκαλέσουν στο διάστημα αυτό.

Και τώρα αρχίζει η διαδικασία τής ταφής, η οποία μας λέει το ευαγγέλιο, έγινε από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο και τους άλλους που ευρίσκοντο εκεί, καθώς ήταν έθος στους Ιουδαίους.

Βρίσκουμε μέσα στο «ταλμούδ» όλη τη διαδικασία τής ταφής, η οποία για να αποτρέψει προφανώς το ενδεχόμενο τής νεκροφανείας περιείχε και το να βάλουν επί 15΄ ένα φτερό μπροστά στα ρουθούνια τού πεθαμένου για να βεβαιωθούν ότι δεν κουνάει η αναπνοή τού ανθρώπου αυτού το φτερό. Και αφού τον ετοίμασαν, έβαλαν γύρω του την σινδόνη ή τα ωθόνια και τον εκάλυψαν από πάνω καθώς ήταν το έθιμο ακριβώς στους Ιουδαίους και πάνω σε όλα αυτά τα υφάσματα έρριψαν 32 κιλά – 100 λίτ. – από μείγμα τής σμύρνας και τής αλόης, δύο αρωματικών ουσιών, που καθώς ανακατεύονται παίρνουν ένα παχύρρευστο κολλώδες σχήμα με το οποίο διαποτίζουν κατά ένα τρόπο τελείως αεροστεγή – όταν μάλιστα ρίχνουν 32 κιλά – από όλες τις πλευρές το πτώμα που περιβάλλεται από τα υφάσματα. Ώστε εάν υποτεθεί ότι ένα υγιέστατο άτομο είχε περιτυλιχθεί με το σεντόνι από παντού και με τα οθόνια και είχε περιβραχεί το σεντόνι αυτό μ’ αυτήν την κολλώδη και αδιαπέραστη ουσία, που τόσο άφθονα έπεφτε επάνω του, θα είχε πεθάνει από ασφυξία. Ώστε και αν ξεχάσουμε όλες τις άλλες πολυάριθμες αιτίες, που κάθε μια από αυτές αρκεί να προκαλέσει τον θάνατο, έχουμε τώρα εδώ, μέσα στον τάφο, μια πρόσθετη αιτία θανάτου, που είναι η ασφυξία από την σμύρνα και την αλόη.

Τον 18ον αιώνα, ο πρώτος που παρουσίασε τα επιχειρήματα τής νεκροφανείας ήταν ο Venturino. Εδέχθησαν οι ορθολογισταί ότι η σμύρνα και η αλόη αναζωογόνησαν με το άρωμά τους έναν άνθρωπο που βρισκότανε ασφαλώς κατατραυματισμένος, έξαιμος, αφυδατωμένος, ακίνητος, σε λιποθυμία, σε κωματώδη κατάσταση, αν δεν ήταν πεθαμένος, πράγμα αδιανόητον. Εάν η σμύρνα και η αλόη είχαν τέτοιο αποτέλεσμα, εμείς οι γιατροί αντί να χρησιμοποιούμε χίλιες δυο μεθόδους, ενέργειες και εξετάσεις για να σώσουμε τους βαριά τραυματισμένους δεν είχαμε παρά να τους δώσουμε να μυρίσουν σμύρνα και αλόη και αμέσως να αναζωογονηθούν. Η σμύρνα και η αλόη ήταν ένας πρόσθετος λόγος θανάτου, μια πρόσθετη αιτία, ένα τελικό επιχείρημα για όλους εκείνους που αμφιβάλλουν.

Αλλά ας προεκτείνουμε με ένα πεισματικό και εωσφορικό τρόπο την αμφιβολία μας και πέρα από δω και ας πούμε ότι πραγματικά ήταν νεκροφάνεια και ας πούμε ότι πραγματικά δεν είχε πεθάνει ο Χριστός και ας πούμε πραγματικά ότι δεν παρουσιάσθηκε ανάστασις, αλλά ότι σηκώθηκε την Τρίτη ημέρα και άρχισε να βαδίζει. Πώς, σας παρακαλώ, μπόρεσε να απαλλαγή απ’ αυτόν τον σφικτό κλοιό των ενδυμάτων, των ρούχων, των υφασμάτων που τον περιέβαλλον; Πώς μπόρεσε να αποκυλήση τον βαρύ λίθο με τον οποίο εσφράγισε ο Ιωσήφ ο Αριμαθαίας τον τάφο, τον βαρύ λίθο, τον οποίο τρεις γυναίκες πηγαίνοντας την πρωία τής Κυριακής, διερωτώντο ποίος θα τις βοηθήσει να τον κυλήσουν; Και τέλος πάντων, αυτό το κατατραυματισμένο, το εξαντλημένο σώμα, εάν υποτεθεί πώς θα σηκωνόταν, εάν υποτεθεί πως θα κυλούσε τον λίθο, ασφαλώς μετά από λίγα βήματα θα ξανάπεφτε πάνω σε μια αθλία κατάσταση και δεν θα μπορούσε να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια του, παρά μετά από μία πολύμηνη θεραπεία, ακόμη κι αν είχε τα μέσα, τα οποία σήμερα έχουμε για να κάνουμε την εντατική θεραπεία των ανθρώπων που βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στον θάνατο.

Είναι πραγματικά έτσι οι εμφανίσεις τού Χριστού; Και εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι δεν αποτελεί απλώς πληροφορία, το ότι είδαν τον Χριστό υγιέστατο όλοι εκείνοι στους οποίους ενεφανίσθη, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρχει το Ευαγγέλιο. Γιατί από την υγεία από την οποία έσφυζε αυτό το σώμα, επείσθησαν αυτοί οι δύσπιστοι, όπως θα δούμε, ότι πραγματικά ανεστήθη.

Αντί να σέρνεται, λοιπόν, και να λιποθυμάει αυτό το σώμα, που πραγματικά προκαλούσε οίκτο και αηδία από τα βασανιστήρια που είχε περάσει, έχουμε μια εμφάνιση ανθρώπου που ήτανε γεμάτος από σφρίγος, που ακτινοβολούσε την επιβολή, την ειρήνη, την άνεση, ένα σώμα που περπατάει τόσο γρήγορα ώστε να κατορθώνει να φθάσει δύο ανθρώπους που βάδιζαν αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Ιερουσαλήμ και που προπορεύονταν από αυτό και τους έφθασε και συνοδοιπόρησε μαζί τους για άλλη μια μεγάλη απόσταση μέσα στο σούρουπο. Ώστε πρόκειται πραγματικά για εμφανίσεις ανθρώπου που βρίσκεται σε απόλυτη υγεία και δύναμη. Ώστε το ότι πέθανε ο Χριστός πάνω στον Σταυρό, το ότι είναι αδύνατο παρά να παραδεχθούμε ότι οι εμφανίσεις του είναι εμφανίσεις ανθρώπου που αναστήθηκε μετά από το μαρτύριο τού Σταυρού, αυτό έχει θετικότατα πλέον αποδειχθεί στην Ιατρική Επιστήμη.

Ήταν ψευδαίσθηση;
Τώρα ερχόμαστε στη δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων. Στο αν οι εμφανίσεις αυτές ήταν πραγματικές. Αν η περιγραφή και η μαρτυρία μέσα στην Αγία Γραφή, για τις ερμηνείες αυτές είναι αξιόπιστες. Τώρα εδώ, χρειαζόμαστε και μπαίνουμε στην περιοχή μιας άλλης επιστήμης, τής νομικής επιστήμης, η οποία είναι η επιστήμη που με μεγάλη ακρίβεια, με μεγάλη λογική προσοχή, μελετάει την αξιοπιστία των ενδείξεων. Διότι, προκειμένου να αποδώσει ευθύνες, προκειμένου να απαγγείλει κατηγορίες και να εκφράσει καταδίκες, στηρίζεται αδιάκοπα σε ενδείξεις και σε μαρτυρίες. Γι’ αυτό λοιπόν έχει με πολύ λεπτό ηθμό και με μεγάλη λογική αυστηρότητα ξεκαθαρίσει ποιες μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και ποιες δεν είναι και πότε μία μαρτυρία και μία ένδειξις είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί. Τώρα θα πρέπει να πούμε ότι εάν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις τού Χριστού που υπάρχουν μέσα στα Ευαγγέλια και στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή τού Παύλου, εάν οι μαρτυρίες αυτές δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, θα είναι αποτέλεσμα δύο ειδών παρεκκλίσεων από την αλήθεια. Η θα πρόκειται περί ψευδαπάτης ή ψευδαισθήσεως ή θα πρόκειται περί απάτης.

Ας πάρουμε τώρα μία-μία τις δύο αυτές αμφισβητήσεις. Ας πάρουμε πρώτα το ενδεχόμενο των ψευδαισθήσεων. Οι ψευδαισθήσεις θα μας αναγκάσουν τώρα να ξαναγυρίσουμε στην Ιατρική. Γιατί οι ψευδαισθήσεις είναι ένα φαινόμενο που η Ιατρική το έχει επί χρόνια πολλά και επί χιλιάδες περιπτώσεων μελετήσει και οι ψευδαισθήσεις εμφανίζονται στον άνθρωπο με ορισμένους τρόπους.

Ας αναφέρουμε μερικούς από τους τρόπους αυτούς:

Πρώτα-πρώτα τα άτομα τα οποία βλέπουν οράματα και έχουν ψευδαισθήσεις αποτελούν μια ορισμένη κατηγορία ανθρώπων που έχουν την προδιάθεση γι’ αυτές. Οι ψευδαισθήσεις αποτελούν μία προέκταση των διαθέσεών τους και αφορούν σε γεγονότα που η πραγματοποίησης τους επιθυμείται πολύ έντονα από τα άτομα αυτά. Στο πρώτο πρέπει λοιπόν να υπάρχει μία προδιάθεση. Το δεύτερο είναι ότι τα άτομα αυτά ανήκουν σε έναν ορισμένο τύπο ανθρώπων που είναι επιρρεπείς στις εκδηλώσεις αυτές. Επίσης, εάν πολλά άτομα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα που σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο, τον χαρακτήρα, τις εμπειρίες που χαρακτηρίζει τον κάθε ένα. Έχουν λοιπόν διαφορετική μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Επίσης αυτές οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλη ώρα και τόπο. Σε περιστάσεις δηλαδή όπου υποβάλλουν τον άνθρωπο για τις ψευδαισθήσεις αυτές.

Τέλος, εάν οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν την τάση να επαναλαμβάνονται, τότε η επάνοδός τους παρουσιάζεται επί πολύ χρονικό διάστημα. Ας δούμε τώρα, ακολουθούν οι εμφανίσεις τού Χριστού, έστω και ένα από τους βασικούς αυτούς κανόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζουνε τις παθολογικές ψευδαισθήσεις των ανθρώπων; Πρώτα απ’ όλα, εκείνοι στους οποίους εμφανίσθηκε ο Χριστός είχαν πράγματι την προδιάθεση για να δουν τον Χριστό αναστημένο; Κάθε άλλο. Όχι μονάχα ήταν καταπατημένοι, όχι μονάχα ήσαν βέβαιοι ότι η υπόθεση τελείωσε, αλλά και όταν ακόμα έφθασαν επανειλημμένα μηνύματα από πρόσωπα αξιόπιστα, από πρόσωπα που ζούσαν ανάμεσά τους και τους βεβαίωναν ότι είδαν τον Χριστό αναστημένο, εκείνοι αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι ήσαν αληθινές οι εμφανίσεις αυτές, ότι πραγματικά ο Χριστός ανεστήθη. Ώστε λοιπόν, όχι μόνον δεν ήσαν προδιατεθειμένα τα πρόσωπα αυτά για ψευδαισθήσεις, αλλά ήσαν και αρνητικά προδιατεθειμένα για να πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να δουν τον Χριστό. Τώρα είπαμε, ότι τα πρόσωπα που παθαίνουν ψευδαισθήσεις ανήκουν σ’ έναν ορισμένο τύπο.

Και μάλιστα τύπο επιρρεπή προς τέτοιες εκδηλώσεις. Ας δούμε τώρα ανήκουν σ’ έναν ορισμένο τύπο τα πρόσωπα αυτά;

Τα πρόσωπα αυτά τα γνωρίζουμε απ’ τα ίδια τα γραπτά τους και τις αφηγήσεις τους. Κατ’ αρχήν είναι πρόσωπα που δεν έχουν φαντασιώσεις.

Ας πάρουμε τον Τελώνη Ματθαίο. Άνθρωπο που πέρασε όλη τη ζωή του πάνω στους λογαριασμούς. Τον Ματθαίο που το Ευαγγέλιό του είναι γεμάτο από ρεαλισμό, που δεν έχει τίποτε το ποιητικό, που δεν έχει τίποτε το λυρικό, που είναι μια πολύ προσεκτική παράθεση γεγονότων, με λεπτομέρειες εξαιρετικά πραγματικές, εξαιρετικά ρεαλιστικές.

Ας πάρουμε τον Θωμά. Ο Θωμάς καθόλου ασφαλώς δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που βλέπουν ψευδαισθήσεις. Είναι ο άνθρωπος που όταν οι 10 μαθηταί, που είχε περάσει μαζί τους 3 χρόνια αδιάκοπης ζωής, τον βεβαιώνουν ομόφωνα ότι είδαν τον Χριστό, αρνείται και λέει: «δεν θα πιστέψω, όχι αν τον δω, αλλά εάν δεν αγγίσω τον Χριστό και μάλιστα ακριβώς στο σημείο τού σώματός του που μαρτυρεί ότι πέθανε». Είναι αυτός ένας τύπος ανθρώπου προδιατεθειμένος για ψευδαισθήσεις;

Και ο Παύλος. Ο διώκτης Παύλος. Ο Παύλος ο οποίος κυριολεκτικά θέριζε την εκκλησία και κάθε άνθρωπο που ήθελε να πει ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να δει και για να ακούσει τον αναστημένο Χριστό, στη στιγμή ακριβώς που βρισκόταν στο αποκόρυφο τής μανίας του εναντίον τής ιδέας ότι ο Χριστός αναστήθηκε; Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι άνθρωποι στους οποίους συνέβησαν οι εμφανίσεις αυτές, ήσαν άνθρωποι με διαφορετικό χαρακτήρα, με διαφορετικό τύπο, μάλιστα με τύπο ξένο προς την εμφάνιση ψευδαισθήσεως.

Και ακόμη ξέρουμε πως εμφανίσθηκε σε 500 ανθρώπους ταυτοχρόνως. Και οι άνθρωποι αυτοί πίστεψαν πως τον είδαν στην μεγάλη τους πλειονότητα. Είναι δυνατόν 500 πρόσωπα να ανήκουν όλα ή σχεδόν όλα στον τύπο τού ανθρώπου που βλέπει ψευδαισθήσεις;

Τώρα είπαμε επίσης ότι αν πολλά πρόσωπα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν χαρακτήρα ανάλογο προς την προσωπικότητα τού καθενός. Και γνωρίζουμε πολύ καλά, όπως θα ήταν και επόμενο να το περιμένουμε ότι τα πρόσωπα τού περιβάλλοντος τού Χριστού, είχαν πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Ένας με στοιχειώδη έτσι ψυχολογική προσοχή, αντιλαμβάνεται τις μεγάλες διαφορές που υφίσταντο, τις βασικές θεμελιώδεις διαφορές χαρακτήρος που υπάρχουν ανάμεσα στον Απόστολο Πέτρο, στον Απόστολο Παύλο και στον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Οι διάφοροι χαρακτήρες τού Ευαγγελίου, των μαθητών τού Χριστού, αποτελούν ένα φάσμα που μπορούμε να πούμε αντιπροσωπεύει περίπου όλους τους ανθρώπινους τύπους. Εν τούτοις όλοι τους δέχονται και παραδέχονται ότι ο Χριστός είχε την ίδια εμφάνιση και το μίλημά του όταν τους μίλησε, είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο. Όλοι συμφωνούν απολύτως για το ό,τι είδαν και για το ό,τι άκουσαν. Και αυτό είναι αντίθετο προς την ιδέα ότι οι εμφανίσεις τού Χριστού θα ήταν ψευδαισθήσεις. Είπαμε ακόμη ότι οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλους υποβλητικούς τόπους και χρόνους και ώρες τής ημέρας.

Εδώ βλέπουμε ότι δεν υπάρχει καμία ομοιότης. Άλλοτε και συνήθως ο Χριστός εμφανίζεται στο φως τής ημέρας. Εμφανίζεται επί πολλή ώρα, μέρα μεσημέρι, απόγευμα και περπατάει στους αγρούς επί ώρες, εμφανίζεται στον κήπο τού νεκροταφείου τής Ιερουσαλήμ. Εμφανίζεται στο όρος των Ελαιών, εμφανίζεται σ’ ένα μικρό λόφο, σε πολλούς ανθρώπους. Εμφανίζεται σ’ ένα δωμάτιο όπου ήσαν κλεισμένοι οι μαθηταί. Εμφανίζεται δίπλα στην λίμνη τής Τιβεριάδος όπου όπως ξέρετε έγινε η δεύτερη θαυμαστή αλιεία. Καθόλου όμοιοι λοιπόν οι τόποι αυτοί και καθόλου υποβλητικοί για να δημιουργούν το κλίμα και το περιβάλλον για ψευδαισθήσεις. Και ακόμη είπαμε πώς όταν οι ψευδαισθήσεις επαναλαμβάνονται, τότε επαναλαμβάνονται επί πολύ διάστημα και ή τείνουν να αραιώσουν ή να ατονίσουν, οπότε λίγο-λίγο, σιγά-σιγά εξαφανίζονται ή τείνουν να εντείνονται και να γίνονται συχνότερες, οπότε καταλήγουν σε μία κρίση. Αυτό το λέει η Ψυχιατρική. Εδώ δεν βλέπουμε τίποτε.

Οι εμφανίσεις τού Χριστού παρουσιάζονται με τον ίδιο ρυθμό και μετά από 40 ημέρες διακόπτονται χωρίς να έχουν φθάσει ούτε σε μία αραίωση ούτε σε ένα αποκόρυφο, και διακόπτονται μετά την Ανάληψη. Ας σημειώσουμε ακόμη, ότι όταν μιλούμε για ψευδαισθήσεις, όλοι εννοούμε κυρίως οράματα, δηλαδή εμφανίσεις οι οποίες γίνονται αντιληπτές με την όραση. Εδώ όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο μόνο. Όχι μονάχα οι περισσότερες από αυτές τις εμφανίσεις συνδυάζονται και με ακουστικές εντυπώσεις και με διάλογο ο οποίος διαμείβεται ανάμεσα στον εμφανιζόμενο και σε κείνους που τον βλέπουν αλλά επιβεβαιώνονται και με την αφή.

Βλέπουμε την διαβεβαίωση την οποία παίρνει ο Απόστολος Θωμάς με την αφή και ακόμη ότι για να μην μείνει αμφιβολία στους μαθητές ότι πραγματική ήταν και όχι ψευδής εντύπωσις η εμφάνισις τού Χριστού, όταν τους είδε ακριβώς από την ταραχή τους και τον φόβο τους και την δυσπιστία που είδαμε, να αμφιβάλλουν για ό,τι ακριβώς βλέπουν, ο Χριστός έφαγε μπροστά τους ψάρι και κηρύθρα από μέλισσα. Οπότε μετά την αποχώρηση του να έχουν την διαβεβαιώσει ότι πραγματικά παρουσιάσθηκε με σώμα αληθινό, πρώτον από το γεγονός ότι το ψάρι και το μέλι που και οι ίδιοι ήξεραν ότι προηγουμένως έτρωγαν ότι υπήρχε επάνω στο τραπέζι, αλλά είναι και τροφές οι οποίες αφήνουν υπόλειμμα. Το κερί, απ’ την κηρύθρα και το κόκαλο απ’ το ψάρι. Ακόμη ο Χριστός μαγειρεύει, ψήνει ο ίδιος το ψάρι στην λίμνη, το ψάρι που είχε ο ίδιος όσο και το ψάρι που είχαν ψαρέψει εκείνοι και τρώνε όλοι μαζί. Έχουμε λοιπόν και υλικά υπολείμματα από τις εμφανίσεις αυτές, τα οποία διαψεύδουν και συντρίβουν τελείως τα επιχειρήματα ότι επρόκειτο για ψευδαισθήσεις.
Πώς θα ήτο δυνατόν από ψευδαισθήσεις να είχαν και να μαρτυρούν και σε μας οι μαθηταί ότι υπήρξαν υλικά δείγματα από τις εμφανίσεις αυτές τού σώματος τού αναστημένου Χριστού;


Ήταν απάτη;
Εάν τώρα οι εμφανίσεις αυτές που περιγράφηκαν δεν είναι αποτέλεσμα αυταπάτης μήπως είναι αποτέλεσμα απάτης; Διότι αυτή η διέξοδος μένει στην αμφισβήτηση. Αυτή η διέξοδος μένει στην αμφιβολία. Ότι ήταν δηλαδή αποτέλεσμα απάτης. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί οι εμφανίσεις αυτές να είναι αποτέλεσμα απάτης οφείλεται στο γεγονός, ότι τα πρόσωπα απ’ τα οποία μαρτυρείται ότι είδαν τον Χριστό και μαρτυρείται επί πολλά χρόνια, αρκετά χρόνια μετά την Ανάσταση Του ότι είδαν τον Χριστό, (στην Α΄ προς Κορ. επιστ. απαριθμούνται τα πρόσωπα αυτά και αναφέρει εκεί ο Απ. Παύλος συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στο Ευαγγέλιο τού Μάρκου, ότι πάνω από 500 άνθρωποι είδαν τον Χριστό), τα πρόσωπα λοιπόν αυτά ήσαν πάρα πολλά. Είναι λοιπόν πραγματικά αδύνατο, τόσο πολλά πρόσωπα, επί τόσο πολλά έτη, να έκαναν μια τόσο χονδροειδή και βλάσφημο απάτη και να μη βρέθηκε ούτε ένα πρόσωπο, το οποίο να επανέλθει και να μαρτυρήσει και να διαμαρτυρηθεί ότι το ίδιο συμμετέσχε σε μια απάτη και έπεσε θύμα αυτής. Οπότε αυτό για κάθε δικαστήριο, για κάθε κριτή που χρησιμοποιεί τους κανόνες περί ενδείξεων τής νομικής επιστήμης, το ότι έχει τόσους πολλούς μάρτυρες η εμφάνισις τού Χριστού, αυτό και μόνο αποκλείει το ενδεχόμενο τής απάτης.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο τής απάτης πρέπει να αποκλεισθεί είναι ότι η πληροφορία και το κήρυγμα για την εμφάνιση τού Χριστού και την Ανάσταση Του, συνοδεύεται και συνοδευόταν πάντα, με την διακήρυξη τού πιο υψηλού κηρύγματος αρετής που δέχθηκε ποτέ η ανθρωπότης. Μιας αρετής που δεν περιορίζεται μονάχα στην πραγματοποίηση ορισμένων πράξεων ενάρετων αλλά και φθάνει με απόλυτο αυστηρότητα ακόμη και στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις διαθέσεις τού κάθε ανθρώπου. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν, άνθρωποι που όχι μονάχα κήρυξαν αυτό το κήρυγμα αλλά άνθρωποι, που κατά την μαρτυρία των πιο ασπόνδων εχθρών τους, στάθηκαν συνεπείς σε όλη τους τη ζωή στο κήρυγμα αυτό το τόσο αυστηρό, να πουν και να στηρίξουν όλο τους το κήρυγμα πάνω σ’ ένα τόσο χονδροειδές ψέμα;

Ακόμη η υποψία ότι πρόκειται για μία απάτη αποδεικνύεται εσφαλμένη από το γεγονός τής συμπεριφοράς των αποστόλων που αναφέραμε μέχρι τής 3ης ημέρας μετά την σταύρωση τού διδασκάλου. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν περίτρομοι, ήσαν καταπτοημένοι. Ήσαν πεπεισμένοι, όπως τόσο ωραία περιγράφεται εκεί στα λόγια τους με τα οποία περιγράφουν την σταύρωση και τις φήμες όπως νόμιζαν περί αναστάσεως, στον Χριστό, στον ίδιο τον Χριστό, οι δύο μαθηταί προς Εμμαούς. Ήσαν πεπεισμένοι ότι η υπόθεσης αυτή τού Χριστού έληξε άδοξα με την σταύρωση Του. Ήσαν οχυρωμένοι, όπως είπαμε, επάνω στην πεποίθηση ότι είναι αδύνατον να τον είδαν άνθρωποι ζωντανό και αυτό δεν ντρέπονται να το φανερώσουν οι ίδιοι και αυτήν την στροφή των 180ο την εμφανίζουν οι ίδιοι μόνον μετά απ’ την τρανή απόδειξη ότι πράγματι δεν μπορεί παρά να είναι μία αληθινή παρουσία η συνάντηση τους μαζί Του.

Εάν αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν να πουν μια απάτη, δεν θα απέφευγαν να φανερώσουν όλους τους ενδοιασμούς τους οποίους είχαν; Δεν θα απέφευγαν να διακηρύξουν σ’ όλα τα πέρατα τής γης και να το γράψουν σ’ όλα τα Ευαγγέλια ότι ήσαν οι ίδιοι εκείνοι που αμφισβητούσαν, εκείνοι που δεν ήθελαν να πιστέψουν, εκείνοι που παρουσίαζαν επιχειρήματα, εκείνοι που έλεγαν ότι επρόκειτο για λήρο, για μια συναρπαγή, για ένα ψέμα, αυτές οι διηγήσεις για την εμφάνιση τού Χριστού και πώς αυτά τα πρόσωπα τώρα, τα τρομαγμένα, τα περίτρομα έρχονται όχι μονάχα να το διακηρύξουνε μπροστά στους δυνατούς τής γης, μπροστά στους ισχυρούς και μπροστά στους ενόπλους, που ήταν έτοιμοι να τους συντρίψουν, αλλά και δίνουν μετά από διωγμούς και μετά από βασανιστήρια, άκαμπτοι όλοι, χωρίς εξαίρεση την ζωή τους για μια τέτοια απάτη;

Όπως λέει, πολύ σωστά, ένας Γάλλος, ο Goguel, «είναι αδύνατον για ένα ψέμα να υποβληθεί κανείς σε διωγμούς και να δώσει την ζωή του με βάσανα και με τυρρανισμούς». Το ψεύδος το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος δια να αποφύγει τον διωγμό όχι δια να τον υποστεί. Ώστε λοιπόν, το όλο κήρυγμα τής Εκκλησίας, στηρίζεται επάνω στη διαβεβαιώσει για την Ανάσταση. Και πρέπει να πούμε ακόμα και θάπρεπε να το πούμε ίσως πρώτο απ’ όλα, ότι αυτήν την διαβεβαιώσει για την Ανάσταση την έδωσε ο ίδιος ο Χριστός. Το είπε σαφέστατα και το διακήρυξε και το υπεστήριξε.

Και πώς είναι δυνατόν, αυτόν που όχι απλώς εκήρυξε, αυτόν ο οποίος έζησε από το κήρυγμα, αυτόν ο οποίος χωρίς καμία αμφισβήτηση ανέβηκε πάνω στον Σταυρό γι’ αυτό το κήρυγμα, πώς είναι δυνατόν αυτόν τον άνθρωπο να τον θεωρήσουμε σαν ένα απατεώνα, ο οποίος σκηνοθετεί την ταφή Του, ο οποίος σκηνοθετεί την Ανάσταση Του;

Τώρα αφού μιλήσαμε για την απόλυτο αξιοπιστία των εμφανίσεων τού Χριστού που είναι η δεύτερη κατηγορία των αμφισβητήσεων, θα έλθουμε στην 3η κατηγορία που εύκολα ανατρέπεται, δηλ. σχετικά με τον κενό τάφο.

Η αμφισβήτηση του κενού τάφου
Η πρώτη αμφισβήτηση για τον κενό τάφο είναι εκείνη η οποία παρουσιάζεται μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται η κουστωδία και αναγγέλλει στους αρχιερείς πάντα τα γενόμενα: τον σεισμό που έγινε και την ένδοξη Ανάσταση τού Χριστού. Και τι λένε οι αρχιερείς; Τους έδωσαν λέει αργύρια ικανά και τους είπαν να διαδώσουν ότι «αυτών κοιμωμένων έκλεψαν οι μαθηταί το σώμα». Αυτή βέβαια η απλή ανατροπή αυτής τής εκδοχής είναι εκείνη η φράσις ότι «αν εκοιμώντο πώς είδαν τι έγινε;» ότι δηλ. έφυγε το σώμα απ’ εκεί. Και «αν δεν εκοιμώντο πώς άφησαν αυτοί οι στρατιώτες τους μαθητές να πάρουν τον Κύριο;»

Τώρα η άλλη σκέψις είναι ότι το σώμα δεν το απεμάκρυναν οι μαθηταί, αλλά το απεμάκρυναν οι αρχιερείς και αυτό για να μη γίνει ο τάφος σημείο προσκυνήματος των οπαδών τού Χριστού. Αλλά και δω πάλι αυτό είναι τελείως αδιανόητο και ξένο προς την λογική. Ξέρουμε ότι λίγες ημέρες μετά εδέχθησαν κατά πρόσωπο, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους εκείνη την αυστηρότατη κατηγορία τού Πέτρου ότι «απέκτειναν τον αρχηγό τής ζωής ον ο Θεός ήγειρε εκ νεκρών». Και έτσι ο Πέτρος δημιούργησε χιλιάδες πιστών απ’ την ημέρα εκείνη και όλοι οι απόστολοι εν συνεχεία.

Πόσο απλό θα ήταν να αποστομώσουν στη γένεσή του το Χριστιανικό κήρυγμα οι αρχιερείς, παρουσιάζοντας το πτώμα τού Χριστού το οποίο είχαν κρύψει! Αμέσως αυτό θα έπαυε για πάντα στο ξεκίνημά της αυτήν την κίνηση, η οποία αδιάκοπα αφαιρούσε οπαδούς από το Συνέδριο των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Θα σταματούσαν αυτήν την βλάσφημη αίρεση παρουσιάζοντας το σώμα τού Χριστού και θα απεδείκνυαν εύκολα, και ήταν στο χέρι τους να το κάνουν, ότι πρόκειται για μια πλάνη.

Ο Αρχιδικαστής τής Αγγλίας, (όπως θα λέγαμε σε μας ο Πρόεδρος τού Αρείου Πάγου), λόρδος Darling, συνοψίζει αυτόν τον έλεγχό του νομικώς πάνω στις ενδείξεις για την Ανάσταση τού Χριστού με τα ακόλουθα λόγια, τα οποία είναι τόσο αυθεντικά ώστε δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτε άλλο:

«Εμείς λέει σαν Χριστιανοί καλούμαστε να παραδεχθούμε πολλά μόνον με την πίστη. Το βασικό θέμα, εάν δηλ. ο Ιησούς Χριστός ανέστη απ’ τους νεκρούς ή όχι, πάνω στο οποίο στηρίζεται ότι ο Χριστός ήταν πράγματι εκείνο που διακήρυξε, δεν καλούμεθα να το παραδεχθούμε μόνον με την πίστη. Υπάρχουν για την πεποίθηση αυτή, ότι είναι πραγματικά μια ζωντανή αλήθεια, υπάρχουν τόσο πολυάριθμες ενδείξεις θετικές και αρνητικές απ’ τα γεγονότα και τις περιστάσεις, ώστε κανένα σώμα από νοήμονες ενόρκους στον κόσμο δεν θα εξέφερε άλλη απόφαση παρά ότι η Ανάσταση είναι πράγματι αληθινή. Αλλά για να αποδειχθεί η αλήθεια τής Αναστάσεως πολλοί παρουσιάζουν εκείνο το επιχείρημα, το θετικό εκείνο επιχείρημα, το οποίο πιστεύω ότι είναι πιο πειστικό επιχείρημα για μας τους ανθρώπους που ζούμε σε μία εποχή κατ’ εξοχήν εποχή αρνήσεως, αποστασίας και συγχύσεως. Είναι ακριβώς οι απροσδόκητες και ψυχολογικά και λογικά ανεξήγητες επιστροφές ανθρώπων από την άρνηση και την πεισματική απιστία στην πίστη χάρις στην Ανάσταση τού Χριστού».


Σύγχρονες μεταστροφές απίστων
Υπάρχουν πάρα πολλές, υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιες περιπτώσεις και θα αναφέρουμε μονάχα τις περιπτώσεις διασήμων ανθρώπων τού πνεύματος, οι οποίοι διετέλεσαν άπιστοι και έγιναν πιστοί.

Υπήρχε στην Αγγλία ο Καθηγητής Joad, Καθηγητής τής Φιλοσοφίας από τους πιο γνωστούς, ο οποίος ήταν τόσο πολύ φανατικός στην άρνηση, ώστε δεν άφηνε ευκαιρία, με τον γραπτό λόγο αλλά και με μία σειρά από εβδομαδιαίες ομιλίες στο αγγλικό ραδιόφωνο με τίτλο «ο Joad και ο Θεός», να υποστηρίζη την ανακρίβεια τού Ευαγγελίου. Αυτό έκανε ο Joad μελετώντας ακριβώς την Αγία Γραφή, για να παρουσιάσει επιχειρήματα. Ο ίδιος όμως από μόνος του χωρίς καμία επίδραση πείσθηκε ότι το αντίθετο από όσα κήρυσσε ήτο αλήθεια και σε μεγάλη ηλικία παρουσιάσθηκε αιφνιδίως και είπε ότι «όσα πίστευα ήταν ψέμα», και αγωνίσθηκε σαν τον Θωμά και εκήρυξε σ’ όλο τον κόσμο ότι ο Χριστός είναι πραγματικά ο Κύριος και Θεός. Στον 18ον αιώνα, όπως ανέφερα, είχε φθάσει η άρνηση στο κορύφωμά της. Και στην Αγγλία, λέει ο Montesquieu ότι, εάν ένας άνθρωπος πει σε οποιονδήποτε κύκλο μορφωμένων ανθρώπων ότι πιστεύει, δεν γίνεται υποδεκτός με τίποτε άλλο παρά με γέλια και καγχασμούς.

Την εποχή εκείνη δύο μορφωμένοι νέοι από το Πανεπιστήμιο τής Οξφόρδης έβαλαν για σκοπό τής ζωής τους να συγγράψουν δύο συγγράμματα, για να αποδείξουν ο πρώτος ότι η επιστροφή τού Παύλου δεν οφείλεται σε πίστη, σε αληθινή πίστη, και ο δεύτερος ότι η Ανάσταση τού Χριστού ήτο ψέμα.
Ο πρώτος, ο Λόρδος Lytletton μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα επέστρεψε με ένα κείμενο που απεδείκνυε ότι η συνάντησης τού Παύλου με τον αναστημένο Χριστό είχε πραγματικά συμβεί στο δρόμο τής Δαμασκού. Και ο άλλος, ο Gilbert West έγραψε ολόκληρο σύγγραμμα το οποίο ονομάζει «Παρατηρήσεις επί τής Ιστορίας και των Ενδείξεων τής Αναστάσεως τού Χριστού» και περιέχει μία σωρεία από επιχειρήματα, πολλά περισσότερα από όσα εγώ σας παρουσίασα τώρα, λογικότατα επιχειρήματα για την αλήθεια τής Αναστάσεως.

Θα έχετε ακούσει ίσως ότι το πλέον διάσημο σατυρικό περιοδικό παγκοσμίως είναι το «PUNCH». Επί έτη εκδότης τού Punch υπήρξε ο Muggeridge, πνεύμα οξύ και σκωπτικό, ο οποίος δεν δίσταζε να διακηρύττει την απιστία του. Μια επίσκεψις εν τούτοις εις τους Αγίους Τόπους κατέληξε εις αποτέλεσμα αντίθετο εκείνου το οποίον ανέμενε και επεδίωκε ο Muggeridge. Αντί να κομίσει αποδείξεις ότι η πεποίθησης στο θάνατο και την Ανάσταση τού Ιησού Χριστού είναι ένας μύθος, επέστρεψε με την ακλόνητο πεποίθησιν για την αλήθεια τής Χριστιανικής πίστεως και με μια τέτοια ψυχική μεταστροφή, ώστε έγινε σήμερα ένας από τους κυριότερους ηγέτες τού Χριστιανικού κινήματος στη Μ. Βρετανία. στο περίφημο «Φεστιβάλ τού Φωτός». Στην πολυάριθμη αυτή συγκέντρωση στην Πλατεία TRAFALGAR τού Λονδίνου, ο Muggeridge ήταν εκείνος ο οποίος καυτηρίασε και κάλεσε σε αφύπνιση και αγώνα εναντίον τής χυδαιότητας και τής παρακμής εις την οποίαν οδηγεί η απιστία.

Ίσως όμως πραγματικά για εκείνον που θέλει να κουράσει την σκέψη του, αυτό είναι πραγματικά ανάγκη γύρω από το θέμα αυτό, ίσως το πιο χαρακτηριστικό λογικό μνημείο είναι το έργο του νομικού Morison. Αυτός από μικρή ηλικία, από παιδική ηλικία είχε διαβάσει από τους Κριτικούς τής Γερμανικής Σχολής, την Κριτική τής Αγ. Γραφής. Και είχε πλούσια οπλιστεί με επιχειρήματα κατά τής Χριστιανικής Θρησκείας και ξεκίνησε με τα επιχειρήματα αυτά να γράψει ένα βιβλίο που πραγματικά, λογικά θα έπειθε τον καθένα, ότι η Ανάστασις δεν είχε πραγματοποιηθεί. Και καθώς άρχισε να γράφει αυτό το βιβλίο, βρήκε ότι ήταν αδύνατο το βιβλίο αυτό να γραφή. Και όχι μονάχα ήταν αδύνατο να γραφή αλλά οι σκέψεις και τα λόγια τα οποία έγραφε οδηγούσαν τελείως στον αντίθετο στόχο.

Λέει ο ίδιος: «Η δύναμις των περιστάσεων με ανάγκαζε να γράφω κάτι το τελείως αλλιώτικο, όχι γιατί τα ίδια τα γεγονότα τα οποία μελέτησα άλλαξαν, γιατί είναι οριστικά αποτυπωμένα στις σελίδες τής ανθρώπινης ιστορίας, αλλά γιατί η ερμηνεία των γεγονότων αυτών είχε μέσα μου υποστεί μία μεταβολή εξ αιτίας τής επιμονής αυτών των ιδίων των γεγονότων».

Ο συγγραφέας ανακάλυψε μία ημέρα ότι όχι μονάχα δεν μπορούσε να γράψει το βιβλίο που είχε σχεδιάσει αλλά και ότι αν ήθελε, δεν μπορούσε. Και από αυτήν την προσπάθεια προέκυψε το πασίγνωστο βιβλίο τού Morison «Ποιος εκύλισε τον λίθο;» που έχει κυκλοφορήσει σε εκατομμύρια αντιτύπων και αποτελεί πραγματικά ένα μνημείο λογικής εργασίας όπου παίρνει όλες τις διεξόδους τής αμφιβολίας και τους κόβει τον δρόμο με τις ίδιες τις μαρτυρίες τής Αγ. Γραφής και με την λογική επάνω σ’ αυτές δέχεται να ασκήσει το έργο τής αμφισβητήσεως και που αποτυγχάνει.

Δίπλα σ’ αυτούς τους διανοουμένους θα ήτανε πραγματικά παρά πολύ τολμηρό να πω δυο λόγια για τον εαυτό μου.

Το λέω με απόλυτη συναίσθηση για την διαφορά σε ανάστημα και την διαφορά σε κύρος που με χωρίζει απ’ αυτούς. Όμως το χρωστώ σε σας, και το κάνω για πρώτη φορά, το χρωστώ σε σας που είσαστε τα αδέλφια μου, με τα οποία ζω τόσο έντονα την ζωή τού Πανεπιστημίου, να σας μαρτυρήσω, ότι έζησα τα τελευταία χρόνια τής γυμνασιακής μου ζωής και σχεδόν όλα τα χρόνια τής ζωής μου σαν φοιτητής μέσα στην άρνηση και στην αμφιβολία. Και να σας πω ότι δέχθηκα, μετά από πάρα πολλή μελέτη, το μήνυμα τής Αναστάσεως σαν αληθινό και όλη μου η ζωή, δεν είναι από μία σκοπιά, τίποτε άλλο, παρά ένα πύρωμα επάνω στην ακρίβεια τού κηρύγματος τής Αναστάσεως. Και έχω να σας πω ότι ούτε μια στιγμή, ούτε μια παρατήρησης μέσα στη ζωή μου, δεν παρέλειψε παρά να επιβεβαιώσει την αλήθεια τού κηρύγματος τού Ευαγγελίου, την αλήθεια τής Αναστάσεως τού Χριστού. Είναι αδύνατον λογικά, είναι αδύνατον ψυχολογικά να ζήσω ούτε μία στιγμή, μη πιστεύοντας στην Ανάσταση τού Χριστού. Και θέλω να καλέσω, σαν αδελφός προς αδελφούς, τον καθένα από σας, αν αυτό δεν έχει ολοκληρωτικά συμβεί στην ζωή σας, να πάρει την θέση αυτή και να δεχθεί απροκάλυπτα, τίμια, χωρίς φόβο, την Ανάσταση τού Χριστού σαν ένα γεγονός. Και να με βρει, αν θέλει, να συζητήσουμε, αν θέλει και να χαρούμε μαζί τα όσα θα επακολουθήσουν απ’ αυτό το άνοιγμα τής ψυχής στην Ανάσταση τού Χριστού.

Σας ευχαριστώ πολύ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Π. Τρεμπέλα: Ιησούς από Ναζαρέτ, Αθήναι, 1955.
2. Ε. Θεοδώρου: Η αιωνία αλήθεια, Αθήναι, 1960.
3. Ι. Αγαπίδη: Ο Ιησούς ενώπιον τής Ιουδαϊκής και Ρωμαϊκής δικαιοσύνης, Θεσσαλονίκη, 1969.
4. R. GUARDINI: Ο Κύριος, Ελλ. Μετάφρασις, Αθήναι, 1956, Τόμος Γ΄.
5. P. BARBET: LA PASSION DE JESUS CHRIST SELON DE CHIRURGIEN, RILLEN ET CIE, ISSOUDUN, 1950.
6. τού ιδίου: A DOCTOR AT CALVARY, P.J. KENNEDY, NEW YORK, 1953.
7. PR. J.N.D. ANDERSON: CHRISTIANITY THE WITNESS OF HISTORY, TYNDOLE PRESS LONDON, 1969.
8. τού ιδίου: EVIDENCE FOR THE RESURECTION, INTERVARSITY, PRESS LONDON, 1968.
9. F. MORISON: WHO MOVED THE STONE, BARNES AND NOBLE, NEW YORK, 1962.
10. J/YOUNG: THE CASE AGAINST CHRIST, FALCON BOOKS, LONDON, 1962.
11. K.N. TAYLOR: IS CHRISTIANITY CREDIBLE? INTERVARSITY PRESS, 1970.

Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφυρίου, ὅπως τά ἔζησα μιά Τρίτη Διακαινησίμου στό κελλάκι του.
Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρεκάλεσε νά μή φύγω. Κάθησα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεββάτι του. Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του.
Μέ ρώτησε:
- Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν…»;
- Ναί, γέροντα, τό ξέρω.
- Πές το.
Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα:
«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν˙ καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον».
- Τό κατάλαβες;
- Ἀσφαλῶς τό κατάλαβα.
Νόμισα πώς μέ ρωτάει γιά τήν ἑρμηνεία του.
Ἔκανε μία ἀπότομη κίνηση τοῦ χεριοῦ του καί μοῦ εἶπε:
- Τίποτε δέν κατάλαβες, βρέ Γιωργάκη! Ἐσύ τό εἶπες σάν βιαστικός ψάλτης… Ἄκου τί φοβερά πράγματα λέει αὐτό τό τροπάριο: Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του δέν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα ποτάμι, ἀπό ἕνα ρῆγμα γῆς, ἀπό μιά διώρυγα, ἀπό μιά λίμνη ἤ ἀπό τήν Ἐρυθρά θάλασσα. Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα χάος, ἀπό μία ἄβυσσο, πού ἦταν ἀδύνατο νά τήν περάσει ὁ ἄνθρωπος μόνος. Αἰῶνες περίμενε ὁ κόσμος αὐτό τό Πάσχα, αὐτό τό πέρασμα.
Ὁ Χριστός μᾶς πέρασε ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Γι’ αὐτό σήμερα «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τήν καθαίρεσιν». Χάθηκε ὁ θάνατος. Τό κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τήν «ἀπαρχή» τῆς «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου», τῆς ζωῆς κοντά Του.
Μίλαγε μέ ἐνθουσιασμό καί βεβαιότητα. Συγκινήθηκε.
Σιώπησε γιά λίγο καί συνέχισε πιό δυνατά:
- Τώρα δέν ὑπάρχει χάος, θάνατος, νέκρωση, Ἅδης. Τώρα ὃλα εἶναι χαρά, χάρις στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀναστήθηκε μαζί Του ἡ ἀνθρώπινη φύση. Τώρα μποροῦμε κι ἐμεῖς νά ἀναστηθοῦμε, νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του… Τί εὐτυχία ἡ Ἀνάσταση!
«Καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον». Ἒχεις δεῖ τά κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη νά χοροπηδοῦν πάνω στό γρασίδι; Νά τρῶνε λίγο ἀπό τή μάνα τους καί νά χοροπηδοῦν ξανά; Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα, τό χοροπήδημα. Ἒτσι ἒπρεπε κι ἐμεῖς νά χοροπηδοῦμε ἀπό χαρά ἀνείπωτη γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας καί τή δική μας.
Διέκοψε καί πάλι τόν λόγο του. Ἀνέπνεα μιά εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα.
-Μπορῶ νά σοῦ δώσω μιά συμβουλή; συνέχισε.
Σέ κάθε θλίψη σου, σέ κάθε ἀποτυχία σου, σέ κάθε πόνο σου, νά συγκεντρώνεσαι μισό λεπτό στόν ἑαυτό σου καί νά λές ἀργά-ἀργά αὐτό τό τροπάριο. Θά βλέπεις ὅτι τό μεγαλύτερο πρᾶγμα στή ζωή σου -καί στή ζωή τοῦ κόσμου ὅλου- ἔγινε. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία μας. Καί θα συνειδητοποιεῖς ὅτι ἡ ἀναποδιά πού σοῦ συμβαίνει εἶναι πολύ μικρή γιά νά χαλάσει τή διάθεσή σου.
Μοῦ ʹσφιξε τό χέρι, λέγοντας:
-Σοῦ εὔχομαι νά «σκιρτᾶς» ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος, «ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων».
Ψάλλε τώρα καί τό «Χριστός Ἀνέστη»...

Γεώργιος Παπαζάχος
Καθηγητής Ιατρικῆς Σχολῆς
Ἐπιστολή στό περιοδικό Σύναξη

 

Μία εκπληκτική απάντηση! Το φίδι,το κεφάλι & η ουρά...

(Αγίου Γρηγορίου Νύσσης Λόγος εις την Γέννησιν του Χριστού, εκδ. ΕΠΕ τόμ. 10 σελ 335)

"...Ὅταν εἶχαν ξεκλίνει ὅλοι καί εἶχαν ἐξαχρειωθεῖ (Ψαλμ. 13, 2), ὅταν ἡ ἁμαρτία εἶχε ἁπλωθεῖ παντοῦ (Ρωμ. 3, 3), ὅταν περίσσευε ἡ ἀνομία, ὅταν ὁ ζόφος τῆς κακίας ἔφτασε στό ἀκρότατο ὅριο, τότε φάνηκε ἡ χάρη, τότε ἀνέτειλε ἡ ἀκτίνα τοῦ ἀληθινοῦ φωτός ἐπάνω μας. Τότε φάνηκε ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης σ᾿ ἐκείνους πού κάθονταν στό σκότος καί στή σκιά τοῦ θανάτου (Ἠσ. 9, 2), τότε τσάκισε τίς πολλές κεφαλές τοῦ δράκοντα πατώντας τον μέ τό πόδι του καί συντρίβοντάς τον καί καταπατώντας τον στή γῆ.
Καί κανένας, βλέποντας τά τωρινά κακά, νά μή νομίζει ὅτι ὁ λόγος ψεύδεται πού λέει ὅτι ὁ Κύριος ἔλαμψε σάν ἥλιος στή ζωή μας κατά τούς τελευταίους καιρούς.
Θά πεῖ ἴσως ὁ ἀντιρρησίας, ὅτι αὐτός πού περίμενε τούς καιρούς γιά νά φανερωθεῖ ἡ κακία, νά αὐξηθεῖ καί νά τήν ἀποσπάσει ἀπό τή ρίζα, εἶναι φυσικό ὅτι θά τήν ἔχει καταλύσει ὁλόκληρη, ὥστε νά μήν ἔχει μείνει κανένα ἀπομεινάρι της στή ζωή μας. Ὅμως τώρα γίνονται μέ τόλμη καί φόνοι καί κλοπές καί μοιχεῖες καί τά χειρότερα κακουργήματα.
Ἀλλά αὐτός πού διαπιστώνει αὐτό τό πράγμα ἄς λύσει τήν ἀμφιβολία του μέ ἕνα παράδειγμα ἀπό τά γνωστά.
Ὅπως δηλαδή ὅταν σκοτώνομε κάποιο ἑρπετό, βλέπομε ὅτι δέν πεθαίνει ὅλο τό φίδι μαζί μέ τό κεφάλι, ἀλλά, ἐνῶ τό κεφάλι ἔχει πεθάνει, τό ὑπόλοιπο σῶμα εἶναι ζωντανό καί δείχνει τό θυμό του, χωρίς νά ἔχει στερηθεῖ τή ζωτική δύναμη, ἔτσι κι αὐτός πού σκότωσε τό δράκοντα.
Ὅταν τό θηρίο μεγάλωσε αὐξημένο σέ κάθε μιά ἀπό τίς γενιές τῶν ἀνθρώπων συντρίβοντάς του τήν κεφαλή, δηλαδή τή δύναμη πού ἀναιρεῖ τά καλά καί ἔχει τά πολλά κεφάλια, δέν ἔκανε πιά κανένα λόγο γιά τό ὑπόλοιπο σῶμα, ἐπιτρέποντας νά ἀπομείνει ἡ κίνηση μέσα στό νεκρό θηρίο ὡς ἀφορμή ἄσκησης γιά τούς μεταγενέστερους.
Ποιό εἶναι λοιπόν τό κεφάλι πού συντρίφτηκε; Ἐκεῖνο πού ἔφερε στή ζωή τό θάνατο μέ τή ἁμαρτωλή συμβουλή, πού μέ τό δάγκωμά του στάλαξε στόν ἄνθρωπο τό θανατηφόρο δηλητήριο.
Αὐτός λοιπόν πού κατάλυσε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου, σύντριψε τή δύναμη τῆς κεφαλῆς τοῦ φιδιοῦ, ὅπως λέει ὁ προφήτης. Τό ὑπόλοιπο ὅμως σῶμα τοῦ θηρίου σκορπισμένο μέσα στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται μέσα στίς κινήσεις τῆς κακίας, σκληραίνει ἀδιάκοπα τή ζωή μας μέ τά λέπια τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ δύναμή του βέβαια εἶναι πιά νεκρή, ἀφοῦ ἀχρηστεύθηκε τό κεφάλι. Ὅταν περάσει ὅμως ὁ καιρός καί ἀκινητοποιηθοῦν τά κινούμενα κομμάτια κατά τή συντέλεια τῆς ζωῆς αὐτῆς πού προσδοκοῦμε, τότε καταργεῖται ἡ οὐρά καί τό τελευταῖο τμῆμα τοῦ ἐχθροῦ, κι αὐτό εἶναι ὁ θάνατος.
Κι ἔτσι θά πραγματοποιηθεῖ ὁ πλήρης ἀφανισμός τῆς κακίας, ἀφοῦ θ᾿ ἀνακληθοῦν ὅλοι μέ τήν ἀνάσταση στή ζωή. Οἱ δίκαιοι θά μετοικήσουν ἀμέσως στήν οὐράνια μακαριότητα, ἐνῶ οἱ ἔνοχοι ἁμαρτημάτων θά παραδοθοῦν στή γέεννα"....

(οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Πηγή: http://www.imaik.gr

Φ. Κόντογλου

Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ᾿ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ᾿ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε, δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.

Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦμε τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»…

Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα; …Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ᾿ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε.

Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας… Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας». Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωμᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».

Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν᾿ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μαζί του. Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε. Χριστὸς ἀνέστη!

Πηγή: http://www.imaik.gr

Πηγή: http://www.imaik.gr

Fr. Lev Gillet
«…Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα ᾿Εμμαούς … Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς…» (Λουκ. κδ΄, 13-15)

Ἀξίζει πράγματι νὰ μελετήσουμε, νὰ ἐξετάσουμε καλύτερα τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πλησίασε τὸν Κλεόπα καὶ τὸν ἄλλο μαθητὴ καθ’ ὁδὸν πρὸς Ἐμμαούς.

Τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια περιγράφουν πολλοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους πλησίαζε ὁ Χριστὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἢ οἱ ἄνθρωποι ἔσπευδαν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστό. Κάποιες φορές, οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν πρὸς τὸν Χριστό. Κάποιες ἄλλες, ὁ Χριστὸς πηγαίνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους· τοὺς πλησιάζει κατὰ πρόσωπο, ἄμεσα. Ἄλλοτε, ὁ Χριστὸς προχωρεῖ μὲ δική του πρωτοβουλία, εἰσέρχεται, παρεμβάλλεται στὸ δρόμο τους, στὴν πορεία τῆς ζωῆς τους, καὶ τοὺς περιμένει. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς, καθήμενος «ἐπὶ τοῦ φρέατος τοῦ Ἰακὼβ» προσκαρτεροῦσε, ἀνέμενε τὴν Σαμαρείτιδα νὰ ἔλθει.

Στὴ περίπτωση τῶν μαθητῶν, ποὺ «ἐπορεύοντο εἰς Ἐμμαούς», ἡ προσέγγιση εἶναι διαφορετική. Ἡ περικοπὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε νὰ τοὺς πλησιάση κατὰ πρόσωπο, ἐμπρός τους· ὅτι δὲν βάδιζε πρός ἀντίθετη κατεύθυνση, ὥστε νὰ ἔλθη πρὸς συνάντησή τους. Ἔτσι, οἱ μαθητές δὲν τὸν εἶδαν νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ κάποια ἀπόσταση. Φαίνεται σαφῶς ὅτι ὁ Χριστός, βαδίζοντας πίσω τους σέ κάποια ἀπόσταση, τελικά ἐπετάχυνε τὸ βῆμα του καὶ τοὺς πλησίασε. Ἀρχικά, βάδιζε δίχως νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ μαθητές ὅτι τοὺς συνώδευε, ἕως ὅτου τοὺς πλησίασε τόσο, ὅσο νὰ ἀκούει τὸν ἦχο τῆς συνομιλίας τους. Τέλος, τοὺς πρόφθασε καί, φθάνοντας στό πλευρό τους, ἔλαβε εὐθὺς μέρος στὸ διάλογο, στὴ συζήτηση ποὺ εἶχαν.

Ἡ προσέγγισή Του δὲν ἦταν μόνο τοπική, ἀλλὰ καὶ πνευματική. Ὅπως τοὺς πλησίαζε, ὁ Ἰησοῦς ἀντελήφθη ὅτι ἦσαν «σκυθρωποί», θλιμμένοι δηλαδὴ καὶ στενοχωρημένοι. Νομίζω ὅτι, τὶς περισσότερες φορές, ὁ Χριστὸς πλησιάζει ὄχι τόσο τὰ σώματα ἀλλὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων· καὶ τὶς πλησιάζει μὲ ἕνα τρόπο ἀνάλογο ἐκείνου, ποὺ πλησίασε τοὺς μαθητές κατὰ τὴν πορεία τους πρὸς Ἐμμαούς.

Κάποιοι ἄνθρωποι συναντοῦν τὸν Ἰησοῦν «κατὰ πρόσωπον»· Τὸν γνωρίζουν λίγο ἕως πολύ· γνωρίζουν πῶς νὰ ἀπευθυνθοῦν πρὸς Αὐτόν, καὶ ἔχουν μάθει νὰ ἀντιλαμβάνωνται πότε Ἐκεῖνος ἀπευθύνεται πρὸς αὐτούς. Ὅμως σήμερα, γιὰ τὸν περισσότερο κόσμο, ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας ἄγνωστος. Ἔτσι, ὡς ἕνας ἄγνωστος λοιπόν, τοὺς πλησιάζει προφθάνοντάς τους καθ’ ὁδόν, ὅπως καὶ τοὺς μαθητές πρὸς Ἐμμαούς. Τοὺς πλησιάζει μὲ τέτοιο τρόπο, ὡς νὰ εἶναι κάποιος ἄγνωστος σʼ αὐτούς, ἀλλὰ ἄγνωστος συγγενής τους.

Συνήθως, σκεπτόμαστε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, δίχως νὰ ἔχουμε τὴν παραμικρή πρόθεση νὰ ἀναμείξουμε τὸν Χριστὸ στοὺς συλλογισμούς μας. Καὶ νά, ποὺ ὁ Χριστὸς παρεμβάλλεται στὴ σκέψη μας χωρὶς νὰ τὸ παρατηρήσουμε. Εἰσχωρεῖ στὸ νῆμα τῶν συλλογισμῶν μας, στὰ κύματα τῶν συναισθημάτων μας. Δὲν γνωρίζουμε πῶς βρέθηκε ἐκεῖ, ἀλλὰ λίγο – λίγο συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἕνας καινούριος παράγοντας συμμετέχει στὴ δραστηριότητα τῆς ψυχῆς μας, τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Εἴτε γνωρίζουμε εἴτε δὲν γνωρίζουμε πῶς λέγεται ὁ παράγοντας αὐτός, μᾶς ἐπιβάλλεται· ἀκόμη καὶ ἂν ἀρνούμαστε νὰ δεχθοῦμε ὅσα μᾶς ὑποβάλλει, δὲν μποροῦμε νὰ μὴ τὸν ὑπολογίσουμε.

Μία σκέψη ἢ μία αἴσθηση, ὁποὺ ὁ Χριστὸς μᾶς ἐμπνέει, ἀνοίγουν νέες προοπτικές. Οἱ μαθητές πρὸς Ἐμμαοὺς ἦσαν σκυθρωποὶ καὶ τεθλιμμένοι, ὅση ὥρα βρίσκονταν ἀπορροφημένοι στὶς σκέψεις καὶ τοὺς συλλογισμούς τους. Ὅμως, ὅταν ὁ Κύριος βρέθηκε μεταξύ τους καὶ ἄρχισε τὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, ὅλα ἔγιναν φωτεινά, ὅλα τὰ προβλήματα λύθηκαν, ὅλα εἰρήνευσαν. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ προηγουμένως συζητοῦσαν καὶ ἐπιχειρηματολογοῦσαν ἀτέρμονα, ἔπαυσαν τώρα. Ὅλες οἱ περιπλοκὲς λύθηκαν, ὅλοι οἱ λαβύρινθοι βρῆκαν διέξοδο, ἐμπρὸς στὴν ἤρεμη βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ μόνος διδάσκαλος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ἐμᾶς. Ὅλοι, κάποιες στιγμές, εἴμαστε προσκυνητές πρὸς Ἐμμαούς, βαδίζοντας μέσα στὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς νύκτας, ὁποὺ ἄρχισε νὰ πέφτει, μὲ τὶς ἀμφιβολίες μας, τὰ ἄγχη μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς ἀντιζηλίες μας, τὶς διεκδικήσεις μας, τὴ νοησιαρχία μας, τὶς καχυποψίες μας, τὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικές μας συγκρούσεις. Ὅμως κάποιος, ποὺ μᾶς παρακολουθεῖ στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, τρέχει, μᾶς προφθάνει, καὶ «συνεμπαίνει» στὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματά μας. Καὶ τότε, μία μεγάλη διαύγεια, μία μεγάλη σαφήνεια καὶ καθαρότητα εἰσβάλλει στὸ νοῦ καὶ στὴ σκέψη μας· μία μεγάλη ἡσυχία κυριαρχεῖ στὴν ψυχή μας. Δὲν γνωρίζουμε ἴσως τὴν ὑπέρτατη ζωντανὴ παρουσία Ἐκείνου, ποὺ διεβεβαίωσε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀνάστασις, ἀλλά, ὅπως καὶ οἱ μαθητές πρὸς Ἐμμαούς, οἱ ὁποῖοι πίεζαν τὸν Κύριο νὰ μὴ φύγει, ἀλλὰ νὰ μείνει μαζί τους, ἡ ψυχή μας ὁλόκληρη κραυγάζει πρὸς τὸν ἄγνωστο αὐτὸν Παντοδύναμο: «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν»…

Πηγή: http://www.imaik.gr

Τον 19ο αιώνα ένας φιλόδοξος Γάλλος, ο Λαρεβεγιέρ-Λεπώ δημιουργεί δική του θρησκεία και οργανώνει κίνημα με το όνομα Θεοφιλανθρωπισμός. Καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες, αγωνίζεται επίμονα, αλλά το κίνημα του δεν ευδοκιμεί.

Πικραμένος κι απογοητευμένος από τη ματαίωση των σχεδίων του, εμπιστεύεται το πρόβλημά του στον μεγάλο και σοφό διπλωμάτη Ταλεϋράνδο. Εκείνος αφού τον άκουσε προσεκτικά, του δίνει μία συμβουλή έξυπνη και πολύ εύστοχη.

- Θα σου υποδείξω εγώ ένα τρόπο που, αν τον εφαρμόσεις , σίγουρα θα στεφθεί με επιτυχία το κίνημά σου. Θα φτιάξεις τη δυνατότερη θρησκεία του κόσμου, θα ξεπεράσεις το Χριστιανισμό και καθετί άλλο. Πρώτα θα κηρύξεις τη θρησκεία σου με πάθος, θα μιλάς με γλώσσα σκληρή, θα ελέγξεις και θα ξεσκεπάσεις κάθε αδικία και παρανομία. Τότε θα σε συλλάβουν, θα σε καταδικάσουν σε θάνατο, θα σε βασανίσουν, θα σε σταυρώσουν κι αφού σ’ ενταφιάσουν, εσύ την τρίτη ημέρα αναστήσου κι έλα να σε δουν. Να είσαι βέβαιος ότι η θρησκεία σου θα επικρατήσει.

Με τήν απάντηση αυτή ο Ταλεϋράνδος ήθελε να πει: Καημένε Λεπώ, το μυστικό της επιτυχίας δεν βρίσκεται στο χρήμα ούτε στη φιλοσοφία ή στην προπαγάνδα αλλά στην ακατάβλητη δύναμη της Αναστάσεως.

Σήμερα, στη σύγχρονη και πολιτισμένη κοινωνία που ζούμε, η ανάσταση του Χριστού πολεμείται από δύο ύπουλους εχθρούς: τον ευδαιμονισμό και την ύβρη, τα δύο πρόσωπα του αντίχριστου. Η Εκκλησία όμως με κεφαλή τον αναστημένο Ιησού οπλίζει τα μέλη της με την πνευματική πανοπλία, ώστε να διεξάγουν τον αγώνα νικηφόρα.

Στεργίου Ν. Σάκκου, «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος»

Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να αγαπάει τα γέλια και να θέλει να γελοιοποιεί τους άλλους, να μην πιάνεις φιλία. Γιατί θα σε κάνει να συνηθίσεις στην ψυχική ατονία. Σε κείνο πού ή ζωή του είναι διεφθαρμένη, μη δείχνεις ιλαρό πρόσωπο φυλάξου όμως καλά μήπως τον μισήσεις. Και αν θελήσει να μετανοήσει, βοήθησε τον και φρόντισε τον, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή σου, να σωθεί. Εάν όμως είσαι πνευματικά ασθενής, μην τολμήσεις να γίνεις γιατρός του. Μπροστά σε άνθρωπο πού έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και έχει την αρρώστια να προσέχεις πολύ πώς θα μιλήσεις. Γιατί ενόσω μιλάς, αυτός εξηγεί μέσα του τα λόγια σου όπως αγαπά και από τα αγαθά σου λόγια παίρνει αφορμή και σκανδαλίζει τους άλλους. Και αλλάζει το νόημα των λόγων σου μέσα στο μυαλό του σύμφωνα με την πνευματική του αρρώστια. Αν δεις κάποιον να έρχεται και να κατηγορεί τον αδελφό του μπροστά σου, κάνε το πρόσωπο σου σκυθρωπό. Έτσι και το έλεος του Θεού θα έχεις και απ' αυτόν θα φυλαχτείς. Και πού είναι η κόλαση πού μας εκφοβίζει από παντού και υπερνικά την αγάπη του Θεού; Ποια κόλαση και ποια γέεννα του πυρός μπορεί να σταθεί μπροστά στη χάρη της ανάστασης, όταν ο Θεός μας αναστήσει εν δόξη από τον άδη και κάνει τούτο το φθαρτό σώμα μας να ντυθεί την αφθαρσία;

Όσοι έχετε διάκριση, θαυμάστε τα μεγαλεία του Θεού. Ποιος όμως έχει τόσο σοφή και αξιοθαύμαστη διάνοια, πού θα μπορέσει να θαυμάσει, όσο αξίζει, τη χάρη του Δημιουργού μας; Η ανταπόδοση των αμετανόητων αμαρτωλών είναι βέβαιη, όμως αντί της δίκαιης ανταπόδοσης ο Κύριος ανταποδίδει την ανάσταση σ' αυτούς πού μετανοούν και, αντί να τιμωρήσει αυτούς πού καταπάτησαν το νόμο του, τους ντύνει με την τέλεια δόξα της αφθαρσίας. Αυτή η χάρη, πού μας ανασταίνει από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερη από εκείνη πού μας δόθηκε, όταν από την ανυπαρξία μας έφερε στην κτιστή ύπαρξη. Δόξα στην άμετρη σου χάρη, Κύριε.

Αγίου Ισαάκ του Σύρου

Καταρχήν να σας πω ότι είμαι μία γυναίκα 60 ετών και καταλαβαίνετε τι βιώματα έχω περάσει μέχρι τώρα στην ζωή μου.
Από μικρό παιδί 4-5 ετών η μητέρα μου, μού μιλούσε για την ζωή του Χριστού. Εγώ μέσα μου τότε σκεφτόμουν, αχ να μπορούσα να ήμουν και εγώ εκεί τότε που ζούσε ο Χριστός! Αργότερα όταν μεγάλωσα τα ξέχασα όλα και το Χριστό Τον είχα βάλει κάπου στην γωνιά του μυαλού μου, βλέπετε είχα αλλά πιο "σοβαρά" να σκεφτώ.
Πέρασαν τα χρόνια και εγώ συνέχιζα την ζωή μου έξω από την Εκκλησία και από τον λόγο του Θεού.

Μέχρι που έφτασε πέρσι το Πάσχα και εντελώς "τυχαία" μού έγινε πρόταση να πάω στα Ιεροσόλυμα.
Χαρά μεγάλη! Επιτέλους θα πήγαινα και εγώ στους Αγίους Τόπους.
Ήθελα και να κοινωνήσω εκεί σαν όλους τους καλούς Χριστιανούς. Φυσικά ήξερα πως πρέπει να εξομολογηθώ πριν την Θεία Κοινωνία. Σιγά όμως που θα πήγαινα σε κάποιον παπά για να πω τις αμαρτίες μου. Είχα μεγάλο φόβο. Κι αν αυτός μετά τις έλεγε; Να γίνω ρεζίλι; Σιγά έλεγα θα κάτσω κάτω από ένα εικόνισμα και θα τα πω στον ίδιο τον Θεό, εξάλλου αυτός τα ξέρει όλα, και έτσι έκανα. Δεν θυμάμαι αν τα είπα και όλα, για να είμαι ειλικρινής.
 Εντάξει, είμαστε έτοιμοι, πάμε λέω, και πήγαμε.
Το Μ. Σάββατο που γίνεται η αφή του Αγίου φωτός καθόμουν μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο υπομονετικά και περίμενα να πάρουμε το φως της Αναστάσεως.
Μέσα μου αντί να προσεύχομαι κοίταζα γύρω μου και έλεγα: Αχ! Τι ωραία να άναβε η δική μου λαμπάδα και να ζηλεύουν όλοι οι άλλοι και εγώ να καμαρώνω.
Αλλά σιγά που θα άναβε η δική μου λαμπάδα. Στεναχωρέθηκα λιγάκι και το προσπέρασα.
Το απόγευμα μάς επέτρεψαν να μπούμε στον Πανάγιο Τάφο.
Σαν όλους τους άλλους μπήκα αφού προηγουμένως είχα μαλώσει με αυτούς που περίμεναν να μπουν και αυτοί με την σειρά τους.
Δεν αισθάνθηκα τίποτα. Έκανα τον σταυρό μου, προσκύνησα και αυτό ήταν όλο.
Στην συνέχεια πήγα να λειτουργηθώ και να κοινωνήσω στον Ναό της Αναστάσεως μπροστά από τον Π.Τ.

Ε, και που κοινώνησα , τι με αυτό; Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω. Γύρισα πίσω στο σπίτι μου ευχαριστημένη που πήγα στα Ιεροσόλυμα και τίποτα άλλο.

Εντελώς "τυχαία" (ύστερα από 2 μήνες από το προσκύνημα μου στην Αγία Γη), μαθαίνω πως υπάρχει ένας πνευματικός, με τον οποίο θα μπορούσα να μιλήσω. Όσοι είχαν πάει Εξομολόγηση μου είπαν ότι αν εξομολογηθείς σε Πνευματικό θα φύγεις άλλος άνθρωπος.
Τότε κάτι άλλαξε μέσα μου, ένα δυνατό έντονο φως χύθηκε και φώτισε όλες μου τις σκοτεινές γωνίες που φύλαγα επτασφράγιστα τα παραπτώματά μου. Για δύο συνεχόμενες εβδομάδες έγραφα ένα-ένα τα ανομήματά μου και κάθε μέρα συμπλήρωνα και κάτι άλλο που μου είχε ξεφύγει. Στο τέλος όταν τα διάβασα όλα όσα είχα κάνει, σιχάθηκα τον εαυτό μου.
Ξεκίνησα λοιπόν με τρεμάμενα πόδια και είπα, "Λοιπόν πάω και ότι γίνει, ας γίνει".
Αν ο Ιερέας με βρίσει, καλά θα μου κάνει, τέτοια που είμαι.

Και τώρα αρχίζει η ΜΕΓΑΛΗ αλλαγή στην ζωή μου.
Εξομολογούμαι με δάκρυα στα μάτια που πηγάζουν βαθιά από μέσα μου δίχως να το επιδιώκω. Απορούσα με τον ίδιο μου τον εαυτό για αυτή μου την αντίδραση. Αφού τελείωσα και έφυγα μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου νόμιζα πως δεν πατούσα στην γη. Πετούσα τουλάχιστον 10 πόντους πάνω από την γη. Το σώμα ήταν ανάλαφρο, αέρινο και η ψυχή μου άδεια από στεναχώριες (που σας πληροφορώ είχα παρά πολλές) κενή, ήμουν ΑΛΛΟΣ  άνθρωπος.

Απορούσα κ έλεγα: "καλά, έτσι νιώθει ο άνθρωπος μετά την εξομολόγηση; Δεν είναι δυνατόν! Και αν ναι, γιατί έχασα τόσα χρόνια από την ζωή μου δίχως να το έχω κάνει νωρίτερα;"
Αυτόματα μου ήρθε η επιθυμία να πιάσω στα χέρια μου κανένα βιβλίο του Αγίου Παϊσίου μπας και ξεστραβωθώ.
Το διάβασα όλο, η ζωή μου άρχισε να αλλάζει, να γίνομαι άλλος άνθρωπος, να φεύγει σιγά σιγά αυτό το εκνευριστικό μόνιμο άγχος που είχα και η κατάθλιψη.
Έγινα πιο χαμογελαστή και άρχισα να λέω τα "καλά" των ανθρώπων και όχι τις "ιδιοτροπίες" τους. Συγχώρεσα όλους όσους με έβλαψαν και ζήτω και εγώ ταπεινά συγγνώμη από όσους έχω αδικήσει ή βλάψει.

Και ως εκ θαύματος μού ξαναγίνεται η πρόταση να ξαναπάω στην Ιερουσαλήμ. Ήταν Ιανουάριος, 7 μήνες από την πρώτη μου εξομολόγηση.
Έφτασα στον Πανάγιο Τάφο για δεύτερη φορά. Όση ώρα περίμενα για να μπω μέσα, το μυαλό μου είχε κολλήσει και δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Καμμία προσευχή, το μόνο που έλεγα συνέχεια μέσα μου λες και είχε κολλήσει η βελόνα ήταν: "Κύριε Ιησού Χριστέ συγχώρεσέ με και ελέησέ με ".
Επιτέλους, φτάνω στην πόρτα, ρίγος σε όλο μου το κορμί, τρέμω από συγκίνηση, νιώθω το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Κοιτάζω την ταφόπλακα Του Χριστού μας, νομίζω ότι Τον βλέπω εκεί, απλώνω τα χέρια μου για να πιάσω τα πόδια Του -τα καταματωμένα-, να Του τα χαϊδέψω, τα δάκρυά μου τρέχουν βροχή, η Ιερή πέτρα έχει μουσκέψει. Χριστέ μου, λέω, είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω για σένα που έδωσες το αίμα σου και την ζωή σου για να σωθούμε εμείς οι ανάξιοι από της αμαρτίες μας. Χριστέ μου, Θεέ μου, σε ευχαριστώ που με αξίωσες την τρισάθλια ψυχή μου να μπορεί να ασπάζεται τον Άγιο σου Τάφο. Ελέησε όλο τον κόσμο και συγχώρεσέ τον. Το μόνο που σου ζήτω εγώ, δεν είναι υγεία, αλλά φώτισε την σκέψη μου, βοήθησε με να κάνω το θέλημά σου.
Ύστερα, ανηφορήσαμε για τον Γολγοθά. Κόσμος πολύς από κάθε γωνιά του κόσμου.
Άλλοι προσευχόντουσαν νοερά με κατάνυξη και άλλοι απλοί τουρίστες που ήρθαν να δουν τα αξιοθέατα.
Αυτοί μιλούσαν δυνατά, κάποιοι άλλοι γελούσαν δίχως να σέβονται καθόλου τον τόπο που βρίσκονταν. Έκλεισα τα μάτια, αισθάνθηκα πως εκείνη την στιγμή ζούσα την σταύρωση του Κυρίου μας ξανά. Έβλεπα τον Χριστό μας στον σταυρό και τους Ιουδαίους να τον κοροϊδεύουν και να τον χλευάζουν.
Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου, δεν προλάβαινα να τα σκουπίσω και έσταζαν στο πάτωμα. Εγώ ξαναζούσα την σταύρωση και οι άλλοι με κοιτούσαν, κάτι έλεγαν μεταξύ τους, και συνέχιζαν να γελούν!
Δεν τους έδωσα σημασία, κοίταζα τον Εσταυρωμένο και Τον παρακαλούσα να τους συγχωρέσει και να τους φωτίσει."Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι "
Τα μεσάνυχτα κάνουν ολονυχτία οι ιερείς του Π.Τ. μαζί με τον Δεσπότη. Κάθισα να παρακολουθήσω τη Θεία Λειτουργία, με μεγάλη ευλάβεια και κατάνυξη.
Όταν ο Δεσπότης είπε: "Τα σα εκ των σων", έγινε σεισμός μέσα μου, έπεσα στα γόνατα και παρακαλούσα τον Κύριο για την σωτηρία του κόσμου.
Βλέποντας το Άγιο Δισκοπότηρο επάνω στην ταφόπλακα, τρελάθηκα.
"Θεέ μου, σε ευχαριστώ που με αξιώνεις να μπορώ να κοινωνήσω το Σώμα και το Αίμα σου! Εγώ η ανάξια δούλη σου, βιώνω τέτοιες στιγμές;"

Όσο κι αν προσπάθησα, πιστεύω πως μόνο ένα 10% κατάφερα να αποτυπώσω από τα συναισθήματά μου επάνω σε αυτό το χαρτί.

 

Αδελφοί μου, συνοψίζοντας, θέλω να σας πω, πως κάνω σύγκριση της προ εξομολογήσεως ψυχής μου και ζωής μου, με την τώρα ζωή μου και βλέπω το πόσο πολύ έχω αλλάξει στις συνήθειές μου ακόμα και στις σκέψεις μου.
Η ψυχή μου έχει αποκτήσει γαλήνη, νόημα και ενδιαφέρον για το υπόλοιπο της ζωής μου.
Εύχομαι, ο Κυρίως ημών Ιησούς Χριστός, να είναι πάντα δίπλα μας και ΠΑΝΤΑ να εξομολογούμαστε.
 
Με πολλή αγάπη,η αδελφή σας Φωτεινή

Η αμμά (=μητέρα) Δαμιανή, η ησυχάστρια, η μητέρα του αββά Αθηνογένους του επισκόπου των Πετρών, μάς διηγήθηκε και μας είπε.
Ήταν κάποιος ηγούμενος στο άγιο όρος του Σινά, ονομαζόμενος Γεώργιος (έζησε κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ), πολύ μεγάλος και ασκητικός. Σε αυτόν τον αββά Γεώργιο το μέγα Σάββατο, ενώ βρισκόταν στο κελλί του, τού ήρθε μια επιθυμία· ήθελα, λέει, να κάνω την αγία Ανάσταση στην αγία πόλη και να μεταλάβω τα άγια μυστήρια στην αγία Ανάσταση του Χριστού του Θεού μας. Όλη λοιπόν την ημέρα έμεινε ο γέροντας στο κελλί του ασχολούμενος με αυτούς τους λογισμούς και προσευχόμενος· μόλις βράδιασε ήρθε ο μαθητής του, λέγοντας.
- Πάτερ, κέλευσον για τον κανόνα.
Ο γέροντας αποκρίθηκε και του είπε.
- Πήγαινε, και την ώρα της αγίας μεταλήψεως έλα εδώ και έρχομαι.
Έμεινε λοιπόν ο γέροντας στο κελλί του.
Όταν έφτασε η ώρα της αγίας κοινωνίας βρέθηκε ο γέροντας μέσα στο ναό της Αναστάσεως κοντά στον επίσκοπο Πέτρο τον μακάριο και του δίνει την αγία κοινωνία μαζί μ’ όλους τους ιερείς.
Βλέποντάς τον ο πατριάρχης, λέει στον Μηνά, τον συγκέλλο του.
- Πότε ήρθε ο αββάς του Σινά;
Αποκρίθηκε ο σύγκελλος.
- Με την ευχή σας, δέσποτα, δεν τον είδα, παρά τώρα μόνο.
Τότε ο πατριάρχης λέει στον σύγκελλο.
- Πες του να μη φύγει. Γιατί θέλω να γευματίσω μαζί του.
Και ο σύγκελλος πήγε και το είπε στο γέροντα. Και αυτός αποκρίθηκε.
- Ας γίνει το θέλημα του Θεού.
Μόλις λοιπόν έγινε η απόλυση και ο γέροντας προσκύνησε το άγιο μνήμα, βρέθηκε στο κελλί του.
Και να ο μαθητής του χτυπά την πόρτα και τού λέει.
- Πάτερ, κέλευσον, έλα να μεταλάβεις.
Και ο γέροντας πήγε στο ναό μαζί με τον μαθητή του και μετέλαβε τα άγια μυστήρια.
Ο αρχιεπίσκοπος Πέτρος λυπημένος γιατί δεν τον άκουσε, μετά τη γιορτή στέλνει στο γέροντα γράμματα και στον επίσκοπο της Φαράν, τον αββά Φώτιο, και στους πατέρες του Σινά για να του φέρουν τον αββά. Μόλις λοιπόν έφτασε αυτός που μετέφερε τα γράμματα και τα έδωσε, έστειλε στον πατριάρχη τρεις ιερείς, τον αββά Στέφανο τον Καππαδόκη, τον μέγα, τον αββά Ζώσιμο και τον αββά Δουλκήτιο, τον Ρωμαίο. Απολογήθηκε ο γέροντας με γράμμα του, λέγοντας.
- Αγιώτατέ μου δέσποτα, μη θεωρήσεις πως καταφρόνησα την εντολή του αγίου αγγελιοφόρου σου.
Έγραψε και αυτό.
- Για να ξέρει η μακαριότητά σου, πως μετά έξι μήνες και οι δυο μας πρόκειται να συναντήσουμε τον Δεσπότη μας Χριστό και εκεί θα προσκυνήσουμε.
Φεύγοντας οι ιερείς και φτάνοντας εκεί δίνουν τα γράμματα στον πατριάρχη. Έλεγαν τότε.
- Πολλά χρόνια έχει που δεν βγήκε στην Παλαιστίνη ο γέροντας.
Έδειχναν και τα γράμματα του Φαράν που επιβεβαίωναν αυτά, ότι περίπου 70 χρόνια έχει ο γέροντας να φύγει από το άγιο όρος του Σινά.
Ο θείος όμως και πράος Πέτρος είχε μάρτυρες όλους τους επισκόπους, που παρευρίσκονταν εκεί, καθώς και τον κλήρο, που έλεγαν.
- Εμείς είδαμε τον γέροντα και όλοι τον ασπαστήκαμε με το άγιο φίλημα.
Μετά λοιπόν τη συμπλήρωση των έξι μηνών αναπαύτηκαν ο γέροντας και ο πατριάρχης, σύμφωνα με την προφητεία του γέροντα.

(Πνευματικός Λειμών,Ιωάννου Μόσχου,Φιλοκαλία τομος 2, εκδ. ΕΠΕ, σελ. 247-251)

Όποιος αγαπά τον Χριστό δεν φοβάται τίποτα και κανέναν(Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)

Νώντα Σκοπετέα

 Άβυσσος ο φόβος . Πλημμυρισμένη από το άδηλο , το σκοτεινό , το ταραχώδες . Βυθός απύθμενος,αφώτιστος από του ήλιου τις ακτίνες …Κι η θάλασσα γεμάτη από αθέατες δίνες να σε καταπίνουν …
Ολιγόπιστε γιατί διστάζεις ; γιατί φοβάσαι να προχωρήσεις πάνω στα κύματα; Εδώ είμαι πάντα μαζί σου !
–Φοβάμαι Κύριε , τόσα πολλά είναι αυτά που φοβάμαι , που με ζυγώνουν κάθε στιγμή ! Και όλα ένας φόβος τα σκεπάζει …Του Θανάτου ο φόβος Κύριε ! Η ιδέα του, συνθλίβει την ταραγμένη μου ψυχή ! Λένε οι γύρω μου πως είναι φυσιολογικό και να μην φοβάμαι το να τον φοβάμαι …Δεν έχουν αισθανθεί ούτε αυτοί , ούτε εγώ , πρώτος εγώ Κύριε , τη νίκη της Ζωής ! Δεν ακούσαμε με τον αμετάστρεπτο νου μας την αλήθεια της πίστης μας … Το Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον Πατήσας… Ούτε το μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την Ζωήν …
-Γιατί πέθανε ο παππούς μαμά ; ρώταγε τις προάλλες ένας μικρούλης πάνω από το μνήμα του παππού του …Κι η μάνα του δεν ήξερε τι να του απαντήσει . Σαστισμένη κι εκείνη έψαξε να βρει μια γρήγορη πειστική απάντηση …
-Γιατί ήταν παππούς και ήταν άρρωστος του είπε
…Δεν απάντησε σωστά Κύριε ! Η σωστή απάντηση στην ερώτηση του μικρού γιατί πέθανε ο παππούς, είναι μια και μόνη : Για να ζήσει ! Ζωή αιώνια ! Και το εφόδιό της : Το σώμα και το αίμα του Ζώντος Θεού ! Το γιατρικό του φόβου ! Μόνο το Θεό να φοβόμαστε , να σεβόμαστε ως πανελεύθεροι δούλοι Του και τις αμετανόητες αμαρτίες μας να τρέμουμε . Να αγαπάμε τον Πατέρα μας και να θυσιάζουμε το εγώ μας για την αγάπη και το θέλημα Του . Η αγάπη του Χριστού μας , αυτή που έξω βάλλει τον φόβο … Είναι ύπουλο βουνό ο φόβος , ακανθόσπαρτο με γλιστερές αποτομιές που οδηγούν στην δαιμονική λύπη …Εμπόδιο στην αληθινή χαρά , την Χριστιανική ζωή της ασύγκριτης Χαρμολύπης, στο ασυγκράτητο πέταγμα με αγγελικά φτερά στους ανοιχτούς Ουρανούς της ποθεινής Άνω Πατρίδας…

   Είναι δύσκολο το να τα καταφέρεις . Αδύνατο φαίνεται σε κάποιους που πορεύονται μια ζωή ολάκερη φοβισμένοι και δειλοί και ολιγόπιστοι , έστω κι αν δείχνουν ισχυροί και αγέρωχοι με αμετασάλευτη πίστη
…Δυνατό για το Θεό όμως ! Ας βάλουμε Εκείνον μπροστάρη στον πόλεμο! Για να γίνει ο φόβος του θανάτου μνήμη του σωτήρια . Ο φόβος για το άγνωστο, σιγουριά και ασφάλεια θείας καταφυγής . Ο φοβισμένος άνθρωπος , χαριτωμένος θεραπευμένος από της ψυχής τα τραύματα.Αυτά που ο φόβος ολοένα αφορμίζει.Αυτά που η πίστη και ο Σταυρός καταπραΰνουν και επουλώνουν για πάντα .
  Βαθιά ανάσα , ανοίγω τα μάτια,μπαίνει αέρας,ολόδροσος φρέσκος αέρας μέσα μου.Στην εκπνοή εκβάλλονται μαύρες μνήμες σκοτεινές και συνειρμοί αισθήσεων που σαν να είχαν φωλιάσει ακλόνητοι στα κατάβαθά μου και έσπερναν πανικό σε κάθε μου λογισμό, σε κάθε βαρύ μου βήμα.
 Ανασαίνω και πάλι το καθάριο αεράκι . Στέλνω ψηλά τα όμματα της καρδίας μου και ένα ατρόμητο δυνατό ελέησον ! Μια στιγμή κράτησε η αφοβιά μου . Βοήθησε Κύριε να την ξαναζήσω και έτσι να τελειωθώ ! Κλείνω ξανά τα μάτια . Ηχεί η φωνή Σου μέσα μου : Μη φοβού , μόνο πίστευε !

ΥΓ: Να θυμόμαστε πάντα αυτό που ένας σοφός Γέροντας των ημερών μας λέει : Οι Έλληνες δεν έχουν προδιάθεση κατάθλιψης ! Μόνο μετανοίας !

Απόσπασμα από την εκπομπή με τίτλο : Το γιατρικό του φόβου ( 2 Μέρη )

Ανέστη ο Κύριος όντως! Απάντηση στους αρνητές της Ανάστασης

(Από το βιβλίο: Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα σελ. 548-617)

Α) Αι περί της Αναστάσεως ιστορικαί μαρτυρίαι. 

α) Η μαρτυρία του Παύλου.

Η αρχαιοτέρα γραπτή μαρτυρία περί της αναστάσεως του Ιησού Χριστού ευρίσκεται εις τας επιστολάς του Παύλου, αίτινες, ως γνωστόν, εγράφησαν προ των Συνοπτικών ευαγγελίων. Ποιαν σπουδαιότητα ενέχει η μαρτυρία του Παύλου, ανεπτύξαμεν ήδη εν τω Γ' κεφάλαιω. Περιοριζόμεθα δια τούτο να παρατηρήσωμεν ενταύθα ειδικώτερον, ότι η περί αναστάσεως του Χριστού μαρτυρία του Παύλου καθίσταται επί μάλλον αξιόλογος και σοβαρά δια τους κάτωθι λόγους:
1) Διότι παρουσιάζει την αλήθειαν ταύτην της αναστάσεως ως βάσιν του απόστολικού του κηρύγματος και ως στοιχείον αυτού εκ των ων ουκ άνευ. Αρκεί να ρίψωμεν εν βλέμμα επί των πρώτων στίχων του ιε' κεφαλαίου της Α' προς Κορινθίους επιστολής και θα πεισθώμεν ευθύς περί τούτου. Ομιλεί εκεί ο Απόστολος περί του Ευαγγελίου, ο ευηγγελίσατο τοις Κορινθίοις και εν τω οποίω παρέδωκεν αυτοίς εν πρώτοις, «ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς και ότι ετάφη και ότι εγήγερται τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ων οι πλείους μένουσιν έως άρτι, τινές δε και εκοιμήθησαν, έπειτα ώφθη Ιακώβω, είτα τοις απόστόλοις πάσιν· έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί». Ποιαν σπουδαιότητα απέδιδεν εις το σημείον τούτο του απόστολικού κηρύγματος ο θείος Παύλος, απόδεικνύεται ακόμη και εξ’ οόων ευθύς κατωτέρω διατείνεται, εν στίχοις 12-19, όπου, ως ήδη είπομεν, δεν δυσκολεύεται να διακηρύξη, ότι «ει Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών».
2) Διότι εκ της μαρτυρίας του Παύλου απόδεικνύεται σαφέστατα, ότι το γεγονός της αναστάσεως του Χριστού απετέλει την βάσιν του κηρύγματος και των άλλων Απόστόλων. Καθ' όσον, όταν ο Παύλος διακηρύττη, ότι «είτε ούν εγώ, είτε εκείνοι, ούτω κηρύσσομεν και ούτως επιστεύσατε», επάγων μάλιστα τους λόγους αυτούς ως συμπέρασμα των όσων περί του περιεχομένου του Ευαγγελίου του έγραψε προς τους Κορινθίους (ένθα ανωτ. στίχ. 11), δεν καταλείπει την ελαχίστην αμφιβολίαν περί του ότι τόσον το Ευαγγέλιον το κηρυττόμενον υπό του Παύλου, όσον και το Ευαγγέλιον το υπό των λοιπών Απόστόλων κηρυττόμενον, ήτο εν και το αυτό. Τούτο άλλως τε εμφαίνεται και εκ της προς Γαλάτας επιστολής (κεφ. β' 2 και 9), όπου ρητώς αναφέρεται ότι ο Παύλος μετά δεκατέσσαρα έτη από της επιστροφής αυτού εις Χριστόν ανελθών εις Ιεροσόλυμα εξέθεσε το υπ' αυτού κηρυττόμενον Ευαγγέλιον εις τους δοκούντας, τουτέστιν εις τον Ιάκωβον, εις τον Κηφάν και εις τον Ιωάννην, οίτινες δεξιάς έδωκαν αυτώ κοινωνίας, εύροντες κατά παάτα σύμφωνον προς το υπ’ αυτών κηρυττόμενον Ευαγγέλιον και το του Παύλου Ευαγγέλιον.
Αυτός άλλως τε ο Harnack ([1]) ομολογεί «ότι ανήκει εις τα πλέον βέβαια χριστιανικά γεγονότα, ότι ο απόστολος Παύλος δεν υπήρξεν ο πρώτος θέσας επί της πρώτης γραμμής την σπουδαιότητα του θανάτου του Χριστού και την σπουδαιότητα της αναστάσεώς του, αλλά συνηντήθη εν τη ομολογία ταύτη μετά της αρχεγόνου κοινότητος». «Τα γεγονότα αυτά του θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού ο κύκλος των προσωπικών μαθητών του Ιησού και η πρώτη Χριστιανική κοινότης εκράτουν ως θεμελιώδη». «Επί του διπλού δε θεμελίου των λίθων τούτων εστηρίχθη ολόκληρος η Χριστολογία». «Ότι αι δύο αύται βεβαιώσεις («απέθανε δια τας αμαρτίας ημών και ανέστη δια την δικαίωσιν ημών») υπήρξαν δια την αρχέγονον κοινότητα τα ουσιώδη σημεία της πίστεώς της, ουδεις ακόμη εξεδήλωσεν αμφιβολίαν τινά . Αυτός ο Strauss δεν το αμφισβητεί και ο F. C. Baur αναγνωρίζει ότι η αρχαιοτάτη Χριστιανωσύνη ωκοδομήθη επί της ομολογίας τούτων».
3) Διότι η μαρτυρία του Παύλου βασισθειςα επί της συμμαρτυρίας των αυτοπτών της αναστάσεως παρουσιάζεται π α λ α ι ο τ ά τ η, δυναμένη να αναχθή και εις αυτήν την πρώτην πενταετίαν μετά την ανάστασιν του Ιησού. Και Ιδού πώς. Η Α' προς Κορινθίους εγράφη κατά μεν τους ενωρίτερον χρονολογούντας αυτήν τω 53 μ.Χ., κατά δε τους βραδύτερον τω 57, η εν αυτή δε μαρτυρία αναφέρεται εις προηγούμενον κήρυγμα του Παύλου γενόμενον κατά την πρώτην και επίσκεψιν αυτού εις Κόρινθον, σημειωθειςαν περί το 50 μ.Χ. Ούτω φθάνομεν εις είκοσι περίπου έτη μετά το πάθος του Κυρίου. Αλλ' ως δύναται να συναχθή εκ της μαρτυρίας ταύτης, ο Παύλος είχεν επικοινωνήσει προς τους αυτόπτας της αναστάσεως και από του στόματος αυτών έμαθε τα των εμφανίσεων του αναστάντος Ιησού. Η φράσις «ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ών οι πλείους μένουσιν έως άρτι, τινές δε και εκοιμήθησαν», αποδεικνύει σαφώς και αδιαμφισβητήτως ότι ο Παύλος εγνώρισε καλώς τους πεντακοσίους τούτους αυτόπτας, άρα δε και επεκοινώνησε προς αυτούς. Έχομεν λοιπόν πάντα λόγον να πειθώμεθα, ότι μάρτυς, μάλιστα τόσης περιωπής, οποίος υπήρξεν ο Παύλος, βεβαιών, ότι ο αναστάς Κύριος ενεφανίσθη τω Κηφά και τω Ιακώβω, εφρόντισε να εξακριβώση τούτο εξ’ αυτού του στόματος του Κηφά και του Ιακώβου, τους οποίους άλλως τε συνήντησεν, ως βέβαιοι ο ίδιος, τρία μόλις έτη μετά την επιστροφήν αυτού εις Χριστόν, και επέμεινε προς αυτούς η μέρας δεκαπέντε (Γαλατ. α' 18) ([2]). Λαμβανομένου δε υπ' όψει, ότι η επιστροφή του Παύλου, εάν δεν εγένετο εν έτος μετά την σταύρωσιν του Χριστού, ως διατείνεται ο Harnack ([3]), πάντως όμως εγένετο περί το 36 μ. Χ., η πρώτη συνάντησις του Παύλου προς τους κορυφαίους Αποστόλους συνέπεσε το πέμπτον ή το πολύ το όγδοον από της αναστάσεως του Ιησού έτος ([4]). Ούτω η μαρτυρία την οποίαν δίδει ο Παύλος εις την Α' προς Κορινθίους επιστολήν ανάγεται εις χρόνους παλαιοτάτους και μικρόν της αναστάσεως του Κυρίου απέχοντας.
4) Η εις παλαιοτάτους χρόνους αναγωγή της μαρτυρίας του Παύλου επιμαρτυρείται και εκ της φράσεως «τη τρίτη ημέρα», καθώς και εκ της φράσεως «κ α τ ά τ α ς
γ ρ α φ ά ς», ήτις επαναλαμβάνεται εν αυτή δις. Και είναι μεν αληθές, ότι ισχυρίσθησαν τινές των ορθολογιστών, ότι εκ της φράσεως ταύτης εμφαίνεται, ότι η περί αναστάσεως του Χριστού πίστις του Παύλου προεκλήθη δια των Γραφών, αλλ' ο ισχυρισμός ούτος ελέγχεται ασύστατος, όταν ληφθή υπ' όψει, ότι η αυτή φράσις χρησιμοποιείται υπό του Παύλου προκειμένου και περί του θανάτου του Χριστού («απέθανε... κατά τας γραφάς»). Η φράσις αυτή έχει την αρχήν της εις αυτά τα πρώτα κηρύγματα, τα οποία ο Πέτρος απηύθυνε προς τους Ιουδαίους. Καθώς εμφαίνεται και εξ αυτής της κατά την ημέραν της Πεντηκοστής δημηγορίας του κορυφαίου (Πράξ. β' 24-28), ο Πέτρος αντιληφθεις, ποίαν σημασίαν είχον δια τους Ιουδαίους αι από των Γραφών αποδείξεις, ήδη από της πρώτης αυτού δημηγορίας ταύτης εχρησιμοποίησε το είδος τούτο της επιχειρηματολογίας και απέδειξεν, ότι η ανάστασις του Ιησού Χριστού ήτο σύμφωνος προς τας προρρήσεις των Γραφών. Λόγω δε της συχνής χρήσεως της επιχειρηματολογίας ταύτης και εξ’ αιτίας της ιδιαιτέρας ισχύος αυτής δια τους Ιουδαίους κατά την κρατούσαν μεταξύ των κριτικών γνώμην εν αυτώ τω πρώτω συμβόλω της πίστεως, τω ενωρίτατα ([5]) εν τη εκκλησιαστική χρήσει εισαχθέντι, εβεβαιούτο, ότι ο Χριστός ανέστη κατά τας Γραφάς. Και εκ του αρχεγόνου τούτου συμβόλου λαμβάνει τους πρώτους τούτους στίχους της μαρτυρίας αυτού ο Παύλος, ως εμφαίνεται εκ του ότι ουδαμού αλλαχού χρησιμοποιείται υπ' αυτού η φράσις «κατά τας γραφάς». Είναι εξ’ άλλου αξιοσημείωτον, ότι η φράσις «κατά την γραφήν» απαντά παρά τη επιστολή του Ιακώβου (β' 8), εξ ού εμφαίνεται η Ιεροσολυμιτική προέλευσις αυτής. Αλλά και ο όρος «οι δώδεκα» ουδέποτε χρησιμοποιείται υπό του Παύλου, ο οποίος προτιμά μάλλον τον όρον «οι απόστολοι». Ο όρος «οι δώδεκα» είναι ευαγγελικός και ανάγει ημάς εις την Ιεροσολυμιτικήν παράδοσιν. Αλλ' εάν ο Παύλος εις την Α' προς Κορινθίους μαρτυρίαν αυτού παρεισάγη παράθεσιν εξ αποστολικού συμβόλου, διακηρύττοντος, ότι ο Κύριος απέθανε δια τας αμαρτίας ημών κατά τας γραφάς, ότι έταφη, ότι ανέστη τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και ότι ενεφανίσθη εις τον Πέτρον και εις τους δώδεκα, αποδεικνύεται εκ τούτου, ότι η μαρτυρία αυτού στηρίζεται και επί εγγράφου πηγής, απ' αυτών των πρώτων αυτοπτών του Κυρίου και της αναστάσεως αυτού ελκούσης την καταγωγήν της και εισαχθειςης από των πρώτων ετών της θεμελιώσεως της εκκλησίας εις επίσημον χρήσιν καθ' άπασαν την εκκλησίαν.
5) Αλλά και ο τρόπος, καθ' ον παρέχεται υπό των επιστολών του Παύλου η περί της αναστάσεως του Χριστού μαρτυρία, καθιστά αυτήν οξιολογωτάτην. Διότι ο απόστολος θίγει όλως εν παρόδω, και μόνον διότι άγεται εις τούτο υπ’ αυτής της σειράς του λόγου, το μέγα τούτο της αναστάσεως γεγονός. Δεν πειράται ν' αποδείξη τούτο. Ουδέ καν προσπαθεί να επιβεβαιώση αυτό. Από όλας τας επιστολάς αυτού μόνον εις μίαν, εις την Α' προς Κορινθίους, κρίνει άξιον να ομιλήση ιδιαιτέρως περί του γεγονότος αυτού. Πράττει δε τούτο ουχί διότι υπήρχεν ανάγκη να βεβαιωθώσι περισσότερον οι προς ούς έγραφε Χριστιανοί περί της αληθείας ταύτης, αλλά διότι εσκόπει ν' απόδείξη, ότι τόσον αυτός, όσον και οι λοιποί Απόστολοι, εκήρυττον το αυτό Ευαγγέλιον, να επιβεβαιώση δ' εξ άλλου άλλην τινά αλήθειαν, περί ης αμφέβαλλον πως οι Κορίνθιοι, την αλήθειαν της καθολικής αναστάσεως των νεκρών. Εκ τούτων αποδεικνύεται σαφώς, ότι τόσον ο Παύλος, όσον και εκείνοι προς τους οποίους έγραφεν, ήσαν πλήρως πεπεισμένοι περί του ότι όντως ανέστη ο Κύριος ([6]). Και το συμπέρασμα τούτο εδραιούται περισσότερον, εαν ληφθή υπ' όψει, ότι μίαν εκ των επιστολών αυτού, την προς Ρωμαίους, γράφει προς εκκλησίαν, προς την οποίαν δεν είχεν ο ίδιος κηρύξει, άλλην δε, την προς Γαλάτας, απευθύνει προς εκκλησίας, εις ας κατά σμήνη είχον επιδράμει οι ψευδάδελφοι αναστατούντες τους Χριστιανούς και κλονίζοντες αυτούς από της αληθούς πίστεως. Ενώ λοιπόν εις την προς Ρωμαίους επιστολήν, δια πρώτην φοράν επικοινωνών προς τους εν Ρώμη, ευρίσκεται εις την ανάγκην να εκθέση εν πλάτει το Ευαγγέλιον αυτού, και όχι απλώς να διατυπώση, αλλά και να αποδείξη τας θεμελιώδεις αυτού αληθείας, περί της αληθείας της αναστάσεως του Χριστού δεν θεωρεί επάναγκες να ομιλήση ιδιαιτέρως, προφανώς διότι ουδεμία υπήρχε περί αυτής αμφιβολία καθ' όλον τον χριστιανικόν κόσμον. Εις δε την προς Γαλάτας επιστολήν ομιλεί περί τόσων άλλων ζητημάτων και τόσας άλλας αληθείας δια συλλογισμών πυκνών και συμπαγών αποδεικνύει, μόνον δε δια μίαν αλήθειαν δεν ευρίσκεται εις την ανάγκην να αγωνισθή, δια την αλήθειαν της αναστάσεως του Κυρίου. Τουθ' όπερ αποδεικνύει εμφανώς, ότι ουδέ παρ' αυτοίς τοις Ιουδαΐζουσι Χριστιανοίς ημφεσβητείτο το μέγα τούτο γεγονός! Αλλ' εάν τοιαυτή είναι η πεποίθησις των πρώτων Χριστιανών και εάν, όπως ομολογείται υπό πάντων, επί του θανάτου και της αναστάσεως του Ιησού Χριστού εθεμελιώθη η πρώτη εκκλησία και ωκοδομήθη ολόκληρος ο Χριστιανισμός, τα δύο αυτά γεγονότα πρέπει να είναι ιστορικά και βέβαια. Δεν δυνάμεθα σοβαρώς να υποστηρίξωμεν μετά του Sehmiedel ([7]) ότι «είναι αδιαμφισβήτητον, ότι η εκκλησία εθεμελιώθη ουχί αμέσως επί του γεγονότος της αναστάσεως του Ιησού, αλλ' επί της πίστεως εις την ανάστασίν του και αυτή η πίστις, ειργάζετο μετ' ίσης ενεργείας, αδιάφορον αν η ανάστασις ήτο γεγονός πραγματικόν ή ου». Διότι ως ορθώς παρετήρησεν ο εκ των νεωτεριζόντων (modernistes) καθολικών Εδουάρδος Le Roy ([8]) «παν ό,τι είναι καθαρώς απατηλή χίμαιρα, καθαρώς νοσηρά φαντασιοπληξία, άνευ αξίας τινός αληθείας, δύναται αναμφιβόλως να διεγείρη προς στιγμήν την πίστιν. Αλλά τοιαυτή πίστις δεν είναι οικοδομητική ούτε καρποφόρος εξ επόψεως ηθικής· δεν παράγει ουδέν στερεόν· δεν μεταδίδεται πολύ μακράν· δεν επισυνάγει πολλάς ψυχάς εν μια κοινωνία, ζωοποιούση αυτάς· δεν ανθίσταται εις την φθοροποιόν και διαλυτικήν επίδρασιν του χρόνου, εις την δοκιμασίαν της, κυκλοφορίας της εν τη πρακτική χρήσει. Εξοφλείται πάντοτε εις το τέλος του λογαριασμού δι' αποτυχίας, όπου αποκαλύπτεται ο ψευδής χαρακτήρ της». Μόνον περί της αληθείας δύναται να λεχθή, ότι «ουδέν διαρκέστερον αυτής». Και μόνον περί αυτής ισχύει, ότι «παν όπερ εξυπηρετεί αυτήν, διασώζεται ως κεφάλαιον ασθενές, αλλ' ασφαλές. Ουδέν εν τω μικρώ θησαυρώ της απόλλυται. Τουναντίον παν ό,τι ψευδές καταρρέει. Το ψεύδος δεν θεμελιούται, ενώ το μικρόν οικοδόμημα της αληθείας είναι χαλύβδινον και ανυψούται συνεχώς» ([9]).
6) Τέλος κατά τας λεπτομερείας του περιεχομένου της εξεταζομένη η μαρτυρία αυτή παρουσιάζεται επιβεβαιουμένη πλήρως και υπό της αφηγήσεως των ευαγγελιστών. Διότι μαρτυρεί 1) την εμφάνισιν την γενομένην εις τον Πέτρον, την υπό του Λουκά μαρτυρουμένην, τοποθετών μάλιστα αυτήν εν τη αυτή θέσει, εν τη οποία τοποθετεί αυτήν και ο Λουκάς εν τη σειρά των εμφανίσεων. 2) Την εμφάνισιν προς τους δώδεκα, ήτις και κατά τους τρεις εκ των ευαγγελιστών εγένετο κατά την αυτήν της αναστάσεως ημέραν. Πράγματι η εμφάνισις αυτή μαρτυρείται πρώτον μεν υπό του Λουκά (κδ' 36), επιβεβαιούται δε και υπό της αφηγήσεως της εν τω τέλει του κατά Μάρκον Ευαγγελίου και παρουσιάζεται εξ ολοκλήρου η αυτή προς την υπό του Ιωάννου (κ' 19) αναφερομένην. 3) Άλλην τινά εμφάνισιν συντελεσθειςαν εν μέσω ευρυτάτου κύκλου πιστών, των οποίων ο αριθμός υπερέβαινε τους πεντακοσίους και η οποία πιθανώτατα είναι η υπό του Ματθαίου ιστορουμένη ως λαβούσα χώραν εν Γαλιλαία ([10]). 4) Την εις τον Ιάκωβον, περί της οποίας δεν μαρτυρούσιν οι ευαγγελισταί και 5) Άλλην μίαν ακόμη εμφάνισιν έμπροσθεν όλων των Αποστόλων λαβούσαν χώραν, ιστορουμένην και ταύτην υπό των ευαγγελιστών.
Ούτω πάσαι αι υπό του Παύλου αναφερόμεναι εμφανίσεις, πλην μόνης της προς τον Ιάκωβον γενομένης, αναφέρονται και υπό των ευαγγελιστών. Δεν μνημονεύονται δε υπό του Παύλου μόνον αι εις τας μυροφόρους και εις τους προς Εμμαούς πορευομένους εμφανίσεις· τούτο δε διότι ο απόστολος δεν προτίθεται να παραθέση πλήρη κατάλογον των εμφανίσεων ([11]). Τουναντίον πιθανώτατον παρουσιάζεται ότι ποιείται εκλογήν των εγκυροτέρων εκ των εμφανίσεων, και τοιαύται ήσαν η εμφάνισις εις τον Πέτρον, του οποίου το κύρος εν Κορίνθω ήτο ηδραιωμένον (Α' Κορινθ. α' 12), η εις τους δώδεκα, η εις το σύνολον των πρώτων πιστών ήτοι η εις τους πεντακοσίους, των οποίων οι πλειςτοι επέζων, η εις τον Ιάκωβον, του οποίου το κύρος ήτο μέγα παρά τοις εξ’ Ιουδαίων Χριστιανοίς, η εις τους Αποστόλους πάντας, και τέλος η εις αυτόν τον Παύλον. Τας τρεις άλλας, ως φέρουσας ιδιωτικόν χαρακτήρα και μη γενομένας εις αποστόλους, παραλείπει.
Συμπεραίνοντες παρατηρούμεν και πάλιν δι' ολίγων, ότι είναι εξόχως σπουδαία η υπό των επιστολών του Παύλου παρεχομένη περί της αναστάσεως μαρτυρία, μάλιστα δια τους εξής λόγους:
1) Διότι παρουσιάζει το γεγονός της αναστάσεως στοιχείον του αποστολικού κηρύγματος ουσιωδέστατον και θεμελιωδέστατον, αυτήν την βάσιν του κηρύγματος ουχί ενός αλλά πάντων των Αποστόλων·
2) διότι παρουσιάζει το γεγονός της αναστάσεως μαρτυρούμενον υπό των αυτοπτών (Κηφά, Ιακώβου, πεντακοσίων αδελφών) εις εποχήν παλαιοτάτην και μόλις πέντε ή εξ έτη της σταυρώσεως και της αναστάσεως απέχουσαν·
3) διότι είκοσι μόλις έτη μετά τον θάνατον του Χριστού (οπότε συμπίπτει ο χρόνος της συγγραφής των τεσσάρων επιστολών του Παύλου) παρουσιάζει ολόκληρον την εκκλησίαν από της Ρώμης μέχρι των Ιεροσολύμων και από της Αγκύρας μέχρι της Κορίνθου ομολογούσαν εν ένι στόματι και μια καρδία την μεγάλην αλήθειαν της Αναστάσεως.


β) Αι μαρτυρίαι των Ευαγγελίων.

Είναι βεβαίως περιττόν να είπωμεν, ότι δεν θα επανέλθωμεν ενταύθα επί των επιχειρημάτων, άτινα εν τω Γ' κεφαλαίω παρεθέσαμεν και εκ των οποίων απεδείχθη εμφανέστατα η σπουδαιότης και σοβαρότης των Ευαγγελίων ως συγγραφών και πηγών ιστορικών. Ενταύθα θα εξετασθή ειδικώς η περί της αναστάσεως του Χριστού ευαγγελική μαρτυρία δια να αποδειχθή η αφέλεια, η απλότης, η ειλικρίνεια και η καλή πίστις των εξιστορούντων τα κατά την ανάστασιν εξ’ αυτών τούτων των ευαγγελικών κειμένων αναπηδώσα και αποκαλυπτομένη.

1. Αι κατά τα Ευαγγέλια εμφανίσεις. Κατά τους ευαγγελιστάς ο Ιησούς αναστάς ενεφανίσθη:
1) Εις την Μαγδαληνήν Μαρίαν (Μάρκ. ιστ' 9-11 και Ιωαν. κ' 11-18) και
2) Εις τας μυροφόρους γυναίκας (Ματθ. κη' 9-10) κατά την πρωίαν της Κυριακής.
3) Εις τους δύο μαθητάς, τους εις Εμμαούς πορευομένους, κατά το απόγευμα της αυτής ημέρας (Μάρκ. ιστ' 12-13, Λουκ. κδ' 13-15).
4) Εις τον Σίμωνα Πέτρον ολίγω αργότερον (Λουκ.κδ' 34).
5) Εις τους δεκα Αποστόλους απόυσιάζοντος του Θωμά κατά την εσπέραν της αυτής ημέρας (Μάρκ. ιστ' 14, Λουκ. κδ' 36-43, Ιωαν. κ' 19-25).
6) Εις τους ένδεκα παρόντος και του Θωμά μετά οκτώ ημέρας (Ιωαν. κ' 26-29).
7) Εις επτά αποστόλους παρά την λίμνην της Τιβεριάδος (Ιωαν. κα' 1-23).
8) Εις τους ένδεκα εν τω όρει της Γαλιλαίας, «ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς» (Ματθ. κη' 16)·
και 9) Εις τους αποστόλους πάντας εις Βηθανίαν κατά την ημέραν της αναλήψεως (Μαρκ. ιστ' 19-20, Λουκ. κδ' 50, Πραξ. α’ 6-11), την οποίαν τινές εταύτισαν προς την ως άνω εν Γαλιλαία σημειωθειςαν.

2. Πενιχρότης των ευαγγελικών πληροφοριών. Η πρώτη εντύπωσις, την οποίαν προ πάσης αξετάσεως αυτών παρέχουσιν αι μαρτυρίαι αύται, είναι η πτωχεία και πενιχρότης των πληροφοριών, τας οποίας παρέχουσι δυσαναλόγως προς την σοβαρότητα και σπουδαιότητα, η οποία εξ αρχής απεδόθη υπό των Αποστόλων και της πρώτης εκκλησίας εις το γεγονός της αναστάσεως. Το μόνον επεισόδιον, όπερ εκτίθεται μετά τίνος λεπτομερείας, είναι το της εμφανίσεως του αναστάντος Κυρίου εις τους δύο μαθητάς, τους πορευομένους εις τους Εμμαούς. Ιδιαιτέρως αξιοσημείωτον τυγχάνει ότι περί της ενδόξου ζωής, εις την οποίαν μετά την ανάστασιν εισήλθεν ο Κύριος, δεν αφηγούνται οι ευαγγελισταί παρά ελάχιστα τινά και όλως ανεπαρκή. Η φύσις της ζωής ταύτης, η έκτακτος, η νέα, η απηλλαγμένη των κοινών συνθηκών υπό τας οποίας έζησε πρότερον ο Ιησούς, η όλως άγνωστος εις τους μήπω εισελθόντας εις αυτήν και μετασχόντας ταύτης, περί της οποίας δεν είναι εις θέσιν να σχηματίσωσι σαφή ιδέαν οι εισέτι το φθαρτόν σκήνος του σώματος περιβεβλημένοι θνητοί, εξηγεί πλήρως, διατί εις τας περί αναστάσεως παραδόσεις των αυτοπτών, τας περισωθειςας εις τα ευαγγελικά κείμενα, ευρίσκομεν κάτι το ασαφές, το μη επαρκώς πλήρες ([12]). Αντιλαμβάνονται οι Απόστολοι, ότι βλέπουσι και ακούουσι τον διδάσκαλον· πείθονται, ότι είναι αυτός, διότι συλλαμβάνουσι τας χείρας του και τους πόδας του. Αλλά συγχρόνως κατανοούσιν, ότι η ζωή, την οποίαν ήδη ζη ο διδάσκαλος είναι διάφορος της προτέρας. Και βυθίζονται ούτω εις απορίαν, διότι ο Ιησούς είναι και δεν είναι συγχρόνως ο αυτός προς εκείνον, τον οποίον εγνώρισαν και μετά του οποίου συνέζησαν επί τριετίαν ολόκληρον. Τα χαρακτηριστικά ταύτα των ευαγγελικών περί αναστάσεως αφηγήσεων συντρίβουσι κυριολεκτικώς τον ισχυρισμόν του Α. Meyer ([13]), κατά τον οποίον εγένοντο προσθήκαι εις τας περί αναστάσεως πρωταρχικάς παραδόσεις, επί τω σκοπώ όπως ικανοποιηθώσι νεόφυτοι και νεωστί προσηλυτισθέντες εις την πίστιν απλήστως έχοντες προς το υπερφυσικόν, αλλά και η απολογητική τάσις της πρώτης εν Ιεροσολύμοις κοινότητος, αισθανομένης την ανάγκην να παρουσιάση τας προφητείας πληρωθειςας εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού. Εάν ο ισχυρισμός ούτος ήτο ακριβής, γεννάται το ερώτημα, πώς τόσαι προθέσεις, τόσαι ανάγκαι, τόσαι αιτίαι προς επέκτασιν και διαπλάτυνσιν του αρχικού περί αναστάσεως υλικού, αλλά και τόσαι προσθήκαι και παρεμβολαί γενόμεναι εις αυτό κατέληξαν εις τας τόσον ισχνάς, πτωχάς, βραχείας και τον χαρακτήρα αποσπασμάτων φερούσας αφηγήσεις ([14]); Είναι τόσον πτωχαί και βραχείαι αύται, ώστε πέντε γραμμαί, τας οποίας ο Παύλος γράφει σχεδόν ειπείν εν παρόδω εις την Α' προς Κορινθίους επιστολήν του προσθέτουσιν αρκετά εις το σύνολον των εκ των Ευαγγελίων πληροφοριών. Τοσαυτή ευσυνειδησία και ακρίβεια εκδηλούται εκ μέρους των ευαγγελιστών και τόσον πολύ εμμένουσιν ούτοι εις το να καταγράψωσιν εν τοις Ευαγγελίοις αυτών ό,τι αυτοί και μόνοι είτε αμέσως είτε εξ αυθεντικών πληροφοριών αξιοπίστων αυτοπτών αντελήφθησαν.
Ταύτα περί των μαρτυριών των Ευαγγελίων γενικώς.

3. Συμφωνία ανεπιτήδευτος. άαν ήδη μελετήσωμεν μετά προσοχής τας περί της αναστάσεως ευαγγελικάς αφηγήσεις, διακρίνομεν πρωτίστως, ότι αύται ανεπιτηδεύτως συμπίπτουσιν περί ωρισμένον αριθμόν βεβαίων γεγονότων παρουσιάζουσαι αξιοθαύμαστον συμφωνίαν. Τοιαύτα γεγονότα και σημεία των αφηγήσεων θα ηδύναντο να σημειωθώσι τα επόμενα:

Το πρώτον εκ τούτων κατά τον L. de Grandmaison ([15]) τυγχάνει αρνητικόν μεν, αλλ' εξόχως αξιοσημείωτον. Είναι δε τούτο η έλλειψις χρονολογικής ενδείξεως, εμφαινούσης την ώραν, κατά την οποίαν έλαβε χώραν η ανάστασις, καθώς και η έλλειψις πάσης περιγραφής αυτού του γεγονότος της αναστάσεως. Οι ευαγγελισταί περιορίζονται απλώς να μας είπουν ότι την πρωίαν της Κυριακής ο Ιησούς είχεν αναστή. Ποίαν ώραν της νυκτός εσημειώθη η ανάστασις και πώς το νεκρόν του Κυρίου σώμα εζωοποιήθη και εγκατέλιπε τον τάφον, ουδεις των ευαγγελιστών πειράται να ορίση ή να περιγράψη. Επί γεγονότος δε, το οποίον τόσον ζωηρώς θα προσείλκυε το ενδιαφέρον και την προσοχήν των πρώτων Χριστιανών, εάν πράγματι οι αφηγούμενοι αυτό δεν περιωρίζοντο εις ό,τι εξ’ αυτοψίας είχον αντιληφθή και διακριβώσει, ήτο φυσικόν η φαντασία να εκτραπή και να συμπληρώση τα κενά, τα οποία παρουσιάζοντο εν τη εκτυλίξει αυτού. Θα έπρεπεν η φαντασία να επισωρεύση λεπτομερείας καταπλησσούσας εν τη περιγραφή της αναστάσεως συντελούμενης δια τινος ενεργείας βραδείας ή αιφνιδίας, εν μέσω συναθροίσεως αγγέλων η αγίων, θεωμένων την αναζωογόνησιν του αδρανούς και νεκρού σώματος του Ιησού και προσπιπτόντων εις προσκύνησιν αυτού μεθ' ύμνων και δοξολογιών, των οποίων το περιεχόμενον θα εστιχουργείτο υπό της ποιητικής πτήσεως. Πράγματι δε τοιαύτην εκτροπήν, προδίδουσαν καταδήλως την πλαστότητα, παρουσιάζει το απόκρυφον κατά Πέτρον ευαγγέλιον ([16]). Περί της αφηγήσεως του ευαγγελίου τούτου εν αντιθέσει προς την αφήγησιν των κανονικών Ευαγγελίων ομολογεί αυτός ο P. W. Schmiedel, ότι «η ανάστασις του Ιησού, η οποία εις τα κανονικά Ευαγγέλια μετ' επιφυλάξεως αξιοσημείωτου πάντοτε προϋποτίθεται, ότι έλαβεν ήδη χώραν, και ουδέποτε περιγράφεται, εις το ευαγγέλιον του Πέτρου παρουσιάζεται ως λαμβάνουσα χώραν υπό τα όμματα των Ρωμαίων και των Ιουδαίων των φρουρούντων τον τάφον, καθ' ένα δε τρόπον, τον οποίον δεν δύναται τις να χαρακτηρίση παρά αλλόκοτον»([17]).

Δεύτερον χαρακτηριστικόν σημείον, επί του οποίου συμπίπτουσιν αι αφηγήσεις των κανονικών Ευαγγελίων, είναι η κενότης του τάφου, η διαπιστωθειςα την τρίτην από του πάθους ημέραν υπό των επισκεφθεισών τον τάφον λίαν πρωί της μιας σαββάτων μυροφόρων γυναικών, μεταξύ των οποίων διακρίνεται Μαρία η Μαγδαληνή.

Τρίτον σημείον αυτομάτου συμφωνίας των ευαγγελιστών είναι η γέννησις της πίστεως εις την ανάστασιν παρά ταις γυναιξί πρώτον, αίτινες εις μάτην προσπαθούσι να μεταδώσωσι την πίστιν ταύτην και εις τους Αποστόλους. Αυταί πρώται επισκέπτονται τον τάφον. Εις αυτάς πρώτας εμφανίζεται ο αναστάς Κύριος, αφού προηγουμένως αυταί είδον οπτασίαν αγγέλων. Αυταί αναγγέλλουσι την ανάστασιν εις τους μαθητάς, οίτινες απιστούσιν εις ταύτας. Ο ρόλος δε της Μαγδαληνής, η αγγελοφάνεια και η δυσπιστία των μαθητών εξαίρονται παρ' απάσαις ταις πηγαίς της ευαγγελικής ιστορίας.

Τέταρτον χαρακτηριστικόν σημείον συμφωνίας των ευαγγελιστών είναι, ότι ο Ιησούς αναστάς δεν ενεφανίσθη εις ουδένα εκ των εχθρών του, αλλά μόνον εις τους φίλους και μαθητάς αυτού.

Πέμπτον ενεφανίσθη εις τους μαθητάς μετά την εις τας μυροφόρους εμφάνισιν. Και ενεφανίσθη εξ απροόπτου, ουχί εις περιβάλλον παρεσκευασμένον και υποβοηθούν τους αποστόλους, όπως πιστεύσωσιν εις την ανάστασιν. Αι συνθήκαι της εμφανίσεως είναι τοιαύται, ώστε αυτοί αμφιβάλουσι, φοβούνται νομίζοντες ότι η εμφάνισις οφείλεται εις πνεύμα ή φάντασμα τι και μόνον τότε πείθονται, όταν υποβάλλωσιν εις την άμεσον αυτών αφήν το σώμα του Διδασκάλου. Η δυσπιστία των και οι φόβοι των κατανικώνται δια της επιμονής του αναστάντος, ο οποίος δεν εμφανίζεται στιγμιαίως, ίνα ευθύς εξαφανισθή, αλλ' αναστρέφεται, συνομιλεί και συντρώγει μετά των μαθητών.

Έκτον σημείον συμφωνίας τυγχάνει η υπό πάντων των ευαγγελιστών μαρτυρουμένη απότομος μεταβολή των μαθητών, πιστευσάντων ακραδάντως εις την ανάστασιν. Η ψυχολογική αυτή μεταβολή, καθ' ην οι κατεπτοημένοι τέως και καταπεπτωκότες μαθηταί παρουσιάζονται δια μιας θαρραλέοι, απτόητοι, ακατάβλητοι και ανυπέρβλητοι εις ηρωϊσμόν, οφείλεται εις την θριαμβευτικήν πεποίθησιν, την οποίαν εσχημάτισαν περί της αναστάσεως του Διδασκάλου, και η οποία εμπνέει αυτούς καθ' όλην την μετέπειτα δράσιν αυτών, καθιστώσα αυτούς μεν προθύμους εις πάσαν θυσίαν, την δε πορείαν αυτών ακαταπόνητον και νικηφόρον.

4. Διαφοραί  και  κενά . Εν ταις λεπτομερείαις όμως παρουσιάζονται κενά και διαφοραί τινες. Και αι μεν διαφοραί επιβεβαιούσαι την απ' αλλήλων ανεξαρτησίαν των ευαγγελιστών εν ταις αφηγήσεσιν αυτών δεν παρουσιάζονται ασυμβίβαστοι. Τα δε κενά είναι πολλάκις τοιαύτα, ώστε η μία αφήγησις να προϋποθέτη την ετέραν και η μετ' αλλήλων συμπλήρωσις να εξαίρη επί μάλλον το ανεπιτήδευτον της συμφωνίας.
Ούτω, ίνα αρχίσωμεν από το γεγονός της ταφής, ο Ιωσήφ κατά μεν τον Ματθαίον και τον Ιωάννην ήτο απλώς άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, «μαθητής του Ιησού κεκρυμμένος δε δια τον φόβον των Ιουδαίων, κατά τους άλλους δε δύο ευαγγελιστάς ήτο και βουλευτής, μη συγκατατεθειμένος τη βουλή και τη πράξει των Ιουδαίων. Είναι προφανές ότι ουδετέρα των λεπτομερειών τούτων αποκλείει την άλλην. Ο Ιωσήφ ηδύνατο να είναι συγχρόνως και πλούσιος και μαθητής του Ιησού εν τω κρυπτώ και βουλευτής.
Κατά τους συνοπτικούς ο τάφος ήτο λαξευτός εντός βράχου και η ειςοδος αυτού εκαλύπτετο δια λίθου μεγάλου προσκυλιομενου επ' αυτής. Κατά τον Ιωάννην το μνημείον ευρίσκετο εν κήπω και ήτο ανεγηγερμενον μάλλον επί του εδάφους, εξ’ ου και ο λίθος δεν χαρακτηρίζεαι ως απoκεκυλισμένος, ως παρά τοις λοιποίς συνοπτικοίς, αλλ’ ως η ρ μ έ ν ο ς, ο δε Ιωάννης, ο προδραμών τάχιον του Πέτρου εις το μνημείον, παρουσιάζεται ως παρακύπτων, ίνα ίδη το εσωτερικόν του μνημείου. Αμφότεραι εν τούτοις αι αφηγήσεις δύνανται να συμβιβασθώσιν, εφ' όσον και η αφήγησις του Ιωάννου ομιλεί περί του μνημείου ως ευρυχώρου κοιλότητος, εντός της οποίας δεν καταβαίνει αλλ' εισέρχεται ελευθέρως ο Πέτρος πρώτον και μετ' αυτόν ο Ιωάννης.
Περί της φρουράς, η οποία ετέθη εν τω τάφω σιγώσιν οι άλλοι ευαγγελισταί, και μόνον ο Ματθαίος ομιλεί περί αυτής. Αλλ' η σιγή των άλλων ευαγγελιστών δεν αποτελεί απόδειξιν, ότι η φρουρά δεν ετέθη, διότι οι ευαγγελισταί συγγράφοντες δεν προετίθεντο να εκθέσωσι πάντα ανεξαιρέτως τα γεγονότα. Αποδεικνύει μόνον, ότι η υπό μόνου του Ματθαίου αναφερομένη λεπτομέρεια αυτή δεν περιελαμβάνετο και εις την αρχέγονον αποστολικήν κατήχησιν την δια ζώσης παραδιδομένην, ήτις απετέλεσε πηγήν της συνοπτικής αφηγήσεως, και ότι ο Ματθαίος γνωρίζων ταύτην εχρησιμοποίησεν αυτήν ως σύμφωνον προς τον ιδιάζοντα συγγραφικόν σκοπόν του. Ούτε δύναται ν' αποτελέση σοβαράν ένστασιν κατά της εν προκειμένω αξιοπιστίας του Ματθαίου, το ότι δια των ενεργειών των αρχιερέων και Φαρισαίων προς σφράγισιν του τάφου, των σημειωθεισών «τη απαύριον» του θανάτου του Ιησού, «ήτις εστί μετά την παρασκευήν», παρεβιάσθη η αργία της μεγάλης εορτής του Πάσχα και του Σαββάτου. Ως ορθώς παρετηρήθη ([18]), οι Ιουδαίοι άρχοντες και οι Φαρισαίοι ήσαν επιδέξιοι περί το να εξευρίσκωσι περιπτώσεις εξαιρέσεων και παραβιάσεων του νόμου, προκειμένου μάλιστα περί ανάγκης οποία ήτο η απασχολούσα αυτούς. Αβάσιμος τυγχάνει και η ετέρα ένστασις, η στηριχθειςα επί της εκδοχής, ότι οι Φαρισαίοι και οι αρχιερεις δεν θα ηδύναντο να εννοήσωσι τους περί της αναστάσεως αυτού λόγους του Σωτήρος, αφού και αυτοί οι μαθηταί κατά την βεβαίωσιν του Ιωάννου, καθ' ον χρόνον επεσκέπτοντο το κενόν μνημείον, «ουδέπω ήδεισαν την γραφήν, ότι δει αυτόν εκ νεκρών αναστήναι» (Ιωαν.κ' 9). Διότι και εάν έτι υποθέσωμεν, ότι οι μαθηταί δεν είχον εννοήσει την έννοιαν των περί της αναστάσεως αυτού λόγων του Κυρίου, δεν έπεται εκ τούτου ότι και οι εν Ιεροσολύμοις εντριβεις περί τον νόμον, οι θεολόγοι και διανοούμενοι της εποχής εκείνης, παρέμειναν όλως ξένοι προς την έννοιαν αυτών, εφ' όσον και η εικών του Ιωνά, προς την οποίαν ο Χριστός παρωμοίασε την από του πάθους και του θανάτου του απολύτρωσίν του, ήτο αρκούντως σαφής, αλλά και κρατούσαι κατά την εποχήν εκείνην δοξασίαι υπέτρεφον την υπόνοιαν, ότι ήτο δυνατόν ν' αναστή τις εκ νεκρών και να επανέλθη μεταξύ των ζώντων. Τούτο εμφαίνεται εκ των λόγων, τους οποίους κατά τον Μάρκον είπεν Ηρώδης ο Αντύπας περί του Ιησού, όταν ήκουσε περί των θαυμάτων αυτού. Εβεβαίωσε δηλαδή ο Ηρώδης, ότι «Ον εγώ απεκεφάλισα Ιωάννην, ούτος ηγέρθη εκ νεκρών» (Μάρκ. στ' 16).
Ώς προς τα αρώματα, ταύτα κατά την αφήγησιν του Λουκά είχον ήδη ετοιμάσει αι επί το μνήμα ερχόμεναι γυναίκες. Πότε είχον ετοιμάσει ταύτα δεν αναφέρει ο τρίτος ευαγγελιστής, Ομιλεί όμως περί τούτου ο Μάρκος, ύστις καθορίζει τον χρόνον της προετοιμασίας δια της φράσεως «διαγενομένου του σαββάτου», ήτοι η αγορά των αρωμάτων εγένετο την εσπέραν του Σαββάτου. Πώς ήδη αι μυροφόροι αγοράζουσιν αρώματα, ενώ ήδη παρά τον τάφον ευρίσκεται η κουστωδία, εξηγείται πλήρως δια της εκδοχής, ότι τηρήσασαι μετά πάσης ακριβείας την αργίαν του Σαββάτου, παρέμειναν εγκεκλεισμέναι εν τω οίκω αυτών, ως εκ τούτου δε δεν έλαβον γνώσιν περί του ότι ετέθη παρά τον τάφον του Ιησού φρουρά. Η άγνοιά των αυτή ευρίσκεται σύμφωνος πληρέστατα και προς την άλλην απορίαν αυτών, την οποίαν ερχόμεναι εις το μνημείον εκδηλούσι λέγουσαι· «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;» Το ότι δε ο Ματθαίος καθορίζει ως σκοπόν της επισκέψεως ταύτης των μυροφόρων το να θεωρήσωσι τον τάφον, χωρίς να προσθέτη τίποτε περί της προθέσεως αυτών όπως αλείψωσι δια μύρων τον Ιησούν, δεν αποτελεί πραγματικήν διαφωνίαν προς τους άλλους δύο συνοπτικούς. Εκείνοι ομιλούσι και περί προθέσεως μη πραγματοποιηθειςης, αυτός δε περί του γεγονότος, παρατρέχει δε την λεπτομέρειαν της προσκομίσεως και μύρων, η οποία όλως φυσικώς τίθεται εις δευτερεύουσαν μοίραν υπό της αφηγήσεώς του τονιζούσης εξόχως, ότι παρά τον τάφον ήτο εγκατεστημένη κουστωδία, η οποία και εάν έτι δεν ανίστατο ο Ιησούς, δεν θα επέτρεπεν εις τας μυροφόρους να πλησιάσωσι και να πραγματοποιήσωσι την πρόθεσίν των.
Προκειμένου περί της ώρας, καθ' ην αι μυροφόροι έρχονται εις το μνημείον, ο μεν Μάρκος καθορίζει ταύτην δια του λίαν πρωί, ανατείλαντος του ηλίου, οι δε άλλοι τρεις ευαγγελισταί καθορίζουσιν αυτήν δια του σκοτίας έτι ούσης ή όρθρου βαθέος ή οψέ σαββάτων. Ούτω συμφωνούσι μεν πάντες ως προς την ημέραν, παρουσιάζουσιν όμως διαφοράν τινα ως προς την ώραν. Αλλ’ η διαφορά αυτή δεν είναι ασυμβίβαστος. Εξηγείται πλήρως εάν ληφθώσιν υπ' όψει πρώτον μεν, ότι ως φαίνεται πιθανώτατον εκ της όλης αφηγήσεως των ευαγγελιστών αι μυροφόροι ήλθον εις το μνημείον καθ' ομίλους, ήτοι άλλαι μεν, εν αις και η Μαρία η Μαγδαληνή, ήλθον ενωρίτερον, άλλαι δε βραδύτερον πως· δεύτερον δε, ότι και κατά την αφήγησιν του Μάρκου ο ήλιος μόλις θα είχεν ανατείλει, αφού και εν αυτή προστίθεται το «λίαν πρωί», είναι δε γνωστόν, ως παρατηρούσιν οι Jacquier και Bourchany ([19]), ότι εν τη Ιουδαία το λυκαυγές δεν παρατείνεται επί μακρόν, αλλά το μεταξύ του βαθέος όρθρου και της ανατολής του ηλίου παρεμπίπτον διάστημα είναι βραχύτατον.
Ως προς τα ονόματα των μυροφόρων, αίτινες ήλθον εις τον τάφον, πάντες οι ευαγγελισταί συμφωνούσιν, ότι η Μαρία η Μαγδαληνή είναι μεταξύ των γυναικών τούτων. Αλλ' η μεν αφήγησις του Ιωάννου παρουσιάζει αυτήν ερχόμενην μόνην εις τον τάφον, ενώ κατά τας αφηγήσεις των άλλων ευαγγελιστών η Μαγδαληνή φθάνει εις τον τάφον εν συνοδεία μετά των άλλων μυροφόρων. Εν τούτοις αυτή η αφήγησις του Ιωάννου παρέχει σαφεστέραν ένδειξιν περί του ότι η Μαγδαληνή δεν ήλθεν εκεί μόνη. Εις τους λόγους, τους οποίους προς τον Σίμωνα Πέτρον απευθύνει, η Μαρία ομιλεί και εξ’ ονόματος των συντρόφων της. «Ήραν, λέγει, τον Κύριον εκ του μνημείου, και ουκ ο ί δ α μ ε ν πού έθηκαν αυτόν» (Ιωαν. κ' 2). Ενώ ολίγας γραμμάς κατωτέρω η αυτή Μαρία απευθυνόμενη προς τους ερωτήσαντας αυτήν αγγέλους, λέγει, «ότι ήραν τον Κύριόν μου και ουκ οίδα πού έθηκαν αυτόν» (στιχ. 13).
Ως προς την περιγραφήν της αποκυλίσεως του λίθου υπό του αγγέλου, αυτή έλαβε χώραν προ της αφίξεως των μυροφόρων εις το μνημείον. Εάν λοιπόν οι τρεις ευαγγελισταί παραλείπωσι να ομιλήσωσι περί αυτής, δεν δημιουργεί τούτο πραγματικήν αντίφασιν μεταξύ αυτών και του Ματθαίου. Ο Ματθαίος προϋποθέτει λεπτομέρειαν, εξυπηρετούσαν τον σκοπόν της αφηγήσεώς του, η οποία κατά το σημείον τούτο κατέτεινε να αναιρέση την συκοφαντίαν των Ιουδαίων, ότι έλαβε χώραν κλοπή. Οι άλλοι όμως ευαγγελισταί, οι οποίοι ουδένα λόγον ποιούνται περί της συκοφαντίας ταύτης, περιορίζονται απλώς εις το να διαπιστώσωσι τα υπό πάντων μαρτυρούμενα γεγονότα της κενότητος του τάφου και της αγγελοφανείας, ως αντελήφθησαν ταύτα αι πρότερον παντός άλλου επισκεφθειςαι τον τάφον μυροφόροι.
Διαφωνία τις παρουσιάζεται και ως προς τον αριθμόν των αγγέλων. Κατά την αφήγησιν των δύο πρώτων συνοπτικών αι μυροφόροι ευρίσκονται ενώπιον ενός αγγέλου, ενώ κατά τον Λουκάν οι άγγελοι ήσαν δύο, και κατά τον Ιωάννην η Μαγδαληνή κατά μεν την πρώτην επίσκεψιν αυτής δεν είδε άγγελον τινά , κατά δε την δευτέραν μετά την αυτοψίαν του Πέτρου και του Ιωάννου και την αποχώρησιν αυτών είδεν εις το βάθος του μνημείου δύο αγγέλους εν λευκοίς καθεζομένους. Πάσαι εν τούτοις αι αφηγήσεις συμφωνούσι περί του ότι έλαβε χώραν αγγελική οπτασία και περί του ότι ο εις η οι δύο οφθέντες άγγελοι περιεβάλλοντο εσθήτα αστράπτουσαν ή στολήν λευκήν προκαλούσαν το θάμβος. Η περί τον αριθμόν των αγγέλων διαφωνία εξηγείται η εάν εκλάβωμεν μετά του Godet ([20]), ότι έλαβον χώραν δύο αγγελοφάνειαι, μια μεν πρότερον εις τας μυροφόρους υπό ενός αγγέλου, ετέρα δ' έπειτα εις την Μαγδαληνήν, κατά την παρ' Ιωάννη χρονολογικήν σειράν· ή εάν δεχθώμεν, ότι οι περί ενός αγγέλου ομιλούντες ευαγγελισταί περιορίζονται εις τον πρωταγωνιστούντα άγγελον, χωρίς ν’ αποκλείωσι και την κατά τον αυτόν χρόνον παρουσίαν και δευτέρου αγγέλου. Πάντως πρόκειται περί διαφοράς εις τας λεπτομερείας ουχί δε περί αντιφάσεως τινός.
Ετέρα πάλιν διαφορά παρουσιάζεται και ως προς τους λόγους τους απευθυνθέντας εις τας μυροφόρους υπό των αγγέλων. Το ουσιώδες μέρος της αγγελικής αναγγελίας «ηγέρθη, ο υ κ έ σ τ ι ν ώδε» είναι το αυτό παρά πάσι τοις συνοπτικοίς. Αλλ’ ο μεν Λουκάς παρουσιάζει τους αγγέλους βεβαιούντας μόνον την ανάστασιν, χωρίς να προσκαλή δια των μυροφόρων τους μαθητάς, όπως μεταβώσιν εις Γαλιλαίαν, ένθα θα συνήντων τον αναστάντα διδάσκαλον. Κατά τον Μάρκον όμως και τον Ματθαίον διαβιβάζεται και η παραγγελία αυτή εις τους μαθητάς. Τούτο εξηγείται πλήρως εκ του ότι οι δύο ούτοι συνοπτικοί αφηγούνται κυρίως τας εν Γαλιλαία εμφανίσεις, ενώ ο Λουκάς περιορίζεται εις τας εν Ιεροσολύμοις τοιαύτας. Εντεύθεν εκείνοι μεν έχουσιν ιδίους λόγους, δι' ους έπρεπε να αναφέρωσι και τα αγγελικά ταύτα ρήματα, ο Λουκάς δε ηδύνατο ν' αποσιωπήση αυτά.
Αλλά και η υπό του Ιωάννου εξιστορουμένη εμφάνισις του Χριστού εις την Μαγδαληνήν, εάν προσέξωμεν εις τα περιστατικά της, παρουσιάζεται εντελώς διακεκριμένη της εμφανίσεως της ολίγον ύστερον σημειωθειςης ενώπιον ολοκλήρου του κύκλου των Μυροφόρων συμπεριλαμβάνοντος και την Μαγδαληνήν. Η Μαγδαληνή κατάπληκτος επί τω ακούσματι της φωνής του Διδασκάλου, σπεύδει μετά της αυτής και πρότερον οικειότητος, προφέρουσα τον ανθρώπινον τίτλον ραββουνί, να κρατήση τους πόδας του Ιησού, αλλ' εκείνος την απότρέπει. Είναι αυτή η πρώτη εμφάνισις και μας βεβαιοί ρητώς περί τούτου ο Μάρκος. Μετ’ ολίγας όμως στιγμάς επαναφαίνεται ο Ιησούς εις τας μυροφόρους πάσας. Ο Ματθαίος ο αφηγούμενος τα κατά την εμφάνισιν ταύτην δεν παρουσιάζει τας μυροφόρους εκπληττομένας, ουδέ τον Ιησούν εμποδίζοντα αυτάς ίνα κρατήσωσιν αυτού τους πόδας. Εάν λάβωμεν υπ' όψει, ότι αι Μυροφόροι συναντηθειςαι εν τω μεταξύ μετά της Μαγδαληνής έμαθον παρ' αυτής, ότι είδε τον αναστάντα διδάσκαλον, κατανοούμεν πλήρως, πως αυταί δεν εκδηλούσι την τόσην κατάπληξιν, την οποίαν προ ολίγου κατά τον Ιωάννην εξεδήλωσεν η Μαγδαληνή. Επί πλέον διαγινώσκομεν, το διατί ο Ιησούς αφίνει αυτάς να κρατήσωσι τους πόδας αυτού. Διδαχθειςαι αύται από το πάθημα της Μαγδαληνής προσέρχονται προς τον Ιησούν μετά πάσης ευλαβείας, ίνα αποδώσωσιν εις Αυτόν προσκύνησιν λατρείας. Δεν τον πλησιάζουσιν ως πρόσωπον οικείον, αλλ' ως Κύριον και Δεσπότην. Και ο Ιησούς επιτρέπει εις αυτάς τούτο. Ούτω και ενταύθα αι δύο αφηγήσεις, του Ματθαίου και του Ιωάννου, συμπληρούσιν απρομελετήτως αλλήλας και προϋποθέτουσιν η μια την άλλην. Εκάτερος των ευαγγελιστών διέσωσε την απεικόνισιν τμήματος τινός της όλης σκηνής. Παρατιθέμεναι δε αι δύο αύται απεικονίσεις συγκολλώνται φυσικώς προς αλλήλας και συνδέονται αρμονικώς εις θαυμασίαν συμφωνίαν.
Το αυτό παρατηρείται και εν τη αφηγήσει του Λουκά, παρουσιάζοντος τον Πέτρον μόνον τρέχοντα επί το μνημείον (κδ' 12). Διατί σπεύδει να έλθη ο Πέτρος, δεν μας λέγει ο ευαγγελιστής. Αλλ' ο Μάρκος, καίτοι δεν μνημονεύει της εις το μνημείον επισκέψεως ταύτης του Πέτρου, αναφέρει όμως, ότι ο νεανίσκος παρήγγειλεν εις τας μυροφόρους, ίνα το περί συναντήσεως του Ιησού εις την Γαλιλαίαν μήνυμα διαβιβάσωσιν ιδιαιτέρως εις τον Πέτρον («είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω»), τουθ' όπερ πλήρως εξηγεί την σπουδήν ταύτην του Πέτρου. Εάν δε προχωρήσωμεν και στίχους τινάς κατωτέρω εν τη αφηγήσει του Λουκά, εν στίχω 24 («και απήλθον τινες των συν ημίν επί το μνημείον και εύρον ούτω»), θα’ δώμεν, ότι και ο Λουκάς αρκετά εμφανώς υπαινίττεται, ότι τον Πέτρον εις την εις το μνημείον μετάβασιν ηκολούθησε τουλάχιστον και άλλος τις, τουθ’ όπερ συμφωνεί πλήρως προς την αφήγησιν του Ιωάννου, καθ' ην την εις τον τάφον επίσκεψιν εκείνην εποιήσαντο ο τε Πέτρος και ο Ιωάννης ομού.
Αφ' ετέρου μάλιστα εν ταις αφηγήσεσι του Μάρκου και του Λουκά, πάσαι αι εμφανίσεις του αναστάντος Ιησού παρουσιάζονται γενόμεναι εν συνεχεία και κατά την αυτήν ημέραν. Ρίπτοντες όμως εν βλέμμα επί των πρώτων στίχων των Πράξεων, πειθόμεθα εκείθεν πλήρως, ότι ο Λουκάς εγνώριζε καλώς τα μεταξύ των διαφόρων εμφανίσεων του αναστάντος Κυρίου παρεμπεσόντα χρονικά διαστήματα και ότι η εν τοις τελευταίοις στίχοις του Ευαγγελίου του (50-53) ιστορουμένη εμφάνισις και ανάληψις εγένετο τεσσαράκοντα όλας ημέρας μετά την πρώτην τοιαύτην την εν στίχοις 36-49 ιστορουμένην. Μακράν λοιπόν του να μαρτυρή η εν τω Ευαγγελίω του Λουκά αφήγησις άγνοιαν και σύγχυσιν των κατά τας εμφανίσεις συμβάντων, τουναντίον παρουσιάζει αφέλειαν και απλότητα, ήτις μόνον εις τους καλή τη πίστει ομιλούντας δύναται να παρατηρηθή.
Ωσαύτως εν τη περιγραφή των αισθημάτων, τα οποία εδοκίμασαν oι Απόστολοι, όταν το πρώτον εις αυτούς συνηγμένους ενεφανίσθη ο Ιησούς, παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως ελαφρά τις διαφωνία μεταξύ των ευαγγελιστών Ιωάννου και Λουκά. Διότι ο μεν Ιωάννης βέβαιοι, ότι «ε χ ά ρ η σ α ν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον», ο δε Λουκάς παρουσιάζει τούτους πτοηθέντας και εμφόβους γενομένους. Παρατιθεμένων όμως αμφοτέρων των αφηγήσεων τούτων δεν δυσκολευόμεθα να διακρίνωμεν, πως αμφότεραι συμπληρούσιν αλλήλας και περιγράφουσιν από συμφώνου ίδια εκάστη περιστατικά ενός και του αυτού συμβάντος. Ούτως ενώ ο Λουκάς περιορίζεται να μας είπη ότι οι μαθηταί εταράχθησαν και κατελήφθησαν υπό φόβου νομίσαντες ότι εθεώρουν φάντασμα τι, η λεπτομέρεια την οποίαν προσθέτει ο Ιωάννης, ότι ο Ιησούς εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων, μας διεξηγεί πλήρως το διατί οι μαθηταί τοιαύτην κατ' αρχάς εσχημάτισαν αντίληψιν και τοιούτον εδοκίμασαν αίσθημα. Επόμενον λοιπόν ήτο εν τη αρχή να ταραχθώσι. Μετά την πληροφορίαν όμως, ήτις μετεδόθη εις αυτούς, όταν ο Κύριος επέδειξεν εις αυτούς τας χείρας και τους πόδας, επόμενον ήτο να χαρώσιν. Ακριβώς δε ο Ιωάννης τότε σημειοί, ότι εχάρησαν οι μαθηταί, όταν ο Κύριος είχε δείξει προς αυτούς τας χείρας του και την πλευράν του. Ο Λουκάς αναφέρει, ότι ο Κύριος εζήτησε παρά των μαθητών βρώσιμον τι και αυτοί «επέδωκαν αυτώ ιχθύος οπτού μέρος». Τούτο ευρίσκεται εν πλήρει συμφωνία και προς την αφήγησιν του Μάρκου, κατά την οποίαν ο Κύριος εφανερώθη τοις ένδεκα «α ν α κ ε ι μ έ ν ο ι ς», ήτοι καθ' ον χρόνον ευρίσκοντο ανακεκλιμένοι περί τράπεζαν. Αλλά και ο Πέτρος, όταν διαβεβαιοί τον Κορνήλιον, ότι μετά των λοιπών συμμαθητών του συνέφαγον και συνέπιον μετά του Κυρίου μετά το αναστήναι αυτόν εκ νεκρών (Πράξ. ι’ 41), υπαινίττεται και το γεγονός τούτο.
Τέλος ως προς τας εμφανίσεις προεβλήθη ο ισχυρισμός, ότι υπάρχουσι δύο παραδόσεις ευαγγελικαί, εκ των οποίων η μεν μία τοποθετεί τας εμφανίσεις εις την Γαλιλαίαν, η δε άλλη τοποθετεί ταύτας εις τα Ιεροσόλυμα ([21]). Και η μεν πρώτη εκ των παραδόσεων τούτων διερμηνεύεται υπό του Μάρκου (ιδ' 28 και ιστ' 1-8) και του Ματθαίου (κστ' 32 και κη'), απαντώνται δ' ενδείξεις περί αυτής και παρά τω Ιωάννη (κα'), η δ' ετέρα διερμηνεύεται υπό του Λουκά (κδ', Πράξ. α' 1-9) και του Ιωάννου (κ'), χρονολογεί δε τας εμφανίσεις από της τρίτης από του θανάτου του Κυρίου ημέρας μέχρι της τεσσαρακοστής. Και ότι μεν υπάρχουσι δύο παραδόσεις, εκ των οποίων η μία μεν στρέφεται κυρίως περί τας εν Γαλιλαία εμφανίσεις, η άλλη δε περί τας εν Ιεροσολύμοις τοιαύτας, δεν δυσκολευόμεθα να αποδεχθώμεν. Αλλ' ότι αύται αποκλείουσιν αλλήλας αποδεικνύεται ασύστατον ευθύς από της πρώτης εξετάσεως των ευαγγελικών κειμένων. Πράγματι∙ εάν ο Ματθαίος και ο Μάρκος αφηγούνται τας εν Γαλιλαία αφηγήσεις, είναι όμως προφανές, ότι εγνώριζον αμφότεροι, ότι ο Ιησούς ενεφανίσθη το πρώτον εις Ιεροσόλυμα. Και το μεν κατά Μάρκον υπό την σημερινήν αυτού μορφήν συνδυάζει προδήλως τας δύο παραδόσεις, μνημονεύον της τε επισκέψεως των μυροφόρων εις τον τάφον και της εμφανίσεως του Ιησού εις την Μαγδαληνήν κατ' αυτήν την πρώτην της Αναστάσεως ημέραν καθώς και της υπό του Λουκά μαρτυρουμένης εμφανίσεως εις τους δύο μαθητάς, τους εις Εμμαούς πορευομένους και της εις τους ένδεκα. Το δε κατά Ματθαίον, εκτός του ότι ομιλεί περί της εμφανίσεως του Ιησού εις τας Μυροφόρους, υπαινίττεται και άλλην τίνα , κατά την οποίαν ώρισε το όρος της Γαλιλαίας, ένθα έλαβε χώραν η κατά τον Ματθαίον τελευταία εμφάνισις του Ιησού. Αύτη κατά την αφήγησιν του Ματθαίου εγένετο «εις την Γαλιλαίαν, εις το όρος ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς» (Ματθ. κη' 16). Αλλ' ως ορθώς παρετηρήθη υπό του Jacquier ([22]), εις ούδεν χωρίον του Ευαγγελίου του Ματθαίου, ούτε εις εκείνο, καθ' ο κατά την εσπέραν του μυστικού δείπνου είπεν εις τους μαθητάς αυτού «προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν» (Ματθ. κστ' 32), ομιλεί περί του όρους και περί παραγγελίας εις τους μαθητάς όπως μεταβώσιν εις αυτό. Πιθανώς λοιπόν εις τίνα των άλλων εμφανίσεων, περί των οποίων δεν ομιλεί, αλλά προϋποθέτει ο Ματθαίος, να εγένετο ο καθορισμός και η παραγγελία αυτή. Το τέταρτον εξ άλλου Ευαγγέλιον επιμένει μεν επί των εις Ιεροσόλυμα εμφανίσεων, δεν αγνοεί όμως και τας εν Γαλιλαία τοιαύτας, αφού ομιλεί περί της εν τη Τιβεριάδι εμφανίσεως. Παρουσιάζει λοιπόν και τούτο τας δύο παραδόσεις συνδεδυασμένας. Τέλος κατά το τρίτον Ευαγγέλιον, ως τούτο συμπληρούται και ερμηνεύεται υπό των Πράξεων, παρέχεται πλαίσιον ευρύ, εντός του οποίου δύνανται ανέτως να τοποθετηθώσι και αι εν Γαλιλαία εμφανίσεις, αφού ο Κύριος παρουσιάζεται ως «δι' ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενος εις τους μαθητάς και συναλιζόμενος» και συνιστών εις τους Απόστολους, ίνα μη χωρίζωνται από Ιεροσολύμων (Πράξ. α' 3-4), τουθ' όπερ συνυπονοεί, ότι μετά τον θάνατον του Ιησού οι μαθηταί δεν παρέμενον απαρεγκλίτως εις Ιεροσόλυμα, διότι κατά την τελευταίοι ταύτην περίπτωσιν δεν θα ήτο αναγκαίον να τονισθή ιδιαιτέρως εις αυτούς η εις Ιεροσόλυμα παραμονή.
Αι δύο λοιπόν παραδόσεις ου μόνον δεν αποκλείουσιν, αλλά τουναντίον και συμπληρούσιν αλλήλας, εύρηνται δε και συνδεδυασμέναι μετ' αλλήλων.
Δεν πρέπει άλλως τε να λησμονήται, ότι ουδεις των ευαγγελιστών παρέχει πλήρη αφήγησιν περί πασών των εμφανίσεων του αναστάντος διδασκάλου, αλλ' έκαστος αναφέρει εκείνας μόνας, αίτινες εξυπηρετούν τον σκοπόν, δι' ον συνέγραφε το Ευαγγέλιόν του. Ούτω ο Ματθαίος γράφων δια τους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς και δια τους μη πιστούς Ιουδαίους αποδεικνύει μεν την ανάστασιν αναιρών την μεταξύ των Ιουδαίων διαφημισθειςαν περί κλοπής συκοφαντίαν και τονίσας ότι είχε τεθή παρά τον τάφον φρουρά, προτιμά δε ν' αφηγηθή την εν τω όρει της Γαλιλαίας εμφάνισιν του Ιη- σού, διότι κατ' αυτήν εδόθη υπό του Ιησού εις τους Αποστόλους η εντολή ίνα μαθητεύσωσι πάντα τα έθνη. Δεν αποσκοπεί ο Ματθαίος να ομιλήση περί της εμφανίσεως ταύτης καθ' εαυτήν, διότι άλλως δεν θα ωμίλει περί ταύτης ούτω γενικώς μη κατονομάζων μηδέ το όρος όπου εσημειώθη αυτή. Ο Ματθαίος θέλει να επιθέση την αρμόζουσαν σφραγίδα εις το Ευαγγέλιον αυτού, εν τω οποίω ως σκοπόν έθετο να αποδείξη, ότι δια του Μεσσίου Ιησού η βασιλεία του θεού ήλθε και έμελλε να κηρυχθή εις όλα τα έθνη. Εάν δε αναφέρη και την εις τας μυροφόρους εμφάνισιν, πράττει τούτο ίνα επαναληφθή η προς τους Αποστόλους εντολή, όπως μεταβώσιν εις την Γαλιλαίαν.
Ο Μάρκος έγραφε δια τους Ρωμαίους και είχεν ως σκοπόν συγγραφικών ν' αποδείξη ότι ο Ιησούς ήτο υιός του θεού. Η προδηλοτέρα δ' απόδειξις τούτου ήτο η ανάστασις. Εντεύθεν ο Μάρκος σημειοί ιδιαιτέρως, ότι ο θάνατος του Ιησού εβεβαιώθη δια πληροφορίας δοθειςης υπό του κεντυρίωνος, ούτινος η μαρτυρία δια τους Ρωμαίους αναγνώστας θα παρουσιάζετο και ως μάλλον έγκυρος. Επί πλέον ενδιατρίβει υπέρ τους άλλους συνοπτικούς επί της ταφής και επί της διαπιστώσεως υπό των μυροφόρων, ότι ο τάφος ήτο κενός, ίνα επακολουθήση η περί αναστάσεως βεβαίωσις του νεανίσκου.
Ο Λουκάς έγραφε δι' Έλληνας, οι οποίοι δεν επίστευον εις ανάστασιν νεκρών. Δεν αναφέρει δια τούτο τας εις τας γυναίκας εμφανίσεις, διότι παρ' Έλλησι των γυναικών η μαρτυρία δεν ήτο έγκυρος ουδ' ελαμβάνετο υπ' όψει ενώπιον των δικαστηρίων. Επιμένει εις το ότι ο Ιησούς ενεφανίζετο εις τους μαθητάς του επί τεσσαράκοντα ημέρας. Επειδή δε οι δυσπίστως έχοντες προς την ανάστασιν Έλληνες ηδύνατο να υποθέσωσιν, ότι ο εμφανιζόμενος εις τους μαθητάς δεν ήτο ο Ιησούς αλλά φάσμα τι η ψυχή μη φέρουσα σώμα, περιγράφει την εν Ιεροσολύμοις λαβούσαν χώραν εμφάνισιν εις τους ένδεκα, καθ' ην ούτοι και δια της ψαύσεως, αλλά και δια της βρώσεως του τεμαχίου του οπτού ιχθύος επειςθησαν, ότι ο Ιησούς είχε σάρκα και οστά. Δεν αναφέρει δε ουδεμίαν των εν Γαλιλαία εμφανίσεων, διότι το γενικόν σχέδιον είναι ν' αφηγηθή την δράσιν του Κυρίου πρώτον εν Γαλιλαίοι, είτα να παρουσιάση αυτόν εις Ιεροσόλυμα πάσχοντα και ανισταμένον και ακολούθως να εμφανίση το Ευαγγέλιον αυτού από Ιεροσολύμων κομιζόμενον εις τον κόσμον ολόκληρον και εγκαθιστάμενον εν αυτή τη Ρώμη. Ότι εγνώριζε και τας εις Γαλιλαίαν εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου, δυνάμεθα να εικάσωμεν τούτο εκ του ότι ο Λουκάς ήτο μαθητής του Παύλου, ο οποίος κατά κοινήν ομολογίαν εγνώριζε την Γαλιλαϊκήν παράδοσιν. Αλλ' ο Λουκάς, εφ' όσον έφερε τον Ιησούν εις Ιεροσόλυμα, δεν θέλει να επαναφέρη αυτόν εις Γαλιλαίαν. Εντεύθεν και παραλείπει εκ των λόγων, τους οποίους ο άγγελος είπεν εις τας μυροφόρους, το παρά Μάρκω και Ματθαίω μαρτυρούμενον «προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν».
Ο Ιωάννης τέλος γράφει και αυτός προς Έλληνας. Παρουσιάζει δια τούτο την ιστορίαν της αναστάσεως καθ' όλην την εξέλιξιν αυτής. Πρωτίστως παρέχει τα πειστήρια τα πείθοντα, ότι ο Ιησούς απέθανε. Διαπιστοί ο ίδιος το κενόν του τάφου και εν ταις εμφανίσεσιν εκθέτει λεπτομερείας, εκ των οποίων βεβαιούται, ότι το σώμα του αναστάντος Κυρίου ήτο πραγματικόν και δη αυτό τούτο το επί του σταυρού.
Ούτω εσχηματίσθησαν εν ταις ευαγγελικαίς αφηγήσεσι τα διάφορα κενά και ιδιάζουσαι παρ' ενί εκάστω των ευαγγελιστών λεπτομέρειαι και διαφάραι, αι οποίαι δεν καταλήγουσιν εις αντιφάσεις η πραγματικήν ασυμφωνίαν, αλλά παρουσιάζουσι τας αφηγήσεις κεχωρισμένας και ανεξαρτήτους αλλήλων. Δεν έχομεν ενώπιον μας μάρτυρας κατά προμεμελετημένον σχέδιον και προκατηρτισμένην συμφωνίαν ομιλούντας. Έκαστος ομιλεί ανεξαρτήτως των λοιπών, χωρίς να επιζητή, όπως συμφωνήση προς τους συναδέλφους του η όπως μη φανή διαφωνών και αντιλέγων προς αυτούς. Εν άλλαις λέξεσιν οι ευαγγελισταί παρουσιάζουσιν ουχί επιτετηδευμένην τίνα συμφωνίαν, αλλά συμφωνίαν αφελεστάτην και φυσικωτάτην. «Προδήλως, λέγει ο Godet, ουδεις είχε κρατήσει πρωτόκολλον ακριβές περί παντός ό,τι είχε συμβή κατά τας μετά την ανάστασιν ημέρας. Έκαστος ευαγγελιστής ήντλησεν εκ του θησαυρού των κοινών αναμνήσεων ό,τι αυτός εθεώρει σπουδαιότερον, και ανέγραψεν ό,τι ανταπεκρίνετο καλύτερον προς τον σκοπόν του συγγράμματός του. Δεν εσκέφθη ποτέ τας αντιρρήσεις της μεταγενεστέρας κριτικής. Η απλότης είναι θυγάτηρ της καλής πίστεως»([23]).

5. Ο χαρακτήρ των εμφανίσεων του Χριστού. Το φυσικόν και ανεπιτήδευτον, αλλά και αρμονικόν συγχρόνως της συμφωνίας ταύτης καθίσταται έτι μάλλον φανερόν, εάν ηθέλομεν σπουδάσει τον χαρακτήρα των εμφανίσεων του αναστάντος Ιησού. Εις τας πρώτας εμφανίσεις του (εις τας μυροφόρους, εις τους εις Εμμαούς πορευομένους, εις τον Πέτρον, εις τους δέκα) έχει ενώπιόν του ο Χριστός καρδίας συντετριμμένας υπό το κράτος της θλίψεως, αποτεθαρρημένας τελείως, τας οποίας παρηγορεί και ενθαρρύνει. Εις τας ευθύς επομένας (εις τον θωμάν, παρά την Τιβεριάδα, εις τον Ιάκωβον, εν μέρει δε και εν τω όρει της Γαλιλαίας) στηρίζει τους μαθητάς εις τρόπον ώστε να εμμένωσιν αδιάσειστοι εις την πίστιν της αναστάσεως και αναθέτει εις αυτούς την αποστολικήν διακονίαν προσθέτων και έτερον διάσημον μέλος, τον Ιάκωβον, εις την αποστολικήν χορείαν. Τέλος δε εις τας δύο άλλας (εις το όρος της Γαλιλαίας και εις την Βηθανίαν) σκορπίζει τας ευλογίας αυτού εις τους Αποστόλους του και εις ολόκληρον την πρώτην Εκκλησίαν, ήτις ευρίσκεται συνηθροισμένη εκεί, αφίνει εις αυτούς τον τελευταίον χαιρετισμόν και τας τελευταίας παραγγελίας και επαγγελίας αυτού.
Τοιουτοτρόπως εις μεν τας πρώτας εμφανίσεις του ο Ιησούς π α ρ η γ ο ρ ε ί· εις τας ευθύς επομένας στηρίζει εις την πίστιν· εις τας τελευταίας δε προσελκύει τα βλέμματα των μαθητών εις το μέλλον και παρασκευάζει αυτούς εις το μέγα έργον, δια το οποίον τους είχε προορίσει. «Ακριβώς κατ' αυτόν τον τρόπον έπρεπεν ο Χριστός να ομιλήση και να ενεργήση, εάν πραγματικώς ενήργησε και ελάλησεν ως αναστάς», λέγει ο Godet ([24]). Ο δε Gess προσθέτει τα εξής αξιοσημείωτα: «Η πρόοδος αυτή εις τας εμφανίσεις, η τόσον σοφώς κατά βαθμούς χωρήσασα, δεν επιτρέπει να αποδώσωμεν εις τας εμφανίσεις του Ιησού αρχήν καθαρώς υποκειμενικήν. Εάν όλαι αι εμφανίσεις εξιστορούντο υπό ενός ευαγγελιστού, θα ηδύνατο τις να υπόθεση, ότι ο συγγραφεύς ομιλεί συμφώνως προς σχέδιον τόσον καλώς διατεταγμένον. Αφού όμως η βαθμιαία αυτή πρόοδος των εμφανίσεων εξάγεται εκ του συνδυασμού του πρώτου, του τρίτου και του τέταρτου Ευαγγελίου, τοιαύτη τις εξήγησις αποκλείεται» ([25]).
Ικανά ταύτα, ίνα παρουσιάσωσιν εις ημάς τας ευαγγελικάς αφηγήσεις ου μόνον επί της καλής πίστεως στηριζομένας, αλλά και προς αυτήν την πραγματικότητα πλήρως ανταποκρινομένας.

([1]) Das Wassen des Christentums, αγγλ. μεταφ. σελ. 153 και εξής.
([2]) Ο Ε. Reuss (Histoire evangelique… Le Nouveau Testament I, Paris 1876 σελ. 701), περί ου ουδείς θα εδικαιούτο να έπη ότι κρίνει μετά προκαταλήψεως, αναγνωρίζει την τοιαύτην σπουδαιότητα της μαρτυρίας του Παύλου παρατηρών παρά τας εμφανείς ορθολογιστικάς τάσεις αυτού τα εξής: «Και εάν ακόμη ουδέν εκ των ευαγγελίων μας δεν θα είχε δια την αφήγησίν του την εγγύησιν μαρτυρίας αυτού του αμέσου, θα έμενεν η μαρτυρία του Παύλου, ούτινος αι βεβαιώσεις δεν δύνανται να είναι παρά επανάληψις των βεβαιώσεων των προσώπων εκείνων, τα οποία ο Παύλος κατονομάζει εν τη μαρτυρία αυτού. Θα ηδυνάμεθα ν’ αναγνωρίσωμεν, ότι πολλά πράγματα εν τη εξιστορήσει ταύτη είναι δι’ ημάς ακατανόητα· ότι δεν θα επιτύχωμεν ποτέ να μας δοθή εξήγησις περί της φύσεως της υπάρξεως του αναστάντος Ιησού· ότι το λογικόν μας σταματά, οσάκις αποπειράται να εννοήση και να εναρμονίση τα στοιχεία των διαφόρων αφηγήσεων. Παρά ταύτα θ’ απέμενε πάντοτε το αδιαμφισβήτητον γεγονός, ότι η εκκλησία εθεμελιώθη επί του θεμελίου τούτου, ότι είναι λοιπόν, ίνα ούτω είπωμεν, μια ζώσα διαπίστωσις αυτού και κατά αλήθειαν εξήλθεν αυτή εκ του τάφου του Χριστού, μετά του οποίου κατά πάσαν πιθανότητα θα ήτο άλλως τεθαμμένη εκεί δια παντός.
([3]) Παρά Turton μν. έργ. σελ. 370.
([4]) Προβλ. F. H. Chase εν τοις Cambridge Theological Essays, London 1905 σελ. 392.
([5]) Το εν τη Δύσει γνωστόν υπό το όνομα αποστολικόν σύμβολον τοποθετείται υπό των κριτικών μεταξύ του 100-150. Ούτω ο μεν Kattenbusch, συγγραφεύς της αξιοθαύμαστον φιλοπονίαν ελεγχούσης μελέτης Das Apost. Symbolum (Leipzig 1894, 1898) ανάγει αυτό εις το 100, ο δε Harnack (εν άρθρω Apost. Symbol. εν τη Εγκυκλοπ. του Herzog) τοποθετεί τούτο εις το 150. Αμφότεροι οι συγγραφείς ούτοι φρονούσιν, ότι το σύμβολον τούτο εκομίσθη εις την ανατολήν περί το 270 και εξ’ αυτού προήλθον διάφορα ανατολικά σύμβολα, εν οις και το της Νικαίας. Ο Loofs όμως (εν άρθρω αυτού εν Gottingische Gelehrte Anzeigen του 1895) υποστηρίζει, ότι τα της Ανατολής σύμβολα τα ομοιάζοντα προς το λεγόμενον αποστολικόν είναι παράλληλα προελθόντα εκ συμβόλου τινός της Μ. Ασίας. Αξιοσημείωτον τυγχάνει, ότι εις τα σύμβολα ταύτα απαντάται κατά γενικόν κανόνα η φράσις «τη τρίτη ημέρα», εις τα πλείστα δε τούτων ως εις το της Νικαίας και η φράσις «κατά τας Γραφάς». Λεπτομέρεια τοιαύτη ως η εκφραζόμενη δια της φράσεως «τη τρίτη ημέρα» δεν συνέτρεχεν ουδείς λόγος να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί μετά τόσης επιμελείας εις πάντα τα σύμβολα, ούτε πάλιν εξηγείται η στερεότυπος επανάληψις της φράσεως «κατά τα Γραφάς» εις τα πλείστα των συμβόλων, εάν αμφότεραι αι φράσεις αύται δεν είχον αποστολικήν την προέλευσιν και δεν προήρχοντο εκ του αρχεγόνου και παλαιοτάτου συμβόλου.
([6]) Η αξία της μαρτυρίας του Παύλου δεν δύναται να μειωθή, εάν το όλον τούτο τεμάχιον της Α’ προς Κορινθίους προσλαμβάνη χαρακτήρα θεολογικόν. Πλεισταχού ο Παύλος δεν ποιείται διάκρισιν των στοιχείων απολογητικής, στηριζομένης επί ιστορικών τεκμηρίων, και θεολογίας. Όπως δε δεν θα ηδύνατο τις ν’ αμφισβήτηση την μαρτυρίαν του Παύλου περί του θανάτου του Χριστού, επί τω λόγω ότι παρουσιάζεται ο θάνατος ούτος υπό του Παύλου ως απολυτρωτικός, ούτω δεν δύναται να προσβάλη και την περί αναστάσεως μαρτυρίαν, επειδή παρουσιάζει ταύτην ο Παύλος ως εγγύησιν και προοίμιον της αναστάσεως πάντων ημών.
([7]) Resurrection and Ascension Narratives εν Ε. Β. Του T. Cheyne IV στήλη 4086.
([8]) Dogme et Critique, Paris 1907 σελ. 224.
([9]) E. Renan, Histore du people d’ Israel τόμ V. Paris 1891 σελ. 421.
([10]) Εις την εν τω όρει της Γαλιλαίας σημειωθείσαν εμφάνισιν του Ιησού φαίνεται, ότι εκτός των αποστόλων ήσαν και άλλοι παρόντες. Διότι ο Ματθαίος ομιλών περί των αισθημάτων των μαθητών κατά την ώραν της εμφανίσεως λέγει «οι δε εδίστασαν». Ο δισταγμός ούτος εξηγείται φυσικώτατα, εάν ληφθεί ως δεδομένον, ότι ο κύκλος των μαθητών κατά την στιγμήν εκείνην ήτο πολυπληθής. Φυσικόν ήτο οι απώτερον και ουχί εγγύς προς τον εμφανιζόμενον διδάσκαλον ευρισκόμενοι να διστάσωσιν περί του αν ήτο αυτός. Υπερπεντακόσιοι άνθρωποι συνωθούμενοι περί πρόσωπόν τι δεν βλέπουσιν αυτό εξ ίσου πάντες. ‒ Έπειτα το ότι ως τόπος κατάλληλος δια την εμφάνισιν ταύτην εξελέγη το όρος της Γαλιλαίας, συνηγορεί και τούτο υπέρ της παραδοχής, ότι περισσότεροι των ένδεκα ευρίσκοντο εκεί. Εάν επρόκειτο μόνον δια τους ένδεκα, τόπος κατάλληλος δια την εμφάνισιν ηδύνατο να είναι ο στενός χώρος ενός δωματίου. ‒ Εις ταύτα δέον να προστεθή και το γεγονός, ότι εν τη Γαλιλαία, όπου εσημειώθη η εμφάνισις αύτη, πλείστοι υπήρξαν οι απ’ αρχής ενωτισθέντες μετ’ ένθουσιασμού των ρημάτων του διδασκάλου. Εκεί ο Ιησούς είχε πολύ περισσότερους οπαδούς ή όσους εν Ιεροσολύμοις. Δι’ αυτό τούτο παρεσκευάσθη η εμφάνισις αύτη εν τω όρει της Γαλιλαίας, ίνα παρίστανται εν αυτή και πάντες οι εκ Γαλιλαίας πιστοί (Turton μν. εργ. σελ. 371 και Godet, La resurrection de Jesus- Christ σελ. 9).
([11]) Ο Παύλος εν τη Α’ προς Κορινθίους δεν ομιλεί ως ιστορικός. Έγραφεν, ίνα αποδείξη την διδασκαλίαν της καθολικής αναστάσεως και το γεγονός της αναστάσεως του Χριστού αποτελεί εν εκ των επιχειρημάτων του. Την έκθεσιν λοιπόν των κατά την ανάστασιν του Κυρίου συνέστειλεν εις ότι ήτο αναγκαίον και επαρκές δια την απόδειξίν του. Η εν Α’ προς Κορινθίους μαρτυρία του δε είναι ούτω διατετυπωμένη, ώστε δεν αποκλείει την ύπαρξιν και άλλων εμφανίσεων του αναστάντος Κυρίου εκτός των μνημονευομένων υπ’ αυτού. Πράγματι, ως ορθώς παρατηρεί ο F. H. Chase (ενθ’ ανωτ. σελ. 396), το «έπειτα» εν τω χωρίω της Α’ προς Κορινθίους («ώφθη Κηφά, ε ί τ α τοις δώδεκα· έ π ε ι τ α ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ… έ π ε ι τ α ώφθη Ιακώβω…») σημείοι την τάξιν των εμφανίσεων, δεν αποκλείει όμως την ύπαρξιν και άλλων εμφανίσεων κατά τα παρεμπίπτοντα μεταξύ των μνημονευομένων εμφανίσεων διαστήματα. Τούτο αναγνωρίζεται και υπ’ αυτού του Loisy ομολογούντος, ότι ο απόστολος προτίθεται «να δηλώση τας κ υ ρ ί α ς εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού» (Les Evangiles synoptiques II σελ. 738). Ο Παύλος απαριθμεί μόνον τας εμφανίσεις εκείνας, αι οποίαι είχον εκλεγή ειδικώς, ίνα είναι μαρτυρία περί της αναστάσεως, επειδή τούτων θα ηδύνατο υπέρ πάσαν άλλην να γίνη επίκλησις δημοσία. Η εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, η εις τας μυροφόρους και η εις Εμμαούς δεν μνημονεύονται, διότι εκτός του ότι η μαρτυρία των γυναικών εν τω εθνικώ κόσμω δεν ελαμβάνετο σοβαρώς υπ’ όψει, αλλά και οι εις ους εγένοντο αι εμφανίσεις αύται δεν διεκρίνοντο ως αρχηγοί ή γνωστοί κήρυκες εν τη πρώτη χριστιανική γενεά.
([12]) L. de Grandmaison ένθ’ ανωτ. 1488.
([13]) Die Auferstehung Christi, Tühingen 1905 σελ. 14.
([14]) L. de Grandmaison ένθ’ αν.
([15]) DA 1489.
([16]) Ιδού πώς το κατά Πέτρον απόκρυφον ευαγγέλιον αφηγείται τα κατά την ανάστασιν του Ιησού (ε’ 35-45): «Τη δε νυκτί η επέφωσκεν η Κυριακή, φυλασσόντων των στρατιωτών ανά δυο-δυο κατά φρουράν, μεγάλη φωνή εγένετο εν τω ουρανώ και είδον ανοιχθέντας τους ουρανούς και δύο άνδρας κατελθόντας εκείθεν πολύ φέγγος έχοντας και εγγίσαντας τω τάφω. Ο δε λίθος εκείνος ο βεβλημένος επί τη θύρα αφ’ εαυτού κυλισθείς απεχώρησε παρά μέρος και ο τάφος ηνοίγη και αμφότεροι οι νεανίσκοι εισήλθον. Ιδόντες ουν οι στρατιώτσι εκείνοι εξύπνησαν τον κεντυρίωνα και τους πρεσβυτέρους· παρήσαν γαρ και αυτοί φυλάσσοντες. Και εξηγουμένων αυτών α είδον πάλιν ορώσιν εξελθόντας από του τάφου τρεις άνδρας, και τους δύο τον ένα υπορθούντας και σταυρόν ακολουθούντα αυτοίς, και των μεν δύο την κεφαλήν χωρούσαν μέχρι του ουρανού, του δε χειραγωγουμένου υπ’ αυτών υπερβαίνουσαν τους ουρανούς. Και φωνής ήκουον εκ των ουρανών λεγούσης· Εκήρυξαν τοις κοιμωμένοις· και υπακοή ηκούετο από του σταυρού, το Ναι. Συνεσκέπτοντο ουν αλλήλοις εκείνοι απελθείν και εμφανίσαι ταύτα τω Πιλάτω. Και έτι διανοουμένων αυτών φαίνονται πάλιν ανοιχθέντες οι ουρανοί και άνθρωπος τις κατελθών και εισελθών εις το μνήμα. Ταύτα ιδόντες οι περί τον κεντυρίωνα νυκτός έσπευσαν προς Πιλάτον». (Έκδοσις O. von Gebhadt, Leipzig 1893 σελ. 45-46).
([17]) Resurrection… narratives εν Encyclopaidia Biblica του Cheyne et Black τόμ. IV στηλ. 4047.
([18]) Jacquier - Bourchany ένθ’ ανωτ. σελ. 37.
([19]) Ένθ’ ανωτ. σελ. 41 (La resurrection de Jésus - Christ. Les miracles evangeliques, Jacquier- Bourchany, Paris 1911).
([20]) Commentaire sur l’ evangile de sain Jean έκδ. γ’ τόμ. III σελ. 634.
([21]) Εις την οξείαν διάκρισιν των δύο τούτων παραδόσεων προσέφυγον οι αρνηταί της αναστάσεως του Κυρίου, ίνα εξηγήσωσι πιθανοφανέστερον, πως προήλθεν ο περί της αναστάσεως μύθος. Η εν Ιεροσολύμοις ταφή του Κυρίου καθίστα δύσκολον την παραπλάνισην της φαντασίας των μαθητών, εφ’ όσον διέμενον εν τη πόλει ταύτη, διότι ήτο ευέλεγκτος η πλάνη αυτών, ευθύς ως θ’ αντίκρυζον ούτοι τον τάφον του Κυρίου. Ως εκ τούτου υπεστηρίχθη εξ ενός μεν, ότι αι περί ταφής του Κυρίου υπό του Ιωσήφ και Νικοδήμου και περί επισκέψεως του τάφου αυτού υπό των μυροφόρων, καθώς και αι περί κενού τάφου αφηγήσεις των ευαγγελιστών είναι μύθοι, ούτω δ’ εκλαμβάνουσιν αυτάς οι Schmiedel (Encyclop. Biblica εν αρθ. Resurrection… τόμ. IV στήλη 4066 και εξής), Α. Meyer (Die Auferstehung Christi σελ. 117 και εξής) και ο Loisy (Jesus et la tradition evangelique Paris 1910 σελ. 205) εξ’ ετέρου δε, ότι αι εμφανίσεις του Ιησού εσημειώθησαν εν Γαλιλαία μόνον, κατά χρόνον ακαθόριστον μετά τον θάνατον αυτού. Πρώτος ο Πέτρος είδεν ημέραν τινά περί τας πρώτας αυγάς ταύτης τον διδάσκαλόν του, καθ’ ον χρόνον ηλίευεν επί της λίμνης της Τιβεριάδος. Ο Πέτρος, όστις ήτο οπτασιαστής, έσχεν ίσως επανειλημμένας οπτασίας του Ιησού και μετέδωκε την περί αναστάσεως του Ιησού σχηματισθείσαν ούτω πίστιν του και εις τους ένδεκα. Της πρώτης ωθήσεως δοθείσης, η πίστης αύτη ηύξησεν υπ’ αυτής της ανάγκης, την οποίαν ησθάνοντο οι μαθηταί να ενισχυθώσιν εν αυτή. Υποβλεφθέντες δ’ ούτω υπό του Πέτρου και οι ένδεκα επίστευσαν, ότι είδον και αυτοί τον Ιησούν και επανήλθον εις τα Ιεροσόλυμα μετά τινα χρόνον, ίνα αναγγέλωσι την ανάστασιν του Διδασκάλου των. Τοιούτον υπήρξε το πρώτον στάδιον της μορφώσεως της περί αναστάσεως του Ιησού παραδόσεως. Αλλά μετ’ ολίγον υπό την επίδρασιν της πολεμικής προς τους Ιουδαίους, τους αμφισβητούντας την ανάστασιν, αλλά και της φαντασίας του πλήθους των πρώτων χριστιανών ανεπτύχθη διαμορφωθείσης και της Ιεροσολυμιτικής παραδόσεως, η οποία ομιλεί περί ταφής του Ιησού εις ίδιον μνημείον, περί ανευρέσεως του μνημείου τούτου κενού, περί επισκέψεως αυτού υπό των μυροφόρων, περί εμφανίσεως αγγέλων βεβαιούντων, ότι ο Ιησούς ανέστη, περί εμφανίσεως του αναστάντος κατ’ αυτήν την πρώτην ημέραν της αναστάσεως εις τας μυροφόρους και εις τους ένδεκα, περί προσκλήσεως των τελευταίων τούτων υπ’ αυτού, όπως ψαύσωσι τας χείρας του και την πλευράν του κλπ. Πάσαι αύται αι διηγήσεις δημιουργηθείσαι κατά διαφόρους εποχάς προς σκοπούς απολογητικούς είναι κατά τους τοιαύτα διατεινομένους ορδολογιστάς άνευ βάσεως ιστορικής και επενοήθησαν ινα δι’ αυτών στηριχθή επί μάλλον η πίστις εις την ανάστασιν του Ιησού. Αγνοούνται δε και υπό του Παύλου, ο οποίος ούτε τας εμφανίσεις εις τας μυροφόρους γνωρίζει, ούτε περί κενού τάφου και περί φρουράς τεθείσης εν αυτώ ομιλεί, αλλά μόνον περί των εν Γαλιλαία εμφανίσεων εις τον Πέτρον και εις τους λοιπούς αποστόλους και μαθητάς μαρτυρεί. Εις τους ασυστάτους τούτους ισχυρισμούς δίδεται μεν ανωτέρω η απάντησις, θα δοθή δε και κατωτέρω, και μόνον ως προς τον τελευταίον τούτον, τον αφορώντα εις τον Παύλον Ισχυρισμόν, θα ηρκούμεθα να σημειώσωμεν την ομολογίαν του Loisy, καθ’ ην «καίτοι ο Παύλος δεν δεικνύει ούτε τον τόπον ούτε τον χρόνον των εμφανίσεων, παρέχει επαρκώς να εννοήσει τις ότι εγένοντο αύταις εις μέρη διάφορα και κατά ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα, μάλλον ή ήττον άνισα και μεμακρυσμένα» (Les Evangiles synoptiques II σελ. 739). Αλλ’ εάν αι εμφανίσεις του Ιησού εγένοντο και κατά τον Loisy εις διάφορα μέρη, διατί εκ των μερών τούτων θ’ αποκλείσωμεν τα Ιεροσόλυμα; Άλλως τε και ο Παύλος, μολονότι δεν καθορίζει τον τόπον των εμφανίσεων του Ιησού, φαίνεται, ότι δεν αγνοεί και τας εν Ιεροσολύμοις εμφανίσεις. Η εις τον Σίμωνα Πέτρον και τους ένδεκα εμφανίσεις είναι αι αυταί περί των οποίων ομιλεί ο Λουκάς, ενώ η εις τους πεντακοσίους φαίνεται να είναι η εις το όρος της Γαλιλαίας. Ο Παύλος λοιπόν είναι, όπως και ο Ιωάννης, αντιπρόσωπος αμφοτέρων των παραδόσεων.
([22]) Jncquier - Bourchany ένθ ανωτ. σελ. 116.
([23]) Gorlet, Commentaire sur l’ Evangile de Saint Jean 3erne edition t. II p. 655.
([24]) ένθ’ ανωτ.
([25]) Gess, Christi Zeugniss I σελ. 193-194. πρβλ. και Ε. Beuss, Histoire evangelique § 118.

Β) Η αξιοπιστία των μαρτύρων της Αναστάσεως.

Μολονότι δι’ όσων είπομεν αι περί της αναστάσεως μαρτυρίαι παρουσιάζονται ανώτεραι πάσης υπονοίας και αδιάσειστοι εις κύρος ιστορικόν και εις αυθεντίαν γνησιότητος, δεν θεωρούμεν περιττόν να εξετάσωμεν και τας αντιρρήσεις, τας οποίας εκάστοτε προέβαλον οι πολέμιοι του ιστορικού γεγονότος της αναστάσεως, παρέχοντες ούτω την ευκαιρίαν εις τον φίλον· αναγνώστην, ίνα κρίνη μόνος περί του ποία πλάστιγξ κρατεί της αληθείας το άσταθμον βάρος.

Δύο τίνα  ενδέχεται να συμβαίνουν, καθ’ ην περίπτωσιν η μαρτυρία περί της αναστάσεως δεν είναι κατά πάντα αληθής. Οι μάρτυρες της αναστάσεως ή από σκοπού και εκ προ μελέτης λαλούσι το ψεύδος, οπότε δεν είναι παρά ελεεινοί ψεύσται, ανάξιοι όχι μόνον της εμπιστοσύνης μας, αλλά και οιασδήποτε δικαιολογίας ή επιεικείας· ή απεπλανήθησαν και αυτοί, εν χρηστώ δε συνειδότι πλέον λαλούσι περί εκείνου, το οποίον υποκειμενικώς μεν, όσον αφορά εις αυτούς, είναι αληθές, αντικειμενικώς όμως δεν είναι πραγματικόν. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν είναι μεν ανάξιοι της εμπιστοσύνης μας, συγχρόνως όμως δεν παύουσι να είναι άξιοι των συμπαθειών μας, αυτού ακόμη του θαυμασμού μας. Εάν επλανήθησαν, η πολιτεία των όμως υπήρξε πολιτεία ανθρώπων ευσυνειδήτων.

Ας εξετάσωμεν τας υποθέσεις ταύτας και ας ίδωμεν κατά πόσον εκάστη εξ αυτών δύναται να στηριχθή επί βάσεως βεβαίας η έστω και πιθανής.

α) Οι μάρτυρες της Αναστάσεως δεν είναι ψεύσται.

Την πρώτην εκ των ανωτέρω υποθέσεων υιοθέτησαν πρώτοι οι Ιουδαίοι, οίτινες κατά τον Ματθαίον έπεισαν τους εις τον τάφον του Ιησού φρουρήσαντας στρατιώτας να είπωσιν, ότι «οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων» (Ματθ. κη' 13). Εκ των νεωτέρων ο Reimarus (εις τα Wolfenbuetteler Fragmente eines ungenanntenn), μολονότι αναγνωρίζει, ότι η υπό των μαθητών κλοπή του σώματος του Ιησού είναι όλως απίθανος ([1]), εν τούτοις διατείνεται, ότι οι μαθηταί επενόησαν τον μύθον της αναστάσεως δια να αναστηλώσωσι το οικοδόμημα των ελπίδων αυτών, τας οποίας έβλεπον κατερειπουμένας δια του θανάτου του Διδασκάλου των. Κατά τους μετέπειτα χρόνους η υπόθεσις αυτή παρουσιάσθη υπό διαφόρους μορφάς. Ούτω η υπεξαίρεσις του σώματος του Ιησού υπό μεν του Renan απεδόθη εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, υπό δε των Oskar Holtzmann ([2]), Η. Holtzmann ([3]) και W. Heitmuller ([4]) εις τον Ιωσήφ τον από Aριμαθαίας, συγκατατεθέντα μεν όπως προσωρινώς τοποθετηθή εν τω οικογενειακώ του τάφω το σώμα του Ιησού, αλλά μη θελήσαντα εν τέλει να τηρηθή εκεί διαπαντός το πτώμα ενός κατάδικου ή και επιζητήσαντα να ασφαλίση αυτό κατά πάσης βεδηλώσεως, δι’ ο και εφρόντισεν όπως μεταφερθή τούτο εις Αριμαθαίαν· και υπό του Α. Reville ([5]) εις τούς Ιουδαίους ή εις τους ανθρώπους του συνεδρίου επί τω σκοπώ όπως προληφθή να καταστή ο τάφος τόπος προσκυνήματος υπό των μαθητών και άλλων θιασωτών του Ιησού.

Αλλ’ η περί κλοπής ή υπεξαιρέσεως του σώματος θεωρία ουδ' ως αξία συζητήσεως υπόθεσις δύναται να θεωρηθή, ως άλλως τε εμφαίνεται εκ του ότι και αυτοί οι ριζοσπαστικώτεροι των νεωτέρων ορθολογιστών απεκήρυξαν ταύτην ([6]). Θα ηδύνατο εν τούτοις να παρατηρηθή κατά της υποθέσεως ταύτης, ότι:

1) Εμπεριέχει αντίφασιν.

Αφού οι στρατιώται εκοιμώντο, πώς θα ήτο δυνατόν να χρηματίσωσι μάρτυρες αξιόπιστοι, αφού ούτε είδον, ούτε ήκουσαν, ούτε άλλως πως δια των αδρανουσών υπό το κράτος του ύπνου αισθήσεων αυτών αντελήφθησαν, τι συνέβη δια να κενωθή ο τάφος; ([7]).

2) Aπoκηρύττεται από την στάσιν των αρχόντων.

Αληθώς, ούτε η φρουρά του τάφου εισήχθη εις δίκην, μολονότι οι Ρωμαϊκοί νόμοι ετιμώρουν αυστηρώς τους παραμελούντας το καθήκον αυτών φύλακας (Πράξ. ιβ' 19), ούτε κατά των μαθητών εστήθη ποτέ επισήμως κατηγορία τις, ότι διαρρήξαντες τας επί του τάφου σφραγίδας έκλεψαν το σώμα του φρουρούμενου νεκρού.

Το επιχείρημα τούτο προσλαμβάνει ιδιάζουσαν σοβαρότητα κατά της υποθέσεως, ότι η κλοπή διενηργήθη υπό ανθρώπων του συνεδρίου, ως υπεστήριξεν ο Reville. Πράγματι, καθώς παρατηρεί ο V. Rose ([8]), όταν οι Απόστολοι εκήρυττον δημοσία την ανάστασιν, ήτο όλως απίθανον, ότι τα μέλη του συνεδρίου θα εσίγων και δεν θα έσπευδον να διαψεύσωσι τους Απόστολους επιδεικνύοντες το υπό την κατοχήν των πτώμα του Ιησού. «Είναι κατανοητόν, ερωτά ο Rose, ότι έναντι του κηρύγματος τούτου του μοναδικού περί της αναστάσεως ανθρώπου, τον οποίον ηθέλησαν να εξοντώσωσι σταυρούντες αυτόν, οι άρχοντες αυτοί οι μοχθηροί και γεμάτοι από περιφρόνησιν δια τον Ιησούν θα έμενον σιωπηλοί και αδρανείς; Το πειστήριον ήτο εις τας χείρας των· ηδύναντο να καταρρίψωσι δια μιάς μόνης χειρονομίας, δι' ενός λόγου, την νέαν πίστιν, της οποίας αι ραγδαίαι πρόοδοι ανησύχουν αυτούς και αφού εφόνευσαν τον προφήτην να καταρρίψωσιν εις ερείπια το έργον του διαπαντός. Εάν τα μέλη του συνεδρίου εσιώπησαν, εάν δεν αντέταξαν την παταγώδη ταύτην διάψευσιν, έπραξαν τούτο, διότι δεν ήσαν εις θέσιν να παράσχωσιν αυτην» ([9]).

3) Καθίσταται απίθανος ένεκα του δυσκόλου της κλοπής.

Αυτός ο Reimarus ερωτά ([10]), πού θα εύρισκον το θάρρος οι μαθηταί του Ιησού δια να ενεργήσωσι τοιαύτην κλοπήν, μάλιστα κατά τας ημέρας του Πάσχα, καθ’ ας η πόλις και τα πέριξ αυτής κατεπλημμυρούντο από προσκυνητάς ([11]), των οποίων ο αριθμός υπερέβαινε κατά πολύ τα δύο εκατομμύρια; Εν μέσω τοιαύτης ανθρωποπλημμύρας πώς θα καθίστατο δυνατόν να τηρηθή μυστική η μεταφορά ενός νεκρού;

4) Εκρίθη υπό των συγχρόνων ανάξιος προσοχής.

Ο Ματθαίος αναγράφων την συκοφαντικήν μαρτυρίαν των φυλάκων του τάφου προσθέτει, ότι «διεφημίσθη ο λόγος ούτος παρ' Ιουδαίοις μ έ χ ρ ι   τ η ς   σ ή μ ε ρ ο ν» (Ματθ. κη' 15). Τοσούτον διεοπάρη η φήμη αυτή, ώστε μετά τριάκοντα ολόκληρα έτη από του θανάτου του Ιησού, οπότε συνεγράφη το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ο λόγος ούτος εξακολουθεί να διαφημίζεται. Και όμως κατέστη αδύνατον να κατισχύση και να γίνη πιστευτός. Εις αυτά τα Ιεροσόλυμα ολίγας μόλις μετά την σταύρωσιν εβδομάδας θεμελιούται η πρώτη εκκλησία αριθμούσα ολοκλήρους χιλιάδας μελών. Είκοσι δε μόλις έτη ύστερον ο Παύλος γράφει επιστολάς προς εκκλησίας εγκαθιδρυμένας εις αυτά τα επισημότερα κέντρα του τότε γνωστού κόσμου, εις την Κόρινθον και εις την Ρώμην. Εις τας πόλεις αυτάς ήνθει τότε ο αρχαίος πολιτισμός και το περί αναστάσεως κήρυγμα δεν ήτο δυνατόν να γίνη δεκτόν ανεξετάστως. Πάντως θα ευρίσκοντο πλείστοι, οίτινες θα εξήταζον μετ' επιμελείας την μαρτυρίαν του αποστολικού κηρύγματος, ήτις άλλως τε αφεώρα εις γεγονός υπερφυσικόν, ανθρωπίνως αδύνατον, άρα δε και ήκιστα πιθανόν. Και δεν ήτο λοιπόν δυνατόν οι απατεώνες να διαφύγωσι την έρευναν και εξέτασιν ταύτην, και να μη αποκαλυφθώσι δι’ αυτής. Παρά ταύτα εις τα κέντρα αυτά του τότε πεπολιτισμένου κόσμου, οι αποδεχθέντες το περί αναστάσεως κήρυγμα δεν παρουσιάζονται απλώς πολυάριθμοι, αλλά και πεπαιδευμένοι πολλοί εξ αυτών. Προ παντός η προς Ρωμαίους επιστολή δια του βαθέος περιεχομένου αυτής μαρτυρεί περί του ότι οι εν Ρώμη Χριστιανοί υπήρχον ουκ ολίγον ανεπτυγμένοι.

5) Καταρρίπτεται από το άσκοπον του μύθου της Αναστάσεως.

Αληθώς από τον μύθον της Αναστάσεως δεν θα περιέμενον τίποτε να κερδήσουν οι μαθηταί του Ιησού. Ήσαν μια δράξ ανθρώπων τόσον λιποψύχων, ώστε δεν είχον το σθένος να προλάβωσι τον σταυρικόν θάνατον του Διδασκάλου. Πώς λοιπόν τώρα θα επερίμεναν να πείσωσιν ολόκληρον τον κόσμον οι ολίγοι αυτοί περί του ότι ο Διδάσκαλος ανέστη; Προς τί να επιβιβασθώσιν επί μιας τοιαύτης εύθραυστου και απέλπιδος σχεδίας; ([12]).

6) Δεν εξηγεί την ψυχολογικήν μεταβολήν των Αποστολών.

Και ομολογουμένως· πώς οι τέως έμφοβοι  Απόστολοι, οι διασκορπισθέντες επί τη εμφανίσει της σπείρας, οι συγκεκλεισμένοι εν τω οίκω αυτών   δ ι α      τ ο ν

φ ό β ο ν      τ ω ν      Ι ο υ δ α ί ω ν,   πώς δια μιας γίνονται γενναίοι και ατρόμητοι ενώπιον του λυσσώδους εκείνου όχλου των Ιουδαίων; Πώς αψηφούσι πάντα κίνδυνον και είναι έτοιμοι τα πάντα να υπομείνωσι δι' εκείνον, τον οποίον ζώντα ακόμη είχον αρνηθή; Πώς ο Ιάκωβος και ο Ιούδας, οι λεγόμενοι αδελφοί του Κυρίου, καθ’ ον χρόνον έζη ο Ιησούς, αρνούνται να πιστεύσωσιν εις αυτόν (Ιωαν. ζ' 6), τώρα δε, οπότε απέθανε, μεταβάλλονται εις ενθουσιώδεις κήρυκας της πίστεώς του; Αναμφιβόλως εσημειώθη εξαίσιον τι και θαυμάσιον γεγονός, ικανόν να συντελέση την αιφνιδίαν ταύτην και όλως απροσδόκητον μεταβολήν και αλλοίωσιν εις τα αισθήματα και τας ψυχικάς διαθέσεις των μαθητών, και το γεγονός τούτο είναι η ανάστασις του Ιησού.

7) Δεν συμβιβάζεται προς την αυταπάρνησιν τών Αποστόλων.

Ότι οι κήρυκες της αναστάσεως ήσαν εκτεθειμένοι εις πλείστους κινδύνους και εις δεινά και εις διωγμούς, είναι εκτός πάσης αμφισβητήσεως. Ο Παύλος απαριθμεί τα δεινά  ταύτα επανειλημμένως εν ταις επιστολαίς του (Β' Κορινθ. ια' 23-27. Ρωμ. η' 35. Α' Κορινθ. δ' 9-13. Γαλάτ. α' 13 και στ' 17) και διακηρύττει περί εαυτού και των λοιπών συναδέλφων του, ότι θέατρον εγεγόνεισαν τω κόσμω, πάντων περίψημα εως άρτι. Αλλά και αι Πράξεις των Αποστόλων ουχί άπαξ παρουσιάζουσι τους Αποστόλους απειλούμενους και φυλακιζομένους και διωκομένους και κινδυνεύοντας. Πώς θα εξηγείτο η αυταπάρνησις και η αυτοθυσία των Αποστόλων, εάν το κήρυγμα της αναστάσεως ήτο μύθος επινοηθείς υπ’ αυτών; Αυτοθυσίαν και αυταπάρνησιν μόνον δια τας πεποιθήσεις αυτού είναι δυνατόν να επιδείξη τις. Οι μαθηταί έχουσιν απόλυτον πεποίθησιν, ότι ο διδάσκαλος ανέστη. Δεν αμφιβάλλουσι περί αυτού. Είναι ειλικρινείς και ευσυνείδητοι. Διότι άλλως θα ήτο αδύνατον να επιδείξωσι τόσον ηρωισμόν και τόσην αυταπάρνησιν. Ο Baur και ο Strauss, οι διαβόητοι ούτοι αρνηταί της Αναστάσεως, αναγνωρίζουσι τούτο. «Η ιστορία οφείλει να σημειώση, λέγει ο πρώτος, ότι δια την πίστιν των μαθητών η Ανάστασις του Ιησού Χριστού ήτο αλήθεια βέβαια και αδιάσειστος, Εις την πίστιν αυτήν ο Χριστιανισμός εύρε βάσιν στερεάν δι' όλην αυτού την Ιστορικήν εξέλιξιν» ([13]), «Ο ιστορικός οφείλει να αναγνωρίση, λέγει ο δεύτερος, ότι οι μαθηταί επίστευον αδιστάκτως ότι ο Ιησούς ανέστη και τούτο αρκεί τελείως να εξηγήση ό,τι έκαμαν και ειργάσθησαν ως Απόστολοι... Ότι ο απόστολος Παύλος ήκουσεν εκ του στόματος του Πέτρου, του Ιακώβου και άλλων ακόμη, ότι ενεφανίσθη εις αυτούς και ότι όλοι εκείνοι, καθώς και οι πεντακόσιοι αδελφοί υπήρξαν πλήρως πεπεισμένοι, ότι είχον ιδεί ζώντα τον Ιησούν, όστις είχεν αποθάνει, δεν προτιθέμεθα να το αρνηθώμεν» ([14]).

8) Δεν συμβιβάζεται προς την προφανή ειλικρίνειαν και αγιότητα των Αποστόλων.

Τον ευθύν και τίμιον μάρτυρα δεν είναι δύσκολον να διακρίνωμεν από του ανειλικρινούς και δολίου. Η ανθρώπινη ψυχή, ήτις επλάσθη δια την αλήθειαν, κατέχει και ιδιαιτέραν τινά  αίσθησιν, δι' ης ουχί δυσκόλως διακρίνει τον μάρτυρα του ψεύδους από της αληθείας τον κήρυκα. Οι μάρτυρες λοιπόν της αναστάσεως, καθώς και οι κήρυκες του χυδαίου ψεύδους, το οποίον εχάλκευσαν οι γραμματείς και οι Αρχιερείς, εκρίθησαν από τους συγχρόνους. Συνέπεια δε της κρίσεως ταύτης υπήρξε να αναγνωρισθώσιν οι Απόστολοι ως ευθείς, ως ειλικρινείς, ως άγιοι άνδρες.

Φίλε αναγνώστα, δεν είναι δύσκολον και συ να σχηματίσης πεποίθησιν εξ ιδίας αντιλήψεως περί του χαρακτήρος των ανδρών τούτων, οίτινες εχρημάτισαν μάρτυρες της Αναστάσεως. Δεν είναι ανάγκη να ίδης αυτούς. Αρκεί να ανοίξης τα συγγράμματά των· αρκεί να αναγνώσης ολίγας γραμμάς από τας επιστολάς, τας οποίας έγραψαν ο Ιάκωβος, ο Πέτρος, ο Ιωάννης. Την θείαν πνοήν της αρετής των θα αντιληφθής παρευθύς και θα αισθανθής σεαυτόν εισαγόμενον δια της αναγνώσεως ταύτης εις σφαίραν τίνα  ειλικρινείας και αγιότητος, από την οποίαν είναι αποκεκλεισμένη πάσα πανουργία και πας δόλος.

9) Αποκλείεται τελείως υπό της μαρτυρίας του Παύλου.

Η υπόνοια περί δολιότητος των Αποστόλων συντρίβεται κυριολεκτικώς, ευθύς ως ήθελεν αντικρύσει την μεγάλην φυσιογνωμίαν του Παύλου. Ποίος δεν αισθάνεται την υποχρέωσιν να αναγνωρίση την απόλυτον ειλικρίνειαν του μάρτυρος τούτου; Ουδείς απολύτως προηγούμενος δεσμός συνέδεεν αυτόν προς τον Εσταυρωμένον. Τουναντίον δε εν τω ου κατ' επίγνωσιν ζήλω του κατεδίωκε σφοδρώς τους οπαδούς αυτού. Προς τι λοιπόν να μας δολιευθή και ο μάρτυς ούτος; Το να κηρύττη ο Παύλος την ανάστασιν του Χριστού ισοδυναμεί προς το να καταδικάζη όλην την προγενεστέραν διαγωγήν του και προς το να απαρνηθή όλας τας τιμάς και την εν τω Ιουδαισμώ επιρροήν του, τα οποία η παίδευσίς του, η καταγωγή του, η ανατροφή του υπισχνούντο εις αυτόν. Και μόνον λοιπόν η εις Χριστόν επιστροφή ενός τοιούτου μάρτυρος, μόνη η μεταστροφή του Σαύλου εις Παύλον είναι αρκετή απόδειξις της αναστάσεως του Ιησού Χριστού ([15]). Μία τοιαύτη μεταστροφή δεν είναι δυνατόν να εξηγηθή φυσικώς. Αυτός ο πρώτος εισηγητής της φυσικής εξηγήσεως της επιστροφής του Παύλου, όστις δια να στηρίξη την εξήγησίν του ταύτην εζήτησε να παρουσιάση τον Παύλον ως φύσιν επιληπτικήν, ο Baur, εις τα τέλη της ζωής του ανεγνώρισε την πλάνην του και δεν εδυσκολεύθη να προβή εις την εξής ομολογίαν: «Δεν δυνάμεθα να ίδωμεν άλλο τι εν τη επιστροφή του Παύλου παρά εν θαύμα· ουδεμία ανάλυσις διαλεκτική η ψυχολογική δεν δύναται να διαλευκάνη το εσωτερικόν μυστήριον της πράξεως ταύτης» ([16]). Και εάν λοιπόν η επιστροφή του Παύλου αποτελή θαύμα, το θαύμα τούτο δεν δύναται άλλως να εξηγηθή παρά μόνον δια του θαύματος της αναστάσεως.

Τοιουτοτρόπως η πρώτη εκ των δύο υποθέσεων, δια των οποίων θα ηδύνατο να προσβληθή το κύρος της αναστάσεως, απεδείχθη όλως αβάσιμος. Απομένει ήδη η δευτέρα, καθ' ην οι μαθηταί απεπλανήθησαν και εδίδαξαν ως αληθές, εν χρηστώ συνειδότι πάντοτε, εκείνο, το οποίον αντικειμενικώς υπήρξε ψευδές. Η υπόθεσις αυτή διετυπώθη υπό διαφόρους μορφάς, τας οποίας ο φίλος ανογνώστης θα ίδη ευθύς κατωτέρω εκτιθεμένας και κρινομένας.

β) Οι μάρτυρες της αναστάσεως δεν απεπλανήθησαν.

Ι. Ο πραγματικός θάνατος του Ιησου.

Την υπόθεσιν, ότι οι κήρυκες της αναστάσεως υπήρξαν θύματα αθώας τινός πλάνης, υπεστήριξαν εκ των νεωτέρων πρώτοι οι Paulus, Herder, Schleiermacher, Hase ([17]) και άλλοι τινές, oλιγώτερον γνωστοί και διάσημοι. Ισχυρίσθησαν δε ούτοι, ότι ο Χριστός δεν είχεν αποθάνει επί του σταυρού,  αλλά λιποθυμήσας περιήλθεν εις, βαθύν λήθαργον. Και όταν λοιπόν ετέθη εις τον τάφον, η δροσερότης του βράχου και των αρωμάτων η αναληπτική ευωδία επανέφερον αυτόν εις την ζωήν.

Τον ανεκάλεσαν εκ της λιποθυμίας. Και ο Χριστός ενεφανίσθη εις τους μαθητάς την τρίτην από της σταυρώσεως ημέραν, εσχημάτισαν δ' εκείνοι την πεποίθησιν, ότι ο Διδάσκα&la