Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Ας αφήσουμε το Γέροντα να μας διηγηθεί:.
«Επιδιόρθωνα τα δωμάτια της Μονής. Κάποια ημέρα λίγο πριν το μεσημέρι επειδή κουράστηκα ξάπλωσα σ’ ένα κρεβατάκι ενός δωματίου, του οποίου διόρθωνα το ταβάνι, για να ξεκουραστώ λιγάκι.

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα βίαια ένας στρατιώτης με κάτι παλιές γκέτες. Είχε ένα μόνο μάτι  στο μέτωπο και φώναζε αγριεμένος:
- Εδώ είσαι λοιπόν; Τώρα θα δεις τι θα πάθεις.
Και μαζί με’ αυτόν μπήκαν στο δωμάτιο περίπου δεκαοκτώ δαίμονες με διάφορες μορφές διάφορες σαν άνθρωποι, σαν πίθηκοι κ.λ.π. Όρμηξαν επάνω μου κι άρχισαν να με χτυπούν και να με βασανίζουν. Εγώ προσπάθησα να κάνω το σημείο του Σταυρού, αλλά τρεις από αυτούς που κρατούσαν το χέρι κι ένας μου άνοιγε τα δάχτυλα, ώστε να μη μπορέσω να σχηματίσω με τα τρία δάχτυλά μου το σημείο του Τιμίου Σταυρού.

Τα χτυπήματα και τα βάσανα που υπέφερα δεν περιγράφονται. Από το στόμα μου και από τη μύτη μου έτρεχαν αίματα, τα χείλη μου πρησμένα, τα γένεια μου και τα μαλλιά μου μαδημένα, τα ράσα μου ανοιγμένα και το παντελόνι μου κατεβασμένο, γιατί ακόμη και στα απόκρυφα μέρη μου επέτρεψε ο Θεός να με βασανίσουν. Τα δάχτυλά μου στραμπουληγμένα, ο ώμος μου σχεδόν βγαλμένος, τ’ αυτιά μου ν’ ακούν τα γεμάτα μίσος λόγια τους. Ο ένας μου έλεγε:
- Με βλέπεις εμένα; Εγώ είμαι που σε πιάνω από το λαιμό και δεν σ’ αφήνω να διαβάζεις καθαρά. Ο άλλος:
- Εγώ είμαι που σου κάνω το τάδε κ.λ.π.
Ο καθένας μου ανέφερε και τους πειρασμούς που μου προξενούσε. Κάποια στιγμή επιτέλους μπόρεσα κι απελευθέρωσα το χέρι μου κι έκανα το Σταυρό μου. Οι δαίμονες αμέσως τότε πήδηξαν από το παράθυρο και έφυγαν αφήνοντάς με μισοπεθαμένο. Μάζεψα τα ρούχα μου και κατέβηκα, όπως μπόρεσα κάτω στην κουζίνα, όπου ήταν μία γιαγιά προσκυνήτρια. Μόλις με είδε τρόμαξε.
- Δεν ανέβηκες πάνω γιαγιά να με βοηθήσεις, οι δαίμονες με σκότωσαν στο ξύλο της είπα.
- Άκουγα πάτερ Ιάκωβε τα χτυπήματα και το θόρυβο, αλλά νόμιζα ότι εργαζόσουν και χτυπούσες εσύ,  μου είπε εκείνη».


(Ένας άγιος Γέροντας ο μακαριστός π. Ιάκωβος, έκδοση των Πατέρων της Ι.Μονής Οσίου Δαβίδ, σελ.42-43

"Όταν λακτἰζεις σαν ὀνος,

και πηδἀς ὀπως ο ταὐρος

και χρεμετἰζεις για τις γυναἰκες ὀπως ο ἰππος

καἰ εἰσαι λαἰμαργος ὀπως η αρκοὐδα

καἰ παχαἰνεις το σὠμα σου ὀπως ο ημἰονος

καἰ μνησικακεἰς σαν καμήλα

και αρπἀζεις ὀπως ο λὐκος,

και οργἰζεσαι ὀπως το φἰδι,

και δαγκὠνεις ὀπως ο σκορπιὀς,

και εἰσαι ὐπουλος ὀπως η αλεποὐ,

και ἐχεις μἐσα στην ψυχἠ σου δηλητἠριο ὀπως η κὀμπρα και η ἐχιδνα

καἰ διεξἀγεις πὀλεμο κατἀ των αδελφὠν σου ὀπως ο πονηρὀς εκεἰνος διἀβολος,

πὠς εἰναι δυνατὀν να σε υπολογἰσω μεταξὐ των ανθρὠπων,αφου βλἐπω να ἐχεις αυτοὐ του εἰδους τα χαρακτηριστικἀ;

Νἀ σε ονομἀσω θηρἰο; Τα θηρἰα ἐχουν ἐνα απὀ αυτἀ τἀ ελαττὠματα.

Πὠς θα σἐ αποκαλὠ ἀνθρωπο,ὀταν ἐχεις περισσὀτερα ελαττὠματα απὀ τἀ θηρἰα και το σατανἀ;"

Λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου.

Πώς αναθεώρησα τη προσέγγισή μου στην αγάπη στην «συν Θεώ» ζωή. (σκέψεις μιας ψυχής...).
Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου ένα άνθρωπο που έδινε αγάπη, χωρίς όμως να γίνεται σε μεγάλο βαθμό αυτή η αγάπη αποδεκτή. Προφανώς και υπήρχε κάποιος λάθος στον τρόπο έκφρασης αυτού του συναισθήματος που δεν ξέρω αν ήταν αγάπη , ωστόσο έτσι το έλεγα.
Όταν ξεκίνησα τον πνευματικό αγώνα έκανα μια έντονη ενδοσκόπηση, μια αυτοκριτική βάζοντας στο μικροσκόπιο τον τρόπο που συμπεριφέρομαι. Συνήθιζα να «απαιτώ» σεβασμό από τον διπλανό μου χωρίς ουσιαστικά εγώ η ίδια να έχω βαθιά αυτοπεποίθηση και αγάπη για εκείνον. Απαιτούσα από τους άλλους αυτά που δεν έδινα η ίδια σε μένα. Ουσιαστικά διαπίστωνα μέρα με τη μέρα ότι δεν συμπεριφέρομαι όπως πραγματικά θα ήθελα, σε μεγάλο βαθμό δεν ήμουν ο εαυτός μου αλλά προσπαθούσα να είμαι «κάτι» για να ικανοποιήσω κάποιους, και τελικά όλο αυτό μου δημιουργούσε μια σύγχυση και μια ταραχή.
Νομίζω ότι αυτό ο Θεός το ήξερε και πριν προλάβω προσωπικά να το συνειδητοποιήσω με ευλόγησε να αισθάνομαι βαθιά μέσα στην ψυχή μου την δική Του Αγάπη. Έγινε χωρίς να το επιλέξω, ούτε καν να το ζητήσω, δεν γνώριζα ότι υπάρχει τέτοια κατάσταση.  Αυτό το συναίσθημα ήρθε τόσο έντονα και επίμονα στην ψυχή μου, που άρχισε να ξυπνάει  μέσα μου την ανάγκη για την αγάπη που όφειλα να δώσω στον ίδιο μου τον εαυτό. Φωτίστηκαν σημεία της ψυχής μου που έπρεπε μόνη μου να αποκωδικοποιήσω, να ερμηνεύσω, να αποδεχτώ και να ανασύρω στην επιφάνεια.
Κινήθηκα με άξονα την «αλήθεια μου», την οποία όφειλα να αντικρύσω κατάματα, να αποδεχτώ και να βελτιώσω όπου απαιτούταν.  Αυτό που στην ουσία γινόταν στην πριν «Χριστώ ζωή μου» είναι να φέρομαι σαν κάποιος άλλος , είτε γιατί κάτι έκρυβα, είτε γιατί κάτι δεν με βόλευε και μου χάλαγε την «ωραία» εικόνα που ήθελα να έχω για τη ζωή μου.  
Έτσι ξεκίνησα με τη σχέση μου με μένα, δεδομένης την αγάπης μου για τον θεό που έκαιγε την καρδιά μου.  Η αυτοπεποίθηση είναι μια λέξη που δεν ταιριάζει με τα πνευματικά αλλά για μένα έχει μια πνευματική διάσταση. Στην ουσία μιλώντας για αυτοπεποίθηση εννοώ α) την πεποίθηση  ότι ακόμα και αν δεν έχω τις απαραίτητες ικανότητες να κάνω κάτι, τελικά θα τα καταφέρω, ή τουλάχιστον θα καταφέρω «ότι προορίζεται να καταφέρω», γιατί κάποιος άλλος αποφασίζει, και β) τη θέληση να προχωρήσω και να αγωνιστώ, δηλαδή να μην απογοητευτώ και να μην σταματήσω.
Τα δύο παραπάνω στοιχεία με έκαναν να αποδέχομαι τον εαυτό μου, να εκτιμώ την προσπάθειά του και όχι μόνο να επιδιώκω την επιτυχία του,  να εκτιμώ τον αγώνα ειδικά όταν είναι αποτυχημένος.  
Η καλλιέργεια αυτού του τύπου της «αυτοπεποίθησης» ήταν μιας μορφής ψυχοθεραπεία που ένοιωσα ότι πρέπει  να κάνω ως ένα δώρο σε μια πληγή που κουβαλούσα. Αυτό με οδήγησε σε μια ειρήνευση με τον εαυτό μου και αυτό με τη σειρά του με έκανε να νιώθω μια πληρότητα, επιείκεια, συμβιβασμό για τις συγκεκριμένες ικανότητες που μου έχουν δοθεί και μια αποδοχή για τον συγκεκριμένο αγώνα που είχα να δώσω.
Στην ουσία έμαθα σταδιακά - ή τουλάχιστον προσπαθώ να μάθω  γιατί έχει μεγάλη διαδρομή αυτό – να εμπιστεύομαι τις εξελίξεις,  γιατί πίστεψα ακράδαντα ότι, όλα όσα γίνονται για μένα όχι μόνο τα «επιτρέπει» ο Θεός, τα «επιλέγει» Εκείνος. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά στα δύο ρήματα, και η πίστη μου στο «επιλέγει» μου δημιούργησε την πεποίθηση ότι κάθε βήμα μου είναι προορισμένο, να γίνει με τον τρόπο που γίνεται. Ακόμα και οι προσωρινές απογοητεύσεις από πρόσωπα και καταστάσεις είναι μέρος ενός σχεδίου στο οποίο έχω συγκεκριμένο ρόλο, τον οποίο καλούμαι μόνο να διεκπεραιώσω πλάι Του.
Με τον αυτό τον τρόπο σκέψης άρχισα να βλέπω τον πλησίον μου, ως ένα πλάσμα Θεού, που είναι σε κάποιο βαθμό στις «επιλογές του Θεού» να είναι δίπλα μου. Αυτή η σκέψη με εμπνέει να  βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου ως εικόνες Θεού και με αυτή την οπτική ζω και τους συναναστρέφομαι. Άρχισα συμπαθώ, να κατανοώ, να αποδέχομαι, να σέβομαι, να μην τους υποπτεύομαι για τίποτε κακό,  και τελικά να αγαπώ, να συμπονώ και όλα αυτά τα αισθάνομαι διακριτά για τον καθέναν.
Ξεχωρίζω τις κακές στιγμές ως μεμονωμένες, αποσπασμένες περιπτώσεις, και χωρίς να τις γενικεύω τις αποδέχομαι. Συνεχίζω έτσι να αποδέχομαι το συνάνθρωπο ξεχωρίζοντας την πράξη του από την ψυχή του.  
Τελικά τι είναι για μένα αγάπη;
Αγάπη είναι μαθαίνω να «ακούω» τον διπλανό μου προσεκτικά.
Αγάπη είναι να μοιράζομαι με κάποιον την αγωνία μου, να μοιράζεται κάποιος μαζί μου τη δική του,  δείχνει εκτίμηση και εμπιστοσύνη το μοίρασμα.
Αγάπη είναι να αποδέχομαι τη δύσκολη στιγμή κάποιου και να τον συγχωρώ, ως μεμονωμένη δύσκολη στιγμή, αγάπη είναι η συγχώρεση.
Αγάπη είναι να προσέχω τη λεπτομέρεια της στιγμής γιατί κάποιος έχει ανάγκη την προσοχή μου, αγάπη είναι η υπομονή.
Αγάπη είναι να μιλώ με αλήθεια, χωρίς να κρύβω, να είμαι εκεί με ουσία, αγάπη είναι αυθεντικότητα, αγάπη είναι ειλικρίνεια.
Αγάπη είναι «η συνέχεια» .., και όχι για λίγο για να πω ότι «εγώ το έκανα, τι άλλο να κάνω;», αγάπη είναι η επανάληψη στην αγάπη.
Αγάπη είναι να ξεχνώ και να μην πληγώνομαι, να θυμάμαι για να διδάσκομαι, αγάπη σημαίνει δεν φοβάμαι.
Αγάπη είναι τα καλά λόγια κάποιες στιγμές δηλαδή η «κολακεία», όταν γίνεται για ανθρώπους που δεν αγαπούν τον εαυτό τους, για να βοηθηθούν να ξεκινήσουν από αυτό, δεν ξεχνώ ότι και εγώ από εκεί ξεκίνησα.
Αγάπη είναι να επιθυμώ  το καλό για τους άλλους, έναντι του καλού για μένα, γιατί συνειδητοποιώ ότι αυτό κάνει καλό έμμεσα και σε μένα, αρκεί να έχω υπομονή για να το καταλάβω.
Αγάπη είναι να είμαι κοντά στους ανθρώπους με ποσότητα  χρόνου και όχι μόνο ποιοτικά. Δεν προλαβαίνεις τη δύσκολη στιγμή, την κακή σκέψη, τον αρνητικό λογισμό, δεν είναι αυθόρμητο το μοίρασμα όταν γίνεται σε συγκεκριμένο «ποιοτικό» χρόνο. Χρειάζεται διαρκής παρουσία η οποία δημιουργεί μια ζεστασιά και μια θαλπωρή.  Αγάπη είναι η προσφορά, η παρουσία.
Αυθεντική Αγάπη είναι η απροϋπόθετη Αγάπη και αυτή είναι η Αγάπη του Χριστού και έγινε για μένα η αρχή μιας διαδρομής μέσα μου.
Η απροϋπόθετη αυτή Αγάπη του Θεού αιφνιδίασε την ύπαρξή μου, με αφόπλισε και με δίδαξε πολλά. Με δίδαξε (και με διδάσκει) την πραγματική μετάνοια και όχι την προσωρινή μεταμέλεια, την ουσιαστική κριτική για το είναι μου. Αυτή η μετάνοια με τη σειρά της με οδηγεί σε μια εξαιρετικά ελπιδοφόρα κατάσταση, μου δίνει δύναμη στον αγώνα μου, δεν με απογοητεύει στην πτώση μου, με κάνει να σκέφτομαι ότι «κανένας αγώνας δεν είναι μάταιος» και δεν μου επιτρέπει την απογοήτευση. Όλη αυτή η κατάσταση τέλος τροφοδοτεί την Αγάπη μέσα μου για τον εαυτό μου. Έτσι χωρίς να καταλάβω πως, γεννιέται μια μέσα μου «αγάπη» που προέρχεται από εμένα και πρέπει να δώσω στους άλλους. Το τελευταίο βήμα πραγματοποιείται αυθόρμητα και στο σύνολό της όλη αυτή η διαδικασία γίνεται μια κυκλική διαδρομή η οποία επαναλαμβάνεται και βιώνεται με τη Χάρη Του, και όλη αυτή η πορεία έχει μια μαγεία γιατί αυτή η αγάπη – η δική μου αγάπη προς τους άλλους - γίνεται επιτέλους αποδεκτή:
«Αγάπη από το Θεό,
πτώση,
μετάνοια,
ελπίδα,
αγώνας,
Αγάπη-αποδοχή για το εαυτό μου,
Αγάπη για τους άλλους»
όλα υπάρχουν μέσα μου ταυτόχρονα και λειτουργούν με οδηγό την Αγάπη του Θεού – που είναι η πρώτη αγάπη στη σειρά – και «βρήκε μέσα μου χώρο», χωρίς να με ρωτήσει.
Ελπίζω ότι αυτή η αυτή Αγάπη που προέρχεται από αυτή την διαδρομή, θα βρει χώρο στις καρδιές των άλλων και θα τη μεταλαμπαδεύσει μέσα τους, για να κάνουν και οι συνάνθρωποί μου την ίδια ευλογημένη διαδρομή. Το αξίζουν.

Το νομοθετικό καθεστώς και οι σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Κράτος: δεδομένα και παρανοήσεις (1).

Του Θεοδώρου Παπαγεωργίου, Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος

(Εισήγηση στην εκδήλωση της I. Αρχιεπισκοπής Αθηνών: «Συνταγματική αναθεώρηση και Εκκλησία της Ελλάδος: Συμβολή σε έναν ανοικτό διάλογο»
7.6.2017, Πολεμικό Μουσείο Αθηνών) (οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Εν πρώτοις, η δική μου εισήγηση για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος εντοπίζεται στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας. Διευκρινίζω επίσης ότι κατωτέρω αναφέρομαι στην «Εκκλησία της Ελλάδος», όχι στην ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης, τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, που ανήκουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και το Άγιον Όρος, που αποτελούν ξεχωριστές εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες μέσα στο ελλαδικό έδαφος.
Εκ δευτέρου, σκέφθηκα ότι δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα να σας κουράσω εκθέτοντας όσα θα μπορούσατε να διαβάσετε σε ένα εγχειρίδιο εκκλησιαστικού ή δημοσίου δικαίου. Για τον λόγο αυτό προτίμησα η εισήγηση να είναι ένας «λόγος αναιρετικός», με την έννοια ότι θα παραθέτει κατεστημένες παρανοήσεις γύρω από τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας τοποθετώντας απέναντι σε αυτές παρεξηγήσεις κάποια νομικά δεδομένα, να δώσει νομικές απαντήσεις. Με την έννοια αυτή η ομιλία συγκεντρώνει και σχολιάζει κοινωνικές, πολιτικές και νομοθετικές αντιλήψεις για τις σχέσεις Κράτους και ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος και αρθρώνεται σε ζεύγη παγιωμένων παρανοήσεων αφ’ ενός και νομικών δεδομένων - απαντήσεων αφ’ ετέρου.

Εισαγωγή: η νομική μορφή των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων

Κατά τον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (δηλαδή τον νόμο 590/1977)2 η Εκκλησία της Ελλάδος, οι 82 Ιερές Μητροπόλεις, οι Ιερές Μονές και οι Ενορίες, η Αποστολική Διακονία και το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος έχουν νομική μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ., άρθρα 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 και 25 παρ. 1 του ν. 4301/2014). Βεβαίως υφίστανται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), «θυγατρικά» των παραπάνω νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου: τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα, Ιερά Προσκυνήματα και τα εκκλησιαστικά Μουσεία.
Η αρχή της νομιμότητας έχει για τα Ν.Π.Δ.Δ. περιεχόμενο διαφορετικό απ’ ό,τι για τα Ν.Π.Ι.Δ.: το νομικό πρόσωπο δημοσίου δύναται να προβαίνει σε εκείνες μόνο τις πράξεις, που επιτρέπει ο νόμος, ενώ ο ιδιώτης - νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δικαιούται να πράξει ό,τι δεν απαγορεύει ο νόμος.

A. Παρανόηση 1η: «Η Εκκλησία της Ελλάδος3 είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, επειδή το άρθρο 3 του Συντάγματος προβλέπει ότι η Εκκλησία αυτή είναι ο φορέας της επικρατούσας θρησκείας στην Ελλάδα»

Το νομικό δεδομένο είναι ότι οι φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι Ν.Π.Δ.Δ. επειδή το αναφέρει ο νόμος 590/1977 και όχι το Σύνταγμα. Μάλιστα οι εκκλησιαστικοί φορείς κηρύχθηκαν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ήδη από το 1969, πριν δηλαδή τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, με νομοθέτημα της Χούντας, το νομοθετικό διάταγμα 126/1969, το οποίο βασίσθηκε σε σχέδιο της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Συνεπώς, δεν επιβάλλεται, λόγω του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος, η μια ή η άλλη νομική μορφή (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) στους φορείς της Εκκλησίας και το ζήτημα αυτό δεν είναι αντικείμενο συνταγματικής ύλης.
Ακόμα και το άρθρο 72 παρ. 1 του Συντάγματος αναφέρει ότι τα θέματα, που αφορούν στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίζονται με νόμο, που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής, χωρίς φυσικά να προκύπτει, ούτε από αυτήν τη συνταγματική διάταξη, ότι επιβάλλεται στον νομοθέτη να επιλέξει συγκεκριμένη νομική μορφή για την Εκκλησία της Ελλάδος.
Με την έννοια αυτή ο καθορισμός της νομικής μορφής της Εκκλησίας της Ελλάδος ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου ανήκει στην αρμοδιότητα του κοινοβουλευτικού νομοθέτη και όχι του συνταγματικού νομοθέτη.

B. Παρανόηση 2η: «Η Εκκλησία της Ελλάδος απολαύει μέχρι και σήμερα νομοθετημένων προνομίων σε βάρος των άλλων θρησκευμάτων»

Το δεδομένο είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον, στο πλαίσιο του θρησκευτικού ανταγωνισμού μέσα στην κοινωνία μας, διατάξεις στην κοινή νομοθεσία, που θεσπίζουν προνόμια της ορθόδοξης Εκκλησίας σε βάρος της θρησκευτικής ελευθερίας άλλων θρησκευμάτων.
Οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, που καθιέρωναν ένα θρησκευτικό προστατευτισμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σε βάρος άλλων θρησκευμάτων έχουν απαλειφθεί εντελώς εδώ και καιρό. Και αυτό όχι τυχαία, λόγω των δεσμεύσεων του νομοθέτη από κείμενα υπερνομοθετικής ισχύος, όπως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ, άρθρα 9, 11, 1ο Πρόσθετο Πρωτοκ. ΕΣ- ΔΑ άρθρο 2), το Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (άρθρο 2, 18, 20 παρ. 2, 26, 27) και τη σύγχρονη ερμηνεία διατάξεων των άρθρων 3 (περί επικρατούσας θρησκείας) και 13 (θρησκευτική ελευθερία για κάθε γνωστή θρησκεία) του Συντάγματος. Επιπλέον κατά το ισχύον Σύνταγμα απαγορεύεται ο προσηλυτισμός, όταν στρέφεται εναντίον κάθε γνωστής θρησκείας (άρθρο 13 παρ. 2 εδαφ. γ), όπως επιτρέπεται η κατάσχεση εντύπων στην περίπτωση της δια του τύπου προσβολής κάθε γνωστής θρησκείας (άρθρο 14 παρ. 3 περ. α).
Ένα από τα πλέον γνωστά νομοθετικά παραδείγματα είναι η νομοθεσία περί ιδρύσεως ναών και ευκτήριων οίκων των υπολοίπων (πλην της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος) θρησκευτικών κοινοτήτων. Ο  νόμος 3467/2006 (άρθρο 27, ΦΕΚ Α 128) κατάργησε την προβλεπόμενη γνώμη του ορθόδοξου Μητροπολίτη προς τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία απαιτείτο για την ίδρυση ναού ή ευκτήριου οίκου από άλλες θρησκευτικές κοινότητες4.
Έτσι πλέον σήμερα, υπόκειται σε μία εξαιρετικά εργώδη και γραφειοκρατική διαδικασία η ίδρυση ενός Ενοριακού Ναού της Εκκλησίας της Ελλάδος καθώς κατά τον νόμο 590/1977 (άρθρο 36) και τον Κανονισμό 8/1979 (ΦΕΚ Α 1/1980): α) χρειάζεται αίτηση από 300 έως 600 οικογένειες ανάλογα με το μέγεθος του οικισμού, β) δεν πρέπει ο αριθμός των οικογενειών, που αποσπάται από όμορη Ενορία για την ίδρυση της νέας Ενορίας, να οδηγεί σε μείωση του ελάχιστου αριθμού οικογενειών, που απαιτείται για την ύπαρξη της όμορης Ενορίας, γ) απαιτείται να ζητηθεί γνωμοδότηση του Δημοτικού Συμβουλίου (δείγμα και αυτό των αντιλήψεων του νομοθέτη του 1977, που υπέθετε ότι όλοι οι δημοτικοί άρχοντες είναι συνειδητά μέλη της ορθόδοξης Εκκλησίας), δ) απόφαση Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ), ε) κατάρτιση σχεδίου προεδρικού διατάγματος (π.δ.) από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, στ) επεξεργασία - γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και ζ) έκδοση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος ίδρυσης της νέας Ενορίας. Αντίθετα, για την ίδρυση ναού άλλης (που δεν ανήκει στην Εκκλησία της Ελλάδος) θρησκευτικής κοινότητας απαιτείται αίτηση 50 οικογενειών, ενώ δεν απαιτείται ελάχιστος αριθμός αιτούντων, εάν πρόκειται να ζητηθεί από τον Υπουργό Παιδείας άδεια λειτουργίας για ναό σε συνοικισμό ή σε χωριά ή για ευκτήριο οίκο. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει μάλιστα τα τελευταία χρόνια ερμηνεύσει ιδιαιτέρως συσταλτικά τους  ν. 1363/1938 και 1672/1939 υπό την ισχύ του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ώστε πλέον για την ίδρυση ναού ή ευκτήριου οίκου από τις λοιπές θρησκευτικές κοινότητες ουσιαστικά αρκεί απλώς αίτηση προς τον Υπουργό Παιδείας για την χορήγηση άδειας λειτουργίας.
Επιπλέον, δεδομένο είναι ότι τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) έχουν ιδιαίτερη νομική προστασία σε ορισμένες περιπτώσεις κυρίως επειδή έχουν την ιδιότητα του Ν.Π.Δ.Δ. και όχι τόσο επειδή έχουν την ιδιότητα του εκκλησιαστικού φορέα. Η αυξημένη νομική προστασία των Ν.Π.Δ.Δ., λόγω της φύσης τους ως Ν.Π.Δ.Δ., είναι:
1)    Το τεκμήριο νομιμότητας και η εκτελεστότητα διοικητικών πράξεών τους, οι οποίες έχουν ισχύ κανόνα δικαίου, αν και κυρίως με εσωτερική ισχύ, δηλαδή απευθύνονται και έχουν ως αποδέκτες τα μέλη τους (τους  κληρικούς, εκκλησιαστικούς υπαλλήλους τους κ.λπ.). Πρόκειται για ένα προνόμιο σύμφυτο με την ιδιότητα των παραπάνω φορέων ως Ν.Π.Δ.Δ., και αποτελεί μία ευπρόσδεκτη νομική προστασία από τον νομοθέτη, καθώς διευκολύνει την κατίσχυση και εφαρμογή των αποφάσεων τους.

Από τη στιγμή που τα Ν.Π.Δ.Δ. κινούνται στον χώρο του δημοσίου δικαίου, όποιος αμφισβητεί τις διοικητικές πράξεις τους έχει το βάρος να προσφύγει εναντίον τους στα διοικητικά δικαστήρια. Αντίθετα, εάν οι φορείς της Εκκλησίας ήταν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου θα είχαν το βάρος να προσφύγουν αυτά ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων κατά του μέλους της Εκκλησίας, που απειθαρχεί και δεν συμμορφώνεται με τις αποφάσεις των οργάνων διοίκησής της. Πρόκειται για μία διαφοροποίηση με σπουδαίες νομικές συνέπειες, αλλά πάντως με εσωτερική ισχύ, εντός του χώρου εννόμων σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με τα μέλη της.
2)    η απαλλαγή («ατέλεια») από παράβολα, ένσημα, τέλη, εισφορές για την άσκηση ένδικων βοηθημάτων και μέσων ενώπιον των δικαστηρίων ή για την άσκηση διαδικαστικών πράξεων ενώπιον της δημόσιας διοίκησης (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998)
3)    το ευεργέτημα απογραφής του άρθρου 118 ΕισΝΑΚ, δηλαδή οι φορείς δημοσίου δικαίου της Εκκλησίας, σε περίπτωση που κληρονομούν περιουσίες, ευθύνονται για τα χρέη της κληρονομίας μόνον μέχρι του ύψους του ενεργητικού της κληρονομίας (άρθρο 47 παρ. 4 του ν. 590/1977).
Ο  παραπάνω όμως υψηλότερος πήχυς προστασίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου άφορα σε όλα τα θρησκεύματα, που οργανώνονται ως Ν.Π.Δ.Δ. ή ως δημόσιες υπηρεσίες του Κράτους. Ειδικότερα, οι Ισραηλιτικές Κοινότητες, το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο, ο Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Κοντά σε αυτά, οι Μουφτείες της Δυτ. Θράκης είναι δημόσιες υπηρεσίες του Κράτους. Οι 3 Μουφτήδες μισθολογικά έχουν βαθμό Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και έχουν δικαστικές αρμοδιότητες σε κληρονομικές και οικογενειακές υποθέσεις, που δεν έχουν οι ορθόδοξοι Επίσκοποι για τα μέλη της ορθόδοξης Εκκλησίας• οι αποφάσεις των Μουφτήδων πρέπει να κηρυχθούν εκτελεστές από τα αστικά δικαστήρια, αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι οπωσδήποτε διαθέτουν μια πολύ σημαντική εξουσία.
Μια είναι η κύρια περίπτωση, όπου ο νόμος προβλέπει προνομιακή προστασία των φορέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, όχι επειδή είναι Ν.Π.Δ.Δ., αλλά επειδή είναι εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα. Η  περίπτωση αυτή άφορα στην προστασία της περιουσίας τους και πρόκειται για την απαγόρευση χρησικτησίας σε βάρος της περιουσίας των Μονών5, που επεκτάθηκε στα υπόλοιπα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Μητροπόλεις, Ενορίες κ.λπ.), το 1969 με Κανονισμό της Ιεράς Συνόδου6 και το 1977 με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος7. Βεβαίως επειδή η απαγόρευση χρησικτησίας δεν συνδυάζεται με τα δραστικά νομικά μέσα αποβολής των καταπατητών, που έχει αποκλειστικά το Δημόσιο (όπως η έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής για τους  καταπατητές του), δεν έχει βοηθήσει στην ουσιαστική διασφάλιση της εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς δεν αποτρέπει τη δημιουργία τετελεσμένων καταστάσεων. Το ίδιο ισχύει και για τη θεωρητική πρόβλεψη στον νόμο περί αυτεπάγγελτης ποινικής προστασίας των εκκλησιαστικών κτημάτων από καταπατήσεις8.

Γ. Παρανόηση 3η: «Στην Ελλάδα έχουμε κρατική ορθόδοξη Εκκλησία»

Βεβαίως οι εκκλησιαστικοί φορείς, επειδή είναι Ν.Π.Δ.Δ. κατά το «οργανικό κριτήριο» (δηλαδή επειδή έτσι κατονομάζονται από τον νομοθέτη), εκδίδουν σε ορισμένες περιπτώσεις διοικητικές πράξεις με ισχύ στις εσωτερικές θρησκευτικές τους υποθέσεις, δωσιδικούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κ.λπ.. Η  αποστολή τους χαρακτηρίζεται επίσης ως δημόσια κατά  το λειτουργικό κριτήριο (με την έννοια ότι η οργάνωση του εκκλησιαστικού βίου είναι θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος στην Ελλάδα), αλλά και κατά  το οργανικό κριτήριο σε ωρισμένες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ)9.
Ο χαρακτηρισμός της αποστολής της Εκκλησίας όμως ως «δημόσιου σκοπού», με την έννοια ότι το θρησκευτικό της έργο αντιμετωπίζεται ως αποστολή δημοσίου ενδιαφέροντος από τα δικαστήρια και την νομική θεωρία, δεν σημαίνει ότι ασκεί μια (κατά  το Σύνταγμα) «κρατική αρμοδιότητα», η οποία εντάσσεται στον πυρήνα του κράτους.

Δ. Παρανόηση 4η: «Οι Μητροπολίτες και οι λοιποί κληρικοί είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι του κράτους»

Το νομικό δεδομένο είναι ότι οι Μητροπολίτες και οι κληρικοί, που αμείβονται από το Δημόσιο, δεν θεωρούνται κατά  νόμον δημόσιοι υπάλληλοι ή εν γένει υπάλληλοι Ν.Π.Δ.Δ.. Η  νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει επανειλημμένα κρίνει ότι είναι προεχόντως θρησκευτικοί λειτουργοί (προέχει η ιδιότητα τους ως «λειτουργών») που υπόκεινται στους κανόνες της Εκκλησίας τους, ενώ οι διατάξεις της δημοσιοϋπαλληλικής νομοθεσίας εφαρμόζονται σε αυτούς  μόνον εάν ειδική διάταξη νόμου επιβάλλει κάτι τέτοιο10.

Ε. Παρανόηση 5η: «Οι φορείς της Εκκλησίας είναι τμήμα της κρατικής διοίκησης»

Τα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν υπάγονται στη Δημόσια Διοίκηση, ούτε στο «Δημόσιο Τομέα», όπως αυτός ορίζεται σε διάφορα νομοθετήματα, ούτε στη «Γενική Κυβέρνηση»11. Αντίθετα συγκεντρώνουν τις κατωτέρω ιδιαιτερότητες, που αποκλείουν από την ένταξή τους στο στενό ή ευρύτερο Δημόσιο Τομέα:
1. Δεν είναι φορείς της κατά  τόπον (κρατικής) αυτοδιοίκησης (όπως είναι οι Δήμοι και οι Περιφέρειες) ούτε της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης του κράτους (όπως τα άλλα Ν.Π.Δ.Δ. με κρατική αποστολή). Δεν ασκούν συνεπώς κρατική αρμοδιότητα κατά  παραχώρηση της Πολιτείας, αλλά την θρησκευτική τους ελευθερία, γεγονός που σημαίνει ότι π.χ. εάν δεν υπήρχε η Εκκλησία της Ελλάδος δεν θα τελούσε Ακολουθίες και Ιερά Μυστήρια ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων.
2. Είναι αυτοχρηματοδοτούμενα νομικά πρόσωπα: δεν λαμβάνουν τακτικές επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό. Σημειώνεται επίσης ότι οι μισθοί των κληρικών, που είναι εφημέριοι σε Ενορίες, των ιεροκηρύκων και ορισμένων (λαϊκών) εκκλησιαστικών υπαλλήλων, καταβάλλονται απ’ ευθείας σε αυτούς  από την Ενιαία Αρχή Πληρωμής του Υπουργείου Οικονομικών. Κατ’ επέκταση, το δημόσιο χρήμα για την μισθοδοσία και ασφάλιση του ορθόδοξου Κλήρου δεν περνά από τα ταμεία της Εκκλησίας ούτε για ένα λογικό δευτερόλεπτο.
3. Είναι αυτοδιοικούμενα νομικά πρόσωπα έναντι του Κράτους: τα όργανα διοίκησής τους δεν διορίζονται από το Κράτος, αντίθετα είναι αιρετά  και ισόβια όργανα (Μητροπολίτες, μέλη Ηγουμενοσυμβουλίων στις Μονές) ή διορίζονται από αιρετά  όργανα (ο Μητροπολίτης διορίζει τα μέλη του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και οι κληρικοί και λαϊκοί, που διοικούν τις Ενορίες ως μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου διορίζονται από τον Μητροπολίτη και το Μητροπολιτικό Συμβούλιο).
4. Έχει ασχοληθεί αρκετά με το ζήτημα και η νομική βιβλιογραφία του διοικητικού δικαίου, αλλά και με γνωμοδοτήσεις του το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΝΣΚ) ήδη από τη δεκαετία του 1990, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος, μολονότι είναι Ν.Π.Δ.Δ., δεν εντάσσονται στη Δημόσια Διοικηση12. Σε παραπλήσιο συμπέρασμα είχε καταλήξει από ήδη η νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ήδη από το 1989, όταν, στην υπόθεση EComHR Maximilian Rommelfanger κατά  Γερμανίας (απόφαση της 6.9.1989), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων νομολόγησε ότι ακόμα και σε κράτη, όπου ωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες έχουν μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Γερμανία αλλά και Ελλάδα), οι εκκλησίες αυτές είναι «μη κυβερνητικοί οργανισμοί», επομένως έχουν ατομικές ελευθερίες, τις οποίες έχει κάθε ιδιώτης έναντι του κράτους. Η νομολογία αυτή συνεχίσθηκε με αρκετές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και επικρατεί έως σήμερα.
Αυτό που δεχόταν η νομική θεωρία και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το τυποποίησε πλέον ως κείμενο δίκαιο ο νόμος 4235/201413. Από τις 11.2.2014 ισχύει ο κανόνας ότι η νομοθεσία για την οργάνωση και διοίκηση, εν γένει περιουσιακή και λογιστική διαχείριση, τους  λειτουργούς και το προσωπικό του Δημοσίου Τομέα και της Γενικής Κυβέρνησης δεν εφαρμόζεται στους φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος, εκτός από τις περιπτώσεις όπου τυχόν ειδική διάταξη νόμου προβλέπει σαφώς την υπαγωγή των φορέων της Εκκλησίας σε κάποια από τις διατάξεις της παραπάνω νομοθεσίας. Ο ίδιος νόμος αναφέρει ότι δεν καταργούνται πάντως οι ειδικές διατάξεις που προβλέπουν εποπτεία του κράτους στην Εκκλησία.
Βεβαίως, ως προς τη λογιστική διαχείριση, και πριν τον νόμο 4235/2014, υπήρχε νομοθετική εξαίρεση από το 198614, κατά  την οποία τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, εφ’ όσον είναι θρησκευτικά Ν.Π.Δ.Δ. και αυτοχρηματοδοτούμενα, δεν υπάγονται στην νομοθεσία λογιστικού δικαίου των κρατικών Ν.Π.Δ.Δ..

ΣΤ. Παρανόηση 6η: «Η Εκκλησία είναι κοινωνικό αγαθό και τις υπηρεσίες της δικαιούνται όλοι οι πολίτες αφού από τους φόρους τους καταβάλλονται τα έξοδα της μισθοδοσίας και της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης»

Επικρατεί στην ελληνική κοινωνία έντονη η θεώρηση της Εκκλησίας ως μιας (περίπου) θρησκευτικής Δ.Ε.Κ.Ο., η οποία οφείλει να παρέχει αδιακρίτως τις «θρησκευτικές υπηρεσίες» της προς τους φορολογούμενους πολίτες, ασχέτως εάν αυτοί  τηρούν τους κανόνες της, ώστε να είναι μέλη της, και αυτό διότι από τη φορολογική συνεισφορά τους στα δημόσια βάρη το Δημόσιο καταβάλλει τα έξοδα μισθοδοσίας και ασφάλισης των ορθόδοξων κληρικών και λειτουργεί η εκκλησιαστική εκπαίδευση (εκκλησιαστικά γυμνάσια-λύκεια, εκκλησιαστικές ακαδημίες).
Ψήγματα αυτής της κοινωνικής και πολιτικής αντίληψης εντοπίζονται και σε διατάξεις της τυπικής νομοθεσίας, ακόμα και πρόσφατες. Έτσι, λ.χ. στο νέο νομοθετικό πλαίσιο για την αποτέφρωση (νόμος 4368/2016) προβλέπεται ότι δικαιούται να επιλέξει κανείς με δήλωσή του, η οποία περιβάλλεται τον συμβολαιογραφικό τύπο, το είδος της τελετής της κηδείας του και ότι: «Εφ’ όσον τηρηθεί ο κατά  τα ανωτέρω τύπος και η διατυπωθείσα επιθυμία του θανόντος δεν αντίκειται σε κανόνες δημόσιας τάξης, υγιεινής ή στα χρηστά ήθη, τα αρμόδια όργανα ή οι υπηρεσίες, που επιμελούνται της ταφής του νεκρού οφείλουν να συμμορφώνονται στη διατυπωθείσα επιθυμία του θανόντος χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση ή διαδικασία, και αν εναντιωθούν συγγενείς οποιουδήποτε βαθμού» (άρθρο 15 παρ. 3). Ο νομοθέτης αναφέρει λοιπόν ως μοναδικό όριο για την δεσμευτικότητα της ιδιωτικής βούλησης για την επιλογή του τύπου τελετής κηδείας, μόνο τη «δημόσια τάξη, υγιεινή και χρηστά ήθη», παραλείποντας να αναφέρει και τους κανόνες και παραδόσεις της οικείας θρησκευτικής κοινότητας, οι θρησκευτικοί λειτουργοί της οποίας θα κληθούν να τελέσει τον επιλεχθέντα τύπο τελετής. Είναι όμως δυνατόν οι ορθόδοξοι κληρικοί ως θρησκευτικοί λειτουργοί και «όργανα της ταφής» να δεσμεύονται από τη συμβολαιογραφική επιλογή «τύπου τελετής της κηδείας», εάν αυτή η επιλογή δεν σέβεται τους κανόνες της Εκκλησίας τους;
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος εξέδωσε ανακοίνωση πριν (14.1.2016) και μετά την ψήφιση του παραπάνω νόμου (1.3.2016) ότι είναι συνταγματικά προβληματική η σιωπή του νομοθέτη για την ανάγκη σεβασμού των θρησκευτικών παραδόσεων κάθε θρησκευτικής κοινότητας, που πρέπει να σέβεται το συμβολαιογραφικό έγγραφο επιλογής του τύπου τελετής της κηδείας (τέτοια ζητήματα θα προκύψουν εάν π.χ. κάποιος δηλώσει ότι επιθυμεί χριστιανική εξόδιο ακολουθία, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει ότι επιθυμεί αποτέφρωση και ακολούθως ταφή της τέφρας του).
Έχει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον η υποκρυπτόμενη αντίληψη για τον ρόλο της Εκκλησίας ως μιας θρησκευτικής Δ.Ε.Κ.Ο., ως τμήματος της παροχικής Δημόσιας Διοίκησης, σε μια ανακοίνωση (26.2.2016) της αστικής εταιρείας «Ελληνική Κοινωνία Αποτέφρωσης». Ο εν λόγω ιδιωτικός φορέας τοποθετήθηκε στην απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ότι απορρίπτει για τα μέλη της την αποτέφρωση (δελτίο τύπου 14.1.2016) και επιχειρηματολόγησε, μεταξύ άλλων, ότι «οι Ιερείς και οι εργαζόμενοι στο Νομικό Πρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδος πληρώνονται εκ του ασφαλούς ως δημόσιοι υπάλληλοι από τον κρατικό προϋπολογισμό εκ της συνύπαρξης Κράτους - Εκκλησίας. Οι εργαζόμενοι λοιπόν σε αυτήν (ιερείς κ.ά.) έχουν απολαβές και υποχρεώσεις στους Έλληνες φορολογουμένους. Σε μια και μόνο περίπτωση βεβαίως η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την υποχρέωση της τελετής της εξοδίου ακολουθίας σε αυτούς  που θα αποτεφρωθούν, εάν και όταν παραιτηθεί των αμοιβών και της οικονομικής στήριξης της ίδιας και των εργαζομένων της από το Κράτος και τους Έλληνες φορολογούμενους, άλλως πας πιστεύουμε ότι η άρνηση υπηρεσίας συνιστά παράβαση καθήκοντος». Είναι πρόδηλη εδώ η αντίληψη της ορθόδοξης Εκκλησίας ως φορέα παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, ο oποίος υποχρεούται σε «παροχή υπηρεσιών» στον κάθε φορολογούμενο, με απόλυτη αποσύνδεση της ιεροτελεστίας της εξοδίου ακολουθίας από οποιανδήποτε υποχρέωση πίστης και συμμόρφωσης προς την παράδοση και τους  κανόνες της Εκκλησίας.
Φυσικά το νομικό δεδομένο είναι ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι υποκείμενο θρησκευτικής αυτονομίας (άρθρα 9, 11 Ε.Σ.Δ.Α.) και θρησκευτικής αυτοδιοίκησης έναντι του κράτους (άρθρο 12, 13 Συντάγματος) και δεν μπορεί να υποχρεωθεί σε παράβαση των κανόνων της θεολογικής της υπόστασης. Μάλιστα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επανειλημμένα έχει νομολογήσει ότι το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν εγγυάται την άσκηση δικαιώματος εναντίωσης μέλους εντός της θρησκευτικής του κοινότητας. Επομένως σε περίπτωση μιας διαφωνίας (σε θέματα δόγματος ή οργάνωσης) μεταξύ της θρησκευτικής κοινότητας και ενός από τα μέλη της, η θρησκευτική ελευθερία του διαφωνούντος μέλους της οικείας Εκκλησίας εξαντλείται στο δικαίωμα του να αποχωρήσει από τη θρησκευτική κοινότητα15.

Ζ. Παρανόηση 7η: «Είναι απαραίτητος ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας για να παύσει η Εκκλησία να παρεμβαίνει σε κρατικές υποθέσεις»

Αυτήν τη στιγμή στην ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχουν διατάξεις, που προβλέπουν δυνατότητα παρέμβασης της ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος σε υποθέσεις κρατικής αρμοδιότητας. Παρέμβαση της Εκκλησίας στο πεδίο υλικής αρμοδιότητας του Κράτους, και δη και με έννομες συνέπειες, δεν είναι ο θρησκευτικός χρωματισμός της κρατικής εθιμοτυπίας, όπως π.χ. ο θρησκευτικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 33 Συντάγματος), των βουλευτών (άρθρο 59 Συντ.) ή των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου (24 και 39 του π.δ. 63/2005, ΦΕΚ Α' 98), ο οποίος μάλιστα χρωματισμός δεν μπορεί να είναι υποχρεωτικός λόγω των άρθρων 13 Συντ. και 9 και 11 ΕΣΔΑ (θετικό και αρνητικό δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας).
Αντιθέτως, στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας, υφίστανται ακόμα πολλές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις εθιμικού, αλλά και ουσιώδους κρατικού παρεμβατισμού επί  ζητημάτων διοίκησης, οργάνωσης και διαχείρισης της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Πρώτον, ιδίως σε νομοθετήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας ο έλληνας νομοθέτης διαπνέεται από διάθεση να προβαίνει σε ευσεβιστικές υποδείξεις προς την Εκκλησία σχεδόν παραδίδοντας μαθήματα ηθικής. Πρόσφατο παράδειγμα ο νόμος 4170/2013 (άρθρο 69, ΦΕΚ Α' 163), ο οποίος ρυθμίζει τη διαδικασία πολεοδομικής ωρίμανσης (απόκτηση χρήσης γης) για τα ακίνητα της Εκκλησίας και φροντίζει μετ’ επιτάσεως (παρ. 2) να υποδείξει στους εκκλησιαστικούς φορείς ότι το εισόδημα από την αξιοποίηση των ακινήτων τους «θα διατίθεται αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση, ενίσχυση και ανάπτυξη του εν γένει κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου τους». Είναι εμφανής η ηθικιστική παρέμβαση του νομοθέτη στην αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς νιώθει υποχρεωμένος να διευκρινίσει, για την έξωθεν καλή μαρτυρία, ότι τα εκκλησιαστικά έσοδα διατίθενται μόνο για μη κερδοσκοπικούς σκοπούς, ως εάν να ελλόχευε κάποιος κίνδυνος τα έσοδα της Εκκλησίας να αξιοποιηθούν για σκοπούς κερδοσκοπίας ή σκοπούς αθέμιτους.
Υφίστανται επίσης και διατάξεις συμβολικής κρατικής εποπτείας, αλλά με σημαντικές, θεολογικές και πολιτειακές, συμπαραδηλώσεις. Ο  Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος καθώς και οι Μητροπολίτες υποχρεούνται μετά τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος, που τους  αναγνωρίζει, και πριν ενθρονισθούν στη Μητρόπολή τους, να εμφανισθούν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και να δώσουν έναν οιονεί όρκο, μια διαβεβαίωση πριν την έναρξη των καθηκόντων τους. Μοιάζει για μια κατ’ αρχήν τιμητική διαδικασία για τον νέο Επίσκοπο, καθώς δεν είναι πολλοί  οι λειτουργοί, που ορκίζονται ενώπιον του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα και ρυθμιστή του πολιτεύματος. Ωστόσο, αν επισκοπήσει κανείς το περιεχόμενο αυτής της διαβεβαίωσης, τα πράγματα αλλάζουν όψη. Ο  νέος Μητροπολίτης δηλώνει υπακοή στο Σύνταγμα και στους νόμους του Κράτους· μέχρις εκεί είναι πολύ εύλογο το περιεχόμενο της διαβεβαίωσης. Επιπλέον όμως παρέχεται από τον Μητροπολίτη η διαβεβαίωση στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι «... θα εκπληρώ τη θεία χάριτι τα... καθήκοντα .., τηρών απαρασαλεύτως τους Ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς Κανόνας και τας ιεράς Παραδόσεις»16. Αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως ότι η παραπάνω διάταξη μετατρέπει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε θεματοφύλακα των ιερών κανόνων και παραδόσεων, σχεδόν σε Pontifex Maximus, ανώτερο της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προς τον όποιο υπόσχονται οι Αρχιερείς της Εκκλησίας ότι θα είναι πιστοί στις παραδόσεις και κανόνες της Εκκλησίας.
Υπάρχουν όμως και διατάξεις όχι απλώς συμβολικής και εθιμικής εποπτείας, αλλά εποπτείας με νομικό, κανονιστικό περιεχόμενο. Πρόκειται συγκεκριμένως για ένδεκα (11) περιπτώσεις ανάμειξης του Κράτους στη διοίκηση της Εκκλησίας, είτε υπό την μορφή κρατικής εκτέλεσης συγκεκριμένων αποφάσεων της Εκκλησίας μέσω της έκδοσης προεδρικών διαταγμάτων, είτε με τη μορφή και της συναπόφασης επί εκκλησιαστικών θεμάτων17 στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (νόμο 590/1977, Κ.Χ.Ε.Ε.):
1)     προβλέπεται ότι πρέπει οπωσδήποτε να κληθεί ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων κατά  την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, αλλιώς εάν δεν κληθεί, η εκλογή είναι άκυρη. Δεν επηρεάζεται το κύρος της εκλογής, εάν, παρότι εκλήθη, ο Υπουργός δεν προσέλθει στην συνεδρίαση για την εκλογή (άρθρο 14 παρ. 2 Κ.Χ.Ε.Ε.)
2)     εφ’ όσον ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι παρών κατά  την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος εκδικάζει τυχόν ένσταση, που υποβάλλει Μητροπολίτης - μέλος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας. Επομένως ο Υπουργός καθίσταται σχεδόν «δευτεροβάθμια Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας» κατά  την παραπάνω διαδικασία εκλογής Αρχιεπισκόπου, αφού έχει την αρμοδιότητα να επιλύει τις διαφωνίες μεταξύ των μελών της (άρθρο 15 παρ. 4 Κ.Χ.Ε.Ε.).
3)     εκδίδεται προεδρικό διάταγμα για την αναγνώριση του εκλεγέντος Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος (άρθρο 15 παρ. 5, 6 Κ.Χ.Ε.Ε.)
4)     εκδίδεται προεδρικό διάταγμα για την αναγνώριση του εκλεγέντος Μητροπολίτη (άρθρο 26 παρ. 1, 2 Κ.Χ.Ε.Ε.),
5)     εκδίδεται προεδρικό διάταγμα για την αποδοχή παραίτησης Μητροπολίτη (άρθρο 34 παρ. 2 Κ.Χ.Ε.Ε.).
Οι παραπάνω περιπτώσεις 3,4 και 5 δεν αποτελούν κάτι το καινοφανές στο ελλαδικό έδαφος, καθώς και κατά  την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας ο Σουλτάνος εξέδιδε βεράτια18 για την αναγνώριση των Πατριαρχών και των Επισκόπων, διοικητική πράξη αντίστοιχη με το σημερινό διάταγμα αναγνώρισης και κατάστασης, που εκδίδει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
6) προβλέπεται η ανάμειξη του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων στη διαδικασία διαπίστωσης της ανικανότητας Μητροπολίτη να εκτελέσει τα καθήκοντα του από λόγους υγείας και η έκδοση διατάγματος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με το όποιο απαλλάσσεται ο Μητροπολίτης εκ των καθηκόντων του (άρθρο 34 παρ. 4 και 6 Κ.Χ.Ε.Ε.),
7)     εκδίδεται προεδρικό διάταγμα για την ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση Ενορίας (άρθρο 36 παρ. 2 και 5 Κ.Χ.Ε.Ε.)
8)     εκδίδεται προεδρικό διάταγμα ίδρυσης Ιεράς Μονής, καθώς και Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α. Υπουργών Παιδείας και Εξωτερικών), προκειμένου να επιτραπεί η ίδρυση μέσα στο έδαφος πνευματικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος «μετοχίου» (παραρτήματος) Ιεράς Μονής ετέρου κλίματος, δηλαδή άλλης εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας π.χ. άλλης αυτοκέφαλης Εκκλησίας ή Πατριαρχείου (άρθρο 39 παρ. 3 και 7 Κ.Χ.Ε.Ε.)
9)     εκδίδεται προεδρικό διάταγμα για τον εσωτερικό οργανισμό της Αποστολικής Διακονίας (άρθρο 40 παρ. 2 Κ.Χ.Ε.Ε.),
10)    εκδίδεται (δυνητικά) προεδρικό διάταγμα ίδρυσης σωφρονιστηρίου για κληρικούς (άρθρο 57 παρ. 5 Κ.Χ.Ε.Ε.).
11)    τέλος ως περίπτωση εποπτείας πρέπει να θεωρηθεί και η δυνατότητα κατασταλτικής εποπτείας υπό την μορφή του κατασταλτικού (και όχι προληπτικού) ελέγχου του Δημοσίου στη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ασκείται μέσω των οικονομικών επιθεωρητών του Υπουργείου Οικονομικών, οι όποιοι ορίζονται με Κοινή υπουργική απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών και Οικονομικών και Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 46 παρ. 4 Κ.Χ.Ε.Ε.).
Οι περισσότερες από τις παραπάνω διοικητικές πράξεις που εκδίδει το Κράτος περιορίζονται στην (κατά  δέσμια αρμοδιότητα) έγκριση των εκκλησιαστικών αποφάσεων (αφού προηγηθεί έλεγχος νομιμότητας). Υφίστανται όμως και διατάξεις που προβλέπουν αποφασιστικές αρμοδιότητες και διολισθαίνουν σε αρμοδιότητα συνδιοίκησης του κράτους με την εκκλησία επί  θεμάτων καθαρώς εσωτερικών - εκκλησιαστικών.
Για συνδιοίκηση Κράτους και Εκκλησίας επί καθαρώς θεολογικών ζητημάτων μπορεί να γίνει λόγος στην περίπτωση της απονομής χάριτος. Μπορεί η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας να συγχωρήσει έναν κληρικό της, στον οποίο επέβαλε εκκλησιαστική ποινή; Η κατά  νόμον απάντηση είναι όχι. Ο  μόνος αρμόδιος για να αίρει εκκλησιαστικές ποινές είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με βάση τον νόμο περί εκκλησιαστικής δικαιοσύνης19. Και εδώ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανάγεται σε Pontifex Maximus και έχει το δικαίωμα του «λύειν» εκκλησιαστικές κυρώσεις.
Υπάρχουν όμως και παρεμβατικές διατάξεις με καθαρά εκκοσμικευμένη και εισπρακτική αντίληψη. Για να εκδοθεί άδεια θρησκευτικού γάμου από τον Μητροπολίτη ο Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου προβλέπει ότι επιβάλλεται φόρος (τέλος χαρτοσήμου). Εν ολίγοις το Δημόσιο φορολογεί την προσευχή και ευλογία της Εκκλησίας για τη συνένωση των μελλόνυμφων με παράβολο χαρτοσήμου20.
Επίσης συνεχίζουν να ισχύουν και να δεσμεύουν την Εκκλησία της Ελλάδος νομοθετικές διατάξεις πρόδηλα αντίθετες με τους  Ιερούς Κανόνες και τις παραδόσεις της, οι οποίες έχουν οδηγήσει σε πολλές τριβές στο εσωτερικό της και έχουν απασχολήσει και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Παραδείγματα: η λεγόμενη «τροπολογία Κακλαμάνη»21, η οποία εισήχθη στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, και προβλέπει ότι Μητροπολίτης (χωρίς να είναι απαραίτητο ότι έχει διαπράξει κάποιο εκκλησιαστικό παράπτωμα, που δικαιολογεί την απομάκρυνσή του), μπορεί να τεθεί σε εξάμηνη διαθεσιμότητα με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου «εφ’ όσον συντρέχουν λόγοι που αφορούν στο πρόσωπό του, στο συμφέρον της Εκκλησίας, στη δημόσια τάξη ή στην κοινωνική ειρήνη»22. Η  διάταξη αυτή αντίκειται καταφανώς στον βασικό θεσμό της Εκκλησίας, τον κανόνα της ισοβιότητας του Επισκόπου, ο οποίος δύναται να απολέσει την θέση του, μόνο δυνάμει εκκλησιαστικής ποινής από εκκλησιαστικό δικαστήριο εξ’ αιτίας παραπτώματος, καθώς και στους ιερούς κανόνες εκκλησιαστικής δικονομίας για τον πειθαρχικό έλεγχο των Επισκόπων από εκκλησιαστικά δικαστήρια (Συνόδους Επισκόπων με πειθαρχική αρμοδιότητα).
Παραπλήσια προβλήματα έχει προκαλέσει και το περίφημο άρθρο 160 του ν. 5383/1932, το οποίο προβλέπει ότι εάν κληρικός καταδικασθεί σε κακουργηματική ποινή αμετακλήτως, καθαιρείται από Συνοδικό Δικαστήριο της Εκκλησίας της Ελλάδος άνευ ετέρου (χωρίς δίκη και χωρίς απολογία), διάταξη που επίσης αντίκειται στις ιερούς κανόνες εκκλησιαστικής δικονομίας, που δεν επιτρέπουν την καθαίρεση κληρικού χωρίς δίκη και απολογία. Η  διάταξη αυτή αντιμετωπίζει εντελώς εκκοσμικευμένα τη θέση του κληρικού και θυμίζει τις αντίστοιχες διατάξεις για την αυτοδίκαιη έκπτωση των αιρετών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης λόγω ποινικής καταδίκης (δημάρχων κ.λπ.).
Επίσης, συνεχίζονται να ψηφίζονται διατάξεις σφόδρα αντίθετες στην ελευθερία αυτοδιοίκησης της Εκκλησίας της Ελλάδος με τεκμηρίωση δημοσιονομική. Π.χ. ο νόμος 4369/2016 προέβλεψε νέο σύστημα αξιολόγησης για τους  δημοσίους υπαλλήλους, στους οποίους υπήγαγε και όσους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους (ιεροκήρυκες και λαϊκούς υπαλλήλους) μισθοδοτούνται από το Δημόσιο. Σιωπηρά δηλαδή κατήργησε ο νέος νόμος την αντίστοιχη αρμοδιότητα, που έχει η Ιερά Σύνοδος (άρθρο 42 ν. 590/1977), να ψηφίζει δικό της Κανονισμό αξιολόγησης για όλους τους υπαλλήλους της (Κανονισμός 265/2015, ΦΕΚ Α 25). Ο  αποχωρισμός από την αρμοδιότητα της Εκκλησίας της κατηγορίας υπαλλήλων της, που επιβαρύνουν, και επειδή επιβαρύνουν, οικονομικά το Δημόσιο, αναπαράγει υλιστική αντίληψη του νομοθέτη για τα περιθώρια αυτοδιοίκησης της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Τέλος υφίστανται και νέες διατάξεις, που συρρικνώνουν, σε σχέση με προγενέστερες, τον σεβασμό στην θρησκευτική ελευθερία. Π.χ. δυνάμει του νόμου 4277/2014 (άρθρα 48-49) το μόνο που αρκεί για την αποτέφρωση νεκρού είναι είτε η έγγραφη δήλωση ή σημείωμα του θανόντος ότι επιθυμεί την αποτέφρωση του, είτε η δήλωση του/της συζύγου ή «συντρόφου», με τον όποιο έχει συνάψει «σύμφωνο συμβίωσης» ή των συγγενών πρώτου ή δεύτερου βαθμού. Τούτο σημαίνει ότι κάποιος που είχε δημόσια ζωή κοντά στην Εκκλησία π.χ. ο Επίτροπος μιας Ενορίας ή ένας θεολόγος, αλλά δεν είχε φροντίσει να αφήσει σημείωμα για την τελευταία του επιθυμία σε σχέση με τη μεταχείριση του σώματος του, μπορεί πλέον να αποτεφρωθεί, εάν το ζητήσουν η σύζυγός του ή οι γονείς ή τα παιδιά  του. Δηλαδή οι γνωστές και εκπεφρασμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις του θανόντος δεν παίζουν πλέον κανένα ρόλο για τον νομοθέτη, όπως όριζε ο παλαιότερος νόμος 3448/2006.
Εδώ προκύπτει εύλογα το ερώτημα: δηλαδή ή Εκκλησία της Ελλάδος τάσσεται για τους  παραπάνω λόγους υπέρ του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας; Η  ερώτηση είναι λάθος, και η όλη συζήτηση αποβλέπει τελικά να βρούμε σωστές απαντήσεις σε ένα λάθος ερώτημα. Όλες αυτές οι παραπάνω προβληματικές ρυθμίσεις μονομερούς παρέμβασης του Κράτους σε εκκλησιαστικά ζητήματα δεν έχουν ως έρεισμα το άρθρο 3 του Συντάγματος και δεν προκύπτουν ως αναγκαίες συνέπειες από αυτό. Αποτελούν προβληματικές ρυθμίσεις της κοινής νομοθεσίας και ή μεταβολή τους δεν προϋποθέτει αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος.

Η. Παρανόηση 8η: «Η ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα δεν φορολογείται»

Σε δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στις 3.4.2017 η συντριπτική πλειονότητα, ποσοστό 84%, των ερωτηθέντων απαντά πως «η ιερή περιουσία πρέπει να φορολογηθεί», ως να μην φορολογείται ήδη. Τα νομοθετικά δεδομένα που αγνοούνται από τέτοιες δημοσκοπήσεις και την κοινή γνώμη είναι ότι οι τελευταίες απαλλαγές, που υπήρχαν στη φορολογική νομοθεσία για τους  φορείς της Εκκλησίας, καταργήθηκαν με τον νόμο 3842/2010. Διευκρινίζω ότι οι Μονές του Αγίου Όρους λόγω της ειδικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 105 Συντ. έχουν τελείως διαφορετικό καθεστώς, το οποίο επιφυλάσσει το Σύνταγμα στην χερσόνησο του Άθωνος. Ως προς την φορολογική μεταχείριση οι φορείς της Εκκλησίας της Ελλάδος υπόκεινται σε φόρους για όλα τα φορολογικά αντικείμενα, όπως όλα τα νομικά πρόσωπα, δηλαδή ΕΝΦΙΑ (ν. 4223/2013 ΦΕΚ Α 287), φόρο εισοδήματος (ν. 4172/2013, ΦΕΚ Α 167), φόρο κληρονομιών - δωρεών (ν. 2961/2001, ΦΕΚ Α' 266), ΦΠΑ (ν. 2859/- 2000, ΦΕΚ Α 248), τέλη χαρτοσήμου (π.δ. της 28/- 28.07.1931, ΦΕΚ Α'  239), παρακρατούν και αποδίδουν τους  παρακρατούμενους φόρους για τους  μισθωτούς  και προμηθευτές τους κ.λπ..
Απαλλαγές, που όμως δεν αφορούν ειδικά στην ορθόδοξη Εκκλησία προβλέπονται: α) από το τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) για χώρους λατρείας και γενικότερα θρησκευτικής χρήσης κάθε θρησκεύματος23, β) από τον Ενιαίο Φόρο ’Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) για χώρους λατρείας και γενικότερα θρησκευτικής και κοινωφελούς χρήσης κάθε θρησκεύματος24, γ) από δημοτικά τέλη, ανταποδοτικά τέλη για χώρους λατρείας κάθε θρησκεύματος25. Πρόκειται, κατά  συνέπεια, για απαλλαγές υπέρ κάθε θρησκευτικής κοινότητας, ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για προνομιακή μεταχείριση της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Θ. Το πλαίσιο κανονιστικής αυτονομίας της Εκκλησίας

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει νομοθετικά βήματα υπέρ της κατοχύρωσης μεγαλύτερου περιθωρίου αυτοδιοίκησης της Εκκλησίας της Ελλάδος με τη νομοθέτηση στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος της δυνατότητας έκδοσης Κανονισμών από την Ιερά Σύνοδο (διοικητικών πράξεων, που έχουν ισχύ ίσου επιπέδου με τις λοιπές κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, όπως οι υπουργικές αποφάσεις).
Ψηφίζοντας Κανονισμούς, την έκδοση των οποίων εξουσιοδοτεί ο νόμος 590/1977, ή Ιερά Σύνοδος λειτουργεί ως εσωτερικό νομοθετικό σώμα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Νέες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις έχουν εισαχθεί κυρίως σε θέματα περιουσιακής διαχείρισης (νόμοι 4235/2014, 3401/2014). Επίσης ο βασικός κανόνας για το νομοθετικό καθεστώς των συμβάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι ότι οι συμβάσεις που ή Εκκλησία χρηματοδοτεί από ίδιους πόρους διέπονται από τους  Κανονισμούς, που εκδίδει ή Ιερά Σύνοδος, ως προς την ανάθεση και εκτέλεσή τους, ενώ συμβάσεις, για τις οποίες επιχορηγείται από τον κρατικό προϋπολογισμό η εντάσσονται σε συγχρηματοδοτούμενα ευρωπαϊκά προγράμματα (π.χ. ΕΣΠΑ) υπάγονται στο νομοθετικό καθεστώς των δημοσίων (κρατικών) έργων η δημοσίων συμβάσεων26.

I. Παρανόηση 9η: «Η ποινικοποίηση της βλασφημίας προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία και τον Θεό»

Το 2013 μάλιστα δημοσιεύθηκε και σχετικός συλλογικός τόμος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου με τίτλο «Ο Θεός δεν έχει ανάγκη εισαγγελέα». Προφανώς και δεν έχει.
Η  επιμονή όμως στην άποψη ότι οι διατάξεις του Εβδόμου Κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 198 ΠΚ - Κακόβουλη βλασφημία, άρθρο 199 ΠΚ - Καθύβριση θρησκευμάτων, άρθρο 200 ΠΚ - Διατάραξη θρησκευτικών συναθροίσεων, άρθρο 201 ΠΚ - Περιύβριση νεκρών) αποβλέπουν να προστατεύσουν τον Θεό ή την ορθόδοξη Εκκλησία ισοδυναμεί με άρνηση ανάγνωσης και κατανόησης ήδη και αυτού ακόμα του τίτλου του σχετικού Κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα, που διακηρύττει ότι το προστατευόμενο έννομο αγαθό του Κεφαλαίου είναι μια συλλογική κατάσταση ομαλότητας και όχι ένα ατομικό αίσθημα ή το status οποιασδήποτε θρησκευτικής κοινότητας. Πρόκειται για τη θρησκευτική ειρήνη, η οποία μπορεί να ανατραπεί από την προσβολή κατά  των θρησκευτικών αισθημάτων και παραδόσεων οποιασδήποτε θρησκευτικής κοινότητας. Τα αδικήματα αυτά τυποποιούν (ακόμα και εάν μετέρχονται θεολογικούς όρους, όπως στο άρθρο 198 Ποινικού Κώδικα, που προβλέπει την κακόβουλη «βλασφημία») υβριστικές και εν γένει προσβλητικές συμπεριφορές που ενδιαφέρουν το κράτος με κριτήρια εκτίμησης του δημοσίου κινδύνου, που προκαλούν (και όχι με μέτρα εκκλησιαστικής ηθικής), καθώς οι συμπεριφορές αυτές, εάν μείνουν ανέλεγκτες από την Πολιτεία, μπορούν να προκαλέσουν περιστατικά θρησκευτικής αυτοδικίας.

ΙΑ. Παρανόηση 10η: «Πρέπει να γίνει χωρισμός Κράτους και ορθόδοξης Εκκλησίας για να σταματήσει ή επιβάρυνση του Δημοσίου με τη μισθοδοσία του Κλήρου και την εκκλησιαστική εκπαίδευση»

Πρώτα απ’ όλα το Δημόσιο δεν μισθοδοτεί μόνο τους  ορθόδοξους κληρικούς (και ορισμένους από τους  εκκλησιαστικούς υπαλλήλους των Ιερών Μητροπόλεων), αλλά και τους  Μουφτήδες και τους  Ιεροδιδασκάλους της Δυτ. Θράκης - και ορθώς.
Δεύτερον, η μισθοδοσία του Κλήρου και η υποστήριξη της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης από το Κράτος δεν είναι ζήτημα θεσμικών σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας, αλλά άφορα στις περιουσιακές έννομες σχέσεις τους. Δεν αφορά ούτε στην ιδιότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος ως φορέα της επικρατούσας θρησκείας, ούτε στην νομική της μορφή ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Εν ολίγοις, η μισθοδοσία του Κλήρου δεν έχει σχέση αιτιώδη με την ύπαρξη και το περιεχόμενο του άρθρου 3 του Συντάγματος. Εξ άλλου ή κρατική συμβολή στη μισθοδοσία του Κλήρου ξεκίνησε δια  νόμου το 1945, δηλαδή πολύ πριν ή Εκκλησία της Ελλάδος αναγνωρισθεί expressis verbis από τον νομοθέτη ως Ν.Π.Δ.Δ. (το 1969).
Η  δικαιοπολιτική θεμελίωση των παραπάνω έμμεσων ενισχύσεων του Κράτους προς την Εκκλησία είναι ότι η μισθοδοσία του Κλήρου και η εκκλησιαστική εκπαίδευση έχουν αναληφθεί από το Δημόσιο ως μια μορφή αφηρημένης (κατ’ αποκοπήν) αποζημίωσης προς την Εκκλησία για την εκκλησιαστική (ιδίως μοναστηριακή) περιουσία, που περιήλθε στο Κράτος χωρίς καμία αποζημίωση της Εκκλησίας.
Παραθέτω, συνοπτικά, τα ορόσημα της νομοθετικής ιστορίας, που αφορούν στον συσχετισμό μεταξύ της περιέλευσης της εκκλησιαστικής περιουσίας στο Δημόσιο και της ανάληψης από το Δημόσιο της μισθοδοσίας του Κλήρου27:
Εν πρώτοις πρέπει να τονισθεί ότι κατά  τη διάρκεια της Επανάστασης ήταν διάχυτη η εντύπωση στους πληρεξουσίους-πολιτικούς εκπροσώπους των επαναστατών ότι η εκκλησιαστική περιουσία ανήκει στην ευθύνη της (κρατικής) Διοικήσεως28, όπως προκύπτει στα πρακτικά του Βουλευτικού και Εκτελεστικού Σώματος και των Εθνοσυνελεύσεων, πεποίθηση που ενισχυόταν εν όψει του κοινού κινδύνου και οδηγούσε ενίοτε σε επιτάξεις ή δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων Μονών για τις πολεμικές ανάγκες.
Με το Ψήφισμα ΙΑ' της 2.8.182929 η Δ' Εθνοσυνέλευση αποφάσισε, προκειμένου «να βελτιώση την σημερινήν κατάστασιν της Εκκλησίας» και να «συστήση σχολεία αναπέρας τάξεως δια  τους  αφιερωθησόμενους εις τα εκκλησιαστικά...», να επιβάλει στα «εντός της επικρατείας ευρισκόμενα ιερά ... καταστήματα, ώστε να συνεισφέρουν δι’ όλας τας υπηρεσίας» για την σύσταση κρατικού ταμείου («γαζοφυλάκιον») «εις το οποίον θέλει αποτίθεσθαι τα ... από των ιερών καταστημάτων συλλεγόμενα χρήματα ... προσδιωρισμένα εξηρημένως εις βελτίωσιν του Ιερατείου ...εις υποστήριξιν των Αλληλοδιδακτικών σχολείων, σχολείων τυπικών, σχολείων ανωτέρας τάξεως δια  τους εκκλησιαστικούς...». Η δέσμευση προς βελτίωση του ιερατείου και τη σύσταση σχολείων, για όσους θέλουν να αφιερωθούν στον Κλήρο, παραπέμπει νοηματικά και στην υλική συνδρομή υπέρ των κληρικών και στην οργάνωση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης από το Κράτος.
Η  δέσμευση αυτή επαναλήφθηκε και σε Εγκυκλίους της Κυβέρνησης Καποδίστρια (8/10/1829, 9/10/1829, 18/12/1829)30, ώσπου η Οθωνική Αντιβασιλεία με το βασιλικό διάταγμα της 25.9.1833 δήμευσε την περιουσία εκατοντάδων Μονών (περίπου 426)31 και υπήγαγε την περιουσία τους32 σε ένα κρατικό φορέα, το «Εκκλησιαστικόν Ταμείον» (ήδη πλέον ονομάζεται «Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον»). Το βασιλικό διάταγμα της 13.12.183433, που καθόριζε λεπτομέρειες λειτουργίας του Ταμείου προέβλεψε (στο άρθρο 10) ότι οι σκοποί του φορέα ήταν, πλην άλλων, η εκπλήρωση των στόχων του ΙΑ' Ψηφίσματος της Δ' Εθνοσυνέλευσης. Ωστόσο δεν εκπληρώθηκε ή κυβερνητική δέσμευση ότι η μοναστηριακή περιουσία, που απαλλοτριώθηκε χωρίς καμία αποζημίωση των Μονών το 1833, τελικά θα διετίθετο για τους σκοπούς της ενίσχυσης του Κλήρου ή της εκκλησιαστικής και εν γένει εκπαίδευσης. Το αποτέλεσμα για την Εκκλησία ήταν η απώλεια μεγάλης ακίνητης περιουσίας, χωρίς το Κράτος να χρηματοδοτήσει τη μισθοδοσία του Κλήρου και την εκκλησιαστική εκπαίδευση από τους πόρους αυτής της περιουσίας. Το ίδιο συνέβη και αργότερα: μετά την αποτυχία του (Παλαιού) Εκκλησιαστικού Ταμείου να αξιοποιήσει την μοναστηριακή περιουσία που δημεύθηκε το 1833, το 1909 ιδρύθηκε νέο «Γενικόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον»34 με σκοπό, πλην άλλων, τη μισθοδοσία των Αρχιερέων του Κράτους, των εφημερίων και ιεροκηρύκων και προβλέφθηκε εκ νέου διαδικασία διάλυσης Μονών και περιέλευσης της περιουσίας τους στο Κράτος, χωρίς όμως να ξεκινήσει ή κρατική μισθοδοσία. Κατά  τη δεκαετία μετά  το 1922 και προς τον σκοπό της προσφυγικής αποκατάστασης, σημαντική μοναστηριακή περιουσία αφαιρέθηκε από το Κράτος για να διανεμηθεί στους πρόσφυγες, χωρίς να είναι γνωστό εάν διανεμήθηκε ή απέμεινε στο Κράτος. Επιπλέον δεν υπάρχουν στοιχεία για το μέγεθος της.
Η  μεγάλη τομή συνέβη το 1930 από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων Γ. Παπανδρέου, ο οποίος  εισηγήθηκε τον νόμο 4684/193035 και διαίρεσε την (όση είχε απομείνει μετά  το 1833, 1909, 1922) μοναστηριακή περιουσία, σε αυτήν που κατά  την κρίση του Κράτους (και όχι της Εκκλησίας) ήταν απαραίτητη για τη διαβίωση των Μονών (διατηρούμενη περιουσία), και σε αυτή που δεν είναι απαραίτητη για τις Μονές (ρευστοποιητέα περιουσία), την οποία μετέφερε με σειρά προεδρικών διαταγμάτων (τα λεγόμενα διαχωριστικά διατάγματα) σε έναν νέο κρατικό οργανισμό τον «Οργανισμό Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας» (Ο.Δ.Ε.Π.) με σκοπό να ρευστοποιηθούν τα ακίνητα αυτά  από τον ΟΔΕΠ (ρευστοποιητέα περιουσία) και να αγορασθούν μετοχές και χρεόγραφα. Το 1952 ο ΟΔΕΠ, Εκκλησία και Δημόσιο συνήψαν σύμβαση εξαγοράς της αγροτολιβαδικής περιουσίας των Μονών (αγροί 141.333 στρεμμάτων, βοσκότοποι 601.544 στρεμμάτων). Τη σύμβαση αυτή επέβαλε ο εκτελεστικός νόμος του Συντάγματος 1952 (ν.δ. 2185/1952, άρθρο 37) και προέβλεπε ότι τα μοναστηριακά κτήματα υποχρεωτικώς εξαγοράζονται από την Πολιτεία και θα αποζημιωθούν μόνο κατά  το 1/3 της αξίας τους και όχι πλήρως (όπως κατ’ εξαίρεση επέτρεπε τότε το Σύνταγμα 1952, άρθρο 104). Η  αναγκαστική αυτή συμβαση36 κάθε άλλο παρά εφαρμόσθηκε στο ακέραιο από το Δημόσιο, καθώς πολλά ακίνητα που το Δημόσιο έδωσε στην Εκκλησία (ως εις είδος αποζημίωση του 1/3 της αξίας των μοναστηριακών ακινήτων) δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμα ή δεν άνηκαν στο Δημόσιο ή είχαν καταπατηθεί ή διανεμηθεί προηγουμένως, ενώ, από την άλλη πλευρά πολλά μοναστηριακά ακίνητα δεν έφθασαν τελικά στους ακτήμονες και μικροκαλλιεργητές, προς όφελος των οποίων τα παραχώρησε η Εκκλησία και παραμένουν μέχρι σήμερα υπό τη διοίκηση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.
Τέλος, το 1987 με πρωτοβουλία του Υπουργού Παιδείας Α. Τρίτση ψηφίσθηκε ο νόμος 1700/1987, ο οποίος, εν ολίγοις, προέβλεψε ότι για όσα ακίνητα νέμεται η Εκκλησία και δεν κατέχει γραπτούς  τίτλους ιδιοκτησίας, τεκμαίρεται αμάχητα ότι ανήκουν στο Δημόσιο. Μετά  τον ν. 1700/1987 και τις αντιδράσεις που προκάλεσε Δημόσιο και αρκετές Μονές προχώρησαν σε μία συμβιβαστική λύση (Σύμβαση της 31.5.1988), με τις Μονές να δέχονται τη συναινετική παραχώρηση προς το Δημόσιο όσων ακινήτων είχαν μεν τη νομή, αλλά χωρίς γραπτό τίτλο ιδιοκτησίας (η σύμβαση κυρώθηκε με τον νόμο 1811/1988, ΦΕΚ Α' 231), ενώ το Υπουργείο Παιδείας ανελάμβανε την υποχρέωση, πλην άλλων, να καταβάλει στις Μονές κάθε έτος ποσοστό 1% από τις προοριζόμενες για τα θρησκεύματα πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας.

Ωστόσο το 1994, ο νόμος 1700/1987, που θεωρήθηκε συνταγματικός από τα εθνικά δικαστήρια, οδήγησε σε καταδίκη της Ελλάδας και κρίθηκε αντίθετος προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, άρθρο 1, προστασία περιουσίας) από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (Ευρ. Δ.Δ.Α., απόφαση της 4.12.1994)37 μετά  από προσφυγή Μονών, οι οποίες δεν υπέγραψαν την Σύμβαση της 11.5.1988. Το Ευρ. Δ.Δ.Α. κατέληξε σε δύο βασικές κρίσεις: 1) στις χώρες, όπου οι Εκκλησίες είναι Ν.Π.Δ.Δ. αποτελούν «μη κυβερνητικούς οργανισμούς» και έχουν δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας τους από το κράτος, 2) οι Εκκλησίες-Ν.Π.Δ.Δ. έχουν δικαίωμα ιδιοκτησίας έναντι του κράτους και ιδίως αξίωσης ίσης μεταχείρισης, επομένως δεν είναι σύμφωνος με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας ο νόμος 1700/1987, επειδή με τον νόμον αυτό αποκλείονται ειδικά για την περιουσία της Εκκλησίας οι τρόποι θεμελίωσης κυριότητας, περιλαμβανόμενης της χρησικτησίας, που προβλέπονται κατά  το ελληνικό δίκαιο για κάθε ιδιοκτήτη38. Μετά  την ανωτέρω απόφαση του Ευρ. Δ.Δ.Α. ο νόμος 2413/1996 (ΦΕΚ Α' 124) διευκρίνισε, με κάπως προβληματική διατύπωση, ότι οι νόμοι 1700/1987 και 1811/1988 δεν αφορούν σε όσες Μονές δεν υπέγραψαν τη Σύμβαση της 11.5.1988.
Σε ό,τι άφορα στην νομοθετική ιστορία της μισθοδοσίας του κλήρου από το Δημόσιο, συχνά διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι το Δημόσιο ανέλαβε το 1945 τη μισθοδοσία, γεγονός που δεν ακριβολογείται, καθ’ όσον το 1945 το Δημόσιο ξεκίνησε απλώς να ενισχύει (συμπληρώνει) το ετήσιο κεφάλαιο υπέρ μισθοδοσίας: το 1945 η μισθοδοσία κόστιζε περίπου 728.000.000 δρχ. εκ των όποιων το Δημόσιο κατέβαλε το 4% περίπου (30.000.000), ενώ η μείζων δαπάνη (700.000.000 δρχ.) καλυπτόταν από ειδική εισφορά ποσοστού 25% και αργότερα 35% σε βάρος των ακαθαρίστων εσόδων των Ναών και από την «ενοριακή εισφορά», δηλαδή εισφορά των χριστιανικών οικογενειών39. Η «ενοριακή εισφορά» των οικογενειών καταργήθηκε το 1962, ενώ η εισφορά 35% των Ναών καταργήθηκε με τον νόμο 3220/2004 επί  Κυβέρνησης Σημίτη, η όποια έχει γίνει γνωστή (ως προς τις σχέσεις της με την Εκκλησία) για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, ενώ ή πλέον σπουδαία κίνησή της ήταν ότι επί  των ήμερών της (2004) ξεκίνησε για πρώτη φορά ή πλήρης ανάληψη της μισθοδοσίας του Κλήρου από το Κράτος.
Από τα προαναφερθέντα εξάγεται το συμπέρασμα ότι ή Πολιτεία υπήρξε διαχρονικά αναξιόπιστος συνομιλητής της Εκκλησίας σε ό, τι άφορα στη χρηστή διαχείριση ή διανομή της μοναστηριακής περιουσίας, που αφαίρεσε με σκοπό να τη διαχειρισθεί ή να τη διανείμει σε πρόσφυγες, ακτήμονες και μικροκαλλιεργητές. Δεύτερον, η μοναστηριακή περιουσία εξανεμίσθηκε (γίνεται συχνά λόγος για αφαίρεση ποσοστού 96%, ποσοστό που μάλλον υπολείπεται της πραγματικότητας)40. Τρίτον, η μερική συμβολή του Κράτους στη μισθοδοσία ξεκίνησε το 1945, δηλαδή πολύ αργότερα από τις σταδιακές αφαιρέσεις του συντριπτικού μέρους της μοναστηριακής περιουσίας (1833-1834, 1909, 1922, 1930) και λίγο πριν την μείζονα αναγκαστική εξαγορά του 1952, ενώ πλήρως ξεκίνησε μόλις το 2004. Είναι επίσης σαφές ότι η έναρξη ενίσχυσης της κρατικής μισθοδοσίας και της χρηματοδότησης της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης από το Δημόσιο δεν έχουν καμία αιτιώδη σχέση με την αργότερη ρητή κήρυξη της Εκκλησίας της Ελλάδος ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (1969) ή με την (ήδη από το Σύνταγμα του 1822) σταθερή συνταγματική ρήτρα περί επικρατούσας θρησκείας. Η  μισθοδοσία αιτιολογείται δικαιοπολιτικά και λειτουργεί ως αφηρημένη αποζημίωση της Εκκλησίας για τη μοναστηριακή περιουσία, που περιήλθε στο Δημόσιο χωρίς αποζημίωση.

ΙΒ. Παρανόηση 11η: «Δεν οφείλεται αποζημίωση στην Εκκλησία από το Κράτος για την απολεσθείσα εκκλησιαστική περιουσία, γιατί ή περιουσία της σχηματίσθηκε από δωρεές κτημάτων, που ο λαός αναγκαζόταν να δωρίζει στην Εκκλησία»

Κατά  τα τελευταία έτη κυριαρχεί επίσης το ιστορικό και πολιτικό αφήγημα, ότι ακόμα και εάν η μισθοδοσία του Κλήρου αποτελεί αποζημίωση για την εκκλησιαστική περιουσία, που περιήλθε στο Δημόσιο, κακώς συμβαίνει κάτι τέτοιο, διότι οι Έλληνες χάριζαν κατ’ ανάγκην τις περιουσίες τους στην Εκκλησία, προκειμένου να τις γλυτώσουν από τη διαρπαγή των Οθωμανών, αφού και η Εκκλησία απελάμβανε σεβασμού των ακινήτων της από την οθωμανική εξουσία. Η άποψη καταλήγει ότι η προέλευση της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι ηθικά υπονομευμένη· επιπλέον, διαπνέεται και από κρατικό πουριτανισμό, αφού συνοδεύεται από την προσθήκη ότι το Κράτος έχει δικαίωμα να αφαιρέσει την εκκλησιαστική περιουσία, ώστε η Εκκλησία να μείνει απερίσπαστη στο πνευματικό - αγιαστικό της έργο41.
Η ουσία αυτής της άποψης συμπυκνώνεται σε άρθρο του μακαριστού καθηγητή αστικού δικαίου Γιώργου Κουμάντου στο «Βήμα» την 4.5.1981, που ανέφερε για την περιουσία της Εκκλησίας42:

«Ένα μεγάλο μέρος αυτής της περιουσίας, ίσως το μέγιστο, προέρχεται από δωρεές κατά  την Τουρκοκρατία, για να μην πάρουν τα κτήματα οι κατακτητές. Οι Τούρκοι δε σέβονταν την περιουσία των Ελλήνων αλλά σέβονταν την περιουσία της Εκκλησίας. ’Έτσι η Εκκλησία εμφανίζεται ως θεματοφύλακας περιουσιών που της δόθηκαν από κατατρεγμένους Έλληνες για να τις φυλάξει και να τις διασώσει. Έτσι όμως, η ιδιοκτησία που υπάρχει κατά  τους  νομικούς κανόνες, βρίσκεται ηθικά υπονομευμένη: τα κτήματα αυτά ανήκουν  ουσιαστικά στο εθνικό σύνολο. Θεμελιώνεται, λοιπόν, ηθικά το δικαίωμα της Πολιτείας να αξιώσει την απόδοση αυτών των περιουσιακών στοιχείων που τυπικά είναι «γραμμένα» στο όνομα της Εκκλησίας και των άλλων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. Είναι συνεπώς απαράδεχτο αυτά τα ακίνητα να τα διαχειρίζονται, σχεδόν σαν ατομική τους περιουσία, όσοι καταφέρνουν να ανεβούν σε κάποιο υψηλό αξίωμα, εκκλησιαστικό η μοναστηριακό. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις φτάνει να αναρωτιέται κανείς μήπως υπάρχουν ασεβείς, που παρακινούνται στην επιλογή της εκκλησιαστικής σταδιοδρομίας από την ελπίδα να φτάσουν κάποτε σε βαθμίδες αρκετά υψηλές, ώστε να δίνουν τη δυνατότητα διαχείρισης μεγάλων περιουσιών με ελάχιστο έλεγχο. Έτσι όμως διαφθείρεται η ιεροσύνη που, αντί να είναι αποτέλεσμα προσωπικής κλίσης ή κλήσης από το Θεό, είναι πειρασμός του Μαμμωνά».
Λυπάμαι αλλά είμαι αναγκασμένος να διαφωνήσω. Είναι γνωστό πριν απ’ όλα ότι το οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε νομική προσωπικότητα στις Μονές, Ενορίες και Επισκοπές, δεν ήταν υποκείμενα δικαίου, και επομένως δεν είχαν το δικαίωμα να αποκτούν στην κυριότητα τους περιουσία43. Από την αρχή της οθωμανικής κυριαρχίας και μέχρι την εποχή που άρχισε να ισχύει ο Οθωμανικός Νόμος περί Γαιών (21.4.1858) ίσχυσε ένα περίπλοκο και χωρίς γενική, διατοπική ισχύ σύστημα ατομικών πράξεων της οθωμανικής διοίκησης, κατά  το οποίο οι μοναστικές Αδελφότητες ουσιαστικά  είχαν την νομή των μοναστηριακών ακινήτων44. Οι Μονές και οι Ναοί όχι μόνον δεν μπορούσαν να γίνουν κύριοι λόγω δωρεών, αφού δεν αναγνωρίζονταν ως νομικά πρόσωπα, αλλά αναγκάζονταν να αγοράζουν τα κτήματά τους στο όνομα φυσικών προσώπων (π.χ. των μοναχών ή ιερέων), έτσι π.χ. ο ναός της Αχειροποιήτου στην Θεσσαλονίκη αγόραζε ακίνητη περιουσία επ’ ονόματι πιστών, πολλές φορές και εν  αγνοία τους45. Για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης τόσο αμέσως μετά  την προσάρτηση των Νέων Χωρών, με τον νόμο 2508/1920 (άρθρο 3 παρ, 6), αλλά και αργότερα, με τους  νόμους 2200/1940 (άρθρο 88) και 3800/1957 (άρθρο 7) προέβλεψε διοικητικές και συμβολαιογραφικές διαδικασίες για την αναγνώριση και αποκατάσταση του αληθούς κυρίου των εκκλησιαστικών ακινήτων.
Επιπλέον είναι γνωστό ότι ο Σουλτάνος Σελήμ Β' προέβη (1568-1570) σε καθολική δήμευση των μοναστηριακών ακινήτων, με αποτέλεσμα  οι μοναχοί να εξαναγκασθούν να αγοράσουν εκ νέου τις μοναστηριακές περιουσίες46. Ουσιαστικά  επρόκειτο για έμμεση μορφή φορολογίας των μοναστηριακών ακινήτων με φόρο ίσο με την άξια τους, που έγινε με την παραπάνω μορφή της δήμευσης και της επαναγοράς.
Επίσης, όπως προκύπτει από την συστηματική έρευνα μας στα οθωμανικά αρχεία αυτήν την περίοδο, η οποία είναι σε εξέλιξη και δεν μπορώ να πω περισσότερα, υπάρχουν χιλιάδες φορολογικά κατάστιχα (tahrir), από τα οποία προκύπτει ότι το οθωμανικό κράτος φορολογούσε όχι μόνο τα καλλιεργούμενα κτήματα και βοσκοτόπια, αλλά και τα ίδια τα ακίνητα των Ναών και των Μονών, γεγονός που καταρρίπτει τον μύθο περί φορολογικών ατελειών της εκκλησιαστικής περιουσίας. Επίσης προκύπτει ότι ένα μείζον μέρος εκκλησιαστικής περιουσίας προέρχεται τελικά από αγοραπωλησίες και όχι από δωρεές ιδιωτών. Για τους  αμέσως παραπάνω δύο λόγους, τα ελλαδικά μοναστήρια κατέχουν σημαντικό αριθμό πρακτικών ιεροδικείων (Huccet), ιεροδικαστικών δηλαδή αποφάσεων, οι οποίες ενσωμάτωναν και επικύρωναν προφορικές συμφωνίες αγοραπωλησίας της περιουσίας τους.
Τέλος, εάν ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι μοναχοί κληρονομούνταν από την μοναστηριακή Αδελφότητα, ενώ παράλληλα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού ισχύει ο μακραίωνος θεσμός της κατ’ αρχήν απαγόρευσης εκποίησης μοναστηριακών ακινήτων  («αναπαλλοτρίωτο της μοναστηριακής περιουσίας»), δεν είναι περίεργο το μέγεθος της σωρευθείσας μοναστηριακής περιουσίας μετά  από εκατονταετίες.

ΙΓ. Παρανόηση 12η: «Η εκκλησιαστική περιουσία ανήκει στον λαό, άρα στο Κράτος»

Είμαστε μακριά από την εποχή που οι εκλογικοί κατάλογοι ήταν βασισμένοι στους ενοριακούς καταλόγους, και τους  κατήρτιζε - συνυπέγραφε ο Δήμαρχος μαζί με τον εφημέριο της κάθε Ενορίας.
Ωστόσο παρά την οργάνωση του ελληνικού κράτους κατά  τα δυτικά πολιτειολογικά πρότυπα, επικρατεί ακόμα η πολιτική αντίληψη, που συγχέει τις ιδιότητες του «λαού», ως πολιτικής κοινότητας, και του ορθόδοξου «ποιμνίου» ως ευχαριστιακής-θρησκευτικής κοινότητας. Η σύγχυση αυτή στον χώρο της πολιτικής εξηγεί, παραπέρα, την σχεδόν προβαλλόμενη ως αυτονόητη αξίωση της πολιτικής εξουσίας όχι μόνον για ισότιμο με τους  Αρχιερείς λόγο στη διαχείριση σημαντικών εκκλησιαστικών πραγμάτων, αλλά και για στέρηση ή επίβλεψη του καθοδηγητικού και δημόσιου λόγου των Αρχιερέων απέναντι στο ποίμνιό τους. Είναι ισχυρή επίσης η εντύπωση των πολιτικών εκπροσώπων του λαού ότι η εντολή που έχουν λάβει από το εκλογικό σώμα, ταυτόχρονα τους  χορηγεί το δικαίωμα να εκπροσωπούν το λαϊκό στοιχείο απέναντι στους κληρικούς μέσα στο σώμα της Εκκλησίας.
Είναι όμως η διοίκηση θρησκευτικών ζητημάτων της Εκκλησίας κρατικής φύσεως π.χ. «τοπική υπόθεση» κατά  την έννοια του άρθρου 102 του Συντάγματος, ώστε να αναμειγνύονται κατά νόμον οι δημοτικοί άρχοντες στη διοίκηση-διαχείριση ιερών ναών της ορθόδοξης Εκκλησίας; Ή εντάσσεται στο περιεχόμενο της «πολιτικής εντολής», που έλαβε ο βουλευτής με την εκλογή του, η εξουσία του να εισηγείται στη Βουλή νομοθετικές διατάξεις, με τις οποίες επιδιώκεται η παρέμβαση του νομοθέτη σε εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας;
Παρέχονται μερικά παραδείγματα: υφίστανται μέχρι σήμερα νομοθετήματα, τα οποία αποσπούν από την ευθύνη της τοπικής Μητρόπολης σημαντικούς (μη ιδιωτικούς) Ιερούς Ναούς τεθειμένους στη δημόσια λατρεία, καθιστώντας τους κρατικά νομικά πρόσωπα με τη μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή του κοινωφελούς ιδρύματος, όπως ο νόμος 349/1976 για το Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου (έχει εντάξει το Ναό και την περιουσία του σε Ν.Π.Δ.Δ. εποπτευόμενο από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, και το έχει εξαιρέσει από την εποπτεία της Ιεράς Μητρόπολης Σύρου), ο νόμος 1416/1984, που συνέστησε διαδημοτικό Ν.Π.Δ.Δ. την «Επιτροπή Εγχώριας Περιουσίας Κυθήρων», που διοικεί τα Προσκυνήματα και τις περιουσίες της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας, της Αγίας Μόνης, του Αγ. Ιωάννη του «εν  κρημνώ» ή παλαιότερα το βασιλικό διάταγμα 924/1966 για τον Ιερό Ναό Παναγίας Σουμελά.
Το νομοθετικό επιχείρημα είναι ότι πρόκειται για ορθόδοξα Προσκυνήματα «εθνικής σημασίας» με την έννοια ότι συγκεντρώνουν την ευλάβεια των Ελλήνων σε υπερτοπικό επίπεδο, χωρίς βεβαίως να αγνοείται και ή παράμετρος της σημαντικής περιουσίας τους, την οποία ο νομοθέτης σχεδόν επέταξε προκειμένου να χρηματοδοτούνται δημόσιοι και κοινωφελείς σκοποί. Επιπλέον ενδεικτικά παραδείγματα της υπαγωγής ορθόδοξων Ναών σε κρατικούς και κοινωφελείς-μη εκκλησιαστικούς φορείς με καθαρώς εισπρακτικά κριτήρια: τα λεγόμενα «Παρεκκλήσια του Τ.Α.Κ.Ε.», δηλαδή Ναοί που δια  νόμου είχαν παραχωρηθεί το 1933 (έως την 1.4.2008)47 στο (τότε νεοσύστατο, 1932) ασφαλιστικό Ταμείο των Κληρικών Ελλάδος, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια σταθερή πρόσοδος του ασφαλιστικού ταμείου ή ο 'Ι. Ναός του Αγ. Ανδρέα (Πατησίων), που είχε παραχωρηθεί δια  νόμου στο σωματείο «Άσυλον Ανιάτων»48 κ.λπ.
Είναι όμως δυνατό υπό την ισχύ των δικαιωμάτων της θρησκευτικής ελευθερίας (13 Συντάγματος) και της θρησκευτικής αυτονομίας (9, 11 ΕΣΔΑ) να αφαιρούνται δια  νόμου από τη διοίκηση της πλειοψηφούσας θρησκευτικής κοινότητας, της ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, Ναοί με το επιχείρημα ότι αριθμητικά το ορθόδοξο ποίμνιο σχεδόν ταυτίζεται με το εκλογικό σώμα (τον λαό κατά  το Σύνταγμα); Ο  νομοθέτης -ως εκφραστής του λαού- δικαιούται να ρυθμίζει μονομερώς εσωτερικά θρησκευτικά ζητήματα αυτής της Εκκλησίας, ερήμην της Εκκλησίας, παραθεωρώντας τα διοικητικά της όργανα; Είναι προφανές ότι ελλοχεύει σύγχυση λαού (όχι του λαού του Θεού, αλλά του λαού ως πολιτικού υποκείμενου κατά  την έννοια του Συντάγματος) και ορθόδοξου ποιμνίου, στην οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί το δικαίωμα του νομοθέτη να ενεργεί ως «διοικούσα Εκκλησία».
Ουσιαστικά  και η πρυτανεύουσα ιδεολογία του «νόμου Τρίτση» (νόμος 1700/1987) αποτελούσε αναπαραγωγή του πολιτικού αφηγήματος ότι ή περιουσία της Εκκλησίας προέρχεται από τον λαό, ανήκει  στον λαό (τον «λαό» του άρθρου 1 του Συντάγματος) και κατ’ επέκταση ανήκει  στο Κράτος, τον συλλογικό εκφραστή της λαϊκής κυριαρχίας.

ΙΔ. Παρανόηση 13η: «Να καταργηθεί το άρθρο 3 και το προοίμιο του Συντάγματος για να παύσει ή ανάμειξη του Κράτους με την ορθόδοξη εθιμοτυπία»

Συχνά διατυπώνεται η διαφωνία ότι πρέπει να καταργηθεί το άρθρο 3 Συντάγματος και το προοίμιο του Συντάγματος, ώστε να παύσει η υιοθέτηση από το κράτος της ορθόδοξης χριστιανικής εθιμοτυπίας, και ως τέτοια νοούνται η παρουσία πολιτικών σε θρησκευτικές τελετές, τα στρατιωτικά αγήματα σε λιτανείες, η μεταφορά του Αγίου Φωτός, οι θρησκευτικοί όρκοι της πολιτικής ηγεσίας, τα θρησκευτικά σύμβολα σε σχολεία και δικαστήρια κ.λπ.
Μια προκαταρκτική παρατήρηση: το πολιτικό αίτημα του συνταγματικού χωρισμού ή, κατά το ηπιότερον, της διάκρισης των σχέσεων Κράτους και (ορθόδοξης) Εκκλησίας υπό τον στόχο μάλιστα του περιορισμού της «θρησκείας» στον χώρο της «ιδιωτικότητας» εμπεριέχει δύο αβάσιμες υποθέσεις: πρώτον ταυτίζει τον χωρισμό κοινωνίας και ορθόδοξης εκκλησίας (περιορίζοντας το νοηματικό εύρος της «Εκκλησίας», κατ’ ανάγκην, στην τάξη του Κλήρου) με τις σχέσεις Κράτους και ορθόδοξης Εκκλησίας, ως εάν το μέτρο θρησκευτικότητας της ελληνικής κοινωνίας να αποτελεί νομικό ζήτημα και δη ρυθμιστέο με κανόνες δικαίου αυξημένης τυπικής ισχύος. Δεύτερον, υποθέτει αφετηριακά ότι υφίσταται καθεστώς ένωσης κράτους και ορθόδοξης εκκλησίας, θρησκευτικά χρωματισμένο υπέρ της δεύτερης.
Τα έθιμα, ως εκ της μη νομοθετικής προέλευσής τους, ούτε επιβλήθηκαν με νόμο, ώστε να μπορούν να καταργηθούν δια νόμου, ούτε ή διατήρησή τους έχει σχέση με την νομοθεσία, αλλά με το πραγματικό γεγονός της επιρροής της ορθόδοξης εκκλησιαστικής μαρτυρίας στο κοινωνικό γίγνεσθαι της Ελλάδας. Επομένως ή ενοχλητική ή μη παρουσία τους ή η παρουσία πολιτικών σε θρησκευτικές τελετές δεν αποτελούν αντικείμενο νομικής ρύθμισης, αλλά έχουν σχέση με τη ζωντανή σχέση ελληνικής κοινωνίας και ορθόδοξης θρησκευτικής μαρτυρίας και όχι τη θεσμική σχέση Κράτους και ορθόδοξης Εκκλησίας. Η  παρουσία εκπροσώπων του κράτους κατά  τις θρησκευτικές τελετές προφανώς δεν απορρέει από κάποιο νομοθετικό πλαίσιο ούτε από το άρθρο 3 του Συντάγματος.
Παράλληλα και για τα θρησκευτικά σύμβολα στους δημόσιους χώρους έχει τονισθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η διάσταση του παραδεκτού πολιτισμικού συμβολισμού τους, αποτελούν δηλαδή και στοιχείο πολιτιστικής ταυτότητας μίας κοινωνίας και η διατήρησή τους εμπίπτει στο επιτρεπτό περιθώριο εκτίμησης κάθε κράτους, εφ’ όσον δεν συνδυάζεται με πρακτικές παραβίασης των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ή Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου49.
Ως προς το προοίμιο του Συντάγματος που επικαλείται την Αγία Τριάδα50, αν και υφίστανται μερικές δικαστικές αποφάσεις που το έχουν συνδέσει με το μάθημα των Θρησκευτικών51 άνευ λόγου κατά την γνώμη μου, πρόκειται για ένα βασικό στοιχείο ιστορικής σύνδεσης του παρόντος Συντάγματος με την επαναστατική προέλευση του ελληνικού   Κράτους και όχι στοιχείο θεοκρατικού παρεμβατισμού στην οργάνωση της Πολιτείας. Το προοίμιο αυτό υπήρχε σε όλα τα επαναστατικά Συντάγματα και ή παραμονή του τεκμηριώνει την διαρκή πεποίθηση του συντακτικού νομοθέτη ότι ο ελληνικός λαός ασκούσε πρωτογενή συντακτική εξουσία και πριν την 3η Φεβρουαρίου 1830 (Πρωτόκολλο Λονδίνου), οπότε υπήρξε η διεθνής αναγνώριση του ελληνικού   κράτους. Το ελληνικό  κράτος δεν είναι απλώς ένα συμβατικό και υβριδικό δημιούργημα των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι Δυνάμεις προέβησαν στη διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους ως πολιτικό αποτέλεσμα  της Επανάστασης και δεν κατασκεύασαν το ελληνικό  κράτος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πατριωτικός αυτός συμβολισμός του προοιμίου και η μεταφυσική και προπολιτειακή αναγωγή του στην Αγία Τριάδα ανάγεται στις Εθνοσυνελεύσεις της εποχής της Επανάστασης ως πολιτική επιλογή των χριστιανών ιδρυτών της νέας Πολιτείας. Είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, που ίσως υπερβαίνει και αυτές τις εξουσίες μίας αναθεωρητικής Βουλής, εάν η οποιαδήποτε συζήτηση για την «νέα Ελλάδα» μπορεί να ισοδυναμεί και με ένα ιδεολογικό διαζύγιο από την ιστορική ταυτότητα του ελληνικού λαού, ο οποίος θεμελίωσε το σύγχρονο κράτος μέσα από επαναστατικές διαδικασίες απέναντι στην οθωμανική και αλλόθρησκη νομιμότητα της εποχής. Για τον λόγο αυτό, στο μάθημα της συνταγματικής ιστορίας διδασκόμαστε τα Επαναστατικά Συντάγματα, επειδή ακριβώς δεχόμαστε ότι υπήρχαμε ως πολιτική κοινότητα με πρωτογενή εξουσία λόγω της Επανάστασής μας και πριν το 1830. Συνεπώς η παραμονή του προοιμίου στο Σύνταγμα αποδεικνύει ως σταθερή την άποψή μας ότι ο λαός, μέσα από αγώνα για εθνική ανεξαρτησία, δημιούργησε το νέο κράτος και ότι, ως ιστορικός φορέας του λαού, το έθνος υπήρχε πριν από το κράτος.

ΙΕ. Παρανόηση 14η: «Να γίνει θεσμικός χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας ώστε να παύσουν οι δημόσιες τοποθετήσεις των Αρχιερέων»

Η  άποψη αυτή υπονοεί εσφαλμένα ότι οι δημόσιες, προφορικές και γραπτές, παρεμβάσεις Μητροπολιτών της Εκκλησίας έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις έννομες σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας. Η  αναπαραγωγή του λόγου της Εκκλησίας στην κοινωνία μέσω του εντύπου και ηλεκτρονικού τύπου σχετίζεται με την κοινωνική επιρροή της και όχι με τις νομικές σχέσεις με το Κράτος. Ούτε φυσικά είναι δυνατό να εισαχθεί στο Σύνταγμα ή στην κοινή νομοθεσία διάταξη, κατά  την όποια θα έχουν περιορισμένη ελευθερία του λόγου όσοι φέρουν το σχήμα του θρησκευτικού λειτουργού οποιασδήποτε θρησκευτικής κοινότητας.

ΙΣΤ. Παρανόηση 15η: «Γιατί να επιβαρύνονται μέσω της φορολογίας οι μη ορθόδοξοι χριστιανοί πολίτες για μισθοδοσία ορθόδοξων κληρικών και την εκκλησιαστική εκπαίδευση;»

Το νομικό δεδομένο είναι η εκκλησιαστική περιουσία, που περιήλθε στο κράτος χωρίς αποζημίωσή της, αποτελεί σήμερα δημόσια κτήση, δηλαδή αποτελείται από κοινόχρηστα πράγματα, των όποιων μπορεί να κάνει χρήση κάθε πολίτης ασχέτως θρησκευτικών πεποιθήσεων. Ο  καθένας μπορεί να νοσηλευθεί στο νοσοκομείο Αρεταίειο, στο νοσοκομείο Σωτηρία ή στο Γ.Ν. «Γ. Γεννηματάς», ο καθένας μπορεί να καθίσει στην πλατεία Μαβίλη. Είναι λογική ή καθολική επιβάρυνση των φορολογούμενων για περιουσία, που είναι σήμερα δημόσια και την απέκτησε ανέξοδα το Κράτος, και της όποιας όλοι έχουν τη δυνατότητα απόλαυσής της υπό την ιδιότητα τους ως πολιτών ή κατοίκων αυτής της χώρας52.

ΙΖ. Παρανόηση 16η: «Ο θεσμικός χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας θα σημάνει την κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών ή τη μετατροπή του σε θρησκειολογία»

Το νομικό δεδομένο είναι ότι μάθημα θρησκευτικών υφίσταται λόγω της συνταγματικής εντολής του άρθρου 16 παρ. 2 προς τον κοινό νομοθέτη ότι η εγκύκλια εκπαίδευση οφείλει να αναπτύσσει, μεταξύ άλλων, τη θρησκευτική συνείδηση. Η  κατάργηση ή τροποποίηση του τεκμηρίου περί επικρατούσας θρησκείας στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος δεν θα επιφέρει κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών, καθώς ή θρησκευτική αγωγή έχει αυτοτελή θεμελίωση σε άλλη διάταξη. Περαιτέρω, η διάταξη αυτή, το άρθρο 16 παρ. 2, έχει αυτοτελή αξιακή θεμελίωση και δεν συνδέεται αιτιωδώς με το άρθρο 3 παρ. 1, ώστε η κατάργηση του τελευταίου δεν συνεπιφέρει την άνευ ετέρου εκθεμελίωση των μορφωτικών και πολιτιστικών εκτιμήσεων, οι οποίες δικαιολογούν την εντολή του άρθρου 16 παρ. 2. Είναι επίσης δεδομένο ότι και σε χώρες που δεν διαθέτουν ρήτρα περί επικρατούσας θρησκείας στα Συντάγματά τους, έχει κριθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι είναι επιτρεπτό το μάθημα των θρησκευτικών να ασχολείται κατά  πλειοψηφία (χωρίς όμως σκοπό κατήχησης ή εν γένει προπαγάνδας) με την διδασκαλία της θρησκευτικής παράδοσης, που εκφράζει το μείζον μέρος του πληθυσμού η ιστορικά τη συγκεκριμένη χωρά53.
Επομένως, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ούτε απαγορεύει το μάθημα των θρησκευτικών να έχει πλειοψηφία ύλης από την ορθόδοξη παράδοση ούτε πάντως συνδέεται αιτιωδώς με την ύπαρξη ή μη της ρήτρας περί επικρατούσας θρησκείας. Το άρθρο 3 παρ. 1 έδαφ. α Συντάγματος, κατά το οποίο ή πλειοψηφία των Ελλήνων είναι μέλη της ορθόδοξης Εκκλησίας, εξακολουθεί να είναι νομικά χρήσιμο ως ένα διαρκές τεκμήριο για το κράτος, γιατί τυποποιεί μία διαπίστωση, την οποία ειδάλλως (ελλείψει του άρθρου 3 παρ. 1 Σύντ.) η Βουλή η Διοίκηση ή ο δικαστής έπρεπε κάθε φορά να συνάγουν ως κοινώς γνωστό γεγονός.
Από εκεί και έπειτα ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος προβλέπει ότι ή Εκκλησία και ή Πολιτεία συνεργάζονται περί «της χριστιανικής αγωγής της νεότητος»54 και ότι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (η ολομέλεια των επαρχιούχων Μητροπολιτών): «Παρακολουθεί το δογματικόν περιεχόμενον των δια  τα σχολεία της Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως προοριζόμενων διδακτικών βιβλίων του μαθήματος των Θρησκευτικών»55. Πέραν των παραπάνω δικαιωμάτων όμως, η Εκκλησία, όπως κάθε κοινωνικός φορέας, διαθέτει εύλογη αξίωση συζήτησης και διαβούλευσης με την Πολιτεία για το μάθημα των θρησκευτικών.

ΙΗ. Παρανόηση 17η: «Η Ελλάδα δεν είναι θρησκευτικά ουδέτερο κράτος και πρέπει να εισαχθεί σχετική ρήτρα στο Σύνταγμα»

Η  πρόταση για εισαγωγή ρήτρας περί ουδετερόθρησκου κράτους περιέχεται τόσο στην «Πρόταση για μία προοδευτική αναθεώρηση του Συντάγματος» (27.3.2017)56 όσο και στο «Καινοτόμο Σύνταγμα» (5.6.2016)57 και αναφέρομαι σε αυτές για λόγους ρεαλισμού, ώστε να μιλούμε επί εδάφους υπαρκτών επιστημονικώς πολιτικών προτάσεων.
Το νομικό δεδομένο είναι ότι λόγω της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όλα τα κράτη, που έχουν υπογράψει και κυρώσει την ΕΣΔΑ, υποχρεούνται να τηρούν την «αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας», όπως την εννοεί η ΕΣΔΑ. Πρόκειται για αυτόνομη έννοια, και δεσμεύει τα κράτη-μέρη της ΕΣΔΑ με το περιεχόμενο που αποδίδει σε αυτήν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επομένως, ή ελληνική έννομη τάξη περιέχει στο αξιακό της σύστημα ήδη την αρχή της «θρησκευτικής ουδετερότητας» ως ισχύουσα νομική υποχρέωση του Κράτους, πέραν των υπαρκτών δεσμεύσεων των άρθρων 4 και 13 του Συντάγματος να σέβεται την θρησκευτική ελευθερία όλων των ατόμων και θρησκευτικών κοινοτήτων.
Ειδικότερα: κατά  την σταθερή άποψη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν μεγάλο «περιθώριο εκτίμησης» («margin of appreciation») κατά την νομοθετική ρύθμιση των σχέσεών τους με τις Εκκλησίες, που βρίσκονται στο έδαφος τους, ανάλογα με τις εθνικές και ιστορικές τους ιδιαιτερότητες. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τονίζει όμως ότι τα κράτη, παρά τις εθνικές και θρησκευτικές τους ιδιαιτερότητες, οφείλουν να παραμένουν ουδέτερα και μη παρεμβατικά κατά  την άσκηση της δημόσιας εξουσίας τους για τη ρύθμιση της σφαίρας της θρησκευτικής ελευθερίας και των σχέσεων του κράτους με τις διάφορες θρησκείες, δόγματα και θρησκευτικούς οργανισμούς58. Επίσης, πλην εντελώς εξαιρετικών περιπτώσεων, τα κράτη δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε έλεγχο νομιμότητας των θρησκευτικών πεποιθήσεων (όχι των πράξεων) μιας θρησκευτικής κοινότητας ή των μέσων έκφρασης των θρησκευτικών δοξασιών της59. Αυτό είναι το περιεχόμενο της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους κατά  την ΕΣΔΑ.
Θυμίζω εδώ την περίπτωση του πολύπαθου τροπαρίου «Σώσον Κύριε τον λαόν σου», το οποίο περιέχει τη φράση «νίκας τοις βασιλεύσι κατά  βαρβάρων». Μετά  από σφοδρές αντιδράσεις ευαίσθητων πολιτικών αρχόντων η Ιερά Σύνοδος αναγκάσθηκε να εκδώσει Εγκύκλιο στις 4.11.199860, προτρέποντας τις Μητροπόλεις ώστε, κατ’ οικονομίαν, όταν ψάλλεται το τροπάριο έκτος Ιερών Ναών η παραπάνω φράση να αντικαθίσταται από το «νίκας τοις ευσεβέσι κατ’ εναντίων», προκειμένου να αποσοβηθούν οι αδικαιολόγητες (και αθεολόγητες) πολιτικές αντιδράσεις. Υπέβαλε δηλαδή η Εκκλησία, κάτω από την πίεση της Πολιτείας, το τροπάριο σε μία διαδικασία οιονεί αναδρομικού εκδημοκρατισμού. Σε ένα ουδετερόθρησκο κράτος όμως η Πολιτεία δεν μπορεί να ασκεί έλεγχο νομιμότητας στα τροπάρια και στους ύμνους της Εκκλησίας.
Εάν οι μέχρι σήμερα προτάσεις του «Καινοτόμου Συντάγματος» και «για μια προοδευτική αναθεώρηση του Συντάγματος» εννοούν τη θρησκευτική ουδετερότητα, όπως την αντιλαμβάνεται η ΕΣΔΑ, υπό την έννοια της μη ανάμειξης του Κράτους στα εσωτερικά των θρησκευτικών κοινοτήτων, ή προσθήκη αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως περιττή. Οφείλουν όμως να διευκρινίσουν ποιο μοντέλο θρησκευτικής ουδετερότητας υπονοούν, διότι έκτος από την θρησκευτική ουδετερότητα ως αυτόνομη έννοια της νομολογίας του Ευρ. Δ.Δ.Α., υπάρχουν διεθνώς τόσα μοντέλα θρησκευτικής ουδετερότητας, όσα και τα κράτη που δηλώνουν θρησκευτικώς ουδέτερα.
Τα βασικά πρότυπα είναι το γαλλικό (κράτος που δεν αναγνωρίζει καθεστώς δημοσίου δικαίου στις θρησκείες, δεν υιοθετεί καμία θρησκευτικότητα στην εθιμοτυπία  του, δεν ενισχύει τις θρησκείες), γερμανικό (το κράτος δεν παρεμβαίνει, αναγνωρίζει ορισμένες θρησκείες ως Ν.Π.Δ.Δ., ενισχύει τις θρησκευτικές κοινότητες) και το αμερικανικό (κράτος που δεν παρεμβαίνει στις θρησκευτικές κοινότητες, δεν θεσπίζεται καθεστώς δημοσίου δικαίου για τις κοινότητες, δεν απαγορεύεται η θρησκευτική εθιμοτυπία π.χ. θρησκευτικός όρκος του Προέδρου). Συνεπώς, πρέπει να διευκρινίζεται, από όποιον προτείνεται, ή ρήτρα του θρησκευτικά ουδέτερου κράτους με στόχο τη διασάφηση, εάν πρόκειται για μια δυσμενή ουδετερότητα (θρησκευτικά αδιάφορο κράτος) ή για μια ευμενή ουδετερότητα (μη παρεμβατικό κράτος, το οποίο ενισχύει τα θρησκεύματα και αναγνωρίζει ιδιαίτερο καθεστώς για τη διευκόλυνση της αποστολής τους). Σε καμία από τις παραπάνω δύο προτάσεις δεν υπάρχουν ενδείξεις για τη νοηματοδότηση του θρησκευτικά ουδέτερου κράτους και είναι νομοτεχνικά προβληματική η εισαγωγή ρήτρας συνθηματικής συντομίας, ή οποία διεθνώς έχει πολύσημο περιεχόμενο. Δεν είναι τυχαίο εξ άλλου ότι κράτη, θρησκευτικώς ουδέτερα, έχουν επιλέξει στα Συντάγματα τους περιφραστική περιγραφή του είδους της ουδετερότητας, που υιοθετούν (π.χ. «δεν υπάρχει επίσημη θρησκεία», «το κράτος δεν παρεμβαίνει στις θρησκευτικές κοινότητες» κ.λπ.), ώστε να είναι σαφές το περιεχόμενο της ουδετερότητας που εννοούν.
Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι το Σύνταγμά μας περιέχει ήδη τρεις ισχυρές ρήτρες υπέρ του χαρακτήρα του ελληνικού κράτους ως κοσμικού. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2-3: «2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι ή λαϊκή κυριαρχία. 3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του ’Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα», κατά  το άρθρο 87 παρ. 2: «2. Οι δικαστές κατά  την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά  κατάλυση του Συντάγματος» και κατά  το άρθρο 13 παρ. 4: «4. Κανένας δεν μπορεί, εξ αιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους  νόμους» (εδώ αληθώς πρέπει να θεωρούμε ότι θεμελιώνεται η αρχή της «νόμω κρατούσης Πολιτείας», όπως περιορίζεται από τη θρησκευτική ουδετερότητα). Ειδικά η τελευταία διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Συντάγματος είναι καίρια για τον χαρακτήρα του κράτους, γιατί δεν επιτρέπει την άρνηση εκτέλεσης νομοθετημένων υποχρεώσεων λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων (π.χ. την πληρωμή φόρων, επειδή οι φόροι προορίζονται για εξοπλιστικά προγράμματα και η θρησκεία του φορολογούμενου είναι φιλειρηνική). Σε άλλα κράτη, η έλλειψη ρήτρας αντίστοιχης με το άρθρο 13 παρ. 4 Συντ. έχει οδηγήσει σε αδιανόητες για την κουλτούρα του ευρωπαϊκού-ηπειρωτικού δικαίου δικαστικές αποφάσεις π.χ. στην αμερικανική υπόθεση Burwell v. Hobby Lobby Stores Inc.61, όπου το Supreme Court έκρινε ότι μπορεί εμπορική εταιρεία να αρνηθεί να πληρώσει ποσοστό εργοδοτικών εισφορών, επειδή αυτό το ποσοστό προορίζεται για φάρμακα πρόωρης διακοπής κύησης και τα μέλη Δ.Σ. της εταιρείας είναι πιστοί ρωμαιοκαθολικοί και αντιτίθενται για λόγους θρησκευτικής συνείδησης στις αμβλώσεις. Αποτελεί αξιοπρόσεκτο ζήτημα ότι η «Πρόταση για ένα καινοτόμο Σύνταγμα» προτείνει, πλην άλλων, και απαλοιφή της (κατ’ εξοχήν κοσμικού χαρακτήρα) παραγράφου 4 του άρθρου 13 του Συντάγματος, χωρίς να είναι σαφές εάν, η αξιακή μεταβολή που έτσι προκαλείται, αντισταθμίζεται από την ασαφή και αόριστη ρήτρα περί θρησκευτικά ουδέτερου κράτους.
Δίνω ένα ακόμα παράδειγμα από την αμερικανική νομολογία: στην υπόθεση EEOC v. Hosanna-Tabor Evangelical Lutheran Church and School62 το Supreme Court νομολόγησε ότι το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής θρησκευτικού λειτουργού για μια ενορία χωρίς παρέμβαση του κράτους, επομένως και το δικαίωμα απόλυσής του, είναι ισχυρότερο από το δικαίωμα του λειτουργού αυτού να μην απολέσει την θέση εργασίας του, παρότι είναι εργαζόμενος ΑΜΕΑ και κατά  την εργατική νομοθεσία ως ΑΜΕΑ εργαζόμενος πρέπει να προστατεύεται από την απόλυση.
Εδώ πρέπει να προσεχθεί ότι η αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας είναι και δικονομική αρχή: αφού δεσμεύει συνολικά τις κρατικές εξουσίες, άφορα και στον δικαστή και τον περιορίζει, ώστε να μην αναμειγνύεται σε εσωτερικές υποθέσεις των θρησκευτικών κοινοτήτων. Μπορεί, κατ’ επέκταση, η υιοθέτηση μιας απεριόριστης ρήτρας περί θρησκευτικά ουδετέρου κράτους να οδηγήσει σε νησίδες θεοκρατίας μέσα στην ελληνική κοινωνία και έννομή τάξη, όπου δεν επιτρέπεται η παρέμβαση του δικαστή και η παροχή δικαστικής προστασίας σε όσους θίγονται ως προς τα δικαιώματα τους.
Αποτελεί επίσης ερώτημα γιατί η «Πρόταση για μια προοδευτική αναθεώρηση του Συντάγματος» εισηγείται την εισαγωγή της ρήτρας περί θρησκευτικά ουδέτερου κράτους στο άρθρο 3 του Συντάγματος, που άφορα ειδικά την ορθόδοξη Εκκλησία, και όχι στο άρθρο 13 που άφορα όλα τα θρησκεύματα και τη θρησκευτική ελευθερία (θετική και αρνητική). Ωστόσο, η θρησκευτική ουδετερότητα αποτελεί αρχή που δεν μπορεί να εστιάζεται στην σχέση του Κράτους μόνο με ορισμένη θρησκευτική κοινότητα, εν  προκειμένω την πλειοψηφούσα Εκκλησία της χώρας.
Εν κατακλείδι, ή αόριστη ρήτρα του θρησκευτικά ουδέτερου κράτους πρέπει να διευκρινισθεί στις παραπάνω προτάσεις, ώστε να μπορεί κανείς να τοποθετηθεί θετικά ή αρνητικά απέναντι σε αυτήν, ειδάλλως είναι εξ ίσου ασαφής με την πρόταση εισαγωγής στο Σύνταγμα μίας ρήτρας ότι ή Ελληνική Δημοκρατία θα είναι ένα «σύγχρονο κράτος». Εάν πάντως με την προτεινόμενη ρήτρα στις ανωτέρω δύο προτάσεις σκοπείται η υιοθέτηση από το Σύνταγμα θρησκευτικής ουδετερότητας διαφορετικής από αυτή που εννοεί ή ΕΣΔΑ, και μάλιστα αυστηρής, δυσμενούς για τα θρησκεύματα, τότε ίσως κακώς το Δημόσιο κτίζει Ισλαμικό Τέμενος με κρατικούς πόρους.
Συμπεράσματα: όταν το κοινωνικό σώμα ερωτάται με διάφορες αφορμές (δημοσκοπήσεις κ.λπ.) εάν είναι υπέρ του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας καλείται να δώσει σωστές απαντήσεις σε ένα λάθος ερώτημα. Και είναι λάθος η ερώτηση, γιατί υποθέτει αφετηριακά ότι κατά νόμον Εκκλησία και Κράτος είναι αμοιβαία αναμεμειγμένες η μια στις εσωτερικές υποθέσεις της άλλης. Αυτό δεν ισχύει τουλάχιστον σε ό, τι άφορα την ανάμειξη της Εκκλησίας, που θεωρείται ή δήθεν θιγόμενη από το ερώτημα του χωρισμού.
Το ζητούμενο συνεπώς είναι άλλο: α) η θέση βάσεων για την άσκηση μιας σύγχρονης και ταυτόχρονα μακρόπνοης θρησκευτικής πολιτικής για όλα τα θρησκεύματα και όχι μόνο για την ορθόδοξη Εκκλησία και β) η πλήρης κατοχύρωση θρησκευτικής αυτοδιοίκησης για την Εκκλησία της Ελλάδος. Αυτά όμως τα δύο κεντρικά ζητήματα δεν σχετίζονται καθόλου με την αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά με τη νομοθετική πρωτοβουλία του κοινού νομοθέτη. Εάν ληφθεί υπ’ όψιν ότι ζούμε πλέον σε χώρα ολοένα και πιο έντονα πολυφυλετική και πολυθρησκευτική, το πρόβλημα είναι ότι μας λείπει κρατική πολιτική για τα θρησκεύματα γενικώς. Εξαίρεση στην χαρακτηριστική και πολυετή αδιαφορία του νομοθέτη είναι ο νέος νόμος 4301/201463, που αποτελεί ένα σοβαρό, αλλά ακόμα πρώτο βήμα.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.    Εισήγηση στη εκδήλωση της I. Αρχιεπισκοπής Αθηνών «Συνταγματική αναθεώρηση και Εκκλησία της Ελλάδος: Συμβολή σε έναν ανοικτό διάλογο» (7.6.2017, Πολεμικό Μουσείο Αθηνών).
2.    Ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΦΕΚ Α' 146/31.5.1977).
3.    Κατωτέρω χρησιμοποιώ ενίοτε τον όρο «Εκκλησία της Ελλάδος» εν  Ευρεία έννοια και περιλαμβάνει το κεντρικό νομικό πρόσωπο «Εκκλησία της Ελλάδος» (με έδραν την Αθήνα), τις Ιερές Μητροπόλεις, τις Μονές και τις Ενορίες, ενίοτε τον όρο «Εκκλησία» ως σχήμα κατ’ εξοχήν και δηλώνει τα ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ.
4.    Προβλεπόταν από τα άρθρα 1 του αναγκαστικού νόμου 1363/1938 (ΦΕΚ Α' 305), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του αναγκαστικού νόμου 1672/1939 (ΦΕΚ Α' 123), και 41 του αναγκαστικού νόμου 1369/1938 (ΦΕΚ Α' 317).
5.    Άρθρο 62 παρ. 2 ν. 590/1977 (ΦΕΚ Α' 146), νομοθετικό διάταγμα της 22.4/16.5.1926 (ΦΕΚ Α' 153).
6.     Με τον Κανονισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος 4/1969 (άρθρο 4 παρ. 3, ΦΕΚ Α' 158).
7.    Άρθρο 62 παρ. 2 του ν. 590/1977 (ΦΕΚ Α' 146).
8.    Άρθρα 23 α.ν. 1539/1938 (ΦΕΚ Α 488), 62 παρ. 2 ν. 590/1977 (ΦΕΚ Α' 146).
9.    ΣτΕ 781/2017 σκέψη 9, ΣτΕ 510/2015 (σκέψη 3), ΣτΕ 1393/2017.
10.    ΣτΕ 507/1983, ΣτΕ 4548/1995, ΣτΕ 3120/2002.
11.    Βλ. για την έννοια του Δημόσιου τομέα και της Γενικής Κυβέρνησης το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α 143).
12.    ΝΣΚ 319/2008, 796/1991.
13.    Άρθρο 68 παρ. 1 υποπαρ. 3 (ΦΕΚ Α' 32).
14.    Άρθρο 57 του ν. 1591/1986.
15.    Ενδεικτικά: ΕΔΔΑ Sindicatul “Pastoral cel Bun” v. Romania απόφαση της 9.7.2013.
16.    Άρθρα 16 παρ. 1 και 26 παρ. 2 ν. 590/1977 (ΦΕΚ Α 146).
17.    Κατά  το άρθρο 26 παρ. 1 ν. 590/1977.
18.    Για τα βεράτια βλ. τη μονογραφία του Παρασκευά Κονόρτα, Οθωμανικές θεωρήσεις για το Οικουμενικό Πατριαρχείο 1998, passim.
19.    Άρθρο 155 του ν. 5383/1932 (ΦΕΚ Α' 110).
20.    Άρθρο 18 Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου (π.δ. της 28/28.7.1931, ΦΕΚ Α' 239).
21.    Άρθρο 15 ν. 1351/1983 (ΦΕΚ Α 56) προσέθεσε παράγραφο 8 στο άρθρο 34 ν. 590/1977.
22.    Πρβλ.: «Ήν δε ο Καϊάφας ο συμβουλεύσας τοις Ιουδαίοις, ότι συμφέρει ένα άνθρωπον απολέσθαι υπέρ του λαού» (Κατά  Ιωάννην 18, 14).
23.    Άρθρο 24 παρ. 7 ν. 2130/1993 (ΦΕΚ Α 62).
24.    Άρθρο 3 παρ. 1 ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α 287).
25.    Άρθρο 82 του β.δ. 24.9/20.10.1958, όπως τροποποιήθηκε.
26.    Άρθρο 68 παρ. 1 υποπαρ. 3 ν. 4235/2014 (ΦΕΚ Ά 32).
27.    Για ευσύνοπτη και περιεκτική αποτύπωση της νομοθετικής πορείας της κρατικής μισθοδοσίας του ορθόδοξου Κλήρου και η σχέση της με την εκκλ. περιουσία, βλ. την μελέτη του Σωτήρη Μητραλέξη, Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα και η συνάρτησή της με την εκκλησιαστική περιουσία (επικαιροποιημένη έκδοση Φεβρ. 2017) σελ. 2 επομ., ιδίως 4-17, όπου και περαιτέρω παραπομπές σε στοιχεία (https://inspol.files.wordpress.com/2017/02/misthodosia-17- 24.pdf).
28.    Χαρακτηριστικά στις 7.10.1822 οι αρμοστές Νήσων Κυκλάδων εντέλλονται στον Έπαρχο Νάξου, σε σχέση με τον τόπο εγκατάστασής του: «Επειδή και ή Μητρόπολις είναι κτήμα της Διοικήσεως, περάσετε λοιπόν εκεί δια  να έχη και η Διοίκησις κέρδος το ενοίκιον, και δια  να έχητε και υμεΐς ανάπαυσιν» (Αρχεία Εθν. Παλιγγενεσίας τ.15αβ, σελ. 178 β 111).
29.    Αρχεία Εθν. Παλιγγενεσίας τ.4, σελ. 190, 191.
30.    Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα, τ. Β' (1864), σελ. 59, 62-63, 66.
31.    Όπως προκύπτει από τη νεώτερη, εκτεταμένη ιστορική έρευνα του Νικ. Τόμπρου (Μονές και μοναχοί στον Ελλαδικό χώρο: δημογραφική μελέτη στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα και στα νησιά του κεντρικού και νότιου Αιγαίου, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, 2001, τ. Α’ σελ. 137 επομ,. ιδίως σελ. 138) ή Οθωνική Αντιβασιλεία από τις υφιστάμενες 571 Μονές (1833) διέλυσε τις 426 Μονές (1833-1834).
32.    Για το νομικό κύρος αυτής της δήμευσης βλ. Θ. Δ. Παπαγεωργίου, Η τύχη της περιουσίας των διαλελυμένων Μονών, Εκκλησία 2009, σελ. 185 επομ.
33.    Βασιλικό Διάταγμα της 1/13.12.1834 (ΦΕΚ 41).
34.    Νόμος ΓΥΙΔ/1909 (ΦΕΚ Α' 270), άρθρο 2.
35.    Ν. 4684/1930 «Περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής περιουσίας και περί συγχωνεύσεως των μικρών Μονών» (ΦΕΚ Α' 150/10.5.1930).
36.    Κυρώθηκε με το νομοθετικό διάταγμα της 26.9.1952 (ΦΕΚ Α' 289).
37.    Ευρ. Δ.Δ.Α. Holy Monasteries v. Greece, απόφαση της 4.12.1994.
38.    Αναπαράγεται συχνά ότι: «Οι πέντε μονές που προσέφυγαν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια εναντίον του νόμου Τρίτση αποτιμούσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο αστρονομικό ποσό των 8 τρισ. δρχ. (!!!). Και μάλιστα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τους  επιδίκασε το ποσό των 3 τρισ. δρχ.» (Ριζοσπάστης 25.3.2005). Το Ευρ. Δ.Δ.Α. επιδίκασε μόνο 8.400.000 δρχ. για την κάλυψη της δικαστικής τους δαπάνης χωρίς καμία αποζημίωση της περιουσίας τους.
39.    Βλ. αναλυτικά σε Σωτ. Μητραλέξη, όπ.π., σελ. 5-6 και υποσημ. 12.
40.    Εάν ληφθεί υπ’ όψιν ότι η μοναστηριακή περιουσία ήταν κατά  την (ίσως υπερβολική, αλλά πάντως ενδεικτική) εκτίμηση του Maurer το 1833 περίπου το 1/4 της τότε ελλαδικής επικράτειας (G.L. Maurer, Ο ελληνικός λαός, τ. Β' 1976, σελ. 516).
41.    Αναλυτικότερο σχολιασμό αυτής της άποψης βλ. σε Ν. Παπαχρήστου, Η ηθική νομιμοποίηση της περιουσίας της Εκκλησίας (16.4.2015) http://www.amen.gr/article/i-ithiki-nomimopoiisi-tis-periousias-tis-ekklisiashttp://www.- amen.gr/article/i-ithiki-nomimopoiisi-tis-periousias-tis-ekklisias).
42.    Η άποψη αναπαρήχθη από τον βουλευτή Τ. Κουράκη κατά  την εισήγησή του στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά» (22.1.2013).
43.     Ενδεικτικά Άρειος Πάγος 1292/2007: «Εν όψει δε τον ότι το οθωμανικό δίκαιο αγνοούσε την έννοια τον νομικού προσώπου, και Επομένως, εκτός των άλλων, και οι Μονές δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ...».
44.    Βλ. Σ. Τζωρτζακάκη-Τζαρίδη, Το νομικό καθεστώς των αφιερωμάτων-βακουφίων στα πλαίσια τον οθωμανικού εμπράγματου δικαίου (15ος-19ος αι.), 1998, σελ. 109 επομ.
45.    Βλ. ρητή αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3800/1957, ΚΝοΒ 1957, 698.
46.    A. Fotic, ‘The official explanation for the confiscation and sale of the monasteries (churches) and their estates at the time of Selim II’, Turcica 26 (1994), 33-54.
47.    Ν. 5889/1933 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του δια  του από 23 Μαΐου 1932 Διατάγματος κωδικοποιηθέντος νόμου 5439 “περί ενοριακών ναών και εφημερίων και Ταμείου Αποδοχών και Ασφαλίσεως Κλήρου της Ελλάδος”» (ΦΕΚ Α' 324/24.10.1933, άρθρο 2) κατά  τον οποίο τα Παρεκκλήσια - Εξωκκλήσια με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των 20.000 δρχ. περιέρχονται με την κινητή και ακίνητη περιουσία τους στη διοίκηση και διαχείριση του Τ.Α.Κ.Ε.
48.    Βασιλικό Διάταγμα της 25/28.6.1948 (ΦΕΚ Α' 167).
49.    Ευρ. Δ.Δ.Α.(Μείζων Σύνθεση) Lautsi v. Italy, απόφαση της 18.3.2011 (§ 63 έπομ.).
50.    Πρβλ. Αντίστοιχη, πατριωτικού περιεχομένου, επίκληση στην Αγία Τριάδα στο προοίμιο του Ιρλανδικού Συντάγματος: “In the Name of the Most Holy Trinity, from Whom is all authority and to Whom, as our final end, all actions both of men and States must be referred/We, the people of Eire, Humbly acknowledging all our obligations to our Divine Lord, Jesus Christ, Who sustained our fathers through centuries of trial,”.
51.    ΣτΕ 2176/1998, ΔΕφ Χανίων 115/2012.
52.    Ένα ενδεικτικό κατάλογο σημαντικών δημοσίων κτιρίων και εκτάσεων, που αφαιρέθηκαν χωρίς αποζημίωση βλ. Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Β', Η μισθοδοσία του Κλήρου στην Ελλάδα, Αθήνα 2015, σελ. 39 επομ. και του ίδιου, Η απάντηση της Εκκλησίας στα μυθεύματα του αντικληρικαλιστικού λαϊκισμού, Αθήνα 2016, σελ. 83 επομ. (διαθέσιμα στην ιστοσελίδα https://www.scribd.com).
53.    ΕΔΔΑ Folgero and others v. Norway, Appl. No 15472/02, απόφαση της 29.6.2007, § 89, ΕΔΔΑ Mansur Yalgin and others v. Turkey, Appl. No. 21163/11, απόφαση της 18.2.2014, § 71.
54.    ’Αρθρο 2 ν. 590/1977.
55 Άρθρο 9 παρ. 1 περ. ε ν. 590/1977.
56.    Πρόταση Χρ. Βερναρδάκη, Αν. Δημητρόπουλου, Κ. Ζώρα, Γ. Κατρούγκαλου (συντονισμός), Ηλ. Νικολόπουλου, Κ. Χρυσογόνου, βλ. στην ιστοσελίδα της Επιτροπής Διαλόγου Σύριζα (http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/?p=20308)
57.    Πρόταση Ν. Αλιβιζάτου, Π. Βουρλούμη, Γ. Γεραπετρίτη, Γ. Κτιστάκι, Στ. Μάνου, Φ. Σπυρόπουλου (http://s.kathimerini.gr/resources/toolip/doc/2016/06/08/syntagma_20160605.pdf).
58.    Ενδεικτικά: ΕΔΔΑ υποθέσεις Metropolitan Church of Bessarabia v. Moldova, απόφαση της 13.12.2001, § 116, Religionsgemeinschaft der Zeugen Jehovas v. Austria, απόφαση της 31.10.2008, § 97.
59.    ΕΔΔΑ υπόθεση Hasan and Chaush v. Bulgaria, απόφαση της 26.10.2000, §§ 77-78.
60.    Εγκύκλιο Σημείωμα υπ’ αριθμ. 4746/1626/4.11.1998 «Περί του πως δεί ψάλλειν το “Σώσον Κύριε τον λαόν σου”».
61.    Supreme Court απόφαση 30.6.2014.
62.    Supreme Court απόφαση της 11.12.2012.
63.    Ν. 4301/2014 «Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 223/7.10.2014, διόρθωση σφάλματος ΦΕΚ Α 229/15.10.2014).

Μόλις έπρόκειτο οι στρατηγοί μέ τά στρατεύματά τους νά πάρουν τό δρόμο γιά τή Φρυγία, προσήλθαν στον Άγιο μερικοί κάτοικοι τής πόλεως καί μέ πολύ ψυχικό πόνο τού υπέβαλαν μιά θερμότατη παράκληση: τού ζήτησαν δηλαδή νά υπερασπίσει κάποιους άδικουμένους. Καί πραγματικά, πολύ σύντομα αύτοί θά έκτελούνταν άδικα. Συγκεκριμένα, έλεγαν στον Άγιο ότι ό Εύστάθιος, ό διοικητής τής πόλεως, άφού δωροδοκήθηκε μέ πολλά χρήματα άπό φθονερούς καί φοβερά κακούς ανθρώπους, καταδίκασε σέ θάνατο τρεις κατοίκους τής πόλεως, χωρίς νά έχουν κάμει καί τήν παραμικρή παράβαση, καί δέν τούς έπέβαλε κάποια μικρή τιμωρία, πού καί αυτό βέβαια θά ήταν δυσάρεστο γιά άθώους, αλλά ύποφερτό. Τού έλεγαν άκόμη ότι και ολόκληρη ή πόλη πενθεί πολύ και οδύρεται για την άδικη καταδίκη των αθώων σε θάνατο και επικαλείται με φωνές απελπισίας την παρουσία του καί, αν πάει εκεί, ό ήλιος δεν πρόκειται να δεί τέτοιο μίασμα σ’ αύτή.
Όταν τούς άκουσε ό άνθρωπος τού Θεού καί ακριβέστατος μιμητής τής φιλευσπλαχνίας τού ’Ιησού, δέ θεώρησε άδικαιολόγητη την ανάγκη για βοήθεια, ούτε καθυστέρησε καθόλου, άπό τη στιγμή πού άκουσε τό αίτημα, να σπεύσει να βοηθήσει. Έτσι, αφού ντύθηκε τό ζήλο για τό καλό, σαν κάποια λεοντή, αμέσως τινάχτηκε όρθιος καί γέμισε ή ψυχή του μέ άκατάβλητο θάρρος. Χωρίς καθυστέρηση συμπαρέλαβε τούς τρεις στρατηγούς, για τούς όποιους έγινε λόγος παραπάνω, καί πήρε τό δρόμο να προλάβει να σώσει τούς άδικουμένους άπό την εκτέλεση.

Όταν, λοιπόν, έφτασε σέ κάποιον τόπο, πού ονομαζόταν Λέων, ζητούσε να μάθει άπό τούς έκεί παρευρισκόμενους άν γνωρίζουν κάτι γιά τούς καταδίκους καί πού τούς έχουν άφήσει. Εκείνοι τού είπαν ότι τούς έχουν στην τοποθεσία πού ονομάζεται Διόσκουροι, στην πλατεία. Τότε ό Αγιος προχώρησε κατευθείαν προς τον τόπο τού μαρτυρίου των αγίων Κρίσκεντος καί Διοσκουρίδου. Προχωρώντας έμαθε ότι οί κατάδικοι λίγο πριν πέρασαν την πύλη καί οδηγούνταν κοντά στο Βηρά. Στον τόπο αύτό θά γινόταν ή έκτέλεσή τους. ’Αμέσως έπιτάχυνε τό βήμα καί, άναπληρώνοντας την άδυναμία των γηρατειών του μέ τη φλόγα τής καρδιάς του, έφτασε σέ σύντομο χρόνο στον καθορισμένο γιά την εκτέλεση τόπο. Έκεί είδε πολύν όχλο γύρω γύρω συγκεντρωμένον καί τούς καταδίκους — άλίμονο! — μέ τα χέρια δεμένα πίσω καί τα μάτια τους καλυμμένα να περιμένουν μέ γυμνό τον τράχηλο τό χτύπημα τού δημίου. Ό δήμιος είχε ήδη βγάλει τό ξίφος άπό τή θήκη του καί έβλεπε μέ φονική καί μανιακή διάθεση τούς καταδίκους, υποδηλώνοντας μέ τήν έκφραση τού προσώπου του τήν ορμή του προς τή σφαγή. Τό θέαμα ήταν φρικτό καί δέν ήταν δυνατόν νά τό άντικρίσει συνετός οφθαλμός.

Όταν ό "Αγιος είδε αυτό τό τραγικό θέαμα, αφού συνδύασε την αύστηρότητα με την πραότητα, δεν έβγαλε δυνατή και ταραγμένη φωνή, ούτε πλησίασε μέ άπρεπή συμπεριφορά και έξαλλοσύνη, άλλα άπλώς έτρεξε άμέσως προς τον δήμιο, τού άρπαξε τό ξίφος άπό τά χέρια, χωρίς καθόλου νά φοβηθεί ούτε νά τά χάσει, τό πέταξε στο έδαφος και ελευθέρωσε τούς καταδίκους άπό τις χειροπέδες.
’Αλλά έκείνο πού είναι τό πιο έκπληκτικό άπ’ όλα είναι τό γεγονός ότι αύτά τά έκανε ό Αγιος σάν νά είχε άπεριόριστη εξουσία στά χέρια του και, ένώ όλοι τά έβλεπαν, δέν ύπήρξε κάνεις πού νά τον έμποδίσει. Αύτό, κατά τή γνώμη μου, οφείλεται στο ότι ντρέπονταν τήν πλεονάζουσα άρετή του και τό ζήλο του γιά δικαιοσύνη.
Οι άνθρωποι, λοιπόν, πού σώθηκαν έχυναν θερμά δάκρυα χαράς και έβγαζαν φωνές άγαλλιάσεως γιά τήν άνέλπιστη μεταβολή τής τύχης τους, ένώ όλος ό τόπος έγινε ένα θέατρο άνθρώπων, πού επευφημούσαν τον "Αγιο και έπιδοκίμαζαν τήν πράξη του και ομιλούσαν μεταξύ τους γιά τό γεγονός, κατακυριευμένοι άπό τήν έκπληξη και τό θαύμα.
Εκεί έκαμε τήν εμφάνισή του και ό Εύστάθιος, ό διοικητής, ό όποιος άδικα είχε έτοιμάσει γι’ αύτούς τό ποτήρι τού θανάτου. Ό "Αγιος όμως δέν έδωσε καμιά σημασία στήν παρουσία του καί, όταν έκείνος πλησίασε κοντά του, δέν τον δέχτηκε καί, άκόμη, όταν προσπαθούσε νά πέσει στά πόδια του, τον άπώθησε. Επιπλέον, τον άπείλησε ότι θά τον καταγγείλει στο βασιλιά καί θά έπικαλεσθεί τό Θεό νά τον τιμωρήσει μέ τις βαρύτερες τιμωρίες, γιατί χρησιμοποιούσε μέ πολύ άδικο τρόπο τήν έξουσία του καί διέπραττε μεγάλα κακά καί άδικίες.
Ύστερα άπό αύτά, ό Εύστάθιος αισθανόταν φοβερό τό χτύπημα από τό κεντρί τής μεταμέλειας και ακόμη πιο φοβερούς τούς ελέγχους τής συνειδήσεώς του. Για τό λόγο αύτό έπιζητούσε με δάκρυα τήν ευσπλαχνία και έπεσε ικετευτικά στά πόδια τού Άγιου λέγοντας τι βεβαίως θά έπρεπε νά κάνει, ώστε ό μεγάλος Άγιος νά θέσει τέρμα στήν άγανάκτησή του και νά τον συγχωρήσει. Έπειτα μετέθετε τήν εύθύνη του, γιά τήν άδικία εις βάρος των τριών άνδρών, στο Σιμωνίδη και τον Εύδόξιο, τούς τοπικούς άρχοντες των Μυρέων. Ό Άγιος όμως ήξερε ότι αύτός έλεγε ψέματα. Πραγματικά, γνώριζε πολύ καλά ότι ό Εύστάθιος έβαλε σέ κατώτερη μοίρα τό δίκαιο άπό τό χρυσάφι, μέ τό όποιο τον δωροδόκησαν, και καταδίκασε αθώους άνθρώπους σέ θάνατο. Όλοι, λοιπόν, οι συγκεντρωμένοι έκει άνθρωποι έξέφραζαν προς τον Άγιο τις εύχαριστίες τους και τό όνομα τού Νικολάου έγινε στο στόμα τους κελάηδημα και λειτούργημα χωρίς τελειωμό.

ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ,ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ  ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ (Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα)

Κάποιος άνθρωπος ύπέστη οικονομική καταστροφή και κατάντησε άδοξος άπό ένδοξος και φτωχός άπό πλούσιος. Ό άνθρωπος αυτός σχέδιαζε όλες τις δυνατές λύσεις στήν περιπέτειά του, άφού είχε καταντήσει πάμφτωχος, επειδή τού έλειπαν ήδη και αύτά τά άπολύτως άναγκαία γιά τήν έπιβίωση τής οίκογένειάς του. ’Αλίμονο! μέχρι και ποιο σημείο ή άνέχεια βιάζεται νά προχωρεί! Στήν άπελπισία του, λοιπόν, επάνω πήρε τήν άπόφαση νά εκδίδει τις θυγατέρες του (είχε τρεις, πού διακρινονταν γιά τό υπέροχο κάλλος και τήν εξαιρετική ομορφιά τους) προς άκολασία σ’ αύτούς πού τό επιθυμούν, παίρνοντας χρήματα, και έτσι νά έξασφαλίζει τήν τροφή γιά τον έαυτό του και τά παιδιά του.

Και βέβαια λένε: τό να θέλει να βορβορολογεί κάποιος από τό βόρβορο και να εξασφαλίζει πόρους για τον έαυτό του ποιας άραγε φτώχειας δέν είναι περισσότερο χαλεπό;

Επιθυμούσε, λοιπόν, ό άνθρωπος νά τις παντρέψει δέν μπορούσε όμως έξαιτίας τής μεγάλης φτώχειας του. Έτσι αυτές θά άτιμάζονταν άπ’ όλους και ό σωματικός έρωτας άξίωνε εδώ τό δεύτερο άθλο γιά τον έρωτα των χρημάτων. Ό άνθρωπος, λοιπόν, αυτός βρισκόταν σ’ αύτή τη δυσάρεστη κατάσταση και ύπέφερε ψυχικά γιά την κακή αύτή σκέψη του όμως προχωρούσε ήδη νά κάμει πράξη τήν άπόφασή του. Λένε ότι, πραγματικά, δέν ύπάρχει τίποτε πιο φοβερό άπό τήν άνέχεια. Αλλά Συ ό φιλάνθρωπος, ό άγαθοποιός προς όλους τούς άνθρώπους Θεός, Συ πού κάμπτεσαι μέ φιλανθρωπία άπό τις άνάγκες μας, ποιόν τρόπο βρίσκεις, λοιπόν, καί ποιά θεραπεία γιά τό άκαταμάχητο αυτό κακό; Καί πράγματι, βρίσκεις τρόπο νά φτάσει στ’ αυτιά τού θεράποντά σου, τού άγιου Νικολάου, αυτό πού πρόκειται νά συμβεί μέ τά τρία κορίτσια καί τον στέλνεις μέ τρόπο άξιοθαύμαστο, ώς άγαθό άγγελο, στον πατέρα τους, πού πιέζεται σωματικά καί κινδυνεύει ή ψυχή του, νά τον συντρέξει στή φτώχεια του καί νά τον διασώσει άπό τήν άπώλεια στήν όποια αύτή τον οδηγεί.

Εκτός άπό τά άλλα, κοίτα καί τή μεγαλοψυχία τού Άγιου, πώς δηλαδή συνδυάζει τή σύνεση μέ τή συμπάθεια. Νά τι έκαμε: Δέ σκέφτηκε καθόλου νά προσέλθει στο δυστυχισμένο άνθρωπο, ούτε καί νά συζητήσει γιά λίγο τό θέμα, ούτε νά φανερώσει σ’ αυτόν καί μόνον τό ευεργετικό του χέρι, πράγμα πού συνηθίζουν όλοι οι μικρόψυχοι πού κάνουν κάποια μικροελεημοσύνη. Γιατί ήξερε ότι αυτά είναι ενοχλητικά γι’ αυτούς πού ξέπεσαν άπό τον πλούτο καί τή δόξα στήν άνέχεια καί στή δυστυχία, άφού καί τούς ντροπιάζουν καί τήν εύημερία πού είχαν πριν τούς ύπενθυ- μίζουν. ’Αλλά, νομίζω, σάν νά έπιθυμούσε έκείνος νά ξεπεράσει καί τήν ευαγγελική παραγγελία, δηλαδή τό νά μή γνωρίζει τό άριστερό χέρι τί κάνει τό δεξιό, δέν ή θέλησε νά έχει ώς μάρτυρα τής πράξεώς του ούτε τον ίδιο τον ευεργετούμενο. Έτσι απείχε πολύ από τού νά ζητεί τή δόξα των άνθρώπων, άφού και περισσότερο αύτός φρόντιζε νά κρύβει τις άγαθοεργίες του, παρά άλλοι πού έκαναν αισχρές πράξεις. Πήρε, λοιπόν, κομπόδεμα με χρυσάφι, πήγε τά μεσάνυχτα κοντά στο σπίτι τού φτωχού άνθρώπου, τό έριξε άπό ένα παραθυράκι μέσα και γύρισε άμέσως σπίτι του, σάν νά ντρεπόταν μήν τον ίδούν, όταν έκανε αύτή τήν άγαθοεργία.

Μία άπό τις αδελφές παντρεύεται. Χρυσάφι καί για άλλη
Πρωί πρωί, πού ξύπνησε ό άνθρωπος, βρήκε τό χρυσάφι και, στή συνέχεια, άφού έλυσε τό κομπόδεμα, έξεπλάγη και νόμιζε ότι μπορεί νά είχε έξαπατηθεί, φοβούμενος μήπως δέν είναι χρυσάφι αύτό πού έβλεπε. ’Αναρωτιόταν, λοιπόν, γιά ποιο λόγο δέ θέλησε ό εύεργέτης νά έχει ώς μάρτυ ρα τής εύεργεσίας του αύτόν πού εύεργετή- θηκε. Τή στιγμή έκείνη, τρίβοντας τό μέταλλο μέ τά άκρα των δακτύλων του και παρατηρώντας το πιο προσεκτικά, διαπίστωσε ότι ήταν πράγματι χρυσάφι. Γιά τό άπροσδό- κητο αύτό γεγονός χαιρόταν πολύ, ένιωθε έκπληξη και άπορούσε, ένώ έχυνε θερμά α άπό τή μεγάλη του χαρά* δέν είχε και τι νά κάνει. Και επειδή, στριφογυρίζοντας πολλά στο νού του, δέν είχε κανέναν άπό τούς γνωστούς του στον όποιο νά άποδώσει τό γεγονός τής άγαθοεργίας αύτής, τό άπέδωσε στο Θεό και δέ σταματούσε νά εκφράζει μέ δάκρυα τις εύχαριστίες του. Τώρα βέβαια, πριν άπό τις άλλες άνάγκες, βιαζόταν νά άπαλλαγεί άπό τήν άμαρτία του προς τό Θεό και πάντρεψε μια άπό τις θυγατέρες του, τήν πρώτη, δίνοντάς της ώς προίκα τό χρυσάφι πού έρευσε μόνο του ή, καλύτερα, θά έλεγα τό θεόσταλτο, πού ήταν σημαντικό.

Τό γεγονός τού γάμου τό πληροφορήθηκε ό θαυμαστός Νικόλαος και διαπίστωσε ότι ό πατέρας έπραξε σύμφωνα μέ τή γνώμη του —αύτό πράγματι και έπιθυμούσε, δηλαδή νά τού λύσει μέ τό γάμο την πρόφαση τής αμαρτίας—, γι’ αυτό και ετοιμάστηκε νά προσφέρει βοήθεια και γιά τό δεύτερο κορίτσι. Και πραγματικά, και άλλο κομπόδεμα μέ χρυσάφι, ισόποσο προς τό προηγούμενο, προσέφερε σ’ αύτόν τή νύχτα, χωρίς νά τον πάρει κανείς είδηση. Τά χαράματα, λοιπόν, πού σηκώθηκε ό πατέρας των κοριτσιών, βρήκε οπό δάπεδο τό χρυσάφι. Και, άφού είδε πώς ό Θεός, χωρίς ό ίδιος νά κοπιάσει καθόλου, έριξε σάν βροχή τον πλούτο σ’ αύτόν και τού έδωσε, όπως λέει ό λόγος, σιτάρι άλεσμένο, διακατεχόταν και πάλι άπό τήν ίδια έκπληξη.

’Ακολούθως, άφού έσκυψε βαθιά και στήριξε στο έδαφος τό μέτωπό του, έχυνε θερμότερα δάκρυα λέγοντας: «Θεέ άγαθέ, Θεέ κηδεμόνα των πάντων και αίτιε κάθε άγαθού, οικονόμε τής σωτηρίας μας, Σύ πού έγινες άνθρωπος και γιά τις δικές μου αμαρτίες και τώρα σώζεις εμέ μαζί μέ τά παιδιά μου άπό τήν άναπόφευκτη παγίδα τού έχθρού, Σέ παρακαλώ γνώρισέ μου ποιος είναι ό υπηρέτης τού θελήματος σου, ό μιμητής σου, ό άγγελος άνάμεσα στούς άνθρώπους, αύτός πού έτσι πάλι μέ άναπλάθει, πού άποκαθιστά τήν εύη μέρια μου και μέ λυτρώνει άπό τήν ολέθρια άπόφασή μου. Και νά, μέ τό δικό σου έλεος δίνω και τή δεύτερη κόρη μου σέ νόμιμο άνδρα. Έτσι γλίτωσε πλέον και αύτή τή «μνηστεία» μέ τό διάβολο και εγώ είχα κέρδος, άφού δέν έκτέλεσα πράξη πού θά μού προκαλούσε ζημιά στήν ψυχή».

Ό γάμος τής δεύτερης κόρης. Ό Αγιος προσφέρει χρυσάφι καί γιά τήν τρίτη κόρη. Ό πατέρας ανακαλύπτει τον ευεργέτη του

Αύτά έλεγε, και πολύ γρήγορα πάντρεψε και τή δεύτερη κόρη του, έχοντας πλέον και τήν άγαθή έλπίδα ότι δέ θά καθυστερήσει νά παντρέψει και τήν τρίτη.

Πράγματι, πίστευε ότι είχε ήδη τήν προίκα στά χέρια του. Και τό πίστευε αυτό, στηριζόμενος, καθώς ήταν φυσικό, σέ ό,τι είχε συμβεϊ μέ τις δύο άλλες κόρες του. Ύστερα άπό αυτά, λοιπόν, παρακολουθούσε προσεκτικά και βρισκόταν σε ετοιμότητα μήπως έλθει ό ευεργέτης και πάλι δεν τον άντιληφτεί. Βέβαια θά εύφραινόταν μέ την παροχή, θά στενοχωριόταν όμως, αν δέν τον έβλεπε και, άκόμη, σν δέν ήθελε νά δεχτεί νά τού έκφράσει μέ λόγια τήν ευγνωμοσύνη του.

Έμενε, λοιπόν, άγρυπνος και έτσι περίμενε τήν έλευς τού φιλανθρώπου. Ό εύεργέτης πήγε και γιά τρίτη φορά Πήγε όμως πάρα πολύ προσεκτικά, αργά τή νύχτα, χωρίς νά άκούγεται καθόλου τό περπάτημά του, και, μόλις έφτασε στο συνηθισμένο τόπο, έριξε άπό τό ίδιο παραθυράκι μέσα στο σπίτι κομπόδεμα μέ ίση ποσότητα χρυσού. Αμέσως άπομακρύνθηκε τρέχοντας και γύρισε στο σπίτι του.

Ό πατέρας των κοριτσιών, πού δεχόταν τις ευεργεσίες τού φιλάνθρωπου, μόλις ακούσε τό θόρυβο τού χρυσού πού έπεσε στο δάπεδο —καί δέν είχε τήν παραμικρή αμφιβολία ότι τού συμπαρίσταται ό ίδιος πλουτοδότης —, έτρεξε πίσω του μέ όση ταχύτητα μπορούσε, γιά νά τον φτάσει. Αφού τον έφτασε καί γνώρισε ποιος είναι —γιατί ήιαν πασίγνωστος γιά τήν άρετή του — , ή χαρά του ήταν απερίγραπτη, επειδή κρατούσε άσφαλώς τό θήραμά του και είχε στά χέρια του τον εύεργέτη του. Έπεσε, λοιπόν, με εύχαρίστηση στά πόδια του καί τον άποκαλούσε λυτρωτή καί βοηθό καί σωτήρα ψυχών πού κινδύνευσαν νά φτάσουν στο έσχατο τής καταστροφής καί τής άμαρτίας. «Έάν πραγματικά, έλεγε, δέν ύποκινούσε τά σπλαχνικά σου αισθήματα ό πολυέλεος Κύριος, θά είχαμε άπό καιρό ψυχικώς» χαθεί έγώ ό άθλιος πατέρας μαζί μέ τις τρεις, άλίμονο, θυγατέρες μου. ’Αλλά τώρα μάς έσωσε μέσω τού προσώπου σου καί μάς διαφύλαξε άπό τήν πικρή πτώση στήν αμαρτία καί σήκωσε ό Κύριος φτωχούς άπό τήν κατάσταση της βρωμιάς καί άνέσυρε άπό τή γή δυστυχισμένους». Αυτά τα λόγια, λοιπόν, έλεγε στον "Αγιο εκείνος ό πατέρας, μέ δάκρυα χαράς καί θερμή πίστη, καί παρέμεινε πολύ» χρόνο πεσμένος μπροστά στά εύλογημένα πόδια του.

Ό Άγιος όμως, επειδή διαπίστωσε ότι έγινε γνωστός πλέον στον πατέρα των κοριτσιών, τον σήκωσε έπάνω και τον δέσμευσε μέ πολύ μεγάλους όρκους να μήν ανακοινώσει ποτέ σέ άλλους αυτά πού είχαν γίνει, ούτε νά γνωστοποιήσει τήν έλεημοσύνη γενικότερα στο λαό.

(ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ, Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα)


Θεολόγος είσαι; Να μας μιλήσεις.
 Επείσθην και εγώ και, πράγματι, την επόμενη Κυριακή (δε θυμούμαι τώρα ακριβώς την ημερομηνία, ήταν Σεπτέμβριος) πήγα πρωί πρωί στον Άγιο Γεράσιμο. Ο Γέροντας βρισκόταν στην Αγία Πρόθεση και έκανε την προετοιμασία για τη Θεία Λειτουργία στην Πρόθεση.
Εγώ, επειδή συνήθιζα να πηγαίνω στο Ιερό, μπήκα στο Ιερό. Ο Γέροντας ήταν αφοσιωμένος στην Αγία Πρόθεση. Περίμενα κάποια στιγμή να τελειώσει, να τον χαιρετήσω, να του ασπασθώ το χέρι και να έρθω σε μια πρώτη επαφή.
Όντως, μετά από κάμποση ώρα, όταν κάλυψε την Αγιά Πρόθεση, στράφηκε προς το μέρος μου και εγώ του έβαλα μετάνοια και του φίλησα το χέρι.
Ο Γέροντας με καλωσόρισε με τούτα τα λόγια:
-    Καλώς  τονε, Θεολόγος είσαι;
-     Ναι, Γέροντα.
-    Αφού βρέθηκες εδώ, να μας μιλήσεις.
-    Άμα έχω την ευλογία σας…
 Αφού συλλογίστηκα λίγο, γιατί δεν είχα σκεφτεί και την ευαγγελική περικοπή, που θα ανεγινώσκετο εκείνη τη μέρα, του λέω:
-    Γέροντα, αν είναι δυνατό να δω λίγο την ευαγγελική περικοπή, αν και δεν πρέπει να γίνεται έτσι πρόχειρα το κήρυγμα. Θα πρέπει κανείς να προετοιμάζεται, αλλά εφόσον εσείς το προτείνετε, το δέχομαι.
-    Μου έδωσε πράγματι το Ευαγγέλιο, διάβασα την περικοπή και μετά το τέλος, έρχεται ξανά και μου λέει:
-    Που θα μιλήσεις; Μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου ή στο κοινωνικό, που έρχονται οι περισσότεροι, για να ωφελήσουμε περισσότερους ανθρώπους; [Ι 155π.]

(Ανθολόγιο Συμβουλών,Γέροντος Πορφυρίου, εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, σελ. 236-237)

Περπατούσα στην παραλία της Θεσσαλονίκης απόγευμα προς βράδυ, όταν ένας τοξικομανής με πλησίασε.

Δε μου ζήτησε λεφτά, αλλά με ρώτησε αν μπορούσα να του αγοράσω μια ρόκα (καλαμπόκι) που έψηνε κάποιος πιο κάτω σε ένα μικρό πάγκο που είχε στήσει.
Τον ρώτησα αν ήθελε και κάτι άλλο. Μου είπε ότι ήθελε να πάω να του την αγοράσω εγώ επειδή χρωστούσε στον καλαμποκιά και ίσως να μη του έδινε! Πήγα και αφού του την έφερα, με ρώτησε αν μπορώ να κάτσω λίγο μαζί του η αν ντρέπομαι! Του απάντησα ότι θα ντραπώ, αν δεν κάτσω.
Τότε μου είπε το εξής εκπληκτικό!
''Φίλε, μακριά από το Χριστό έτσι καταντάς!!! Όμως προσπαθώ εδώ και καιρό να κόψω τα ναρκωτικά για να μην Τον στεναχωρώ!!! Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά επειδή μάλλον δε θα ζήσω πολύ, θέλω όταν θα πάω μπροστά Του να έχω να του δείξω τον αγώνα μου μήπως και με λυπηθεί!''
Ήμασταν κάπου κοντά στο ύψος του Ι. Ναού Κυρίλλου και Μεθοδίου.
Μου λέει........ πάω κάθε πρωί απέναντι και με κοιτούν όλοι καλά καλά επειδή νομίζουν ότι θέλω λεφτά. Όμως εγώ πηγαίνω μπροστά στην εικόνα για να ζητήσω βοήθεια να κόψω τα ναρκωτικά. Δεν ανάβω κερί επειδή δεν έχω λεφτά να πάρω!!!!! (ΦΙΛΟΤΙΜΟ). Και κάθε βράδυ πάλι πηγαίνω και λέω...........δεν τα κατάφερα συγγνώμη! Ή λέω .......σήμερα κάπως το πάλεψα, ευχαριστώ!!!
Έζησα στα λόγια αυτού του ανθρώπου στιγμές από τα συναξάρια!!!
Του έδωσα κάτι λεφτά και του είπα από αύριο να πηγαίνει στην εκκλησία και να παίρνει κερί αλλά να προσεύχεται και για τη δικιά μου ψυχή. Με διαβεβαίωσε ότι τα λεφτά δε θα τα χαλάσει και ότι θα τα δώσει όλα μαζεμένα εκεί για να μην μπαίνει στον πειρασμό και τα ξοδέψει, και κάθε μέρα θα παίρνει 2 κεριά.
Του λέω με λένε Νίκο. Μου είπε ότι δεν είναι δύσκολο να με θυμάται αφού κανείς δεν κάθεται μαζί του και έτσι δεν έχει φίλους και γνωστούς.
Δε ρώτησα πολλά γι αυτόν. Δεν ήθελα να νιώσει ότι παραβιάζω την παράξενη ζωή του με την αδιακρισία μου. Την ώρα που έφευγα, μου είπε ότι χάρηκε που έκατσα μαζί του και ότι του έκανε καλό η παρέα.
Ευχαριστώ για όλα παράξενε φίλε.

Ο διάσημος Ρώσος ιερέας, Δημήτριος Ντούτκο, στο βιβλίο του «Στο Σταυροδρόμι» (Μόσχα 1994), παραθέτει ένα σχετικό περιστατικό, που του το ανέφερε μια μορφωμένη γυναίκα.
«Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
– Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
– Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε η γριά!
– Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του αρρώστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
– Να αυτή!
– Ποια αυτή, ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε. Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας»
(αρχ. Παύλου Μπακογιάννη, Μετά θάνατον, εκδ. «Θαβώρ», σελ. 111-112)


Αρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος.

Αὐτή τή στιγμή μοῦ ἔρχεται στή μνήμη μου τό παράδειγμα μιᾶς πολύ ἁπλῆς γυναίκας τοῦ λαοῦ, πού εἶχα συναντήσει στό ἐξωμολογητάριο, πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Δέν τήν γνώριζα, οὔτε τήν γνωρίζω· οὔτε ἄν τή δῶ στό δρόμο θά τή θυμηθῶ. Θά πλησίαζε τά 70. Ἲσως νά τήν ἔχει καλέσει ὁ Θεός τώρα.
Ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε, δέν θυμᾶμαι πῶς, ἦλθε τό θέμα γιατί αὐτό δέν εἶχε σχέση μέ ἁμαρτίες, τή ρώτησα ἄν ἐργάζεται.
- Ὄχι, πάτερ μου, σταμάτησα· δέν μπορῶ πιά ἄλλο νά ἐργάζομαι.
- Καί πῶς ζῆς; Ἔχεις σύνταξη;
- Ὄχι, οὔτε σύνταξη ἔχω.
Μέ κοίταξε λίγο ἔτσι καχύποπτα, ἀγράμματη ἡ καημένη καί μοῦ λέει:
- Πνευματικός εἶσαι, θά στό πῶ. Ἀλλά δέν θά τό πεῖς πουθενά! Ἡ ἐνορία μας ἔκτισε ἕνα νέο ναό, μεγάλο καί ὡραῖο. Ἔγιναν πάρα πολλά ἔργα μέσα στό ναό· εἶχε μείνει τό τέμπλο. Οἱ ἱερεῖς εἶπαν, καί μία καί δυό καί τρεῖς φορές, ὅτι τώρα θά ἀρχίσουμε τόν ἔρανο γιά νά φτιάξουμε τό τέμπλο ξυλόγλυπτο.
Ἐγώ ἀπό μικρή κοπέλα, ὅλη μου τή ζωή, ἐργαζόμουνα «ὑπηρέτρια» καί μέ τά χρήματα πού ἔπαιρνα ἐφτίαξα ἕνα σπίτι. Ἔμενα σ΄ ἕνα δωματιάκι καί τά ὑπόλοιπα τά νοίκιαζα καί ἔτσι ζοῦσα. Πάω, βρίσκω τόν προϊστάμενο τοῦ ναοῦ καί τοῦ λέω: «Πάτερ μου, πόσο θέλει νά γίνει τό τέμπλο;». Μοῦ εἶπε, ἑνάμισι ἑκατομμύριο - τῆς ἐποχῆς ἐκείνης βέβαια, (σημερινά χρήματα εἴκοσι - εἴκοσιπεντε ἑκατομμύρια).
- «Πάτερ μου, ἄκουσε, τοῦ λέω. Ἔχω ἕνα σπίτι· τά πιάνει αὐτά τά χρήματα, ἀλλά ἀναλαμβάνει τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο νά μοῦ δίνει ἑνάμισι χιλιάρικο τό μήνα πού παίρνω ἀπό τά ἐνοίκια γιά νά ζῶ; Ὅσο ζῶ. Μετά δέν θά δώσει τίποτα στούς κληρονόμους μου».
- «Τό ἀναλαμβάνει καί μέ τό παραπάνω καί περισσότερα».
- «Ἀλλά, ἄκουσε - τοῦ λέω -, δέν θά τό ξέρει κανείς. Ἐγώ καί σύ».
- «Δέν μπορεῖ νά γίνει κάτι τέτοιο, διότι γιά νά τό ἀποφασίσει τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο, πρέπει νά τό μάθει. Πῶς θά πάρει τέτοια ἀπόφαση; Ἑπομένως δέν μπορῶ νά τό κρατήσω τελείως μυστικό».
- «Καλά, θά πάρεις, ὅμως, τούς ἐκκλησιαστικούς συμβούλους ἕναν - ἕναν μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νά σοῦ ὑποσχεθοῦν ὅτι δέν θά τό ποῦν σέ κανένα. Νά μή τό μάθει κανείς στήν ἐνορία!».
- «Ἐν τάξει, αὐτό στό ὑπόσχομαι».
Πράγματι, πουλήθηκε τό σπιτάκι, καί ἔγινε τό τέμπλο. Κι ἐγώ πνευματικέ μου, ζῶ μ΄ αὐτά πού μοῦ δίνει τό συμβούλιο. Ἂ, μοῦ εἶπαν μερικοί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου, πού τό ἤξεραν: «Αἲ, καημένη τώρα, τό ἐφτίαξες πού τό ἐφτίαξες, δέν ἀφήνεις νά βάλουμε καί τ΄ ὄνομά σου». «Ὄχι, ὄχι - τούς λέω - γιατί θά χάσω τό μισθό (!) μου, ἅμα θά κάνετε αὐτό τό πρᾶγμα».
Τώρα πάω στήν Ἐκκλησία καί τό βλέπω καί τό τέμπλο καί κλαίω ἀπό τή χαρά μου καί λέω: Σ΄ εὐχαριστῶ, Χριστέ μου, διότι ἀξίωσες ἐμένα, μιά φτωχή γυναίκα, μία ὑπηρέτρια, πού δέν ἀξίζω τίποτε, ἕνα σκουπίδι, νά κάνω ἕνα τέτοιο ὡραῖο πράγμα στό Ναό Σου. Καί τό βλέπω καί ἀγαλλιάζεται ἡ ψυχή μου. Ἄι, καί πιστεύω νά πάω στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ νά παρουσιάσω αὐτό, δέν ἔχω τίποτε ἄλλο στή ζωή μου· «Κύριέ μου, ἐγώ τούς κόπους μου τούς ἔδωσα νά φτιάξω ἕνα ἔργο στό Ναό Σου· δέν ἔχω τίποτε ἄλλο».
Τόσο πολύ μέ συγκλόνισε τό παράδειγμα αὐτῆς τῆς γυναίκας, πού εἶπα: Ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως πόσους θά κρίνει ἡ γριούλα αὐτή ἀπό ἐμᾶς τούς κληρικούς, πού πολλές φορές βάζουμε φαρδύ - πλατύ τό ὄνομά μας καί γράφουμε «τό τέμπλο ἤ ὁ Ναός ἐγένετο ἐπί τάδε, ἐπί τάδε, ἐπί τάδε» καί ἀπό κάτω ἀρχίζουν οἱ λίστες τῶν δωρητῶν. Αὐτή ἡ ἁπλή γυναίκα, χωρίς νά ἔχει προχωρήσει πολύ πνευματικά, ἔκανε μία τέτοια σκέψη, τήν ὁποία οὔτε ἐμεῖς οἱ τάχα προηγμένοι πνευματικῶς δέν κάνουμε. Κολακευόμεθα νά γίνεται γνωστό, ὅτι δώσαμε αὐτό ἤ ἐκεῖνο ἤ τό ἄλλο. Ἐπαναλαμβάνω, μερικές τέτοιες ψυχοῦλες, καθαρές ψυχές, «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος», τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θά μᾶς κρίνουν!

Έλεγαν για τον αββά Σεραπίωνα ότι στην Αλεξάνδρεια συνάντησε έναν φτωχό που έτρεμε από το κρύο· στάθηκε την ώρα εκείνη και συλλογίσθηκε:

«Πως εγώ που έχω την ιδέα ότι είμαι ασκητής φορώ χιτώνα, και αυτός ο φτωχός -καλύτερα ο Χριστός- πεθαίνει από το κρύο; Σίγουρα αν τον αφήσω και πεθάνει, θα κριθώ την ημέρα της Κρίσεως ως φονιάς».

Και ξεντύθηκε ως καλός αθλητής και έδωσε το ρούχο που φορούσε στον φτωχό και καθόταν έχοντας στη μασχάλη του το μικρό ευαγγέλιο, που το κρατούσε πάντοτε. Περνώντας από κει αυτός που αποκαλείται ο επί της τάξεως, σαν τον είδε γυμνό, του λέει:

«Αββά Σεραπίων, ποιος σε ξέντυσε;»

Βγάζει ο αββάς το μικρό ευαγγέλιο και του λέει:

«Αυτός με ξέντυσε».
Σηκώνεται κατόπιν από κει και ανταμώνει κάποιον που κρατούνταν για χρέος από άλλον, γιατί δεν είχε να του το εξοφλήσει. Πουλάει λοιπόν ο αθάνατος Σεραπίων το μικρό ευαγγέλιο και δίνει το χρέος του ανθρώπου που βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Και επέστρεψε στο κελί του γυμνός. Σαν τον είδε ο μαθητής του γυμνό, του λέει:

«Αββά, που είναι το κοντό σου κολόβιο;»

Και απαντά ο Γέροντας:

«Το’ στειλα, παιδί μου, εκεί όπου θα το χρειασθούμε».

«Και το μικρό ευαγγέλιο –ρωτά ο αδελφός- που είναι;»

Κι ο Γέροντας αποκρίνεται:

«Να, παιδί μου, αυτόν που μου ‘λεγε καθημερινά, πούλησε ό,τι έχεις και δώσε τα στους φτωχούς, αυτόν πούλησα και έδωσε σε φτωχούς, ώστε την ημέρα της Κρίσεως να βρούμε μεγαλύτερη παρρησία ενώπιόν του».


(Το Μέγα Γεροντικόν,τόμος Γ, εκδ. Ι. Ησυχ. «Το Γενέσιον της Θεοτόκου», σελ. 417-418)

Πολύ απουσιάζει στους βιαστικούς καιρούς μας η αρετή της υπομονής. Οι υπομονετικοί συνήθως κερδίζουν. Η ανυπομονησία είναι πηγή αρκετών σοβαρών προβλημάτων.

Η υπομονή στις δυσκολίες της ζωής δίνει πνευματική ωρίμανση. Η υπομονή φανερώνει ανδρεία, γενναία και σοφή ψυχή. Οι ανυπόμονοι φοβούνται, δειλιάζουν και χάνουν. Οι ασθενείς, οι τραυματίες, οι ανάπηροι, οι άνεργοι, οι φτωχοί, έχουν μεγάλη την ανάγκη της υπομονής. Δίχως αυτή εύκολα απελπίζονται.

Συχνά λέμε να κάνουν οι άλλοι υπομονή. Δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο. Στο Άγιον Όρος εύχονται «καλές υπομονές!». Συνηθισμένη έκφραση η υπομονή, αλλά δυσκολοκατόρθωτη. Θέλει κόπο, μόχθο, γνώση, ταπείνωση, ανεκτικότητα, επιμέλεια και καλλιέργεια. Η ανυπομονησία συνήθως προέρχεται από τον εγωισμό. Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά αληθινά και να μην υπομένει πάντοτε. Όποιος υπομένει, ελπίζει κι έτσι ελευθερώνεται από πικρές περιπέτειες. Οι ελπιδοφόροι είναι αισιόδοξοι, καρτερικοί και θαρραλέοι. Θέτουμε ασφυκτικούς χρόνους στους συνανθρώπους μας, τους θέτουμε αυστηρούς όρους και στεναχωρούμεθα που δεν ανταποκρίνονται. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν ήμασταν πιο καρτερικοί.

Ακόμη και στην πνευματική ζωή μερικές φορές υπάρχει μία προπέτεια. Ο Δίκαιος Ιώβ είναι κλασικό παράδειγμα μεγάλης υπομονής. Τους ανυπόμονους δεν τους εμπιστεύεται ο Θεός. Οι άνθρωποι θέλουν γρήγορες και άμοχθες κατακτήσεις. Τα αγαθά όμως αποκτιούνται με κόπο. Μέσα από τη σωματική ασθένεια μπορεί να έλθει η ψυχική υγεία. Είναι πολλές οι ευκαιρίες στη ζωή που από το πικρό μπορεί να προέλθει το καλό. Τα εμπόδια της ζωής θέλουν να μας αναστήσουν από την οκνηρία, την αμέλεια και τη χαύνωση. Οι ανυπόμονοι δεν έχουν χάρη πνευματική, αφού χαρακτηρίζονται από λύπη, θλίψη, στενοχώρια, κατάθλιψη, μελαγχολία και απογοήτευση.

Σε ένα λαβύρινθο αντιξοοτήτων, σκανδάλων, κοσμικοτήτων, ηδονών, πλεονεξιών και πλανών, ο άνθρωπος παρασύρεται. Όποιος έχει ταπείνωση και υπομονή αντιστέκεται και κερδίζει. Η υπομονή θα τον συνδράμει σε πολλά καλά. Δεν θα λυγίσει στις συμφορές, δεν θα οδηγηθεί στο διαζύγιο, θα περιορίσει το στόμα του, δεν θα τυραννιέται από τα διάφορα αντίξοα γεγονότα της ζωής. Είναι μεγάλη υπόθεση να υπομένει κανείς τα πικρά συμβάντα της ζωής ατάραχα και αδιαμαρτύρητα. Οι πολλές προκλήσεις, περιέργειες, παραξενιές και δυσκολίες δεν αφήνουν κανέναν να υπομείνει. Η σφοδρή επιθυμία όσων έχουν οι άλλοι και λείπουν στους ίδιους τους κάνει να ανυπομονούν.

Στις διαπροσωπικές σχέσεις χρειάζεται οπωσδήποτε μεγάλη υπομονή. Θα πρέπει να παίρνουμε και τη θέση του άλλου, να ακούμε τον πόνο του, να βλέπουμε την δυσκολία του, να του μιλάμε με επιείκεια και καλοσύνη. Δεν μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι του άλλου μόνο με παρατηρήσεις. Υπομονή θα πρέπει να κάνουμε και στον εαυτό μας, να τον γνωρίσουμε, να τον αποδεχθούμε, όποιος κι αν είναι. Η υπομονή δεν προέρχεται μόνο από την ελπίδα, αλλά και από την αγάπη. Αγάπη προς Θεό και άνθρωπο. Αγάπη θυσιαστική. Αυτός που υπομένει τον άλλο είναι ανεκτικός, πράος, καλοσυνάτος, αζηλόφθονος, χαμογελαστός και ειρηνικός.

Η υπομονή έχει πολλά καλά να προσφέρει στην δύσκολη σύγχρονη ζωή. Είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε την αταξία των καιρών, τα προβλήματα των άλλων, τις δυσκολίες του εαυτού μας. Μακάριοι οι υπομένοντες έως τέλους.

+ Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης

Τι λέγει όμως για τα παπικά αυτά δόγματα η «Κατήχησις της Καθολικής Εκκλησίας (έκδ. Βατικανό-Κάκτος 1996); Παραθέτουμε μερικές παραγράφους, που ανήκουν στην «Παράγραφο» (=Κεφάλαιον) 4, με τίτλο «Οι πιστοί του Χριστού – Ιεραρχία, Λαϊκοί, αφιερωμένη ζωή»;  (οι υπογραμμίσεις του π. Γεωργίου Μεταλληνού)
Ο Σύλλογος των Επισκόπων και ο Αρχηγός του, ο Πάπας.
880. Ο Χριστός «συγκρότησε τους δώδεκα (Αποστόλους) υπό μορφή Συλλόγου, δηλαδή σταθερού σώματος, επικεφαλής του οποίου τοποθέτησε τον Πέτρο, που τον διάλεξε ανάμεσά τους». «Όπως ο Άγιος Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου, αποτελούν ένα και μόνο αποστολικό σύλλογο, έτσι και ο επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του Πέτρου, και οι επίσκοποι, διάδοχοι των Αποστόλων, σχηματίζουν μεταξύ τους ένα σύνολο».
881. Ο Κύριος μόνο τον Σίμωνα, στον οποίο έδωσε το όνομα Πέτρος, τον έκανε την πέτρα της Εκκλησίας Του. Σ’ αυτόν εμπιστεύθηκε τα κλειδιά, τον όρισε ποιμένα όλου του ποιμνίου. «Αλλά αυτό το αξίωμα να δένει και να λύνει, που δόθηκε στον Πέτρο, δόθηκε επίσης χωρίς καμιά αμφιβολία, στο σύλλογο των Αποστόλων, ενωμένων με τον αρχηγό τους». Το ποιμαντικό αυτό καθήκον του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων ανήκει στα θεμέλια της εκκλησίας και συνεχίζεται από τους επισκόπους κάτω από το πρωτείο του Πάπα.
882. Ο Πάπας, επίσκοπος Ρώμης και διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, «είναι η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας, που συνδέει τόσο τους επισκόπους μεταξύ τους όσο και το πλήθος των πιστών». «Πραγματικά, ο επίσκοπος Ρώμης με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησία, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί».
883. «Ο σύλλογος ή το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία, αν δεν βρίσκεται σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως αρχηγό του». Ο ίδιος αυτός σύλλογος «είναι επίσης φορέας της υπέρτατης και πλήρους εξουσίας μέσα στην παγκόσμια Εκκλησία, την οποία όμως δεν μπορεί να ασκεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του επισκόπου Ρώμης».
884. «Ο σύλλογος των επισκόπων ασκεί την εξουσία πάνω σε όλη την Εκκλησία με επίσημο τρόπο στην Οικουμενική Σύνοδο». «Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από το διάδοχο του Πέτρου».
885. «Ο σύλλογος αυτός, με την πολλαπλή του σύνθεση, εκφράζει την ποικιλία και την παγκοσμιότητα του λαού του Θεού και, με τη συνάθροισή του κάτω από έναν αρχηγό, εκφράζει την ενότητα του ποιμνίου του Χριστού» (…).
890. (…) Το ποιμαντικό καθήκον του Διδακτικού Σώματος έγκειται στην επαγρύπνηση, ώστε ο Λαός του Θεού να παραμένει στην αλήθεια, η οποία ελευθερώνει. Για να εκπληρώνουν αυτή την υπηρεσία, οι ποιμένες της Εκκλησίας προικίσθηκαν από τον Χριστό με το χάρισμα του αλάθητου σε θέματα πίστεως και ηθών. Η άσκηση αυτού του χαρίσματος μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους.
891. «Αυτό το αλάθητο έχει ο επίσκοπος Ρώμης, κεφαλή του συλλόγου των επισκόπων, χάρη στο αξίωμά του, όταν, σαν πρώτος ποιμένας μαζί με το διάδοχο του Πέτρου, ασκούν το ύψιστο διδακτικό τους αξίωμα», προπάντων στην Οικουμενική Σύνοδο. «Όταν, με το υπέρτατο Διδακτικό της Σώμα, η Εκκλησία προτείνει μια αλήθεια «να την πιστεύσουμε ως αποκαλυμμένη από τον Θεό» και σαν διδασκαλία του Χριστού, «οφείλουμε να παραδεχθούμε μέσα στην υπακοή της πίστεως αυτούς τους ορισμούς». Το αλάθητο αυτό επεκτείνεται στις ίδιες διαστάσεις, όπου επεκτείνεται και η παρακαταθήκη της θεϊκής Αποκαλύψεως.
892. Η θεϊκή συμπαράσταση προσφέρεται επίσης στους διαδόχους των Αποστόλων, όταν διδάσκουν ενωμένοι με το διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, και ιδιαίτερο τρόπο προσφέρεται στον επίσκοπο Ρώμης, ποιμένα όλης της Εκκλησίας (…).
895. «Η εξουσία αυτή, που την ασκούν προσωπικά στο όνομα του Χριστού, είναι δική τους, τακτική και άμεση, έστω και αν η άσκησή της ρυθμίζεται τελικά από την ανώτατη εξουσία της Εκκλησίας». Αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται οι επίσκοποι ως αντιπρόσωποι του Πάπα, του οποίου η τακτική και άμεση εξουσία σε όλη την Εκκλησία δεν εκμηδενίζει, αλλ’ αντίθετα επιβεβαιώνει και προστατεύει την εξουσία των επισκόπων. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται σε κοινωνία με όλη την Εκκλησία υπό την καθοδήγηση του Πάπα».
Καταγράφουμε τις βασικότερες επισημάνσεις μας:
1. Το πρωτείον του Πάπα εξακολουθεί να στηρίζεται στον Άγιο Πέτρο.
2. Θεμέλιο της ενότητας «αιώνιο και ορατό» είναι ο Πάπας.
3. Ο Πάπας μένει «αντιπρόσωπος του Χριστού» και ποιμένας ΟΛΗΣ της Εκκλησίας, με «υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία» (Episcopus Universalis).
4. Ο Πάπας υπέρκειται των Οικουμενικών Συνόδων.
5. Ο Πάπας έχει –κατ’ εξοχήν- το αλάθητον ως «κεφαλή» όλων των Επισκόπων και «πρώτος ποιμένας» της Εκκλησίας.
6. Όλα τελούνται (από τους Επισκόπους) «υπό την καθοδήγηση του Πάπα».


(στο βιβλίο: «Αγωνιστικά…» π. Γεωργίου Μεταλληνού, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 152-155)

– Γέροντα, πολλοί Άγιοι έχουν δει ψυχές, όταν φεύγουν από το σώμα. Τί μορφή έχουν;
– Είναι σαν παιδάκια. Στην άλλη ζωή όλοι θα είναι όπως οι Άγγελοι· δεν θα υπάρχουν ούτε άνδρες ούτε γυναίκες ούτε γέροι ούτε γριές ούτε μωρά· όλοι θα είναι ένα φύλο, θα έχουν μια ηλικία.

Γι’ αυτό, και όταν δη κανείς ψυχές που φεύγουν από την ζωή, τις βλέπει κατά κάποιον τρόπο σαν μικρά παιδιά. Το πρόσωπό τους έχει τα χαρακτηριστικά του, αλλά είναι σαν μικρού παιδιού.
Όταν έμενα στο Κελλί του Τιμίου Σταυρού, επισκεπτόμουν καμμιά φορά τον Γερο-Φιλάρετο . Ήταν ένα ευλαβέστατο γεροντάκι που έμενε σε ένα κοντινό Κελλί.

Επί δεκαπέντε χρόνια, μέχρι που αρρώστησε και ο ίδιος, διακονούσε τον υποτακτικό του Πατέρα Βαρθολομαίο, που έπασχε από πάρκινσον. Την τελευταία φορά που πήγα στο Κελλί του, τον βρήκα πεσμένο κάτω. Είχε έναν μήνα που δεν έτρωγε τίποτε· έπινε μόνο λίγο νερό. Ούτε να ξαπλώση μπορούσε· κοιμόταν με τα παπούτσια, καθιστός και ακουμπισμένος στον τοίχο. Τα ρούχα του ήταν κολλημένα στο σώμα του και τα παπούτσια του γεμάτα υγρά, γιατί είχαν ανοίξει τα πόδια του και έβγαζαν αίμα και νερό.

Αλλά αυτός αντιμετώπιζε όλη αυτήν την κατάσταση σαν να μη συνέβαινε τίποτε.

«Και αυτά, έλεγε, είναι ευλογία από τον Θεό».

Τον σήκωσα λοιπόν και παρακάλεσα τον Πατέρα Βαρθολομαίο να μείνω το βράδυ στο Καλύβι τους, για να τους συμπαρασταθώ, αλλά εκείνος δεν δέχθηκε.

Μου είπε να πάω την άλλη μέρα. Τα μεσάνυχτα όμως, την ώρα που έκανα κομποσχοίνι, τί να δώ!

Βλέπω τον Γερο-Φιλάρετο με ένα φωτεινό πρόσωπο, ηλικίας περίπου δώδεκα χρόνων, να φεύγη στον Ουρανό μέσα σε ουράνιο φώς. Κατάλαβα ότι είχε αναπαυθή.

(Γέροντος Παϊσίου Λόγοι, τόμος ΣΤ, σελ.141-142)


- Ξέρεις τι εργόχειρο κάνουν εκεί στον Ουρανό; Συνέχεια δοξολογούν τον Θεό.
- Γέροντα, γιατί το σώμα Του νεκρού λέγεται «λεί­ψανο»;
- Γιατί είναι ό,τι μένει εδώ στην γη από τον άνθρωπο μετά τον θάνατο. Ο κυρίως άνθρωπος, που είναι η ψυχή, φεύγει στον Ουρανό. Στην μέλλουσα Κρίση θα αναστήση ο Θεός και το σώμα, για να κριθή με αυτό ο άνθρωπος, γιατί με αυτό έζησε και αμάρτησε. Στην άλλη ζωή όλοι θα έχουν το ίδιο σώμα - πνευματικό σώμα-, το ίδιο ανάστημα, και οι κοντοί και οι ψη­λοί, την ίδια ηλικία, και οι νέοι και οι γέροι και τα μωρά, αφού η ψυχή είναι ίδια. Θα υπάρχη δηλαδή μια αγγελική ηλικία.
- Γέροντα, στην άλλη ζωή όσοι θα είναι στην Κόλα­ση θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στον Παράδεισο;
- Κοίταξε, όπως αυτοί που είναι την νύχτα έξω στο σκοτάδι βλέπουν όσους είναι μέσα σε ένα δωμάτιο φωτισμένο, έτσι και όσοι θα βρίσκονται στην κόλα­ση θα βλέπουν όσους θα είναι στον Παράδεισο. Και αυτό θα είναι μεγαλύτερη κόλαση. Όπως πάλι όσοι την νύχτα είναι στο φως, δεν βλέπουν αυτούς που είναι έξω στο σκοτάδι, έτσι και αυτοί που θα βρίσκονται στον Παράδεισο δεν θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στην κόλαση. Γιατί, αν έβλεπαν τους κολασμένους, θα πονούσαν, θα θλίβονταν για την ταλαιπωρία τους, και δεν θα απολάμβαναν τον Παράδεισο, αλλά εκεί «ουκ εστί πόνος...».

Και όχι μόνο δεν θα τους βλέπουν, αλλά ούτε θα θυμούνται αν είχαν αδελφό η πατέρα η μητέρα, αν δεν είναι και εκείνοι στον Παράδεισο. «Εν εκείνη τη ημέρα απολούνται πάντες οι διαλογισμοί αυτού» λέει ο Ψαλμωδός. Γιατί, άμα τους θυμούνται, πως θα είναι Παράδεισος; Αύτος μάλιστα που θα είναι στον Παράδεισο, θα νομίζουν ότι δεν θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, ούτε θα θυμούνται τις αμαρτίες που είχαν κάνει. Γιατί, αν θυμούνται τις αμαρτίες τους, δεν θα αντέχουν από φιλότιμο στην σκέψη ότι λύπησαν τον Θεό.
Η ποσότητα πάλι της χαράς του καθενός στον Παράδεισο θα είναι διαφορετική. Άλλος θα έχει μια δαχτυλήθρα χαρά, άλλος ένα ποτήρι, άλλος μια ολόκληρη δεξαμενή. Όλοι όμως θα αισθάνονται πλήρεις και κανένας δεν θα ξέρη το μέγεθος της χαράς, της αγαλλιάσεως, του άλλου. Τα κανόνισε έτσι ο Καλός Θεός, γιατί, αν γνώριζε ο ένας ότι ο άλλος έχει περισσότερη χαρά, δεν θα ήταν τότε Παράδεισος, επειδή θα υπήρχε το «γιατί εκείνος να έχει περισσότερη χαρά και εγώ λιγότερη; ». Δηλαδή καθένας θα βλέπει στον Παράδεισο την δόξα του Θεού ανάλογα με την καθαρότητα των οφθαλμών της ψυχής του. Η ορατότητα όμως δεν θα καθορισθεί από τον Θεό, άλλα θα εξαρτηθεί από την δική του καθαρότητα.

- Γέροντα, μερικοί δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και Παράδεισος.
- Δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και Παράδεισος; Πως είναι δυνατόν οι νεκροί να μείνουν στην ανυπαρξία, αφού είναι ψυχές; Ο Θεός είναι αθάνατος και ο άνθρωπος είναι κατά χάριν αθάνατος. Επομένως αθάνατος θα είναι και στην κόλαση. Ύστερα τον Παράδεισο και την κόλαση τα ζει η ψυχή μας σε έναν βαθμό και από αυτήν την ζωή, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Όταν κάποιος έχει τύψεις συνειδήσεως και νιώθει φόβο, ταραχή, άγχος, απελπισία, η είναι κυριευμένος από μίσος, από φθόνο κ.λπ., τότε ζη την κόλαση. Ενώ, όταν μέσα του υπάρχει αγάπη, χαρά, ειρήνη, πραότητα, καλοσύνη κ.λπ., τότε ζει τον Παράδεισο. Όλη η βάση είναι η ψυχή, γιατί αυτή είναι που αισθάνεται και την χαρά και τον πόνο.

Να, πήγαινε σε έναν πεθαμένο και πες του τα πιο ευχάριστα πράγματα, λ.χ. «ήρθε ο αδελφός σου από την Αμερική» κ.λπ., δεν θα καταλάβει τίποτε. Αν Του σπάσεις τα χέρια, τα πόδια, πάλι δεν θα καταλάβει. Επομένως η ψυχή είναι που αισθάνεται. Αυτά όλα δεν τους προβληματίζουν; Η, ας υποθέσουμε, βλέπεις ένα ωραίο, ένα ευχάριστο όνειρο, χαίρεσαι, χτυπάει γλυκά η καρδιά σου και, δεν θέλεις να τελείωση. Ξυπνάς και στενοχωριέσαι, γιατί ξύπνησες. Η βλέπεις ένα άσχημο όνειρο, ότι έπεσες λ.χ. και έσπασες τα πόδια σου, και υποφέρεις, κλαις. Από την αγωνία σου ξυπνάς με δάκρυα στα μάτια, βλέπεις ότι δεν έπαθες τίποτε και λες: «Ευτυχώς όνειρο ήταν!». Δηλαδή συμμετέχει η ψυχή.

Από ένα άσχημο όνειρο υποφέρει κανείς περισσότερο από ό,τι στην πραγμα­τικότητα, όπως και ο άρρωστος υποφέρει πιο πολύ την νύχτα απ' ό,τι την ημέρα. Έτσι και όταν πεθάνει ο άνθρωπος, αν πάει στην κόλαση, θα είναι πιο οδυνηρό. Σκεφθείτε να ζη κανείς ένα αιώνιο εφιαλτικό όνειρο και να βασανίζεται αιώνια! 'Εδώ δεν μπορείς να αντέξεις για λίγα λεπτά ένα άσχημο όνειρο, άντε τώρα αιώνια -Θεός φυλάξει- να είσαι μέσα στην θλίψη. Γι' αυτό καλύτερα να μην πάμε στην κόλαση. 'Εσείς τι λέτε;

- Τόσον καιρό, Γέροντα, κάνουμε αγώνα να μην πάμε στην κόλαση λέτε, εκεί να καταλήξουμε;
- Αν δεν έχουμε μυαλό, εκεί θα πάμε. Εγώ εύχομαι η όλοι στον Παράδεισο η κανένας στην κόλαση... Κα­λά δεν λέω; Είναι πολύ βαρύ, μετά από όσα έκανε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, να πάμε στην κόλαση και να Τον λυπήσουμε. Ο Θεός να φυλάξει, όχι μόνον άνθρωπος, αλλά ούτε πουλί να μην πάει στην κόλαση.
Ο Καλός Θεός ας μας δώσει καλή μετάνοια, για να μας βρει ο θάνατος σε καλή πνευματική κατάσταση και, να αποκατασταθούμε στην Ουράνια Βασιλεία Του. Αμήν.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: Η μετά θάνατον ζωή

 

Γράφει ο κ. Γεώργιος Δημόπουλος, Νευρολόγος Ψυχίατρος.

Πριν πέντε χρόνια είχα μια εμπειρία φιλικότητας στην τριαντάχρονη καριέρα μου.
Χτυπά το τηλέφωνο στο ιατρείο μου εν ώρα εργασίας. Το σηκώνω και απαντώ:
«Λέγετε, παρακαλώ».
Απάντηση του καλούντος προσώπου:

«Είστε ένα γαϊδούρι»

(φωνή άγρια, θυμωμένη, επιθετική από γνώριμη κυρία, που για δικούς της λόγους είχε αυτή την άποψη).
Δική μου απάντηση:

«Σας ευχαριστώ πολύ κυρία μου, μπορεί να έχετε δίκιο, να  είμαι γαϊδούρι και να μην το ξέρω. Ευχαριστώ για τη διαπίστωση που κάνατε».
Κυρία (με τόνο θριαμβευτικό και ειρωνικό):
«Και τι θα κάνετε σήμερα που το μάθατε;».
Απάντηση δική μου:

«Απόψε κιόλας θα ασχοληθώ με τη ζωολογία για ν’ ανακαλύψω τα θετικά στοιχεία του συμπαθούς αυτού τετράποδου με το οποίο με παρομοιάζετε (και γέλασα φυσικά), αν και γνωρίζω, κυρία μου, τα δύο πρώτα καλά στοιχεία του: την υπομονή και την αξιοπρέπεια».
Απάντηση κυρίας (είχε εξαφανιστεί η επιθετικότητα και ο θυμός από τον τόνο της φωνής της, και με φυσικό τρόπο με ρώτησε):

«Εσείς γιατρέ δεν θα με βρίσετε;».
Απάντηση δική μου (με χιούμορ):

«Εσείς εδώ μου δίνετε την ευκαιρία να ανακαλύψω ιδιότητες που δεν τις γνωρίζω και θέλετε να σας βρίσω και από πάνω;».
Σημείωση (για την ιστορία): Με την κυρία γίναμε οι καλύτεροι φίλοι και με σύστησε σε πολλούς φίλους και γνωστούς της.


(Γιώργος Δημόπουλος, Αυτογνωσία, εκδ. Αυττογνωσία Α.Ε. σελ. 55-56)

Συγκλονιστικό «ντοκουμέντο».
Καλοκαίρι του έτους 1974. Τα τουρκικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Κύπρο μας, σκορπώντας τον τρόμο και τον θάνατο. Στην Μόρφου, από πλευράς Κυπρίων χριστιανών, συνέβη κάτι, που σοκάρισε ακόμα και τους τούρκους!
Τούρκοι στρατιώτες έπιασαν αιχμαλώτους δεκαπέντε ελληνοκυπρίους, ανάμεσά τους και έναν δάσκαλο. Τους έφεραν στο σπίτι του δασκάλου, που είχε μια αυλή με κληματαριά, (που μόλις είχε ραντισθεί με φάρμακο-δηλητήριο) και ίσκιωνε την αυλή.
Τους έστησαν στον τοίχο, απέξω στην αυλή, κάτω από την κληματαριά, περιμένοντας εναγωνίως τον τούρκο αξιωματικό να έρθει και να διατάξει «πυρ».
Απερίγραπτες στιγμές! Θρήνος! Κλαυθμός! Οδυρμός!
Ο τούρκος αξιωματικός έμπαινε στην αυλή, έτοιμος να διατάξει «πυρ». Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε προς τα πάνω, προς την κληματαριά, (που υπενθυμίζομε μόλις είχε ραντισθεί με φάρμακο-δηλητήριο) και ζήλεψε τα σταφύλια. Άπλωσε το χέρι του, έκοψε ένα σταφύλι, παρατείνοντας έτσι την αγωνία των μελλοθανάτων.
Καθώς θα έτρωγε το σταφύλι, (γεμάτο από δηλητήριο!) πετάχθηκε ο δάσκαλος, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και έβγαλε φωνή-κραυγή, (στον δήμιό του!):
- Αδελφέ μου! Μην το τρως! Προχθές το ράντισα με φάρμακα, που ήταν δηλητήριο! Θα πεθάνεις!! Μη, μην το τρως!
Ο Τούρκος αξιωματικός έμεινε άναυδος! Πέταξε το σταφύλι, και όλος απορία τον ρώτησε:
-Καλά, δεν βλέπεις, πως σε λίγο θα δώσω διαταγή να σας σκοτώσουν; Και συ, αντί να με εκδικηθείς, πας να μου σώσεις την ζωή μου; Τι σου ήρθε και με χιλιοπαρακαλάς να μην το φάω;
Και ο καλόκαρδος δάσκαλος του εξήγησε με αξιοθαύμαστη για τις στιγμές ειρήνη:
- Ο Χριστός, που πιστεύουμε, μας λέει να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να τους ευεργετούμε. Αν δεν το έκανα αυτό, θα καταφρονούσα την εντολή Του. Και δεν θέλω, τώρα που φεύγω από τον κόσμο αυτό και θα παρουσιασθώ μπροστά Του, να φέρω στην ψυχή μου μια τέτοια βαρειά αμαρτία.
Ο αξιωματικός συγκλονίζεται εκ νέου! Γυρίζει προς τους στρατιώτες, που περίμεναν το «πυρ» και τους λέει σοκαρισμένος:
- Αν έβρισκα έναν τέτοιο τούρκο, θα έδινα ακόμα και την ζωή μου! Μαζέψτε τα όπλα σας και αφήστε τους ελεύθερους! Όλους!
Και σώθηκαν άπαντες από βέβαιο θάνατο!
Ο ανεξίκακος Κύριος βλέποντας την ανεξικακία αυτού του Κύπριου δασκάλου, έκανε το θαύμα του!


(αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη, Τέρμα! δεν σε χωνεύω, εκδ. Θαβώρ, σελ. 19-21)

Στον έμπορο Σ.Τ., τον οποίο «ο Θεός δεν ακούει».


Παραπονιέσαι, ότι ο Θεός δεν ακούει τις προσευχές σου. Σε πολλές δυσκολίες προσευχόσουν στον Θεό, και ποτέ δεν σε έσωσε από καμία! Πως όχι, αναρωτιέμαι, αφού ιδού εσύ επέζησες από τις δυσκολίες;
Όμως επίτρεψέ μου μία ερώτηση: εσύ, ακούς το Θεό ;

Μέσα και από την Παλαιά και από την Καινή Διαθήκη ο Ύψιστος υποσχέθηκε να ακούει τους ανθρώπους υπό τον όρο οι άνθρωποι να ακούν Εκείνον. Εσύ ακούς τον Θεό, αφού ζητάς ο Θεός να ακούει εσένα ; Εκπληρώνεις τους θεϊκούς νόμους και κρατάς τις τάξεις Του;

Εάν δεν το κάνεις, τότε είναι παράξενη η απαίτησή σου, ο Θεός να ακούσει εσένα και να υπακούσει. Ο Θεός κατέβηκε στη γη και έπλυνε τα πόδια εκείνων που Τον αγαπούν. Στον Δημιουργό μας είναι μεγάλη χαρά να ακούει τα υπάκουα παιδιά Του. Ο Δημιουργός υπάκουσε στον Μωυσή, τον Αβραάμ και τον Ιακώβ σ’ ότι Τον παρεκάλεσαν. Και μέσω φυσικών και υπερφυσικών ενεργειών Εκείνος άπλωνε το έλεός Τους σ’ εκείνους που εκπλήρωναν τον νόμο Του.

Εάν Αυτός δεν ήθελε να υπακούσει τις δικές μου και τις δικές σου προσευχές, τούτο συνέβη ή εξαιτίας του ότι εμείς δεν θέλαμε να υπακούσουμε τις εντολές Του από την Διαθήκη ή επειδή οι προσευχές μας ήταν ανορθόδοξες. Μέσω του Ησαΐα έλεγε ο Κύριος στον ανυπάκουο λαό: «Εάν πληθύνητε την δέησιν, ουκ εισακούσομαι υμών» (Ησ. 1,15). Ενώ λίγο πιο μετά: «Και εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε» (Ησ. 1,19). Ο Θεός μας ακούει όταν ακούμε και δεν ακούει όταν δεν ακούμε.

Ακόμα, δεν ακούει ούτε τότε που ζητάμε κάτι επιζήμιο και ανόητο. Οι απόστολοι Ιάκωβος και Ιωάννης παρακάλεσαν μία φορά τον Κύριο, ν’ αφήσει φωτιά από τον ουρανό στο χωριό, το οποίο δεν ήθελε να τους δεχθεί για να περάσουν τη νύχτα. Αυτός «στραφείς δε επετίμησεν αυτοίς» (Λουκ. 9,55). Όχι μόνο δεν τους εκπλήρωσε τα αιτήματα, αλλά τους μάλωσε. Θυμήσου και εσύ, εάν οι προσευχές σου ήταν αξίες του ανθρώπου και αξίες του Θεού.
Κάτι ακόμα. Γιατί προσεύχεσαι στον Θεό μόνο στη δυσκολία; Μ’ αυτό ταπεινώνεις τον εαυτό σου, ενώ οι υβρίζεις τον Θεό σου. Ο Δημιουργός μας, ζητά από μας να αισθανόμαστε αδιάκοπα τη δική Του παρουσία και ασταμάτητα να επικοινωνούμε μέσω της προσευχής μαζί Του : «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5,17). Προσευχόμενος στον Θεό μόνο όταν σε βρίσκει καημός κάνεις τον εαυτό σου απλό ζητιάνο και ντροπιάζεις τον Θεό, αφού Τον καλείς σαν πυροσβέστη μόνο όταν καίγεται το σπίτι σου.

Ο Χριστός μας έδωσε το δικαίωμα να επικαλούμαστε τον δικό Του Πατέρα, ως δικό μας Πατέρα. Τι πιο γλυκό υπάρχει απ’ αυτό ; Και τι υπάρχει πιο γλυκό για τα παιδιά από το να βρίσκονται παρόντες οι γονείς τους ; Ας φροντίζουμε, λοιπόν, κι εμείς ασταμάτητα να στεκόμαστε στην παρουσία του ουράνιου Πατέρα μας, με την καρδιά και με τις σκέψεις και με τις προσευχές. Η προσευχή μας στον καιρό της προκοπής και της χαράς είναι σαν κάποιο κεφάλαιο προσευχής, που μας χρησιμεύει στις μέρες της δυσχέρειας και των βασάνων περισσότερο από τη στιγμιαία προσευχή όταν αυτές οι μέρες έρθουν.
 Ειρήνη από τον Κύριο
(Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδ. Εν πλω, σελ. 309-310)

Του Καθηγητή κ Στυλιανού Παπαδιπούλου.

Η Εκκλησία χρησιμοποιεί, εκλεκτικά πάντοτε, τη γλώσσα του πνευματικού περιβάλλοντος και όχι το πνευματικό (φιλοσοφικό-ηθικιστικό-κοσμολογικό) περιεχόμενο της γλώσσας αυτής. Ακριβέστερα, δεν υπήρξε πραγματική διαλεκτική μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας, όπως αφελώς και ανέρειστα επαναλαμβάνεται.
Διαλεκτική θα ήταν η σχέση αν η θεολογία δεχότανε κάποιες, τουλάχιστον, από τις θεμελιώδεις αντιλήψεις ή λύσεις της φιλοσοφίας. Αυτό δεν συνέβη ποτέ.

Η θεολογία για την καίρια και αποκεκαλυμμένη θεία αλήθεια χρησιμοποιούσε μόνο γλωσσικούς όρους και δομές της φιλοσοφίας και σ’ αυτούς έδινε άλλο περιεχόμενο.

Όταν, π.χ., ο Παύλος απευθυνότανε στους Αθηναίους και χρησιμοποιούσε τον λόγο του φιλοσόφου Άρατου (Φαινόμενα 5) «του γαρ και γένος εσμέν» (Πράξ. 17: 28), δεν δανειζότανε και την αντίληψη του Άρατου για τον Θεό και τον άνθρωπο. Δεν λάμβανε από τον φιλόσοφο παρά μόνο μια ωραία φράση, που γνώριζαν οι Αθηναίοι και που αυτήν ακούγοντας τα ελκύονταν ν’ ακούσουν τη διδασκαλία του Παύλου για τον Θεό και τον άνθρωπο.

Το ίδιο και στην περίπτωση του Ευαγγελιστή Ιωάννη, που χρησιμοποίησε τον ήδη πολύ γνωστό όρο «λόγος». Άλλο με τον όρο αυτόν κατανοούσαν οι φιλόσοφοι και άλλο ο Ιωάννης. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για διαλεκτική σχέση.
Πρώτος που εξήγησε με σαφήνεια την ιερή αυτή τακτική της θεολογίας είναι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (390). Ο ομώνυμος της θεολογίας ιερός αυτός άνδρας αφενός μεν συνιστούσε να παραβλέπουν και να περιφρονούν οι χριστιανοί τη θύραθεν σοφία,
«Σοφία πρώτη, τοιαύτης [=θύραθεν] σοφίας υπεροράν, της εν λόγω κείμενης και στροφαίς λέξεων και ταις κιβδήλοις και περιτταίς αντιθέσεσι»
(=η πρώτη σοφία είναι το να παραβλέπει κανείς αυτού του είδους τη σοφία [=τη θύραθεν], η οποία βρίσκεται στο λόγο και στα λεκτικά σχήματα και στις ψευδείς και περιττές αντιθέσεις. ΕΠΕ 5, 325). (Λόγος ΙΣΤ’, PG 35, 936C)
αφετέρου δε ως «παίδευσιν» τη θεωρούσε σπουδαίο αγαθό και κατηγορούσε ως «σκαιούς» εκείνους τους χριστιανούς που την απέρριπταν και τη βδελύσσονταν, γιατί δήθεν τους οδηγούσε μακριά από τον Θεό:
«Οίμαι δε πάσιν ανωμολογείσθαι τον νουν εχόντων παίδευσιν των παρ’ ημίν αγαθών είναι πρώτον. Ου ταύτην μόνην την ευγενεστέραν και ημετέραν [=τη χριστιανική] …  αλλά και την έξωθεν, ην οι πολλοί χριστιανών διαπτύουσιν ως επίβουλον και σφαλεράν και Θεού πόρρω βάλλουσαν, κακών ειδότες… Ούκουν ατιμαστέον την παίδευσιν … αλλά σκαιούς και απαιδεύτους, υποληπτέον τους ούτως έχοντας…».
(=Νομίζω ότι όλοι όσοι έχουν νου έχουν ομολογήσει, ότι η μόρφωση είναι το πρώτο αγαθό που έχουμε. Όχι μόνο αυτή η ευγενέστερη και δική μας [=η χριστιανική]… αλλά και η εξωτερική την οποία πολλοί χριστιανοί από κακή εκτίμηση απορρίπτουν, διότι τάχα είναι ύπουλη και απαητλή και απομακρύνει από το Θεό, σκεπτόμενοι κακώς… Δεν πρέπει λοιπόν να ατιμάσουμε την μόρφωση… αλλά να θεωρήσουμε αγροίκους και ακαλλιέργητους όσους είναι σε αυτήν την κατάσταση. ΕΠΕ,6,145-147) (Λόγος ΜΓ’, PG 35, 508Β-509A)
Και συμβιβάζονται οι δήθεν αντίθετες απόψεις του Γρηγορίου, διότι, πέραν της ανάγκης της «παιδεύσεως», ο παραμερισμός και η περιφρόνηση της θύραθεν σοφίας αφορά όχι στους όρους και στα σχήματά της, αλλά στο περιεχόμενο των φιλοσοφικών αυτών όρων.

Για να θεολογήσει ο Γρηγόριος περί Αγίας Τριάδας χρησιμοποιεί νεοπλατωνικούς όρους, τους οποίους γνώριζαν οι πεπαιδευμένοι της εποχής. Οι πλατωνικοί, π.χ., όροι «μονάς», «δυάς», «σύννεσις», «επιστροφή» και «υπόστασις», βρίσκονται στις Εννεάδες (V 1, 6 και 7· V 2, 1· VI 13. Βλ. π.χ. έκδ. P. Henri – R.Schwyzer, Plotini opera, II, Paris-Bruxelles 1959), αλλά βρίσκονται και στον Γρηγόριο (Λόγος ΚΘ’). Όμως ο Γρηγόριος απαιτεί, παρά την χρήση των γλωσσικών όρων του Πλωτίνου, να στέκεται ο θεολόγος στις δικές του, τις θεολογικές προϋποθέσεις, στην αλήθεια με την οποία αυτός φορτίζει τους πλωτινικούς όρους («…επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι»). Προς αποφυγήν, μάλιστα, κάθε παρεξηγήσεως και συγχύσεως από τη χρήση φιλοσοφικών όρων στη θεολογία, επεξηγεί: όταν μιλάμε για την Αγία Τριάδα με φιλοσοφικούς όρους και λέμε, π.χ., ότι «κινήθηκε» από «μονάδα» σε «δυάδα» μέχρι την «Τριάδα», δεν εννοούμε -παρά την ταυτότητα των λέξεων- ό,τι και οι φιλόσοφοι, δηλαδή «υπέρχυσιν αγαθότητος»,, όπως ένας «των παρ’ έλλησι οι φιλοσοφησάντων ειπείν ετόλμησεν». Η φιλοσοφική έννοια της «υπερχύσεως» προϋποθέτει αναγκαιότητα και μειονεκτικότητα του όντος, πού προέρχεται αναγκαστικά ως υπερχείλιση, έναντι εκείνου από το οποίο προέρχεται.
«Ημίν [=στους χριστιανούς] δε μοναρχία το τιμώμενον· μοναρχία δε, ουχ ην εν περιγραφέν πρόσωπον…, αλλ’ ην φύσεως ομοτιμία συνίστησι και γνώμης σύμπνοια και ταυτότης κινήσεως και προς τον εν των εξ αυτού σύννευσις … τη γε ουσία μη τέμνεσθαι. Δια τούτο μονάς απ’ αρχής, εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη. Και τούτο εστιν ημίν ο Πατήρ και Υιός και το Άγιο Πνεύμα… Ου γαρ δη υπέρχυσιν αγαθότητος ειπείν θαρρήσομεν – ο των παρ’ έλλησι φιλοσοφησάντων ειπείν τις ετόλμησεν, οίον κρατήρ τις υπερερρύη… μη ποτέ ακούσιον την γέννησιν εισαγάγωμεν και οίον περίττωμα τι φυσικόν και δυσκάθεκτον… Δια τούτο, επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι, το αγέννητον εισάγομεν και το γεννητόν και το εκ του Πατρός εκπορευόμενον».
(=Εμείς [οι Χριστιανοί] τιμούμε τη μοναρχία· και μάλιστα τη μοναρχία η οποία δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο…, αλλά μοναρχία την οποία πραγματοποιεί η ισοτιμία της φύσης, η σύμπνοια της γνώμης, η ταυτότητα της κίνησης και η συμφωνία με το ένα πρόσωπο… όμως η ουσία δεν τεμαζίζεται. Για αυτό ενώ είναι μονάδα στην αρχική ουσία, προχώρησε στη δυάδα και έμεινε στην Τριάδα. Και έτσι έχουμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα… Διότι εμείς δεν θα τολμήσουμε να μιλήσουμε για ξεχείλισμα αγαθότητας, το οποίο κάποιος Έλληνας φιλόσοφος τόλμησε να πει επί λέξει «σαν κρατήρας ξεχείλισε»… για να μην εισαγάγουμε την ακούσια γέννηση σαν να είναι ένα περίττωμα φυσικό και ασυγκράτητο… Για αυτό παραμένουμε στους δικούς μας όρους και χρησιμοποιούμε το αγέννητο και το γεννητό και το «εκ τους Πατρός εκπορευόμενον» ΕΠΕ 4,107-109) (Λόγος ΚΘ’, PG 35, 76)
Ο Γρηγόριος, δηλαδή, όχι μόνο δηλώνει ότι άλλο είναι το νόημα που ως θεολόγος δίνει στους αποφορτισμένους όρους της φιλοσοφίας, αλλά καταβάλλει προσπάθεια να εξηγήσει, με πολλούς τρόπους και άλλες ακόμη λέξεις, ποιά είναι η αλήθεια περί Τριάδας, την οποία και αδυνατούν να δηλώσουν οι φιλοσοφικοί όροι που έχουν άλλο περιεχόμενο, εφόσον άλλες ήταν οι αντιλήψεις και το σκεπτικό των φιλοσόφων που τις χρησιμοποίησαν αρχικά.
Την τακτική, που εξήγησε ο  Γρηγόριος ο Θεολόγος το 380 στην Κωνσταντινούπολη, ακολούθησαν δημιουργικά και οι μεταγενέστεροι μεγάλοι θεολόγοι.

Έτσι, πολύ χαρακτηριστικά, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359) δηλώνει με σαφήνεια ότι, αν και οι θεολόγοι Πατέρες χρησιμοποιούν τις, λέξεις τους όρους («τα ρήματα»), που χρησιμοποιούν και οι φιλόσοφοι, «τα νοήματα» στους μεν και στους δε είναι τελείως διαφορετικά. Και αυτό, διότι οι μεν θεολόγοι έχουνε την αλήθεια («νουν») του Χριστού, οι δε φιλόσοφοι μιλάνε από τη δική τους ανθρώπινη διάνοια:
«Καν τις των Πατέρων τα αυτά τοις έξω [=φιλοσόφοις] φθέγγηται, αλλ’ επί των ρημάτων μόνον, επί δε των νοημάτων πολύ το μεταξύ. Νουν γαρ ούτοι… έχουσι Χριστού, εκείνοι δε … εξ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται. Καθόσον δε απέχει ο ουρανός από της γης, κατά τοσούτον απέχει η διάνοιά μου από των διανοιών ημών, λέγει Κύριος»
(=Και αν κάποιος από τους Πατέρες λέει τα ίδια με τους έξω [=φιλοσόφους], αλλά μόνο στα λόγια υπάρχει συμφωνία, στα νοήματα όμως είναι πολλή η μεταξύ τους απόσταση. Διότι αυτοί… έχουν νου Χριστού, ενώ εκείνοι… μιλούν από ανθρώπινη διάνοια. Όσο όμως απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο απέχει η διάνοιά μου από τις διάνοιές σας, λέει ο Κύριος)
 (Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων Α’, έκδ. Π. Χρήστου, Συγγράμματα, Α’, σ. 373)
Και τρίτο παράδειγμα θα παραθέσουμε, συνοδικού μάλιστα κύρους. Δείχνει και αυτό πόσο η τακτική της θεολογίας, το να χρησιμοποιεί δηλαδή άνετα τη θύραθεν παιδεία, τους φιλοσοφικούς γλωσσικούς όρους, χωρίς να λαμβάνει το εννοιολογικό-φιλοσοφικό τους περιεχόμενο, αποτελούσε γενικευμένο και παντού και πάντοτε ισχύοντα κανόνα, μολονότι εφαρμοζόταν ανάλογα με τα πρόσωπα, τις εποχές και τα προβλήματα. Όσο μάλιστα πιο μεγάλος ήταν ο εκάστοτε θεολόγος, τόσο μεγαλύτερη άνεση ένιωθε στη χρήση της φιλοσοφίας και γενικά του εξωχριστιανικού πνευματικού περιβάλλοντος. Οι ελάσσονες, αντίθετα, θεολόγοι ή απέφευγαν από φόβο την έξω σοφία, οπότε καταντούσαν παραδοσιοκράτες (όχι παραδοσιακοί), ή ταν χρησιμοποιούσαν άκριτα (χωρίς να διακρίνουν σ’ αυτήν μορφή γλωσσική, που θα μπορούσανε να δανεισθούν, και περιεχόμενο), οπότε απέβαιναν φιλελεύθεροι, νοθευτές  της αποκεκαλυμμένης αλήθειας.
Η συνοδική απόφαση που αναφέραμε οφείλεται σε Σύνοδο του 1082, η οποία καταδίκασε θέσεις και διδασκαλίες του τότε φιλοσόφου και θεολόγου Ιωάννη Ιταλού (βλ. Στυλ. Γ. Παπαδόπουλου, στο Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 7 [1965], 6-9). Η συγκεκριμένη απόφαση περιλήφθηκε αμέσως (13 Μαρτίου) στο περίφημο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας κι έκτοτε διαβάζεται-ομολογείται κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας ως επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας:
«Τοις τα ελληνικά δεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις [=ακολουθούντες] και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτω αυταίς [=ταις δόξαις], ως το βέβαιον εχούσαις, εγκειμένοις, ώστε και ετέρους, ποτέ μεν λάθρα ποτέ δε φανερώς, ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως. Ανάθεμα».

(=Αυτοί που χαιρετίζουν τα ελληνικά μαθήματα και δεν εκπαιδεύονται σε αυτά μόνο για μόρφωση, αλλά ακολουθούν και τις μάταιες δοξασίες τους και τις πιστεύουν ως αληθινές και έτσι αφοσιώνονται σε αυτές [=τις δοξασίες], σαν να έχουν το σίγουρο, ώστε και άλλους, άλλοτε μεν κρυφά άλλοτε δε φανερά, να μυούν σε αυτές και να διδάσκουν χωρίς ενδοιασμούς, (αυτοί λοιπόν) ας είναι αναθεματισμένοι) (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, στο τμήμα κατά του Ιωάννη Ιταλού)
Και στην περίπτωση της Συνόδου το 1082, ενώ καταφάσκεται, φυσικά, η γνώση και η χρήση της θύραθεν «παιδεύσεως», θεωρείται σφάλμα η πρόσληψη «της δόξας», της οποιασδήποτε φιλοσοφικής αντιλήψεως στη θεολογία. Το σφάλμα γινόταν από τον Ιωάννη Ιταλό και η θεολογία της Εκκλησίας διέκρινε ότι η τακτική αυτή σήμαινε συσχηματισμό της Εκκλησίας προς τον κόσμο, νόθευση κυριολεκτικά της ταυτότητάς της, της διδασκαλίας της. Εάν η θεολογία της Εκκλησίας δεχθεί οποιαδήποτε θεμελιώδη φιλοσοφική ή κοσμολογική θεωρία, θα πρέπει αντίστοιχα να αρνηθεί κάποια δική της θεμελιώδη αλήθεια και διδασκαλία.
Τη σημασία της τελευταίας παρατήρησης θα κατανοήσουμε πολύ εύκολα, εάν αναφέρουμε δύο παραδείγματα. Το ένα από τον θεολογικό και φιλοσοφικό χώρο, το άλλο από την πρακτική ζωή και την ευσέβεια της Εκκλησίας.
Πρώτον: Κατά τον Δ’ αιώνα, όταν η θεολογία της Εκκλησίας όφειλε να εξηγήσει πειστικά την ενότητα και την τριαδικότητα του Θεού, πραγμάτωσε συγκλονιστική και αποφασιστική επανάσταση εναντίον θεμελιώδους φιλοσοφικής αντιλήψεως, κοινά πάντοτε αποδεκτής σχεδόν μέχρι και σήμερα. Για να εξηγήσει. Δηλαδή. η θεολογία -μετά την αθανασιανή θεολογία για την ομοουσιότητα του Υιού προς τον Πατέρα- πως ο Θεός είναι ένας και Τριαδικός, πρόβαλε τη δική της αλήθεια, τη διάκριση μεταξύ είναι και φύσεως. Η οποιαδήποτε φιλοσοφία, μιλώντας για το ον, δεν διέκρινε σ’ αυτό είναι και φύση. Ο Μέγας Βασίλειος (379), στον οποίο και οφείλεται η πολυσήμαντη αυτή θεολογική διάκριση (ο όρος διάκριση δεν σημαίνει στη θεολογία χωρισμό) έδειξε για πρώτη φορά θεολογικά-πειστικά ότι το είναι, δηλαδή η υπόσταση, μπορεί να είναι άλλο και άλλο και άλλο (Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα), ενώ η φύση των τριών υποστάσεων να είναι κοινή, μια. Έτσι έχουμε ομοουσιότητα τριών διακεκριμένων θείων υποστάσεων, έχουμε τη θεολογία «μια φύσις εν τρισίν υοόστάσεσιν». Αλλά η θεολογία αυτή αντιβαίνει βασικά προς κάθε φιλοσοφική θεωρία. Εαν αντί γι’ αυτήν εισαχθεί στο τριαδολογικό θέμα κάποια φιλοσοφική θεωρία, θ’ ανατραπεί ριζικά η θεμελιωδέστερη θεολογική βάση της διδασκαλίας της Εκκλησίας και θα οδηγηθούμε σε ριζικότερες και περισσότερες αιρέσεις, από αυτές που ο Μ. Βασίλειος και οι άλλοι Καππαδόκες θεολόγοι αντιμετώπισαν με τη διάκριση στη θεότητα υποστάσεως και φύσεως.
Δεύτερον: Ο ελληνορωμαϊκός αλλά και γενικά ο ανατολικός κόσμος βδελυσσότανε τους νεκρούς και τα λείψανά τους. Η Εκκλησία, αντίθετα, όχι μόνο αναμένει την ανάσταση των νεκρών, αλλά τιμά τα λείψανα των αγίων και των μαρτύρων. Και το εντυπωσιακότερο (αποτροπιαστικό για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο) τα φυλάσσει όχι καταχωνιασμένα σε τάφους και μαυσωλεία, αλλά σε ναούς και σε σπίτια, όπου μένουν εκτεθειμένα για τιμητική προσκύνηση. Αυτά που ο εθνικός κόσμος βδελυσσότανε και τα ενταφίαζε διαπαντός η τα έκαιγε, τώρα οι χριστιανοί τα ασπάζονται με τα ίδια τους τα χείλη. Οι χριστιανοί προσεύχονται ενώπιόν τους και -αν είναι δυνατόν- τα φέρουν ακόμα και μαζί τους, στο σώμα τους, επειδή μέσω των ιερών λειψάνων διοχετεύεται θεία χάρη.
(Στυλιανού Παπαδοπούλου, Ορθοδόξων Πορεία, εκδ. Γρηγόρη, σελ.93-101)

ΔΕ ΘΑ ξεχάσω το θέαμα που είδα στη Λούρδη, το προσκύνημα της Παναγίας:
Εκατοντάδες ασθενών ήταν μαζεμένοι στο μέσον της πλατείας, εμπρός στη μεγάλη Βασιλική της Παναγίας.

Η λιτανεία των Πανααχράντων Μυστηρίων ξεκίνησε από το σπήλαιο των εμφανίσεων κι έφθασε στο μέσον της πλατείας για να δοθή ευλογία στους ασθενείς.

Πριν από την ευλογία ένας ιερεύς παρουσιάσθηκε εμπρός στα Άχραντα Μυστήρια και με δυνατή φωνή που εξεδήλωνε τη βαθειά του πίστι φώναξε:
- Ιησού, που είσαι εδώ παρών κάνε να περπατήσω.
- Ιησού, κάνε να περπατήσω, απήντησαν συγκινημένοι όλοι οι άρρωστοι.
- Ιησού, που είσαι εδώ παρών, συνέχισε ο ιερεύς, κάνε να ακούσω.
- Ιησού, κάνε να ακούσω, απαντούν πάλι οι άρρωστοι.
- Ιησού, που είσαι εδώ παρών, κάνε να δω.
- Ιησού, που είσαι εδώ παρών κάνε να δω.
... … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … …
Στο τέλος με πιο δυνατή φωνή, ώστε να αντηχήση στους λόφους και τις κοιλάδες της Λούρδης:
- Ιησού, κι αν δε θέλεις να γίνω καλά, ας γίνη το θέλημά σου.
Κι όλοι οι άρρωστοι με δάκρυα στα μάτια και βαθειά κατάνυξι σαν ένας άνθρωπος, επανέλαβαν:
- Ας γίνη το θέλημά Σου.


(Πάντα προς οικοδομήν, Υακίνθου επισκόπου Γρατιανουπόλεως, σελ.18-19)

Σε ένα χωριό της Γαλλίας υπήρχε ένα άγαλμα του Χριστού που καταστράφηκε εξαιτίας βομβαρδισμού.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε, οι χωρικοί αποφάσισαν να ξαναφτιάξουν το άγαλμα ενώνοντας όλα τα σπασμένα κομμάτια.
Βρήκαν πράγματι όλα τα κομμάτια, εκτός από τα δύο χέρια του Χριστού.
«Πώς μπορούμε να ξαναφτιάξουμε το άγαλμα του Χριστού, αφού δεν βρίσκουμε τα χέρια;» - σκέφτηκαν.
Ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, όταν ένας από τους χωρικούς υπέβαλε μία καινούργια ιδέα.

Ενθουσισμένοι τότε όλοι, ξανάφτιαξαν το άγαλμα στην εντέλεια, εκτός από τα δύο χέρια και χάραξαν στη βάση του αγάλματος τη σκέψη, που τους υπέβαλε ο συγχωριανός τους.
«Δεν έχω χέρια παρά μονάχα τα δικά σου»

(Κωνσταντίνου Κούρκουλα, Στάχυα τόμος Β, σελ.318)

Ἡ δύναμη τῆς κοινῆς προσευχῆς

– Γέροντα, μερικὲς φορὲς νιώθω τὴν ἀνάγκη νὰ μείνω στὸ κελλὶ καὶ νὰ κάνω πνευματικὰ παρὰ νὰ πάω στὴν Ἀκολουθία.
– Αὐτὸ ποὺ θὰ γίνη στὴν Ἀκολουθία, μπορεῖ νὰ γίνη ἄλλη ὥρα; Δὲν μπορεῖ νὰ γίνη. Ἐνῶ αὐτὸ ποὺ θὰ κάνης στὸ κελλί, μπορεῖ νὰ γίνη καὶ ἄλλη ὥρα.
– Στὴν ἐκκλησία, Γέροντα, δὲν νιώθω πάντα τὴν ἀλλοίωση ποὺ νιώθω στὸ κελλί.
– Κοίταξε· ἡ κατ’ ἰδίαν προσευχὴ εἶναι προετοιμασία γιὰ τὴν κοινή. Ἡ κοινὴ προσευχὴ ἀπὸ ἄποψη ποιότητος μπορεῖ νὰ εἶναι κατώτερη ἀπὸ τὴν κατ’ ἰδίαν, γιατὶ στὸν ναὸ δὲν μπορεῖς νὰ κινηθῆς ἐλεύθερα, ὅπως ὅταν εἶσαι μόνος. Ἀπὸ ἄποψη ὅμως ἰσχύος εἶναι ἀνώτερη, γιατὶ προσεύχονται ὅλοι μαζί, καὶ ἄλλου ἡ προσευχὴ ἔχει πιὸ πολλὴ δύναμη, ἄλλου πιὸ πολλὴ θέρμη κ.λπ. Αὐτὲς λοιπὸν τὶς δύο-τρεῖς ὧρες ποὺ γίνεται ἡ Ἀκολουθία, πρέπει νὰ εἶσαι κι ἐσὺ ἐκεῖ στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ προσευχηθῆς μαζὶ μὲ ὅλους. Τί εἶπε ὁ Χριστός; «Ὅπου εἶναι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» .
– Γέροντα, μὲ ἀναπαύει πιὸ πολὺ νὰ μένω στὸ κελλί, ἐπειδὴ στὴν Ἀκολουθία ἔχω περίσπαση.
– Ἡ ἀνάπαυση ποὺ νιώθεις ἐκείνη τὴν ὥρα στὸ κελλί, δὲν εἶναι πραγματικὴ ἀνάπαυση. Ἂν κάνης τὸν ἀγώνα σου μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ προσπαθήσης νὰ συγκεντρωθῆς καὶ νὰ λὲς τὴν εὐχή, τότε θὰ κάνης σωστὴ δου¬λειὰ καὶ θὰ βρῆς τὴν πραγματικὴ ἀνάπαυση. Νὰ κάνης μιὰ προσπάθεια νὰ ξεπεράσης τὶς δυσκολίες μέσα στὶς δυσκολίες· αὐτὸ πολὺ θὰ σὲ βοηθήση. Εἶναι σὰν νὰ ἐκπαιδεύεσαι στὸν στρατὸ μὲ πραγματικὲς σφαῖρες, πράγμα ποὺ σὲ κρατᾶ σὲ ἐγρήγορση.
– Γέροντα, στὴν Ἀκολουθία ζορίζομαι, γιατὶ δὲν μπορῶ νὰ λέω τὴν εὐχὴ καὶ νὰ παρακολουθῶ συγχρόνως τὶς ἀναγνώσεις καὶ τὰ ψαλτικά.
– Γιατί ζορίζεσαι; Βλέπω ὅτι ἔχεις ἀγωνία. Λές: «Θέλω νὰ προχωρήσω στὴν νοερὰ προσευχή, θέλω νὰ πλουτίσω...». Αὐτὸ ἔχει μέσα κρυφὸ ἐγωισμό, ὑπερηφάνεια. Ὄχι ὅτι δὲν ἀγωνίζεσαι· ἐγὼ σοῦ τὰ λέω καὶ λίγο ὑπερβολικά. Ἔχεις καλὴ διάθεση καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σὲ βοηθήση. Στάσου σὰν παιδάκι μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ μὴ σκέφτεσαι τίποτε. Κινήσου ἁπλά, καὶ θὰ δῆς πόση Χάρη θὰ σοῦ δώση ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία. Μπαίνοντας στὴν ἐκκλησία νὰ σκέφτεσαι πὼς μπῆκες μέσα στὸ καράβι, καὶ ἄφησε τὸν ἑαυτό σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ νὰ σὲ πάη ὅπου θέλει.
– Ὁ ὕπνος, Γέροντα, μὲ κλέβει στὶς Ἀκολουθίες καὶ μερικὲς φορὲς δὲν μπορῶ νὰ παρακολουθήσω καθόλου. Ὕστερα μοῦ λέει ὁ λογισμός: «Τί ἔγινε ποὺ πῆγες στὴν Ἀκολουθία, ἀφοῦ δὲν προσευχήθηκες;».
– Καὶ ὅταν νυστάζης, καὶ ὅταν σὲ κλέβη ὁ ὕπνος, τὸ καράβι ταξιδεύει. Μέσα στὸ καράβι, ἄλλος χαζεύει, ἄλλος νυστάζει, ἄλλος κοιμᾶται, ἀλλὰ τὸ καράβι προχωράει γιὰ τὸν προορισμό του. Ἐσὺ νὰ προσπαθῆς νὰ μὴν κοιμᾶσαι.
– Γέροντα, ἂν ὁ νοῦς στὴν Ἀκολουθία δὲν ἀσχοληθῆ μὲ τὴν προσευχή, εἶναι κουραστικὴ ἡ Ἀκολουθία.
– Ναί, γιατὶ τότε δὲν τρέφεται ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν ὁ νοῦς δὲν εἶναι στὰ θεῖα νοήματα, ἡ Ἀκολουθία εἶναι ἁπλῶς μία σωματικὴ ἄσκηση, ἕνας κόπος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πάντως, καὶ αὐτὸς ποὺ νυστάζει στὴν ἐκκλησία καὶ ἀγωνίζεται νὰ μὴν τὸν πάρη ὁ ὕπνος, ἔχει μεγάλο μισθό. Μήπως δὲν εἶχε κρεββάτι στὸ κελλί του, νὰ πάη νὰ κοιμηθῆ; Δυὸ κοσμικοὶ πῆγαν στὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ μιὰ ἀγρυπνία. Κοιμήθηκαν πρῶτα καὶ κατέβηκαν στὸν ναὸ στοὺς Αἴνους . Ἕνας καλόγερος στὸ διπλανὸ στασίδι νύσταζε καὶ ἀγωνιζόταν νὰ μὴν κοιμηθῆ. Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο κοσμικούς, ὅταν τὸν εἶδε, λέει στὸν διπλανό του: «Κοίτα, οἱ καλόγεροι κοιμοῦνται». Τότε ὁ ἄλλος τοῦ ἀπάντησε σὰν τὸν καλὸ ληστή : «Δὲν ντρέπεσαι; Ἐμεῖς κοιμηθήκαμε τόσες ὧρες καὶ τώρα ἤρθαμε. Δὲν θὰ μποροῦσε κι αὐτὸς νὰ πάη στὸ κελλί του νὰ κοιμηθῆ; Στρῶμα μπορεῖ νὰ μὴν ἔχη, ἀλλὰ ἕνα ξυλοκρέββατο θὰ ἔχη».
– Τὴν Ἀκολουθία, Γέροντα, δὲν τὴν χαίρομαι.
– Ὅλο χαρὰ νὰ ζητᾶμε; Βρίσκεσαι στὸν ναὸ γιὰ τὸν Χριστό. Στέκεσαι στὸ στασίδι, ἀκουμπᾶς κιόλας τὰ χέρια καὶ ξεκουράζεσαι λίγο. Νὰ σκέφτεσαι: «Ὁ Χριστὸς ἔχει ἁπλωμένα τὰ χέρια στὸν Σταυρό, ἐνῶ ἐγὼ ξεκουράζομαι κιόλας». Ἔτσι θὰ νιώσης ἀνάπαυση.
– Γέροντα, στὴν Ἀκολουθία μποροῦμε νὰ καθώμαστε;
– Ὅποιος ἔχει κάποια δυσκολία, μπορεῖ νὰ καθήση λίγο. Ὅποιος ὅμως ἔχει κουράγιο, καλὸ εἶναι νὰ στέκεται ὄρθιος. Ἀλλὰ αὐτὸ νὰ τὸ αἰσθάνεσθε καὶ νὰ τὸ κάνετε ἀπὸ μέσα σας. Ὄχι νὰ λέτε: «Τώρα θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, θὰ σταθοῦμε ἔτσι, θὰ ἔχουμε σκυμμένο τὸ κεφάλι, δὲν θὰ κουνηθοῦμε». Αὐτὸ εἶναι ἕνα πράγμα τυπικό, ἐξωτερικό.
– Πολλὲς φορές, Γέροντα, δὲν μπορῶ νὰ συγκεντρωθῶ μέσα στὴν ἐκκλησία, ἐπειδὴ πονοῦν τὰ πόδια μου ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία. Τί νὰ κάνω;
– Νὰ θυμᾶσαι τὸ τιμωρητικὸ ξύλο, στὸ ὁποῖο ἔβαλαν τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ λές: «Δόξα τῷ Θεῷ ποὺ πονάω». Τότε θὰ ξεχνᾶς τὸν δικό σου πόνο, ἡ καρδιά σου θὰ γλυκαίνεται καὶ θὰ λὲς καρδιακὰ τὴν εὐχή.

(Παϊσίου Λόγοι ΣΤ΄σελ. 207-210)

"Δυο μικρά παιδιά, ο Παύλος και η Όλγα, χάρις στο άπειρο έλεος του Κυρίου, που ανταποκρίθηκε στις προσευχές της αναξιότητός μου, έγιναν καλά από την αρρώστια τους.

Στην περίπτωση του Παύλου, η αρρώστια έφυγε μες από ένα ήσυχο ύπνο. Και το προσωπάκι της Όλγας φωτίσθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη με τη χαρά της υγείας.

Εννέα φορές πήγα να προσευχηθώ με πίστι, ελπίζοντας ότι την πίστι μου δεν θα την απεδοκίμαζε ο Κύριος.

Αρκεί να κρούη κανείς και η πόρτα θα του ανοιχθή. Μπορεί εγώ να ήμουν ανάξιος, αλλά ο Κύριος χάρις στο άπειρό του έλεος θα με άκουε. ο άδικος κριτής λύγισε τέλος στις επίμονες παρακλήσεις της γυναικός που τον ενωχλούσε με το αίτημά της. Πολύ περισσότερο ο δίκαιος Κριτής δεν θα έμενε ασυγκίνητος στην προσευχή μου για τα αθώα εκείνα παιδάκια. Δεν θα παρέβλεπε τα λόγια μου, τις γονυκλισίες μου, την πεποίθησί μου στο έλεός του. Και, πράγματι, δεν με απεδοκίμασε, εμένα τον αμαρτωλό ικέτη.

Πήγα για δεκάτη φορά στο σπίτι τους και τα μικρά ήσαν καλά.

Ευχαρίστησα από τα βάθη της καρδιάς μου τον Κύριο και τη Γρηγορούσα Μητέρα του". (παράγραφος 153)

"Η προσευχή στηρίζεται στην πίστι. Πιστεύω ότι υπάρχει ο Θεός και έτσι του μιλώ. Ότι είναι Παντοδύναμος, κρατώντας τα σύμπαντα στην παλάμη του χεριού του και ότι μου έδωσε τη φωνή για να του μιλώ.

Έχω πεποίθησι ότι η προσευχή μου φθάνει σ’ Αυτόν, πηγάζοντας από την καρδιά μου. Το ίδιο και η ανταλλαγή γραμμάτων ανάμεσα σε ανθρώπους, που τους χαρίζει κάποια απόστασις, στηρίζεται στην πίστη. Είναι πεπεισμένοι, όταν γράφουν μια επιστολή, ότι το πρόσωπο στο οποίο την απευθύνουν, ζη. Ξέρουν ότι η επιστολή θα φθάση στον προορισμό της, θα προκαλέση ωρισμένες εντυπώσεις, ιδέες και ψυχικές καταστάσεις και ότι η απάντησις που θα έλθη, θα αντιστοιχή στο περιεχόμενο της επιστολής." (παράγραφος 520)


"Όταν είναι να προσευχηθής στην Υπεραγία Θεοτόκο, έχε πριν την ακράδαντο βεβαιότητα, ότι δεν πρόκειται να φύγης από μπροστά της χωρίς να βρης έλεος.

«Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται», ψάλλει η Εκκλησία με πίστι στη Θεομήτορα.

Το να έχουμε αυτή τη βεβαιότητα, αυτή την ανεπιφύλακτο εμπιστοσύνη, είναι σωστό και δίκαιο. Είναι άπειρο το έλεος της Μητέρας του Ελεήμονος Θεού. Το έλεός της του μαρτυρεί η Εκκλησία όλων των εποχών και όλων των τόπων. Δεν υπάρχει περίπτωσις να αδιαφορήση για εμάς η Παναγία." (παράγραφος 19)

(Αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, Η εν Χριστω ζωή μου, εκδ. Παπαδημητρίου, 1996)

Μια διαφορετική εμπειρία Χαράς!

(η προσωπική εξομολόγηση μίας αδελφής μας για το βίωμά της).

Στη ζωή μου από τα παιδικά μου χρόνια έμαθα να προσπαθώ και να επιδιώκω πάντα κάτι καλύτερο από αυτό που κάθε στιγμή είχα. Βιαζόμουν, έτρεχα, τελειοποιούσα, δημιουργούσα, διόρθωνα, αλλά αισθανόμουν μέσα μου κάτι ανικανοποίητο και μη ολοκληρωμένο. Αυτό με παρότρυνε για περαιτέρω δραστηριότητα και προσπάθεια αλλά ταυτόχρονα μεγάλωνε μέσα μου  η αγωνία και η αστάθεια της ψυχής μου. Πίστευα στις προσωπικές μου δυνάμεις και ζούσα μια πνευματικότητα καθοδηγούμενη από τη δική μου κοσμική «ηθική».
Ο Θεός υπήρξε ανέκαθεν στη ζωή μου ως «παντοδύναμος» και «πάνσοφος» αλλά όχι «πανταχού παρών» και «συνοδοιπόρος μου». Ο «Σταυρός Του» και ο «Σταυρός μου» ήταν δύο διακριτά και απομονωμένα μεταξύ τους «πράγματα». Τα προβλήματά μου έπρεπε να τα λύνω μόνη μου «γιατί ποιος θα μπορέσει να τα λύσει αφού είναι δικά μου προβλήματα και είναι μέρος των δικών μου επιλογών;», έτσι σκεφτόμουν.
Ώσπου με κάποιο ευλογημένο τρόπο οδηγήθηκα σε μία εκκλησία και συναντήθηκα με κάτι που δεν ήξερα πώς να το ονομάσω,  αλλά ασκούσε πάνω μου μια αδιόρατη και πρωτοφανή έλξη που με έκανε να αναθεωρήσω την μέχρι τώρα ζωή μου.
Τότε – ντρέπομαι που το λέω, γιατί ήμουν περασμένα σαράντα – άρχισα να εκκλησιάζομαι τακτικά και το σημαντικότερο άρχισα να συμμετέχω στα μυστήρια του Θεού, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, είχα πνευματικό.
Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είναι «πνευματικός αγώνας»  - δεν είχα ξανακούσει την έκφραση αυτή,  άρχισα να αισθάνομαι βαθιά στην καρδιά μου την ύπαρξη ενός άλλου βαθύτερου επίπεδου, μέσα στο οποίο άρχισε να γεννιέται ένα αίσθημα παράξενης «καυτής» ευφορίας, που πλημμύριζε όλο μου το σώμα και μου γεννούσε μνήμη Θεού, αγάπης και γλυκύτητας. Αυτό συνέβαινε στιγμές χρονικά ασυσχέτιστες με την παρουσία μου στην εκκλησία, συνήθως στιγμές που ήμουν απορροφημένη με άλλες εργασίες.

Προσπαθούσα για παράδειγμα να βοηθήσω την κόρη μου για τις εξετάσεις του σχολείου και κάτι μέσα μου με διέκοπτε και με ξεσήκωνε να προσευχηθώ, να θυμηθώ το Θεό, να δοξολογήσω.  Το αίσθημα αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το εξηγήσω, ωστόσο ήταν κάτι συγκεκριμένο και υπαρκτό που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου να σκέφτομαι λογικά και να το προσπεράσω, γιατί «δεν γίνονται αυτά» αλλά η καρδιά μου επέμεινε να αισθάνεται τη ζεστή αύρα που πλημμύριζε όλη την ύπαρξη μου.

Αρχικά διαρκούσε κάποιες λίγες στιγμές μέσα στην ημέρα, έκτοτε με την πάροδο του χρόνου, με τη συχνή Θεία Κοινωνία και την παρουσία μου στην εκκλησία, διαρκούσε όλο και πιο πολύ και σταδιακά έγινε μια μόνιμη κατάσταση ευφορίας και «εσωτερικής χαράς».
Το συναίσθημα αυτό δεν ευθυγραμμιζόταν πάντα με το εξωτερικό μου συναίσθημα. Υπήρξαν στιγμές που εξωτερικά τσακιζόμουν ενώ ταυτόχρονα μέσα μου κάτι φτερούγιζε δυνατά. Έτσι αισθάνθηκα ότι ζω δύο ζωές, που αρχικά ήταν παράλληλες, αλλά ασυσχέτιστες μεταξύ τους. Στο βάθος της καρδιάς μου υπήρξε μια αδιόρατη χαρά και εξωτερικά ζούσα την κανονική μου ζωή με τα ποικίλα συναισθήματά της.
Μετά την πάροδο 3 ετών μέσα στην εκκλησία γνωρίζοντας αυτή τη διπλή μου «ιδιοσυγκρασία»,  προσπάθησα να ταυτίσω τις δύο ζωές μου. Να φέρω στην επιφάνεια την εσωτερική μου χαρά και να την κάνω οδηγό για κάθε εξωτερικό συναίσθημα. Ως μητέρα δύο παιδιών, σύζυγος, εργαζόμενη σε θέση καριέρας, μεσούσης της κρίσης, ζω μια ζωή χειμαρρώδη, σαρωτική, με μηδενικό ελεύθερο χρόνο και πολλές φορές «βίαιη».

Η χαρά στον πυρήνα της ψυχής μου, η γλύκα μιας απροσδιόριστης αγάπης, μια ζεστή αύρα που πλημμυρίζει όλο μου το σώμα, η προσευχή στα χείλη που έρχεται χωρίς να το επιλέξω είναι για μένα  «η χαρά του Χριστού μου».  Αισθάνομαι ότι είναι ένα δώρο από Εκείνον και όχι κάποια δική μου κατάκτηση γιατί πολύ απλά με τους ρυθμούς ζωής που ζω - έγνοιες, ευθύνες, τρεξίματα και φροντίδες και ποικίλες αδιέξοδες δυσκολίες – δεν προλαβαίνω να βάλω στη ζωή μου μνήμη Θεού.
Γνωρίζω ότι πρέπει να προσπαθήσω να ευθυγραμμίσω τις δύο ζωές μου, γιατί δύο παράλληλες ζωές  - όπως και δυο παράλληλες γραμμές – συμπορεύονται αλλά δεν συναντούνται γιατί τις χωρίζει μια απόσταση. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω. Εκείνο που έχω καταφέρει είναι να επικαλούμαι τη χαρά του Χριστού μου, σε κάθε δυσκολία της «επιδερμικής» ζωής και να λέω «δεν φοβάμαι, έχω το Χριστό μου και εκείνος μου έχει δώσει ένα δώρο, τι άλλο άραγε να θελήσω;».
Νομίζω ότι η πνευματική ζωή είναι μια πορεία ευθυγράμμισης της ζωής μας με την Αγάπη του Χριστού. Όταν οι δύο γραμμές της ζωής μας θα εφάπτονται, τότε θα πορευόμαστε πάνω στη γραμμή του Θεού.
Προσπαθώ να πλησιάσω όσο μπορώ περισσότερο, αλλά αυτό είναι ένας συνεχής αγώνας, μια διαδρομή δύσκολη, ένα μονοπάτι θυσίας, ένας δρόμος που οδηγεί την απόλυτη Αγάπη.
Θέλω να είμαι ευγνώμων για όλα τα καλά που μου έχει δώσει ο καλός Θεός. Με ευλόγησε να γίνω μητέρα, να έχω υγεία, να σπουδάσω να κάνω δημιουργικά πράγματα στη δουλειά μου. Δεν είναι όμως αυτά τα δώρα Του που επικαλούμαι όταν αισθάνομαι πληγωμένη και τσακισμένη.

Δε μου είναι αρκετό και δεν με αναπαύει τόσο αυτή η σκέψη. Ίσως να με αγχώνει λίγο γιατί με κάνει να αισθάνομαι αχάριστη. Εκείνο που με αναπαύει είναι να επικαλούμαι την εσωτερική μου «χαρά» το δώρο του Θεού μου, το εσωτερικό μου άδειασμα από τα κοσμικά και γέμισμα από τα Θεϊκά δώρα.
Αισθάνομαι κάποιες φορές ότι δεν χαίρομαι το Δώρο του Θεού όσο ίσως θα έπρεπε. Δεν τα καταφέρνω πάντα είναι προφανές.  Όμως αυτή η διαπίστωση της μικρότητά μου, με γεμίζει με την βεβαιότητα ότι είμαι ένας άνθρωπος που μέχρι «εκεί μπορώ να φτάσω», ίσως δεν μπορώ περισσότερο. Τότε έρχεται η στιγμή που ζητάω «συγνώμη» από το Θεό και τον παρακαλώ να μη μου πάρει το Δώρο Του.

Τις στιγμές αυτές αισθάνομαι αυτό το συναίσθημα στον πυρήνα της καρδιάς μου να γιγαντώνεται, και απορώ πως τη στιγμή των δακρύων, της θλίψης, της λύπης, της «πτώσης» Αυτός είναι εκεί. Η απάντηση  μέσα μου είναι: «η αγάπη του Χριστού  είναι αδιαμφισβήτητη  και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα πόσα μπορώ να καταλάβω ή πόσα μπορώ να καταφέρω». Αποδέχεται την μικρότητά μου γιατί «τόσο μπορώ».  Αυτό νομίζω σημαίνει Αγάπη Θεού, ανεξάρτητα της ασημαντότητας μου Εκείνος να είναι πάντα εκεί, και εγώ ευλογήθηκα να τον αισθάνομαι.
Αυτό το βίωμα μου αποτελεί για μένα την μεγαλύτερη απόδειξη ότι υπάρχει ο Θεός και ότι κατοικεί στην καρδιά μου, ακόμα και αν δεν το αξίζω. Αυτό με κάνει να θέλω συνεχώς να είμαι στη Θεία Λειτουργία, να θέλω να ρουφήξω Θεό όσο μπορώ περισσότερο στη ψυχή μου. Δεν χορταίνεται ο Θεός, δεν τελειώνει αυτή η δίψα, δεν μαθαίνεται ποτέ. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι  πρέπει όλα αυτά να τα εξηγήσω να τα ερμηνεύσω και τα εκλογικεύσω. Τώρα ευτυχώς δεν θέλω καμιά εξήγηση. Θέλω μόνο να υπάρχουν.
Ακούω πολλές φορές ότι ο Θεός παίρνει τα δώρα Του και αφήνει πάλι μόνους τους ανθρώπους Του για να προσπαθήσουν  περισσότερο. Δεν νομίζω ότι θα το άντεχα αυτό, για αυτό τον παρακαλώ μέρα νύχτα να μη στερήσει από εμένα το Δώρο Του. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το Χριστό «μου».

Θέλω να το φωνάξω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Εγώ ο ίδιος άνθρωπος μέσα στον ίδιο αγώνα, με τον ίδιο Σταυρό όταν κοινώνησα πήρα ένα Δώρο και το πήρα άμεσα. Αυτό το δώρο είναι απόδειξη ότι υπάρχει Θεός, και ότι είναι εδώ και με αγαπάει πολύ και δεν θέλω να Τον χάσω. Αυτό το δώρο ίσως να είναι η απόδειξη ότι έκανα ήδη και εγώ έναν αγώνα «συν Θεώ» χωρίς να το έχω αντιληφθεί.
Κανένα δώρο δεν δίνεται χωρίς λόγο, το αντιλαμβάνομαι αυτό Θεέ μου, γιαυτό υπόσχομαι να συνεχίσω να είμαι πάντα «εκεί». Εκεί που με συνάντησες εκεί θα μείνω, αυτό αισθάνομαι να μου ζητάς. Υπόσχομαι να το κάνω αυτό Θεέ μου, και αυτό  θα είναι  το δικό μου μικρό «δώρο» και με τη δική Σου βοήθεια θα τα «καταφέρουμε» Θεέ μου. Έτσι δεν είναι ;
Σε παρακαλώ καλέ μου Θεέ, λατρεμένε μου Χριστέ, μη μου στερήσεις  τα Δώρα Σου!

Μ.Ψ.

(Ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Στυλιανός Παπαδόπουλος, εξέχων Πατρολόγος, για 10 χρόνια συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας μας στους επισήμους Διαλόγους με Παπικούς και Προτεστάντες. Εδώ εκθέτει τα συμπεράσματα της πολυετούς εμπειρίας του. Οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Οι Διάλογοι: Αυτονόητοι, αναποτελεσματικοί και προβληματικοί
Ριζική πρόκληση στην εποχή μας και άρα πρόβλημα σοβαρό για την Εκκλησία και τη θεολογία της απέβησαν και οι Διάλογοι: Διορθόδοξοι, Διαχριστιανικοί και Διαθρησκειακοί. Από τα μέσα ήδη του 20ου αιώνα, πύκνωσαν τόσο πολύ και επιβλήθηκαν στη συνείδηση πάντων τόσο πειστικά, που πλέον η συμμετοχή σε Διαλόγους θεωρείται αυτονόητη.
Έτσι, και η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει σχεδόν σε όλους τους Διαλόγους, τους οποίους συνδιοργανώνει και διεξάγει με χριστιανικές Ομολογίες ή με άλλες θρησκείες. Συχνά πυκνά, όμως, η Εκκλησία μας αντιμετωπίζει διλήμματα και προβληματίζεται έντονα για τους Διαλόγους αυτούς. Στην αναποτελεσματικότητα και στις ενδογενείς αδυναμίες εστιάζονται οι λόγοι του προβληματισμού και των διλημμάτων.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των Διαλόγων σχετίζεται με τους διαλεγομένους Ορθόδοξους, που εκπροσωπούν τις τοπικές αυτοκέφαλες Εκκλησίες τους. Πολλοί από αυτούς, επιλεγόμενοι χωρίς ορθά κριτήρια από τις τοπικές Συνόδους, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τους συνομιλητές τους, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της Ορθοδοξίας να είναι πολύ μειωμένη. Αλλά και οι λίγοι που είναι μελετημένοι και ικανοί και αποφασιστικοί εκφραστές της Ορθόδοξης θεολογίας, δεν επαρκούν για δύο λόγους.

Πρώτον διότι οι συνδιαλεγόμενοι μαζί τους (όπως γνωρίζω προσωπικά για την περίπτωση των Ρωμαιοκαθολικών) είναι σε μεγάλη πλειοψηφία επιλεγμένοι διακεκριμένοι θεολόγοι. Δεύτερον, διότι οι Ορθόδοξοι (μέλη Διαλόγων) ούτε μεταξύ τους για δύο τρεις ημέρες έχουν από κοινού επεξεργασθεί τα προς συζήτηση θέματα, ούτε στην έδρα κάθε Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάρχει κάποια θεολογική ομάδα, στην οποία ο Ορθόδοξος να μπορεί να ζητήσει βοήθεια-συμβουλή, εάν βρεθεί σε δύσκολη θέση κατά τις απρόβλεπτες, συχνά, εξελίξεις στην πορεία των συζητήσεων.
Η αναποτελεσματικότητα συνδέεται ακόμα με τρία στοιχεία. Πρώτον, με τη σταθερή εμμονή των διαλεγομένων εταίρων μας στη διδασκαλία και στις απόψεις της Ομολογίας ή της θρησκείας τους. Δεν συνέβη, μέχρι σήμερα, κάποια Ομολογία να δεχτεί να εγκαταλείψει στοιχείο της διδασκαλίας της ως αποτέλεσμα των θεολογικών συζητήσεων στο πλαίσιο Διαλόγου με Ορθόδοξους. Κάποιες ίσως δευτερεύουσες και πρακτικές μόνο πλευρές δυνατόν να δέχτηκαν οι εταίροι μας ν’ αλλάξουν· ποτέ στοιχείο της διδασκαλίας τους, στο οποίο, βέβαια, εμείς επιθυμούμε να αλλάξουν.
Δεύτερον, η αναποτελεσματικότητα συνδέεται με τον φονταμενταλισμό (θεμελιοκρατία). Αυτός, δηλαδή, ο κάθε φορέας του, ένεκα του φανατισμού, αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να ασκήσει πραγματική θεολογία, από την οποία και μόνο μπορούμε να ελπίσουμε πρόοδο σε θεολογική συζήτηση και, φυσικά, υποχώρηση από κάποια άποψη.
Τρίτον, η τυχόν συγκρητιστική διάθεση μελών μιας Ομολογίας (χριστιανικής-προτεσταντικής-αγγλικανικής) οδηγεί επίσης σε αναποτελεσματικότητα. Έχει μικρή και μόνο σχετική σημασία η αποδοχή, π.χ., από κάποια τέτοια ομολογιακή ομάδα μιας Ορθόδοξης διδασκαλίας, διότι παράλληλα η ίδια ομολογιακή ομάδα μπορεί να δεχθεί άλλη διδασκαλία άλλης Ομολογίας, ανατρεπτική εκείνης που δέχτηκε από τους Ορθοδόξους. Αυτό, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν, επειδή εκλαμβάνονται ως σχετικά τα δόγματα της Εκκλησίας και συνήθως προϋποτίθεται η θεωρία των κλάδων (ότι όλες οι Ομολογίες κατέχουν μέρος αλήθειας). Η θεωρία αυτή, που εκτρέφει ανομολόγητα συγκρητιστικές διαθέσεις αλλά και την ανοχή-ανεκτικότητα (tolerance), δεν χωράει στο πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανοχή αυτή στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπερβαίνεται και αποβαίνει θετική στάση. Ο γνήσιος Ορθόδοξος οφείλει όχι απλώς ν’ ανέχεται, αλλά και να αγαπάει τα μέλη οποιασδήποτε Ομολογίας ή θρησκείας, ενώ δεν παραλείπει να εξηγεί την πίστη του, δείχνοντας το που σφάλλουν οι άλλοι. Και φαίνεται ότι το έσχατο, το περισσότερο, που επιδιώκει σήμερα η Οικουμενική κίνηση, στους κόλπους της οποίας διεξάγονται ποικίλλοι Διάλογοι, είναι η ανοχή, η tolerance. Αυτή όμως δεν είναι καθαυτό χριστιανική αρετή, στοιχείο γνήσια θετικό. Είναι μόνο ανθρώπινο μέτρο.
Θείο μέτρο, εδώ, και αρετή χριστιανική είναι η αγάπη, με την οποία μόνο υπερβαίνεται το μίσος και η αποστροφή. Δυστυχώς όμως για την Οικουμενική Κίνηση, που απορροφά σήμερα τεράστιες πνευματικές δυνάμεις, η αγάπη δεν μπορεί ν’ αποτελέσει επίτευγμά της, διότι η αγάπη εξαρτάται μόνο από την αλήθεια, γεννιέται μόνο όπου βιώνεται η αλήθεια. Μόνο αυτοί που αγωνίζονται για την αποκεκαλυμμένη αλήθεια, αυτοί που την ζουν με συνέπεια, είναι δυνατό να πραγματώσουν την αρετή της αγάπης.
Στο κλίμα της θεωρίας των κλάδων φυτεύθηκε άνετα και η φιλοσοφικοκοινωνιολογικής προελεύσεως θεωρία της ετερότητας (ή της νομιμοποιήσεως της διαφορετικότητας) που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: στην αποδοχή -στο χώρο της Εκκλησίας- κάθε είδους δογματικής-θεολογικής παρεκκλίσεως και κακοδοξίας.

Ενότητα, θεολογία και αλήθεια
Είναι φανερό πως η αρετή της αγάπης είναι θεολογική αρετή. Και στην Οικουμενική Κίνηση η θεολογία δεν είναι στα πρώτα desiderata. Εκεί σχετικοποιείται το γεγονός της αληθείας και κατ’ ανάγκην η θεολογία είναι υποτονική. Και όσο θα υποχωρεί η θεολογία, τόσο θα προχωρεί η διάσπαση.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στη Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, που έγινε στο Βανκούβερ του Καναδά το 1983, οι δογματικοθεολογικές διαφορές κατακυρώθηκαν ως νόμιμες, θεσμοθετήθηκαν σχεδόν, δεν θεωρήθηκαν εμπόδιο για την ενότητα (δεν πρόκειται εδώ για τις τοπικές παραδόσεις, τα έθιμα και τις πρακτικές κάθε τοπικής Εκκλησίας).
 Διαμαρτύρονται συνήθως οι Προτεστάντες του Συμβουλίου Εκκλησιών για την επιφυλακτικότητα των Ορθοδόξων έναντι του Συμβουλίου τούτου. Δεν θέλουν, όμως, να καταλάβουν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Συμβούλιο αδιαφορεί για την ενότητα στην αλήθεια. Από σκοπός που αρχικά υπήρξε «η ενότητα εν τη αληθεία», το ενδιαφέρον για την αλήθεια απέβη μόνο περιθωριακό.
Ενδεικτικό της ενδογενούς και κατανοητής θεολογικά νοοτροπίας του Συμβουλίου Εκκλησιών, όπου κυριαρχεί το προτεσταντικό πνεύμα, είναι ότι δεν ενοχλείται από την πολυδιάσπαση των προτεσταντικών Ομολογιών. Κάθε νέα Ομολογία, όσο ακραία και κατ’ ουσίαν αντιτριαδική και αντιευαγγελική και αν είναι, γίνεται δεκτή στους κόλπους του ως ισότιμο μέλος. Αυτό δείχνει για τον οποιοδήποτε Ορθόδοξο θλιβερή κι εφάμαρτη αδιαφορία για την αλήθεια.
Έτσι, ενώ από τις αρχές του 20ου αιώνα δημιουργήθηκε η Οικουμενική Κίνηση προς επιδίωξη της ενότητας «εν τη αληθεία», στο τέλος ακριβώς του ίδιου αιώνα και στην ανατολή του επομένου, επικυρώνεται η αδιαφορία για την αλήθεια, εφόσον, καθώς νομίζουμε, μπορούμε να έχουμε ενότητα με διαφορετική πίστη, με διαφορετικές «αλήθειες». Και δεν έχουμε ούτε τον στοιχειώδη ρεαλισμό, για να καταλάβουμε ότι πραγματική ενότητα εξασφαλίζεται μόνο στην αλήθεια, η οποία όμως είναι μία. Η αλήθεια είναι Μυστήριο και, αφού μας φανερώνεται-αποκαλύπτεται από τον ίδιο τον Θεό, οφείλουμε να μετέχουμε σ’ αυτήν -και μόνο σ’ αυτήν- ρεαλιστικά. Επομένως, όσο αδιαφορούμε για την ενότητα «εν τη αληθεία», ενότητα δεν θα έχουμε. Ο Θεός που φανερώνει -σε όσους επιζητούν- την αλήθεια, Αυτός παρέχει και την αληθινή ενότητα. Κάθε άλλη ενότητα μένει ανέρειστη, επιφανειακή, μη πραγματική.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί εμφαντικά και η παραχώρηση, την οποία οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έκαναν και κάνουν προς το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Ο θεμελιακά προτεσταντικός αυτός οργανισμός αυτοχαρακτηρίσθηκε «Συμβούλιο Εκκλησιών» και εμείς οι Ορθόδοξοι δεχθήκαμε να μετάσχουμε σ’ αυτόν, μολονότι φρονούμε πως οι προτεσταντικές Ομολογίες-Κοινότητες, που κυρίως το συγκροτούν, δεν είναι πράγματι εκκλησίες.
Και όχι μόνο. Η πλειονότητα των Ομολογιών-μελών του Συμβουλίου τούτου δεν έχουν και δεν θέλουνε να έχουν στον τίτλο τους τον όρο «Εκκλησία». Αντιλαμβάνεται ο καλόπιστος συζητητής πόσο μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι Ορθόδοξοι για την ενότητα της Εκκλησίας, ώστε να φτάνουνε στο σημείο να παρακάθηνται με χριστιανούς, που αρνούνται ακόμα και την λέξη «Εκκλησία». Πρόκειται για μεγαλειώδη ταπείνωση, για θαυμαστή κένωση, στην οποία μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία αντέχει να προβεί. Και συμπεριφέρεται η Εκκλησία μας έτσι, ενώ ούτε συγκρητιστικές, ούτε φονταμενταλιστικές τάσεις έχει. Η αληθινή αγάπη της για την αλήθεια την οδηγεί στους Διαλόγους, μολονότι έχει πάντα το αίσθημα της αποκλειστικότητας για την αλήθειά της.

Προϋποθέσεις  του «ίνα πάντες εν ώσιν»
Η παραπάνω διαπίστωση, αναφορικά με τα προβλήματα που οι Ορθόδοξοι έχουμε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο, φαίνεται και είναι απογοητευτική: όσο σ’ αυτό θα υποχωρεί η γνήσια θεολογία, τόσο η ποθούμενη ενότητα θα απομακρύνεται ακόμη και ως όραμα. Δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε λόγο να αναλίσκονται σε οικουμενικές συνάξεις μόνο και μόνο για να συνηθίσουν να ανέχονται τους συνανθρώπους. Προσπαθούν κάτι πολύ περισσότερο, να τους αγαπούν. Έτσι, όσο θα βεβαιώνονται οι Ορθόδοξοι ότι το Συμβούλιο Εκκλησιών αδιαφορεί για την «εν αληθεία» ενότητα, τόσο θ’ αποστασιοποιούνται από αυτό.  Ίσως να φτάσουν και σε γενικότερη αποχώρηση - γιατί δύο τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουνε ήδη αποχωρήσει. Τώρα μάλιστα, κάτι τέτοιο είναι ευκολότερο. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών ελευθερώθηκαν από τα δεσμά τυραννικών καθεστώτων (κομμουνιστικών) και είναι περισσότερο αυτόβουλες και ελεύθερες στις κινήσεις τους.
Επιγραμματικά υπενθυμίζουμε τη θεολογική θέση των Ορθοδόξων, ότι ενότητα εξασφαλίζεται-γεννιέται μόνο από τη θεία αλήθεια. Ο πολύμορφος και πολυδιασπασμένος προτεσταντικός κόσμος, έχοντας πανίσχυρο λόγω στις δυτικές κοινωνίες (εκεί δηλαδή όπου οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε ισχυρό λόγο) τυμπανίζει per terra per mare το ενδιαφέρον του για την ενότητα και προβάλλει την πιστότητα στους λόγους του Κυρίου «ίνα ώσιν εν» (Ιωάν. 17: 11 και 22). Εμείς, όμως, οφείλουμε να του υπενθυμίζουμε το πλήρες τούτο Κυριακό λόγιο, που έχει ως εξής: «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν». Ζητάει ο Ιησούς Χριστός από τον Θεό Πατέρα να «τηρήση», να βοηθήσει, τους Αποστόλους και όλους τους πιστούς, ώστε να είναι «εν», να έχουν ενότητα. Το «εν» όμως τούτο έχει συγκεκριμένο υπόδειγμα και μέτρο: την ενότητα που έχει ο Υιός με τον Πατέρα («καθώς ημείς»). Ο Υιός και ο Πατέρας έχουνε την αυτή θεία φύση, την αυτή  θεία βουλή, την αυτή θεία ενέργεια και θέληση. Όλα τους είναι κοινά, μολονότι αποτελούν ιδιαίτερες υποστάσεις-πρόσωπα. Γι’ αυτό και, όταν οι Ορθόδοξοι μιλάμε για ενότητα, πιστεύοντας απόλυτα στη Γραφή, ζητάμε ενότητα και στην αλήθεια. Όπως δεν νοείται άλλη φύση να έχει ο Πατέρας και άλλη ο Υιός, ή άλλο να θέλει ο Πατέρας και άλλο ο Υιός, έτσι κι εμείς επιδίωξη πρέπει να έχουμε την ενότητα στην αλήθεια, στη διδασκαλία, ανεξάρτητα από το πόσο εκάστοτε την πραγματώνουμε.

Γιατί μένουμε στους Διαλόγους
Σε όλα όσα παραπάνω εκθέσαμε υπάρχει μία πολύ σοβαρή ένσταση: Ωραία, ο θεολογικός διάλογος στους κόλπους του Συμβουλίου Εκκλησιών και πολύ περισσότερο ο διαθρησκειακός διάλογος δεν φαίνεται, προσωρινά τουλάχιστον, να έχουνε προοπτική. Πρέπει, λοιπόν, ν’ αποχωρήσουμε από τέτοια διεθνή και διμερή κέντρα; Δεν έχουμε κάποιο σοβαρό λόγο, που να επιβάλλει την εκεί Ορθόδοξη παρουσία;
 Το δίλημμα, χωρίς αμφιβολία, είναι αδυσώπητο. Και αυτό, διότι, παρά την απογοήτευσή μας, δεν γνωρίζω εάν έχουμε δικαίωμα ν’ αποσύρουμε τον Ορθόδοξο λόγο, την Ορθόδοξη φωνή, από την οποιαδήποτε διεθνή, διμερή ή πολυμερή σύναξη· εκεί όπου καθ’ οιονδήποτε τρόπο συζητούνται, απροϋπόθετα έστω, πνευματικά ζητήματα. Σε περιπτώσεις όπου η απουσία Ορθοδόξων εκπροσώπων και Ορθοδόξου λόγου, έστω και ασθενικού, κριθεί προτιμότερη και ωφελιμότερη από την παρουσία, τότε οφείλουμε αμέσως ν’ αποχωρήσουμε. Φοβάμαι, όμως, ότι για τέτοιο δικαίωμα δεν θα πείσουμε τους εαυτούς μας, όσο απαιτητικοί και αν είμαστε για τις προϋποθέσεις, που επιθυμούμε να υπάρχουν στους διάφορους Διαλόγους.
Όσο το δικαίωμα της αποχωρήσεως είναι δίλημμα, τόσο ο μονόδρομος του καθήκοντος προβάλλει επιτακτικός: να γινόμαστε όλο και πιο ικανοί, όλο και πιο γνήσιοι Ορθόδοξοι, ώστε ν’ αρθρώνουμε Ορθόδοξο λόγο ακόμα και στις πιο απρόσφορες διεθνείς συνάξεις. Να προσθέσουμε, ακόμα, ότι και η ελάχιστη ελπίδα για επίτευξη ανοχής, μέσω των διαχριστιανικών Διαλόγων, ή στοιχειώδους ειρήνης, μέσω των διαθρησκειακών Διαλόγων, δεν μπορεί να περιφρονηθεί.
Εάν με τους Διαλόγους επιτυγχάνεται, σε μικρό έστω βαθμό, ο περιορισμός των ουνιτικών προσπαθειών και του αθέμιτου προσηλυτισμού, δεν μας επιτρέπεται ν’ αδιαφορήσουμε. Εάν ο Διάλογος με τους μουσουλμάνους συντελέσει σε στοιχειώδη εκ μέρους τους ανοχή προς τους χριστιανούς, είναι και αυτό κάτι για το οποίο δεν πρέπει ν’ αδιαφορήσουμε. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η ελευθερία των χριστιανών να ασκούν δημόσια -ενίοτε και ιδιωτικά- τα λατρευτικά τους καθήκοντα είναι ανύπαρκτη ή πολύ προβληματική σε μουσουλμανικές χώρες (Σαουδαραβία, Ιράκ, Ιράν κ. ά.).  Οι αποκλεισμοί εκεί και οι δολοφονίες είναι πολύ συνηθισμένα φαινόμενα. Και αν τολμήσει κάποιος μουσουλμάνος να γίνει χριστιανός, οι πρώην ομόθρησκοί του αισθάνονται καθήκον τους να τον σκοτώσουν. Αντίθετα, στις δυτικές χώρες κανένας μουσουλμάνος δεν κινδυνεύει από κανέναν και για τίποτα. Και ακόμη περισσότερο, οι δυτικοί που ασπάζονται το Ισλάμ είναι πολλοί και όλοι τους ζουν ακίνδυνα και άνετα στο περιβάλλον τους.
Δεν πρέπει να λησμονάμε ότι, σήμερα, η παγκόσμια κοινωνία ζει εν διαλόγω, μολονότι αυτό ισχύει μόνο θεωρητικά. Στην πραγματικότητα, ο διάλογος γίνεται προπέτασμα και σπάνια είναι ειλικρινής. Εμείς, μολονότι γνωρίζουμε την ψευδεπίγραφη κατάσταση του διαλόγου, δεν έχουμε άλλο τρόπο προσεγγίσεως του κόσμου. Όπλο μας είναι μόνο ο λόγος. Και, αφού, έστω προφασιστικά, ο τρόπος υπάρξεως (modus vivendi) του κόσμου είναι διαλογικός, εμείς μετέχουμε, προσπαθώντας τουλάχιστον να εξασφαλίσουμε, όσο γίνεται ειλικρίνεια από τους άλλους και ετοιμότητα από τους εαυτούς μας.
Ριζικότερος όμως λόγος της παραμονής μας στους Διαλόγους είναι η πλήρης αδυναμία μας να γνωρίζουμε: πότε ο Θεός θα φωτίσει τους συνομιλητές μας να κατανοήσουνε την αλήθεια που ευαγγελιζόμαστε και πότε εμάς τους ίδιους θα φωτίσει και ικανώσει ο Θεός, ώστε στις συζητήσεις και ανταμώσεις μας να είμαστε όσο πρέπει αυθεντικά Ορθόδοξοι και πειστικοί. Ούτε το ένα γνωρίζουμε ούτε το άλλο. Βέβαιοι μόνο είμαστε για την απουσία όσο καλής θελήσεως χρειάζεται από την πλευρά των μη Ορθοδόξων και για την αδυναμία των Ορθοδόξων, να παρουσιάζουμε γνήσια την πίστη μας. Προπαντός να μην συνυπογράφουμε κείμ