Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

(Απάντηση στους κατηγόρους της Παλαιάς Διαθήκης)

Στο Γένεσις ιθ 4-11 οι κάτοικοι των Σοδόμων ζητούν από τον Λωτ να βγάλει έξω από το σπίτι του τους δύο ξένους (αγγέλους) που φιλοξενούσε για να ασελγήσουν σε αυτούς. Ο Λωτ τότε προτείνει να τους δώσει τις δύο παρθένες θυγατέρες του για να ασελγήσουν σε αυτές και όχι στους ξένους.
Από αυτήν την ενέργεια του Λωτ οι κατήγοροι της Παλαιάς Διαθήκης, άθεοι, νεοπαγανιστές κλπ ή και ακατατόπιστοι Χριστιανοί βρίσκουν αφορμή να επιτεθούν και πάλι στην Αγία Γραφή. Ας δούμε όμως τι μπορούμε να απαντήσουμε για αυτό το περιστατικό που όντως αρχικά μοιάζει «σκανδαλιστικό(;)» και «απαράδεκτο(;)».

1) Πρώτον, είναι απαράδεκτο να διαβάζουμε απλώς την Αγία Γραφή και ιδιαίτερα την Π.Δ. και να μην μπαίνουμε καν στον κόπο να την ερμηνεύσουμε και μάλιστα σωστά, χρησιμοποιώντας έγκυρες ερμηνείες έγκριτων και απροκατάληπτων ερμηνευτών που είναι ειδικοί επί του θέματος. Η ερμηνεία ενός κειμένου είναι απαραίτητη για την κατανόησή του ώστε να μη βγουν βεβιασμένα συμπεράσματα.

2) Δεύτερον, σε ένα κείμενο η ερμηνεία δεν πρέπει να είναι βιαστική, πρόχειρη και επιπόλαιη, αλλά προσεχτική και σοβαρή. Να μην είναι αποσπασματική και επιλεκτική κάποιων φράσεων μόνο αλλά συνολική και όλης της περικοπής, αλλιώς «σκοτώνουμε» στην κυριολεξία το κείμενο.

3) Τρίτον, η ερμηνεία ενός κειμένου δεν πρέπει να γίνεται με ιδεολογική, φιλοσοφική, θρησκευτική κλπ προκατάληψη εναντίον του κειμένου, αλλά να είναι δίκαιη, αντικειμενική, αμερόληπτη. Άρα, η ειρωνεία και ο χλευασμός ενός κειμένου χωρίς προσεχτική εξέταση και σωστή κριτική μόνο φανατισμό, εμπάθεια και επιπολαιότητα δείχνει και όχι καλοπροαίρετη κριτική.

4) Τέταρτον, η ερμηνεία δεν πρέπει να γίνεται με συναισθηματικά ή ψυχολογικά κριτήρια, δηλαδή πόσο μας εξοργίζει, σοκάρει, ξαφνιάζει κλπ ένα κείμενο, αλλά μια σωστή ερμηνεία πρέπει να είναι ψύχραιμη και συναισθηματικά αποστασιοποιημένη.

5) Πέμπτον, η Αγία Γραφή, οπότε και η Παλαιά Διαθήκη είναι συν τοις άλλοις και ιστορικό βιβλίο, δηλαδή περιγράφει και ιστορικά γεγονότα. Οι ιεροί συγγραφείς καταγράφουν τα γεγονότα χωρίς να εκφέρουν ηθικές κρίσεις, θετικές ή αρνητικές. Απλώς καταγράφουν αυτό που έγινε ή αυτό που ειπώθηκε. Δεν απορρίπτουμε τη μαρτυρία τους διότι δεν μας αρέσει αυτό που λένε ή περιγράφουν. Διαφορετικά θα πρέπει να απορρίψουμε ή να καταδικάσουμε όλα τα κείμενα της Αγίας Γραφής αλλά και όλα τα κείμενα της αρχαίας και σύγχρονης γραμματείας που περιγράφουν και εξιστορούν εγκλήματα, ανηθικότητες, ψευτιές, απάτες, ανθρώπινα πάθη κλπ. Το ότι ένα ιστορικό κείμενο περιγράφει ηθικά καταδικαστέες πράξεις δεν σημαίνει και ότι συμφωνεί με αυτές ή τις επιδοκιμάζει.

6) Έκτον, εξ’ αιτίας αυτού το Γένεσις ιθ 4-11 δεν λέει ότι ο Λωτ έκανε κάτι καλό. Δεν λέει ότι σωστά ενήργησε. Απλώς περιγράφει το γεγονός. Απουσιάζει κάθε κρίση του συγγραφέα αλλά και η γνώμη του Θεού! Δεν λέει ότι ο Θεός συμφώνησε με τη σκέψη του. Το ανάποδο έγινε όπως θα δούμε

7) Έβδομον, κατά συνέπειαν δεν επαινεί και δεν προβάλλει προς μίμηση την πράξη, ή πιο σωστά την σκέψη του Λωτ, διότι ουδέποτε έγινε πράξη η σκέψη του. Δεν μας προτρέπει να την μιμηθούμε όπως κάνει η Γραφή σε άλλα σημεία. Θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει την Π.Δ. αν επαινούσε ή αν πρόβαλλε ως παράδειγμα προς μίμηση κάτι κακό. Εδώ απλώς περιγράφει το γεγονός.

8) Όγδοον, η Αγία Γραφή δεν κρύβει τα λάθη, τα αμαρτήματα, τα ελαττώματα και τα πάθη των πρωταγωνιστών της ακόμη και των αγίων και αυτό αποδεικνύει πόσο αξιόπιστη και αντικειμενική είναι. Δεν εξιδανικεύει τα πρόσωπα όπως κάνουν άλλα κείμενα ιστορικά και μη που μεροληπτούν ξεκάθαρα για πρόσωπα και καταστάσεις. Το ότι λοιπόν ο ιερός συγγραφέας δεν αποσιωπά αυτήν την όντως «προβληματική» σκέψη του Λωτ που ήξερε καλά ότι θα προκαλέσει πιθανό «σκανδαλισμό» αλλά παρόλ’ αυτά δεν την αποκρύπτει, δείχνει ότι είναι δίκαιος, απροκατάληπτος και αντικειμενικός ιστορικός! Δεν τον ενδιαφέρει ο σκανδαλισμός μας, αλλά η αλήθεια!

9) Ένατον, προς «υπεράσπιση» του Λωτ μπορούμε να πούμε ότι ενήργησε όντως εν βρασμώ ψυχής και με όχι καθαρό νου. Τα γεγονότα ήταν τόσο γρήγορα, ακραία και πρωτοφανή και έπρεπε να πάρει αποφάσεις τόσο δύσκολες σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτω από τέτοιες συνθήκες. Όσοι κρίνουν αυστηρά αυτήν την πράξη του, κρίνουν εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς και με άνεση χωρίς να μπαίνουν στη θέση του. Διαβάζοντας κανείς όλη την περικοπή νιώθει αμέσως συμπάθεια για την δεινή θέση στην οποία βρέθηκε ο Λωτ και κατανοεί εύκολα πόσο δύσκολο ήταν να πάρει σωστές αποφάσεις. Χρειάζεται λοιπόν εδώ και σωστή «ψυχολογική ερμηνεία». Χωρίς αυτήν αδικείται ο Λωτ ως προσωπικότητα. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί σοβαρά ότι ο Λωτ δεν αγαπούσε τις κόρες του ή ότι θα ήθελε να τις ατιμάσει; Ελαφρά τη καρδία ενήργησε όπως ενήργησε; Προφανώς όχι.

10) Δέκατον, προς «υπεράσπιση» πάλι του Λωτ, μπορούμε να πούμε ότι ίσως προτίμησε μία «λύση ανάγκης». Κατά τον Π.Ν. Τρεμπέλα και άλλους ερμηνευτές ίσως σκέφτηκε ότι «προκειμένου να γίνει μία αισχρότης βδελυρή και παρά φύσιν, ας γίνει μία αμαρτία, ακάθαρτη βέβαια και αισχρή, όχι όμως και τόσο πολύ αφύσικη»(1)(σελ. 34). Από δύο κακά δηλαδή προτίμησε το μικρότερο. Προτίμησε την φυσική σεξουαλική πράξη από την ομοφυλοφιλική. Αλλά ενώ ο ιερός Χρυσόστομος επαινεί γενικώς τον Λωτ, ο ιερός Αυγουστίνος αμφιβάλλει για την ορθότητα της θυσίας αυτής του Λωτ. «Εκ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον (αυτό εφάρμοζε εν προκειμένω ο Λωτ), αλλά μεταξύ δύο αμαρτιών δεν πρέπει να εκλέγουμε καμμία!...(2)(σελ. 157). Οπότε ο ιερός Αυγουστίνος δεν δικαιολογεί τον Λωτ. Άρα υπονοεί ότι ο Λωτ ενήργησε λάθος! Υπάρχει και αυτή η πατερική ερμηνεία.

11) Ενδέκατον, προς «υπεράσπιση» ξανά του Λωτ, όταν ερμηνεύουμε ένα κείμενο δεν πρέπει να το ερμηνεύουμε με τα κριτήρια της δικής μας εποχής. Όχι με τα σημερινά ηθικά, πολιτιστικά, κοινωνικά, επιστημονικά κριτήρια. Η ερμηνεία μας πρέπει να είναι συγχρονισμένη, δηλαδή να μεταφερθούμε σε εκείνην την εποχή, στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Εκείνη την εποχή λοιπόν η φιλοξενία ήταν ιερό καθήκον. «Η συμπεριφορά του Λωτ να θυσιάσει στην τιμή της φιλοξενίας την τιμή των θυγατέρων και της οικογενείας του έχει την εξήγησή της. Σύμφωνα με τα τότε ήθη της Ανατολής, όποιος φιλοξενούσε στο σπίτι του κάποιον ξένο εδεσμεύετο να προστατεύσει τη ζωή του με κάθε θυσία. Το καθήκον αυτό διατηρείται ακόμη και σήμερα σε μερικούς λαούς της Ανατολής». «Ο ιερός Χρυσόστομος μάλιστα επαινεί τη στάση του Λωτ λέγοντας: «Πόσο μεγάλη είναι η αρετή του δικαίου! Υπερέβη κάθε αρετή φιλοξενίας. Τι μπορεί να πει κανείς αντάξιο της φιλοφροσύνης του δικαίου αυτού, ο οποίος δεν ανέχτηκε να προφυλάξει ούτε τις θυγατέρες του, προκείμένου να τιμήσει τους φιλοξενουμένους και να τους γλυτώσει από την ασέλγεια των Σοδομιτών; (Εις Γένεσιν,Ομ. 43,4)»(1) σελ. 34). Άρα η πρόθεσή του ήταν αγαθή έστω και αν αυτό που πρότεινε ήταν ηθικά επιλήψιμο.

12) Δωδέκατον, προς «υπεράσπιση» επίσης του Λωτ «δεν είναι δυνατόν ούτε και λογικό να κρίνουμε με τα μέτρα του ιδικού μας αιώνα, ο οποίος έχει διαμορφωθεί πολιτιστικά κάτω από την ισχυρή, έντονη και επίμονη επίδραση της διδασκαλίας του Σωτήρα Χριστού, συμβάντα της ιστορίας που έλαβαν χώρα κατά την εποχή των Πατριαρχών (περίπου είκοσι αιώνες π.Χ.)… Πολύ περισσότερο, διότι ο κόσμος της Π.Δ. ζούσε υπό το κράτος του Μωσαϊκού νόμου. Ενός νόμου, ο οποίος επρόσταζε μεν το ορθό και το δίκαιο, εδίδασκε το «πρακτέον», δεν έδιδε όμως καμμία βοήθεια και ενίσχυση για την κατόρθωση του ορθού και του δικαίου» (1)(σελ. 25). Οπότε οι αδυναμίες και τα λάθη των δικαίων πρέπει να κρίνονται με το πρίσμα της ηθικής της Παλαιάς Διαθήκης η οποία ασφαλώς μειονεκτεί πολύ σε σχέση με αυτήν της Κ.Δ. Ο θεόπνευστος απόστολος Πέτρος μάλιστα κρίνοντας δίκαια και θεόπνευστα την όλη διαγωγή του Λωτ τον ονομάζει δίκαιο στο Β. Πέτρ. β 7-8. Οπότε ο Λωτ δεν χρειάζεται καν τη δική μας «υπεράσπιση». Την έχει από τον Απόστολο Πέτρο!

13) Δέκατον τρίτον και το σπουδαιότερο! Η Παλαιά Διαθήκη και κατ’ επέκτασιν ο ίδιος ο Θεός όχι μόνο δεν επαίνεσε ως σωστή και καλή τη σκέψη του Λωτ αλλά την αποδοκίμασε εν τοις πράγμασιν. Οι δύο άγγελοι δεν επέτρεψαν να γίνει αυτό που πρότεινε ο Λωτ αλλά έδωσαν δική τους λύση τιμωρώντας θαυματουργικά με τύφλωση τους Σοδομίτες. Άρα ο Θεός δίνει τη λύση που διώχνει κάθε προηγούμενο «σκανδαλισμό» ή «προβληματισμό» μας. Αντί να επικεντρώνουν οι κατήγοροι της Π.Δ. στην όντως «προβληματική» πρόταση του Λωτ για την οποία εξάλλου δεν ευθύνεται ο Θεός ούτε ο Λόγος Του, θα έπρεπε να επικεντρώσουν στο τι έγινε τελικά. Ο Θεός δεν επέτρεψε να εφαρμοστεί η πρόταση του Λωτ. Την αποδοκίμασε ξεκάθαρα παρεμβαίνοντας δραστικά με τους αγγέλους του. Η κατηγορία και ο σκανδαλισμός θα είχαν βάση αν όντως τελικά ατιμάζονταν οι κόρες το Λωτ! Αν όντως ο Θεός επέτρεπε κάτι τέτοιο. Αφού όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε, αλλά ο Θεός το απέτρεψε και μάλιστα με θαύμα, τότε σε τι μπορεί να κατηγορήσει κάποιος την Παλαιά Διαθήκη ή το Θεό;.

Επίλογος.
Αναλογιζόμενοι λοιπόν όλα τα παραπάνω και με τέτοια κριτήρια υγιούς και καλόπιστης κριτικής και ερμηνείας ερμηνεύοντας τη συγκεκριμένη περικοπή δεν «δυσκολευόμαστε» ούτε «σκανδαλιζόμαστε» καθόλου από κανένα ιερό κείμενο ό,τι και αν λέει αυτό. Και οι πιο δύσκολες περικοπές της Π.Δ. και της Κ.Δ. ερμηνεύονται άνετα όταν γνωρίζουμε τους σωστούς κανόνες ερμηνευτικής!

Πατήρ Νικόλαος Πουλάδας

Πηγές-Βοηθήματα:
(1) Η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Νικ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. Σωτήρ, 2003
(2) Η Παλαιά Διαθήκη, τόμος 1, εκδ. Σωτήρ, 1994
(3) Η Παλαιά Διαθήκη, τόμος 1, αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου

(Απόσπασμα από Ομιλία Α εις τον Ματθαίον)

Καί διατί τάχα ἐνῷ ἦσαν τόσον πολλοί οἱ μαθηταί, γράφουν μόνον δύο ἀπό τούς ἀποστόλους καί δύο ἀπό τούς ἀκολούθους των;
Διότι ὁ ἕνας ἦτο μαθητής τοῦ Παύλου καί ὁ ἄλλος τοῦ Πέτρου καί μαζί μέ τόν Ἰωάννην καί τόν Ματθαῖον ἔγραψαν τά Εὐαγγέλια. Ἐπειδή τίποτε δέν ἔκαναν διά νά δοξασθοῦν ἀλλά διά νά ἐξυπηρετήσουν μίαν ἀνάγκην.
Καί λοιπόν δέν ἔφθανεν ἕνας εὐαγγελιστής νά τά ἐξιστορήση ὅλα;
Βεβαίως ἔφθανεν. Ἄν ὅμως πάλιν αὐτοί πού γράφουν εἶναι τέσσαρες ἐνῷ δέν γράφουν κατά τόν ἴδιον χρόνον, οὔτε εἰς τούς αὐτούς τόπους οὔτε ἔπειτα ἀπό συνάντησιν καί συνομιλίαν, ἔν τούτοις ὁμιλοῦν δι' ὅλα σάν ἀπό ἕνα στόμα, γίνεται, τότε αὐτό ἡ μεγίστη ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας.
Ναί, ἀλλά συνέβη τό ἀντίθετον, παρατηρεῖ· εἰς πολλά σημεία συλλαμβάνονται νά διαφωνοῦν.
Ἀκριβῶς αὐτό εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας. Ἄν δηλαδή εἶχαν συμφωνήσει δι' ὅλα μέ τήν μεγαλυτέραν ἀκρίβειαν καί διά τόν χρόνον καί διά τόν τόπον καί διά τάς λέξεις τάς ἰδίας, κανείς ἀπό τούς ἐχθρούς δέν θά ἐπίστευεν ὅτι χωρίς συνάντησιν καί συμφωνίαν ἀνθρωπίνην ἔγραψαν ὅσα ἔγραψαν· δέν εἶναι δεῖγμα εἰλικρινείας τόσον μεγάλη συμφωνία.

Τώρα ὅμως καί ἡ φαινομενική εἰς τάς λεπτομερείας διαφωνία τούς ἀπαλλάσσει ἀπό κάθε ὑποψίαν καί ὑπεραμύνεται θαυμάσια τοῦ τρόπου τῶν συγγραφέων. Ἐάν ὡμίλησαν διαφορετικά διά τόν χρόνον καί τόν τόπον, τοῦτο δέν ζημιώνει καθόλου τήν ἀλήθειαν τῶν λόγων των.

Ἀλλά καί αὐτά ὅμως, καθόσον μᾶς παραχωρήσει ὁ Θεός, θά προσπαθήσωμεν προχωροῦντες νά τά διαλευκάνωμεν καί ἔχομεν τήν ἀξίωσιν μαζί μέ τά λεχθέντα νά προσέξετε καί ἐκεῖνο· ὅτι εἰς τά κεφαλαιώδη, πού συγκρατοῦν τήν ζωήν μας καί συνθέτουν τό κήρυγμα, πουθενά δέν εὑρίσκεται κανένας ἀπό αὐτούς νά διαφωνῇ.

Ποῖα εἶναι αὐτά; Ὅτι ὁ Θεός λόγου χάριν ἔγινεν ἄνθρωπος, ὅτι ἔκαμε θαύματα, ὅτι ἐσταυρώθη, ἐτάφη, ἀνέστη, ἀνελήφθη, ὅτι πρόκειται νά κρίνῃ, ὅτι ἔδωκε σωστικάς ἐντολάς, ὅτι δέν εἰσήγαγε νόμον ἀντίθετον πρός τήν Παλαιάν Διαθήκην, ὅτι εἶναι Υἱός, Μονογενής, γνήσιος, ὅτι εἶναι τῆς ἰδίας οὐσίας μέ τόν Πατέρα καί ὅσα ὅμοια. Εἰς αὐτά θά εὕρωμεν ὅτι συμφωνοῦν ἀπολύτως.
Ἐνῷ ὡς πρός τά θαύματα, ἄν δέν τά ἀνέφεραν ὅλοι ὅλα, ἀλλά ὁ ἕνας αὐτά καί ὁ ἄλλος ἐκεῖνα, τοῦτο ἄς μή σέ ἀνησυχῇ. Ἄν τά ἀνέφερεν ἕνας ὅλα, οἱ ἄλλοι ἦσαν περιττοί· ἄν πάλιν τά ἀνέφεραν ὅλοι διαφορετικά ἀπό τούς ἄλλους καί μόνον αὐτοί, δέν θά ὑπήρχεν ἀπόδειξις τῆς συμφωνίας. Διά τοῦτον τόν λόγον καί ἀπό κοινοῦ ὡμίλησαν διά πολλά καί καθένας ἀπό αὐτούς ἐπῆρε καί μᾶς διηγεῖται κάτι τό ἰδιαίτερον. Ἔτσι οὔτε περιττός θά φανῇ καί ὅτι συμμετέχει εἰς τήν ἐξιστόρησιν χωρίς λόγον ἀλλά καί κριτήριον ἀκριβές θά προσφέρη διά τήν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων.

3. Ὁ Λουκάς λοιπόν παραθέτει καί τήν αἰτίαν, ἡ ὁποία τόν ὤθησεν εἰς τήν συγγραφήν. Λέγει· «Ἵνα ἔχῃς περί ὧν κατηχήθης λόγων τήν ἀσφάλειαν»(Λουκ.1,4). Δηλαδή, διά νά εἶσαι ἀσφαλισμένος μέ τήν διαρκή ὑπόμνησιν καί νά παραμένης ἀσφαλής. Ὁ Ἰωάννης ἀπό τήν ἄλλην ἀπεσιώπησε τήν αἰτίαν. Διότι ὑπάρχει παράδοσις πού ἔφθασε μέχρις ἡμῶν ἀπό παλαιά, ἀπό τήν ἐποχήν τῶν πατέρων μας, ὅτι μήτε ὁ Ἰωάννης δέν ἤρχισε νά γράφῃ χωρίς λόγον. Ἀλλά ἐπειδή οἱ τρεῖς ἠθέλησαν ν' ἀσχοληθοῦν μέ τήν ἀφήγησιν τῆς θείας οἰκονομίας καί παρ' ὀλίγον ν' ἀποσιωπηθῇ ἡ διδασκαλία περί θεότητος, τόν ἐφώτισεν ὁ Θεός καί ἔτσι ἤρχισε τήν συγγραφήν τοῦ εὐαγγελίου του. Τοῦτο γίνεται φανερόν καί ἀπό αὐτήν τήν διήγησιν ἀλλά καί ἀπό τό προοίμιον τοῦ εὐαγγελίου. Δέν ἀρχίζει ἀπό τήν γήν κάτω ὅμοια μέ τούς ἄλλους ἀλλά ἀπό τόν οὐρανόν ὑψηλά, ὅπου ἐβιάζετο νά φτάσῃ καί χάριν τοῦ ὁποίου ἔχει συνθέσει τό βιβλίον του ὅλον· καί ὄχι μόνον εἰς τό προοίμιον ἀλλά καί ἀπ' ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ εὐαγγελίου του εἶναι ὑψηλότερος ἀπό τούς ἄλλους.
Ἐπίσης λέγεται ὅτι καί ὁ Ματθαῖος, ἀφοῦ ἦλθαν καί τόν παρεκάλεσαν, ἄφησε γραπτά εἰς τούς Ἰουδαίους πού ἐπίστευσαν ὅσα ἐδίδαξε προφορικά καί ὅτι συνέγραψε τό εὐαγγέλιόν του εἰς τήν ἑβραϊκήν γλῶσσαν. Ἀλλά καί ὁ Μάρκος εἰς τήν Αἴγυπτον ἔκαμε τό ἴδιο ἔπειτα ἀπό παράκλησιν τῶν μαθητῶν.
Διά τοῦτο λοιπόν ὁ μέν Ματθαῖος, ἐπειδή γράφει πρός Ἐβραίους, δέν ἠθέλησε νά δείξῃ τίποτε περισσότερον παρά ὅτι κατήγετο ἀπό τόν Ἀβραάμ καί τόν Δαυίδ, ὁ δέ Λουκᾶς ἐπειδή ἐπευθύνεται εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀπό κοινοῦ, ὁδηγεῖ τόν λόγον πιό πέρα καί προχωρεῖ μέχρι τού Ἀδάμ. Καί ὁ ἕνας ἀρχίζει ἀπό τήν καταγωγήν· ἐπειδή τίποτε δέν ἱκανοποιοῦσε τόσον τόν Ἰουδαῖον, ὅσον νά μάθῃ ὅτι ὁ Χριστός ἦτο ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ καί τοῦ Δαυίδ. Ὁ τρόπος αὐτός δέν εἶναι καί τοῦ ἄλλου· ἀναφέρει πρώτον πολλά ἄλλα πράγματα καί τότε προχωρεῖ εἰς τήν γενεαλόγησιν.
Τήν συμφωνίαν των θά τήν δείξωμεν καί ἀπό τήν οἰκουμένην πού ἐδέχθη τό κήρυγμα ἀλλά καί ἀπό τούς ἰδίους τούς ἐχθρούς τῆς ἀληθείας (….).
Ἐάν ὅμως ὑπάρχῃ κάποια ἀντίθεσις εἰς τά λεχθέντα, οὔτε ὅσαι διδάσκουν τά ἀντίθετα θά τά ἐδέχοντο εἰς τό σύνολόν των ἀλλ' ἕνα μέρος μόνον πού θά ἐσυμφωνοῦσε μέ αὐτάς· οὔτε πάλιν ὅσαι ἀπέσπασαν ἕνα μέρος μόνον θά ἠλέγχοντο ἀπό τό μέρος αὐτό, ὥστε μήτε τά ἴδια τά ἀποκόμματα αὐτά νά μένουν ἀπαρατήρητα ἀλλά νά βοοῦν τήν συγγένειαν πρός ὅλον τό σῶμα.
Καί ὅπως, ὅταν πάρῃς ἕνα μέρος ἀπό πλευράν, θά ἔχῃς τά πάντα εἰς τό μέρος αὐτό ἀπό ὅσα εἶναι συγκροτημένον τό ζῶον, καί νεῦρα δηλαδή καί φλέβας, καί ὀστᾶ καί ἀρτηρίας καί αἶμα καί θά ἔλεγε κανείς θά ἔχῃς ἕνα δεῖγμα ἀπό ὁλόκληρον τήν ζύμην, ἔτσι καί προκειμένου διά τάς Γραφάς, εἰς ἕκαστον σημεῖον τῶν λεχθέντων εἶναι δυνατόν νά διακρίνῃς φανεράν τήν συγγένειαν μέ τό σύνολον.
Ἄν ὅμως ἦσαν διαφορετικά, οὔτε ἡ συγγένεια θά ἐφαίνετο ἀλλά καί ἡ διδασκαλία ἡ ἰδία θά εἶχε πρό πολλοῦ διαλυθῆ. «Πᾶσα γάρ βασιλεία», λέγει, «ἐφ' ἑαυτῆς μερισθεῖσα οὐ σταθήσεται»(Λουκ. 11, 17). Τώρα ὅμως καί εἰς αὐτό τό σημεῖον λάμπει ἡ ἰσχύς τοῦ Πνεύματος· ἔπεισε τούς ἀνθρώπους νά ἀσχολοῦνται μέ τά πλέον ἀπαραίτητα καί κατεπείγοντα πράγματα ἀλλά καί ἀπό τά μικρά αὐτά νά μή ζημιώνεται καθόλου.
4. Δέν πρέπει νά ἐπιμείνωμεν ὑπερβολικά εἰς ὅσα ὁ καθείς ἔγραψεν ἰδιατέρως. Ἀλλ' ὅτι δέν ἐστάθησαν ἀντιμέτωποι, τοῦτο θά προσπαθήσωμεν νά ἀποδείξωμεν μέ ὅλην τήν ἀνάπτυξίν μας.
Σύ ὅταν κατηγορῇς τήν διαφωνίαν των, κάμνεις τό ἴδιο ὅπως ἄν διέταζες νά χρησιμοποιήσουν τάς ἰδίας λέξεις καί τήν ἰδίαν σύντάξιν. Δέν σοῦ ἀντιτάσσω ἀκόμη ὅτι καί ὅσοι κομπάζουν πολύ διά τήν ρητορικήν καί τήν φιλοσοφίαν των, μολονότι εἶναι πολλοί καί ἔγραψαν πολλά βιβλία διά τά ἴδια πράγματα, ὄχι μόνον διεφώνησαν ἀλλά καί εἶπαν μεταξύ των τά ἀντίθετα. Εἶναι διαφορετικόν πράγμα ἡ διαφωνία ἀπό τήν ἀντίθεσιν.
Δέν ἀναφέρω τίποτε ἀπό αὐτά. Ἄς μή μοῦ τύχῃ ἀπό τήν παράκρουσιν ἐκείνων καί συνθέσω ἐγώ τήν ὑπεράσπισίν μου· οὔτε ἐπιθυμῶ νά συγκροτήσω τήν ἀλήθειαν ἀπό τό ψεύδος. Θά ἐρωτήσω ὅμως εὐχαρίστως ἐκεῖνο· πῶς ἔγιναν πιστευτά τά συγκρουόμενα; Πῶς ἐπεκράτησαν; Πῶς μολονότι ἔλεγαν πράγματα ἀντίθετα, ἐθαυμάζοντο, ἐγίνοντο πιστευτοί καί διελαλοῦντο εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην; Ὑπῆρχον ἐν τούτοις πολλοί μάρτυρες τῶν λεγομένων, καθώς ἐπίσης πολλοί ἐχθροί καί ἀντίπαλοι.
Διότι βέβαια, ἀφοῦ ἔγραψαν τά γραπτά των δέν τά ἔχωσαν εἰς μίαν γωνίαν ἀλλά τά διέδωσαν εἰς κάθε σημεῖον γῆς καί θαλάσσης, εἰς τάς ἀκοάς ὅλων. Τά ἐδιάβαζαν ἐπί παρουσίᾳ τῶν ἐχθρῶν των, ὅπως καί τώρα, καί κανένα σημεῖον τῶν λεχθέντων δέν ἐσκανδάλισε κανένα καί πολύ εὐλόγως. Διότι ἡ θεία δύναμις ἦτο ἐκείνη πού ἤρχετο καί ἐπετύγχανε τά πάντα εἰς αὐτούς.
Ἄν δέν συνέβαινε τοῦτο, πῶς ὁ τελώνης, ὁ ἁλιεύς, ὁ ἀγράμματος διετύπωνε τάς σκέψεις αὐτάς; Ὅσα οἱ ἔξω σοφοί μήτε νά τά φαντασθοῦν δέν ἠμπόρεσαν ποτέ, αὐτοί μέ πολλήν ἐνημέρωσιν τά κηρύττουν καί πείθουν εἰς αὐτά· καί ὄχι μόνον ὅσον ἦσαν ἐν τῇ ζωῇ ἀλλά καί μετά θάνατον καί ὄχι πέντε ἤ δέκα ἀνθρώπους, οὔτε ἑκατό καί χιλίους ἤ δέκα χιλιάδας ἀλλά ὁλοκλήρους πόλεις, φυλάς καί λαούς, τήν γῆν καί τήν θάλασσαν, τήν Ἑλλάδα καί τήν βαρβαρικήν, τήν κατοικημένην καί τήν ἀκατοίκητον, καί μάλιστα ὁμιλοῦντες διά πράγματα πού υπερβαίνουν κατά πολύ τήν φύσιν μας. Διότι ἄφησαν τήν γῆν καί ὁμιλοῦν διά τά οὐράνια καί μᾶς προτείνουν μίαν ἄλλην ζωήν καί ἕναν ἄλλον βίον καί πλοῦτον καί πτωχείαν καί ἐλευθερίαν καί δουλείαν καί ζωήν καί θάνατον καί κόσμον καί πολιτείαν ὅλα διαφοροποιημένα. Ὄχι ὅπως ὁ Πλάτων(4), πού συνέθεσε τήν καταγέλαστον ἐκείνην πολιτείαν καί ὁ Ζήνων(5) καί ὅποιος ἄλλος συνέγραψε πολιτείαν καί συνέθεσε νόμους. (…)

Καί μάλιστα ἐνῷ ἔγραψαν ὄχι μέ τήν βίαν τῶν διωγμῶν, ὄχι μέ κινδύνους καί πολέμους, ἀλλά μέ κάθε εὐχέρειαν καί ἐλευθερίαν καί ἐνῷ ἐστόλιζαν τά γραφόμενά των μέ λογῆς σχήματα. Τά κηρύγματα τώρα τῶν ἁλιέων, ἄν καί τούς κατεδίωκαν, τούς ἐκτυποῦσαν, ἄν καί ἐκινδύνευαν ὅλοι, καί δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, καί βασιλεῖς καί στρατιῶται, καί βάρβαροι καί Ἕλληνες, ὅλοι μέ κάθε προθυμίαν τά ἐδέχθησαν.

(εκδόσεις ΕΠΕ, Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, τόμος 9 σελ. 23-33)

Θέματα: Αγία Γραφή, Ευαγγέλια, απόκρυφα, αθεΐα

Αρχαιότερος όλων των χειρογράφων της Βίβλου είναι ο πάπυρος Ρ52, ο οποίος περιέχει αποσπάσματα από το Ιω. 18,31-33.37 (ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς) και βρίσκεται στο Manchester (55)(Αποκτήθηκε το 1920 στην Αίγυπτο και ανακαλύφθηκε από τον C.H. Roberts μόλις το 1934 κατά την ταξινόμηση των παπύρων στη βιβλιοθήκη του Rylands).
Ένεκα του τρόπου (στυλ) της γραφής, η συγγραφή του τοποθετήθηκε χρονολογικά μεταξύ του 98 και 117 μ.Χ.
Η ανακάλυψή του συντέλεσε σε μια μεγάλη ανατροπή. Μέχρι εκείνο το σημείο οι «φιλελεύθεροι» θεολόγοι υποτιμούσαν την αξιοπιστία του κατά Ιωάννην, ισχυριζόμενοι ότι αυτό το θεολογικότατο «ποιητικό» κείμενο, όπου μαρτυρείται αδιάψευστα η θεότητα του Λόγου, δεν μπορεί να συγγράφηκε πριν το 160 μ.Χ. Από τη στιγμή κατά την οποία όμως ανακαλύφθηκε χειρόγραφο του Ιω. χρονολογούμενο το 120 μ.Χ. στις όχθες του Νείλου, τόσο απόμακρα από τον πιθανό τόπο προέλευσής του (την Έφεσο της Μ. Ασίας ή τη Συρία), έπρεπε η συγγραφή του Ευαγγελίου να τοποθετηθεί σίγουρα πριν το τέλος του 1ου αι. μ.Χ. Όπως σημειώθηκε την εποχή της ανακάλυψης αυτού του παπύρου, έξι τόνοι επιστημονικών εργασιών σχετικά με τον Ιωάννη οδηγήθηκαν στον κάλαθο των αχρήστων.
Το κατά Ιωάννην περιέχει και το αρχαιότερο ακέραιο χειρόγραφο της Κ.Δ., ο Ρ66 (200 μ.Χ).
(στο «Ο κώδικας των Ευαγγελίων, Σωτήριος Σ. Δεσπότης, εκδ. Άθως σελ. 49-50)

πηγή: https://norfid.wordpress.com

p52 457

Ο πάπυρος P52, από τους περισσότερους επιστήμονες θεωρείται, το αρχαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο, με κείμενο απο τήν Καινή Διαθήκη. Χρονολογείται περίπου στο 125 μετά Χριστόν, (ίσως και νωρίτερα στο 100 μετά Χριστόν)!
Περιέχει αποσπάσματα από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο 18:31-33 (στην μπροστινή όψη) και 18:37-38 (στην πίσω όψη του).
Περιγραφή

Αριθμός χειρογράφου : P52
Αριθμός ανακαλύψεως : Gr. P. 457 (Greek Papyrus 457)
Χρονολόγηση χειρογράφου : 100 – 125 μ.χ.
Που και πότε ανακαλύφθηκε : Στην Αίγυπτο το 1920.
Αποκτήθηκε : Το 1920, απο τον Bernard P. Grenfell.
Μέγεθος : Ύψος 8,9 εκατοστά, πλάτος 6 εκατοστά.
Κείμενο : Το χειρόγραφο είναι γραμμένο και στις 2 όψεις. Κάθε όψη περιέχει 7 γραμμές, απο το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, τα εδάφια 18:31-33 και 18:37-38.
Που βρίσκεται : Στη πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη John Rylands, στο Μάντσεστερ (Manchester) της Αγγλίας.

p52a1 1

ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ ΗΜΙΝ ΟΥΚ ΕΞΕΣΤΙΝ ΑΠΟΚΤΕΙΝΑΙ
OYΔΕΝΑ ΙΝΑ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΠΛΗΡΩΘΗ ΟΝ ΕΙ-
ΠΕΝ ΣHΜΑΙΝΩΝ ΠΟΙΩ ΘΑΝΑΤΩ ΗΜΕΛΛΕΝ ΑΠΟ-
ΘΝHΣΚΕΙΝ ΕΙΣΗΛΘΕΝ ΟΥΝ ΠΑΛΙΝ ΕΙΣ ΤΟ ΠΡΑΙΤΩ-
ΡΙΟΝ Ο ΠIΛΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΦΩΝΗΣΕΝ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ
ΚΑΙ ΕΙΠΕΝ ΑΥΤΩ ΣΥ ΕΙ O ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥ-
ΔAΙΩN

  • 1η γραμμή : περιέχει 34 γράμματα
  • 2η γραμμή : περιέχει 34 γράμματα
  • 3η γραμμή : περιέχει 31 γράμματα
  • 4η γραμμή : περιέχει 35 γράμματα
  • 5η γραμμή : περιέχει 32 γράμματα
  • 6η γραμμή : περιέχει 31 γράμματα
    Οι γραμμές περιέχουν 31-35 γράμματα, με μέσο όρο περίπου 33.

p52b


ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΕΙΜΙ ΕΓΩ ΕΙΣ TOΥΤΟ ΓΕΓΕΝΝΗΜΑΙ
ΚΑΙ (ΕΙΣ ΤΟΥΤΟ) * ΕΛΗΛΥΘΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΙΝΑ ΜΑΡΤY-
ΡΗΣΩ ΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΑΣ Ο ΩΝ EΚ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕI-
ΑΣ ΑΚΟΥΕΙ ΜΟΥ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΛΕΓΕΙ ΑΥΤΩ
Ο ΠΙΛΑΤΟΣ ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚAΙ ΤΟΥΤO
ΕΙΠΩΝ ΠΑΛΙΝ ΕΞΗΛΘΕΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΟΥ-
ΔΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΛΕΓΕΙ ΑΥΤΟΙΣ ΕΓΩ ΟΥΔEΜΙΑΝ
ΕΥΡΙΣΚΩ ΕΝ ΑΥΤΩ ΑΙΤΙΑΝ…

  • 2η γραμμή : περιέχει 30 γράμματα
  • 3η γραμμή : περιέχει 30 γράμματα
  • 4η γραμμή : περιέχει 28 γράμματα
  • 5η γραμμή : περιέχει 30 γράμματα
  • 6η γραμμή : περιέχει 28 γράμματα
  • 7η γραμμή : περιέχει 31 γράμματα
    Οι γραμμές περιέχουν 28-31 γράμματα, με μέσο όρο 29,5.

Η τάξη της Εκκλησίας έχει απίστευτη συνέπεια. Από την Πέμπτη της Αναλήψεως μέχρι και το Σάββατο πριν την Πεντηκοστή, το Σάββατο δηλαδή των ψυχών, γίνεται μια πολύ καλή “επανάληψη” από Λειτουργία σε Λειτουργία, του Ευαγγελίου της Διαθήκης, απ’ τον ευαγγελιστή Ιωάννη, δηλαδή του πρώτου αναγνώσματος από τα δώδεκα των Παθών. Επανάληψη αναγκαία, για να διδαχθούμε καλύτερα ώστε να ζήσουμε την μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής. Η λαλιά των Προφητών, η σάρκωση του Χριστού, τα θαύματα, οι ομιλίες και οι παραβολές, ο Σταυρός και η Ανάσταση γι’ αυτή την μέρα έγιναν. Για να έρθει η ουράνια Εκκλησία στη γη. Για να γίνει η γη ουρανός. Να οδηγήσει ο Θεός στην συνάντηση μαζί Του.

Στον Ιωάννη λοιπόν φανερώνεται αυτός ο Θεός. Διδάσκει ο Χριστός την Αλήθεια της Εκκλησίας σε ‘κεινους τους μαθητές που εκείνη τη στιγμή, πριν το Πάθος, είναι ανίκανοι να κατανοήσουν. Τα είχαν όλα. Αν πρόδωσαν λίγο τον Χριστό, αυτό έγινε για λίγες ώρες. Δεν τους έλειπε τίποτε, εκτός από το βασικότερο: Πνεύμα Άγιο. Δεν είχαν Εκκλησία, γι’ αυτό, έστω και για εκείνο το λίγο, διασκορπίστηκαν.
Γινόμαστε κι εμείς ένα με τους Αποστόλους: διασκορπιζόμαστε. Ο καθένας τραβάει το δρόμο του κι οι δρόμοι μας, πάνω στις λεωφόρους μας, δεν συναντιούνται ποτέ. Μπορεί να έχουμε κοινές, ίσως ιδέες, αλλά δεν έχουμε σκοπό κοινό. Οι μαθητές όμως εν τέλει είχαν. Σκορπίστηκαν για λίγο και σε ενότητα καθώς ήταν, αν και φοβισμένοι, αντάμωσαν τον Αναστημένο. Τον είδαν στον Ουρανό και τώρα την υπόσχεσή Του περιμένουν. Όταν συναντήσουμε τους δρόμους μας στον κοινό σκοπό, τότε θα δούμε ότι οι “μικρο-σκοποί” μας πεθαίνουν, ας είναι οι λεωφόροι σθεναρές. Κι ο σκοπός είναι ο Χριστός, αλλιώς ψεύτες γινόμαστε της υπόστασής μας, της εν τέλει, μοναδικής προσωπικής μας αλήθειας.
Η άνω Ιερουσαλήμ, η πατρίδα μας, η Εκκλησία είναι.

Ιάσονος Ιερομ.

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΙΣΧΥΡΙΖΕΤΑΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ
ΔΥΟ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ

Α) Οι ισχυρισμοί Του ήταν ΛΑΘΟΣ
(Δύο Εναλλακτικές Λύσεις)
α) ΓΝΩΡΙΖΕ ότι οι ισχυρισμοί Του ήταν ΛΑΘΟΣ,
Άρα
Έκανε μία ΣΚΟΠΙΜΗ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ
Άρα
Ήταν ΨΕΥΤΗΣ
άρα
Ήταν ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ
άρα
Ήταν ένας ΔΑΙΜΟΝΑΣ
άρα
Ήταν ένας ΑΝΟΗΤΟΣ γιατί πέθανε για αυτό

β) ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕ ότι οι ισχυρισμοί Του ήταν ΛΑΘΟΣ
Άρα
Ήταν ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΜΕΝΟΣ
ή
Ήταν ΠΑΡΑΝΟΪΚΟΣ

Γ) Οι ισχυρισμοί Του ήταν ΑΛΗΘΕΙΑ
Άρα
Είναι ο ΚΥΡΙΟΣ
(δύο εναλλακτικές Λύσεις)
Τον ΔΕΧΕΣΑΙ
ή
Τον ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙΣ

(«Ζητώ Αποδείξεις» Josh McDowell σελ. 234, εκδ. ο Λόγος)

«Εδώ προσπαθώ να αποτρέψω κάποιον από το να πει κάτι ανόητο που πολλοί λένε για τον Ιησού: «Είμαι έτοιμος να αποδεχτώ τον Ιησού ως μεγάλο δάσκαλο, αλλά δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι είναι Θεός».

Αυτό ακριβώς δεν πρέπει να πούμε. Κάποιος που ήταν απλώς ένας άνθρωπος, και είπε τα λόγια που είπε ο Ιησούς δεν θα ήταν ένας μεγάλος ηθικός διδάσκαλος.

Θα ήταν είτε παρανοϊκός, όπως ακριβώς αν κάποιος έλεγε ότι μοιάζει με βραστό αυγό, είτε θα ήταν ο Διάβολος της κολάσεως.
Θα πρέπει λοιπόν να επιλέξεις.
Είτε αυτός ο άνθρωπος ήταν και ο Υιός του Θεού, είτε ήταν ένας παρανοϊκός ή κάτι ακόμη χειρότερο.

Μπορείς να τον φιμώσεις ως παρανοϊκό, μπορείς να τον εξορκίσεις ή και να τον σκοτώσεις ως δαίμονα, ή μπορείς να πέσεις στα πόδια Του και να Τον ονομάσεις «Κύριο και Θεό».

Ας μη μένουμε όμως με την ανόητη εντύπωση ότι ήταν ένας μεγάλος δάσκαλος. Αυτή τη δυνατότητα δε την άφησε ο Ίδιος ανοικτή. Δεν είχε ποτέ τέτοια πρόθεση»

(C.S. Lewis,Mere Chistianity,87 στο «Ζητώ Αποδείξεις» Josh McDowell σελ. 233, εκδ. ο Λόγος)


Μια μέρα ο μαθητής αποφάσισε να προκαλέσει τον δάσκαλό του. Έτσι σκέφτηκε να του στήσει μια παγίδα. Έπιασε μια πεταλούδα και την κράτησε στη χούφτα του...
Όταν θα πήγαινε στο δάσκαλο θα τον ρώταγε τι είχε στο χέρι του. Κι αν ο δάσκαλος το έβρισκε, τότε θα τον ρωτούσε εάν η πεταλούδα ήταν ζωντανή ή νεκρή. Στην περίπτωση που απαντούσε ότι η πεταλούδα ήταν ζωντανή, τότε θα έσφιγγε το χέρι του και θα τη σκότωνε και το αντίστροφο.
Όταν είχαν μάθημα λοιπόν, πλησίασε τον δάσκαλο, μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους μαθητές, έτεινε το χέρι προς το μέρος του και τον ρώτησε:
"Δάσκαλε, τι έχω στο χέρι μου;"
"Την ψυχή σου έχεις παιδί μου", απάντησε ατάραχος ο δάσκαλος.
Ο μαθητής προβληματίστηκε για λίγο σκεπτόμενος την απάντηση. Κατέληξε ότι ο δάσκαλος είχε δίκιο. Η πεταλούδα ήταν μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και δική του. Ωστόσο, συνέχισε: "Και είναι ζωντανή η ψυχή μου δάσκαλε ή όχι;"
Ο δάσκαλος τον κοίταξε με καλοσύνη στα μάτια και του είπε χαμογελαστά "από το χέρι σου εξαρτάται"
Πολλά μπορεί να συμβαίνουν έξω, στον κόσμο μας και στην ζωή μας.. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν μπορεί να επηρεάσει την ψυχή μας παρά μόνο εάν το επιτρέψουμε οι ίδιοι!!

Πρός τήν σύζυγον τοῦ Ἀρινθαίου γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατό… »
Πρός τήν σύζυγον τοῦ Νεκταρίου γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατο τοῦ παιδιοῦ της.

1. Ἐσκόπευα νά σιωπήσω ἀπέναντι τῆς κοσμιότητός σου μέ τήν σκέψη ὅτι, μέ τήν ψυχή συμβαίνει ὅτι καί μέ ἕνα μάτι πού πάσχει ἀπό φλεγμονή. Αὐτό, δηλαδή τό μάτι καί τό πιό ἁπαλό πράγμα νά τό ἐγγίσει ἐρεθίζεται. Ἔτσι αἰσθάνεται καί ἡ ψυχή πού ἔχει τραυματιστεῖ ἀπό βαριά θλίψη, ὅταν πάει κανείς νά τῆς μιλήσει. Γιατί τά λόγια ὅσο καί ἄν εἶναι παρηγορητικά ὅταν λέγονται τήν ὥρα πού ἡ ψυχή πάσχει καί ἀγωνιᾶ, τίς φαίνονται πολύ ἐνοχλητικά. Ἐπειδή ὅμως σκέφθηκα ὅτι τώρα ἔχω νά κάνω μέ Χριστιανή ἐκπαιδευμένη στά θεῖα ἀπό πολύ καιρό καί πεπειραμένη στά ἀνθρώπινα, ἐνόμισα ὅτι δέν θά ἦταν σωστό νά παραλείψω τό καθῆκον μου.

Γνωρίζω ποιά εἶναι τά σπλάγχνα τῶν μητέρων καί ἰδιαίτερα ὅταν θυμηθῶ τούς δικούς σου καλούς καί ἥμερους τρόπους πρός ὅλους, λογαριάζω πόσο μεγάλος πρέπει νά εἶναι ὁ πόνος γιά τή συμφορά πού σ᾽ ἔχει βρεῖ τώρα. Ἔχασες γιό, τόν ὁποῖο, ὅσον ζοῦσε, μακάριζαν ὅλες οἱ μητέρες καί εὔχονταν τέτοιοι νά εἶναι καί οἱ δικοί τους γιοί. Καί ὅταν πέθανε, ἔκλαψαν σάν νά εἶχε θάψει κάθε μία τόν δικό της. Ὁ θάνατος ἐκείνου ὑπῆρξε πλῆγμα στίς δύο πατρίδες (ἐννοεῖ καί τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας του), τήν δική μας καί τήν χώρα τῶν Κιλίκων. Μ᾽ ἐκεῖνον μαζί ἔπεσε καί τό μέγα καί ἔνδοξον γένος (σημ: Ἴσως τό πεθαμένο παιδί νά ἦταν μονάκριβο. Ἔτσι μέ τό θάνατό του ξεκληριζόταν ἡ γενιά τους), κατέρρευσε σάν νά μετακινήθηκε ἡ βάση του. Ὤ συναπάντημα πονηροῦ δαίμονος! Πόσο τρομερό κακό κατώρθωσες νά προκαλέσεις! Ὤ γῆ, πού ἀναγκάστηκες νά ὑποφέρεις ἕνα τέτοιο πάθος! Καί ὁ ἥλιος ἀσφαλῶς θά ἔφριττε, ἄν εἶχε αἴσθηση μπροστά σ᾽ ἐκεῖνο τό σκυθρωπό θέαμα. Καί τί μπορεῖ νά πεῖ κανείς ἄξιο νά ἐκφράζει ὅσα τοῦ ὑπαγορεύει ἡ ἀπελπισία τῆς ψυχῆς.

2. Ἀλλά, ὅπως διδαχθήκαμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τά ὅσα μᾶς συμβαίνουν δέν εἶναι ἔξω ἀπό τή θεία Πρόνοια, γιατί οὔτε σπουργίτης δέν πέφτει χωρίς τό θέλημα τοῦ Πατέρα μας. Ὥστε ὅ,τι ἔχει συμβεῖ ἔγινε μέ τό θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Καί ποιός μπορεῖ νά ἀντισταθεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἄς δεχτοῦμε λοιπόν τό συμβάν. Διότι μέ τήν δυσανασχέτηση οὔτε αὐτό πού ἔχει γίνει διορθώνουμε καί ἐπί πλέον καταστρέφουμε τούς ἑαυτούς μας. Ἄς μή κατηγορήσουμε τήν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι εἴμαστε πολύ ἀμαθεῖς, γιά νά ἐλέγχουμε τίς ἀνέκφραστες κρίσεις Του. Τώρα ὁ Κύριος δοκιμάζει τήν ἀγάπη σου σ᾽ Ἐκεῖνον. Τώρα ἔχεις τήν εὐκαιρία νά κερδίσεις μέ τήν ὑπομονή σου τήν μερίδα τῶν Μαρτύρων. Ἡ μητέρα τῶν Μακκαβαίων εἶδε τό θάνατο ἑπτά παιδιῶν της καί δέν ἐστέναξε, οὔτε ἔχυσε ἄσκοπα δάκρυα, ἀλλά ἐνῶ ἔβλεπε τά παιδιά της νά φεύγουν ἀπό αὐτή τή ζωή μέ σκληρά βασανιστήρια, εἶχε εὐχαριστιακά βιώματα πρός τό Θεό. Γι᾽ αὐτό καί κρίθηκε καί ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους τέλεια καί καταξιωμένη Χριστιανή. Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή.
Ὅταν ἔγινες μητέρα καί εἶδες τό παιδί σου καί εὐχαριστοῦσες τό Θεό, γνώριζες ὁπωσδήποτε ὅτι εἶσαι θνητή καί ὅτι θά γέννησες θνητό. Τί τό παράδοξον λοιπόν, πού ὁ θνητός πέθανε; Μήπως σέ στενοχωρεῖ πού πέθανε πρόωρα; Δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἐάν δέν ἦταν τώρα ὁ κατάλληλος καιρός νά φύγει. Γιατί ἐμεῖς δέν ξέρουμε τί συμφέρει τήν ψυχή μας οὔτε ὁρίζουμε προθεσμίες στήν ἀνθρωπίνη ζωή. Στρέψε τά μάτια σου γύρω σ᾽ ὅλο τόν κόσμο ὅπου κατοικεῖς, καί θά κατανοήσεις ὅτι ὅλα ὅσα βλέπουμε εἶναι θνητά καί ὅτι ὑπόκεινται ὅλα στή φθορά. Κύτταξε ἐπάνω στόν οὐρανό. Κάποτε καί αὐτός θά διαλυθεῖ. Κύτταξε τόν ἥλιο. Oὔτε καί αὐτός θά παραμείνει. Τά ἀστέρια ὅλα, τά ζῶα τῆς ξηρᾶς καί τῶν ὑδάτων, αἱ ὡραιότητες τῆς γῆς, ἡ ἴδια ἡ γῆ, ὅλα εἶναι φθαρτά, ὅλα μετά ἀπό λίγο δέν θά ὑπάρχουν.

Ἄς εἶναι λοιπόν ἡ σκέψις ὅλων αὐτῶν παρηγοριά γιά ὅτι σοῦ ἔχει τώρα συμβεῖ. Μή μετρᾶς τή συμφορά στό βάθος της, γιατί τότε θά σοῦ φανεῖ ἀφόρητη. Ἄν ὅμως τό συγκρίνεις μέ ὅλα τά ἀνθρώπινα, τότε θά βρεῖς παρηγοριά. Ἐπάνω δέ ἀπό ὅλα ἔχω νά σοῦ πῶ ἐκεῖνο τό σπουδαῖο: Λυπήσου τόν σύζυγόν σου. Νά παρηγορεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Μή κάμεις σκληρότερη τή συμφορά μέ τό νά σέ βλέπει νά καταστρέφεις ἀπό τή στενοχώρια τόν ἑαυτό σου. Καί μέ λίγα λόγια ἔχω τή γνώμη ὅτι δέν ὑπάρχουν λόγια τέτοια πού νά μποροῦν νά χαρίσουν σ᾽ αὐτό τόν πόνο σας παρηγοριά. Πιστεύω ὅτι αὐτή τή δοκιμασία θά τήν ξεπεράσετε μονάχα μέ τήν προσευχή.

Εὔχομαι λοιπόν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος νά ἀγγίξει τήν καρδιά σου μέ τήν ἀνέκφραστη δύναμή Του καί νά ἀνάψει μέ ἀγαθούς λογισμούς τό φῶς στή ψυχή σου, ὥστε νά βρεῖς μέσα σου τήν παρηγοριά.

Στο σταυρό ο Κύριος περιεβλήθηκε τη νέκρωση του θανάτου. Πέθανε πραγματικά. Με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η άρρητη και σωτήρια του κένωση. Εν συνεχεία κατατέθηκε στο καινό μνημείο, « το λελατομημένον εκ πέτρας». Στον τάφο τέλεσε τον δεύτερο αιώνιο σαββατισμό, κατέπαυσε εκ του έργου της λυτρώσεως, το οποίο είχε αναθέσει σ’ αυτόν ο Πατήρ.

Με το θάνατο όμως του Σωτήρος δεν καταλύθηκε το μυστήριο της υποστατικής ενώσεως των δύο του φύσεων. Η νέκρωση δεν κατέλυσε τον άρρηκτο δεσμό. Οι φύσεις παρέμειναν αχωρίστως ενωμένες στο θεανδρικό του πρόσωπο. Καμία δύναμη ούτε του παρόντος αιώνος ούτε και του μέλλοντος, δεν μπορεί να τις διασπάσει και να τις διαχωρίσει. Έτσι το νεκρωμένο σώμα στον τάφο δεν αποχωρίστηκε της θεότητας, γιατί ήταν σώμα θεοχώρητο και θεοδύναμο. Έφερε μέσα του όλη την φωτιά και όλο τον πλούτο της θεότητος. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να υποστεί τη διαφθορά, που ακολουθεί κάθε φυσική νέκρωση. Εφθάρη μεν κατά το πάθος, δε διεφθάρη όμως και το θεόδοχο μνημείο.

Αλλά και η ψυχή του Χριστού, μετά τον αποχωρισμό της από το πανακήρατο σώμα της, δε χωρίσθηκε από τη θεότητα, με την οποία ήταν ενωμένη εξ άκρας συλλήψεως. Με αυτή ο Σωτήρ κατέβηκε στον Άδη. Ήταν το χωρίο των νεκρών. Σ’ αυτό κρατούνταν δέσμια τα πνεύματα των κεκοιμημένων. Ο Άδης, ήταν προσωποποίηση του θανάτου, αφεγγής και πένθιμος, όπως πένθιμος και αφεγγής είναι ο θάνατος. Πως ζούσαν, αλήθεια, τα πεπεδημένα πνεύματα στην κατήφεια του Άδη; Τι περίμεναν; Ποια προσδοκία, ποια ελπίδα είχαν; Για την κάθοδο του Κυρίου στον Άδη και το έργο που επιτέλεσε εκεί κάνει λόγο η Γραφή: «..θανατωθείς μέν σαρκί, ζωοποιηθείς δέ πνεύματι· ἐν ᾧ καί τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθείς ἐκήρυξεν». Από το χωρίο συνάγεται, ότι ο σκοπός της κάθοδος του Χριστού στον Άδη ήταν κηρυκτικός. Ο αγαθός και δίκαιος Θεός δεν μπορούσε να αφήσει έξω του λυτρωτικού έργου του όσους είχαν πεθάνει πριν από τη σωτήρια του έλευση. Έπρεπε και αυτοί να ακούσουν το λυτρωτικό του μήνυμα, να τους δοθεί ευκαιρία να γνωρίσουν τον Σωτήρα του κόσμου και να λάβουν θέση υπεύθυνη έναντι του Ευαγγελίου της λυτρώσεως. Φυσικά όλοι δεν πίστευσαν στο σωτήριο κήρυγμα. Άλλοι πάλι (δίκαιοι της Π. Διαθήκης, ενάρετοι και καλοπροαίρετοι σοφοί του ειδωλολατρικού κόσμου) πρέπει να πίστεψαν και να εξήλθαν μαζί με τον Κύριο από την σκοτεινή περιοχή του θανάτου. Μερικοί από τους αρχαίους γνωστικούς αιρετικούς πίστευαν το αντίθετο· ότι δηλαδή οι δίκαιοι του Νόμου δεν πίστεψαν στον Χριστό (αντινομισμός;) ενώ αντίθετα τον πίστεψαν οι κακοί. Όπως και να ‘χει το πράγμα, το ζήτημα της σωτηρίας των ψυχών στον Άδη παρουσιάζει πολλές δυσκολίες, η κυριότερη των οποίων είναι η δυνατότητα σωτηρίας χωρίς να προηγηθεί μετάνοια, δεδομένου ότι σταθερό δίδαγμα της ορθόδοξης δογματικής είναι ότι μετά θάνατο – και εν τω Άδη – δεν υπάρχει μετάνοια.

Στον Άδη ο Κύριος ενήσκησε σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια το βασιλικό του αξίωμα (τα άλλα δύο είναι το προφητικό και το αρχιερατικό). Στον Άδη ο Σωτήρ κατήλθε ως βασιλέυς κραταιός και δυνατός. Με τη ζωαρχική παλάμη του εσπάραξε τα κλείθρα του θανάτου. Ο Άδης, ο απηνής τύραννος και αποτρόπαιος δυνάστης, βλέποντας στον παράδοξο επισκέπτη του «βροτόν τεθεωμένων, κατάστικτον τοις μώλωψι και πανσθενουργόν», «διαπεφώνηκε» έχασε τη λαλιά του, έπεσε κάτω άφωνος. Και μπορούσε μεν να δέχεται στα σκοτεινά και ανήλια βάθη του τις ψυχές των κοινών ανθρώπων, τις οποίες βάρυνε η αμαρτία· όχι όμως και τη θεοχώρητη ψυχή του Υιού του Θεού και της Παρθένου. Ορμήσας δε να καταπιεί τη σπάνια εκείνη ψυχή, πιάστηκε από το άγκιστρο της θεότητος, που ήταν κρυμμένο κάτω από αυτήν. Επικράνθη και η κοιλία του δεν μπόρεσε να κρατήσει μέσα της την ψυχή του παράδοξου επισκέπτη· την εξήμεσε και μαζί με αυτή απέδωσε και τις ψυχές των απ’ αιώνος νεκρών, που κρατούσε στα μακάβρια σπλάχνα του. Να απέδωσε άραγε και τις ψυχές εκείνων που δεν πίστεψαν στο σωτήριο κήρυγμα του Ιησού; Ή είναι σχηματικό, ότι ο Χριστός βγαίνοντας από τον Άδη, έσυρε μαζί του και ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, λύτρωσε παγγενή τον Αδάμ;

 
Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 106

Μετά από τόσα πολλά χρόνια αδιάκοπης σχεδόν αλληλοεξοντώσεως των ανθρώπων επάνω στη γη, για την οποία δικαιολογούνται όλοι αδιάκοπα μπροστά στον ίδιο τον εαυτό τους, είναι αδύνατο να περιμένουμε ότι αυτοί θα τολμήσουν να ατενίσουν το ύψος του Ουρανού και να ονομάσουν τον Θεό Πατέρα τους. Στις ημέρες μας η “αποκτήνωση” του κόσμου έλαβε φοβερές διαστάσεις. Η έκπτωση από την αυθεντική χριστιανική πίστη έχει γίνει καθολικό φαινόμενο. Η λέξη που χαρακτηρίζει τον αιώνα μας είναι η «αποστασία».

Φοβάμαι λοιπόν ότι μόνο η αύξηση των συμφορών μπορεί τώρα να οδηγήσει τους ανθρώπους στα παθήματα εκείνα που θα φανούν πραγματικά κρίσιμα, και τα οποία θα διεγείρουν σ’ αυτούς πάλι την ικανότητα να αντιληφθούν την πρωταρχική τους φύση κατ’ εικόνα Θεού. Τότε θα βασιλεύσει η ειρήνη στη γη. Όσο όμως οι άνθρωποι παραμένουν όμοιοι με τα άγρια θηρία, δεν πρέπει να αναμένουμε ειρήνη επάνω στη γη. Είναι μάταιες όλες οι προσπάθειες με τις οδούς της διπλωματίας και με άλλα παρόμοια μέσα για την αποτροπή της συμφοράς του πολέμου. Είναι πρωτίστως απαραίτητη η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, απαραίτητη η “ανθρωποποίηση” του θηριώδους αυτού κόσμου.
Καταλαβαίνεις ότι τα γραφόμενά μου είναι μόνο μικροί υπαινιγμοί, σύντομα αποσπάσματα από την εικόνα που παρουσιάζεται στον νου μου, ιδιαίτερα κατά τις ώρες της Λειτουργίας, της αιώνιας αυτής θυσίας για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Βέβαια θα ήθελα να συνομιλώ μαζί σου επί ώρες για τα ζωτικά αυτά θέματα, αλλά να που δεν μας δόθηκε αυτό στις ημέρες μας.
Ωστόσο, σου εύχομαι όλα τα καλύτερα, ανάμεσα στα οποία και υγεία, αλλά πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα την Άνωθεν έμπνευση, για να περάσεις επάξια τη γεροντική ηλικία που αρχίζει, και που είναι η πιο ευλογημένη περίοδος της ζωής μας επάνω στη γη. Όλα τα μικρά και ταπεινά πράγματα υποχωρούν, εξαφανίζονται με φυσικό τρόπο, και η σκέψη για άλλη τάξη του Είναι γίνεται αδιάκοπη, εξαιτίας της προσεγγίσεως της θριαμβευτικής στιγμής της εξόδου μας από εδώ. Δεν γνωρίζουμε ακόμη τί θα γίνει με μας, διότι η πείρα μας δεν επαρκεί για να κρίνουμε πλήρως το θέμα αυτό. Γνωρίζουμε μόνο ότι ο Χριστός αναστήθηκε και εν Αυτώ όλοι εμείς θα αναστηθούμε.
Όταν συντελεσθεί αυτό τελείως, ως πραγματοποίηση πλέον της δημιουργίας του Θεού, τότε σε όλους μας, με μεγαλύτερη από “μαθηματική” αξιοπιστία, θα αποκαλυφθούν όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο, και η γνώση μας θα πάρει εκείνο τον απόλυτο χαρακτήρα προς τον οποίο ορμά το πνεύμα του ανθρώπου σε όλους τους αιώνες.

αρχιμ. Σωφρονίου,
Γράμματα στη Ρωσία.
εκδ.Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ
http://imverias.blogspot.gr/2013/09/blogpost_3690

Του π. Ανδρέα Κονάνου

Αξίζεις. Αξίζεις, επειδή είσαι πλάσμα του Θεού, δημιούργημά Του. Επειδή ο Θεός σ’ αγαπάει και όλος ο ουρανός ασχολείται μαζί σου, σε φροντίζει και σού δίνει σημασία. Ακόμα και αν δε σε πάρει κανένας τηλέφωνο για μια μέρα, ακόμα και αν δε σού μιλήσει κανείς, έχεις μια φοβερή δυναμική μέσα σου. Είσαι ένα πλάσμα που όμοιό του δεν υπάρχει σ’ όλη τη γη. Κανείς δεν είναι σαν κι εσένα, δεν έχει τα γνωρίσματά σου, τα χαρίσματά σου μα και τα προβλήματά σου. Ο Χριστός σ’ αγαπάει και σού δίνει σημασία. Θέλει να σε δυναμώσει.
Πως θα γίνει αυτό; Με τα σκαμπανεβάσματα. Τη μια στιγμή νιώθεις πως έχεις τον Χριστό και την άλλη Τον χάνεις. Τη μια έρχεται και την άλλη φεύγει. Όπως ακριβώς ένιωσαν και οι μαθητές Τού μετά την Ανάσταση, όταν περπάταγαν περίλυποι και χαμένοι στις σκέψεις τους προς Εμμαούς. Μόλις άρχισαν να νιώθουν την καρδιά τους να φλέγεται κι άρχισαν να καταλαβαίνουν τον Κύριο, Εκείνος έφυγε πάλι μακριά τους. Γιατί; Γιά να τους κάνει πιο δυνατούς. Τούς άφησε μόνο τη γλυκιά γεύση στην ψυχή τους, τη θερμότητα, την πίστη και τη δύναμη. Να πιστεύουν, ν’ αγγίζουν και να νιώθουν παρόντα τον αόρατο. Να νιώθουν ότι κρατούν Αυτόν που όλο τους φεύγει, αφήνοντας όμως πίσω Του την ευωδία Του, τη γλυκύτητά Του, το ζήλο και τον πόθο.

Ο Χριστός θέλει να Τον αγαπάμε, χωρίς όμως να νιώθουμε τη βεβαιότητα ότι Τον κρατούμε. Δε θέλει να μας δώσει σιγουριά, αλλά να μας αφήσει σ’ ένα μετέωρο κενό, στο οποίο μπορούμε να κάνουμε τις ωραιότερες πτήσεις, τα ομορφότερα σχέδια στον ουρανό της αγάπης Του, στο πέλαγος της ζωής, αφημένοι στους κυματισμούς Του. Μπορεί να νομίζεις ότι δεν ξέρεις που πας μέσα στο πέλαγος. Τότε, Εκείνος σου λέει: “Ασε τον άνεμο, θα σε πάει αυτός”, “Μα δεν έχω πυξίδα. Νιώθω ότι δεν ξέρω τίποτα”, “Αφέσου και θα βγεί κάτι καλό”.

*Από το βιβλίο « Δυνάμωσε την ψυχή σου» – του π. Ανδρέα Κονάνου

(Από το βιβλίο:Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. Στράτου Θεοδοσίου-Μάνου Δανέζη, εκδ. Δίαυλος σελ. 606-618)

II ιστορικότητα της Ανάστασης

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΕΛΣΟΣ, Ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, Ο ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, παλαιότερα, ο Ραϊμάρους, ο Στράους, ο Ρενάν και διάφοροι άλλοι ορθολογιστές μελετητές και οπαδοί της αντιρρητικής θεολογίας, πιο πρόσφατα, δεν αναγνωρίζουν καμία αντικειμενική αξία στην Ανάσταση του Ιησού. Τη θεωρούν σαν ένα φαινόμενο καθαρής παραίσθησης!

Πέρα απ' αυτούς, την τελευταία δεκαετία αναφαίνονται εκ μέρους μη ορθοδόξων θεολόγων καινοφανείς διακηρύξεις που αμφισβητούν αυτήν καθ' εαυτή την ιστορικότητα της Ανάστασης του Κυρίου.

Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός βιώνει μυστηριακά –μέσω της λειτουργικής ζωής– την Ανάσταση του Κυρίου, η οποία αποτελεί το ανεπανάληπτο γεγονός της υπέρβασης του θανάτου εκ μέρους του θεανθρώπου. Από τη Σταύρωση του Σωτήρα Χριστού ανέτειλε η Ανάστασή του και απ' αυτήν η σωτηρία των ανθρώπων. Εξάλλου η πίστη στην Ανάσταση του Κυρίου είναι το θεμέλιο του Χριστιανισμού και το κεντρικό σημείο της όλης χριστιανικής διδασκαλίας, αφού η Εκκλησία μας περιλαμβάνοντάς την στο Σύμβολο της Πίστεως, την ανεκήρυξε βασικό δόγμα της θρησκείας μας. Χωρίς τα Πάθη του Ιησού και την Ανάστασή του, που επικυρώνει τη διδασκαλία του, δεν θα υπήρχε η χριστιανική θρησκεία και το έργο του Ιησού θα παρέμενε ανεκπλήρωτο. Η Ανάσταση του Κυρίου υπερκέρασε το επίγειο βασίλειο του Ισραήλ και έδειξε σε όλους την αίγλη της Βασιλείας των Ουρανών.

Αντιθέτως, κύκλοι της αντιρρητικής Δυτικής Θεολογίας αμφισβητούν την ιστορικότητα της Ανάστασης και αποστασιοποιούνται από βασικές θέσεις της Χριστιανοσύνης. Οι ορθολογιστές και υπερκριτικοί, που δεν δέχονται τη δυνατότητα του υπερφυσικού, έστω όπως το οριοθετήσαμε στις αρχές της έρευνάς μας, αντιμάχονται εξ αρχής την Ανάσταση του Χριστού, κλονίζοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια της του Χριστού Εκκλησίας.

Για τους περισσότερους χριστιανούς η Ανάσταση του Κυρίου παραμένει το μεγαλύτερο θαύμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, η απόδειξη της θεότητας του Κυρίου, η κατάργηση του θανάτου και ο θρίαμβος της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι δεν νοείται χριστιανός, ο οποίος να μην δέχεται την Ανάσταση του Κυρίου.

Παρ' όλα αυτά, όμως, οι σκεπτικιστές, οι αντιρρησίες και οι αμφισβητίες του θαύματος της Ανάστασης, τη θεωρούν ως τη «μεγαλύτερη παραίσθηση» των αιώνων. Υποστηρίζουν, χωρίς καμιά απόδειξη και ιστορική τεκμηρίωση, ότι ο Ιησούς μπορεί να λιποθύμησε ή να έπεσε σε βαθύ κώμα ή να έπαθε νεκροφάνεια πάνω στον Σταυρό. Συνήλθε, όμως, στον τάφο Του, δραπέτευσε απ' αυτόν με τη βοήθεια κάποιων μαθητών του και, φυσικά, εμφανίστηκε ολοζώντανος στους υπόλοιπους. Ο λόγος, όμως, φέρνει τον αντίλογο. Επομένως, χωρίς να ξεχνούν την υπερβατικότητα της Ανάστασης του Κυρίου, άλλοι ερευνητές, πιστοί χριστιανοί, διατυπώνουν την άποψη ότι ήταν αδύνατον μετά τη φοβερή μαστίγωση και την, έστω σύντομη, σταύρωση Του να επέζησε ο ταλαιπωρημένος σωματικά Ιησούς. Πώς άλλωστε ο Ρωμαίος κεντηρίων βεβαίωσε τον θάνατο του Ιησού; Και ακόμη πώς θα μπορούσε να δραπευτεύσει ο ημιθανής Ιησούς από τον τάφο του έστω και με τη βοήθεια φίλων του, όταν φύλαγαν τον τάφο του οι στρατιώτες;

Επίσης θεωρούνται αβάσιμες και οι θεωρίες που ανέπτυξαν οι Paulus, Herdez, Hase, ότι ο Ιησούς απλώς έπαθε νεκροφάνεια*, και αφού συνήλθε μέσα στον τάφο του, εφ' όσον δεν είχε πεθάνει, προσποιήθηκε τον αναστάντα.

Συνεπώς ο δόλος στρέφεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, που –όπως τονίζουν οι εγκυρότεροι μελετητές του– δεν ήταν ίδιον του χαρακτήρα Του. Άλλωστε ένας αδύναμος από το μαρτύριο Ιησούς, πώς ήταν δυνατόν –αφού επέζησε από το λόγχισμα του κεντυρίωνα– να ξετυλιχθεί από τα σάβανα, να βρει ρούχα να ντυθεί και τελικά να κυλίσει τον μεγάλο λίθο που έφραζε την είσοδο του μνήματος; Βέβαια όλες αυτές οι απόψεις βασίζονται σε διάφορα απόκρυφα –αμφισβητούμενης αξιοπιστίας και εγκυρότητας– κείμενα που παρουσιάζουν αποσπασματικά στιγμές του βίου του Κυρίου. Για παράδειγμα, το απόκρυφο κείμενο «Βίβλος Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» γράφε χαρακτηριστικά: «Ἐγώ, ὁ Φιλογενής, τότε τούς εἶπα: –Ὑπάρχει ἓνα μνημεῖο στό λαχανόκηπό μου, φέρτε τον ἐκεῖ καί βάλτε τον μέσα, ἐγώ ὁ ἲδιος θά τόν προσέχω. Εἶχα στή σκέψη μου καί στήν καρδιά μου, ὃταν φύγουν οἱ Ἰουδαῖοι καί πᾶνε ὃλοι στά σπίτια τους, νά μπῶ μέσα στόν τάφο τοῦ Κυρίου μου, καί ἀφοῦ τόν μεταφέρω μακριά, νά τόν συνεφέρω μέ διάφορα καρυκεύματα, φάρμακα και μυρωδάτες ἀλοιφές» (Κοπτικό χειρόγραφο No 6804, Ι Βρετανικό Μουσείο).

Σε τέτοια κείμενα αναφέρονται οι αρνητές-σκεπτικιστές Δυτικοί θεολόγοι δημιουργώντας τις όποιες αντιρρητικές υποθέσεις τους για την Ανάσταση του Κυρίου.

Οι αρνητές της Ανάστασης του Ιησού υποστηρίζουν ακόμη, χωρίς τεκμηρίωση, ότι το σώμα του Χριστού μπορεί να έγινε βορά των άγριων σκυλιών ή κάποιοι να το παράχωσαν σε άγνωστη τοποθεσία ή τέλος να το έκλεψαν οι μαθητές του, που μ' αυτόν τον τρόπο θέλησαν να παραπλανήσουν τους υπόλοιπους ανθρώπους, ώστε να πιστέψουν ότι ο Κύριος αναστήθηκε. Ο Reimarus κυρίως, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, θεωρεί ότι οι μαθητές του Χριστού έκλεψαν το σώμα του από τον τάφο λέγοντας ότι αναστήθηκε για να δώσουν ένα θεϊκό υπερφυσικό τόνο στις δοξασίες τους. Ο αντίλογος επικεντρώνεται, όμως, στο γεγονός ότι ο Χριστιανισμός, η θρησκεία που διαδόθηκε και εδραιώθηκε στις καρδιές των πιστών –παρά τους σκληρούς διωγμούς– είναι απίθανο να βασίστηκε σε μια τέτοια απάτη. Εξάλλου όλοι οι Απόστολοι –οι δήθεν υπεύθυνοι της απάτης– βάδισαν ηρωικά προς τον θάνατο χωρίς ποτέ κανείς τους να αποκαλύψει το παραμικρό για κάποιου είδους πλεκτάνη.

Πώς ήταν δυνατόν οι πανικόβλητοι μαθητές του Ιησού μετά τον χαμό τού διδασκάλου τους να βρήκαν τη δύναμη να κλέψουν το σώμα του από τον τάφο;

Πώς ήταν δυνατόν να αψηφήσουν και να αποφύγουν τη ρωμαϊκή φρουρά;

Πώς κατόρθωσαν να κυλίσουν τον μεγάλο λίθο της εισόδου του μνήματος χωρίς να γίνουν αντιληπτοί; Και αν πράγματι το σώμα του Χριστού κλάπηκε γιατί δεν τιμωρήθηκε η φρουρά;

Αυτά είναι βασικά ερωτήματα που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις, γι' αυτόν τον λόγο την εικασία της κλοπής του σώματος του Χριστού από τους μαθητές του απέρριψαν εξ αρχής ως αβάσιμη ακόμη και ορθολογιστές ερευνητές, όπως οι Strauss, Meyer, Schmiedel, Devivier κ.ά.

Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι το σώμα του Κυρίου μπορεί να κλάπηκε, ακόμη και από τους Εβραίους για να σταματήσουν τον Χριστιανισμό πάνω στην άνθισή του. Αυτή η άποψη είναι τελείως απίθανη γιατί οι Εβραίοι αυτό ακριβώς φοβόντουσαν, όπως άλλωστε αναφέρουν οι Ευαγγελιστές, αφού κάλλιστα μπορούσαν να εμφανίσουν τον νεκρό Ιησού αργότερα, όταν άρχισε το κήρυγμα των Αποστόλων για την Ανάσταση του διδασκάλου τους. Οι αρνητές της Ανάστασης του Ιησού Χριστού ισχυρίζονται επιπλέον ότι το σώμα του Κυρίου τοποθετήθηκε επίτηδες σε άλλον τάφο, απ' όπου εύκολα το πήραν οι μαθητές του. Αλλά κι αυτή η εκδοχή δεν στέκει, γιατί ποτέ δεν ακούστηκε τίποτα γι' αυτήν τη δήθεν απάτη.

Ο Γ. Κορδάτος στο βιβλίο του «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός» (Τόμος Α', 1975), υποστηρίζει ότι ο Ιησούς ημιθανής μεταφέρθηκε σε κάποιο κρυφό μέρος από τους ανθρώπους του Ιωσήφ της Αριμαθαίας και του Νικόδημου. Εκεί με διάφορες εντριβές που έκαναν στο σώμα του και με διάφορα διεγερτικά ποτά που του έδωσαν να πιεί, τελικά τον συνέφεραν. Παρέμεινε στο κρησφύγετο του κάμποσες ημέρες για να αναρρώσει και μετά πήγε να δει τους συντρόφους του. Οι Απόστολοι όταν τον είδαν πίστεψαν ότι έγινε θαύμα. Δεν ήταν όμως ασφαλής και έτσι οι συνοδοί του με πολλές προφυλάξεις τον μετέφεραν από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Φαίνεται όμως ότι η υγεία του είχε κλονιστεί σοβαρά. Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με τον Κορδάτο, ο Ιησούς σαράντα ημέρες μετά τη σταύρωσή του, πέθανε, ίσως από κάποια αθεράπευτη μόλυνση, που του δημιούργησαν οι πληγές των χεριών του.

Ίδιες περίπου απόψεις εκφράζει ο Rodney Hoare στο βιβλίο του «The Testimony of the Shroud» (1978). Κατ' αυτόν, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος μετέφεραν τον ημιθανή Ιησού από το μνήμα του στο σπίτι του Νικόδημου. Τον περιποιήθηκαν πολύ και τη Δευτέρα το πρωί ο Ιησούς άρχισε να αναπνέει, αφού επανήλθε στη ζωή μετά από το κώμα στο οποίο είχε περιπέσει κατά τη σταύρωσή του. Ο κεντυρίων, ίσως να είχε δωροδοκηθεί και να κέντησε ελαφρά με τη λόγχη του τον Ιησού, ενώ ταυτόχρονα πιστοποίησε τον θάνατό του, χωρίς αυτός να έχει επέλθει. Όταν ανέλαβε τις δυνάμεις του, του είπαν ότι ξαναγύρισε στη ζωή από τον Άδη, και αυτό πίστευε ο Ιησούς για το υπόλοιπο της ζωής του. Εμφανίστηκε στους μαθητές του, στην οικογένειά του και τέλος «χάθηκε» πάνω στο βουνό ίσως μέσα στην ομίχλη, ή μέσα σ' ένα σύννεφο, για να δώσει κάποιον μυστηριώδη τόνο στην εξαφάνισή του. Κατά τον R. Hoare αυτή ήταν η πιο σωστή πράξη εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Οι αρχές έψαχναν να τον βρουν μετά μάλιστα τις φήμες ότι είχε αναστηθεί. Εάν ήθελε να ζήσει έπρεπε να απομακρυνθεί από την ευρύτερη περιοχή της Ιερουσαλήμ. Ίσως πήγε στην κοινότητα των Εσσαίων στη Νεκρή Θάλασσα, συνδυάζοντας την παρουσία του με την επιστροφή τού «Διδάσκαλου της Δικαιοσύνης» που τόσο πολύ ανέμενε η αδελφότητα. Ίσως πάλι ταξίδεψε στο εξωτερικό, αφού υπάρχει η ακραία θέση ότι επισκέφτηκε μακρινά μέρη, όπως το Πακιστάν ή τη Βόρεια Αμερική! Πιο βολικό βέβαια θα ήταν να είχε πεθάνει λίγο μετά τη σχετική ανάρρωσή του, μη δυνάμενος να ξεπεράσει τα τραύματά του ή απογοητευμένος, όπως λέγει ο R. Hoare, από τον Θεό που υπηρετούσε, ο οποίος τον εγκατέλειψε στον σταυρό του μαρτυρίου του. Ίσως πάλι παντρεύτηκε και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του βίου του στην αφάνεια. Πάντως, κατά τον R. Hoare (1978), Ανάσταση δεν υπήρξε.

Όλα αυτά βέβαια εμπίπτουν στη σφαίρα της φαντασίας του συγγραφέα και στο γενικό πλαίσιο σκέψης των ορθολογιστών υπερκριτικών ερευνητών και συγγραφέων, οι οποίοι με κανένα τρόπο δεν μπορούν να αποδεχτούν το μυστήριο της εκ νεκρών Ανάστασης του Κυρίου και την εκ μέρους του πάταξη του θανάτου.

Επιπλέον, οι αρνητές του θείου λόγου σημειώνουν τις ασάφειες και τις αντιφάσεις των Ευαγγελίων, ως ενδεικτικό στοιχείο της αρνητικής τους θέσης ως προς την Ανάσταση του Χριστού. Ισχυρίζονται ότι τα ελλιπή και σχεδόν αινιγματικά στοιχεία που υπάρχουν για την Ανάσταση του Χριστού δημιουργούν τεράστια προβλήματα στους μελετητές-ιστορικούς, Ο αντίλογος όμως υποστηρίζει ότι αυτές ακριβώς οι ασάφειες είναι το δυνατότερο στοιχείο της αλήθειας. Οι Ευαγγελιστές δεν συνεννοήθηκαν για να παρουσιάσουν μια πλαστή ιστορία, ούτε υπήρχε συνεργασία μεταξύ τους για να παρουσιάσουν κάτι το ομοιόμορφο. Οι αναφορές τους δείχνουν ακόμα την πίστη τους στο μέγα γεγονός της Ανάστασης του Κυρίου, με το να παρουσιάζουν και να παραδέχονται ουσιαστικές λεπτομέρειες, ότι αρχικά δηλαδή δεν επίστευσαν σ' αυτήν ούτε οι μαθητές του και προς στιγμήν παραγνώρισαν τον αναστάντα διδάσκαλο τους. Οι αντιρρησίες επιμένουν ότι όσον αφορά την Ανάσταση του Κυρίου αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρξαν, ούτε κανείς Ευαγγελιστής περιγράφει λεπτομερώς το μέγα γεγονός της Ανάστασης του Ιησού. Επίσης, όλες οι αφηγήσεις και οι αναφορές για τα πρόσωπα που είδαν τον αναστημένο Χριστό, για το μήνυμα που μετέφεραν στους μαθητές του και για τον τόπο, όπου έγιναν οι συναντήσεις διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους. Τι κι αν η Εκκλησία υποστηρίζει ότι τα τέσσερα Ευαγγέλια και οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου είναι οι ιστορικές πηγές της Ανάστασης του Κυρίου; Οι αρνητές υποστηρίζουν ότι ο κενός τάφος ήταν επινόηση του Μάρκου, που –όπως αναφέραμε έγραψε το πρώτο Ευαγγέλιο– και την άποψη αυτή υιοθέτησαν και οι άλλοι Ευαγγελιστές. Όσον αφορά την άποψη του Αποστόλου Παύλου (Α' προς Κορινθίους Επιστολή) όπου σαφώς αναφέρεται ότι ο Ιησούς εμφανίστηκε σε πολλά άτομα, οι αντιρρητικοί θεολόγοι, χωρίς να βγάζουν ψεύτη τον Απόστολο των Εθνών, αναρωτιούνται μεταξύ τους τι ακριβώς είδαν αυτοί οι «αυτόπτες» μάρτυρες. Τι είδους εμπειρία ένιωσαν και πώς αισθάνθηκαν την «υλοποίηση» της Ανάστασης του Ιησού Χριστού;

Πάντως, όσο κι αν η επιστήμη έχει κάνει τεράστιες προόδους και άλματα, δεν μπορούν τα πάντα να εξηγηθούν ορθολογιστικά. Δεν είναι δυνατόν οι υπερφυσικές αλήθειες της πίστεως να ερμηνεύονται με καθαρά λογικές και ενδεικτικά σωστές επιστημονικές προτάσεις. Αυτό είναι αδύνατον και απ' αυτόν τούτον τον ορισμό της Επιστήμης. Πιθανώς πολλά θαύματα των θρησκειών να εξηγούνται σήμερα από τη σύγχρονη Φυσική, παράλληλα, όμως, είναι πιθανόν πολλά θαύματα της σύγχρονης Επιστήμης να βασίζονται στην πανάρχαια λησμονημένη γνώση, τη θαμμένη στα βάθη της μακροχρόνιας υλιστικής περιόδου που διανύει η ανθρωπότητα.

Οι ορθολογιστές πρεσβεύουν ότι πραγματικά μετά την Ανάσταση του Χριστού, οι Απόστολοι σκορπίστηκαν φοβισμένοι και κρύφτηκαν στα σπίτια τους στη Γαλιλαία. Ο καιρός πέρασε, ο φόβος τους καταλάγιασε και εκεί στην ησυχία σκέπτονταν και ξανασκέπτονταν τον αγαπημένο τους διδάσκαλο. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι δεν υπήρχε πια ανάμεσά τους! Οι συνεχείς σκέψεις τους προς Εκείνον, τους δημιούργησαν την ιδέα της Ανάστασής του και στις ιδιαίτερες συνομιλίες τους ανέφεραν τον ξαναζωντανεμένο διδάσκαλο τους. Ο αββάς Loisy αναφέρει ότι εκεί στη Γαλιλαία «το ξύπνημα ή μάλλον το ξεπήδημα της πίστης τους, που προξένησε τα οράματα τους, δημιούργησε την πίστη στην ανάσταση του διδασκάλου τους». Μετά απ' όλα αυτά, όπως αναφέρουν οι ορθολογιστές, οι μαθητές του Ιησού ενίσχυσαν το μυστήριο της Ανάστασης του Κυρίου με τις δήθεν εμφανίσεις του γύρω από τον τάφο του, κατόπιν στην Ιουδαία και τέλος στη Γαλιλαία. Πάνω στο ίδιο πλαίσιο ο H.G. Wells στην Παγκόσμια Ιστορία του αναφέρει: «Ἡ ψυχή τῶν μαθητῶν τον εἶχε βυθισθῇ ἐπί ὀλίγον χρόνον εἰς βαθύτατον σκότος. Κατόπιν ἢρχισε να ψιθυρίζεται μεταξύ των καί νά διαδίδωνται ἱστορίαι μᾶλλον ἀντιφατικαί, ὃτι τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ δέν ὑπῆρχε μέσα εἰς τόν τάφον, εἰς τόν ὁποῖον εἶχε τοποθετηθῇ καί ὃτι πρῶτον ἓνας καί ἒπειτα ἂλλος εἶχον ἲδει τόν Ἰησοῦν ζωντανόν. Εἰς τό τέλος οἱ μαθηταί ἐπαρηγοροῦντο μέ τήν πεποίθησιν, ὃτι εἶχεν ἀναστηθῆ ἐκ νεκρῶν, ὃτι εἶχεν ἐμφανισθή εἰς πολλούς καί ὃτι τόν εἶδαν ν' ἀνεβαίνῃ εἰς τούς οὐρανούς».

Ο Ε. Συρέ (1926) κατ' ουδένα τρόπο δεν αμφισβητεί την Ανάσταση του Ιησού, προσπαθεί όμως να ανακαλύψει το εσωτερικό νόημά της. Αυτός, όπως και πολλοί άλλοι θεοσοφιστές, θεωρεί εξωπραγματική την ιδέα της ανάστασης του υλικού σώματος. Πιστεύει και πρεσβεύει ότι ανάσταση δεν είναι η επάνοδος στη γήινη ζωή του υλικού φθαρτού σώματος, αλλά η αναγέννηση της θεϊκής ψυχής. Και σ' αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται το πνευματικό μεγαλείο της.

Ωστόσο την τελευταία πενταετία του 20ού αιώνα, έχει αναπτυχθεί εκ νέου μια πλούσια και έντονη αντιρρητική θεολογία, που στρέφεται κυρίως εναντίον του μεγάλου γεγονότος της Ανάστασης του Ιησού Χριστού. Φλογερά άρθρα παρουσιάζονται σε εφημερίδες και περιοδικά –γενικά μόνο από καθολικούς και προτεστάντες θεολόγους– και Συνέδρια διοργανώνονται στα πλαίσια της σχετικής με την Ανάσταση του Ιησού Χριστού θεωρητικής διαμάχης. Όλα αυτά μοιάζουν σαν να θέλουν να αποδείξουν ότι τώρα με την είσοδο του 21ου αιώνα, πρέπει να αμφισβητηθεί και –εάν είναι δυνατόν– να αποκλειστεί ο υπερβατικός χαρακτήρας της χριστιανικής θρησκείας, αμφισβητώντας την Ανάσταση, που είναι το κυρίαρχο δόγμα του Χριστιανισμού.

Όπως αναφέρει ο μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδας κ. Χριστόδουλος: «Είναι η γνωστή προσπάθεια, εκλογίκευσης της πίστεως, που αφαιρεί από τις ιερές διηγήσεις κάθε στοιχείο θαυματουργό και θείο. Στην περίπτωση της Αναστάσεως η προσπάθεια προχώρησε πιο βαθιά. Έφθασε στο σημείο να αμφισβητήσει την ιστορικότητά της, πλάθοντας εν ονόματι της επιστήμης, μύθους που αντιστρατεύονταν την ίδια τη λογική» (1996).

Η διδασκαλία του Ιησού, το κήρυγμά του, η αγάπη προς τους ανθρώπους και τον ουράνιο πατέρα του και εν τέλει ο σταυρικός του θάνατος, λίγο πολύ είναι στοιχεία που μπορεί κάποιος να συναντήσει και σε άλλες θρησκείες. Η υπερβατικότητα της Ανάστασής του όμως, με σημασία οντολογική και σωτήρια για τον άνθρωπο, είναι μοναδική και ανυπέρβλητη. Γι' αυτόν τον λόγο εξάλλου αμφισβητήθηκε έντονα από τους αντιπάλους του, αφού με δυσκολία έγινε πιστευτή και απ' αυτούς ακόμη τους μαθητές του. Όταν οι γυναίκες τούς μετέδωσαν την είδηση της Ανάστασης του Κυρίου αμφέβαλαν και έσπευσαν να δουν με τα μάτια τους τον κενό τάφο. Ο δε Απόστολος Θωμάς δεν πίστεψε ούτε τους άλλους Αποστόλους που τον διαβεβαίωσαν για τον αναστάντα Κύριον. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, οι πλανημένοι, αλλά βαθιά φιλοσοφημένοι Γνωστικοί προτιμούσαν να δέχονται τον Ιησού σαν το ανώτερο εκείνο αθάνατο πνεύμα, που με τον γήινο θάνατό του απλώς απαλλάχτηκε από το φθαρτό κέλυφος του.

Βεβαίως η απάντηση της Ορθοδοξίας στους Δυτικούς επιστήμονες που αναπτύσσουν αντιρρητική Θεολογία έχει δοθεί από το θαυμάσιο άρθρο του μακαριότατου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδας κ. Χριστόδουλου, όπου με 29 ερωτήσεις-απαντήσεις για το Θείο Δράμα, δίνει συντριπτικές απαντήσεις στους αμφισβητίες. Επιπλέον υπενθυμίζει ότι τα θέματα αυτά, που ξεπηδούν από την αλλοτριωμένη Δυτική αντιρρητική ετεροδοξία, είναι ανιαρή αναμάσηση ξεπερασμένων θεωριών από την εποχή του Στράους, που προ πολλού έχουν λάβει τις σωστές απαντήσεις και εκ των πραγμάτων έχουν αναιρεθεί (Το Βήμα, 14η Απριλίου 1996).

Μήπως είναι ψέμα, ότι η Ανάσταση του Ιησού ήταν η φλόγα που φώλιασε στη ψυχή των Αποστόλων και τους όπλισε με εκείνη την ανυπέρβλητη δύναμη μέσω της οποίας υπερπήδησαν όλες τις δυσκολίες και μετέφεραν το μήνυμα της διδασκαλίας Του στα πέρατα του κόσμου; Πάνω σ' αυτό το γεγονός ο Γερμανός μαρξιστής φιλόσοφος Ερνστ Μπλοχ έγραφε: «Ο Χριστιανισμός κατάφερε να κυριαρχήσει σβήνοντας το ρωμαϊκό παγανισμό με όπλο του όχι την ηθική του κηρύγματος του Όρους των Ελαιών, αλλά την πεποίθηση ότι ο Ιησούς είχε αναστηθεί εκ νεκρών. Την εποχή όπου οι Συγκλητικοί της Ρώμης παράβγαιναν ποιος θα βάψει με περισσότερο αίμα ταύρου το χιτώνα του –πιστεύοντας ότι αυτό τους προστάτευε από το θάνατο–, ο Χριστιανισμός ως αντίπαλο δόγμα αντιπαράθετε την αιώνια ζωή και όχι την ηθική».

Διάφοροι υλιστές ψυχοερευνητές –η μόδα της εποχής– υποστηρίζουν για τη φύση της Ανάστασης του σώματος του Χριστού ότι φάνηκε να υλοποιείται ή να εξαϋλώνεται κατά βούληση.

Και τι δεν υποστηρίζουν! «Ύλη διαμέσου της ύλης», «τηλεμεταφορά», ένα φαινόμενο που θεωρούν ότι είναι βεβαιωμένο στην εποχή μας, και «αμφιθεσία», δηλαδή εμφανίσεις ενός ανθρώπου σε δύο ή περισσότερους χώρους ταυτοχρόνως, που ισχυρίζονται ότι αναφέρεται ακόμα και στους Βίους των Αγίων της Εκκλησίας μας. Οι οπαδοί της αντιρρητικής Θεολογίας στο γενικότερο πλαίσιο της αναζήτησης του «ιστορικού Ιησού», επικεντρώνονται στην Ανάσταση του Ιησού υποστηρίζοντας ότι ο κενός τάφος, και μετέπειτα αυτή η πίστη των οπαδών του Ιησού στην Ανάστασή του ήταν τα έξυπνα ευρήματα για να εδραιωθεί η διδασκαλία της νέας θρησκείας. Κατά τον K.L. Woodward (1996): «Σύμφωνα με την άποψη των οπαδών της αντιρρητικής θεολογίας, η Ανάσταση απάδει προς το σύγχρονο πνεύμα καθώς δεν συμβιβάζεται με το αρχέγονο ιουδαϊκό κήρυγμα που εκπορεύτηκε από την Ιουδαία». Οι αρνητές θεολόγοι, και όχι μόνον, διοργανώνουν σχετικά Συνέδρια, όπως τον Φεβρουάριο του 1995 στο Όρεγκον (Η.Π.Α.) με τίτλο «Ο Ιησούς το 2000», ενώ και η Καθολική Αρχιεπισκοπή της Νέας Υόρκης διοργάνωσε τον Απρίλιο του 1996 ένα Σεμινάριο με θέμα την «Ανάσταση του Ιησού», αναμένοντας ίσως κάποιες νέες φιλοσοφικές απαντήσεις στο προαιώνιο υπερβατικό γεγονός. Δεκάδες μελέτες έχουν γραφεί που αρνούνται την υλική Ανάσταση του Ιησού –αυτό ακριβώς είναι το γεγονός που αντίκειται στις ορθολογικές δοξασίες τους– και οι αντιρρησίες επιμένουν ότι τώρα ενώπιον του 21ου αιώνα έφτασε ο καιρός να αντικατασταθεί ο δογματικός Ιησούς της πίστης, από τον πραγματικό Ιησού που αποκάλυψε η στυγνή ακαδημαϊκή έρευνα.

Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, ο θεολόγος και ψυχαναλυτής Οϊγκέν Ντρέβερμαν (Eugen Drewermann), βοηθός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Paderbom (Ρηνανία-Βεστφαλία) στη Γερμανία, βασιζόμενος στα δεδομένα της Ψυχολογίας, προσπάθησε να αμφισβητήσει και να απομυθοποιήσει την Ανάσταση του Κυρίου, καταρρίπτοντας ένα προς ένα τα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως. Επιπλέον έδωσε σειρά «πρωτότυπων» διαλέξεων –που τελικά τού στέρησαν τη θέση του στο Πανεπιστήμιο στις οποίες αναφερόταν με τρόπο ορθολογιστικό στα σημαντικότερα συμβάντα του βίου του Ιησού Χριστού. Παραλληλίζοντας δε τους δαίμονες του Ευαγγελίου με τις νευρώσεις, τους φόβους και τις αγωνίες της σύγχρονης κοινωνίας μας, ο Ντρέβερμαν ανέλυσε τα θαύματα του Χριστού, όπως περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη, δίνοντάς τους μια «καινοφανή» διάσταση κάτω από το πρίσμα των δικών του πρωτότυπων απόψεων.

Ο 58χρονος σήμερα, το 2000 μ.Χ., Οϊγκέν Ντρέβερμαν –εκτός από θεολόγος και ψυχαναλυτής– είχε χειροτονηθεί ιερέας της Καθολικής Εκκλησίας. Εξαιτίας, όμως των «προχωρημένων» θέσεών του και των διαφορετικών ερμηνειών που έδινε σε θρησκευτικά θέματα, του απαγορεύτηκε το 1992 από την Αγία Έδρα να ασκεί τα ιερατικά του καθήκοντα. Ο ίδιος έχει αναλάβει σταυροφορία εναντίον του δογματισμού της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας υποστηρίζοντας ότι η Καθολική Εκκλησία δεν μπορεί πλέον να δώσει απαντήσεις στα σύγχρονα ερωτήματα και ουσιαστικά αποτελεί τροχοπέδη στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου. Ισχυρίζεται ότι η Αγία Γραφή πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα την εξέλιξη των ιδεών και την Ψυχολογία, ενώ θεωρεί αδιανόητο η νέα κατήχηση να υποστηρίζει ότι η Μαρία –η μητέρα του Ιησού– ήταν βιολογικά παρθένος. Αυτό μαζί με πλήθος άλλα παραδείγματα θεωρεί ότι αποπροσανατολίζουν τους μαθητές, αφού δεν μπορούν πια να συσχετίσουν αυτά που μαθαίνουν στα Θρησκευτικά με το περιεχόμενο άλλων μαθημάτων, όπως η Ιστορία, η Βιολογία, η Φυσική και η Χημεία.

Ο Οϊγκέν Ντρέβερμαν, βρίσκεται σε συνεχείς προστριβές με την Αγία Έδρα, αφού διατυπώνει την άποψη ότι οι θρησκευτικές αρχές της Ρώμης πρέπει αφ' ενός μεν να αποκτήσουν δημοκρατική διάρθρωση, αφ' ετέρου δε να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις τις οποίες πεισματικά αρνούνται. Επίσης κατηγορεί τη Ρώμη για την «άχρωμη» στάση της στο θέμα της ομοφυλοφυλίας, των αμβλώσεων και του διαζυγίου. Τέλος, θεωρεί ότι αυτήν την περίοδο οι άνθρωποι προετοιμάζονται για μια διαφορετική αντίληψη της θρησκείας· μιας θρησκείας που θα είναι έτοιμη να δώσει απαντήσεις μ' έναν διαφορετικό πλέον τρόπο σε ερωτήματα που έχουν σχέση με τις επιστήμες και τη φύση, με την τεχνολογία και τον ψυχισμό (Συνέντευξη στη «Suddeutsche Zeitung, 1995). Την ίδια περίοδο ο Ντρέβερμαν δήλωσε στην εφημερίδα Φιγκαρό: «έχουμε να κάνουμε με μια Εκκλησία που ζητεί εξουσία και χρήματα εκεί όπου ο Ιησούς ήθελε τη φτώχεια, που δικαιολογεί τη θανατική ποινή όταν ο Ιησούς απαγόρευε στους ανθρώπους να κρίνουν τους ομοίους τους».

Άλλωστε σ' ένα από τα πρόσφατα βιβλία του με τίτλο «Φονική Πρόοδος», συνδυάζει την Οικολογία με την Ψυχολογία του βάθους και επιτίθεται με το γνωστό καυστικό ύφος του εναντίον του ανθρωποκεντρισμού της Δυτικής φιλοσοφίας που, βασισμένη στην Παλαιά Διαθήκη, έκανε τον άνθρωπο το κέντρο του Σύμπαντος σε βάρος όλων των άλλων εμβίων όντων.

Οι σύγχρονοι μαρξιστές μελετητές του Χριστιανισμού, αντίπαλοι γενικά της Ανάστασης του σώματος του Ιησού, πιστεύουν ότι αυτή καθ' εαυτή η Ανάσταση αποτελεί ένα άχρηστο και περιττό φορτίο της χριστιανικής πίστης, που παρασύρει τους πιστούς πέρα από το πραγματικό νόημα του κινήματος του Ιησού, που ουσιαστικά ήταν ένας μεγάλος κοινωνικός μεταρρυθμιστής.

Παρόμοιες είναι και οι θέσεις του γνωστού Γερμανού Καινοδιαθηκολόγου Gerd Ludemann, καθηγητή στο Tübingen (1994). Ο G. Ludemann ορθολογιστικά παρουσιάζει χειροπιαστά «λογικά» –κατά την κρίση του– συμπεράσματα με τα οποία αμφισβητεί την ιστορικότητα της Ανάστασης του Χριστού. Κατά την άποψή του, η Ανάσταση του Κυρίου είναι «κενός λόγος» τον οποίο οφείλει να απορρίψει ο ερευνητής που θέλει να μελετήσει ψυχρά και επιστημονικά τα γεγονότα.

Κανένα δέος μπροστά στο θεϊκό μεγαλείο της Ανάστασης του Θεανθρώπου! Ούτε καν η αυτονόητη διάθεση για χριστιανό και μάλιστα θεολόγο να δεχτεί την εισδοχή του θείου παράγοντα στη φθαρτή ζωή μας. Απλώς ορθολογιστικές σκέψεις και επιστημονικοφανή επιχειρήματα, που πηγάζουν από έναν πεπερασμένο ανθρώπινο νου. Τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν με την Ψυχολογία. Γι' αυτόν τον λόγο σημειώνουμε το γεγονός πως οι νεότεροι ορθολογιστές και υπερκριτικοί θεολόγοι θέλοντας να υποτάξουν στα λογικοφανή επιχειρήματά τους και στις γενικότερες φιλοσοφικές θέσεις τους την πραγματικότητα των ιερών κειμένων, καταλήγουν τελικά να αρνούνται τα πάντα.

Κατά τον Ludemann (1995), ο Ιησούς παρέμεινε στον τάφο του, όπου και έλιωσε το φθαρτό του σώμα. Ο αναστημένος Ιησούς που εμφανίστηκε στον Απόστολο Πέτρο, δεν ήταν παρά ένα όραμα του Αποστόλου, που ήταν επόμενο να «αντικρύσει», εφ' όσον βασανιζόταν από τις τύψεις του, επειδή είχε αρνηθεί τρεις φορές τον διδάσκαλο του. Οι δύο μαθητές τού Κυρίου που τον συνάντησαν στον δρόμο προς τους Εμμαούς και οι συναντήσεις των Αποστόλων με τον διδάσκαλο τους μετά την Ανάσταση του, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Ισχυρίζεται ότι οι μαθητές του δεν είδαν τον Μεσσία– απλώς τον φαντάστηκαν. Αυτό συνέβη, λέει ο Ludemann, λόγω ισχυρής συναισθηματικής φόρτισης, και υποστηρίζει ότι κατά την Ψυχολογία αυτό συμβαίνει σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους που είναι έντονα λυπημένοι, όταν χάσουν κάποιο πολύ αγαπημένο τους πρόσωπο. Συνεπώς, ακόμα και η εμφάνιση του Κυρίου σε πεντακόσιους πιστούς οπαδούς του αποδίδεται από τον Ludemann σε ομαδική παράκρουση. Με την ίδια λογική, όμως, σημειώνουμε εμείς, πρέπει συμπερασματικά να απορρίψει και τα Ευαγγέλια, αφού αυτά ακριβώς εμφανίζουν τον Ιησού να συνομιλεί με τους μαθητές του, να τρώει, να πίνει μαζί τους και να γίνεται ως και αντικείμενο ψηλάφησης ακόμα!

Οι ετερόδοξοι Δυτικοί ορθολογιστές θεολόγοι δεν έχουν συνειδητά αποδεχτεί την Ανάσταση του Ιησού και τους ενοχλεί ιδιαίτερα το υπερβατικό αυτό γεγονός. Ο καθολικός ιερέας Τζέραλντ Ο' Κόλλινς, του Γρηγοριανού Πανεπιστημίου των Ιησουϊτών της Ρώμης, ισχυρίζεται ότι ανάσταση δεν σημαίνει αναβίωση του φθαρτού σώματος: «Πρόκειται για ένα σώμα δοξασμένο που μεταμορφώθηκε με δύναμη θεϊκή, κάτι που κανείς από μας δεν έχει δει». Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, τα Ευαγγέλια, όπως αναφέραμε παραπάνω, άλλοτε παρουσιάζουν τον αναστημένο Ιησού να γευματίζει με τους μαθητές του, άλλοτε να τον αγγίζουν για να δουν τις πληγές του και άλλες φορές αφήνουν αδιόρατα να εννοηθεί ότι το σώμα του Κυρίου δεν είναι πια από ανθρώπινη σάρκα. Όπως αναφέρει ο K.L. Woodward σε σχετικό άρθρο του (1996), ο Στίβεν Ντέιβις από το Κολέγιο Κλάρεμοντ Μακένα της Καλιφόρνια (Η.Π.Α.) πάνω στην άποψη του Ο' Κόλλινς λέει ότι «ένα δοξασμένο σώμα, είναι πάντα σώμα, αφού δεν παύει να αποτελεί υλικό αντικείμενο που το βλέπεις». Άλλοι πάλι θεολόγοι υποστηρίζουν ότι μόνον εκείνοι που είχαν βαθιά πίστη μπόρεσαν να αντικρύσουν τον Ιησού μετά την Ανάστασή του και μέσω θεόπεμπτης ενόρασης.

Κατά τον μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδας κ. Χριστόδουλο (1996): «Ο Χριστός σταυρωθείς επί του Ξύλου δι' άκραν υπακοήν προς το θέλημα του Πατρός, ωδήγησε την ανθρώπινη φύση του σε έναν άκτιστο τρόπο ύπαρξης, που δεν γνωρίζει φθαρτότητα ή φθορά. Το αναστημένο σώμα του Χριστού είναι σώμα πνευματικό (Α' Κορ. ΙΕ', 44), ελευθερωμένο από κάθε φυσική αναγκαιότητα. Είναι αισθητό σώμα, έχει «σάρκα και οστέα», μεταλαμβάνει τροφής, ψηλαφάται, αλλά ταυτοχρόνως μπαίνει στο δωμάτιο «των θυρών κεκλεισμένων», αναλαμβάνεται στον ουρανό, και καθίζει εκ δεξιών του Πατρός. Αυτή η διπλή ιδιότητα σημαίνεται στα Ευαγγέλια με τη χαρακτηριστική φράση: «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» (Μάρκ. ΙΣΤ’ 13). Το σώμα αυτό δεν έχει φθαρτότητα και έχει αθανασία. Έτσι θα είναι και τα δικά μας σώματα κατά την κοινή ανάσταση. «Δεῖ γάρ τό φθαρτόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν και τό θνητόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (Α' Κορ. ΙΕ', 53)».

Ο Άλαν Σήγκαλ, καθηγητής Θεολογίας στο Κολέγιο Μπάρναρντ της Νέας Υόρκης, και Εβραίος ο ίδιος, υποστηρίζει ότι ενώ η εβραϊκή Βίβλος αποφεύγει εν γένει τις αναφορές για μεταθανάτια ζωή, εντούτοις πολλοί νεαροί Εβραίοι που θυσίασαν τη ζωή τους κατά την εθνική εξέγερση των Μακκαβαίων (167 π.Χ.) πίστευαν ότι ο δίκαιος Θεός τους ήταν δυνατόν να τους επαναφέρει στη ζωή. Επομένως ο Σήγκαλ υποστηρίζει ότι ο Ιησούς παρουσιάστηκε στην Παλαιστίνη, μία περίοδο που πολλοί Εβραίοι πίστευαν ότι οι δίκαιοι ήταν δυνατόν να αναστηθούν, χωρίς όμως να εξηγούν πώς ακριβώς θα γινόταν αυτό το υπερκόσμιο και υπερβατικό γεγονός.

Για μας όλη αυτή η τάση αναζήτησης για τον ιστορικό Ιησού και ειδικά για την Ανάστασή του, για την οποία πολλά ειπώθηκαν στο Σεμινάριο της Νέας Υόρκης, έχουν να κάνουν με την ελλιπή και αλλοτριωμένη Δυτική ετεροδοξία. Ερευνάτε τας Γραφάς, θα τους λέγαμε, και ειδικότερα τα ανυπέρβλητα κείμενα των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος Νύσσης κ.ά. δίνουν όλες εκείνες τις απαντήσεις που ζητούν οι σημερινοί οπαδοί της λεγόμενης αντιρρητικής θεολογίας.

Εξάλλου, πέρα από τις «ρηχές» τοποθετήσεις των αμφισβητιών θεολόγων είναι πάντα επίκαιρη η προειδοποίηση του Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογίας κ. Σάββα Αγουρίδη ότι: «ἡ κατ' ἰδίαν μελέτη τῆς Γραφῆς, πνευματικῶς ἒξω ἀπό τό πλαίσιο τό λειτουργικό, συνεπάγεται κινδύνους» (Ερμηνευτική, 1979).

Σύμφωνα δε με τον καθηγητή Γρηγόρη Καλοκαιρινό (1995), η αποδοχή της Ανάστασης του Κυρίου είναι θέμα πίστης: «Σ' αυτό το σημείο, δεν χωράνε φιλοσοφικές αναλύσεις, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και φυσικά δεν υπάρχουν... παραστατικά στοιχεία».

Δεν είναι δυνατόν να προσπαθεί κάποιος και μάλιστα ειδικός θεολόγος να πλησιάσει τα κείμενα της Καινής Διαθήκης απομονώνοντάς τα από το γενικότερο αποκαλυπτικό θείο μήνυμα. Δεν ερμηνεύονται ιερά κείμενα ρηχά και επιφανειακά, εφαρμόζοντας μόνο μια ιστορικο-κριτική ερμηνευτική μέθοδο, που έχει ως πιθανή βάση της τα νεότερα δεδομένα της Ψυχολογίας. Συνεπώς πάνω σ' αυτό το πλαίσιο, τοποθετήσεις όπως του καθηγητή της Θεολογίας G. Ludemann είναι τελείως έξω από τις θέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού δεν μπορούν να συμβιβάσουν το λογικό-φυσικό με το υπέρλογο-υπερφυσικό στοιχείο της θείας αποκάλυψης.

Όσο κι αν υποβοηθούν οι ιστορικές και κριτικές ερμηνείες της Καινής Διαθήκης, αυτή η προσέγγιση των ιερών κειμένων –που αποτελούν αιώνιες μαρτυρίες πίστεως– γίνονται από τους καθηγητές Ε. Drewermann και G. Ludemann με τελείως ακατάλληλο τρόπο. Αν τεθεί υπό αμφισβήτηση το χαρμόσυνο γεγονός της Ανάστασης του Ιησού Χριστού, τότε δυναμιτίζονται τα θεμέλια του Χριστιανισμού. Άλλωστε η ουσία της Ανάστασης του Κυρίου συνάγεται από τη φράση του Απόστολου Παύλου στην Πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή του:

«εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν ἂρα τό κήρυγμα ἡμῶν, κενή δέ καί ή πίστις ὑμῶν... εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν• ἒτι ἐστέ ἐν ταῖς ἁμαρ–τίαις ὑμῶν. ἂρα καί οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο»
(Α 'Κορινθίους ΙΕ', 17–18). 
«ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀναστήθηκε, τότε εἶναι χωρίς νόημα τό κήρυγμα μας, εἶναι καί ἡ πίστις σας χωρίς νόημα.... Ἐάν δέ  ὁ Χριστός δέν ἒχει ἀναστηθεῖ, δέν ἒχει καμία ἀξια ἡ πίστις σας– βρίσκεστε ἀκόμη μέσα στις αμαρτίες σας. Ἂρα καί ἐκεῖνοι πού πέθαναν μέ πίστη στόν Χριστό ἒχουν χαθῆ».

Η Ανάσταση του Χριστού, σύμφωνα με τον σεβασμιότατο μητροπολίτη Κορίνθου κ. Παντελεήμονα (1995), είναι: «το κέντρο τον βιώματος των πιστών στη Βασιλεία τον Χριστού, είναι το κέντρο της παρούσας ζωής και ο στόχος μας της μέλλουσας, στον μελλοντικό αιώνα με το Χριστό, διαβίωσής μας. Για τον ίδιο λόγο και η γιορτή τον Πάσχα για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς είναι το αποκορύφωμα όλων των εορτών και το κέντρο όλον τον εορταστικού ορθόδοξου χριστιανικού έτους, με τις 52 Κυριακές του χρόνου, όπου κάθε Κυριακή είναι ένας πνευματικός εορτασμός και ανάμνησης της Ανάστασης τον Κυρίου».

Ομοίως, ο καθηγητής Χ. Γιανναράς αναφέρει: «Η ορθόδοξη λατρεία δεν ασχολείται με «αποδείξεις» της ανάστασης τον Χριστού. Δεν ζητάει να πείσει κανέναν, να υποβάλει ιδεολογήματα, να ξεκλέψει ψυχολογική συναρπαγή. Είναι μόνο γιορτή. Όποιος θέλει και μπορεί συνεορτάζει, αγγίζει μέσα από τη βεβαιότητα της χαράς την πραγματική της αιτία. Είναι μια άλλη οδός γνώσης, μόνο εμπειρική, καθόλου ιδεολογική.....»(1996).

Είναι αδιαμφισβήτητο, λοιπόν, γεγονός ότι ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία γενικότερα δεν έχουν ανάγκη από επιστημονικές αναλύσεις και ψυχολογικές διερευνήσεις. Εξάλλου υπάρχουν έντονες αντιδράσεις πάνω στις «καταστρεπτικές» για τον Χριστιανισμό ως πίστη, τοποθετήσεις του καθηγητή Gerd Ludemann. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο πραγματοποιήθηκε μια συνάντηση στην Ευαγγελική Ακαδημία της γερμανικής πόλης Pfalz (18–19 Μαρτίου του 1995) μεταξύ Ευαγγελιστών θεολόγων με θέμα την Ανάσταση του Κυρίου ως κεντρικό σημείο της χριστιανικής πίστης.

Δυστυχώς, στη σύγχρονη εποχή μας η αποκοπή πολλών σημερινών «χριστιανών», από τις εκκλησιαστικές ρίζες τους, η αλλοίωση του φρονήματός τους και η εκκοσμίκευση του τρόπου ζωής τους, τους κάνουν να αρνούνται τη θεότητα του Ιησού Χριστού, να υποτιμούν ή ακόμα και να αμφισβητούν την υπερβατικότητα των θαυμάτων του, καθώς και το μέγα γεγονός της Ανάστασής του.

Πέρα από τους χριστιανούς Προτεστάντες καθηγητές, και Εβραίοι μελετητές αμφισβητούν την ιστορικότητα της Ανάστασης. Ο Γκέζα Βερμές (Geza Vermes), καθηγητής Εβραϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, προσπάθησε να αφαιρέσει όλα εκείνα τα στοιχεία που αναδεικνύουν τον μεσσιανικό χαρακτήρα του Ιησού και μιλούν για την Ανάστασή Του από το απόσπασμα του Φλάβιου Ιώσηπου, όπου αναφέρεται: «Την τρίτη ημέρα τους παρουσιάστηκε ξαναζωντανεμένος γιατί οι ιεροί προφήτες είχαν προβλέψει το γεγονός και μυριάδες άλλα θαύματα σχετικά με το άτομό του.....».

Ας δούμε όμως τι λέει ένας επιφανής Ταλμουδιστής, ο ραββίνος Γιάκομπ Νόισνερ, του Πανεπιστημίου Ν. Φλόριντας στην Τάμπα (Η.Π.Α.): «Η θρησκεία αναφέρεται σε παρεμβάσεις τον Θεού επί της Γης και αυτή η πίστη δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ούτε υπόκειται σε επαληθεύσεις των ιστορικών γεγονότων. Αν δικαιούμαστε να απορρίψουμε ως μη ανταποκρινόμενα στην ιστορική αλήθεια τα περισσότερα τμήματα των Ευαγγελίων, τότε τι πρέπει να κάνουμε με το δικό μας πατέρα του Ιουδαϊσμού, το Μωυσή;» (K.L. Woodward, 1996).

Τέλος, στο βιβλίο του «Ο Αληθινός Ιησούς» (The Real Jesus), ο Τίμοθυ Τζόνσον αντιμάχεται όλους εκείνους τους μελετητές που ο καθένας τους δημιουργεί τον δικό του «ανακατεσκευασμένο», όπως λέγει, Ιησού, από τον γλυκύτατο Ναζωραίο της Καινής Διαθήκης. Υποστηρίζει ότι για τον Ιησού Χριστό η ιστορική έρευνα δεν μπορεί να δώσει, μετά τόσες και τόσες έρευνες, τίποτα το ουσιαστικό. Άλλωστε ακόμα και γεγονότα βασισμένα σε ακλόνητα ιστορικά δεδομένα, μπορεί καμιά φορά να μην είναι κι αυτά αληθινά. Θεωρεί ότι ο Ιησούς «με την Ανάστασή του πήρε μια εντελώς καινούργια υπόσταση, μια νέα μορφή παρουσίας, με την οποία απέκτησε κι αυτός τη δύναμη του Θεού για να τη μοιραστεί στη συνέχεια με άλλους» και συνεχίζει λέγοντας ότι «σημαντική διάσταση της Ανάστασης είναι το να γίνει ο πιστός κοινωνός της νέας ζωής του Ιησού μέσω της δύναμης του Αγίου Πνεύματος» (K.L. Woodward, 1996).

Ας δούμε, όμως, πόσο ωραία περιγράφει ο Σπύρος Μελάς τα Πάθη του Κυρίου και την Ανάσταση του, ενώ ταυτόχρονα δίνει και το στίγμα της επιστήμης για το υπερφυσικό αυτό γεγονός, στο πασχαλιάτικο «Ελεύθερο Βήμα» της 19ης Απριλίου του 1925: «Ὁ ἀκάνθινος στέφανος γίνεται ὁλόχρυσο ἀκτινωτό στεφάνι εἰς τό μέτωπόν του, ἡ λόγχη τοῦ μαρτυρίου σημαία ζωῆς, ὁ στεναγμός τοῦ πάθους παιάν θριάμβου, τό αἶμα του ζωογόνος δροσιά. Φῶς νίκης ἀπιστεύτου διαλύει τά σκοτάδια του Ἂδου. Ἐπατήθη ὁ θάνατος. Εἰς μάτην ὁ ορθός λόγος ζητεῖ νά φυλακίσῃ τό ὑπερφυσικόν εἰς τ' ἀσφυκτικά τετραγωνάκια τά ὁποῖα ἡ ἐπιστημονική πειθαρχία χαράσσει ἐπάνω εἰς τό ἀχανές πεδίον της ἐρεύνης. Εἰς μάτην ζητεῖ νά ἐξοστρακίσει τό θαῦμα. Δέν πιστεύω ἐγώ εἰς τά θαύματα, φωνάζει κάπου ἡ Ἡρωδιάς του Ουάιλδ. Εἶδα τόσα πολλά.... Ἡ ἐπιστήμη μοιάζει μέ αὐτήν τήν Ἡρωδιάδα. Βλέπει τόσα πολλά γύρω της. Αὐτός ὁ ἀέναος βιολογικός κύκλος, ὁ διαρκῶς ἐπαναλαμβανόμενος, ἀπό τ' ἂπειρα ὂντα εἰς τήν ἐνόργανον καί ἀνόργανον φῦσιν, από τοῦ μεγαλυτέρου τῶν ἂστρων μέχρι τοῦ ἐλαχίστου τῶν κυττάρων, εἰς ὃλας τάς δυνατάς διαιρέσεις τοῦ χρόνου, ἐντός ἐνός λεπτοῦ ἡ ἐνός αἰῶνος, ἒχει καμμίαν ἐξήγησιν; Ὑπάρχει θαῦμα περισσότερον συγκλονιστικόν, ὑπάρχει θέαμα πλέον ὑπερφυσικόν ἀπό τήν βλάστησιν τῆς νέας χλόης, ἀπό τό χαρμόσυνον κέντημα τῶν μαργαριτῶν, ἀπό τά ἂλικα ποτάμια της παπαρούνας, ἀπό τά τριανταφυλλάκια τῆς βραγιᾶς πού λυγίζουν τούς κλώνους;..... Καί ὑπάρχει θαῦμα μεγαλύτερον ἀπό τήν γλυκυτάτην διάθεσιν πού γεννᾶ εἰς τήν ψυχήν τό θέαμα τῆς ἐρατεινῆς αὐτῆς ἀνανεώσεως, ἀπό τήν ἐκστασιν εἰς τήν ὁποίαν ρίχνει καί τήν πλέον κουρασμένην καρδίαν τό λουλούδισμα τῶν πάντων;»

Το μήνυμα της Ανάστασης μάς προσκαλεί να αποδεχτούμε τη λογική της εκούσιας θυσίας, ως μορφή ζωής, που νικά κάθε είδους θάνατο. Για την Ορθοδοξία δεν υπάρχει η μελαγχολία των Παθών ή της Ταφής, αλλά η χαρά της πίστης για την Ανάσταση.

Εξάλλου οι κατευθυντήριες γραμμές της Ορθοδοξίας, όπως δόθηκαν στην Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη το 1986 στο Σαμπεζύ της Γενεύης, είναι οι ακόλουθες: «Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἐπειδή ζούμεν κάθε ἡμέραν τήν θείαν συγκατάβασιν, μαχόμεθα ἐναντίον κάθε φανατισμού καί μισαλλοδοξίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν. Ἐπειδή, διακηρύσσομεν συνεχῶς τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Θεοῦ καί τήν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὑπερασπιζόμεθα τά ἀνθρώπινα δικαιώματα γιά ὃλους τούς ἀνθρώπους καί ὃλους τούς λαούς. Ἐπειδή βιοῦμεν τήν θείαν δωρεάν τῆς ἐλευθερίας, μέ τό ἀπολυτρωτικό ἒργο τοῦ Χριστοῦ, δυνάμεθα να προβάλωμεν πληρέστερον τήν καθολικήν ἀξίαν της διά κάθε ἂνθρωπον και λαόν».

Για την Ορθοδοξία δεν υπάρχουν συμβιβασμοί. Όπως κατά την ενσάρκωσή Του ο Θεάνθρωπος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση ως πραγματική εγγύηση για τη δυνατότητα της κατά χάριν θεώσεώς της, έτσι και κατά την ιστορική Του έγερση αναστήθηκε ακέραιη η ανθρώπινη φύση ως χειροπιαστή πραγματικότητα θριάμβου κατά του θανάτου (Κ. Νικολακόπουλος, 1995).

Μ' αυτήν την έννοια πολύ ωραία αναφέρει ο θεολόγος-θεατρολόγος Ιωσήφ Βιβιλάκης τις δικές του σκέψεις για την Ανάσταση του Κυρίου: «Ο Χριστός θανατώνει το θάνατο και αναδεικνύεται ως νέος Αδάμ, ως νέος άνθρωπος που ζει σε άμεση σχέση με το Θεό. Έτσι, όπως ο προπάτορας Αδάμ συμπεριλαμβάνει την εκπεσμένη θνητή ανθρώπινη φύση, ο Χριστός γίνεται όντως η ανάσταση και η ζωή, αφθαρτοποιώντας τη θνητή σάρκα..... έτσι η Ανάσταση καθίσταται κλειδί για την κατανόηση του μυστηρίου της θείας οικονομίας» (1995).

Τελικά, το γεγονός της Ανάστασης του Ιησού Χριστού, αποτελεί τη βάση της χριστιανικής πίστης και το περιεχόμενο του ευαγγελικού κηρύγματος. Χωρίς την Ανάσταση η πίστη μας θα ήταν μια δυνατή ιδεολογία, όχι όμως «καινή κτίση». Με την Ανάσταση ο Χριστός σφραγίζει το έργο της απολυτρώσεως που εγκαινιάστηκε με την ενσάρκωση και εκπληρώθηκε με τον Σταυρό. Ο «Πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν» (Κολ. 1,18) εισήλθε πρώτος στον νέον κόσμο, ο οποίος θεμελιώνει την προσδοκία όλων μας για την ανάσταση της έσχατης ημέρας (Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Νικόλαος Πρωτοπαππάς, 1995).

* Είναι φανερό ότι όλα τα προηγούμενα αποτελούν εμπαθή σενάρια, τα οποία αναπτύσσονται αυθαίρετα χωρίς να στηρίζονται σε ιστορικά ή επιστημονικά στοιχεία, ή έστω ενδείξεις. Τέτοιου είδους πρακτικές είναι ανάξιες ανθρώπων που υποτίθεται ότι ερευνούν τον βίο του Ιησού στο όνομα της επιστημονικής δεοντολογίας και αλήθειας.

(Από το βιβλίο:Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. Στράτου Θεοδοσίου-Μάνου Δανέζη, εκδ. Δίαυλος σελ. 606-618)

(Από το βιβλίο:Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ.,Στράτου Θεοδοσίου-Μάνου Δανέζη,εκδ. Δίαυλος. σελ. 582-601)

Η Ανάσταση στη μυθολογία των ανατολικών λαών

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΝΑΣΗΚΩΜΑ, έγερση ή αφύπνιση. Κατά τον Λουκιανό (Περί Ορχήσ. 45)* είναι η επαναφορά (έγερση) του νεκρού, και κατά τον Χριστιανισμό η επάνοδος στη ζωή από τον κόσμο των νεκρών μιας θείας ή ανθρώπινης ύπαρξης.

Μεταφορικά σημαίνει –εκτός από το ξαναζωντάνεμα– και την απελευθέρωση (ανάσταση του έθνους).

Αρχίζοντας από τα πανάρχαια χρόνια μπορούμε να πούμε –σύμφωνα βέβαια με τις σημερινές γνώσεις μας– ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος από τη στιγμή που άρχισε να παρατηρεί τη ζωή πάνω στη Γη κατάλαβε ότι όπως ο ίδιος, έτσι και η υπόλοιπη ζωική και φυτική ζωή εξαρτιόταν από το τρίπτυχο, ζωή–ανάπτυξη–θάνατος. Η επιβίωση του ανθρώπου ήταν συνυφασμένη με τη βλάστηση της γης, αφού τόσο αυτός όσο και πολλά από τα υπόλοιπα ζώα τρέφονταν από τα δώρα της φύσης.

Συνεπώς η ζωή τού πρωτόγονου ανθρώπου εκείνη τη μακρινή εποχή εξαρτιόταν αφ' ενός μεν από τη διαδοχική εναλλαγή των εποχών του έτους, αφ' ετέρου δε από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες. Οι κλιματολογικές εποχές και η εναλλαγή των καιρικών συνθηκών αντιπροσώπευαν τον ίδιο τον κύκλο της ζωής. Ο δριμύς και παγερός χειμώνας αντιπροσώπευε τον θάνατο, ενώ η γλυκιά άνοιξη ήταν η αναγέννηση και η ανάσταση της φύσης. Τον χειμώνα η φύση νέκρωνε, ενώ την άνοιξη ανασταινόταν, σαν μια «ζωντανή» ύπαρξη, που για τον τότε άνθρωπο αντιπροσώπευε το θείον. Εξάλλου είναι πλέον γνωστό, από τις μελέτες των ειδικών επιστημόνων, ότι η θεοποίηση της φύσης ήταν το πρώτο στάδιο ερμηνείας του κόσμου από τους ανθρώπους οποιασδήποτε φυλής σε όλα τα πλάτη του κόσμου. Δηλαδή ο πρωτόγονος άνθρωπος πίστευε ότι έπρεπε να επηρεάζει –με μαγικές επικλήσεις και πράξεις– τη φύση, ώστε ο μυστηριακός κύκλος της ζωής να επαναληφθεί. Άρα, θεός και φύση ταυτίζονταν ή μάλλον θεός και κλιματολογικές εποχές. Συνεπώς, η κυριότερη επιδίωξη του ανθρώπου εστιαζόταν στο γεγονός της ανάστασης του θεού. Γι' αυτόν τον λόγο ο άνθρωπος εκείνης της περιόδου ασκούσε σε ειδική ιεροτελεστία όλες τις πράξεις που απέβλεπαν στον επηρεασμό της φύσης για την αναγέννησή της. Το μυστηριακό τελετουργικό στοιχείο συνυφαινόταν απόλυτα με το υπερβατικό, την ανάσταση του θεού. Ο πρωτόγονος άνθρωπος έχοντας στοιχειωδώς συνειδητοποιήσει τη συνεχή και αναγκαστική διαδοχή των κλιματολογικών εποχών του έτους –απαραίτητη γνώση για την επιβίωσή του– απέδωσε στη διαδοχή του χειμώνα και της άνοιξης σχέση αιτίου και αιτιατού. Πιστεύοντας ότι μέσω της μυστικιστικής ιεροτελεστίας πραγματοποιούσε την ανάσταση του θεού, δεν μπορούσε παρά να συμπεριλάβει ταυτόχρονα και τον θάνατό του ως απαραίτητη προϋπόθεση αυτής καθ' εαυτής της ανάστασής του. Μ' αυτόν τον τρόπο η μαγική ιεροτελεστία εμιμείτο τη γέννηση, τα πάθη, τον θάνατο και την ανάσταση του θεού που τον ταύτιζε, όπως είπαμε, με τη φύση. Δεν ήταν δυνατόν εκείνη τη μακρινή εποχή να συλλάβει ο πρωτόγονος νους του ανθρώπου ιδέες αφηρημένες ενός αιώνιου, πανάγαθου και αόρατου θεού. Γι' αυτόν τον λόγο δημιούργησε την ανάγκη των απτών, ορατών θεών, απαραίτητων για την τέλεση των κατάλληλων ιεροτελεστιών. Άλλωστε η γεωργία και αργότερα το εμπόριο γέννησαν την ιδέα όχι μόνον του ενός θεού, αλλά ουσιαστικά την ιδέα της πολυθεΐας με τη λατρεία των θεών της φύσης, της γεωργίας και του εμπορίου. Έτσι, εμφανίστηκαν τα πρώτα πέτρινα ή ξύλινα είδωλα των θεών και η μαγεία κατέληξε σε θρησκεία, μια πανάρχαια εσωτερική εκδήλωση της ανθρώπινης ψυχής, η οποία σχετίζεται με την επενέργεια ανώτερων δυνάμεων που κατευθύνουν και προστατεύουν τη ζωή στη Γη.

Πιστεύοντας ακράδαντα στη δύναμη και στην αποτελεσματικότητα των μαγικοθρησκευτικών ιεροτελεστιών τους και αναπαραστάσεων, οι πρωτόγονοι άνθρωποι εκλιπαρούσαν τους θεούς μιμούμενοι διάφορες πράξεις, που κάλυπταν τις βασικές ασχολίες της καθημερινής ζωής τους. Έτσι ο τρόπος της σποράς, ο θερισμός, σκηνές του κυνηγιού έγιναν δρώμενα, με αποκορύφωμα τον θάνατο του θεού και την επακόλουθη ανάστασή του. Πολλές φορές κατά τη ρυθμική ιεροτελεστία κάποιος «υπεδύετο» τον ίδιο τον Θεό και απ' αυτό το τελετουργικό δημιουργήθηκε ο λειτουργός ιερέας του.

Ο πρωτόγονος άνθρωπος παρατηρώντας προσεκτικά τον κύκλο ζωής των φυτών, με τον σπόρο, το φύτεμά του στη μητέρα Γη και τη βλάστησή του, ανακάλυψε, με το πέρασμα των αιώνων, τον αντίστοιχο αρχέγονο κύκλο της ζωικής σεξουαλικής αναπαραγωγής. Το σπέρμα –ο σπόρος της ζωής– ριχνόταν από το αρσενικό στη μήτρα του θηλυκού, όπως ο σπόρος που φυτεύεται στη Γη, και από τη μητέρα εδημιουργείτο μια νέα ζωή. Από τον άψυχο σπόρο η γη γεννούσε, όπως ακριβώς οι ζωντανοί οργανισμοί. Συνεπώς η γη ήταν ζωντανή και για να γεννά, έπρεπε να έρχεται σε επαφή με το αρσενικό. Απ' αυτό το γεγονός ο άνθρωπος προσωποποίησε τη Γη με τη θηλυκή μορφή, ενώ ο γονιμοποιός αρσενικός ήταν ο Ουρανός με τη βροχή ή κάποιος ποταμός –όπως ο θεϊκός Νείλος στην Αίγυπτο. Μ' αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα της «ανάστασης» της ζωής βασίστηκε και συνδυάστηκε με τη σεξουαλική αναπαραγωγή. Αφού η μητέρα Γη γεννούσε και το σπέρμα του Ουρανού ήταν η βροχή, τότε οι άνθρωποι –που η ζωή τους εξαρτιόταν από τη βλάστηση– έπρεπε είτε να εξευμενίζουν, είτε να προκαλούν τον θεό Ουρανό να συνευρίσκεται περισσότερες φορές με τη μητέρα Γη για πλουσιότερη παραγωγή.

Στη Θεογονία του Ησίοδου η ευρύστερνη Γαία και ο Ουρανός αποτελούν το πρώτο θεϊκό ζευγάρι, που το ενώνει ο Έρως και στον ερωτικό-κοσμογονικό συμβολισμό ο Ουρανός αγκαλιάζει και γονιμοποιεί τη Γη μέσω της βροχής. Παρουσιάζεται σαν μια δύναμη πανίσχυρη και αναπαραγωγική, που ένωνε και πλήθυνε τους Θεούς και υμνήθηκε από τον μυθικό Ορφέα ως γέννημα του Χάους ή του Ερέβους και του φωτεινού τμήματος της ημέρας. Εξάλλου, αυτό ακριβώς το γεγονός συμβολίζει και η ένωση της Σεμέλης, που προσωποποιεί τη Γη, με τον Δία, τον ουράνιο θεό, ο οποίος γονιμοποιεί την ερωμένη του με τους κεραυνούς, προάγγελους της πολύτιμης βροχής. Με τον ίδιο τρόπο γονιμοποιείται η γήινη Δανάη, αφού ο ουράνιος Δίας μεταμορφώνεται σε χρυσή βροχή. Συμβολικά, ο ουράνιος θεός μέσω των ευεργετικών υδάτων απαλύνει τον ξεραμένο από την ανομβρία κόλπο της γης για την ανάπτυξη της ζωής.

Σημειώνουμε ότι όλες σχεδόν οι λατρείες της Ανατολής είχαν ως υπόβαθρό τους έναν ιδιαίτερο μυστικισμό, που άφηνε ελεύθερο το κτηνώδες στον άνθρωπο. Απ’ αυτό το γεγονός ξεκίνησαν τα ομαδικά όργια στην ύπαιθρο, για να τους βλέπει ο Ουρανός, να ερεθίζεται και να αναζητά τη συντροφιά της Γης. Επίσης διαδομένη είναι η πρακτική –ακόμα και σήμερα στις πρωτόγονες φυλές– να κατασκευάζουν γυναικεία ομοιώματα με υπερτονισμένα τα γεννητικά όργανα και τα στήθη τους, Όταν η ανομβρία συνεχιζόταν, οι φυλές, με επικεφαλής τον μάγο-ιερέα, έβγαζαν τα είδωλα αυτά στην ύπαιθρο για να τα αντικρύσει ο Ουρανός, να ερεθιστεί και να ενωθεί –μέσω της βροχής– με τη Γη. Ακριβώς έτσι, γεννήθηκε, όπως ήδη αναφέραμε, η μιμητική μαγεία, που αποτέλεσε τη βάση του λατρευτικού μέρους σχεδόν όλων των αρχαϊκών πρωτόγονων θρησκειών. Επομένως, οι χονδροειδείς και ακαλαίσθητες –κατά τη σύγχρονη αισθητική μας– γυναικείες παραστάσεις, έργα συνήθως πρωτόγονων πολιτισμών, σήμερα ξέρουμε ότι κατασκευάστηκαν ακριβώς έτσι, για να αποτελέσουν τα «σύνεργα» ερεθισμού του θεού Ουρανού. Η γυναικεία αυτή παράσταση με τα τεράστια στήθη και γλουτούς είναι η φυσική απεικόνιση της Μεγάλης Μητέρας-Γης, οι έρωτες της οποίας συνδέονται με την ετήσια αναγέννηση της φύσης που συμβαίνει την ωραιότερη εποχή του έτους, τη λουλουδιασμένη άνοιξη.

Το κοσμογονικό θέμα του αρχέγονου ζεύγους Ουρανός και Γη, εντοπίζεται σχεδόν σε όλους τους αρχέγονους πολιτισμούς.

Σύμφωνα με τον Ρουμάνο καθηγητή Mircea Eliade, τα απερίγραπτα όργια θα τα συναντήσουμε σε πολλές γιορτές που σχετίζονται με την καλλιέργεια της γης και την εν γένει γονιμότητα της φύσης. Ίσως, μ' αυτά να σχετίζονται οι θυσίες, αφού οι θυσίες, σε όλους τους λαούς, ήταν μια τελετουργική επανάληψη της Δημιουργίας, Ο κοσμογονικός μύθος προϋποθέτει τον τελετουργικό θάνατο ενός ανθρώπινου όντος για την αναγέννηση της εκδηλωμένης στη συγκομιδή δύναμης, που συνεχίζει την επανάληψη της πράξης της Δημιουργίας που έδωσε ζωή στους σπόρους, Η ενεργοποιημένη δύναμη των φυτών αναγεννάται χάρη σε μια αναστολή τον χρόνου και την επιστροφή στην αρχική στιγμή της κοσμογονικής πληρότητας (Μ. Eliade, 1992, σελ. 323).

Πέρα απ' όσα αναφέραμε παραπάνω, οι παραστάσεις αυτών ακριβώς των θεοτήτων συμβολίζουν πανάρχαιες θεότητες της φύσης. Στην Έφεσο, για παράδειγμα, στο Αρτεμίσιο –το περίφημο ιερό της Αρτέμιδος– υπήρχε το άγαλμα της θεάς σαν μια παραλλαγή της φιλήδονης φοινικικής θεάς Αστάρτης. Το ακαλαίσθητο άγαλμα της θεάς με τους αναρίθμητους μαστούς (σύμβολο γονιμότητας) υπενθύμιζε αφ' ενός μεν μια μητρική θεότητα, από περιοχή μητριαρχικού πολιτισμού, αφ' ετέρου δε συμβόλιζε την πανάρχαια θεότητα της μητέρας φύσης και τους δεσμούς της με το ζωικό βασίλειο.

Βέβαια ο Ed. Schure στο βιβλίο του «Οι Μεγάλοι Μύσται» (1926) αναφέρει χαρακτηριστικά: «Οι περιπτύξεις του Ουρανού και της Μητέρας Γης, στη γλώσσα των Μυστηρίων εκφράζουν και τις βροχές των ψυχών ή των πνευματικών μονάδων που έρχονται να γονιμοποιήσουν τους γήινους γόνους, τις οργανωμένες αρχές που δίχως αυτές η ύλη θα έμενε μια αδρανής και διάχυτη μάζα».

Όλες γενικώς οι «φυσικές» θρησκείες της Ανατολής δημιουργήθηκαν από τη ροπή του πρωτόγονου ανθρώπου προς τη δεισιδαιμονία και τη μαγεία και δεν έχουν καμία σχέση με τη θρησκεία της αλήθειας και του φωτός που δίδαξε ο Ιησούς Χριστός. Οι Αρχαίοι Έλληνες, πάλι, μπορεί να πίστευαν με θέρμη στο απολλώνειο φωτεινό στοιχείο, συνδύαζαν όμως ταυτόχρονα και το μυστηριακό-υποχθόνιο διονυσιακό, αφού οι λαμπρές ελληνικές θεότητες δανείστηκαν στοιχεία από τις αντίστοιχες δαιμονικές ασιατικές. Συνεπώς το βακχικό μεθύσι, ουσιαστικό γνώρισμα της διονυσιακής λατρείας καθώς και τα δρώμενα στα Μυστήρια της Δήμητρας οδηγούσαν στην υπέρλογη ορμή προς την αυτοθέωση και στην άρση των ορίων μεταξύ του ανθρώπινου και του θεϊκού. Για τα απόκρυφα διονυσιακά Μυστήρια ο Γιαν Κοττ στην ανάλυσή του για τις «Βάκχες», από το έργο του «Θεοφαγία», αναφέρει: «Ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο η αρχομένη γονιμοποίηση της φύσης και η ετήσια ανανέωσή της σχετίζονται με την επίσκεψη στη γη του γιου τον Θεού, με τον φόνο και την ανάστασή του, είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους και σταθερούς μύθους, που συναντάμε σε πολύ απομακρυσμένους και διαφορετικούς πολιτισμούς, όπως στον μεσογειακό και τον πολυνησιακό, των Μάγια και των κανιβάλων Ουιτότο». Η λατρεία του θεού Διόνυσου που εισέδυσε στην κυρίως Ελλάδα πιθανώς από τη Θράκη τον 8ο π.Χ. αιώνα, σχεδόν αυτόματα συνδυάστηκε και συγχώνευσε προγενέστερες παγανιστικές αγροτικές τελετές γύρω από τον θάνατο και την ανάσταση των γονιμοποιών θεών της φύσης. Πάνω σ' αυτό ακριβώς το θέμα ο Γιαν Κοττ συνεχίζει: «Ο αναστημένος Διόνυσος κατέβηκε στην κόλαση για να απελευθερώσει τη νεκρή του μητέρα Σεμέλη. Ύστερα ανέβηκε στον Όλυμπο κι έγινε δεκτός στον κύκλο των αθανάτων. Η Σεμέλη μεταμορφώθηκε στην Περσεφόνη, που μόλις αρχίζει ο χειμώνας πηγαίνει στον Κάτω Κόσμο και ξαναγυρίζει στον Επάνω, με το τέλος τον χειμώνα για να σμίξει με τον ανοιξιάτικο Διόνυσο».

Ουσιαστικά ο ανθρωπομορφισμός ήταν αδύνατο να ικανοποιήσει τις βαθύτερες ανάγκες της ανθρώπινης ψυχής. Συνεπώς, εκ των πραγμάτων γεννήθηκε η ανάγκη για μύηση. Τα Ορφικά Μυστήρια –με την ιερή γραμματεία τους σε ποιητική μορφή-έφεραν νέα θρησκευτικά στοιχεία για την αθανασία της ψυχής, την ανάταση του ανθρώπου, τη μετενσάρκωση και για την ανταπόδοση των πράξεων. Ύψιστο αίτημα, η απαλλαγή του ανθρώπου από το γήινο-κτηνώδες και η ενίσχυση του ουράνιου-θείου στοιχείου του. Με την επίδραση του Ορφισμού οι θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής ξεκαθαρίζουν για τους μυημένους (καθαρούς). Ο άνθρωπος έχει προσωπική ευθύνη απέναντι στους θεούς, το αγαθό διακρίνεται από το κακό και είναι απαραίτητος ο σεβασμός προς το θείον. Στα Ελευσίνια Μυστήρια οι πιστοί εξαγνίζονταν από τις αμαρτίες τους και έπαιρναν μια γεύση της μετά θάνατον ζωής, ενώ στα Διονυσιακά Μυστήρια οι πιστοί μέσω του θρησκευτικού ενθουσιασμού γνώριζαν την έκσταση και το στοιχείο της απαλλαγής από τα δεσμά της ανθρώπινης φύσης. Σύμφωνα με τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Πρόκλο, νόημα και σκοπός των μυστηρίων είναι η γονιμοποίηση της ψυχής από τον Θεό, ο οποίος γεννά εντός αυτής τον Λόγον, την ελευθερώνει από τη δύναμη της ύλης και έτσι καθιστά δυνατή τη γέννηση του πνεύματος στον μυημένον άνθρωπο.

Παρόμοια προς τα Μυστήρια του Διονύσου ήταν τα Μυστήρια της Ίσιδας και του Όσιρη στην Αίγυπτο, όπως της Κυβέλης και του Άττη στη Μικρά Ασία. Τα θεϊκά αυτά ζευγάρια είναι θεοί της βλάστησης και κύριοι του Κάτω Κόσμου. Επιδίωξη των μυστηρίων τους ήταν η εξασφάλιση αθανασίας και μακαριότητας σε κάποια μελλοντική ζωή. Μεγάλη δύναμη είχαν και τα Μυστήρια του Μίθρα, λόγω της ισχυρής μονοθεϊστικής ροπής τους και του διαρχικού χαρακτήρα των δοξασιών τους. Γι' αυτόν τον λόγο πολλοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες μυήθηκαν σ' αυτά και προσπάθησαν να κάνουν τον Μιθραϊσμό επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Απ' αυτούς ξεχωρίζουν οι φιλόσοφοι Μάρκος Αυρήλιος και Ιουλιανός. Ο Μάρκος Αυρήλιος ήταν ανιψιός του αυτοκράτορα Αδριανού, υιοθετήθηκε από τον διάδοχό του Αντωνίνο τον Ευσεβή, τον οποίον και διαδέχτηκε στον θρόνο το 161 μ.Χ. σε ηλικία 40 ετών. Ελληνομαθής, ελληνολάτρης και στωικός φιλόσοφος, ο Μάρκος Αυρήλιος (161–180 μ.Χ.) έγραψε στα ελληνικά. Το ίδιο και ο Ιουλιανός, ανιψιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που όμως αν και ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία 30 ετών βασίλεψε μόνον για 19 μήνες (361–363 μ.Χ.), αφού έπεσε μαχόμενος στη Μαράγκα της Αρμενίας, Ο Ιουλιανός δεν αρκέστηκε μόνον στη συγγραφή στα ελληνικά, αλλά παράλληλα οραματίστηκε την αναβίωση του Ελληνισμού, που θαύμαζε απεριόριστα. Και οι δύο τους, όπως και άλλοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, θέλησαν να αναβιώσουν τα αρχαία ελληνικά και μιθραϊκά Μυστήρια.

Ο Ρωμαίος σοφιστής, συγγραφέας και ρήτορας Λεύκιος Απουλήιος (Lucius Apuleius, 2ος μ.Χ. αιώνας) περιγράφει την έκσταση στη μύηση των μυστηρίων του Μίθρα, ως εξής:

«Διέβην τάς πύλας τοῦ Ἅδου, διῆλθον τό κατώφλιον τῆς Περσεφόνης, ὠχήθην ἐφ' ὃλων τῶν στοιχείων καί ἐπέστρεψα ἐπί τῆς γῆς. Ἐν μέσῃ νυκτί εἶδον λάμποντα τόν ἣλιον. Προσήγγισα εἰς τούς κάτω καί τούς ἂνω θεούς καί προσηυχήθην εἰς αἀτούς πρόσωπον πρός πρόσωπον».

«Διάβηκα τίς πύλες τοῦ Ἂδη, κατέβηκα τό κατώφλι τῆς Περσεφόνης, πέρασα ἀπ' ὃλες τίς σκιές καί ἐπέστρεψα στην γῆ. Στό μέσον τῆς νύκτας εἶδα τόν ἣλιο νά λάμπη. Πλησίασα τούς θεούς τοῦ Κάτω καί τοῦ Ἐπάνω Κόσμου, ἦλθα κοντά τους πρόσωπο με πρόσωπο καί προσευχήθηκα σ' αὐτούς»


Απ' όσα αναφέραμε παραπάνω, η ιδέα της ταφής και της ανάστασης φαίνεται ότι υπήρχε στη σκέψη του ανθρώπου από τα πανάρχαια χρόνια. Πρόκειται για τον θάνατο και την αναγέννηση του θεού της βλάστησης, μια ιδέα που υπάρχει σε όλες τις μυστηριακές λατρείες της Ανατολής. Μετά τον θάνατο του θεού, ακολουθούσε η γιορτή της ζωής, κατά τη διάρκεια της οποίας εξυμνούσαν την ανάστασή του με οργιαστικές τελετές. Οι αρχαιότεροι μύθοι της ταφής και της ανάστασης βρίσκονται στους θρύλους της Μεσοποταμίας, με έντονα συμβολικά και αλληγορικά στοιχεία. Το μυστήριο του θανάτου και της ανάστασης, βαθιά ριζωμένο στα κατάβαθα της ανθρώπινης φύσης, δημιουργούσε στις αρχαίες λατρείες το υπόβαθρο των κατάλληλων εκφραστικών μέσων, για τα ζεύγη των θεών που το εκπροσωπούσαν. Οι ανατολικές θρησκείες της εποχής, θεοποιούσαν τα φυσικά ένστικτα και τη δημιουργική δύναμη της αναπαραγωγής με τον μυθικό κύκλο, που διαμόρφωνε τον πανάρχαιο κοσμικό μύθο της αιώνιας επιστροφής, του θανάτου και της ανάστασης, συνδεόμενα άμεσα με την αναγέννηση της φύσης. Αυτοί οι θεοί ήταν θεότητες της βλάστησης ή της καρποφορίας και οι Μεσοποτάμιοι τούς θεωρούσαν θεϊκά ζευγάρια. Στον σουμεριακό μύθο το αντίστοιχο ζευγάρι Γης και Ουρανού αποτελούσαν η θεά Ιναννά και ο θεός Ντουμμουζί (Ο γιος της ζωής). Οι Βαβυλώνιοι τούς αντικατέστησαν με τη θεά Ιστάρ και τον Ταμμούξ, οι Φοίνικες με την Αστάρτη και τον Βάαλ, και τέλος οι κάτοικοι της Ουγκαρίτ με τον Βάαλ και την Ανάτ ή τον Βάαλ –που ταυτίζεται με τον Ενλίλ ή Μπελ (Bel)– και τη Μπέλιτ, θεά της γεωργικής γονιμότητας. Αντίστοιχα στη Βίβλο, η σύζυγος του θεού αναφέρεται ως Ασεράχ. Η θηλυκή θεότητα Ασεράχ ή Αστάρτη στις παραστάσεις της με τα γυμνά στήθη συμβολίζει τη θεά της γονιμότητας, τη θηλάζουσα θεά (dea nutrix) σ' έναν συμβολισμό, που ταιριάζει με την πανάρχαια λατρεία της γονιμότητας.

Οι Αιγύπτιοι αντιπαρέθεσαν την Ίσιδα και τον Όσιρη. Οι Χιττίτες αναφέρονταν στον μύθο του Τελεπινού και της Χατέπινους, ενώ στην Ελλάδα ο αντίστοιχος μύθος διασώθηκε μέσα από τον έρωτα της Αφροδίτης με τον Άδωνη και με τα Μυστήρια της Δήμητρας και της Περσεφόνης, όπου η Κόρη κατεβαίνει στον Άδη για να «αναστηθεί» έπειτα. Άλλωστε ο ομηρικός ύμνος στη θεά Δήμητρα εξιστορεί την αρπαγή της Περσεφόνης από τον θεό του Κάτω Κόσμου, Πλούτωνα και τη λύση που έδωσε ο Δίας για να ηρεμήσει τη θεά της γεωργίας, Δήμητρα και να επανέλθει η βλάστηση στη γη. Σ' αυτόν τον μυθολογικό πυρήνα βασίστηκε η λατρεία της θεάς μητέρας Γης (Γη-μήτηρ=Δη-μήτηρ) και της Κόρης στα Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου οι μυημένοι, από τη 15η Βοηδρομιώνα και για εννιά ημέρες, τιμούσαν την επιστροφή της Περσεφόνης από τον Άδη στον Επάνω Κόσμο. Η μετάβαση από τον παγερό χειμώνα στην ανθοστόλιστη άνοιξη συνδέεται από τα πανάρχαια χρόνια με τη Μητέρα θεά, τη θεά της γονιμότητας. Ειδικά στις ελληνικές εκφάνσεις του μύθου, αυτήν ακριβώς την εποχή του έτους η Μεγάλη Μητέρα θεά θρηνεί την κόρη της (Περσεφόνη) ως θεά Δήμητρα, ή τον αδικοχαμένο αγαπημένο της (Άδωνη) ως θεά Αφροδίτη, προσδοκώντας την ανάστασή του, που ουσιαστικά ισοδυναμεί με την ανάσταση της φύσης.

Στον πρωταρχικό σουμεριακό μύθο, η θεά Ιναννά, που ενσαρκώνει τη μητέρα Γη, κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί ο φύλακας Νέτι την απειλεί. Παρεμβαίνει όμως η αδελφή της θεάς η Ερεσκιγκάλ, η θεά του Κάτω Κόσμου, και οι πύλες του ανοίγουν. Η Ιναννά αντικρύζει τους Ανουννάκι –τα πνεύματα του Κάτω Κόσμου– που «στρέφουν τα μάτια του θανάτου» επάνω της και τη νεκρώνουν. Ο καλός θεός Ενκί, ειδοποιημένος από τον τοποτηρητή της Ιναννά, τον Νινσουμπούρ, τρεις ημέρες μετά την εξαφάνισή της, παρεμβαίνει και δημιουργώντας τα παράξενα πλάσματα Κουργκαρρού και Καλατουρρού τα στέλνει στον Κάτω Κόσμο με την τροφή και το νερό της ζωής. Αυτά ραντίζουν το νεκρωμένο σώμα της θεάς εξήντα φορές κατά διαταγή του Ενκί και μ' αυτόν τον τρόπο η θεά αναστήθηκε. Επειδή όμως είναι απαράβατος νόμος του Κάτω Κόσμου να μη φεύγει κανείς από εκεί χωρίς αντικαταστάτη, τη θέση της θεάς στον Κάτω Κόσμο πήρε ο σύντροφός της ο Ντουμμουζί, τον οποίον τελικά ελευθέρωσε ο θεός Ήλιος Ουτού. Ο Ντουμμουζί είναι ο θεός που πεθαίνει και ξαναγεννιέται. Ο μύθος αυτός, στον οποίον το ζευγάρι Ιναννά-Ντουμμουζί αποτελούν την αρχαιότερη μορφή του, φαίνεται πως επέζησε διαμέσου των αιώνων και εμφανίζεται σε όλες τις μυστηριακές θρησκείες της Ανατολής, καθώς και στα Μυστήρια της αρχαίας Ελλάδας.

Στο βαβυλωνιακό πάνθεον το αντίστοιχο ζευγάρι αποτελούσαν n θεά Ιστάρ –η θεότητα σύμβολο της μητέρας Γης– και ο θνητός σύζυγός της, ο Ταμμούζ. Ο θάνατος και η ταφή του είναι ο σπόρος που πέφτει στη γη για να βλαστήσει. Μετά τον θάνατο του Ταμμούζ, η Ιστάρ έκανε απελπισμένες προσπάθειες να τον αναστήσει, επειδή από τη στιγμή του θανάτου του έπεσε ξηρασία και ακαρπία στη Γη. Η Ιστάρ κατεβαίνει τελικά μόνη της στον Κάτω Κόσμο και απειλεί θεούς και δαίμονες ότι αν δεν αναστηθεί ο Ταμμούζ, θα σπάσει τις πύλες του Κάτω Κόσμου και θα ελευθερώσει τους νεκρούς:

Φύλακα των πυλών άνοιξε την πύλη
άνοιξε την πύλη για να περάσω.
Αν δεν ανοίξεις, αν δεν μ' αφήσεις να περάσω
την πύλη θα σπάσω και θα ρίξω κάτω τις αμπάρες·
θα συντρίψω τις κολόνες, θα παραμερίσω τις πόρτες,
και θ' αναστήσω τους νεκρούς που έχουν φύγει απ' τη ζωή
τους ζωντανούς να φάνε,
αφού οι νεκροί είναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς.

Τα πνεύματα του Κάτω Κόσμου την κράτησαν όμως εκεί. Λόγω αυτής της τροπής των πραγμάτων, ο Παπσουκκάλ –ο σύμβουλος των θεών– ζήτησε τη βοήθειά τους για να ελευθερωθεί η Ιστάρ. Οι θεοί κινήθηκαν αστραπιαία, ο θεός Έα έδωσε ζωή στον Ασουσουναμίρ, τον ευνούχο, και τον έστειλε να ζητήσει από την Ερεσκιγκάλ το νερό της ζωής. Η Ερεσκιγκάλ πρόσταξε τον ευνοούμενό της, τον Ναμτάρ, να ραντίσει μ' αυτό την Ιστάρ· μ' αυτόν τον τρόπο η θεά ελευθερώνεται. Ο μεγάλος θεός Ήλιος Ουτού ελευθέρωσε και τον Ταμμούζ μετά από παρέλευση τριών ημερών. Και αυτό ακριβώς το χρονικό διάστημα της παραμονής τού Ταμμούζ στον Κάτω Κόσμο, από τους μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών, συσχετίζεται με την τριήμερη ταφή και ανάσταση του Κυρίου, χωρίς κατ' ουδένα τρόπο να συσχετίζεται ο Ιησούς Χριστός με τον Ταμμούζ. Άλλωστε, ο Ταμμούζ περιοδικά ξαναγυρίζει στον Κάτω Κόσμο. Συνεπώς, η κάθοδος του Ταμμούζ στον Άδη σχετίστηκε με τον θάνατο και την ακαρπία της γης, ενώ η ανάστασή του με την άνθιση της φύσης. Όταν λοιπόν ο μύθος πέρασε στις γειτονικές χώρες, ιδιαίτερη σημασία δόθηκε από τις γυναίκες στον θάνατο του Ταμμούζ και έτσι θρηνούσαν γοερά τον χαμό του.

Κατά τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία οι Ισραηλίτες γνώρισαν τις γιορτές που τελούσαν οι Βαβυλώνιες στις όχθες του Ευφράτη για την ταφή και την ανάσταση του Ταμμούζ (Θαμμούζ). Ο προφήτης Ιεζεκιήλ (Η', 14) αναφέρει ότι στις γιορτές έπαιρναν μέρος και Ισραηλίτισσες, που θρηνούσαν τον αδικοχαμένο Ταμμούζ.

«Καί εἰσήγαγέ με ἐπί τά πρόθυρα τῆς
πύλης οἲκον Κυρίου τῆς βλεπούσης
πρός βορρᾶν, και ἰδού ἐκεῖ γυναῖκες καθήμεναι θρηνοῦσαι τόν Θαμμούζ».
    
«Μέ ὁδήγησε στά πρόθυρα
τῆς πύλης τοῦ οἲκου τοῦ Κυρίου
πού βλέπει στόν βορρᾶ καί vά,
ἐκεῖ, γυναῖκες κάθονται καί
θρηνοῦν τόν Θαμμούζ».

Φαίνεται πως στα χρόνια της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας οι Ιουδαίοι γνώρισαν και δανείστηκαν πολλά στοιχεία από τη βαβυλωνιακή παράδοση, καθώς και από τη θρησκεία των Μάγων –των ιερέων του Ζωροαστρισμού–, όπως την πίστη για μια μελλοντική ανάσταση των νεκρών, που την είχε επακριβώς καθορίσει ο Ζαρατούστρα στην Αβέστα. Σύμφωνα μ' αυτήν την παράδοση, η ψυχή εγκατέλειπε το σώμα τρεις ημέρες μετά τον θάνατο του φθαρτού υλικού σώματος.

Η μόνη διαφορά ανάμεσα στον σουμεριακό και τον βαβυλωνιακό μύθο είναι ότι στον πρώτο η θεά Ιναννά κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο με τη βοήθεια της θεάς Ερεσκιγκάλ, ενώ στον αντίστοιχο βαβυλωνιακό μύθο η θεά Ιστάρ απειλεί ότι θα γκρεμίσει τις πύλες και θα ελευθερώσει τους νεκρούς αν δεν της ανοίξουν. Το τελευταίο γεγονός έκανε πάλι πολλούς μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών να συσχετίσουν τον βαβυλωνιακό μύθο με την κάθοδο του Χριστού στον Κάτω Κόσμο όταν φωνάζει:

Αρατε πύλας οἱ ἂρχοντες ὑμῶν

καί εἰσελεύσεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης.

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον Ρουμάνο ανθρωπολόγο και καθηγητή της Ιστορίας των Θρησκειών στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου Mircea Eliade: «Ο μύθος τον Ταμμούζ όπως οι μύθοι των αντίστοιχων θεών, αποκαλύπτει μια κοσμική ιδιότητα που ξεπερνάει σημαντικά τη ζώνη της φυτικής ζωής· αποκαλύπτει, από τη μια, την ουσιαστική ενότητα ζωή-θάνατος και από την άλλη, τις ελπίδες που ο άνθρωπος δικαιούται να αντλήσει απ' αυτή τη βασική ενότητα όσον αφορά τη μετά θάνατον ζωή του. Από αυτή την άποψη μπορούμε να δούμε το μύθο των δεινών, του θανάτου και της ανάστασης των «θεών» της βλάστησης σαν πρότυπο της ανθρώπινης φύσης· αποκαλύπτει τη «Φύση» πιο αποτελεσματικά και πιο οικεία από ό,τι θα το είχαν κατορθώσει η εμπειριο-ρασιοναλιστική παρατήρηση και εμπειρία. Για να διατηρείται και ν' ανανεώνεται η αποκάλυψη, πρέπει να γιορτάζεται και να επαναλαμβάνεται ο μύθος: η εμφάνιση και εξαφάνιση της βλάστησης εξετασμένες σαν κοσμικά φαινόμενα...» (Πραγματεία πάνω στην Ιστορία των Θρησκειών, 1992, σελ. 396).

Θρήνοι και μοιρολόγια αντίστοιχα προς τη λατρεία του Ταμμούζ απαντώνταν στην Ελλάδα για τον αδικοχαμένο Άδωνη, τον μεγάλο έρωτα της θεάς Αφροδίτης. Το ίδιο συμβαίνει με τον θάνατο του Βάαλ στη μυθολογία της Ουγκαρίτ και με τον Νεργκάλ των Ασσυρίων. Στη Φοινίκη, η ταφή και η ανάσταση περιστρεφόταν γύρω από τον θεό της γονιμότητας Βάαλ. Όταν ο θεός του Κάτω Κόσμου, ο Μοτ αιχμαλώτισε τον Βάαλ, επικράτησε ανομβρία και ξηρασία στη Γη. Τότε οι άλλοι θεοί με επικεφαλής τον Ελ, τον θεό Ήλιο και πατέρα τού Βάαλ αναζήτησαν τον χαμένο θεό και μετά επτά χρόνια τον βρήκαν και τον έφεραν στον Επάνω Κόσμο. Μ' αυτόν τον τρόπο ο κύκλος ζωής-βλάστησης επανήλθε στη Γη. Στο μεταξύ η Άναθ, η αδελφή του Βάαλ σκότωσε τον Μοτ με το σπαθί της, τον έκαψε και σκόρπισε την τέφρα του στους τέσσερις ανέμους. Ο μύθος όμως αναφέρει ότι ο Μοτ επανήλθε στη ζωή και η πάλη ανάμεσα στους δύο θεούς ξανάρχισε, σ' ένα ατέλειωτο αιώνιο παιχνίδι ζωής και θανάτου, ταφής και ανάστασης.

Στη Φρυγία και τη Λυδία το ζευγάρι αποτελούσαν η μητέρα των θεών Κυβέλη και ο πανέμορφος άγριος Άττις. Τον Αττη –που στη Φρυγία και τη Θράκη τον ταύτιζαν με τον Σαβάζιο, ο οποίος με τη σειρά του από τον 4ο αιώνα ταυτίζεται με τον Διόνυσο– κατά την παράδοση τον ξέσκισε ένας αγριόχοιρος, αλλά μετά ακολούθησε η ανάσταση του. Η λατρεία του ήταν οργιαστική και ετελείτο σε δύο φάσεις. Κατά την πρώτη οι πιστοί με θορυβώδεις εκδηλώσεις εξέφραζαν το πένθος τους για τον θάνατο του πανέμορφου θεού, ενώ κατά τη δεύτερη γιόρταζαν με όργια την ανάστασή του. Στο τελετουργικό της λατρείας τού Άττη, μίμοι-ιερουργοί τοποθετούσαν σε φορείο το ξύλινο είδωλο του θεού ύπτιο, ενώ με ρυθμικές κινήσεις και θρήνους εκδήλωναν το πένθος τους για τον θεϊκό νεκρό. Οι ιερείς έπλεναν το άγαλμα του θεού στο ποτάμι και το περιέφεραν πάνω σε μια άμαξα. Ακολουθούσε η μίμηση της ανάστασης και ο ιερέας έχριε με ιερό μύρο τους θρηνώντες. Μ' αυτόν τον τρόπο τις εκδηλώσεις της απελπισίας διαδέχονταν οι γιορτές της χαράς. Ο Άττις ανασταινόταν και έτσι η χαρά και το φως ξαναγύριζαν μαζί με την άνοιξη στη Γη. Η λατρεία της Κυβέλης και του Άττη ήταν οργιαστική και πολλές φορές οι πιστοί τους αυτοευνουχίζονταν. Ο αυτοευνουχισμός προερχόταν από την άγρια έξαψη που μεθούσε εκείνους που συμμετείχαν στους οργιαστικούς εορτασμούς των θεών της βλάστησης. Οι τελετές αυτές, όπως βλέπουμε, αποτελούν επανάληψη μιμοδραματικής αναπαράστασης των πανάρχαιων ταφικών εθίμων. Παράλληλα πολλοί μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών τονίζουν ότι τη μιμοδραματική αυτή τελετουργία τού πάσχοντος, θνήσκοντος και στη συνέχεια αναστάντος θεού την υιοθέτησε –τουλάχιστον ως προς το τελετουργικό της– και ο Χριστιανισμός. Ο εθνομουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας αναφέρει ότι: «Ανέκαθεν η Μητέρα Θεά θρηνεί αυτήν την εποχή τον νεκρό γιο της ή την κόρη της ή τον αγαπημένο της...., περιμένοντας την ανάστασή τους, δηλαδή την ανάσταση της φύσης. Το στοιχείο αυτό το συναντάμε σε διάφορους πολιτισμούς έτσι όπως επιβίωσε μέσα στη χριστιανική θρησκεία και ιδιαίτερα στον θρήνο της Παναγίας: Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα...» (Αγγελικοπούλου, Β., 1998).

Αυτό ήταν επόμενο, αφού οι πιστοί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα διατηρούν και διαιωνίζουν το τελετουργικό της θρησκείας τους, που πέρασε και στη λατρεία του αληθινού Θεού. Μόνο κάτω απ' αυτήν την έννοια η χριστιανική ταφή και ανάσταση έχει ως πρότυπό της την αντίστοιχη ταφή και ανάσταση του Ταμμούζ και των άλλων «θνησκόντων» θεών της Ανατολής, αν και στην ουσία αυτοί ως θεοί της Βλάστησης αναφέρονταν κυρίως στην αναγεννάμενη φύση.

Εξάλλου, όπως αναφέρεται στον Άτλαντα της Παγκόσμιας Ιστορίας (Καθημερινή 1997, σελ. 73): «Οι περισσότερες από τις αρχαίες θρησκείες έσβησαν, αν και ενίοτε επηρέασαν τις θρησκείες που επιβίωσαν, και λατρευτικές πρακτικές διασώζονται σήμερα σε άλλες θρησκείες».

Στην Αίγυπτο, ο αντίστοιχος μύθος συνδέεται με την Ίσιδα και τον Όσιρη. ενώ η γονιμοποιός δύναμη της Γης είναι ο ποταμός Νείλος, αφού η Αίγυπτος ήταν η μοναδική αρχαία χώρα στην οποία τη θέση του αρσενικού Ουρανού κατείχε η θηλυκή θεότητα Νουτ.

Η Ίσιδα ήταν η προσωποποίηση της Γης, ενώ ο αδελφός και σύζυγός της, Όσιρις ήταν η προσωποποίηση του Νείλου, που γονιμοποιούσε τη γη της Αιγύπτου. Ο Ώρος, ο γιος τους, ήταν η προσωποποίηση της βλάστησης. Ο Όσιρις πεθαίνει –δολοφονημένος από τον αδελφό του, τον κακό θεό Σετ. Ο Ώρος, όμως, μεγαλώνει και γίνεται Όσιρις συντηρώντας έτσι τον ατέλειωτο κύκλο ζωής και θανάτου. Στη θεϊκή λατρεία των αρχαίων Αιγυπτίων όλα βρίσκονται σε μια αδιάρρηκτη σχέση και αλληλεξάρτηση και κάτω από την τριπλή θεότητα Ίσις-Όσιρις-Ώρος δεν βρίσκονταν τρεις χωριστές οντότητες, αλλά τρεις όψεις ενός και του αυτού θεού. Οι μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών βλέπουν μιαν αντιστοιχία του Ώρου με τον Ιησού Χριστό και μια αντίστοιχη ταύτιση της Παρθένου Μαρίας με την Ίσιδα, αφού κατά τον H.G. Wells «πλεῖστα ὃσα συνεισέφερε ἡ ἀλεξανδρινή λατρεία εἰς τήν χριστιανικήν σκέψιν καί τό τυπικόν τῆς χριστιανικῆς θρησκείας».

Ομοίως και ο Παναγής Λεκατσάς στο βιβλίο του «Το Θείον Βρέφος» (1996) αναιρεί: «Ἡ εὐνοούμενη παράσταση τῆς Ἲσιδας και Ἰστάρ εἶναι ἡ πιό γνώριμη παράσταση τῆς Βρεφοκρατούσας Θεϊκῆς Μητέρας. Τό ἂμεσο ἀντίστοιχο τῆς Ἲσιδας τῶν Αἰγυπτίων, της Δήμητρας τῶν Ἑλλήνων καί τῆς ἰνδικής Ganga ἢ Θεάς τοῦ Ποταμού, εἶναι ἡ πιό γνώριμη στην Κίνα γυναικεία θεότητα, ἡ Shing Moo ἢ Ἁγία Μητέρα: ἡ φεγγαρική βασίλισσα τῶν Οὐρανών, ἡ γεννήτρια των 33333 πλασμάτων. Τίποτα δέ σάστισε τόσο τούς ἱεραπόστολους σάν πρωτοφτάσανε στήν Κίνα, ὃσο ἡ εἰκόνα τῆς δέσποινας αὐτῆς, ὃπου ἀνακαλύψανε (ἢ νομίσαν πώς ἀνακαλύψανε) τήν πιό ἐκπληκτική ὁμοιότητα μέ τήν Παρθένο Μαρία».

Στους Χετταίους (Χιττίτες) ο θεός που πεθαίνει και ανασταίνεται είναι ο Τελεπινός (Τελίπινους), που αποτελεί ζευγάρι με τη θεά Χατέπινους. Στον λαό αυτόν, όμως, το μυστήριο παρουσιάζει μια σημαντική διαφορά από τους μύθους των γειτονικών λαών. Στο ξύπνημα, στην ανάσταση δηλαδή του θεού, σημαντικό ρόλο παίζει η μέλισσα. Το γεγονός αυτό οδήγησε πολλούς ερευνητές στη σκέψη ότι ίσως το ιερατείο των Χετταίων είχε συλλάβει τον σπουδαίο ρόλο που παίζουν τα έντομο στον κύκλο της ανανέωσης της φύσης.

Ο αντίστοιχος βαβυλωνιακός μύθος στην Ελλάδα, όπως ήδη αναφέραμε, σχετίζεται με τον μεγάλο έρωτα της θεάς Αφροδίτης, τον αδικοχαμένο Άδωνη –φοινικικής καταγωγής. Άλλωστε στην ίδια τη Φοινίκη με την είσοδο του Ήλιου στο θερινό ηλιοστάσιο τιμούσαν τον Άδωνη, αφού ταυτόχρονα άνθιζε το «ρόδο της Δαμασκού», μια ιδιαίτερη ανεμώνη που ήταν αφιερωμένη στη λατρεία του. Αυτή ακριβώς η λατρεία του Άδωνη και της Αφροδίτης αντιστοιχούσε στον ετήσιο κύκλο του θανάτου και της ανάστασης της φύσης με τη βλάστηση και την καρποφορία και φυσικά ανάγεται στους τελετουργικούς τύπους που αναφέρονται στη γονιμότητα.

Ο Άδωνις ήταν ένας νέος με θεϊκή ομορφιά, που όταν τον πρωτοαντίκρυσε η Αφροδίτη θέλησε να τον κρατήσει για πάντα κοντά της. Δυστυχώς όμως ο πανέμορφος νέος βρήκε τραγικό θάνατο κατά το κυνήγι ενός κάπρου. Η παράδοση αναφέρει ότι από το αίμα του Άδωνη φύτρωσαν τα κατακόκκινα τριαντάφυλλα, ενώ από τα δάκρυα της Αφροδίτης, για τον χαμό του αγαπημένου της, οι ανεμώνες ή αντίστοιχα ότι από το αίμα του Άδωνη φύτρωσαν ανεμώνες, όπως είχαν φυτρώσει βιολέτες και ρόδα από το αίμα του Άττη, όταν οι δύο αυτοί νεαροί θεοί ψυχορραγούσαν.

Τα Αδώνια –οι διήμερες γιορτές προς τιμήν του Άδωνη– γιορτάζονταν συνήθως την άνοιξη, όταν η φύση βρισκόταν στο μεγαλείο της, η βλάστηση οργίαζε και τα άνθη –μετά τον άγονο χειμώνα– είχαν καλύψει τη γη.

Την πρώτη ημέρα της γιορτής μαυροφορεμένες γυναίκες στόλιζαν το ξύλινο ομοίωμα του θεού με λουλούδια κλαίγοντας και μοιρολογώντας. Η γιορτή είχε λαϊκό χαρακτήρα και στην περιφορά του ξύλινου ομοιώματος του θεού νεαρές κοπέλες το έραιναν με άνθη, ενώ κατά διαστήματα έψελναν τραγούδια και θρήνους αφιερωμένους στον αδικοχαμένο Άδωνη και στον άτυχο έρωτά του με την Αφροδίτη.

Τότε ακριβώς παρουσιάζονταν και «οι κήποι τον Αδώνιδος». Οι γυναίκες κατά την περιφορά τού πρόωρα χαμένου θεού, μαζί με το κέρινο ομοίωμά του, παρουσίαζαν και φυτά σε μικρές γλάστρες, που είχαν παρασκευαστεί από προηγούμενες ημέρες –μάραθο, στάρι ή κριθάρι– έτσι ώστε να ανθίσουν την ημέρα της περιφοράς του ομοιώματος του θεού. Η πένθιμη αυτή τελετή κατά το Ν.Γ. Πολίτη (1920) αποτελούσε τη συμβολική πράξη της καταστροφής της βλάστησης κατά τον παγερό χειμώνα και της αναγέννησής της κατά την άνοιξη.

Ο Άδωνις έχει την προσωνυμία του «ποιμένα του ουρανού», του «ουράνιου ποιμένα» και ακόμα του «αληθινού Υιού». Όταν κατεβαίνει στον Άδη, ανακηρύσσεται άρχοντας των νεκρών και έτσι παίρνει και την προσωνυμία «ποιμένας της γης». Κατά την ανάστασή του, όταν τερματίζεται η παραμονή του στο βασίλειο των νεκρών και κατευθύνεται στον Επάνω Κόσμο, ανασταίνεται και παίρνει μαζί του και τους νεκρούς.

Τη δεύτερη ημέρα της γιορτής, μετά τον συμβολικό του θάνατο, οι γυναίκες έπλεναν το άγαλμά του, το άλειφαν με αρώματα και το τύλιγαν σ' ένα σκουροπράσινο σάβανο. Στη συνέχεια το έφερναν πίσω με τραγούδια χαράς λέγοντας ότι ο θεός αναστήθηκε.

Σύμφωνα με τους μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών, οι αντίστοιχες αναλογίες με τη χριστιανική θρησκεία είναι εντυπωσιακές, αφού, όπως σημειώσαμε, το τελετουργικό των αρχαίων θρησκειών πέρασε στη λατρεία του Θεανθρώπου και όλο αυτό το τελετουργικό θυμίζει τη Μεγάλη Παρασκευή σ' έναν χριστιανικό ναό. Το ξύλινο ομοίωμα του Χριστού έχει αποτεθεί πάνω στον ανθοστολισμένο Επιτάφιο, ενώ ολόγυρα μαυροφορεμένες γυναίκες μοιρολογούν. Κατά την περιφορά του Επιταφίου, οι μυροφόρες ραίνουν τον νεκρό Ιησού με λουλούδια και οι πιστοί ακολουθούν μέσα σε πένθιμη και κατανυκτική ατμόσφαιρα. Όπως βλέπουμε, το αρχαϊκό αυτό τελετουργικό ριζωμένο στη συνείδηση των πιστών από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν επόμενο να διατηρηθεί και να παγιωθεί και στη λατρεία του Σωτήρος Χριστού. Οι μελετητές των αρχαίων θρησκειών υποστηρίζουν ότι το έθιμο της προσφοράς λουλουδιών στους νεκρούς οφείλεται στους Χαναναίους. Τα δε λουλούδια συνδέονται με τη μυστικιστική αντίληψη του θανάτου και της ανάστασης.

Οι ειδικοί μελετητές των Θρησκειών υποστηρίζουν ότι όπως ο Άττις, ο Άδωνις, ο Όσιρις και οι άλλοι θεοί της Ανατολής, έτσι και ο Ιησούς πέθανε και ύστερα αναστήθηκε. Οι ομοιότητες αυτές ισχυρίζονται ότι συνετέλεσαν στο να εξαπλωθεί ο Χριστιανισμός στον μικρασιατικό ελληνικό κόσμο, αφού ο νέος Σωτήρας είχε την ίδια αποστολή, τα ίδια καθήκοντα και τις ίδιες ιδιότητες που είχαν οι θεότητες των μυστηριακών θρησκειών της Ανατολής. Ο H.G. Wells στην Παγκόσμια Ιστορία του γράφει σχετικά ότι: «Δέν πρέπει νά ἐκπληττώμεθα, ἐάν ὁ διστακτικός προσήλυτος καί μαθητής ἐντός ὀλίγου ἐπανῆλθεν εἰς τάς παλαιάς γνωστάς του ἰδέας τοῦ ναοῦ καί τοῦ βωμοῦ, τῆς ἀγρίας θεότητος καί τῶν ἐξιλαστήριων ἱεροτελεστιῶν, τοῦ ἁγιασμένου ἱερέως καί τῆς μαγικῆς εὐλογίας..... Φυσικόν ἦτο, ἐπίσης διά τόν Χριστιανισμόν νά ἐγκολπωθῇ τάς μεθόδους τῶν λαϊκῶν θρησκειῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Οἱ ἱερείς του ἀπεδέχθησαν τά χαρακτηριστικά ἐνδύματα τῶν Αἰγυπτίων ἱερέων... καί ἡ μία ἀπομίμησις ἠκολούθησεν τήν ἂλλην. Ὀλίγον κατ' ὀλίγον ἡ ἀρχική ἐπαναστατική διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἐτάφη ὑπό τόν ὂγκον τῶν ἐξωτερικών δανείων τύπων λατρείας, οἱ ὁποίοι ὁλονέν συνεσσωρεύοντο».

Στο ίδιο κεφάλαιο της Παγκόσμιας Ιστορίας του ο H.G. Wells θεωρεί ότι για ένα απροσδιόριστο χρονικά διάστημα έλαβε χώρα μια σημαντική θεοκρασία μεταξύ των αρχαίων ανατολικών θρησκειών και του Χριστιανισμού. Πιστεύει ότι για να αποφύγει ο Χριστιανισμός το ιουδαϊκό Σάββατο υιοθέτησε τη μιθραϊκή ημέρα του Ήλιου, την οποία ονόμασε Κυριακή, την άφθονη χρήση κεριών στις θρησκευτικές ιερουργίες, την παράδοση της προσκύνησης των ποιμένων και ένα πλήθος άλλων δευτερευουσών τελετουργικών ιεροτελεστιών.

Ομοίως και ο Γ. Κορδάτος, στο βιβλίο του «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός» (Β' τόμος, 1975), αναφέρει: «Ὁ χριστιανισμός ὂχι μόνον πήρε πολλά δάνεια ἀπό τήν ἀρχαία ἐλληνική φιλοσοφία γιά νά μπορέσει νά τά βγάλει πέρα στήν ἰδεολογική του πάλη, μά καί πῆρε καί πολλά λατρευτικά στοιχεία ἀπό τόν ἀρχαῖο κόσμο καί πολλές ἀπό τίς ἑορταστικές του συνήθειες».

Και συνεχίζει γράφοντας: «Οἱ χριστιανοί μιά πού οἱ πιό πολλοί προέρχονταν ἀπό τόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο, ἒφεραν μαζί τους καί τήν τελετουργική διακόσμηση τῶν ναῶν τους καί κυρίως τῶν μυστηριακῶν τελεστηρίων. Ἒτσι οἱ χριστιανικοί ναοί στό ἐσωτερικό τους κράτησαν τό βωμό καί πολλά σύμβολα τοῦ Ὀρφισμοῦ καί τῆς μυστηριακής λατρείας τοῦ Διονύσου. Ἓνα μεγάλο μέρος ἀπό τό τυπικό τῆς παράστασης τῆς ἀρχαίας τραγωδίας –δηλ. τό διονυσιακό τελετουργικό στοιχεῖο της– μεταφέρθηκε καί στους χριστιανικούς ναούς» (σελ. 297).

Ο Παναγής Λεκατσάς στο «Θείον Βρέφος» (1996) υποστηρίζει ότι ουσιαστικά ο θνήσκων θεός, που πεθαίνει στο τέλος της μιας χρονιάς και ξαναγυρίζει στην αρχή της άλλης, είναι ένα είδος αποδιοπομπαίου τράγου. Αυτός παίρνει μαζί του όλα τα κακά, και εξαγοράζει με τον θάνατό του τη σωτηρία του κόσμου από τη συντέλεια, ανανεώνοντάς τον αντίστοιχα με τη γέννησή του, ενώ ταυτόχρονα εγκαινιάζει μια νέα –πιθανώς– ευτυχέστερη περίοδο. Αυτό σημειώνει και ο συγγραφέας Γ. Β. Σιέττος. που γράφει χαρακτηριστικά ότι: «Η ύπαρξη αυτών των αρχαίων μύθων περί βασανισμών, θανάτου και ανάστασης ενός θεού μαρτυρά μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη στο θρησκευτικό αίσθημα των ανθρώπων, ότι δηλ, κάτι δεν πάει καλά στην ηθική τάξη του κόσμου και ότι μόνο η εξαγνιστική θυσία ενός θεϊκού όντoς μπορεί να διορθώσει την κατάσταση· τέλος με τα πάθη και την ανάσταση του Γιου του Θεού ο μύθος βρίσκει την πραγμάτωση και δικαίωσή του» (Χριστιανικά Μυστήρια, 1995, σελ. 91).

Τέλος, ο Δ.Γ. Χιώνης στο βιβλίο του «Η αποκάθαρση του Χριστιανισμού από τα εβραϊκά στοιχεία» (1996) γράφει σχετικά: «Πρέπει να τονιστεί εδώ πως πολλά απ' τα στοιχεία της τελετουργικής λατρείας του Άδωνι, αν όχι βέβαια όλο το πλαίσιο των τελετών, κληρονόμησαν, οι Χριστιανοί, και με τα οποία στοιχεία έντυσαν μάλιστα τα πάθη του Χριστού, όπως μας λέει ο Frajer. Τέλος, αν κρίνουμε, από το έντονο πάθος των νεκρώσιμων για τον Άδωνι θρήνων και κοπετών, θα δούμε, ότι επρόκειτο για συγκλονιστικό θρησκευτικό δράμα, με γλυκειά και χαρμόσυνη απολυτρωτική μέσω της Ανάστασης απόληξη, που την εσωτερική, θεολογική και δογματική πλοκή του μας την κρύψανε, όπως μας αποκρύψανε όλα τα αντίστοιχα θρησκευτικά απόρρητα των Ελευσίνιων Μυστηρίων».

Σχεδόν παρόμοια είναι η αντιμετώπιση του ίδιου θέματος από το Μ.Σ. Μεγαλομμάτη (1996), ο οποίος σχετικά αναφέρει: «Το φανατισμένο άρρωστο πάθος των οπαδών του Άδωνη για τα "Πάθη" του Άδωνη (είδος μεσίτη-σωτήρα-μεσσία), οι νεκρολατρικές και χθόνιες τελετουργίες και περιφορές του Επιτάφιου του Άδωνη, η ετήσια "ανάστασή" του (και οι σχετικές τελετουργίες) ως συμβατή με την άνοιξη και τον κύκλον του έτους, η πίστη στη νίκη του Άδωνη επί του Κάτω Κόσμου, όλα αυτά που κατάγονται από τον βαβυλωνιακό Ντουμουζί και τον Νεργκαλισμό της Κούτχα, ανευρίσκονται αυτούσια μέσα στον Χριστιανισμό».

Για μας το σημαντικό δεν είναι να απορρίψουμε τα πάντα με μια μονοκονδυλιά. Το κυριότερο είναι να δεχτούμε αφ' ενός μεν την ύπαρξη του ενός και μοναδικού Θεού, αφ' ετέρου δε ότι θέματα όπως η «άμωμη σύλληψη», η «ανάσταση», η «ανάληψη» κ.ά. ήταν ήδη γνωστά στις μυστηριακές λατρείες της Ανατολής και της Ελλάδας. Και βέβαια να θεωρήσουμε όλα αυτά ως τα απαραίτητα γεγονότα προπαρασκευής του κόσμου για την έλευση επί της Γης του «Υιού και Λόγου» του Θεού, του μοναδικού Ιησού Χριστού.

Μέσα απ' αυτή τη θέση, μπορούμε να πούμε ότι η χριστιανική θρησκεία, που νίκησε και εξαφάνισε τους μεγάλους θεούς του Ολύμπου και της Ανατολής, σε αρκετές περιπτώσεις αναγκάστηκε να συμβιβαστεί προς τα λαϊκά πατροπαράδοτα έθιμα και τις μεταφυσικές αντιλήψεις του λαού. Αρχικά έδειξε την ανοχή της σε κάποια λαϊκά λατρευτικά έθιμα, ενώ στη συνέχεια ενέταξε κάποια άλλα στο εκκλησιαστικό τυπικό, ειδικότερα από τη στιγμή που πύκνωσαν τις τάξεις της οι Εθνικοί και έκοψε τούς ισχυρούς δεσμούς που την ένωναν με τον Ιουδαϊσμό. Ίσως ορμώμενοι απ' αυτά τα μυστηριακά κατάλοιπα, οι Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά και οι καθολικοί της Νότιας Ευρώπης, βιώνουν δραματικά τον σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού και το μυστήριο της Αναστάσεώς του, λαμπρύνοντας το Πάσχα, ενώ αντίθετα οι Βόρειο-Ευρωπαίοι χριστιανοί κλίνουν προς το μυστήριο της Γέννησης του Κυρίου, τιμώντας με μεγαλοπρέπεια τα Χριστούγεννα.

Τα κατάλοιπα της πανάρχαιας λατρείας του Άδωνη φαίνονται και στους παρακάτω στίχους του αρχαιολάτρη ποιητή μας Άγγελου Σικελιανού, που αναφέρει ότι μέσα στα λουλούδια του Επιτάφιου:

«Τό ὁλόαχνο σμάλτο
τοῦ πεθαμένου του Ἄδωνη ἦταν σάρκα
 πού πόνεσε βαθιά».
Παρόμοια συλλαμβάνει το ίδιο θέμα και ο Κωστής Παλαμάς:
«Στά ἐντάφια λευκά σάβανα
γυρτός ὁ ἐσταυρωμένος
εἶν' ὁλόμορφος Ἄδωνις
ροδοπεριχυμένος».

Αυτά τα πανάρχαια έθιμα επηρέασαν και τον Σεφέρη, που έγραφε στο ημερολόγιο το: «Συχνά, ὃταν πηγαίνω στην Ἀκολουθία της Μεγάλης Παρασκευής, μοῦ είναι, δύσκολο νά προσδιορίσω ἂν ὁ θεός που κηδεύεται εἶναι ὁ Χριστός ἤ ὁ Ἄδωνις».

Όπως εξάλλου αναφέρει ο καθηγητής ΓΚ. Σπυριδάκης (1966): «Εἰς τόν βίον τοῦ λαοῦ τοῦ τε ἑλληνικοῦ καί ἂλλων τῆς Εὐρώπης, παρατηρεῖται ἡ ὓπαρξις θρησκευτικῶν καί λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ της Ἀρχαιότητος, εἰδικώτερον δέ ἀπό τούς ἑλληνορωμαϊκούς καί τούς κατόπιν πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Τότε πολλά στοιχεῖα τῆς λαϊκῆς σήμερον θρησκείας και λατρείας παρελήφθησαν ἀκόμη καί ἀπό τούς Ἀνατολικούς λαούς, τούς Ρωμαίους κ.ἂ., καί τά ὁποῖα ἀργότερον περιεκαλύφθησαν πολλαχοῦ ὑπό χριστιανικῶν. Ταῦτα δέ εἶναι καί τά περισσότερον χαρακτηριστικά εἰς τήν λαϊκήν σήμερον θρησκευτικήν πίστιν, τήν εὑρισκομένην εἰς στενωτέραν συνάφειαν πρός τήν ἐπίσημον θρησκείαν, τήν χριστιανικήν· π.χ. ἑορταστικά ἒθιμα κατά τήν πρώτην τοῦ ἒτους, τά Χριστούγεννα, τά Θεοφάνεια, τό Πάσχα· εἶτα ἡ λαϊκή λατρεία της Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων, ὡς τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τοῦ προφήτου Ἠλία, τοῦ Ἁγ. Γεωργίου κ.ἂ., προσέτι και ἐπῳδαί, εὐχαί κλπ.».

Τα ίδια υποστηρίζει ο R. Jolivet (1955): «Ὁ Χριστιανισμός ἐδανείσθη ἀπό τήν Ἑλληνική παράδοσι τυπικά λατρευτικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἀφομοίωσε ὡς βοηθητικό ὑλικό ἐξωτερικεύσεως, ἀλλά δέν τά προήγαγε σέ πρότυπη μορφή. Ὃπου δέ ἐνεσωμάτωσε στοιχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς σκέψεως, τά διεμόρφωσε σέ ἐσωτερική εὐθυγράμμισι πρός τήν πορεία του κι' ἒτσι περιέσωσε τήν ἱστορική ὑπόληψι καί τήν πνευματική διατήρησι τοῦ Ἑλληνισμοῦ» (Π .Δ. Ηλιάδης, 1960).

Στα Μυστήρια του Διονύσου, στα Ελευσίνια Μυστήρια και στους θρήνους για το χαμό του Άδωνη ή των άλλων «θνησκόντων θεών», κυριαρχούσαν οι άγριες κραυγές πόνου του όχλου και η πομπή του ξύλινου ξόανου του νεκρού θεού με τα ομοιώματα γεννητικών οργάνων περιφέρονταν γύρω από το ιερό των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Όλοι περίμεναν να πέσει η νύχτα για ν' αρχίσουν οι μυστηριακές τελετές, όπου οι μέχρι τότε κλεισμένες στο γυναικωνίτη γυναίκες επιδίδονται σε όργια, αφού ο πανάρχαιος μύθος του θανάτου και της γέννησης με την αναζωογόνηση της βλάστησης, ουσιαστικά ήθελε να εξυψώσει το μυστηριακό και το κτηνώδες της γενετήσιας ορμής.

Οποία διαφορά λοιπόν μεταξύ του Εσταυρωμένου Ιησού και των «θνησκόντων» θεών της Ανατολής! Πόσο ψηλά βρίσκεται ο Θεάνθρωπος και πόσο μεγάλο φαίνεται το μήνυμα και η ιδέα της Ανάστασής του και της τελικής λύτρωσης που τον κάνει να στέκεται στο βάθρο του ως νικητής του χρόνου!

Ο Ιησούς Χριστός υβρίστηκε, ταπεινώθηκε, ραπίστηκε, υπέφερε μόνος χωρίς βοήθεια ή συμπόνια και τέλος σταυρώθηκε για να σώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες τους.

Τι υπέρτατο μεγαλείο!

Ακόμα και στον σταυρό του μαρτυρίου του, ο Εσταυρωμένος θεός της αγάπης προσευχόταν στον επουράνιο Πατέρα του υπέρ των δημίων του, λέγοντας: «πάτερ, ἂφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἲδασι τί ποιοῦσι».

Στη Σταύρωση του Θεανθρώπου, η ανθρώπινη φύση του έφτασε στις πιο απρόσιτες και ανυπέρβλητες κορυφές του θεϊκού μεγαλείου. Ο σταυρικός του θάνατος αποτελεί άλλωστε το αποκορύφωμα της διδασκαλίας του και την υπέρτατη θυσία του για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ουσιαστικά αυτή ακριβώς η σταυρική θυσία ξεχωρίζει τον Ιησού Χριστό από τους θεούς της Ανατολής και τον Χριστιανισμό από τις αντίστοιχες ηλιολατρικές θρησκείες.

Επομένως μ' αυτό το δραματικό στη φύση του γεγονός συντελέστηκε η μεγαλειώδης διαφορά του Εσταυρωμένου Ιησού ως προς τους αρχαίους «θνήσκοντες» θεούς και η πιο σπουδαία στιγμή στις σχέσεις του επουράνιου Πατέρα με τον άνθρωπο. Εξάλλου ο Απόστολος Παύλος παρουσίασε την Ανάσταση του Κυρίου σαν σωτήρια πραγματικότητα, σαν την κορωνίδα του λυτρωτικού του θανάτου.

Αντίθετα με τα παραπάνω, η θλίψη της Αφροδίτης για τον χαμό του αγαπημένου της, όπως και τα κλάματα της Δήμητρας για την αρπαγή της Περσεφόνης, δείχνουν το πένθος για τη νέκρωση της φύσης. Τα δάκρυά τους κατά τους πιστούς αντιστοιχούσαν στη βροχή που ποτίζει τη γη για να δώσει τη νέα βλάστηση. Στον Κάτω Κόσμο, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, πέρασαν η Περσεφόνη, ο Διόνυσος, ο Ορφέας και ο Άδωνις που όλοι συνέδεσαν το όνομά τους με απόκρυφες εσχατολογικές λατρείες. Οι πιστοί τους ανέμεναν την ανάσταση του θεού, που μέσω αυτής θα περνούσε τον κόσμο από το σκοτάδι στο φως, από τον άγριο χειμώνα στην ήπια άνοιξη, αφού ουσιαστικά μέσα από τα πάθη όλων αυτών των θεοτήτων έπασχε στην πραγματικότητα η θεοποιημένη φύση. Η φύση, η μητέρα Γη, που έτρεφε τα παιδιά της και συνεπώς –κατά τους αρχαίους– έκρυβε όλο εκείνο το μυστήριο της δημιουργικής δύναμης και της συνεχούς αναγέννησής της.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και εστιάζεται ο μεγαλειώδης εορτασμός του Πάσχα από τους Έλληνες και τους άλλους Ορθοδόξους της Ανατολής. Το Πάσχα για την Ελλάδα και την Ανατολή σημαίνει αναγέννηση, πανδαισία χρωμάτων και μεθυστικών αρωμάτων από την ολάνθιστη φύση. Ολόγυρα υπάρχει ένα πανέμορφο σκηνικό που προκαλεί μια έντονη διάθεση εορτασμού. Γι αυτόν τον λόγο όλη η χαρμόσυνη διαδικασία του ελληνικού Πάσχα έρχεται ως φυσικό συμπλήρωμα μιας ψυχικής ανατάσεως. Η άνοιξη, τα έντονα χρώματα, η ανάσταση της φύσης και μαζί τού Σωτήρος Χριστού αναζωογονεί τους πιστούς και τους οδηγεί σ' έναν ανεπανάληπτο εορτασμό.

Σύμφωνα με τον Δ.Γ. Χιώνη: «Ακόμα, κατά τον Ορφέα, η Ανάσταση του νεκρού Θεού σήμαινε την αρχή της ηθικής ζωής που τρεφότανε από τον καρπό του νεκραναστηθέντα σωτήρα. Έτσι, με την αναγεννημένη καρδιά του αναστηθέντος Θεού στον κόσμο, σκορπούσε η αγάπη, η ειρήνη και η καλοκαρδία, μέσα από τα οποία θα ερχότανε επιταχυνόμενη σωτηρία των μυημένων πιστών, γιατί μόνον έτσι η ψυχή του αποθανόντος Μύστη θα ανερχόταν προς το υψηλό ουράνιο στερέωμα και θα παρέμενε πλησίον του Θεού Σωτήρα» (Από τον Ορφέα ως το Χριστό. Εκδ. Άμιλλα, Αθήνα, σελ.79).

Σε όλους αυτούς τους μύθους που αναφέραμε, το αρσενικό, αφού γονιμοποιήσει το θηλυκό –που προσωποποιείται σε θεά υποκαθιστώντας τη μητέρα Γη– προσφέρεται θυσία στο πνεύμα της γονιμότητας. Τελικά, όλο το τελετουργικό της λατρείας των θεών ανήκει στον κύκλο των μαγικών πράξεων και επικλήσεων για την, πρόκληση βροχής, με άμεση συνέπεια την γονιμοποίηση της γης.

Όπως για όλα τα αρχαία Μυστήρια, έτσι και για τα Αδώνια ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Κάποια μαρτυρία υπάρχει από τον Λατίνο πολιτικό και συγγραφέα του 4ου μ.Χ. αιώνα τον Ιούλιο Φίρμικο Ματερνό (Julius Firmicus Maternus), ο οποίος, όταν το 347 μ.Χ. ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, αφιέρωσε το έργο του «Περί των θρησκευτικών πλανών» (De errore profanarum religionum) στους αυτοκράτορες της Δύσης Κώνστα Α' (323–350 μ.Χ.) και της Ανατολής Κωνστάντιο Β' (317–361 μ.Χ.) με σκοπό να τους παροτρύνει να καταργήσουν την ειδωλολατρεία. Στο έργο του αυτό αναφέρει ότι η αναπαράσταση της ταφής και της ανάστασης του Άδωνη κρατούσε μια εβδομάδα και περιελάμβανε τον θάνατο του θεού, τον επιτάφιο θρήνο και την τελετή της ανάστασης. Κατά τη διάρκεια της τελετής μαυροφορεμένες γυναίκες θρηνούσαν γύρω από το ξύλινο ομοίωμα του Άδωνη. Σε μια καθορισμένη στιγμή σταματούσαν οι θρήνοι και τα μοιρολόγια. Ο ιερέας μύρωνε τα χείλη των παρόντων πιστών, ταυτόχρονα ο χώρος του ναού φωτιζόταν και τότε ο ιερέας αναφωνούσε: «Θαρσεῖτε, μύσται τοῦ θεοῦ σεσωσμένοι· ἒσται γάρ ἡμῖν ἐκ πόνων σωτηρία» (Ἒχετε θᾶρρος εὐσεβεῖς πιστοί πού ἒχετε μυηθεῖ στά μυστήρια τοῦ θεοῦ· διότι θά ὑπάρξει γιά ἐσᾶς σωτηρία ἀπό τούς πόνους»).

Τέλος, ακολουθούσαν χαρμόσυνες εκδηλώσεις των πιστών.

Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά όλους αυτούς τους μύθους των αρχαίων λαών της λεκάνης της Μεσογείου, βλέπουμε ότι στο μυστήριο της ταφής και της ανάστασης, το κοινό σημείο είναι ότι εκείνο που πεθαίνει και ανασταίνεται είναι το αρσενικό. Βέβαια ο αρχέγονος σουμεριακός μύθος ομιλεί για τη θεά Ιναννά, που πρώτη κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο, αλλά και σ' αυτόν τον μύθο πάλι ο σπόρος που γονιμοποιεί τη γη είναι αρσενικός, αφού τελικά τη θέση της πήρε ο θεός Ντουμμουζί. Όλοι, λοιπόν, οι μύθοι των λαών της Ανατολής αναφέρονται στους θεούς της γονιμότητας. Συνεπώς η ανάσταση, στην οποία οι λαοί αυτοί πίστευαν συνδεόταν με τη διαρκή ανανέωση της Φύσης, η οποία αλληλοδιαδόχως –με το πέρασμα των εποχών του έτους– αρχικά απονεκρώνεται και στη συνέχεια αναζωογονείται. Η κάθοδος της μητέρας Γης στον Κάτω Κόσμο γίνεται πάντα τον χειμώνα. Για να επανέλθει στον Επάνω Κόσμο, πρέπει να, «ταφεί» ο σπόρος για να δώσει καινούργιο βλαστό. Και ο σπόρος πάντοτε προέρχεται από το αρσενικό. Η κάθοδος του Ντουμμουζί ή του Ταμμούζ και των άλλων θεών στον Κάτω Κόσμο αντιστοιχεί στην περίοδο της σποράς. Τα δάκρυα των πολύπαθων θεών και οι θρήνοι των πιστών γυναικών αντιστοιχούν στη βροχή που ποτίζει τη γη και δίνει τη νέα ζωή, με τα καινούργια βλαστάρια, που «ανασταίνονται» από τον φαινομενικά άψυχο σπόρο. Συνεπώς, γύρω από το φαινόμενο του θανάτου, της «ταφής» του σπόρου, και της βλάστησης, δηλαδή της ανάστασης μιας καινούργιας ζωής, δημιουργήθηκαν τα λεγόμενα «Μυστήρια» κατά τα οποία ενώπιον των μυστών αναπαριστάνονταν οι διάφορες φάσεις της φυσικής λειτουργίας της αναπαραγωγής, ενώ ο λαός συμμεριζόταν τις περιπέτειες του θνήσκοντος θεού και τη χαρά της αναζωογόνησής του. Όταν αργότερα το ιερατείο αποτέλεσε μια πανίσχυρη κλειστή κάστα ανθρώπων, το γεγονός της ταφής και της ανάστασης του γονιμοποιού θεού έγινε μια πολύπλοκη μυσταγωγία, με μυστηριακές λατρείες και ιδιαίτερο τελετουργικό, κτήμα μόνο των ιερέων και των μυημένων, που δημιούργησαν τα λεγόμενα Μυστήρια, στις γιορτές των οποίων ο λαός συμμετείχε χωρίς όμως να πολυκαταλαβαίνει πια το ουσιαστικό περιεχόμενο τους. Ειδικά στα Ελευσίνια Μυστήρια, η Περσεφόνη είναι εκείνη που κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο, δηλαδή το θηλυκό. Ο μύθος αυτός συμβολίζει τη μοναδική περίπτωση κατά την οποίαν ο σπόρος συμβολίζεται με τη θηλυκή θεά. Βέβαια ο ελληνικός κόσμος πίστευε στην ταφή και την ανάσταση ταυ Διόνυσου–Ζαγρέα, που ο μύθος του αποτελούσε κεντρική μυστηριακή λατρεία των Ορφικών. Ο Ζαγρεύς Διόνυσος, τέκνο του Δία και της Περσεφόνης, έλαβε από τον πατέρα του –ήδη από την παιδική του ηλικία– την εντολή να κυριαρχήσει στον κόσμο· γι' αυτόν τον λόγο μισήθηκε από την Ήρα, η οποία με κάθε τρόπο αποζητούσε τον αφανισμό του. Τελικά έβαλε τους Τιτάνες –αντιπάλους του Δία– να τον κυνηγούν. Το θεϊκό παιδί μεταμορφωνόταν σε διάφορα ζώα και κατόρθωνε να διαφεύγει. Κάποτε, όμως, τη στιγμή που είχε μεταμορφωθεί σε ταύρο, οι Τιτάνες τον συνέλαβαν, και αφού τον τεμάχισαν, άρχισαν να βράζουν και να τρώνε τα μέλη του. Ο Δίας παίρνοντας την καρδιά τού γιου του, που του την έφερε η θεά Αθηνά, την κονιορτοποίησε και ράντισε μ' αυτήν τη Σεμέλη, που έτσι έμεινε έγκυος και γέννησε τον Νέο Διόνυσο, σ' αυτόν τον ατέλειωτο κύκλο θανάτου, ανάστασης, γέννησης και ζωής. Ο Δίας, στη συνέχεια, από την τέφρα των κατακεραυνωμένων Τιτάνων δημιούργησε το ανθρώπινο γένος, στο οποίο είναι αναμεμειγμένο το μοχθηρό τιτανικό στοιχείο με το θείο αίμα του Ζαγρέα. Μ' αυτόν τον τρόπο ερμηνεύεται η διάσταση της ανθρώπινης φύσεως και η διαρκής αντιπαράθεση του ανθρώπου προς το καλό και το κακό.

Ο Ζαγρεύς* είναι ο θεός Σωτήρας των Ορφικών και το πάθος του αποτελεί τον πυρήνα των μυστηριακών τελετών τους. Σύμφωνα με τον Δ.Γ. Χιώνη η λατρεία του είναι: η κατ' εξοχήν σωτηριακή θρησκεία, που στηρίζεται στον θνήσκοντα θεό που μέσα από την πολυδύναμη μορφή του Διόνυσου Ζαγρέα θα ταυτιστεί με τον Χριστό. Πάνω σ' αυτό, λέει ο Ιουστίνος: «Ἰησοῦν Χριστόν–Σταυρωθέντα καί ἀποθανόντα καί ἀναστάντα– οὐ παρά τούς παρ' ὑμῖν λεγομένους υἱούς τοῦ Δία καινόν τι φέρομεν».

Αλλά και ο ίδιος είναι υποχρεωμένος να ξαναγυρίσει στη σύγκριση του Ιησού με τον Διόνυσο Ζαγρέα: «υἱόν τοῦ υπέρτατου θεοῦ τόν διασπαραχθέντα καί ἀποθανόντα ἀναστήναι, εἰς οὐρανόν τε ἀνεληλυθέντα ἱστορῶσι καί οἲνον ἐν τοῖς μυστηρίοις αὐτοῦ παραφέρωσιν» («Τόν υἱόν τοῦ ὑπέρτατου θεοῦ πού κατακρεουργήθηκε, ἀπέθανε, ἀναστήθηκε καί ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό ἐξιστορούν καί οἶνον προσφέρουν στίς τελετές του», Από τον Ορφέα ως τον Χριστό, Εκδ. Άμιλλα, Αθήνα, σελ. 71).

Σημειώνουμε ότι ένας θεός, που πάσχει, πεθαίνει, ενώ στη συνέχεια ξαναγεννιέται ανάμεσα στους ανθρώπους και συμμερίζεται τη μοίρα τους, είναι πολύ κοντά τους, με άμεση συνέπεια να κατέχει κυρίαρχο ρόλο στα μυστήριά τους.

Ο αντίστοιχος σουμεριακό-βαβυλωνιακός μύθος συμβολίζεται και στην Ελλάδα από την ταφή και την ανάσταση του Άδωνη, του πανέμορφου θνητού αγαπημένου της θεάς Αφροδίτης.

Εκτός όμως από τον Άδωνη αναλογίες αντίστοιχες υπάρχουν και με τον Μίθρα τον θεό Ήλιο των αρχαίων Περσών, που η λατρεία του ήταν πολύ διαδεδομένη μεταξύ των Ρωμαίων λεγεωνάριων. Ο Μιθραϊσμός, σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Πομπήιος 24), εισήχθη στη Ρώμη, το 67 π.Χ., από πειρατές της Κιλικίας, και ως πολεμικός θεός απέκτησε πλήθος πιστών μεταξύ των στρατιωτών, καθώς και την εύνοια πολλών Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Ο Κόμμοδος, ο Διοκλητιανός, ο Γαλέριος, ο Λικίνιος, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Ιουλιανός κ.ά ήταν οπαδοί του θεού Μίθρα. Ο Μίθρα ήταν ο Sol Invictus, ο Αήττητος Ήλιος, επομένως αήττητος θα ήταν και ο προστάτης του αυτοκράτορας, γι' αυτόν τον λόγο υποστηρίχτηκε από τους εκάστοτε Ρωμαίους αυτοκράτορες και έτσι ο Μιθραϊσμός απέκτησε πολλούς πιστούς.

Η πρώτη ιστορικά επιβεβαιωμένη ένδειξη της λατρείας του στην Ανατολή ανάγεται στον 14ο π.Χ. αιώνα και άντεξε στην πίεση του Χριστιανισμού μέχρι τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Συνεπώς ο θεός αυτός βασίλευσε στις καρδιές των ανθρώπων για 19 ολόκληρους αιώνες. Ο Μίθρα, σύμφωνα με τα ιερά κείμενα, γεννήθηκε σε μια σπηλιά, βοσκοί παραβρέθηκαν στη γέννησή του και Μάγοι –οι ιερείς του Ζωροαστρι–σμού– τον προσκύνησαν, αφού τον θεωρούσαν ενσάρκωση του μεγάλου θεού Αχού–ρα Μάζντα. Κατά την τελετουργία του αντίστοιχου Μυστικού Δείπνου, όπως ανέφερε πρώτος ο R. Ambelain, στο βιβλίο του «Ιησούς ή το θανάσιμο μυστικό των Ναϊτών», (σελ. 220), και αναπαράγεται από τότε στην ελληνική βιβλιογραφία, ο Μίθρα λέγει: «Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου και δεν θα πιεί από το αίμα μου έτσι ώστε να ταυτιστεί μαζί μου και εγώ μαζί του δεν θα λάβει τη σωτηρία» (Martin Vermaseren, «Μίθρα»). Που, όπως λέει, δεν είναι βέβαια διαφορετικό από την αντίστοιχη τελετουργία του Ορφέα, του Διόνυσου ή του Άδωνη, αφού στους Ορφικούς Ύμνους αναφέρεται:

«Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου και δεν θα πιεί από το αίμα μου, δεν θα ταυτιστεί ποτέ μαζί μου κι εγώ μαζί του και δεν θα λάβει τη σωτηρία της ψυχής του» (Ορφ. Ε', 242–248)*.

Αν, λοιπόν, τα παραπάνω αληθεύουν, η αντιστοιχία είναι καταπληκτική, αφού στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο διαβάζουμε: «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἶμα ἒχει ζωήν αἰώνιον, καί ἐγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῇ ἡμέρα (Ιωάν. ΣΤ', 54).

Τελικά, όταν ο Μίθρα ανεβαίνει στον ουρανό κάθεται δίπλα στον ουράνιο πατέρα του τον Αχούρα Μάζντα και λέει: «όποιος προσεύχεται σε μένα προσεύχεται στον Αχούρα Μάζντα τον Πατέρα μου». Χωρίς αμφιβολία μπορούμε να πούμε ότι μεγάλο μέρος από τα πιστεύω τού Ζωροαστρισμού και του Μιθραϊσμού, όπως οι ιδέες που συνδέονται με την έννοια του θανάτου, του Παραδείσου, της κόλασης ή της τελικής κρίσης βρίσκονται αποτυπωμένες στο τυπικό και των άλλων μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο Χριστιανισμός για να επικρατήσει, έκανε τελικά κάποιες υποχωρήσεις και υιοθέτησε πολλά από τα σύμβολα του Μιθραϊσμού. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν μία πιο ακραία θέση, θεωρώντας ότι οι δύο θρησκείες μάλλον συγχωνεύτηκαν και δεν δανείστηκαν καθόλου στοιχεία η μία από την άλλη, εφ' όσον και οι δυο είχαν κοινή ανατολική προέλευση. Ο Μιθραϊσμός πάντως δεν έσβησε εύκολα, αφού θεμελιώδεις αρχές του υιοθετήθηκαν αρχικά από τους Μανιχαίους και στη συνέχεια από τους Βαλεντιανούς, τους Ουγενότους κ.ά. Πιθανόν η βασική ιδέα του που διασώθηκε μέχρι σήμερα να είναι «το δόγμα της δυαρχίας: ότι το κακό είναι υπαρκτό, όπως και το καλό και ότι η ζωή του ανθρώπου είναι ένας αγώνας ανάμεσα στο καλό και στο κακό» (Γ.Β. Σιέττος, 1985, σελ. 76, Α. Mackey, 1953, τ. 3, σελ. 1312).

Σε κάθε περίπτωση με τον θάνατο, την ταφή και την ανάστασή τους, οι «βλαστικοί» αρχαίοι θεοί συμβολίζουν γενικά τη χειμερία νάρκη του φυτικού βασιλείου και τη θριαμβευτική επάνοδό του στη ζωή μέσα σ' ένα ανοιξιάτικο περιβάλλον.

Ξέχωρα από τους λαούς της Μέσης Ανατολής και τους Έλληνες με τις θρησκευτικές δοξασίες περί ταφής και ανάστασης, άλλες μεγάλες θρησκείες της Εγγύς και Άπω Ανατολής ομιλούν για «μετεμψύχωση» και «μετενσάρκωση». Οι Ουπανισάδες –τα ιερά ινδικά κείμενα– ομιλούν για τη μετενσάρκωση, ενώ ο Βουδισμός αναφέρεται στο «κάρμα», που είναι η κατάσταση στην οποία φτάνουν ολοκληρωμένες οι ψυχές μετά από έναν κύκλο συνεχών μετενσαρκώσεων. Το τελευταίο στάδιο αυτών των μετενσαρκώσεων είναι το Νιρβάνα, η απόλυτη τελειότητα. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι και οι Αιγύπτιοι αναφέρονταν στη μετεμψύχωση, την οποία αντιμετώπιζαν σαν μια κυκλική «κάθαρση» της ψυχής μέχρι την τελείωση του ατόμου.

Όσον αφορά την Παλαιά Διαθήκη, η πίστη στην ανάσταση των νεκρών είναι διάχυτη σε πολλά χωρία της που έμμεσα ή άμεσα αναφέρονται σ' αυτήν. Πάντως στην Παλαιά Διαθήκη, προτυπωτικές της Ανάστασης του Κυρίου, αναφέρονται τρεις μόνον χαρακτηριστικές περιπτώσεις νεκρανάστασης:

α. Του γιου της χήρας της Σαρεπτά στη Σιδώνα, που τον ανάστησε, ύστερα από  θερμή προσευχή, ο προφήτης Ηλίας (Γ' Βασιλειών ΙΖ', 20–24).

β. Του γιου μιας γυναίκας από την πόλη Σουνάμ, της Σουναμίτιδας χήρας, που τον ανάστησε πάλι μετά από θερμή προσευχή ο προφήτης Ελισσαίος (Δ' Βασιλειών Δ', 32–37).

γ. Υπάρχει επίσης η αφήγηση για τη νεκρανάσταση κάποιου άγνωστου άντρα που τον έρριξαν οι συγγενείς του στον τάφο τού προφήτη Ελισσαίου, για να πάρει δύναμη απ' αυτόν και τελικά να αναστηθεί (Δ' Βασιλειών ΙΓ', 21).

Χαρακτηριστικό βέβαια είναι και το χωρίο που αναφέρει ο προφήτης Ησαΐας, μάλλον ποιητικής μορφής, που προαναγγέλλει την ανάσταση των δικαίων κατά την έλευση του Μεσσία: «ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καί ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις...» (Ησαΐας ΚΣΤ', 19).

Επίσης υπάρχει το συμβολικό όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ (ΛΖ', 1–14), που δεν αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός του παρελθόντος, αλλά σε εσχατολογική προσδοκία, όπου τα γυμνά οστά ξαναζωντάνεψαν, αφού γέμισαν με σάρκες και νεύρα, και τελικά θα επέλθη η λύτρωση των συμπατριωτών του, καθώς προσπαθεί να τους ανακουφίσει κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Παράλληλα προφητεύει τη γενική ανάσταση των νεκρών, στην οποία ήδη πίστευαν οι Ιουδαίοι –εκτός από τους Σαδδουκαίους. Ο Ιώβ, όπως φαίνεται από το σχετικό χωρίο (Ιώβ ΙΘ', 26) πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών, η οποία επιβεβαιώνεται κατηγορηματικά –μετά τους Μακκαβαίους (167 π.Χ.)– από τον προφήτη Δανιήλ (IB', 2): «Πολλοί τῶν καθευδό–ντων ἐν γῆς χώματι ἐξεγερθήσονται, οὗτοι εἰς ζωήν αἰώνιον, καί οὗτοι εἰς ὀνειδισμόν καί εἰς αἰσχύνην αἰώνιον» («Πολλοί ἀπ' αὐτούς πού ἐτάφησαν στήν γῆ θά ἐγερθοῦν, ἂλλοι εἰς τήν αἰώνιον ζωήν καί ἂλλοι στην αἰώνια καταφρόνηση καί χλεύη»). Η πίστη αυτή υπάρχει και σε άλλα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, όπως στο Β' Μακκαβαίων (Ζ', 9 και IB', 43–45) και στη Σοφία Σολομώντα (Α', 13. Γ', 7. Δ', 20. Ε', 14 και ΙΣΤ', 13), όπου βέβαια η πίστη αυτή χρησιμοποιείται ως μέσο και κίνητρο για τη μετά θάνατο δικαίωση του κάθε πολεμιστή.

Στο Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ* αναφέρεται ότι η ψυχή παραμένει για τρεις ημέρες γύρω από το σώμα μετά τον θάνατο, προσπαθώντας να ξαναμπεί μέσα σ' αυτό. Απομακρύνεται οριστικά απ' αυτό μόνο μετά από τις τρεις ημέρες, όταν το φθαρτό σώμα αρχίζει να αλλοιώνεται. Αρχικά, στον πρώιμο Ιουδαϊσμό δεν αναγνωριζόταν ούτε αθανασία της ψυχής, ούτε ανάσταση του σώματος. Μετά τον θάνατο, ο νεκρός πήγαινε στον Σεώλ, αντίστοιχο με τον ελληνικό Άδη.

* Καί τήν Τυνδάρεω ἀνάσιασιν καί τήν Διός ἐπί τούτῳ κατ' Ἀσκληπιού ὀργήν.

* Ντουμμουζί, Ταμμούζ, Δαγών, Όσιρις, Άδωνις, Άττις, Σαβάζιος, Τελεπινός, Διόνυσος-Ζαγρεύς κ.ά. είναι τα διάφορα ονόματα που αντιπροσωπεύουν τον αρσενικό θεό, ο οποίος θυσιάζεται για να ακολουθήσει μετέπειτα η ανάσταση του.

* Δεν μπορέσαμε να διασταυρώσουμε αυτήν την πληροφορία και παραπομπή, μολονότι ελέγξαμε τα Ορφικά και τους Ορφικούς Ύμνους (βλέπε βιβλιογραφία). Φαίνεται, όμως, ότι αυτή η αναφορά πρέπει να είναι ψευδεπίγραφη, γιατί στα Σχόλια των Ορφικών (Orphicorum Fragmenta, 243) ανακαλύψαμε την εξής καταγραφή: «Ἁνεγνώσθη βιβλίον πολύστιχον,..., ἅς ὁ συγγραφεύς συμφερομένας πειρᾶται δεικνύειν τῇ τῶν Χριστιανῶν ἀχράντῳ καί ὑπερφυεῖ καί θειοτάτῃ θρησκείᾳ...» (Ἀνεγνώσθη βιβλίον πολύστιχον ... ὃπου ὁ συγγραφεύς προσπαθεῖ νά ἀποδείξει ὃτι ὑπάρχουν θρησκεῖες πού συμφωνοῦν μέ τήν ἀμόλυντο, ὑπερφυεῖ καί θεϊκότατη θρησκεία τῶν χριστιανῶν...), Lob. 1346. Πιθανώς, λοιπόν, να αναφέρθηκε αρχικά από τον Ambelain αυτή η πληροφορία και από τότε αβίαστα αναπαράγεται στην Ελληνική βιβλιογραφία από εκείνους τους συγγραφείς (αντιγραφείς!) που ποτέ δεν ανατρέχουν στην πρωτογενή βιβλιογραφία.

* Το Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ έχει γραφεί στα αραμαϊκά. Είναι μικρότερο σε έκταση από το αντίστοιχο βαβυλωνιακό Ταλμούδ και θεωρείται υποδεέστερό του. Γι' αυτόν τον λόγο δεν άσκησε μεγάλη επίδραση στους Εβραίους. Γενικά, όμως, είναι αξιόλογο έργο γιατί δίνει πολλές πληροφορίες για τη ζωή των Ισραηλιτών στην Παλαιστίνη τους πρώτους πέντε μετά Χριστόν αιώνες.

(Από το βιβλίο:Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ.,Στράτου Θεοδοσίου-Μάνου Δανέζη,εκδ. Δίαυλος. σελ. 582-601)

(Από το βιβλίο:Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα, εκδ. ο Σωτήρ, σελ. 548-617)

ΙΙΙ. Αι εμφανίσεις του Χριστού δεν υπήρξαν φαινόμενα πνευματιστικά.

Πολύ μετριωτέρα της υποθέσεως των Strauss και Rcnan υπήρξεν άλλη τις υπόθεσις, η οποία δεν αποδίδει μεν την περί αναστάσεως πίστιν των Αποστόλων εις την φαντασιοπληξίαν αυτών, δεν αποδέχεται όμως και την εκ νεκρών ανάστασιν του Χριστού. Οι υποστηρίξαντες την υπόθεσιν ταύτην Keini, Schenkel, Schweitzer και Lotze αποδέχονται μεν, ότι όντως και αληθώς έλαβον χώραν εμφανίσεις του Ιησού εις τους μαθητάς, αλλ' ήσαν αύται καθ' ολοκληρίαν πνευματικαί. Δια να ανυψώση το καταπεπτωκός θάρρος των Αποστόλων ο θεός επέτρεψεν, ίνα ο νεκρός μεν τω σώματι, ζων δε τω πνεύματι Ιησούς, εμφανίσθη εις αυτούς δια να πληροφορήση τούτους περί της εν ουρανοίς ενδόξου του ζωής και περί του ευρυτάτου μέλλοντος της Εκκλησίας αυτού. Βεβαίως δε αι τοιαύται εμφανίσεις δεν προϋποθέτουσι το θαύμα της εκ νεκρών αναστάσεως του Ιησού. Αι πνευματικαί αύται εμφανίσεις, κατά τον Keim, υπήρξαν οιονεί τα ουράνια τηλεγραφήματα, τα οποία ο Θεός απηύθυνεν εις  τους Αποστόλους ([1])

Aλλά και η υπόθεσις αύτη ελέγχεται αβάσιμος και ασύστατος:

1) Από το άσκοπον αυτής.

Και εάν αποδεχθώμεν, ότι ο Ιησούς, καίπερ μη αναστάς, έδωκεν ουρανόθεν σημεία ζωής και απέστειλεν ουράνια τινα τηλεγραφήματα προς τους Αποστόλους, πάλιν το θαύμα της υπερφυσικής επικοινωνίας του Ιησού προς τους μαθητάς μετά τον θάνατον και την ταφήν αυτού μένει. Προς τίνα λοιπόν σκοπόν να αρνηθώμεν την ανάστασιν; Εάν την αρνηθώμεν επί τω λόγω, ότι η ανάστασις ενός νεκρού είναι αδύνατος, με ποίον δικαίωμα θα διετεινόμεθα, ότι τα εξ ουρανού τηλεγραφήματα του νεκρού μεν τω σώματι, ζώντος δε τω πνεύματι Ιησού είναι δυνατά;

2) Από την ασυμφωνίαν αυτής προς τα Ευαγγελικά κείμενα.

Διά της νέας ταύτης υποθέσεως ενώ δεν κερδίζομεν τίποτε κατά των αρνουμένων το υπερφυσικόν, εξ άλλου προσκρούομεν εξ ολοκλήρου εις την αφήγησιν των Ευαγγελίων. Και αληθώς· δια της υποθέσεως ταύτης δεν εξηγείται, ούτε πώς αι εμφανίσεις παρουσιάζουσι τον Ιησούν αναστρεφόμενον και συντρώγοντα μετά των Αποστόλων του και ψηλαφώμενον υπ' αυτών, ούτε πώς ευρέθη ο τάφος κενός. Εάν επρόκειτο περί πνευματικής όλως εμφανίσεως του Ιησού, τι λοιπόν απέγινε το σώμα του;

3) Από το περιεχόμενον των ουρανίων τούτων τηλεγραφημάτων.

Εάν παραδεχθώμεν, ότι πρόκειται περί ουρανίων τηλεγραφημάτων, τότε γεννάται το ερώτημα: πώς από το περιεχόμενον των τηλεγραφημάτων τούτων επείσθησαν οι Απόστολοι, ότι ο Διδάσκαλος ανέστη; τα τηλεγραφήματα αυτά θα έπρεπε να μεταδώσωσι πραγματικάς πληροφορίας εις τους Αποστόλους και να μη έχωσι τοιούτο περιεχόμενον, ώστε αυτοί πάντοτε να ειδοποιώνται δι' αυτών, ότι ο διδάσκαλος πράγματι ανέστη. Εφ' όσον δε ο εξ ουρανού επιστέλλων αυτά έβλεπεν, ότι οι Απόστολοι παρενόουν ταύτα, θα έπρεπε να διασαφηνίση το περιεχόμενόν των, να επικοινωνήση προς αυτούς και δια φωνής ακόμη δια να εξαγάγη τούτους της πλάνης. προς τι οι Απόστολοι και δι' αυτών η Εκκλησία, του ουρανού ανεχομένου και υποθάλποντος, να πιστεύσωσιν εις εν ψεύδος; ([2])

Τοσαύτα και περί της υποθέσεως ταύτης, ήτις καταντά να μεταβιβάση την ευθύνην της αποπλανήσεως των Αποστόλων εις αυτόν τον αψευδή Θεόν, τον δια τοιούτων τηλεγραφημάτων προς αυτούς επικοινωνήσαντα.

Γ) Η υπόθεσις των εθνικών επιδράσεων.

Οι οπαδοί του συγκρητισμού εξέλαβον τας περί αναστάσεως του Ιησού Χριστού αφηγήσεις, ως μύθον προελθόντα εξ επιδράσεως και δανείων εκ των ειδωλολατρικών μυστηριακών θρησκειών. Είναι εν τούτοις αξιοσημείωτον, ότι σήμερον η υπόθεσις των αμέσων δανείων εκ των εθνικών θρησκειών θεωρείται γενικώς απαράδεκτος και τούτο διότι είναι πρόδηλος η οξεία αντίθεσις, εις την οποίαν από των πρώτων βημάτων της εμφανίσεως αυτού περιήλθεν ο Χριστιανισμός προς τον ειδωλολατρικόν κόσμον. Δέχονται δια τούτο ότι υπάρχουν έμμεσα, ούτως ειπείν, δάνεια, τα οποία δια του Ιουδαϊκού περιβάλλοντος, ως ενδιαμέσου τινός αγωγού μετεδόθησαν εις τον γεννώμενον Χριστιανισμόν. Και η περί αναστάσεως του Χριστού ιδέα είναι λοιπόν, λέγουν, δυνατόν να εδέχθη – ουδείς κατά τον L. de Grandmaison ([3]) λέγει ότι ωρισμένως και βεβαίως εδέχθη – την επίδρασιν εκ των τότε ευρύτατα διαδεδομένων ανά τον εθνικόν κόσμον ιδεών περί θεών σωτήρων αποθνησκόντων και ανισταμένων. Ο Η. Gunkel ([4]) εκθέτει την υπόθεσιν ταύτην ως εξής: ο Ιησούς δεν είναι ο μόνος ή ο πρώτος των θείων όντων, εις την ανάστασιν του οποίου επίστευσαν οι άνθρωποι. Η πίστις εις τον θάνατον θεών επακολουθούμενον υπό επανόδου τούτων εις την ζωήν, υφίστατο κυρίως μεν εν Αιγύπτω, έπειτα δε και εν Βαβυλώνι, Συρία, και Φοινίκη. Αρχεγόνως επρόκειτο περί φαινομένων φυσικών λαμβανομένων ως στιγμών θείας ζωής. Οι θεοί του ήλιου ή της βλαστήσεως αναγεννώνται την πρωΐαν ή το έαρ. Αναμφιβόλως είναι δύσκολον να υποθέσωμεν, ότι τα σύμβολα και αι ιδέαι αύται έσχον άμεσον επίδρασιν επί των μαθητών του Χριστού. Αλλ' εν τω Ιουδαϊσμώ αυτώ δεν υπήρχεν ίχνος τι ιδεών συγγενών; Βεβαίως ο επίσημος Ιουδαϊσμός της εποχής του Ιησού ηγνόει πάντα ταύτα. Αλλά ποίος θα είπη, ότι η ιδέα αύτη δεν κατέστη δυνατόν να σχηματισθή εις ιδιαιτέρους τινάς κύκλους απομεμακρυσμένους; Τοσούτω δε μάλλον, όσω ο χρόνος, καθ' ον τοποθετείται η ανάστασις του Χριστού, καθιστά την υπόθεσιν πιθανωτέραν. Η ανάστασις του Χριστού λέγεται, ότι έλαβε χώραν την πρωΐαν της Κυριακής του Πάσχα κατά την ανατολήν του ήλιου. Τυχαία είναι η σύμπτωσις αυτή; ο νεκρός θεός εις τας ανατολικάς θρησκείας ανεγεννάτο την πρωΐαν μετά του ηλίου, του οποίου ήτο η προσωποποίησις, και κατά το έαρ.  Ας προχωρήσωμεν έτι πλέον. Ο Χριστός ανέστη την τρίτην ημέραν ή κατά την τρίτην ημέραν. Διατί; οι πρώτοι Χριστιανοί έλεγον: Διότι τούτο είχε προφητευθή. Αλλ' εάν θέλη τις να εξηγήση πόθεν προέρχεται η ιδέα αύτη της τρίτης ημέρας και η σπουδαιότης, η αποδιδομένη εις αυτήν, πρέπει να ανατρέξωμεν εις τας ξένας θρησκείας. Ο αριθμός τρία είναι πράγματι ιερός αριθμός εις πολλάς ανατολικάς θρησκείας. Και εν τη Ιουδαϊκή παραδόσει παίζει εξ ίσου ρόλον τινά... Εν δε τη Ελληνική μυθολογία ο Απόλλων την τετάρτην ημέραν μετά την γέννησίν του μεταβαίνει εις τον Παρνασσόν· και φονεύει τον όφιν Πύθωνα. Εν συνόλω και κατά την Γραφήν τρείς ή τρείς και ήμισυς είναι ο χρόνος του κακού θριαμβεύοντος, του χάους, της κακοποιού δυνάμεως, τον οποίον διαδέχεται η νίκη του αγαθού, του φωτός, της αγαθοποιού δυνάμεως. Ο χειμών, τον οποίον διαδέχεται το έαρ, και η αναγέννησις του ηλίου διαρκεί τρεις μήνας ή τι πλέον. Εκ τούτου συνάγεται λοιπόν εξήγησίς τις του θαυμασίου αριθμού τρία εφαρμοζομένου εις την ανάστασιν του Ιησού και η εξήγησις αύτη είναι, ότι πριν ή ο Ιησούς υπάρξη, υφίστατο εις τα περιβάλλοντα τα Ιουδαϊκοσυγκρητιστικά πίστις εις τον θάνατον και την ανάστασιν του Χριστού ([5]). Και με ολίγας λέξεις ο θάνατος και η ανάστασις του Ιησού Χριστού αποτελούσιν είτε κατά το σύνολον είτε κατά μέγα μέρος μύθον αντιγραφέντα εκ των νεκραναστάσεων των μυστηριακών θεών, αι οποίαι απαντούν εις τας ειδωλολατρικάς μυστηριακάς θρησκείας.

Αλλά και η υπόθεσις αύτη ελέγχεται ασύστατος δια τους κάτωθι λόγους:

1) Εκ της ανεπαρκείας των πηγών της επιδράσεως.

Ομολογείται, ως είπομεν ήδη, ότι η άμεσος εκ των εθνικών θρησκειών επίδρασις είναι απίθανος και τουτ' αυτό αδύνατος. Ομολογείται ωσαύτως ότι και η έμμεσος επίδρασις δεν εγένετο δια του επισήμου Ιουδαϊσμού, αλλ' εξ ιδιαιτέρων τινών κύκλων μεμακρυσμένων. Ο επίσημος Ιουδαϊσμός δηλαδή έμεινεν ανεπηρέαστος και θα επηρεάζετο ο Χριστιανισμός, ο οποίος ευθύς εξ αρχής προς τα ειδωλολατρικά στοιχεία έλαβε θέσιν εχθρικωτέραν και αυτού του Ιουδαϊσμού;

2) Εκ της βεβιασμένης συμφωνίας των αριθμών.

Η Γραφή ομιλεί περί τριών και ημίσεος καιρών. Και υποστηρίζεται, ότι τρεις και ήμισυς καιροί εκπροσωπούσι την χρονικήν περίοδον της κυριαρχίας του κακού. Ποία συμφωνία δύναται πράγματι να υπάρξη μεταξύ τριών και ημίσεος καιρών αφ' ενός και τριών ημερών ουχί πλήρων αφ' ετέρου; Ή, πώς δύναται να ταυτισθή ο αριθμός των τεσσάρων ημερών του Απόλλωνος προς τας τρεις μη πλήρεις ημέρας της ταφής και αναστάσεως του Κυρίου;

3) Εκ της αοριστίας και αισχρότητος των ειδωλολατρικών μύθων.

Περί των σωτήρων των αρχαίων εθνικών μυστηριακών θρησκειών, εάν περιορισθώμεν να συμβουλευθώμεν ένα μόνον συγγραφέα της αρχαιότητος, ενδέχεται να πλανηθώμεν και να νομίσωμεν, ότι αι περί αυτών πληροφορίαι είναι ωρισμέναι και συγκεκριμέναι. Όταν όμως ερωτήσωμεν πλείονας του ενός εκ των αρχαίων συγγραφέων, τότε, καθώς παρατηρεί ο Η. Pinard de la Boullay ([6]), διαπιστούμεν μεταξύ των πληροφοριών των διαφοράς σχεδόν απελπιστικάς. Εάν δε συγκρίνωμεν και εγγράφους μαρτυρίας διαφόρων εποχών, η ασυμφωνία οξύνεται. Όπως εις τα νέφη η πραγματική πνοή του ανέμου προσδίδει διαφόρους μορφάς, Ούτω και εις τας περί των θεών τούτων μυθολογικάς παραδόσεις κρατεί η αυτή αστάθεια και ρευστότης.

Η ιστορία ενός εκάστου των μυθικών τούτων θεών χάνεται εις την αοριστίαν των μύθων. Ο θάνατος δε και η αναβίωσίς του έχουν την πλαστικότητα των συμβόλων και την αισχρότητα των φυσικών μύθων. Υπό τα διάφορα ονόματα των θεών τούτων συμβολίζονται αι αφανείς και ανώνυμοι της φύσεως δυνάμεις, αι στερούμεναι ηθικής τινος αξίας, αι οποίαι καθορίζουσι τας κυρίας φάσεις του δράματος κατά το οποίον εκτυλίσσονται τα παθήματα και ο θρίαμβος του μυστηριακού θεού. Εις τα δράματα ταύτα περιγράφονται περιπέτειαι φανταστικαί, και, εκλαμβανόμενα ταύτα αλληγορικώς, εκφράζουσιν ή την αρχήν του κόσμου ή τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα ή τας μεταβολάς της βλαστήσεως και καρποφορίας της γης.

Πρέπει, όμως, να ληφθή επί πλέον υπ' όψει και τούτο: εις την αρχήν όλων τούτων των μύθων δεν είναι εν μόνον πρόσωπον,  αλλά ζεύγος τι θεού και θεάς, η πρώτη δε θέσις ανήκει εις την γυναίκα και η περί αυτήν υφανθείσα εν τη αρχή απεχθής και μυσαρά ιστορία δεν κατέστη δυνατόν να εξαλειφθή δια των στοιχείων της αλληγορίας, τα οποία μεταγενεστέρως συνυφάνθησαν. Όλως τουναντίον εν τη ιστορία των παθημάτων και της αναστάσεως του Ιησού Χριστού έχομεν το συγκεκριμένον και σαφώς καθωρισμένον, το οποίον παρουσιάζουν μόνον τα αυθεντικά ιστορικά γεγονότα. Έχομεν· ενταύθα αληθή άνθρωπον, πρόσωπον ιστορικόν, εις επακριβώς ωρισμένην εποχήν γεννώμενον και θνήσκον, διωκόμενον υπό των εχθρών του, ιστορικών και τούτων προσώπων, και σταυρούμενον υπό τα όμματα των μαθητών του και υπό την έγκρισιν της Ρωμαϊκής εξουσίας. Τίποτε το αόριστον, το αλληγορικόν, το αναφερόμενον εις συμβολισμόν τινα. Ο Ιησούς Χριστός, πρόσωπον ιστορικόν, είναι Θεός ενανθρωπήσας, ο οποίος αποθνήσκει και ανίσταται δια να οδηγήση τους πιστούς του εις νέαν εσωτερικήν ηθικήν ζωήν και μετά θάνατον εξασφαλίση εις αυτούς την αιώνιον βασιλείαν. Τοιαύτην ιδέαν και τοιούτον απολυτρωτικόν θάνατον και ανάστασιν του Σωτήρος Θεού εις ουδεμίαν των μυστηριακών θρησκειών ανευρίσκομεν. Και αυτό ακόμη το επίθετον Σωτήρ δεν αποτελεί τον χαρακτηρισμόν των μυστηριακών τούτων θεοτήτων και δεν αποδίδεται εις αυτάς προ της εποχής του Χριστιανισμού ([7]). Εις ουδεμίαν δε των μυστηριακών τούτων θρησκειών δυνάμεθα ν’ ανακαλύψωμεν θεόν ενδιαφερόμενον να εξιλεώση την αμαρτωλόν ανθρωπότητα. Η σωτηρία, την οποίαν υπόσχονται αι μυστηριακαί θρησκείαι του ειδωλολατρικού κόσμου, είναι όλως εξωτερική και πρόσκαιρος, αναφερομένη εις τας καταδρομάς της ειμαρμένης, και δεν είναι συνδεδεμένη προς πνευματικήν αναγέννησιν του μύστου, ουδέ προς εσωτερικήν επιστροφήν αυτού.

4) Στηρίζεται επί αναχρονισμού.

Αι μεγάλαι επιστολαί του Παύλου, αι οποίαι αποτελούν τα πρώτα γραπτά μνημεία, εις τα οποία επιβεβαιούται ρητώς το πάθος και η ανάστασις του Ιησού Χριστού και αναπτύσσεται η απολυτρωτική και κοσμοσωτήριος σημασία τούτων, εδημοσιεύθησαν κατ' αυτό το πρώτον ήμισυ του πρώτου χριστιανικού αιώνος.  Αλλά κατά την εποχήν ταύτην όχι μόνον αι λατρείαι των Ινδιών και της Βαβυλώνος ήσαν ελάχιστα γνωσταί εις τον Ελληνορρωμαικόν κόσμον,  αλλά και αυταί αι ανατολικαί λατρείαι του Διονύσου, του Μίθρα, της Ίσιδος και της Κυβέλης, ήσαν ελάχιστα διαδεδομέναι. Η ανά τον εθνικόν κόσμον διάδοσις των θρησκειών τούτων συνετελέσθη μεταγενέστερον. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να δεχθώμεν την επίδρασιν τούτων επί του Χριστιανισμού κατά χρόνον, καθ' ον ουδ' αυτός ακόμη ο εθνικός κόσμος είχεν υποκύψει υπό την επίδρασιν ταύτην; ([8])

5) Εκ της επί μέρους συγκρίσεως του αναστάντος Ιησού, προς τους πάτρωνας των εθνικών θρησκειών.

Απλή αντιπαραβολή μεταξύ των λεπτομερειών του θανάτου και της αναστάσεως του Κυρίου αφ' ενός, και του δράματος των παθημάτων και του θριάμβου ενός εκάστου εκ των πατρώνων των μυστηριακών θρησκειών αφ' ετέρου, πείθει ότι ουδέ σύγκρισις δύναται να χωρήση μεταξύ τούτων και ουδεμία ουδέ πόρρωθεν δύναται να σημειωθή πραγματική αναλογία μεταξύ αυτών.

Ούτως, εξ όλων των θεών των θανόντων, ο Όσιρις είναι ο περισσότερον μαρτυρούμενος, είτε δια την αφθονίαν των εγγράφων πηγών των αφορωσών εις την Αιγυπτιακήν θρησκείαν είτε διότι ο Πλούταρχος αφιέρωσεν ιδίαν πραγματείαν περί αυτού. Ο Όσιρις είναι η προσωποποίησις της βλαστήσεως, της εύφορου φύσεως της Αιγύπτου και του ζωοπαρόχου ύδατος του Νείλου. Αυτός τακτοποιεί το χάος βοηθούμενος υπό της αδελφής άμα και συζύγου αυτού Ίσιδος, αλλ' ο αδελφός αυτού Σήθ ή Τυφών, όστις είναι η προσωποποίησις της καυστικής ερήμου, τον επιβουλεύεται και δι' απάτης κατορθώνει να εγκλείση αυτόν εις κιβώτιον, όπερ ερρίφθη εις τον Νείλον, και να σφετερισθή τον θρόνον αυτού. Ολίγον έπειτα ο Σήθ κατακόπτει εις τεμάχια το πτώμα του Οσίριδος και διασκορπίζει αυτά. Τούτο δε αποτελεί το πάθος του Οσίριδος. Ποίαν σχέσιν δύναται να έχη τούτο προς το πάθος του Κυρίου;

Αλλά και τα επακολουθήσαντα το πάθος του Οσίριδος ουδεμίαν σχέσιν η ομοιότητα παρουσιάζουσι προς τα μετά το πάθος του Κυρίου. Διότι κατά την αιγυπτιακήν μυθολογίαν, η Ίσις, ανευρούσα εις το Δέλτα του Νείλου πάντα τα τεμάχια του πτώματος του Οσίριδος, χάρις εις την μαγικήν αυτής δεξιότητα, δεν επιτυγχάνει μεν παρά τας αποπείρας αυτής όπως ζωοποιήση το ανασυσταθέν πτώμα, ανασυνθέτει όμως αυτό και επιτυγχάνει να γονιμοποιηθή υπ’ αυτού και να γεννήση υιόν αυτού τον Ώρον, όστις έμελλε να εκδικήση τον πατέρα αυτού. Πράγματι ο Ώρος ως πρώτην φροντίδα αυτού εκδηλοί ν' αποδώση τας οφειλομένας επικηδείους τιμάς εις τον νεκρόν του πατρός του, χάρις δε εις την ταρίχευσιν και τας τιμάς ταύτας, ο Όσιρις δύναται να θεοποιηθή και να ζήση νέαν τινα ζωήν εις άλλον κόσμον. Τα μυστήρια ούτω του Οσίριδος εξετυλίσσοντο εις τρία δράματα ή τρεις κυρίας αναπαραστάσεις· τας αναπαραστάσεις του θανάτου, της ταφής και του θριάμβου του Οσίριδος. Περί αναστάσεως όμως του Οσίριδος δεν γίνεται λόγος,  αλλά μόνον περί θεοποιήσεως αυτού. Ο Όσιρις ανίστατο εις το πρόσωπον του υιού αυτού Ώρου ([9]).

Δ ι ό ν υ σ ο ς     ο     Ζ α γ ρ ε ύ ς    είναι ο πάτρων των Ορφικών μυστηρίων. Εγεννήθη εκ του Διός βιάσαντος την θυγατέρα αυτού Περσεφόνην και παρίσταται κερασφόρος. Ο Ζεύς, φοβούμενος τας παγίδας της ζηλοτύπου Ήρας, ενεπιστεύθη την ασφάλειαν του μικρού Διονύσου εις τους εν Κρήτη Κουρήτας. Παρά ταύτα όμως ο μικρός Διόνυσος κατεσπαράχθη υπό των Τιτάνων και κατετεμαχίσθη υπ' αυτών. Και άλλα μεν εκ των τεμαχίων τούτων κατεβροχθίσθησαν υπό των Τιτάνων, άλλα δε ετάφησαν κατά διαταγήν του Διός υπό του Απόλλωνος. Μόνη δε η καρδία του μικρού Διονύσου παρέμεινε πάλλουσα και μετεφέρθη υπό της Αθηνάς εις τον Δία. Και κατά μίαν μεν έκδοσιν κατεβροχθίσθη αύτη υπ' αυτού του Διός, κατ' άλλην δε υπό της Σεμέλης και εδόθη ούτω γέννησις εις δεύτερον Διόνυσον. Ιδού, τί θέλουν να παρουσιάσωσιν ως πάθος και ανάστασιν του Διονύσου, παρατηρεί ο de la Boullaye ([10]). Καταδιωχθείς υπό της δικαίας οργής μιας θεάς ο μικρός ούτος θεός, ο Διόνυσος, αποθνήσκει χωρίς να σκέπτεται τι περί των ανθρώπων, οι οποίοι ακόμη δεν έχουν δημιουργηθή, αναγεννάται δε ως άλλος Διόνυσος εις άλλην προσωπικότητα ([11]).

Ο    Ά δ ω ν ι ς,   θεός Σύρος, προερχόμενος εκ Μεσοποταμίας, όπου υπό το όνομα Θαμμούζ κατείχε σπουδαίαν θέσιν εις το πάνθεον του Σουμερίων, υπήρξε νέος ωραίος αγαπώμενος συγχρόνως υπό τε της Αφροδίτης και της Περσεφόνης. Φονευθείς δε υπό αγριοχοίρου τινός διεκδικείται υπ' αμφοτέρων των θεών, έως ου ο Ζεύς αποφασίζει να διέρχεται ο Άδωνις τέσσαρας μήνας μετά της μιας θεάς και τέσσαρας μετά της ετέρας, τους δε λοιπούς τέσσαρας να διαθέτη κατά την αρέσκειάν του. Κατά τας τελετάς του Θαμμούζ – Αδώνιδος επειδή ούτος καθ' έκαστον έτος έπρεπε ν' αποθάνη καταβαίνων εις τον Άδην και τιθέμενος εις την διάθεσιν της Περσεφόνης, εγίνετο κλαυθμός και κοπετός επί του ερωμένου της Αφροδίτης (της άλλως γνωστής εν Συρία υπό το όνομα Αστάρτη και εν Βαβυλώνι υπό το όνομα Ιστάρ), ήτις ήτο η προσωποποίησις της γενετηρίου δυνάμεως και η οποία καθ' έκαστον έτος μετέβαινεν εις τον Άδην προς αναζήτησιν του ερωμένου αυτής. Κατά την διάρκειαν της απουσίας της Αφροδίτης εγίνοντο θρήνοι επικήδειοι μετά πενθίμων ωδών περί το άγαλμα του θεού. Η όλη τελετή μετά των ηρώων αυτής εξεικόνιζε την φύσιν μετά της βλαστήσεως και γονιμοποιήσεως της γης, η οποία υπό τον καύσωνα του θέρους κάμπτεται και θερίζεται, ίνα ταφή κατά τον χειμώνα ουχί όμως και άνευ ελπίδος τινός επανόδου ([12]).

Ο   Ά τ τ ι ς   και η   Κ υ β έ λ η   είναι θεότητες Φρυγικαί, εκ των οποίων κυρίως η Κυβέλη λατρεύεται, γνωστή από των μέσων του πρώτου μ. Χ. αιώνος μέχρι του τετάρτου ως θεά υπό το όνομα «μεγάλη μήτηρ θεά», ή «η μήτηρ των θεών και των ανθρώπων». Ο Άττις παραμένει και ζη εν τη σκιά της Κυβέλης, αντικείμενον και θύμα άμα της αγάπης της. Υπάρχουσι διάφοροι εκδόσεις του περί Άττεως και Κυβέλης μύθου. Κατά την παρ' Οβιδίου, Ιουλιανού του παραβάτου και Σαλλουστίου προτιμωμένην, ο Άττις, εκτεθείς άμα τη γεννήσει του εις τους καλαμώνας του ποταμού Γάλλου, εσώθη υπό της Κυβέλης, η οποία εράται τούτου και αποσπά απ' αυτού την υπόσχεσιν, ότι δεν θα ηγάπα ποτέ άλλην γυναίκα. Αλλ' ο νεαρός ποιμήν, συναρπαγείς υπό του κάλλους της νύμφης Σαγγαρίας, δείκνυται άπιστος προς την θεάν. Η Κυβέλη όμως ειδοποιηθείσα υπό λέοντος, εν εκρήξει ζηλοτυπίας, συντελεί τον όλεθρον της αντιζήλου και οδηγεί εις παραφροσύνην τον Άττιν, όστις εις τας πρώτας στιγμάς της απελπισίας αυτού ακρωτηριάζει εαυτόν. Η Κυβέλη τότε αναλαμβάνει αυτόν αχώριστον σύντροφόν της. Κατ' άλλους όμως ο Άττις υπέκυψεν υπό το τραύμα αυτού, αλλ' η Κυβέλη επέτυχε να παραμείνη το σώμα του αδιάφθορον παραχωρήσαντος επί πλέον του Διός, ίνα η κόμη του Άττεως εξακολουθή αυξάνουσα, ο δε μικρός δάκτυλός του κιήται πάντοτε.

Πάντως αι παλαιότεραι εκδόσεις του περί Άττεως μύθου δεν ομιλούσι περί θανάτου και αναστάσεως αυτού. Τα χαρακτηριστικά τα παρουσιάζοντα τον Άττιν θνήσκοντα και ανιστάμενον είναι πολύ μεταγενέστεραι προσθήκαι. Τα περί αναστάσεως μάλιστα του Άττεως δεν απαντώσιν εις ουδεμίαν των ειδωλολατρικών εκδόσεων του μύθου,  αλλά μνημονεύονται το πρώτον υπό του Firmicus Maternus εις το μεταξύ του 346 και 350 συγγραφέν έργον αυτού De errore profanarum religionum. Μεταξύ των κυρίων τελετών των μυστηρίων της Κυβέλης, κατά τα οποία εξετυλίσσοντο θεάματα αιματηρά και αυτοακρωτηριασμοί εις τιμήν της θεάς, ήτο και το κριοβόλιον ή το ταυροβόλιον, ούτινος όμως «ουδέν ίχνος απαντάται προ του β' αιώνος μετά Χριστόν» ([13]).

Τέλος ως προς τον Μίθραν θα έπρεπε να σημειωθή, ότι κατά τους περί αυτόν μύθους ο θεός ούτος, όστις είναι η προσωποποίησις του ήλιου, φονεύει τον ταύρον, του οποίου το αίμα γονιμοποιεί την γην και προκαλεί την γέννησιν των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων. Δεν γίνεται όμως ουδείς λόγος περί πάθους η αναστάσεως του Μίθρα. Και μόνον κατά την ερμηνείαν την υπό του Loisy διδομένην ο Μίθρας είναι συγχρόνως ο θύτης και το θύμα, ο θεός ο θύων και ο ταύρος ο θυόμενος ([14]).

Εκ της ανωτέρω συντόμου επισκοπήσεως γίνεται φανερόν ότι ουδεμία αναλογία ή ομοιότης πραγματική υφίσταται μεταξύ του πάθους και της αναστάσεως του Ιησού Χριστού και των εις τας μυστηριακάς θρησκείας του εθνισμού μυθολογουμένων περί των πατρώνων ή των σωτήρων θεών. Τοιαύτη δε είναι η απόστασις η χωρίζουσα τους μύθους τούτους από των περιστατικών της ταφής και αναστάσεως του Κυρίου, ώστε, ως ορθώς παρατηρεί ο de la Boullaye ([15]), ουδ’ αυτός ο Κέλσος εις την κατά του Χριστιανισμού εμπαθή συγγραφήν αυτού δεν έσχε την σκέψιν να παρομοιάση την αναστάσιν του Κυρίου προς τους μύθους τούτους των μυστηριακών θρησκειών, εις τους οποίους συγγραφείς σύγχρονοι προς ημάς διατείνονται, ότι οφείλει την αρχήν αυτής. Ευρίσκει ο Κέλσος ανάλογα προς την ανάστασιν του Κυρίου τους μύθους του Ορφέως, του Ηρακλέους, του Θησέως ([16]), ουχί όμως και τους μύθους, εις τους oποίους ανατρέχουσι σήμερον οι ορθολογισταί.

Συμπέρασμα. Πάσαι λοιπόν αι αντιρρήσεις και υποθέσεις αι διατυπωθείσαι κατά του γεγονότος της αναστάσεως απεδείχθησαν αβάσιμοι και αστήρικτοι. Οι μάρτυρες αυτού κατ' ουδένα λόγον δύνανται να κατηγορηθώσιν επί ανειλικρινεία και δολιότητι, όπως δεν δύναται να υποστηριχθή δι' αυτούς ότι υπήρξαν θύματα αθώας τινός πλάνης ή παρανοήσεως. Τοιουτοτρόπως το γεγονός της αναστάσεως παραμένει απρόσβλητον και αδιάσειστον. Μαρτυρούμενον από ολόκληρον λεγεώνα μαρτύρων, επιβεβαιούμενον από την συμμαρτυρίαν ολοκλήρου της πρώτης χριστιανικής γενεάς, ήτις ήκουσε τους αυτόπτας και αυτηκόους του γεγονότος τούτου και έκρινεν αυτούς, επισφραγισθέν δι’ αυτού του αίματος των μαρτύρων αυτού, αποτελεί γεγονός, όμοιον του οποίου, υπό την έποψιν των ιστορικών μαρτυριών των κατοχυρουσών το κύρος αυτού, δεν έχει να παρουσίαση άλλο η ιστορία. Ποία ήδη τυγχάνει η σημασία του γεγονότος τούτου εννοεί τις, όταν ενθυμηθή, ότι, όταν εκ των Γραμματέων και Φαρισαίων τινές εζήτησαν από τον Ιησούν Χριστόν να δείξη εις αυτούς σημείον, ικανόν να βεβαιώση την θείαν προέλευσιν και αποστολήν Αυτού, ο Κύριος αποκριθείς είπε· «Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί· και σημείον ου δοθήσεται αυτή, ει μη το σημείον Ιωνά του προφήτου» (Ματθ. ιβ' 39). Δεν ανεφέρθη ο Χριστός εις τόσα άλλα σημεία, τα οποία καθημερινώς ενήργει μεταξύ των Ιουδαίων. Σημείον έκτακτον, μοναδικόν, υπεροχώτατον μεταξύ των πολυαρίθμων θαυμάτων του, όσον ουδέν άλλο μαρτυρούν την θείαν προέλευσιν και καταγωγήν αυτού, προεκήρυξε την ανάστασίν Του, την οποίαν εξεικόνισεν η επί τριήμερον παραμονή του Ιωνά εν τη κοιλία του κήτους.

Και αληθώς. Εάν η Γραφή ιστορή και περί άλλων τινών, ότι εγκατέλιπον τον τάφον και επανήλθον εις την ζωήν, νεκρός όμως αναστάς εκ του τάφου δια μόνης της εν εαυτώ εγκρυπτομένης δυνάμεως, νεκρός κατ’ ευθείαν υπό του Θεού αυτού ανακληθείς εις την ζωήν, εις και μόνος υπήρξεν, ο Ιησούς Χριστός. Δεν ανέστη δια προσταγής προφήτου ή άλλου τινός απεσταλμένου του Θεού. Δεν ανέστη δια δεήσεως, την οποίαν προ του τάφου αυτού ανέπεμψε θεοφιλής τις και υπό του Θεού κεχαριτωμένος άνθρωπος. Ανέστη δια της ιδίας δυνάμεως. Ανέστη υπό της αοράτου και πανσθενούς δεξιάς του Πατρός Του. Ακριβώς δε δια τούτο η ανάστασίς Του αύτη αποτελεί την επισημοτέραν μαρτυρίαν περί της θείας προελεύσεως και αποστολής αυτού. Είναι η θεία σφραγίς, την οποίαν αυτή η δεξιά του Υψίστου επέθεσεν, επικυρούσα επισημότατα και των άλλων θαυμάτων του Ιησού τον υπερφυσικόν χαρακτήρα. Αυτός ο Πατήρ μαρτυρεί δι' αυτής περί της θείας φύσεως και της απείρου μεγαλειότητος του Υιού Του. Δι' αυτό δε και ο Απόστολος Παύλος δεν διστάζει να διακηρύξη περί εαυτού και των άλλων Αποστόλων, ότι «ευρισκόμεθα και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού, ότι ήγειρε τον Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται» (Α' Κορ. ιε' 15).

Και δεν μαρτυρείται μόνον η θεότης του Ιησού κατά τρόπον έξοχον, υπ' αυτού του Πατρός μαρτυρουμένη, δια της αναστάσεως. Επιβεβαιούται και η δια του Χριστού απολύτρωσις και σωτηρία των ανθρώπων. Ο Ιησούς αποδεικνύεται δια της αναστάσεώς Του και Σωτήρ και Λυτρωτής του κόσμου. Εάν όσοι προ αυτού ανέστησαν, προς καιρόν μόνον απεσπάσθησαν της κυριαρχίας του θανάτου, μετ' ολίγα δε έτη ο τάφος ανήρπασεν εκ νέου τα θύματά του εκείνα, περί του Ιησού Χριστού όμως δεν δύναται να λεχθή το αυτό. Το πλήγμα, όπερ δια της αναστάσεως αυτού κατήνεγκε κατά του θανάτου, υπήρξε θανάσιμον και η νίκη οριστική. Η δύναμις του Άδου παρέλυσεν ολοσχερώς και απεδείχθη ακαταγώνιστος και ανυπέρβλητος η δύναμις, η ενοίκουσα εν τω ταπεινώ και αδυνάτω σχήματι του Εσταυρωμένου μας, όστις ούτως ανεδείχθη εν ταυτώ καταπαλαιστής του θανάτου ένδοξος και της ανθρωπότητος ο αναμενόμενος Σωτήρ.

Εντεύθεν εξηγείται, διατί η πληροφορία περί του ότι ο Ιησούς ανέστη, μετατρέπει ένα διώκτην αδιάλλακτον της Εκκλησίας του εις κήρυκα ενθουσιώδη της θεότητός του, αποσπά δε από το στόμα ενός δυσπιστούντος μαθητού την αιωνίαν και ακατάλυτον ομολογίαν της πίστεως: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Ό,τι δε εσημειώθη εις τα βάθη της καρδίας των δύο εκείνων Αποστόλων, τούτο ακριβώς επανελήφθη και εξακολουθητικώς επαναλαμβάνεται εις τα βάθη της καρδίας πάντων των πιστών. Το γεγονός της αναστάσεως υπήρξεν η θεμελιώδης αλήθεια της πίστεως, εφ' ης ως επί βράχου αρραγούς και αδιασείστου εθεμελιώθη η την θεότητα του Ιησού λατρεύουσα Εκκλησία, και η πίστις εις την αλήθειαν ταύτην καταλαμβάνουσα μέχρι σήμερον την καρδίαν παντός ανθρώπου, φέρει εις τα χείλη αυτού και την σωτήριον ομολογίαν: ο Κύριός μου και ο Σωτήρ μου.

([1]) Keim, Geschichte Jesu von Nazara III, 605.
([2]) Αι αυταί παρουσιάζονται δυσκολίαι και  εάν παραδεχθώμεν, ότι αι εμφανίσεις του Ιησού αποτελούσιν υλοποίησιν τινα πνευματικήν, καθώς λέγουν οι πνευματισταί, ήτις παρηρμηνεύθη υπό των μαθητών ως σωματική ανάστασις. Εν τοιαύτη περιπτώσει πρέπει να παραδεχθή τις 1) ότι    ψ ε ύ δ ε τ α ι     ο εμφανιζόμενος εις τους μαθητάς διδάσκαλος και ότι το πνεύμα του Ιησού δολιεύεται τους αποστόλους, όταν ζητή να πείση τούτους δια της αφής, ότι φέρει το αυτό σώμα, όπερ και επί του Σταυρού·  2) ότι ψεύδεται και το παρά τον τάφον του Ιησού εμφανισθέν πνεύμα, το διαβεβαιούν τας μυροφόρους, ότι ο Ιησούς «ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε·  ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν»· και 3) πάλιν γεννάται το πρόβλημα του κενού τάφου. Τι έγινε λοιπόν το σώμα του Ιησού, αφού ο Ιησούς πράγματι δεν ανέστη;

Νεωτέρα τις υπόθεσις, την οποίαν υπηνίξατο μεν ο Weizsacker (εν τω συγγράμματι αυτού Das Apostolische Zeitaller σελ. 5), υιοθέτησε δε και υπεστήριξεν ο Martineau (The Seat of Authority in Religion σελ. 363-377), παρουσιάζει τας περι εμφανίσεων αφηγήσεις των Ευαγγελίων ως θρύλον μεταγενέστερον βασισθέντα επί παρεξηγήσεως του κηρύγματος των αποστόλων. Οι Απόστολοι επίστευον απλώς, ότι ο Εσταυρωμένος Ιησούς «ζη ακόμη και αναμένει τον υπό του Πατρός ωρισμένον χρόνον δια να πληρώση τας επαγγελίας»· ζη, ουχί όπως πάντες οι κοινοί θνητοί, οίτινες μετά τον θάνατον αυτών κατέχονται εν τω Άδη,  αλλά ζη μετά των εξαιρετικών εκείνων πνευμάτων, οποία υπήρξαν ο Ενώχ, ο Μωϋσής, ο Ηλίας, εν τω κόσμω των αγγέλων. Η πίστις αύτη ανεπτύχθη παρ' αυτοίς ευθύς ως συνήλθον από την βαθείαν θλίψιν και απόγνωσιν, ήτις κατέλαβεν αυτούς μετά την σταύρωσιν του Ιησού. Ανεπτύχθη δε τοσούτω μάλλον ενωρίτερον, όσω περισσότερον επιβλητική υπήρξεν η προσωπικότης του Ιησού. Ποτέ δεν θα επίστευον, ότι ο θάνατος θα εξήλειφε μίαν τοιαύτην υπέροχον φυσιογνωμίαν. Η πίστις αύτη, ότι ο Ιησούς εξηκολούθει να ζη, εδημιούργησε την πίστιν εις την ανάστασιν του Χριστού. Πράγματι οι πρώτοι μαθηταί είπον, ότι είχον ίδει τον Ιησούν. Διότι μόνον ούτω θα ηδύναντο να μεταδώσουν και εις τους άλλους την πίστιν, ότι ο Ιησούς εξηκολούθει να ζη εν τω ουρανώ. Λέγοντες όμως οι πρώτοι μαθηταί, ότι είδον τον Ιησούν ενόουν ό,τι και ο Παύλος, όστις μετά 25 έτη γράφων διετείνετο, ότι είδε τον Κύριον κατά τον χρόνον της επιστροφής και της αποστολικής κλήσεώς του. Η οπτασία αύτη του Παύλου υπήρξε καθ' ολοκληρίαν πνευματική. Επειδή δε ο Παύλος θεωρεί και τας λοιπάς εις τους Αποστόλους εμφανίσεις του Ιησού ως συγγενείς και όμοιας προς την ιδικήν του, έπεται λοιπόν ότι και αι υπό των λοιπών αποστόλων οπτασίαι του Ιησού υπήρξαν πνευματικαί και όλως υποκειμενικαί. Πώς όμως από τας τοιαύτας πνευματικάς οπτασίας προήλθεν ο θρύλος της πραγματικής εμφανίσεως του Ιησού εις τους αποστόλους; Προήλθεν από την αξίωσιν των εις την πίστιν ελκυομένων Εθνικών ή Ιουδαίων δια κάτι ισχυρότερον των υποκειμενικών οπτασιών εις απόδειξιν, ότι ο Ιησούς έζη ακόμη. Υπό την επίδρασιν της αξιώσεως ταύτης ουχί αυτοί οι απόστολοι, αλλ' οι ακροαταί αυτών μετέβαλον τας πνευμοπικάς οπτασίας εις πραγματικάς, οι απόστολοι δε κατόπιν δεν εφρόντισαν να επανορθώσωσι την παρανόησιν ταύτην (πρβλ. Bruce μν. εργ. σελ. 314).

Αλλ' η νεωτάτη αύτη θεωρία διαστρέφει προφανώς την αφήγησιν του Παύλου. Ότι ο Παύλος λέγων εμφανίσεις του Ιησού μετά την ανάστασιν εννοεί πραγματικάς τοιαύτας, απεδείξαμεν ήδη. Προσθέτομεν δε μόνον ενταύθα, ότι εν εκ των κυριωτέρων επιχειρημάτων, τα οποία οι ψευδάδελφοι προέβαλλον δια να καταρρίψωσι το κύρος του απαστολικού αξιώματος του Παύλου, ήτο, ότι ο Παύλος δεν είχεν ίδει τον Κύριον. Όταν λοιπόν ο Παύλος αναιρών ως ασύστατον τον ισχυρισμόν τούτον των ψευδαδέλφων ηρώτα προκλητικώς «ουχί Ιησούν τον Κύριον εώρακα της δόξης;», δεν ηδύνατο ποτέ να εννοή οπτασίας πνευματικάς, εσωτερικάς, υποκειμενικάς. Εάν δεν είχεν ίδει πραγματικώς τον Ιησούν, το επιχείρημα των ψευδαδέλφων παραμένει αδιάσειστον και απρόσβλητον. – Έπειτα η αφήγησις του Παύλου καθορίζει σαφώς, ότι ο Κύριος ηγέρθη    τ η     τ ρ ί τ η     η μ έ ρ α.   Πολύ ορθώς δε παρατηρεί ο Menegoz, ότι «η μνεία της τρίτης ημέρας δεν θα είχεν ουδεμίαν σημασίαν, εάν ο Παύλος δεν είχεν αποδεχθή την πίστιν της κοινότητος των Ιεροσολύμων, ότι ο Ιησούς τη τρίτη ημέρα εξήλθε ζων εκ του τάφου» (Le peche et la redemption d’ apres Saint Paul σελ. 261).

Δοθέντος, ότι ο Παύλος εννοεί πραγματικάς εμφανίσεις, ανατρέπεται λοιπόν εξ ολοκλήρου η νεωτάτη αύτη θεωρία του Martineau, διότι, καθώς ήδη ανεπτύξαμεν, ο Παύλος αναφέρων ότι ο Ιησούς ώφθη Κηφά και Ιακώβω, ασφαλώς εξ αυτών των ιδίων αυτοπτών επληροφορήθη τούτο. Άλλως τε διαβεβαιών ο Παύλος, ότι το Ευαγγέλιον αυτού ήτο κατά πάντα όμοιον προς το των λοιπών αποστόλων, εννοεί προφανώς, ότι και η ανάστασις του Χριστού, ήτις απετέλει ουσιώδες στοιχείον του Ευαγγελίου του Παύλου, αναμφιβόλως απετέλει την βάσιν του κηρύγματος και των λοιπών αποστόλων. Ούτω δεν καταλείπεται η παραμικρά αμφιβολία, ότι τόσον ο Παύλος, όσον και οι λοιποί απόστολοι, αυτοί και ουχί οι μαθηταί αυτών, εκήρυξαν εξ αρχής και ενωρίτατα την πίστιν εις την πραγματικήν του Ιησού ανάστασιν.

Επι πλέον μόλις είναι ανάγκη και να είπωμεν, ότι η θεωρία αύτη του Martineau επαναφέρει ημάς κατ' ευθείαν εις την περί δόλου θεωρίαν του Reimarus, περί ης εγένετο ήδη λόγος και ήτις σήμερον ουδεμιάς αξιούται προσοχής. Διότι ου μόνον οι πρώτοι μαθηταί, οι εν γνώσει μετατρέψαντες τας υποκειμενικάς οπτασίας εις αντικειμενικάς, και πραγματικάς,  αλλά και οι απόστολοι, οι μη λαβόντες φροντίδα να επανορθώσωσι την παρανόησιν, αποδεικνύονται ένοχοι δόλου. Οσονδήποτε ευσεβή και αν υπήρξαν τα ελατήρια, άτινα ώθησαν τους πρώτους των αποστόλων μαθητάς εις το να τολμήσωσι την παραχάραξιν του αποστολικού κηρύγματος, η απάτη δεν παύει ποτέ να μένη τοιαύτη.

Τοσαύτα και περί της θεωρίας ταύτης, την οποίαν εθεωρήσαμεν αξίαν λόγου τινός, μόνον και μόνον διότι πρόσφατος και νεωτάτη ούσα αποδεικνύει την απορίαν επιχειρημάτων, εις ην καταντώσιν οι την αλήθειαν της αναστάσεως αρνούμενοι.
([3]) Άρθρον εν Α. D' Ales, Dictionnaire apologetique de la foi catholique, τόμ. ΙΙ στήλ. 1504.
([4]) Zum religionsgeschirhtlichen Verstaendnis des Ν. Τ. σελ.76-82.
([5]) Πρβλ. και L. de Grandmaison ένθ' ανωτ.
([6]) Jesus Messie, Paris 1930 σελ. 46.
([7]) L. de Grandmaison, Jesus-Christ τόμ. Σελ. 531.
([8]) Προβλ. Pinard de la Boullaye ένθ’ ανωτ. Σελ. 17.
([9]) Προβλ. Léon. De Drandmaison, Jesus-Christ II σελ. 511 και εξής˙ Pinard de la Boullaye ένθ’ ανωτ. Σελ. 53-54.
([10]) ένθ’ ανωτ. σελ. 53.
([11]) Πλείονα περί των Ορφικών μυστηρίων και του Διονύσου ίδε Π. Τρεμπέλα, Μυστηριακαί Θρησκείαι και Χριστιανισμός, Αθήναι 1932 σελ. 104 και εξής.
([12]) L. de Grandmaison ένθ' ανωτ. σελ. 520 και εξής· Pnard de la Boullaye ένθ' ανωτ. σελ. 53.
([13]) L. Tourtain, Les cultes paiens dans l’ Empire romain τόμ. Ι2 σελ. 88. Περί ταυροβολίου ίδε και Π. Τρεμπέλα ένθ’ ανωτ. σελ. 51 και εξής. Περί των μυστηρίων της Κυβέλη πρβλ. και L. de Grandmaison ένθ’ ανωτ. σελ. 524 και εξής και La Boullaye ένθ’ ανωτ. σελ. 53-54.
([14]) De la Boullaye μν. εργ. σελ. 54, 11, 884.
([15]) ένθ’ ανωτ. σελ. 55.
([16]) Ωριγένους κατά Κέλσου βιβλ. ΙΙ 55 Migne.

(Από το βιβλίο:Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα, εκδ. ο Σωτήρ, σελ. 548-617)

κ. Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος στην εφημερίδα «το Βήμα».

Μια εντυπωσιακή Ανάσταση: Η ανάσταση του Χριστού δεν περιγράφεται στα τέσσερα ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Δίδονται μόνο οι μαρτυρίες ανδρών και γυναικών που επισκέφτηκαν τον κενό τάφο ή συναντήθηκαν με τον αναστημένο Χριστό. Γι' αυτό άλλωστε και η βυζαντινή εικονογραφία - πλην ορισμένων περιπτώσεων που μαρτυρούν μάλλον δυτική αναγεννησιακή επίδραση - παριστάνει όχι τη σκηνή της ανάστασης αλλά τον αναστημένο Χριστό να σηκώνει από το βασίλειο του Αδη έναν άνδρα (τον Αδάμ) και μια γυναίκα (την Εύα) ως εκπροσώπους του ανθρώπινου γένους, υπογραμμίζοντας έτσι τις ανθρωπολογικές προεκτάσεις της ανάστασης. Ωστόσο το Ευαγγέλιο του Πέτρου, ένα κείμενο του 2ου αιώνα μ.Χ., δίνει μια φανταστική περιγραφή της ανάστασης παρουσιάζοντας τον Χριστό με υπεράνθρωπες, μυθικές διαστάσεις να εξέρχεται του τάφου:

«Καθώς ξημέρωνε το Σάββατο, νωρίς το πρωί ήρθε πλήθος κόσμου από την Ιερουσαλήμ και τη γύρω περιοχή, για να δουν τον σφραγισμένο τάφο. Τη νύχτα όμως κατά την οποία ξημέρωνε η Κυριακή, οι στρατιώτες είδαν τους ουρανούς να ανοίγουν και δύο άνδρες να κατεβαίνουν από 'κεί μέσα σε λαμπερό φως και να πλησιάζουν τον τάφο. Εκείνη η πέτρα που είχε τοποθετηθεί μπροστά στην είσοδο κύλησε από μόνη της και ήρθε στο πλάι, ο τάφος άνοιξε και οι δύο νεανίσκοι μπήκαν μέσα.
Όταν λοιπόν οι στρατιώτες τα είδαν αυτά, ξύπνησαν τον εκατόνταρχο και τους πρεσβυτέρους - γιατί κι αυτοί επίσης φύλαγαν τον τάφο. Και ενώ αφηγούνταν αυτά που είδαν, βλέπουν πάλι να βγαίνουν από τον τάφο τρεις άνδρες, οι δύο από αυτούς υποβάσταζαν τον ένα και τους ακολουθούσε ένας σταυρός. Των μεν δύο το κεφάλι έφτανε ως τον ουρανό, ενώ του άλλου που τον οδηγούσαν το κεφάλι ξεπερνούσε τους ουρανούς.

Όταν τα είδαν αυτά ο εκατόνταρχος και οι άνθρωποί του, έσπευσαν νύχτα στον Πιλάτο αφήνοντας τον τάφο που φρουρούσαν και ανέφεραν όλα αυτά που είδαν. Είχαν μεγάλη ταραχή και έλεγαν: "Αληθινά, αυτός ήταν ο Υιός του Θεού"».

(Άρθρο Εφημερίδας Το Βήμα: Τα Πάθη και η Ανάσταση στα απόκρυφα ευαγγέλια. Ο κ. Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος είναι καθηγητής στο τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης)

(Από το βιβλίο: Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα,εκδ. ο Σωτήρ σελ. 548-617)


Β) Η αξιοπιστία των μαρτύρων της Αναστάσεως.

Μολονότι δι’ όσων είπομεν αι περί της αναστάσεως μαρτυρίαι παρουσιάζονται ανώτεραι πάσης υπονοίας και αδιάσειστοι εις κύρος ιστορικόν και εις αυθεντίαν γνησιότητος, δεν θεωρούμεν περιττόν να εξετάσωμεν και τας αντιρρήσεις, τας οποίας εκάστοτε προέβαλον οι πολέμιοι του ιστορικού γεγονότος της αναστάσεως, παρέχοντες ούτω την ευκαιρίαν εις τον φίλον· αναγνώστην, ίνα κρίνη μόνος περί του ποία πλάστιγξ κρατεί της αληθείας το άσταθμον βάρος.

Δύο τίνα  ενδέχεται να συμβαίνουν, καθ’ ην περίπτωσιν η μαρτυρία περί της αναστάσεως δεν είναι κατά πάντα αληθής. Οι μάρτυρες της αναστάσεως ή από σκοπού και εκ προ μελέτης λαλούσι το ψεύδος, οπότε δεν είναι παρά ελεεινοί ψεύσται, ανάξιοι όχι μόνον της εμπιστοσύνης μας, αλλά και οιασδήποτε δικαιολογίας ή επιεικείας· ή απεπλανήθησαν και αυτοί, εν χρηστώ δε συνειδότι πλέον λαλούσι περί εκείνου, το οποίον υποκειμενικώς μεν, όσον αφορά εις αυτούς, είναι αληθές, αντικειμενικώς όμως δεν είναι πραγματικόν. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν είναι μεν ανάξιοι της εμπιστοσύνης μας, συγχρόνως όμως δεν παύουσι να είναι άξιοι των συμπαθειών μας, αυτού ακόμη του θαυμασμού μας. Εάν επλανήθησαν, η πολιτεία των όμως υπήρξε πολιτεία ανθρώπων ευσυνειδήτων.

Ας εξετάσωμεν τας υποθέσεις ταύτας και ας ίδωμεν κατά πόσον εκάστη εξ αυτών δύναται να στηριχθή επί βάσεως βεβαίας η έστω και πιθανής.

α) Οι μάρτυρες της Αναστάσεως δεν είναι ψεύσται.

Την πρώτην εκ των ανωτέρω υποθέσεων υιοθέτησαν πρώτοι οι Ιουδαίοι, οίτινες κατά τον Ματθαίον έπεισαν τους εις τον τάφον του Ιησού φρουρήσαντας στρατιώτας να είπωσιν, ότι «οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων» (Ματθ. κη' 13). Εκ των νεωτέρων ο Reimarus (εις τα Wolfenbuetteler Fragmente eines ungenanntenn), μολονότι αναγνωρίζει, ότι η υπό των μαθητών κλοπή του σώματος του Ιησού είναι όλως απίθανος ([1]), εν τούτοις διατείνεται, ότι οι μαθηταί επενόησαν τον μύθον της αναστάσεως δια να αναστηλώσωσι το οικοδόμημα των ελπίδων αυτών, τας οποίας έβλεπον κατερειπουμένας δια του θανάτου του Διδασκάλου των. Κατά τους μετέπειτα χρόνους η υπόθεσις αυτή παρουσιάσθη υπό διαφόρους μορφάς. Ούτω η υπεξαίρεσις του σώματος του Ιησού υπό μεν του Renan απεδόθη εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, υπό δε των Oskar Holtzmann ([2]), Η. Holtzmann ([3]) και W. Heitmuller ([4]) εις τον Ιωσήφ τον από Aριμαθαίας, συγκατατεθέντα μεν όπως προσωρινώς τοποθετηθή εν τω οικογενειακώ του τάφω το σώμα του Ιησού, αλλά μη θελήσαντα εν τέλει να τηρηθή εκεί διαπαντός το πτώμα ενός κατάδικου ή και επιζητήσαντα να ασφαλίση αυτό κατά πάσης βεδηλώσεως, δι’ ο και εφρόντισεν όπως μεταφερθή τούτο εις Αριμαθαίαν· και υπό του Α. Reville ([5]) εις τούς Ιουδαίους ή εις τους ανθρώπους του συνεδρίου επί τω σκοπώ όπως προληφθή να καταστή ο τάφος τόπος προσκυνήματος υπό των μαθητών και άλλων θιασωτών του Ιησού.

Αλλ’ η περί κλοπής ή υπεξαιρέσεως του σώματος θεωρία ουδ' ως αξία συζητήσεως υπόθεσις δύναται να θεωρηθή, ως άλλως τε εμφαίνεται εκ του ότι και αυτοί οι ριζοσπαστικώτεροι των νεωτέρων ορθολογιστών απεκήρυξαν ταύτην ([6]). Θα ηδύνατο εν τούτοις να παρατηρηθή κατά της υποθέσεως ταύτης, ότι:

1) Εμπεριέχει αντίφασιν.

Αφού οι στρατιώται εκοιμώντο, πώς θα ήτο δυνατόν να χρηματίσωσι μάρτυρες αξιόπιστοι, αφού ούτε είδον, ούτε ήκουσαν, ούτε άλλως πως δια των αδρανουσών υπό το κράτος του ύπνου αισθήσεων αυτών αντελήφθησαν, τι συνέβη δια να κενωθή ο τάφος; ([7]).

2) Aπoκηρύττεται από την στάσιν των αρχόντων.

Αληθώς, ούτε η φρουρά του τάφου εισήχθη εις δίκην, μολονότι οι Ρωμαϊκοί νόμοι ετιμώρουν αυστηρώς τους παραμελούντας το καθήκον αυτών φύλακας (Πράξ. ιβ' 19), ούτε κατά των μαθητών εστήθη ποτέ επισήμως κατηγορία τις, ότι διαρρήξαντες τας επί του τάφου σφραγίδας έκλεψαν το σώμα του φρουρούμενου νεκρού.

Το επιχείρημα τούτο προσλαμβάνει ιδιάζουσαν σοβαρότητα κατά της υποθέσεως, ότι η κλοπή διενηργήθη υπό ανθρώπων του συνεδρίου, ως υπεστήριξεν ο Reville. Πράγματι, καθώς παρατηρεί ο V. Rose ([8]), όταν οι Απόστολοι εκήρυττον δημοσία την ανάστασιν, ήτο όλως απίθανον, ότι τα μέλη του συνεδρίου θα εσίγων και δεν θα έσπευδον να διαψεύσωσι τους Απόστολους επιδεικνύοντες το υπό την κατοχήν των πτώμα του Ιησού. «Είναι κατανοητόν, ερωτά ο Rose, ότι έναντι του κηρύγματος τούτου του μοναδικού περί της αναστάσεως ανθρώπου, τον οποίον ηθέλησαν να εξοντώσωσι σταυρούντες αυτόν, οι άρχοντες αυτοί οι μοχθηροί και γεμάτοι από περιφρόνησιν δια τον Ιησούν θα έμενον σιωπηλοί και αδρανείς; Το πειστήριον ήτο εις τας χείρας των· ηδύναντο να καταρρίψωσι δια μιάς μόνης χειρονομίας, δι' ενός λόγου, την νέαν πίστιν, της οποίας αι ραγδαίαι πρόοδοι ανησύχουν αυτούς και αφού εφόνευσαν τον προφήτην να καταρρίψωσιν εις ερείπια το έργον του διαπαντός. Εάν τα μέλη του συνεδρίου εσιώπησαν, εάν δεν αντέταξαν την παταγώδη ταύτην διάψευσιν, έπραξαν τούτο, διότι δεν ήσαν εις θέσιν να παράσχωσιν αυτην» ([9]).

3) Καθίσταται απίθανος ένεκα του δυσκόλου της κλοπής.

Αυτός ο Reimarus ερωτά ([10]), πού θα εύρισκον το θάρρος οι μαθηταί του Ιησού δια να ενεργήσωσι τοιαύτην κλοπήν, μάλιστα κατά τας ημέρας του Πάσχα, καθ’ ας η πόλις και τα πέριξ αυτής κατεπλημμυρούντο από προσκυνητάς ([11]), των οποίων ο αριθμός υπερέβαινε κατά πολύ τα δύο εκατομμύρια; Εν μέσω τοιαύτης ανθρωποπλημμύρας πώς θα καθίστατο δυνατόν να τηρηθή μυστική η μεταφορά ενός νεκρού;

4) Εκρίθη υπό των συγχρόνων ανάξιος προσοχής.

Ο Ματθαίος αναγράφων την συκοφαντικήν μαρτυρίαν των φυλάκων του τάφου προσθέτει, ότι «διεφημίσθη ο λόγος ούτος παρ' Ιουδαίοις μ έ χ ρ ι   τ η ς   σ ή μ ε ρ ο ν» (Ματθ. κη' 15). Τοσούτον διεοπάρη η φήμη αυτή, ώστε μετά τριάκοντα ολόκληρα έτη από του θανάτου του Ιησού, οπότε συνεγράφη το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ο λόγος ούτος εξακολουθεί να διαφημίζεται. Και όμως κατέστη αδύνατον να κατισχύση και να γίνη πιστευτός. Εις αυτά τα Ιεροσόλυμα ολίγας μόλις μετά την σταύρωσιν εβδομάδας θεμελιούται η πρώτη εκκλησία αριθμούσα ολοκλήρους χιλιάδας μελών. Είκοσι δε μόλις έτη ύστερον ο Παύλος γράφει επιστολάς προς εκκλησίας εγκαθιδρυμένας εις αυτά τα επισημότερα κέντρα του τότε γνωστού κόσμου, εις την Κόρινθον και εις την Ρώμην. Εις τας πόλεις αυτάς ήνθει τότε ο αρχαίος πολιτισμός και το περί αναστάσεως κήρυγμα δεν ήτο δυνατόν να γίνη δεκτόν ανεξετάστως. Πάντως θα ευρίσκοντο πλείστοι, οίτινες θα εξήταζον μετ' επιμελείας την μαρτυρίαν του αποστολικού κηρύγματος, ήτις άλλως τε αφεώρα εις γεγονός υπερφυσικόν, ανθρωπίνως αδύνατον, άρα δε και ήκιστα πιθανόν. Και δεν ήτο λοιπόν δυνατόν οι απατεώνες να διαφύγωσι την έρευναν και εξέτασιν ταύτην, και να μη αποκαλυφθώσι δι’ αυτής. Παρά ταύτα εις τα κέντρα αυτά του τότε πεπολιτισμένου κόσμου, οι αποδεχθέντες το περί αναστάσεως κήρυγμα δεν παρουσιάζονται απλώς πολυάριθμοι, αλλά και πεπαιδευμένοι πολλοί εξ αυτών. Προ παντός η προς Ρωμαίους επιστολή δια του βαθέος περιεχομένου αυτής μαρτυρεί περί του ότι οι εν Ρώμη Χριστιανοί υπήρχον ουκ ολίγον ανεπτυγμένοι.

5) Καταρρίπτεται από το άσκοπον του μύθου της Αναστάσεως.

Αληθώς από τον μύθον της Αναστάσεως δεν θα περιέμενον τίποτε να κερδήσουν οι μαθηταί του Ιησού. Ήσαν μια δράξ ανθρώπων τόσον λιποψύχων, ώστε δεν είχον το σθένος να προλάβωσι τον σταυρικόν θάνατον του Διδασκάλου. Πώς λοιπόν τώρα θα επερίμεναν να πείσωσιν ολόκληρον τον κόσμον οι ολίγοι αυτοί περί του ότι ο Διδάσκαλος ανέστη; Προς τί να επιβιβασθώσιν επί μιας τοιαύτης εύθραυστου και απέλπιδος σχεδίας; ([12]).

6) Δεν εξηγεί την ψυχολογικήν μεταβολήν των Αποστολών.

Και ομολογουμένως· πώς οι τέως έμφοβοι  Απόστολοι, οι διασκορπισθέντες επί τη εμφανίσει της σπείρας, οι συγκεκλεισμένοι εν τω οίκω αυτών   δ ι α      τ ο ν

φ ό β ο ν      τ ω ν      Ι ο υ δ α ί ω ν,   πώς δια μιας γίνονται γενναίοι και ατρόμητοι ενώπιον του λυσσώδους εκείνου όχλου των Ιουδαίων; Πώς αψηφούσι πάντα κίνδυνον και είναι έτοιμοι τα πάντα να υπομείνωσι δι' εκείνον, τον οποίον ζώντα ακόμη είχον αρνηθή; Πώς ο Ιάκωβος και ο Ιούδας, οι λεγόμενοι αδελφοί του Κυρίου, καθ’ ον χρόνον έζη ο Ιησούς, αρνούνται να πιστεύσωσιν εις αυτόν (Ιωαν. ζ' 6), τώρα δε, οπότε απέθανε, μεταβάλλονται εις ενθουσιώδεις κήρυκας της πίστεώς του; Αναμφιβόλως εσημειώθη εξαίσιον τι και θαυμάσιον γεγονός, ικανόν να συντελέση την αιφνιδίαν ταύτην και όλως απροσδόκητον μεταβολήν και αλλοίωσιν εις τα αισθήματα και τας ψυχικάς διαθέσεις των μαθητών, και το γεγονός τούτο είναι η ανάστασις του Ιησού.

7) Δεν συμβιβάζεται προς την αυταπάρνησιν τών Αποστόλων.

Ότι οι κήρυκες της αναστάσεως ήσαν εκτεθειμένοι εις πλείστους κινδύνους και εις δεινά και εις διωγμούς, είναι εκτός πάσης αμφισβητήσεως. Ο Παύλος απαριθμεί τα δεινά  ταύτα επανειλημμένως εν ταις επιστολαίς του (Β' Κορινθ. ια' 23-27. Ρωμ. η' 35. Α' Κορινθ. δ' 9-13. Γαλάτ. α' 13 και στ' 17) και διακηρύττει περί εαυτού και των λοιπών συναδέλφων του, ότι θέατρον εγεγόνεισαν τω κόσμω, πάντων περίψημα εως άρτι. Αλλά και αι Πράξεις των Αποστόλων ουχί άπαξ παρουσιάζουσι τους Αποστόλους απειλούμενους και φυλακιζομένους και διωκομένους και κινδυνεύοντας. Πώς θα εξηγείτο η αυταπάρνησις και η αυτοθυσία των Αποστόλων, εάν το κήρυγμα της αναστάσεως ήτο μύθος επινοηθείς υπ’ αυτών; Αυτοθυσίαν και αυταπάρνησιν μόνον δια τας πεποιθήσεις αυτού είναι δυνατόν να επιδείξη τις. Οι μαθηταί έχουσιν απόλυτον πεποίθησιν, ότι ο διδάσκαλος ανέστη. Δεν αμφιβάλλουσι περί αυτού. Είναι ειλικρινείς και ευσυνείδητοι. Διότι άλλως θα ήτο αδύνατον να επιδείξωσι τόσον ηρωισμόν και τόσην αυταπάρνησιν. Ο Baur και ο Strauss, οι διαβόητοι ούτοι αρνηταί της Αναστάσεως, αναγνωρίζουσι τούτο. «Η ιστορία οφείλει να σημειώση, λέγει ο πρώτος, ότι δια την πίστιν των μαθητών η Ανάστασις του Ιησού Χριστού ήτο αλήθεια βέβαια και αδιάσειστος, Εις την πίστιν αυτήν ο Χριστιανισμός εύρε βάσιν στερεάν δι' όλην αυτού την Ιστορικήν εξέλιξιν» ([13]), «Ο ιστορικός οφείλει να αναγνωρίση, λέγει ο δεύτερος, ότι οι μαθηταί επίστευον αδιστάκτως ότι ο Ιησούς ανέστη και τούτο αρκεί τελείως να εξηγήση ό,τι έκαμαν και ειργάσθησαν ως Απόστολοι... Ότι ο απόστολος Παύλος ήκουσεν εκ του στόματος του Πέτρου, του Ιακώβου και άλλων ακόμη, ότι ενεφανίσθη εις αυτούς και ότι όλοι εκείνοι, καθώς και οι πεντακόσιοι αδελφοί υπήρξαν πλήρως πεπεισμένοι, ότι είχον ιδεί ζώντα τον Ιησούν, όστις είχεν αποθάνει, δεν προτιθέμεθα να το αρνηθώμεν» ([14]).

8) Δεν συμβιβάζεται προς την προφανή ειλικρίνειαν και αγιότητα των Αποστόλων.

Τον ευθύν και τίμιον μάρτυρα δεν είναι δύσκολον να διακρίνωμεν από του ανειλικρινούς και δολίου. Η ανθρώπινη ψυχή, ήτις επλάσθη δια την αλήθειαν, κατέχει και ιδιαιτέραν τινά  αίσθησιν, δι' ης ουχί δυσκόλως διακρίνει τον μάρτυρα του ψεύδους από της αληθείας τον κήρυκα. Οι μάρτυρες λοιπόν της αναστάσεως, καθώς και οι κήρυκες του χυδαίου ψεύδους, το οποίον εχάλκευσαν οι γραμματείς και οι Αρχιερείς, εκρίθησαν από τους συγχρόνους. Συνέπεια δε της κρίσεως ταύτης υπήρξε να αναγνωρισθώσιν οι Απόστολοι ως ευθείς, ως ειλικρινείς, ως άγιοι άνδρες.

Φίλε αναγνώστα, δεν είναι δύσκολον και συ να σχηματίσης πεποίθησιν εξ ιδίας αντιλήψεως περί του χαρακτήρος των ανδρών τούτων, οίτινες εχρημάτισαν μάρτυρες της Αναστάσεως. Δεν είναι ανάγκη να ίδης αυτούς. Αρκεί να ανοίξης τα συγγράμματά των· αρκεί να αναγνώσης ολίγας γραμμάς από τας επιστολάς, τας οποίας έγραψαν ο Ιάκωβος, ο Πέτρος, ο Ιωάννης. Την θείαν πνοήν της αρετής των θα αντιληφθής παρευθύς και θα αισθανθής σεαυτόν εισαγόμενον δια της αναγνώσεως ταύτης εις σφαίραν τίνα  ειλικρινείας και αγιότητος, από την οποίαν είναι αποκεκλεισμένη πάσα πανουργία και πας δόλος.

9) Αποκλείεται τελείως υπό της μαρτυρίας του Παύλου.

Η υπόνοια περί δολιότητος των Αποστόλων συντρίβεται κυριολεκτικώς, ευθύς ως ήθελεν αντικρύσει την μεγάλην φυσιογνωμίαν του Παύλου. Ποίος δεν αισθάνεται την υποχρέωσιν να αναγνωρίση την απόλυτον ειλικρίνειαν του μάρτυρος τούτου; Ουδείς απολύτως προηγούμενος δεσμός συνέδεεν αυτόν προς τον Εσταυρωμένον. Τουναντίον δε εν τω ου κατ' επίγνωσιν ζήλω του κατεδίωκε σφοδρώς τους οπαδούς αυτού. Προς τι λοιπόν να μας δολιευθή και ο μάρτυς ούτος; Το να κηρύττη ο Παύλος την ανάστασιν του Χριστού ισοδυναμεί προς το να καταδικάζη όλην την προγενεστέραν διαγωγήν του και προς το να απαρνηθή όλας τας τιμάς και την εν τω Ιουδαισμώ επιρροήν του, τα οποία η παίδευσίς του, η καταγωγή του, η ανατροφή του υπισχνούντο εις αυτόν. Και μόνον λοιπόν η εις Χριστόν επιστροφή ενός τοιούτου μάρτυρος, μόνη η μεταστροφή του Σαύλου εις Παύλον είναι αρκετή απόδειξις της αναστάσεως του Ιησού Χριστού ([15]). Μία τοιαύτη μεταστροφή δεν είναι δυνατόν να εξηγηθή φυσικώς. Αυτός ο πρώτος εισηγητής της φυσικής εξηγήσεως της επιστροφής του Παύλου, όστις δια να στηρίξη την εξήγησίν του ταύτην εζήτησε να παρουσιάση τον Παύλον ως φύσιν επιληπτικήν, ο Baur, εις τα τέλη της ζωής του ανεγνώρισε την πλάνην του και δεν εδυσκολεύθη να προβή εις την εξής ομολογίαν: «Δεν δυνάμεθα να ίδωμεν άλλο τι εν τη επιστροφή του Παύλου παρά εν θαύμα· ουδεμία ανάλυσις διαλεκτική η ψυχολογική δεν δύναται να διαλευκάνη το εσωτερικόν μυστήριον της πράξεως ταύτης» ([16]). Και εάν λοιπόν η επιστροφή του Παύλου αποτελή θαύμα, το θαύμα τούτο δεν δύναται άλλως να εξηγηθή παρά μόνον δια του θαύματος της αναστάσεως.

Τοιουτοτρόπως η πρώτη εκ των δύο υποθέσεων, δια των οποίων θα ηδύνατο να προσβληθή το κύρος της αναστάσεως, απεδείχθη όλως αβάσιμος. Απομένει ήδη η δευτέρα, καθ' ην οι μαθηταί απεπλανήθησαν και εδίδαξαν ως αληθές, εν χρηστώ συνειδότι πάντοτε, εκείνο, το οποίον αντικειμενικώς υπήρξε ψευδές. Η υπόθεσις αυτή διετυπώθη υπό διαφόρους μορφάς, τας οποίας ο φίλος ανογνώστης θα ίδη ευθύς κατωτέρω εκτιθεμένας και κρινομένας.

β) Οι μάρτυρες της αναστάσεως δεν απεπλανήθησαν.

Ι. Ο πραγματικός θάνατος του Ιησου.

Την υπόθεσιν, ότι οι κήρυκες της αναστάσεως υπήρξαν θύματα αθώας τινός πλάνης, υπεστήριξαν εκ των νεωτέρων πρώτοι οι Paulus, Herder, Schleiermacher, Hase ([17]) και άλλοι τινές, oλιγώτερον γνωστοί και διάσημοι. Ισχυρίσθησαν δε ούτοι, ότι ο Χριστός δεν είχεν αποθάνει επί του σταυρού,  αλλά λιποθυμήσας περιήλθεν εις, βαθύν λήθαργον. Και όταν λοιπόν ετέθη εις τον τάφον, η δροσερότης του βράχου και των αρωμάτων η αναληπτική ευωδία επανέφερον αυτόν εις την ζωήν.

Τον ανεκάλεσαν εκ της λιποθυμίας. Και ο Χριστός ενεφανίσθη εις τους μαθητάς την τρίτην από της σταυρώσεως ημέραν, εσχημάτισαν δ' εκείνοι την πεποίθησιν, ότι ο Διδάσκαλος, τον οποίον ενόμιζον νεκρόν, ανέζησε και ανέστη. Και η υπόθεσις αύτη απεκηρύχθη ου μόνον υπό του Keim αποδείξαντος το σαθρόν ταύτης ([18]),  αλλά και υπό πλείστον εκ των ριζοσπαστικωτέρων ορθολογιστών εν οίς και οι Schmiedel ([19]), Α. Meyer ([20]) και Strauss ([21]), του Αλβέρτου Reville χαρακτηρίσαντος ταύτην «πλοκήν φυσικών και ηθικών απιθανοτήτων» ([22]) (un tissu d' invraisemblances materielles et morales). Αποδεικνύεται δ' αύτη αβάσιμος όλως και αστήρικτος δια τους κάτωθι αδιασειςτους αληθώς λόγους:

1) Διότι αναιρείται από την αντίληψιν των πιστοποιησάντων τον θάνατον του Ιησού.

Είναι όλως απίθανον, ότι τόσα πρόσωπα, εχθροί και φίλοι του Ιησού, θα παρεπλανώντο εκλαμβάνοντες την λιποθυμίαν του ως θάνατον. Οι στρατιώται πρωτίστως, οι εντεταλμένοι επί της εκτελέσεως, ασφαλώς ήσαν έμπειροι περί τα τοιαύτα, διότι είχον λάβει μέρος επανειλημμένως εις τοιαύτας θανατικάς εκτελέσεις. Άλλως τε το δια της λόγχης πλήγμα το μετά δεξιότητος αναμφιβόλως διευθυνθέν επί της πλευράς του Ιησού υπό έμπειρου στρατιώτου, ήτο και μόνον ικανόν να επιφέρη τον θάνατον εις τον Ιησούν. Απετέλει τούτο το τελειωτικόν πλήγμα, την ευεργετικήν βολήν όπως θα ελέγομεν σήμερον, το οποίον εδίδετο κατ' επιταγήν του νόμου δια να επιταχύνη τον θάνατον η δια να επιβεβαιώση αυτόν, ακριβώς όπως εδίδετο τούτο και εις τους κατά τας μονομαχίας πίπτοντας ξιφομάχους ([23]).

Αλλ' εκτός των στρατιωτών και ο κεντυρίων, παρ' ου εζήτησε πληροφορίας ο Πιλάτος, και οι παραλαβόντες το σώμα του Ιησού, ίνα θάψωσιν αυτό, και οι αρχιερείς οι ζητήσαντες κουστωδίαν προς φρουράν του τάφου, πάντες ούτοι είναι πεπεισμένοι, ότι ο Ιησούς, μολονότι τόσον συντόμως παρά πάσαν προσδοκίαν, απέθανε πραγματικώς. Η Ιουδαϊκή δε παράδοσις, η διασωθείσα εις το Ταλμούδ, περί ης ωμιλήσαμεν εν τω πρώτω μέρει, δεν εκφράζει την παραμικράν αμφιβολίαν, περί του ότι ο Ιησούς εθανατώθη.

2) Διότι αντιτίθεται εις τα περιστατικά της ταφής.

Το σώμα του Χριστού πριν ή αποτεθή εις τον τάφον ηλείφθη δια μίγματος σμύρνης και αλόης εις μεγάλην μάλιστα ποσότητα («ως λίτρας εκατόν»), ακολούθως δ' ενετυλίχθη δι' οθονίων από κεφαλής μέχρι ποδών. Εάν ο Ιησούς έζη ακόμη, παρατηρεί ορθώς ο Hettinger ([24]) , ο θάνατος θα επήρχετο ωρισμένως εξ ασφυξίας.

3) Διότι προσκρούει εις φυσικάς δυσκολίας.

Ο καθηλούμενος επί του σταυρού, και εάν ακολούθως κατεβιβάζετο εκείθεν ζων, δεν ήτο εύκολον να διαφύγη τον θάνατον. Ο Ιώσηπος ([25]) αναφέρει εν σχέσει προς το ζήτημα τούτο γεγονός λίαν αξιοσημείωτον. Κατά την πολιορκίαν της Ιερουσαλήμ, επανελθών ποτε ο Ιώσηπος εκ περιπολίας, την οποίαν διηύθυνε προς αναγνώρισιν τινά, εζήτησεν από τον Τίτον να επιτρέψη εις αυτόν, όπως περιθάλψη τρεις εκ των συμπολιτών αυτού, οίτινες είχον σταυρωθή, αλλ' έζων ακόμη, καταβιβάζων αυτούς από τους σταυρούς των. Του Τίτου συγκατανεύσαντος, ο  Iώσηπος έσπευσε να παράσχη εις τους από του σταυρού αποσπασθέντας πάσαν ιατρικήν περίθαλψιν, δια της οποίας όμως μετά μακράν και παρατεταμένην θεραπείαν, μόνον ένα κατώρθωσε να σώση, των άλλων δύο υποκυψάντων εις τα τραύματα αυτών. Πώς λοιπόν ο Ιησούς, όστις είχε δοκιμάσει κατά την προηγηθείσαν της σταυρώσεως αυτού νύκτα αγωνίαν φοβερωτάτην, συγκλονίσασαν ολόκληρον τον οργανισμόν του μέχρι σημείου, ώστε ο ιδρώς να ρέη απ' αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος· όστις μετά την φραγγέλωσιν, την επί του σταυρού καθήλωσιν εδέχθη τέλος και το πλήγμα της Ρωμαϊκής λόγχης, πώς εστάθη δυνατόν, χωρίς να τύχη ουδεμιάς περιθάλψεως, εις το βάθος κατάκλειστου τάφου εγκαταλελειμμένος, νήστις επί τρεις ημέρας, να συνέλθη μόνος εκ της λιποθυμίας του και να διαφύγη τον θάνατον; Πώς δε θα είχε την δύναμιν ν' αποκυλίση μόνος τον ογκώδη λίθον του τάφου και να συρθή ακολούθως εκείθεν μέχρι του οίκου, όπου ευρίσκοντο οι μαθηταί; ο Reville αναγνωρίζει τούτο παρατηρών τα εξής: «Φυσικώς δύναται τις να κατατάξη μεταξύ των αδυνάτων πραγμάτων, το ότι άνθρωπος συντετριμμένος ήδη εκ του κόπου, εξηντλημένος από τας κακομεταχειρίσεις, καθηλωμένος επί σταυρού επί πλείστας ώρας, αποσπασθείς εκείθεν, ταφείς και εγκαταλειφθείς εις τάφον κεκλεισμένον, ήτο εις κατάστασιν να εξέλθη εξ αυτού μόνος μετά τριάκοντα εξ ώρας και να κάμη αμέσως τα μικρά και μεγάλα ταξείδια, τα οποία προϋποθέτουσιν αι αφηγήσεις των Ευαγγελίων». Δια τούτο «η εξήγησις η συναγομένη εκ φυσικής επανόδου εις την ζωήν του Ιησού, καταβιβασθέντος από τον σταυρόν πριν ή ο θάνατος επιτελέση το έργον του, είναι ακριβώς η μόνη την οποίαν αντίπαλοι και φίλοι δεν εσκέφθησαν» ([26]).

4) Διότι αντιτίθεται προς το περιστατικό των εμφανίσεων.

Τας εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού χαρακτηρίζει κυρίως η ταχύτης, μεθ' ης ο αναστάς παρουσιάζεται εις τους μαθητάς του και γίνεται κατόπιν αφανής από των οφθαλμών αυτών. Η ταχύτης αύτη είναι ομολογουμένως καταπληκτική, υπερβάλλουσα και την μεγαλυτέραν ευκινησίαν παντός υγιούς και καλώς έχοντος οργανισμού. Και δια να ομιλήσωμεν συγκεκριμένως, ο αναστάς Ιησούς συνοδοιπορεί ανεμποδίστως εις Εμμαούς και διατρέχει δίωρον διάστημα μετά πάσης ελευθερίας. Εν μια στιγμή γίνεται αφανής από τους οφθαλμούς των δύο εκείνων μαθητών, οίτινες ήδη τον ανεγνώρισαν, και ενώ ούτοι σπεύδοντες και τρέχοντες επανέρχονται εις Ιεροσόλυμα δια να αναγγείλωσιν εις τους μαθητάς το χαρμόσυνον συμβάν, πληροφορούνται εκεί, ότι ο διδάσκαλος είχε παρουσιασθή εν τω μεταξύ εις τον Σίμωνα Πέτρον. Ας μας εξηγήσουν ταύτα κατά λόγους φυσικούς. Ας μας είπουν, που εύρε την αντοχήν, ο μόλις προ μικρού από βαθείας ανακύψας λιποθυμίας, ο έχων καθηλκωμένους τους πόδας, να διατρέξη το από Ιερουσαλήμ μέχρις Εμμαούς διάστημα ανεμποδίστως, να επανέλθη δ' ακολούθως εις Ιεροσόλυμα, προς συνάντησιν των μαθητών, ταχύτερον των δύο εκείνων μαθητών;

5) Διότι δεν εξηγεί την εντύπωσιν των Αποστόλων.

Η εντύπωσις, την οποίαν αποκομίζουσιν οι Απόστολοι, όταν είδον τον αναστάντα διδάσκαλον, είναι ότι ο Ιησούς απεδείχθη ο νικητής του θανάτου και του Άδου ο καθαιρέτης. Και διασαλπίζουσι λοιπόν εις τα πέρατα του κόσμου, ότι ο Χριστός, ο αρχηγός της ζωής, ανέστη. Και εγείρεται το ερώτημα· εάν ο Χριστός επανήρχετο φυσικώς εις την ζωήν, θα ήτο δυνατόν άραγε τοιαύτη να είναι η εντύπωσις των μαθητών; οι μαθηταί θα έβλεπον καθηλκωμένον τινά, παλαίοντα μεταξύ ζωής και θανάτου, μη δυνάμενον να περιπατήση, υποφέροντα πολύ από τας προσφάτους ακόμη πληγάς της φραγγελώσεως και της καθηλώσεως, έχοντα ανάγκην περιποιήσεων συντόνων, όπως διατηρηθή εις την ζωήν. Το θέαμα τούτο, το υπό πάσαν έποψιν οικτρόν, μόνον δάκρυα θα προεκάλει, ουδέποτε δε ενθουσιασμόν. Ο Strauss το ομολογεί. «Τι να σκεφθή τις περί του Μεσσίου αυτού του ημιθανοίς, όστις σύρεται έξω του τάφου του άτονος και εξηντλημένος; Τοιούτος τις άνθρωπος θα ήτο δυνατόν να προξενήση εις τους μαθητάς αυτού την εντύπωσιν του νικητού του θανάτου και του τάφου, του αρχηγού της ζωής, εντύπωσιν, ήτις είναι η βάσις όλης της δραστηριότητος, την οποίαν έπειτα ανέπτυξαν εκείνοι; Τοιαύτη φυσική επάνοδος εις την ζωήν δεν θα εχρησίμευεν ή να εξασθενίση την εντύπωσιν, την οποίαν ο Ιησούς είχε προξενήσει εις τους μαθητάς προηγουμένως δια του βίου του και δια του θανάτου του, και δεν θα ηδύνατο ποτέ, να μεταβάλη την λύπην αυτών εις ενθουσιασμόν και τον θαυμασμόν αυτών εις λατρείαν» ([27]).

6) Διότι αντιτίθεται προς την λεπτομέρειαν της εν τω τάφω καταλείψεως των οθονίων.

Περί του ότι καθίστατο αδύνατον εις τον ανακύψαντα εκ της λιποθυμίας και έχοντα καθηλκωμένας τας χείρας να αποσπάση τα εφ' ολοκλήρου του σώματος σφιγκτώς προσκεκολλημένα οθόνια δια του μίγματος της σμύρνης και της αλόης, δεν είναι ανάγκη να είπωμεν τι.  Αλλά και εάν υποθέσωμεν, ότι τούτο κατέστη δυνατόν εις τον συνελθόντα εκ του ληθάργου του Ιησούν, προβάλλεται ετέρα δυσκολία, ήτις δεν αίρεται και εάν ακόμη υποθέσωμεν, ότι τα νεκρικά οθόνια δεν εγκατελείφθησαν εις τον τάφον. Διότι γεννάται αμέσως το ερώτημα: ο Ιησούς πού εύρεν ενδύματα να περιβληθή, όταν εξήλθεν από του τάφου; Ούτως η άλλως τα νεκρικά ενδύματα, και εάν δεν κατελείποντο εις τον τάφον, ήσαν ου μόνον ακατάλληλα,  αλλά και ανεπαρκή δια τον Ιησούν. Παρίσταται λοιπόν ανάγκη αμεσωτάτης προμηθείας ενδυμάτων. Ποίος θα έκαμνε ταύτην; Οι εχθροί του; Αδύνατον. Οι φίλοι του;  Αλλά πώς τότε αυτοί θα εσχημάτισαν εν χρηστώ συνειδότι την πεποίθησιν, ότι ο διδάσκαλος ανέστη; ([28])

7) Διότι δεν συμβιβάζεται προς το ευάριθμον των εμφανίσεων.

Εάν όντως ο Ιησούς επανήλθε φυσικώς εις την ζωήν, γεννάται αμέσως και το ερώτημα: τι εγίνετο και πού διέτριβε κατά τα διαστήματα, τα παρεμπίπτοντα μεταξύ των διαφόρων εμφανίσεων του; Πώς κατώρθωνε να μη τον βλέπη ουδείς, ούτε αυτοί οι μαθηταί Του; Τι δε απέγινε μετά την τεσσαρακοστήν ημέραν, αφ' ης πλέον δεν επαναβλέπουσιν αυτόν οι μαθηταί; Κατά τίνα τρόπον εξηφανίσθη όλως αιφνιδίως, αφήσας τους μαθητάς να πιστεύωσιν, ότι ο Διδάσκαλος ανελήφθη εις τους ουρανούς; Είμεθα ούτω ηναγκασμένοι να παραδεχθώμεν, ότι ο Ιησούς υπέθαλψε την αθώαν πλάνην των μαθητών του και μετήλθε παν μέσον δια να στηρίξη το ψεύδος της αναστάσεως εις τους αποστόλους αυτού. Με άλλας λέξεις ευρισκόμεθα ηναγκασμένοι να καταστήσωμεν τον Ιησούν υπεύθυνον δό&l