Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ

FRANK SCHAEFFER

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ"

Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον    www.egolpion.com

 

      Όσοι από μας ανατραφήκαμε ως Ευαγγελικοί έχουμε ακούσει ότι, σε αντίθεση με τους Ορθοδόξους και τους ρωμαιοκαθολικούς χριστιανούς, εμείς οι Προτεστάντες λατρεύουμε τον Θεό «εν πνεύματι και αλήθεια». Να γιατί, μας έλεγαν, εμείς δεν χρειαζόμαστε τη Θεία Λειτουργία ή τις «ανούσιες ιεροτελεστίες», για να μας βοηθήσουν να λατρεύσουμε τον Θεό. Εμείς ακόμη δεν χρειαζόμασταν να μελετήσουμε την εκκλησιαστική ιστορία, διότι το μόνο που μάς ενδιέφερε ήταν οι προσωπικές μας ιστορίες για τη σωτηρία. 

 Δεν χρειαζόμασταν ούτε και αυτήν ακόμη την Ιερά Παράδοση, διότι είχαμε μία κατ' ευθείαν προσωπική σχέση με τον Ιησού. Εφ' όσον αισθανόμασταν πνευματικοί, άρα και ήμασταν. Το τι κάναμε ή το πώς λατρεύαμε τον Θεό δεν είχε καμία σχέση με τη σωτηρία μας, την οποία καταλαβαίναμε ως ένα στιγμιαίο, σχεδόν μαγικό, προκαθορισμένο γεγονός και όχι ως μία πορεία.

Πιστεύαμε στη Βίβλο· όχι όμως στην Εκκλησία. Δεν πιστεύαμε στην ανάγκη να εξομολογηθούμε σε κάποιον ιερέα, να συμμετάσχουμε στην τέλεση της θείας Ευχαριστίας, και πολύ περισσότερο, να ανάψουμε ένα κερί, να προσκυνήσουμε μία εικόνα ή να απαγγείλουμε μία γραπτή προσευχή . Είχαμε διδαχθεί ότι είμαστε ελεύθεροι από όλες αυτές τις «νέο-ειδωλολατρικές προλήψεις». Πώς τώρα άλλοι χριστιανοί ακολουθούσαν κάποιους τρόπους λατρείας για χιλιάδες χρόνια το τι πίστευαν ή πώς έφθασαν να πιστεύουν, δεν μας ενδιέφερε καθόλου.

Δεν χρειαζόμασταν άλλη ερμηνεία από εκείνη, με την οποία εμείς οι ίδιοι αποκρυπτογραφούσαμε το μήνυμα των Γραφών.Κανένας επίσκοπος με αποστολική διαδοχή ή με άλλο τρόπο δεν εθεωρείτο από μας ότι είχε κάποια ειδική αυθεντία, για να μας καθοδηγήσει να βρούμε το αληθινό νόημα των Γραφών.Κανένας πατέρας της Εκκλησίας δεν διέθετε κάποια ειδική εμπειρία, που έπρεπε να ακούσουμε.Στην πραγματικότητα διδαχθήκαμε ότι η χριστιανική μας ζωή ήταν, όπως και η υπόλοιπη ζωή, μέσα στην πλουραλιστική, ελεύθερη - μέχρι ατομικιστική - κοινωνία. Ήταν δηλαδή μία προσωπική επιλογή, ένα ζήτημα ατομικής πρωτοβουλίας.

Ο Χριστιανισμός μας ήταν στ' αλήθεια ό,τι θέλαμε εμείς να είναι, αν και ίσως ποτέ δεν το παραδεχθήκαμε αυτό.Ισχυριζόμασταν πώς ό,τι πιστεύαμε ήταν Βιβλικό. Όμως συχνά ίσχυε το αντίθετο- δηλαδή η Βίβλος έλεγε ό,τι εμείς θέλαμε να πει.Τείναμε να απορρίψουμε την αρχαία Χριστιανική Πίστη ότι το άγιο Πνεύμα καθοδηγεί την Εκκλησία. Ακόμη διακηρύτταμε με αρκετή ευκολία ότι είχαμε την «καθοδήγηση» του αγίου Πνεύματος σ' ένα προσωπικό υποκειμενικό επίπεδο. Κι αυτό το χρησιμοποιούσαμε ως απόδειξη ότι αξιολογούσαμε σωστά τα θεολογικά ζητήματα και «εκτελούσαμε το θέλημα του Κυρίου», όταν αντιμετωπίζαμε ,τα προσωπικά μας θέματα. Εάν διαφωνούσαμε με τη διδασκαλία μιας Ομολογιακής παράταξης ή με κάποιον πάστορα, μπορούσαμε να αλλάξουμε «μαγαζί» πηγαίνοντας σε μια καινούρια «Εκκλησία», έως ότου καταλήγαμε σε αυτή που μας άρεσε.

Κατά τραγική ειρωνεία, παρά τους ισχυρισμούς μας για ανεξαρτησία από την Παράδοση και την αυθεντία της Εκκλησίας, κολλήσαμε πεισματικά στις δικές μας «ελεύθερες» συνήθειες της λατρείας. Η τάξη των δικών μας αυτοσχεδίων εκκλησιαστικών ακολουθιών σπάνια ήταν διαφοροποιημένη μέσα στις υπάρχουσες Ομολογίες.

 

Προσευχόμασταν πάντοτε κατά τον ίδιο μονότονο τρόπο είτε διαβάζαμε τις προσευχές μας είτε όχι (π.χ. «Αγαπημένε μας ουράνιε Πατέρα, θα θέλαμε αυτό, θα θέλαμε εκείνο...»). Εάν ανήκαμε στους Μεταρρυθμιστές Πρεσβυτεριανούς, θα είχαμε κολλήσει στην καλβινική μας παράδοση, -όπου ως «εκκλησία» νοούνταν τέσσερις γυμνοί τοίχοι και ένα μακροσκελές κήρυγμα.Εκεί η «λατρεία» ήταν τα αισθήματα που δημιουργούσε μέσα μας το καλό κήρυγμα.Εάν ήμασταν Βαπτιστές του Νότου θα βαπτίζαμε μόνον ενήλικες.Εάν συνέβαινε να ανήκουμε σε κάποια από τις λεγόμενες χαρισματικές Ομολογίες, τότε η άτακτη λατρεία, οι γλώσσες, η προφητεία, τα σημεία και τέρατα και τα παρόμοια δημιουργούσαν ένα οργανωμένο χάος.

 

Στις συνάξεις αυτές η εξωστρέφεια ήταν τόσο μονότονη και τυποποιημένη όσο και η συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων. Στην πραγματικότητα το φαινόμενο αυτό δεν ήταν μία πρόκληση της προτεσταντικής ελευθερίας κατά της αρχαίας Ιεράς Παραδόσεως, αλλά μάλλον η πρόκληση, για να επιλέξουμε ποια Παράδοση, ποιο τελετουργικό και ποια Λειτουργία θα ακολουθήσουμε .

 

Κάθε προτεσταντική «Παράδοσις» εξέλαβε τον εαυτό της πολύ σοβαρά. Ακόμη στην πλουραλιστική μας κοινωνία ήταν σπάνιο κάποιος να ισχυρισθεί ότι οι δικές του σχετικά νέες «Παραδόσεις» ήταν καλύτερες ή πιο αληθινές από κάποιες άλλες και μάλιστα κατά ένα απόλυτο τρόπο.Έτσι, ίσως ασυναίσθητα, η πίστη μας στον πλουραλισμό έφθασε να θεωρείται από πολλούς περισσότερο απόλυτη από κάθε μοναδική θρησκευτική Παράδοση.

 

Ο ισχυρισμός ότι του ενός η «εκκλησία» ήταν καλύτερη ή η λατρεία του πιο αληθινή από τις λατρείες των άλλων τον στιγμάτιζε εκκεντρικό ή και ακόμη ως μη γνήσιο αμερικανό. Σε μία τέτοια ατμόσφαιρα δογματικής ανεκτικότητας, ιδέες σχετικές με την απόλυτη, υπερβατική ή αιώνια και ανεξερεύνητη αλήθεια ήταν σχεδόν αδύνατο να υποστηριχθούν.Αυτό ΙΣΧΥΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΓΙΑ ζητήματα σχετικά με τα ήθη και τη λατρεία. Περιτριγυρισμένοι από τη συγχορδία του πολυδιασπασμένου Προτεσταντισμού, οι αμερικανοί εύρισκαν όλο και πιο δύσκολο να ορίσουν κάποια ιδέα ή τη διδασκαλία μιας θρησκευτικής Ομολογίας, καθόσον αυτή αποδεικνυόταν αληθινή με τον αποκλεισμό των άλλων. Με εξαίρεση τις εκφράσεις, που αφορούσαν κάποιες ιδέες του συρμού για το ρατσισμό και τα παρόμοια, το «Εγώ είμαι σωστός και συ σφάλλεις» ήταν μία έκφραση σχεδόν άγνωστη στις επίσημες μοντέρνες συζητήσεις ηθικού περιεχομένου, για να μη μνημονεύσω τις συζητήσεις γύρω από τη θρησκεία.

Όταν ο πυρετός της αυθεντικότητας του πρώιμου Προτεσταντισμού διαλύθηκε, η ιδέα «Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να ζω και να ενεργώ, αλλά και ο δικός σου επίσης σωστός», τυπικά αντιπροσώπευε το φρόνημα των πιο πολλών Προτεσταντών. Δεν ήταν, όμως, όλοι οι αμερικανοίΙΣΟΙ; Δεν ήταν όλες οι ιδέες εξίσου αξιόλογες; Δεν ήταν η έκφραση της ατομικής ελευθερίας το μέγιστο από όλα τα αγαθά; Πώς τότε μπορούσε μία ομάδα ή μία θρησκευτική παράταξη να ισχυρίζεται ότι είναι σωστή ως προς τη λατρεία, τη διδασκαλία ή τα ήθη σε βάρος εκείνων των δοξασιών που έπρεπε να υποστηρίζει μία άλλη ομάδα;Σίγουρα η ιδιοφυΐα της Αμερικής πέτυχε να καθιερώσει την αρχή ότι όλες οι ομάδες με ειδικά ενδιαφέροντα μπορούσαν να ευδοκιμούν ως ίσες μέσα στον δημοκρατικό μας πολιτισμό!

«... Ο κατακερματισμός, που προκλήθηκε από τον Προτεσταντισμό, ήταν καίριος εκεί οπού ένας ενιαίος... θρησκευτικός πολιτισμός θα είχε προβάλει μεγαλύτερη αντίσταση στην εκκοσμίκευση»

[ Steve Bruce]

Ολοφάνερα ο αμερικανικός ατομικισμός μπορούσε να «δουλέψει» μόνο με την προϋπόθεση ότι όλες οι αντιλήψεις για την αλήθεια θεωρούνταν στη βάση τους σχετικές.

 

Υπήρχε μία μικρή απόσταση από την ιδέα ότι όλες οι δογματικές Ομολογίες, ακόμη και ολόκληρες θρησκείες, πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο σεβασμό,μέχρι την πεποίθηση ότι όλες οι θρησκείες είναι εξ ίσου αληθινές.Τελικά η άκαμπτη λογική του πλουραλισμού των δογματικών Ομολογιών οδήγησε στο ένα και μοναδικό συμπέρασμα: Εφ όσον όλες οι θρησκευτικές δοξασίες είναι εξ ίσου αληθινές, ακόμη και όταν έρχονται σε αντίθεση η μία με την άλλη, τότε πρέπει να θεωρούνται εξ ίσου άσχετες για τον δημόσιο βίο και επομένως δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό εκτός από ιδιωτικές ατομικές θεραπευτικές ανάγκες.

 

Με την ανατολή του εικοστού αιώνα το μόνο απόλυτο πού πραγματικά επιβίωσε στη δημόσια κονίστρα ήταν η εκκοσμικευμένη πολιτική. Μόνο στο πολιτικό σύστημα, πού συμπεριλάμβανε την πανίσχυρη δικαστική εξουσία, η οποία προστάτευε το δικαίωμα της υλιστικής απόλαυσης, μόνον εκεί συνέπιπταν οι αντιλήψεις των αμερικανών.Ο,τι κατανοούνταν ως συνταγματικό, θεωρούνταν πολύ περισσότερο σχετικό με τον δημόσιο βίο από εκείνο που είχε κάποτε πιστευθεί ως ηθικά ορθό ή λανθασμένο. Η θρησκεία υποβιβάστηκε σε απλή υποκειμενική άποψη, σε μία «προσωπική υπόθεση».

 

Στη δεκαετία του '70, όταν οι Ευαγγελικοί ξύπνησαν από την απειλή που δεχόταν το κατεστημένο τους εξ αιτίας του ογκούμενου κύματος του ηθικού χάους, θα έλεγα και της αναρχίας, στον εκκοσμικευμένο αμερικανικό μας πολιτισμό είχε' απομείνει ακόμη μία μικρή αίσθηση του απόλυτα και αδιαμφισβήτητα ηθικά ορθού και λανθασμένου, στην οποία αυτοί μπορούσαν να προσφύγουν.Στην καλύτερη περίπτωση το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι Προτεστάντες ήταν να χρησιμοποιήσουν απομονωμένα χωρία της Βίβλου ή λαϊκά επιχειρήματα ή τα αποτελέσματα επιστημονικών ερευνών για να υποστηρίξουν τις εκκλήσεις τους για «επιστροφή στις χριστιανικές αξίες».

 

Είχαν χάσει την ικανότητα να συζητούν για την αναλλοίωτη αλήθεια πέρα από ΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ αναφορές για το «τι λέγει η Βίβλος για μένα» ή από του να χρησιμοποιούν τα τετριμμένα επιχειρήματα, που άρχιζαν με τη φράση: «Η επιστημονική έρευνα έχει αποδείξει...».

 

Εφ' όσον προωθήθηκε η εγκατάλειψη της Ιεράς Παραδόσεως, εφ' όσον η έννοια του Φυσικού Νόμου ενσωματώθηκε στην αυθεντία και στην ηθική σοφία, που παραδόθηκε από τους πατέρες της Χριστιανικής Εκκλησίας, και εφ' όσον έγινε αποδεκτό ότι ήταν φυσιολογικό για την «Εκκλησία» να είναι χωρισμένη σε είκοσι τρεις χιλιάδες ανταγωνιζόμενες και πολλές φορές αντικρουόμενες Ομολογίες,τι είδους αναφορά μπορούσε να γίνει από τους Προτεστάντες στην ιστορική κατανόηση της ηθικότητας, πολύ δε περισσότερο στην αδιαπραγμάτευτη αλήθεια; Πώς θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίζει ορισμένες θεμελιώδεις αρχές, όταν το ιστορικό προηγούμενο είχε εγκαταλειφθεί χάριν της αυτόνομης «προόδου»; 

«Η αναπόφευκτη αλλά ακούσια συνέπεια της ανάπτυξης του θρησκευτικού πλουραλισμού ήταν η επέκταση του εκκοσμικευμένου κράτους»

      Γύρω στα τέλη του εικοστού αιώνα η προτεσταντική κοινωνία είχε χάσει την ικανότητα της να αντιδρά μ' έναν αξιόπιστο τρόπο στην εκκοσμίκευση, πού την απειλούσε. Οι Προτεστάντες μπορούσαν να παίζουν τα δάκτυλα τους από αμηχανία ή να οργανώνονται πολιτικά, όπως κάθε άλλη ομάδα με ειδικά ενδιαφέροντα, όμως είχαν ολοφάνερα χάσει την υψηλή ηθική τους βάση.Αποδεχόμενος ο Προτεσταντισμός τον πλουραλισμό των ποικίλων αντιτιθεμένων δογμάτων ως ισόκυρης έκφρασης του πολυδιάστατου δογματικά Χριστιανισμού, συνέβαλε τόσο πολύ στη δημιουργία του πλουραλιστικού πολιτισμού μας, ώστε έχασε την ικανότητα να προσκαλεί τους ανθρώπους να επιστρέψουν στο υψηλό επίπεδο των απόλυτων ηθικών αληθειών.

 

Ως θρησκευτική ομάδα οι Προτεστάντες δεν μπορούν καν να συμφωνήσουν για το νόημα των μυστηρίων τους και για τη θρησκευτική ιστορία. Η θεμελιώδης αρχή του Προτεσταντισμού ήταν ότι:

έπρεπε να ξεκοπεί από αυτή τη δική του ιστορία των μυστηρίων. Πώς λοιπόν θα μπορούσαν οι Προτεστάντες να υπαγορεύουν όρους ή έστω να κάνουν προτάσεις στον εκκοσμικευμένο πολιτισμό, πού τους περιβάλλει, στο όνομα της αιώνιας και αναλλοίωτης μυστηριακής αλήθειας;

 «Όσο περισσότερο οι Συντηρητικοί θα επιχειρούν να ερμηνεύσουν τον «εκκοσμικευμένο ανθρωπισμό» ως μία συνεκτική ιδεολογία, η οποία απειλεί τη θρησκεία τους, αυτό πού θα προξενεί τη ζημία θα είναι η αντιμετώπιση της θρησκείας μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας, όπως αυτή εκφράζεται στο θαυμάσιο εκείνο τμήμα των αμερικανικών εντύπων, στο οποίο καλείται κάποιος να σημειώσει «τη θρησκεία της αρεσκείας του». Οι Προτεστάντες ποτέ ξανά δεν θα κατορθώσουν να επικρατήσουν πολιτισμικά, επειδή η επιτυχία τους είναι αυτοπεριορισμένη»

Steve Bruce

Ίσως οι πρώτοι προτεστάντες Μεταρρυθμιστές δεν είχαν ιδέα για τον θανάσιμο κίνδυνο, τον όποιο άφησαν ανεξέλεγκτο· κίνδυνο για τα ίδια τα υποστυλώματα του πολιτισμού τους. Ακόμη την περίοδο πού ζούσαν ο Λούθηρος και ο Καλβίνος οι ραγδαία πολλαπλασιαζόμενες Προτεσταντικές Ομολογίες αισθάνθηκαν την ανάγκη να έχουν μία ιστορικά νομιμοποιημένη Παράδοση. Αυτή η ανάγκη προέκυψε, επειδή οι Προτεστάντες άρχισαν να διαπληκτίζονται μεταξύ τους (ακόμη και να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο) για τις διαφορετικές ερμηνείες της Γραφής. Επειδή ακριβώς δεν είχαν ενιαία Ιερά Παράδοση, την οποία να επιδοκιμάζουν όλοι, η μόνη πηγή για τις διαιρεμένες Προτεσταντικές Ομολογίες ήταν η ατομική και υποκειμενική προσφυγή στη Γραφή. Το πρόβλημα έγινε ολοφάνερο· η Βιβλική ερμηνεία του ενός συχνά δεν ήταν σύμφωνη με την ερμηνεία των άλλων . Σύντομα οι Προτεστάντες βρέθηκαν παγιδευμένοι, σε ατέλειωτες πολεμικές αντιπαραθέσεις, στις οποίες μέχρι, και σήμερα παραμένουν έρμαιοι. Σήμερα όμως υπάρχει μία σημαντική διαφορά: Στον ευρύτατα εκκοσμικευμένο πολιτισμό μας κανένας πλέον δεν ακούει .

 

Ο Πλουραλισμός είχε απονευρώσει τους περισσότερους από τους θρησκευτικούς ανθρώπους. Για την αποκαλούμενη «Τάξη των ειδημόνων» μόνο η πολιτική είναι ιερή και απαραβίαστη. Η θρησκεία συχνά στις μέρες μας εκλαμβάνεται ως μια ενοχλητική υποσημείωση στην πολιτική πραγματικότητα.Ο Πολιτισμός έχει παραβλέψει τον Προτεσταντισμό.

 

Μόνοι με τη Βίβλο τους και τις υποκειμενικές τους ερμηνείες σ' αυτή χωρίς σταθερό και αμετάβλητο ιστορικό ηθικό θεμέλιο για τη νομιμοποίηση των ιδεών και των ισχυρισμών τους οι Προτεστάντες επεξεργάστηκαν οι ίδιοι την καταστροφή τους και επί πλέον υπονόμευσαν ασυναίσθητα την ιδέα του υπερβατικού και μυστηριακού απολύτου.

 

Οι Προτεσταντικές Ομολογίες έχασαν τη συνάφεια με τον ευρύτερο πολιτισμό.Στην πραγματικότητα έγιναν εξάρτημα αυτού του πολιτισμού.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :

 "ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ"

Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον    www.egolpion.com

Αναδημοσίευση από: http://paterikakeimena.blogspot.gr

Μετάφραση - Λογοτεχνική απόδοση: Καίτη Χιωτέλλη

1. Άνθρωπος κανείς δε θα μπορέσει ποτέ, άξια τη μετάσταση την ιερή να υμνήσει της Θεομήτορος, μακάρι μύριες νάχε γλώσσες και μύρια στόματα· μ' ακόμα κι αν όλες των σκόρπιων ανθρώπων οι γλώσσες μαζεύονταν ποτέ, δε θα φτιάναν τα επάξια εγκώμια.

Γιατί εκείνη βρίσκεται ψηλότερα από κάθε μέτρο δοξολογικό. Και λόγω που αγαπά ο Θεός το κατά δύναμη, όταν μ' αγάπη του δωρίζεται και ζήλο και με προαίρεση αγαθή, κι αφού κι η μάνα του Θεού αγαπά όσα στο Γιο είναι αρεστά κι ευχάριστα, ας ξαναρχίσουμε τα εγκώμια με υποταγή στις διαταγές σας, άριστοι μες στους ποιμενάρχες κι αγαπημένοι του Θεού, αφού πρώτα το Λόγο, που από κείνην σαρκώθηκε, βοηθό μας γυρέψουμε, που κάθε στόμα οπού σ' αυτόν ανοίγεται γεμίζει, κι οπού για κείνην μοναχό στολίδι και δοξαστικό τραγούδι Εκείνος φύτρωσε· κι αφού καλά το ξέρουμε, πως χρέος ξεπληρώνουμε αρχίζοντας τα εγκώμια κι όταν το ξεπληρώσουμε πάλι σε χρέος μπαίνουμε, για να κρατά παντοτινά το χρέος, όλο αρχίζοντας και τέλος να μην έχει.

Κι ας γίνει σπλαχνική σε μας εκείνη που ανυμνούμε, η πέρα απ' όσα πλάστηκαν, κυρία σ' όλη την πλάση, σα μάνα πούναι του Θεού, του κτίστη και δημιουργού και πάνω σ' όλα αφέντη. Σχωράτε ελόγου σας και σεις, που απ' αγάπη τα θεία ν' ακούσετε λόγια συνάζεστε· την πρόθεση την αγαθήν αποδεχθείτε, τον πόθο χαρείτε, μα πονέστε μαζί μας και σεις για τη φτώχεια του λόγου.

Γιατί να, πέστε πως κάποιος έρχεται στον αυτοκράτορα, που στα χέρια του μέσα ο Θεός το πηδάλιο του λαού εμπιστεύτη, που όλα τάχει στο τραπέζι του πλούσια και περισσεύουν φαγητά κάθε λογής, και μύρου μοσκοβόλημα πολύτιμου ευωδιάζει το παλάτι, και του κομίζει εκτός καιρού ή μενεξέ στο χρώμα της στολής του, ή ρόδο που βλασταίνει ευωδιαστό πάνω στ' αγκάθι, με πράσινους τους κάλυκες απ' όπου δίχρωμο προβάλλει και λίγο - λίγο φτάνει στη φλογάτη του ομορφιά, και ζουμερό καρπό στο γλυκό χρώμα του μελιού· κι εκείνος δίνει προσοχή στα παράξενα δώρα και θαυμάζει που βρέθηκαν, δεν τονε νοιάζει αν είναι φτωχικά, γιατί ξέρει να κρίνει και κατέχει τα πράγματα, και με άφθονα κι όμορφα δώρα τον αγρότη θ' αμείψει· έτσι και μεις μακάρι όλο και πιότερο ν' αποδειχτεί, πως φέρνουμε των λόγων τα λουλούδια μες στο χειμώνα στη βασίλισσα, και πως οπλίζουμε τις μεταχειρισμένες λέξεις να πάρουν μέρος στον αγώνα για τα εγκώμια, κι ακόμα πως προσφέρουμε σε σας, που ακρόαμα και λόγον αγαπάτε, κάποιο αμυδρό σπινθήρα από την προστριβή του πόθου μας πάνω στο νου, όπως σε σίδερο λιθάρι, κι σπ' το ξεζούμισμα σσν αγουρίδας του μυαλού, τις ιστορίες που γεννά, το καταστάλαγμα του λόγου.

Γιατί τι άλλο από λόγο να χαρίσουμε στη μάνα του Λόγου; Αφού με τα όμοια χαίρονται τα όμοια και μάλιστα τ' αγαπητά. Τώρα λοιπόν που ανοίξαμε τη στρόφιγγα των λόγων, και λίγο ξαμολύσαμε τα γκέμια, να τρέξει λεύτερα ας αφήσουμε το λόγο, σαν άτι που στο δρόμο τ΄οδηγήσαμε. Όμως εσύ, Λόγε Θεού, γίνε βοηθός και γέμισε με λόγο εσύ τη σκέψη μου την άλογη, και κάνε με το λόγο σου βατό το μονοπάτι μου, κι οδήγησε το δρόμο μου στην ευαρέστησή σου Εκεί, που ο κάθε λόγος του σοφού κι η σκέψη κατευθύνεται.

2. Στην υπερκόσμια σήμερα και στην ουράνια εκκλησιά η άγια και μοναδική παρθένα οδηγιέται, αυτή που τόσο πολύ την παρθενία πόθησε, που λές κι έγινε καθαρώτερη φωτιά και τη μετάλλαξε. Γιατί βέβαια η κάθε κόρη που γεννά, παρθένα πιά δεν είναι, όμως παρθένα μένει αυτή πριν κι ύστερα απ' τη γέννα ως και την ώρα που γεννά.

Σήμερα, η ζώσα κιβωτός του ζώντος Θεού η αγία, που στην κοιλιά της κράτησε μέσα τον τεχνουργό της, σ' αχειροποίητη εκκλησιά σχολάζει του Κυρίου. Χορεύει από χαρά ο Δαβίδ, που είν' απ' τη γενιά του και κείνη κι ο θεάνθρωπος, κι οι άγγελοι αντάμα του χορεύουνε, οι αρχάγγελοι χειροκροτούν, δοξάζουν οι δυνάμεις μαζί κι οι αρχές αγάλλονται, οι εξουσίες ευφραίνονται κι οι κυριότητες χαίρουν, θρόνοι πανηγυρίζουνε, τα χερουβίμ υμνούνε, δοξολογούν τα σεραφίμ· γιατί καθώς δοξάζουνε της δόξας τη μητέρα, πιότερο αυτοί δοξάζονται.

Σήμερα, η περιστέρα η πιο ιερή, η ακέρια κι άκακη ψυχή, η αγιασμένη από το Θείο Πνεύμα, φτερούγισε απ' την κιβωτό, λέω απ' το σώμα που Θεό δέχτηκε κι έγινε η αρχή για τη ζωή, κι ανάπαψε τα πόδια της Εκεί στον κόσμο το νοητό που πέταξε και τη σκηνή της έστησε στη γη την άσπιλη της θείας κληρονομιάς.

Σήμερα δέχεται η Εδέμ του νέου Αδάμ το λογικό παράδεισο, που μες σ' αυτόν η τιμωρία χαρίστηκε, το δεντρο της ζωής φυτεύτηκε κι η γύμνωσή μας πήρε τέλος. Γιατί γυμνοί δεν είμαστε πια τώρα κι ούτε ανέντυτοι, με δίχως τη λαμπρότητα της θεϊκιάς εικόνας κι έρημοι απ' την πλούσια του Πνεύματος τη χάρη, κι ούτε, την παλιά γύμνωση κλαίγοντας, θε να πούμε· «Έβγαλα το χιτώνα μου και πώς θα τον φορέσω;» Γιατί, σε τούτον τον παράδεισο δεν τρύπωσε το φίδι, που για να πεθυμήσουμε την ψεύτικιά του θέωση, κατάντησε να μοιάσουμε στα ζώα τα δίχως γνώση.

Γιατί ο ίδιος του Θεού ο Γιός ο μονογεννημένος, πούναι Θεός έχοντας την ίδια ουσία του Πατέρα, άνθρωπον επλαστούργησε ο ίδιος τον εαυτό του από τούτη την καθαρή και την παρθένα γη. Κι ο άνθρωπος εγώ θεώθηκα, αθανατίστηκα ο θνητός, κι έβγαλα τους δερμάτινους χιτώνες. Γιατί ξεντύθηκα το ντύμα της φθοράς, και φόρεσα την αφθαρσία καθώς τυλίχτηκα την αλουργίδα της θεότητας.

Σήμερα η παρθένα η άχραντη, που καμιά με τα πάθη της γης δεν είχε συγγένεια, αλλά με ουράνια εθράφη νοήματα, δεν εγύρισε πίσω στο χώμα της γης, μα καθώς ουρανός ζωντανός είχε γίνει, στ' ουρανού πια τα δώματα κατοικεί.

Γιατί ποιός, που θα την πει ουρανό, αληθινός δε θάναι, εκτός και μιλήσει κανείς που τη γνώση κατέχει καλά, και την ύψωση ασύγκριτα ψηλότερ' απ' τους ουρανούς; Γιατί εκείνος πού 'φτιαξε και συγκρατεί τους ουρανούς, πούναι ο τεχνίτης κάθε πλάσματος εγκόσμιου κι υπερκόσμιου, βλεπόμενου κι αόρατου, που τόπος δεν είναι γι' αυτόν κανείς στους τόπους όλους —αν καθορίζουμε σαν τόπο για τα πράγματα αυτό που τα περιέχει—, μέσα σ' αυτήν χωρίς σπορά τον εαυτό του βρέφος έπλασε, και την απόδειξε κατοικία ευρύχωρη για τη θεότητά του, που γεμίζει τα πάντα και που μένει μονάχη αυτή απερίγραφτη, ολόκληρος μικραίνοντας για να χωρέσει μέσα της, χωρίς ν' αλλοιωθεί, και μένοντας έξω απ' αυτήν ολόκληρος, κι έχοντας τόπο του τον αχώρητο σε όλα εαυτό του.

Σήμερα ο πλούτος της ζωής κι η άβυσσο της χάρης —πώς να τολμήσω μ' άτρεμα να το προφέρω χείλη— κρύβεται μές σε θάνατο από ζωή γιομάτο, και τον πλησιάζει ατρόμητη, που στην κοιλιά της κράτησε τον εξολοθρευτή του, αν είναι μπορετό να πούμε θάνατο τ' όλο ζωή κι όλο αγιοσύνη ξόδι της.

Γιατί, εκείνη που την αληθινή για όλα ανάβρυσε ζωή πώς γίνεται στο θάνατο υποταχτική να γένει; Αλλά στου σπλάχνου της το νόμο υπακούει, κι ως θυγατέρα του παμπάλαιου Αδάμ το πατρικό της χρέος ξεπληρώνει, αφού κι ο Γιός της, η ζωή η ίδια, δεν τ' αρνήθηκε· μα ως γενάμενη του ζωντανού Θεού μητέρα, καθώς πρέπει, κοντά του μεταφέρεται.

Γιατί αφού λέει ο Θεός· «Μήπως κι απλώσει χέρι» ο άνθρωπος ο πρωτόπλαστος «κι από το δέντρο πάρει της ζωής και το γευτεί και αιώνια ζήσει», πώς να μη ζήσει στον αιώνα τον απέραντο, κείνη που εδέχτη τη ζωή την άναρχη κι ατέλειωτη, που όρια δεν την κυβερνούν της αρχής και του τέλους;

3. Παλιά λοιπόν, Κύριος ο Θεός, κείνους που κάναν την αρχή στο γένος των θνητών, κι ήπιαν και γέμισαν απ' της παρακοής το κρασί το άκρατο, κι ενύσταξε το βλέμμα της ψυχής μέσα στη μέθη απ' το ξεστράτισμα, κι ύπνο κοιμήθηκαν θανατερό, σα βάρυναν του πνεύματος τα μάτια τους μες στην ακολασία της αμαρτίας, τους έβγαλε έξω απ' τον εδεμικό παράδεισο, να πορευτούν εξόριστοι. και τώρα τούτην που αποτίναξε του πάθους κάθε επίθεση κι αύξησε το φυντάνι της υπακοής στο Θεό και Πατέρα, κι έκανε αρχή για τη ζωή σ' ολόκληρο το γένος, γίνεται να μην την δεχτεί παράδεισος; να μην ανοίξει διάπλατα τις πύλες του απ' τη χαρά του ο ουρανός;

Το δίχως άλλο. Αφού η Εύα, του φιδιού το μήνυμα ν' ακούσει που έστερξε και που τη συμβουλή του όχτρού εδέχτη, κι η αίσθηση μαγεύτηκε απ' τ' άγγιγμα της ψεύτικης κι απατηλής χαράς, κέρδισε την απόφαση του πόνου και της θλίψης, γεννά μ' ωδίνες τα παιδιά, και καταδίκη παίρνει εις θάνατον μαζί με τον Αδάμ, και μες στους κόλπους του άδη κατοικεί.

Κι αυτήν εδώ, που αλήθεια είναι μακαριστή, που έκλινε μ' υποταγή το αυτί στο λόγο του Θεού, κι απ' τις ενέργειες γέμισε του Πνεύματος, και στην κοιλιά της κράτησε με τη φωνή του αγγέλου εκείνον που είναι η ευδοκία του Πατρός, αυτήν που δίχως ηδονή κι ανέγγιχτη από άνδρα συνέλαβε του Θεού Λόγου την υπόσταση που γεμίζει τα πάντα, και δίχως πόνους γέννησε ως έπρεπε, κι ενώθηκε με τον Θεόν ολάκερη, πώς να την καταπιεί ο θάνατος; πώς να την πάρει μέσα του ο άδης; πώς η φθορά θα τόλμαγε ν' αγγίξει το σώμα που εδέχτη εντός του τη ζωή; Ολωσδιόλου τούτα ξένα και παράδοξα για την ψυχή και για το σώμα που βάσταξαν το Θεό.

Και μόνο να τη βλέπει ο θάνατος φοβήθηκε. Γιατί και με το Γιό της τάβαλε, κι έμαθε αφού έπαθε, κι η πείρα του τον δίδαξε κι εσωφρονίστη. Κι έτσι γι' αυτήν αδιάβατες οι σκοτεινές κατηφοριές του άδη, μα ο δρόμος για τον ουρανό ίσιος κι ομαλός κι εύκολος για κείνην ετοιμάστη.

Γιατί αφού λέει ο Χριστός πού 'ναι η αλήθεια κι η ζωή «Όπου είμαι εγώ, εκεί κι ο υπηρέτης ο δικός μου θά 'ναι», πόσο μάλλον αυτή πού 'ναι μητέρα του κοντά του να μη μείνει; Πριν να πονέσει γέννησε και δίχως πόνους ήταν κι η θανή της. «Κακό το ξόδι των αμαρτωλών»· πώς λοιπόν να τηνε πούμε αυτήν που μέσα της νεκρώθηκε η αμαρτία, του θανάτου το κεντρί, πώς αλλιώς από αρχή ζωής, ατέλειωτης και πιο καλής; «Τίμιος» αλήθεια «ο θάνατος των οσίων» Κυρίου, του Θεού των δυνάμεων και της μητέρας του Θεού η μετάσταση απάνω κι από τίμια.

Τώρα, «οι ουρανοί ας ευφραίνονται», κι οι άγγελοι ας χειροκροτούν τώρα «ας αγάλλεται η γη» κι οι άνθρωποι ας χορεύουν· τώρα τραγούδια ας αντηχεί μες στη χαρά του ο αγέρας, κι ας βγάλει η νύχτα η άφεγγη το αγέλαστο το σκότος, το θλιβερό, κι ας μιμηθεί γιορταστικά της μέρας τη λαμπρότη με τις μαρμαίρουσες φωτιές.

Γιατί, του Θεού η πόλη η ζωντανή, του Κύριου των δυνάμεων, πάνω απ' τη γην υψώνεται, κι απ' του Κυρίου το ναό της ξακουστής Σιών, πρός την ελεύθερη Ιερουσαλήμ την άνω, βασιλιάδες οι απόστολοι, που άρχοντες γίνανε για το Χριστο πάνω σ' όλη τη γη, τη μάνα τους φέρνουνε, δώρο πολύτιμο, την παντοτινή παρθένα και μητέρα του Θεού.


4. Κι ούτε που διόλου το θαρρώ παράκαιρο, να περιγράψω με λόγια κι όσο δύναμαι και να εικονίσω και σχηματικά να δείξω, όλα όσα τελέστηκαν θαύματα, πάνω σ' αυτή την άγια μάνα του Θεού, κείνα που μέτρια και πολύ συνοπτικά, κατά πώς λέμε, από πατέρα σε παιδί κι απ' την αρχή τα παραλάβαμε.

Γιατί θαρρώ πως τούτη, μες στους αγίους πιο άγια, κι οσιώτερη στους όσιους, του μάννα η στάμνα η γλυκιά, κι αληθινά καλύτερα να πούμε η πηγή του, έγειρε σ' ένα ανάκλιντρο μέσα στην πόλη του Δαβίδ την ξακουσμένη και θεϊκιά, μες στην περίβλεφτη Σιών την πολυδοξασμένη, που μέσα της ήρθε το πλήρωμα του κατά γράμμα νόμου, κι αναγορεύτηκε ο νόμος ο πνευματικός· που μέσα της, ο νομοθέτης ο Χριστός στο τυπικό το πάσχα έβαλε τέλος και της παλιάς και της καινούργιας διαθήκης ο Θεός το αληθινό το πάσχα μάς παράδωσε· στην πόλη αυτή το μυστικό το δείπνο εμυσταγώγησε στους μαθητές του ο αμνός του Θεού, που πήρε απάνω του την αμαρτία του κόσμου, και τον εαυτό του πρόσφερε για χάρη τους σα μόσχο σιτευτό, και της αληθινής κληματαριάς πάτησε μες στο πατητήρι το ζουμερό καρπό· στην πόλη αυτή, στους αποστόλους φανερώνεται ο Χριστός, απ' τους νεκρούς ως ανασταίνεται και το Θωμά στην πίστην οδηγάει και διαμέσου αυτού της γης τα πέρατα, πως είναι αυτός Θεός και Κύριος, δυό φύσεις φέροντας κι ύστερ' απ' την ανάσταση, και τις δυο αντίστοιχες σ' αυτές ενέργειες, κι αυτεξούσια θελήματα, που στον αιώνα τον απέραντο διαμένουν.

Αυτή είναι των εκκλησιών το φρούριο· των μαθητών η διαμονή· μέσα σ' αυτήν η επιφοίτηση του παναγίου Πνεύματος, μ' άπειρες γλώσσες κι ήχους και μορφές φωτιάς, στους αποστόλους χύθηκε· μέσα σ' αυτήν ο μαθητής ο θεολόγος τη Θεοτόκο που μαζί του την παρέλαβε, φρόντιζε σ' ό,τι χρειάζονταν αυτή, η μάνα των εκκλησιών όλης της οικουμένης, κατοικητήριο έγινε της μάνας του Θεού, ύστερ' από την εκ νεκρών επιστροφή του Γιου της στους ανθρώπους. Σ' αυτή την πολιτεία λοιπόν, μακάρια η παρθένα, σ' ένα κλινάρι κείτονταν, το τρισευτυχισμένο.


5. Αλλά σ' ετούτο ως έφτασα το σύνορο του λόγου, για να μπορέσω να εκφραστώ το δυνατό μου πάθος, κι ενώ από θέρμη καίγομαι κι από την κοχλαστή φωτιά του πόθου, με συνεπαίρνουν δάκρυα χαράς και κάποιο ρίγος, λες κι αγκαλιάζω τ' όλβιο και ποθεινό κλινάρι, το ξέχειλο από θαύματα, που δέχτηκε το ζωαρχικό το σώμα και τον αγιασμό μοιράστηκε απ' τη γειτονιά του, αυτό το ίδιο το άγιο, πανάγιο, κι άξιο του Θεού σκήνωμα, μ' ετούτα δω τα χέρια μου θαρρούσα πως αγκάλιαζα.

Μάτια, χείλη και μέτωπα ως άγγιζαν τα μέλη μου, τα μάγουλα και το λαιμό, την αίσθηση είχα της αφής, λες και το σώμα ήταν όλο ένα παρόν, κι ωστόσο εστάθη αδύνατο, μ' όλον πολύ που επάσχισα, κείνο που επόθουν με τα μάτια μου να δω. Γιατί πώς θάταν μπορετό να δω ό,τι αρπάχτηκε ψηλά, στου ουρανού τα ιερά; Κι έτσι έχουνε τα τωρινά.


6. Όμως ποιες έκανε τότε γι' αυτήν τιμές, κείνος που όρισε να τιμάμε τους γεννήτορες; Και πρώτα αυτούς που εσπάρησαν σ' όλο το πρόσωπο της γης, για να ψαρεύουν με του Πνεύματος τις γλώσσες τις ποικίλες κι εναρμόνιες και με του λόγου τους το δίχτυ, τους ανθρώπους απ' της πλάνης το βυθό, και να τους φέρνουν στο ουράνιο και πνευματικό του μυστικού δείπνου τραπέζι της ιερής χαράς για τους πνευματικούς τ' ουράνιου νυμφίου γάμους, που ο Πατέρας για του Γιου τη χάρη του ομοούσιου κι ισοδύναμου λαμπρά και με βασιλικές τιμές γιορτάζει, σύννεφο, καθώς δίχτυ που στοιβιάζει και μαζεύει αϊτούς, από της γης τις άκριες στην Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με το θείο πρόσταγμα, τους φέρνει. «Όπου είν' το σώμα» είπεν η αλήθεια, ο Χριστός, εκεί κι οι αϊτοί θα μαζευτούνε.

Και μ' όλο που το είπε αυτό προφητικά, για τη μεγάλη, δεύτερη, δική του παρουσία, τη μεγαλοπρεπή, κι από τον ουρανό τον ερχομό του, κι εδώ ωστόσο άσχημα δεν πάει, το λόγο να ομορφήνουμε.

Φτάσαν λοιπόν αυτοί, το Λόγο που είδανε και που τον υπηρέτησαν, για να φροντίσουν και τη μάνα του ως ώφειλαν, και πλούσιο και πολύτιμο μεράδι την ευλογία απ' αυτήν ν' αντλήσουνε. Γιατί ποιος αμφιβάλλει, πως είναι αυτή της ευλογίας η πηγή, κι όλων των αγαθών το κεφαλάρι;

Κι ήταν μαζί τους οι οπαδοί τους κι οι διάδοχοι, να πάρουν μέρος στη φροντίδα και στην ευλογία. Γιατί όσοι μαζί κοπιάζουνε, ανάλογα και τον καρπό του κόπου τους κερδίζουν.

Κι ήταν ακόμα εκεί όλη των εκλεκτών του Θεού η κοινότητα που κατοικούσαν στην Ιερουσαλήμ.

Αλλά κι από τους δίκαιους, παλιούς προφήτες, έπρεπε οι σπουδαιότεροι να δώσουν το παρόν, να πάρουν μέρος στην ιερή ακολουθία, όσοι δηλαδή προφητέψανε, πως θα γεννιόταν απ' αυτήν για χάρη μας, και σάρκα θα φορούσε απ' αγάπη στους ανθρώπους, ο Λόγος του Θεού.

Μα ούτε κι οι άγγελοι έπρεπε να λείπουν απ' τη σύναξη. Γιατί όπως στη γνώμη στάθηκαν του βασιλιά υπάκουοι και να τον παραστέκουνε τιμητικά αξιώθηκαν, έτσι και τη μητέρα του την κατά σάρκα έπρεπε τιμητικά να συνοδεύουν, την τρισευδαίμονη κι αληθινά μακαριστή, που απ' όλες τις γενιές κι όλη την κτίση είναι ψηλότερα.

Όλοι σ' εκείνηνε σιμά σταθήκανε, που έλαμπε απ' τη φωτιά του Πνεύματος και με λαμπρές μαρμαρυγές εφώτιζε, όσους με σεβασμό και φόβο και με πόθο σταθερό, το καθαρό του νου τους βλέμμα της απέθεταν.

Γιατί καμιά δεν είναι ύπαρξη που έτσι να μην έκανε ή το πολύ νάναι μία· γιατί κανείς όσο ψηλά κι αν στέκει τα προσφερόμενα δεν τα καταφρονεί· κι ούτε που γίνεται, μια και προς όλα συγκατέβη κι αυτόν που πράττει και την προσφορά να μη δεχτεί.


7. Εδώ, λόγοι εμπνευσμένοι απ' το Θεό, που ο Θεός τους λέει. Εδώ κάποια ποιήματα που στο Θεό ταιριάζουνε φτιαγμένα για το ξόδι. Γιατί να υμνήσουν έπρεπε μ' αυτή την ευκαιρία, του Θεού την αγαθότητα, την πάνω κι από άπειρη και τη μεγαλοσύνη, που κάθε μέτρο ξεπερνά, τη δύναμη, που όλα αυτή τα δύναται, και τη δική του καταδεχτικότητα σε μας, που από κάθε ύψος και μέτρο πέρα βρίσκεται, και της ακατανόητης καλωσύνης του τον πλούτο τον υπέρπλουτο, και της αγάπης του το χάος το αγέμιστο· πώς δίχως ν' αποχωριστεί το μεγαλείο του, κατέβηκε ως την κένωση όπου τον ύψωσε, καθώς μαζί μ' αυτόν το θέλησε ο Πατέρας και το Πνεύμα· πώς ο υπερούσιος ουσία γίνεται από κοιλιά γυναίκας με τρόπο υπερούσιο· πώς είναι και θεός, κι άνθρωπος έγινε, και μένει, και συνάμα υπάρχει και τα δυό· πώς ούτε την ουσίαν αφήκε της θεότητας, και «όμοια, κοινή» με μας «έλαβε σάρκα κι αίμα»· πώς, ο που τα σύμπαντα πληροί κι υπάρχει πάνω απ' όλα και συγκρατεί τους κόσμους με το λόγο των χειλιών του, κατοίκησε τόπο στενό· πώς το φθαρτό και χορταρένιο σώμα εκείνης της πανένδοξης γυναίκας, δέχτηκε τη θεοτική φωτιά την καταλύτρα, και σαν χρυσάφι καθαρό ακατάλυτον εδείχτη. Με του Θεού τη θέληση γένηκαν όλα τούτα· γιατί όλα είναι δυνατά, όταν ο Θεός το θέλει, κι αδύνατο να γίνουνε εκείνος σα δε θέλει.

Πάνω σε τούτα, βάλθηκαν οι λόγοι να φιλονικούν και ν' αναμετριούνται, όχι πως πιο ψηλά θα φτάσουνε ο ένας απ' τον άλλο — αυτό θα ταίριαζε σ' ένα μυαλό ματαιόδοξο και μακριά πολύ από ό,τι το Θεό ευχαριστεί — μα πώς λειψοί να μην φανούν σε δύναμη και ζήλο, και στου Θεού την ύμνηση και στης μητέρας του Θεού το σέβας.


8. Τότε λοιπόν, τότε ο Αδάμ κι η Εύα, του γένους οι προπάτορες, με χείλη οπού 'σταζαν χαρά φωνάζανε και λέγαν· κόρη μακαριστή, εσύ μας ελευθέρωσες απ' της απείθειας την ποινή. Σώμα φθαρτό εμείς για σε κληρονομιάν αφήσαμε, και συ για μας μες στην κοιλιά σου ετοίμασες της αφθαρσίας το ρούχο.

Την ύπαρξη εσύ πήρες απ' τη σάρκα μας κι αντίδωρο ευδαιμονία μας χάρισες· τις λύπες τις κατάργησες, τα σάβανα έσκισες που μας τυλίγαν του θανάτου· την πρώτη κατοικία για μας την εξανάφτιαξες. Εμείς κλείσαμε τον παράδεισο, εσύ το δρόμο προς το δέντρο της ζωής πλατύ μας άνοιξες.

Αιτία εμείς που απ' τα καλά προκύψανε τα θλιβερά, χάρη σε σε απ' τα θλιβερά μας ήρθαν τα καλύτερα. Και πώς εσύ η αμόλευτη το θάνατο να τον γευτείς; Γιοφύρι εσύ προς τη ζωή, κι ο θάνατος σου θα γενεί σκάλα που πάει στους ουρανούς, μικρό καράβι που περνάει προς την αθανασία. Αληθινά μακαριστή εσύ 'σαι τρισμακάριστη. Γιατί ποιος θα προσφέρονταν, ο Λόγος αν δεν ήτανε, να πάθει αυτό που ανάλαβε να πράξει;

Κι η σύναξη των προφητών εσυμφωνούσεν όλη. Εσύ τις προφητείες μας έκανες ν' αληθέψουν. Εσύ την που προσμέναμε μας έφερες χαρά. Γιατί λευτερωθήκαμε απ' του θανάτου τα δεσμά για χάρην εδική σου. Έλα κοντά μας, θησαυρέ θεϊκέ, ζωή που φέρνεις, έλα σε μας τους διψασμένους, συ που προσκόμισες του πόθου μας το πλήρωμα.

Αλλά κι απ' τη μεριά την άλλη πλήθος άγιοι, τραβούσανε την προσοχή με λόγους αρκετούς καθώς σωματικά γυροστεκόντανε. Μείνε μαζί μας, η παρηγοριά μας, λέγανε, μοναδικό στη γη κουράγιο μας· μη μας αφήσεις ορφανούς, μητέρα, που για του Γιου σου την αγάπη κινδυνεύουμε.

Άσε να σ' έχουμε στους κόπους μας ανάπαυλα και στους ιδρώτες μας δροσιά. εσύ, κι αν θες να μείνεις το μπορείς, κι αν βιάζεσαι να φύγης εμπόδιο δε θα βρής. Αν εσύ φύγεις, του Θεού η κατοικία, και μεις μακάρι αντάμα σου να φύγουμε, που για το Γιό σου εμείς λαός σου είμαστε. Μονάχα εσύ μας έμεινες να σ' έχουμε πάνω στη γη παρηγοριά. Ευτυχισμένοι θάμαστε αν ζεις ζώντας μαζί σου, κι αν πεθάνεις πεθαίνοντας. Μα τι θα πει αν πεθάνεις; Αφού για σε κι ο θάνατος ζωή, και πιο καλή ζωή, κι απ' την ζωήν ετούτην ασύγκριτα υπέρτερη· αλλά για μας τι ζωή θάναι τούτη να τη ζούμε, όταν εσέ μαζί μας δε θα σ' έχουμε;


9. Έτσι θαρρώ απάνω - κάτω οι απόστολοι, μ' όλη μαζί της εκκλησίας τη σύναξη στην όλβια παρθένα θα μιλούσανε. Αλλά επειδή βλέπαν τη Θεομήτορα ανυπόμονα την εκδημία της να ορέγεται, ύμνους άρχισαν κατευόδιους, καταγεμάτοι από τη θεία χάρη, το στόμα τους δανείζοντας στο Πνεύμα, απ' το κορμί τους σ' έκσταση και με βαθιάν αποθυμιά να την ακολουθήσουν στο ταξίδι της τη μάνα του Θεού, φεύγοντας απ' τον κόσμο πριν την ώρα τους αν ήταν μπορετό κατά τη δύναμη του πόθου τους.

Κι έπειτα όλοι, όταν τον πόθο και το χρέος ξεπληρώσανε, και πολυλούλουδο πολύχρωμο με τα ιερά τραγούδια τους στεφάνι πλέξανε, την ευλογία ως θησαυρό ελάβαιναν θεόσταλτο, καθώς και τα στερνά της λόγια που όπως έφευγε τους έλεγε. Κι απ' όσο ξέρω ήταν για τη ζωήν ετούτη που κυλά και χάνεται, και φανερώναν τα κρυμμένα μυστήρια των αγαθών των μελλούμενων.


10. Κι ύστερα κοντά με τούτα και συνέχεια κι άλλα γίνανε, να, κάπως έτσι, όπως εγώ θαρρώ· ο ερχομός του βασιλιά σ' αυτήν που τον εγέννα, για να δεχτεί στα θεϊκά κι άχραντα χέρια του την ιερή της την ψυχή, την καθαρή κι αμόλευτη. Και δίχως άλλο έτσι αυτή του μίλησε.

Στα χέρια σου το πνεύμα μου, τέκνο μου, παραδίνω. Δέξου τήν π' αγαπάς ψυχή μου, που άψογην εκράτησες. σε σένανε, κι όχι στη γη, το σώμα μου τ' αφήνω· το κατοικιά σου πούκαμες άβλαβο φύλαξέ το, παρθενικό που εκράτησες κι απ' όταν εγεννήθης.

Κοντά σου πάρε με, μαζί με σε να κατοικήσω κι εγώ, όπου θα είσαι εσύ, των σπλάχνων μου η φύτρα· σε σένα βιάζομαι να ρθω πούρθες και μ' επισκέφτεις, δίχως να χωριστείς απ' τον Πατέρα. Συ στα παιδιά μου π' αγαπώ, κι αδέρφια σου να τα ονομάσεις δέχτηκες, γίνε παρηγοριά για το ταξίδι μου· καθώς τα χέρια μου πάνω τους θ' ακουμπήσω, βάνε ευλογία πάνω στην ευλογία τους.

Ύστερα, καθώς να φανταστεί κανείς μπορεί, τα χέρια της υψώνοντας τους συναγμένους βλόγησε, αφού λόγια ως ετούτα είπε, κι ως άκουσε: «Έλα ευλογημένη» μου μητέρα, «να ξεκουραστείς». «Σήκω, γειτόνισσά μου, έλα» μες στις γυναίκες «η ομορφότερη», «γιατί, να, διάβηκε ο χειμώνας, ήρθεν η ώρα για να κόψουμε κλαδιά»· «γειτόνισσά μου όμορφη, κι ούτε πούχεις ψεγάδι»· «η ευωδιά των μύρων σου πάνω απ' τ' αρώματα όλα».

Ετούτα δω ως άκουσε η Παναγιά, το πνεύμα της στου Γιου τα χέρια αφήνει.

11. Και τώρα τι γίνεται; Κίνηση των στοιχείων θαρρώ, κι αλλαγή και φωνές και πάταγοι κι επάξιες υμνωδίες αγγέλων που συνοδεύουν, προπορεύονται, ακολουθούν· κι άλλοι μπαίνουνε στην ακολουθία της πανάγιας κι αψεγάδιαστης ψυχής, και στα ουράνια ως ανεβαίνει ανεβαίνουνε μαζί της, ώσπου στο θρόνο το βασιλικόν έφεραν τη βασίλισσα, κι άλλοι το θείο κι ιερό κυκλώνουν σώμα το άγιο, και με τραγούδια που σ' αγγέλους πρέπουνε τη μάνα του Θεού υμνούνε.

Και τι να κάναν όσοι στο πανάγιο και στο πανίερο σώμα παραστέκονταν; με σεβασμό και πόθο και δάκρυα καυτής χαράς, κυκλώνοντας το άγιο και τρισευτυχισμένο σκήνωμα, το αγκάλιαζαν, το ασπάζονταν, κι όλα τα μέλη τους φέρναν κοντά στο σώμα, γιομίζοντας απ' τ' άγγιγμα αγιωσύνη κι ευλογία.

Τότε οι αρρώστιες χάνονταν, κοπαδιαστά δαιμόνια φεύγαν τρέχοντας, συμμαζωμένα από παντού, μόνο προς τα βασίλεια του άδη· αγέρι, αιθέρας κι ουρανός αγιάζονταν το πνεύμα όπως ανέβαινε, καθώς κι η γη, το σώμα ως της απόθεσαν.

Αλλά κι η φύση των νερών μεράδι δε στερήθηκεν από την ευλογία· γιατί με καθαρό νερό τη λούζουν, που αντίς να δώσει καθαρμό, αυτό από κείνη αγνίζεται. Εδώ οι κουφοί βρίσκουν ξανά ακέρια την ακοή τους, για τους κουτσούς στεργιώνονται οι βάσεις των ποδιών τους, καινούργιο φως χαρίζεται και στους τυφλούς, τα χρέη σκίζονται των αμαρτωλών με πίστη που πλησιάζουν.

Ύστερα τι άλλο; Το καθάριο σώμα το τυλίγουν σε καθαρά σεντόνια εντός, και πάλι στο κλινάρι αποθέτουν τη βασίλισσα. Κατόπι μύρα και κεριά, κι άσματα κατευόδια, καθώς οι άγγελοι ψαλμωδούν στις εδικές τους γλώσσες τον ύμνο τον καλύτερο, κι ως τραγουδούν οι απόστολοι κι οι θεοφόροι πατέρες ωδές που ευφραίνουν το Θεό και που εμπνέει το Πνεύμα.


12. Τότε λοιπόν, τότε Κυρίου η κιβωτός, τ' όρος αφήνοντας της Σιών, φερμένη στους ονομαστούς ώμους των αποστόλων, μες απ' τον τάφο στ' ουρανού την εκκλησιά περνάει. και πρώτα την περνούν μέσα απ' την πόλη, σα νύφη απειρόκαλλη, του Πνεύματος την άφθαστη τη λάμψη στολισμένη, κι έτσι τη φέρνουν στο ιερώτατο χωριό Γεθσημανή, καθώς άγγελοι τρέχουν μπρος κι άλλοι πιο πίσω ακολουθούν και με τις φτερούγες όλην τηνε σκεπάζουν, κι όλο μαζί της πάει της εκκλησίας το πλήρωμα.

Κι όπως εκάλεσε ο βασιλιάς ο Σολομών, σαν ήτανε ν' αναπαυτεί η κιβωτός μες στου Κυρίου την Εκκλησιά, που ο ίδιος είχε χτίσει, «τους γέροντες του Ισραήλ όλους να 'ρθούνε στη Σιών, κι από την πόλη του Δαβίδ να φέρουνε την κιβωτό της διαθήκης του Κυρίου (που αυτή είναι η Σιών)· και σήκωσαν οι ιερείς την κιβωτό και τη σκηνή του μαρτυρίου και τ' ανέβασαν οι λευΐτες κι οι ιερείς· κι ήταν μπροστά στην κιβωτό ο βασιλιάς κι ο λαός όλος, βόδια θυσιάζοντας αμέτρητα και πρόβατα· και φέρνουν μέσα οι ιερείς την κιβωτό της διαθήκης του Κυρίου, στον τόπο της και στο δαβίρ της εκκλησιάς, στ' άγια των αγίων, κάτω απ' τις φτερούγες των χερουβίμ»· έτσι και τώρα το λοιπόν, σαν ήτανε ν' αναπαυτεί η κιβωτός η νοητή, όχι της διαθήκης του Κυρίου, αλλά της ίδιας της υπόστασης του Λόγου και Θεού, ο ίδιος ο νέος Σολομών πούν' της ειρήνης ο άρχοντας κι όλου του κόσμου ο τεχνουργός, σήμερα κάλεσε στην Ιερουσαλήμ όλες τις τάξεις των πνευμάτων τ' ουρανού τις υπερκόσμιες και τους εξέχοντες της νέας διαθήκης, δηλαδή τους απόστολους, μαζί μ' ολάκερο το λαό των μαθητών.

Και την ψυχή μ' αγγέλους του τη φέρνει και την οδηγεί μες των αγίων τ' άγια, τ' αρχέτυπα κι αληθινά κι ουράνια, πάνω στις φτερούγες των ζώων των τετράμορφων, και την εκάθισε κοντά στο θρόνο του, μέσα απ' το καταπέτασμα, που πρώτος και σωματικά ο ίδιος έχει μπει ο Χριστός, κι ως για το σώμα, μεταφέρεται στα χέρια των απόστολων, καθώς ο βασιλιάς των βασιλέων το συγκαλύπτει κάτω απ' τη λάμψη της αόρατης θεότητας, και μ' όλη των πιστών τη σύναξη να τρέχει εμπρός, κραυγές αφήνοντας ιερές, κι «αινέσεως θυσίαν» θυσιάζοντας, ώσπου στον τάφο, σαν σε κάμαρη νυφιάτικη, το απόθεσαν, κι απ' αυτόν μέσα στης Εδέμ τη χαρμονή και στα ουράνια δώματα.


13. Μπορεί ακόμα κι απ' τους Ιουδαίους να βρέθηκαν, όσοι δεν ήτανε παραπολύ αχάριστοι. και δεν θάναι παράκαιρο, καθώς στο πιάτο το γαρνίρισμα, αν μες στο λόγο κάτι ανακατέψουμε που σε πολλά χείλη κυκλοφορεί.

Γιατί λέν, πως καθώς κατηφόριζαν την πλαγιά κείνοι που το μακάριο σώμα σήκωναν της μάνας του Θεού, ένας Εβραίος, της αμαρτίας δούλος και της πλάνης οπαδός, κάνοντας όπως έκανε ο δούλος του Καϊάφα (που το θεϊκό, δεσποτικό του Χριστού και Θεού μας πρόσωπο ράπισε) και του διαβόλου όργανο γενάμενος, μες στην ορμή του θράσους την αλόγιστη, σπρωγμένος από δαίμονα κακόν ερρίχτηκε σ' εκείνο το θείο σκήνωμα, που τρέμοντας το πλησιάζουν οι άγγελοι, και το κλινάρι με τα δυό του χέρια μανικά και ξέφρενα αρπάζοντας το τραβούσε να το ρίξει στη γης· αποτέλεσμα φθόνου του αρχεκάκου διαβόλου και τούτο το πήδημα· μα ο καρπός τον κόπο πρόλαβε, και τρύγησε πικρό σταφύλι, αντάξιο εκείνου που βουλήθηκε.

Γιατί λεν πως του λείψανε τα χέρια. και μπόρειες να τον δεις κείνον που τ' άπρεπο τόλμησε με τα ίδια του τα χέρια, ολομεμιάς να εμφανιστεί κουλός, ώσπου τη γνώμη του άλλαξε κι εστράφη προς την πίστη και μετάνοιωσε. Γιατί εκείνοι που σηκώνανε την κλίνη ευθύς εστάθηκαν, κι όπως τα χέρια του ακούμπησε ο δύστυχος στο σκήνωμα το ζωαρχικό που γέννησε τα θαύματα, πάλι γερός από κουλός ξανάγινε. Γιατί γνωρίζει η δύσκολη ώρα πως πολλές, σοφές απόφασες και σωστικές να γεννάη. Αλλά στην ιστορία μας ας ξανάρθουμε.


14. Από δω προς την ιερώτατη Γεθσημανή τη φέρνουν πάλι ασπασμοί, αγκαλιάσματα, και παινέματα, ύμνοι ιεροί, χαιρετισμοί και δάκρυα και ποταμοί να τρέχουν οι ίδρωτες και της αγωνίας και του πόθου. Κι ήταν να βλέπης ίδρωτες και δάκρυα ν' ανταγωνίζονται στους ποταμούς που έφτιαχναν. Κι έτσι το σώμα το πανάγιο αποτίθεται στο δοξασμένο και στο θαυμαστό του μνήμα, κι από κει τρεις μέρες μετά, ψηλά στα ουράνια ανυψώνεται.

Γιατί ετούτη η κατοικία η αντάξια του Θεού, η πηγή η άσκαφτη του νερού της συγγνώμης, η γη η ανόργωτη του ψωμιού του ουράνιου, τ' αμπέλι τ' απότιστο πούδωσε της αθανασίας το σταφύλι, η πάντα πράσινη με τους ωραίους καρπούς ελιά της ευσπλαχνίας του πατέρα, δεν γίνονταν μέσα στης γης τα χάη να κλειστεί· αλλά καθώς το σώμα που απ' αυτήν ο Θεός Λόγος ένωσε με την υπόστασή του, το άγιο κι αμόλευτο, την τρίτη μέρα ανέστη από το μνήμα, έτσι και τούτη έπρεπε από τον τάφο ν' αρπαχτεί και νάβρει άλλο λιμάνι, κοντά στο Γιο η μητέρα· κι όπως αυτός σ' εκείνηνε κατέβηκε, έτσι κι εκείνη προς αυτόν έπρεπε ν' ανέβει, προς «το ναό το μεγαλύτερο και τελειότερο, στον ουρανό τον ίδιο».

Έπρεπε εκείνη που το Λόγο και Θεό μες στην κοιλιά της φιλοξένησε, να κατοικήσει μες στου Γιου της τις θείες σκηνές· κι όπως είπεν ο Κύριος πως έπρεπε στην κατοικία του Πατέρα του να βρίσκεται, έτσι κι η μάνα έπρεπε μες στο βασίλειο του Γιου να κατοικεί, «στο σπίτι του Κυρίου» και «στις αυλές του Θεού μας». Γιατί αν βρίσκεται σ' αυτόν «όλων που χαίρονται η κατοικία» άραγε πού να κατοικήσει θα μπορούσε η αιτία της χαράς;

Έπρεπε αυτή που φύλαξε την παρθενία και μες στη γέννα απείραχτη, αδιάφθορο το σώμα. της να φυλαχτεί κι από το θάνατο ύστερα.

Έπρεπε αυτή που στην αγκάλη της βρέφος τον κτίστη εκράτησε στα θεϊκά να κατοικεί σκηνώματα.

Έπρεπε η νύφη που ο Πατέρας διάλεξε, στους νυφικούς θαλάμους τ' ουρανού να μένει.

Έπρεπε αυτή που στο σταυρό το Γιο τον εδικό της αναγνώρισε, και δέχτηκε μες στην καρδιά τη μαχαιριά του πόνου, που απόφυγε στη γέννα της, να τον θεωρεί με τον Πατέρα του μαζί να κάθεται.

Έπρεπε η μάνα του Θεού όλα τα πράγματα του Γιου και κείνη να κατέχει, κι απ' όλη να προσκυνηθεί την κτίση ως μάνα του Θεού και δούλη του.

Γιατί πάντα η κληρονομιά κατέρχεται απ' τους γονιούς στα τέκνα. μα τώρα, ως είπε ένας σοφός, πάνω οι πηγές των ποταμών των ιερών ανεβαίνουν.

Γιατί ο Γιος υπόταξε στη μάνα όλη τη χτίση.

15. Ελάτε γι' αυτό και μεις σήμερα την εξόδια γιορτή της μητέρας του Θεού να γιορτάσουμε, χωρίς σουραύλια και ντελίρια, και όργια ομαδικά της μάνας, όπως λένε, των ψευτοθεών, που οι ανόητοι στη φαντασία τους την πλάθουνε πολύτεκνη, ενώ ο λόγος της αλήθειας τη δείχνει άτεκνη.

Τέτοιες της φαντασίας σκιές είναι οι θεοί αυτοί, χυδαία που υποκρίνονται πως είναι ό,τι ποτέ δεν ήτανε, έχοντας για βοήθεια την ανοησία αυτών που βρίσκονται στην πλάνη. Πώς μπορεί να γεννήσει με σύζευξη το ασώματο; και με ποιό τρόπο θα ενωθεί; και πώς μπορεί νάναι θεός κείνο που, μη όντας πρώτα, έγινε με τη γέννηση;

Γιατί το γένος των θεών πως είναι ασώματο είναι ολοφάνερο ακόμα και σ' αυτούς πούναι τυφλοί στο πνεύμα. Γιατί είπε κάπου μες στα λόγια του ο Όμηρος μιλώντας για την κατάσταση των θεών που τιμούσε:
Ψωμί δεν τρώνε και πυρρό δεν πίνουνε κρασί
για τούτο αίμα δεν έχουνε κι αθάνατους τους λένε.

Λέει πως δεν τρώνε ψωμί κι ούτε κρασί θερμαντικό πως πίνουν, για τούτο είναι αναίμονες, δηλαδή χωρίς αίμα και τους λένε αθάνατους. Τόπε πολύ σωστά ότι «τους λένε». Γιατί τους λένε αθάνατους· μα ό,τι τους λέν δεν είναι· γιατί πέθαναν της κακίας το θάνατο.

Όμως εμείς που είναι Θεός αληθινός εκείνο που λατρεύουμε, Θεός, που δεν ήρθε στην ύπαρξη απ' την ανυπαρξία, μα αιώνιος απ' τον αιώνιο, πέρα από κάθε αιτία και λογική και νόημα του χρόνου και της φύσης, τη μάνα του Θεού τιμούμε και σεβόμαστε, χωρίς να λέμε πως αυτή τούδωσε της θεότητας τη γέννηση την άχρονη - γιατί του Θεού Λόγου η γέννηση και άχρονη είναι κι αιώνια μαζί με του Πατέρα—, μα δεύτερην ομολογούμε γέννηση, με την εκούσια σάρκωση, που την αιτία της καλά γνωρίζουμε και λέμε.

Γιατί εκείνος που είναι αιώνια ασώματος, σαρκώνεται για χάρη μας, για το δικό μας το σωσμό, για να μπορέσει τ' όμοιο με τ' όμοιο να το σώσει· και σαρκωμένος, απ' αυτήν την ιερή παρθένα, γεννιέται δίχως σύζευξη, και μένει ολάκερος Θεός κι ακέριος γίνεται άνθρωπος, ο ίδιος Θεός ολόκληρος μαζί με το κορμί του, κι άνθρωπος είν' ολόκληρος με τη θεότητά του την πάνω απ' τις θεότητες.

Έτσι, αναγνωρίζοντας την κόρη αυτή για μάνα του Θεού, την κοίμησή της την πανηγυρίζουμε χωρίς θεά και να τη λέμε· προς Θεού· τα παρόμοια παραμύθια ταιριάζουνε στην αγυρτεία την ελληνική· αφού και τη θανή της την κηρύττουμε· αλλά αφού ο Θεός σαρκώθηκε την ξέρουμε για μάνα του Θεού.


16. Εκείνην μ' άσματα ιερά σήμερα ας την υμνήσουμε, εμείς που μας χαρίστηκεν ο πλούτος νάμαστε λαός Χριστού και να λεγόμαστε. Εκείνην ας τιμήσουμε με προσευχές ολονύχτιες· εκείνην ας ευφράνουμε με την αγνότητα του σώματος και της ψυχής, γιατί είναι αγνή αληθινά, ύστερα απ' το Θεό απάνω απ' όλους· γιατί έτσι ασφαλώς αρμόζει: στους όμοιους τα όμοια να υποσχόμαστε. Αυτήν ας υπηρετήσουμε βοηθώντας και συμπάσχοντας μ' αυτούς πόχουν ανάγκη.

Γιατί αν στου Θεού τη δούλεψη, τίποτα ως η αγάπη, ποιος θα πει πώς με τα όμοια κι η μάνα δε θ' αγάλλεται; Αυτή στ' αληθινά την ανείπωτη άβυσσο της αγάπης του Θεού εχάρισε σε όλους.

Χάρη σ' αυτήν ο πόλεμος που κάναμε ο πολύχρονος ενάντια στο δημιουργό σταμάτησε.

Χάρη σ' αυτήν κηρύχτηκε συμφιλίωση ανάμεσα σε μας και κείνον, μας δωρίστηκε η χάρη κι η ειρήνεψη, κι οι άνθρωποι χορεύουνε μαζί με τους αγγέλους, και γίναμε τέκνα Θεού οι καταφρονεμένοι.

Kαι το σταφύλι της ζωής τρυγήσαμε από τούτη, της αφθαρσίας το βλαστό τον κόψαμε από τούτη. Αυτή έγινε μεσίτρια για τ' αγαθά μας όλα. Μέσα της ο Θεός έγινε άνθρωπος και σε Θεό ο άνθρωπος υψώθη.

Τι πιο παράδοξο απ' αυτό; και τι ευδαιμονικώτερο; Ζαλίζομαι απ' τον τρόμο μου, φοβάμαι για ό,τι λέω. Ελάτε να χορέψουμε, εσείς νεανικές ψυχές, με την προφήτιδα Μαριάμ στον ήχο των τύμπανων, νεκρώνοντας «τα μέλη μας που βρίσκονται πάνω στη γης»· γιατί αυτό είν' το μυστικό νόημα του τυμπάνου· με της ψυχής μας την κραυγή μπρος στου Κυρίου και Θεού την κιβωτό ας φωνάξουμε, και της Ιεριχώς ευθύς θα γκρεμιστούν τα τείχη, λέω τα εχθρικά οχυρά του κράτους του διαβόλου. Πνευματικά ας χορέψουμε με το Δαβίδ αντάμα· γιατί ανεπαύτη σήμερα η κιβωτός Κυρίου.

Ας πούμε με τον άγγελο Γαβριήλ τον πρωτοστάτη·
«Χαίρε, γιομάτη χάρη εσύ, ο Κύριος μαζί σου».
Χαίρε, της χαρμονής εσύ, το πέλαγος τ' αξόδευτο.
Χαίρε, τη λύπη μόνο εσύ μπορείς κι εξουθενώνεις.
Χαίρε, γιατρειάς το βάλσαμο σε κάθε καρδιάς πόνο.
Χαίρε, που φεύγει ο θάνατος κι η ζωή μπαίνει εντός μας.


17. Και συ, πούσαι ο πιο ιερός μέσα στους τάφους τους ιερούς, ύστερ' απ' το ζωαρχικό τον τάφο του Κυρίου, εκείνον πούγινε πηγή κι ανάβρυσε η ανάσταση, — θα σου μιλήσω ως νάσουνα ύπαρξη ζωντανή —, πούν' ο χρυσός ο καθαρός όπου τα χέρια μέσα σου κρύψαν των αποστόλων; πούναι τ' αξόδευτα αγαθά; πούν' το κειμήλιο που Θεόν εδέχτη; πούν' το ζωντανό τραπέζι, το νέο κι άκοπο πού βρίσκεται βιβλίο, που δίχως χέρι εγράφτηκεν άρρητα ο Θεός Λόγος; πούναι της χάρης η άβυσσος; το πέλαο της γιατρειάς; πούν' η πηγή που τη ζωή γέννησε; πούν' το σώμα της Θεομάνας τ' ακριβό και πολυαγαπημένο;

Στον τάφο τι ζητάτε αυτήν που πέταξε στα ουράνια δώματα; Σαν νάμουν φρουρός τι μου ζητάς ευθύνες; Ν' αντισταθώ δεν δύναμαι στις διαταγές τις θείες. Το σώμα τ' άγιο κι ιερό, αφού το σάβανο άφησε και μούδωσε τον αγιασμό, καθώς με γέμισε ευωδιές και μύρα κι ιερό ναό μ' έκανε, σα να τ' άρπαξαν έφυγε, με τη συνοδεία αγγέλων κι αρχαγγέλων κι όλων των επουράνιων δυνάμεων. Τριγύρω μου τώρα φτερουγίζουνε άγγελοι.

Τώρα μέσα μου η θεία χάρη κατοικεί. Εγώ για τους αρρώστους έγινα γιατρικό, μακριά τους πόνους τους που διώχνει· εγώ πηγή ιαματική παντοτινή· σκορπίζω εγώ τους δαίμονες μακριά. Έγινα εγώ η πόλη που δίνει καταφύγιο για τους κατατρεγμένους. Με πίστη ελάτε, οι λαοί, ν' αντλήσετε χαρίσματα ποτάμι.

Με την πίστη σας ακλόνητη πλησιάστε. «Όσοι διψάτε στο νερό πηγαίνετε» προστάζει ο Ησαΐας, «κι από σας όσοι λεφτά δεν έχουν, πάτε και δίχως πληρωμή αγοράστε». Εγώ σ' όλους κατά το ευαγγέλιο φώναξα.

Απ' τις αρρώστιες όποιος διψά τη γιατρειά, απ' της ψυχής τα πάθη τη λύτρωση, οι αμαρτίες να χαθούν, να νεκρωθούν οι επιδρομές οι διάφορες, της βασιλείας των ουρανών την τέρψη ν' απολαύσει, με πίστη ας έρχεται κοντά μου απ' τα νερά της χάρης ν' αντλήσει που πολλά μπορούν και σ' όλα χρησιμεύουν.

Γιατί καθώς η ενέργεια του νερού πούναι μία κι απλή, όπως της γης κι όπως του αέρα και του ήλιου του λαμπερού, κι ωστόσο αλλάζει ανάλογα μ' εκείνου τη φύση που τη δέχεται, στο κλίμα γίνεται κρασί και στο λιόδεντρο λάδι· έτσι κι η χάρη, ενώ είναι απλή και μία, διάφορα δίνει δώρα σ' όσους μετέχουνε, ανάλογα με τη χρεία του καθενός. Δεν είναι από τη φύση μου τη χάρη που κατέχω· γιατί ο κάθε τάφος ξέχειλος βρωμιά, τη θλίψη φέρνει, τη χαρά τη μάχεται.

Δέχτηκα μύρο ατίμητο, πήρα απ' την ευωδιά του, κι έτσι το μύρο ευωδιαστό και δυνατόν εστάθη, που για το λίγο οπού 'μεινε παντοτινή ν' αφήσει τη μυρωδιά «γιατί ποτέ» στ' αλήθεια «δεν παίρνει πίσω ο Θεός κείνο πούχει χαρίσει»· στης ευφροσύνης την πηγή έδωσα κατοικία, κι ο πλούτος μου χαρίστηκε να την πηγάζω αιώνια.


18. Βλέπετε αγαπητοί πατέρες κι αδελφοί, με τι λόγια μας απαντά ο πολυδοξασμένος τάφος· και πως αυτά είν' αληθινά το μαρτυρούν όσα στην ιστορία την Ευθυμιακή, στον τρίτο λόγο, τεσσαρακοστό κεφάλαιο έτσι αυτολεξεί είναι γραμμένα.

Είπαμε πριν πως στην Κωνσταντινούπολη πολλές έχτισεν εκκλησιές για το Χριστό η αγία Πουλχερία. Μία απ' αυτές κι εκείνη, που στις Βλαχέρνες χτίστηκε όταν πρωτοβασίλεψε ο Μαρκιανός, που βρήκε θείο θάνατο.

Αυτοί λοιπόν σαν έχτισαν εκεί ναό σεβάσμιο για την πολυτραγουδισμένη και παναγία, Θεοτόκο Μαρία την παρθένα την παντοτινή, και μ' όλα τα στολίδια τον στολίσανε το σώμα της ζητούσαν το πανάγιο που εδέχτη το Θεό· στείλαν λοιπόν και κάλεσαν τον Ιουβενάλη, στα Ιεροσόλυμα επίσκοπο, και τους επίσκοπους της Παλαιστίνης, που στη βασιλεύουσα βρισκόταν, τότε για τη σύνοδο της Χαλκηδόνας κείνον τον καιρό, και τους λένε· Μάθαμε στην Ιερουσαλήμ πως βρίσκεται της παναγιάς η πρώτη κι εξαιρετική εκκλησιά της Θεοτόκου κι αειπάρθενης Μαρίας, σ' ένα χωριό, Γεσθημανή το λένε, όπου το σώμα της που εκράτει τη ζωή, σε φέρετρο τ' απόθεσαν. Λοιπόν αυτό το λείψανο θέλουμε να το φέρουμε εδώ για να φυλάει αυτή την πόλη την πρωτεύουσα.

Πήρε το λόγο ο Ιουβενάλης κι αποκρίθη· Μες στη θεόπνευστη Γραφή και την αγία, δεν αναφέρεται τίποτα για το θάνατο της Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας· όμως από παράδοση αρχαία κι αληθινή πολύ, μάθαμε ότι τον καιρό που ένδοξα κοιμήθηκε, όλοι οι άγιοι απόστολοι που πάνω -κάτω τρέχανε στην οικουμένη ολόκληρη τα έθνη για να σώσουνε, σε μια στιγμή μαζεύτηκαν στα Ιεροσόλυμα, πετώντας πάνωθε απ' τη γη, κι όπως κοντά της έφτασαν όραμα αγγελικό τους φανερώνεται, και ψαλμωδία θεϊκιά ακούγονταν απ' τις καλύτερες δυνάμεις κι έτσι με δόξα θεϊκή κι ουράνια παράθεσε μες στου Θεού τα χέρια την άγια της ψυχή με τρόπον άρρητο.

Κι ως για το σώμα της που εδέχθη το Θεό με υμνωδία αγγελική κομίσθη κι αποστολική, το κήδεψαν και τόθεσαν στον τάφο στη Γεθσημανή· όπου τρεις μέρες δε σταμάτησαν οι υμνωδίες των αγγελικών χορών.

Κι από την τρίτη μέρα κι ύστερα, η υμνωδία όταν σταμάτησε η αγγελική, οι απόστολοι πούταν εκεί ανοίξανε το φέρετρο, να προσκυνήσει το θεοδόχο σώμα ως το θέλησε, κι ένας ακόμα, που έλειπε κι ήρθε μετά την τρίτη μέρα.

Κι ούτε που διόλου μπόρεσαν να βρουν το σώμα της το πολυδοξασμένο, κι αφού τα σάβανά της βρήκανε που κείτονταν μονάχα και γέμισαν απ' την ευωδιά που χύναν την ανείπωτη, το φέρετρο ξανάκλεισαν.

Κι έκπληχτοι μπρος στο θαυμαστό μυστήριο μονάχα ετούτο να σκεφτούν μπορούσαν ότι αυτός που ευδόκησε να σαρκωθεί προσωπικά κι άνθρωπος να γενεί απ' αυτήν και με σάρκα να γεννηθεί Θεός Λόγος και Κύριος της δόξας, αυτός που φύλαξε άβλαβη την παρθενία της και μετά τη γέννα, αυτός εδέχτη το άχραντο κι αμόλευτό της σώμα, αφού απ' τον κόσμον τούτον έφυγε, να το τιμήσει κάνοντάς το άφθαρτο και μεταθέτοντάς το πριν απ' την ανάσταση που κοινή θάναι για όλους.

Και βρέθηκαν εκεί με τους απόστολους τότε κι ο τιμιώτατος Τιμόθεος ο απόστολος και πρώτος μες στην Εκκλησία των Εφεσίων επίσκοπος, κι ο αρεοπαγίτης Διονύσιος, καθώς το μαρτυρεί ο ίδιος Διονύσιος ο μέγας μες στους λόγους του πούγραψε στον απόστολο Τιμόθεο, εκείνον που αναφέραμε, με θέμα του τον Ιερόθεο το μακάριο, που κι αυτός τότε ήταν εκεί, μ' αυτά εδώ τα λόγια:
«Το ίδιο και μεις κοντά στους θεοφώτιστους ιεράρχες μας, όπως κι εσύ το ξέρεις κι αυτός και πολλοί απ' τους αγίους μας αδερφούς, συμμαζευτήκαμε το ζωαρχικό και θεοδόχο να δούμε σώμα· κι ήταν μπροστά κι ο αδελφόθεος Ιάκωβος, κι ο Πέτρος, ο κορυφαίος και γηραιότατος μέσα στους θεολόγους.

Ύστερα αποφασίσαμε, αφού το σώμα είδαμε, οι ιεράρχες όλοι ν' ανυμνήσουμε, όπως μπορούσε ο καθείς, την καλωσύνη με τη δύναμη την άπειρη της θεαρχικής αδυναμίας. Μετά τους θεολόγους, όπως ξέρεις, όλους τους άλλους ιερομύστες ξεπερνούσε, σαν κάπου αλλού να βρίσκονταν ολόκληρος, ολόκληρος σ' έκσταση απ' τον εαυτό του, πάσχοντας απ' τη σχέση του μ' εκείνα που ανυμνούσε, κι όλοι εκεί που τον άκουγαν, τον έβλεπαν, τον γνώριζαν και δεν τον γνώριζαν, τον κρίναν για θεοφώτιστο και ιερό υμνολόγο.

Αλλά γιατί να σου μιλώ για όσα εκεί θεολογικά ειπωθήκανε; Γιατί, εκτός και μ' απατά η μνήμη μου, ξέρω πως από σένα πολλές φορές άκουσα κάποια κομμάτια από τις εμπνευσμένες κείνες υμνωδίες».
Κι οι βασιλιάδες αφού τούτα τάκουσαν, γύρεψαν απ' τον ίδιον αρχιεπίσκοπο Ιουβενάλη εκείνο τ' άγιο φέρετρο μ' όσα είχε μέσα ρούχα και σεντόνια της Μαρίας, της δοξασμένης παναγίας Θεοτόκου, να τους το στείλει βουλλωμένο μ' ασφάλεια· κι όταν το λάβαν τ' αποθέσανε στο σεβαστό ναό που στις Βλαχέρνες χτίστηκε της παναγίας Θεοτόκου. Κι όσο γι' αυτά έτσι έγιναν.


19. Όμως εμείς στον τάφο τι θ' αποκριθούμε; Μπορεί νάναι η χάρη σου παντοτινή κι αδιάκοπη, ωστόσο η θεία δύναμη δεν κλείνεται σε τόπους, κι ούτε της μάνας του Θεού οι ευεργεσίες κατοικούν μόνο μέσα στο μνήμα· γιατί αν στον τάφο μόνο περιορίζονταν, λίγοι τη θεία δωρεά θα λάβαιναν· μα τώρα ως τα πέρατα όλα του κόσμου άφθονα έχουν μοιραστεί.

Λοιπόν στη Μάνα του Θεού τη μνήμη μας ας φτιάξουμε για κατοικία. Πώς τάχα; Παρθένα η ίδια ήταν και την παρθενίαν αγάπαε· αγνή ήταν κι η ίδια και αγάπαε την αγνότητα. Όταν λοιπόν αγνίσουμε τη μνήμη με το σώμα μας μαζί, θα την κατέχουμε τη χάρη της να κατοικεί παντοτινά μαζί μας. Γιατί το βούρκο κάθε λογής τον αποφεύγει, και τ' ακόλαστα τα πάθη τ' αποστρέφεται, τη βουλιμία απεχθάνεται, την πορνεία τη μάχεται· τους λόγους τους αισχρούς αηδιάζει· τους βρώμικους τους λογισμούς τους αποφεύγει, σαν όχεντρας γεννήματα· μισεί του θυμού τα πρηξίματα· δεν πλησιάζει όπου είν' απανθρωπιά και φθόνος κι όπου μάχονται· τη ματαιοδοξία που κοπιάζει άδικα αποστρέφεται· τον όγκο της υπερηφάνειας σαν οχτρός αντιμάχεται· τη μνησικακία μισεί που στη σωτηρία είν' αντίθετη· κάθε κακία θανατερό φαρμάκι λογαριάζει και χαίρεται στ' αντίθετα απ' αυτά.

Γιατί στ' αντίθετα, τ' αντίθετα είναι γιατρικά. Με τη νηστεία ευφραίνεται και την εγκράτεια και με τραγούδια ψαλμικά· με την αγνότητα, την παρθενία και τη σωφροσύνη αγάλλεται, ειρηνικά περνά μαζί τους πάντοτε και τις φιλεί μ' αγάπη.

Το ειρηνικό και πράο φρόνημα φιλεί· την αγάπη, τη σπλαχνιά, την ταπεινότητα, τις αγκαλιάζει ως νάταν παραμάνες της. Και με δυο λόγια στις κακίες όλες θλίβεται και στενοχωριέται, και σ' όλες τις αρετές, σαν για δικό της χάρισμα ευφραίνεται.

Λοιπόν απ' τις παλιές κακίες αν φύγουμε ολόψυχα, και μ' όλη μας τη δύναμη τις αρετές ποθήσουμε, και συνοδεία τις έχουμε, συχνά στους υπηρέτες της θε νάρχεται, μαζί της φέρνοντας κι όλη τη σύναξη των αγαθών, και το Χριστό το Γιο της και των όλων βασιλέα και κύριο μαζί της θα τον φέρει στις καρδιές μας να κατοικεί· που δόξα και τιμή του πρέπει, δύναμη και μεγαλωσύνη και μεγαλοπρέπεια, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα, και πάντα και στων αιώνων τους αιώνες. Αληθινά.

-------------------------------------
πηγή:  Ᾱγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος - Τέσσερις Θεομητορικές ομιλίες, εκδ. Αποστολική Διακονία, 1970.

Αναδημοσίευση από: http://paterikakeimena.blogspot.gr

Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ' όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό.
Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ' αυτή τη γιορτή.

Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.

Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).

Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.

Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28).

Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.

Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ' αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).

Η Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.

Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ' ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.

Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι' αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.

Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μας αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.
--------------------------------------------
πηγή: Άγιος Λουκάς Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες, τόμος Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη.

Του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Τω αυτώ μηνί ΙΕ΄, η σεβασμία Μετάστασις της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.

Ου θαύμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην,
Του Κοσμοπλάστου σαρκικώς τεθνηκότος.
Zή αεί Θεομήτωρ καν δεκάτη θάνε πέμπτη.

Ο΄ταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ηθέλησε να παραλάβη εις τον εαυτόν του την εδικήν του Μητέρα, τότε προτίτερα από τρεις ημέρας, εφανέρωσεν εις αυτήν διά μέσου Αγγέλου (όστις λέγουσιν, ότι ήτον ο Αρχάγγελος Γαβριήλ) την από γης εις Ουρανόν αυτής
Μετάστασιν. Ελθών δε προς αυτήν ο Άγγελος, είπε. Τάδε λέγει ο Υιός σου. καιρός είναι να παραλάβω την Μητέρα μου εις τον εαυτόν μου. Όθεν μη ταραχθής διά τούτο, αλλά με ευφροσύνην δέξαι το μήνυμα, επειδή και μεταβαίνεις εις ζωήν αθάνατον. Τούτο δε μαθούσα η Θεοτόκος, εχάρη χαράν μεγάλην. Και λοιπόν από τον πόθον κινουμένη του να μεταβή προς τον Υιόν της, ανέβη με σπουδήν και προθυμίαν επάνω εις το όρος των Ελαιών διά να προσευχηθή. (Είχε γαρ η Πανύμνητος τοιαύτην συνήθειαν, να αναβαίνη συχνά εις το όρος αυτό.) Τότε δε ηκολούθησεν ένα θαύμα παράδοξον. Διότι όταν ανέβη εκεί η Θεοτόκος, τότε έκλιναν την κορυφήν αυτών τα δένδρα, οπού ήτον εις το όρος φυτευμένα, ωσάν να ήτον έμψυχα και λογικά, και έτζι επροσκύνησαν, και απέδωκαν κατά το πρέπον, σέβας και τιμήν εις την Κυρίαν του κόσμου και Δέσποιναν.

Αφ’ ου δε ικανώς επροσευχήθη η Πανάχραντος, εγύρισεν εις την οικίαν της, και ω του θαύματος! παρευθύς εσείσθη όλη. Έπειτα άναψε πολλά φώτα η Δέσποινα, και ευχαριστήσασα τον Θεόν, εκάλεσε τας συγγενίδας αυτής και γειτόνισσας. Σαρόνοι τον οίκόν της, ευτρεπίζει τον νεκροκράββατον, και ετοιμάζει όλα, όσα ήτον επιτήδεια εις τον ενταφιασμόν της. Φανερόνοι δε και εις τας άλλας γυναίκας τα λόγια, οπού την ελάλησεν ο Άγγελος διά την εις τους Ουρανούς αυτής μετάστασιν. Και εις πληροφορίαν και πίστωσιν των λεγομένων, δείχνει εις αυτάς το χαροποιόν και νικητικόν σημείον, οπού έδωκεν εις αυτήν ο Άγγελος. Τούτο δε ήτον ένας κλάδος της φοινικίας. Η δε καλεσμέναις γυναίκες, το λυπηρόν τούτο ακούσασαι μήνυμα, εθρήνουν, και με δάκρυα το πρόσωπον αυτών έλουον, ελεειναίς φωναίς οδυρόμεναι. Παύσασαι όμως από τους θρήνους, παρεκάλουν την Δέσποιναν να μη τας αφήση ορφανάς. Η δε Θεοτόκος τας εβεβαίονεν, ότι και αφ’ ου μετασταθή εις τους Ουρανούς, έχει να διαφυλάττη, όχι μόνον αυτάς, αλλά και όλον τον κόσμον. Όθεν με τα τοιαύτα παρηγορητικά λόγια, έπαυσε την υπερβολικήν αυτών λύπην.

Έπειτα εδιώρισεν η Πάναγνος διά τα δύω φορέματα οπού είχεν, ότι δηλαδή αι δύω χήραι, οπού ήτον εις αυτήν γνώριμαι και φιλαινάδαι, και οπού ετρέφοντο παρ’ αυτής, αυταί να πάρουν κάθε μία το ένα φόρεμα.

Εις καιρόν δε οπού ταύτα εδιάτασσεν η Πανάμωμος, ω του θαύματος! έγινεν αιφνιδίως ένας ήχος μιάς δυνατής βροντής, και ευθύς ήλθον εκεί πάμπολλα νέφαλα, τα οποία αρπάσαντα από τα πέρατα της οικουμένης τους Αποστόλους, έφεραν αυτούς εις την οικίαν της Θεοτόκου. Μαζί δε με τους Αποστόλους ήλθε και ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος, ο Άγιος Ιερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Απόστολος Τιμόθεος, και οι λοιποί θεόσοφοι Ιεράρχαι, επί των νεφελών φερόμενοι. Οι οποίοι καθώς έμαθον την αιτίαν, διά την οποίαν αιφνιδίως και παραδόξως εσυνάχθησαν, ταύτα έλεγον προς την Θεοτόκον. Σε Δέσποινα, βλέποντες ημείς, πως έζης και έμενες εις τον κόσμον, επαρηγορούμεθα, ωσάν να εβλέπομεν τον Υιόν σου και Δεσπότην ημών και Διδάσκαλον. Επειδή δε τώρα με την βουλήν του Υιού και Θεού σου μεταβαίνεις εις τα Ουράνια, διά τούτο θρηνούμεν, ως οράς, και δακρύομεν. Αγκαλά και κατά άλλον τρόπον χαίρομεν, διά τα επί σοί οικονομούμενα πράγματα. Ταύτα δε λέγοντες, έβρεχον το πρόσωπόν τους με δάκρυα.

Τότε η Θεοτόκος προς αυτούς απεκρίθη. Ώ φίλοι και μαθηταί του εμού Υιού και Θεού, μη κάμετε πένθος και λύπην την εδικήν μου χαράν. Αλλά ενταφιάσετε το σώμά μου, καθώς εγώ θέλω το σχηματίσω επάνω εις το νεκροκράββατον. Όταν δε ταύτα τα λόγια ετελειώθησαν, ιδού φθάνει και ο θεσπέσιος Απόστολος Παύλος, το σκεύος της εκλογής, όστις πεσών εις τους πόδας της Θεομήτορος, επροσκύνησεν αυτήν. Και ανοίξας το στόμα του, την εγκωμίασε με πολλά και ουράνια εγκώμια. Χαίρε, λέγων, ω Μήτερ της ζωής, και του εδικού μου κηρύγματος η υπόθεσις: διατί, αγκαλά και εγώ δεν είδον σωματικώς επί της γης τον Υιόν σου, εσένα όμως βλέπωντας, ενόμιζον ότι βλέπω εκείνον τον ίδιον. Μετά ταύτα, αποχαιρετά όλους η Παρθένος. Ανακλίνεται επάνω εις τον νεκροκράββατον. Σχηματίζει το Πανάχραντον αυτής Σώμα, καθώς ηθέλησε. Προσφέρει δεήσεις και ικεσίας εις τον Υιόν της διά την σύστασιν και ειρήνην όλου του κόσμου. Γεμόζει τους Αποστόλους και Ιεράρχας από την ευλογίαν του Υιού της, την διδομένην δι’ αυτής εις τους ανθρώπους. Και έτζι αφίνει εις τας χείρας του Υιού και Θεού της, την ολόφωτον και Παναγίαν ψυχήν της. Τότε ο Κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, άρχισε πρώτος να λέγη εις την Θεοτόκον εγκώμια επιτάφια, οι δε λοιποί Απόστολοι εσήκωσαν τον νεκροκράββατον. Και άλλοι μεν, επροπορεύοντο έμπροσθεν, βαστάζοντες λαμπάδας και φώτα, και ύμνους ψάλλοντες. Άλλοι δε, ηκολούθουν, παραπέμποντες εις τον τάφον το Θεοδόχον σώμα της Θεομήτορος.

Τότε δή τότε και Άγγελοι ηκούοντο ψάλλοντες από τους Ουρανούς, και αι φωναί των ασωμάτων Δυνάμεων τον αέρα εγέμοζον. Τα οποία όλα μη υποφέροντες να βλέπουν και να ακούουν οι φθονεροί άρχοντες των Ιουδαίων, επαρακίνησαν μερικούς από τον λαόν, και έπεισαν αυτούς να κρημνίσουν εις την γην το ιερόν νεκροκράββατον, επάνω εις το οποίον εφέρετο το ζωαρχικόν Σώμα της Θεοτόκου. Αλλ’ όμως η θεία δίκη επρόφθασε και επαίδευσε τους τούτο τολμήσαντας, τυφλώσασα πάντων τους οφθαλμούς. Ένα δε από αυτούς εστέρησεν όχι μόνον από ομμάτια, αλλά και από χέρια. Επειδή και αυτός θρασύτερον από τους άλλους ώρμησε και επίασε την ιεράν εκείνην κλίνην. Όστις αφήκεν εις την κλίνην κρεμασμένα τα τολμηρά του χέρια, τα οποία το σπαθί της θείας δίκης απέκοψεν. Έμεινε λοιπόν ο τάλας εκείνος ένα ελεεινόν και αξιοδάκρυτον θέαμα. Πιστεύσας όμως ύστερον εξ όλης ψυχής, όχι μόνον αυτός ιατρεύθη και απεκατέστη υγιής ως το πρότερον, αλλά και εις τους άλλους οπού ετυφλώθησαν, έγινεν αίτιος ιατρείας και σωτηρίας. Πέρνωντας γαρ ούτος ολίγον τι μέρος από το ρούχον της Θεοτόκου, και βαλών αυτό επάνω εις τους τυφλωθέντας, ω του θαύματος! ιάτρευσεν αυτούς, και από το πάθος της τυφλότητος, και από το πάθος της απιστίας.

Φθάσαντες δε οι Απόστολοι εις το χωρίον Γεθσημανή, ενταφίασαν το Πάναγνον Σώμα της Θεοτόκου, και τρεις ημέρας προσμένουσιν εκεί, ακούοντες ακαταπαύστως εις όλον αυτό το διάστημα, τους ύμνους και τας φωνάς των Αγίων Αγγέλων. Επειδή δε κατά θείαν οικονομίαν, ως άδεται λόγος, ένας από τους Αποστόλους (ο Θωμάς δηλαδή, καθώς οι πολλοί θέλουσιν) δεν ευρέθη παρών εις την κηδείαν του ζωαρχικού σώματος της Θεομήτορος, αλλ’ ήλθεν εις την τρίτην ημέραν, διά τούτο ελυπείτο πολλά, επειδή δεν ηξιώθη να ιδή και αυτός εκείνα, οπού ηξιώθησαν και είδον οι λοιποί Απόστολοι. Όθεν κοινή ψήφω άπαντες οι Απόστολοι άνοιξαν τον τάφον διά να προσκυνήση το Σώμα της Θεοτόκου, ο υστερήσας Απόστολος. Ανοίξαντες δε τον τάφον, εξέστησαν άπαντες. Εύρον γαρ τον τάφον, εύκερον μεν από σώμα, μόνον δε το σινδόνι έχοντα, το οποίον έμεινε παρηγορία εις τους Αποστόλους, οπού έμελλον να λυπούνται, και μαρτυρία και απόδειξις αψευδής της εκ του τάφου μεταθέσεως της Θεοτόκου. Επειδή και έως τώρα, ο εν τη πέτρα σκαμμένος τάφος αυτής, βλέπεται και προσκυνείται εύκερος από σώμα. Τελείται δε η αυτής Σύναξις και εορτή εν τω σεβασμίω οίκω των Βλαχερνών, πανηγυρίζεται δε και εις όλας τας κατά τόπον Εκκλησίας.


Σχόλιο Αγίου Νικοδήμου για το ότι η Παναγία ανέστη και ανελήφθη στους ουρανούς

Σημειούμεν ενταύθα, ότι η Kυρία ημών Θεοτόκος, μετά την εν τω τάφω τριήμερον αυτής Kοίμησιν, όχι μόνον μετέστη, αλλά και ανέστη από του τάφου, και ανελήφθη εις τους Ουρανούς, ήτοι ενώθη πάλιν η ολόφωτος αυτής ψυχή μετά του θεοδόχου αυτής σώματος, και ούτως ανέστη από του τάφου. Kαι μετά την ανάστασίν της, ευθύς ανελήφθη σύσσωμος εις τους Ουρανούς, μάλλον δε και υπέρ Ουρανούς. Ότι δε ταύτά εστιν αληθή, βεβαιούσι τα πνευματοκίνητα στόματα των ιερών Θεολόγων. Ο μέν γαρ θεσπέσιος Ανδρέας ο Kρήτης, εν ενί των εις την Kοίμησιν τριών εγκωμίων αυτού, ου η αρχή: «Μυστήριον η παρούσα πανήγυρις», ούτω γράφει: «Πώς ουκ αψευδής η μετάθεσις; επεί και τάλλα συνέδραμε. Ψυχής διάστασις από σώματος, συνθέτου λύσις, μερών διάζευξις, ανάλυσις, επίζευξις (ήτοι ένωσις ψυχής μετά σώματος), σύμπηξις (ήτοι ανάστασις) και προς το αφανές υποχώρησις». Ο Δαμασκηνός Ιωάννης εν ενί των εις την Kοίμησιν τριών λόγων αυτού, ου η αρχή: «Έθος εστί τοις ερωτικώς προς τι διακειμένοις», ούτω φησίν: «Έδει καθάπερ χρυσόν αποβαλούσαν το γεώδες και αλαμπές της θνητότητος πάχος, ως εν χωνεύσει τω θανάτω σάρκα (της Θεοτόκου) άφθαρτον και καθαράν τω φέγγει της αφθαρσίας εκλάμπουσαν, εξαναστήναι του μνήματος. Σήμερον αρχήν λαμβάνει (η Θεοτόκος) δευτέρας υπάρξεως (ήτις εστίν η ανάστασις) υπό του δόντος αυτή την αρχήν της προτέρας υπάρξεως». Τούτοις συμμαρτυρεί και ο ιερός Kοσμάς ούτως άδων έν τινί τροπαρίω της πρώτης ωδής του εις την Kοίμησιν Kανόνος αυτού: «Διό θνήσκουσα, σύν τω Υιώ εγείρη διαιωνίζουσα».

Kαθαρώτατα δε και σαφέστατα τούτο παρίστησιν ο της Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εν τω εις την Kοίμησιν λόγω αυτού, ούτω πανηγυρίζων: «Μόνη αύτη νυν μετά του θεοδοξάστου Σώματος σύν τω Υιώ τον ουράνιον έχει χώρον… ει γαρ ψυχή Θεού χάριν ένοικον σχούσα προς Ουρανόν ανέρχεται των ενταύθα λυθείσα… πως άν, το μη μόνον εν εαυτώ λαβόν αυτόν τον προαιώνιον και μονογενή του Θεού Υιόν, την αένναον πηγήν της χάριτος, αλλά και γεννητικόν αναφανέν αυτού σώμα, ουκ από γης προς Ουρανόν ανελήφθη; Διά τούτο, το γεννήσαν εικότως σώμα, συνδοξάζεται τω γεννήματι, δόξη θεοπρεπεί, και συνανίσταται, κατά το προφητικόν άσμα, τω πρότερον αναστάντι τριημέρω Χριστώ, η Kιβωτός του αγιάσματος αυτού. Kαι παράστασις γίνεται τοις μαθηταίς, της εκ νεκρών αυτής αναστάσεως, αι σινδόνες και τα εντάφια μόνα περιλειφθέντα τω τάφω, και μόνα κατ’ αυτόν ευρεθέντα τοις κατά ζήτησιν προσελθούσι, καθάπερ επί του Υιού και Δεσπότου πρότερον. Ουκ ην δε χρεία και ταύτην έτι προσολίγον, καθάπερ ο ταύτης Υιός και Θεός, διατρίψαι τη γη. Διά τούτο προς τον υπερουράνιον ευθύς ανελήφθη χώρον από του τάφου».

Αλλά και ο Θεόδωρος ο Στουδίτης τούτο βεβαιοί εν τω εις την Kοίμησιν λόγω αυτού. Ωσαύτως δε και ο θείος Μάρκος ο Εφέσου εν τοις εις την Kοίμησιν οκτωήχοις Kανόσιν αυτού, ούτω λέγει έν τινι τροπαρίω της ενάτης ωδής του βαρέος ήχου: «Μεγαλυνέσθω ευφήμοις ωδαίς η Πάναγνος, μακαριζέσθω αξίως η Παμμακάριστος, ότι νενέκρωται και εγήγερται πάλιν ως Μήτηρ του Kυρίου, εις πίστωσιν εσχάτης αναστάσεως ην ελπίζομεν». Kαι εν άλλω τροπαρίω της ³΄ ωδής του πλαγίου δ΄ ήχου ούτω φησί: «Nέκρωσιν η της ζωής Μήτηρ δέχεται, και τάφω τεθείσα, μετά τρίτην ημέραν, ευκλεώς εξανίσταται εις αιώνας τω Υιώ συμβασιλεύουσα, και αιτούσα την των πταισμάτων ημίν άφεσιν». Παρίημι λέγειν, ότι και εν τω κοινώ Ωρολογίω γράφεται περί της υψώσεως της Παναγίας, ότι οι μαθηταί τω τάφω προσελθόντες, και μη ευρόντες το Πανάγιον της Θεοτόκου σώμα, επείσθησαν αληθώς, ότι σύσσωμος, ζώσα, και τριήμερος, ως ο Υιός αυτής, εκ νεκρών αναστάσα και μεταστάσα, εις Ουρανούς μεταβέβηκε.

Ει δε και προβάλοι τινάς το Kάθισμα εκείνο το λέγον· «Εις τα Ουράνια, η νοερά σου ψυχή, εις τον Παράδεισον, η ιερά σου Σκηνή». Αποκρινόμεθα: πρώτον, ότι το Kάθισμα αυτό είναι ανωνύμου ποιητού, και ουχί Ιωάννου του Δαμασκηνού, και δεύτερον, ότι το Kάθισμα αυτό εν τοις χειρογράφοις βίβλοις ούτως ευρίσκεται γεγραμμένον: «Εις τον Παράδεισον, η νοερά σου ψυχή, ως θεοπρόστακτον, Μαρία άχραντε, τοις Αποστόλοις εν φωνή, Παναγία παραδέδοται». Εκ δε των αμφιλεγομένων, ουδέν βέβαιον συμπεραίνεται. Άλλως τε δε, και ο Παράδεισος νοητώς εννοείται, και αντί του Ουρανού παραλαμβάνεται, ως λέγει ο ιερός Θεοφύλακτος, ερμηνεύων το, «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».

Διατί δε ου δημοσιεύεται επ’ Εκκλησίας η της Θεοτόκου ανάστασις και ανάληψις, αλλά Μετάστασις μόνον αυτής λέγεται; Εις τούτο αποκρίνονται μερικοί. Πρώτον, ότι η της Θεοτόκου ανάστασις και ανάληψις δεν είναι μαρτυρημένη εν ταις θείαις Γραφαίς, καθώς είναι η του Υιού αυτής και Θεού Ανάστασις και Ανάληψις. Δεύτερον, διατί η της Θεοτόκου ανάστασις και ανάληψις, δόγμα εστί μυστικόν, εν μόνοις τοις λόγοις των Πατέρων σημειούμενον, και ουχί κήρυγμα. Όθεν και σιωπάται, επεί κατά τον Μέγαν Βασίλειον, «Τα μεν δόγματα σιωπάται, τα δε κηρύγματα δημοσιεύεται» (καν. ²α΄). Αποκρίνονται δε και τρίτον, ότι η Μετάστασις είναι καθολικωτέρα της αναστάσεως και αναλήψεως. Kαθότι πάν το αναστηθέν ή αναληφθέν, μεθίσταται κατά τόπον. Όθεν η Μετάστασις λεγομένη επί της Θεοτόκου, και την ανάστασιν αυτής συμπεριλαμβάνει και την ανάληψιν. Εκ των ειρημένων λοιπόν έγινε δήλον, ότι οι φρονούντες, ότι η Θεοτόκος ουκ ανέστη, ήτοι δεν ενώθη η αγιωτάτη αυτής ψυχή μετά του αχράντου αυτής σώματος, αλλ’ ουδέ το σώμα αυτής εστί ζωντανόν εν Ουρανοίς, αλλά νεκρόν, ως χωρισμένον της ζωοποιούσης αυτό ψυχής, ουκ ορθώς τούτο φρονούσιν.

(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

«Όπως ένας τόπος και ένα σπίτι, όπου πραγματοποιούνται αρετές και καλά έργα και κατοικούν άγιοι άνθρωποι,
ο τόπος εκείνος και το σπίτι λέω αγιάζεται και χαριτώνεται και χαίρουν να πλησιάζουν σε αυτό οι άγγελοι,
έτσι και ένας τόπος ή ένα σπίτι, όπου γίνονται αμαρτίες και κακά έργα, ο τόπος εκείνος λέω και το σπίτι μολύνεται, αγριεύει,
 κι εκεί παραμονεύουν και ενεργούν οι δαίμονες,
δείχνοντας διάφορα φαντάσματα· διότι κατά κάποιο τρόπο, αφιερώθηκε και έγινε τόπος οικείος των δαιμόνων ο τόπος εκείνος και το σπίτι,
δια της πράξεως των δαιμονικών έργων.

Γι αυτό και η Αγία Γραφή λέει, ότι από τις αμαρτίες των προ του κατακλυσμού ανθρώπων
«εφθάρη (υποβαθμίστηκε, λερώθηκε) η γη εναντίον του Θεού» (Γένεση 6,11).

Έτσι αν κάτι άλλο δεν φοβίζει τους Χριστιανούς για να μην αμαρτάνουν, ούτε η φοβερή κρίση του Θεού, ούτε η αιώνια κόλαση,
τουλάχιστον ας τους φοβίσει αυτό, ότι με τις αμαρτίες τις οποίες κάνουν καθιστούν το σπίτι τους κατοικία του σατανά,
και προχωρούν οι δαίμονες σε αυτό και ενεργούν και δείχνουν διάφορες φαντασίες στους ενοίκους,
ώστε πολλές φορές από την επήρεια των δαιμόνων συμβαίνει να μένουν πολλά σπίτια ακατοίκητα»
 
(αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Κήπος Χαρίτων, εκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 83
στο: Εκκλησία και Αποκρυφισμός, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 181-182)

Ξεκίνησε κάποτε ο αββάς Δανιήλ να επισκεφτεί ένα πνευματικό Γέροντα πολύ βαθειά στην έρημο.

Τον βρήκε η νύχτα στο δρόμο κι επειδή δεν είχε άλλο καταφύγιο, μπήκε σε μία πυραμίδα από κείνες που υψώνονται στην Αιγυπτιακή πεδιάδα.
Διάλεξε ένα κρανίο, από τα πολλά που βρήκε μέσα, το έβαλε προσκεφάλι και ξάπλωσε να κοιμηθεί.
Οι δαίμονες θαύμασαν την τόλμη του και για να τον φοβίσουν άρχισαν να κουβεντιάζουν μεταξύ τους.
- Έλα μαζί μας στο λουτρό, κυρία, φώναζαν, σαν αν μιλούσαν σε γυναίκα.
- Δεν μπορώ, ακούστηκε γυναικεία τάχα φωνή, σαν να έβγαινε από το κρανίο, που είχε για προσκέφαλο ο αββάς. Έχω ξένο από πάνω μου.
Ο όσιος, όχι μόνο δεν φοβήθηκε, αλλά έδωσε ένα γερό χτύπημα στο κρανίο, λέγοντας:
- Αν δεν μπορείς να ησυχάσεις, πήγαινε στο σκότος το εξώτερο.
- Μας νίκησες, μας νίκησες, φώναξαν οι δαίμονες κι έφυγαν ντροπιασμένοι.

 (Γεροντικόν Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία σελ. 397)

Ξέρω ότι είναι δύσκολο. Πριν μερικά χρόνια πέθανε o άνδρας σου. Στενοχωριόσουν το ξεπέρασες. Πάντρεψες τον μοναχογιό σου· η χαρά επέστρεψε. Έπειτα σε χαροποιούσε πάρα πολύ το εγγόνι. Όμως εκείνο που αγαπούσες εσύ αγαπούσε και ο Θεός και το πήρε. Μόλις το εγγόνι σου πέταξε στον αόρατο κόσμο, αρρώστησε και η νύφη σου. Τη στέγνωσε η στενοχώρια και η λύπη κι εκείνη ακολούθησε τον γιό.

Τελικά πίσω τ ους έφυγε κι ο μοναχογιός σου. Κι εσύ έμεινες μόνη κι έρημη.

Προσπάθησες μία φορά να δηλητηριαστείς. Έμεινες ζωντανή. Ετοίμασες έπειτα το σχοινί για να κρεμαστείς. Όμως σε ξάφνιασε η κοπέλα από τη γειτονιά. Βλέποντάς σε κάτω από το ετοιμασμένο σχοινί εκείνη σου είπε, πως άκουσε από τους γέρους, ότι η αυτοκτονία είναι αμαρτία χωρίς συγχώρεση και στους δυο κόσμους.

Καλά σου είπε. Τούτη η κοπέλα σού έσωσε την ψυχή. Όντως, εκείνη είναι η μέγιστη ευεργέτριά σου στον κόσμο. Μόνο χάρη εκείνης μπορείς να ελπίζεις να ιδωθείς στον άλλο κόσμο με τον γιό, τη νύφη, το εγγόνι και τον άνδρα σου. Η Εκκλησία τού Χριστού από την αρχή αντιστάθηκε αποφασιστικά ενάντια στην αυτοκτονία ως υπέρβαρο αμάρτημα. Ο δυτικός διδάσκαλος της Εκκλησίας ο Αυγουστίνος είπε: «Όποιος αυτοκτονήσει, τούτος σκότωσε έναν άνθρωπο».

Ο αυτόχειρας μ’ αυτό, λοιπόν, τοποθετείται ίσα με τον δολοφόνο. Αλλά στη δική μας ανατολική Εκκλησία η αυτοκτονία κρίνεται ακόμα πιο αυστηρά. Κατά τον δέκατο τέταρτο κανόνα του πατριάρχη Τιμοθέου ο αυτόχειρας στερείται της νεκρώσιμης ακολουθίας και του εκκλησιαστικού ενταφιασμού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία όρισε αυστηρή τιμωρία ακόμα και για την προσπά θεια αυτοκτονίας. Σ’ εκείνον ο οποίος προσπαθήσει να αυτοκτονήσει η Εκκλησία επιβάλλει κανόνα δώδεκα χρόνια. Ξέρω πως εσύ θα σκαφθείς ότι αυτό είναι υπερβολικά αυστηρό. Όμως αυτή η αυστηρότητα κατάγεται από το έλεος. Σου λέω την αλήθεια: η Εκκλησία είναι τόσο αυστηρή στο θέμα τής αυτοκτονίας από καθαρό έλεος απέναντι στους ανθρώπους.

Αφού η Εκκλησία έχει στο πνευματικό της θησαυροφυλάκιο την προορατική εμπειρία, ότι οι αυτόχειρες δεν μπαίνουν στο βασίλειο της αθάνατης ζωής και του αιώνιου ελέους. Και με την αυστηρότητά της η Εκκλησία θέλει να προλάβει τους ανθρώπους από την αιώνια καταστροφή. Στην Αγία Γραφή μόνο δυο άνθρωποι αναφέρονται που πήραν τη ζωή τους από τον εαυτό τους. Ο ένας είναι ο Αχιτόφελ, ο προδότης τού βασιλιά Δαβίδ, και ο δεύτερος είναι ο Ιούδας, ο προδό­της τού Κυρίου Ιησού Χριστού. Ας είναι μακριά από σένα και μόνο η σκέψη να βρεθείς σ’ αυτήν την παρέα σ’ εκείνη την πλευρά τού τάφου. «Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. 10, 22), είπε ο Κύριος. Είναι πολυάριθμες και διαφορετικές δυσκολίες που ο Θεός επιτρέπει στους ανθρώπους, αλλά ο σκοπός όλων αυτών είναι ο εξής: με την πίκρα να θεραπεύσει τις ανθρώπινες ψυχές από την αμαρτία και να τις προετοιμάσει έτσι για την αιώνια σωτηρία. Όσο και να είναι καμιά φορά δύσκολο για σένα, θυμήσου δυο πράγματα, πρώτο ότι ο ίδιος ο ουράνιος Πατέρας σου ορίζει το μέτρο των παθών, και το δεύτερο ότι Αυτός γνωρίζει τη δύναμή σου. Εάν ποτέ σου έρθει η σκέψη για αυτοκτονία, διώξε την σαν ψιθύρισμα του σατανά. Το έλεος του Θεού να σε δυναμώσει.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…”, Ιεραποστολικές Επιστολές Α’, Εκδ. “Εν Πλω”, σ. 181)

Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com

Κάποτε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με κάλεσαν οι Αμερικανοί φίλοι μου να τους επισκεφτώ από την Αγγλία. Εγώ στο μεταξύ είχα πληροφορηθεί ότι ο επίσκοπος Αχρίδος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1881-1956) ζεί στο Σικάγο και αποφάσισα να τον επισκεφτώ, μολονότι αυτό δεν ήταν ούτε τόσο φθηνό μα ούτε και τόσο απλό.

Τηλεφώνησα στην σερβική Εκκλησία για να μάθω την διεύθυνσή του και μου είπαν ότι ο επίσκοπος έλειπε σε ταξίδι στη Ν. Υόρκη για ένα τριήμερο. Ήταν για μένα δώρο εξ ουρανού.

Συναντηθήκαμε. Εκείνος ήταν γερασμένος και καταβεβλημένος, αλλά το βλέμμα των μαύρων ματιών του διαπερνούσε τον συνομιλητή -όπως τότε στην Σερβία- μέχρι την καρδιά.

Αρχίσαμε να μιλάμε για την πορεία του κόσμου, για την Εκκλησία, τη Ρωσία…

«Σεβασμιώτατε», τον ρώτησα, «άραγε οι κακουχίες και οι στερήσεις στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στη ναζιστική Γερμανία κατά τον πόλεμο πνευματικά φονεύανε ή ξαναγεννούσαν τον άνθρωπο; Διότι, εγώ για παράδειγμα, γνώρισα ανθρώπους, και μάλιστα πιστούς, οι οποίοι στο στρατόπεδο δεν είχαν τη δύναμη να προσευχηθούν, επειδή όλες τους οι δυνάμεις ήταν συγκεντρωμένες στο ξεροκόμματο, στο κρεμμύδι, στο φλιτζάνι με το ζεστό νερό…»

Μού απάντησε στο στρατόπεδο γινόταν έτσι κάθεσαι σε μία γωνιά και επαναλαμβάνεις μέσα σου -Κύριε, εγώ είμαι γη και σποδός. Κύριε παράλαβε την ψυχή μου! Καί πάλι σε ανεβάζει ο Κύριος… Στην πραγματικότητα, θα έδινα όλη τη ζωή που μου απέμεινε, εάν αυτό ήταν δυνατόν, για μία ώρα παραμονής στο Νταχάου.

Ο επίσκοπος σήκωσε τα μάτια του και με κοίταξε ίσια στα μάτια. Εγώ δεν μπόρεσα να αντέξω εκείνο το βλέμμα. Με κοίταζαν τα μάτια του ανθρώπου που συνάντησε το Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο…

Μού έλεγε και το εξής

-Με πλησίαζαν οι δεσμοφύλακες και ειρωνικά με ρωτούσαν

-Πιστεύεις εσύ ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός;

-Όχι, τους απαντούσα.

Τότε άρχιζαν να γελούν και να με ξαναρωτούν

-Δηλαδή εσύ δεν πιστεύεις πλέον;

-Δεν πιστεύω πλέον, αλλά γνωρίζω, φώναζα με όλη μου τη δύναμη και κείνοι εξαγριωμένοι έφευγαν αυτοστιγμεί.

Αργότερα ξανάρχιζαν την κουβέντα και ρωτούσαν

-Εκείνος ο Ιησούς σου ήταν γιός μιάς Εβραιοπούλας;

-Όχι, τους απαντούσα.

-Τότε τίνος γιός ήταν;

-Υιός του Θεού, τους απαντούσα και κείνοι δεν είχαν τι να μου πούν.

Ο επίσκοπος Νικόλαος ήταν στύλος της σερβικής Εκκλησίας. Τώρα, μετά την κοίμησή του, βλέπει συνεχώς το Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο.

Μίλιτσα Ζέρνωβ

Πηγή: isagiastriados.com

Ό Άγιος Τύχων του Ζάντονσκ είχε φύση εκρηκτική. Θύμωνε συχνά με τους ανθρώπους, μετάνιωνε, καί πάλι θύμωνε. Αυτή τήν αδυναμία του όμως τήν συναισθανόταν πιο έντονα άπ’ ότι οποιοσδήποτε άλλος. Πολύ προσευχόταν στο Θεό, να τον διορθώσει και να τον σώσει ο Θεός από τον τόσο οργίλο χαρακτήρα του. Καί πράγματι, κατά την Πρόνοια του Θεού του συνέβη κάτι που θα τιθάσευε γιά πάντα το θυμό του και θα τον οδηγούσε στην ταπεινοφροσύνη καί τη συντριβή. Μετά από μία προσευχή στην οποία ζητούσε άπ’ το Θεό μιά αρρώστια που να τον θεραπεύσει άπ’ το θυμό, κοιμήθηκε, και στό όνειρο του είδε τον εαυτό του μέσα σ’ ένα ναό. Βγαίνει ο ιερέας από το ιερό κρατώντας στα χέρια του ένα μικρό παιδί, σκεπασμένο με διαφανές μαντίλι. Ο Άγιος πλησίασε το παιδί, το κοίταξε, και ρώτησε τον ιερέα «ποιό είναι τ’ όνομα του παιδιού»; Ο ιερέας του απάντησε. «Βασίλειος» (που στά ελληνικά σημαίνει Βασιλιάς). Τότε ο Τύχων κατέβασε το μαντίλι άπ’ το παιδί καί το φίλησε στο δεξί μάγουλο. Εκείνη τη στιγμή το παιδί τον χτύπησε με το δεξί του χέρι στ’ αριστερό μάγουλο τόσο δυνατά, ώστε φώναξε άπ’ τον πόνο καί ξύπνησε. Αισθάνθηκε ότι τον πονά ολόκληρη η αριστερή πλευρά από την κορυφή ως τα νύχια. Ευχαρίστησε το Θεό, και από τότε ποτέ πιά δε θύμωνε σε κανέναν και γιά τίποτα.

Πηγή: Νικολάου Βελιμίροβιτς, Εμμανουήλ, Εκδόσεις ΧΡΟΕΣ

"Μέχρι πότε προοδεύουν; Και τί συμβαίνει στο τέλος σ΄ αυτούς και στους απογόνους τους; Αναρωτήθηκες ποτέ;

Να μη σκοντάφτουν οι σκέψεις σου όταν βλέπεις ότι κάποιος καυχιέται με τη δύναμη και ξεχνά το Δωρητή της δύναμης.

Θυμήσου πως ο υπερήφανος και καυχόμενος Γολιάθ σκοτώθηκε από τη σφεντόνα ενός αγοριού, του Δαβίδ. Να μη συγχύζεται η καρδιά σου όταν βλέπεις πως κάποιος πλουτίζει με άδικο τρόπο.

Θα τρώει και δεν θα χορταίνει, θα αρπάζει και δεν θα του φτάνουν.

Θυμήσου τους πλούσιους πολίτες στα Σόδομα, πως σε μία στιγμή ρίχτηκε πάνω τους φωτιά και έγιναν στάχτη μ’ όλο τους τον πλούτο.

Εσύ είσαι χριστιανός, και ο χριστιανός παρατηρεί τα γεγονότα στην άλλη γραμμή, στην ολότητα, και όχι επί μέρους. Την πρόοδο του αδίκου ο χριστιανός δεν εκτιμά σαν κάποιο τετελεσμένο γεγονός αλλά περιμένει να δει τι ακολουθεί. Αυτός ξέρει πως ο άδικος δεν προοδεύει ούτε με τη δική του δύναμη ούτε με το δικό του μυαλό αλλά μόνο επειδή ο Θεός του επιτρέπει να προοδεύει, μπας και κάποια στιγμή θυμηθεί το Θεό.

Αφού είναι ανείπωτα ελεήμων ο Θεός μας, και επιτρέπει στους αδίκους εκείνο που αυτοί επιθυμούν, μπας και κάποια στιγμή σκεφθούν, ότι αυτό είναι από το Θεό και ντραπούν για την αδικία τους και διορθωθούν. Στο Θεό είναι αγαπητοί οι μετανοούντες, είναι πολύ αγαπητοί σ’ Αυτόν όσοι μετανοούν ταπεινά για τις άδικες πράξεις τους.

Ο Δημιουργός δεν θέλει πάντα να τιμωρήσει αμέσως μόλις κάποιος ξεκινήσει σε λάθος δρόμο. Εκείνος περιμένει τον πλανημένο να γυρίσει μόνος του στον σωστό δρόμο. Εκείνος βλέπει και σιωπά. Περιμένει και δεν αργεί. Είναι θαυμαστός στη σοφία, πανθαύμαστος στο έλεός Του. Γι’ αυτό ο προορατικός Ψαλμωδός ενθουσιασμένα λέει στον Κύριο: «Τα κρίματά σου ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. 35,7). Ποιός θα ερευνήσει όλο το βάθος της πρόνοιας του Θεού;

Οι ανόητοι θυμώνουν επειδή ο Θεός δεν διοικεί τον κόσμο κατά τη δική τους λογική, και οι λογικοί κοπιάζουν ασταμάτητα να μπουν στη λογική του Θεού. Είναι δύσκολο καμιά φορά και στο λογικότατο να κατανοήσει το γιατί σ’ έναν άνθρωπο συμβαίνει έτσι, ενώ στον άλλον αλλιώς· γιατί ο νέος που επιθυμεί τη ζωή πεθαίνει, ενώ ο γέρος που επιθυμεί τον θάνατο ζει – γιατί ο ευσεβής βασανίζεται, ενώ ο άθεος καλοπερνά.

Και οι αγιότατες ψυχές καμιά φορά βρίσκονται σε αμηχανία μπροστά στο αίνιγμα των γεγονότων. Στην Ιερά παράδοση υπάρχει γραμμένη η εξής περίπτωση: πέθανε κάποιος αμαρτωλός πλούσιος, του οποίου οι αμαρτίες ήταν γνωστές σε όλους, και ο ενταφιασμός του ήταν πανηγυρικός, με τον επίσκοπο και πολλούς Ιερείς. Λίγο μετά απ’ αυτό επιτέθηκε ύαινα σ’ έναν ασκητή στην έρημο και τον κατασπάραξε.

Κάποιος μοναχός, ο όποιος είχε δει εκείνη την πανηγυρική νεκρώσιμη πομπή του αμαρτωλού και τα ματωμένα υπολείμματα του δίκαιου, στη σύγχυση του άρχισε να κλαίει και φώναξε: «Κύριε, πώς έγινε αυτό και γιατί; Πώς εκείνος ο αμαρτωλός είχε και απαλή ζωή και απαλό θάνατο, ενώ αυτός ο δίκαιος πικρή ζωή και πικρό θάνατο;».

Σ’ αυτό του εμφανίστηκε άγγελος του Θεού και εξήγησε: «Εκείνος ο κακός πλούσιος είχε στη ζωή του μόνο μία καλή πράξη, ενώ αυτός ο ασκητής είχε στη ζωή του μόνο μία πιο βαριά αμαρτία. Με την εορταστική και τιμητική νεκρώσιμη πομπή ο Ύψιστος ήθελε στον κακό πλούσιο να ξεπληρώσει εκείνο το καλό έργο, ώστε να μην περιμένει τίποτα άλλο σ’ εκείνον τον κόσμο, ενώ με τον φρικτό θάνατο του ασκητή ήθελε να τον απαλλάξει από εκείνη τη μία αμαρτία, ώστε να του δώσει πλήρες βραβείο στους ουρανούς».

Γι’ αυτό εσύ να σκέπτεσαι περί των κρίσεων του Θεού και τοποθέτησε όλη την ελπίδα στον Δημιουργό σου. «Μη φθονείς την ευτυχία εκείνων που σκέφτονται το πονηρό και μη ζηλεύεις εκείνους που κάνουν το κακό» (Ψαλμ. 36,1).

Έτσι γράφει ο δίκαιος βασιλιάς Δαβίδ, τον οποίον για πολύ καιρό βασάνιζε εκείνο που βασανίζει και σένα, ώσπου ο Κύριος του αποκάλυψε το λόγο για να καταλάβει. Ο ίδιος λέει και αυτή την παρήγορη εμπειρία του: «Ήμουν νέος και τώρα γέρασα και δεν είδα δίκαιο να εγκαταλείπεται από το Θεό, ούτε τα παιδιά του να ζητιανεύουν ψωμί» (Ψαλμ. 36,25).

Διάβαζε συχνά το Ψαλτήρι, και θα καταλάβεις και θα παρηγορηθείς.

Ειρήνη και η ευλογία από τον Κύριο"

Πηγή: inpantanassis.blogspot.gr

"Παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχει η τρυφή όλων των μακαρισμών. Σ’ αυτόν τον παράδεισο ο μακάριος Παύλος τράφηκε με υπερφυσική τροφή. Και αφού γεύθηκε εκεί το ξύλο της ζωής, έκραξε λέγοντας: «αυτά που μάτι δεν τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, κι ούτε που τα’ βαλε ο λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούν» (1 Κορ. 2, 9). Από αυτό το ξύλο της ζωής εμποδίστηκαν ο Αδάμ με τη συμβουλή του διαβόλου.
Το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού, από την οποία εξέπεσε ο Αδάμ και δεν μπόρεσε πια να χαρεί, παρά δούλευε και έχυνε τον ιδρώτα του στη γη των αγκαθιών.

Όσοι στερήθηκαν την αγάπη του Θεού, δηλ. τον παράδεισο, τρώνε με την εργασία τους, μέσα στ’ αγκάθια, το ψωμί του ιδρώτα, και αν ακόμη βαδίζουν στον ίσιο δρόμο των αρετών. Είναι το ψωμί που επέτρεψε ο Θεός στον πρωτόπλαστο να φάει μετά την έκπτωσή του. Μέχρι να βρούμε λοιπόν την αγάπη, η εργασία μας είναι στη γη των αγκαθιών και μέσα σ’ αυτά σπέρνουμε και θερίζουμε, κι ας είναι ο σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μας κεντάνε τα αγκάθια και, όσο και να δικαιωθούμε, ζούμε μέσα σ’ αυτά με τον ιδρώτα του προσώπου μας.

Όταν όμως μέσα στον έμπονο και δίκαιο αγώνα μας, βρούμε την αγάπη του Θεού, τρεφόμαστε με ουράνιο άρτο και δυναμώνουμε, χωρίς να εργαζόμαστε με αγωνία και χωρίς να κουραζόμαστε, όπως οι χωρίς αγάπη άνθρωποι. Ο ουράνιος άρτος είναι ο Χριστός, που ήρθε κάτω σε μας από τον ουρανό και δίνει στον κόσμο την αιώνια ζωή. Και αυτή η ζωή είναι η τροφή των αγγέλων.

Όποιος βρήκε των αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ιω. 6, 58). Διότι «ο τρώγων – λέει – από τον άρτο που εγώ θα του δώσω, ποτέ (“εις τον αιώνα”) δε θα πεθάνει». Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος που τρώγει από τον άρτο της αγάπης, που είναι ο Ιησούς. Ότι βέβαια, αυτός που τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ο απόστολος Ιωάννης, όταν λέει ότι «ο Θεός είναι αγάπη» (1 Ιω. 4, 8). Λοιπόν όποιος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή, και σ’ αυτό τον κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον οποίο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι."

Κάθε φορά που φαντάζομαι τον πατέρα μου, τον βλέπω με τον ζυγό γύρω από το λαιμό του, ζευγμένον με το πετραχήλι. Τον βλέπω ζευγμένον, σαν ένα άλογο του Ιησού Χριστού. Ποδεμένον με τις πεταλωμένες μπότες του, να τρέχει από τη μια στην άλλη άκρη της ενορίας, τριάντα ορεινά χιλιόμετρα, που έπρεπε να διατρέξει δύο φορές τη μέρα μερικές φορές. Γι’ αυτό ήταν πάντα αποκαμωμένος. Έτοιμος να σωριαστεί απ’ την κούραση. Όπως κάθε ζευγμένο πλάσμα. Κι όμως δε σταματούσε ποτέ.

Ο πατέρας μου λοιπόν αναχωρούσε, χωρίς καμιά καθυστέρηση, μαζί με τον χριστιανό που ερχόταν να τον ζητήσει. Έβγαινε από το πρεσβυτέριο, πριν ακόμη ο άνθρωπος χτυπήσει την πόρτα. Διότι πάντα ήταν κάτι το επείγον: κάπου ένα ανθρώπινο πλάσμα περίμενε τον Θεό. Και ο πατέρας μου βιαζόταν. Ο πατέρας μου βάδιζε δίπλα στον άνθρωπο μέχρι την πόρτα. Βγαίνοντας απ’ τον περίβολο, τον ιερό χώρο, ο άνθρωπος που είχε έλθει να ζητήσει τον πατέρα μου ανέβαινε στο άλογο. Και ο πατέρας μου βάδιζε πίσω απ’ το άλογο.

Ένας ιερεύς ποτέ δεν ανεβαίνει στο άλογο. Αυτή είναι η παράδοση στα ορεινά μέρη μας. Ο πατέρας μου λοιπόν μεταφέροντας τον σάκο, μέσα στον οποίο βρίσκονταν το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού, ο σταυρός και ο «ζυγός», οδοιπορούσε πίσω από τον άνθρωπο που πήγαινε καβάλα. Οδοιπορούσε ο φτωχός μου πατέρας, αν και ήταν τόσο εύθραυστος, τόσο αδύνατος, βάδιζε σαν ένα άλογο, πίσω από τον έφιππο άνθρωπο. Ακολουθώντας τις οπλές του αλόγου με τις πεταλωμένες μπότες του, χωρίς να μένει πίσω καθόλου.

Μερικές φορές, πολύ σπάνια, έλεγε σε μας τα παιδιά, χαμογελώντας:

–Είμαι το άλογο του Ιησού Χριστού. Ο Θεός καβαλικεύει πάνω μου, σαν σε άλογο…

Κι έλεγε την αλήθεια. Γιατί αυτό δεν ήταν ένα αστείο, όπως εμείς το παίρναμε, όταν ήμασταν μικροί. Ο πατέρας μου μετέφερε το Αίμα και το Σώμα του Θεού, όπως ένα άλογο μεταφέρει τον καβαλάρη του. Παντού. Μέρα και νύχτα. Ο Θεός καβαλίκευε πάνω στους ώμους του πατέρα μου, κάθε στιγμή και πήγαινε μέχρι τα βάθη των σκοτεινών δασών με τα έλατα και μέχρι τη σιωπηλή καρδιά των άγριων βουνών.

–Δεν σ’ αγαπούν οι γυιοι και οι θυγατέρες σου εν Χριστώ, έλεγα στον πατέρα μου, βλέποντάς τον τσακισμένο απ’ την κούραση. Μόλις επέστρεψες στο πρεσβυτέριο κι ήλθαν ξανά να σε φωνάξουν. Μόλις ξάπλωσες και έφτασαν. Σε ξυπνούν. Σε αναγκάζουν να βγαίνεις έξω οποιαδήποτε στιγμή, με οποιονδήποτε καιρό και σε κάνουν να περπατάς ώρες και ώρες με τα πόδια πίσω τους, ενώ εκείνοι προχωρούν καβάλα. Σε σέρνουν έξω χωρίς σταματημό, μέσα στη νύχτα, μέσα στη βροχή, μέσα στη λάσπη και το χιόνι. Οι πιστοί σου σ’ αγαπούν λιγότερο απ’ τα ζώα τους. Διότι ποτέ δε ζητούν απ’ τα κτήνη τους αυτό που ζητούν απ’ τον πατέρα τους, τον ιερέα τους. Γιατί δε σε λυπήθηκαν ποτέ; Γιατί δε σε ευσπλαχνίσθηκαν ποτέ;

–Η ευσπλαχνία ταιριάζει συνήθως στους ανθρώπους, τα ζώα, τα πράγματα, μα όχι στον «ιερέα», απάντησε ο πατέρας μου. Θα ’ταν κουτό, παράλογο και ασεβές μαζί να τον λυπούνται οι άνθρωποι. Κάθε χριστιανός χτυπώντας την πόρτα του ιερέως, χτυπά στην πραγματικότητα, την πόρτα του Θεού. Διότι ο ιερεύς είναι «αφομοιωμένος τω υιω του Θεού» (Εβρ. ζ΄ 3). Δεν μπορεί να έλθει στη σκέψη ενός χριστιανού αυτή η ασεβής ιδέα πως ο Θεός κουράστηκε, πως ο Θεός νυστάζει, πεινάει ή του πονούν τα πόδια. Απ’ τον Θεό μπορεί κανείς να ζητάει τα πάντα οποιαδήποτε ώρα και χωρίς να χτυπά την πόρτα.

–Όμως ο ιερεύς είναι κι αυτός άνθρωπος, είπα.

–Όχι, απάντησε ο πατέρας μου. Ο ιερεύς δεν είναι άνθρωπος, αλλά η θυσία ενός ανθρώπου, που προστίθεται στη θυσία του Θεού. Κι αυτό είναι η ιεροσύνη.

Η απάντηση ήταν ωραία. Έξοχη. Κοκκίνισα απ’ την ευχαρίστηση. Αλλά πρόσθεσα:

–Ωστόσο, πρέπει να ’χεις μερικές ώρες τουλάχιστον για ανάπαυση.

–Όχι, απάντησε ο πατέρας μου. Ο ιερεύς δεν είναι όπως είναι κανείς γεωργός, υπάλληλος ή τεχνίτης. Δε γίνεται κανείς ιερεύς για να έχει ώρες γραφείου με διαλείμματα και μέρες αδείας. Είναι κανείς ιερεύς μόνιμα. Χωρίς διακοπή. Χωρίς ρεπό. Χωρίς καμιά ανάπαυλα. Μέρα και νύχτα. Και όπως μπορεί κανείς να απευθύνεται στον Θεό οποτεδήποτε, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας και για οποιοδήποτε αίτημα, χωρίς φόβο να τον ενοχλήσει, έτσι μπορεί να ’ρθει στο σπίτι του ιερέως οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο. Βέβαια δεν φθάνομε στο σημείο να έχουμε ιερείς που να μην κοιμούνται, να μην τρώνε και να μην τους πονούν τα πόδια. Αλλά αυτό είναι μια ατέλεια που οφείλομε να τη δεχθούμε όπως είναι, διότι η λατρεία δεν είναι παρά μια εικόνα, μια σκιά των ουρανίων πραγματικοτήτων, όπως αποκαλύφθηκε και στον Μωυσή, όταν επρόκειτο να κατασκευάσει τη Σκηνή. Κοίταξε, του ελέχθηκε, θα φτιάξεις τα πάντα σύμφωνα με το υπόδειγμα που σου φανερώθηκε πάνω στο βουνό (Εβρ. η΄ 5).

Η ιεροσύνη, μίμηση της ιεροσύνης του Χριστού, αποκλείει τις διακοπές. Ισχύει μόνιμα και για την αιωνιότητα (Εβρ. στ΄ 7). Ούτε και ο φυσικός θάνατος του ιερέως δεν μπορεί να τη διακόψει. Και αφού η ιεροσύνη δεν μπορεί να διακοπεί με τον θάνατο, πώς θέλεις να τη διακόψει η πείνα, ο κόπος ή ο ύπνος;

–Είναι κανείς ιερεύς κι ύστερα απ’ τον θάνατο; ρώτησα την πρώτη φορά που το άκουσα αυτό.

–Είναι κανείς ιερεύς για την αιωνιότητα, Αφομοιωμένος τω υιω του Θεού, μένει ιερεύς εις το διηνεκές. (Εβρ. ζ΄ 3)

Επειδή λοιπόν ο ιερεύς είναι αφομοιωμένος με τον Θεό, δεν μπορεί να πεθάνει. Μένει ιερεύς και μέσα στο θάνατο και παρά τον θάνατο. Στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό ακριβώς και ενταφιάζουν τον ιερέα ντυμένο με όλα τα ιερατικά του άμφια, που φορεί όταν τελεί την θεία Λειτουργία. Ο ιερεύς ενταφιάζεται με τον Σταυρό, με το Επιτραχήλι, το Φελόνι, το Στιχάρι, τα Επιμανίκια… Όλα και ολόκληρη τη στολή, όπως γίνεται για την πιο επίσημη ακολουθία. Διότι ο νεκρός ιερεύς θα πάει να λειτουργήσει στην αληθινή ουράνια Εκκλησία, με τον επίσκοπό του, τον Χριστό. Για κάθε ιερέα ο θάνατος είναι μια προαγωγή. Περνάει απ’ τη μικρή του επίγεια εκκλησία στον καθεδρικό ναό του ουρανού, για να τελεί την παγκόσμια λειτουργία γύρω απ’ τον Χριστό. Ποτέ λοιπόν δεν πρέπει να θρηνείται ο θάνατος ενός ιερέως. Διότι δεν πεθαίνει ποτέ. Ο θάνατος είναι ο προβιβασμός του.

Και επειδή ο ιερεύς μένει ιερεύς παρά τον φυσικό θάνατο, όταν τον βάζουν στον τάφο, ντυμένο με τα άμφια που φοράει για την τέλεση της Λειτουργίας, καλύπτουν το πρόσωπό του με τα ιερά Καλύμματα ή τον Αέρα, το πανί εκείνο με το οποίο καλύπτουν κατά τη λειτουργία το Άγιο Ποτήριο, που περιέχει το Σώμα και το Αίμα του Θεού. Ο Αήρ συμβολίζει τον λίθο, που έκλεινε τον τάφο του Ιησού Χριστού. Η πέτρα αυτή που έκλεισε τον τάφο του Χριστού, σφραγίζει επίσης και τον τάφο κάθε ιερέως. Διότι κάθε ιερεύς είναι αφομοιωμένος με τον Υιό του Θεού.

Ακούγοντάς τον, άφησα τα δάκρυα να κυλήσουν πάνω στο άγιο χέρι του πατέρα μου, που έσκυψα και το φίλησα ευλαβικά. Έτσι .λοιπόν κατάλαβα γιατί ο Φραγκίσκος της Ασίζης διηγείται πως αν συναντούσε στο δρόμο έναν άγγελο ή έναν ιερέα, να βαδίζουν ο ένας πλάι στον άλλον, θα γονάτιζε πρώρα εμπρός στον ιερέα, φιλώντας του το χέρι και μόνον ύστερα θα γονάτιζε εμπρός στον άγγελο, για να τον χαιρετίσει. Διότι οι άγγελοι είναι κατώτεροι απ’ τους ιερείς σε τούτο, στο ότι δεν μπορούν να μεταμορφώσουν το ψωμί και το κρασί σε σάρκα και αίμα του Θεού. Τα χέρια όμως του ιερέως το μπορούν…

Παρά την ασύγκριτη ευτυχία να είναι υπηρέτης στον ουρανό, ο πατέρας μου ζούσε την επίγεια ζωή του μέσα σε αφάνταστη σκληρότητα και οδύνη. Κάθε χρόνο ο πατέρας μου γινόταν πιο αδύνατος. Πιο άσαρκος. Πιο άυλος. Στα τριάντα του χρόνια τα μαλλιά του πατέρα μου είχαν ασπρίσει. Στα τριάντα χρόνια ο πατέρας μου είχε γεράσει. Τα δόντια του έπεφταν. Εξ αιτίας της αθλιότητας, εξ αιτίας του υποσιτισμού, εξ αιτίας του κόπου και του μόχθου.

Αντίθετα όμως το βλέμμα του γινόταν κάθε χρόνο πιο όμορφο, πιο φωτεινό, πιο ακτινοβόλο και τόσο έντονο ώστε το κεφάλι του έμοιαζε να φωτίζεται μ’ ένα φωτοστέφανο. Παρακολουθούσα ένα ασυνήθιστο γεγονός: όταν ο πατέρας μου παρατηρούσε κάτι τι, το φώτιζε με το βλέμμα του, σαν με κάποιους μυστικούς προβολείς. Βλέποντας αυτό ένοιωσα για πρώτη φορά το γεγονός ότι οι άγιοι, παρατηρώντας τον κόσμο, τον φωτίζουν και τον αγιάζουν.

–Τι κοιτάζεις, ρώτησε ο πατέρας μου, βλέποντάς με βυθισμένο στις σκέψεις.

–Είσαι φωτεινός σαν μια εικόνα, του είπα, κοκκινίζοντας.

Ο πατέρας μου γέλασε. Δεν ήταν ούτε υπερήφανος ούτε ταπεινός. Για να ’σαι υπερήφανος ή ταπεινός πρέπει πρώτα να ’σαι ένα γήινο πλάσμα. Και εκείνος ήταν όλο και λιγότερο γήινος. Γέλασε γιατί η φωνή μου έφθασε στα αυτιά του κι αυτό τον είχε ευχαριστήσει. Ο πατέρας μου σπάνια γελούσε. Όταν κανείς είναι κουρασμένος δεν μπορεί να γελάσει. Μα τώρα είχε χαμογελάσει. Κι’ όταν ο πατέρας μου χαμογελούσε έβλεπε κανείς πως είχε χάσει σχεδόν όλα του τα δόντια. Η καρδιά μου σφιγγόταν. Λυπόμουνα τόσο πολύ για την αθλιότητά του που μόλις μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου. Και έλεγα πως αν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αποφάσιζε μια μέρα να προσφέρει στον ιερέα του, που ήταν και άλογό του μαζί, τον π. Κωνσταντίνο Gheorghiu, που υπέφερε σ’ όλη του τη ζωή απ’ την πείνα, την δυνατότητα να έχει ξαφνικά ψωμί πάνω στο τραπέζι του, ο προλετάριος πατέρας, ο σεβαστός μου πατέρας θα συνέχιζε – παρά το θαύμα- να πεινάει, όπως και στο παρελθόν. Διότι κι αν είχε κάτι δε θα μπορούσε να το φάει, γιατί δεν είχε πια δόντια… Και ούτε σκέψη πως θα μπορούσε να βάλει ξένα. Ήμαστε τόσο φτωχοί που ούτε στο όνειρό μας δεν θα τολμούσαμε να πάμε στον οδοντογιατρό

Απόσπασμα από το βιβλίο «Από την 25η ώρα στην αιώνια ώρα» του Βιργκίλ Γκεωργκίου

-Ένα από κείνα τα τρισευδαίμονα παιδιά, που έκλεισες στην αγκαλιά Σου και τα ευλόγησες με τ' άγιο χέρι Σου...
-Ένας κι' εγώ στην ακρογιαλιά να σ' ακούω, να σ' ακούω και να μη σε χορταίνω...
-Ένας απ' τους πεντακισχιλίους, που έφαγαν απ' τα ευλογημένα από Σένα και πολλαπλασιασμένα ψωμιά και ψάρια...
-Ένας απ' τους ευγνώμονες θεραπευμένους Σου, να τρέξω να διαλαλήσω ότι Συ μου χάρισες την πολυτιμότατη υγεία...
-Ένας απ' αυτούς που σε φιλοξένησε στο σπίτι του...
-Ένας απ' τους απεσταλμένους μαθητές Σου, που έκαναν, μαζί με το κήρυγμα, και θαυματουργικές ευεργετικές ιάσεις...
-Ένας μ' ευλαβική ψυχή, που να σ' ακολουθώ και να σου προσφέρω απ' τα υπάρχοντα μου...
-Ένας, που να καθόμουν μαζί Σου στο Μυστικό Σου Δείπνο...
-Ένας, που να σήκωνα λίγο το βαρύ σταυρό Σου, σαν το Σίμωνα τον Κυρηναίο...
-Ένας, που να στεκόμουν κάτω απ' το σταυρό Σου, πλάϊ στη Μητέρα και τον αγαπημένο Μαθητή Σου, την ώρα της πικρής οδύνης...
-Ένας, που θα 'τρεχα μαζί με τον Ιωάννη και τον Πέτρο και θα 'βλεπα το κενό μνημείο...
-Ένας, που θ' αξιωνόμουν ν' ακούσω, σαν τη Μαρία, το ουράνιο, το αναστάσιμο ΧΑΙΡΕ στον ανοιξιάτικο κήπο απ' τα χείλη Σου.
-Ένας, που με την πύρινη γλώσσα του Αγίου Πνεύματος θα κήρυττα την Ανάστασή Σου...

Μα αν τίποτε απ' αυτά δεν μπορώ να είμαι, κάνε, Θεέ μου, κάτι απ' τη χάρη και την ευλογία τους να έχω στην ψυχή μου. Αμήν.
Γέρων Ιωσήφ

Άκουσε Κύριε! Νύχτα. Θα Σου πω,
χωρίς τραγούδι απόψε και σκοπό,
απλά δυο λόγια μεσ’ απ’ την καρδιά μου,
στη νύχτα που σωπαίνει ολόγυρά μου.
Τ’ ορνίθι λάλησε, μα εγώ δεν κλείνω μάτι.
Είν’ η ψυχή μου προσευχή γεμάτη.
Θέλω Π α τ έ ρ α να Σε πω ξανά,
χωρίς κυμβάλων ήχους κι ωσαννά.
Πατέρα, σαν παιδί Σου, να Σε κράξω,
και μόνο απλά κι αθώα να Σε κοιτάξω.

Ο πόθος μου δε σού μεινε κρυφός.
Τον έστησα μπροστά Σου μεσ’ στο φως.
Κι ουδέ τα λάθη μου έμειναν κρυμμένα,
σε Σένα τα φανέρωσα ένα- ένα.
Το κάθε δάκρυ που έσταξε καυτό,
δεν έλεε πως γοργά θα γιατρευτώ;;
Πατέρα μου, τ’ αλέτρι Σου έχει οργώσει
βαθιά, με τ’ ατσαλένιο του γυνί.
Ας στάξουν χάρης δρόσο οι ουρανοί,
καρπούς γλυκούς κι αμέτρητους να δώσει!

Τακ- τακ μετρούν οι χτύποι της καρδιάς
τον πόνο της αμίλητης βραδιάς.
Και πένθιμες αργά περνούν οι ώρες,
σφιγμένες στην οδύνη μυροφόρες.
Νεκρούς αγαπημένους κλαιν εδώ,
και σκύβω μεσ’ στα στήθη μου να δω…
Καλές προθέσεις πού σβησαν νωρίς,
και πόθοι αγνοί που μού μελλε να πέσουν
σαν άνθη, κι ω ψυχή δεν καρτερείς
στην ώρα τους να φτάσουν και να δέσουν!

Γιατί ‘ναι τούτη νύχτα μελανή
και πιότερο απ’ τις άλλες βουρκωμένη;;
Τα στήθια μου πλακώσαν οι ουρανοί
κι αγγίζουν ως τη γη μαυροντυμένοι.
Μπουρίνι θα ξεσπάσει;; Ποιος το ξέρει;
Μα ποιος μπορεί να πει για την αυγή,
σαν τι παρηγοριές θε να μου φέρει;;
Ας έρθει κι η βροχή και το χαλάζι,
κι ας σπάσουν οι ουρανοί μ’ ορμή στη γη.
Εσένα έχω Πατέρα!!! Τι με νοιάζει;;

Και τούτο θέλω πάλι να Σου πω,
χωρίς τραγούδι απόψε και σκοπό…

Γ. Βερίτης

Από το Γεροντικό

Ένας  γέροντας είπε:
Υπάρχει άνθρωπος που νομίζει ότι σωπαίνει, μα η καρδιά του κατακρίνει τους άλλους. Αυτός πάντοτε μιλάει. Και υπάρχει άλλος που μιλάει απ' το πρωί ως το βράδυ, μα φυλάει τη σιωπή, γιατί δεν λέει τίποτα που να μην είναι ωφέλιμο.

Ρώτησαν ένα γέροντα:
Ποια είναι η σημασία του ρητού, "πάν ρήμα αργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσι περί αυτόν λόγον" (Ματθ. 12: 36);
Και αποκρίθηκε:
Κάθε λόγος που αναφέρεται σε υλικά πράγματα, εκτός από τα απαραίτητα, είναι αργολογίας. Μόνο η ομιλία για σωτηρία ψυχής δεν είναι αργολογία. Ωστόσο, και σ' αυτή την περίπτωση, είναι καλύτερο ν' αποφεύγει κανείς τα πολλά λόγια. Γιατί καθώς μιλάς για το καλό, έρχεται και το κακό.


Πήγε κάποιος αδελφός σ' ένα γέροντα και του λέει:
Αββά, πες μου μια συμβουλή για τη σωτηρία μου.
Αν επισκεφθείς κάποιον, του απάντησε εκείνος, μη βιαστείς να μιλήσεις, πριν σκεφτείς καλά (αυτά πού πρόκειται να πεις).
Ο αδελφός κατανύχθηκε από τη συμβουλή και του έβαλε μετάνοια, λέγοντας:
Πραγματικά, πολλά βιβλία διάβασα, αλλά τέτοια σοφία πουθενά δεν συνάντησα. Και έφυγε ωφελημένος.

Ο αββάς Ησαΐας είπε:
Σοφία δεν είναι το να μιλήσεις. Σοφία είναι το να γνωρίζεις πότε πρέπει να μιλήσεις και τι να πεις. Κι αν έχεις γνώση, δείξε πως δεν γνωρίζεις τίποτα, για να ξεφύγεις από πολλούς κόπους· γιατί εκείνος που εμφανίζεται σαν γνωστικός, φορτώνει τον εαυτό του με κόπους. Να μην καυχιέσαι για τις γνώσεις σου, γιατί (στην πραγματικότητα) κανείς δεν γνωρίζει τίποτα.

Ο αββάς Ποιμήν είπε:

Αν ο άνθρωπος θυμηθεί το ρητό που είναι γραμμένο (στο Ευαγγέλιο), "εκ των λόγων σον δικαιωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση" (Ματθ. 12:37), θα προτιμήσει μάλλον τη σιωπή.

Ο ίδιος (αββάς) είπε:
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Παμβώ, αν είναι καλό να επαινούμε τον πλησίον. Και του είπε: Καλύτερα είναι να σωπαίνουμε".

Ο αββάς Σισώης είπε:
- Έχω τριάντα χρόνια τώρα, που δεν παρακαλώ το Θεό για αμαρτία, δηλαδή για οποιαδήποτε άλλη, παρά για τούτο μόνο προσεύχομαι: "Κύριε Ιησού", λέω, "φύλαξε με από τη γλώσσα μου". Και όμως, μέχρι σήμερα, καθημερινά πέφτω και αμαρτάνω με τη γλώσσα.

Του αγίου Έφραίμ
Εκείνος που λέει πολλά λόγια, (όταν βρίσκεται) ανάμεσα σε αδελφούς, θα προκαλέσει πολλές φιλονικίες και πολλή αντιπάθεια εναντίον του. "Αν όμως δύσκολα ανοίγει τα χείλη του, θα γίνει αγαπητός.
Αδελφέ, όταν ο αθλητής αγωνίζεται, κρατάει σφιχτό το στόμα του. Σφίγγε κι εσύ το στόμα σου, (συγκρατώντας το) από τα περιττά (λόγια), και θα έχεις (ψυχική) ανάπαυση.
Όποιος λέει πολλά λόγια, γίνεται αντιπαθητικός. "Όποιος όμως προσέχει το στόμα του, γίνεται αγαπητός.
Όποιος φυλάει το στόμα του, φυλάει Και την ψυχή του. Απεναντίας, ο αυθάδης αυτοκαταστρέφεται ή (πάντως) "εγγίζει συντριβή", όπως είναι κάπου γραμμένο (Παροιμ. 10:14).
Ο κήπος που δεν έχει φράχτη, ποδοπατιέται Και ερημώνεται.
Κι αυτός που δεν φράζει το στόμα του, χάνει τους (πνευματικούς) καρπούς του.

Αντιόχου του Πανδέκτη
Σ όλες τις περιστάσεις μας συμφέρει η σιωπή. "Αν πάλι ρωτήσει κανείς, γιατί ο Παύλος "παρέτεινε τον λόγον μέχρι μεσονυκτίου" (Πράξ. 20:7), θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε: Πρώτα-πρώτα, επειδή έμελλε να φύγει. Κι έπειτα, επειδή (οι ακροατές του) ήταν νεοκατήχητοι. Το κήρυγμα δηλαδή βρισκόταν τότε ακόμα στην αρχή του, Και γι' αυτό είχαν ανάγκη από πιο πολλή στήριξη. Πέρα απ' αυτά όμως, ο Παύλος ήταν γεμάτος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, κι έτσι δεν μιλούσε εκείνος, αλλά το Πνεύμα με το στόμα εκείνου, καθώς Και ο ίδιος λέει: "...δοκιμήν ζητείτε του εν εμοι λαλούντος Χριστοῦ..." (Β' Κορινθίους 13:3).
Οι, πνευματοφόροι λοιπόν δεν μιλάνε οπότε θέλουν αυτοί, μα όταν τους παρακινεί το Άγιο Πνεύμα, που κατοικεί μέσα τους. Και αν κάποτε πουν πολλά, δεν βλάπτονται καθόλου, γιατί έχουν τη χάρη του Πνεύματος, πού τους φωτίζει και διατηρεί το νου τους αθόλωτο. Ωστόσο Και γι' αυτούς είναι μάλλον πιο ωφέλιμη η σιωπή, πού επιβάλλεται στη συγκεκριμένη ώρα από τις περιστάσεις. Όσο για τα γνωρίσματα εκείνου που έχει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, είναι η πραότητα, η ησυχαστικότητα, η ταπεινοφροσύνη, συνδυασμένη με πολλή σοφία Και (πνευματική) γνώση, η έλλειψη επιθυμίας για κάθε ηδονή και δόξα του κόσμου τούτου, καθώς Και η ακόρεστη επιθυμία για τα επουράνια.

Του αγίου Διαδόχου
Όπως όταν ανοίγονται συνεχώς Οι πόρτες των λουτρών, διώχνουν γρήγορα την εσωτερική θερμότητα προς τα έξω, έτσι Και η ψυχή, όταν θέλει να λέει πολλά, ακόμα Και καλά, διασκορπίζει την περισυλλογή της από τη φωνητική πύλη (δηλαδή το στόμα). Γι' αυτό στερείται τα θεμελιώδη (πνευματικά) νοήματα και γίνεται ενοχλητική, μιλώντας στους τυχόντες για τους ανόητους λογισμούς της, καθώς δεν έχει πια το Άγιο Πνεύμα, πού της διατηρεί το νου χωρίς φαντασίες. Γιατί το αγαθό (Πνεύμα) αποφεύγει την πολυλογία, πού προξενεί κάθε ταραχή και φαντασία. Καλή είναι λοιπόν ή σιωπή, πού γίνεται στον κατάλληλο καιρό, γιατί δεν είναι τίποτ' άλλο παρά μητέρα πολύ σοφών νοημάτων.

Του αγίου Μαξίμου
Εκείνος πού υποκρίνεται σιωπή για να πράξει κάτι κακό, μηχανεύεται απάτη κατά του πλησίον. Αν αποτύχει σ' αυτήν, φεύγει, προσθέτοντας στο πάθος του οδύνη (για την αποτυχία του). Αντίθετα, εκείνος πού σωπαίνει για να ωφελήσει, αυξάνει τη φιλία Και φεύγει με χαρά, γιατί έλαβε φωτισμό πού διώχνει το σκοτάδι.
Εκείνος πού σε μια συγκέντρωση διακόπτει με αυθάδεια την ακρόαση των λόγων, δεν κρύβει ότι πάσχει από φιλοδοξία. Και, υποδουλωμένος σ' αυτήν, παρουσιάζει μύριους λόγους και προτάσεις, θέλοντας να διασπάσει τον ειρμό των λεγομένων (από τους άλλους).

Του αββα Ισαάκ
Αν φυλάξεις τη γλώσσα σου, θα λάβεις από το Θεό τη χάρη της καρδιακής κατανύξεως, μέσα στην οποία θ' αντικρίσεις την ψυχή σου· δηλαδή θα λάβεις το φωτισμό του νου και θα γεμίσεις με τη χαρά του Πνεύματος. "Αν όμως σε νικά η γλώσσα σου, ποτέ δεν θα μπορέσεις να βγεις από το σκοτάδι (του νου). "Αν δεν έχεις καθαρή καρδιά, έχε τουλάχιστον καθαρό στόμα, όπως είπε κάποιος άγιος.

Είπεν ο άφρων εκείνος. Δεν υπάρχει Θεός. Αλλά τότε τι συμβαίνει με τον σηματοδότη του σακχάρου στο πάγκρεας. Συγκρατεί μια στάθμη σακχάρου στο αίμα επαρκεί για την αναγκαία ενέργεια. Χωρίς αυτό, όλοι μας θα πέφταμε σε κώμα και θα πεθαίναμε. Η ανθρώπινη καρδιά χτυπάει για -70-με 80-χρόνια χωρίς να σπάσει. Πως ξεκουράζεται ανάμεσα στα χτυπήματα::
Τα νεφρά φιλτράρουν τα δηλητήρια από το αίμα αφήνοντας να περάσουν μόνον τα ωφέλιμα συστατικά. Πως μπορούν και τα ξεχωρίζουν
Αυτή την τέλεια σοφία του οργανισμού, ποιος την σκέφτηκε; Τύχη ή δημιουργία;;;

Ένα πουλάκι ρωτάει.
Επειδή είμαι μικρό και όπως λέτε σεις άμυαλο, πόσο απ’ αυτό να χωρέσει το μικρούτσικο κεφαλάκι μου» μήπως ξέρετε σεις οι μεγάλοι και μυαλωμένοι να μου πείτε; Πως βρέθηκα μες στ’  αυγό, και ποιος έβαλε μέσα σ’ αυτό την τροφή μου και τον αέρα που χρειαζόμουν; Ποιος είπε στην άμυαλη μάνα μου να κάθεται πάνω στ’ αυγά της, τόσες μέρες και να τα γυρίζει μάλιστα; Και θα ξέρετε σεις οι σπουδαγμένοι πως αν δεν τα γύριζε θα έβγαινα ανάπηρο;
Ποιος και πως μου είπε να σπάσω το αυγό με τη μύτη μου και να βγώ έξω τότε που έπρεπε; Και ποιος και πως με δίδαξε να χτίζω στον καιρό που πρέπει τόσο ωραία και κατάλληλα τη φωλιά μου; Ποιος τα έδωσε όλα αυτά κι’ άλλα ακόμη πολλά και θαυμάσια σε μένα και σ’ όλο το γένος μας; Ποιος;;;;

Η ζωή μας εξαρτάται από το είδος των λογισμών που καλλιεργούμε. Αν οι λογισμοί μας είναι ειρηνικοί και ήρεμοι, αν έχουν πραότητα και καλοσύνη, τότε έτσι είναι και η ζωή μας. Αν η προσοχή μας είναι στραμμένη στις συνθήκες του βίου μας, τότε μας καταπίνει μια δίνη λογισμών, και δεν μπορούμε να έχουμε ούτε ειρήνη ούτε γαλήνη.

Το σημείο εκκίνησής μας είναι πάντοτε εσφαλμένο. Αντί να ξεκινούμε με τον εαυτό μας, εμείς θέλουμε πάντοτε να αλλάξουμε πρώτα τους άλλους και τελευταίους εμάς. Αν ο καθένας ξεκινούσε πρώτα με τον εαυτό του, θα είχαμε παντού τριγύρω ειρήνη! Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι κανείς δεν μπορεί να βλάψει τον άνθρωπο εκείνο που δεν βλάπτει τον εαυτό του — ούτε κι ο ίδιος ο διάβολος. Βλέπετε; Εμείς είμαστε οι αρχιτέκτονες, οι μοναδικοί αρχιτέκτονες, του μέλλοντός μας.

Με τους λογισμούς του ο άνθρωπος αναστατώνει ενίοτε την τάξη της Δημιουργίας. Έτσι καταστράφηκαν οι πρώτοι άνθρωποι —με έναν κατακλυσμό— εξαιτίας των κακών λογισμών και προθέσεών τους. Αυτό αληθεύει ακόμα και σήμερα — οι λογισμοί μας είναι κακοί και γι’ αυτό δεν αποκομίζουμε καλή καρποφορία. Πρέπει να αλλάξουμε. Καθένας μας πρέπει να αλλάξει, αλλά είναι κρίμα που δεν έχουμε παραδείγματα να μας καθοδηγήσουν, ούτε στις οικογένειές μας ούτε στην κοινωνία μας.

Ο Κύριος πήρε πάνω του όλες μας τις οδύνες και τις μέριμνες, και είπε ότι θα μας παράσχει καθετί που χρειαζόμαστε. Και παρόλα αυτά εμείς κρατιόμαστε τόσο σφιχτά από τις μέριμνές μας, που δεν αφήνουμε το νου και την καρδιά μας, τις οικογένειες και καθένα τριγύρω μας, να βρει ανάπαυση.

Όποτε τα προβλήματα πέφτουν πάνω μου σαν άχθος δυσβάσταχτο κι εγώ προσπαθώ να σηκώσω όλες τις μέριμνες του μοναστηριού και της αδελφότητας μόνος μου, συσσωρεύω μπελάδες σε μένα και την αδελφότητα. Ακόμα και το ευκολότερο έργο επιτελείται με τεράστια δυσκολία. Όταν όμως εναποθέτω τον εαυτό μου, την αδελφότητα και καθετί άλλο στον Κύριο, τότε ακόμα και τα δυσκολότερα έργα επιτελούνται με ευκολία. Δεν υπάρχει πίεση και βασιλεύει ειρήνη στην αδελφότητα.

Ο άνθρωπος εκείνος που ζει μέσα του τη Βασιλεία των Ουρανών ακτινοβολεί άγιους λογισμούς. Θείους λογισμούς. Η Βασιλεία του Θεού δημιουργεί μέσα μας μια ατμόσφαιρα παραδείσου, εν αντιθέσει προς την ατμόσφαιρα της κολάσεως, την οποία ακτινοβολεί όποιος έχει τον Άδη στην καρδιά του. Ο ρόλος των χριστιανών στον κόσμο είναι να φιλτράρουν την ατμόσφαιρα της γης, ώστε να κερδίζει διαρκώς έδαφος η ατμόσφαιρα της Βασιλείας του Θεού.

Mπορούμε να περιφρουρούμε ολόκληρο τον κόσμο περιφρουρώντας την ατμόσφαιρα του παραδείσου μέσα μας, διότι αν χάσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών, δεν θα σώσουμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τους άλλους. Εκείνος που έχει μέσα του τη Βασιλεία του Θεού θα τη μεταδώσει ανεπαίσθητα και στους άλλους. Οι άνθρωποι θα ελκύονται από την εντός μας ειρήνη και ζεστασιά˙ θα θέλουν να είναι κοντά μας, και η ατμόσφαιρα του ουρανού θα περάσει σταδιακά και σε κείνους. Σχεδόν δεν είναι καν απαραίτητο να μιλάμε στους ανθρώπους γι’ αυτή. Η ατμόσφαιρα του παραδείσου θα ακτινοβολεί από μέσα μας ακόμα κι όταν σιωπούμε ή μιλάμε για πράγματα καθημερινά. Θα ακτινοβολεί από μέσα μας ακόμα κι αν δεν έχουμε συναίσθηση ότι το κάνει.

Ο Κύριος κάλεσε τον καθένα από μας στην ύπαρξη με ένα συγκεκριμένο στόχο και σχέδιο. Και το παραμικρό χορταράκι αυτού του πλανήτη έχει ένα είδος αποστολής εδώ στη γη. Και πόσο αληθεύει αυτό για τα ανθρώπινα όντα! Ωστόσο, εμείς διαταράσσουμε ενίοτε και εμποδίζουμε το σχέδιο του Θεού. Έχουμε την ελευθερία είτε να αποδεχτούμε το θέλημά Του είτε να το απορρίψουμε˙ ο Θεός που είναι αγάπη, δεν θέλει να άρει αυτή την ελευθερία από μας. Μάς δόθηκε απόλυτη ελευθερία, αλλά εμείς, πάνω στην τρέλα μας, ποθούμε συχνά άχρηστα πράγματα.

Δεν μπορούμε να επιτύχουμε τη σωτηρία με κανέναν τρόπο πέρα από τη μεταμόρφωση του νου μας, τη μεταμόρφωσή του σε κάτι διαφορετικό από αυτό που ήταν. Ο νους μας θεώνεται από μια ιδιάζουσα ενέργεια της χάριτος του Θεού. Γίνεται απαθής και άγιος. Ένας θεωμένος νους ζει ακατάπαυστα με τη μνήμη του Θεού. Γνωρίζοντας ότι ο Θεός είναι μέσα μας κι εμείς εν Αυτώ, ο θεωμένος νους είναι ολότελα οικείος με τον Θεό. Ο Θεός είναι παντού κι εμείς είμαστε σαν ψάρια μέσα στο νερό όταν είμαστε εν Θεώ. Τη στιγμή που οι λογισμοί μας Τον εγκαταλείπουν, αφανιζόμαστε πνευματικά.


Από το βιβλίο
«Οι λογισμοί καθορίζουν τη ζωή μας - Βίος και διδαχές του Γέροντα Θαδδαίου της Βιτόβνιτσα».

Βλέπεις τον εαυτό σου ευτυχισμένο και ακόμα βεβαιώνεις πως την ευτυχία σου την έφτιαξες μόνος σου , χωρίς τον Θεό και τους ανθρώπους. Γι’ αυτό απωθείς την άποψη που πρεσβεύουμε, ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος χρωστά προσευχή στον Θεό και ελεημοσύνη στον πλησίον του. «Ούτε προσευχές στον Θεό ούτε ελεημοσύνη στον πλησίον», λες και μ’ αυτό τείνεις να θεωρείς τον εαυτό σου ευτυχισμένο.

Για μένα πράγματι είναι αδύνατον να σκεφθώ την ευτυχία έξω από τον Θεό και τους ανθρώπους. Νομίζω ότι ούτε καν άγγιξες την ευτυχία αλλά συγχέεις τα φαινόμενα και αποκαλείς ευτυχία την ανέμελη επιβίωση. Μάζεψες πολλά από εκείνα που μπορεί να δώσει η γη, χόρτασες και ήπιες και νομίζεις ότι δεν σου χρειάζεται κανείς από τον περίγυρο.

Γνώριζε όμως πάνω απ’ όλα , ότι η γη δεν δίνει τίποτα σε κανέναν χωρίς την εντολή του θεού. Και όσα σου έδωσε στα έδωσε κατ’ εντολή του Θεού. Μια βαθύτερη αντίληψη μας διδάσκει ότι εμείς δεν έχουμε στην πραγματικότητα τίποτα δικό μας, που να διαρκεί σ’ αυτόν τον κόσμο. Όλα είναι έωλα και δανεισμένα- γρήγορα φεύγουν και έρχονται σαν στρόβιλος. Η υγεία, η δύναμη, η ομορφιά, η ιδιοκτησία, η τιμή, η εξουσία, η μεγάλη γνώση, το καλλιτεχνικό ταλέντο, όλα τα χαρίσματα είναι δώρα. Και η δοκιμασία με την οποία ο Δημιουργός εξετάζει τους ανθρώπους έχει σχέση με την πίστη, το έλεος, τον σεβασμό και κάθε καλό χαρακτηριστικό.

Η δοκιμασία έγκειται στο να καταδείξει δύο πράγματα: Πρώτον ,αν ο άνθρωπος γνωρίζει από πού του δόθηκε το όποιο χάρισμα , και δεύτερον, αν αποδίδει δόξα και ευχαριστία στον Δωροδότη του. Άκου αυτή τη φοβερή συμβουλή του μεγάλου προφήτη Ιερεμία που φωνάζει: «δότε τῷ Κυρίῳ Θεῷὑμῶν δόξαν πρὸ τοῦ συσκοτάσαι» ( Ιερ. 13, 16 ) . Άρχισε και συ γρήγορα να δοξάζεις τον θεό και να Τον ευχαριστείς πριν πέσει το σκοτάδι στη ζωή σου. Γιατί όταν έρθει το σκοτάδι, τα βάσανα , η ταλαιπωρία και η αρρώστια, η πτώση και η τρέλα, τι θα κάνεις τότε; Ποιόν θα παρακαλέσεις; Και ποιος από τους ανθρώπους θα σε ελεήσει αφού εσύ ήσουν χωρίς ίχνος ελεημοσύνης;

Για να μην πέσει στη ζωή σου φοβερό και βαρύ σκοτάδι άσκουσε και θυμήσου αυτές τις άγιες λέξεις της Βίβλου: «Οὐ λιμοκτονήσει Κύριος ψυχὴν δικαίαν, ζωὴν δὲ ἀσεβῶν ἀνατρέψει.»


Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
από το βιβλίο: «Δεν φτάνει μόνο η πίστη»

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς:

Μα η πνευματική ζωή είναι η πραγματική ζωή. Όλα τ’ άλλα είναι πράγματα.
Πράγμα είναι το σώμα μας, χώμα δανεισμένο από την γη. Χώμα, νερό, φωτιά, αέρας – απ’ αυτά τα τέσσερα στοιχεία είναι κτισμένο το ανθρώπινο σώμα.
Κτισμένο τόσο επιδέξια και θαυμαστά που δεν γίνεται να εκφρασθεί και να περιγραφεί. Μα όμως το σώμα είναι μόνο ένα πράγμα, δεν είναι η ζωή∙ είναι η άμαξα, δεν είναι ο ταξιδιώτης∙ είναι το κλουβί, δεν είναι το πτηνό.
Τι είναι τότε η ζωή; Η Αγία Γραφή του Θεού ξεκάθαρα εξηγεί στην πρώτη κιόλας σελίδα της: «καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» ( Γεν. 2, 7 ) .
Μήπως γνωρίζεις τι σημαίνουν άμεσα και έμμεσα αυτές οι λέξεις; Έμμεσα λοιπόν από την γη έφτιαξε ο Θεός το σώμα και άμεσα εκ του Εαυτού Του, ενεφύσησεν σ’ αυτόν πνοή ζωής. Έτσι ο άνθρωπος έγινε ζωντανή ψυχή. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι φαινομενικά πράγμα, αλλά πράγμα με ζωντανό πνεύμα μέσα της, το ποίο προέρχεται άμεσα από τον Δημιουργό.
Μέσα απ’ αυτή την πνοή ζωής ο άνθρωπος σχετίζεται με το Δημιουργό του και μ’ ολόκληρο τον πνευματικό κόσμο, που περιβάλλει τον Δημιουργό. Είναι μία σπίθα που μοιάζει με την αιώνια φλόγα του θεού. Αν και με το σώμα έρπουμε στην γη ανάμεσα στα έντομα, μ’ αυτήν την σπίθα είμαστε δεμένοι με τους υψηλότερους ουρανούς και την αιωνιότητα.
Η ζωή του ανθρώπου είναι ψυχή ζώσα στο σώμα, ασταμάτητα υποστηριζόμενη και αναζωογονούμενη με εκείνη την θεϊκή πνοή ζωής.
Πρακτικά μιλώντας η πνευματική ζωή είναι η αδιάκοπη προσπάθειά μας να αξιωθούμε εκείνης της θεϊκής πνοής μέσα μας. Γιατί όμως να προσπαθούμε να αξιωθούμε; Επειδή αυτό μας το δώρισε ο Δημιουργός από τον Εαυτό Του. Κανείς από μας δεν το αγόρασε, ούτε το πλήρωσε αλλά μας το δώρισε η αιώνια Αγάπη. Το δώρο δεν πληρώνεται με τίποτα. Γι’ αυτό και είναι δώρο.
Αλλά εκείνος που δέχεται το δώρο και μάλιστα ένα δώρο τόσο πολύτιμο όπως αυτό της ζωής, πρέπει τουλάχιστον να φανεί αντάξιος τέτοιου δώρου.
Πώς να απαντήσουμε στην αγάπη του Θεού με αγάπη, και πώς να αναδειχθούμε άξιοι αυτού του Θεϊκού δώρου; Γι’ αυτό υπάρχει μεγάλη επιστήμη, η οποία αποκαλείται πνευματική επιστήμη. Η επιστήμη αυτή είναι πάνω απ’ όλες τις επιστήμες, όπως είναι η Θεϊκή πνοή ζωής πάνω από όλα τα πράγματα. Η επιστήμη αυτή δεν κατάγεται από τον εν σώματι άνθρωπο αλλά από το ίδιο το Άγιο Πνεύμα του Θεού.
Ο Δωρητής του πιο πολύτιμου δώρου μόνος έμαθε τους ανθρώπους πώς να αξιωθούν αυτού του δώρου.
Εάν επιθυμείς να εισέλθεις σ’ αυτή τη φωτεινή και γλυκιά επιστήμη, ας είναι ευλογημένη η επιθυμία σου.

Ειρήνη και χαρά εν Κυρίω.

Πηγή: «ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Α΄»
Εκδόσεις «εν πλώ»

Δεν σιωπά ο Θεός αδελφοί μου, αλλά μιλά δυνατότερα από όλες τις θύελλες και τους κεραυνούς

Τι αξία έχει αδελφοί μου, εάν μιλώ αιώνια για τον Θεό και ο Θεός αιώνια σιωπά; Μπορώ άραγε να υπερασπιστώ το δίκαιο του Θεού εάν ο Θεός δεν το θέσει υπό την προστασία Του; Μπορώ να αποδείξω τον Θεό στους άθεους εάν ο Θεός κρύβεται; Μπορώ να αγαπώ τα παιδιά Του εάν Αυτός είναι αδιάφορος απέναντι στα παθήματά τους; Όχι. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορώ. Οι λέξεις μου δεν έχουν φτερά για να μπορούν να υψώσουν στον Θεό όλους τους πεσμένους και ξεπερασμένους από τον Θεό Ούτε έχουν φωτιά για να ζεστάνουν τις παγωμένες καρδιές των παιδιών έναντι του Πατέρα τους. Οι λέξεις μου δεν είναι τίποτα αν δεν είναι απήχηση και επανάληψη αυτού που ο Θεός με τη δική του δυνατή γλώσσα λέει.

Τι είναι ο ψίθυρος στα βότσαλα της ακτής μπροστά στο φοβερό βουητό του ωκεανού; Έτσι είναι και οι λέξεις μου απέναντι στους λόγους του Θεού. Πώς μπορεί να ακούσει κάποιος τον ψίθυρο στα βότσαλα τα σκεπασμένα από τον αφρό του μανιώδους στοιχείου όταν είναι κουφός μπροστά στο βουητό του ωκεανού; Πως θα δει τον Θεό στα λόγια μου εκείνος που δεν μπορεί να τον δει στη φύση και στη ζωή; Πως οι αδύναμες ανθρώπινες λέξεις μπορούν να πείσουν εκείνον που ούτε οι κεραυνοί δεν είναι σε θέσει να πείσουν; Πως θα ζεσταθεί με μία σπίθα εκείνος που άφησε τη φωτιά πίσω του; Δεν σιωπά ο Θεός αδελφοί μου, αλλά μιλά δυνατότερα από όλες τις θύελλες και τους κεραυνούς.

Δεν εγκαταλείπει ο Θεός τον δίκαιο, αλλά τον παρακολουθεί στα παθήματά του και απαλά τον οδηγεί στον θρόνο. Δεν εξαρτάται ο Θεός από οποιουδήποτε την καλή θέληση, αλλά πράττει τα πάντα εξαρτώμενα από τη δική Του καλή θέληση. Θα ήταν κακόμοιρος ο Θεός μας, εάν εξαρτιόταν από τις δικανικές υπερασπίσεις ενός θνητού ανθρώπου.

Ο Θεός είναι αυτός που είναι, είτε εμείς τον μεγαλύνουμε είτε τον υποτιμούμε. Ο Θεός θα υπάρχει , φωτεινός και μεγάλος όπως και σήμερα. Και τότε που οι ακτίνες του ηλίου μάταια θα αναζητούν ένα ανθρώπινο πλάσμα στη γη και αντί ζωντανών θα ζεσταίνουν μόνον τους τάφους των νεκρών…

Το ζήτημα της υπάρξεως του Θεού και της Θείας του Οικονομίας θα καταστρεφόταν αν εξαρτιόταν από τους λόγους μου και από τις δικές σας συνήθειες. Αλλά το ζήτημα του Θεού, ανεξάρτητα απ’ όλους εμάς θα πετύχει και θα νικήσει. Εκείνος του οποίου τα χρόνια δεν έχουν αριθμό και η οντότητά του δεν έχει αρχή και τέλος δεν μπορεί να αφήσει το «επίγειο σπίτι» του στις διαθέσεις μας, στα αδύναμα δημιουργήματά του, των οποίων η αρχή και το τέλος σχεδόν συναντιόνται σε ένα σημείο, και των οποίων η οντότητα είναι μία κουκκίδα. Δεν είναι ο άνθρωπος φερέγγυος αλλά ο Θεός και πιστός εγγυητής της Βασιλείας της αγάπης στη γη…

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Από το βιβλίο “Αργά βαδίζει ο Χριστός


Θέματα: πίστη, αθεΐα,

Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, ὀνόματι Συμεών. Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιᾶ σὲ μιὰ παραγκούλα καὶ  ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο,μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Γράμματα δὲν ἤξερε οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας. Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργη.

Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, ἔκανε δυὸ παιδιὰ καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του. Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦἁγίου Σπυρίδωνος, ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο, ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶἔλεγε:

«Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Βοήθησέ με νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου».

Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειά του ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε:

«Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα».

Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια τοῦ εὐλογημένου Συμεών.

Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ. Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειά του ἀλλὰ καὶ δὲν παρέλειπε νὰ περνᾷ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τον.

Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μῆνα. Μιὰ προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε:

-Παπποῦ, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ᾖρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο;

-Ἔρχεται, παιδί μου, κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς καὶ μὲ παρηγορεῖ.

-Καὶ τί σοῦ λέει, παπποῦ;

-«Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή». «Καλησπέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή».

Ἡ Προϊσταμένη παραξενεύτηκε καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ ἔπιασε κουβέντα, τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς Προϊσταμένης καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση.

Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός:

-Μήπως εἶναι φαντασία σου;

-Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, ὁ Χριστὸς εἶναι.

-Ἦρθε καὶ σήμερα;

-Ἦρθε.

-Καὶ τί σου εἶπε;

-Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. Κᾶνε ὑπομονή, σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωῒ-πρωΐ.

Ὁ Πνευματικὸς κάθε μέρα πήγαινε στὸ Νοσοκομεῖο, μιλοῦσε μαζί του καὶ ἔμαθε γιὰ τὴν ζωή του. Κατάλαβε ὅτι πρόκειται περὶ εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τὴν τρίτη ἡμέρα πρωῒ-πρωῒ πάλι πῆγε νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν καὶ νὰ διαπιστώσει ἂν θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρηση ὅτι θὰ πεθάνει. Πράγματι ἐκεῖ ποὺ κουβέντιαζαν, ὁ Συμεὼν φώναξε ξαφνικά: «Ἦρθε ὁ Χριστός», καὶ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου.

Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἀμήν.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, 2008, σελ. 350-351,
Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Μεταμόρφωσις Χαλκιδικῆς).

Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.

Οι εχθροί με έχουν οδηγήσει μέσα στην αγκάλη Σου περισσότερο, από ό,τι οι φίλοι μου. Οι φίλοι με έχουν προσδέσει στην γη, ενώ οι εχθροί με έχουν λύσει από την γη και έχουν συντρίψει όλες τις φιλοδοξίες μου στον κόσμο.

Οι εχθροί με αποξένωσαν από τις εγκόσμιες πραγματικότητες και με έκαναν έναν ξένο και άσχετο κάτοικο του κόσμου. Όπως ακριβώς ένα κυνηγημένο ζώο βρίσκει ασφαλέστερο καταφύγιο από ένα μη κυνηγημένο, έτσι και εγώ, καταδιωγμένος από τους εχθρούς, έχω εύρει το ασφαλέστερο καταφύγιο, προφυλασσόμενος υπό το σκήνωμά Σου, όπου ούτε φίλοι ούτε εχθροί μπορούν να απωλέσουν την ψυχή μου.

Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.

Αυτοί μάλλον, παρά εγώ, έχουν ομολογήσει τις αμαρτίες μου ενώπιον του κόσμου.

Αυτοί με έχουν μαστιγώσει, κάθε φορά που εγώ είχα διστάσει να μαστιγωθώ.

Με έχουν βασανίσει, κάθε φορά που εγώ είχα προσπαθήσει να αποφύγω τα βάσανα.

Αυτοί με έχουν επιπλήξει, κάθε φορά που εγώ είχα κολακεύσει τον εαυτό μου.

Αυτοί με έχουν κτυπήσει, κάθε φορά που εγώ είχα παραφουσκώσει με αλαζονεία.

Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.

Κάθε φορά που είχα κάνει τον εαυτό μου σοφό, αυτοί με αποκάλεσαν ανόητο.

Κάθε φορά που είχα κάνει τον εαυτό μου δυνατό, αυτοί με περιγέλασαν σαν να ήμουν νάνος.

Κάθε φορά που θέλησα να καθοδηγήσω άλλους, αυτοί με έσπρωξαν στο περιθώριο.

Κάθε φορά που έσπευδα να πλουτίσω, αυτοί με εμπόδισαν με σιδηρά χείρα.

Κάθε φορά που είχα σκεφθεί ότι θα κοιμόμουν ειρηνικά, αυτοί με ξύπνησαν από τον ύπνο.

Κάθε φορά που προσπάθησα να κτίσω σπίτι για μία μακρά και ήρεμη ζωή, αυτοί το κατεδάφισαν και με έβγαλαν έξω.

Στ' αλήθεια, οι εχθροί με έχουν αποσυνδέσει από τον κόσμο και άπλωσαν τα χέρια μου στο κράσπεδο του ιματίου Σου.

Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ω Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.

Ευλόγησέ τους και πλήθυνέ τους! Πλήθυνέ τους και κάνε τους ακόμη πιο σκληρούς εναντίον μου!

Ώστε η καταφυγή μου σε Σένα να μην έχει επιστροφή.
ώστε κάθε ελπίδα μου στους ανθρώπους να διαλυθεί ως ιστός αράχνης.
ώστε απόλυτη γαλήνη να αρχίσει να βασιλεύει στην ψυχή μου.
ώστε η καρδιά μου να γίνει ο τάφος των δύο κακών διδύμων μου αδελφών: της αλαζονείας και του θυμού.
ώστε να μπορέσω να αποθηκεύσω όλους τους θησαυρούς μου εν ουρανοίς.

α!  ώστε να μπορέσω για πάντα να ελευθερωθώ από την αυταπάτη, η οποία με περιέπλεξε στο θανατηφόρο δίχτυ της απατηλής ζωής.

Οι εχθροί με δίδαξαν να μάθω -αυτό που δύσκολα μαθαίνει κανείς- ότι ο άνθρωπος δεν έχει εχθρούς στον κόσμο, εκτός από τον εαυτό του!...

Μισεί κάποιος τους εχθρούς του μόνον όταν αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι δεν είναι εχθροί, αλλά σκληροί και άσπλαχνοι φίλοι!...

Είναι πράγματι δύσκολο για μένα να πω ποιος μου έκανε περισσότερο καλό και ποιος μου έκανε περισσότερο κακό στον κόσμο: οι εχθροί ή οι φίλοι.

Γι' αυτό, ευλόγησε, ω Κύριε, και τους φίλους μου και τους εχθρούς μου...  

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής.

Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά τής χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά».
Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις πού μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό.

Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ’ όλες τις δεήσεις.
Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;… Είναι δυνατό αυτό;…
Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. Ή ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά.
Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. Ή ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει πάνω του ή κατάρα και ή οργή του Θεού.
Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ’ όλες τις πτυχές της ζωής του.
Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι’ Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη πού είναι απρόσιτα σ’ άλλους.
Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, πού μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.
Τότε γίνεται ολοφάνερο πώς έφτασε στα όρια, πού δεν μπορεί να ξεπεράσει ο άνθρωπος.

Οι άλλοι σου λένε ότι έχεις ένα απαίσιο πάθος,αλλά εσύ δεν τους πιστεύεις. Γιατί δεν τους πιστεύεις; Δεν ξέρεις ότι τη δυσμορφία του προσώπου μας την προσέχουν οι άλλοι πάντα πριν από εμάς; Το μάτι τα βλέπει όλα εκτός από τον εαυτό του. Οι άλλοι βλέπουν το πρόσωπό μας και χωρίς καθρέπτη, ενώ εμείς μόνο με καθρέπτη. Για την ψυχή μας καθρέπτης είναι ο Χριστός. Κοίταξε τον Χριστό- παρατήρησε για πολύ καιρό Αυτόν στον καθρέπτη της ψυχής σου- σκέψου θα έκανε Εκείνος αυτό που κρυφά κάνεις εσύ; Οπωσδήποτε όχι. Ο καθρέπτης λοιπόν,θα σου έδινε αρνητική απάντηση και αυτό σημαίνει δυσμορφία της ψυχής.
Ο άνθρωπος που πίνει όταν είναι μεθυσμένος βεβαιώνει όλο τον κόσμο ότι είναι νηφάλιος και ξέρει τί λέει. Ο αυτάρεσκος ούτε καν έχει συνείδηση ότι είναι τέτοιος. Και προσβάλλεται όταν κάποιος του λέει «μην κομπάζεις». 

Ήταν κάποτε ένας τέτοιος φίλαυτος, τον οποίο όλοι απέφευγαν διότι κανείς δεν ήθελε να μιλήσει μαζί του σοβαρά, αφού διαρκώς κόμπαζε. Για να συνετιστεί , προσπαθώντας όμως να μην τον προσβάλει ένας από τους ποιητές  μας, ο Λ. Νενάντοβιτς, του λέει: «Εάν εγώ έλεγα αυτά που λες με το δίκιο του ο κόσμος θα με αποκαλούσε ψεύτη».
Δεν ειπώθηκε μάταια ότι τα πάθη είναι τυφλά. Είναι στην πραγματικότητα τυφλές δυνάμεις που τραβούν τον άνθρωπο στην πτώση.
Δείτε και αναγνωρίστε τα πάθη σας, λένε οι ηθικιστές . Αλλά είναι αρκετό αυτό; Εάν ο άνθρωπος δεν φοβηθεί και δεν σιχαθεί τα πάθη του έτσι όπως φοβάται και σιχαίνεται  κάποιες σωματικές ασθένειες, πράγματι δεν μπορεί να θεραπευτεί. Ας σκεφθεί ο καθένας μας τα πάθη ως σωματική αρρώστια. Αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας. Ας σκεφθούμε για παράδειγμα τη φιλοδοξία ως πνευμονία, την πορνεία ως καρκίνο, τη φιλαργυρία ως φυματίωση, την εξάρτηση ως χολέρα, τη μέθη ως τύφο, τη λαιμαργία ως ερυθρά, την προκατάληψη ως ηλίαση, την αυταρέσκεια ως μούδιασμα από τέτανο.
Τότε ο άνθρωπος μπορεί να κραυγάσει όπως ο προφήτης Ησαΐας: «ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ ὁλοκληρία, οὔτε τραῦμα οὔτε μώλωψ οὔτε πληγὴ φλεγμαίνουσα· οὐκ ἔστιν μάλαγμαἐπιθῆναι οὔτε ἔλαιον οὔτε καταδέσμους.» (Ησ.1,6)ή όπως ο μετανοημένος απόστολος:«Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» ( Ρωμ. 7, 24 ) .
«Τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν.» ( Ματθ. 8, 17 ) .
Κοίταξε και συ προς Αυτόν σαν σε καθρέπτη, για να μπορείς να δεις τις πληγές σου, άγγιξε Τον σαν ζωοδόχο μαγνήτη για να σε θεραπεύσει, προσκύνησέ Τον ως Θεό για να σου αποκαλύψει τα αιώνια μυστήρια.

«ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Δεν φτάνει μόνο η πίστη…
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Β΄»
Εκδόσεις «εν πλώ»

Πρώτον. Γιατί η πίστη μας είναι φως. Ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου». Το φως της κανδήλας μας θυμίζει το φως, με το οποίο ο Χριστός καταυγάζει τις ψυχές μας

Δεύτερον. Για να μας θυμίζει, ότι και η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή σαν των αγίων, δηλαδή των ανθρώπων, που ο Απόστολος Παύλος τους ονομάζει «τέκνα φωτός».

Τρίτον. Για να είναι έλεγχος στα σκοτεινά μας έργα και στις κακές μας ενθυμήσεις και επιθυμίες. Και έτσι να τα επαναφέρει όλα στο δρόμο του φωτός του αγίου Ευαγγελίου. Για να λάμψει «το φως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως είδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς».

Τέταρτον. Είναι μια μικρή δική μας θυσία, σημείο και δείγμα της ευγνωμοσύνης και της αγάπης, που οφείλουμε στο Θεό για τη μεγάλη θυσία που έκανε για μας. Με αυτήν και με την προσευχή μας, τον ευχαριστούμε για τη ζωή, για τη σωτηρία και για όλα όσα μας χαρίζει η θεϊκή και άπειρη αγάπη του.

Πέμπτον. Για να είναι φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους, που μας επιτίθενται με ιδιαίτερη πονηρία πριν και κατά την ώρα της προσευχής και θέλουν να απομακρύνουν τη σκέψη μας από το Θεό. Οι δαίμονες αγαπούν το σκοτάδι και τρέμουν το φως: Και του Χριστού κι εκείνων που αγαπούν τον Χριστό.

Έκτον. Για να μας παρακινεί σε αυτοθυσία. Όπως δηλαδή με το λάδι καίγεται στο καντήλι το φυτίλι, έτσι και το δικό μας θέλημα να καίγεται με τη φλόγα της αγάπης για τον Χριστό και να υποτάσσεται πάντοτε στο θέλημα του Θεού.

Έβδομον. Για να μάθουμε ότι: Όπως δεν ανάβει το καντήλι χωρίς τα δικά μας χέρια, έτσι και το εσωτερικό καντήλι της καρδιάς μας δεν ανάβει χωρίς τα χέρια του Θεού. Οι κόποι των αρετών μας είναι η καύσιμη ύλη (το φυτίλι και το λάδι}, που για να ανάψουν και να φωτίσουν χρειάζονται το «πυρ» του Αγίου Πνεύματος.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος

Από το βιβλίο: "Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. Επιστολές"

Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως

Η αγάπη μαθαίνεται ή μάλλον μεταδίδεται,δεν αποκτιέται,δε γίνεται κτήμα μας. Αυτή είναι που μας αποκτά και μας κάνει κτήμα της. 

 Περνά μέσα μας και μας κάνει δικούς της , μας κάνει παιδιά της , μας κάνει και εμάς εραστές της. 

Έναν άνθρωπο κερδίζει η αγάπη και πολλοί άνθρωποι ειρηνεύουν γύρω του . Όταν μια καρδιά γεμίσει από αγάπη γίνεται μικρά μικρά κομματάκια και σκορπίζεται σε πολλές άλλες καρδούλες και ειρηνεύουν και αυτές και κουρνιάζουν γύρω της. 

Το μόνο που χρειάζεται από εμάς είναι να μη τρέχουμε άσκοπα , να μην κάνουμε φασαρία και να μη γκρινιάζουμε. Να σιωπούμε , να ειρηνεύουμε και η αγάπη θα μας βρει. 

Να μένουμε σιωπηλοί και η σιωπή θα μας διδάξει. Θα μας διδάξει πώς να περπατάμε , πώς να περιμένουμε , πώς να ζούμε απλά και τέλος θα κράξει στην αγάπη που είμαστε. 

Απλά να σκεφτόμαστε , ήσυχα να περπατάμε , και σιωπηλά να περιμένουμε. Να μη τρέχουμε να αποφύγουμε το κακό διότι με τόση φασαρία το κακό θα μας βρει. Να μη τρέχουμε να βρούμε την αγάπη διότι με τόση φασαρία η αγάπη δεν μας βλέπει.  

Στη φασαρία κρύβεται το κακό ενώ η αγάπη αναπαύεται στη σιωπή. Ας μείνουμε λοιπόν σιωπηλοί και ήσυχοι για να μας προσπεράσει το κακό και να μας βρει η αγάπη. 

Δυστυχώς πλησιάζουμε τους ανθρώπους επειδή έχουν κάτι που το χρειαζόμαστε , που το θέλουμε και επειδή πληρώνουν κάποια από τα κενά μας και από τις ανάγκες μας. 

Εμείς δίνουμε σ`αυτούς από αυτό που μας περισσεύει,που δεν το χρειαζόμαστε, όλα τα άλλα τα κρατάμε για τον εαυτό μας. Καμία θυσία , καμία υπέρβαση , πουθενά η ευεργεσία , πουθενά η αγάπη. Οι ανθρώπινες σχέσεις έγιναν σχέσεις εμπορίου και διέπονται από νόμους του εμπορίου και όχι από τον νόμο της αγάπης και της προσφοράς . 

Και αυτό συμβαίνει επειδή έχει χαθεί η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του συνανθρώπου και παράλληλα στο πρόσωπο του Θεού και αυτό επειδή εμείς οι ίδιοι έχουμε χάσει την επαφή με τον εαυτό μας . Γι`αυτό και φτάσαμε στο σημείο ο συνάνθρωπός μας να γίνει η απειλή μας. Βλέπετε , ο φόβος καταλύει την αγάπη και φέρνει την άμυνα .

Ιερομονάχου Βαρθολομαίου Αγιορείτου

πηγή: http://eorakamen.blogspot.gr/2012/10/blog-post_6497.html

Σελίδα 1 από 19

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (80) Αγάπη Θεού (14) αγάπη σε Θεό (5) αγάπη σε Χριστό (16) άγγελοι (1) Αγία Γραφή (19) Άγιο Πνεύμα (4) άγιοι (7) άγιος (23) αγνότητα (1) άγχος (2) αγώνας (18) αγώνας πνευματικός (1) αθεΐα (29) αιρέσεις (25) αλήθεια (5) αμαρτία (14) Ανάσταση (32) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (56) άνθρωπος (12) αντίχριστος (5) αξιώματα (1) απιστία (5) αποκάλυψη (3) απόκρυφα (4) αρετή (17) ασθένεια (2) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (22) Β Παρουσία (1) Β' Παρουσία (9) βάπτιση (2) βάπτισμα (1) βιοηθική (3) γάμος (15) Γένεση (3) Γεροντικόν (37) γλώσσα (16) γνώση (2) γονείς (11) γυναίκα (2) δάσκαλος (3) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (17) διάβολος (17) διάκριση (10) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) εγωισμός (32) εικόνες (1) εκκλησία (28) Εκκλησιαστική Ιστορία (3) Εκκλησιαστική περιουσία (1) ελεημοσύνη (2) ελευθερία (6) Ελλάδα (5) ελπίδα (7) εξέλιξης θεωρία (7) Εξομολόγηση (22) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επιστήμη (26) εργασία (15) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (4) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (1) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (8) ευχαριστία (1) ζώα (4) ηθική (1) ησυχία (2) θάνατος (40) θάρρος (2) θαύμα (13) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (11) Θεία Λειτουργία (10) θεολογία (1) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (39) θρησκείες (4) θυμός (15) Ιγνάτιος Θεοφόρος (6) ιεραποστολή (3) ιερέας (16) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) καρδιά (3) κατάκριση (8) καταναλωτισμός (1) Κοίμησις Θεοτόκου (8) κοινωνία (42) κόλαση (5) Κρίσις Μέλλουσα (1) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (7) λογισμοί (8) λύπη (1) μαγεία (2) μάρτυρες (2) μετά θάνατον (17) μετά θάνατον ζωή (10) Μεταμόρφωσις (3) μετάνοια (20) μητέρα (2) μίσος (1) μνημόσυνα (1) μοναξιά (2) μοναχισμός (1) μόρφωση (1) μουσική (1) Ναός (1) νέοι (1) νεοπαγανισμός (2) νηστεία (2) νους (5) ομορφιά (1) όνειρα (11) Ορθοδοξία (18) πάθη (11) παιδεία (2) παιδιά (2) παλαιοημερολογίτες (2) Παναγία (16) παράδειγμα (1) Παράδεισος (13) Πάσχα (11) πατρίδα (3) πίστη (68) πλούτος (3) πνευματική ζωή (12) πνευματικός πατέρας (3) πνευματισμός (3) ποίηση (10) πόλεμος (3) πολιτική (1) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (11) Πρόνοια (1) Πρόνοια Θεία (16) προορισμός (5) προσευχή (41) προτεσταντισμός (4) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (4) Σαρακοστή (1) σεβασμός (2) σοφία (2) Σταυρός (8) Σταύρωση (4) συγχώρηση (1) ταπεινοφροσύνη (20) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (1) τύχη (1) υλικά αγαθά (3) υπακοή (1) υπαρξιακά (7) υποκρισία (1) υπομονή (13) φαντάσματα (2) φιλία (2) φιλοσοφία (1) φόβος (4) χαρά (8) χάρις θεία (1) Χριστιανισμός (1) χριστιανός (11) Χριστός (2) Χριστούγεννα (16) χρόνος (5) ψεύδος (1) ψυχή (29)