Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

(Από το βιβλίο: Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα,εκδ. ο Σωτήρ σελ. 548-617)


Β) Η αξιοπιστία των μαρτύρων της Αναστάσεως.

Μολονότι δι’ όσων είπομεν αι περί της αναστάσεως μαρτυρίαι παρουσιάζονται ανώτεραι πάσης υπονοίας και αδιάσειστοι εις κύρος ιστορικόν και εις αυθεντίαν γνησιότητος, δεν θεωρούμεν περιττόν να εξετάσωμεν και τας αντιρρήσεις, τας οποίας εκάστοτε προέβαλον οι πολέμιοι του ιστορικού γεγονότος της αναστάσεως, παρέχοντες ούτω την ευκαιρίαν εις τον φίλον· αναγνώστην, ίνα κρίνη μόνος περί του ποία πλάστιγξ κρατεί της αληθείας το άσταθμον βάρος.

Δύο τίνα  ενδέχεται να συμβαίνουν, καθ’ ην περίπτωσιν η μαρτυρία περί της αναστάσεως δεν είναι κατά πάντα αληθής. Οι μάρτυρες της αναστάσεως ή από σκοπού και εκ προ μελέτης λαλούσι το ψεύδος, οπότε δεν είναι παρά ελεεινοί ψεύσται, ανάξιοι όχι μόνον της εμπιστοσύνης μας, αλλά και οιασδήποτε δικαιολογίας ή επιεικείας· ή απεπλανήθησαν και αυτοί, εν χρηστώ δε συνειδότι πλέον λαλούσι περί εκείνου, το οποίον υποκειμενικώς μεν, όσον αφορά εις αυτούς, είναι αληθές, αντικειμενικώς όμως δεν είναι πραγματικόν. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν είναι μεν ανάξιοι της εμπιστοσύνης μας, συγχρόνως όμως δεν παύουσι να είναι άξιοι των συμπαθειών μας, αυτού ακόμη του θαυμασμού μας. Εάν επλανήθησαν, η πολιτεία των όμως υπήρξε πολιτεία ανθρώπων ευσυνειδήτων.

Ας εξετάσωμεν τας υποθέσεις ταύτας και ας ίδωμεν κατά πόσον εκάστη εξ αυτών δύναται να στηριχθή επί βάσεως βεβαίας η έστω και πιθανής.

α) Οι μάρτυρες της Αναστάσεως δεν είναι ψεύσται.

Την πρώτην εκ των ανωτέρω υποθέσεων υιοθέτησαν πρώτοι οι Ιουδαίοι, οίτινες κατά τον Ματθαίον έπεισαν τους εις τον τάφον του Ιησού φρουρήσαντας στρατιώτας να είπωσιν, ότι «οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων» (Ματθ. κη' 13). Εκ των νεωτέρων ο Reimarus (εις τα Wolfenbuetteler Fragmente eines ungenanntenn), μολονότι αναγνωρίζει, ότι η υπό των μαθητών κλοπή του σώματος του Ιησού είναι όλως απίθανος ([1]), εν τούτοις διατείνεται, ότι οι μαθηταί επενόησαν τον μύθον της αναστάσεως δια να αναστηλώσωσι το οικοδόμημα των ελπίδων αυτών, τας οποίας έβλεπον κατερειπουμένας δια του θανάτου του Διδασκάλου των. Κατά τους μετέπειτα χρόνους η υπόθεσις αυτή παρουσιάσθη υπό διαφόρους μορφάς. Ούτω η υπεξαίρεσις του σώματος του Ιησού υπό μεν του Renan απεδόθη εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, υπό δε των Oskar Holtzmann ([2]), Η. Holtzmann ([3]) και W. Heitmuller ([4]) εις τον Ιωσήφ τον από Aριμαθαίας, συγκατατεθέντα μεν όπως προσωρινώς τοποθετηθή εν τω οικογενειακώ του τάφω το σώμα του Ιησού, αλλά μη θελήσαντα εν τέλει να τηρηθή εκεί διαπαντός το πτώμα ενός κατάδικου ή και επιζητήσαντα να ασφαλίση αυτό κατά πάσης βεδηλώσεως, δι’ ο και εφρόντισεν όπως μεταφερθή τούτο εις Αριμαθαίαν· και υπό του Α. Reville ([5]) εις τούς Ιουδαίους ή εις τους ανθρώπους του συνεδρίου επί τω σκοπώ όπως προληφθή να καταστή ο τάφος τόπος προσκυνήματος υπό των μαθητών και άλλων θιασωτών του Ιησού.

Αλλ’ η περί κλοπής ή υπεξαιρέσεως του σώματος θεωρία ουδ' ως αξία συζητήσεως υπόθεσις δύναται να θεωρηθή, ως άλλως τε εμφαίνεται εκ του ότι και αυτοί οι ριζοσπαστικώτεροι των νεωτέρων ορθολογιστών απεκήρυξαν ταύτην ([6]). Θα ηδύνατο εν τούτοις να παρατηρηθή κατά της υποθέσεως ταύτης, ότι:

1) Εμπεριέχει αντίφασιν.

Αφού οι στρατιώται εκοιμώντο, πώς θα ήτο δυνατόν να χρηματίσωσι μάρτυρες αξιόπιστοι, αφού ούτε είδον, ούτε ήκουσαν, ούτε άλλως πως δια των αδρανουσών υπό το κράτος του ύπνου αισθήσεων αυτών αντελήφθησαν, τι συνέβη δια να κενωθή ο τάφος; ([7]).

2) Aπoκηρύττεται από την στάσιν των αρχόντων.

Αληθώς, ούτε η φρουρά του τάφου εισήχθη εις δίκην, μολονότι οι Ρωμαϊκοί νόμοι ετιμώρουν αυστηρώς τους παραμελούντας το καθήκον αυτών φύλακας (Πράξ. ιβ' 19), ούτε κατά των μαθητών εστήθη ποτέ επισήμως κατηγορία τις, ότι διαρρήξαντες τας επί του τάφου σφραγίδας έκλεψαν το σώμα του φρουρούμενου νεκρού.

Το επιχείρημα τούτο προσλαμβάνει ιδιάζουσαν σοβαρότητα κατά της υποθέσεως, ότι η κλοπή διενηργήθη υπό ανθρώπων του συνεδρίου, ως υπεστήριξεν ο Reville. Πράγματι, καθώς παρατηρεί ο V. Rose ([8]), όταν οι Απόστολοι εκήρυττον δημοσία την ανάστασιν, ήτο όλως απίθανον, ότι τα μέλη του συνεδρίου θα εσίγων και δεν θα έσπευδον να διαψεύσωσι τους Απόστολους επιδεικνύοντες το υπό την κατοχήν των πτώμα του Ιησού. «Είναι κατανοητόν, ερωτά ο Rose, ότι έναντι του κηρύγματος τούτου του μοναδικού περί της αναστάσεως ανθρώπου, τον οποίον ηθέλησαν να εξοντώσωσι σταυρούντες αυτόν, οι άρχοντες αυτοί οι μοχθηροί και γεμάτοι από περιφρόνησιν δια τον Ιησούν θα έμενον σιωπηλοί και αδρανείς; Το πειστήριον ήτο εις τας χείρας των· ηδύναντο να καταρρίψωσι δια μιάς μόνης χειρονομίας, δι' ενός λόγου, την νέαν πίστιν, της οποίας αι ραγδαίαι πρόοδοι ανησύχουν αυτούς και αφού εφόνευσαν τον προφήτην να καταρρίψωσιν εις ερείπια το έργον του διαπαντός. Εάν τα μέλη του συνεδρίου εσιώπησαν, εάν δεν αντέταξαν την παταγώδη ταύτην διάψευσιν, έπραξαν τούτο, διότι δεν ήσαν εις θέσιν να παράσχωσιν αυτην» ([9]).

3) Καθίσταται απίθανος ένεκα του δυσκόλου της κλοπής.

Αυτός ο Reimarus ερωτά ([10]), πού θα εύρισκον το θάρρος οι μαθηταί του Ιησού δια να ενεργήσωσι τοιαύτην κλοπήν, μάλιστα κατά τας ημέρας του Πάσχα, καθ’ ας η πόλις και τα πέριξ αυτής κατεπλημμυρούντο από προσκυνητάς ([11]), των οποίων ο αριθμός υπερέβαινε κατά πολύ τα δύο εκατομμύρια; Εν μέσω τοιαύτης ανθρωποπλημμύρας πώς θα καθίστατο δυνατόν να τηρηθή μυστική η μεταφορά ενός νεκρού;

4) Εκρίθη υπό των συγχρόνων ανάξιος προσοχής.

Ο Ματθαίος αναγράφων την συκοφαντικήν μαρτυρίαν των φυλάκων του τάφου προσθέτει, ότι «διεφημίσθη ο λόγος ούτος παρ' Ιουδαίοις μ έ χ ρ ι   τ η ς   σ ή μ ε ρ ο ν» (Ματθ. κη' 15). Τοσούτον διεοπάρη η φήμη αυτή, ώστε μετά τριάκοντα ολόκληρα έτη από του θανάτου του Ιησού, οπότε συνεγράφη το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ο λόγος ούτος εξακολουθεί να διαφημίζεται. Και όμως κατέστη αδύνατον να κατισχύση και να γίνη πιστευτός. Εις αυτά τα Ιεροσόλυμα ολίγας μόλις μετά την σταύρωσιν εβδομάδας θεμελιούται η πρώτη εκκλησία αριθμούσα ολοκλήρους χιλιάδας μελών. Είκοσι δε μόλις έτη ύστερον ο Παύλος γράφει επιστολάς προς εκκλησίας εγκαθιδρυμένας εις αυτά τα επισημότερα κέντρα του τότε γνωστού κόσμου, εις την Κόρινθον και εις την Ρώμην. Εις τας πόλεις αυτάς ήνθει τότε ο αρχαίος πολιτισμός και το περί αναστάσεως κήρυγμα δεν ήτο δυνατόν να γίνη δεκτόν ανεξετάστως. Πάντως θα ευρίσκοντο πλείστοι, οίτινες θα εξήταζον μετ' επιμελείας την μαρτυρίαν του αποστολικού κηρύγματος, ήτις άλλως τε αφεώρα εις γεγονός υπερφυσικόν, ανθρωπίνως αδύνατον, άρα δε και ήκιστα πιθανόν. Και δεν ήτο λοιπόν δυνατόν οι απατεώνες να διαφύγωσι την έρευναν και εξέτασιν ταύτην, και να μη αποκαλυφθώσι δι’ αυτής. Παρά ταύτα εις τα κέντρα αυτά του τότε πεπολιτισμένου κόσμου, οι αποδεχθέντες το περί αναστάσεως κήρυγμα δεν παρουσιάζονται απλώς πολυάριθμοι, αλλά και πεπαιδευμένοι πολλοί εξ αυτών. Προ παντός η προς Ρωμαίους επιστολή δια του βαθέος περιεχομένου αυτής μαρτυρεί περί του ότι οι εν Ρώμη Χριστιανοί υπήρχον ουκ ολίγον ανεπτυγμένοι.

5) Καταρρίπτεται από το άσκοπον του μύθου της Αναστάσεως.

Αληθώς από τον μύθον της Αναστάσεως δεν θα περιέμενον τίποτε να κερδήσουν οι μαθηταί του Ιησού. Ήσαν μια δράξ ανθρώπων τόσον λιποψύχων, ώστε δεν είχον το σθένος να προλάβωσι τον σταυρικόν θάνατον του Διδασκάλου. Πώς λοιπόν τώρα θα επερίμεναν να πείσωσιν ολόκληρον τον κόσμον οι ολίγοι αυτοί περί του ότι ο Διδάσκαλος ανέστη; Προς τί να επιβιβασθώσιν επί μιας τοιαύτης εύθραυστου και απέλπιδος σχεδίας; ([12]).

6) Δεν εξηγεί την ψυχολογικήν μεταβολήν των Αποστολών.

Και ομολογουμένως· πώς οι τέως έμφοβοι  Απόστολοι, οι διασκορπισθέντες επί τη εμφανίσει της σπείρας, οι συγκεκλεισμένοι εν τω οίκω αυτών   δ ι α      τ ο ν

φ ό β ο ν      τ ω ν      Ι ο υ δ α ί ω ν,   πώς δια μιας γίνονται γενναίοι και ατρόμητοι ενώπιον του λυσσώδους εκείνου όχλου των Ιουδαίων; Πώς αψηφούσι πάντα κίνδυνον και είναι έτοιμοι τα πάντα να υπομείνωσι δι' εκείνον, τον οποίον ζώντα ακόμη είχον αρνηθή; Πώς ο Ιάκωβος και ο Ιούδας, οι λεγόμενοι αδελφοί του Κυρίου, καθ’ ον χρόνον έζη ο Ιησούς, αρνούνται να πιστεύσωσιν εις αυτόν (Ιωαν. ζ' 6), τώρα δε, οπότε απέθανε, μεταβάλλονται εις ενθουσιώδεις κήρυκας της πίστεώς του; Αναμφιβόλως εσημειώθη εξαίσιον τι και θαυμάσιον γεγονός, ικανόν να συντελέση την αιφνιδίαν ταύτην και όλως απροσδόκητον μεταβολήν και αλλοίωσιν εις τα αισθήματα και τας ψυχικάς διαθέσεις των μαθητών, και το γεγονός τούτο είναι η ανάστασις του Ιησού.

7) Δεν συμβιβάζεται προς την αυταπάρνησιν τών Αποστόλων.

Ότι οι κήρυκες της αναστάσεως ήσαν εκτεθειμένοι εις πλείστους κινδύνους και εις δεινά και εις διωγμούς, είναι εκτός πάσης αμφισβητήσεως. Ο Παύλος απαριθμεί τα δεινά  ταύτα επανειλημμένως εν ταις επιστολαίς του (Β' Κορινθ. ια' 23-27. Ρωμ. η' 35. Α' Κορινθ. δ' 9-13. Γαλάτ. α' 13 και στ' 17) και διακηρύττει περί εαυτού και των λοιπών συναδέλφων του, ότι θέατρον εγεγόνεισαν τω κόσμω, πάντων περίψημα εως άρτι. Αλλά και αι Πράξεις των Αποστόλων ουχί άπαξ παρουσιάζουσι τους Αποστόλους απειλούμενους και φυλακιζομένους και διωκομένους και κινδυνεύοντας. Πώς θα εξηγείτο η αυταπάρνησις και η αυτοθυσία των Αποστόλων, εάν το κήρυγμα της αναστάσεως ήτο μύθος επινοηθείς υπ’ αυτών; Αυτοθυσίαν και αυταπάρνησιν μόνον δια τας πεποιθήσεις αυτού είναι δυνατόν να επιδείξη τις. Οι μαθηταί έχουσιν απόλυτον πεποίθησιν, ότι ο διδάσκαλος ανέστη. Δεν αμφιβάλλουσι περί αυτού. Είναι ειλικρινείς και ευσυνείδητοι. Διότι άλλως θα ήτο αδύνατον να επιδείξωσι τόσον ηρωισμόν και τόσην αυταπάρνησιν. Ο Baur και ο Strauss, οι διαβόητοι ούτοι αρνηταί της Αναστάσεως, αναγνωρίζουσι τούτο. «Η ιστορία οφείλει να σημειώση, λέγει ο πρώτος, ότι δια την πίστιν των μαθητών η Ανάστασις του Ιησού Χριστού ήτο αλήθεια βέβαια και αδιάσειστος, Εις την πίστιν αυτήν ο Χριστιανισμός εύρε βάσιν στερεάν δι' όλην αυτού την Ιστορικήν εξέλιξιν» ([13]), «Ο ιστορικός οφείλει να αναγνωρίση, λέγει ο δεύτερος, ότι οι μαθηταί επίστευον αδιστάκτως ότι ο Ιησούς ανέστη και τούτο αρκεί τελείως να εξηγήση ό,τι έκαμαν και ειργάσθησαν ως Απόστολοι... Ότι ο απόστολος Παύλος ήκουσεν εκ του στόματος του Πέτρου, του Ιακώβου και άλλων ακόμη, ότι ενεφανίσθη εις αυτούς και ότι όλοι εκείνοι, καθώς και οι πεντακόσιοι αδελφοί υπήρξαν πλήρως πεπεισμένοι, ότι είχον ιδεί ζώντα τον Ιησούν, όστις είχεν αποθάνει, δεν προτιθέμεθα να το αρνηθώμεν» ([14]).

8) Δεν συμβιβάζεται προς την προφανή ειλικρίνειαν και αγιότητα των Αποστόλων.

Τον ευθύν και τίμιον μάρτυρα δεν είναι δύσκολον να διακρίνωμεν από του ανειλικρινούς και δολίου. Η ανθρώπινη ψυχή, ήτις επλάσθη δια την αλήθειαν, κατέχει και ιδιαιτέραν τινά  αίσθησιν, δι' ης ουχί δυσκόλως διακρίνει τον μάρτυρα του ψεύδους από της αληθείας τον κήρυκα. Οι μάρτυρες λοιπόν της αναστάσεως, καθώς και οι κήρυκες του χυδαίου ψεύδους, το οποίον εχάλκευσαν οι γραμματείς και οι Αρχιερείς, εκρίθησαν από τους συγχρόνους. Συνέπεια δε της κρίσεως ταύτης υπήρξε να αναγνωρισθώσιν οι Απόστολοι ως ευθείς, ως ειλικρινείς, ως άγιοι άνδρες.

Φίλε αναγνώστα, δεν είναι δύσκολον και συ να σχηματίσης πεποίθησιν εξ ιδίας αντιλήψεως περί του χαρακτήρος των ανδρών τούτων, οίτινες εχρημάτισαν μάρτυρες της Αναστάσεως. Δεν είναι ανάγκη να ίδης αυτούς. Αρκεί να ανοίξης τα συγγράμματά των· αρκεί να αναγνώσης ολίγας γραμμάς από τας επιστολάς, τας οποίας έγραψαν ο Ιάκωβος, ο Πέτρος, ο Ιωάννης. Την θείαν πνοήν της αρετής των θα αντιληφθής παρευθύς και θα αισθανθής σεαυτόν εισαγόμενον δια της αναγνώσεως ταύτης εις σφαίραν τίνα  ειλικρινείας και αγιότητος, από την οποίαν είναι αποκεκλεισμένη πάσα πανουργία και πας δόλος.

9) Αποκλείεται τελείως υπό της μαρτυρίας του Παύλου.

Η υπόνοια περί δολιότητος των Αποστόλων συντρίβεται κυριολεκτικώς, ευθύς ως ήθελεν αντικρύσει την μεγάλην φυσιογνωμίαν του Παύλου. Ποίος δεν αισθάνεται την υποχρέωσιν να αναγνωρίση την απόλυτον ειλικρίνειαν του μάρτυρος τούτου; Ουδείς απολύτως προηγούμενος δεσμός συνέδεεν αυτόν προς τον Εσταυρωμένον. Τουναντίον δε εν τω ου κατ' επίγνωσιν ζήλω του κατεδίωκε σφοδρώς τους οπαδούς αυτού. Προς τι λοιπόν να μας δολιευθή και ο μάρτυς ούτος; Το να κηρύττη ο Παύλος την ανάστασιν του Χριστού ισοδυναμεί προς το να καταδικάζη όλην την προγενεστέραν διαγωγήν του και προς το να απαρνηθή όλας τας τιμάς και την εν τω Ιουδαισμώ επιρροήν του, τα οποία η παίδευσίς του, η καταγωγή του, η ανατροφή του υπισχνούντο εις αυτόν. Και μόνον λοιπόν η εις Χριστόν επιστροφή ενός τοιούτου μάρτυρος, μόνη η μεταστροφή του Σαύλου εις Παύλον είναι αρκετή απόδειξις της αναστάσεως του Ιησού Χριστού ([15]). Μία τοιαύτη μεταστροφή δεν είναι δυνατόν να εξηγηθή φυσικώς. Αυτός ο πρώτος εισηγητής της φυσικής εξηγήσεως της επιστροφής του Παύλου, όστις δια να στηρίξη την εξήγησίν του ταύτην εζήτησε να παρουσιάση τον Παύλον ως φύσιν επιληπτικήν, ο Baur, εις τα τέλη της ζωής του ανεγνώρισε την πλάνην του και δεν εδυσκολεύθη να προβή εις την εξής ομολογίαν: «Δεν δυνάμεθα να ίδωμεν άλλο τι εν τη επιστροφή του Παύλου παρά εν θαύμα· ουδεμία ανάλυσις διαλεκτική η ψυχολογική δεν δύναται να διαλευκάνη το εσωτερικόν μυστήριον της πράξεως ταύτης» ([16]). Και εάν λοιπόν η επιστροφή του Παύλου αποτελή θαύμα, το θαύμα τούτο δεν δύναται άλλως να εξηγηθή παρά μόνον δια του θαύματος της αναστάσεως.

Τοιουτοτρόπως η πρώτη εκ των δύο υποθέσεων, δια των οποίων θα ηδύνατο να προσβληθή το κύρος της αναστάσεως, απεδείχθη όλως αβάσιμος. Απομένει ήδη η δευτέρα, καθ' ην οι μαθηταί απεπλανήθησαν και εδίδαξαν ως αληθές, εν χρηστώ συνειδότι πάντοτε, εκείνο, το οποίον αντικειμενικώς υπήρξε ψευδές. Η υπόθεσις αυτή διετυπώθη υπό διαφόρους μορφάς, τας οποίας ο φίλος ανογνώστης θα ίδη ευθύς κατωτέρω εκτιθεμένας και κρινομένας.

β) Οι μάρτυρες της αναστάσεως δεν απεπλανήθησαν.

Ι. Ο πραγματικός θάνατος του Ιησου.

Την υπόθεσιν, ότι οι κήρυκες της αναστάσεως υπήρξαν θύματα αθώας τινός πλάνης, υπεστήριξαν εκ των νεωτέρων πρώτοι οι Paulus, Herder, Schleiermacher, Hase ([17]) και άλλοι τινές, oλιγώτερον γνωστοί και διάσημοι. Ισχυρίσθησαν δε ούτοι, ότι ο Χριστός δεν είχεν αποθάνει επί του σταυρού,  αλλά λιποθυμήσας περιήλθεν εις, βαθύν λήθαργον. Και όταν λοιπόν ετέθη εις τον τάφον, η δροσερότης του βράχου και των αρωμάτων η αναληπτική ευωδία επανέφερον αυτόν εις την ζωήν.

Τον ανεκάλεσαν εκ της λιποθυμίας. Και ο Χριστός ενεφανίσθη εις τους μαθητάς την τρίτην από της σταυρώσεως ημέραν, εσχημάτισαν δ' εκείνοι την πεποίθησιν, ότι ο Διδάσκαλος, τον οποίον ενόμιζον νεκρόν, ανέζησε και ανέστη. Και η υπόθεσις αύτη απεκηρύχθη ου μόνον υπό του Keim αποδείξαντος το σαθρόν ταύτης ([18]),  αλλά και υπό πλείστον εκ των ριζοσπαστικωτέρων ορθολογιστών εν οίς και οι Schmiedel ([19]), Α. Meyer ([20]) και Strauss ([21]), του Αλβέρτου Reville χαρακτηρίσαντος ταύτην «πλοκήν φυσικών και ηθικών απιθανοτήτων» ([22]) (un tissu d' invraisemblances materielles et morales). Αποδεικνύεται δ' αύτη αβάσιμος όλως και αστήρικτος δια τους κάτωθι αδιασειςτους αληθώς λόγους:

1) Διότι αναιρείται από την αντίληψιν των πιστοποιησάντων τον θάνατον του Ιησού.

Είναι όλως απίθανον, ότι τόσα πρόσωπα, εχθροί και φίλοι του Ιησού, θα παρεπλανώντο εκλαμβάνοντες την λιποθυμίαν του ως θάνατον. Οι στρατιώται πρωτίστως, οι εντεταλμένοι επί της εκτελέσεως, ασφαλώς ήσαν έμπειροι περί τα τοιαύτα, διότι είχον λάβει μέρος επανειλημμένως εις τοιαύτας θανατικάς εκτελέσεις. Άλλως τε το δια της λόγχης πλήγμα το μετά δεξιότητος αναμφιβόλως διευθυνθέν επί της πλευράς του Ιησού υπό έμπειρου στρατιώτου, ήτο και μόνον ικανόν να επιφέρη τον θάνατον εις τον Ιησούν. Απετέλει τούτο το τελειωτικόν πλήγμα, την ευεργετικήν βολήν όπως θα ελέγομεν σήμερον, το οποίον εδίδετο κατ' επιταγήν του νόμου δια να επιταχύνη τον θάνατον η δια να επιβεβαιώση αυτόν, ακριβώς όπως εδίδετο τούτο και εις τους κατά τας μονομαχίας πίπτοντας ξιφομάχους ([23]).

Αλλ' εκτός των στρατιωτών και ο κεντυρίων, παρ' ου εζήτησε πληροφορίας ο Πιλάτος, και οι παραλαβόντες το σώμα του Ιησού, ίνα θάψωσιν αυτό, και οι αρχιερείς οι ζητήσαντες κουστωδίαν προς φρουράν του τάφου, πάντες ούτοι είναι πεπεισμένοι, ότι ο Ιησούς, μολονότι τόσον συντόμως παρά πάσαν προσδοκίαν, απέθανε πραγματικώς. Η Ιουδαϊκή δε παράδοσις, η διασωθείσα εις το Ταλμούδ, περί ης ωμιλήσαμεν εν τω πρώτω μέρει, δεν εκφράζει την παραμικράν αμφιβολίαν, περί του ότι ο Ιησούς εθανατώθη.

2) Διότι αντιτίθεται εις τα περιστατικά της ταφής.

Το σώμα του Χριστού πριν ή αποτεθή εις τον τάφον ηλείφθη δια μίγματος σμύρνης και αλόης εις μεγάλην μάλιστα ποσότητα («ως λίτρας εκατόν»), ακολούθως δ' ενετυλίχθη δι' οθονίων από κεφαλής μέχρι ποδών. Εάν ο Ιησούς έζη ακόμη, παρατηρεί ορθώς ο Hettinger ([24]) , ο θάνατος θα επήρχετο ωρισμένως εξ ασφυξίας.

3) Διότι προσκρούει εις φυσικάς δυσκολίας.

Ο καθηλούμενος επί του σταυρού, και εάν ακολούθως κατεβιβάζετο εκείθεν ζων, δεν ήτο εύκολον να διαφύγη τον θάνατον. Ο Ιώσηπος ([25]) αναφέρει εν σχέσει προς το ζήτημα τούτο γεγονός λίαν αξιοσημείωτον. Κατά την πολιορκίαν της Ιερουσαλήμ, επανελθών ποτε ο Ιώσηπος εκ περιπολίας, την οποίαν διηύθυνε προς αναγνώρισιν τινά, εζήτησεν από τον Τίτον να επιτρέψη εις αυτόν, όπως περιθάλψη τρεις εκ των συμπολιτών αυτού, οίτινες είχον σταυρωθή, αλλ' έζων ακόμη, καταβιβάζων αυτούς από τους σταυρούς των. Του Τίτου συγκατανεύσαντος, ο  Iώσηπος έσπευσε να παράσχη εις τους από του σταυρού αποσπασθέντας πάσαν ιατρικήν περίθαλψιν, δια της οποίας όμως μετά μακράν και παρατεταμένην θεραπείαν, μόνον ένα κατώρθωσε να σώση, των άλλων δύο υποκυψάντων εις τα τραύματα αυτών. Πώς λοιπόν ο Ιησούς, όστις είχε δοκιμάσει κατά την προηγηθείσαν της σταυρώσεως αυτού νύκτα αγωνίαν φοβερωτάτην, συγκλονίσασαν ολόκληρον τον οργανισμόν του μέχρι σημείου, ώστε ο ιδρώς να ρέη απ' αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος· όστις μετά την φραγγέλωσιν, την επί του σταυρού καθήλωσιν εδέχθη τέλος και το πλήγμα της Ρωμαϊκής λόγχης, πώς εστάθη δυνατόν, χωρίς να τύχη ουδεμιάς περιθάλψεως, εις το βάθος κατάκλειστου τάφου εγκαταλελειμμένος, νήστις επί τρεις ημέρας, να συνέλθη μόνος εκ της λιποθυμίας του και να διαφύγη τον θάνατον; Πώς δε θα είχε την δύναμιν ν' αποκυλίση μόνος τον ογκώδη λίθον του τάφου και να συρθή ακολούθως εκείθεν μέχρι του οίκου, όπου ευρίσκοντο οι μαθηταί; ο Reville αναγνωρίζει τούτο παρατηρών τα εξής: «Φυσικώς δύναται τις να κατατάξη μεταξύ των αδυνάτων πραγμάτων, το ότι άνθρωπος συντετριμμένος ήδη εκ του κόπου, εξηντλημένος από τας κακομεταχειρίσεις, καθηλωμένος επί σταυρού επί πλείστας ώρας, αποσπασθείς εκείθεν, ταφείς και εγκαταλειφθείς εις τάφον κεκλεισμένον, ήτο εις κατάστασιν να εξέλθη εξ αυτού μόνος μετά τριάκοντα εξ ώρας και να κάμη αμέσως τα μικρά και μεγάλα ταξείδια, τα οποία προϋποθέτουσιν αι αφηγήσεις των Ευαγγελίων». Δια τούτο «η εξήγησις η συναγομένη εκ φυσικής επανόδου εις την ζωήν του Ιησού, καταβιβασθέντος από τον σταυρόν πριν ή ο θάνατος επιτελέση το έργον του, είναι ακριβώς η μόνη την οποίαν αντίπαλοι και φίλοι δεν εσκέφθησαν» ([26]).

4) Διότι αντιτίθεται προς το περιστατικό των εμφανίσεων.

Τας εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού χαρακτηρίζει κυρίως η ταχύτης, μεθ' ης ο αναστάς παρουσιάζεται εις τους μαθητάς του και γίνεται κατόπιν αφανής από των οφθαλμών αυτών. Η ταχύτης αύτη είναι ομολογουμένως καταπληκτική, υπερβάλλουσα και την μεγαλυτέραν ευκινησίαν παντός υγιούς και καλώς έχοντος οργανισμού. Και δια να ομιλήσωμεν συγκεκριμένως, ο αναστάς Ιησούς συνοδοιπορεί ανεμποδίστως εις Εμμαούς και διατρέχει δίωρον διάστημα μετά πάσης ελευθερίας. Εν μια στιγμή γίνεται αφανής από τους οφθαλμούς των δύο εκείνων μαθητών, οίτινες ήδη τον ανεγνώρισαν, και ενώ ούτοι σπεύδοντες και τρέχοντες επανέρχονται εις Ιεροσόλυμα δια να αναγγείλωσιν εις τους μαθητάς το χαρμόσυνον συμβάν, πληροφορούνται εκεί, ότι ο διδάσκαλος είχε παρουσιασθή εν τω μεταξύ εις τον Σίμωνα Πέτρον. Ας μας εξηγήσουν ταύτα κατά λόγους φυσικούς. Ας μας είπουν, που εύρε την αντοχήν, ο μόλις προ μικρού από βαθείας ανακύψας λιποθυμίας, ο έχων καθηλκωμένους τους πόδας, να διατρέξη το από Ιερουσαλήμ μέχρις Εμμαούς διάστημα ανεμποδίστως, να επανέλθη δ' ακολούθως εις Ιεροσόλυμα, προς συνάντησιν των μαθητών, ταχύτερον των δύο εκείνων μαθητών;

5) Διότι δεν εξηγεί την εντύπωσιν των Αποστόλων.

Η εντύπωσις, την οποίαν αποκομίζουσιν οι Απόστολοι, όταν είδον τον αναστάντα διδάσκαλον, είναι ότι ο Ιησούς απεδείχθη ο νικητής του θανάτου και του Άδου ο καθαιρέτης. Και διασαλπίζουσι λοιπόν εις τα πέρατα του κόσμου, ότι ο Χριστός, ο αρχηγός της ζωής, ανέστη. Και εγείρεται το ερώτημα· εάν ο Χριστός επανήρχετο φυσικώς εις την ζωήν, θα ήτο δυνατόν άραγε τοιαύτη να είναι η εντύπωσις των μαθητών; οι μαθηταί θα έβλεπον καθηλκωμένον τινά, παλαίοντα μεταξύ ζωής και θανάτου, μη δυνάμενον να περιπατήση, υποφέροντα πολύ από τας προσφάτους ακόμη πληγάς της φραγγελώσεως και της καθηλώσεως, έχοντα ανάγκην περιποιήσεων συντόνων, όπως διατηρηθή εις την ζωήν. Το θέαμα τούτο, το υπό πάσαν έποψιν οικτρόν, μόνον δάκρυα θα προεκάλει, ουδέποτε δε ενθουσιασμόν. Ο Strauss το ομολογεί. «Τι να σκεφθή τις περί του Μεσσίου αυτού του ημιθανοίς, όστις σύρεται έξω του τάφου του άτονος και εξηντλημένος; Τοιούτος τις άνθρωπος θα ήτο δυνατόν να προξενήση εις τους μαθητάς αυτού την εντύπωσιν του νικητού του θανάτου και του τάφου, του αρχηγού της ζωής, εντύπωσιν, ήτις είναι η βάσις όλης της δραστηριότητος, την οποίαν έπειτα ανέπτυξαν εκείνοι; Τοιαύτη φυσική επάνοδος εις την ζωήν δεν θα εχρησίμευεν ή να εξασθενίση την εντύπωσιν, την οποίαν ο Ιησούς είχε προξενήσει εις τους μαθητάς προηγουμένως δια του βίου του και δια του θανάτου του, και δεν θα ηδύνατο ποτέ, να μεταβάλη την λύπην αυτών εις ενθουσιασμόν και τον θαυμασμόν αυτών εις λατρείαν» ([27]).

6) Διότι αντιτίθεται προς την λεπτομέρειαν της εν τω τάφω καταλείψεως των οθονίων.

Περί του ότι καθίστατο αδύνατον εις τον ανακύψαντα εκ της λιποθυμίας και έχοντα καθηλκωμένας τας χείρας να αποσπάση τα εφ' ολοκλήρου του σώματος σφιγκτώς προσκεκολλημένα οθόνια δια του μίγματος της σμύρνης και της αλόης, δεν είναι ανάγκη να είπωμεν τι.  Αλλά και εάν υποθέσωμεν, ότι τούτο κατέστη δυνατόν εις τον συνελθόντα εκ του ληθάργου του Ιησούν, προβάλλεται ετέρα δυσκολία, ήτις δεν αίρεται και εάν ακόμη υποθέσωμεν, ότι τα νεκρικά οθόνια δεν εγκατελείφθησαν εις τον τάφον. Διότι γεννάται αμέσως το ερώτημα: ο Ιησούς πού εύρεν ενδύματα να περιβληθή, όταν εξήλθεν από του τάφου; Ούτως η άλλως τα νεκρικά ενδύματα, και εάν δεν κατελείποντο εις τον τάφον, ήσαν ου μόνον ακατάλληλα,  αλλά και ανεπαρκή δια τον Ιησούν. Παρίσταται λοιπόν ανάγκη αμεσωτάτης προμηθείας ενδυμάτων. Ποίος θα έκαμνε ταύτην; Οι εχθροί του; Αδύνατον. Οι φίλοι του;  Αλλά πώς τότε αυτοί θα εσχημάτισαν εν χρηστώ συνειδότι την πεποίθησιν, ότι ο διδάσκαλος ανέστη; ([28])

7) Διότι δεν συμβιβάζεται προς το ευάριθμον των εμφανίσεων.

Εάν όντως ο Ιησούς επανήλθε φυσικώς εις την ζωήν, γεννάται αμέσως και το ερώτημα: τι εγίνετο και πού διέτριβε κατά τα διαστήματα, τα παρεμπίπτοντα μεταξύ των διαφόρων εμφανίσεων του; Πώς κατώρθωνε να μη τον βλέπη ουδείς, ούτε αυτοί οι μαθηταί Του; Τι δε απέγινε μετά την τεσσαρακοστήν ημέραν, αφ' ης πλέον δεν επαναβλέπουσιν αυτόν οι μαθηταί; Κατά τίνα τρόπον εξηφανίσθη όλως αιφνιδίως, αφήσας τους μαθητάς να πιστεύωσιν, ότι ο Διδάσκαλος ανελήφθη εις τους ουρανούς; Είμεθα ούτω ηναγκασμένοι να παραδεχθώμεν, ότι ο Ιησούς υπέθαλψε την αθώαν πλάνην των μαθητών του και μετήλθε παν μέσον δια να στηρίξη το ψεύδος της αναστάσεως εις τους αποστόλους αυτού. Με άλλας λέξεις ευρισκόμεθα ηναγκασμένοι να καταστήσωμεν τον Ιησούν υπεύθυνον δόλου και απάτης και ανειλικρινούς προς τους μαθητάς συμπεριφοράς.

«Όταν μελετήση τις εκ του σύνεγγυς πως, παρατηρεί και ο Reville, τον χαρακτήρα του Ιησού, όταν δυνηθή να εκτιμήση την ευθύτητά του, την ειλικρίνειάν του, το θάρρος του, θα θεωρήση, έστω και προς στιγμήν επιτετραμμένον να σκεφθή περί του Ιησού, ότι αφήκε τους μαθητάς του να πιστεύωσιν, ότι ανέστη, όταν αυτός εγνώριζεν, ότι δεν συνέβη τοιούτον τι;» ([29]).

ΙΙ. Οι μαθηταί δεν απεπλανήθισαν υπό της φαντασίας.

Την υπόθεσιν περί αποπλανήσεως των μαθητών εζήτησαν, υπό άλλην βεβαίως μορφήν, να υποστηρίξωσιν εκ των αρχαιοτέρων μεν ο Κέλσος (κατά τον Β' αιωνα), εκ των νεωτέρων δε ο Strauss, ο Ewald, ο Hausrath, ο Holsten, ο Pfleiderer, ο Renan και άλλοι τινές. Η θεωρία, την οποίαν υπεστήριξαν ούτοι εν σχέσει προς την ανάστασιν, δύναται να περιληφθή εις τα εξής:

Μετά την σταύρωσιν και την ταφήν του Ιησού Χριστού οι απόστολοι, οίτινες κατ' αρχάς κατεπτοήθησαν και κατήντησαν εις απόγνωσιν, δεν ήργησαν να αναλάβωσι το θάρρος των. Ενεθυμήθησαν τας υποσχέσεις, τας οποίας ο Χριστός έδωκεν εις αυτούς έτι ων εν τη ζωή, περί του ότι θα επανήρχετο να εγκαθιδρύση επί της γης την βασιλείαν αυτού, αναγινώσκοντες δε τας προφητείας εύρον πολλάς εξ αυτών, αίτινες επεβεβαίουν τας υποσχέσεις ταύτας και αίτινες δια τούτο εστήριξαν αυτούς εν τη ελπίδι επικειμένου και προσεγγίζοντος θριάμβου. Τοιουτοτρόπως η πίστις αυτών ανεζωπυρήθη. Ευρίσκοντο τότε εις Ιεροσόλυμα· αλλ’ ο φόβος των Ιουδαίων εξηνάγκασεν αυτούς να φύγωσιν από την πόλιν εκείνην, ήτις ήτο πλήρης κινδύνων τρομερών δι’ αυτούς, και να υπάγωσιν εις την προσφιλή των Γαλιλαίαν, όπου η δια- βίωσις θα ήτο ησυχωτέρα. Εκεί όμως ευρέθησαν εν μέσω τόπων, εκάστη σπιθαμή των οποίων συνεδέετο και προς ανάμνησιν τινα πράξεως ή λόγου του προσφιλούς διδασκάλου. Από της στιγμής αυτής πιστεύουσιν, ότι βλέπουν τον Χριστόν επί της θαλασσίας ακτής, επί των κορυφών των ορέων· φαντάζονται αυτόν παραγγέλλοντα εις τούτους και πάλιν,  όπως κατά τας πρώτας ημέρας της γνωριμίας των, να ρίψωσι το αμφίβληστρον εις την θάλασσαν! Είναι τόσον ζωηρά η αναπαράστασις της εικόνος του Διδασκάλου, ώστε επίστευσαν, ότι έβλεπον τον ίδιον δεδοξασμένον, τοιούτον, οποίον ανέμενον να επανίδωσιν αυτόν, όταν θα επανήρχετο. Κατ' αρχάς αι εμφανίσεις αύται παρεστάθησαν εις αυτούς ως εντελώς εσωτερικαί, ως οπτασίαι τινές όμοιαι προς εκείνας, τας οποίας αναφέρει η Π. Διαθήκη. Συνάγεται δε τούτο εκ του ότι ο Παύλος κατατάσσει τας εις αυτόν εμφανίσεις του Ιησού, τας εις μεταγενεστέρους χρόνους σημειωθείσας, προς τας εμφανίσεις, αίτινες ευθύς μετά την σταύρωσιν και την ταφήν του Ιησού εσημειώθησαν εις τους αποστόλους. Αλλ' αι εμφανίσεις αύται αι προς τον Παύλον, παρατηρεί ο Strauss, υπήρξαν υποκειμενικαί και ο Παύλος ήτο άνθρωπος προδιατεθειμένος εις οπτασίας! τα εσωτερικά εν τούτοις φαινόμενα ταύτα αφηγούμενοι οι μαθηταί κατήντησαν βαθμιαίως να προσδώσωσιν εις αυτά έννοιαν τινά σωματικήν. Μετέβαλον, χωρίς να το εννοήσωσι, τας εσωτερικάς οπτασίας εις εξωτερικάς εμφανίσεις.

Ούτω πως εζήτησαν οι εν Γερμανία ορθολογισταί να εξηγήσωσι το γεγονός της αναστάσεως. Κατά την υπόθεσιν αυτήν ο Πέτρος υπήρξεν ο πρώτος δους ώθησιν εις τας παραισθήσεις ταύτας των μαθητών. Ο Renan όμως επιζητών να είναι περισσότερον σύμφωνος προς τα Ευαγγέλια, τα οποία παρουσιάζουσι τας εμφανίσεις του Ιησού γενομένας σχεδόν όλας εις τα Ιεροσόλυμα, κατ’ άλλον τρόπον εξέθηκε την υπόθεσιν ταύτην. Κατ' αυτόν ουχί ο Πέτρος αλλ' η Μαγδαληνή Μαρία είδε πρώτη τον Διδάσκαλον και παρέσυρεν εις την οδόν των παραισθήσεων την φαντασίαν των μαθητών. Απ' αυτής ο Ιησούς είχεν εκβάλει επτά δαιμόνια. Τις οίδε, μήπως ίχνη της προτέρας νευρικής ασθενείας της εναπελείφθησαν εις αυτήν! Και εν τη νευρική της εξάψει η Μαρία η Μαγδαληνή βλέπει όλως φαντασιωδώς το ίνδαλμα του διδασκάλου και νομίζει παραπλανωμένη, ότι όντως ανέστη ο προσφιλής ραββουνί ([30]).

Αυτή είναι η υπόθεσις, την οποίαν ενεκολπώθησαν μεταγενεστέρως οι σοβαρότεροι του γεγονότος της αναστάσεως πολέμιοι. Αλλά και η υπόθεσις αύτη δεν είναι περισσότερον βάσιμος των προηγουμένως κριθεισών. Ανεξαρτήτως δε των άλλων λόγων, οίτινες θα ηδύναντο να προβληθώσι κατ' αυτής, και τους οποίους θα απαριθμήσωμεν ευθύς κατωτέρω, αύτη υπέρ πάσας τας λοιπάς υποθέσεις συντρίβεται κυριολεκτικώς επί του κενού τάφου. Διότι εάν όντως η φαντασία παρέσυρε τους μαθητάς μέχρι του να νομίζωσιν, ότι έβλεπον και ήκουον ζώντα τον Διδάσκαλον, μία επίσκεψις εις τον περιέχοντα το νεκρόν του σώμα τάφον ήτο ικανή να κατάστηση εις αυτούς αμέσως αισθητήν την αδυσώπητον πραγματικότητα και να διασκεδάση οριστικώς τας πλάνας της φαντασίας των. Οι αρνούμενοι την ανάστασιν ορθολογισταί αντελήφθησαν επαρκώς την σοβαρότητα της παρατηρήσεως ταύτης. Ακριβώς δε δι' αυτό προέκριναν μεν να τοποθετήσωσι τας πρώτας εμφανίσεις του Ιησού μακράν των Ιεροσολύμων, εύρον δ' έπειτα αναγκαίον να αρνηθώσι την ταφήν του Κυρίου. Κατά τον Loisy «Η ταφή του Κυρίου υπό του Ιωσήφ και η ανακάλυψις του κενού τάφου την μεθεπομένην του παθήματος δεν παρέχουσιν ουδεμίαν εγγύησιν αυθεντίας. Έχει δια τούτο το δικαίωμα να εικάση τις, ότι την εσπέραν του πάθους το σώμα του Ιησού απεσπάσθη από τον σταυρόν υπό των στρατιωτών και ερρίφθη εις κοινή  τινα τάφρον, όπου ουδείς θα ηδύνατο να σκεφθή να αναζητήση αυτό» ([31]). Ο Kirsopp Lake εξ άλλου υπεστήριξε την υπόθεσιν, ότι αι μυροφόροι γυναίκες ηπατήθησαν ως προς τον τάφον του Ιησού. «Τα περίχωρα της Ιουδαίας, παρατηρεί ούτος, είναι πλήρη τάφων διηνοιγμένων εις βράχους και δεν θα ήτο εύκολον να διακρίνη τις το εν μνημείον από το άλλο, εάν δεν υπήρχον διακριτικά σημεία επί εκάστου τούτων» ([32]). Ο δε Schmiedel προς βεβαίωσιν του ότι ο τάφος δεν ανευρέθη πράγματι κενός την τρίτην ημέραν επικαλείται την σιγήν μεν του Παύλου περί της ταφής του Ιησού ως απόδειξιν του ότι η ταφή δεν εγένετο, την σιωπήν δε των μυροφόρων («ουδενί ουδέν είπον» Μαρκ. ιστ' 8) εις απόδειξιν του ότι αύται δεν ηδυνήθησαν ν' ανεύρωσι τον πραγματικόν τάφον του Ιησού, και τέλος το ότι αι πρώται εμφανίσεις του αναστάντος εσημειώθησαν εις την Γαλιλαίαν και συνεπώς ήτο αδύνατον να διαπιστωθή η ταυτότης του σώματος λόγω της εν τω μεταξύ επελθούσης σήψεως ([33]). Και περί μεν του ότι αι πρώται εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου δεν εσημειώθησαν εις την Γαλιλαίαν, αλλ’ αι περί εμφανίσεων δύο παραδόσεις (η Ιεροσολυμιτική και η Γαλιλαική) συμπληρούσιν αλλήλας, είπομεν ήδη.

Η ταφή του Κυρίου και ο κενός τάφος.

Περί του ότι δε η ταφή του Ιησού είναι γεγονός μεμαρτυρημένον, όσον ελάχιστα γεγονότα, πείθεται τις, όταν λάβη υπ' όψει ότι και οι τέσσαρες ευαγγελισταί αναφέρουσι τούτο ([34]), ο δε Πέτρος ομιλεί περί αυτού κατ' αυτήν την ημέραν της Πεντηκοστής, κατά τοιούτον δε τρόπον, ώστε οι λόγοι αυτού να δύνανται να χαρακτηρισθώσιν ως πρόκλησις προς τους απιστούντας Ιουδαίους, ίνα ερευνήσωσι τα κατά τον κενόν τάφον. Ο Παύλος δε όχι μόνον αναφέρει τούτο (Α' Κορινθ. ιε' 4)  αλλά και στηρίζει ολόκληρον θεολογικήν θεωρίαν επί της προϋποθέσεως της ταφής του Ιησού (Ρωμ. στ' 4, Κολος. β' 12). Είπομεν δ' ήδη, ότι η περί της ταφής του Κυρίου μαρτυρία εισήχθη ενωρίτατα εις το πρωταρχικόν σύμβολον της πίστεως, ως υπαινίττεται τούτο και η μαρτυρία του Παύλου. Δικαίως δια τούτο ο Ε. von Dobschütz παρετήρησεν, ότι «το ετάφη είναι εν των αρχαιοτέρων σημείων του αποστολικού κηρύγματος, ο Παύλος δε εύρεν ήδη τούτο καθωρισμενον» ([35]). Η υπόθεσις εξ άλλου του Lake, ότι αι μυροφόροι υπέστησαν σύγχυσιν περί τον πραγματικόν τάφον του Ιησού, δεν δύναται να θεωρηθή σοβαρά, και δι’ άλλους μεν λόγους, αλλά και διότι και επί τη υποθέσει, ότι αύται επλανώντο και δεν ανεύρισκον τον πραγματικόν τάφον, ήτο αδύνατον ίνα πλανηθώσιν οι διενεργήσαντες την ταφήν Ιωσήφ και Νικόδημος.  αλλά και ο περί σιγής των μυροφόρων ισχυρισμός του Schmiedel στερείται σοβαρότητας, διότι το χωρίον του Μάρκου «ουδενί ουδέν είπον» αναφέρεται εις τας πρώτας στιγμάς της επισκέψεως του τάφου, ουδαμώς δ' αποκλείει την λύσιν της σιγής, όταν αι μυροφόροι ευρεθείσαι εις oικείον περιβάλλον ανέκτησαν την ψυχραιμίαν αυτών. Τέλος η περί κοινού τάφου υπόθεσις του Loisy ορθώς εχαρακτηρίσθη υπό του Hugueny([36]) ως επινόησις καθαρώς Παρισινή, μη στηριζόμενη επί ουδεμιάς πραγματικής αποδείξεως, αλλ’ αντιλεγομένη υπό πολλών ενδείξεων σοβαρών Ιστορικώς μεμαρτυρημένων. Αληθώς· το όλως απίθανον της υποθέσεως ταύτης αποδεικνύεται εκ του ότι οι σύγχρονοι τότε Ιουδαίοι δεν αντέταξαν αυτήν η άλλην τινά παρομοίαν υπόθεσιν προς διάψευσιν του περί αναστάσεως κηρύγματος,  αλλά διεφήμισαν, ότι οι μαθηταί έκλεψαν το σώμα του Ιησού (Ματθ. κη' 15). Οι μεταγενέστεροι δε Ιουδαίοι κατά τον δωδεκατον αιώνα ([37]) ομιλούσι περί κλοπής του σώματος του Ιησού και περί ταφής αυτού εν τω κήπω υπό ρυάκιόν τι, ούτινος έστρεψαν προηγουμένως το ρεύμα, ίνα επαναφέρωσιν αυτό πάλιν μετά την ταφήν, ώστε να μη δύναται ν’ ανευρεθή ο νέος τάφος, αγνοούσι δ' ολοτελώς την υπόθεσιν του κοινού τάφου. Τούτο δε διότι ο κοινός τάφος δεν ήτο εν χρήσει παρ' Ιουδαίοις. Καθώς εξακολουθεί σημειών ο Hugueny ([38]), το Δευτερονόμιον (κα' 23) παραγγέλλει ρητώς, ίνα το πτώμα του επί ξύλου κρεμασθέντος ταφή προ της νυκτός, χωρίς όμως να λέγη τι και περί του τρόπου της ταφής. Η Μίσχνα όμως καθορίζει ότι «ο τιμωρηθείς δεν θάπτεται εις τον τάφον της οικογενείας του. Το δικαστήριον είχε δύο κοιμητήρια δημόσια, εν δια τους καταδίκους τους αποκεφαλιζομένους ή σταυρουμένους και έτερον δια τους λιθοβολουμένους ή κατακαιομένους. Όταν η σαρξ διελύετο, ελαμβάνοντο τότε τα οστά ίνα ταφώσιν εις το οικογενειακόν μνημείον» ([39]). Υπήρχε λοιπόν ίδιον κοιμητήριον δια τους καταδίκους,  αλλά και τάφοι ιδιαίτεροι δι' ένα έκαστον των καταδίκων, διότι άλλως θα καθίστατο αδύνατος η ανεύρεσις των οστών μετά την διάλυσιν του σώματος. Ο κοινός τάφος, ένθα φύρδην μίγδην ερρίπτοντο πολλά πτώματα, είναι άγνωστος.  αλλά και προς τον Ρωμαικόν νόμον δεν συμφωνεί η περί κοινού τάφου υπόθεσις. Διότι ο Ρωμαικός νόμος ώριζε να δίδεται το πτώμα του εκτελεσθέντος εις οποιονδήποτε θα εζήτει αυτό. Και εάν δε παραθεωρήσωμεν την ευαγγελικήν μαρτυρίαν περί του Ιωσήφ και του Νικοδήμου ως αναλαβόντων να κηδεύσωσι τον Ιησούν, πάντως θα ευρίσκετο άλλος τις να ζητήση από την Ρωμαικήν αρχήν το σώμα του Ιησού. Είναι εντελώς απίθανον, ότι εις την τόσην επί του Πάσχα συρροήν κόσμου, υποδεχθέντος τον Ιησούν κατά την προ πέντε ημερών από του θανάτου του είσοδόν του εις Ιεροσόλυμα μετά τόσου ενθουσιασμού, μεταξύ του οποίου θα υπήρχον και πλείστοι ευεργετηθέντες υπό του Ιησού, δεν θα ευρίσκετο ουδέ εις φίλος, συμπαθών προς τον νεκρόν του και αναλαμβάνων την φροντίδα της ταφής αυτού. Η ταφή λοιπόν του Ιησού είναι γεγονός αδιάσειστον και η ανεύρεσις του τάφου κενού κατά την τρίτην ημέραν μαρτυρείται αυθεντικώς. Η φήμη δε της κλοπής του σώματος του Ιησού αποτελεί μίαν επί πλέον ένδειξιν, ότι ο τάφος ανευρέθη κενός.

Και ταύτα μεν περί της κενότητος του τάφου. Αλλ' η υπόθεσις της υπό της φαντασίας παραπλανήσεως των μαθητών ελέγχεται αβάσιμος και δια τους κάτωθι λόγους:

1) Αντιτίθεται εις την παράδοσιν, ότι ο Ιησούς ανέστη τη τρίτη ημέρα.

Η παράδοσις αύτη είναι αυθεντικώς μεμαρτυρημένη. Αλλ' εάν δεχθώμεν, ότι η πίστις εις την ανάστασιν υπήρξεν αποτέλεσμα παρατεταμένης τινός προσδοκίας και προόδου, η οποία απήτησεν εβδομάδας ολοκλήρους ή και μήνας να απαρτισθή, πρέπει συγχρόνως ν' απορρίψωμεν, ότι ήδη από την πρωίαν της τρίτης ημέρας εσημειώθησαν αι πρώται εμφανίσεις του αναστάντος και μέχρι της εσπέρας της αυτής ημέρας είχεν εδραιωθή ου μόνον παρά ταις μυροφόροις,  αλλά και τοις μαθηταίς η πεποίθησις, ότι ο διδάσκαλος ανέστη.

2) Διαστρέφει την αφήγησιν του Παύλου.

Ο Παύλος ποιείται σαφή διάκρισιν μεταξύ των αποκαλύψεων και οπτασιών, αίτινες κατά το χωρίον Β' Κορινθ. ιβ' 1-5 (πρβλ. και Πραξ. κβ’ 17) εγένοντο εις αυτόν, και της εμφανίσεως του Ιησού Χριστού, της γενομένης προς αυτόν εν τη αρχή της αποστολικής του διακονίας παρά την Δαμασκόν (Α' Κορινθ. θ' 1), και την οποίαν εμφάνισιν ο Απόστολος προφανώς θεωρεί ως εμφάνισιν του αναστάντος εκ νεκρών Χριστού, και ουχί ως πνευματικήν τινα οπτασίαν. Ουδέ πρέπει να λησμονήται, ότι ο Παύλος εν τω χωρίω Α' Κορινθ. ιε' 12-19 παρουσιάζει την εις αυτόν εμφάνισιν του Κυρίου επί της εις Δαμασκόν αγούσης οδού ως της αυτής φύσεως προς τας ευθύς μετά την ανάστασιν εμφανίσεις εις τον Πέτρον και τους αποστόλους, δι' ο και χρησιμοποιεί τον αυτόν όρον    ώ φ θ η    τόσον δι’ αυτήν, όσον και δι' εκείνας. Άλλως τε την εμφάνισιν ταύτην χρησιμοποιεί και ως επιχείρημα, όπως αποδείξη, ότι είναι και αυτός απόστολος ως οι άλλοι, διότι και αυτός είδε τον Κύριον (Α' Κορινθ. θ' 1).  Αλλά το επιχείρημα τούτο θα παρέμενεν άνευ βάσεως, εάν ο Παύλος κατά την εμφάνισιν ταύτην εν τη εις Δαμασκόν οδώ δεν είχεν ίδει πράγματι τον Κύριον. Διότι κατά μόνην την περίπτωσιν ταύτην είδεν ο Παύλος τον Κύριον, πρότερον δε, ότε ο Κύριος έζη επί της γης, πιθανώτατα δεν είχεν ίδει αυτόν,  αλλά και εάν είχεν ίδει αυτόν ως οι πλείστοι των Ιουδαίων, τούτο δεν θ' απετέλει σοβαράν βάσιν επιχειρήματος. Εξ ετέρου προσεκτική ανάγνωσις του χωρίου, ένθα ο απόστολος αφηγείται τας εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού, πείθει, ότι τας εμφανίσεις ταύτας εξεδέχετο οωματικάς, εμφανίσεις του Ιησού μετά του αναστάντος σώματος αυτού. Διότι όταν λέγη, ότι ο Χριστός    α π έ θ α ν ε    και    ε τ ά φ η   και    ε γ ή γ ε ρ τ α ι     και    ώ φ θ η,   προφανώς θέλει να δηλώση, ότι το σώμα του Χριστού ετάφη και ανέστη, και ότι αυτός ο ταφείς Ιησούς ηγέρθη και ενεφανίσθη εις τον Κηφάν κλπ. Εξ άλλου δια να προσάγη ο Παύλος την ανάστασιν του Χριστού ως απόδειξιν της καθολικής των νεκρών αναστάσεως, προφανέστατα αποδεικνύει, ότι τας εμφανίσεις ταύτας του Χριστού δεν εξεδέχετο ως εμφανίσεις πνευματικάς, ως εμφανίσεις του πνεύματος του Ιησού, αλλ' ως εμφανίσεις του αναστάντος σώματος αυτού ([40]). Και είναι μεν αληθές, ότι ο Παύλος χαρακτηρίζει το σώμα του Ιησού Χριστού ως δεδοξασμένον (Φιλιπ. γ' 21), αλλ' όμως είναι προφανές, ως ήδη είπομεν, ότι το δεδοξασμένον σώμα του Κυρίου ήτο κατά τον Παύλον αυτό το σώμα το σταυρωθέν και ταφέν. Καίτοι δε μετεμορφώθη, δεν ήτο άϋλον. Διότι ναι μεν ομιλεί ο Παύλος περί σώματος πνευματικού, το οποίον θα προσλάβωμεν μετά την αναστασίν μας καθ' ομοίωσιν προς το σώμα του αναστάντος Κυρίου (Α' Κορινθ. ιε' 44-49),  αλλά το σώμα τούτο ονομάζει πνευματικόν ουχί διότι τούτο θα είναι άϋλόν τι η αιθέριον,  αλλά διότι θα είναι σώμα ζωοποιούμενον υπό του Πνεύματος. Όπως ακριβώς όταν λέγη ο Παύλος, ότι το σώμα, όπερ φέρομεν ήδη, είναι ψυχικόν, δεν εννοεί προφανώς δι’ αυτού ότι σύγκειται εκ ψυχής, αλλ' ότι ζωοποιείται και εξουσιάζεται υπό της ψυχής, ούτω και δια του όρου πνευματικόν δεν ηθέλησε να σημάνη, ότι το σώμα εκείνο θα είναι αερώδες τι και άϋλον, αλλ’ ότι δεν θα δεσπόζηται υπό φυσικών ενστίκτων και θα είναι τέλειον όργανον του Πνεύματος διατελούν υπό την πλήρη κυριαρχίαν αυτού και χωρούν πάσαν αυτού την ενέργειαν. Εάν δε αλλαχού τονίζη, ότι σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύνανται, και εάν εκλάβωμεν τους όρους τούτους ως μη χρησιμοποιηθέντας υπό την έννοιαν των παραγόντων και οργάνων της αμαρτίας, πάντως δι’ αυτών δηλούται, ότι σώμα διατελούν υπό τους σημερινούς φυσικούς όρους και δεσποζόμενον υπό ενστίκτων φυσικών και υποκείμενον εις την φθοράν και τον θάνατον δεν δύναται να εισέλθη εις την μέλλουσαν βασιλείαν, εάν μη προηγουμενως αφθαρτισθή.

3) Δεν συμβιβάζεται προς την δυσπιστίαν των μαθητών.

Εάν επρόκειτο περί παραπλανήσεως υπό της φαντασίας, πώς θα εξηγείτο τότε η παροιμιώδης δυσπιστία, μετά της οποίας οι μαθηταί αντικρύζουσι το γεγονός της Αναστάσεως; Οι φαντασιοκόποι είναι εύπιστοι και αφίνουν εαυτούς άνευ αντιστάσεως τινός να σύρωνται υπό της νοσηράς των φαντασίας. Οι μάρτυρες όμως της αναστάσεως είναι δύσπιστοι, σκεπτικισταί, ζητούντες μετ' επίμονον έρευναν να πεισθώσι και να πληροφορηθώσιν. Ούτως όταν αι μυροφόροι αναγγέλλωσιν εις αυτούς τα κατά την οπτασίαν του τάφου, «εφάνησαν ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών και ηπίστουν αυταίς» (Λουκ. κδ' 11). Όταν δε μετ' όλίγον ενεφανίσθη και εις αυτούς ο διδάσκαλος, «εδόκουν πνεύμα θεωρείν». Και μόλις όταν εψηλάφησαν αυτόν και όταν τον είδον να συντρώγει εν τη τραπέζη των, επίστευσαν ότι όντως ο διδάσκαλος ανέστη. Την αυτήν δυσπιστίαν δεικνύει έπειτα και ο Θωμάς, μηδαμώς παρασυρόμενος από την ομόφωνον μαρτυρίαν των συμμαθητών του και την σύμφωνον βεβαίωσιν του κύκλου των μυροφόρων.

4) Δεν συμβιβάζεται προς των χαρακτήρα των εμφανίσεων.

Εάν οι Απόστολοι έβλεπον μόνον την εικόνα του Διδασκάλου, θα ηδύνατο τις να υποθέση, ότι υπήρξαν θύματα φαντασιοπληξίας τινός. Εάν διέκρινον μόνον φωτεινήν τινα και αιθερίαν μορφήν αιωρουμένην εις τον αέρα μεταξύ γης και ουρανού, η υπόθεσις του Renan και του Strauss θα είχε βάσιν τινα. Αυτοί όμως ψηλαφώσι το σώμα του Ιησού, βλέπουσιν αυτόν να παρακάθηται εις την τράπεζάν των και να συντρώγη μετ' αυτών, ακούουσιν αυτόν να δίδη διαφόρους παραγγελίας και εντολάς, τω απευθύνουσιν ερωτήσεις και ακούουσι τας απαντήσεις του. Αναπτύσσει εις αυτούς ο Χριστός την έννοιαν των Γραφών· ο Πέτρος εννοεί πολύ καλά την σημασίαν της τριπλής ερωτήσεως «φιλείς με, Πέτρε;», εννοούσιν όλοι την έννοιαν των λόγων του Ιησού περί βαπτίσματος και περί της επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Τοιαύτα γεγονότα και περιστατικά δεν δύνανται να ανήκωσιν εις τους κόσμους της φαντασίας.

5) Δεν ανταποκρίνεται προς τας ψυχικάς διαθέσεις των Αποστολων.

Αι ψυχικαί διαθέσεις, υπό τας οποίας διετέλουν οι Απόστολοι, δεν καθίστων αυτούς κατ' ουδένα λόγον επιδεκτικούς των φαντασιοπληξιών, τας οποίας τοις αποδίδουν. Το έδαφος βέβαια, επί του οποίου η φαντασία παντός φαντασιοκόπου κινείται και πλάττει, είναι οι πόθοι αυτού, αι ελπίδες του, τα σχέδιά του, οι φόβοι του· πάσαι δε αι παραισθήσεις και παρακρούσεις του δεν είναι παρά ενσάρκωσίς τις των φόβων ή των ελπίδων τούτων. Αλλ' οι Απόστολοι προφανώς παν άλλο σκέπτονται και ελπίζουσιν ή να ίδωσι τον Ιησούν ανιστάμενον εκ του τάφου. Δι’ αυτούς ο Ιησούς ήτο πλέον ο Ναζωραίος, εις τον οποίον ματαίως τόσας ελπίδας είχον στηρίξει και δια τον οποίον τόσας θυσίας είχον υποστή άνευ κέρδους τινός. Η εικών εμπόρου τινός ατυχήσαντος εις επιχείρησιν, εν τη οποία κατέθεσε και τον τελευταίον οβολόν επί τη ελπίδι αποκομίσεως κέρδους τεραστίου, το αίσθημα της πικρίας και της απογνώσεως, το οποίον εις την καρδίαν αυτού κυριαρχεί, μόλις θα ήσαν αρκετά να παραστήσωσι την ψυχολοχικήν κατάστασιν, εις ην μετά την σταύρωσιν περιήλθον οι Απόστολοι. Εάν επί τέλους τα Ευαγγέλια μας έλεγον, ότι οι μαθηταί επανείδον τον Διδάσκαλον περιβεβλημένον κοσμικήν δόξαν και καθήμενον επί θρόνου βασιλικού, θα ηδύνατό τις να ισχυρισθή, ότι αι παλαιαί περί Μεσσίου ελπίδες των μαθητών ανέζησαν και έδωκαν τροφήν εις την φαντασίαν των.  Αλλά να τον βλέπωσι αναζώντα ουχί δια να συμβασιλεύση μετ' αυτών,  αλλά δια να καλέση αυτούς εις νέας θυσίας και εις νέους αγώνας αιματηρούς, τούτο εξέρχεται όλως του κύκλου των προσδοκιών και των ελπίδων των μαθητών.

Επί πλέον ορθούται αδυσώπητος η μαρτυρία του Παύλου. Ο νεαρός ούτος Ταρσεύς, όστις έρχεται εις την Δαμασκόν ωθούμενος από το άσπονδον μίσος, όπερ έτρεφε κατά της χριστιανικής εκκλησίας, ηδύνατο να φαντάζηται τας διαφόρους εκκλησίας πλέουσας εις το αίμα· ήτο δυνατόν να ίδη δια της φαντασίας του τον Ιησούν ανασταυρούμενον,  αλλά να φαντασθή αυτόν ομιλούντα εξ ουρανού και καλούντα αυτόν εις το αποστολικόν αξίωμα, τούτο ήτο όλως αδύνατον.

6) Δεν συμβιβάζεται προς την δράσιν των Αποστόλων.

Η φαντασιοπληξία, την οποίαν αποδίδουσιν εις τους Αποστόλους, είναι όλως ασυμβίβαστος προς την μετέπειτα δράσιν των και προς την επιτυχίαν, μεθ' ης έφερον εις πέρας το αποστολικόν αυτών έργον. Η φαντασιοπληξία είναι φαινόμενον παθολογικόν, παραισθήσεις δε και παρακρούσεις πάσχουσιν οι παράφρονες η οι ανισόρροποι.

Θα ήτο άραγε δυνατόν να κατηγορήσωμεν του Παύλου ανισορροπίαν; και θα ήτο δυνατόν εις φαντασιόπληκτος να αναπτύξη την αξιοθαύμαστον δραστηριότητα και φρόνησιν και σύνεσιν, την οποίαν προϋποθέτει η μεγαλεπήβολος δράσις του μεγάλου τούτου των εθνών Αποστόλου; Αλλά και πας όστις ήθελε ρίψει εν βλέμμα εις τας δύο καθολικάς επιστολάς του Πέτρου ή εις τα πρώτα κεφάλαια των Πράξεων, όπου ιστορείται η δράσις του κορυφαίου, δεν θα επείθετο ευθύς, ότι ο υιός του Ιωνά είναι αδύνατον να υπήρξε διάνοια ανισόρροπος και παραπαίουσα; Ή μήπως και οιαδήποτε ανάγνωσις του τετάρτου Ευαγγελίου δεν μας παρουσιάζει τον Ιωάννην διάνοιαν υψήγορον, διαυγή, φωτεινήν, ξένην όλως προς πάσαν φαντασιοπληξίαν;

7) Δεν εξηγεί την εις πολλούς συγχρόνως εμφάνισιν του Ιησού.

Το να υπόκειται πρόσωπον τι εις την φαντασιοπληξίαν, είναι και δυνατόν και εύκολον. Το να ευρίσκεται όμως και δεύτερον πρόσωπον, το οποίον να συμμερίζεται καθ' όλην την γραμμήν, μέχρι και αυτών των ασημάντων λεπτομερειών, τας φαντασιοπληξίας του πρώτου προσώπου, τούτο αποτελεί ψυχολογικόν φαινόμενον εντελώς ανεξήγητον. Θα ήτο τούτο αληθώς μυστηριώδες τι και καταπληκτικόν, όπως μυστηριώδες θα ήτο το να ίδωσι καθ' ύπνους δύο ή και περισσότερα πρόσωπα εν και το αυτό όνειρον, κατά τον αυτόν δε χρόνον και εν τη αυτή στιγμή.

Αλλ' ιδού, ότι αι εμφανίσεις του Ιησού σημειούνται συγχρόνως ενώπιον πολλών, και βλέπει ο εις ό,τι συγχρόνως έβλεπε και ο άλλος, ακούει δε ο έτερος ό,τι κατά τον αυτόν χρόνον ήκουον και πάντες οι λοιποί. Ποίαν λοιπόν σχέσιν δύνανται να έχωσιν αι εμφανίσεις αυταί προς τα φαινόμενα της φαντασιοπληξίας;

8) Δεν συμβιβάζεται προς την δράσιν της πρώτης Εκκλησίας.

Δια να παραδεχθώμεν, ότι ολόκληρος ο χορός των Αποστόλων και των πρώτων μαθητών, πάντες οι υπερπεντακόσιοι εκείνοι πιστοί παρεπλανήθησαν υπό της φαντασίας των, πρέπει συγχρόνως να ομολογήσωμεν, ότι η χριστιανική κοινότης των Ιεροσολύμων υπήρξεν άθροισμα φαντασιοπλήκτων και φαντασιοκόπων! Η ζωή εν τούτοις της πρώτης εκείνης εκκλησίας περιλαμβάνει παν ό,τι υψηλόν και αξιοθαύμαστον. Ουδεμία ανόητος υπερβολή, ουδέν άσκεπτον και παράτολμον διάβημα, ουδεμία εκδήλωσις νευρικής υπερδιεγέρσεως, ούτε κραυγαί ή φωναί υστερικαί ή στεναγμοί και οιμωγαί και λιποθυμίαι, ούτε ενθουσιασμός ακράτητος και άλογος παρατηρείται εις την κοινωνίαν των αγίων εκείνων ανθρώπων. Η αξιοθαύμαστος διαύγεια της κρίσεως, η κινούσα τους Αποστόλους, η αυτή κυριαρχεί και μεταξύ πάντων των μελών της Σιωνίτιδος Εκκλησίας. Η αυτή δραστηριότης, η αυτή γαλήνη και ειρήνη και πνευματική ηρεμία. Και με ποίον δικαίωμα έπειτα την ουρανίαν πολιτείαν των αξιοθαυμάστων εκείνων ανθρώπων θα εχαρακτηρίζομεν ως κοινωνίαν φαντασιοπλήκτων;

9) Δεν εξηγεί το ευάριθμον των εμφανίσεων.

Την δήθεν έξαψιν της φαντασίας των μαθητών, εξ ης προέκυψαν αι οπτασίαι του αναστάντος διδασκάλου, ο Renan χαρακτηρίζει ως παροξυσμόν ισχυρόν. Περί δε των αυτοπτών της αναστάσεως δεν διστάζει να ισχυρισθή, ότι εμεθύσκοντο οι μεν υπό των δε και εξηπάτων αλλήλους δια των φαντασιοπληξιών αυτών. Και δεν δυσκολεύεται να προσθέση, ότι «αι οπτασίαι επολλαπλασιάζοντο αδιακόπως».

Αλλά από τον ισχυρότατον τούτον ψυχικόν παροξυσμόν υπερπεντακοσίων προσώπων, πώς προήλθον τόσον ολίγαι εμφανίσεις του Ιησού; Και το πράγμα καθίσταται επί πλέον ανεξήγητον, εάν λάβωμεν υπ' όψει, ότι την τεσσαρακοστήν ημέραν από της αναστάσεως παύουσιν αποτόμως αι προς τους Αποστόλους εμφανίσεις του Χριστού.  Αλλά πώς; Άπαξ η φαντασία των πρώτων Χριστιανών εισήλθεν εις την οδόν της αποπλανήσεως, κατά τίνα τρόπον θα ήτο δυνατόν αποτόμως και αμέσως να τεθή εκ νέου επί της οδού της ευθυκρισίας; δεν θα ευρίσκετο ουδείς από τους υπερπεντακοσίους εκείνους, του οποίου η φαντασία να εξακολουθή πάσχουσα και μετά την τεσσαρακοστήν ημέραν;

Τοσαύτα και περί της υποθέσεως τον δια της φαντασίας οπτασιών του Ιησού.

([1]) Fragmente σελ. 427 και εξής.
([2]) Eν τω υπ' αυτού κατά το 1901 δημοσιευθέντι βίω του Ιησού.
([3]) Eν τω Hand – Commentar αυτού εις τους συνοπτικούς τω εκδοθέντι τω 1889 και 1901.
([4]) Jesus 1913 σελ. 104.
([5]) Jesus de Nazarclh, Paris 1907  I σελ. 461 και εξής.
([6]) Ούτω το ανόητον αυτής ανεγνώρισαν oι  P. W. Schiniedel (ενθ' ανωτ. Encycl. Biblica τόμ. IV στηλ. 4066-4067), Α. Meyer (Die Auferstehung Christi σελ. 117) και αυτός ο Strauss (Das Leben Jesu für das deutsche Volk bearbeitel, Leipzig 1864). ο Devivier (μν. εργ. σελ. 193) περιλαμβάνει ως έπεται τους λόγους, δι’ ους η υπόθεσις της κλοπής παρουσιάζεται ασύστατος: 1 ) Δεν είχον λόγον οι απόστολοι να προδώσιν εις την κλοπήν. Διότι ή επίστευον εις επικειμένην ανάστασιν του Διδασκάλου, οπότε έδει ν' αναμείνωσι και ουδεμία ανάγκη ήτο να προδώσιν εις κλοπήν· ή δεν επίστευον, οπότε φυσικώτερον ήτο να εγκαταλίπωσιν ολοτελώς την υπόθεσιν και την μνήμην ανθρώπου, προς τον οποίον πλέον δεν είχον την παραμικράν πίστιν· η αμφεταλαντεύοντο, οπότε η κοινή λογική θα τους ωδήγει να περιμείνωσι την έκβασιν και τας συνεπείας αυτής. 2) Τουναντίον οι απόστολοι είχον λόγους ισχυρούς, υποχρεούντας αυτούς να μη προβώσιν εις το εγχείρημα της κλοπής. Ήσαν δ' ούτοι. α) Το ότι εκυκλούντο υπό άσπονδων εχθρών του Ιησού, παρ' ων εν περιπτώσει, ανακαλύψεως θ’ ανέμενον σκληράς τιμωρίας και τον θάνατον αυτόν. Β) Το ότι θα παρημποδίζοντο υπό του φόβου του κρίματος της θείας δικαιοσύνης εφ' όσον θα απετόλμων απάτην ούτω βλάσφημον και ασεβή. γ) Το ότι δεν είχον σοβαράς ελπίδας άνθρωποι αγράμματοι, και άνευ επιρροής να επιτύχωσιν εις σχέδιον ούτω ριψοκίνδυνον και άνοπτον,  κατά το οποίον απατεών τις, σταυρωθείς υπό των συμπατριωτών του, θα επεβάλλετο υπ’ αυτών εις την λατρείας των ανθρώπων ως αληθής Θεός· και δ) Το ότι, εάν ο Ιησούς δεν ανίστατο, φυσικόν ήτο να κινήση μάλλον την αγανάκτησιν των μαθητών, διότι εξηπατήθησαν ούτοι και καταισχυνθέντες εβυθίσθησαν εις την αθλιότητα. 3) Αλλά και εάν οι απόστολοι απεφάσιζαν την κλοπήν, ήτο αδύνατον να αχθή αυτή εις πέρας. Διότι εφ' όσον εφρουρείτο ο τάφος, έπρεπε να χρησιμοποιήσωσιν ή  β ί α ν  κατά των φυλάκων, πράγμα αδύνατον δι’ ανθρώπους δειλούς, εγκαταλείποντας τον διδάσκαλον εν Γεσθημανή, ή   δ ω ρ ο δ ο κ ί α ν,  πράγμα το οποίον ου μόνον απήτει χρήματα, ων εστερούντο οι απόστολοι, αλλά και δεν ήτο και ευχερής, διότι εις  και μόνον εκ των φυλάκων εάν ηρνείτο, η δωροδοκία θα προεδίδετο, ή  α π ά τ η ν,  ήτις καθίστατο αδύνατος, διότι πώς θα επλησίαζον τον τάφον, πώς θα απεκύλιον τον τεράστιον λίθον και πώς θα υπεξήτουν το σώμα αποσπώντες μάλισπα απ’ αυτού τα οθόνια και καταλείποντες ταύτα, χωρίς να γίνωσιν αντιληπτοί;
([7]) «Α! εκοιμώντο, λέγεται, οι φύλακες! Παρατηρεί ο ιερός Αυγουστίνος. Αλλ’ όταν ομιλήτε ούτω, μήπως κοιμάται, το λογικόν σας περισσότερον παρ’ όσον οι φύλακες; Εάν εκοιμώντο, τι είδον; Και εάν δεν είδον τίποτε, τίνος είναι μάρτυρες; Τι είδους μάρτυρες είναι οι μάρτυρες οι κοιμώμενοι! Εις τι περιλαμβάνεται η μαρτυρία των; Ιδού. Είναι ως να έλεγον: Μαρτυρούμεν, ότι οι μαθηταί του Ιησού υπεξήρεσαν το σώμα του˙ και η μαρτυρία μας είναι απολύτως αδιαμφισβήτητος, διότι, όταν το σώμα υπεξηρέθη, εκοιμώμεθα ύπνον τοσούντον βαθύ, ώστε ούτε ηκούσαμε, ούτε είδομεν τίποτε!» (Tract.  In Psalmos παρά Duplessy μν. εργ. σελ. 316).
([8]) Eludes sur les Εvangiles έκδ. 4, Paris 1905 σελ. 311-316.
([9]) Αυτόθ. σελ. 315.
([10]) Ένθ’ ανωτ.
([11]) Ιωσήπου περί Ιουδ. Πολ. II 19.
([12]) Turton, μνημ. εργ. σελ. 388.
([13]) Drei ersteti Jahrhunderlc έκδ. β' σελ. 39.
([14]) Vie nouvelle I σελ. 382-383.
([15]) Hettinger, Apologetique σελ. 508.
([16]) Das Christentum und die Christlievhe Kirche der drei ersten Jahrhunderte έκδ. γ’ σελ. 45.
([17]) Την υπόθεσιν ταύτην ο Paulus ανέπτυξεν εν Das Leben Jesu als Grundlage einer reinen Geschichte des Urchristentums, Heidelberg 1828. Ο Hase δε υπεστήριξε ταύτην εν τω Leben Jesu (εκδοθέντι το πρώτον το 1819 και εις πέμπτην έκδοσιν τω 1865) και εν τη Gesehichte Jesu (Leipzig 1876). Κατά τον παρόντα αιώνα υποστηρίχθη η υπόθεσις αύτη υπό των W. Sand (Le vérite sur la mort de Jesus—Christ, Paris 1902), R. Calluaud (Le  probleme  de la resurrection de Christ, Paris 1909) και των θεοσόφον εν γένει.
([18]) Jesus von Nazara τόμ. IΙΙ σελ. 573-576.
([19]) ένθ΄ανωτ.
([20]) ένθ΄ανωτ.
([21]) Eν Streitsehriften zur Verteidung meiner Schrift über das Leben  Jesu, Tubingen 1837.
([22]) Jésus de Nazareth τόμ. ΙΙ σελ. 455.
([23]) Hettinger, Apologétique σελ. 505.
([24]) ένθ’ ανωτ.
([25]) Ιωσήπου βίος 75.
([26]) ένθ’ ανωτ. τόμ. ΙΙΙ σελ. 455-456.
([27]) Vie nouvelle I σελ. 394-395.
([28]) Turton μν. εργ. σελ. 408.
([29]) A. Reville ένθ’ ανωτ. σελ. 456.
([30]) Renan, Les apotres σελ. 2-5.
([31]) Quelgues lettres sur les questions actuelles, Paris 1908 σελ. 93. Και αλλαχού ο αυτός σημειοί τα εξής: «Δύναται τις να υποθέση, ότι οι στρατιώται κατεβίβασαν το σώμα από του σταυρού προ της εσπέρας και έρριψαν αυτό εν κοινώ τινι λάκκω όπου φύρδην μίγδην ερρίπτοντο τα λείψανα των εκτελουμένων. Ο,τιδήποτε και αν είναι περί τού τελευταίου τούτου σημείου, οι όροι της ενταφιάσεως υπήρξαν τοιούτοι, ώστε μετά τινας ημέρας θά ήτο αδύνατον να αναγνωρισθή το σώμα του Σωτήρος και αν έτι ανεζητείτο» (Les Évangiles Synoptiques, Introduction κεφ. VII σελ. 223).
([32]) The historical evidence for the Resurrection of Jesus Christ, London 1907 σελ. 250.
([33]) ένθ’ ανωτ. (Encyclopaedia Biblica) IV στήλη 4066.
([34]) Ματθ. κζ' 57-61, Μαρκ. ιε' 42-47, Λουκ. κγ' 50-55, Ιωαν. ιθ' 38-42.
([35]) Osten und Plingsten, Leipzig 1903 σελ. 11.
([36]) ένθ’ ανωτ. σελ. 50.
([37]) Εν συλλογή των αντιχριστιανικών Ιουδαϊκών μυθευμάτων των προ του ιγ' αιώνος γνωστών υπό τον τίτλον Toledoth – Jeshu.
([38]) ένθ’ ανωτ. σελ. 51.
([39]) Sanhedrin VI, 4, 9, 10.
([40]) Πρβλ. Turton ένθ' άνωτ. σελ. 395.

(Από το βιβλίο: Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα,εκδ. ο Σωτήρ σελ. 548-617)

Ανέστη ο Κύριος όντως!Απάντηση στους αρνητές της Ανάστασης (μέρος Α)

(Από το βιβλίο: Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα σελ. 548-617)

 

Α) Αι περί της Αναστάσεως ιστορικαί μαρτυρίαι.
α) Η μαρτυρία του Παύλου.

Η αρχαιοτέρα γραπτή μαρτυρία περί της αναστάσεως του Ιησού Χριστού ευρίσκεται εις τας επιστολάς του Παύλου, αίτινες, ως γνωστόν, εγράφησαν προ των Συνοπτικών ευαγγελίων. Ποιαν σπουδαιότητα ενέχει η μαρτυρία του Παύλου, ανεπτύξαμεν ήδη εν τω Γ' κεφάλαιω. Περιοριζόμεθα δια τούτο να παρατηρήσωμεν ενταύθα ειδικώτερον, ότι η περί αναστάσεως του Χριστού μαρτυρία του Παύλου καθίσταται επί μάλλον αξιόλογος και σοβαρά δια τους κάτωθι λόγους:
1) Διότι παρουσιάζει την αλήθειαν ταύτην της αναστάσεως ως βάσιν του απόστολικού του κηρύγματος και ως στοιχείον αυτού εκ των ων ουκ άνευ. Αρκεί να ρίψωμεν εν βλέμμα επί των πρώτων στίχων του ιε' κεφαλαίου της Α' προς Κορινθίους επιστολής και θα πεισθώμεν ευθύς περί τούτου. Ομιλεί εκεί ο Απόστολος περί του Ευαγγελίου, ο ευηγγελίσατο τοις Κορινθίοις και εν τω οποίω παρέδωκεν αυτοίς εν πρώτοις, «ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς και ότι ετάφη και ότι εγήγερται τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ων οι πλείους μένουσιν έως άρτι, τινές δε και εκοιμήθησαν, έπειτα ώφθη Ιακώβω, είτα τοις απόστόλοις πάσιν· έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί». Ποιαν σπουδαιότητα απέδιδεν εις το σημείον τούτο του απόστολικού κηρύγματος ο θείος Παύλος, απόδεικνύεται ακόμη και εξ’ οόων ευθύς κατωτέρω διατείνεται, εν στίχοις 12-19, όπου, ως ήδη είπομεν, δεν δυσκολεύεται να διακηρύξη, ότι «ει Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών».
2) Διότι εκ της μαρτυρίας του Παύλου απόδεικνύεται σαφέστατα, ότι το γεγονός της αναστάσεως του Χριστού απετέλει την βάσιν του κηρύγματος και των άλλων Απόστόλων. Καθ' όσον, όταν ο Παύλος διακηρύττη, ότι «είτε ούν εγώ, είτε εκείνοι, ούτω κηρύσσομεν και ούτως επιστεύσατε», επάγων μάλιστα τους λόγους αυτούς ως συμπέρασμα των όσων περί του περιεχομένου του Ευαγγελίου του έγραψε προς τους Κορινθίους (ένθα ανωτ. στίχ. 11), δεν καταλείπει την ελαχίστην αμφιβολίαν περί του ότι τόσον το Ευαγγέλιον το κηρυττόμενον υπό του Παύλου, όσον και το Ευαγγέλιον το υπό των λοιπών Απόστόλων κηρυττόμενον, ήτο εν και το αυτό. Τούτο άλλως τε εμφαίνεται και εκ της προς Γαλάτας επιστολής (κεφ. β' 2 και 9), όπου ρητώς αναφέρεται ότι ο Παύλος μετά δεκατέσσαρα έτη από της επιστροφής αυτού εις Χριστόν ανελθών εις Ιεροσόλυμα εξέθεσε το υπ' αυτού κηρυττόμενον Ευαγγέλιον εις τους δοκούντας, τουτέστιν εις τον Ιάκωβον, εις τον Κηφάν και εις τον Ιωάννην, οίτινες δεξιάς έδωκαν αυτώ κοινωνίας, εύροντες κατά παάτα σύμφωνον προς το υπ’ αυτών κηρυττόμενον Ευαγγέλιον και το του Παύλου Ευαγγέλιον.
Αυτός άλλως τε ο Harnack ([1]) ομολογεί «ότι ανήκει εις τα πλέον βέβαια χριστιανικά γεγονότα, ότι ο απόστολος Παύλος δεν υπήρξεν ο πρώτος θέσας επί της πρώτης γραμμής την σπουδαιότητα του θανάτου του Χριστού και την σπουδαιότητα της αναστάσεώς του, αλλά συνηντήθη εν τη ομολογία ταύτη μετά της αρχεγόνου κοινότητος». «Τα γεγονότα αυτά του θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού ο κύκλος των προσωπικών μαθητών του Ιησού και η πρώτη Χριστιανική κοινότης εκράτουν ως θεμελιώδη». «Επί του διπλού δε θεμελίου των λίθων τούτων εστηρίχθη ολόκληρος η Χριστολογία». «Ότι αι δύο αύται βεβαιώσεις («απέθανε δια τας αμαρτίας ημών και ανέστη δια την δικαίωσιν ημών») υπήρξαν δια την αρχέγονον κοινότητα τα ουσιώδη σημεία της πίστεώς της, ουδεις ακόμη εξεδήλωσεν αμφιβολίαν τινά . Αυτός ο Strauss δεν το αμφισβητεί και ο F. C. Baur αναγνωρίζει ότι η αρχαιοτάτη Χριστιανωσύνη ωκοδομήθη επί της ομολογίας τούτων».
3) Διότι η μαρτυρία του Παύλου βασισθειςα επί της συμμαρτυρίας των αυτοπτών της αναστάσεως παρουσιάζεται π α λ α ι ο τ ά τ η, δυναμένη να αναχθή και εις αυτήν την πρώτην πενταετίαν μετά την ανάστασιν του Ιησού. Και Ιδού πώς. Η Α' προς Κορινθίους εγράφη κατά μεν τους ενωρίτερον χρονολογούντας αυτήν τω 53 μ.Χ., κατά δε τους βραδύτερον τω 57, η εν αυτή δε μαρτυρία αναφέρεται εις προηγούμενον κήρυγμα του Παύλου γενόμενον κατά την πρώτην και επίσκεψιν αυτού εις Κόρινθον, σημειωθειςαν περί το 50 μ.Χ. Ούτω φθάνομεν εις είκοσι περίπου έτη μετά το πάθος του Κυρίου. Αλλ' ως δύναται να συναχθή εκ της μαρτυρίας ταύτης, ο Παύλος είχεν επικοινωνήσει προς τους αυτόπτας της αναστάσεως και από του στόματος αυτών έμαθε τα των εμφανίσεων του αναστάντος Ιησού. Η φράσις «ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ών οι πλείους μένουσιν έως άρτι, τινές δε και εκοιμήθησαν», αποδεικνύει σαφώς και αδιαμφισβητήτως ότι ο Παύλος εγνώρισε καλώς τους πεντακοσίους τούτους αυτόπτας, άρα δε και επεκοινώνησε προς αυτούς. Έχομεν λοιπόν πάντα λόγον να πειθώμεθα, ότι μάρτυς, μάλιστα τόσης περιωπής, οποίος υπήρξεν ο Παύλος, βεβαιών, ότι ο αναστάς Κύριος ενεφανίσθη τω Κηφά και τω Ιακώβω, εφρόντισε να εξακριβώση τούτο εξ’ αυτού του στόματος του Κηφά και του Ιακώβου, τους οποίους άλλως τε συνήντησεν, ως βέβαιοι ο ίδιος, τρία μόλις έτη μετά την επιστροφήν αυτού εις Χριστόν, και επέμεινε προς αυτούς η μέρας δεκαπέντε (Γαλατ. α' 18) ([2]). Λαμβανομένου δε υπ' όψει, ότι η επιστροφή του Παύλου, εάν δεν εγένετο εν έτος μετά την σταύρωσιν του Χριστού, ως διατείνεται ο Harnack ([3]), πάντως όμως εγένετο περί το 36 μ. Χ., η πρώτη συνάντησις του Παύλου προς τους κορυφαίους Αποστόλους συνέπεσε το πέμπτον ή το πολύ το όγδοον από της αναστάσεως του Ιησού έτος ([4]). Ούτω η μαρτυρία την οποίαν δίδει ο Παύλος εις την Α' προς Κορινθίους επιστολήν ανάγεται εις χρόνους παλαιοτάτους και μικρόν της αναστάσεως του Κυρίου απέχοντας.
4) Η εις παλαιοτάτους χρόνους αναγωγή της μαρτυρίας του Παύλου επιμαρτυρείται και εκ της φράσεως «τη τρίτη ημέρα», καθώς και εκ της φράσεως «κ α τ ά τ α ς
γ ρ α φ ά ς», ήτις επαναλαμβάνεται εν αυτή δις. Και είναι μεν αληθές, ότι ισχυρίσθησαν τινές των ορθολογιστών, ότι εκ της φράσεως ταύτης εμφαίνεται, ότι η περί αναστάσεως του Χριστού πίστις του Παύλου προεκλήθη δια των Γραφών, αλλ' ο ισχυρισμός ούτος ελέγχεται ασύστατος, όταν ληφθή υπ' όψει, ότι η αυτή φράσις χρησιμοποιείται υπό του Παύλου προκειμένου και περί του θανάτου του Χριστού («απέθανε... κατά τας γραφάς»). Η φράσις αυτή έχει την αρχήν της εις αυτά τα πρώτα κηρύγματα, τα οποία ο Πέτρος απηύθυνε προς τους Ιουδαίους. Καθώς εμφαίνεται και εξ αυτής της κατά την ημέραν της Πεντηκοστής δημηγορίας του κορυφαίου (Πράξ. β' 24-28), ο Πέτρος αντιληφθεις, ποίαν σημασίαν είχον δια τους Ιουδαίους αι από των Γραφών αποδείξεις, ήδη από της πρώτης αυτού δημηγορίας ταύτης εχρησιμοποίησε το είδος τούτο της επιχειρηματολογίας και απέδειξεν, ότι η ανάστασις του Ιησού Χριστού ήτο σύμφωνος προς τας προρρήσεις των Γραφών. Λόγω δε της συχνής χρήσεως της επιχειρηματολογίας ταύτης και εξ’ αιτίας της ιδιαιτέρας ισχύος αυτής δια τους Ιουδαίους κατά την κρατούσαν μεταξύ των κριτικών γνώμην εν αυτώ τω πρώτω συμβόλω της πίστεως, τω ενωρίτατα ([5]) εν τη εκκλησιαστική χρήσει εισαχθέντι, εβεβαιούτο, ότι ο Χριστός ανέστη κατά τας Γραφάς. Και εκ του αρχεγόνου τούτου συμβόλου λαμβάνει τους πρώτους τούτους στίχους της μαρτυρίας αυτού ο Παύλος, ως εμφαίνεται εκ του ότι ουδαμού αλλαχού χρησιμοποιείται υπ' αυτού η φράσις «κατά τας γραφάς». Είναι εξ’ άλλου αξιοσημείωτον, ότι η φράσις «κατά την γραφήν» απαντά παρά τη επιστολή του Ιακώβου (β' 8), εξ ού εμφαίνεται η Ιεροσολυμιτική προέλευσις αυτής. Αλλά και ο όρος «οι δώδεκα» ουδέποτε χρησιμοποιείται υπό του Παύλου, ο οποίος προτιμά μάλλον τον όρον «οι απόστολοι». Ο όρος «οι δώδεκα» είναι ευαγγελικός και ανάγει ημάς εις την Ιεροσολυμιτικήν παράδοσιν. Αλλ' εάν ο Παύλος εις την Α' προς Κορινθίους μαρτυρίαν αυτού παρεισάγη παράθεσιν εξ αποστολικού συμβόλου, διακηρύττοντος, ότι ο Κύριος απέθανε δια τας αμαρτίας ημών κατά τας γραφάς, ότι έταφη, ότι ανέστη τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και ότι ενεφανίσθη εις τον Πέτρον και εις τους δώδεκα, αποδεικνύεται εκ τούτου, ότι η μαρτυρία αυτού στηρίζεται και επί εγγράφου πηγής, απ' αυτών των πρώτων αυτοπτών του Κυρίου και της αναστάσεως αυτού ελκούσης την καταγωγήν της και εισαχθειςης από των πρώτων ετών της θεμελιώσεως της εκκλησίας εις επίσημον χρήσιν καθ' άπασαν την εκκλησίαν.
5) Αλλά και ο τρόπος, καθ' ον παρέχεται υπό των επιστολών του Παύλου η περί της αναστάσεως του Χριστού μαρτυρία, καθιστά αυτήν οξιολογωτάτην. Διότι ο απόστολος θίγει όλως εν παρόδω, και μόνον διότι άγεται εις τούτο υπ’ αυτής της σειράς του λόγου, το μέγα τούτο της αναστάσεως γεγονός. Δεν πειράται ν' αποδείξη τούτο. Ουδέ καν προσπαθεί να επιβεβαιώση αυτό. Από όλας τας επιστολάς αυτού μόνον εις μίαν, εις την Α' προς Κορινθίους, κρίνει άξιον να ομιλήση ιδιαιτέρως περί του γεγονότος αυτού. Πράττει δε τούτο ουχί διότι υπήρχεν ανάγκη να βεβαιωθώσι περισσότερον οι προς ούς έγραφε Χριστιανοί περί της αληθείας ταύτης, αλλά διότι εσκόπει ν' απόδείξη, ότι τόσον αυτός, όσον και οι λοιποί Απόστολοι, εκήρυττον το αυτό Ευαγγέλιον, να επιβεβαιώση δ' εξ άλλου άλλην τινά αλήθειαν, περί ης αμφέβαλλον πως οι Κορίνθιοι, την αλήθειαν της καθολικής αναστάσεως των νεκρών. Εκ τούτων αποδεικνύεται σαφώς, ότι τόσον ο Παύλος, όσον και εκείνοι προς τους οποίους έγραφεν, ήσαν πλήρως πεπεισμένοι περί του ότι όντως ανέστη ο Κύριος ([6]). Και το συμπέρασμα τούτο εδραιούται περισσότερον, εαν ληφθή υπ' όψει, ότι μίαν εκ των επιστολών αυτού, την προς Ρωμαίους, γράφει προς εκκλησίαν, προς την οποίαν δεν είχεν ο ίδιος κηρύξει, άλλην δε, την προς Γαλάτας, απευθύνει προς εκκλησίας, εις ας κατά σμήνη είχον επιδράμει οι ψευδάδελφοι αναστατούντες τους Χριστιανούς και κλονίζοντες αυτούς από της αληθούς πίστεως. Ενώ λοιπόν εις την προς Ρωμαίους επιστολήν, δια πρώτην φοράν επικοινωνών προς τους εν Ρώμη, ευρίσκεται εις την ανάγκην να εκθέση εν πλάτει το Ευαγγέλιον αυτού, και όχι απλώς να διατυπώση, αλλά και να αποδείξη τας θεμελιώδεις αυτού αληθείας, περί της αληθείας της αναστάσεως του Χριστού δεν θεωρεί επάναγκες να ομιλήση ιδιαιτέρως, προφανώς διότι ουδεμία υπήρχε περί αυτής αμφιβολία καθ' όλον τον χριστιανικόν κόσμον. Εις δε την προς Γαλάτας επιστολήν ομιλεί περί τόσων άλλων ζητημάτων και τόσας άλλας αληθείας δια συλλογισμών πυκνών και συμπαγών αποδεικνύει, μόνον δε δια μίαν αλήθειαν δεν ευρίσκεται εις την ανάγκην να αγωνισθή, δια την αλήθειαν της αναστάσεως του Κυρίου. Τουθ' όπερ αποδεικνύει εμφανώς, ότι ουδέ παρ' αυτοίς τοις Ιουδαΐζουσι Χριστιανοίς ημφεσβητείτο το μέγα τούτο γεγονός! Αλλ' εάν τοιαυτή είναι η πεποίθησις των πρώτων Χριστιανών και εάν, όπως ομολογείται υπό πάντων, επί του θανάτου και της αναστάσεως του Ιησού Χριστού εθεμελιώθη η πρώτη εκκλησία και ωκοδομήθη ολόκληρος ο Χριστιανισμός, τα δύο αυτά γεγονότα πρέπει να είναι ιστορικά και βέβαια. Δεν δυνάμεθα σοβαρώς να υποστηρίξωμεν μετά του Sehmiedel ([7]) ότι «είναι αδιαμφισβήτητον, ότι η εκκλησία εθεμελιώθη ουχί αμέσως επί του γεγονότος της αναστάσεως του Ιησού, αλλ' επί της πίστεως εις την ανάστασίν του και αυτή η πίστις, ειργάζετο μετ' ίσης ενεργείας, αδιάφορον αν η ανάστασις ήτο γεγονός πραγματικόν ή ου». Διότι ως ορθώς παρετήρησεν ο εκ των νεωτεριζόντων (modernistes) καθολικών Εδουάρδος Le Roy ([8]) «παν ό,τι είναι καθαρώς απατηλή χίμαιρα, καθαρώς νοσηρά φαντασιοπληξία, άνευ αξίας τινός αληθείας, δύναται αναμφιβόλως να διεγείρη προς στιγμήν την πίστιν. Αλλά τοιαυτή πίστις δεν είναι οικοδομητική ούτε καρποφόρος εξ επόψεως ηθικής· δεν παράγει ουδέν στερεόν· δεν μεταδίδεται πολύ μακράν· δεν επισυνάγει πολλάς ψυχάς εν μια κοινωνία, ζωοποιούση αυτάς· δεν ανθίσταται εις την φθοροποιόν και διαλυτικήν επίδρασιν του χρόνου, εις την δοκιμασίαν της, κυκλοφορίας της εν τη πρακτική χρήσει. Εξοφλείται πάντοτε εις το τέλος του λογαριασμού δι' αποτυχίας, όπου αποκαλύπτεται ο ψευδής χαρακτήρ της». Μόνον περί της αληθείας δύναται να λεχθή, ότι «ουδέν διαρκέστερον αυτής». Και μόνον περί αυτής ισχύει, ότι «παν όπερ εξυπηρετεί αυτήν, διασώζεται ως κεφάλαιον ασθενές, αλλ' ασφαλές. Ουδέν εν τω μικρώ θησαυρώ της απόλλυται. Τουναντίον παν ό,τι ψευδές καταρρέει. Το ψεύδος δεν θεμελιούται, ενώ το μικρόν οικοδόμημα της αληθείας είναι χαλύβδινον και ανυψούται συνεχώς» ([9]).
6) Τέλος κατά τας λεπτομερείας του περιεχομένου της εξεταζομένη η μαρτυρία αυτή παρουσιάζεται επιβεβαιουμένη πλήρως και υπό της αφηγήσεως των ευαγγελιστών. Διότι μαρτυρεί 1) την εμφάνισιν την γενομένην εις τον Πέτρον, την υπό του Λουκά μαρτυρουμένην, τοποθετών μάλιστα αυτήν εν τη αυτή θέσει, εν τη οποία τοποθετεί αυτήν και ο Λουκάς εν τη σειρά των εμφανίσεων. 2) Την εμφάνισιν προς τους δώδεκα, ήτις και κατά τους τρεις εκ των ευαγγελιστών εγένετο κατά την αυτήν της αναστάσεως ημέραν. Πράγματι η εμφάνισις αυτή μαρτυρείται πρώτον μεν υπό του Λουκά (κδ' 36), επιβεβαιούται δε και υπό της αφηγήσεως της εν τω τέλει του κατά Μάρκον Ευαγγελίου και παρουσιάζεται εξ ολοκλήρου η αυτή προς την υπό του Ιωάννου (κ' 19) αναφερομένην. 3) Άλλην τινά εμφάνισιν συντελεσθειςαν εν μέσω ευρυτάτου κύκλου πιστών, των οποίων ο αριθμός υπερέβαινε τους πεντακοσίους και η οποία πιθανώτατα είναι η υπό του Ματθαίου ιστορουμένη ως λαβούσα χώραν εν Γαλιλαία ([10]). 4) Την εις τον Ιάκωβον, περί της οποίας δεν μαρτυρούσιν οι ευαγγελισταί και 5) Άλλην μίαν ακόμη εμφάνισιν έμπροσθεν όλων των Αποστόλων λαβούσαν χώραν, ιστορουμένην και ταύτην υπό των ευαγγελιστών.
Ούτω πάσαι αι υπό του Παύλου αναφερόμεναι εμφανίσεις, πλην μόνης της προς τον Ιάκωβον γενομένης, αναφέρονται και υπό των ευαγγελιστών. Δεν μνημονεύονται δε υπό του Παύλου μόνον αι εις τας μυροφόρους και εις τους προς Εμμαούς πορευομένους εμφανίσεις· τούτο δε διότι ο απόστολος δεν προτίθεται να παραθέση πλήρη κατάλογον των εμφανίσεων ([11]). Τουναντίον πιθανώτατον παρουσιάζεται ότι ποιείται εκλογήν των εγκυροτέρων εκ των εμφανίσεων, και τοιαύται ήσαν η εμφάνισις εις τον Πέτρον, του οποίου το κύρος εν Κορίνθω ήτο ηδραιωμένον (Α' Κορινθ. α' 12), η εις τους δώδεκα, η εις το σύνολον των πρώτων πιστών ήτοι η εις τους πεντακοσίους, των οποίων οι πλειςτοι επέζων, η εις τον Ιάκωβον, του οποίου το κύρος ήτο μέγα παρά τοις εξ’ Ιουδαίων Χριστιανοίς, η εις τους Αποστόλους πάντας, και τέλος η εις αυτόν τον Παύλον. Τας τρεις άλλας, ως φέρουσας ιδιωτικόν χαρακτήρα και μη γενομένας εις αποστόλους, παραλείπει.
Συμπεραίνοντες παρατηρούμεν και πάλιν δι' ολίγων, ότι είναι εξόχως σπουδαία η υπό των επιστολών του Παύλου παρεχομένη περί της αναστάσεως μαρτυρία, μάλιστα δια τους εξής λόγους:
1) Διότι παρουσιάζει το γεγονός της αναστάσεως στοιχείον του αποστολικού κηρύγματος ουσιωδέστατον και θεμελιωδέστατον, αυτήν την βάσιν του κηρύγματος ουχί ενός αλλά πάντων των Αποστόλων·
2) διότι παρουσιάζει το γεγονός της αναστάσεως μαρτυρούμενον υπό των αυτοπτών (Κηφά, Ιακώβου, πεντακοσίων αδελφών) εις εποχήν παλαιοτάτην και μόλις πέντε ή εξ έτη της σταυρώσεως και της αναστάσεως απέχουσαν·
3) διότι είκοσι μόλις έτη μετά τον θάνατον του Χριστού (οπότε συμπίπτει ο χρόνος της συγγραφής των τεσσάρων επιστολών του Παύλου) παρουσιάζει ολόκληρον την εκκλησίαν από της Ρώμης μέχρι των Ιεροσολύμων και από της Αγκύρας μέχρι της Κορίνθου ομολογούσαν εν ένι στόματι και μια καρδία την μεγάλην αλήθειαν της Αναστάσεως.


β) Αι μαρτυρίαι των Ευαγγελίων.

Είναι βεβαίως περιττόν να είπωμεν, ότι δεν θα επανέλθωμεν ενταύθα επί των επιχειρημάτων, άτινα εν τω Γ' κεφαλαίω παρεθέσαμεν και εκ των οποίων απεδείχθη εμφανέστατα η σπουδαιότης και σοβαρότης των Ευαγγελίων ως συγγραφών και πηγών ιστορικών. Ενταύθα θα εξετασθή ειδικώς η περί της αναστάσεως του Χριστού ευαγγελική μαρτυρία δια να αποδειχθή η αφέλεια, η απλότης, η ειλικρίνεια και η καλή πίστις των εξιστορούντων τα κατά την ανάστασιν εξ’ αυτών τούτων των ευαγγελικών κειμένων αναπηδώσα και αποκαλυπτομένη.

1. Αι κατά τα Ευαγγέλια εμφανίσεις. Κατά τους ευαγγελιστάς ο Ιησούς αναστάς ενεφανίσθη:
1) Εις την Μαγδαληνήν Μαρίαν (Μάρκ. ιστ' 9-11 και Ιωαν. κ' 11-18) και
2) Εις τας μυροφόρους γυναίκας (Ματθ. κη' 9-10) κατά την πρωίαν της Κυριακής.
3) Εις τους δύο μαθητάς, τους εις Εμμαούς πορευομένους, κατά το απόγευμα της αυτής ημέρας (Μάρκ. ιστ' 12-13, Λουκ. κδ' 13-15).
4) Εις τον Σίμωνα Πέτρον ολίγω αργότερον (Λουκ.κδ' 34).
5) Εις τους δεκα Αποστόλους απόυσιάζοντος του Θωμά κατά την εσπέραν της αυτής ημέρας (Μάρκ. ιστ' 14, Λουκ. κδ' 36-43, Ιωαν. κ' 19-25).
6) Εις τους ένδεκα παρόντος και του Θωμά μετά οκτώ ημέρας (Ιωαν. κ' 26-29).
7) Εις επτά αποστόλους παρά την λίμνην της Τιβεριάδος (Ιωαν. κα' 1-23).
8) Εις τους ένδεκα εν τω όρει της Γαλιλαίας, «ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς» (Ματθ. κη' 16)·
και 9) Εις τους αποστόλους πάντας εις Βηθανίαν κατά την ημέραν της αναλήψεως (Μαρκ. ιστ' 19-20, Λουκ. κδ' 50, Πραξ. α’ 6-11), την οποίαν τινές εταύτισαν προς την ως άνω εν Γαλιλαία σημειωθειςαν.

2. Πενιχρότης των ευαγγελικών πληροφοριών. Η πρώτη εντύπωσις, την οποίαν προ πάσης αξετάσεως αυτών παρέχουσιν αι μαρτυρίαι αύται, είναι η πτωχεία και πενιχρότης των πληροφοριών, τας οποίας παρέχουσι δυσαναλόγως προς την σοβαρότητα και σπουδαιότητα, η οποία εξ αρχής απεδόθη υπό των Αποστόλων και της πρώτης εκκλησίας εις το γεγονός της αναστάσεως. Το μόνον επεισόδιον, όπερ εκτίθεται μετά τίνος λεπτομερείας, είναι το της εμφανίσεως του αναστάντος Κυρίου εις τους δύο μαθητάς, τους πορευομένους εις τους Εμμαούς. Ιδιαιτέρως αξιοσημείωτον τυγχάνει ότι περί της ενδόξου ζωής, εις την οποίαν μετά την ανάστασιν εισήλθεν ο Κύριος, δεν αφηγούνται οι ευαγγελισταί παρά ελάχιστα τινά και όλως ανεπαρκή. Η φύσις της ζωής ταύτης, η έκτακτος, η νέα, η απηλλαγμένη των κοινών συνθηκών υπό τας οποίας έζησε πρότερον ο Ιησούς, η όλως άγνωστος εις τους μήπω εισελθόντας εις αυτήν και μετασχόντας ταύτης, περί της οποίας δεν είναι εις θέσιν να σχηματίσωσι σαφή ιδέαν οι εισέτι το φθαρτόν σκήνος του σώματος περιβεβλημένοι θνητοί, εξηγεί πλήρως, διατί εις τας περί αναστάσεως παραδόσεις των αυτοπτών, τας περισωθειςας εις τα ευαγγελικά κείμενα, ευρίσκομεν κάτι το ασαφές, το μη επαρκώς πλήρες ([12]). Αντιλαμβάνονται οι Απόστολοι, ότι βλέπουσι και ακούουσι τον διδάσκαλον· πείθονται, ότι είναι αυτός, διότι συλλαμβάνουσι τας χείρας του και τους πόδας του. Αλλά συγχρόνως κατανοούσιν, ότι η ζωή, την οποίαν ήδη ζη ο διδάσκαλος είναι διάφορος της προτέρας. Και βυθίζονται ούτω εις απορίαν, διότι ο Ιησούς είναι και δεν είναι συγχρόνως ο αυτός προς εκείνον, τον οποίον εγνώρισαν και μετά του οποίου συνέζησαν επί τριετίαν ολόκληρον. Τα χαρακτηριστικά ταύτα των ευαγγελικών περί αναστάσεως αφηγήσεων συντρίβουσι κυριολεκτικώς τον ισχυρισμόν του Α. Meyer ([13]), κατά τον οποίον εγένοντο προσθήκαι εις τας περί αναστάσεως πρωταρχικάς παραδόσεις, επί τω σκοπώ όπως ικανοποιηθώσι νεόφυτοι και νεωστί προσηλυτισθέντες εις την πίστιν απλήστως έχοντες προς το υπερφυσικόν, αλλά και η απολογητική τάσις της πρώτης εν Ιεροσολύμοις κοινότητος, αισθανομένης την ανάγκην να παρουσιάση τας προφητείας πληρωθειςας εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού. Εάν ο ισχυρισμός ούτος ήτο ακριβής, γεννάται το ερώτημα, πώς τόσαι προθέσεις, τόσαι ανάγκαι, τόσαι αιτίαι προς επέκτασιν και διαπλάτυνσιν του αρχικού περί αναστάσεως υλικού, αλλά και τόσαι προσθήκαι και παρεμβολαί γενόμεναι εις αυτό κατέληξαν εις τας τόσον ισχνάς, πτωχάς, βραχείας και τον χαρακτήρα αποσπασμάτων φερούσας αφηγήσεις ([14]); Είναι τόσον πτωχαί και βραχείαι αύται, ώστε πέντε γραμμαί, τας οποίας ο Παύλος γράφει σχεδόν ειπείν εν παρόδω εις την Α' προς Κορινθίους επιστολήν του προσθέτουσιν αρκετά εις το σύνολον των εκ των Ευαγγελίων πληροφοριών. Τοσαυτή ευσυνειδησία και ακρίβεια εκδηλούται εκ μέρους των ευαγγελιστών και τόσον πολύ εμμένουσιν ούτοι εις το να καταγράψωσιν εν τοις Ευαγγελίοις αυτών ό,τι αυτοί και μόνοι είτε αμέσως είτε εξ αυθεντικών πληροφοριών αξιοπίστων αυτοπτών αντελήφθησαν.
Ταύτα περί των μαρτυριών των Ευαγγελίων γενικώς.

3. Συμφωνία ανεπιτήδευτος. άαν ήδη μελετήσωμεν μετά προσοχής τας περί της αναστάσεως ευαγγελικάς αφηγήσεις, διακρίνομεν πρωτίστως, ότι αύται ανεπιτηδεύτως συμπίπτουσιν περί ωρισμένον αριθμόν βεβαίων γεγονότων παρουσιάζουσαι αξιοθαύμαστον συμφωνίαν. Τοιαύτα γεγονότα και σημεία των αφηγήσεων θα ηδύναντο να σημειωθώσι τα επόμενα:

Το πρώτον εκ τούτων κατά τον L. de Grandmaison ([15]) τυγχάνει αρνητικόν μεν, αλλ' εξόχως αξιοσημείωτον. Είναι δε τούτο η έλλειψις χρονολογικής ενδείξεως, εμφαινούσης την ώραν, κατά την οποίαν έλαβε χώραν η ανάστασις, καθώς και η έλλειψις πάσης περιγραφής αυτού του γεγονότος της αναστάσεως. Οι ευαγγελισταί περιορίζονται απλώς να μας είπουν ότι την πρωίαν της Κυριακής ο Ιησούς είχεν αναστή. Ποίαν ώραν της νυκτός εσημειώθη η ανάστασις και πώς το νεκρόν του Κυρίου σώμα εζωοποιήθη και εγκατέλιπε τον τάφον, ουδεις των ευαγγελιστών πειράται να ορίση ή να περιγράψη. Επί γεγονότος δε, το οποίον τόσον ζωηρώς θα προσείλκυε το ενδιαφέρον και την προσοχήν των πρώτων Χριστιανών, εάν πράγματι οι αφηγούμενοι αυτό δεν περιωρίζοντο εις ό,τι εξ’ αυτοψίας είχον αντιληφθή και διακριβώσει, ήτο φυσικόν η φαντασία να εκτραπή και να συμπληρώση τα κενά, τα οποία παρουσιάζοντο εν τη εκτυλίξει αυτού. Θα έπρεπεν η φαντασία να επισωρεύση λεπτομερείας καταπλησσούσας εν τη περιγραφή της αναστάσεως συντελούμενης δια τινος ενεργείας βραδείας ή αιφνιδίας, εν μέσω συναθροίσεως αγγέλων η αγίων, θεωμένων την αναζωογόνησιν του αδρανούς και νεκρού σώματος του Ιησού και προσπιπτόντων εις προσκύνησιν αυτού μεθ' ύμνων και δοξολογιών, των οποίων το περιεχόμενον θα εστιχουργείτο υπό της ποιητικής πτήσεως. Πράγματι δε τοιαύτην εκτροπήν, προδίδουσαν καταδήλως την πλαστότητα, παρουσιάζει το απόκρυφον κατά Πέτρον ευαγγέλιον ([16]). Περί της αφηγήσεως του ευαγγελίου τούτου εν αντιθέσει προς την αφήγησιν των κανονικών Ευαγγελίων ομολογεί αυτός ο P. W. Schmiedel, ότι «η ανάστασις του Ιησού, η οποία εις τα κανονικά Ευαγγέλια μετ' επιφυλάξεως αξιοσημείωτου πάντοτε προϋποτίθεται, ότι έλαβεν ήδη χώραν, και ουδέποτε περιγράφεται, εις το ευαγγέλιον του Πέτρου παρουσιάζεται ως λαμβάνουσα χώραν υπό τα όμματα των Ρωμαίων και των Ιουδαίων των φρουρούντων τον τάφον, καθ' ένα δε τρόπον, τον οποίον δεν δύναται τις να χαρακτηρίση παρά αλλόκοτον»([17]).

Δεύτερον χαρακτηριστικόν σημείον, επί του οποίου συμπίπτουσιν αι αφηγήσεις των κανονικών Ευαγγελίων, είναι η κενότης του τάφου, η διαπιστωθειςα την τρίτην από του πάθους ημέραν υπό των επισκεφθεισών τον τάφον λίαν πρωί της μιας σαββάτων μυροφόρων γυναικών, μεταξύ των οποίων διακρίνεται Μαρία η Μαγδαληνή.

Τρίτον σημείον αυτομάτου συμφωνίας των ευαγγελιστών είναι η γέννησις της πίστεως εις την ανάστασιν παρά ταις γυναιξί πρώτον, αίτινες εις μάτην προσπαθούσι να μεταδώσωσι την πίστιν ταύτην και εις τους Αποστόλους. Αυταί πρώται επισκέπτονται τον τάφον. Εις αυτάς πρώτας εμφανίζεται ο αναστάς Κύριος, αφού προηγουμένως αυταί είδον οπτασίαν αγγέλων. Αυταί αναγγέλλουσι την ανάστασιν εις τους μαθητάς, οίτινες απιστούσιν εις ταύτας. Ο ρόλος δε της Μαγδαληνής, η αγγελοφάνεια και η δυσπιστία των μαθητών εξαίρονται παρ' απάσαις ταις πηγαίς της ευαγγελικής ιστορίας.

Τέταρτον χαρακτηριστικόν σημείον συμφωνίας των ευαγγελιστών είναι, ότι ο Ιησούς αναστάς δεν ενεφανίσθη εις ουδένα εκ των εχθρών του, αλλά μόνον εις τους φίλους και μαθητάς αυτού.

Πέμπτον ενεφανίσθη εις τους μαθητάς μετά την εις τας μυροφόρους εμφάνισιν. Και ενεφανίσθη εξ απροόπτου, ουχί εις περιβάλλον παρεσκευασμένον και υποβοηθούν τους αποστόλους, όπως πιστεύσωσιν εις την ανάστασιν. Αι συνθήκαι της εμφανίσεως είναι τοιαύται, ώστε αυτοί αμφιβάλουσι, φοβούνται νομίζοντες ότι η εμφάνισις οφείλεται εις πνεύμα ή φάντασμα τι και μόνον τότε πείθονται, όταν υποβάλλωσιν εις την άμεσον αυτών αφήν το σώμα του Διδασκάλου. Η δυσπιστία των και οι φόβοι των κατανικώνται δια της επιμονής του αναστάντος, ο οποίος δεν εμφανίζεται στιγμιαίως, ίνα ευθύς εξαφανισθή, αλλ' αναστρέφεται, συνομιλεί και συντρώγει μετά των μαθητών.

Έκτον σημείον συμφωνίας τυγχάνει η υπό πάντων των ευαγγελιστών μαρτυρουμένη απότομος μεταβολή των μαθητών, πιστευσάντων ακραδάντως εις την ανάστασιν. Η ψυχολογική αυτή μεταβολή, καθ' ην οι κατεπτοημένοι τέως και καταπεπτωκότες μαθηταί παρουσιάζονται δια μιας θαρραλέοι, απτόητοι, ακατάβλητοι και ανυπέρβλητοι εις ηρωϊσμόν, οφείλεται εις την θριαμβευτικήν πεποίθησιν, την οποίαν εσχημάτισαν περί της αναστάσεως του Διδασκάλου, και η οποία εμπνέει αυτούς καθ' όλην την μετέπειτα δράσιν αυτών, καθιστώσα αυτούς μεν προθύμους εις πάσαν θυσίαν, την δε πορείαν αυτών ακαταπόνητον και νικηφόρον.

4. Διαφοραί  και  κενά . Εν ταις λεπτομερείαις όμως παρουσιάζονται κενά και διαφοραί τινες. Και αι μεν διαφοραί επιβεβαιούσαι την απ' αλλήλων ανεξαρτησίαν των ευαγγελιστών εν ταις αφηγήσεσιν αυτών δεν παρουσιάζονται ασυμβίβαστοι. Τα δε κενά είναι πολλάκις τοιαύτα, ώστε η μία αφήγησις να προϋποθέτη την ετέραν και η μετ' αλλήλων συμπλήρωσις να εξαίρη επί μάλλον το ανεπιτήδευτον της συμφωνίας.
Ούτω, ίνα αρχίσωμεν από το γεγονός της ταφής, ο Ιωσήφ κατά μεν τον Ματθαίον και τον Ιωάννην ήτο απλώς άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, «μαθητής του Ιησού κεκρυμμένος δε δια τον φόβον των Ιουδαίων, κατά τους άλλους δε δύο ευαγγελιστάς ήτο και βουλευτής, μη συγκατατεθειμένος τη βουλή και τη πράξει των Ιουδαίων. Είναι προφανές ότι ουδετέρα των λεπτομερειών τούτων αποκλείει την άλλην. Ο Ιωσήφ ηδύνατο να είναι συγχρόνως και πλούσιος και μαθητής του Ιησού εν τω κρυπτώ και βουλευτής.
Κατά τους συνοπτικούς ο τάφος ήτο λαξευτός εντός βράχου και η ειςοδος αυτού εκαλύπτετο δια λίθου μεγάλου προσκυλιομενου επ' αυτής. Κατά τον Ιωάννην το μνημείον ευρίσκετο εν κήπω και ήτο ανεγηγερμενον μάλλον επί του εδάφους, εξ’ ου και ο λίθος δεν χαρακτηρίζεαι ως απoκεκυλισμένος, ως παρά τοις λοιποίς συνοπτικοίς, αλλ’ ως η ρ μ έ ν ο ς, ο δε Ιωάννης, ο προδραμών τάχιον του Πέτρου εις το μνημείον, παρουσιάζεται ως παρακύπτων, ίνα ίδη το εσωτερικόν του μνημείου. Αμφότεραι εν τούτοις αι αφηγήσεις δύνανται να συμβιβασθώσιν, εφ' όσον και η αφήγησις του Ιωάννου ομιλεί περί του μνημείου ως ευρυχώρου κοιλότητος, εντός της οποίας δεν καταβαίνει αλλ' εισέρχεται ελευθέρως ο Πέτρος πρώτον και μετ' αυτόν ο Ιωάννης.
Περί της φρουράς, η οποία ετέθη εν τω τάφω σιγώσιν οι άλλοι ευαγγελισταί, και μόνον ο Ματθαίος ομιλεί περί αυτής. Αλλ' η σιγή των άλλων ευαγγελιστών δεν αποτελεί απόδειξιν, ότι η φρουρά δεν ετέθη, διότι οι ευαγγελισταί συγγράφοντες δεν προετίθεντο να εκθέσωσι πάντα ανεξαιρέτως τα γεγονότα. Αποδεικνύει μόνον, ότι η υπό μόνου του Ματθαίου αναφερομένη λεπτομέρεια αυτή δεν περιελαμβάνετο και εις την αρχέγονον αποστολικήν κατήχησιν την δια ζώσης παραδιδομένην, ήτις απετέλεσε πηγήν της συνοπτικής αφηγήσεως, και ότι ο Ματθαίος γνωρίζων ταύτην εχρησιμοποίησεν αυτήν ως σύμφωνον προς τον ιδιάζοντα συγγραφικόν σκοπόν του. Ούτε δύναται ν' αποτελέση σοβαράν ένστασιν κατά της εν προκειμένω αξιοπιστίας του Ματθαίου, το ότι δια των ενεργειών των αρχιερέων και Φαρισαίων προς σφράγισιν του τάφου, των σημειωθεισών «τη απαύριον» του θανάτου του Ιησού, «ήτις εστί μετά την παρασκευήν», παρεβιάσθη η αργία της μεγάλης εορτής του Πάσχα και του Σαββάτου. Ως ορθώς παρετηρήθη ([18]), οι Ιουδαίοι άρχοντες και οι Φαρισαίοι ήσαν επιδέξιοι περί το να εξευρίσκωσι περιπτώσεις εξαιρέσεων και παραβιάσεων του νόμου, προκειμένου μάλιστα περί ανάγκης οποία ήτο η απασχολούσα αυτούς. Αβάσιμος τυγχάνει και η ετέρα ένστασις, η στηριχθειςα επί της εκδοχής, ότι οι Φαρισαίοι και οι αρχιερεις δεν θα ηδύναντο να εννοήσωσι τους περί της αναστάσεως αυτού λόγους του Σωτήρος, αφού και αυτοί οι μαθηταί κατά την βεβαίωσιν του Ιωάννου, καθ' ον χρόνον επεσκέπτοντο το κενόν μνημείον, «ουδέπω ήδεισαν την γραφήν, ότι δει αυτόν εκ νεκρών αναστήναι» (Ιωαν.κ' 9). Διότι και εάν έτι υποθέσωμεν, ότι οι μαθηταί δεν είχον εννοήσει την έννοιαν των περί της αναστάσεως αυτού λόγων του Κυρίου, δεν έπεται εκ τούτου ότι και οι εν Ιεροσολύμοις εντριβεις περί τον νόμον, οι θεολόγοι και διανοούμενοι της εποχής εκείνης, παρέμειναν όλως ξένοι προς την έννοιαν αυτών, εφ' όσον και η εικών του Ιωνά, προς την οποίαν ο Χριστός παρωμοίασε την από του πάθους και του θανάτου του απολύτρωσίν του, ήτο αρκούντως σαφής, αλλά και κρατούσαι κατά την εποχήν εκείνην δοξασίαι υπέτρεφον την υπόνοιαν, ότι ήτο δυνατόν ν' αναστή τις εκ νεκρών και να επανέλθη μεταξύ των ζώντων. Τούτο εμφαίνεται εκ των λόγων, τους οποίους κατά τον Μάρκον είπεν Ηρώδης ο Αντύπας περί του Ιησού, όταν ήκουσε περί των θαυμάτων αυτού. Εβεβαίωσε δηλαδή ο Ηρώδης, ότι «Ον εγώ απεκεφάλισα Ιωάννην, ούτος ηγέρθη εκ νεκρών» (Μάρκ. στ' 16).
Ώς προς τα αρώματα, ταύτα κατά την αφήγησιν του Λουκά είχον ήδη ετοιμάσει αι επί το μνήμα ερχόμεναι γυναίκες. Πότε είχον ετοιμάσει ταύτα δεν αναφέρει ο τρίτος ευαγγελιστής, Ομιλεί όμως περί τούτου ο Μάρκος, ύστις καθορίζει τον χρόνον της προετοιμασίας δια της φράσεως «διαγενομένου του σαββάτου», ήτοι η αγορά των αρωμάτων εγένετο την εσπέραν του Σαββάτου. Πώς ήδη αι μυροφόροι αγοράζουσιν αρώματα, ενώ ήδη παρά τον τάφον ευρίσκεται η κουστωδία, εξηγείται πλήρως δια της εκδοχής, ότι τηρήσασαι μετά πάσης ακριβείας την αργίαν του Σαββάτου, παρέμειναν εγκεκλεισμέναι εν τω οίκω αυτών, ως εκ τούτου δε δεν έλαβον γνώσιν περί του ότι ετέθη παρά τον τάφον του Ιησού φρουρά. Η άγνοιά των αυτή ευρίσκεται σύμφωνος πληρέστατα και προς την άλλην απορίαν αυτών, την οποίαν ερχόμεναι εις το μνημείον εκδηλούσι λέγουσαι· «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;» Το ότι δε ο Ματθαίος καθορίζει ως σκοπόν της επισκέψεως ταύτης των μυροφόρων το να θεωρήσωσι τον τάφον, χωρίς να προσθέτη τίποτε περί της προθέσεως αυτών όπως αλείψωσι δια μύρων τον Ιησούν, δεν αποτελεί πραγματικήν διαφωνίαν προς τους άλλους δύο συνοπτικούς. Εκείνοι ομιλούσι και περί προθέσεως μη πραγματοποιηθειςης, αυτός δε περί του γεγονότος, παρατρέχει δε την λεπτομέρειαν της προσκομίσεως και μύρων, η οποία όλως φυσικώς τίθεται εις δευτερεύουσαν μοίραν υπό της αφηγήσεώς του τονιζούσης εξόχως, ότι παρά τον τάφον ήτο εγκατεστημένη κουστωδία, η οποία και εάν έτι δεν ανίστατο ο Ιησούς, δεν θα επέτρεπεν εις τας μυροφόρους να πλησιάσωσι και να πραγματοποιήσωσι την πρόθεσίν των.
Προκειμένου περί της ώρας, καθ' ην αι μυροφόροι έρχονται εις το μνημείον, ο μεν Μάρκος καθορίζει ταύτην δια του λίαν πρωί, ανατείλαντος του ηλίου, οι δε άλλοι τρεις ευαγγελισταί καθορίζουσιν αυτήν δια του σκοτίας έτι ούσης ή όρθρου βαθέος ή οψέ σαββάτων. Ούτω συμφωνούσι μεν πάντες ως προς την ημέραν, παρουσιάζουσιν όμως διαφοράν τινα ως προς την ώραν. Αλλ’ η διαφορά αυτή δεν είναι ασυμβίβαστος. Εξηγείται πλήρως εάν ληφθώσιν υπ' όψει πρώτον μεν, ότι ως φαίνεται πιθανώτατον εκ της όλης αφηγήσεως των ευαγγελιστών αι μυροφόροι ήλθον εις το μνημείον καθ' ομίλους, ήτοι άλλαι μεν, εν αις και η Μαρία η Μαγδαληνή, ήλθον ενωρίτερον, άλλαι δε βραδύτερον πως· δεύτερον δε, ότι και κατά την αφήγησιν του Μάρκου ο ήλιος μόλις θα είχεν ανατείλει, αφού και εν αυτή προστίθεται το «λίαν πρωί», είναι δε γνωστόν, ως παρατηρούσιν οι Jacquier και Bourchany ([19]), ότι εν τη Ιουδαία το λυκαυγές δεν παρατείνεται επί μακρόν, αλλά το μεταξύ του βαθέος όρθρου και της ανατολής του ηλίου παρεμπίπτον διάστημα είναι βραχύτατον.
Ως προς τα ονόματα των μυροφόρων, αίτινες ήλθον εις τον τάφον, πάντες οι ευαγγελισταί συμφωνούσιν, ότι η Μαρία η Μαγδαληνή είναι μεταξύ των γυναικών τούτων. Αλλ' η μεν αφήγησις του Ιωάννου παρουσιάζει αυτήν ερχόμενην μόνην εις τον τάφον, ενώ κατά τας αφηγήσεις των άλλων ευαγγελιστών η Μαγδαληνή φθάνει εις τον τάφον εν συνοδεία μετά των άλλων μυροφόρων. Εν τούτοις αυτή η αφήγησις του Ιωάννου παρέχει σαφεστέραν ένδειξιν περί του ότι η Μαγδαληνή δεν ήλθεν εκεί μόνη. Εις τους λόγους, τους οποίους προς τον Σίμωνα Πέτρον απευθύνει, η Μαρία ομιλεί και εξ’ ονόματος των συντρόφων της. «Ήραν, λέγει, τον Κύριον εκ του μνημείου, και ουκ ο ί δ α μ ε ν πού έθηκαν αυτόν» (Ιωαν. κ' 2). Ενώ ολίγας γραμμάς κατωτέρω η αυτή Μαρία απευθυνόμενη προς τους ερωτήσαντας αυτήν αγγέλους, λέγει, «ότι ήραν τον Κύριόν μου και ουκ οίδα πού έθηκαν αυτόν» (στιχ. 13).
Ως προς την περιγραφήν της αποκυλίσεως του λίθου υπό του αγγέλου, αυτή έλαβε χώραν προ της αφίξεως των μυροφόρων εις το μνημείον. Εάν λοιπόν οι τρεις ευαγγελισταί παραλείπωσι να ομιλήσωσι περί αυτής, δεν δημιουργεί τούτο πραγματικήν αντίφασιν μεταξύ αυτών και του Ματθαίου. Ο Ματθαίος προϋποθέτει λεπτομέρειαν, εξυπηρετούσαν τον σκοπόν της αφηγήσεώς του, η οποία κατά το σημείον τούτο κατέτεινε να αναιρέση την συκοφαντίαν των Ιουδαίων, ότι έλαβε χώραν κλοπή. Οι άλλοι όμως ευαγγελισταί, οι οποίοι ουδένα λόγον ποιούνται περί της συκοφαντίας ταύτης, περιορίζονται απλώς εις το να διαπιστώσωσι τα υπό πάντων μαρτυρούμενα γεγονότα της κενότητος του τάφου και της αγγελοφανείας, ως αντελήφθησαν ταύτα αι πρότερον παντός άλλου επισκεφθειςαι τον τάφον μυροφόροι.
Διαφωνία τις παρουσιάζεται και ως προς τον αριθμόν των αγγέλων. Κατά την αφήγησιν των δύο πρώτων συνοπτικών αι μυροφόροι ευρίσκονται ενώπιον ενός αγγέλου, ενώ κατά τον Λουκάν οι άγγελοι ήσαν δύο, και κατά τον Ιωάννην η Μαγδαληνή κατά μεν την πρώτην επίσκεψιν αυτής δεν είδε άγγελον τινά , κατά δε την δευτέραν μετά την αυτοψίαν του Πέτρου και του Ιωάννου και την αποχώρησιν αυτών είδεν εις το βάθος του μνημείου δύο αγγέλους εν λευκοίς καθεζομένους. Πάσαι εν τούτοις αι αφηγήσεις συμφωνούσι περί του ότι έλαβε χώραν αγγελική οπτασία και περί του ότι ο εις η οι δύο οφθέντες άγγελοι περιεβάλλοντο εσθήτα αστράπτουσαν ή στολήν λευκήν προκαλούσαν το θάμβος. Η περί τον αριθμόν των αγγέλων διαφωνία εξηγείται η εάν εκλάβωμεν μετά του Godet ([20]), ότι έλαβον χώραν δύο αγγελοφάνειαι, μια μεν πρότερον εις τας μυροφόρους υπό ενός αγγέλου, ετέρα δ' έπειτα εις την Μαγδαληνήν, κατά την παρ' Ιωάννη χρονολογικήν σειράν· ή εάν δεχθώμεν, ότι οι περί ενός αγγέλου ομιλούντες ευαγγελισταί περιορίζονται εις τον πρωταγωνιστούντα άγγελον, χωρίς ν’ αποκλείωσι και την κατά τον αυτόν χρόνον παρουσίαν και δευτέρου αγγέλου. Πάντως πρόκειται περί διαφοράς εις τας λεπτομερείας ουχί δε περί αντιφάσεως τινός.
Ετέρα πάλιν διαφορά παρουσιάζεται και ως προς τους λόγους τους απευθυνθέντας εις τας μυροφόρους υπό των αγγέλων. Το ουσιώδες μέρος της αγγελικής αναγγελίας «ηγέρθη, ο υ κ έ σ τ ι ν ώδε» είναι το αυτό παρά πάσι τοις συνοπτικοίς. Αλλ’ ο μεν Λουκάς παρουσιάζει τους αγγέλους βεβαιούντας μόνον την ανάστασιν, χωρίς να προσκαλή δια των μυροφόρων τους μαθητάς, όπως μεταβώσιν εις Γαλιλαίαν, ένθα θα συνήντων τον αναστάντα διδάσκαλον. Κατά τον Μάρκον όμως και τον Ματθαίον διαβιβάζεται και η παραγγελία αυτή εις τους μαθητάς. Τούτο εξηγείται πλήρως εκ του ότι οι δύο ούτοι συνοπτικοί αφηγούνται κυρίως τας εν Γαλιλαία εμφανίσεις, ενώ ο Λουκάς περιορίζεται εις τας εν Ιεροσολύμοις τοιαύτας. Εντεύθεν εκείνοι μεν έχουσιν ιδίους λόγους, δι' ους έπρεπε να αναφέρωσι και τα αγγελικά ταύτα ρήματα, ο Λουκάς δε ηδύνατο ν' αποσιωπήση αυτά.
Αλλά και η υπό του Ιωάννου εξιστορουμένη εμφάνισις του Χριστού εις την Μαγδαληνήν, εάν προσέξωμεν εις τα περιστατικά της, παρουσιάζεται εντελώς διακεκριμένη της εμφανίσεως της ολίγον ύστερον σημειωθειςης ενώπιον ολοκλήρου του κύκλου των Μυροφόρων συμπεριλαμβάνοντος και την Μαγδαληνήν. Η Μαγδαληνή κατάπληκτος επί τω ακούσματι της φωνής του Διδασκάλου, σπεύδει μετά της αυτής και πρότερον οικειότητος, προφέρουσα τον ανθρώπινον τίτλον ραββουνί, να κρατήση τους πόδας του Ιησού, αλλ' εκείνος την απότρέπει. Είναι αυτή η πρώτη εμφάνισις και μας βεβαιοί ρητώς περί τούτου ο Μάρκος. Μετ’ ολίγας όμως στιγμάς επαναφαίνεται ο Ιησούς εις τας μυροφόρους πάσας. Ο Ματθαίος ο αφηγούμενος τα κατά την εμφάνισιν ταύτην δεν παρουσιάζει τας μυροφόρους εκπληττομένας, ουδέ τον Ιησούν εμποδίζοντα αυτάς ίνα κρατήσωσιν αυτού τους πόδας. Εάν λάβωμεν υπ' όψει, ότι αι Μυροφόροι συναντηθειςαι εν τω μεταξύ μετά της Μαγδαληνής έμαθον παρ' αυτής, ότι είδε τον αναστάντα διδάσκαλον, κατανοούμεν πλήρως, πως αυταί δεν εκδηλούσι την τόσην κατάπληξιν, την οποίαν προ ολίγου κατά τον Ιωάννην εξεδήλωσεν η Μαγδαληνή. Επί πλέον διαγινώσκομεν, το διατί ο Ιησούς αφίνει αυτάς να κρατήσωσι τους πόδας αυτού. Διδαχθειςαι αύται από το πάθημα της Μαγδαληνής προσέρχονται προς τον Ιησούν μετά πάσης ευλαβείας, ίνα αποδώσωσιν εις Αυτόν προσκύνησιν λατρείας. Δεν τον πλησιάζουσιν ως πρόσωπον οικείον, αλλ' ως Κύριον και Δεσπότην. Και ο Ιησούς επιτρέπει εις αυτάς τούτο. Ούτω και ενταύθα αι δύο αφηγήσεις, του Ματθαίου και του Ιωάννου, συμπληρούσιν απρομελετήτως αλλήλας και προϋποθέτουσιν η μια την άλλην. Εκάτερος των ευαγγελιστών διέσωσε την απεικόνισιν τμήματος τινός της όλης σκηνής. Παρατιθέμεναι δε αι δύο αύται απεικονίσεις συγκολλώνται φυσικώς προς αλλήλας και συνδέονται αρμονικώς εις θαυμασίαν συμφωνίαν.
Το αυτό παρατηρείται και εν τη αφηγήσει του Λουκά, παρουσιάζοντος τον Πέτρον μόνον τρέχοντα επί το μνημείον (κδ' 12). Διατί σπεύδει να έλθη ο Πέτρος, δεν μας λέγει ο ευαγγελιστής. Αλλ' ο Μάρκος, καίτοι δεν μνημονεύει της εις το μνημείον επισκέψεως ταύτης του Πέτρου, αναφέρει όμως, ότι ο νεανίσκος παρήγγειλεν εις τας μυροφόρους, ίνα το περί συναντήσεως του Ιησού εις την Γαλιλαίαν μήνυμα διαβιβάσωσιν ιδιαιτέρως εις τον Πέτρον («είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω»), τουθ' όπερ πλήρως εξηγεί την σπουδήν ταύτην του Πέτρου. Εάν δε προχωρήσωμεν και στίχους τινάς κατωτέρω εν τη αφηγήσει του Λουκά, εν στίχω 24 («και απήλθον τινες των συν ημίν επί το μνημείον και εύρον ούτω»), θα’ δώμεν, ότι και ο Λουκάς αρκετά εμφανώς υπαινίττεται, ότι τον Πέτρον εις την εις το μνημείον μετάβασιν ηκολούθησε τουλάχιστον και άλλος τις, τουθ’ όπερ συμφωνεί πλήρως προς την αφήγησιν του Ιωάννου, καθ' ην την εις τον τάφον επίσκεψιν εκείνην εποιήσαντο ο τε Πέτρος και ο Ιωάννης ομού.
Αφ' ετέρου μάλιστα εν ταις αφηγήσεσι του Μάρκου και του Λουκά, πάσαι αι εμφανίσεις του αναστάντος Ιησού παρουσιάζονται γενόμεναι εν συνεχεία και κατά την αυτήν ημέραν. Ρίπτοντες όμως εν βλέμμα επί των πρώτων στίχων των Πράξεων, πειθόμεθα εκείθεν πλήρως, ότι ο Λουκάς εγνώριζε καλώς τα μεταξύ των διαφόρων εμφανίσεων του αναστάντος Κυρίου παρεμπεσόντα χρονικά διαστήματα και ότι η εν τοις τελευταίοις στίχοις του Ευαγγελίου του (50-53) ιστορουμένη εμφάνισις και ανάληψις εγένετο τεσσαράκοντα όλας ημέρας μετά την πρώτην τοιαύτην την εν στίχοις 36-49 ιστορουμένην. Μακράν λοιπόν του να μαρτυρή η εν τω Ευαγγελίω του Λουκά αφήγησις άγνοιαν και σύγχυσιν των κατά τας εμφανίσεις συμβάντων, τουναντίον παρουσιάζει αφέλειαν και απλότητα, ήτις μόνον εις τους καλή τη πίστει ομιλούντας δύναται να παρατηρηθή.
Ωσαύτως εν τη περιγραφή των αισθημάτων, τα οποία εδοκίμασαν oι Απόστολοι, όταν το πρώτον εις αυτούς συνηγμένους ενεφανίσθη ο Ιησούς, παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως ελαφρά τις διαφωνία μεταξύ των ευαγγελιστών Ιωάννου και Λουκά. Διότι ο μεν Ιωάννης βέβαιοι, ότι «ε χ ά ρ η σ α ν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον», ο δε Λουκάς παρουσιάζει τούτους πτοηθέντας και εμφόβους γενομένους. Παρατιθεμένων όμως αμφοτέρων των αφηγήσεων τούτων δεν δυσκολευόμεθα να διακρίνωμεν, πως αμφότεραι συμπληρούσιν αλλήλας και περιγράφουσιν από συμφώνου ίδια εκάστη περιστατικά ενός και του αυτού συμβάντος. Ούτως ενώ ο Λουκάς περιορίζεται να μας είπη ότι οι μαθηταί εταράχθησαν και κατελήφθησαν υπό φόβου νομίσαντες ότι εθεώρουν φάντασμα τι, η λεπτομέρεια την οποίαν προσθέτει ο Ιωάννης, ότι ο Ιησούς εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων, μας διεξηγεί πλήρως το διατί οι μαθηταί τοιαύτην κατ' αρχάς εσχημάτισαν αντίληψιν και τοιούτον εδοκίμασαν αίσθημα. Επόμενον λοιπόν ήτο εν τη αρχή να ταραχθώσι. Μετά την πληροφορίαν όμως, ήτις μετεδόθη εις αυτούς, όταν ο Κύριος επέδειξεν εις αυτούς τας χείρας και τους πόδας, επόμενον ήτο να χαρώσιν. Ακριβώς δε ο Ιωάννης τότε σημειοί, ότι εχάρησαν οι μαθηταί, όταν ο Κύριος είχε δείξει προς αυτούς τας χείρας του και την πλευράν του. Ο Λουκάς αναφέρει, ότι ο Κύριος εζήτησε παρά των μαθητών βρώσιμον τι και αυτοί «επέδωκαν αυτώ ιχθύος οπτού μέρος». Τούτο ευρίσκεται εν πλήρει συμφωνία και προς την αφήγησιν του Μάρκου, κατά την οποίαν ο Κύριος εφανερώθη τοις ένδεκα «α ν α κ ε ι μ έ ν ο ι ς», ήτοι καθ' ον χρόνον ευρίσκοντο ανακεκλιμένοι περί τράπεζαν. Αλλά και ο Πέτρος, όταν διαβεβαιοί τον Κορνήλιον, ότι μετά των λοιπών συμμαθητών του συνέφαγον και συνέπιον μετά του Κυρίου μετά το αναστήναι αυτόν εκ νεκρών (Πράξ. ι’ 41), υπαινίττεται και το γεγονός τούτο.
Τέλος ως προς τας εμφανίσεις προεβλήθη ο ισχυρισμός, ότι υπάρχουσι δύο παραδόσεις ευαγγελικαί, εκ των οποίων η μεν μία τοποθετεί τας εμφανίσεις εις την Γαλιλαίαν, η δε άλλη τοποθετεί ταύτας εις τα Ιεροσόλυμα ([21]). Και η μεν πρώτη εκ των παραδόσεων τούτων διερμηνεύεται υπό του Μάρκου (ιδ' 28 και ιστ' 1-8) και του Ματθαίου (κστ' 32 και κη'), απαντώνται δ' ενδείξεις περί αυτής και παρά τω Ιωάννη (κα'), η δ' ετέρα διερμηνεύεται υπό του Λουκά (κδ', Πράξ. α' 1-9) και του Ιωάννου (κ'), χρονολογεί δε τας εμφανίσεις από της τρίτης από του θανάτου του Κυρίου ημέρας μέχρι της τεσσαρακοστής. Και ότι μεν υπάρχουσι δύο παραδόσεις, εκ των οποίων η μία μεν στρέφεται κυρίως περί τας εν Γαλιλαία εμφανίσεις, η άλλη δε περί τας εν Ιεροσολύμοις τοιαύτας, δεν δυσκολευόμεθα να αποδεχθώμεν. Αλλ' ότι αύται αποκλείουσιν αλλήλας αποδεικνύεται ασύστατον ευθύς από της πρώτης εξετάσεως των ευαγγελικών κειμένων. Πράγματι∙ εάν ο Ματθαίος και ο Μάρκος αφηγούνται τας εν Γαλιλαία αφηγήσεις, είναι όμως προφανές, ότι εγνώριζον αμφότεροι, ότι ο Ιησούς ενεφανίσθη το πρώτον εις Ιεροσόλυμα. Και το μεν κατά Μάρκον υπό την σημερινήν αυτού μορφήν συνδυάζει προδήλως τας δύο παραδόσεις, μνημονεύον της τε επισκέψεως των μυροφόρων εις τον τάφον και της εμφανίσεως του Ιησού εις την Μαγδαληνήν κατ' αυτήν την πρώτην της Αναστάσεως ημέραν καθώς και της υπό του Λουκά μαρτυρουμένης εμφανίσεως εις τους δύο μαθητάς, τους εις Εμμαούς πορευομένους και της εις τους ένδεκα. Το δε κατά Ματθαίον, εκτός του ότι ομιλεί περί της εμφανίσεως του Ιησού εις τας Μυροφόρους, υπαινίττεται και άλλην τίνα , κατά την οποίαν ώρισε το όρος της Γαλιλαίας, ένθα έλαβε χώραν η κατά τον Ματθαίον τελευταία εμφάνισις του Ιησού. Αύτη κατά την αφήγησιν του Ματθαίου εγένετο «εις την Γαλιλαίαν, εις το όρος ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς» (Ματθ. κη' 16). Αλλ' ως ορθώς παρετηρήθη υπό του Jacquier ([22]), εις ούδεν χωρίον του Ευαγγελίου του Ματθαίου, ούτε εις εκείνο, καθ' ο κατά την εσπέραν του μυστικού δείπνου είπεν εις τους μαθητάς αυτού «προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν» (Ματθ. κστ' 32), ομιλεί περί του όρους και περί παραγγελίας εις τους μαθητάς όπως μεταβώσιν εις αυτό. Πιθανώς λοιπόν εις τίνα των άλλων εμφανίσεων, περί των οποίων δεν ομιλεί, αλλά προϋποθέτει ο Ματθαίος, να εγένετο ο καθορισμός και η παραγγελία αυτή. Το τέταρτον εξ άλλου Ευαγγέλιον επιμένει μεν επί των εις Ιεροσόλυμα εμφανίσεων, δεν αγνοεί όμως και τας εν Γαλιλαία τοιαύτας, αφού ομιλεί περί της εν τη Τιβεριάδι εμφανίσεως. Παρουσιάζει λοιπόν και τούτο τας δύο παραδόσεις συνδεδυασμένας. Τέλος κατά το τρίτον Ευαγγέλιον, ως τούτο συμπληρούται και ερμηνεύεται υπό των Πράξεων, παρέχεται πλαίσιον ευρύ, εντός του οποίου δύνανται ανέτως να τοποθετηθώσι και αι εν Γαλιλαία εμφανίσεις, αφού ο Κύριος παρουσιάζεται ως «δι' ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενος εις τους μαθητάς και συναλιζόμενος» και συνιστών εις τους Απόστολους, ίνα μη χωρίζωνται από Ιεροσολύμων (Πράξ. α' 3-4), τουθ' όπερ συνυπονοεί, ότι μετά τον θάνατον του Ιησού οι μαθηταί δεν παρέμενον απαρεγκλίτως εις Ιεροσόλυμα, διότι κατά την τελευταίοι ταύτην περίπτωσιν δεν θα ήτο αναγκαίον να τονισθή ιδιαιτέρως εις αυτούς η εις Ιεροσόλυμα παραμονή.
Αι δύο λοιπόν παραδόσεις ου μόνον δεν αποκλείουσιν, αλλά τουναντίον και συμπληρούσιν αλλήλας, εύρηνται δε και συνδεδυασμέναι μετ' αλλήλων.
Δεν πρέπει άλλως τε να λησμονήται, ότι ουδεις των ευαγγελιστών παρέχει πλήρη αφήγησιν περί πασών των εμφανίσεων του αναστάντος διδασκάλου, αλλ' έκαστος αναφέρει εκείνας μόνας, αίτινες εξυπηρετούν τον σκοπόν, δι' ον συνέγραφε το Ευαγγέλιόν του. Ούτω ο Ματθαίος γράφων δια τους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς και δια τους μη πιστούς Ιουδαίους αποδεικνύει μεν την ανάστασιν αναιρών την μεταξύ των Ιουδαίων διαφημισθειςαν περί κλοπής συκοφαντίαν και τονίσας ότι είχε τεθή παρά τον τάφον φρουρά, προτιμά δε ν' αφηγηθή την εν τω όρει της Γαλιλαίας εμφάνισιν του Ιη- σού, διότι κατ' αυτήν εδόθη υπό του Ιησού εις τους Αποστόλους η εντολή ίνα μαθητεύσωσι πάντα τα έθνη. Δεν αποσκοπεί ο Ματθαίος να ομιλήση περί της εμφανίσεως ταύτης καθ' εαυτήν, διότι άλλως δεν θα ωμίλει περί ταύτης ούτω γενικώς μη κατονομάζων μηδέ το όρος όπου εσημειώθη αυτή. Ο Ματθαίος θέλει να επιθέση την αρμόζουσαν σφραγίδα εις το Ευαγγέλιον αυτού, εν τω οποίω ως σκοπόν έθετο να αποδείξη, ότι δια του Μεσσίου Ιησού η βασιλεία του θεού ήλθε και έμελλε να κηρυχθή εις όλα τα έθνη. Εάν δε αναφέρη και την εις τας μυροφόρους εμφάνισιν, πράττει τούτο ίνα επαναληφθή η προς τους Αποστόλους εντολή, όπως μεταβώσιν εις την Γαλιλαίαν.
Ο Μάρκος έγραφε δια τους Ρωμαίους και είχεν ως σκοπόν συγγραφικών ν' αποδείξη ότι ο Ιησούς ήτο υιός του θεού. Η προδηλοτέρα δ' απόδειξις τούτου ήτο η ανάστασις. Εντεύθεν ο Μάρκος σημειοί ιδιαιτέρως, ότι ο θάνατος του Ιησού εβεβαιώθη δια πληροφορίας δοθειςης υπό του κεντυρίωνος, ούτινος η μαρτυρία δια τους Ρωμαίους αναγνώστας θα παρουσιάζετο και ως μάλλον έγκυρος. Επί πλέον ενδιατρίβει υπέρ τους άλλους συνοπτικούς επί της ταφής και επί της διαπιστώσεως υπό των μυροφόρων, ότι ο τάφος ήτο κενός, ίνα επακολουθήση η περί αναστάσεως βεβαίωσις του νεανίσκου.
Ο Λουκάς έγραφε δι' Έλληνας, οι οποίοι δεν επίστευον εις ανάστασιν νεκρών. Δεν αναφέρει δια τούτο τας εις τας γυναίκας εμφανίσεις, διότι παρ' Έλλησι των γυναικών η μαρτυρία δεν ήτο έγκυρος ουδ' ελαμβάνετο υπ' όψει ενώπιον των δικαστηρίων. Επιμένει εις το ότι ο Ιησούς ενεφανίζετο εις τους μαθητάς του επί τεσσαράκοντα ημέρας. Επειδή δε οι δυσπίστως έχοντες προς την ανάστασιν Έλληνες ηδύνατο να υποθέσωσιν, ότι ο εμφανιζόμενος εις τους μαθητάς δεν ήτο ο Ιησούς αλλά φάσμα τι η ψυχή μη φέρουσα σώμα, περιγράφει την εν Ιεροσολύμοις λαβούσαν χώραν εμφάνισιν εις τους ένδεκα, καθ' ην ούτοι και δια της ψαύσεως, αλλά και δια της βρώσεως του τεμαχίου του οπτού ιχθύος επειςθησαν, ότι ο Ιησούς είχε σάρκα και οστά. Δεν αναφέρει δε ουδεμίαν των εν Γαλιλαία εμφανίσεων, διότι το γενικόν σχέδιον είναι ν' αφηγηθή την δράσιν του Κυρίου πρώτον εν Γαλιλαίοι, είτα να παρουσιάση αυτόν εις Ιεροσόλυμα πάσχοντα και ανισταμένον και ακολούθως να εμφανίση το Ευαγγέλιον αυτού από Ιεροσολύμων κομιζόμενον εις τον κόσμον ολόκληρον και εγκαθιστάμενον εν αυτή τη Ρώμη. Ότι εγνώριζε και τας εις Γαλιλαίαν εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου, δυνάμεθα να εικάσωμεν τούτο εκ του ότι ο Λουκάς ήτο μαθητής του Παύλου, ο οποίος κατά κοινήν ομολογίαν εγνώριζε την Γαλιλαϊκήν παράδοσιν. Αλλ' ο Λουκάς, εφ' όσον έφερε τον Ιησούν εις Ιεροσόλυμα, δεν θέλει να επαναφέρη αυτόν εις Γαλιλαίαν. Εντεύθεν και παραλείπει εκ των λόγων, τους οποίους ο άγγελος είπεν εις τας μυροφόρους, το παρά Μάρκω και Ματθαίω μαρτυρούμενον «προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν».
Ο Ιωάννης τέλος γράφει και αυτός προς Έλληνας. Παρουσιάζει δια τούτο την ιστορίαν της αναστάσεως καθ' όλην την εξέλιξιν αυτής. Πρωτίστως παρέχει τα πειστήρια τα πείθοντα, ότι ο Ιησούς απέθανε. Διαπιστοί ο ίδιος το κενόν του τάφου και εν ταις εμφανίσεσιν εκθέτει λεπτομερείας, εκ των οποίων βεβαιούται, ότι το σώμα του αναστάντος Κυρίου ήτο πραγματικόν και δη αυτό τούτο το επί του σταυρού.
Ούτω εσχηματίσθησαν εν ταις ευαγγελικαίς αφηγήσεσι τα διάφορα κενά και ιδιάζουσαι παρ' ενί εκάστω των ευαγγελιστών λεπτομέρειαι και διαφάραι, αι οποίαι δεν καταλήγουσιν εις αντιφάσεις η πραγματικήν ασυμφωνίαν, αλλά παρουσιάζουσι τας αφηγήσεις κεχωρισμένας και ανεξαρτήτους αλλήλων. Δεν έχομεν ενώπιον μας μάρτυρας κατά προμεμελετημένον σχέδιον και προκατηρτισμένην συμφωνίαν ομιλούντας. Έκαστος ομιλεί ανεξαρτήτως των λοιπών, χωρίς να επιζητή, όπως συμφωνήση προς τους συναδέλφους του η όπως μη φανή διαφωνών και αντιλέγων προς αυτούς. Εν άλλαις λέξεσιν οι ευαγγελισταί παρουσιάζουσιν ουχί επιτετηδευμένην τίνα συμφωνίαν, αλλά συμφωνίαν αφελεστάτην και φυσικωτάτην. «Προδήλως, λέγει ο Godet, ουδεις είχε κρατήσει πρωτόκολλον ακριβές περί παντός ό,τι είχε συμβή κατά τας μετά την ανάστασιν ημέρας. Έκαστος ευαγγελιστής ήντλησεν εκ του θησαυρού των κοινών αναμνήσεων ό,τι αυτός εθεώρει σπουδαιότερον, και ανέγραψεν ό,τι ανταπεκρίνετο καλύτερον προς τον σκοπόν του συγγράμματός του. Δεν εσκέφθη ποτέ τας αντιρρήσεις της μεταγενεστέρας κριτικής. Η απλότης είναι θυγάτηρ της καλής πίστεως»([23]).

5. Ο χαρακτήρ των εμφανίσεων του Χριστού. Το φυσικόν και ανεπιτήδευτον, αλλά και αρμονικόν συγχρόνως της συμφωνίας ταύτης καθίσταται έτι μάλλον φανερόν, εάν ηθέλομεν σπουδάσει τον χαρακτήρα των εμφανίσεων του αναστάντος Ιησού. Εις τας πρώτας εμφανίσεις του (εις τας μυροφόρους, εις τους εις Εμμαούς πορευομένους, εις τον Πέτρον, εις τους δέκα) έχει ενώπιόν του ο Χριστός καρδίας συντετριμμένας υπό το κράτος της θλίψεως, αποτεθαρρημένας τελείως, τας οποίας παρηγορεί και ενθαρρύνει. Εις τας ευθύς επομένας (εις τον θωμάν, παρά την Τιβεριάδα, εις τον Ιάκωβον, εν μέρει δε και εν τω όρει της Γαλιλαίας) στηρίζει τους μαθητάς εις τρόπον ώστε να εμμένωσιν αδιάσειστοι εις την πίστιν της αναστάσεως και αναθέτει εις αυτούς την αποστολικήν διακονίαν προσθέτων και έτερον διάσημον μέλος, τον Ιάκωβον, εις την αποστολικήν χορείαν. Τέλος δε εις τας δύο άλλας (εις το όρος της Γαλιλαίας και εις την Βηθανίαν) σκορπίζει τας ευλογίας αυτού εις τους Αποστόλους του και εις ολόκληρον την πρώτην Εκκλησίαν, ήτις ευρίσκεται συνηθροισμένη εκεί, αφίνει εις αυτούς τον τελευταίον χαιρετισμόν και τας τελευταίας παραγγελίας και επαγγελίας αυτού.
Τοιουτοτρόπως εις μεν τας πρώτας εμφανίσεις του ο Ιησούς π α ρ η γ ο ρ ε ί· εις τας ευθύς επομένας στηρίζει εις την πίστιν· εις τας τελευταίας δε προσελκύει τα βλέμματα των μαθητών εις το μέλλον και παρασκευάζει αυτούς εις το μέγα έργον, δια το οποίον τους είχε προορίσει. «Ακριβώς κατ' αυτόν τον τρόπον έπρεπεν ο Χριστός να ομιλήση και να ενεργήση, εάν πραγματικώς ενήργησε και ελάλησεν ως αναστάς», λέγει ο Godet ([24]). Ο δε Gess προσθέτει τα εξής αξιοσημείωτα: «Η πρόοδος αυτή εις τας εμφανίσεις, η τόσον σοφώς κατά βαθμούς χωρήσασα, δεν επιτρέπει να αποδώσωμεν εις τας εμφανίσεις του Ιησού αρχήν καθαρώς υποκειμενικήν. Εάν όλαι αι εμφανίσεις εξιστορούντο υπό ενός ευαγγελιστού, θα ηδύνατο τις να υπόθεση, ότι ο συγγραφεύς ομιλεί συμφώνως προς σχέδιον τόσον καλώς διατεταγμένον. Αφού όμως η βαθμιαία αυτή πρόοδος των εμφανίσεων εξάγεται εκ του συνδυασμού του πρώτου, του τρίτου και του τέταρτου Ευαγγελίου, τοιαύτη τις εξήγησις αποκλείεται» ([25]).
Ικανά ταύτα, ίνα παρουσιάσωσιν εις ημάς τας ευαγγελικάς αφηγήσεις ου μόνον επί της καλής πίστεως στηριζομένας, αλλά και προς αυτήν την πραγματικότητα πλήρως ανταποκρινομένας.

([1]) Das Wassen des Christentums, αγγλ. μεταφ. σελ. 153 και εξής.
([2]) Ο Ε. Reuss (Histoire evangelique… Le Nouveau Testament I, Paris 1876 σελ. 701), περί ου ουδείς θα εδικαιούτο να έπη ότι κρίνει μετά προκαταλήψεως, αναγνωρίζει την τοιαύτην σπουδαιότητα της μαρτυρίας του Παύλου παρατηρών παρά τας εμφανείς ορθολογιστικάς τάσεις αυτού τα εξής: «Και εάν ακόμη ουδέν εκ των ευαγγελίων μας δεν θα είχε δια την αφήγησίν του την εγγύησιν μαρτυρίας αυτού του αμέσου, θα έμενεν η μαρτυρία του Παύλου, ούτινος αι βεβαιώσεις δεν δύνανται να είναι παρά επανάληψις των βεβαιώσεων των προσώπων εκείνων, τα οποία ο Παύλος κατονομάζει εν τη μαρτυρία αυτού. Θα ηδυνάμεθα ν’ αναγνωρίσωμεν, ότι πολλά πράγματα εν τη εξιστορήσει ταύτη είναι δι’ ημάς ακατανόητα· ότι δεν θα επιτύχωμεν ποτέ να μας δοθή εξήγησις περί της φύσεως της υπάρξεως του αναστάντος Ιησού· ότι το λογικόν μας σταματά, οσάκις αποπειράται να εννοήση και να εναρμονίση τα στοιχεία των διαφόρων αφηγήσεων. Παρά ταύτα θ’ απέμενε πάντοτε το αδιαμφισβήτητον γεγονός, ότι η εκκλησία εθεμελιώθη επί του θεμελίου τούτου, ότι είναι λοιπόν, ίνα ούτω είπωμεν, μια ζώσα διαπίστωσις αυτού και κατά αλήθειαν εξήλθεν αυτή εκ του τάφου του Χριστού, μετά του οποίου κατά πάσαν πιθανότητα θα ήτο άλλως τεθαμμένη εκεί δια παντός.
([3]) Παρά Turton μν. έργ. σελ. 370.
([4]) Προβλ. F. H. Chase εν τοις Cambridge Theological Essays, London 1905 σελ. 392.
([5]) Το εν τη Δύσει γνωστόν υπό το όνομα αποστολικόν σύμβολον τοποθετείται υπό των κριτικών μεταξύ του 100-150. Ούτω ο μεν Kattenbusch, συγγραφεύς της αξιοθαύμαστον φιλοπονίαν ελεγχούσης μελέτης Das Apost. Symbolum (Leipzig 1894, 1898) ανάγει αυτό εις το 100, ο δε Harnack (εν άρθρω Apost. Symbol. εν τη Εγκυκλοπ. του Herzog) τοποθετεί τούτο εις το 150. Αμφότεροι οι συγγραφείς ούτοι φρονούσιν, ότι το σύμβολον τούτο εκομίσθη εις την ανατολήν περί το 270 και εξ’ αυτού προήλθον διάφορα ανατολικά σύμβολα, εν οις και το της Νικαίας. Ο Loofs όμως (εν άρθρω αυτού εν Gottingische Gelehrte Anzeigen του 1895) υποστηρίζει, ότι τα της Ανατολής σύμβολα τα ομοιάζοντα προς το λεγόμενον αποστολικόν είναι παράλληλα προελθόντα εκ συμβόλου τινός της Μ. Ασίας. Αξιοσημείωτον τυγχάνει, ότι εις τα σύμβολα ταύτα απαντάται κατά γενικόν κανόνα η φράσις «τη τρίτη ημέρα», εις τα πλείστα δε τούτων ως εις το της Νικαίας και η φράσις «κατά τας Γραφάς». Λεπτομέρεια τοιαύτη ως η εκφραζόμενη δια της φράσεως «τη τρίτη ημέρα» δεν συνέτρεχεν ουδείς λόγος να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί μετά τόσης επιμελείας εις πάντα τα σύμβολα, ούτε πάλιν εξηγείται η στερεότυπος επανάληψις της φράσεως «κατά τα Γραφάς» εις τα πλείστα των συμβόλων, εάν αμφότεραι αι φράσεις αύται δεν είχον αποστολικήν την προέλευσιν και δεν προήρχοντο εκ του αρχεγόνου και παλαιοτάτου συμβόλου.
([6]) Η αξία της μαρτυρίας του Παύλου δεν δύναται να μειωθή, εάν το όλον τούτο τεμάχιον της Α’ προς Κορινθίους προσλαμβάνη χαρακτήρα θεολογικόν. Πλεισταχού ο Παύλος δεν ποιείται διάκρισιν των στοιχείων απολογητικής, στηριζομένης επί ιστορικών τεκμηρίων, και θεολογίας. Όπως δε δεν θα ηδύνατο τις ν’ αμφισβήτηση την μαρτυρίαν του Παύλου περί του θανάτου του Χριστού, επί τω λόγω ότι παρουσιάζεται ο θάνατος ούτος υπό του Παύλου ως απολυτρωτικός, ούτω δεν δύναται να προσβάλη και την περί αναστάσεως μαρτυρίαν, επειδή παρουσιάζει ταύτην ο Παύλος ως εγγύησιν και προοίμιον της αναστάσεως πάντων ημών.
([7]) Resurrection and Ascension Narratives εν Ε. Β. Του T. Cheyne IV στήλη 4086.
([8]) Dogme et Critique, Paris 1907 σελ. 224.
([9]) E. Renan, Histore du people d’ Israel τόμ V. Paris 1891 σελ. 421.
([10]) Εις την εν τω όρει της Γαλιλαίας σημειωθείσαν εμφάνισιν του Ιησού φαίνεται, ότι εκτός των αποστόλων ήσαν και άλλοι παρόντες. Διότι ο Ματθαίος ομιλών περί των αισθημάτων των μαθητών κατά την ώραν της εμφανίσεως λέγει «οι δε εδίστασαν». Ο δισταγμός ούτος εξηγείται φυσικώτατα, εάν ληφθεί ως δεδομένον, ότι ο κύκλος των μαθητών κατά την στιγμήν εκείνην ήτο πολυπληθής. Φυσικόν ήτο οι απώτερον και ουχί εγγύς προς τον εμφανιζόμενον διδάσκαλον ευρισκόμενοι να διστάσωσιν περί του αν ήτο αυτός. Υπερπεντακόσιοι άνθρωποι συνωθούμενοι περί πρόσωπόν τι δεν βλέπουσιν αυτό εξ ίσου πάντες. ‒ Έπειτα το ότι ως τόπος κατάλληλος δια την εμφάνισιν ταύτην εξελέγη το όρος της Γαλιλαίας, συνηγορεί και τούτο υπέρ της παραδοχής, ότι περισσότεροι των ένδεκα ευρίσκοντο εκεί. Εάν επρόκειτο μόνον δια τους ένδεκα, τόπος κατάλληλος δια την εμφάνισιν ηδύνατο να είναι ο στενός χώρος ενός δωματίου. ‒ Εις ταύτα δέον να προστεθή και το γεγονός, ότι εν τη Γαλιλαία, όπου εσημειώθη η εμφάνισις αύτη, πλείστοι υπήρξαν οι απ’ αρχής ενωτισθέντες μετ’ ένθουσιασμού των ρημάτων του διδασκάλου. Εκεί ο Ιησούς είχε πολύ περισσότερους οπαδούς ή όσους εν Ιεροσολύμοις. Δι’ αυτό τούτο παρεσκευάσθη η εμφάνισις αύτη εν τω όρει της Γαλιλαίας, ίνα παρίστανται εν αυτή και πάντες οι εκ Γαλιλαίας πιστοί (Turton μν. εργ. σελ. 371 και Godet, La resurrection de Jesus- Christ σελ. 9).
([11]) Ο Παύλος εν τη Α’ προς Κορινθίους δεν ομιλεί ως ιστορικός. Έγραφεν, ίνα αποδείξη την διδασκαλίαν της καθολικής αναστάσεως και το γεγονός της αναστάσεως του Χριστού αποτελεί εν εκ των επιχειρημάτων του. Την έκθεσιν λοιπόν των κατά την ανάστασιν του Κυρίου συνέστειλεν εις ότι ήτο αναγκαίον και επαρκές δια την απόδειξίν του. Η εν Α’ προς Κορινθίους μαρτυρία του δε είναι ούτω διατετυπωμένη, ώστε δεν αποκλείει την ύπαρξιν και άλλων εμφανίσεων του αναστάντος Κυρίου εκτός των μνημονευομένων υπ’ αυτού. Πράγματι, ως ορθώς παρατηρεί ο F. H. Chase (ενθ’ ανωτ. σελ. 396), το «έπειτα» εν τω χωρίω της Α’ προς Κορινθίους («ώφθη Κηφά, ε ί τ α τοις δώδεκα· έ π ε ι τ α ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ… έ π ε ι τ α ώφθη Ιακώβω…») σημείοι την τάξιν των εμφανίσεων, δεν αποκλείει όμως την ύπαρξιν και άλλων εμφανίσεων κατά τα παρεμπίπτοντα μεταξύ των μνημονευομένων εμφανίσεων διαστήματα. Τούτο αναγνωρίζεται και υπ’ αυτού του Loisy ομολογούντος, ότι ο απόστολος προτίθεται «να δηλώση τας κ υ ρ ί α ς εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού» (Les Evangiles synoptiques II σελ. 738). Ο Παύλος απαριθμεί μόνον τας εμφανίσεις εκείνας, αι οποίαι είχον εκλεγή ειδικώς, ίνα είναι μαρτυρία περί της αναστάσεως, επειδή τούτων θα ηδύνατο υπέρ πάσαν άλλην να γίνη επίκλησις δημοσία. Η εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, η εις τας μυροφόρους και η εις Εμμαούς δεν μνημονεύονται, διότι εκτός του ότι η μαρτυρία των γυναικών εν τω εθνικώ κόσμω δεν ελαμβάνετο σοβαρώς υπ’ όψει, αλλά και οι εις ους εγένοντο αι εμφανίσεις αύται δεν διεκρίνοντο ως αρχηγοί ή γνωστοί κήρυκες εν τη πρώτη χριστιανική γενεά.
([12]) L. de Grandmaison ένθ’ ανωτ. 1488.
([13]) Die Auferstehung Christi, Tühingen 1905 σελ. 14.
([14]) L. de Grandmaison ένθ’ αν.
([15]) DA 1489.
([16]) Ιδού πώς το κατά Πέτρον απόκρυφον ευαγγέλιον αφηγείται τα κατά την ανάστασιν του Ιησού (ε’ 35-45): «Τη δε νυκτί η επέφωσκεν η Κυριακή, φυλασσόντων των στρατιωτών ανά δυο-δυο κατά φρουράν, μεγάλη φωνή εγένετο εν τω ουρανώ και είδον ανοιχθέντας τους ουρανούς και δύο άνδρας κατελθόντας εκείθεν πολύ φέγγος έχοντας και εγγίσαντας τω τάφω. Ο δε λίθος εκείνος ο βεβλημένος επί τη θύρα αφ’ εαυτού κυλισθείς απεχώρησε παρά μέρος και ο τάφος ηνοίγη και αμφότεροι οι νεανίσκοι εισήλθον. Ιδόντες ουν οι στρατιώτσι εκείνοι εξύπνησαν τον κεντυρίωνα και τους πρεσβυτέρους· παρήσαν γαρ και αυτοί φυλάσσοντες. Και εξηγουμένων αυτών α είδον πάλιν ορώσιν εξελθόντας από του τάφου τρεις άνδρας, και τους δύο τον ένα υπορθούντας και σταυρόν ακολουθούντα αυτοίς, και των μεν δύο την κεφαλήν χωρούσαν μέχρι του ουρανού, του δε χειραγωγουμένου υπ’ αυτών υπερβαίνουσαν τους ουρανούς. Και φωνής ήκουον εκ των ουρανών λεγούσης· Εκήρυξαν τοις κοιμωμένοις· και υπακοή ηκούετο από του σταυρού, το Ναι. Συνεσκέπτοντο ουν αλλήλοις εκείνοι απελθείν και εμφανίσαι ταύτα τω Πιλάτω. Και έτι διανοουμένων αυτών φαίνονται πάλιν ανοιχθέντες οι ουρανοί και άνθρωπος τις κατελθών και εισελθών εις το μνήμα. Ταύτα ιδόντες οι περί τον κεντυρίωνα νυκτός έσπευσαν προς Πιλάτον». (Έκδοσις O. von Gebhadt, Leipzig 1893 σελ. 45-46).
([17]) Resurrection… narratives εν Encyclopaidia Biblica του Cheyne et Black τόμ. IV στηλ. 4047.
([18]) Jacquier - Bourchany ένθ’ ανωτ. σελ. 37.
([19]) Ένθ’ ανωτ. σελ. 41 (La resurrection de Jésus - Christ. Les miracles evangeliques, Jacquier- Bourchany, Paris 1911).
([20]) Commentaire sur l’ evangile de sain Jean έκδ. γ’ τόμ. III σελ. 634.
([21]) Εις την οξείαν διάκρισιν των δύο τούτων παραδόσεων προσέφυγον οι αρνηταί της αναστάσεως του Κυρίου, ίνα εξηγήσωσι πιθανοφανέστερον, πως προήλθεν ο περί της αναστάσεως μύθος. Η εν Ιεροσολύμοις ταφή του Κυρίου καθίστα δύσκολον την παραπλάνισην της φαντασίας των μαθητών, εφ’ όσον διέμενον εν τη πόλει ταύτη, διότι ήτο ευέλεγκτος η πλάνη αυτών, ευθύς ως θ’ αντίκρυζον ούτοι τον τάφον του Κυρίου. Ως εκ τούτου υπεστηρίχθη εξ ενός μεν, ότι αι περί ταφής του Κυρίου υπό του Ιωσήφ και Νικοδήμου και περί επισκέψεως του τάφου αυτού υπό των μυροφόρων, καθώς και αι περί κενού τάφου αφηγήσεις των ευαγγελιστών είναι μύθοι, ούτω δ’ εκλαμβάνουσιν αυτάς οι Schmiedel (Encyclop. Biblica εν αρθ. Resurrection… τόμ. IV στήλη 4066 και εξής), Α. Meyer (Die Auferstehung Christi σελ. 117 και εξής) και ο Loisy (Jesus et la tradition evangelique Paris 1910 σελ. 205) εξ’ ετέρου δε, ότι αι εμφανίσεις του Ιησού εσημειώθησαν εν Γαλιλαία μόνον, κατά χρόνον ακαθόριστον μετά τον θάνατον αυτού. Πρώτος ο Πέτρος είδεν ημέραν τινά περί τας πρώτας αυγάς ταύτης τον διδάσκαλόν του, καθ’ ον χρόνον ηλίευεν επί της λίμνης της Τιβεριάδος. Ο Πέτρος, όστις ήτο οπτασιαστής, έσχεν ίσως επανειλημμένας οπτασίας του Ιησού και μετέδωκε την περί αναστάσεως του Ιησού σχηματισθείσαν ούτω πίστιν του και εις τους ένδεκα. Της πρώτης ωθήσεως δοθείσης, η πίστης αύτη ηύξησεν υπ’ αυτής της ανάγκης, την οποίαν ησθάνοντο οι μαθηταί να ενισχυθώσιν εν αυτή. Υποβλεφθέντες δ’ ούτω υπό του Πέτρου και οι ένδεκα επίστευσαν, ότι είδον και αυτοί τον Ιησούν και επανήλθον εις τα Ιεροσόλυμα μετά τινα χρόνον, ίνα αναγγέλωσι την ανάστασιν του Διδασκάλου των. Τοιούτον υπήρξε το πρώτον στάδιον της μορφώσεως της περί αναστάσεως του Ιησού παραδόσεως. Αλλά μετ’ ολίγον υπό την επίδρασιν της πολεμικής προς τους Ιουδαίους, τους αμφισβητούντας την ανάστασιν, αλλά και της φαντασίας του πλήθους των πρώτων χριστιανών ανεπτύχθη διαμορφωθείσης και της Ιεροσολυμιτικής παραδόσεως, η οποία ομιλεί περί ταφής του Ιησού εις ίδιον μνημείον, περί ανευρέσεως του μνημείου τούτου κενού, περί επισκέψεως αυτού υπό των μυροφόρων, περί εμφανίσεως αγγέλων βεβαιούντων, ότι ο Ιησούς ανέστη, περί εμφανίσεως του αναστάντος κατ’ αυτήν την πρώτην ημέραν της αναστάσεως εις τας μυροφόρους και εις τους ένδεκα, περί προσκλήσεως των τελευταίων τούτων υπ’ αυτού, όπως ψαύσωσι τας χείρας του και την πλευράν του κλπ. Πάσαι αύται αι διηγήσεις δημιουργηθείσαι κατά διαφόρους εποχάς προς σκοπούς απολογητικούς είναι κατά τους τοιαύτα διατεινομένους ορδολογιστάς άνευ βάσεως ιστορικής και επενοήθησαν ινα δι’ αυτών στηριχθή επί μάλλον η πίστις εις την ανάστασιν του Ιησού. Αγνοούνται δε και υπό του Παύλου, ο οποίος ούτε τας εμφανίσεις εις τας μυροφόρους γνωρίζει, ούτε περί κενού τάφου και περί φρουράς τεθείσης εν αυτώ ομιλεί, αλλά μόνον περί των εν Γαλιλαία εμφανίσεων εις τον Πέτρον και εις τους λοιπούς αποστόλους και μαθητάς μαρτυρεί. Εις τους ασυστάτους τούτους ισχυρισμούς δίδεται μεν ανωτέρω η απάντησις, θα δοθή δε και κατωτέρω, και μόνον ως προς τον τελευταίον τούτον, τον αφορώντα εις τον Παύλον Ισχυρισμόν, θα ηρκούμεθα να σημειώσωμεν την ομολογίαν του Loisy, καθ’ ην «καίτοι ο Παύλος δεν δεικνύει ούτε τον τόπον ούτε τον χρόνον των εμφανίσεων, παρέχει επαρκώς να εννοήσει τις ότι εγένοντο αύταις εις μέρη διάφορα και κατά ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα, μάλλον ή ήττον άνισα και μεμακρυσμένα» (Les Evangiles synoptiques II σελ. 739). Αλλ’ εάν αι εμφανίσεις του Ιησού εγένοντο και κατά τον Loisy εις διάφορα μέρη, διατί εκ των μερών τούτων θ’ αποκλείσωμεν τα Ιεροσόλυμα; Άλλως τε και ο Παύλος, μολονότι δεν καθορίζει τον τόπον των εμφανίσεων του Ιησού, φαίνεται, ότι δεν αγνοεί και τας εν Ιεροσολύμοις εμφανίσεις. Η εις τον Σίμωνα Πέτρον και τους ένδεκα εμφανίσεις είναι αι αυταί περί των οποίων ομιλεί ο Λουκάς, ενώ η εις τους πεντακοσίους φαίνεται να είναι η εις το όρος της Γαλιλαίας. Ο Παύλος λοιπόν είναι, όπως και ο Ιωάννης, αντιπρόσωπος αμφοτέρων των παραδόσεων.
([22]) Jncquier - Bourchany ένθ ανωτ. σελ. 116.
([23]) Gorlet, Commentaire sur l’ Evangile de Saint Jean 3erne edition t. II p. 655.
([24]) ένθ’ ανωτ.
([25]) Gess, Christi Zeugniss I σελ. 193-194. πρβλ. και Ε. Beuss, Histoire evangelique § 118.

(Από το βιβλίο: Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα σελ. 548-617)

 

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν

Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

Καί πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως. Λέχθηκε μετά τό Πάσχα, τή Δευτέρα τῆς δευτέρας ἑβδομάδος τοῦ Πάσχα.

1. Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντάς τον ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση.

2. Ἀλλά ἄς δοῦμε, ἐάν νομίζετε, καί ἄς ἐξετάσομε καλῶς, ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τό ὁποῖο γίνεται μυστικῶς πάντοτε σέ ἐμᾶς πού θέλομε, καί πῶς μέσα μας ὁ Χριστός θάπτεται σάν σέ μνῆμα, καί πῶς ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τίς ψυχές, πάλι ἀνασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί ἐμᾶς. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ λόγου.

3. Ὁ Χριστός καί Θεός μας, ἀφοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ αὐτόν τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (Ἰω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (Ἐβρ. 2, 9), κατῆλθε στά κατώτατα μέρη τοῦ ἅδη (Ἐφ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). Ὅπως λοιπόν ὅταν ἀνῆλθε πάλι ἀπό τόν ἅδη εἰσῆλθε στό ἄχραντό Του σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο ὅταν κατῆλθε ἐκεῖ δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί μετά ἀπ᾿ αὐτό ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), ἔτσι καί τώρα, ὅταν ἐξερχόμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν κόσμο καί εἰσερχόμαστε μέ τήν ἐξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στό μνῆμα τῆς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, αὐτός ὁ ἴδιος, κατερχόμενος ἀπό τούς οὐρανούς, εἰσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σῶμα μας καί, ἑνούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς ἀνασταίνει, ἀφοῦ αὐτές ἦταν ὁμολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ αὐτόν πού ἀναστήθηκε ἔτσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως.

4. Ἀνάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Διότι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ποτέ δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία (Ἰω. 8, 46, Ἐβρ. 4, 15. 7, 26), ὅπως ἔχει γραφεῖ, οὔτε ἀλλοιώθηκε καθόλου ἡ δόξα του, πῶς θ᾿ ἀναστηθεῖ ποτέ ἤ θά δοξασθεῖ, αὐτός πού εἶναι πάντοτε ὑπερδοξασμένος καί πού διαμένει ἐπίσης πάνω ἀπό κάθε ἀρχή καί ἐξουσία (Ἐφ. 1, 21); Ἀνάσταση καί δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἡ δική μας δόξα, πού γίνεται μέσα μας μέ τήν ἀνάστασή Του, καί δείχνεται καί ὁρᾶται ἀπό ἐμᾶς. Διότι ἀπό τή στιγμή πού ἔκανε δικά του τά δικά μας, ὅσα κάμνει μέσα μας αὐτός, αὐτά ἀναγράφονται σ᾿ αὐτόν. Ἀνάσταση λοιπόν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωση τῆς ζωῆς. Διότι, ὅπως τό νεκρό σῶμα οὔτε λέγεται ὅτι ζεῖ οὔτε μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν δεχθεῖ μέσα του τή ζωντανή ψυχή καί ἑνωθεῖ μέ αὐτήν χωρίς νά συγχέεται, ἔτσι οὔτε ἡ ψυχή μόνη της καί καθ᾿ ἑαυτήν μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μυστικῶς καί ἀσυγχύτως μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πραγματικά αἰώνια ζωή (Α´ Ἰω. 5, 20). Διότι πρίν ἀπό αὐτή τήν ἕνωση ὡς πρός τή γνώση καί ὅραση καί αἴσθηση εἶναι νεκρή, ἄν καί νοερά ὑπάρχει καί εἶναι ὡς πρός τή φύση ἀθάνατη. Διότι δέν ὑπάρχει γνώση χωρίς ὅραση, οὔτε ὅραση δίχως αἴσθηση.
Αὐτό πού λέγω σημαίνει τό ἑξῆς.Ἡ ὅραση καί μέσω τῆς ὁράσεως ἡ γνώση καί ἡ αἴσθηση (αὐτό τό ἀναφέρω γιά τά πνευματικά, διότι στά σωματικά καί χωρίς ὅραση ὑπάρχει αἴσθηση). Τί θέλω νά πῶ; Ὁ τυφλός ὅταν χτυπᾶ τό πόδι του σέ λίθο αἰσθάνεται, ἐνῶ ὁ νεκρός ὄχι. Στά πνευματικά ὅμως, ἐάν δέν φθάσει ὁ νοῦς σέ θεωρία τῶν ὅσων ὑπάρχουν πάνω ἀπό τήν ἔννοια, δέν αἰσθάνεται τή μυστική ἐνέργεια. Αὐτός λοιπόν πού λέγει, ὅτι αἰσθάνεται στά πνευματικά πρίν φθάσει σέ θεωρία αὐτῶν πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τό νοῦ καί τό λόγο καί τήν ἔννοια, μοιάζει μέ τόν τυφλό στά μάτια, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται βέβαια τά ὅσα ἀγαθά ἤ κακά παθαίνει, ἀγνοεῖ ὅμως τά ὅσα γίνονται στά πόδια ἤ στά χέρια του καθώς καί τά αἴτια ζωῆς ἤ θανάτου του. Διότι τά ὅσα κακά ἤ ἀγαθά τοῦ συμβαίνουν δέν τά ἀντιλαμβάνεται καθόλου, ἐπειδή εἶναι στερημένος ἀπό τήν ὀπτική δύναμη καί αἴσθηση, γι᾿ αὐτό, ὅταν πολλές φορές σηκώνει τήν ράβδο του ν᾿ ἀμυνθεῖ ἀπό τόν ἐχθρό, ἀντί ἐκεῖνον μερικές φορές χτυπᾶ μᾶλλον τόν φίλο του, ἐνῶ ὁ ἐχθρός στέκεται μπροστά στά μάτια του καί τόν περιγελᾶ.

5. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους πιστεύουν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅμως πολύ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού καί τήν βλέπουν καθαρά, καί αὐτοί βέβαια πού δέν τήν εἶδαν οὔτε νά προσκυνήσουν μποροῦν τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ἅγιο καί Κύριο. Διότι λέγει, «κανένας δέν μπορεῖ νά πεῖ Κύριο τόν Ἰησοῦ, παρά μόνο μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιο»» (Α´ Κορ. 12, 3).καί ἀλλοῦ.«Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά τόν προσκυνοῦν πνευματικά καί ἀληθινά»» (Ἰω. 4, 24). Καί ἀκόμη τό ἱερώτατο λόγιο, πού τό προφέρομε κάθε ἡμέρα, δέ λέγει, ̒Ἀνάσταση Χριστοῦ πιστεύσαντες᾽, ἀλλά τί λέγει; «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι, ἄς προσκυνήσομε ἅγιο Κύριον Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος»». Πῶς λοιπόν μᾶς προτρέπει τώρα τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά λέμε (σάν νά εἴδαμε αὐτήν πού δέν εἴδαμε) «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι»», ἐνῶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός μιά φορά πρίν ἀπό χίλια (Ὁ Συμεών ὁ Νεός Θεολόγος ἔζησε τέλη 10ου καί ἀρχές 11ου αἰῶνος, δηλ. χίλια χρόνια περίπου μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου) ἔτη καί οὔτε τότε τόν εἶδε κανένας νά ἀνασταίνεται; Ἄραγε μήπως ἡ θεία Γραφή θέλει νά ψευδόμαστε; Μακριά μιά τέτοια σκέψη.ἀντίθετα συνιστᾶ μᾶλλον νά λέμε τήν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή μέσα στό καθένα ἀπό μᾶς τούς πιστούς γίνεται ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό ὄχι μία φορά, ἀλλά κάθε ὥρα, ὅπως θά ἔλεγε κανείς, ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός ἀνασταίνεται μέσα μας, λαμπροφορώντας καί ἀπαστράπτοντας τίς ἀστραπές τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς θεότητος. Διότι ἡ φωτοφόρα παρουσία τοῦ Πνεύματος μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἀνάσταση τοῦ Δεσπότη, πού ἔγινε τό πρωί (Ἰω. 21, 4), ἤ καλύτερα μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπομε τόν ἴδιο ἐκεῖνον τόν ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτό καί λέμε.«Θεός εἶναι ὁ Κύριος καί φανερώθηκε σέ μᾶς»» (Ψαλμ. 117, 27), καί ὑποδηλώνοντας τή Δευτέρα παρουσία του λέμε συμπληρωματικά τά ἑξῆς. «εὐλογημένος εἶναι αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου»» (Ψαλμ. 117, 26). Σέ ὅποιους λοιπόν φανερωθεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστός, ὁπωσδήποτε φανερώνεται πνευματικῶς στά πνευματικά τους μάτια. Διότι, ὅταν ἔλθει μέσα μας διά τοῦ Πνεύματος, μᾶς ἀνασταίνει ἀπό τούς νεκρούς καί μᾶς ζωοποιεῖ καί μᾶς ἐπιτρέπει νά τόν βλέπομε μέσα μας αὐτόν τόν ἴδιο ὅλον ζωντανό, αὐτόν τόν ἀθάνατο καί ἄφθαρτο, καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί μᾶς δίνει τή χάρη νά γνωρίζομε εὐκρινῶς ὅτι συνανασταίνει (Ἐφ. 2, 6) καί συνδοξάζει (Ρωμ. 8, 17) καί ἐμᾶς μαζί του, ὅπως μαρτυρεῖ ὅλη ἡ θεία Γραφή.

6. Αὐτά λοιπόν εἶναι τά μυστήρια τῶν Χριστιανῶν, αὐτή εἶναι ἡ κρυμμένη μέσα τους δύναμη τῆς πίστεώς μας, τήν ὁποία οἱ ἄπιστοι ἤ δύσπιστοι, ἤ καλύτερα νά πῶ ἡμίπιστοι, δέν βλέπουν, οὔτε βέβαια μποροῦν καθόλου νά τή δοῦν. Καί ἄπιστοι, δύσπιστοι καί ἡμίπιστοι εἶναι αὐτοί πού δέν φανερώνουν τήν πίστη μέ τά ἔργα (Ἰάκ. 2, 18). Διότι χωρίς ἔργα πιστεύουν καί οἱ δαίμονες (Ἰάκ. 2, 19) καί ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι Θεός ὁ Δεσπότης Χριστός. «Σέ γνωρίζομε»» (Μάρκ. 1, 24, Λουκ. 4, 34), λένε, «ἐσένα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ»» (Ματθ. 8, 29).καί ἀλλοῦ.«αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου»» (Πραξ. 16, 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τούς δαίμονες οὔτε τούς ἀνθρώπους αὐτούς θά τούς ὠφελήσει ἡ τέτοια πίστη. Διότι δέν ὑπάρχει κανένα ὄφελος ἀπό τέτοια πίστη, ἐπειδή εἶναι νεκρή κατά τόν θεῖο ἀπόστολο. Διότι λέγει, «ἡ πίστη χωρίς τά ἔργα εἶναι νεκρή»» (Ἰάκ. 2, 26), ὅπως καί τά ἔργα χωρίς τήν πίστη. Πῶς εἶναι νεκρή; Ἐπειδή δέν ἔχει μέσα της τόν Θεό πού τή ζωογονεῖ (Α´ Τιμ. 6, 13), ἐπειδή δέν ἀπέκτησε μέσα της ἐκεῖνον πού εἶπε.«αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου»» (Ἰω. 14, 21.23), «καί ἐγώ καί ὁ Πατέρας μου θά ἔλθομε καί θά κατοικήσομε μέσα του»» (Ἰω. 14, 23), γιά νά ἐξαναστήσει μέ τήν παρουσία του ἀπό τούς νεκρούς αὐτόν πού τήν κατέχει καί νά τόν ζωοποιήσει καί νά τοῦ ἐπιτρέψει νά δεῖ μέσα του καί αὐτόν πού ἀναστήθηκε καί αὐτόν πού ἀνέστησε.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν εἶναι νεκρή ἡ τέτοια πίστη, ἤ καλύτερα νεκροί εἶναι αὐτοί πού τήν κατέχουν χωρίς ἔργα. Διότι ἡ πίστη στόν Θεό πάντα ζεῖ καί ἐπειδή εἶναι ζῶσα ζωοποιεῖ αὐτούς πού προσέρχονται ἀπό ἀγαθή πρόθεση καί τήν ἀποδέχονται, ἡ ὁποία καί ἔφερε πολλούς ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί πρίν ἀπό τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί τούς ὑπέδειξε τόν Χριστό καί Θεό. Καί θά ἦταν δυνατό, ἐάν ἔμεναν πιστοί στίς ἐντολές του καί τίς φύλαγαν μέχρι θανάτου (Φιλ. 2, 8), νά διαφυλαχθοῦν καί αὐτοί ἀπ᾿ αὐτές, ὅπως δηλαδή ἔγιναν ἀπό μόνη τήν πίστη. Ἐπειδή ὅμως μεταστράφηκαν, ὅπως τό στραβό τόξο (Ψαλμ. 77, 57), καί ἀκολούθησαν τίς προηγούμενες πράξεις τους, εὔλογα ἀμέσως βρέθηκαν νά ἔχουν ναυαγήσει ὡς πρός τήν πίστη (Α´ Τιμ. 1, 19) καί δυστυχῶς στέρησαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού εἶναι ὁ Χριστός ὁ Θεός.
Γιά νά μή πάθομε λοιπόν καί ἐμεῖς αὐτό τό πρᾶγμα, ζητῶ νά τηρήσομε μέ ὅση δύναμη ἔχομε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, γιά ν᾿ ἀπολαύσομε καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά, ἐννοῶ δηλαδή αὐτήν τήν ἴδια τή θέα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχομε ὅλοι μας μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.

Αναδημοσίευση από: http://www.imkby.gr

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν

Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

1. Εἶναι κατάλληλη στιγμή σήμερα ν᾿ ἀναφωνήσουμε ὅλοι ἐμεῖς ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ μακάριος Δαυΐδ.«Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, νά ἐξυμνήσει ὅλες τίς δόξες του;» (Ψαλμ. 105, 2). Νά λοιπόν ἔφθασε ἡ ποθητή γιά μᾶς καί σωτήρια ἑορτή, ἡ ἀναστάσιμη ἡμέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προϋπόθεση τῆς εἰρήνης, ἡ ἀφορμή τῆς συμφιλίωσης, ἡ ἐξαφάνιση τῶν πολέμων, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου, ἡ ἥττα τοῦ διαβόλου. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀναμείχθηκαν μέ τούς ἀγγέλους καί αὐτοί πού ἔχουν σῶμα προσφέρουν τή δοξολογία τους μαζί μέ τίς ἀσώματες δυνάμεις. Σήμερα καταργεῖται ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου, σήμερα λύθηκαν τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐξαφανίσθηκε ἡ νίκη τοῦ ἅδη. Σήμερα εἶναι εὐκαιρία νά ποῦμε τά προφητικά ἐκεῖνα λόγια. «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. 15, 55). Σήμερα ὁ Κύριός μας ὁ Χριστός συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες καί ἐξαφάνισε τόν ἴδιο τό θάνατο.

Καί γιατί λέγω τόν ἴδιο τό θάνατο; Ἄλλαξε τό ὄνομά του, γιατί δέ λέγεται πιά θάνατος, ἀλλά κοίμηση καί ὕπνος. Γιατί πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τή φροντίδα του γιά τόν ἄνθρωπο μέ τή σταύρωσή Του, ἦταν φοβερό καί τό ἴδιο τό ὄνομα τοῦ θανάτου. Γιατί ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ἀφοῦ δημιουργήθηκε, καταδικαζόταν ν᾿ ἀκούει αὐτό, σάν μιά κάποια μεγάλη τιμωρία.«Τήν ἡμέρα πού θά φάγεις, θά πεθάνεις ὁπωσδήποτε» (Γέν. 2, 17). Καί ὁ μακάριος Ἰώβ μ᾿ αὐτό τό ὄνομα τόν ὀνόμασε, λέγοντας.«Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση στόν ἄνθρωπο» (Ἰώβ 3, 23). Καί ὁ προφήτης Δαυΐδ ἔλεγε.«Ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι κακός» (Ψαλμ. 33, 22). Καί ὀνομαζόταν ὄχι μόνο θάνατος ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἀλλά καί ἅδης. Ἄκουσε λοιπόν τόν πατριάρχη Ἰακώβ πού λέγει.«Θά κατεβάσετε τά γηρατειά μου μέ λύπη στόν ἅδη» (Γεν. 42, 38). Ἄκουσε πάλι τόν προφήτη.«Ἄνοιξε πολύ τό στόμα του ὁ ἅδης» (Ἠσ. 5, 14). Καί ἄκουσε πάλι ἄλλον προφήτη πού λέγει.«Θά μέ σώσει ἀπό τόν κατώτατο ἅδη» (Ψαλμ. 85 13). Καί σέ πολλά σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης θά βρεῖς νά ὀνομάζεται θάνατος καί ἅδης ἡ ἀναχώρηση ἀπό τήν παρούσα ζωή. Ἀφ᾿ ὅτου ὅμως ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, προσφέρθηκε θυσία καί ἀναστήθηκε, ἔβγαλε ἀπό τή μέση καί αὐτές τίς ὀνομασίες ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καί ἔφερε καινούρια καί παράξενη συμπεριφορά στή ζωή μας. Γιατί ἀντί γιά θάνατος λέγεται στό ἑξῆς κοίμηση καί ὕπνος ἡ ἀναχώρηση ἀπό τήν παρούσα ζωή.

Καί ἀπό ποῦ εἶναι φανερό αὐτό; Ἄκουσε τόν ἴδιο τό Χριστό πού λέγει.«Ὁ φίλος μας Λάζαρος ἔχει κοιμηθεῖ, ὅμως πηγαίνω νά τόν ξυπνήσω» (Ἰω. 11, 11). Ὅπως λοιπόν εἶναι εὔκολο σ᾿ ἐμᾶς νά ξυπνήσουμε καί νά σηκώσουμε ἐπάνω ἐκεῖνον πού κοιμᾶται, ἔτσι καί στόν Κύριο ὅλων μας εἶναι εὔκολο τό νά ἀναστήσει νεκρό. Καί ἐπειδή ἦταν καινούρια καί παράξενα τά λόγια του, οὔτε οἱ μαθητές τά κατάλαβαν, ὥσπου συγκαταβαίνοντας στήν ἀδυναμία τους τά εἶπε πιό καθαρά. Καί ὁ διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης, ὁ μακάριος Παῦλος, γράφοντας στούς Θεσσαλονικεῖς, λέγει.«Δέ θέλω νά ἔχετε ἄγνοια γιά ἐκείνους πού ἔχουν κοιμηθεῖ, γιά νά μή λυπᾶστε, ὅπως καί οἱ ἄλλοι πού δέν ἔχουν ἐλπίδα» (Α´ Θεσ. 4, 13). Καί ἀλλοῦ πάλι.«Συνεπῶς καί ἐκεῖνοι πού κοιμήθηκαν μέ τήν πίστη στό Χριστό, χάθηκαν» (Α´ Κορ. 15, 18). Καί πάλι.«Ἐμεῖς οἱ ζωντανοί, πού ἀπομείναμε στή ζωή, δέ θά προφθάσουμε ἐκείνους πού κοιμήθηκαν» (Α´ Θεσ. 4, 15). Καί ἀλλοῦ πάλι λέγει.«Γιατί ἄν πιστεύουμε καί ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι πρέπει νά πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός θά φέρει μαζί του ἐκείνους πού κοιμήθηκαν» (Α´ Θεσ. 4, 14).

2. Εἶδες ὅτι παντοῦ ἀπό τότε ὁ θάνατος ὀνομάζεται κοίμηση καί ὕπνος; καί ὅτι ἐκεῖνος πού πρίν εἶχε φοβερό ὄνομα, τώρα γίνεται εὐκαταφρόνητος μετά τήν ἀνάσταση; Εἶδες ὅτι εἶναι λαμπρό τό τρόπαιο τῆς ἀνάστασης; Μέ αὐτήν ἔχουν ἔρθει σ᾿ ἐμᾶς τά ἄπειρα ἀγαθά, μέ αὐτήν διαλύθηκε ἡ ἀπάτη τῶν δαιμόνων, μέ αὐτήν περιγελοῦμε τό θάνατο. Μέ τήν ἀνάσταση περιφρονοῦμε τήν παρούσα ζωή, μέ αὐτήν ἐπιθυμοῦμε σφοδρά τά μέλλοντα ἀγαθά. Μέ αὐτήν, ἐνῶ ἔχουμε σῶμα, δέν ἔχουμε τίποτε λιγότερο ἀπό τίς ἀσώματες δυνάμεις, ἐάν θέλουμε. Σήμερα ἔγινε ἡ λαμπρή μας νίκη. Σήμερα ὁ Κύριός μας, ἀφοῦ ἔστησε τό τρόπαιο τῆς νίκης του ἐναντίον τοῦ θανάτου καί διέλυσε τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, μᾶς χάρισε μέ τήν ἀνάστασή του τό δρόμο γιά τή σωτηρία μας. Ἄς χαιρόμαστε λοιπόν ὅλοι, ἄς χορεύουμε, ἄς εὐφραινόμαστε. Γιατί, ἄν καί ὁ Κύριός μας νίκησε καί ἔστησε τό τρόπαιο, εἶναι δική μας ὅμως ἡ εὐφροσύνη καί ἡ χαρά. Γιατί ὅλα τά ἔκαμε γιά τήν δική μας σωτηρία, καί μέ ἐκεῖνα τά μέσα πού μᾶς πολέμησε ὁ διάβολος, μέ τά ἴδια τόν νίκησε ὁ Χριστός.

Τά ἴδια τά ὅπλα πῆρε ὁ Χριστός, καί μέ αὐτά τόν νίκησε. Καί ἄκουσε μέ ποιό τρόπο. Ἡ παρθένος καί τό ξύλο καί ὁ θάνατος ἦταν τά σύμβολα τῆς ἥττας μας. Καί πράγματι ἡ Εὔα ἦταν παρθένος, ἀφοῦ δέ γνώριζε ἀκόμη ἄνδρα, ὅταν ἐξαπατήθηκε. Ξύλο ἦταν τό δένδρο, θάνατος ἡ τιμωρία στόν Ἀδάμ. Εἶδες πῶς τά σύμβολα τῆς ἥττας μας ἦταν παρθένος καί ξύλο καί θάνατος; Πρόσεχε λοιπόν πῶς αὐτά ἔγιναν πάλι τά σύνεργα τῆς νίκης μας. Στή θέση τῆς Εὔας εἶναι ἡ Μαρία. Στή θέση τοῦ ξύλου γιά τή γνώση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, εἶναι τό ξύλο τοῦ σταυροῦ. Στή θέση τοῦ θανάτου τοῦ Ἀδάμ, εἶναι ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου. Εἶδες ὅτι μ᾿ αὐτά πού μας νίκησε, μέ τά ἴδια νικήθηκε; Κοντά στό δένδρο νίκησε τόν Ἀδάμ ὁ διάβολος. Κοντά στό σταυρό νίκησε τό διάβολο ὁ Χριστός. Καί τό ξύλο ἐκεῖνο ἔστελνε στόν ἅδη, τό ξύλο ὅμως αὐτό, δηλαδή τό ξύλο τοῦ σταυροῦ, ξανάφερε πάλι ἀπό τόν ἅδη καί αὐτούς πού πέθαναν. Καί ἐκεῖνο ἔκρυβε τόν νικημένο σάν αἰχμάλωτο καί γυμνό, αὐτό ὅμως ἔδειχνε σ᾿ ὅλους τόν νικητή γυμνό, καρφωμένο στά ψηλά. Καί ὁ θάνατος τοῦ Ἀδάμ καταδίκαζε καί αὐτούς πού ἔζησαν ὕστερα ἀπό αὐτόν, ὁ θάνατος ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἀνάστησε πραγματικά καί αὐτούς πού ἔζησαν πρίν ἀπό αὐτόν. «Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, νά ἐξυμνήσει ὅλες τίς δόξες του;». Ἀπό θνητοί ἔχουμε γίνει ἀθάνατοι, ἀπό νεκροί ἀναστηθήκαμε, ἀπό νικημένοι γίναμε νικητές.

3. Αὐτά εἶναι τά κατορθώματα τοῦ σταυροῦ, αὐτά ἀποτελοῦν τήν πιό μεγάλη ἀπόδειξη τῆς ἀνάστασης. Σήμερα χορεύουν οἱ ἄγγελοι καί ἀγάλλονται ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, ἐπειδή χαίρονται γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Γιατί, ἄν γίνεται χαρά στόν οὐρανό καί τή γῆ, ὅταν μετανοεῖ ἕνας ἁμαρτωλός, πολύ περισσότερο θά γίνεται γιά τή σωτηρία ὅλης τῆς οἰκουμένης. Σήμερα ἀφοῦ ἐλευθέρωσε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, τό ξανάφερε στήν προηγούμενη τιμητική του θέση. Ὅταν λοιπόν δῶ ὅτι ἡ ἐκλεκτή προσφορά μας νίκησε τόσο πολύ τό θάνατο, δέ φοβοῦμαι πιά, δέν τρέμω πιά τόν πόλεμο. Οὔτε βλέπω στήν ἀδυναμία μου, ἀλλά προσέχω στήν ἀνέκφραστη δύναμη ἐκείνου πού πρόκειται νά γίνει σύμμαχός μου. Γιατί ἐκεῖνος πού νίκησε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί τοῦ ἀφαίρεσε ὅλη του τή δύναμη, τί δέ θά κάμνει στό ἑξῆς γιά τό γένος πού εἶναι ὅμοιό του, τή μορφή τοῦ ὁποίου ἀπό τή μεγάλη του φιλανθρωπία θεώρησε ἄξιο νά πάρει, καί μ᾿ αὐτήν νά παλέψει μέ τό διάβολο; Σήμερα παντοῦ στήν οἰκουμένη ἐπικρατεῖ χαρά καί πνευματική εὐφροσύνη. Σήμερα ὅλοι οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἀγάλλονται γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Σκέψου λοιπόν, ἀγαπητέ μου, πόσο μεγάλη εἶναι ἡ χαρά, ἀφοῦ καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἑορτάζουν μαζί μας, γιατί χαίρονται μαζί μας γιά τά δικά μας ἀγαθά. Γιατί ἄν καί εἶναι δική μας ἡ χάρη πού ἔδωσε ὁ Κύριος, εἶναι ὅμως καί δική τους ἡ εὐχαρίστηση. Γι᾿ αὐτό δέν ντρέπονται νά ἑορτάσουν μαζί μας. Καί γιατί λέγω, ὅτι οἱ σύνδουλοί μας δέν ντρέπονται νά ἑορτάσουν μαζί μας; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, πού εἶναι δικός τους καί δικός μας, δέν ντρέπεται νά ἑορτάσει μαζί μας. Καί γιατί εἶπα, δέν ντρέπεται; Αὐτός μάλιστα ἐπιθυμεῖ νά ἑορτάσει μαζί μας. Ἀπό ποῦ εἶναι φανερό αὐτό; Ἄκουσε τόν ἴδιο πού λέγει.«Ἐπιθύμησα πολύ νά φάγω αὐτό τό Πάσχα μαζί σας» (Λουκ. 22, 15). Ἐάν ὅμως ἐπιθύμησε νά φάγει τό Πάσχα, εἶναι φανερό ὅτι ἐπιθυμεῖ καί νά ἑορτάσει μαζί μας. Ὅταν λοιπόν βλέπεις ὅτι ὄχι μόνο οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, ἀλλά καί ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων ἑορτάζει μαζί μας, τί σοῦ λείπει πιά γιά νά χαίρεσαι πολύ; Κανένας λοιπόν ἄς μήν εἶναι θλιμμένος σήμερα ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας του, γιατί σήμερα εἶναι ἑορτή πνευματική.

Ἄς μήν ὑπερηφανεύεται κανένας πλούσιος γιά τόν πλοῦτο του, γιατί δέν μπορεῖ νά προσφέρει τίποτε στήν ἑορτή αὐτή ἀπό τά χρήματά του. Στίς ἑορτές βέβαια ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐννοῶ τίς κοσμικές, ὅπου γίνεται μεγάλη ἐπίδειξη καί τῆς ἐξωτερικῆς περιβολῆς καί τῆς πολυτέλειας στά τραπέζια, δικαιολογημένα ἐκεῖ θά εἶναι ὁ φτωχός στενοχωρημένος καί θλιμμένος, καί ὁ πλούσιος χαρούμενος καί εὐχαριστημένος. Γιατί ὅμως; Γιατί ὁ πλούσιος φορᾶ λαμπρά ροῦχα καί προσφέρει πλουσιότερο τραπέζι, ὁ φτωχός ὅμως ἐμποδίζεται ἀπό τή φτώχεια του νά δείξει τήν ἴδια γενναιοδωρία. Ἐδῶ ὅμως δέ συμβαίνει τίποτε τέτοιο, ἀλλά λείπει κάθε τέτοια διάκριση καί ὑπάρχει ἕνα τραπέζι καί γιά τόν πλούσιο καί γιά τό φτωχό, καί γιά τό δοῦλο καί γιά τόν ἐλεύθερο. Καί ἄν εἶσαι πλούσιος, δέν ἔχεις τίποτε περισσότερο ἀπό τό φτωχό. Καί ἄν εἶσαι φτωχός, δέν ἔχεις τίποτε λιγότερο ἀπό τόν πλούσιο, οὔτε θά ἐλαττωθεῖ ἡ πνευματική σου εὐωχία ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας σου. Γιατί ἡ χάρη εἶναι τοῦ Θεοῦ καί δέν ξεχωρίζει τά πρόσωπα. Καί γιατί λέγω, ὅτι τό ἴδιο τραπέζι βρίσκεται μπροστά στόν πλούσιο καί στό φτωχό; Καί σ᾿ αὐτόν πού ἔχει τό βασιλικό στέμμα καί φορᾶ τή βασιλική πορφύρα, πού ἔχει ἀναλάβει τήν ἐξουσία τῆς οἰκουμένης, καί στό φτωχό πού κάθεται γιά ἐλεημοσύνη, ὑπάρχει τό ἴδιο τραπέζι.
Τέτοια λοιπόν εἶναι τά πνευματικά δῶρα. Δέ διαιροῦν τήν κοινωνία ἀνάλογα μέ τή διάθεση καί τίς σκέψεις τοῦ καθενός. Μέ τό ἴδιο θάρρος καί τήν ἴδια τιμή ὁρμοῦν καί ὁ βασιλιάς καί ὁ φτωχός γιά ν᾿ ἀπολαύσουν καί νά κοινωνήσουν τά θεῖα αὐτά μυστήρια. Καί γιατί λέγω, μέ τήν ἴδια τιμή; Πολλές φορές ὁ φτωχός ἔρχεται μέ περισσότερο θάρρος. Γιατί λοιπόν γίνεται αὐτό; Γιατί τό βασιλιά, πού εἶναι κυκλωμένος ἀπό φροντίδες καί περιστοιχισμένος ἀπό πολλά ζητήματα, σάν νά εἶναι μέσα σέ πέλαγος, ἔτσι ἀπό παντοῦ τόν κτυποῦν τά κύματα συνεχῶς καί τόν καταστρέφουν τά πολλά ἁμαρτήματα. Ὁ φτωχός ὅμως, ἀπαλλαγμένος ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, καί φροντίζοντας μόνο γιά τήν ἀπαραίτητη τροφή του, καί κάμνοντας μιά ἀμέριμνη καί ἥσυχη ζωή, σάν νά κάθεται σέ λιμάνι καί γαλήνη, πλησιάζει μέ πολλή εὐλάβεια τό τραπέζι.

4. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί ἀπό πολλά ἄλλα προέρχονται διάφορες στενοχώριες σ᾿ ἐκείνους πού ἀσχολοῦνται μέ τίς κοσμικές ἑορτές. Γιατί ἐκεῖ πάλι ὁ φτωχός εἶναι στενοχωρημένος καί ὁ πλούσιος χαρούμενος, ὄχι μόνο γιά τό τραπέζι καί τήν πολυτέλεια, ἀλλά καί γιά τά πολυτελή ροῦχα καί τή φανταστική ἐμφάνισή τους. Ἐκεῖνο λοιπόν πού παθαίνουν στό τραπέζι, αὐτό παθαίνουν καί στά ροῦχα. Ὅταν λοιπόν δεῖ τόν πλούσιο ὁ φτωχός νά φορᾶ πολυτελέστερη στολή, τόν κυριεύει μεγάλη λύπη, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δυστυχισμένο, ξεστομίζει πολλές κατάρες. Ἐδῶ ὅμως καί αὐτή ἡ στενοχώρια ἐξαφανίζεται, γιατί ἕνα εἶναι τό ἔνδυμα τῆς σωτηρίας γιά ὅλους. Καί φωνάζει ὁ Παῦλος λέγοντας: «Ὅσοι βαπτισθήκατε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ντυθήκατε τό Χριστό» (Γαλ. 3, 27).

Ἄς μήν προσβάλλουμε λοιπόν αὐτήν τήν ἑορτή, σᾶς παρακαλῶ, ἀλλά ἄς ἀποκτήσουμε φρόνημα ἄξιο ἐκείνων πού μᾶς δώρησε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἄς μήν παραδοθοῦμε στή μέθη καί στήν πολυφαγία, ἀλλ᾿, ἀφοῦ κατανοήσουμε τή γενναιοδωρία τοῦ Κυρίου μας, καί ὅτι τίμησε τό ἴδιο καί τούς πλούσιους καί τούς φτωχούς καί τούς δούλους καί τούς ἐλεύθερους, καί ἔστειλε σ᾿ ὅλους τήν ἴδια χάρη, ἄς ἀμείψουμε τόν εὐεργέτη γιά τήν ἀγάπη του πού δείχνει σ᾿ ἐμᾶς. Καί ἀμοιβή ἱκανοποιητική εἶναι συμπεριφορά πού ἀρέσει σ᾿ Αὐτόν καί ψυχή νηφάλια καί ἄγρυπνη. Αὐτή ἡ ἑορτή καί πανήγυρη δέ χρειάζεται χρήματα, οὔτε ἔξοδα, ἀλλά διάθεση μόνο καί καθαρή σκέψη. Τίποτε τό ὑλικό δέν μποροῦμε νά ὠφεληθοῦμε ἐδῶ, ἀλλ᾿ ὅλα τά πνευματικά, τήν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τίς εὐχές τῶν πατέρων, τίς εὐλογίες τῶν ἱερέων, τήν κοινωνία τῶν θείων καί ἀπόρρητων μυστηρίων, τήν εἰρήνη καί τήν ὁμόνοια, καί δῶρα πνευματικά καί ἄξια τῆς γενναιοδωρίας ἐκείνου πού τά δωρίζει.
Ἄς ἑορτάσουμε λοιπόν τήν ἑορτή αὐτή κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος. Γιατί ἀναστήθηκε καί ἀνέστησε μαζί του τήν οἰκουμένη. Καί αὐτός βέβαια ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἔσπασε τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἀνέστησε ἀφοῦ διέλυσε τούς σωρούς τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἁμάρτησε ὁ Ἀδάμ καί πέθανε, δέν ἁμάρτησε ὁ Χριστός καί πέθανε. Καινούριο καί παράδοξο πράγμα. Ἐκεῖνος ἁμάρτησε καί πέθανε, αὐτός δέν ἁμάρτησε καί πέθανε. Γιά ποιό λόγο καί γιά ποιό σκοπό; Γιά νά μπορέσει ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε καί πέθανε νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου μέ τή βοήθεια ἐκείνου πού δέν ἁμάρτησε καί πέθανε. Ἔτσι γίνεται πολλές φορές καί σ᾿ ἐκείνους πού ὀφείλουν χρήματα. Ὀφείλει κάποιος χρήματα σέ κάποιον καί δέν μπορεῖ νά τά ἐπιστρέψει, καί γι᾿ αὐτό φυλακίζεται. Κάποιος ἄλλος πού δέν ὀφείλει, ἀλλά πού μπορεῖ νά τά ἐπιστρέψει, ἀφοῦ τά δώσει ἐλευθερώνει τόν ὑπεύθυνο. Ἔτσι ἔγινε καί στόν Ἀδάμ καί στό Χριστό. Χρεωστοῦσε ὁ Ἀδάμ τό θάνατο, καί τόν κρατοῦσε φυλακισμένο ὁ διάβολος. Δέ χρεωστοῦσε ὁ Χριστός, οὔτε τόν κρατοῦσε ὁ διάβολος. Ἦρθε καί κατέθεσε τό θάνατό του γιά χάρη τοῦ φυλακισμένου, μέ σκοπό νά τόν ἐλευθερώσει ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου. Εἶδες τά κατορθώματα τῆς ἀνάστασης; εἶδες τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; εἶδες τό μέγεθος τῆς φροντίδας του;

Ἄς μή γινόμαστε λοιπόν ἀχάριστοι πρός αὐτόν τόν τόσο μεγάλο εὐεργέτη, οὔτε ἐπειδή πέρασε ἡ νηστεία νά γίνουμε πιό ἀδιάφοροι. Ἀλλά τώρα ἄς φροντίζουμε τήν ψυχή μας περισσότερο ἀπό προηγουμένως, γιά νά μή γίνει πιό ἀδύνατη, ἐπειδή παχαίνει τό σῶμα μας, γιά νά μή παραμελοῦμε τήν οἰκοδέσποινα φροντίζοντας τή δούλη. Γιατί ποιό εἶναι τό ὄφειλος, πές μου, νά σκάνουμε ἀπό τήν πολυφαγία καί νά ξεπερνᾶμε τό μέτρο; Αὐτό καί τό σῶμα καταστρέφει καί τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς ζημιώνουμε. Ἀλλά ἄς μᾶς ἱκανοποιοῦν τά λίγα καί τά ἀπαραίτητα, γιά νά ξεπληρώσουμε ἐκεῖνο πού πρέπει καί στήν ψυχή καί στό σῶμα, γιά νά μή σκορπίσουμε ἀμέσως ἐκεῖνα πού συγκεντρώσαμε ἀπό τή νηστεία. Μήπως λοιπόν σᾶς ἐμποδίζω νά ἀπολαμβάνετε τά φαγητά καί νά διασκεδάζετε; Δέν ἐμποδίζω αὐτά, ἀλλά συμβουλεύω νά γίνονται τά ἀπαραίτητα, καί νά σταματήσουμε τήν πολλή διασκέδαση καί νά μή καταστρέφουμε τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας ξεπερνώντας τό μέτρο. Γιατί ἐκεῖνος πού ξεπερνᾶ τά ὅρια τῆς ἀνάγκης δέ θά ἀπολαύσει καμιά εὐχαρίστηση, καί τό γνωρίζουν αὐτό πολύ καλά ἐκεῖνοι πού τό δοκίμασαν, ἀφοῦ προξενοῦν ἀπό αὐτό πολλές ἀρρώστιες στόν ἑαυτό τους καί ὑποφέρουν πολλές στενοχώριες. Ἀλλά τό ὅτι θά ὑπακούσετε στίς παραινέσεις μου, δέν ἀμφιβάλλω, γιατί γνωρίζω πόσο ὑπάκουοι εἶστε.

5. Καί γι᾿ αὐτό ἀφοῦ σταματήσω ἐδῶ τίς παραινέσεις γιά τό ζήτημα αὐτό, θέλω νά μεταφέρω τό λόγο πρός αὐτούς πού ἀξιώθηκαν τή λαμπρή αὐτή νύχτα νά πάρουν τή χάρη τοῦ θείου βαπτίσματος, τά καλά αὐτά φυτά τῆς Ἐκκλησίας, τά πνευματικά ἄνθη, τούς νέους στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ. Προχθές ὁ Κύριος βρισκόταν στό σταυρό, ἀλλά ἀναστήθηκε τώρα. Ἔτσι καί αὐτοί, προχθές τούς κρατοῦσε δούλους ἡ ἁμαρτία, ἀλλά τώρα ἀναστήθηκαν μαζί μέ τό Χριστό. Ἐκεῖνος μέ τό σῶμα του πέθανε καί ἀναστήθηκε, αὐτοί ἦταν μέ τίς ἁμαρτίες τους νεκροί, καί ἀπό τήν ἁμαρτία ἀναστήθηκαν. Ἡ γῆ λοιπόν τήν ἐποχή αὐτή τῆς ἄνοιξης μᾶς προσφέρει τριαντάφυλλα καί μηνεξέδες καί ἄλλα λουλούδια. Τά νερά ὅμως μᾶς παρουσίασαν σήμερα λιβάδι πιό ὄμορφο ἀπό τό τῆς γῆς.

Καί μήν ἀπορήσεις, ἀγαπητέ μου, ἄν βγῆκαν ἀπό τά νερά λιβάδια μέ λουλούδια. Γιατί οὔτε ἡ γῆ ἀπό τήν ἀρχή ἔβγαλε τά εἴδη τῶν φυτῶν γιατί τό ἀπαιτοῦσε ἡ φύση της, ἀλλά γιατί ὑπάκουσε στό πρόσταγμα τοῦ Κυρίου. Καί τά νερά ὅμως τότε ἔβγαλαν ζῶα μέ ζωή, ἐπειδή ἄκουσαν.«Ἄς βγάλουν τά νερά ἑρπετά ζωντανά» (Γεν. 1, 20). Καί ἡ προσταγή πραγματοποιήθηκε, ἡ ἄψυχη οὐσία ἔβγαλε ζωντανά ζῶα. Ἔτσι καί τώρα ἡ ἴδια προσταγή ἔκαμε τά πάντα. Τότε εἶπε.«Ἄς βγάλουν τά νερά ἑρπετά ζωντανά», τώρα ὅμως δέ ἔβγαλαν ἑρπετά, ἀλλά πνευματικά χαρίσματα. Τότε τά νερά ἔβγαλαν ψάρια χωρίς λογικό, τώρα ὅμως μᾶς γέννησαν ψάρια λογικά καί πνευματικά πού τά ψάρεψαν οἱ ἀπόστολοι. Γιατί λέγει. «Ἀκολουθῆστε με καί θά σᾶς κάνω ἱκανούς νά ψαρεύετε ἀνθρώπους» (Ματθ. 4, 19). Εἶναι ἀλήθεια καινούριος αὐτός ὁ τρόπος ψαρέματος. Γιατί αὐτοί πού ψαρεύουν βγάζουν ἀπό τά νερά τά ψάρια, καί ὅσα ψαρέψουν τά νεκρώνουν. Ἐμεῖς ἀντίθετα τούς ρίχνουμε μέσα στά νερά καί παίρνουν ζωή ἐκεῖνοι πού ψαρεύονται.

Ὑπῆρχε κάποτε καί στούς Ἰουδαίους κολυμβήθρα μέ νερό. Ἀλλά μάθε ποιά δύναμη εἶχε, γιά νά γνωρίσεις καλά τή φτώχεια τῶν Ἰουδαίων καί νά μπορέσεις νά ἀντιληφθεῖς τό δικό μας πλοῦτο. «Κατέβαινε ἐκεῖ», λέγει, «ἕνας ἄγγελος καί τάραζε τό νερό, καί ἐκεῖνος πού θά ἔμπαινε πρῶτος ὕστερα ἀπό τό κούνημα τοῦ νεροῦ, θεραπευόταν» (Ἰω. 5, 4). Κατέβηκε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, καί ἀφοῦ ἁγίασε τά νερά θεράπευσε ὅλη τήν οἰκουμένη. Γι᾿ αὐτό ἐκεῖ ἐκεῖνος πού κατέβαινε ὕστερα ἀπό τόν πρῶτο δέ θεραπευόταν πιά, γιατί στούς Ἰουδαίους ἡ χάρη δινόταν στούς ἄρρωστους, σ᾿ ἐκείνους πού σύρονταν στό ἔδαφος. Ἐδῶ ὅμως ὕστερα ἀπό τόν πρῶτο μπαίνει ὁ δεύτερος, ὕστερα ἀπό τό δεύτερο ὁ τρίτος καί ὁ τέταρτος. Καί ἄν ἀκόμη πεῖς πάρα πολλούς, καί ἄν ἀκόμη ὅλη τήν οἰκουμένη βάλεις μέσα σ᾿ αὐτά τά πνευματικά νερά, δέν ξοδεύεται ἡ χάρη, δέν τελειώνει ἡ δωρεά, δέ μολύνονται τά νερά, δέν ἐλαττώνεται ἡ γενναιοδωρία του.

Εἶδες πόσο μεγάλη εἶναι ἡ δωρεά; Ἀκοῦτε αὐτά ἐσεῖς πού σήμερα καί αὐτή τή νύχτα γίνατε πολίτες στήν ἄνω Ἰερουσαλήμ, καί φυλάξτε τα ὅπως ἀξίζει στίς πολλές δωρεές, γιά ν᾿ ἀποσπάσετε πιό ἄφθονη τή χάρη. Γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη γι᾿ αὐτά πού μᾶς ἔδωσε ἤδη προσκαλεῖ τή γενναιοδωρία τοῦ Κυρίου. Δέν ἐπιτρέπεται, ἀγαπητέ, νά ζεῖς ἀδιάφορα στό ἑξῆς, ἀλλά ὅρισε στόν ἑαυτό σου νόμους καί κανόνες, ὥστε νά κάνεις τά πάντα στήν ἐντέλεια καί νά φυλάγεσαι πολύ καί ἀπό ἐκεῖνα πού θεωροῦνται ὅτι εἶναι κακά. Γιατί ὅλη ἡ παρούσα ζωή εἶναι ἀγώνας καί πάλη, καί πρέπει ἐκεῖνοι πού μπαίνουν μιά γιά πάντα στό στάδιο αὐτό τῆς ἀρετῆς νά εἶναι ἐγκρατεῖς σ᾿ ὅλα. «Γιατί καθένας πού ἀγωνίζεται, εἶναι ἐγκρατής σ᾿ ὅλα» (Α´ Κορ. 9, 25). Δέ βλέπεις στούς γυμνικούς ἀγῶνες πῶς φροντίζουν πολύ γιά τόν ἑαυτό τους ἐκεῖνοι πού δέχονται νά παλέψουν μέ ἀνθρώπους, καί μέ πόση ἐγκράτεια κάνουν τήν ἄσκηση τοῦ σώματός τους; Ἔτσι βέβαια καί ἐδῶ πρέπει νά γίνεται. Ἐπειδή ἡ πάλη μας δέν εἶναι μέ ἀνθρώπους, ἀλλά μέ τά πονηρά πνεύματα, καί ἡ ἄσκηση καί ἡ ἐγκράτειά μας ἄς εἶναι πνευματική, ἀφοῦ καί τά ὅπλα μας, πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος, εἶναι πνευματικά.

Ἄς ἔχουν λοιπόν καί τά μάτια περιορισμούς καί κανόνες, ὥστε νά μήν πέφτουν χωρίς σκέψη σ᾿ ὅλα πού συναντοῦν. Καί ἡ γλώσσα ἄς ἔχει φράχτη, ὥστε νά μή τρέχει πρίν ἀπό τό νοῦ. Γι᾿ αὐτό λοιπόν καί τά δόντια καί τά χείλη δημιουργήθηκαν γιά τήν προφύλαξη τῆς γλώσσας, γιά νά μή βγεῖ ποτέ χωρίς σκέψη ἀφοῦ ἀνοίξει τίς πόρτες, ἀλλ᾿ ὅταν τακτοποιήσει καλά τά δικά της, τότε μέ κάθε σεμνότητα νά προχωρήσει καί νά προφέρει τέτοια λόγια, γιά νά ὠφελεῖ ἐκείνους πού ἀκούουν καί νά λέγει ἐκεῖνα πού συντελοῦν στήν οἰκοδομή τῶν ἀκροατῶν. Καί πρέπει νά ἀποφεύγει ἐντελῶς τά ἄπρεπα γέλια, νά ἔχει ἤρεμο καί ἥσυχο βάδισμα νά ἔχει σεμνό ντύσιμο, καί γενικά πρέπει νά ρυθμίζει τά πάντα ἐκεῖνος πού διάλεξε τό στάδιο τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἡ καλή διαγωγή τῶν ἐξωτερικῶν μας μελῶν εἶναι εἰκόνα τῆς κατάστασης πού ἐπικρατεῖ στήν ψυχή μας.

6. Ἑάν φέρουμε ἀπό τήν ἀρχή τούς ἑαυτούς μας σέ τέτοια συνήθεια, βαδίζοντας στό ἑξῆς μέ εὐκολία τό δρόμο μας, θά κατορθώσουμε ὅλη τήν ἀρετή, καί δέ θά χρειασθοῦμε πολύ κόπο καί θά προσελκύσουμε μεγάλη βοήθεια ἀπό τό Θεό. Ἔτσι λοιπόν θά μπορέσουμε καί τά κύματα τῆς παρούσας ζωῆς νά περάσουμε μέ ἀσφάλεια καί, ἀφοῦ ἐξουδετερώσουμε τίς παγίδες τοῦ διαβόλου, νά ἐπιτύχουμε τά αἰώνια ἀγαθά, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, μαζί μέ τόν ὁποῖο στόν Πατέρα καί συγχρόνως στό ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 Αναδημοσίευση από: http://www.imkby.gr

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ - Ποίημα Γ. Βερίτη

Καμπάνας ήχοι αρμονικοί,
γλυκοί, γοργοί, αναπαιστικοί,
ξυπνούν το μοναστήρι.
Και στης νυχτιάς τη σιγαλιά
σα μάτια ανοίγουν τα κελιά
ή πόρτα ή παραθύρι.

Το πνεύμα της αρχαίας μονής,
πνεύμα αγρυπνίας και προσμονής,
ξυπνά τους μοναχούς της.
Είναι φρουρός, και το φυλά
σα να βιγλίζει εκεί ψηλά
ο νέος καμπανοκρούστης.

Τώρα, απ’ την κάθε μια γωνιά
γλιστράνε μεσ’ στη σκοτεινιά
ψυχές που παν να προσκυνήσουν.
Για τη ματοβρεχτή μας γη
που σπαρταρά μεσ’ στη σφαγή
τον έλεο να ζητήσουν.

Στην εκκλησιά τη θολωτή
που στ’ όνειρό της ζει και αυτή,
θρόνοι και παραθρόνια
μας φέρνουν πάλι στα παλιά
(μαρμαρωμένε βασιλιά!)
στης προσευχής τα χρόνια.

Μεσ’ στους αιώνες που κυλούν,
τούτες οι πλάκες μας μιλούν
για κάποιο μεγαλείο,
κι είναι πανάρχαιο και ιερό,
κι είν’ αγιασμένο απ’ τον καιρό
προγονικό βιβλίο.

Μεσ’ στα στασίδια τους σκυφτές,
σεμνά θυμήματα του χτές,
̶ έπηξε η φλόγα στο καντήλι! 
Μαυροντυμένες οι ψυχές
κάνουν τον πόνο τους ευχές
που ξεψυχούν στα χείλη.

Τρισένδοξη κληρονομιά
φέρνουν απάνω τους, μια – μια,
που τους λυγάει τον ώμο.
είναι βαρύ να περπατάς
και κάθε τόσο να κοιτάς
κάθετο μπρός το δρόμο.

Η νύχτα μάκρυνε πολύ,
̶ χειμώνας, και ξαναλαλεί
το γελασμένο ορνίθι.
και ξαναζούν στη σιγαλιά
ιδέες και πράγματα παλιά
θαμμένα μεσ’ στη λήθη.

Τα καντηλάκια στο Ιερό,
σα ναν’ από παλιό καιρό
κι απ’ άλλο μοναστήρι,
σταθήκαν στους αγίους μπροστά
̶ κόκκιν’ αστράκια γελαστά
πεσμένα στο ποτήρι.

Όλα σ’ αγγίζουν απαλά,
σεμνά κι αθώα και σιγαλά,
κι οι θόλοι στάζουνε γαλήνη.
Τέτοια γαλήνη ας απλωθεί,
κι όλου του κόσμου που πενθεί
τον πόνο ας απαλύνει!

Άγρυπνη μέσα μου, η ψυχή
ρουφά της χάρης τη βροχή
σα διψασμένο ελάφι,
και ζωντανεύουν ξαφνικά
κάποια θαμμένα μυστικά
κι ανοίγουν κάποιοι τάφοι.

Μέσα μου κάτι ξαναζεί
που μεγαλώσαμε μαζί
και το ‘χα λησμονήσει.
Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ, πολύ
που βάζεις μιαν ανατολή
μετά από κάθε δύση.

Να κι οι ψυχές μας π’ αγρυπνούν
και στ’ άγιο Δείπνο σου δειπνούν
απόψε, λατρευτέ μας.
Ακόμα δεν ξημέρωσε
κι είμαστε πάρωρα με Σε,
και θα ‘μαστε, Χριστέ μας!

Όρθρος δε χάραξε, κι εγώ
βάλθηκα να σε κυνηγώ
στους κάμπους και στα όρη.
Το σώμα στέκει˙ μα η ψυχή
βγήκε στο δρόμο ανήσυχη
σα μυροφόρα κόρη.

Βγήκε απ’ τη νύχτα, σκοτεινά,
γύρισε λόγγους και βουνά
για να σε συναντήσει,
ξυπόλητη να περπατά
και της Περσίας αρώματα
στον τάφο σου να χύσει.

Και να, βρεθήκαμε ξανά
σ’ αυτή τη σκοτεινή γωνιά
αντίκρυ απ’ τ’ άγιο Βήμα.
Ώ, τι χαρά σου να θωρείς
πως εκυλίστηκε νωρίς
ο λίθος απ’ το Μνήμα!

Ευλογητή ναν’ η στιγμή
που παίρνουν τέλος οι λυγμοί
και κάτι ορθρίζει εντός μου,
κάτι απ’ την άρρητην αυγή
π’ άστραψ’ ο τάφος σου στη γη,
Ήλιε και Φως του κόσμου.

Νεκρό θαρρούσα να τον βρω,
καθώς απάνω στο σταυρό
στερνή φορά τον είδα.
Κι ω των αγγέλων η χαρά,
πώς ήρθε μεσ’ στη συμφορά
η αναστημένη ελπίδα!

Στης εκκλησιάς τα τζαμωτά
σαν κάποιο φως λαφροπετά
Και κάποι’ αβέβαιη λάμψη.
μέρας προμήνυμα γλυκό,
και ψάλλουν το χερουβικό
με την πανάρχαια τάξη.

Κάποι’ αφροκαμώματα φτερά
σκορπούν του θόλου τα όνειρα
και στ’ Άγια φτερουγίζουν.
Στα παραμύθια του Ιερού
και στις δυό κόχες του χορού
τριανταφυλλιές ανθίζουν.

Τα μάρμαρα γυαλοκοπούν
και κάτι θέλουν να μου πουν
γι’ αυτό που τώρα νιώθουν,
ώς ν’ αποσώσουν οι ψυχές
τις απονύχτερες ευχές
του πιο κρυφού των πόθου.

Οι όψεις των αγίων γελούν
καθώς απάνω τους κυλούν
χαρούμενες οι αχτίνες.
Ως και οι μορφές οι ασκητικές
που δε γελάσανε ποτές
τώρα γελούν κι εκείνες!

Στην αγία Τράπεζα, το φως
τον ήλιο ξεπερνά καθώς
χτυπά στ’ άγιο Ποτήρι.
Κι ω θαύμα! Μέσα του κλειστός
ο αναστημένος μου Χριστός
καλεί σε πανηγύρι.

Ω Νικητή των νικητών
στο ρημαγμένο σπίτι αυτό
θα ΄ρθείς να κατοικήσεις;
Ωραίο, γλυκόλαλο πουλί,
στ’ αραχνιασμένο μου κελί
και πως θα κελαδήσεις;

«Ιδού θυσία μυστική…»
Κι είν’ η καρδιά μου νηστική
για φως, χαρά κι αλήθεια.
εσύ το ξέρεις πως πεινώ,
Συ μόνο βλέπεις το κενό
που κλείνω μεσ’ στα στήθια.

«Ιδού θυσία μυστική…»
Και ξημερώνει Κυριακή
κι όλα γιορτάζουν τώρα.
Ο μόσχος δίνεται πολύς,
κι Εσύ, Χριστέ, με προσκαλείς
στ’ ατίμητά σου δώρα.

Στην ανθισμένη μυγδαλιά
δε λένε τόσα τα πουλιά
όσα η καρδιά μου νιώθει.
Κι ουδέ μπορούν να σου τα πουν
τριγύρω σου ως φτεροκοπούν
οι ακοίμητοι μου πόθοι.

Γιατ’ είσαι απέραντα καλός,
πατέρας μου και δάσκαλος
και φίλος και αδερφός μου.
Μόνο το χέρι σου ας κρατώ,
και ρίχνομαι να περπατώ
στα πέρατα του κόσμου!

Ποιος θα μπορούσε να το πει
πώς τόσο γρήγορα οι καρποί
θα πρόβαιναν στους κλώνους;
Χαράς ανάβλυσαν πηγές
απ’ τις δικές σου τις πληγές
κι απ’ τους δικούς σου πόνους.

Με τη δική σου τη θανή
διάπλατ’ ανοίξαν οι ουρανοί,
κι απ’ το δικό σου μνήμα
ζωή καινούργια ξεχειλά
όπως ροχθίζει και κυλά
το ποντοπόρο κύμα.

Δεύτε πιστοί! Με την καρδιά
απλή κι αθώα σαν τα παιδιά,
την πανδαισία γευθείτε.
κι ως αναστήθηκε ο Χριστός,
όμοια κι ο λόγος του πιστός
κι εσείς θ’ αναστηθείτε.

Στην αναστάσιμη χαρά
φυτρώνουν μέσα μας φτερά,
κι αντάμα ξεκινάμε
για κάποιες χώρες μακρινές,
που τόσες γνώριμες φωνές
μας προσκαλούν να πάμε.

Όλοι μαζί! Κι είν’ η φωτιά
στην τρισευδαίμονη ματιά,
και λάμπει γύρω η πλάση.
Δόξα, ωσαννά στον πλαστουργό
πού ‘ρθε με λόγο και σταυρό
τον κόσμο ν’ αναπλάσει.

Τουτ’ η χαρούμενη πομπή
στα φωτοπάλατα θα μπει
με τα χρυσά στεφάνια,
κι η νικητήρια της κραυγή
θα συγκλονίσει όλη τη γη,
θα σείσει τα επουράνια.

Χριστός ανέστη! Τι ζητούν
τούτες οι κάργες που πετούν
και παν κατά τη Δύση;
Ποιος θα βρεθεί να τους το πει
πως η φυγή φέρνει ντροπή,
και ποιος θα τις γυρίσει;

Ανάσταση ‘ναι. Κι η ψυχή
δε νιώθει τώρα μοναχή
καθώς εχτές και πρώτα.
Κάποιος βαδίζει στο πλευρό,
της απαλαίνει το σταυρό,
σπογγίζει τον ιδρώτα.

Το βάρος έχει μοιραστεί,
και τον ξεκάμαν το ληστή
που σπερνέ ολούθε τρόμο.
Κάποιος πονόψυχος φτωχός
διαβάτης της Ιεριχώς
λευτέρωσε το δρόμο.

Χριστός ανέστη! Το χαρτί
σκίστηκε πάνω στη γιορτή
κι ο άνεμος το πήρε.
Πάτε παλιοί λογαριασμοί,
μαύρης βλαστήμιας πειρασμοί
και λογισμοί συ, στείρε.

Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η αγράμπελη μοσκοβολά
κι η πασχαλιά ευωδιάζει.
Πήδα και χόρευε ψυχή
που σ’ έλιωσ’ η απαντοχή
και το πικρό μαράζι.

Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η θάλασσα παιζογελά
κι ανθίζουν οι κήποι εντός μου.

Πλάκες, που στέκατε βαριές
στα μνήματα και στις καρδιές,
σας έσπασε ο Χριστός μου!

Βερίτης Γεώργιος

Oμιλία τοῦ ἁγίου ᾿Επιφανίου Κύπρου μέ θέμα

«Τῷ ἁγίῳ καὶ μεγάλῳ Σαββάτῳ» ἤτοι
Εἰς τήν Θεόσωμον Ταφήν τοῦ Κυρίου
καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ
καί εἰς τόν ᾿Ιωσήφ τόν ἀπό ᾿Αριμαθαίας,
καί εἰς τήν ἐν τῷ ͺ῞Αδη τοῦ Κυρίου κατάβασιν,
μετά τό σωτήριον πάθος παραδόξως
γεγενημένην.(ΒΕΠΕΣ 77, σελ. 139-157)
῾Ο ἅγιος Πατέρας μας ᾿Επιφάνιος, ᾿Επίσκοπος Κωνσταντίας (παλαιᾶς Σαλαμῖνος) τῆς Κύπρου, ἔχει γράψει ἕνα ὑπέροχο λόγο γι’ αὐτή τήν κατάβασι τοῦ Κυρίου στόν ῞ᾼδη καί τό κήρυγμά Του.


Α. Τί εἶναι αὐτό πού συμβαίνει σήμερα; Μεγάλη σιωπή εἶναι ἁπλωμένη στή γῆ. Μεγάλη σιωπή καί ἠρεμία. Μεγάλη σιωπή γιατί κοιμᾶται ὁ Βασιλιάς. ῾Η γῆ φοβήθηκε καί ἡσύχασε, ἐπειδή ὁ Θεός μέ τό σῶμα κοιμήθηκε καί ἀνέστησε αὐτούς πού κοιμόνταν ἀπ’ τήν ἀρχή τῶν αἰώνων. ῾Ο Θεός μέ τό σῶμα πέθανε, καί τρόμαξε ὁ ῞ᾼδης. ῾Ο Θεός γιά λίγο κοιμήθηκε, καί ἀνέστησε αὐτούς πού βρίσκονταν στόν ῞ᾼδη.

Β. Πού είναι τώρα, οι πριν από λίγο ταραχές και οι φωνές και οι θόρυβοι, που ξεσηκώνατε, παράνομοι, εναντίον του Χριστού; Πού είναι οι συγκεντρώσεις σας και οι αντιρρήσεις σας, και οι φρουρές, και τα όπλα και τα δόρατα; Πού είναι οι βασιλείς και οι ιερείς και οι καταδικασμένοι δικαστές; Πού είναι οι λαμπάδες και τα μαχαίρια και οι άτακτες κραυγές; Πού είναι οι όχλοι και η λύσσα και η αδιάντροπη φρουρά; Στ’αλήθεια χάθηκαν γιατί στ’αλήθεια αυτοί οι όχλοι έκαναν σχέδια ανόητα και μάταια. Έπεσαν με ορμή επάνω στον ακρογωνιαίο λίθο τον Χριστό, αλλά συντρίφθηκαν αυτοί οι ίδιοι. Χτύπησαν με δύναμη στη στερεά πέτρα, αλλά αυτοί τσακίστηκαν, και τα κύματά τους διαλύθηκαν στον αφρό. Χτύπησαν επάνω στο σκληρό αμόνι, και οι ίδιοι κομματιάστηκαν. Ύψωσαν επάνω στο ξύλο – του Σταυρού- την πέτρα της ζωής, κι αυτή κατρακυλώντας τους θανάτωσε. Έδεσαν τον πανίσχυρο Σαμψών, δηλαδή τον Ήλιο Θεό, αλλά Αυτός αφού έλυσε τα παμπάλαια δεσμά εξόντωσε τους εχθρούς και τους παρανόμους. Έδυσε ο Θεός, ο Ήλιος Χριστός κάτω από τη γη, και βαθύ σκοτάδι έπεσε πάνω στους Ιουδαίους.

Γ. Σήμερα ἦλθε ἡ σωτηρία σ’ αὐτούς πού βρίσκονται στή γῆ καί σ’ αὐτούς πού ἀπ’ τήν ἀρχή τῶν αἰώνων βρίσκονται κάτω ἀπ’ τή γῆ. Σήμερα ἦλθε ἡ σωτηρία στόν ὁρατό καί ἀόρατο κόσμο. Εἶναι διπλή σήμερα ἡ παρουσία τοῦ Δεσπότη, διπλή ἡ σωτηρία, διπλή ἡ φιλανθρωπία, διπλή ἡ κατάβαση μαζί καί συγκατάβαση, διπλή ἡ ἐπίσκεψη πρός τούς ἀνθρώπους. Κατεβαίνει ὁ Θεός ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ κι ἀπό τή γῆ στά καταχθόνια. ᾿Ανοίγονται οἱ πύλες τοῦ ῞ᾼδη. Γεμίστε μέ ἀγαλλίασι ἐσεῖς πού κοιμᾶσθε ἀπ’ τήν ἀρχή τῶν αἰώνων, ὑποδεχτεῖτε τό μέγα φῶς ὅσοι κάθεστε στό σκοτάδι καί τή σκιά τοῦ θανάτου. ῎Ερχεται ὁ Δεσπότης ἀνάμεσα στούς δούλους. ῎Ερχεται ὁ Θεός ἀνάμεσα στούς νεκρούς. ῎Ερχεται ἡ ζωή ἀνάμεσα στούς θνητούς. ῎Ερχεται ὁ ἀθῶος ἀνάμεσα στούς ἐνόχους. ῎Ερχεται τό φῶς πού δέν σβήνει ἀνάμεσα σ’ αὐτούς πού βρίσκονται στό σκοτάδι. ῎Ερχεται ὁ ἐλευθερωτής ἀνάμεσα στούς αἰχμαλώτους. ῎Ερχεται Αὐτός πού βρίσκεται πιό πάνω ἀπό τούς οὐρανούς, μεταξύ αὐτῶν πού βρίσκονται κάτω ἀπ’ τή γῆ. ῏Ηλθε ὁ Χριστός στή γῆ καί πιστέψαμε. Κατέβηκε ὁ Χριστός στούς νεκρούς, ἄς κατεβοῦμε μαζί Του κι ἄς δοῦμε τά μυστήρια πού ἔγιναν ἐκεῖ. ῎Ας γνωρίσουμε Αὐτοῦ πού κρύφτηκε -στόν ῞ᾼδη- τά κρυμμένα κάτω ἀπ’ τή γῆ θαυμάσια ἔργα Του. ῎Ας μάθουμε πῶς ἔλαμψε τό κήρυγμα καί στούς κατοίκους τοῦ ῞ᾼδη.

Δ. Τί συνέβη λοιπόν; Κατεβαίνοντας ὁ Θεός στόν ῞ᾼδη σώζει ὅλους χωρίς ἐξαίρεση; ῎Οχι βέβαια, ἀλλά κι ἐκεῖ σώζει ὅσους πίστεψαν. Χθές εἴδαμε τό ἔργο τῆς σωτηρίας, σήμερα τήν ἐκδήλωση τῆς ἐξουσίας. Χθές εἴδαμε τήν ἀδυναμία, σήμερα τήν κυριαρχία Του. Χθές φάνηκαν τά σημάδια τῆς ἀνθρώπινης φύσης Του, σήμερα τῆς θεϊκῆς φύσης. Χθές Τόν ράπιζαν, σήμερα ραπίζει μέ τήν ἀστραπή τῆς θεότητος τόν χῶρο τοῦ ῞ᾼδη. Χθές Τοῦ ἔβαζαν δεσμά, σήμερα Αὐτός δένει τόν τύραννο - διάβολο μέ ἄλυτα δεσμά. Χθές καταδικαζόταν, σήμερα χαρίζει ἐλευθερία στούς καταδίκους. Χθές Τόν περιγελοῦσαν οἱ ὑπηρέτες τοῦ Πιλάτου, σήμερα οἱ θυρωροί τοῦ ῞ᾼδη ὅταν Τόν εἶδαν γέμισαν φρίκη.

Το νόημα του σταυρού…
Όταν ενθρονίστηκε αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Αλέξιος Κομνηνός, ζήτησε να του φέρουν τον κατάλογο των αυλικών, που είχαν υπηρετήσει επί του προκατόχου του. Πλάι δε στα ονόματα εκείνων που είχαν σταθεί εχθροί του σημείωσε κι από ένα σταυρό.
Αυτοί το έμαθαν και φανταζόμενοι ότι εκείνος ο σταυρός σήμαινε την προσεχή καταστροφή τους, άρχισαν να ετοιμάζονται για να φύγουν σε άλλες χώρες. Άλλα ο αυτοκράτορας τους κάλεσε και τους είπε:
- Κάνετε λάθος. Ο σταυρός, που έβαλα δίπλα στο όνομα του καθενός σας, έχει το ίδιο νόημα που έχει κι ο σταυρός του Χριστού. Σημαίνει ότι σας συγχωρώ...

Τι κάνει η αγάπη
Όταν ανέβηκε στο θρόνο ένας νεαρός βασιλιάς, του παρουσίασαν μια αίτηση χάριτος κάποιου καταδικασμένου σε ισόβια δεσμά. Ο δύστυχος είχε κάνει πολλά χρόνια στη φυλακή και ζητούσε τώρα χάρη. Ο υπουργός όμως, είχε γράψει στο περιθώριο:
«Χάρις αποκλείεται, να μείνει στη φυλακή».
Ο βασιλιάς τότε μετέφερε το κόμμα πλάι στη λέξη «χάρις». Έτσι η υπόδειξη του υπουργού έγινε:
«Χάρις, αποκλείεται να μείνει στη φυλακή».
Κι ο βασιλιάς υπέγραψε την απόλυση.
Και ο Θεός μετέφερε το βάρος της αμαρτίας, από την ανθρωπότητα στον Σταυρό, και τώρα προσφέρει χάρη στον κάθε αμαρτωλό.

Το παράδειγμα της θυσίας
Στη μάχη του Λούτσεν, ο βασιλιάς της Σουηδίας Γουσταύος (1595-1632), βλέποντας τους στρατιώτες του να φεύγουν πανικόβλητοι, κατέβηκε από το άλογό του και τους φώναζε:
Σταθείτε, τουλάχιστον για να δείτε πως πεθαίνει ο βασιλιάς σας!
Τα λόγια αυτά τους φιλοτίμησαν και ο Γουσταύος έπεφτε εναντίον των εχθρών επικεφαλής τους και σε λίγη ώρα σκοτωνόταν.
Το παράδειγμα της θυσίας μας το έδωσε ο Θείος Βασιλεύς μας, που πέθανε στο σταυρό για μας. Μονάχα οι δειλοί κι αναίσθητοι δε συγκινούνται απ’ αυτό το θέαμα.

Ο ιδεώδης άνθρωπος
Ανέκαθεν το ανθρώπινο πνεύμα ζήτησε εναγώνια τον ιδεώδη τύπο του ανθρώπου, το κλασσικό πρότυπο, που θα έπρεπε ν’ αντιγράψει στη ζωή.
Κι έτσι η Αρχαιότητα δόξασε τον Ήρωα.
Ο Μεσαίων τραγούδησε τον Ιππότη.
Η Χθες θεοποίησε την Υπεράνθρωπο.
Η Σήμερον αναζητεί μέσα στους καπνούς και τα χαλάσματα τον ιδεώδη τύπο του ανθρώπου.
Τον ιδεώδη όμως τύπο του ανθρώπου δεν θα τον βρούμε ούτε στη δάφνη της Ολυμπίας, μήτε στους ρεμβασμούς υποθετικών μυθιστορημάτων, ούτε στις παρακρούσεις του Νίτσε. Θα τον βρούμε στο πραιτόριο του υποδίκου, που τον έφερε η άρνηση μας.
Εκεί θα δούμε τον πράο και ανεξίκακο Ιησού να προπηλακίζεται και θα ακούσουμε τη φωνή της Ιστορίας να κραυγάζει:
«Ίδε ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ».
Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»

Πέθανε για σένα
Στην Ελβετία, πωλούνται καθρεφτάκια που στο πίσω μέρος τους γράφουν τα εξής λόγια: «Ξέρεις για ποιόν πέθανε ο Χριστός; Γύρισε με από το άλλο μέρος και θα δεις για ποιόν».
Γυρίζει, λοιπόν, κανείς το καθρεφτάκι και βλέπει τον… εαυτό του: Μ’ αυτόν τον ωραίο τρόπο, χιλιάδες άνθρωποι θυμούνται τη μεγάλη αλήθεια, ότι ο Κύριος σταυρώθηκε πάνω στο Γολγοθά κι έχυσε το πανάγιο αίμα του για να σωθεί ο καθένας μας προσωπικά.

Ο Δικαστής
Ένας δικαστής έπρεπε να δικάσει ένα παιδικό του φίλο. Ως ευσυνείδητος δικαστής καταδίκασε το φίλο του σε καταβολή μεγάλου χρηματικού ποσού προς κατάπληξη του κοινού. Αλλά η κατάπληξη μετετράπη σε θαυμασμό, όταν μετά το τέλος της δίκης ο δικαστής σηκώθηκε και κατέθεσε από το δικό του ταμείο το ποσόν.
Μήπως το ίδιο δεν κάνει ο Μεγάλος Δικαστής, ο Θεός; Πληρώνει Εκείνος το χρέος του αμαρτωλού. (Α’ Ιωάν. β’ 2).
(Από το βιβλίο: Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

 

Στη μοναχή Βαρβάρα στα Ιεροσόλυμα για τους τρεις χιτώνες του Χριστού.

Με ρωτάς, σεβαστή αδερφή, για τους τρεις χιτώνες με τους οποίους ήταν ντυμένος και σκεπασμένος ο Κύριος κατά το διάστημα αρκετών ωρών τη Μεγάλη Παρασκευή. Γιατί ο Πιλάτος Τον έντυσε με πορφυρό χιτώνα; Γιατί ο Ηρώδης Τον έντυσε με λευκό χιτώνα; Και γιατί οι εκτελεστές λίγο πριν Τον θανατώσουν Τον έντυσαν πάλι με τον δικό Του χιτώνα;

Όλα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του Χριστού έχουν μεγάλη σημασία, όλα αποκαλύπτουν κάποια αλήθεια και χρησιμεύουν ως δίδαγμα στους ανθρώπους. Κάποια από αυτά τα διδάγματα είναι άμεσα και εμφανώς αντιληπτά, ενώ κάποια άλλα είναι έμμεσα και με παραστάσεις που χρίζουν ερμηνείας. Το σκέπασμα του Χρίστου με τρεις χιτώνες ανήκει σ’ αυτήν τη δεύτερη κατηγορία διδαγμάτων.

Ο πορφυρός χιτώνας είναι ο χιτώνας του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Όταν ο Κύριος είπε στον Πιλάτο ότι το βασίλειό Του «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου»(Ιωάν. 18,36) αυτό φάνηκε στο υλιστικό πνεύμα του Ρωμαίου αξιωματούχου ως ανοησία και ως εμπαιγμός της αυτοκρατορικής αξιοπρέπειας. Γι’ αυτό οι στρατιώτες του Πιλάτου έντυσαν τον Χριστό με πορφυρό χιτώνα –εξυπακούεται με τον πιο ευτελή που μπορούσαν να βρουν- για να Τον χλευάσουν αποκαλώντας Τον βασιλιά. Αλλά και μόνον αυτός ο χιτώνας αυτοκρατορικού χρώματος μαρτυρεί για τον Κύριο, ότι ο Χριστός είναι πράγματι Βασιλιάς. Οι παλικαράδες του Πιλάτου, λοιπόν, κοροϊδεύοντας στην πραγματικότητα ανακήρυξαν τον Κύριο σ’ αυτό που πράγματι ήταν! Κανείς απ’ όλους αυτούς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι το βασίλειο του Χριστού θα κυριαρχήσει πάνω στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και σε κάθε άλλη αυτοκρατορία του κόσμου.

Ο βρώμικος βασιλιάς Ηρώδης, περίμενε πως ο Χριστός θα κάνει κάποιο θαύμα μπροστά του. Δεν επιθυμούσε βέβαια κάποιο χρήσιμο και φιλάνθρωπο θαύμα, αλλά ένα βάρβαρο θαύμα το οποίο θα χρησίμευε μόνο για την ικανοποίηση των οφθαλμών του. Εν τω μεταξύ, μπροστά του στεκόταν το μεγαλύτερο θαύμα του κόσμου: άνθρωπος καθαρός και αναμάρτητος. Η ακριβής αντίθεση του βασιλιά της γενοκτονίας και του δολοφόνου του Ιωάννου του Προδρόμου. Εγώ κρατώ ότι αυτός ο νέος ακάθαρτος απόγονος του Ησαύ μπορούσε να πιστέψει σ’ όλα τα θαύματα του κόσμου, αλλά με τίποτα και ποτέ στο θαύμα της αγνότητας και του αναμάρτητου ενός ανθρώπου. Και ακριβώς αυτό το μέγιστο και σπάνιο θαύμα στάθηκε μπροστά του. Αλλά αυτός βρώμικος στην ψυχή δεν μπορούσε να το δει. Όπως όταν ο Πιλάτος βυθιζόταν στο ψεύδος των ειδωλολατρών κοιτώντας την Αλήθεια κατά πρόσωπο δεν μπορούσε να την δει. Έτσι και ο Ηρώδης τυφλός από τα κατάμαυρα άρρωστα αμαρτήματά του, κοιτά την Αθωότητα και την Αγνότητα κατά πρόσωπο και δεν μπορεί να την δει. Απογοητευμένος από τις προσδοκίες του ο Ηρώδης έντυσε με λευκό χιτώνα τον Χριστό. Το λευκό είναι η εικόνα της καθαρότητας και της αθωότητας. Θα διάβασες βέβαια ότι οι άγγελοι του Θεού εμφανίζονται με λευκούς χιτώνες. Κι έτσι λοιπόν, ο ακάθαρτος Ηρώδης που σκέφθηκε ότι ο Χριστός δεν είναι καθαρός όπως και αυτός και οι άλλοι, Του φόρεσε λευκό χιτώνα, σύμβολο της καθαρότητας και της αγνότητας. Και όπως οι στρατιώτες του Πιλάτου για να χλευάσουν, αναγνώρισαν τον Κύριο ως βασιλιά, έτσι και ο Ηρώδης τον αναγνώρισε ως άνθρωπο της αγνότητας. Αυτό αποτελεί και στις δύο περιπτώσεις αναγνώριση του Χριστού από τους εχθρούς Του, έστω κι αν αυτό έγινε άθελά τους και ασυνείδητα.

Τέλος, μόνο πριν τη σταύρωση ο Κύριος ντύθηκε με τον δικό Του χιτώνα. Ήταν ο χιτώνας που του είχε υφάνει η δική Του Αγία Μητέρα, η Θεοτόκος. Είναι ο ίδιος χιτώνας με τον οποίο περπάτησε στη γη και πάνω στον οποίο οι στρατιώτες στον Γολγοθά ρίχνουν τα ζάρια.

Αλλά δεν βλέπεις σ’ όλα αυτά ένα μεγάλο δίδαγμα για μας; Οι άνθρωποι συχνά αποφαίνονται για το αν είμαστε καλοί ή κακοί. Ανάλογα με την απόφαση τους μας εκτιμούν, μας θαυμάζουν ή μας κατακρίνουν. Οι διάφορες κρίσεις των ανθρώπων δεν μοιάζουν για μας με χιτώνες; Τη μια μας ντύνουν με τον χιτώνα του σοφού, την άλλη με τον μανδύα του τρελού. Τη μια μας περιβάλλουν με τον μανδύα της ανδρείας, την άλλη μας σκεπάζουν με τα κουρέλια της απαξίωσης. Αλλά όλοι οι χιτώνες γρήγορα βγαίνουν και αλλάζουν ανάλογα με τις ασταθείς και συχνά εναλλασσόμενες κρίσεις των ανθρώπων. Όμως εν τέλει την ώρα του θανάτου ο καθένας από μας θα φανεί με το δικό του χρώμα, με τον δικό του χιτώνα.

Ειρήνη σε σένα σεβαστή αδερφή και ευλογία Θεού.

 

Σε μια μορφωμένη κοπέλα για τις πέντε πληγές του Ιησού Χρηστού.


....... Και οι πέντε πληγές του Ιησού δεν είναι λόγια αλλά φοβερή πραγματικότητα. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να τις γνωρίζουμε και από τα λόγια. Δυο πληγές στα χέρια, δυο πληγές στα πόδια, και μία στα πλευρά. Όλες από μαύρο σίδερο, και ακόμα περισσότερο από την κατάμαυρη ανθρώπινη αμαρτία. Τρυπημένα τα χέρια που ευλόγησαν. Τρυπημένα τα πόδια που περπάτησαν και οδήγησαν στην μόνη ορθή οδό. Τρυπημένο το στήθος, από το οποίο ξεχυνόταν πύρινη ουράνια αγάπη στα παγωμένα ανθρώπινα στήθη.

Επέτρεψε ο Υιός του Θεού, να Του τρυπήσουν τα χέρια εξ αιτίας των αμαρτιών πολλών χεριών –δάση χεριών- τα οποία φόνευσαν, έκλεψαν, άρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Και να Του τρυπήσουν τα πόδια για τις αμαρτίες πολλών ποδιών –δάση ποδιών- που περπάτησαν στο κακό, σύλησαν την αθωότητα, καταπάτησαν το δίκαιο, μόλυναν τα ιερά, και πάτησαν την καλοσύνη. Και Του τρύπησαν το στήθος εξ αιτίας πολλών πετρωμένων καρδιών –νταμάρια καρδιών- στις οποίες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία και κάθε ασέβεια και οι ιερόσυλοι λογισμοί και οι κτηνώδεις επιθυμίες και στις οποίες μέσα από όλους τους αιώνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια αδελφού εναντίον αδελφού, γείτονα εναντίον γείτονα, ανθρώπου εναντίον του Θεού.

Τα χέρια του Θεού τρυπήθηκαν για να θεραπευθούν του καθενός τα χέρια από τα αμαρτωλά έργα. Τα πόδια του Ιησού τρυπήθηκαν για να επιστρέψουν καθενός τα πόδια από τους αμαρτωλούς δρόμους. Το στήθος του Ιησού τρυπήθηκε για να πλυθεί κάθε καρδιά από τις αμαρτωλές επιθυμίες και σκέψεις.

Όταν ο απαίσιος Κρόμπελ, δικτάτορας της Αγγλίας, άρχισε να αρπάζει την περιουσία των μονών και έκλεινε τα μοναστήρια, έγινε σε ολόκληρη την αγγλική χώρα μια θορυβώδης λιτανεία από μερικές χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές σε ένδειξη της λαϊκής αποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι με την επιγραφή στις σημαίες: «οι πέντε πληγές του Ιησού» και έψελναν ύμνους εκκλησιαστικούς και τελούσαν λειτουργίες προς το Θεό στους αγρούς. Φοβήθηκε ο απαίσιος δικτάτορας πολύ, και περισσότερο φοβήθηκε εκείνες τις σημαίες παρά οτιδήποτε άλλο και μείωσε την βιαιοπραγία του.

Οι πέντε πληγές του Ιησού ας σου μάθουν, κόρη, να φροντίζεις τις πέντε αισθήσεις σου για τον ζώντα Θεό.

Οι πέντε πληγές του Ιησού είναι πέντε πληγές πεντακάθαρου αίματος, με το οποίο πλύθηκε το ανθρώπινο γένος, και αγιάσθηκε η γη. Απ’ αυτές τις πέντε πληγές χύθηκε όλο το αίμα του Δίκαιου, όλο μέχρι την τελευταία σταγόνα. Ο Θαυματουργός Κύριος, που ήξερε να πολλαπλασιάσει τους άρτους, και με πέντε άρτους να χορτάσει πέντε χιλιάδες πεινασμένους, πολλαπλασιάζει εκείνο το πεντακάθαρο αίμα Του, και μ’ αυτό τρέφει και ενώνει σε χιλιάδες ναούς πολλά εκατομμύρια πιστών. Αυτό είναι η Θεία Κοινωνία, κόρη του Ιησού.

Τη Μεγάλη Παρασκευή πλησίασε ψυχικά μαζί με την Παναγία Θεομήτορα κάτω από τον σταυρό, για να σε πλύνει εκείνο το ζωοποιό αίμα από τις πέντε πληγές του Ιησού. Για να μπορείς με την καθαρισμένη και αναζωογονημένη ψυχή να φωνάξεις χαρούμενη την Κυριακή μαζί με τις μυροφόρες: Χριστός Ανέστη!

[ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…, σελ.75-78]

 

Ηταν ένας φτωχός βεδουίνος, που έδειχνε στα καραβάνια το δρόμο μέσα στην έρημο. Κάποτε όμως, παρασυρμένοι από το φαινόμενο του αντικατοπτρισμού έβλεπαν οάσεις στον αντίθετο δρόμο. Αρχισαν να τον υποψιάζονται ότι τους παραπλανά. Και σε κάποια στιγμή τού επιτέθηκαν και τον αιματοκύλισαν. Πρόλαβε όμως εκείνος, ύψωσε το χέρι κατά τον ορίζοντα και τούς έδειξε:
«Αυτός είναι ο δρόμος! Ακολουθήστε τον, γιατί αλλιώς χαθήκατε», είπε και ξεψύχησε…
Κατάπληκτοι εκείνοι από την ύστατη αυτή χειρονομία αναρωτήθηκαν. Ενας, που επιμένει μέχρι θανάτου, μπορεί να λέει ψέματα; Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, το δρόμο του… Έπειτα από κάμποσα μίλια έφτασαν στην όαση.
Μετανιωμένοι ξαναγύρισαν στον τόπο του εγκλήματος και έστησαν εκεί μνημείο ευγνωμοσύνης:
Ενα χέρι που τρεμοσβήνοντας δείχνει το δρόμο!
Και η Εκκλησία υψώνει ένα άλλο μνημείο. Δύο χέρια απλωμένα στο Σταυρό, αιμόφυρτα να δείχνουν στον πλανεμένο άνθρωπο το σωστό δρόμο.

- Μέσα στα σκοτάδια της εποχής μας, πολλοί εμφανίζονται σαν σωτήρες και μάς απλώνουν το χέρι. Το χέρι όμως, που μπορεί να μας σώσει είναι ένα. Πώς όμως θα μπορέσουμε, Γέροντα, να το ξεχωρίσουμε μέσα στο σκοτάδι από τα άλλα τα ψεύτικα; ρώτησε τον ασκητή.
Κι εκείνος, τού απάντησε:
- Αφού το ψηλαφίσεις, παιδί μου, θα δεις ότι είναι τρυπημένο. Το μόνο τρυπημένο χέρι από τους ήλους του Σταυρού…
Αυτό το χέρι μπορείς να το σφίξεις με εμπιστοσύνη στην παλάμη σου και να το ακολουθήσεις χωρίς δισταγμούς

Κύριε! Οσο κακό μπορούσαν να Σού κάνουν οι άνθρωποι, Σού το έκαμαν ήδη. Εκατομμύρια Ιούδες Σε φίλησαν. Λεγεώνες Φαρισαίων Σε βλασφημούν με την υποκρισία τους. Ενας αφρισμένος όχλος μέσα στους αιώνες, ζητά διαρκώς κάτω από το Πραιτώριο της ζωής το θάνατό σου. Και Πιλάτοι αναρίθμητοι, ντυμένοι μαύρα και κόκκινα, Σε παραδίνουν στο θάνατο, αφού αναγνωρίσουν την αθωότητά σου.
Σε απωθήσαμε, γιατί ήσουν πολύ αγνός για εμάς.
Σε καταδικάσαμε να πεθάνεις, γιατί ήσουν η καταδίκη της ζωής μας.
Ολες οι γενιές είναι απαράλλαχτες οι ίδιες με τη γενιά που Σε σταύρωσε.
Αλλά εμείς, θέλουμε να έλθεις μέσα στη δόξα Σου το γρηγορότερο. Θα Σε περιμένουμε κάθε μέρα, Θείε Εσταυρωμένε, που υπέφερες αγαπώντας μας και τώρα μάς κάνεις να υποφέρουμε αγαπώντας Σε.
Τζοβάνι Παπίνι

Είμαι πράγματι βασιλιάς!
Μα, όπως βλέπεις, στεφανωμένος με αγκάθια.
Γιατί είμαι βασιλιάς του πόνου. Με καλάμι εμπαιχτικό στο χέρι.
Γιατί θα είμαι ο βασιλιάς των ονειδιζομένων.
Με χλαμύδα κόκκινη.
Γιατί είμαι βασιλιάς που θέλω να απορροφήσω και να στεγνώσω σε αυτήν την χλαμύδα όλα τα αίματα των αθώων της γης.
Με τα χέρια απλωμένα στο Σταυρό.
Γιατί είμαι βασιλιάς, που θέλω να αγκαλιάσω όλους τους ανθρώπους, μαζεμένους κάτω από τη σκιά του Σταυρού μου.
Με την πλευρά κεντημένη.
Γιατί είμαι βασιλιάς, που πρόσφερα τη δική μου καρδιά στη λόγχη του στρατιώτη, για να μπορώ να ζητήσω σαν θρόνο μου τις καρδιές όλων των ανθρώπων.

(Στάχυα, Κωνσταντίνου Κούρκουλα, τόμος Β)

«Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος» (Ιω. 12. 13) κράζει, πληγωμένη από θείο πόθο και θεία αγάπη, κάθε ψυχή που ποθεί την ένωσή της με τον Νυμφίο Χριστό. Και Τον καλεί ακατάπαυστα, στολίζοντας τη λαμπάδα της με τις αρετές. Καμμιά προκοπή δεν θα κάνει η ψυχή που αγωνίζεται στο πνευματικό στάδιο, αν δεν φλέγεται από αγάπη στον Κύριο Ιησού.
Για να μπορείς νύχτα και μέρα ν' ακολουθείς με ζήλο τα ίχνη του Ιησού, για να ενωθείς μυστικά μαζί Του, πρέπει και η δική σου καρδιά να είναι πληγωμένη από τη θεία αγάπη. Προσκολλήσου στον Κύριο με πάθος, για ν' απελευθερωθείς από τα πάθη, να λυτρωθείς από τις πτώσεις, να βρεις έλεος για τις αμαρτίες σου, όπως βρήκε και η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα του Ευαγγελίου: «ότι ηγάπησε πολύ» (Λουκ. 7, 47). Πρέπει όμως να φλέγεσαι και να λιώνεις από θείο πόθο και να προσθέτεις κάθε μέρα αγάπη στην αγάπη, ζήλο στον ζήλο, φλόγα στη φλόγα.

Τα ξύλα που προσθέτεις στη φωτιά αυξάνουν τη φλόγα της. Έτσι και η συχνή προσευχή αυξάνει τη φλόγα της αγάπης στον Θεό και διεγείρει στην καρδιά τον θείο έρωτα. Και όταν η καρδιά φλογισθεί, θερμαίνει και φωτίζει όλο τον έσω άνθρωπο· τον διδάσκει τα μυστικά της σοφίας και τα άγνωστα μυστήρια του Θεού τον μετατρέπει σε πύρινο Σεραφείμ. Και τότε, παρίσταται πλέον διαρκώς εν πνεύματι ενώπιον του Θεού.

Αναζήτησε λοιπόν τον Κύριο ακατάπαυστα και επίμονα. «Ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. 7. 8). Όταν Τον βρεις και Τον ενθρονίσεις στην καρδιά σου, θα πληρωθείς απ' όλα τα αγαθά. «Οι εκζητώντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».

Κάθε πλούτος του παρόντος κόσμου είναι μάταιος. Κάθε ηδονή ανούσια. Κάθε δόξα, ψέμμα και απάτη. Ένα μόνο πράγμα δεν έχει ούτε σκιά ματαιότητος ή απάτης ή ψεύδους: η αγάπη και η ένωσις της νύμφης ψυχής με τον Νυμφίο Χριστό. Μόνο αυτή παραμένει στον αιώνα. Ας είναι για σένα παντοτεινή χαρά και αδιάκοπο πανηγύρι η θεία αγάπη Του και η παρουσία Του στη ζωή σου και στο βασίλειο της καρδιάς σου. Τίποτε καλύτερο και τιμιότερο και ενδοξότερο απ' αυτό δεν θα βρεις ούτε στη γη ούτε στον ουρανό. Καμμιά γήινη απόλαυσις και κανένας ανθρώπινος έρωτας δεν δίνουν στην ψυχή τόσο απόλυτη και ατελεύτητη παρηγοριά, ευφροσύνη και χαρά, όσο ο έρωτας του Θεού, η αγάπη προς τον Κύριο.
Αγάπησε, αγάπησε τον Κύριο!
Και μην ξεχνάς ποτέ:

Απόδειξις της αγάπης σου προς Αυτόν είναι η τήρησις των εντολών Του.

Αρχή της αγάπης σου είναι η τελωνική ταπείνωσις.

Πλήρωμα της αγάπης σου είναι η νίκη κατά των δαιμονικών παθών και η κάθαρσις της καρδιάς σου.
    
Αποτέλεσμα της αγάπης σου είναι η κατοίκησις στην καρδιά σου Εκείνου που είπε· «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5. 8).

Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.


(Από το βιβλίο "Πνευματικό Αλφάβητο" του Αγίου Δημητρίου Ροστώφ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, 1996)

Ο Θεός αποκαλύπτεται στους ταπεινούς (Από το Γεροντικόν)

ΕΝΑΣ Ερημίτης κάποτε νήστεψε συνέχεια εβδομήντα εβδομάδες και παρακαλούσε τον Θεό να του φανερώση την έννοια κάποιου γραφικού ρητού που δε μπορούσε να την καταλάβη. Επειδή όμως δεν του την φανέρωσε ο Θεός, είπε μια μέρα στον εαυτό του:
— Γιατί να κοπιάζω και να περιμένω άσκοπα; δεν πάω να ρωτήσω τον γείτονά μου Γέροντα; Ίσως εκείνος να γνωρίζη.
Μόλις όμως ξεκίνησε να πάη, του έστειλε ο Θεός Άγγελο και του φανέρωσε εκείνο που ζητούσε.
— Γιατί τόσον καιρό δεν ερχόσουν; τον ρώτησε ο Γέροντας.
— Για να ταπεινωθής και να ζητήσης τη συμβουλή άλλου, αποκρίθηκε ο Άγγελος.
* * *
ΠΗΓΑΝ κάποτε μερικοί Γέροντες να επισκεφθούν τον Όσιο Αντώνιο. Μαζί τους ήταν κι ο Αββάς Ιωσήφ. Ο Μέγας Πατήρ, για να τους δοκιμάση, διάλεξε κάποιο Γραφικό ρητό και ρώτησε έναν-έναν να ειπή την ερμηνεία του. Άρχισε τότε ο καθένας να το ξηγή σύμφωνα με τις γνώσεις του.
— Δεν το βρήκες, απαντούσε σ' όλους ο Όσιος.
Έφτασε κι η σειρά του Αββα 'Ιωσήφ.
— Τι λες εσύ γι' αυτό, Ιωσήφ; τον ρώτησε ο Μέγας Αντώνιος.
— Εγώ δε γνωρίζω απ' αυτά, αποκρίθηκε εκείνος.
— Ο Αββας Ιωσήφ έδωσε τη σωστή απάντησι, είπε τότε ο Όσιος, θαυμάζοντας την ταπεινοσύνη του.
* * *
ΕΙΔΑ κάποτε το διάβολο, έξω από το κελλί του μαθητού μου, έλεγε ένας διορατικός Γέρων, να παραμονεύη. Έρριξα τότε μια ματιά μέσα να ιδώ τι έκανε εκείνος. Είχε ανοικτή εμπρός του την Αγία Γραφή κι ήταν βυθισμένος στη μελέτη. Μόλις τελείωσε το διάβασμα κι' έκλεισε το βιβλίο, ώρμησε μέσα ο διάβολος να τον πειράξη.

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Ο ΑΒΒΑΣ Σέργιος διηγείτο το ακόλουθο περιστατικό στους υποτακτικούς του για να τους απόδειξη πόσο κερδίζει ο ταπεινός:

Κάποτε κατεβαίναμε στην πόλι με τον μακαρίτη τον Γέροντα μου και δυο ακόμη Αδελφούς. στο δρόμο, χωρίς να το καταλάβωμε, πέσαμε σ' ένα χωράφι και πατήσαμε λίγα σπαρτά. Μόλις το πήρε ειδησι ο ιδιοκτήτης, που έσκαβε πιο πέρα, έγινε έξω φρενών από το θυμό του. Ήλθε κοντά μας κι' άρχισε να μας βρίζη με το χειρότερο τρόπο:

— Καλόγεροι είσαστε σεις; Έχετε Θεό μέσα σας; Αν φοβόσαστε το Θεό, θα υπολογίζατε τους ξένους κόπους.

— Για την αγάπη του Χριστού, μην απαντήση κανένας, μας ψιθύρισε ο Γέροντας. Ύστερα γύρισε στο χωριάτη με ταπεινοσύνη:

— Έχεις δίκιο, παιδί μου, του είπε, αν είχαμε φόβο Θεού θα προσέχαμε και δε θα κάναμε τέτοια ζημιά. Σφάλαμε, συγχωρεσέ μας, για την αγάπη του Κυρίου.

Με μιας ο χωρικός ηρέμησε. Τα ταπεινά λόγια του Γέροντος έσβυσαν το θυμό του. Ντράπηκε για όσα προηγουμένως είχε ειπή και πέφτοντας στα γόνατα του είπε:

— Συγχωρεσέ με, άνθρωπε του Θεού, και πάρε με μαζί σου να γίνω κι' εγώ Καλόγερος.

Ο Γέροντας τον δέχθηκε μετά χαράς κι' από τότε έμεινε για πάντα στην υποταγή του.


* * *

ΔΥΟ Επίσκοποι σε γειτονικές επαρχίες, ο ένας πλούσιος και ισχυρός, ο άλλος φτωχός και ταπεινός, παραξηγήθηκαν κάποτε γι' ασήμαντη αφορμή. Από τότε ζητούσε ο πλούσιος ευκαιρία να εκδικηθή το φτωχό. Εκείνος όμως δε φοβήθηκε κι έλεγε συχνά στους κληρικούς του:

— Κάνετε υπομονή, Αδελφοί, εμείς θα νικήσωμε στο τέλος.

Σ' ένα μεγάλο πανηγύρι, που ο πλούσιος Επίσκοπος με πομπή ατέλειωτη λιτάνευε την εικόνα του Αγίου που γιόρταζε, ο γείτονας του πήρε όλους τους κληρικούς του και πήγε στην επαρχία του.

— Θα κάνετε ό,τι κάνω εγώ, τους είχε ειπή, και σήμερα, με τη δύναμι του Θεού, θα τον νικήσωμε.

— Τι έχει στο νού του τάχα να κάνη; έλεγαν με απορία εκείνοι μεταξύ τους.

Σαν έφτασαν στη γειτονική πόλι, η πομπή βρισκόταν στον πιο κεντρικό δρόμο. Τότε ο ταπεινός Επίσκοπος, με όλο του τον κλήρο, έπεσε στα πόδια του αντιπάλου του και είπε δυνατά για ν' ακουστή απ' όλους:

— Συγχώρεσέ μας, δέσποτα, δούλοι σου είμαστε όλοι.

Ο ισχυρός Επίσκοπος εκάμφθηκε και, διώχνοντας τη σκληρότητα από την καρδιά του, αγκάλιασε τον αδελφό του και του είπε ταπεινά:

— Συ είσαι Πατέρας και δεσπότης μου.

Από την ημέρα εκείνη απόκτησαν μεγάλη φιλία μεταξύ τους.

Δεν σας έλεγα, τέκνα μου, πως θα τον νικήσωμε; έλεγε ο φτωχός Επίσκοπος στους κληρικούς του. Η ταπεινοσύνη είναι αληθινή δύναμι στη ζωή.

* * *


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΑΝ αυστηρά οι συνασκηταί του κάποιον αδελφό, που εργαζόταν την ημέρα που γιόρταζαν τη μνήμη κάποιου Μάρτυρος.

— Σαν σήμερα, αποκρίθηκε ταπεινά εκείνος, ο δούλος του Θεού βασανιζόταν σκληρά κι έχυνε το αίμα του για την αγάπη του Χριστού κι εγώ να μη χύσω λίγο ίδρωτα στην εργασία;

* * *

ΑΝΕΒΗΚΕ κάποτε στο Σινά ένας μοναχός από μακρινή σκήτη και φιλοξενήθηκε στο ησυχαστήριο του Αββά Σιλουανού. Βλέποντας τους υποτακτικούς του να εργάζωνται εντατικά, είπε στον Γέροντα κάπως υπεροπτικά:

— Μη εργάζεσθε την απολλυμένην βρώσιν. «Μαρία γάρ την αγαθήν μερίδα εξελέξατο»[1].

— Ο Αββάς Σιλουανός δεν του έδωσε απόκρισι. Πρόσταξε τον μαθητή του Ζαχαρία να οδηγήση τον ξένο σ' ένα αδειανό κελλί και να του δώση ένα βιβλίο να διαβάση.

Διάβασε αρκετά, κλεισμένος στο κελλί ο μοναχός, ώσπου κουράστηκε. Άρχισε να βαριέται και να πεινά. Όταν έφτασε η ενάτη, έβλεπε με λαχτάρα την πόρτα, μήπως φανή κανένας να τον προσκαλέση για φαγητό. Μα, σαν είδε πως δεν ερχόταν, αποφάσισε να πάη μόνος να εξετάση. Βρήκε τον Γέροντα στον κήπο να ποτίζη.

— Δεν έφαγαν σήμερα οι αδελφοί, Αββά; τον ρώτησε, αφήνοντας κατά μέρος την ντροπή, αφού τον βασάνιζε η πείνα.

— Βεβαίως έφαγαν, αποκρίθηκε ο Γέροντας.

— Και πως έγινε να λησμονήσετε να φωνάξετε κι' εμένα;

— Μα εσύ, τέκνον μου, είπε με απλότητα ο Αββάς Σιλουανός, είσαι άνθρωπος πνευματικός και δεν έχεις ανάγκη από υλική τροφή. Εμείς πού έχομε σάρκα, χρειαζόμαστε τροφή και γι' αυτό το λόγο αναγκαζόμαστε ν' ασχολούμεθα και με υλική εργασία. Εσύ που έχεις διαλέξει την «αγαθή μερίδα», διάβαζες όλη μέρα και, χωρίς άλλο, είσαι τώρα χορτασμένος.

Ο μοναχός κατάλαβε το σφάλμα του και ζήτησε συγχώρησι από το Γέροντα.

— Μάθε, τέκνον μου, του είπε ο σοφός Αββάς, πως κι η Μαρία είχε ανάγκη από τη Μάρθα και δια μέσου εκείνης εγκωμιάστηκε αυτή.

[1] Λουκ ι’, 42.)

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

ΥΠΑΚΟΗ συνδυασμένη με εγκράτεια υποτάσσει και θηρία, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος.

* * *

ΛΕΝΕ για τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό, πως προτού γίνει Ερημίτης, έζησε πολλά χρόνια στην υποταγή κάποιου Γέροντος στη Θηβαΐδα. Όταν πρωτοπήγε, για να τον δοκιμάση ο Αββάς του, τον πήρε μια μέρα κι αφού περπάτησαν δώδεκα ώρες δρόμο από την καλύβα τους, έφτασαν σ' ένα τόπο άνυδρο. Πήρε τότε ο Γέροντας το ραβδί του, το έμπηξε στη γή και πρόσταξε το νεαρό Ιωάννη να πηγαίνη κάθε μέρα μ' ένα κάδο νερό να το ποτίζη. Ο καλός υποτακτικός έκανε πρόθυμα τον ορισμό του Γέροντος. Ύστερα από τρία χρόνια το ξερό ξύλο βλάστησε κι' έκανε καρύδια. Τα πήρε τότε ο Γέροντας και τα πήγε την Κυριακή στην Εκκλησία. Μετά τη Λειτουργία τα μοίρασε στους Ερημίτας, λέγοντάς τους:

— Ελάτε, αδελφοί, να γευτήτε τους καρπούς της υπακοής.

* * *

ΔΩΔΕΚΑ χρόνια βασανίστηκε από την αρρώστια του ο Αββάς Αμμώης. Όλο αυτό το διάστημα στάθηκε δίπλα του, σαν αναμμένη λαμπάδα, ο Ιωάννης, ο καλός του υποτακτικός, και τον υπηρετούσε σ' όλα. Ο Γέροντας ήταν αυστηρός και ποτέ δεν είπε λόγο γλυκό στο μαθητή του, ούτε ένα «είθε να σωθής». Μα στις τελευταίες του στιγμές, ενώ τον είχαν περικυκλώσει όλοι οι συνασκηταί του, πήρε με συγκίνησι ο Γέροντας; στα τρεμάμενα χέρια του τα χέρια του υποτακτικού του, τα φίλησε και ψιθύρισε:

— Τέκνον μου, να είσαι βέβαιος πως σώθηκες για την καλή υπακοή σου.

Ύστερα γύρισε στους Πατέρας και, δείχνοντας τον Ιωάννη, τους είπε:

— Αυτός που βλέπετε, είναι Άγγελος και όχι άνθρωπος.

* * *

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ, ο μαθητής του Αββά Παύλου, ήταν παράδειγμα υπακοής. Οι πατέρες διηγούνται γι' αυτόν το ακόλουθο περιστατικό: Λίγο πιο πέρα από την καλύβα τους βρισκόταν μια σπηλιά, που είχε φωλιάσει μέσα μια ύαινα. Μια μέρα είδε ο Γέροντας εκεί γύρω φυτρωμένα αγριοκρεμμύδια κι έστειλε τον Ιωάννη να τα ξερριζώση, για να τα μαγειρέψουν.

— Τι να κάνω, Αββά, αν τύχη και βγή η ύαινα; ρώτησε ο νέος.

— Δέσε την και φέρε την εδώ, είπε στ' αστεία ο Γέροντας.

Πήγε ο καλός υποτακτικός να κάνη την προσταγή του Γέροντος του. Μα, καθώς το πρόβλεψε, του επετέθηκε ξαφνικά το φοβερό θηρίο. Ο νέος, όχι μόνο δε δείλιασε, αλλ' ώρμησε να το δέση. Τότε έγινε τούτο το παράδοξο: Αντί να φοβηθή ο υποτακτικός, φοβήθηκε το θηρίο κι έτρεχε στην έρημο να σωθή. Ο Ιωάννης το κυνήγησε ξωπίσω και φώναξε:

— Στάσου λοιπόν. Ο Αββάς μου πρόσταξε να σε δέσω.

Ύστερα από πολύ κόπο, έφτασε την ύαινα, την έδεσε και την έφερε στο Γέροντά του. Εκείνος στο μεταξύ ανήσυχος, που έβλεπε ν' αργή, είχε βγή πιο έξω να τον συναντήση. Τον είδε τότε να έρχεται, φέρνοντας πίσω του δεμένο το θηρίο, και θαύμασε τη δύναμι της υπακοής.

Στον Ιωάννη όμως δεν έδειξε καμμία εκπληξι. Αντίθετα μάλιστα, για να τον ταπείνωση, του φώναξε δήθεν αυστηρά:

— Ανόητε, γιατί έφερες εδώ τούτον τον λυσσασμένο σκύλο;

Έλυσαν έτσι το άγριο θηρίο και το άφησαν ελεύθερο να γυρίση στη φωλιά του.

* * *

ΑΒΒΑΣ Σιλουανός ήταν Ηγούμενος σ' ένα μικρό Μοναστήρι πάνω στο όρος Σινά, που είχε όλους-όλους δώδεκα μοναχούς. Απ' αυτούς ξεχώριζε, για την αδιάκριτη υπακοή του, ένας νέος από αρχοντική γενιά, που τα είχε θυσιάσει όλα για την αγάπη του Χριστού. Με τις αρετές του ο νέος είχε γίνει πολύ αγαπητός στον Αββά Σιλουανό. Οι άλλοι μοναχοί όμως φθόνησαν τον Μάρκο - έτσι έλεγαν τον καλό νέο - και παραπονέθηκαν στους Πατέρες του Σινά πως τάχα ο Γέροντάς του έκανε άδικες διακρίσεις.

Εκείνοι τότε πήγαν να ελέγξουν τον Αββά Σιλουανό.

— Ελάτε, τους είπε ταπεινά ο Άγιος Γέροντας, να βεβαιωθήτε μόνοι σας, τι είναι εκείνο που κάνει τον Μάρκο να ξεχωρίζη από τους άλλους.

Τους πήρε κι έκαναν ένα γύρο σ' όλο το Μοναστήρι. Ο Αββάς στεκόταν έξω από κάθε κελλί, χτυπούσε την πόρτα και φώναζε τον αδελφό με τ' όνομά του. Από μέσα ακουγόταν η φωνή εκείνου:

— Τώρα αμέσως, Αββά. Αλλά κανείς δεν παρουσιαζότανε.

Και λίγο πιο πέρα:

— Αυτή τη στιγμή δε μπορώ, είμαι απασχολημένος.

Σε άλλο κελλί πάλι:

— Σε λίγο, Αββά, μόλις τελειώση η σειρά που πλέκω.   

Έφτασαν τέλος και στο κελλί του Μάρκου. Μόλις άκουσε τη φωνή του Γέροντά του, ο καλός υποτακτικός πετάχτηκε ευθύς έξω. Ο Αββάς Σιλουανός βρήκε μια πρόφασι να τον απομακρύνη κι υστέρα είπε στους Πατέρας:

— Που είναι οι άλλοι μοναχοί που φώναξα; Ούτε ένας δεν ήλθε, εκτός από το ευλογημένο τούτο τέκνο της υπακοής.

Μπήκαν στο κελλί του Μάρκου. Ζωγράφιζε και είχε αφήσει ατελείωτη μια μικρή καμπύλη, για να υπακούση στο κάλεσμα του Γέροντος του.

— Αξίζει πραγματικά την αγάπη σου, είπαν οι Πατέρες στον Αββά Σιλουανό. Από σήμερα θα έχη ξέχωρη και τη δική μας εκτίμησι, γιατί κι ο Θεός τον άγαπα και τον έχει χαριτώσει.

Άλλη φορά πάλι περπατούσαν στην έρημο οι Πατέρες μαζί με τον Αββά Σιλουανό. Πιο πίσω ερχόταν ο Μάρκος με άλλους αδελφούς. ο Γέροντας, για να δείξη στους Πατέρας την αδιάκριτη υποταγή του υποτακτικού του, φώναξε κοντά το Μάρκο και, δείχνοντάς του ένα σάλιαγκο, πού σερνόταν λίγο πιο εμπρός, του είπε:

— Βλέπεις, παιδί μου, αυτό το βουβάλι;

— Ναι, Αββά, αποκρίθηκε εκείνος.

— Βλέπεις και τα κέρατά του, που είναι σχεδόν δυό πιθαμές;

— Ναι, Αββά, έκανε ο Μάρκος, που έβλεπε μόνο με τα μάτια του Γέροντος του. Και έτσι άλλη μια φορά οι Πατέρες του Σινά βρήκαν αφορμή να θαυμάσουν τον αφωσιωμένο υποτακτικό.

* * *

ΈΝΑΣ από τους μεγάλους Πατέρας της ερήμου συλλογίστηκε κάποτε:

— Άραγε σε ποιού άγιου μέτρα έχω φτάσει;

Μα ο αγαθός Θεός, για να τον προλάβη από την υψηλοφροσύνη, του φανέρωσε πως στο γειτονικό Κοινόβιο ζούσε κάποιος μοναχός πολύ ανώτερος του στην αρετή, που θεωρούσε εν τούτοις τον εαυτό του πολύ αμαρτωλό και τελευταίο από όλους.

Εκίνησε έτσι ένα πρωί ο Γέροντας να επισκεφθή το Μοναστήρι και ζήτησε από τον Ηγούμενο να ιδή όλους τους μοναχούς. Εκείνος έδωσε ευθύς διαταγή να παρουσιαστούν στον Άγιο όλοι οι μοναχοί. Ο Γέροντας παρατηρούσε έναν-έναν με προσοχή, μα δεν έμεινε ικανοποιημένος. δεν είδε ανάμεσά τους εκείνον που του είχε αποκαλύψει ο Θεός.

— Πρέπει να υπάρχη κι άλλος αδελφός στο Κοινόβιο, είπε στον Ηγούμενο.

— Ναι, αποκρίθηκε εκείνος, είναι ακόμη ένας, λιγάκι βλαμμένος στο μυαλό, που δουλεύει στο χωράφι.

— Φέρετε κι' αυτόν, παρακάλεσε ο Όσιος.

Ωδήγησαν με τη βία τον αδελφό στον Γέροντα. Εκείνος μόλις τον είδε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε, γιατί γνώρισε στο πρόσωπο του εκείνον, που του είχε φανερώσει ο Θεός. Ύστερα τον πήρε παράμερα και τον παρακαλούσε να του ειπή ποιά ήτο η κρυφή του εργασία.

— Δεν κάνω τίποτε, Αββά, έλεγε εκείνος. Εγώ είμαι άνθρωπος ανόητος, καθώς βλέπεις.

Μα ο Γέροντας δεν εννοούσε να τον αφήση, αν δεν του φανέρωνε την αρετή του. Τότε ο αδελφός αναγκάστηε να του εμπιστευθή:

— Ο Γέροντάς μου, Αββά, αφ' ότου ήλθα στο Κοινόβιο, πριv πολλά χρόνια, έβαλε το βόδι της Μονής στο κελλί που δουλεύω και κοιμάμαι. Αυτό μου σπάζει κάθε μέρα το σχοινί που πλέκω. Τριάντα χρόνια υπομένω αυτή τη δοκιμασία κι ούτε μια φορά δεν άφησα τον εαυτό του να βάλη κακό λογισμό εναντίον του Αββά μου. Ούτε το ζώο έδειρα ποτέ. Πλέκω διαρκώς από την αρχή το σχοινί μου, ευχαριστώντας το Θεό για τον μικρό τούτο πειρασμό.

Θαύμασε ο Άγιος την υπομονή του καλού εκείνου υποτακτικού κι απ' αυτή κατάλαβε και τις υπόλοιπες αρετές του.

* * *

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Μήνυμα ελπίδας ότι μπορούμε να βγούμε από την κρίση αποστέλλει ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος μέσα από τη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα
της Κυριακής» και, αφού αποδίδει τα όσα συμβαίνουν στη χώρα μας στη διαφθορά, την πλεονεξία, το ψέμα και τον άκρατο εγωισμό, στη συνέχεια παρομοιάζει την κατάσταση με τον καρκίνο, ο οποίος απαιτεί χημειοθεραπεία που αποτελεί, όπως τονίζει, μια «σκληρή και οδυνηρή, όμως απαραίτητη διαδικασία».

Ταυτόχρονα ο κ. Αναστάσιος εκφράζει την ανησυχία του για το περίεργο, όπως το χαρακτηρίζει, «παιδομάζωμα», με τους μορφωμένους νέους που φεύγουν τα τελευταία χρόνια από την Ελλάδα, για να εργαστούν σε άλλες χώρες, οι οποίες δεν έχουν προσφέρει τίποτε για τη μόρφωσή τους. Και κάνει λόγο ακόμη ότι πρόκειται για μια αδικία σε παγκόσμιο επίπεδο.

Την ίδια ώρα ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας ανακαλεί τραγικές μνήμες από το παρελθόν και αναφέρεται στα όσα συνέβησαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Γερμανική Κατοχή. Δηλώνει ότι συχνά τα κόμματα κινούνται με μια διχαστική τακτική και απευθύνει έκκληση να μην πέσουν οι Ελληνες στην παγίδα του διχασμού. «Αλίμονο»,σημειώνει, «αν μας πιάσει απογοήτευση και μελαγχολία. Αν η αγανάκτηση θολώσει το μυαλό μας και μας οδηγήσει σε τραγικές επιλογές».

- Μακαριότατε, προτού ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας, λέγατε ότι η περίοδος που ζούμε είναι πολύ σημαντική. Γιατί;
«Ξέρετε, σήμερα (σ.σ.: την περασμένη Παρασκευή) είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ ένα σχολείο, εδώ στη γειτονιά μου, και να συνομιλήσω με μαθητές του Λυκείου. Ηταν εντυπωσιακή αυτή η συνάντηση. Οι ερωτήσεις των παιδιών, οι τοποθετήσεις τους, με γέμισαν ελπίδα. Φεύγοντας αναλογίστηκα τα χρόνια στη δική μου νεότητα. Τότε τη διαφθορά, επειδή εξαπλώθηκε για πάρα πολλά χρόνια, δεν την ξέραμε, τη θεωρούσαμε αυτονόητη. Τώρα της δίνουμε όνομα και τη λέμε: διαφθορά. Από αυτή την πλευρά είναι σημαντικό σημείο ανανήψεως. Θυμάμαι ότι έχω περάσει αρκετές περιπέτειες με την υγεία μου. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν όταν δεν ήξερα το όνομα της αρρώστιας. Οταν μου είπαν "ελονοσία", λέω: "α, εντάξει. Θα το αντιμετωπίσουμε"».

- Η κρίση δηλαδή που βιώνει η Ελλάδα έχει όνομα;«Εχει όνομα και αυτό είναι η διαφθορά. Η εκτεταμένη διαφθορά, η πλεονεξία, το ψέμα και ο άκρατος εγωισμός. Και αυτή η διαφθορά είναι λίγο σαν τον ιό, ο οποίος μετακινείται και δεν ξέρεις πώς θα τον βρεις. 'Η, αν θέλετε, λίγο σαν τη ραδιενέργεια, η οποία απλώνει και δεν πιάνεται. Χρειάζεται πρώτα-πρώτα διάγνωση: Εχω καρκίνο; Πολύ καλά, τι κάνω μετά; Το αποδέχομαι; Οχι. Κάνω τη χημειοθεραπεία. Μια σκληρή και οδυνηρή, απαραίτητη όμως διαδικασία. Παρά τις αδιαμφισβήτητες δυσκολίες, τελικά είμαι αισιόδοξος. Αν βεβαίως έχουμε το θάρρος να προχωρήσουμε πέρα από τη διάγνωση της κρίσεως, στη θεραπεία της, σε αυτή που μας υπαγορεύει να ξαναβρούμε τα υπέροχα στοιχεία της ορθοδόξου παραδόσεως. Συχνά σκέπτομαι τις ηρωικές γυναίκες που είχαν έρθει πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Μ. Ασία. Τις δικές μας μανάδες στην Κατοχή. Είχαν βαθιά θρησκευτική πίστη, στοργή, αφοσίωση, λεπτότητα, διάκριση, συμπόνια για τον διπλανό. Αυτά τα ανεκτίμητα κοιτάσματα έχει μέσα στην καρδιά του ο λαός μας και χρειάζεται να τα ξαναβρούμε».

- Η Εκκλησία είχε μερίδιο στην κρίση; «Οφείλω να υπενθυμίσω ότι η Εκκλησία δεν είναι μόνον ο κλήρος, αλλά όλοι οι βαπτισμένοι στο όνομα του Τριαδικού Θεού. Και υπάρχει μερίδιο σε όλους όσοι έχουν προσβληθεί από τους ιούς της διαφθοράς. Οι κληρικοί και οι θεολόγοι δεν τονίσαμε όσο πρέπει τον προφητικό λόγο για την πολύμορφη αδικία και ανομία που υπονομεύουν την κοινωνία».

- Σήμερα μπορεί να ανατραπεί η κατάσταση; «Επιβάλλεται να ακουστεί ευκρινέστερα λόγος κριτικός. Να τονίσουμε τις Αρχές του Ευαγγελίου: την αρχή της Δικαιοσύνης, της αλήθειας, της τιμιότητος, της αυταπαρνήσεως, της συγγνώμης. Είναι βασικός νόμος ζωής και έχω την εντύπωση ότι αυτό δεν το έχουμε τονίσει όσο θα έπρεπε. Δεν το έχουμε τονίσει στον εαυτό μας, δεν το έχουμε τονίσει στους άλλους. Και ακόμα ένα βασικό στοιχείο της Ορθοδοξίας είναι η αδιάκοπη αυτοκριτική, ο αυτοέλεγχος. Η πνευματική καλλιέργεια είναι κάτι ζωντανό που θέλει αδιάκοπη ανανέωση».

- Φοβόσαστε τον διχασμό; «Ο διχασμός μάς κυνηγάει από την αρχαιότητα. Αλλάζει μορφές. Συχνά τα κόμματα κινούνται με μια διχαστική τακτική. Δηλαδή, σαν να μην υπάρχει τίποτα καλό στον άλλον. Ο διχασμός είναι ο επικίνδυνος ιός, που τον έχουμε μέσα μας και πάση θυσία οφείλουμε να τον αποφύγουμε. Αυτός μας κατέστρεψε. Τι έγινε με τη Μικρασιατική Καταστροφή; Τι έγινε με τον Εμφύλιο; Οταν άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο, το πρώτο το οποίο με συντάραξε ήταν τα γερμανικά αεροπλάνα που βομβάρδιζαν τον Πειραιά. Το δεύτερο, όταν έβλεπα στην Κυψέλη, που τότε ήτανε χωράφια, να σκοτώνονται αδέρφια. Λοιπόν, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα πέσουμε πάλι σε αυτή τη φοβερή παγίδα».

- Υπάρχει όμως μια σοβαρότατη αιτία. Οι οικογένειες που έχασαν τις δουλειές τους και δεν μπορούν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Η μεσαία τάξη που έχασε όσα είχε και δεν βλέπει να τα ανακτά στο μέλλον, οι χαμηλόμισθοι που μετά βίας επιβιώνουν. Σε αυτές τις συνθήκες εξαθλίωσης συνήθως ο διχασμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
«Κάθε μορφή κρίσεως έχει άλλα χαρακτηριστικά από την προηγούμενη. Οπως η γερμανική κατοχή, η πείνα και ο Εμφύλιος. Θυμάμαι στην Κατοχή τη λαχτάρα για ελευθερία που συνοδευόταν από την αγάπη και τον αμοιβαίο σεβασμό. Τότε στη μεγάλη μας φτώχεια, σε μια φέτα ψωμί βάζαμε λίγο νερό και λίγη ζάχαρη και τη μοιραζόμασταν. Αυτή την αυθόρμητη ευφρόσυνη αλληλεγγύη πρέπει να την ξαναβρούμε. Οπως περιγράψατε είναι πράγματι πάρα πολύ δύσκολη η κατάσταση. Ξαναγυρίζω στην εικόνα της αρρώστιας. Είναι πολύ οδυνηρή, όμως αλίμονο αν μας πιάσει απογοήτευση και μελαγχολία. Αν η αγανάκτηση θολώσει το μυαλό μας και μας οδηγήσει σε τραγικές επιλογές».

- Στην Κωνσταντινούπολη την Κυριακή της Ορθοδοξίας συνέρχεται η Πανορθόδοξη Σύναξη για πρώτη φορά μετά το 2008. Τι περιμένετε από αυτή τη συνάντηση;
«Η ίδια η Σύναξη είναι γεγονός θετικό. Διότι συχνά μας απορροφούν τα άμεσα τοπικά προβλήματα και δεν βλέπουμε το όλον: τη Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και την ευθύνη μας μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Τώρα, δεν γνωρίζω οι διάφορες αδυναμίες και τάσεις με ποιον τρόπο θα εκφραστούν. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει η ρήση του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας: "όπου μερισμός εστί, Θεός ου κατοικεί". Ασφαλώς η εμπειρία και η νηφάλια προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, η υπευθυνότητα όλων μας καθώς και οι προσευχές του εκκλησιαστικού πληρώματος θα συμβάλουν στη σύμπνοια. Το 2008 είχε συνταχθεί ένα αρχικό κείμενο, κατόπιν διαμορφώθηκε ένα άλλο και τελικά καταλήξαμε σε ένα εύστοχο μήνυμα. Ελπίζω στη σύγκλιση. Αυτό άλλωστε επιδιώκει το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας μας: έναν ανοικτό και ειλικρινή διάλογο με λαχτάρα να βρούμε την αλήθεια και στη συνέχεια να τη βιώσουμε. Διότι, όπως μας τονίζει ο Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, "το της Εκκλησίας όνομα ου χωρισμού, αλλ' ενώσεως και συμφωνίας όνομα"».

- Ωστόσο, διάφοροι κύκλοι αντιδρούν στον διορθόδοξο διάλογο, αλλά κυρίως στον διαχριστιανικό. «Εχω την εντύπωση ότι δεν επιδρούν στις συνάξεις των Προκαθημένων. Πρόκειται για φωνές αποσπασματικές. Επιδιώκουν να τρομοκρατήσουν, αλλά μακροπρόθεσμα δεν αντέχουν. Στην εποχή μας είναι αδιανόητο να ενεργήσει κανείς σωστά σε οποιαδήποτε σφαίρα, οικονομική, πολιτική, πνευματική, θρησκευτική, αν δεν βλέπει τη ζωή σε παγκόσμια προοπτική. Η ορθόδοξη κατανόηση και βίωση του χρέους μας αποτελούν αίτημα της Ορθοδοξίας σήμερα. Κάθε μορφή πολώσεως μεταξύ τοπικού και οικουμενικού παραποιεί το ορθόδοξο φρόνημα. Μερικοί θέλουν η Ορθοδοξία να περιοριστεί στον εαυτό της. Ομως οι άνθρωποι, οι οικογένειες, οι τοπικές κοινότητες που κλείνονται στον εαυτό τους παρακμάζουν. Οι μικρές αυτές ομάδες δεν νομίζω ότι επηρεάζουν τη σύναξη των Προκαθημένων».

- Ωστόσο αντιδρούν. «Παλαιότερα, όταν λέγαμε "διάλογος με τους άλλους, τους αιρετικούς, τους αλλοθρήσκους κ.ο.κ.", τους τοποθετούσαμε κάπου μακριά. Σήμερα γνωρίζουμε συγκεκριμένους ανθρώπους, με τους οποίους συνυπάρχουμε στην κοινωνία μας. Ολοι αυτοί είναι έξω από την Αγάπη του Χριστού και ο Θεός μόνον για μας ενδιαφέρεται;».

- Για να επανέλθουμε στην Ευρώπη. Νομίζετε ότι χρειάζεται επανευαγγελισμό; «Στην Ευρώπη, εξ αφορμής της μουσουλμανικής τρομοκρατίας, ξύπνησε πάλι ένα θρησκευτικό ενδιαφέρον. Συχνά στις συναντήσεις που μας καλούν, θυμάμαι πέρυσι ο κ. Μπαρόζο ή άλλοι αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες, τονίζουμε: "Προσέξτε, έρχεται κι ένα άλλο είδος θρησκευτικότητας, το οποίο δεν είναι τόσο απλό όσο το φαντάζεστε. Δεν θα αντισταθεί η Ευρώπη με γενικόλογες συζητήσεις, αλλά με τις πνευματικές της αξίες. Ωστόσο, ως μια εκκοσμικευμένη κοινωνία, έχει έλλειμμα αξιών". Ως προς το δικό μας χρέος το μεγάλο ζητούμενο σήμερα είναι πώς θα μπορέσει η Εκκλησία να μιλήσει για την αλήθεια, την αγάπη, την ομορφιά, την ελευθερία. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ανανεωμένη σκέψη και δράση και προσωπική αδιάκοπη μαρτυρία της πίστεώς μας. Στα ορθόδοξα περιβάλλοντα συχνά υπενθυμίζω: μη φοβάστε τους άλλους, η Ορθοδοξία είναι ένα πολύτιμο διαμάντι, όχι μόνον όμορφο, αλλά κυρίως ανθεκτικό».

- Και στα προτεσταντικά περιβάλλοντα που ελέγχουν το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης; «Πριν από δύο χρόνια στην Κρήτη σε μια οικουμενική επιτροπή συναντήθηκα με φίλους γερμανούς επισκόπους και ακαδημαϊκούς διδασκάλους. Είχε προηγηθεί μια επιστολή που τους είχα στείλει, όπου έγραφα: "Σε αυτή την Ευρώπη ακούγονται πολλές φωνές. Μπροστά σε μια τόσο υπεροπτική συμπεριφορά προς τους πάσχοντες κατοίκους του Νότου, πώς δεν υψώνεται η φωνή της Εκκλησίας στη Γερμανία;". Στη συζήτησή μας πρόσθεσα: "Είναι δίκαιο οι δικοί σας να δανείζονται με 2% και ως δανειστές οι ίδιοι να επιβάλλουν πολλαπλάσια στις ασθενέστερες χώρες;".
Περίμενα ότι θα είχα αντίδραση. Αντιθέτως με σεβασμό μού απάντησαν ότι συμφωνούν απόλυτα και επακολούθησαν μερικές ενέργειες στη χώρα τους».

- Ανησυχείτε για το μέλλον; «Δεν ανησυχώ για το μέλλον, αρκεί να κάνουμε το χρέος μας. Αρκεί να βγούμε από τον λήθαργο. Δεν είναι μόνον ελπιδοφόρα αυτά τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων που μας χάρισε ο Θεός κρυμμένα στο υπέδαφός μας, αλλά κυρίως όσα έχουμε μέσα στο DNA μας: η λαχτάρα για δικαιοσύνη και ελευθερία, η πίστη στον Θεό των Πατέρων ημών, η αυτοθυσία, η λεβεντιά, το φιλότιμο, η ευαισθησία, η αλληλεγγύη, το χαμόγελο, η τόλμη στα τραγικά αδιέξοδα να ελπίζουμε και να δημιουργούμε».

«Παραμένω φοιτητής και διάκονος»
«Θέλω να σας πω και κάτι που με έχει βοηθήσει: όταν με εξέλεξαν καθηγητή στο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια επίσκοπο, ήταν η εποχή που τόσο οι επίσκοποι όσο και οι καθηγητές του Πανεπιστημίου ανήκαν στην κατηγορία των αλάνθαστων. Οταν έφτανε κανείς σε ένα σημείο… απεφαίνετο.

Τότε λοιπόν είχα πει στον εαυτό μου "είσαι σε πολύ επικίνδυνο έδαφος, φρόντισε λοιπόν να μείνεις πάντα φοιτητής και να μείνεις πάντα διάκονος". Νομίζω ότι αυτή η συμβουλή με ωφέλησε. Και μέχρι τα τελευταία χρόνια μαθαίνω ένα σωρό πράγματα. Και επίσης ξέρω ότι το πιο σημαντικό δεν είναι να κάνεις τον αρχηγό, αλλά να παίρνεις πρωτοβουλίες, στις οποίες σε ακολουθούν και οι άλλοι σε δύσκολα μέτωπα. Χωρίς αυτό, δεν μπορεί να υπάρξει μαρτυρία. Και την αγαπώ αυτή τη λέξη "μαρτυρία". Μου φέρνει στον νου τον τελευταίο λόγο του Κυρίου: "Και έσεσθέ μου μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ… έως εσχάτου της γης". Καταθέτεις κάτι που το γνωρίζεις και το ζεις, αδιαφορώντας αν αυτό σου κοστίσει».

«Δεν είναι ηθικολογία να είσαι θετικός και συνεπής»
«Εμείς έχουμε φτάσει σε ένα άλλο λάθος και λέμε: "αυτά είναι ηθικολογίες". Συγγνώμη, τι σημαίνει ηθικολογία; Είναι ηθικολογία το να είσαι τίμιος; Είναι ηθικολογία το να είσαι δίκαιος; Είναι ηθικολογία να είσαι θετικός και συνεπής; Να μη λες "εργάζομαι" και πηγαίνεις μόνο για πέντε ώρες ή για τρεις ώρες στο γραφείο; Τι είναι αυτό το πράγμα; Κατηγορούμε τους άλλους ότι είναι πολύ αυστηροί στη συμπεριφορά τους. Γιατί όχι; Καλά κάνουν. Δείτε πώς πολλοί άνθρωποι ξεφεύγουν από την ευθύνη την οποία έχουν, χωρίς να βάζουν τη λέξη "αδικώ". Κι όμως αδικείς. Προσωπικά νομίζω ότι από τη συνέπεια και την αυστηρότητα των ξένων έχουμε πολλά πράγματα να μάθουμε. Εδώ λέμε "δεν πειράζει". Αυτό το "δεν πειράζει" μας έχει πάει πολύ πίσω. Πάρα πολύ πίσω. Κάποτε πρέπει να καταλάβουμε ότι όλα αυτά εντάσσονται στην έννοια της συνέπειας, της αποτελεσματικότητας, της δικαιοσύνης, της τιμιότητας, της αλήθειας».

«Δεν φοβάμαι τη μετανάστευση, κρύβει δύναμη»

- Πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο Fordham στη Νέα Υόρκη, όπου σας αναγόρευσαν επίτιμο διδάκτορα, αναφερθήκατε στη διάδοση του Ευαγγελίου σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως είναι η Αλβανία. Βλέπετε και στην Ελλάδα η κοινωνία να γίνεται πολυπολιτισμική; Τι ισχύει σε αυτές τις περιπτώσεις;
«Ο βαθύς σεβασμός για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, που είναι βασική αρχή της ορθοδόξου παραδόσεως. Ο άλλος, ο διαφορετικός, δεν είναι αντίπαλος ούτε εχθρός. Εμείς αρθρώνουμε το χριστιανικό μήνυμα όπως είναι, χωρίς να ζητούμε οι άλλοι οπωσδήποτε να το αποδεχτούν. Το χρέος μας είναι να το διατυπώσουμε σωστά με τον λόγο, τη σιωπή και το έργο μας. Τα άλλα είναι στα χέρια του Θεού. Δεν θα τα επιβάλουμε εμείς διά της βίας.

Οταν σέβεσαι τις ιδέες και τα προβλήματα του άλλου, δεν σημαίνει ότι αποδέχεσαι τις ιδέες και τη νοοτροπία του. Του προσφέρεις το Ευαγγέλιο, το οποίο δεν είναι σύστημα αφηρημένων ιδεών, αλλά η αναγγελία ενός λυτρωτικού γεγονότος: ο Θεός της Αγάπης δεν έμεινε μακριά κάπου στο Σύμπαν, αλλά έγινε άνθρωπος, ήρθε ανάμεσά μας. Δεν σημαίνει ότι θα επιβάλουμε στον άλλον αυτό το χαρμόσυνο μήνυμα, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να μοιραστούμε μαζί του τη συνταρακτική αυτή αλήθεια.

Το χριστιανικό μήνυμα, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, "παρωχημένο" και δύσκολα αποδεκτό, παραμένει το πιο επαναστατικό. Δεν υπάρχει πιο τολμηρή διατύπωση από τη φράση του Ευαγγελιστή Ιωάννου "ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ".

Ομως δεν αρκεί η αναγγελία, χρειάζεται και η βίωση του Ευαγγελίου. Η πίστη είναι ζωή και μεταδίδεται όπως κάθε μορφή ζωής. Το πιο σημαντικό λοιπόν είναι να ζούμε την πίστη μας, η οποία στη συνέχεια θα ακτινοβολήσει και θα εκφραστεί με συγκεκριμένα έργα. Πολλές φορές με ρωτούν "τι θεωρείτε πιο σημαντικό από τα τόσο πολλά που κάνατε όλα αυτά τα χρόνια στην Αλβανία;". Περιορίζομαι σε ένα: μένω είκοσι δύο χρόνια κοντά στους ανθρώπους, ακούγοντας τον πόνο τους με αγάπη και προσπαθώντας να βρω διεξόδους με ουσιαστικά έργα, μεταφέροντάς τους το σταυροαναστάσιμο μήνυμα ότι, παρ' όλες τις πολυποίκιλες δυσκολίες, υπάρχει ελπίδα».

- Στην Ελλάδα υπάρχει ελπίδα; «Ασφαλώς».

- Παρά τη μετανάστευση; «Δεν φοβούμαι τη μετανάστευση, διότι κρύβει μέσα της δύναμη, ανησυχίες και αναζήτηση για το καλύτερο. Οι μετανάστες μας στην Αμερική απέτυχαν; Φοβούμαι βεβαίως τον τόπο, ο οποίος στερείται από τόσο ικανούς ανθρώπους. Επίσης ανησυχώ για το περίεργο "παιδομάζωμα". Ο λαός μας φορολογείται για μια δωρεάν εκπαίδευση. Κάποιος γίνεται πολύ καλός γιατρός και τελικά προσφέρει τους καρπούς των γνώσεών του σε μια χώρα που δεν τον ανέθρεψε από παιδί. Αυτό το θεωρώ αδικία σε παγκόσμιο επίπεδο».

- Και τώρα φεύγουν οι άριστοι... «Είναι οδυνηρό. Γι' αυτό επαναλαμβάνω: Πηγαίνετε, αλλά ξαναγυρίστε».

Αναδημοσίευση: http://www.tovima.gr

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)

Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό ἡλικιωμένες γυναῖκες κάποιο παραμύθι γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ, καί ρωτᾶς ποῦ βρέθηκε αὐτό τό παραμύθι;

Διαβάστε τήν Καινή Διαθήκη! Μήν ντροπιάζεστε μπροστά στόν οὐρανό καί τή γῆ μέ τή ἄγνοια τῆς πίστης σας! Ἀφῆστε στήν ἄκρη ὅλες τίς ἄλλες σπουδές καί ἀναγνώσματα μέχρι νά μάθετε πρῶτα αὐτό πού εἶναι τό πιό σημαντικό καί πιό σωτήριο. Πρῶτα ἔρχεται ἡ ἐπιστήμη περί πίστεως καί κατόπιν οἱ ὑπόλοιπες σπουδές…

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι λόγια ἀλλά φοβερή πραγματικότητα. Γί αὐτό εἶναι καλύτερα νά τίς γνωρίζουμε καί ἀπό τά λόγια. Δύο πληγές στά χέρια, δύο πληγές στά πόδια καί μία στά πλευρά. Ὅλες ἀπό μαῦρο σίδερο καί ἀκόμα περισσότερο ἀπό τήν κατάμαυρη ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλόγησαν. Τρυπημένα τά πόδια πού περπάτησαν καί ὁδήγησαν στή μόνη ὀρθή ὁδό. Τρυπημένο στό στῆθος, ἀπό τό ὁποῖο ξεχυνόταν πύρινη οὐράνια ἀγάπη στά παγωμένα ἀνθρώπινα στήθη.

Ἐπέτρεψε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, νά Τοῦ τρυπήσουν τά χέρια ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν πολλῶν χεριῶν – δάση χεριῶν – τά ὁποία φόνευσαν, ἔκλεψαν, ἔκαψαν, ἅρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Καί νά τοῦ τρυπήσουν τά πόδια γιά τίς ἁμαρτίες πολλῶν ποδιῶν – δάση ποδιῶν – πού περπάτησαν στό κακό, σύλησαν τήν ἀθωότητα, καταπάτησαν τό δίκαιο, μόλυναν τά ἱερά καί πάτησαν τήν καλοσύνη. Καί τοῦ τρύπησαν τό στῆθος ἐξαιτίας πολλῶν πετρωμένων καρδιῶν – νταμάρια καρδιῶν – στίς ὁποῖες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία καί κάθε ἀσέβεια καί οἱ ἱερόσυλοι λογισμοί καί οἱ κτηνώδεις ἐπιθυμίες καί στίς ὁποῖες μέσα ἀπό ὅλους τοὺς αἰῶνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια ἀδελφοῦ ἐναντίον ἀδελφοῦ, γείτονα ἐναντίον γείτονα, ἀνθρώπου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Τά χέρια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά θεραπευθοῦν τοῦ καθενός τά χέρια ἀπό τά ἁμαρτωλά ἔργα. Τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά ἐπιστρέψουν καθενός τά πόδια ἀπό τούς ἁμαρτωλούς δρόμους. Τό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκε γιά νά πλυθεῖ κάθε καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες καί σκέψεις.

Ὅταν ὁ ἀπαίσιος Κρόμβελ, δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τήν περιουσία τῶν μονῶν καί ἔκλεινε τά μοναστήρια, ἔγινε σέ ὁλόκληρη τήν ἀγγλική χώρα μία θορυβώδης λιτανεία ἀπό μερικές χιλιάδες ἀνθρώπινες ψυχές σέ ἔνδειξη τῆς λαϊκῆς ἀποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι μέ τήν ἐπιγραφή στίς σημαῖες : «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ» καί ἔψελναν ὕμνους ἐκκλησιαστικούς καί τελοῦσαν λειτουργίες πρός τόν Θεό στούς ἀγρούς. Φοβήθηκε ὁ ἀπαίσιος δικτάτορας πολύ καί περισσότερο φοβήθηκε ἐκεῖνες τίς σημαῖες παρά ὁτιδήποτε ἄλλο καί μείωσε τή βιαιοπραγία του.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ ἄς σοῦ μάθουν, νά φροντίζεις τίς πέντε αἰσθήσεις σου γιά τόν ζῶντα Θεό.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ εἶναι πέντε πηγές πεντακάθαρου αἵματος, μέ τό ὁποῖο πλύθηκε τό ἀνθρώπινο γένος καί ἁγιάσθηκε ἡ γῆ. Ἀπ’ αὐτές τίς πέντε πληγές χύθηκε ὅλο τό αἷμα τοῦ Δικαίου, ὅλο μέχρι τήν τελευταία σταγόνα. Ὁ Θαυματουργός Κύριος, πού ἤξερε νά πολλαπλασιάσει τούς ἄρτους καί μέ πέντε ἄρτους νά χορτάσει πέντε χιλιάδες πεινασμένους, πολλαπλασιάζει ἐκεῖνο τό πεντακάθαρο αἷμα Του καί μ’ αὐτό τρέφει καί ἑνώνει σέ χιλιάδες ναούς πολλά ἑκατομμύρια πιστῶν. Αὐτό εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία.

Τή Μ. Παρασκευή πλησίασε ψυχικά μαζί μέ τήν Παναγία Θεομήτορα κάτω ἀπό τό Σταυρό γιά νά σέ πλύνει ἐκεῖνο τό ζωοποιό αἷμα ἀπό τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ. Γιά νά μπορεῖς μέ τήν καθαρισμένη καί ἀναζωογονημένη ψυχή νά φωνάξεις τήν Κυριακή μαζί μέ τίς Μυροφόρες: Χριστός Ἀνέστη!

Αγαπητά μου Παιδιά,
Μαζί με πολλούς άλλους άξιους και γενναίγους Έλληνες πολεμήσαμε και λευτερώσαμε τούτο τον τόπο που πατάτε εσείς, και να στοχάζεστε πως τον λευτερώσαμε για σας που γεννηθήκατε σε πατρίδα ελεύθερη, γιατί εμείς λίγο την απολάψαμε, ότι, μόλις εδιώξαμε τους Τούρκους, αρχίσαμε να τρώμε ο ένας τον άλλον κι έτσι μας βρήκαν διαιρεμένους οι Μπαυαροί και μας τζαλαπάτησαν.
Μα ο Θεός, το έλεός του μεγάλο, δεν συνερίστη τα κρίματά μας και στέριωσε το έθνος, όπου καταφανίστηκε τόσους χρόνους στη σκλαβιά και ήρθε ο καιρός πάλι να δικαιωθεί. Ότι το δίκιο μας μάς το ‘δινε ο  Θεός και το χαλούσαμε εμείς. Κι απ’ το λίγο που δεν προκάναμε να χαλάσουμε εστερεώθη το έθνος αυτό, που εγέννησε κι εσάς. Εσείς τώρα μάθατε και γράμματα, ότι σκολάσατε από τις αγγαρείες και τους κιντύνους και κατατρεγμούς οπού ‘χαμεν εμείς – εγώ εμεγάλωσα αγράμματος, με άσπρα τα μαλλιά, όψιμος έπιασα κοντύλι στο χέρι μου. Και τα γράμματα  που μάθατε σας δίδαξαν πως είστε Έλληνες και Χριστιανοί της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Αν ήθελ’ εμείς, για να γλυτώσουμε από την τυραγνία και τα βάσανα, να γίνουμε Τούρκοι, όπως έγιναν καμπόσοι τότε, θα σας είχαν γεννημένους χανούμισσες κι όχι Ρωμαίϊσσες Χριστιανές και με τούτο θα ήστενε κι εσείς Τούρκοι. Και θα παίρνατε πάνω σας και τα κρίματα του μολεμένου αυτού Έθνους, που εσώριασε τόσα αδικοχαμένων και ατιμασμένων κουφάρια απάνω στη γη.
Κι αν θέλαμε μεις να σεργιανάμε με τες καρρότσες της βασιλείας, φορτωμένοι τα παράσημα, και να μας φυλεύουν οι Μπαυαροί τιμές και περιουσίες, ήθελ’ αφήσομε τον Κωλέττη με τους μισσιονάριους και τους ξένους πρέσβεις να μας αλλάξουνε την πίστη και τότε κι εσείς θα ‘χατε γεννηθεί από μάννες Φράγκισες και θα κάνατε ανάποδα το σταυρό σας. Και θα στοχαζόσασταν ότι εχρειάστη να χυθεί ποτάμι το αίμα τόσων παλληκαριών και ηρώων της πατρίδος, για να χάσετε ελεύτεροι την πίστη που είχατε σκλαβωμένοι.
Τώρα όμως ζείτε πάνω σε τούτο το ματωμένο και καπνισμένο χώμα και λογαριάζεστε Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί και όσοι έχετε μέσα σας καρδιά και νου, το ‘χετε για την πιο τρανή χαρά σας, κορώνα στο κεφάλι. Να μη θαρρείτε όμως πως έτσι κοιμηθήκαμε από βραδίς Τούρκοι και ξυπνήσαμε Έλληνες. Εχρειάστηκε να θυσιάσουμε αρετή καντάρια και κόπους και αίματα γι’ αυτή την ελευθερία που έχετε εσείς. Ότι η επανάσταση δεν έγινε το ’21 μονάχα κάθε ώρα και στιγμή από τότε που πήρε ο Αγαρηνός την Πόλη, με κάθε σφαγή και αρπαγή και ατιμία που σήκωνε ο σβέρκος του σκλάβου, για να προσκυνήσει και δεν προσκύναγε, γίνονταν μια επανάσταση. Κι όλες αυτές οι επαναστάσεις γνωστών και αγνώστων ηρώων της πίστης και της πατρίδος έτρεξαν σαν τα ρυάκια στο μεγάλο ράμμα και έτσι έγινε το ’21 που ήθελε ο Θεός και μας έκανε λεύτερους.
Γι’ αυτό, παιδιά μου, τέτοιες μέρες, που γιορτάζετε το σηκωμό του γένους, να μνημονεύετε αυτούς τους ήρωες που θυσίασαν και τη ζωή τους και το βιος τους για πίστη και πατρίδα κι άφησαν τις φαμίλιες τους γυμνές να διακονεύουν. Και τούτη την πίστη να τη λογαριάζετε ως ένα τζιβαΐρι που το κρατά ο άνθρωπος και περπατεί και φόβος είναι να μην του πέσει. Και η πατρίδα δεν είναι ενός ούτε ολίγων αλλά την έχουμε όλοι μαζί, ότι όλοι μαζί την ελευτερώσαμε.
Ώστε αν αμελήσετε την πίστιν όπου σας παραδώσαμεν Ορθόδοξην Ανατολικήν και σας την κλέψουν, αν πέσετε στες παραλυσίες και αφήσετε τα κάστρα αφύλακτα και σας τα πάρουν, ούτε να ζήσετε μπορείτε ούτε να πεθάνετε παρηγοριέστε, ότι θα βρείτε εκεί που θα πάτε τους γενναίγους πατέρες σας, το Διάκο, τον Υψηλάντη, τον Κολοκοτρώνη, το Δυσσέα, και θα σας ζητήσουν τα αίματα πίσω που χύθησαν για την ελευθερία της πατρίδος. Και καθώς τα αίματα δεν γυρίζουν πλέον, θε να είστε καταδικασμένοι. Όθεν, αγαπητά μου Ελληνόπουλα, κάνετε τα καλά σας και μη σκολάτε τις μετάνοιες σας για τούτη την άγια πατρίδα, τηράτε να ‘χετε το νου καθαρό και Ορθόδοξο και το σώμα τυραννισμένο, για να αντέχει τους κόπους και να πηγαίνετε τούτες τις μέρες στους τάφους μας και να στοχάζεστε τα χρέη σας. Ότι εμείς από μέσ’ απ’ αυτούς τους τάφους μας μια μέρα θ’ αναστηθούμε και θα σας κρίνουμε.
Γιάννης Μακρυγιάννης

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, που θυμάται να συνομιλήση με τον Θεόν μόνον όταν φθάση η ωρισμένη ώρα της προσευχής, δεν έχει ακόμη μάθει να προσεύχεται, λέει ένας από τους Πατέρας.

* * * 

ΑΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΗ ο Θεός την αμέλειά μας στην προσευχή και τον σκορπισμό του νου μας στην ψαλμωδία, είναι αδύνατον να σωθούμε, έλεγε ο Αββάς Θεόδωρος.

* * * 

ΕΡΩΤΗΣΑΝ τον Αββά Αγάθωνα οι Αδελφοί, ποιά αρετή νομίζει πως είναι πιο επίπονος.

— Η προσευχή, αποκρίθηκε εκείνος. Όταν ποθήση η ψυχή να συνομιλή συχνά με τον Δημιουργό της, αγωνίζονται τα πονηρά πνεύματα να την εμποδίσουν, γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει πιο ισχυρό όπλο εναντίον τους από την προσευχή. Όταν αποκτήση οποιαδήποτε άλλη αρετή η ψυχή, ύστερα ξεκουράζεται· μα για να μάθη να προσεύχεται, όπως πρέπει, χρειάζεται να κοπιάζη σ' όλη της τη ζωή. 

* * * 

ΟΙ ΝΕΩΤΕΡΟΙ Αδελφοί στη σκήτη περικύκλωσαν μια μέρα τον Όσιο Μακάριο και τον παρακαλούσαν να τους διδαξη πώς να προσεύχωνται.

— Το μεγαλύτερο σφάλμα, που κάνομε στην προσευχή, αποκρίθηκε εκείνος, είναι η περιττολογία. Αρκεί να μάθη ο άνθρωπος να υψώνη το νου του στα ουράνια και να λέγη μ' όλη του την ψυχή: «Κύριε, ελέησόν με, όπως γνωρίζεις και όπως θέλεις». Τούτο είναι προσευχή.

Όταν πάλι νοιώθη δυνατή επάνω του την επίθεσι του διαβόλου ή την επανάστασι των κατωτέρων παθών του, ας τρέξη με πίστι στον Ούρανιο Πατέρα κι ας φωνάζη σ' Αυτόν όχι με το στόμα, αλλά με την καρδιά: «Κύριε, βοήθησέ με». Εκείνος γνωρίζει τον τρόπο να βοηθήση την ψυχή, που πηγαίνει κοντά Του μ' εμπιστοσύνη. 

* * * 

ΑΚΟΗ αντι ακοής λαμβάνομε, λέγει κάποιος Πατήρ. Και εξηγεί: Ακούει ο Θεός την προσευχή εκείνου που υπακούει στο θέλημα Του.

* * * 

ΚΑΠΟΙΟΣ Μοναχός σε μια σκήτη ήταν πρόθυμος στην προσευχή, αλλά αμελής σ' όλα τ' άλλα. Μια μεέα πήγε ο διάβολος σ' έναν από τους εκεί Πατέρας και του είπε με ειρωνεία:

— Τι παραδοξολόγοι που είσαστε σεις οι άνθρωποι.

— Γιατί; τον ρώτησε εκείνος.

— Να, ο ταδε Μοναχός αίφνης με κρατά κάτω από τη μασχάλη του και με σφίγγει δυνατά να μη του φύγω, κάνοντας όλα μου τα θελήματα. Κι ύστερα στέκεται ώρες ολόκληρες και λέγει στο Θεό: «ρύσαι με από του πονηρού»


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ της σκήτης ρώτησαν ένα Γέροντα, αν πραγματικά ωφελούνται εκείνοι που ζητούν από τους άλλους να προσευχηθούν για χάρι τους.

— Πολύ ισχύει δέησις δικαίου, αποκρίθηκε ο Αββάς, πλην όμως «ενεργουμένη»[1] . Βοηθουμένη, με άλλα λόγια, από τον ίδιο που ζητά την προσευχή, σε τι να ωφελήσουν αι προσευχαί των αγίων, εκείνον, που θεληματικά παραμελεί την σωτηρία του;

Και τους διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:

Ο Ηγούμενος κάποιου Κοινοβίου, πολύ ευλαβής κι ενάρετος άνθρωπος, έκανε κάθε μέρα αυτή την προσευχή:

— Σε παρακαλώ, Κύριε, μη με χωρίσης από τα πνευματικά μου παιδιά στην άλλη ζωή, αλλά αξίωσέ μας να απολαύσωμε όλοι μαζί την Ουράνιο μακαριότητα.

Κάποτε όμως τον πληροφόρησε ο Θεός, με τον ακόλουθο τρόπο, πως ο καθένας ετοιμάζει μόνος, με τα έργα του, τη μελλοντική του αποκατάστασι.

Πλησίαζε η εορτή ενός Αγίου, που πανηγύριζε το γειτονικό τους Μοναστήρι. Οι Αδελφοί του Μοναστηρίου εκείνου προσκαλέσανε τον Αββά του Κοινοβίου και ολόκληρη την συνοδεία του να πάρουν μέρος στην πανήγυρι. Εκείνος όμως αποφάσισε να μην πάη, αποφεύγοντας έτσι τις τιμές που συνήθως του έκαναν εκεί. Την παραμονή ακριβώς άκουσε μυστηριώδη φωνή στον ύπνο του να τον διατάζη να πάη οπωσδήποτε στο πανηγύρι, αφού στείλει νωρίτερα τους υποτακτικούς του. Ο Ηγούμενος υπήκουσε στη θεία προσταγή.

Μόλις ξημερωσε, πρόσταξε τους μαθητάς του να ξεκινήσουν παρευθύς για το γειτονικό Κοινόβιο. Στο δρόμο τους συνάντησαν πεσμένον χάμω ένα δυστυχισμένο γέρο να βογγά. Τον ρώτησαν, τι του συνέβαινε.

— Είμαι άρρωστος, τους αποκρίθηκε με κόπο, και δεν έπαψε ν' αναστενάζη. Πήγαινα στο γιατρό με το ζώο μου, μα σαν έφτασα σε τούτο το μονοπάτι, μ' έρριξε κάτω κι έφυγε. Τι έγινε, κι εγώ δεν ξέρω. Ούτε άνθρωπος βρέθηκε να με βοηθήση να σηκωθώ.

Τα τελευταία λόγια τα πρόφερε με πολύ παράπονο.

— Τι να σου κάνωμε, γέροντα, του είπαν οι Καλόγεροι. Είμαστε κι εμείς πεζοί και βιαστικοί.

Συνέχισαν έτσι το δρόμο τους για να φτάσουν στην ώρα τους στο πανηγύρι, αφήνοντας στη μεση του δρόμου αβοήθητο το φτωχό γέρο.

Σε λίγο να κι ο Ηγούμενος. Είδε τον άνθρωπο σε κακή κατάστασι. Έσκυψε πάνω του με συμπόνια. Άκουσε τα βάσανα του και τον ρώτησε με καταφανή έκπληξι :

— Καλά, δεν πέρασαν από δω πριν από λίγο κάτι νέοι Καλόγεροι; Γιατί δεν τους σταμάτησες να σε βοηθήσουν; θα έπρεπε, χωρίς άλλο, να σε είδαν.

— Με είδαν και με ρώτησαν, Αββά, είπε με λύπη ο Γέρος. Μου είπαν όμως πως ήσαν πεζοί και βιαστικοί και δε μπορούσαν να μου κάνουν τίποτε.

Ο Ηγούμενος αναστέναξε βαθειά, ντροπιασμένος από την συμπεριφορά των μαθητών του.

— Αν στηριχτής πάνω μου, θα μπορέσης να περπατήσης λίγο;

— Αδύνατο να κινηθώ, Πάτερ.

Έλα λοιπόν να σε ανεβάσω στους ώμους μου, είπε ο γέρο Ηγούμενος αποφασιστικά, κι ο Θεός θα βοηθήση να φτάσωμε εκεί που πηγαίνεις.

— Δε μπορείς να με κουβαλήσης τοσο δρόμο πάνω στους ώμους σου. Μήπως είσαι κι εσύ νέος; Πήγαινε, Αββά, στη δουλειά σου και μη χασομεράς άδικα για μένα. Ευχήσου μόνο να μ' ελεήση ο Θεός.

Δε σ' αφήνω έτσι, σε τέτοια κατάστασι, διαμαρτυρήθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Θα σε πάω στην πόλι.

Με πολύ κόπο ανέβασε τον άρρωστο στους αδύνατους ώμους του ο γέρο Ηγούμενος. Το βάρος στην αρχή του φάνηκε ασήκωτο. Με μεγάλη δυσκολία κατώρθωσε να σέρνη τα πόδια του.

Παράδοξο πράγμα!

Σιγά - σιγά αλάφραινε, ώσπου σε μια στιγμή του φάνηκε πως του έφυγε από την πλάτη το φορτίο. Σήκωσε το κεφάλι να ιδή τι συνέβαινε. Αντί του φτωχού γέρου, που είχε πάρει στους ώμους του, στεκόταν μπροστά του ένας πανέμορφος Άγγελος.

Μ' έστειλε ο Κύριος να σε πληροφορήσω, του είπε με τη γλυκειά φωνή του που έμοιαζε με υπερκόσμια μουσική, πως τότε μόνο θ' αξιωθούν οι μαθηταί σου να βρεθούν μαζί σου στη Βασιλεία Του, όταν ακολουθήσουν τα ίχνη σου. Διαφορετικά, άδικα κοπιάζεις και προσεύχεσαι γι' αυτούς. Ο Θεός δίνει στον καθένα την αμοιβή των έργων του.

Ο Άγγελος με μιας χάθηκε στα ούρανια. Ο γέρο Ηγούμενος, συλλογισμένος, γύρισε πίσω στο Μοναστήρι του για ν’ αρχίση καινούργιο αγώνα. Χρειαζόταν ακόμη κοπιαστική δουλειά για να μορφώση χαρακτήρες.


[1] Ιακώβου ε’. 16


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)


Θέματα: Γεροντικόν, αγάπη, προσευχή, άγιος

ΣΤΑ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΑ, που είναι γεμάτα μ' ολόχρυσες σελίδες ηρωϊκών πράξεων, διαβάζομε την ακόλουθη συγκινητική ιστορία:

Όταν Αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Μαξιμιανός, μαρτύρησε στην Αίγυπτο γύρω στα 304 ο Άγιος Ούαρος, νεαρός ακόμη αξιωματικός κάποιας Ρωμαϊκής λεγεώνος. Ζηλωτής χριστιανός, συνελήφθη μέσα στις φυλακές που πήγαινε κρυφά για ν' ανακουφίζη και να δίνη θάρρος στους μάρτυρας. Ήλθε έτσι κι η δική του σειρά να χύση το αίμα του για την αγάπη του Χριστού. Στον τόπο του μαρτυρίου του βρέθηκε, σταλμένη από τη Θεία Πρόνοια, μια πολύ ευσεβής χριστιανή, η Κλεοπάτρα.

Ήταν χήρα, αλλά πλουσιωτάτη κι είχε κοντά της το μικρό μοναχογυιό της. Η ευγενής κυρία παρακολούθησε με βαθύ πόνο τα σκληρά βασανιστήρια, που έκαναν στο νέο για ν' αρνηθή την πίστι του. Όταν έμεινε πια άψυχο το μαρτυρικό σώμα, η Κλεοπάτρα έδωσε πολλά χρήματα στους δήμιους και το πήρε. Με μεγάλη ευλάβεια το μετέφερε στ' αρχοντικό της και το έθαψε σ'ένα ιδιαίτερο δωμάτιο.

Ύστερα από λίγα χρόνια, όταν βασίλεψε ο Μέγας Κωνσταντίνος και σταμάτησαν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, η Κλεοπάτρα άφησε την Αίγυπτο για να γυρίση πίσω στην πατρίδα της την Παλαιστίνη και πήρε μαζί της το λείψανο του μάρτυρος, σαν πολύτιμο θησαυρό. Εκεί ξόδεψε ένα μεγάλο μέρος από την περιουσία της κι έκτισε μεγαλοπρεπέστατη εκκλησία στο όνομα του Αγίου Ουάρου κι αφιέρωσε σ' αυτήν το τίμιο λείψανο που φύλαγε μέσα σε ολόχρυση λάρνακα.

Όταν ήσαν πια όλα έτοιμα, προσκάλεσε τον Επίσκοπο και τους κληρικούς της επαρχίας για τα εγκαίνια. Ύστερα από τη Θεία Λειτουργία, φιλοξένησε όλους τους πιστούς και τους έστρωσε πλούσιο τραπέζι. Η χήρα, μαζί με το νεαρό γυιό της, περιποιήθηκαν με τα ίδια τους τα χέρια όλους τους προσκαλεσμένους, χωρίς να βάλουν ψωμί στο στόμα τους. Σαν νύκτωσε και το σπίτι άδειασε από τον κόσμο, τσακισμένος από την κούρασι ο νέος, πήγε στο δωμάτιό του να ξεκουρασθή. Σε λίγο πήγε κι η μητέρα να του πάη φαγητό. Τον βρήκε να καίγεται στον πυρετο. Ανήσυχη του έκανε τις περιποιήσεις που ήξερε, ξεχνώντας την πείνα και την κούρασί της. Αλλ' όσο πέρναγε η ώρα, ο πυρετός ανέβαινε και προτού προφτάση να έρθη ο γιατρός, ο νέος ξεψύχησε στην αγκαλιά της απαρηγόρητης μάνας. Αλλόφρονη εκείνη από την απροσδόκητη συμφορά, σήκωσε το νεκρό σώμα και το πήγε στην εκκλησία του μάρτυρος. Το ακούμπισε πάνω στη λάρνακα των λειψάνων και πέφτοντας στα γόνατα, ξέσπασε σε σπαρακτικό θρήνο. Με πονεμένα λόγια, θύμιζε στον μάρτυρα, σαν να τον είχε ζωντανό μπροστά της, όσα είχε κάνει για χάρι του και απαιτούσε απ' αυτόν να κάνη εκείνο που έκανε ο Ελισσαίος για τη Σωμανίτιδα.

Ανάμεσα στα δάκρυα και στ' αναφυλλητά, συντριμμένη από τον πόνο, αποκοιμήθηκε. Είδε τοτε ένα θαυμάσιο όνειρο, που παρηγόρησε τη μητρική καρδιά της.

Άνοιξε μπροστά στα μάτια της ο Ουρανός και μέσα από φως υπέρλαμπρο παρουσιάστηκε ο μάρτυς του Χριστού, στεφανωμένος μ' ολόχρυσο στεφάνι. Η δόξα του δεν περιγράφεται. Κρατούσε από το χέρι, σαν φίλος τον φίλο του, το γυιό της χήρας, που φόραγε κι αυτος ολάνθιστο στεφάνι στο όμορφο κεφάλι του.

— Μη με κατηγορής για αγνωμοσύνη, Κλεοπάτρα, της είπε ο μάρτυς με γλυκύτητα. Θυμάσαι πόσες φορές, γονατιστή μπροστά στα λείψανα μου, γύρευες χάριτες για το παιδί σου; Τι πιο μεγάλο χάρισμα μπορούσα να σου ανταποδωςω από τούτη τη δόξα που βλέπεις; Αν, ύστερα απ' αυτό, εξακολουθής να τον γυρεύης κοντά σου, είναι ελεύθερος να έλθη.

Και γυρίζοντας στο νέο, του έδειξε την πονεμένη μητέρα

του.

— Φίλε μου, μπορείς να πας μαζί της.

Εκείνος όμως έπεσε στην αγκαλιά του μάρτυρος, σαν να μην ήθελε ποτέ να τον αποχωριστή, και στρέφοντας στη μητέρα του ελαφρά το κεφάλι, της είπε:

— Επιμένης λοιπόν να μου στερήσης αυτή την ευτυχία; Θέλεις ποτέ να με ξαναφέρης από τα αιώνια στα πρόσκαιρα κι από τη χαρά στη λύπη; Πάψε, μητέρα, να πενθής και ετοιμάσου να μας συναντήσης.

Βάλσαμο παρηγοριάς χύθηκε στην πληγωμένη καρδιά της χήρας, ύστερα από την οπτασία. Αφού έθαψε το παιδί της στην καινούργια εκκλησία, μοίρασε στους φτωχούς όλη την περιουσία της, φόρεσε ταπεινά ρούχα κι έμεινε εκεί κοντά στον τάφο του μάρτυρος και του παιδιού της. Επτά ολόκληρα χρόνια περιποιήθηκε το ναό και πέθανε με φήμη αγίας.


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

δέν ἔχω καρδίαν θλιβομένην πρός ἀναζήτησίν σου,
δεν ἔχω μετάνοιαν,
δέν ἔχω κατάνυξιν,
οὐδέ δάκρυα, τά ὁποῖα ἐπαναφέρουσι τά τέκνα είς τήν ἰδίαν
αὐτῶν πατρίδα.

Δεν ἔχω, δέσποτα, δάκρυον παρακλητικόν·
ἐσκοτίσθη ὁ νοῦς μου ἀπό τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου,
καί δέν δύναται ν' ἀτενίσῃ πρός σέ μετά πόνου·
ἐψυχράνθη ἡ καρδία μου ἀπό τό πλῆθος τῶν πειρασμῶν,
καί δέν δύναται νά θερμανθῇ διά τῶν δακρύων τῆς πρός σέ ἀγάπης.

Ἀλλά σύ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός μου, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν,
δώρησαί μοι τελείαν μετάνοια,
καί καρδίαν ἐπίπονον, ἵνα ὁλοψύχως ἐξέλθω εἰς ἀναζήτησίν σου·
διότι ἄνευ σοῦ θέλω ἀποξενωθῆ ἀπό παντός ἀγαθοῦ.

Χάρισαί μοι λοιπόν, ὦ ἀγαθέ, τήν χάριν σου·
ὁ πατήρ, ὅστις σ' ἐγέννησεν ἐκ τῶν κόλπων αὐτοῦ ἀχρόνως καί ἀϊδίως,
ἄς ἀνανεώσῃ εἰς ἐμέ τάς μορφάς τῆς εἰκόνος σου·
σ' ἐγκατέλιπον, μή μ' ἐγκαταλείπῃς·
ἐχωρίσθην ἀπό σοῦ, ἔξελθε εἰς ἀναζήτησίν μου,
καί εὑρών εἰσάγαγέ με εἰς τάς νομάς σου,
καί συναρίθμησόν με μετά τῶν προβάτων τῆς ἐκλεκτῆς σου ποίμνης,
καί διάθρεψόν με μετ' αὐτῶν ἐκ τῆς χλόης τῶν θείων σου μυστηρίων,
τῶν ὁποίων ὑπάρχει κατοικητήριον ἡ καθαρά καρδία,
εἰς τήν ὁποίαν ἀναφαίνεται ἡ ἔλλαμψις τῶν ἀποκαλύψεών σου,
ἡ ὁποία ἔλλαμψις εἶναι παρηγορία καί ἀναψυχή τῶν κοπιόντων διά σέ ἐν θλίψεσι καί διαφόροις ἀτιμίαις·
τῆς ὁποίας ἐλλάμψεως εἴθε ν' ἀξιωθῶμεν καί ἡμεῖς διά τῆς χάριτος καί φιλανθρωπίας σου,
τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τους αἰῶνας τῶν αἰώνων".
Ἀμήν.

Αγ.Ισαάκ του Σύρου

ΈΝΑΣ ΠΟΛΥ ΕΥΛΑΒΗΣ κι ενάρετος μοναχός είχε μια αδελφή στην πόλι, που ζούσε βίο άσωτο και παρέσυρε πολλούς νέους στην αμαρτία. Οι αδελφοί στην έρημο συχνά παρώτρυναν το μοναχό να πάη ως την πόλι, να συνετήση την παραστρατημένη αδελφή του. Εκείνος στην αρχή εδίσταζε. Φοβόταν τους κινδύνους, που κρύβει ο κόσμος για τους νέους μοναχούς. Ύστερα όμως για την υπακοή αποφάσισε να κατέβη.

Μόλις πλησίασε στο πατρικό του σπίτι, οι γείτονες πρόλαβαν και ειδοποίησαν την αδελφή του. Η καρδιά της παραστρατημένης κόρης σκίρτησε στ' αναπάντεχο άκουσμα. Χρόνια επιθυμούσε να ιδή τον αγαπημένο της αδελφό. Παράτησε τη συντροφιά της κι όπως βρισκόταν τη στιγμή εκείνη μέσα στο σπίτι της, με γυμνά πόδια και ξέσκεπη την κεφαλή, έτρεξε στο δρόμο να τον υποδεχτή.

Αντικρύζοντας με τα μάτια του εκείνος τον ξεπεσμό της, ταράχτηκε. Έκλαψε η ψυχή του.

— Δεν λυπάσαι τον εαυτό σου, αδελφή μου, της είπε με θλίψι, κι εκείνους που εξ’ αιτίας σου παραστρατούν; Συλλογίσου τι σε περιμένει ύστερα από το θάνατο.

Το αγνό πρόσωπο του αδελφού, η σεμνή του στάσι, τα δάκρυα της συμπόνιας, που έτρεχαν από τα μάτια του, μαζί με το δίκαιο έλεγχο, συγκλόνισαν την αμαρτωλή.

— Υπάρχει και για μένα σωτηρία; ψιθύρισαν τα χείλη της.

— Ω, ναί. Αρκεί ειλικρινά να το θελήσης.

— Πάρε με μαζί σου, παρακάλεσε, μη με αφήνης μόνη να

παλεύω με τ' άγρια κύματα της αμαρτίας.

— Φόρεσε τα σανδάλια σου, σκέπασε και την κεφαλή σου και ακολούθησε με, είπε αποφασιστικά ο μοναχός.

— Άφησε να έλθω όπως είμαι, αδελφέ, γιατί ποιός ξέρει αν, μπαίνοντας σ' αυτό το εργαστήρι του σατανά, θα έχω τη δύναμι να ξαναβγώ.

Ο μοναχός ικανοποιήθηκε από τη σταθερότητά της. Χωρίς χρονοτριβή την ωδήγησε έξω από την πόλι και τράβηξαν μαζί το δρόμο για την έρημο. Σκόπευε να την πάη σ' ένα γνωστό του γυναικείο Μοναστήρι. Καθώς περπατούσαν, διέκριναν από μακριά να έρχεται προς το μέρος τους ένα καραβάνι.

— Παραμέρισε λίγο, αδελφή μου, της είπε ο μοναχός. Κρύψου πίσω από τους θάμνους, γιατί οι άνθρωποι που δεν ξέρουν πως είσαι αδελφή μου, μπορεί, βλέποντάς μας μαζί, να σκανδαλισθούν.

Εκείνη συμμορφώθηκε αμέσως με τη σύστασί του. Όταν προσπέρασε το καραβάνι, ο αδελφός την φώναξε να συνεχίσουν το δρόμο τους. Δεν έδειξε να άκουσε. Εκείνος πήγε κοντά, της ξαναμίλησε, τη σκούντισε με το πόδι του. Δεν έδειχνε σημεία ζωής. Είχε πεθάνει. Είδε τα γυμνά της πόδια καταματωμένα και ξεσκισμένα αλύπητα από τα λιθάρια του δρόμου και τ' αγκάθια.

Απαρηγόρητος ο μοναχός για τον αιφνίδιο θάνατο της αδελφής του γύρισε στο κελλί του. Η αμφιβολία τον κατάτρωγε.

— Αδύνατο να σώθηκε, του έλεγε ο λογισμός του, αφού δεν πρόλαβε να κάνη έργα μετανοίας.

Διηγήθηκε στους Γέροντας στην έρημο με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα συνέβησαν. Εκείνοι ώρισαν νηστεία και προσευχή για την ψυχή της. Αποκαλύφθηκε τότε σ' έναν αγιώτατο Ερημίτη, πως ο Θεός δέχτηκε τη μετάνοια της αμαρτωλής και την κατάταξε με τους δικαίους για την αυταπάρνησι που έδειξε, ώστε να περιφρονήση, όχι μόνο τα υλικά πράγματα, αλλά και το ίδιο της το σώμα.

* * *

 ΑΝ ΘΕΛΗ ο άνθρωπος, μπορεί από την ανατολή ως τη δύσι του ηλίου να φθάση στην αγιότητα, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, διδάσκοντας τους μαθητάς του την δύναμι της μετανοίας.

* * *

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΑΠΛΟΥΣ πήγε κάποτε επισκέπτης σ' ένα Μοναστήρι. Ήταν Κυριακή. Οι καλόγεροι μαζεύονταν στην Εκκλησία να λειτουργηθούν. Ο Όσιος στάθηκε σε μια παράμερη γωνιά. Από κει παρατηρούσε, χωρίς να φαίνεται, τους αδελφούς που έμπαιναν στην Εκκλησία. Είχε χάρισμα από τον Θεό να διαβάζη την ψυχή, καθώς εμείς διαβάζομε την όψι των συνανθρώπων μας.

Οι περισσότεροι αδελφοί είχαν χαρούμενο πρόσωπο, που έδειχνε αμέσως την εσωτερική τους διάθεσι. Ο καθένας είχε πλάι του τον φύλακα Άγγελό του, που ακτινοβολούσε κι εκείνος από χαρά. Όλα αυτά έδειχναν αγιότητα, πρόοδο στην αρετή! ο Αββάς Παύλος ευχαριστούσε με την καρδιά του το Θεό.

Καθυστερημένος πολύ έφτασε ένας καλόγερος. Πόσο διαφορετικός από τους άλλους φαινόταν! Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, άγριο. Τον ακολουθούσαν πολλοί δαίμονες, που προσπαθούσαν ο καθένας χωριστά να τον τραβήξη με το μέρος του. Εκείνος ο δυστυχισμένος φαινόταν σαν χαμένος. Ο Άγγελος του περίλυπος στεκόταν σε απόστασι. Κάτι τον εμπόδιζε να πλησιάση. Ο Όσιος έβγαλε βαθύ στεναγμό. Έκλαψε με συμπόνια για τη βασανισμένη ψυχή του αδελφού.

Η Θεία Λειτουργία τελείωσε. Οι καλόγεροι με τη σειρά άρχισαν να βγαίνουν. Ο Όσιος πάλι έβλεπε.

Τώρα έδειχναν πιο λαμπρισμένοι. Οι Άγγελοι τους φωτεινότεροι. Ο Αββάς Παύλος δεν κινήθηκε από την θέσι του. Περίμενε να ιδή κι εκείνον τον άλλο, που τόσο είχε προσευχηθή γι' αυτόν σ' όλη τη Λειτουργία. Δεν άργησε να φανή κι εκείνος. Τι αλλαγή! Η όψις του ακτινοβολούσε! Τα πονηρά πνεύματα είχαν εξαφανισθή. Ο φύλακας Άγγελος τον σκέπαζε με τις φτερούγες του. Πόσο ευχαριστημένος έδειχνε τώρα!

—    Δόξα σοι, ο Θεός! ξέφυγε χωρίς να θέλη από τα χείλη του Όσιου.

Οι αδελφοί γύρισαν και τον κύτταξαν με απορία. Εκείνος τότε τους φανέρωσε τι είχε ιδεί το πρωινό στην Εκκλησία. Ύστερα ανάγκασε τον αδελφό να ειπή με τι διαθέσεις πήγε στη Λειτουργία και πως έφευγε. Εκείνος δε δίστασε να εξομολογηθή μπροστα σ' όλους:

— Μέχρι σήμερα, είπε, περνούσα με αμέλεια την ζωή μου. Τα πάθη κι οι κακοί λογισμοί με είχαν τόσο κυριέψει, που δεν μου έκανε πια καρδιά να φροντίσω για τη διόρθωσί μου. Σήμερα όμως με ελέησε ο Θεός. Πρόσεξα με ιδιαίτερη προσοχή την ανάγνωσι. Άκουσα τον Προφήτη ή μάλλον τον ίδιον τον Θεό να λέη με το στόμα εκείνου στους ομοιούς μου αμαρτωλούς: «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών, μάθετε καλόν ποιείν... και εαν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν, ως χιόνια λευκάνω...»[1]. Η καρδιά μου συντρίφτηκε. Έκλαψα και παρακάλεσα τον Ουράνιο Πατέρα να κάνη σε μένα τον άθλιο αυτά που υπόσχεται με το στόμα του Προφήτου. Έδωσα κι εγώ υπόσχεσι ν' αφήσω την αμέλεια και να κοπιάσω σκληρά για τη διόρθωσί μου. Μ' αυτές τις διαθέσεις βγήκα από την Εκκλησία, αποφασισμένος πια να κρατήσω την υπόσχεσί μου.

Ο Όσιος και οι Αδελφοί που άκουσαν την εξομολόγησι του μοναχού θαύμασαν κι έλεγαν μεταξύ τους:

— Είναι πραγματικά ανυπολόγιστη η αξία της μετανοίας.

* * *

«ΑΜΑΡΤΙΑ προς θάνατον»[2] , γράφει ο Αββάς Μάρκος ο Ασκητής, είναι κάθε αμετανόητη αμαρτία. Ούτε αυτός ο Αγαθός και Φιλάνθρωπος Θεός συγχωρεί τον αμετανόητο αμαρτωλό. Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται συχνά λύπην και αηδία διά τας αμαρτίας των, δέχονται όμως με ευχαρίστησι τας αφορμάς των.

[1] Ήσ. α’ 16-18.

[2] Α’ Ιωάν. ε’ 16.

(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΓΕΡΟΣ Ερημίτης δοκιμαζότανε συχνά από βασανιστικές αρρώστιες. Κάποτε όμως πέρασε ένας χρόνος ολόκληρος, χωρίς ούτε μια μέρα ν' αρρωστήση. Άρχισε τότε να θλίβεται ο Γέροντας και να λέη με δάκρυα στον Κύριο:

— Γιατί μ' εγκατέλειψες, Θεέ μου, κι' έπαυσες να μ' επισκέπτεσαι πια τον αμαρτωλό με την αρρώστια;

* * *

ΚΑΠΟΙΟΣ Αδελφός εννιά ολόκληρα χρόνια βασανιζόταν από ένα κακό λογισμό. Κάθε μέρα έκλαιγε κι έλεγε κατακρίνοντας τον εαυτό του:

— Είμαι αίτιος γι' αυτόν. Θα χάσω την ψυχή μου.

Αγωνιζόταν σκληρά. Του κάκου όμως. Ήταν αδύνατον ν' απαλλαγή. Στο τέλος κάμφθηκε η αντιστασίς του. Έπεσε σ' απόγνωσι.

— Έχασα πια την ψυχή μου, συλλογίστηκε. Γιατί να μένω άσκοπα στην έρημο; Ας γυρίσω στον κόσμο.

Έτσι πήρε το δρόμο για την πολιτεία. Μα καθως περπατούσε με βαρειά καρδιά, άκουσε πίσω του φωνή:

— Δυστυχισμένε, έτσι ποδοπατάς τ' αμάραντο στεφάνι που εννιά χρόνια με την υπομονή σου έπλεκες; Γύρισε πίσω να το αποτελειώσης.

Βάλσαμο παρηγοριάς χύθηκε στη θλιμμένη καρδιά του Αδελφού. Με σταθερό βήμα τώρα ξαναπήρε το δρόμο για την έρημο. Μα κι ο Αγαθός Θεός αφάνισε το λογισμό του.

* * *

ΑΝ Η ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ του Θεού μας ανέχεται, όταν δουλεύωμε στην αμαρτία, έλεγε ένας σοφός Γέροντας, πόσο μαλλον η ευσπλαγχνία του θα μας δυναμωςη, όταν αγωνιζώμεθα για το καλό.

* * *

Ο ΘΕΟΣ δεν επιτρέπει, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, μεγάλους πειρασμούς στους σημερινούς ανθρώπους, γιατί είναι ασθενέστεροι από τους παλαιοτέρους και δεν κανουν υπομονή.

* * *

ΈΝΑΣ ερημίτης έμενε σε μια καλύβα, δωδεκα μίλια μακριά από την πηγή που όλη η σκήτη έπαιρνε νερό. Έτσι ήταν αναγκασμένος να κάνη πολύ συχνά όλη εκείνη την πεζοπορία. Μια μέρα, που η ζέστη ήταν αφόρητη, έχασε την υπομονή του.

— Είναι τάχα ανάγκη να κοπιάζω τόσο; είπε με το λογισμό του. Δεν έρχομαι να κατοικήσω πιο κοντά στην πηγή;

Καθώς έκανε αυτές τις σκέψεις, ένοιωσε κάποιον να βαδίζη πίσω του. Γύρισε και είδε ένα νέο αστραπόμορφο.

— Ποιός είσαι εσύ; τον ρώτησε με θαυμασμό και απορία.

— Απεσταλμένος του Κυρίου να μετρώ τα βήματα που κάνεις για να σου δοθή ακέραιος της υπομονής ο μισθός, αποκρίθηκε εκείνος κι έγινε άφαντος.

Τόση δύναμι έδωσαν στον ερημίτη μας τα λόγια του Αγγέλου που όχι μόνον κοντά στην πηγή δεν πήγε να κατοικήση, μα άλλη καλύβα έφτιαξε βαθύτερα στην έρημο, για να βαδίζη άλλα τόσα μίλια.


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

ΈΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ πήγε να επισκεφθή τον Αββά Αχιλλά και τον πρόλαβε να φτύνη από το στόμα του αίμα.

— Τι έπαθες, Αδελφέ; τον ρώτησε.

Κι ο άνθρωπος της υπομονής:

— Αυτό που είδες, είπε, είναι ο λόγος του Αδελφού που πριν από λίγο με στενοχώρησε. Αγωνίστηκα σκληρά να μη του απαντήσω και ζήτησα από τον Θεό να πάρη την πικρία από την ψυχή μου. Και να που ο λόγος έγινε αίμα στο στόμα μου. Φτύνοντάς το έβγαλα μαζί και τη θλίψι της καρδιάς μου.\

                                                          * * *

ΈΝΑΣ από τους μεγάλους της ερήμου αγωνιστάς έβαλε όρο στον εαυτό του σαράντα μέρες να μη πιή νερό. Δεν αρκούσε μόνο τούτο. Όταν στο διάστημα εκείνο έκανε ζέστη αφόρητη κι η δίψα του φλόγιζε τα σπλάγχνα, έπλενε το ποτήρι του, το γέμιζε ως επάνω κρυστάλλινο νερό απ' την πηγή και τ' άφηνε απέναντί του.

— Γιατί να το κάνης αυτό; τον ρώτησε κάποιος γείτονάς του ερημίτης.

— Για να εξασκηθώ στην υπομονή, απήντησε ο γενναίος αθλητής.

* * *

ΚΙ ΑΛΛΟΣ Αδελφός σε κάποιο Κοινόβιο επολεμείτο από το λογισμό του να φύγη. Αντιστεκόταν όμως σ' αυτόν, με μεγάλη γενναιότητα. Μια μέρα που βασανίστηκε σκληρά πήρε ένα χαρτί κι έγραψε όλες τις αίτιες που τον έκαναν να θέλη να φύγη. Από κάτω σημείωσε, σαν να έκανε συμφωνία με τον ίδιο του τον εαυτό, αυτά τα λόγια:

— Υπόσχεσαι ότι θα τα υπομένης όλα αυτά;

— Ναι, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, θα υπομείνω.

Υπέγραψε τη δήλωσι κι έκρυψε το χαρτί προσεκτικά στη ζώνη του. Από τότε, όταν δινόταν κάποια αιτία απ' εκείνες που τον παρακινούσαν να φύγη, πήγαινε παράμερα, άνοιγε το χαρτί και διάβαζε: «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, υπομένω», που είχε γράψει με το ίδιο του το χέρι.

— Κύτταξε καλά, έλεγε στον εαυτό του, δεν υποσχέθηκες σε άνθρωπο, αλλά σ' Αυτόν τον Παντοδύναμο Θεό.

Αμέσως η ψυχή του ειρήνευε. Μ αυτόν τον τρόπο κατώρθωσε να παραμένη ήρεμος και στον πιο μεγάλο πειρασμό.

Οι άλλοι αδελφοί τον έβλεπαν να ξεδιπλώνη συχνά εκείνο το μυστηριώδες γι' αυτούς χαρτί κι απορούσαν. Σιγά - σιγά άρχισαν να υποψιάζωνται. Σ' αυτό συνήργησε και λίγος φθόνος, γιατί εκείνος είχε προοδεύσει πολύ με την υπομονή του. Έτσι δε δίστασαν να τον διαβάλουν στον Ηγούμενο.

— Γέροντα, του είπαν με ιερή τάχα αγανάκτησι, δεν υπάρχει πια αμφιβολία ότι ο τάδε Αδελφός είναι μάγος. Καιρό τον παρακολουθούμε και το διαπιστώσαμε. Στη ζώνη του κρύβει τα μαγικά του κατάστιχα. Εμείς δεν τον ανεχόμεθα πια. Αρκετά ως εδώ. Ή τον διώχνεις λοιπόν παρευθύς από το Μοναστήρι ή φεύγομε όλοι εμείς σήμερα.

Ο Ηγούμενος, που ήξερε πολύ καλά τον Μοναχό του, για να παραδεχθή τέτοια μομφή, κατάλαβε αμέσως την παγίδα που πήγαινε να του στήση ο διάβολος.

— Προσευχηθήτε, τέκνα μου, για τον Αδελφό, τους είπε με όλη του την αταραξία. Θα προσευχηθώ κι εγώ και υστέρα από τρεις ήμερες θα βγάλω τελική απόφασι.

Την ίδια νύκτα, ενώ ο Αδελφός κοιμόταν αμέριμνος, μπήκε ο Ηγούμενος αθόρυβα στο κελλί του. Πήρε με τρόπο το χαρτί από τη ζώνη του, το διάβασε και το 'βαλε στη θέσι του. Σαν πέρασαν οι τρεις ημέρες κάλεσε όλους τους Καλόγηρους μαζί και τον κατηγορούμενο.

— Γιατί σκανδαλίζεις τους Αδελφούς; του φώναξε με αυστηρότητα μπροστά σ' όλους.

Ο ταπεινός Αδελφός έπεσε στα γόνατα και είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν από τη ντροπή του:

— Ήμαρτον, συγχωρήστε με κι ευχηθήτε να μ' ελεήση ο Χριστός.

— Τε έχετε να ειπήτε για τον Αδελφό; ρώτησε τώρα τους άλλους ο Ηγούμενος.

— Είναι μάγος, Γέροντα. Στη ζώνη του κρύβει τις μαγείες, φώναξαν με μια φωνή οι κατήγοροι.

— Τι κάθεστε λοιπόν και τον κυττάτε; Πάρτε του τα μαγικά, πρόσταξε ο Ηγούμενος.

Όλοι μαζί τότε ακράτητοι ώρμησαν εναντίον του να του λύσουν τη ζώνη. Εκείνος ο δυστυχής προσπάθησε ν' αντισταθή, αλλά που να τα βγάλη πέρα με τόσους. στην απεγνωσμένη πάλη κόπηκε ή ζώνη κι' έπεσε κάτω το χαρτί. Ο Ηγούμενος πρόλαβε και το σήκωσε. Το έδωσε στο Διάκο και τον πρόσταξε να διαβάση μεγαλοφώνως το περιεχόμενο από τον άμβωνα της Εκκλησίας.

Οι συκοφάνται άκουγαν συγχυσμένοι. σαν διαβάστηκαν μάλιστα τα τελευταία συγκινητικά λόγια: «εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου θα υπομένω», δεν ήξεραν που να κρυφτούν από τη ντροπή τους.

Ζήτησαν τέλος συγγνώμη από το Γέροντα και από τον Αδελφό και από τότε τον σέβονταν σαν άγιο, όπως στην πραγματικότητα είχε γίνει με την υπομονή του.

* * *

ΈΝΑΣ Γέροντας διηγείται πώς κάποτε συνήντησε ένα Μοναχό τόσο φτωχό, που έλειπαν και τα πιο στοιχειώδη μέσα για τη συντήρησί του, η τροφή δηλαδή και τα σκεπάσματα. Ήτο χειμώνας και το κρύο ανυπόφορο. Ο φτωχός Καλόγερος είχε ένα τριμμένο ψαθί. Έστρωνε το μισό στις παγωμένες πλάκες του κελλιού του για να πλαγιάση και με το άλλο μισό προσπαθούσε να σκεπαστή. Το αποτέλεσμα ήταν να βασανίζεται ολόκληρες νύχτες άγρυπνος, τρέμοντας από το κρύο.

Μια φορά ο Γέροντας τον άκουσε να μονολογή δίνοντας θάρρος στον εαυτό του:

— Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου, για τ' αγαθά πού μου έχεις δώσει. Πόσοι συνάνθρωποι μου αυτή τη στιγμή δε βρίσκονται στις φυλακές αλυσοδεμένοι ή με τα πόδια περασμένα στο τιμωρητικό ξύλο και δεν μπορούν να κάνουν την παραμικρή κίνησι; Ενώ εγώ ξαπλώνω τα πόδια μου και ξεκουράζομαι σαν βασιλιάς.


(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

ΚΑΠΟΤΕ οι Πατέρες της σκήτης έδωσαν εντολή να κρατήσουν νηστεία οι Αδελφοί μια εβδομάδα, δηλαδή να μη βάλουν τίποτε στο στόμα τους· ούτε νερό. Συνέβη όμως εκείνες τις ημέρες να επισκεφθούν τον Αββά Μωυσή τον Αιθίοπα Μοναχοί από την Αίγυπτο. Ο φιλόξενος Μωυσής έψησε φακές για να τους περιποιηθή.

Όταν είδαν καπνό να βγαίνη από την καλύβη τους, μερικοί όχι τόσο ενάρετοι Αδελφοί, είπαν στους Γέροντες:

— Ο Μωυσής περιφρόνησε την προσταγή σας και ψήνει φαγητό.

Την Κυριακή που μαζεύτηκε στην Εκκλησία όλη η σκήτη, ο Πρεσβύτερος που γνώριζε την μεγάλη αρετή του Οσίου, όταν πλησίασε να πάρη αντίδωρον, του είπε δυνατά, για ν' ακουστή από όλους:

Εύγε, Αββά Μωυσή γιατί παρέβης μεν την εντολή των ανθρώπων, εφύλαξες όμως του Θεού την εντολή.

* * *

ΌΤΑΝ ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ της σκήτης προσκαλούσαν τον Όσιο Μακάριο να καθίση στην τράπεζά τους, εκείνος πήγαινε μεν για να μη τους λυπήση, έβαζε όμως στον εαυτό του αυτόν τον όρον: Για το ποτήρι το κρασί που θα του έδιναν να πιή, να μη βάλη καθόλου νερό στο στόμα του μια ολόκληρη μέρα. Οι αδελφοί που δεν το ήξεραν, του έδιναν κρασί να τον ευχαριστήσουν. Εκείνος το έπινε χωρίς αντίρρησι για να βασανίζη ύστερα τον εαυτό του. Ο υποτακτικός του όμως που έβλεπε τους αγώνας του, έλεγε στους άλλους Μοναχούς:

— Για την αγάπη του Χριστού, αδελφοί, μη του δίνετε να πίνη, γιατί από αύριο θ' αρχίση να τιμωρή τον εαυτό του.

                                                     * * *

ΕΠΕΣΚΕΦΘΗΣΑΝ κάποτε ένα Κοινόβιο ο Αββάς Σιλουανός με το μαθητή του Ζαχαρία. Το πρωί που ξεκίνησαν να φύγουν, οι Μοναχοί του Κοινοβίου τους ανάγκασαν να φάγουν, μ' όλο που ήταν ημέρα νηστείας. Εκείνοι για να μη τους λυπήσουν, δέχτηκαν.

Ύστερα, καθώς πήγαιναν στο δρόμο τους βρήκαν μια μικρή πηγή. Ο Ζαχαρίας που διψούσε, ζήτησε την άδεια του Γέροντος να πιή νερό.

— Είναι νηστεία σήμερα, του υπενθύμισε εκείνος.

— Μα πριν από λίγο φάγαμε, Αββά.

— Εκείνο ήτο της φιλοξενίας το γεύμα, εξήγησε ο Όσιος· τώρα όμως δεν μας αναγκάζει τίποτε να μη συνεχίσωμε τη νηστεία μας.

* * *

ΚΑΠΟΙΑ επίσημη γιορτή που οι Μοναχοί της σκήτης κάθισαν να φάγουν όλοι μαζί σε κοινό τραπέζι, ένας Αδελφός είπε στον τραπεζάρι:

— Εγώ δεν τρώγω ποτέ μαγειρευμένο φαγητό, μόνο ψωμί κι αλάτι.

Εκείνος πάλι φώναξε δυνατά για ν' ακούση ο βοηθός του:

— Ο Αδελφός δεν τρώγει μαγείρευμα. Φέρε του αλάτι.

Τότε ένας από τους μεγάλους Γέροντας είπε αυστηρά στον Αδελφό:

— Πιο συμφέρον ήταν για σένα σήμερα να φας κρέας στο κελλί σου, παρά ν' ακούσης μπροστά σ' όλους τους Αδελφούς τούτη τη φωνή.


(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Σελίδα 1 από 17

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (73) Αγάπη Θεού (12) αγάπη σε Θεό (5) αγάπη σε Χριστό (10) άγγελοι (1) Αγία Γραφή (16) Άγιο Πνεύμα (4) άγιοι (7) άγιος (17) αγνότητα (1) άγχος (2) αγώνας (15) αγώνας πνευματικός (1) αθεΐα (21) αιρέσεις (18) αλήθεια (5) αμαρτία (11) Ανάσταση (25) ανασταση νεκρών (1) ανθρώπινες σχέσεις (50) άνθρωπος (12) αντίχριστος (5) αξιώματα (1) απιστία (5) αποκάλυψη (3) απόκρυφα (1) αρετή (17) ασθένεια (2) άσκηση (1) αυτογνωσία (21) Β' Παρουσία (4) βάπτιση (2) βάπτισμα (1) βιοηθική (3) γάμος (15) Γένεση (3) Γεροντικόν (30) γλώσσα (14) γνώση (2) γονείς (10) γυναίκα (2) δάσκαλος (3) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (16) διάβολος (9) διάκριση (9) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) εγωισμός (28) εικόνες (1) εκκλησία (24) Εκκλησιαστική Ιστορία (3) Εκκλησιαστική περιουσία (1) ελεημοσύνη (2) ελευθερία (6) Ελλάδα (5) ελπίδα (6) εξέλιξης θεωρία (7) Εξομολόγηση (20) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επιστήμη (23) εργασία (14) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (4) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (1) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (5) ευχαριστία (1) ζώα (4) ηθική (1) ησυχία (2) θάνατος (34) θάρρος (1) θαύμα (10) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (11) Θεία Λειτουργία (10) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (30) θρησκείες (4) θυμός (13) Ιγνάτιος Θεοφόρος (6) ιεραποστολή (3) ιερέας (15) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) καρδιά (3) κατάκριση (7) καταναλωτισμός (1) Κοίμησις Θεοτόκου (8) κοινωνία (41) κόλαση (1) Κρίσις Μέλλουσα (1) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (5) λογισμοί (6) λύπη (1) μαγεία (1) μάρτυρες (2) μετά θάνατον (11) μετά θάνατον ζωή (10) Μεταμόρφωσις (3) μετάνοια (18) μητέρα (2) μίσος (1) μνημόσυνα (1) μοναξιά (2) μοναχισμός (1) μουσική (1) νέοι (1) νεοπαγανισμός (2) νηστεία (2) νους (5) ομορφιά (1) όνειρα (10) Ορθοδοξία (11) πάθη (10) παιδεία (2) παιδιά (2) παλαιοημερολογίτες (1) Παναγία (15) παράδειγμα (1) Παράδεισος (5) Πάσχα (8) πατρίδα (3) πίστη (53) πλούτος (3) πνευματική ζωή (9) πνευματικός πατέρας (2) πνευματισμός (2) ποίηση (10) πόλεμος (3) πολιτική (1) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (11) Πρόνοια (1) Πρόνοια Θεία (13) προορισμός (5) προσευχή (34) προτεσταντισμός (3) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (3) Σαρακοστή (1) σεβασμός (2) σοφία (2) Σταυρός (8) Σταύρωση (4) συγχώρηση (1) ταπεινοφροσύνη (16) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (1) τύχη (1) υλικά αγαθά (3) υπακοή (1) υπαρξιακά (5) υποκρισία (1) υπομονή (11) φιλία (2) φιλοσοφία (1) φόβος (2) χαρά (6) χάρις θεία (1) Χριστιανισμός (1) χριστιανός (11) Χριστός (2) Χριστούγεννα (15) χρόνος (5) ψεύδος (1) ψυχή (24)