Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

(ο μετέπειτα άγιος γέρων Χαράλαμπος Διονυσιάτης περιγράφει το γεγονός της νεανικής του ηλικίας, όπου βρέθηκε στη φυλακή το 1941 στο στρατόπεδο έξω από τη Δράμα αιχμάλωτος στα χέρια των κομιτατζήδων και περίμεναν την εκτέλεσή τους μετά την καταδίκη τους εις θάνατον)

«Τότε ήλθα σε μια πολύ μεγάλη περισυλλογή. Σκέφτηκα μέσα μου:

- Αχ, πόσο μάταιη είναι αυτή η ζωή. Ήθελες Χαράλαμπε να παντρευτής για να γίνεις παπάς, να σώσεις τον κόσμο. Λοιπόν σώσε πρώτα τον εαυτό σου. Στην συνέχεια γονάτισα κάτω και με πύρινα δάκρυα φώναξα:

- Άγιε μεγαλομάρτυς Γεώργιε, μεγάλε στρατιώτα του Χριστού, σώσε μας και σου υπόσχομαι να αφιερώσω εξ ολοκλήρου στο Θεό τη ζωή μου.

Μόλις τελειώνω την προσευχή, να και ακούω έναν κρότο από πάνω μας «γκλάκ-γκλάκ»∙ καλπασμός αλόγου.

Στρέφω ψηλά το βλέμμα∙ ένα άλογο κάλπαζε στον αέρα από πάνω μας∙ καβαλάρη όμως δεν είδα. Κατάλαβα όμως:

- Βρε, λέω, ο αη- Γιώργης είναι σίγουρα∙ μόνο που είμαι ανάξιος να δω τον ίδιο. Άς είναι και το άλογο. Σημαίνει μας άκουσε.

Από την άλλη παρέα κανένας δεν είδε τίποτε.

Ωστόσο με υψωμένο το ηθικό παρηγορούσα τους πονεμένους συντρόφους μου:

- Θάρρος παιδιά, θα γλυτώσουμε ο αη-Γιώργης θα μας σώσει.

Θάρρος αλλά τι θάρρος; Η κατάσταση επιδεινώνεται. Αποκορύφωμα η τελευταία απόφαση. Ήδη την έβδομη ημέρα πρωί-πρωί, μπαίνουν μέσα οι δήμιοι να μας αποτελειώσουν. Και όμως δεν προλαβαίνουν να δώσουν τα πρώτα κτυπήματα.

Ανοίγει ξαφνικά διάπλατα η πόρτα της φυλακής.

Ένας γεροδεμένος νέος μπαίνει μέσα με άγριες φωνές:

- Σταματάτε κακούργοι αμέσως∙  ειδ’ άλλως θα σας καθαρίσω όλους. Αφήστε τους αθώους αυτούς ανθρώπους να πάνε σπίτια τους.

Εν ριπή οφθαλμού, άλλαξε το σκηνικό. Χάθηκαν όλοι∙ μαζί τους και ο άγνωστος εκείνος νέος. Το τι έγινε δεν περιγράφεται χαρές, φιλιά, κλάματα, συγκινήσεις.

- Δεν σας το’ λεγα εγώ, τους είπα, θα μας σώσει ο αη –Γιώργης; Αν θέλετε να σας πω και τι του έταξα. Θ’ αφιερωθώ στον Θεό.

Συμπληρώνει ο μικρός Δαμιανός:

- Εγώ έταξα όσο ζώ, το κανδήλι του ακοίμητο να καίει σπίτι μας.

 Και ένας ξάδελφος Βασίλης:

- Και γω έταξα να του αφιερώσω το άλογο μου.

Ωστόσο άλλη απορία: Ποιος ήταν ο άγνωστος ευεργέτης; Ο ένας έλεγε ότι ήταν παλλικάρι , άλλος ότι ήταν μεσήλικας, άλλος έλεγε:

- Φωνή άκουσα, πρόσωπο δεν είδα .

Άλλος την φωνή άκουσε στα ελληνικά: άλλος στα βουλγαρικά….

Παραμένουμε όλοι οι αιχμάλωτοι μ’ αυτές τις εντυπώσεις.  Όμως οι φυλακές κλειδωμένες. Ήδη μερικοί πάλι μεμψιμοιρούν.

- Μήπως….μήπως….

Αρχίζω ξανά να τους ενθαρρύνω:

- Θάρρος, αδέλφια. Τελείωσαν όλα· λίγη υπομονή.

Πράγματι δεν περνάει πολύ ώρα, ξανανοίγουν οι πύλες. Επίσημη ανακοίνωση από το βασιλιά Βόρι.

«Επειδή σήμερα η βασίλισσα γέννησε τον διάδοχό μου, απονέμω χάρη σ’ όλους τους αιχμαλώτους∙ απ αυτήν την στιγμή είσαστε όλοι ελεύθεροι».

Μόλις ανοίγουν οι φυλακές, από την χαρά μας, παρ’ όλην την πείνα και την εξάντληση, σε λίγη ώρα βρεθήκαμε στο σπίτι μας.

Μόνη απορία που έμεινε όμως στους αιχμαλώτους, ποιός ήταν αυτός ο άγνωστος ευεργέτης μας. Άγγελος, Άγιος, άνθρωπος; Όπως και να έχει, γεγονός είναι ότι ήταν σταλμένος από Θεού στην πιο κρίσιμη ώρα. Δηλαδή στο παρά πέντε. Αλλιώς μέχρι να φτανε το βασιλικό μήνυμα θα ήταν πια πολύ αργά. Ήδη θα’ μασταν τελειωμένοι».

(Από το βιβλίο: Παπαχαράλαμπος Διονυσιάτης, Ιωσήφ Μ.Δ. σελ. 44-46)

Κάποτε ένας νέος,  πλουσιωτάτης  οικογένειας  υιός, με πτυχία, με γλώσσες, μου έλεγε το εξής: είχαν ένα υπάλληλο στην επιχείρηση του πατερά του στην οποία  εργαζόταν κι αυτός. Του είπε, λοιπόν, κάποτε ο υπάλληλος ότι θα πάει ένα ταξίδι στην Πάτμο. Κι ο νέος απάντησε:

- Θα έλθω και εγώ στην Πάτμο, γιατί δεν έτυχε να έχω πάει εκεί.

Πήγαν στη Πάτμο. Ο υπάλληλος ήταν πιστός και είχε μια γνωριμία με τον πατέρα Αμφιλόχιο το Μακρή. Πολλοί από σας θα τον έχετε ακούσει. Του είπε, λοιπόν, ότι θα περάσω να δω τον πατέρα  Αμφιλόχιο, όσες  φορές  έρχομαι -κάθε χρόνο  πήγαινε στην Πάτμο- εξομολογούμαι εδώ. Του είπε  ο νεαρός ο άλλος, το αφεντικό του θα λέγαμε, θα έλθω και εγώ μαζί σου.
Και όταν πήγε ο νέος να εξομολογηθεί, αποφάσισε κι αυτός να μπει. Όχι διότι είχε πραγματικά μετανοήσει. Έτσι, δεν ξέρω πως του ήρθε . Φυσικά κάτι  λάλησε μέσα του. Όπως ο ίδιος μου έλεγε
- «σαν μια ατραξιόν του ταξιδιού. Αι, μέσα στα τόσα , τα οποία είδαμε στο ταξίδι, ας πω ότι γνώρισα αυτό το Γέροντα, τον ιερομόναχο το φημισμενο, τον Αμφιλόχιο της Πάτμου».
Μπήκε  μέσα να εξομολογηθεί , και ο γέροντας όταν του είπε μερικά από τα αμαρτήματά του, εντόπισε το ενδιαφέρον του στην κατ’ εξοχήν αμαρτία, την οποία έκανε αυτός  ο νέος. Νέος 25-26 ετών με χρήματα, ωραίος  λεβεντόκορμος, καταλαβαίνετε τι ακριβώς  συνέβαινε. Του λέει, λοιπόν, ο Γέροντας:
- «Παιδί μου, δώσε μια υπόσχεση στο Χριστό ότι θα αποστής από την αμαρτία. Δεν είναι τόσο δύσκολο, όσο  φαίνεται εκ πρώτης όψεως.  Με τη Χάρι του Θεού θα το πετύχεις».
Δεν ξέρω πως ήρθε στα χείλη μου και του είπα ένα ναι. Αλλά την ώρα κατά την οποία  έλεγα αυτό το ναι, μέσα μου κάτι  έλεγε:
για δυο μέρες,  πέντε  μπορεί. Για δέκα ίσως, αλλά μην φανταστείς ότι είναι δυνατό  να ζήσης, για δεκαπέντε μέρες σε εγκράτεια. Μη φαντασθείς ποτέ ότι γίνεται αυτό.
Την ώρα  κατά την οποία έλεγα ναι, ο εαυτός μου μέσα μου έλεγε: «μη  φαντασθείς ότι μπορεί να φτάσεις  15 μέρες».
Τότε που μου το έλεγε ο νέος είχαν περάσει  10 χρόνια, και μου έλεγε:
- «Τι μαγικό ραβδί ακούμπησε πάνω μου  και με μετέβαλε εμένα, το θηλυμανή ίππο, σε άνθρωπο εγκρατείας; Από την ημέρα εκείνη άλλαξε άρδην η ζωή μου».
Και είχε γίνει ένας ασκητής μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ένα σπίτι πλούσιο και αριστοκρατικό.
Λοιπόν,  τότε που το έλεγε, φυσικά του φαινόταν  βουνό. Απ’ την  ώρα  εκείνη κατά την οποία μπήκε ο Χριστός στην κάρδια του άλλαξαν άρδην τα πράγματα. Και είδε ότι με τη δύναμη του Θεού  όλα γίνονται  κατορθωτά. Τα ακατόρθωτα, τα αδύνατα, γίνονται δυνατά. τα ανεπίτευκτα γίνονται επιτευκτά. τα φανταστικά γίνονται πραγματικά.

(Πηγή: Η Εξομολόγηση, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ,Αθήνα 2012 σελ. 105-107)

«Για ποιό λόγο, λέει  κάποιος, δεν γίνονται  τώρα θαύματα; Εδώ, σας παρακαλώ, προσέξτε με ακρίβεια, επειδή από πολλούς το ακούω και διαρκώς και πάντοτε να ερωτάται…

Για ποιο λόγο, τώρα, η χάρις αυτή περιορίσθηκε και απομακρύνθηκε απ΄ τους  ανθρώπους σήμερα; 

Όχι επειδή θέλησε ο Θεός να μας προσβάλη, αλλά επειδή θέλησε να μας τιμήση υπερβολικά. Πώς; θα σου απαντήσω. Οι άνθρωποι τότε  ήταν περισσότερο ανόητοι, διότι μόλις προ ολίγου είχαν απαλλαγή από τα είδωλα και η διάνοια τους ήταν παχυλή και αναίσθητη ακόμη, και όλα τα σωματικά τους φόβιζαν και τους αφήναν με ανοικτό το στόμα, και δεν γνώριζαν ακόμη τίποτε για τα πνευματικά χαρίσματα. Ούτε ήξεραν τι ακριβώς είναι η πνευματική Χάρι και ότι μόνο δια της  πίστεως είναι δυνατόν να την κατανόηση κάποιος. Για το λόγο αυτό γίνονταν (τότε) θαύματα. Επειδή απ΄ τα πνευματικά  χαρίσματα αλλά μεν είναι αόρατα και κατανοούνται μόνο δια της πίστεως, αλλά δε εμφανίζουν και κάποιο αισθητό σημείο για να πείσουν τους άπιστους. Εννοώ το εξής: η άφεσι των αμαρτιών είναι πνευματική υπόθεση, είναι αόρατη δωρεά. Πράγματι το πώς απαλείφονται οι αμαρτίες μας δεν μπορούμε να το δούμε  δια των σωματικών  οφθαλμών. Γιατί, όμως; Διότι η ψυχή είναι εκείνη που καθαίρεται και η ψυχή δεν φαίνεται δια των οφθαλμών του σώματος. Η κάθαρση, λοιπόν των αμαρτημάτων είναι μια πνευματική δωρεά, την όποια δεν μπορούμε να δούμε δια των σωματικών οφθαλμών.
 Η δε γλωσσολαλία είναι μεν και αυτή αποτέλεσμα νοητής ενεργείας του Πνεύματος, προσφέρει, όμως, αισθητό σημείο, το οποίο εύκολα το αντιλαμβάνονται οι άπιστοι. Πράγματι η γλώσσα την οποία ακούμε αποτελεί εκδήλωση και απόδειξη της ενεργείας η οποία  λαμβάνει χωρά μέσα στην ψυχή μας ,της αόρατης εννοώ. Γι΄αυτό και ο Ο

Παύλος λέει: «Στον καθένα δε δίδεται φανερά το χάρισμα του Πνεύματος, προς το συμφέρον» (Α΄Κορ 12,7).

Εγώ, λοιπόν, τώρα δεν έχω ανάγκη θαυμάτων. Γιατί; Διότι και χωρίς να λάβω αποδείξεις από κάποιον, έμαθα να πιστεύω στον Κύριο. Εκείνος που είναι άπιστος, ζητά αποδείξεις, εγώ, όμως, που πιστεύω δεν χρειάζομαι ούτε απόδειξη ούτε  θαύμα, αλλά ακόμη  κι αν δεν μιλήσω ξένη γλώσσα, γνωρίζω ότι καθαρίσθηκα από τις αμαρτίες. Εκείνοι, όμως, τότε δεν πίστευαν πριν λάβουν  αποδείξεις, για αυτό και τους προσφέρονταν  τότε θαύματα, ως εγγύηση της πίστεως στην οποία πίστευαν. Συνεπώς  έδινε ο Θεός τα θαύματα σε αυτούς, όχι σαν σε πιστούς αλλά σαν σε άπιστους για να πιστεύσουν.  Έτσι και ο Παύλος λέει: «Τα θαύματα  γίνονται όχι για τους πιστούς, αλλά για τους άπιστους» (Α΄ Κορ. 14,22).

Βλέπετε ότι ο Θεός έπαυσε να προσφέρει αποδείξεις δια θαυμάτων όχι για να μας προσβάλει , αλλά για να μας τιμήση; Το έκανε αυτό επειδή ήθελε να αποδείξει ότι εμείς  πιστεύουμε χωρίς εχέγγυα και θαύματα. Εκείνοι μεν  αν δεν λάμβαναν  προηγουμένως θαύματα και αποδείξεις δεν θα πίστευαν για τα αόρατα  πράγματα. Εγώ δε και χωρίς αυτά δείχνω όλη τη πιστή μου. Αυτός, λοιπόν, είναι ο λόγος για τον οποίο  δεν γίνονται  σήμερα θαύματα»

Γράφει ο Νικόλαος  Ζουρνατζόγλου: «Ο Γέροντας Πολύκαρπος Ματζάρογλου, μου διηγήθηκε το εξής: Ο Γέροντας  Παΐσιος μια χρονιά, την Κυριακή του Τυφλού, ήταν άρρωστος και δεν είχε κάτι να φάη. Το απόγευμα εκεί που καθόταν  έξω  απ΄το κελί του βλέπει στον ουρανό ένα πουλί, που ερχόταν από πολύ μακρυά  κατ΄ ευθείαν προς το μέρος του. Έσκυψε για να μην τον κτυπήση.
Η πρώτη του σκέψη ήταν μήπως ήταν κάποιο γεράκι, που τον πέρασε για αγρίμι κι επιχείρησε να τον κτυπήση. Το πουλί, όμως έκανε στροφή κι έφυγε. Τότε άκουσε ένα θόρυβο κοντά του, μέσα στα χορτάρια.
Γυρίζει και βλέπει ξαφνιασμένος ένα ψάρι ολοζώντανο, που σπαρταρούσε και έσταζε νερό.
Ο Γέροντας συγκινήθηκε τόσο πολύ με την αγάπη και  πρόνοια του Θεού, ώστε σηκώθηκε, έκανε το σταυρό του κι είπε:  Σ΄΄ευχαριστώ Θεέ μου. Κι έτσι το βράδυ έφαγε το ψάρι που του 'στειλε ο Θεός με το πουλί».

Διηγήθηκε ο γέρων Θεοδόσιος Αγιοπαυλίτης (1901-1987) (της Μονής Αγίου Παύλου Αγίου Όρους): «Ένα βράδυ στο κελλί μου ήρθε ο π. Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης.

-      Πότε ήρθες; του λέω, δεν σε πρόσεξα.

-      Να, το απόγευμα. Θα βγάλεις βιβλίο, έμαθα.

-      Ναι, του απαντώ. Θα βγάλω ένα βιβλίο για τον πνευματισμό. Τότε ο π. Γεράσιμος μου λέει:

-      Τα μέντιουμ από αυτά που λένε 99% είναι αλήθεια, 1% είναι ψέμματα και αυτό το 1 αναιρεί τα 99.

-      Αυτό που λέγεις είναι ωραίο να το γράψω στο βιβλίο, αλλά πού το βρήκες, ρωτώ.

-      Στα Πνευματικά Γυμνάσματα (=βιβλίο αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου), απαντά.

Όταν έφυγε από το κελλί μου, ανοίγω τα Πνευματικά Γυμνάσματα και το βρίσκω αμέσως. Όταν τελείωσα το πρόχειρο γράψιμο και ήμουν έτοιμος να το στείλω για το τυπογραφείο, ο λογισμός μου έλεγε να ψάξω να βρω τη σελίδα όπου ήταν γραμμένο αυτό που μου είχε πει ο π. Γεράσιμος. Ψάχνω τρεις φορές όλο το βιβλίο και δεν το βρίσκω γραμμένο. Σηκώνομαι και πηγαίνω στην Μικρά Αγία Άννα, βρίσκω τον π. Γεράσιμο και του λέω:

-      Όταν ήρθες στο Μοναστήρι μου είπες αυτό και αυτό. Δεν το βρίσκω τώρα στα Πνευματικά Γυμνάσματα. Τι συμβαίνει;

-      Ούτε ήρθα στον Άγιο Παύλο –έχω πολύ καιρό να έλθω-, αλλά και ούτε σου είπα τέτοιο πράγμα.

Έμεινα άναυδος. Απατήθηκα λοιπόν σε τέτοιο βαθμό από τον διάβολο;

Τότε σκέφτηκα ότι, εάν το έγραφα αυτό, θα έκανα μεγάλο κακό, διότι όποιος διάβαζε το βιβλίο θα σκεφτόταν: Εφ’ όσον το 99 είναι αλήθεια, τι με νοιάζει για το 1, θα πάω στα μέντιουμ.

Όταν είχα ετοιμάσει το βιβλίο περί πνευματισμού, το καθαρόγραφα για να το στείλω το πρωί για εκτύπωση. Είχαν μείνει ακόμη 4 σελίδες για να τελειώσω. Ξαφνικά αισθάνομαι δίπλα μου τον διάβολο. Ανατρίχιασα ολόκληρος. Ο λογισμός μού έλεγε να σταματήσω. Όχι, είπα, θα τελειώσω και μετά θα σταματήσω. Χριστέ μου βοήθα με, και συνέχισα να γράφω κλαίγοντας και προσευχόμενος, ενώ έτρεμα από το φόβο μου.

Όταν τελείωσα, ξάπλωσα λίγο. Σε λίγο ακινητοποιήθηκα τελείως από τον διάβολο. Δεν μπορούσα ούτε να φωνάξω. Μόνο το μυαλό μου, η σκέψη μου λειτουργούσε. Τότε θυμήθηκα τον αββά Ισαάκ που λέει: «Μόνο το πνεύμα του Θεού μπορεί να διώξει το πνεύμα του διαβόλου».

Άρχισα τότε να προσεύχομαι θερμώς, οπότε εντός ολίγου έφυγε ο διάβολος και ελευθερώθηκα»

(από το βιβλίο: Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Αγιος Ιωάννης ο πρόδρομος» Μεταμόρφωση Χαλκιδικής, 2011 σελ. 229-230)

Η αμμά (=μητέρα) Δαμιανή, η ησυχάστρια, η μητέρα του αββά Αθηνογένους του επισκόπου των Πετρών, μάς διηγήθηκε και μας είπε.
Ήταν κάποιος ηγούμενος στο άγιο όρος του Σινά, ονομαζόμενος Γεώργιος (έζησε κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ), πολύ μεγάλος και ασκητικός. Σε αυτόν τον αββά Γεώργιο το μέγα Σάββατο, ενώ βρισκόταν στο κελλί του, τού ήρθε μια επιθυμία· ήθελα, λέει, να κάνω την αγία Ανάσταση στην αγία πόλη και να μεταλάβω τα άγια μυστήρια στην αγία Ανάσταση του Χριστού του Θεού μας. Όλη λοιπόν την ημέρα έμεινε ο γέροντας στο κελλί του ασχολούμενος με αυτούς τους λογισμούς και προσευχόμενος· μόλις βράδιασε ήρθε ο μαθητής του, λέγοντας.
- Πάτερ, κέλευσον για τον κανόνα.
Ο γέροντας αποκρίθηκε και του είπε.
- Πήγαινε, και την ώρα της αγίας μεταλήψεως έλα εδώ και έρχομαι.
Έμεινε λοιπόν ο γέροντας στο κελλί του.
Όταν έφτασε η ώρα της αγίας κοινωνίας βρέθηκε ο γέροντας μέσα στο ναό της Αναστάσεως κοντά στον επίσκοπο Πέτρο τον μακάριο και του δίνει την αγία κοινωνία μαζί μ’ όλους τους ιερείς.
Βλέποντάς τον ο πατριάρχης, λέει στον Μηνά, τον συγκέλλο του.
- Πότε ήρθε ο αββάς του Σινά;
Αποκρίθηκε ο σύγκελλος.
- Με την ευχή σας, δέσποτα, δεν τον είδα, παρά τώρα μόνο.
Τότε ο πατριάρχης λέει στον σύγκελλο.
- Πες του να μη φύγει. Γιατί θέλω να γευματίσω μαζί του.
Και ο σύγκελλος πήγε και το είπε στο γέροντα. Και αυτός αποκρίθηκε.
- Ας γίνει το θέλημα του Θεού.
Μόλις λοιπόν έγινε η απόλυση και ο γέροντας προσκύνησε το άγιο μνήμα, βρέθηκε στο κελλί του.
Και να ο μαθητής του χτυπά την πόρτα και τού λέει.
- Πάτερ, κέλευσον, έλα να μεταλάβεις.
Και ο γέροντας πήγε στο ναό μαζί με τον μαθητή του και μετέλαβε τα άγια μυστήρια.
Ο αρχιεπίσκοπος Πέτρος λυπημένος γιατί δεν τον άκουσε, μετά τη γιορτή στέλνει στο γέροντα γράμματα και στον επίσκοπο της Φαράν, τον αββά Φώτιο, και στους πατέρες του Σινά για να του φέρουν τον αββά. Μόλις λοιπόν έφτασε αυτός που μετέφερε τα γράμματα και τα έδωσε, έστειλε στον πατριάρχη τρεις ιερείς, τον αββά Στέφανο τον Καππαδόκη, τον μέγα, τον αββά Ζώσιμο και τον αββά Δουλκήτιο, τον Ρωμαίο. Απολογήθηκε ο γέροντας με γράμμα του, λέγοντας.
- Αγιώτατέ μου δέσποτα, μη θεωρήσεις πως καταφρόνησα την εντολή του αγίου αγγελιοφόρου σου.
Έγραψε και αυτό.
- Για να ξέρει η μακαριότητά σου, πως μετά έξι μήνες και οι δυο μας πρόκειται να συναντήσουμε τον Δεσπότη μας Χριστό και εκεί θα προσκυνήσουμε.
Φεύγοντας οι ιερείς και φτάνοντας εκεί δίνουν τα γράμματα στον πατριάρχη. Έλεγαν τότε.
- Πολλά χρόνια έχει που δεν βγήκε στην Παλαιστίνη ο γέροντας.
Έδειχναν και τα γράμματα του Φαράν που επιβεβαίωναν αυτά, ότι περίπου 70 χρόνια έχει ο γέροντας να φύγει από το άγιο όρος του Σινά.
Ο θείος όμως και πράος Πέτρος είχε μάρτυρες όλους τους επισκόπους, που παρευρίσκονταν εκεί, καθώς και τον κλήρο, που έλεγαν.
- Εμείς είδαμε τον γέροντα και όλοι τον ασπαστήκαμε με το άγιο φίλημα.
Μετά λοιπόν τη συμπλήρωση των έξι μηνών αναπαύτηκαν ο γέροντας και ο πατριάρχης, σύμφωνα με την προφητεία του γέροντα.

(Πνευματικός Λειμών,Ιωάννου Μόσχου,Φιλοκαλία τομος 2, εκδ. ΕΠΕ, σελ. 247-251)

(συνομιλούν ο μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος (Μ.Α.) με τον Κλείτο Ιωαννίδη (Κ.Ι.)

Μ.Α… Ο πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος έκαμε τάμα στον Άγιο Δημήτριο, κάθε χρόνο στις 26 Οκτωβρίου, που είναι η μνήμη του, να πηγαίνει στον Άγιο Δημήτριο και να παρίσταται και να λειτουργεί εκεί στην πανήγυρη του αγίου. Μια χρονιά –περίπου 10 χρόνια από τότε που μας διηγήθηκε το γεγονός- είχε πάρα πολύ μεγάλη κακοκαιρία στην Πάρο και δεν υπήρχαν πλοία. Δεν μπορούσε κανένα πλοίο να αποπλεύσει. Ήταν αδύνατον για τον πατέρα Φιλόθεο να φύγει από το νησί και να πάει στον Πειραιά και μετά στη Θεσσαλονίκη, για να εκπληρώσει το τάμα του και την επιθυμία που είχε για να παρευρεθεί στην πανήγυρη του Αγίου Δημητρίου, στο ναό του. Και παρέμεινε στο Μοναστήρι. Ήταν πάρα πολύ θλιμμένος. Έκαναν τον Εσπερινό κάτω στο καθολικό της μονής τους κι επέστρεψε ο πατήρ Φιλόθεος στο κελλί του λυπημένος, αισθανόμενος, τρόπον τινά μια αδυναμία, γιατί δεν μπορούσε να εκπληρώσει τον λόγο που είχε δώσει στον άγιο. Μόλις πήγε στο κελί του όμως και κάθισε στην καρέκλα του, άρχισε να προσεύχεται και να λέει:
«Άγιε Δημήτριε, δυστυχώς, δεν μπόρεσα να εκπληρώσω αυτό το τάμα, σε παρακαλώ συγχώρεσέ με, βοήθησέ με»,
ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε στο ναό του αγίου Δημητρίου. Από την Πάρο βρέθηκε στο ναό του αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη.
Κ.Ι.: Εν σώματι ή εν πνεύματι;
Μ.Α.: Εν σώματι, κανονικά. Χαιρέτησε όλους τους παρόντες, χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα. Ήξεραν όλοι ότι πήγαινε κάθε χρόνο και δεν απόρησε κανείς. Έλαβε μέρος στον Εσπερινό, έμεινε το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, έλαβε μέρος, την άλλη μέρα, στην τελετουργία, τελείωσαν οι γιορτασμοί και τότε, ο πατήρ Φιλόθεος επέστρεψε πίσω στο μοναστήρι του.
Στο μοναστήρι οι μοναχοί είχαν ανησυχήσει, γιατί η πόρτα του ήταν κλειστή από μέσα και νόμιζαν ότι πέθανε.
Κ.Ι.: Είναι εκπληκτικό, θαυμαστό.
Μ.Α.: Ναι. Μετά, θυμάμαι, όταν τον ρώτησα:
«Πάτερ Φιλόθεε, πώς επιστρέψατε;» - νόμιζα ότι ήρθε πίσω κατά τον ίδιο τρόπο– μού λέει: «Ρε παιδάκι μου, μετά, πήρα το καράβι και επέστρεψα. Την πρώτη φορά με πήρε ο άγιος αεροπορικώς και μετά ήρθα με τα δικά μου μέσα».
Κ.Ι.: Είναι συγκλονιστικό.
Μ.Α.: Ναι, αυτό μου το είπε ο ίδιος. Κι εκτός που μου το είπε ο ίδιος, οι ίδιοι οι πατέρες της μονής μάς το είπαν και ήταν παρόντες αυτοί που έσπασαν την πόρτα του, η οποία ήταν κλειδωμένη από μέσα και δεν βρήκαν τον πατέρα Φιλόθεο.

(Γεροντικό του 20ου αιώνος, Κλείτου Ιωαννίδη, εκδ. Μεταμόρφωση του Σωτήρος, Μήλεσι, σελ. 167-168)

Το 1916-17, γράφει ο π. Γαβριήλ ο Διονυσιάτης, βρισκόταν στο Ορφάνι του Παγγαίου υπεύθυνος σε ένα μετόχι της Μονής του. Στην περιοχή εκείνη στάθμευε τότε μεραρχία του στρατού. Μια ομάδα αξιωματικών, μυημένοι στον πνευματισμό, συνήθιζαν να συγκεντρώνονται τα βράδια γύρω από το τραπέζι, και με τη μεσολάβηση ενός στρατιώτη-μέντιουμ καλούσαν τα πνεύματα του βασιλέως Γεωργίου, του Τρικούπη και άλλων διάσημων νεκρών. Όταν το τραπεζάκι κουνιόταν –σημείο ότι άρχισε η επικοινωνία με το «πνεύμα»- έκαναν ερωτήσεις· και εκ μέρους του «πνεύματος» απαντούσε ο στρατιώτης μέντιουμ.

Έτυχε ένα βράδυ σε μια τέτοια σύναξη να παρευρίσκεται και ο π. Γαβριήλ. Κατάλαβε ότι η όλη προσπάθεια ήταν επίκληση δαιμόνων. Όταν έφυγαν βρήκε την ευκαιρία να επικολλήσει κάτω από το τραπέζι δύο κεριά σε σχήμα Σταυρού. Όταν ξαναπήγαν και προσπάθησαν να επαναλάβουν την επίκληση των «πνευμάτων», δοκίμασαν οδυνηρή έκπληξη. Ενώ καλούσαν ώρα πολλή, το τραπεζάκι δεν κουνιόταν από την θέση του και το «πνεύμα» δεν έκανε την εμφάνισή του. Άρχισαν να ερευνούν παραξενεμένοι μήπως κάποιος κάρφωσε το τραπέζι στο πάτωμα! Και ερευνώντας ανακάλυψαν τον Σταυρό από κερί κάτω από το τραπέζι.
«Το έκανα για να πεισθείτε ότι στην πράξη σας κρύβεται δαιμονική ενέργεια, τους είπε ο π. Γαβριήλ.
Δεν το παραδέχτηκαν. Και άρχισαν να αραδιάζουν διάφορες πνευματιστικές θεωρίες, ότι τάχα το κερί σαν ουσία είναι «δέκτης καλός» και για αυτό συγκεντρώνει το … ρεύμα της επικοινωνίας κλπ.
«Καλά, τους είπε τότε ο π. Γαβριήλ. Αφού φταίει το κερί αφαιρέστε το. Αλλά να μου επιτρέψετε να κάνω κάτι άλλο».
Και αφού άναψε το ένα κερί, σχημάτισε με τον καπνό ένα Σταυρό κάτω από το τραπέζι. Μετά τούς είπε να κάνουν τις επικλήσεις τους. Άρχισαν αυτοί και πάλι να καλούν· αλλά το τραπεζάκι πάλι έμενε ακίνητο· δεν γινόταν τίποτα. Αναγκάστηκαν τότε εκ των πραγμάτων να παραδεχτούν ότι δεν είχαν να κάνουν με επικοινωνία πνευμάτων νεκρών ανθρώπων, αλλά με το Διάβολο!
Με αυτόν δηλ. που «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» αλλά και που η δύναμή του και οι παγίδες του κυριολεκτικά συντρίβονται μπροστά στη δύναμη του Τίμιου Σταυρού. «Φρίττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν»»

(περιοδικό Λυχνία Νικοπόλεως φ. 54,2 στο βιβλίο Εκκλησία και Αποκρυφισμός αρχ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 37-38)

(Αν σε όλα αυτά εμείς οι ορθόδοξοι βάλουμε και τον Θεό τότε όλα αποκτούν μια άλλη δυναμική)

Ο Μάρκ και ο Έιντζελ είναι δύο παθιασμένοι συγγραφείς, χάκερ της ζωής και δημιουργοί του Best Seller «1000 μικρά πράγματα που οι ευτυχισμένοι επιτυχημένοι άνθρωποι κάνουν διαφορετικά».

Η λίστα που ακολουθεί αποτελείται από τα 8 πράγματα που πρέπει να θυμάστε όταν όλα πάνε σας στραβά.

«Κάθομαι στο κρεβάτι του νοσοκομείου περιμένοντας να μου αφαιρέσουν και τα δυο μου στήθη. Αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο νιώθω τυχερή. Μέχρι σήμερα δεν είχα ποτέ κανένα πρόβλημα υγείας. Είμαι μια 69χρονη γυναίκα που νοσηλεύεται στο τελευταίο δωμάτιο του διαδρόμου, λίγο πριν αρχίσει το παιδιατρικό τμήμα του νοσοκομείου. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ωρών έχω παρακολουθήσει δεκάδες ασθενείς με καρκίνο να περνούν από μπροστά μου πάνω σε αναπηρικά καροτσάκια και κρεβάτια με ρόδες. Κανένας από αυτούς τους ασθενείς δεν ήταν πάνω από 17 ετών.»
Αυτή είναι μια καταχώρηση από το ημερολόγιο της γιαγιάς μου, με ημερομηνία 16.9.1977. Το σκάναρα και το κάρφωσα στο πίνακα ανακοινώσεων μου, πριν από περίπου μια δεκαετία. Ακόμη και σήμερα παραμένει εκεί για να μου θυμίζει ότι πάντα, πάντα, μα πάντα υπάρχει κάτι για το οποίο θα πρέπει να νιώθω ευγνωμοσύνη!
Παραμένει επίσης εκεί για να μου υπενθυμίζει ότι, δεν έχει σημασία πόση τύχη ή ατυχία νομίζω ότι έχω. Πρέπει κάθε μέρα να ξυπνάω νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τη ζωή μου, επειδή κάποιος, κάπου αλλού, απεγνωσμένα παλεύει για τη δική του.
Για να πούμε την αλήθεια, η ευτυχία δεν είναι η απουσία προβλημάτων, αλλά η ικανότητα για την αντιμετώπισή τους. Φανταστείτε όλα τα θαυμάσια πράγματα που το μυαλό σας μπορεί να αγκαλιάσει αν δεν ήταν κρυμμένα καλά πίσω από τα προβλήματά σας. Πάντα να βλέπετε τι έχετε, αντί για αυτά που έχετε χάσει.
Επειδή δεν μετράει αυτό που ο κόσμος σας πήρε μακριά αλλά αυτό που σας έχει απομείνει.
Εδώ είναι μερικές υπενθυμίσεις που θα σας βοηθήσουν να πάρετε τη ζωή σας, στα χέρια σας κάθε φορά που νιώθετε ότι όλα γύρω σας καταρρέουν:

# 1. Ο πόνος είναι μέρος της ανάπτυξης.
Μερικές φορές η ζωή κλείνει τις πόρτες, γιατί είναι η ώρα να προχωρήσουμε προς τα εμπρός. Αυτό είναι ένα πολύ καλό πράγμα. Πολλές φορές δεν κάνουμε βήματα μπροστά αν δεν μας αναγκάσουν οι περιστάσεις. Όταν οι καιροί είναι δύσκολοι, υπενθυμίστε στον εαυτό σας ότι κανένας πόνος δεν έρχεται χωρίς σκοπό. Προσπεράστε τη δυσκολία, αλλά μην ξεχνάτε ποτέ τι σας δίδαξε. Το ότι η ζωή χρειάζεται αγώνα δεν σημαίνει ότι δεν θα τα καταφέρετε. Κάθε μεγάλη επιτυχία απαιτεί δύσκολη προσπάθεια. Το καλό πράγμα αργεί. Να έχετε υπομονή και να παραμείνετε αισιόδοξος. Όλα θα γίνουν. Ίσως όχι αμέσως, κάποια στιγμή όμως σίγουρα.
Να θυμάστε ότι υπάρχουν δύο είδη πόνου: Ο πόνος που πονάει και ο πόνος που σας αλλάζει. Όταν αφήσετε τη ζωή να σας κυλίσει αντί να της αντισταθείτε, τότε και τα δύο είδη πόνου θα σας βοηθήσουν να ωριμάσετε.


# 2. Τα πάντα στη ζωή είναι προσωρινά.
Κάθε φορά που βρέχει, κάποτε σταματά και βγάζει ήλιο. Κάθε φορά που θα πληγωθείτε, θα έρθει η στιγμή που θα νιώσετε καλύτερα. Μετά το σκοτάδι υπάρχει πάντα το φως. Αυτό το βλέπουμε κάθε πρωί, αλλά εξακολουθούμε να το ξεχνάμε, επιλέγοντας τη σκέψη ότι το σκοτάδι θα διαρκέσει για πάντα. Δεν διαρκεί. Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα.
Έτσι, αν τα πράγματα σας πάνε καλά τώρα, απολαύστε το. Δεν θα διαρκέσει για πάντα. Αν τα πράγματα σας πάνε άσχημα, μην ανησυχείτε γιατί ούτε αυτό πρόκειται να διαρκέσει για πάντα. Επειδή η ζωή σας δεν είναι εύκολη αυτή τη στιγμή, δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να χαμογελάσετε. Επειδή υπάρχει κάτι που σας προβληματίζει δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να χαμογελάσετε. Κάθε στιγμή που έρχεται, σας δίνει μια νέα αρχή και ένα νέο τέλος. Μπορείτε να βρείτε μια δεύτερη ευκαιρία, το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο. Απλά πρέπει να την αρπάξετε και να κάνετε το καλύτερο που μπορείτε.

# 3. Με το να ανησυχείτε και να διαμαρτύρεστε για τα πάντα δεν αλλάζει κάτι.
Αυτοί που διαμαρτύρονται περισσότερο, πετυχαίνουν τα λιγότερα στη ζωή. Είναι καλύτερο να προσπαθούμε να πετύχουμε κάτι μεγάλο και να αποτύχουμε, παρά να μην προσπαθήσουμε καθόλου και να πετύχουμε. Τίποτα δεν τελείωσε αν αποτύχατε σε μια προσπάθεια σας. Αντίθετα όλα τελειώνουν αν δεν προσπαθήσετε καθόλου και το μόνο που κάνετε είναι να διαμαρτύρεστε ότι όλα σας πάνε στραβά.
Αν πιστεύουμε σε κάτι, συνεχίζουμε να το προσπαθούμε. Μην αφήνετε τις σκιές του παρελθόντος να σας κρύψουν το κατώφλι των μελλοντικών σας στόχων. Μην περνάτε τις μέρες σας γκρινιάζοντας για το χθες. Αναλάβετε δράση αντ “αυτού. Αφήστε ό, τι έχετε μάθει να βελτιώσει το τρόπο που ζείτε. Κάντε μια αλλαγή και ποτέ μην κοιτάξετε πίσω.
Και ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί μακροπρόθεσμα, να θυμάστε ότι η αληθινή ευτυχία αρχίζει μόνο όταν σταματήσετε να διαμαρτύρεστε για τα προβλήματά σας και μόνο όταν αρχίσετε να είστε ευγνώμων για όλα τα προβλήματα που δεν έχετε.

# 4. Τα σημάδια σας είναι τα σύμβολα της δύναμής σας
Μην ντρέπεστε ποτέ για τα σημάδια που σας άφησε η ζωή σας. Μια ουλή σημαίνει ότι το κακό έχει τελειώσει και η πληγή κλείνει. Αυτό σημαίνει ότι νικήσατε τον πόνο, πήρατε το μάθημα, δυναμώσατε και προχωρήσατε μπροστά. Μια ουλή είναι το τατουάζ του θριάμβου για το οποίο πρέπει να νιώθετε υπερήφανοι. Μην αφήνετε τα σημάδια σας να σας κρατήσουν ομήρους. Μην τα αφήνετε να σας οδηγούν να ζείτε μια φοβισμένη ζωή. Δεν μπορείτε να κάνετε τα σημάδια της ζωής σας να εξαφανιστούν, αλλά μπορείτε να αλλάξετε το τρόπο που τα βλέπετε. Μπορείτε να αρχίσετε να βλέπετε τα σημάδια σας ως ένα σημάδι δύναμης και όχι πόνου.
Ο Rumi είπε κάποτε, «Η πληγή είναι το μέρος από όπου μπαίνει το φως στο σώμα.» Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Από τα δεινά έχουν προκύψει οι ισχυρότερες ψυχές. Οι πιο ισχυροί χαρακτήρες σε αυτό το μεγάλο κόσμο έχουν σφυρηλατηθεί με ουλές. Δείτε τα σημάδια σας ως ένα σημάδι του «ΝΑΙ! Το έκανα αυτό! Επέζησα και έχω τα σημάδια που το αποδεικνύουν! Τώρα έχω την ευκαιρία να γίνω ακόμη δυνατότερος. «

# 5. Κάθε μικρός αγώνας είναι ένα βήμα προς τα εμπρός.
Στη ζωή, υπομονή δεν σημαίνει να περιμένεις. Σημαίνει να έχεις την ικανότητα να κρατήσεις μια σωστή στάση, ενώ εργάζεσαι σκληρά για να πετύχεις τα όνειρά σου γνωρίζοντας ότι ο κόπος σου αξίζει τον κόπο. Έτσι, αν έχετε σκοπό να προσπαθήσετε, βρείτε το χρόνο να το πάτε μέχρι τέλους. Βρείτε το χρόνο να ολοκληρώσετε όλη τη διαδρομή. Διαφορετικά, δεν έχει νόημα να ξεκινήσετε καν.
Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα χάσετε για λίγο την σταθερότητα και την άνεση σας. Θα μπορούσε να σημαίνει ότι δεν θα τρώτε όσο τρώγατε και ότι δεν θα κοιμάστε όσο είχατε συνηθίσει να κοιμάστε. Θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα θυσιάσετε τις σχέσεις σας. Ότι θα σας κοροϊδέψουν οι συμμαθητές σας. Ότι θα περάσετε ένα μεγάλο διάστημα μοναξιάς. Η μοναξιά, όμως, είναι το δώρο που καθιστά δυνατά τα σπουδαία πράγματα. Σας δίνει το χώρο που χρειάζεστε. Όλα τα άλλα είναι μια δοκιμασία της αποφασιστικότητας σας, για το πόσο το θέλετε πραγματικά.
Και αν το θέλετε, θα το κάνετε, παρά την αποτυχία και την απόρριψη. Και σε κάθε βήμα θα αισθάνεστε καλύτερα από όσο μπορείτε να φανταστείτε. Θα συνειδητοποιήσετε ότι ο αγώνας δεν βρίσκεται στη διαδρομή, είναι η διαδρομή. Και αξίζει τον κόπο. Έτσι, αν έχετε σκοπό να προσπαθήσετε, περπατήστε όλη τη διαδρομή μέχρι τέλους. Δεν υπάρχει καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο … δεν υπάρχει καλύτερο συναίσθημα από το να γνωρίζεις τι σημαίνει να είσαι ΖΩΝΤΑΝΟΣ.

# 6. Η αρνητικότητα των άλλων ανθρώπων δεν είναι δικό σας πρόβλημα.
Να είστε θετικοί όταν η αρνητικότητα σας περιβάλλει. Να χαμογελάτε όταν οι άλλοι προσπαθούν να σας τραβήξουν κάτω. Είναι ένας εύκολος τρόπος για να διατηρήσετε τον ενθουσιασμό σας και την εστίαση σας. Όταν οι άλλοι σας αντιμετωπίζουν με άσχημο τρόπο, συνεχίστε να είστε ο εαυτός σας. Μην αφήσετε ποτέ την πικρία κάποιου άλλου να αλλάξει αυτό που είστε. Μην παίρνετε αυτά που λένε οι άλλοι προσωπικά, ακόμη και αν είναι προσωπικά. Σπάνια οι άνθρωποι κάνουν πράγματα εξαιτίας σας. Ότι κάνουν, το κάνουν εξαιτίας τους.
Πάνω απ “όλα, μην αλλάξετε ποτέ απλά για να εντυπωσιάσετε κάποιον που λέει ότι δεν είστε αρκετά καλός. Να αλλάξετε επειδή αυτό θα σας κάνει καλύτερο άνθρωπο και θα σας οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να μιλάνε για εσάς, ανεξάρτητα από το τι κάνετε ή πόσο καλά μπορείτε να το κάνετε. Έτσι να ανησυχείτε για τον εαυτό σας, πριν αρχίσετε να ανησυχείτε για το τι σκέφτονται οι άλλοι. Αν πιστεύουμε σε κάτι, δεν πρέπει να φοβόμαστε να αγωνιστούμε για αυτό. Τη μεγάλη δύναμη θα τη βρείτε αν αγνοήσετε όσους υποστηρίζουν ότι δεν μπορείτε να τα καταφέρετε.
Σίγουρα το έχετε ακούσει κάπου: «Η ζωή έρχεται μόνο μία φορά». Αλήθεια είναι. Για αυτό, κάντε ό, τι σας κάνει ευτυχισμένο και να είστε μαζί με όποιον σας κάνει να χαμογελάτε.

# 7. Ότι είναι γραφτό να γίνει, τελικά θα ΓΙΝΕΙ.
Η αληθινή δύναμη έρχεται όταν, ενώ έχετε τόσα πολλά να κλάψετε και να στεναχωρηθείτε, προτιμάτε να χαμογελάσετε και να εκτιμήσετε τη ζωή σας. Υπάρχουν ευλογίες κρυμμένες σε κάθε αγώνα που αντιμετωπίζετε. Θα πρέπει όμως να είστε πρόθυμοι να ανοίξετε τη καρδιά και το μυαλό για να τις δείτε. Δεν μπορείτε να αναγκάσετε τα πράγματα να συμβούν. Μπορείτε όμως να προσπαθήσετε πολύ σοβαρά. Σε κάποιο σημείο ίσως θα πρέπει να αφήσετε να γίνει αυτό που είναι γραφτό να γίνει.
Στο τέλος, το να αγαπήσετε τη ζωή σας σημαίνει να εμπιστευτείτε τη διαίσθησή σας, να παίρνετε ρίσκα, να χάνετε και να βρίσκετε την ευτυχία, να αποκτήσετε όμορφες αναμνήσεις και να μάθετε μέσα από την εμπειρία. Είναι ένα μακρύ ταξίδι. Θα πρέπει να σταματήσετε να ανησυχείτε, να αναρωτιέστε και να αμφιβάλλετε για κάθε βήμα που κάνετε. Να χαμογελάτε, να ζείτε συνειδητά την κάθε στιγμή και να απολαύσετε τη ζωή σας, όπως αυτή ξετυλίγεται. Μπορεί να μην καταλήξετε ακριβώς εκεί που θέλατε να πάτε, αλλά θα φθάσετε τελικά ακριβώς εκεί που πρέπει να πάτε.

# 8. Το καλύτερο πράγμα που μπορείτε να κάνετε είναι να συνεχίσετε.
Μην φοβάστε να προσπαθήσετε ξανά, να αγαπήσετε και πάλι, να ζήσετε και πάλι και να ονειρευτείτε και πάλι. Μην αφήνετε ένα σκληρό μάθημα να σκληρύνει την καρδιά σας. Τα καλύτερα μαθήματα της ζωής συχνά διδάσκονται από τα χειρότερα λάθη και στις χειρότερες συνθήκες. Θα υπάρξουν στιγμές που θα νομίζετε ότι τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα. Ότι έχετε φτάσει στον πάτο του βαρελιού και ότι δεν πρόκειται να ξεφύγετε ποτέ από το αδιέξοδο. Δεν ισχύει. Όταν αισθάνεστε ότι ξεμείνατε από δυνάμεις και ότι είστε έτοιμος να τα παρατήσετε, να θυμάστε ότι μερικές φορές τα πράγματα πρέπει να πάνε πολύ στραβά πριν εξελιχθούν σωστά. Μερικές φορές πρέπει να ζήσετε το χειρότερο, για να φτάσετε στο καλύτερο.
Ναι, η ζωή είναι σκληρή, αλλά εσείς είστε πιο σκληρός. Βρείτε τη δύναμη να γελάτε κάθε μέρα. Βρείτε το θάρρος να αισθανθείτε διαφορετικά, όμορφα. Ανακαλύψτε στη καρδιά σας τον τρόπο να κάνετε τους άλλους να χαμογελούν. Μην εκνευρίζεστε με πράγματα που δεν μπορείτε να αλλάξετε. Ζήστε απλά. Μοιράστε την αγάπη σας απλόχερα. Μιλήστε με ειλικρίνεια. Εργαστείτε επιμελώς. Ακόμη και αν πέσετε, σηκωθείτε και συνεχίστε. Συνεχίστε.
Κάθε πρωί που θα ξυπνάτε, να έχετε στο μυαλό σας αυτή τη λίστα:
«Να σκέφτεσαι θετικά. Να τρως υγιεινά. Να ασκείς το σώμα σου. Να ανησυχείς λιγότερο. Να δουλέψεις σκληρά. Να γελάς συχνά. Να κοιμάσαι καλά. Επανάληψη…»
Αν βρήκατε ενδιαφέρουσες τις συμβουλές των Μάρκ και Έιντζελ, φροντίστε να μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας, ώστε να μπορέσουν να τις διαβάσουν και άλλοι!

Πηγή dinfo.gr

- Παρακαλώ, είναι εκεί η κ. Δήμητρα;

- Μάλιστα, η ίδια στο τηλέφωνο.

- Α, χαίρω πολύ. Σας πληροφορώ ότι ο κ. Διευθυντής ενέκρινε την αίτηση της κόρης σας. Περάστε σήμερα από το γραφείο για να πάρετε περισσότερες πληροφορίες.

Η κ. Δήμητρα πέταξε από τη χαρά της. Φώναξε την κόρη της, τη Σοφία, και της είπε το ευχάριστο νέο.

- Ντύσου, κόρη μου, να πάμε στο γραφείο. Μας λυπήθηκε ο Θεός.

Σε λίγο ήταν έτοιμες και ξεκίνησαν. Έφτασαν στο κτίριο και μπήκαν μέσα. Επειδή ο Διευθυντής ήταν απασχολημένος, κάθισαν στην αίθουσα αναμονής. Εκεί ήταν και μια άλλη μητέρα με την κόρη της. Έπιασαν κουβέντα. Με δάκρυα η μητέρα είπε στην κ. Δήμητρα ότι ο άντρας της είναι από διετίας παράλυτος, ότι η ίδια είναι καρδιακή και ότι εκτός από την κόρη της έχει και δύο μικρότερα παιδιά, που έχουν ανάγκη βοηθείας. Έλπιζε, συνέχισε, να πάρει δουλειά η μεγάλη κόρη και να βοηθήσει το σπίτι.

Τώρα την ειδοποίησαν ότι δεν μπορούν, διότι υπάρχουν πολλές κοπέλες. Ήρθε, λοιπόν, να παρακαλέσει τον Διευθυντή να τους λυπηθεί και να προσλάβει την κόρη, διότι αλλιώς θα πεθάνουν από την πείνα.

Η κ. Δήμητρα άκουγε με συγκίνηση τη δραματική ιστορία αυτής της οικογένειας. Δάκρυσε μια στιγμή και, πιάνοντας το χέρι της δύστυχης μάνας, είπε:

- Θάρρος, ο Θεός είναι μεγάλος!

Την ώρα εκείνη άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε ο διευθυντής. Χαιρέτησε την κ. Δήμητρα και της είπε:

- Τα συγχαρητήρια. Η κόρη σας προσλαμβάνεται.

- Σας ευχαριστώ, κ. Διεθυντά, για την καλοσύνη σας, αλλά θέλω να σας παρακαλέσω αντί της κόρης μου να προσλάβετε αυτήν την δύστυχη κοπέλα. Έχω και εγώ ανάγκη βοηθείας, αλλά η οικογένεια αυτή έχει μεγαλύτερη. Σας παρακαλώ, δεχτείτε την παράκλησή μου αυτή.

Ο Διευθυντής έμεινε κατάπληκτος. Τον συγκίνησε η θυσία της κ. Δήμητρας. Ζήτησε περισσότερες πληροφορίες για την άλλη οικογένεια. Σκέφτηκε λίγο και είπε:

- Εντάξει. Θα προσλάβω και τις δύο. Δεν μου το επιτρέπει η συνείδηση να πάρω μόνο τη μία…

Η χαρά των γυναικών ήταν αφάνταστη. Έκλαιγαν από ευτυχία. Οι κοπέλες αγκαλιάστηκαν. Και οι μητέρες δοξολογούσαν το Θεό…

(στο βιβλίο Λαϊκό Λειμωνάριο, επιμέλεια κ. Καρακόλη, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη σελ. 196-197)

Ο Μακαριστός γερων Ιάκωβος Τσαλίκης                                         

Τον Αύγουστο του 1963 ήρθανε στη Μονή 75 λιβαναταίοι.  

Εργαστήκανε για τη στέρνα της Μονής, το Αγιονέρι, εθελοντικά. Το έχουν τάμα πολλοί από τις Λιβανάτες, την πατρίδα του Οσίου Δαβίδ, να προσφέρουν κάτι στη Μονή του συμπατριώτη τους, χρήματα ή εργασία. Έτσι φτάσανε τότε 75 άντρες για να κάνουν το έργο της στέρνας. Και στη Μονή βρισκόσανε άλλοι 15, για να βοηθήσουν. Ο π. Ιάκωβος συντόνιζε γενικές εργασίες, μα ήταν και ο μόνος που έπρεπε να φροντίσει για το φαγητό και τη διαμονή των καλών αυτών ανθρώπων.

Χρησιμοποίησε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε στην αποθήκη. Μια μέρα τα τρόφιμα τελείωσαν. Χρήματα δεν είχε. Έψαξε όλα τα ράφια, όλες τις γωνίες. Κατόρθωσε να βρει δυόμισι οκάδες μανέστρα. Και από ψωμί μόνο μισό Πρόσφορο. Του έδωσε και ο γέρο-Ευθύμιος μισό καρβελάκι. Ποσότητες αστείες για σχεδόν εκατό πρόσωπα, που δουλεύανε όλη την ημέρα χειρονακτικά.

Στεναχωριόταν και δεν ήξερε τι να κάνει. Τον έπιασε απελπισία και σχεδόν έκλαιγε, που θ’ άφηνε τον κόσμο νηστικό. Ξαφνικά όμως του ήρθε μια ιδέα: κατεβάζει τη μεγάλη κατσαρόλα, ρίχνει μέσα τη μανέστρα, βάζει και το ψωμί και όπως ήτανε πήγε στο ναό. Στάθηκε μπροστά στην εικόνα του οσίου Δαβίδ και του είπε:

–Άγιε μου, οι άνθρωποι αυτοί δουλεύουν για το Μοναστήρι σου. Γυρνάνε κουρασμένοι και πεινασμένοι. Δεν έχω τίποτα άλλο να τους δώσω να φάνε, μόνο τις δυόμισι οκάδες μανέστρα με το λίγο λαδάκι, το μισό προσφοράκι και το μισό καρβελάκι (= και τα έδειχνε στον Άγιο). Σε παρακαλώ, εσύ να τα ευλογήσεις, να φάνε και να χορτάσουνε.

Μαγείρεψε στην κατσαρόλα τούτη, έβγαζε συνέχεια φαγητό και δεν τελείωνε. Χόρτασαν όλοι και περίσσεψε! Το είδαν πολλοί και ο νυν ηγούμενος π. Κύριλλος. Πολλά χρόνια μετά, τονίζοντας τα θαύματα του οσίου Δαβίδ, έλεγε ο π. Ιάκωβος:

–Αδελφέ μου, επανάληψη του θαύματος των πεντακισχιλίων!

Από το ομώνυμο βιβλίο, εκδόσεις «Τροχαλία»

πηγή:http://www.diakonima.gr

Φωτό:http://www.xristianos.gr

Σημείωση: Όλες οι πηγές και οι ακριβείς παραπομπές σε αυτές παρατίθενται στα βιβλία που αναφέρονται στη Βιβλιογραφία στο τέλος.                                              

Πλάτων  
«Ο Θεός αεί γεωμετρεί»  
«Ο Θεός έπλασε τον κόσμο κατά θεία αρμονία, όπως αυτή εκφράζεται με την μουσική κλίμακα»    

Νικόλαος Κοπέρνικος, 1473-1543
(ιερέας, υποστηρικτής του ηλιοκεντρικού συστήματος)

- «Η αστρονομία είναι η κορυφή όλων των πνευματικών τεχνών και πρέπει να θεωρείται η περισσότερο ευγενής ενασχόληση του ελεύθερου ανθρώπου, από όλους τους κλάδους των μαθηματικών. Όπως είναι ίδιον όλων των ευγενών τεχνών να προφυλαχτούν από την κακία, το δε ανθρώπινο πνεύμα να ασχολείται με καλύτερα πράγματα, αυτό η αστρονομία πρέπει να το πραγματοποιήσει σε μεγαλύτερο βαθμό. Και τούτο διότι δίδει μεγάλη απόλαυση στο πνεύμα. Διότι ποιος δεν διαβλέπει την εσωτερική και πληρεστάτη τάξη, που κατευθύνεται από τη θεία σοφία και δεν ωθείται προς τα υψηλά και δεν οφείλει να θαυμάζει τον Αρχιτέκτονα όλων των πραγμάτων, στον οποίο υπάρχει η ύψιστη μακαριότης και κάθε καλό;»                                      

Σερ Φράνσις Μπέικον 1561-1626

- «μικρή μόνον πόσις από το ποτήριο της φιλοσοφίας οδηγεί ίσως στην αθεΐα· ισχυρότερες όμως ροφήσεις επανάγουν στη θρησκεία»

- «Μόνον η ημιμάθεια απομακρύνει από το Θεό, ενώ η αληθής επιστήμη οδηγεί εις Αυτόν»

- «Ο Θεός δεν κάνει θαύματα για να πείσει τους αθέους, γιατί και τα συνηθισμένα έργα του, μπορούν να πείσουν»

- «Ότι υπάρχει Θεός και κυβερνά πάντα, ότι είναι παντοδύναμος και σοφός και αγαθός (πάντων προνοητής, ότι αμείβει τις πράξεις εκάστου και προσήκει να λατρεύεται, όλα αυτά εννοούνται από τον φυσικό νου και αποτελούν το περιεχόμενο της φυσικής θεολογίας»

- «Του όλου βίου πρέπει να δεσπόζει η αγάπη, η μετά προθυμίας αφοσίωση στο κοινό αγαθό, που επιτάσσεται και από το φυσικό νόμο και από το Ευαγγέλιο· αυτή ανυψώνει τον άνθρωπο στο Θεό και πορίζει στην ψυχή την υπέρτατη ευγένεια»

- «Οι ανακαλύψεις είναι κατά κάποιο τρόπο νέες δημιουργίες και απομιμήσεις των θείων έργων»


Κέπλερ Ιωάννης, 1571-1630,
(ονομάστηκε ο «Νομοθέτης του Ουρανού»)

- «Θεωρώ ως διάταξη της θείας Πρόνοιας το ότι ακριβώς κατά την άφιξή μου (πλησίον του Τύχωνος Μπράχε) είχε ερευνηθεί ο Άρης. Δια της κινήσεως του αστέρος τούτου οφείλουμε να φθάσουμε στα απόρρητα της αστρονομίας ή να μείνουμε σε διαρκή άγνοια» (έγραψε το 1609)

- «Θεωρώ ως δικαίωμα, μάλιστα ως καθήκον να ερευνώ κατά τρόπο προσεκτικό τους αριθμούς τις μάζες, τα βάρη και τον κανόνα, κατά τον οποίο ο πάνσοφος Δημιουργός δημιούργησε τα πάντα. Διότι τα μυστικά του σχεδίου του δεν είναι τέτοια, ώστε να είναι απαγορευμένη η έρευνά τους, αλλά πολύ περισσότερο μας παρουσιάζονται ως ένα κάτοπτρο εμπρός στους οφθαλμούς μας, εις τρόπον ώστε, όταν τα εξετάζουμε, να διαβλέπουμε κάπως την καλωσύνη και την σοφία του Δημιουργού».

- «Έχασα πολύ χρόνο σ’ αυτή την αναζήτηση, σ’ αυτό το παιχνίδι με τους αριθμούς, αλλά δεν μπορούσα να βρω μία τάξη ούτε στις αριθμητικές αναλογίες ούτε στις αποκλίσεις αυτών των αναλογιών. Τελικά σε μία τελείως ασήμαντη ευκαιρία πλησίασα στην πραγματικότητα(…). Προσευχόμουν πάντοτε στο Θεό να κάνει να πετύχουν τα σχέδιά μου, αν αυτό που είχε πει ο Κοπέρνικος ήταν αληθινό» (στον Πρόλογο του Mysterium Cosmographicum 1597)

- «Μέγας ο Κύριος ημών και μεγάλη η ισχύς αυτού και της συνέσεως αυτού ουκ έστιν αριθμός. Αινείτε αυτόν οι ουρανοί, αινείτε αυτόν ήλιος, σελήνη και πλανήται, εν πάση αισθήση προς το κατανοείν, εν πάση γλώσση προς το προσφωνείν τον Δημιουργόν σας. Αινείτε αυτόν ουράνιαι αρμονίαι, αινείτε αυτόν οι αυτήκοοι των εξαιρέτων αρμονιών. Αίνει και συ ψυχή μου, Κύριον τον Δημιουργόν σου, έως υπάρχω. Ότι εξ’ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα, και τα αισθητά και τα νοερά· τόσο εκείνα τα οποία αγνοούμε, όσο και εκείνα τα οποία γνωρίζουμε-ελαχίστη μερίς εκείνων. Διότι μέχρι τώρα τα περισσότερα είναι επέκεινα. Ατώ ο αίνος, η τιμή και η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμην» (επίλογος στο έργο του «Αρμονία του Κόσμου»)

- «Οι ουράνιες κινήσεις δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αιώνιο τραγούδι για πολλές φωνές. Δεν πρέπει να απορούμε λοιπόν αν ο άνθρωπος, μιμούμενος τον Δημιουργό του, ανακάλυψε επί τέλους την τέχνη του άσματος, που δεν γνώριζαν οι αρχαίοι» (στο βιβλίο Η αρμονία του Κόσμου 1618)

- «Μέχρις εδώ φθάνει ό,τι μπόρεσα να νοήσω περί του δημιουργικού έργου του Θεού. Τώρα δε έχω καθήκον να απομακρύνω οφθαλμούς και χείρας από το χειρόγραφον, να τα υψώσω εις τον ουρανόν για να ικετεύσω ευλαβώς και ταπεινώς τον Πατέρα των ουρανίων φώτων. Ω Συ, ο οποίος διεγείρεις εις ημάς τον πόθο προς το φυσικό φως της γνώσεως· Συ, ο οποίος στρέφεις ημάς προς το φως των αστέρων, για να μας βοηθήσεις και οδηγήσεις εις το κράτος της δόξης σου. Σε ευχαριστώ, Κύριε Θεέ μου, διότι με αναζωογονείς δια των θαυμασίων έργων σου και διότι αγάλλομαι από τα έργα των χειρών σου»

- «Είμαι Χριστιανός· διδάχτηκα την πίστη από τους γονείς μου. Την ενστερνίστηκα ερευνώντας συνεχώς και με καθημερινά ερωτήματα τα θεμέλιά της και κρατώ σ’ αυτήν. Δεν έμαθα ποτέ να υποκρίνομαι. Παίρνω την πίστη στα σοβαρά και δεν παίζω μαζί της» (επιστολή του 1598)

- «Όλοι είμεθα (και μάλιστα εγώ) εφήμεροι. Εγώ, πράγματι, σπεύδω δια να δημοσιεύονται αυτά όσο το δυνατόν ταχύτερα, προς δόξαν Θεού, δι όποιον θέλει εκ τους βιβλίου της φύσεως να γνωρίζει τον εαυτό του. Όσο περισσότερο μετά ταύτα οι άλλοι ήθελον οικοδομήσει επ’ αυτών, τοσούτω μάλλον θα χαίρω· διόλου δεν θα φθονώ. Αυτά ηυχήθην εις τον Θεόν. Αυτήν την βεβαίων γνώμην έχω. Ήθελον να ήμην θεολόγος. Επί πολύ ελυπούμην δι’ αυτό. Ιδού όμως ότι ο Θεός δοξάζεται πλέον εις την αστονομίαν δι’ εμού. Τέλος δε μετά του Πέτρου αναφωνώ:»Έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί εγώ»» (επιστολή στον Μαίστλιν)

- «(να πετύχω) ώστε η πίστη περί της δημιουργίας των πραγμάτων στερεώνεται με αυτό το εξωτερικό στήριγμα, ώστε να γίνεται γνωστή η φύση του δημιουργικού νου και αποδεικνύεται σε μας καθημερινά μεγαλύτερη η ανεξάντλητη Εκείνου σοφία. Εις τρόπον ώστε ο άνθρωπος να μετρά τις δυνάμεις του νου του και να νοεί με τον ακριβή κανόνα, αφού ο Θεός έχει κτίσει τα πάντα εις όλον τον κόσμο με γνώμονας ποσότητας, και αυτόν ακόμη τον νου, ο οποίος εδόθη εις τον άνθρωπον και ο οποίος τοιαύτα συλλαμβάνει» (επιστολή)

- «Όταν εργάζομαι μέσα στην δημιουργία, είναι σαν να αγγίζω τον Θεό με τα χέρια μου»

- «Οι αστρονόμοι ως ιερείς του Θεού εις το βιβλίον της επιστήμης, πρέπει να έχουν σταθερώς στο νου τους όχι τη δόξα του δικού τους λογικού, αλλά πέρα από κάθε τι άλλο την δόξα του Θεού» (επιστολή στον Herwart)

- «Εάν ο νους γυμνωθεί από τις ιδέες των θείων πραγμάτων, καταλήγει σε απλές αρνήσεις»
 
- «Η επιθυμία μου είναι να δυνηθώ να διακρίνω το Θεό, τον οποίο ευρίσκω παντού εις τον εξωτερικόν κόσμον, κατά τον ίδιο τρόπο και εντός του εαυτού μου» (στο Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, W.Durant τόμος Ζ σελ. 658-659)

- «Η αστρονομία έχει μία νόθο θυγατέρα, την αστρολογία, αλλά αυτή οφείλει να τρέφει τη μητέρα της!». «(η αστρολογία) είναι το μωρόν (ανόητο) θυγάτριον της ευϋπολήπτου και γνωστικής μητρός αστρονομίας»

- «Όταν ζούσα μετρούσα τα ουράνια, τώρα τα έρημα σκοτάδια.
    Από το Θεό ήλθε το πνεύμα, δεν το σκιάζει η μαύρη γη»
(επίγραμμα στον τάφο του, το οποίο συνέταξε ο ίδιος)

Γαλιλαίος 1564-1642

- «Ο θείος αρχιτέκτων εδημιούργησε πρώτον τον Ήλιον και επόρισε σε αυτόν θέση πάγια, έπειτα δεν εσχημάτισε πόρρω εν τω χώρω τους πλανήτες και αφήκεν αυτούς από της θέσεώς τους εκείνης να φέρωνται περί τον έλκοντα Ήλιον… Ούτω πίπτοντας τους πλανήτας απεμάκρυνεν εν τινί στιγμή ο Θεός, έκαστον αυτων, από της τοιαύτης κινήσεως και έδωκε τροχιά κυκλική»

- «Πρέπει να σας πω κάτι, το οποίο άκουσα από έναν διάσημο εκκλησιαστικό άνδρα της εποχής μου, τον Καρδινάλιο Βαρόνιο: «Πρόθεση του Αγίου Πνεύματος είναι να μας διδάξει πώς πηγαίνει ένας προς τον ουρανό, και όχι πώς κινούνται οι ουρανοί»

- «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη σε αυτό το μεγάλο βιβλίο, το οποίο βρίσκεται αδιαλείπτως μπροστά στα μάτια μας (εννοώ το Σύμπαν), αλλά δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε, αν δεν μάθουμε πρώτα τη γλώσσα και αν δεν συλλάβουμε τους χαρακτήρες, με τους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα, χωρίς τα οποία είναι ανθρωπίνως αδύνατον να κατανοήσουμε έστω και μια λέξη από αυτό και χωρίς αυτά κάποιος περιπλανιέται άσκοπα μέσα σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο» (στο έργο του Il Saggiatore 1623)

- «Τείνω να πιστεύω πως η αυθεντία της Αγίας Γραφής έχει στόχο να πείσει τους ανθρώπους για αυτές τις αλήθειες, που είναι απαραίτητες για τη σωτηρία τους και οι οποίες, απέχοντας πολύ από το να κατανοηθούν από τον άνθρωπο, δεν μπορούν να γίνουν αξιόπιστες με κάθε μάθηση ή οποιοδήποτε άλλο μέσο, παρά με την αποκάλυψη από το άγιο Πνεύμα. Όμως το να λένε πως ο Θεός, που μας προίκισε με αισθήσεις, λογική και κατανόηση, δεν μας επιτρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε και επιθυμεί να μας γνωστοποιήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τούτη τη γνώση, την οποία είμαστε σε θέση να αποκτήσουμε από μόνοι μας μέσω αυτών των δυνατοτήτων, αυτό μου φαίνεται αδύνατο να το πιστέψω, ιδιαίτερα όσον αφορά εκείνες τις επιστήμες, για τις οποίες η Αγία Γραφή περιέχει ελάχιστα αποσπάσματα και ποικίλα συμπεράσματα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει με την αστρονομία, για την οποία αναφέρονται τόσο λίγα, που ακόμη και οι πλανήτες δεν απαριθμούνται όλοι» (Επιστολή προς τον Καστέλι)

- «Δεν αισθάνομαι υποχρεωμένος να πιστεύω ότι, ο ίδιος εκείνος Θεός, ο οποίος μας επροίκισε με νόηση, λογική και διάνοια θέλησε να παραιτηθούμε από τη χρήση του» (Παγκόσμιος Ιστορία Πολιτισμού, Will Durant τόμος Ζ σελ. 666)

- «Η Αγία Γραφή και τα φαινόμενα της φύσης προχωρούν ομοίως από τον ιερό Λόγο, η πρώτη ως υπαγόρευση του Αγίου Πνεύματος και τα δεύτερα ως ο παρατηρητικός εκτελεστής των εντολών του Θεού» (Letter to the Grand Duchess)

- «(μετά την καταστροφή της όρασής του το 1638). Αυτό το σύμπαν, το οποίο έχω διατρέξει χίλιες φορές,… έχει περιοριστεί τώρα στον ελάχιστο χώρο του σώματός μου. Έτσι το θέλησε ο Θεός· για αυτό πρέπει να το αποδεχτώ και εγώ» (Παγκόσμιος Ιστορία Πολιτισμού, Will Durant τόμος Ζ σελ. 671)

Καρτέσιος 1596-1650
(μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος)

- «Εκ του ότι υπάρχω και έχω την παράστασιν όντος τελειοτάτου, συνάγω εναργέστατα (=ξεκάθαρα) την ύπαρξη του Θεού».

- «Σκέπτομαι, άρα υπάρχω».
«Σκέπτομαι, άρα υπάρχει Θεός»

- «Εάν υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, που δεν είναι αρκετά πεπεισμένοι για την ύπαρξη του Θεού και της ψυχής τους, ας μάθουν ότι όλα τα άλλα πράγματα, για τα οποία νομίζουν ίσως ότι είναι βεβαιότεροι, όπως ότι έχουν σώμα και ότι υπάρχει η Γη και οι αστέρες και τα παρόμοια, είναι λιγότερο βέβαια».

- «Ο Θεός όταν με δημιούργησε έθεσε μέσα μου αυτήν την ιδέα, για να είναι αυτή, ωσάν το σήμα του Δημιουργού, χαραγμένη επί του έργου του… Θέλω να εξετάσω, εάν εγώ ο ίδιος που έχω αυτήν την ιδέα του Θεού, θα μπορούσα να υπάρχω, εάν δεν υπήρχε Θεός. Και διερωτώμαι, πόθεν θα είχα την ύπαρξή μου; Είναι φανερό ότι δεν οφείλω την ύπαρξή μου εις τον εαυτόν μου, διότι εάν ήμουν ικανός να δώσω εις τον εαυτόν μου ύπαρξιν, θα έδινα ταυτόχρονα όλες τις τελειότητες που μου λείπουν… Μήπως προέρχομαι από τους γονείς μου; Αλλά δεν είναι αυτοί που με διατηρούν ή με καθιστούν ον σκεπτόμενο. Εάν εξακολουθήσω έτσι σκεπτόμενος, από αιτίας εις αιτίαν, θα βρω την τελευταία αιτία· και η αιτία αυτή είναι ο Θεός»

- «Το γενικό αίτιο της κινήσεως δεν δύναται να είναι κανένα άλλο προφανώς, παρά ο Θεός, ο οποίος εις την αρχή εδημιούργησε ταυτοχρόνως ύλη και κίνηση και ηρεμία αυτής, ώστε να διατηρούνται εις τον κόσμον τόσο πολλές καταστάσεις κινήσεως και ηρεμίας, όπως αρχικώς τις είχε δημιουργήσει».

- «Ο Θεός υπάρχει· και το συμπέρασμα αυτό δεν είναι λιγότερο σαφές και προφανές από το ότι ο αριθμός δύο είναι άρτιος. Αλλά εις την περίπτωσιν αυτήν πρέπει να είμαστε απαλλαγμένοι από κάθε προκατάληψη, να έχουμε τη δύναμη να αποσπάσουμε το πνεύμα μας από τις αισθήσεις μας, και την δύναμη να απαλλαγούμε από την αλαζονεία και από το πνεύμα της αντιφάσεως»

- «Η ύπαρξη δεν μπορεί πλέον να διαχωρίζεται από την έννοια του Θεού, όπως δεν μπορεί να διαχωριστεί από την έννοια του τριγώνου το γεγονός, πως οι γωνίες του τριγώνου ισούνται με δύο ορθές γωνίες»

Σερ Φράνσις Μπέικον 1561-1626

- «Μόνον η ημιμάθεια απομακρύνει από το Θεό, ενώ η αληθής επιστήμη οδηγεί εις Αυτόν»

- «Ο Θεός δεν κάνει θαύματα για να πείσει τους αθέους, γιατί και τα συνηθισμένα έργα του, μπορούν να πείσουν»

Πασκάλ Βλάσιος, Blaise Pascal 1623-1662,
(μέγας μαθηματικός και φιλόσοφος)

- «Όχι μόνο δεν γνωρίζουμε το Θεό παρά μόνο δια του Ιησού Χριστού, αλλά ούτε και τον εαυτό μας γνωρίζουμε χωρίς τον Ιησού. Δεν γνωρίζουμε τη ζωή, τον θάνατο, παρά μόνο δια του Ιησού. Μακράν του Ιησού δεν γνωρίζουμε ούτε τι είναι η ζωή μας, ούτε ο θάνατος, ούτε ο Θεός, ούτε ο εαυτός μας. Χωρίς την Γραφή, η οποία έχει τον Ιησού Χριστό ως αντικείμενο, δεν γνωρίζουμε τίποτα και δεν βλέπουμε παρά σκότος και σύγχυση εις την φύσιν του Θεού και εις την ιδίαν μας φύσιν».

- «Κανείς δεν είναι ευτυχής σαν τον αληθινό Χριστιανό, ούτε λογικός, ούτε ενάρετος, ούτε αγαπητός»

- «Υψώνω τα χέρια προς τον ελευθερωτή μου, ο οποίος αφού προφητεύτηκε επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια, ήλθε να πεθάνει και να πεθάνει για μένα στη γη, στο χρόνο και υπό τις συνθήκες που είχαν προφητευτεί· και με την χάρη του περιμένω τον θάνατο με ειρήνη, με την ελπίδα ότι θα ενωθώ μαζί του αιωνίως. Αλλά και ζω παρόλ’ αυτά με χαρά, είτε μέσα στα αγαθά που ευαρεστείται να μου δίνει, είτε μέσα στα δυσάρεστα που μου στέλνει για το καλό μου και που με έμαθε να υποφέρω με το παράδειγμά Του»

- «Η φύση παρουσιάζει τελειότητες, για να δείξει ότι είναι εικόνα Θεού, και ελαττώματα, για να δείξει ότι δεν είναι παρά μονάχα εικόνα του»
(Σκέψεις (416) σελ. 162, εκδ. Καστανιώτη)

Μπόϋλε, R. Boyle, 1627-1691
(ο πατήρ της αναλυτικής χημείας)
- «Το Ευαγγέλιο περιλαμβάνει πράγματι και αναπτύσσει ολόκληρο το μυστήριο της λυτρώσεως του ανθρώπου, τόσο, όσο είναι αναγκαίο να γνωρίσουμε για να σωθούμε».

- «Όλα τα βιβλία του κόσμου, ακόμη και τα άριστα μεταξύ αυτών, συγκρινόμενα με την Αγία Γραφή, δεν είναι παρά πλανήτες, που έχουν όλο το φως και όλη την αίγλη τους από τον Ήλιο».

- «Η γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων γίνεται με το φως της φύσεως και τελειοποιείται από την πληροφορία των Γραφών»

- «Όση θαυμαστή καλλιτεχνία και αν έχει επιδείξει ο Θεός ανά το σύμπαν, δεν μπορούν να την κατανοήσουν τα μάτια που κλείνουν πεισμόνως και την προσβάλλον με το να μην κρίνουν αξίως αυτό που βλέπουν. Τα ζώα κατοικούν εις τον κόσμον και τον απολαμβάνουν· ο άνθρωπος, να θέλει να κάνει κάτι περισσότερο, οφείλει να τον μελετά και να τον αποπνευματώνει»

- «Ο Θεός έχοντας άπειρη γνώση και δημιουργός όντας του λογικού μας είναι αδύνατον να υποθέσουμε ότι μας αναγκάζει να παραδεχτούμε αντιφάσεις».

- «Είναι δύσκολο να δώσουμε μία ικανοποιητική έκθεση των φυσικών φαινομένων, χωρίς να παραδεχτούμε έναν Δημιουργό Νουν»

- «Η θεώρηση του μεγέθους, του κάλλους και των κανονικών κινήσεων των ουρανίων σωμάτων· η εξαιρετική κατασκευή των ζώων και των φυτών· προς τούτοις ένα πλήθος άλλων φαινομένων της φύσεως και η υποταγή των περισσότέρων εξ’ αυτών εις τον άνθρωπον οδηγούν αυτόν ως λογικό πλάσμα να συμπεράνει ότι αυτό το μεγάλο, ωραίο, κανονικό και από πολλών απόψεων θαυμαστόν σύστημα πραγμάτων, το οποίο ονομάζουμε κόσμο, κατασκευάστηκε από έναν Δημιουργό εις ύψιστον βαθμόν ισχυρόν, σοφόν και αγαθόν· αυτό δύσκολα μπορεί να το αρνηθεί ένας νοήμων και απροκατάληπτος μελετητής»

Λάϊμπνιτς 1646-1716
(φυσικομαθηματικός και φιλόσοφος)
 
- «Ο Θεός ευχαριστείται εις τους περιττούς αριθμούς»
 
- «Ο Ιησούς Χριστός, ο θείος Ιδρυτής της καθαροτέρας και φωτισμένης θρησκείας… τελειώνων εκείνο το οποίο είχε αρχίσει ο Μωϋσής, θέλησε να μην είναι η θεότης το αντικείμενο μόνο του φόβου και του σεβασμού μας, αλλά ακόμη της αγάπης μας και της στοργής μας. Έτσι έκανε τους ανθρώπους ευτυχείς εκ των προτέρων και τους έδινε εδώ, εις την γη μία πρόγευση της μελλούσης μακαριότητας. Διότι δεν υπάρχει τίποτα τόσο ευχάριστο, όσο το να αγαπά κανείς κάτι που είναι άξιο αγάπης. Αγάπη είναι η ψυχική διάθεση, που μας κάνει να βρίσκουμε ευχαρίστηση στις τελειότητες εκείνου που αγαπάμε. Δεν υπάρχει δε τίποτα τελειότερο από τον Θεόν, τίποτε πλέον αξιαγάπητο. Για να τον αγαπήσεις, αρκεί να ατενίζεις τις τελειότητές του· πράγμα εύκολο, διότι βρίσκουμε μέσα μας τις ιδέες εκείνου. Οι τελειότητες του Θεού είναι εκείνες της ψυχής μας, αλλά εκείνος τις κατέχει χωρίς όρια. Είναι ένας ωκεανός, από τον οποίο δεν έχουμε πάρει παρά σταγόνες. Υπάρχει μέσα μας κάποια δύναμη, κάποια γνώση, κάποια αγαθότης· αλλά υπάρχουν αυτές ολόκληρες στο Θεό. Η τάξις, οι αναλογίες, η αρμονία μάς ενθουσιάζουν· δείγματα αυτών είναι η ζωγραφική και η μουσική· ο Θεός είναι η πάσα τάξις, τηρεί πάντοτε την ακρίβεια των αναλογιών, κάνει την παγκόσμια αρμονία· όλη η ωραιότης είναι μία έκχυσις των ακτίνων του» (Πρόλογος στο Δοκίμιον Θεοδικίας)

- «Λόγος περί συμφωνίας πίστεως και λογικής. …. Την διάκρισιν μεταξύ εκείνου που είναι υ π έ ρ  λ ό γ ο ν (υπέρλογο) και εκείνου που είναι π α ρ ά  λ ό γ ο ν (παράλογο)… Διότι εκείνο που είναι παρά λόγον είναι εναντίον προς τις αλήθειες τις απολύτως βέβαιες και αναγκαίες· και εκείνο που είναι υπέρ λόγον είναι αντίθετο μόνο με τα συνήθη δεδομένα της πείρας ή της αντίληψης. Δια τούτο εκπλήσσομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι του πνεύματος, οι οποίοι πολεμούν αυτήν την διάκριση… Είναι ασφαλώς πολύ καλά θεμελειωμένη. Μία αλήθεια είναι υπέρ λόγον, όταν ο νους μας (ή και κάθε νους δημιουργημένος)δεν μπορεί να την κατανοήσει· και τέτοια είναι κατά τη γνώμη μου, η Αγία Τριάς, τέτοια είναι τα θαύματα που είναι έργα μόνου του Θεού, όπως επί παραδείγματι η Δημιουργία… Αλλά μία αλήθεια δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ αντίθετη με τη λογική… Δεν υπάρχουν λόγοι, όσο και αν φαίνονται τέτοιοι, οι οποίοι να αντιτίθενται κατά της πίστεως, δηλαδή κατά της βεβαιότητος ή εναντίον της εμπιστοσύνης εις τον Θεόν, με την οποία μπορούμε και πρέπει να πούμε ότι ο Θεός έπλασε τα πάντα όπως πρέπει. Οι ενστάσεις δεν είναι διόλου άλυτες. Δεν περιέχουν παρά προκαταλήψεις και αληθοφάνειες, οι οποίες αναιρούνται από λόγους ασυγκρίτως ισχυρότερους.. Δεν έχουμε ανάγκη να απαρνηθούμε τη λογική για να ακούσουμε την πίστη, ούτε να βγάλουμε τα μάτια μας για να δούμε καθαρά, όπως έλεγε η βασίλισσα Χριστίνα· αρκεί να απορρίψουμε τις συνήθεις επιπόλαιες και επιφανειακές γνώσεις μας, όταν αυτές είναι αντίθετες προς τα μυστήρια. Μία τέτοια απόρριψη δεν είναι διόλου αντίθετη  στη λογική, εφόσον και εις τα φυσικά κόμη πράγματα βγαίνουμε πολύ συχνά από την απάτη των εξωτερικών δια της εμπειρίας ή δια λόγων ανωτέρων… Η πίστη θριαμβεύει εναντίον των ψευδών λόγων με λόγους ισχυρούς και ανώτερους, οι οποίοι μας κάνουν να την εγκολπωθούμε»

 - «Από την υπέρτατη τελειότητα του Θεού συνάγεται ότι, όταν δημιούργησε το σύμπαν, διάλεξε το καλύτερο δυνατό σχέδιο, που περιλάμβανε την μεγαλύτερη ποικιλία, σε συνδυασμό με την μεγαλύτερη δυνατή τάξη· την καλύτερη ρύθμιση ως προς την κατάσταση, τον τόπο και τον χρόνο· το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με τα απλούστερα μέσα· την περισσότερη δύναμη, γνώση, ευτυχία και καλοσύνη στα δημιουργήματα, που ήταν δυνατόν να χωρέσει το σύμπαν. Διότι, αφού όλα τα δυνατά πράγματα έχουν δικαίωμα στην κατανόηση του Θεού να υπάρχουν, αναλόγως του βαθμού τελειότητάς τους, αποτέλεσμα όλων αυτών των δικαιωμάτων πρέπει να είναι αυτός ο τελειότερος δυνατός υπάρχων κόσμος» Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, Will Durant τόμος Η σελ. 753)

- «Αρχίζω πάντοτε ως φιλόσοφος, αλλά τελειώνω πάντοτε ως θεολόγος» (ο.π. σελ. 757)

- «Πιστεύω ότι ακριβώς εκεί πρέπει να αναζητήσουμε την αρχή όλων των υπάρξεων και των νόμων της φύσης· επειδή ο Θεός μας προτείνει πάντα το καλύτερο και το πιο τέλειο. Εκείνος δεν κάνει τίποτα τυχαία και δεν μοιάζει με μας, στους οποίους μερικές φορές διαφεύγει αυτό που είναι το καλύτερο. Όλοι εκείνοι που βλέπουν τη θαυμαστή δομή των ζώων καταλήγουν να γνωρίσουν τη σοφία του δημιουργού των πραγμάτων· και εκείνους που έχουν κάποιο συναίσθημα ελέους και μια κάποια ευαισθησία για την αληθινή φιλοσοφία, εγώ τους συμβουλεύω να μην ακούνε τις θεωρίες κάποιων υποτιθέμενων δυνατών πνευμάτων, σύμφωνα με τα οποία βλέπουμε γιατί έχουμε μάτια, χωρίς τα μάτια να έχουν γίνει για να βλέπουμε» (στο «Μεταφυσικός Διάλογος»)

- «Και ο Θεός είναι ένας τεχνίτης, ο οποίος διαθέτει επαρκείς ικανότητες για να δημιουργήσει μια μηχανή χίλιες φορές πιο ευφυή από εκείνη του σώματός μας, χωρίς να χρησιμοποιήσει τίποτα άλλο παρά κάποιο αρκετά απλό υγρό, το οποίο θα έχει δημιουργηθεί έτσι ώστε να αρκούν οι συνήθεις νόμοι της φύσεως για να το αναπτύξουν όπως πρέπει, με σκοπό να παράγουν ένα αποτέλεσμα τόσο θαυμαστό· αλλά είναι αλήθεια, επίσης, ότι αυτό δεν θα συνέβαινε αν ο δημιουργός της φύσης δεν ήταν Θεός» (ο.π.)

- «Έτσι το σύμπαν είναι με κάποιο τρόπο πολλαπλασιασμένο τόσες φορές όσες είναι και οι ουσίες και η δόξα του Θεού πολλαπλασιάζεται και αυτή με τον ίδιο τρόπο από τις τόσες παραστάσεις –όλες διαφορετικές- του έργου του. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι κάθε ουσία με κάποιο τρόπο φέρει μέσα της τον χαρακτήρα της άπειρης σοφίας και της παντοδυναμίας του Θεού και ότι τον μιμείται όσο μπορεί» (ο.π.)

Νεύτων Ισαάκ 1643-1727
(ο «πατήρ της φυσικής και της ουρανίου μηχανικής»)

- «Είναι τυφλός εκείνος που δεν βλέπει αμέσως στην αρίστη και σοφοτάτη διάταξη των όντων, την άπειρη σοφία και αγαθότητα του παντοδυνάμου Δημιουργού, μωρός δε (=ανόητος) εκείνος που δεν τον ομολογεί»

- «Ο Θεός κυβερνά όλα τα πράγματα και γνωρίζει όλα τα πράγματα, που υπάρχουν και εκείνα που μπορεί να υπάρξουν… Είναι παρών σε όλους τους τόπους, είναι περισσότερο ικανός με τη θέλησή του να κινήσει τα σώματα δια του απεριορίστου και ομοιομόρφου αισθητηρίου του και δια του τρόπου αυτού να διαμορφώσει και αναμορφώσει τα μέρη του σύμπαντος, παρ’ όσον εμείς με τη θέλησή μας μπορούμε να κινούμε τα μέρη του δικού μας σώματος» (στο έργο του Οπτικά)

- «Γιατί εκείνος ήταν [ο Θεός], που τα δημιούργησε [τα άτομα] για να τα θέσει σε τάξη. Και, εφ’ όσον το έκανε αυτό, δεν είναι φιλοσοφικό να αναζητούμε οποιαδήποτε άλλη Προέλευση του Κόσμου ή να παριστάνουμε πως προέκυψε από το Χάος με τους Νόμους της Φύσης μόνο» (στο έργο του Οπτικά)

- «Το εξαιρετικώς ωραίο αυτό σύστημα του Ηλίου, των πλανητών και των κομητών, είναι δυνατόν να προέλθει μόνο από τη σκέψη και την κυριαρχία μίας σκεπτομένης και παντοδυνάμου Yπάρξεως. Και αν τα σταθερά άστρα αποτελούν κέντρα άλλων, παρόμοιων συστημάτων, τότε πρέπει όλα αυτά, αφού δημιουργήθηκαν από έναν σοφό συμβουλάτορα, να υπόκεινται στην κυριαρχία του Ενός…Το Ον αυτό κυβερνά τα πάντα, όχι ως ψυχή του κόσμου, αλλά ως Κύριος επί πάντων… Ο Θεός είναι παντοδύναμος και πανταχού παρών και δια της υπάρξεώς του παντού και πάντοτε δημιουργεί τον χρόνο και τον χώρο» (στο έργο Principia)

- «Σίγουρα ανήκει στη φυσική φιλοσοφία, το να πραγματευόμαστε το Θεό από τα φαινόμενα της φύσης» (στο έργο Principia)

- «Το Σύμπαν υπάρχει. Δια της υπάρξεως αυτής παρουσιάζεται ως γεγονός θαυμαστόν, το οποίο προϋποθέτει μίαν άπειρον δύναμιν μέσα εις αυτό. Μία ολότητα μεγαλύτερη οποιουδήποτε μέρους. Μία ενότητα διατηρούσα και συνθέτουσα όλους τους κόσμους εις ένα. Το θαύμα δεν συνίσταται εις την έλλειψιν συνδετικών κρίκων από αιτίου εις αίτιον, αλλ’ εις αυτήν ταύτην  την ύπαρξη της αλυσίδας των φαινομένων. Αυτή αποτελεί το απύθμενο μυστήριο, το αδιαμφισβήτητο θαύμα που γνωρίζουμε, το οποίο μας ανάγει στις ιδιότητες του Θεού» (στο έργο του «Principia» Αρχαί)

- «Εις την κανονικήν κίνηση των πλανητών και των δορυφόρων τους, εις την κατεύθυνση αυτών, εις το σχέδιό τους, εις τον βαθμόν της ταχύτητας ενός εκάστου εξ’ αυτών υπάρχει η σφραγίδα κάποιου σκοπού η μαρτυρία της ενεργείας μιας αιτίας, η οποία δεν είναι ούτε τυφλή ούτε τυχαία, αλλά εξόχως επιδέξια στην μηχανική και την γεωμετρία Μη αμφιβάλλετε περί τούτου. Είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι η τυφλή ανάγκη δεσπόζει εις το σύμπαν, διότι η τυφλή ανάγκη, πάντοτε η ίδια, δεν είναι δυνατόν να παραγάγει την ποικιλία τω πραγμάτων, την οποία βλέπουμε. Είναι βέβαιο ότι οι παρούσαι κινήσεις των πλανητών δεν είναι δυνατόν να προέρχονται εκ μόνης της ενεργείας της έλξεως. Δια να λάβουν κίνησην περιστροφικήν περί τον ήλιον, χρειάζεται θείος βραχίων να ωθήσει αυτούς επί της εφαπτομένης της τροχιάς τους» ( επιστολή στον Bentley)

- «Υπό την άποψιν αυτήν, δύναται κανείς να πει ότι ο Θεός κατά τη δημιουργία του κόσμου ήταν πάντοτε παρών και του έδωσε μία ορισμένη διάταξη. Πράγματι ο Θεός εξέλεξε τον τελειότερον κόσμο, δηλαδή εκείνον ο οποίος συγχρόνως παρουσίαζε την μεγαλυτέρα απλότητα και με τις προϋποθέσεις πλουσιοτέρων εν αυτώ φαινομένων, όπως θα είχε μία γεωμετρική γραμμή, την οποία ευκόλως θα κατασκεύαζε και της οποίας οι ιδιότητες θα ήταν πολλές και αξιοθαύμαστες. Με την παρομοίωση αυτή δεν θέλω να παρουσιάσω μία εικόνα της θείας σοφίας, η οποία δεν μπορεί να περιγραφεί πλήρως και να υποδείξω, τι δύναται να προσφέρει το πνεύμα μας εις την μεγάλη αυτήν αλήθεια».

- «Η αντίληψη ότι ο κόσμος είναι μία γιγάντια μηχανή, που προχωρεί χωρίς την παρέμβαση του Θεού, όπως ένα ρολόι που συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς του ωρολογοποιού τη συμβολή, είναι η αντίληψη του υλισμού και της μοιρολατρίας, και τείνει (υπό το πρόσχημα ότι καθιστά το Θεό μια υπερκόσμια διάνοια) να αποκλείσει στην πραγματικότητα τη Θεία Πρόνοια και την κυριαρχία του Θεού στον κόσμο»

- «Δεν γνωρίζω πώς μπορεί να φαίνομαι εις τον κόσμον. Εγώ όμως βλέπω τον εαυτό μου ως ένα παιδί, που παίζει εις την παραλία και διασκεδάζει βρίσκοντας πότε-πότε ένα περισσότερο λείο βότσαλο ή ένα όστρακο ωραιότερο από τα συνηθισμένα, ενώ ο μέγας ωκεανός της αλήθειας εκτείνεται εντελώς ανεξερεύνητος μπροστά μου»

- «Εάν είδα μακρύτερα από άλλους άνδρες, αυτό οφείλεται στο ότι στάθηκα επάνω εις τους ώμους γιγάντων»

- «Φυσική, φυλάξου από την Μεταφυσική»

- «Εδώ κείται ο Ισαάκ Νεύτων,- που με το μέγα πνεύμα του ερεύνησε πλανήτες, - των κομητών τις τροχιές, των θαλασσών πλημμύρες. - Πρώτος αυτός ανέλυσε τις φωτεινές ακτίνες - και των χρωμάτων έδωσε εικόνες εξαίσιες. - Την Φύσιν εμελέτησε και αρχαίες συγγραφές - και επιμελώς εισέδυσε σε Ιερές Γραφές. - Με τη ζωή, τα έργα του μάς έδειξε το δρόμο, - πώς να τιμάμε και εμείς τον θείο πλαστουργό - πιστοί στο Ευαγγέλιο, βιβλίο ιερό. - Χαρά στο γένος των θνητών τέτοια στολίδια να έχει»
(Επιγραφή στον τάφο του Νεύτωνος)

Λινναίος Κάρολος, Linnaeus, 1707-1778
(ο πατήρ της συστηματικής Βοτανικής)

- «Σκοπός της δημιουργίας του κόσμου είναι η θαυμαστή γνώσις του Θεού, όπως αυτός αποκαλύπτεται εις τα έργα της φύσεως γνωριζόμενος μόνον υπό του ανθρώπου».

- «Είδα πάρα πολλά από τα θαυμάσια έργα του Δημιουργού, εις τα οποία ευρήκα την μεγαλυτέραν χαράν μου, όσον κανείς θνητός πριν από εμέ».

 - «Όταν παρατηρούμε το πτέρωμα των πτηνών και την απαράμιλλη κατασκευή τους, βλέπουμε ότι δεν υπάρχει φτερό που να μην μαρτυρεί ότι κατασκευάστηκε από τον μεγάλο Καλλιτέχνη με εξαιρετική τέχνη. Ολόκληρη η σύντομη ζωή μας δεν φτάνει για να ερευνήσουμε τον μηχανισμό τους και να αποκαλύψουμε τη σοφία που κρύβουν».

- «Η φυσική ιστορία είναι μία θεία επιστήμη. Αποκαλύπτει όχι μόνο την αιτία της δημιουργίας του ανθρώπου, αλλά ακόμη του υποδεικνύει τον ορθό δρόμο προς την γνώση της μεγαλειότητος του Δημιουργού, της πανσοφίας του, της παντοδυναμίας του, της παγγνωσίας και ευσπλαγχνίας του, χωρίς την οποία γνώση δεν θα απολάμβανε ο άνθρωπος τα προνόμια, για τα οποία τον δημιούργησε ο Θεός… Ας μην κλείνουμε λοιπόν τα μάτια της ψυχής εμπρός εις το έργο του Θεού, αλλά ας οδηγούμεθα από αυτά στο να θαυμάζουμε τον Τεχνίτη! Δια τούτο θέλουμε να αναγγέλλουμε τα θαυμάσιά σου, ω Κύριε, και είθε το ανθρώπινο γένος να διηγείται την θαυμαστή δύναμή σου! Η θεώρηση της φύσεως χαρίζει μία πρόγευση της ουρανίου ευδαιμονίας, μία διαρκή χαρά της ψυχής και μία αρχή για το πλήρες ξεδίψασμά της, που θα είναι η υψηλότερη κορυφή της ανθρώπινης ευτυχίας».

- «Ο ήλιος φωτίζει τα σώματα, η σοφία τις ψυχές. Ο κόσμος είναι ένα ανάκτορο της σοφίας του Υψίστου. Ο Θεός άναψε κάθε μία ψυχή με το δικό του πυρ. Έτσι λάμπουν όλοι οι άνθρωποι με την σοφία του εις αυτό το θέατρο, όπως ο Θεός τους έπλασε. Μερικούς τους έκανε μεγάλα φώτα, άλλους μικρά»

- «Τι το ιδιαίτερον έχει ο άνθρωπος; Μάλιστα, έχει κάτι το ιδιαίτερο· δεν είναι εις θέσιν μόνο να ακούει, να βλέπει, να οσφραίνεται, να γεύεται και να αισθάνεται, όπως τα ζώα, αλλά είναι ικανός να συλλαμβάνει την θαυμαστή σχέση όλων των φυσικών πραγμάτων, να παρατηρεί τις ιδιαίτερες ιδιότητές τους και από εκεί να υψώνεται προς τον υψηλό και αξιοθαύμαστο Τεχνίτη τους».

- «Ήλθα εις αυτόν τον κόσμον για να θαυμάζω τον Θεό, τον παντογνώστη και παντοδύναμο εν τη μεγαλειότητί του»

Ούλερ Λεονάρδος- Euler 1707-1783
(ο μεγαλύτερος μαθηματικός της εποχής του)

- «Η τελειότης της διανοίας έγκειται εις την γνώσιν της αλήθειας… που έχει ως κύριο θέμα τον Θεό. Και όπως η διάνοια δεν θα μπορούσε να είναι εις ευτυχεστέραν κατάσταση παρά μόνο όταν κάνει συνεχείς προόδους εις την γνώσιν του Θεού και των έργων του, κατά παρόμοιο τρόπο και η θέληση δεν θα μπορούσε να βρεθεί εις ευτυχεστέραν διάθεση παρά όταν φτάσει εις απεριόριστη υποταγή εις το θείον θέλημα»

- «Όλη μας η ευτυχία καταλήγει εις τον Θεόν· η παραβίαση του νόμου του αναγκαστικώς θα μας σπρώξει εις το κακόν… Δεν υπάρχει τίποτε, το οποίο να είναι ικανό να κάνει τον άνθρωπο τελείως ευτυχισμένο, παρά μόνον: πρώτον μία επαρκής γνώση του θελήματος του Θεού και δεύτερον μία τελεία υποταγή της θελήσεως του ανθρώπου εις την θείαν θέλησιν».

- «Η ανάσταση του Ιησού Χριστού, είναι ένα αδιαφιλονείκητο γεγονός, και ένα παρόμοιο θαύμα δεν μπορεί να είναι παρά έργο του Θεού και μόνον, έπειτα δεν από αυτό είναι αδύνατον να υπάρχουν αμφιβολίες για την θεότητα της αποστολής του Σωτήρος. Κατ’ ακολουθίαν η διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων του είναι θεία. Και επειδή ο σκοπός της τείνει προς την αληθινή μας ευτυχία, μπορούμε να πιστέψουμε με τη σταθερότερη πεποίθηση όλες τις υποσχέσεις, τις οποίες μας δίνει το Ευαγγέλιο, τόσο για αυτήν τη ζωή, όσο και για τη μέλλουσα και να θεωρήσουμε τη χριστιανική θρησκεία έργο του Θεού που σχετίζεται με τη σωτηρία μας. Δεν είναι ανάγκη να δώσουμε περισσότερη έκταση εις αυτές τις σκέψεις, αφού είναι αδύνατον, εις όποιον έχει άπαξ πεισθεί δια την ανάσταση του Χριστού, να διατηρήσει την παραμικρή αμφιβολία για την θειότητα της Αγίας Γραφής»

Βενιαμίν Φραγκλίνος 1706-1790
(εφευρέτης του αλεξικέραυνου και Αμερικανός πολιτικός)

- «Με τη βοήθεια του Θεού εφέρθην κατά το μακρό διάστημα της ζωής μου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς δεν έχει το διακαίωμα να πει: ο Βενιαμίν Φραγκλίνος με αδίκησε»

- «Χάσαμε έναν γονέα, φίλο ανεκτίμητο και προσφιλή. Αλλά αυτή είναι η θέληση του Θεού· τα σώματά μας να απορρίπτονται, όταν η ψυχή πρόκειται να εισέλθει στην αληθινή ζωή. Η ύπαρξή μας επί της γης μόλις αξίζει το όνομα ζωή… Γιατί λοιπόν να μην χαίρουμε, όταν ένα νέο άτομο καλείται στην αιωνιότητα, να γίνει μέλος της ευτυχισμένης κοινωνίας των αθανάτων;»

- «Ενθάδε κείται το σώμα του Βενιαμίν Φραγκλίνου, τυπογράφου, ως περικάλυμμα παλαιού βιβλίου, με σχισμένα τα φύλλα, με σβησμένα τα γράμματα και το επιχρύσωμά του, βορά των σκωλήκων. Δεν θα χαθεί όμως το κείμενο του βιβλίου, διότι θα αναφανεί, όπως πιστεύει, εις νέαν έκδοση, ωραιότερη, διορθωμένη και αναθεωρημένη από τον Ποιητή» (λόγια στην επιτάφια πλάκα του τα οποια συνέταξε ο ίδιος)

- «Νέε, σε συμβουλεύω να καλλιεργήσεις τη γνωριμία σου με την Αγία Γραφή και να πιστεύεις αδίστακτα στα διδάγματά της. Αυτό αποτελεί το ασφαλές συμφέρον σου»

- «Κύριοι! Ας προσευχόμαστε. Έφθασα σε μια μεγάλη ηλικία, και όσο περισσότερο ζω, τόσο καθαρότερα βλέπω ότι η υπόθεση της ανθρωπότητας διευθύνεται από τον Θεό… Πώς μπορεί μια χώρα να στηριχτεί και να ενισχυθεί χωρίς τη βοήθειά Του; Η Αγία Γραφή μας βεβαιώνει ότι, εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες»

Lavoisier 1743-1794
(ο πατήρ της νεώτερης Χημείας)

«Ερωτούμε τη φύση σε κάθε στιγμή και αυτή μας απαντά μία φορά τον αιώνα και με μία μόνο λέξη»

Έρσελ Β. Herschel William 1738-1822
(αστρονόμος που ανακάλυψε πολλούς δορυφόρους πλανητών)

«Όσο περισσότερο ευρύνεται το πεδίο της επιστήμης, τόσο πολυαριθμότερες γίνονται οι αποδείξεις περί υπάρξεως παντοδύναμης δημιουργικής Πανσοφίας»


Λαεννέκ, Laennec Rene 1781-1826
(ο διασημότερος γιατρός του ΙΘ αιώνος)

- «Οι φιλοδοξίες μου είναι ελάχιστες. Αρκεί να μπορώ να ζήσω, για να γίνω ωφέλιμος εις τους άλλους. Όλα τα άλλα είμαι βέβαιος πως δεν έχουν καμία αξία. Η περιουσία, η δόξα, οι πλέον λαμπρές επιτυχίες δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την καρδιά του ανθρώπου. Επέστρεψα εις Εκείνον, ο οποίος μόνος μπορεί να δώσει την αληθινή ευτυχία. Η δόξα του κόσμου χάνεται, η αλήθεια του Κυρίου μένει εις τον αιώνα».

- «Είθε ο Θεός της ευσπλαγχνίας εμπρός εις τον οποίον θα παρουσιαστώ μετ’ ολίγον, να σας ευλογεί, αγαπητέ μου πατέρα. Ολοένα και περισσότερο προσπαθώ να καθαρίσω την ψυχή μου και με τη χάρη του Κυρίου επιθυμώ να βρεθώ την στιγμή αυτή κοντά του»

Βόλτα Αλέξανδρος, Volta Α. 1745-1827
(μεγάλος εφευρέτης στον τομέα του ηλεκτρισμού).

- «Πάντοτε εκράτησα και κρατώ ως μοναδική, αληθινή και αλάθητη την αγία χριστιανική θρησκεία και ευχαριστώ το Θεό παντοτινά που μου έδωσε αυτήν την υπερφυσική πίστη… Παρόλ’ αυτά, δεν παραμέλησα να χρησιμοποιήσω τα μέσα, έστω τα ανθρώπινα, που θα μου στερέωναν αυτήν την πίστη και να απομακρύνω όλες τις αμφιβολίες που προβάλλουν και θέτουν εις πειρασμόν. Ούτω πως εμελέτησα προσεκτικά τα θεμέλιά της και αναζήτησα εις την μελέτη βιβλίων, τόσο απολογητικών, όσο και αντιθέτων, τα υπέρ και τα κατά. Από όλα αυτά πηγάζουν τα επιχειρήματα τα πλέον ισχυρά, που την καθιστούν πολύ πιστευτή, ακόμη και εις την ανθρώπινη λογική, εις τρόπον ώστε κάθε σώος νους δεν μπορεί παρά να την εγκολπωθεί και να την αγαπήσει. Είθε μία τοιαύτη ομολογία, που επιθυμώ να γνωσθεί από όλους- διότι «ουκ επαισχύνομαι το Ευαγγέλιον»- να παράγει καλούς καρπούς!»

Λαπλάς Π. Laplace P, 1749-1827
(Γάλλος αστρονόμος και μαθηματικός)
 
- «Αυτό που γνωρίζουμε είναι ένα κάτι το πολύ μικρό, αλλά εκείνο, που αγνοούμε, είναι μέγιστο!» (το έγραψε πάνω από το κρεββάτι του)

- «όσο μεγαλύτερη και ευρύτερη γίνεται η περιοχή των εξερευνήσεων, τόσο περισσότερο μεγαλώνουν τα σύνορα του αγνώστου» (παρατίθεται από τον G. Gamow)

- «Προσεύχομαι εις τον Θεόν, δια να φρουρεί την ζωήν σου. Έχε Τον πάντοτε παρόντα εις τον νου σου, όπως τον πατέρα σου και την μητέρα σου…» (επιστολή στο γιο του 17/7/1809)

- «Η πιθανότης ενός τοιούτου γεγονότος (=δημιουργίας από τύχη) είναι μία στα τρισεκατομμύρια των δυνατών περιπτώσεων. Το ηλιακό σύστημα δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, πράγμα που αποτελεί πιθανότητα πολύ μεγαλύτερη των περισσοτέρων ιστορικών γεγονότων».

- «Τέτοια φαινόμενα, τόσο έκτακτα, δεν είναι δυνατόν να προέκυψαν κατά τύχη. Υπολογίζοντες μαθηματικώς την πιθανότητα αυτών βρίσκουμε ότι η πιθανότης αυτή είναι μία στις 200 τρισεκατομμύρια δυνατές περιπτώσεις τουλάχιστον. Επομένως αυτά δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, πράγμα που αποτελεί πιθανότητα κατά πολύ μεγαλύτερη των περισσοτέρων ιστορικών γεγονότων για τα οποία κανείς δεν αμφιβάλλει. Επομένως οφείλουμε να πιστεύουμε, τουλάχιστον με την ίδια πεποίθηση, ότι κάποια αιτία διηύθυνε τις κινήσεις των πλανητών» (Exposition du systeme du Monde, 1796 σ. 449)

Νταίβυ, Davy Humphry 1778-1829
(μεγάλος Άγγλος χημικός και φυσικός, ο πατήρ της ηλεκτροχημείας).

- «Κατά τη νεότητά μου ήμουν σκεπτικιστής. Νομίζω δ ότι αυτή είναι η περίπτωση των περισσοτέρων νέων που σπούδασαν και συζήτησαν λίγο και συνήθισαν να θέτουν κάποια μαθηματική στρυφνότητα εις τον τρόπο της σκέψεώς τους. Αλλά παρατηρώντας την φύση των νοητικών ιδιοτήτων των ζώων εν συγκρίσει με αυτές του ανθρώπου και εξετάζοντας τα θαυμάσια του ενστίκτου έγινα πιστός. Μου ήλθε μία ημέρα η ιδέα ότι το ένστικτο έχει αντικατασταθεί εις τον άνθρωπον από την ενέργεια του Θεού εις τας ψυχάς μας και με αυτήν την πεποίθηση η πίστη ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο… Ο αληθής χημικός βλέπει την ενέργεια του Θεού σε όλες τις ποικίλες μορφές του εξωτερικού κόσμου».

- «Δεν φθονώ κανέναν δι’ οιονδήποτε δώρο της καρδιάς ή του νου, είτε αυτό ονομάζεται μεγαλοφυΐα, είτε ικανότης και φαντασία. Εάν όμως επρόκειτο να εκλέξω, θα προτιμούσα από όλα τα άλλα δώρα την πίστη ευσεβούς καρδιάς. Αυτή κάνει τον βίο σχολή αγιότητας, πλάττει νέες ελπίδες, και όταν χαθεί κάθε γήινη ελπίς, διαχύνει τις λαμπρές της ακτίνες επάνω εις τον μαρασμό και την καταστροφή της επιγείου ύπαρξης. Η πίστη είναι εκείνη που προκαλεί ζωή από τον θάνατο και ύμνο ανάμεσα από τα ερείπια. Αυτή μπορεί να κάνει τα βασανιστήρια και το σταυρό της αισχύνης ουρανίους οδηγούς προς τον παράδεισο· ακόμη και εκεί όπου ο άνθρωπος των αισθήσεων και ο δειλός βλέπει μόνο σκοτάδι, καταστροφή και απόγνωση, η πίστη μπορεί να γεμίσει το πνεύμα με την πρόγευση ενός κόσμου ειρήνης και αιώνιας χαράς, προς τον οποίο κάτω από φοίνικες και αμαράντους βαδίζει η φάλαγγα των νικητών και των μακάρων»»

Λαμάρκ, J.B Lamarck 1744-1829

- «Ο άνθρωπος, αν θεωρήσουμε μόνο το σώμα του, θα ήταν δυνατόν να κατάγεται από τους ανωτέρους πίθηκους, τους ονομασθέντας δια τούτο ανθρωποειδείς, αλλά το λογικό του τον ανεβάζει πολύ υψηλότερα από τα νοήμονα ζώα, του δίδει μία θέση ξεχωριστή και αποδεικνύει ότι η καταγωγή του είναι διαφορετική από εκείνη των ζώων».

- «Είπαν ότι η φύση είναι ο Θεός. Παράξενο πράγμα! Έκαναν σύγχυση μεταξύ του ωρολογίου και του ωρολογοποιού, του έργου και του τεχνίτου. Ασφαλώς η ιδέα αυτή είναι συνεπής και δεν έχει κανένα βάθος. Η δύναμη που δημιούργησε τη φύση δεν έχει αναμφιβόλως όρια, δεν μπορεί να υποταχτεί στο θέλημά της και είναι ανεξάρτητη από κάθε νόμο. Μόνη αυτή μπορεί να μεταβάλλει την φύση και τους νόμους της· μόνη αυτή μπορεί να τους εκμηδενίσει».

- «Η φύση χωρίς να είναι μία διάνοια, χωρίς να είναι ένα ον, αλλά μία τάξις πραγμάτων που αποτελούν μία δύναμη παντού υποταγμένη εις νόμους, η φύσις, λέγω, δεν είναι Θεός. Είναι το υπέροχο προϊόν της παντοδυνάμου θελήσεώς του… Ο άνθρωπος που μελετά το παιχνίδι των φυσικών δυνάμεων θαυμάζει, ας πω μεν, τις θείες κινήσεις, διότι η θέληση του Θεού εκφράζεται παντού με την εκτέλεση των νόμων της φύσεως, εφ’ όσον αυτοί οι νόμοι προέρχονται από αυτόν» 

Cuvier Γεώργιος, 1769-1832
(ο πατήρ της Παλαιοντολογίας)

- «Τα τελειότερα ζώα είναι απείρως κατώτερα του ανθρώπου ως προς τις νοητικές ικανότητες».

- «Ας αφήσουμε την ειδωλολατρική αρχαιότητα και ας ανοίξουμε το Ευαγγέλιο… Ιδού τι διαβάζουμε εις το ιερόν Βιβλίον: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου… και τον πλησίον σου ως σεαυτόν· εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται»

Αμπέρ Ανδρέας, Ampere 1775-1836
(διάσημος Γάλλος φυσικός)
 
- «Πόσο δυστυχής είμαι!... Εάν όμως διατηρούσα ακέραιες τις χριστιανικές μου πεποιθήσεις, ω! τότε δεν θα είχα πέσει μέσα εις αυτό το βάραθρον» (επιστολή στον J. Bredin)

- «Προσεύχου δι’ εμέ, ζήτησε δι’ εμέ την δύναμη να προσευχηθώ. Προσπάθησε, αγαπητέ μου, να μου δείξεις την αλήθεια. Προσπάθησε να με σηκώσεις από το βάραθρο στο οποίο πίπτω» (επιστολή στον J. Bredin)

- «Μέσα στη φύση, μπορούμε να βλέπουμε τα έργα του Δημιουργού και από αυτά να φτάνουμε στην γνώση Αυτού και στις θείες του ιδιότητες. Ο Θεός κρύπτεται στα «έργα των χειρών του» σαν τις πραγματικές κινήσεις των άστρων, οι οποίες κρύβονται πίσω από τις φαινομενικές»
 
- «Η πίστη είναι ένα δώρο του Θεού, στηρίζεται όμως και πάνω εις την θέληση του ανθρώπου προς επιστροφήν εις την Εκκλησία του Σωτήρος. Η θύρα είναι πάντοτε ανοικτή εις τους «ταπεινούς τη καρδία»… Και εν τούτοις εκλήθης, όπως και εγώ. Ηρνήθης όμως. Ανέβαλες και ο Κύριος επέρασε. Μα είσαι λοιπόν Χριστιανός ή εχωρίσθης από το σώμα της Εκκλησίας, η οποία είναι ο θεματοφύλαξ της Αληθείας επί της γης… Σε χαιρετώ και είθε ο Κύριος να σε επαναφέρει εις τους ώμους του, όπως το απολωλός πρόβατον» (επιστολή στον Οζανάμ)

- «Να εργάζεσαι εν πνεύματι προσευχής. Να ερευνάς πάντοτε με το ένα μάτι, ώστε το άλλο να καταγοητεύεται διαρκώς από το αιώνιο φως. Να ακούς μόνο με το ένα αυτί, για να είναι το άλλο πάντοτε έτοιμο να υποδέχεται τους γλυκείς και μελωδικούς ήχους του ουρανίου σου Φίλου…»

- «Θεέ μου, όλες οι επιστήμες, όλες οι ανακαλύψεις, όλα αυτά που ο κόσμος θαυμάζει, δεν είναι τίποτα. Η μόνη και αιώνια αλήθεια είναι η αλήθεια του Θεού… Ω, πόσο η ψυχή μου είναι τώρα πλέον ενωμένη με το Θεό και με το Χριστό. Ευλόγησέ με, Θεέ μου!»

- «Αντιλαμβάνομαι τώρα περισσότερο από άλλοτε τον Χριστιανισμό ως θρησκεία αφιερώσεως, θρησκεία αγάπης, θρησκεία εις την οποίαν οφείλουμε να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις» (στο τέλος της ζωής του)

Γκάους, K. Gauss 1777-1855
(κατά κάποιους ο μεγαλύτερος μαθηματικός όλων των αιώνων)
.
- «Υπάρχει εις τον κόσμον αυτόν απόλαυση του νου, ο οποίος ικανοποιείται εις την επιστήμην, και απόλαυση της καρδιάς, η οποία ανακουφίζει τον άνθρωπο από τους μόχθους και τις ταλαιπωρίες. Εάν όμως υποτεθεί ότι το έργο του υπερτάτου Όντος είναι να φέρει εις την ζωήν πλάσματα, δια να καλλιεργούν τις απολαύσεις αυτές και να εξαφανιστούν έπειτα από 80 ή 90 χρόνια, το σχέδιο θα ήταν ελεεινό. Ας υποτεθεί ότι η ψυχή ζούσε 80 ή 90 χιλιάδες χρόνια. Εάν επρόκειτο κάποτε να εξαφανιστεί, το χρονικό αυτό διάστημα είναι απλή στιγμή, αφού επι τέλους θα περάσει. Και όμως η ψυχή μας τείνει προς την αθανασία και το άπειρο. Από αυτό πρέπει να δεχτεί κανείς την γνώμη υπέρ της οποίας, εκτός από την αυστηρή επιστημονική θεμελίωση, τόσο πολλά άλλα συνηγορούν· ότι δηλαδή εκτός από τον υλικό αυτό κόσμο, υπάρχει και καθαρώς πνευματικός κόσμος, προορισμένος να μας παράσχει την ικανοποίηση των ευγενεστάτων και ισχυροτάτων εφέσεών μας. Του κόσμου δε αυτού θα γίνουμε μέτοχοι».

- «Σου εύχομαι να είσαι καλά, αγαπητέ μου. Πρέπει το όνειρο που ονομάζουμε ζωή να σού είναι γλυκύτερο. Να είναι πρόγευση της αληθινής ζωής εις την καθαυτό πατρίδα μας, εις την οποία το ζων πνεύμα δεν θα φέρει την αλυσίδα του σώματος, την σκευοθήκη του χώρου, την μάστιγα των γηίνων πόνων και όπου δεν θα το πιέζουν οι πειρασμοί των μικροτάτων μας αναγκών και επιθυμιών. Ας φέρουμε με θάρρος και χωρίς γογγυσμό το φορτίο μέχρι τέλους, χωρίς να λησμονούμε καθόλου εκείνον τον υψηλότερο σκοπό. Θα είμεθα γεμάτοι χαρά, όταν θα σημαίνουν οι τελευταίες ώρες της ζωής μας, για να αποθέσουμε το φορτίο, και θα βλέπουμε να φεύγει από πάνω μας κάθε τι το φθαρτό»

Κωσύ Αυγουστίνος, A. Cauchy 1789-1857
(ο μεγαλύτερος μαθηματικός 19ου αιώνος και κατηχητής νέων).

- «Είμαι Χριστιανός· δηλαδή πιστεύω εις την θεότητα του Ιησού Χριστού, μαζί με τους Μπραγιέ (T.Brahe), Καρτέσιο, Κοπέρνικο, Νεύτωνα, Φερμά, Λάϊμπνιτς, Πασκάλ, Ούλερ (Euler)…, μαζί με όλους τους μεγάλους γεωμέτρες, φυσικούς και αστρονόμους των περασμένων αιώνων… που τίμησαν περισσότερο από κάθε άλλον την επιστήμη, την φιλοσοφία, την φιλολογία και οι οποίοι ελάμπρυναν τις ακαδημίες μας».

- «Οι πεποιθήσεις μου είναι αποτέλεσμα όχι παιδικών προλήψεων, αλλά μιας βαθύτερης μελέτης»

- «Δεν βλέπω εις τι θα με έβλαπταν οι πεποιθήσεις μου αυτές. Απ’ εναντίας αισθάνομαι ότι, αν έχανα το άγιο δώρο της πίστεως, η ψυχή μου, η οποία δεν θα ήξερε πλέον τι να πιστεύει και τι να φοβάται, θα ήταν ανήσυχη και ταραγμένη από την σκέψη της υπάρξεως μιας μελλούσης ζωής και θα εκυμαίνετο εις μάτην εδώ και εκεί, χωρίς να βρίσκει εις το μέλλον ούτε την ελαχίστη γαλήνη. Και η ανησυχία αυτή της ψυχής και η αβεβαιότης της σκέψεως είναι εκείνη που προκαλεί την αηδία προς την ζωή, που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και εις την αυτοκτονία»

- «Δεν φοβάμαι μήπως θορυβηθώ από τις αναζητήσεις σας. Θα τις προκαλώ αδιακόπως, θα τις ενθαρρύνω με τις προσπάθειές μου και τις προσυχές μου· δεν θα φοβηθώ μήπως η αλήθεια αντιτίθεται προς τον εαυτό της, ούτε ότι τα γεγονότα και τα δεδομένα, που μαζεύετε, μπορούν να είναι αντίθετα προς την Αγία Γραφή (…). Είμαι βυθισμένος στη μελέτη της ανθρώπινης επιστήμης και ιδιαιτέρως εκείνης που λέγεται θετική επιστήμη, και αναγνωρίζω διαρκώς και περισσότερο την αλήθεια των λόγων του Βάκωνος: ότι, αν ολίγη φιλοσοφία μας κάνει απίστους, πολλή φιλοσοφία μας οδηγεί να γίνουμε Χριστιανοί. Είδα ότι όλες οι επιθέσεις εναντίον της αλήθειας που αποκάλυψε  ο Θεός, έδωσαν νέες αποδείξεις υπέρ της αλήθειας»

Φαρανταίυ Μιχαήλ, Faraday,1791-1867
(ένας από τους διασημότερους φυσικούς)

- «Όταν το πνευματικώς και το ηθικώς καλόν υπάρχει συνηνωμένον σε ένα ον, ομολογώ ότι το ον αυτό επλάσθη κατ’ εξοχήν για να εμφανίζει και να δείχνει την δόξα του Θεού εις την δημιουργία»

- «Η έννοια και ο σεβασμός του Θεού φθάνουν εις το πνεύμα μου δια μέσου οδών τόσο ασφαλών, όσο εκείνες που μας οδηγούν σε αλήθειες του φυσικού κόσμου»

Sir James Simpson 1811-1870
(εφεύρεση χλωροφορμίου)

- «Η μεγίστη ανακάλυψη, την οποία επραγματοποίησα ποτέ, ήταν ότι υπήρξα ένας μεγάλος αμαρτωλός και ο Ιησούς Χριστός ένας θαυμάσιος Σωτήρ και λυτρωτής»

Μάγερ Ιούλιος, Mayer 1814-1878,
(μέγας φυσικός του ΙΘ΄αιώνος)

- «Ο Έλλην σοφός Αναξαγόρας εδέχθη ως την τελικήν αιτίαν όλων των φαινομένων της κινήσεως μία ανωτέρα οντότητα, η οποία γνωρίζει τα πάντα, τον Νουν, ο οποίος κατά βάσιν συμπίπτει με τον Λόγον του ευαγγελιστού Ιωάννου… Τον αιώνιον αυτόν Λόγον ουδέποτε θα εμπιστευόμην να υποβληθεί εις μίαν κριτικήν έρευναν, για να κριθεί με ανθρώπινα μέτρα».

- «Το πρώτον και βασικόν αίτιον των πραγμάτων είναι μία ουσία, η οποία θα μένει αιωνίως ανεξερεύνητος από την ανθρωπίνη νόηση- και αυτή είναι η Θεότης».

- «Από τα βάθη της καρδιάς μου αναφωνώ: μία ορθή φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά προπαίδεια για τη χριστιανική θρησκεία».

- «Με όλη μου την ψυχή βεβαιώνω ότι η αληθινή φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά μόνο προπαρασκευαστική για τη χριστιανική θρησκεία. Οι φυσικές αλήθειες έχουν τέτοια σχέση με τη χριστιανική αλήθεια, οποίαν τα ρυάκια και οι ποταμοί προς τον ωκεανόν».

- «Η αλήθεια είναι καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν αιώνια και το Αιώνιον ούτε να οριστεί δύναται ούτε και να αποδειχτεί… Ο Θεός όμως έχει ως γνωστόν εις το πρόσωπον της ανθρωπότητος ένα πολύ βραδυπορούντα μαθητήν!» 

Τζ. Μάξουελ, J. Maxwell 1831-1879
(μεγαλοφυής Σκώτος φυσικός)

- «Θεέ παντοδύναμε, Συ που δημιούργησες τον άνθρωπο κατά την δική σου εικόνα και του έδωσες την ζώσα λογική ψυχή, ώστε να Σε αναζητεί και να στέκεται υπεράνω των δημιουργημάτων σου, δίδαξέ μας να ερευνούμε τα έργα των χειρών σου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υποτάσσουμε τα επίγεια προς ιδικήν μας χρήση και να ενισχύουμε το λογικό μας, δια να το θέτουμε εις την δική σου υπηρεσία. Βοήθησέ μας να δεχώμεθα τους λόγους σου και να πιστεύουμε εις Εκείνον, τον Οποίον έστειλες για να μας δώσει την επιστήμη του ελέους και την άφεση των αμαρτιών μας»
 
- «Η ανθρωπίνη προσωπικότης και κατά την φύσιν και κατά τον προορισμό της βρίσκεται πολύ πέραν των ορίων της επιστημονικής σφαίρας».

- «Εις τας ημέρας μας τα ηλιακά συστήματα είναι τόσο τέλεια κατά τον αριθμό, τια διαστάσεις και το βάρος, όσο ήταν και κατά τη στιγμή της δημιουργίας. Οι αναλοίωτες ιδιότητές τους μας διδάσκουν ότι η ακρίβεια των υπολογισμών μας, η αλήθεια των κρίσεών μας και η εντιμότης των πράξεών μας, τα οποία θεωρούμε ως τα ευγενέστερα ιδιώματα του ανθρώπου, μας ταιριάζουν, διότι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του Όντος, το οποίο εις την αρχή εδημιούργησε όχι μόνο τον ουρανό και τη γη, αλλά και την ύλη, από την οποία έλαβαν αυτά υπόσταση»

Δαρβίνος Κάρολος 1809-1882

- «Το ζήτημα εάν υπάρχει Δημιουργός Κυβερνήτης  του Σύμπαντος είναι εντελώς ξεχωριστό. Και εις το ερώτημα αυτό απαντούν καταφατικώς τα μεγάλα πνεύματα, τα οποία έζησαν ανά τους αιώνας» (στο «Περί της καταγωγής του Ανθρώπου»)
 
- «Και οι δύο (πράξεις) της γενέσεως, τόσο του είδους, όσον και των ατόμων, είναι, εντελώς κατά τον ίδιο τρόπο, μέρη εκείνης της μεγάλης λογικής σειράς των γεγονότων, τα οποία με κανένα τρόπο δεν μπορεί να δεχτεί το πνεύμα μας ως αποτέλεσμα τυφλής τύχης» (στο Η Καταγωγή του ανθρώπου)

- «…οι μορφές οι ολοένα πιο ωραίες και πιο θαυμαστές [ως προϊόν] διαφόρων δυνάμεων… που εμφυσήθηκαν αρχικά από τον Δημιουργό σε λίγες μορφές ή μόνον σε μία» (Η Καταγωγή των Ειδών, τόμος 2, σελ. 207)

- «Το περί θρησκευτικών πεποιθήσεών μου ζήτημα σπουδαίο είναι μόνον για μένα τον ίδιο. Επειδή όμως με ερωτάτε, απαντώ, ότι στο ζήτημα αυτό οι γνώμες μου μεταβάλλονται πολλές φορές. Αν κάποιος πρέπει να ονομάζεται θεϊστής, εξαρτάται από τη σημασία που δίνουμε σε αυτήν τη λέξη· αλλά ούτε και κατά την εποχή των πιο μεγάλων μου ταλαντεύσεων υπήρξα άθεος, δηλαδή άνθρωπος που αρνείται την ύπαρξη του Θεού» (γραπτή απάντηση στην Εφημερίδα της Αυγούστης το 1883)

Κρόνεκερ Λέοπολντ 1823-1891
(Γερμανός μαθηματικός)

- «Ο Θεός δημιούργησε τους ακέραιους αριθμούς· όλα τα άλλα είναι έργα του ανθρώπου»

Κούμερ Ε., Kummer, 1810-1893
(μεγάλος Γερμανός μαθηματικός)
 
- «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλον χώρο, παρά εκείνον τον οποίο μας έδωσε ο αγαπητός Θεός»

- «Η φράση του Λάιμπνιτς «ότι ο Θεός αρέσκεται εις τους περιττούς αριθμούς» εκφράζει την συνείδηση του ότι, το κράτος των μαθηματικών με την εντελώς άπειρη πολλαπλότητα του περιεχομένου του, δεν είναι ανθρώπινο έργο, αλλά παρουσιάζεται ενώπιόν μας ως δημιουργία του Θεού τόσο αντικειμενική, όσο και η εξωτερική φύση»

Παστέρ Λουδοβίκος, Pasteur L. 1822-1895
(μέγας χημικός και βιολόγος)

- «Ο Θεός θέλησε, όπως δια των επιμόνων εργασιών μου προσθέσω ένα λιθαράκι εις το οικοδόμημα των γνώσεών μας επί των βαθέων μυστηρίων της ζωής και του θανάτου» (γράμμα στον πατέρα του)

- «Όσο περισσότερο ασχολούμαι με την σπουδή της φύσεως, τόσο περισσότερο εκπλήττομαι με τα έργα του Δημιουργού. Κατά τας εν τω εργαστηρίω μου εργασίας προσεύχομαι»

- «Η επιστήμη οφείλει να περιορίζεται στην παρατήρηση των γεγονότων και να μην υπερπηδά τον κύκλο της πραγματικότητας· αλλά δεν δύναμαι να εννοήσω, για ποιο λόγο οι οπαδοί της θετικής φιλοσοφίας αγωνίζονται να αποκλείσουν από τη μελέτη της ανθρώπινης διάνοιας, το σπουδαιότερο όλων των γεγονότων, την θετικοτέραν όλων των γνώσεων, την ιδέα του Απείρου… Το ύψος των ανθρωπίνων πράξεων εξαρτάται από τις ιδέες, από τις οποίες αυτές εμπνεύστηκαν. Ευτυχής εκείνος, ο οποίος φέρει μέσα του το θείον, την ιδέα του καλού, το ιδεώδες της τέχνης, της επιστήμης, της πατρίδος, το ιδεώδες των αρετών του Ευαγγελίου. Αυταί είναι αι ζώσαι πηγές των μεγάλων έργων, οι οποίες φωτίζονται από τις ακτίνες του Απείρου… Διερωτώμαι εν ονόματι ποίας νέας φιλοσοφικής ή επιστημονικής ανακάλυψης δυνάμεθα να εκριζώσωμεν από την ανθρώπινη ψυχή αυτές τις υψηλές ενασχολήσεις; Τις θεωρώ αιώνιες» ( στις 27-4-1882)

- «Θα έλθει ημέρα που θα γελούν δια την βλακείαν της συγχρόνου φιλοσοφίας»

- «Η αυτόματη γένεση των μικροσκοπικών όντων αποτελεί χίμαιρα. Όχι! Σήμερα δεν υπάρχει καμία γνωστή περίπτωση κατά την οποία μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι μικροσκοπικά όντα ήλθαν στον κόσμο χωρίς σπέρματα και γονείς που να ήταν όμοια με τα όντα αυτά. Αυτοί που διατείνονται την ύπαρξη της αυτομάτου γενέσεως, τούς έχει περιπαίξει η φαντασία τους ή εξαπατήθηκαν από κακώς επιχειρηθέντα πειράματα, στα οποία υπήρχαν σφάλματα που δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν ή τα οποία δεν μπόρεσαν να αποφύγουν». «Παν ζων εκ ζώντος»

- «Η επιστήμη δεν πρέπει να ανησυχεί καθόλου για τις φιλοσοφικές συνέπειες των εργασιών της. Αν με την πρόοδο των πειραματικών ερευνών μου επετύγχανα να αποδείξω ότι η ύλη μπορεί να οργανωθεί μόνη της σε κύτταρο ή σε έμβρυο ον θα το διεκήρυσσα αμέσως με την δικαιολογημένη υπερηφάνεια ενός εφευρέτου, ο οποίος έχει τη συνείδησή του ήσυχη, ότι έκαμε μία σπουδαιοτάτη ανακάλυψη. Και αν με προκαλούσαν θα προσέθετα: τόσο το χειρότερο για εκείνους των οποίων οι αρχές, οι θεωρίες και τα συστήματά τους δεν συμφωνούν με την αλήθεια των φυσικών γεγονότων! Με την ίδια αυτή υπερηφάνεια σας είπα και προ ολίγου, απορρίπτοντας τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι αντίπαλοί μου στο να καταρρίψουν τα συμπεράσματά μου: Στη σημερινή κατάσταση της επιστήμης η θεωρία της αυτομάτου γενέσεως είναι μία χίμαιρα. Και με την ίδια ανεξαρτησία της γνώμης μου προσθέτω: τόσο το χειρότερο για εκείνους των οποίων οι φιλοσοφικές ή πολιτικές τους αρχές παρεμποδίζονται αό τις μελέτες μου!»

- « «Η επιστήμη δεν έχει ούτε θρησκεία ούτε πατρίδα» επιγραφή για την οποία ο Παστέρ ειπε: «Αν η επιστήμη δεν έχει ούτε θρησκεία ούτε πατρίδα, οι επιστήμονες όμως έχουν και θρησκεία και πατρίδα»

- «Θα έδινα ευχαρίστως όλη μου τη δόξα ως επιστήμονας για ένα ψίχουλο από τη δόξα του Μεγάλου Αντωνίου, ο οποίος δεν ήξερε ούτε να διαβάζει».

Lapparent 1839-1908
(Γάλλος γωολόγος και ακαδημαϊκός)

- «Εάν έπρεπε να συνοψίσω σε σαράντα γραμμές τα πορίσματα της γεωλογίας, θα αντέγραφα το κείμενο της Γενέσεως, δηλαδή την ιστορία της Δημιουργίας όπως την έγραψε ο Μωϋσής»

Λίστερ Ιωσήφ, Lister, 1827-1912
(ο πατήρ της χειρουργικής)

- «Δεν διστάζω διόλου να είπω ότι κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ της θρησκείας του Ιησού Χριστού και οποιουδήποτε γεγονότος επιστημονικώς αποδεδειγμένου»

Πουανκαρέ Ερρίκος, H. Poincare 1854-1912
(μέγας Γάλλος μαθηματικός και φυσικός, χαρακτηρίστηκε ο «ζων εγκέφαλος των θετικών επιστημών»)

- «Δεν γνωρίζω να έχει ποτέ στεγνώσει η επιστήμη ένα δάκρυ από αυτά που έρχονται από την καρδιά… Πώς να κατευνάσει την απέραντη δίψα για ασφάλεια και δικαιοσύνη, που η ανθρωπότης λαχταρά; Η μόνη φωνή που την έχει ειρηνεύσει είναι εκείνη, που κατέβηκε μία ημέρα από το Όρος και ξεχύθηκε σε όλο τον κόσμο λέγοντας: «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται»

Thomas Edison 1847-1931
(Αμερικανός εφευρέτης και επιχειρηματίας. Από τις γνωστότερες εφευρέσεις του είναι το μικρόφωνο, ο φωνόγραφος και ο ηλεκτρικός λαμπτήρας)

- «Δεν έχουμε καν αρχίσει να καταλαβαίνουμε ούτε το ένα τοις εκατό για το ενενήντα εννέα τοις εκατό από οτιδήποτε»

Ντε Λωναίη Λουδοβίκος, Louis de Launey,1860-1936,
(ένας από τους μεγαλύτερους γεωλόγους του κόσμο)

- «Ο Ιησούς είναι ο Θεός της αγάπης, ο Σωτήρ. Ο Εσταυρωμένος. Πέρασε πια η εποχή που οι έξυπνοι περιγελούσα τη Βίβλο, τον Χριστιανισμό, διότι δεν δεχόταν να ντυθεί την περούκα του ψευδοπολιτισμού. Δεν ζούμε πλέον στους χρόνους που νόμιζαν ότι όλα μπορούν να τα εξηγήσουν με τις αλγεβρικές εξισώσεις… Δεν ζούμε πλέον στην εποχή που επειδή η μεταφυσική δεν ήταν προσιτή στον ορθολογισμό, έπρεπε να ξεχάσουμε τη μεταφυσική… Ο Χριστός δίδει τη νίκη και τη χαρά στους πιστούς, μάλιστα δε σε όσους τον δέχονται με πίστη και ζητούν από αυτόν παρηγοριά… Χαίρονται τη λύτρωση που τους χάρισε ο μεγάλος Ελευθερωτής τους: ο Εσταυρωμένος Ιησούς, ο Σωτήρ τους, ο Αδελφός τους»

- «Η συνετή και ορθοφρονούσα επιστήμη σταματά ευσεβώς εις την σφαίρα της πίστεως»

G. Marconi 1874-1937
(βραβείο Νόμπελ 1909 για την ασύρματη τηλεγραφία)

- «Η επιστήμη μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει πολλά πράγματα, και προ πάντων το μεγαλύτερο από όλα τα μυστήρια, το μυστήριο της υπάρξεώς μας. Ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε; Για ποιο σκοπό ερχόμαστε στη ζωή; Από τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος άρχισε να σκέφτεται, επεδόθη εις την έρευνα των προβλημάτων αυτών, και όμως αυτά μέχρι σήμερα μένουν άλυτα. Διακηρύττω με υπερηφάνεια ότι είμαι πιστός. Πιστεύω στη δύναμη της προσευχής. Πιστεύω σε αυτό όχι μόνο ως πιστός Χριστιανός, αλλά συγχρόνως και ως επιστήμων»

- «Κάθε άνθρωπος της επιστήμης γνωρίζει ότι υπάρχουν μυστήρια άλυτα. Μόνο η πίστη σε μία Ανώτερη Ύπαρξη, πίστη η οποία ζητά την υπακοή μας, μας δίνει θάρρος να αναλαμβάνουμε με γενναιότητα την σπουδή των μυστικών της ζωής. Με τη βοήθεια του Θεού, ο οποίος θέτει τόσο τις μυστηριώδεις δυνάμεις της φύσης στη διάθεση της ανθρωπότητας, μπόρεσα να ετοιμάσω αυτό το όργανο, το οποίο δίνει στους πιστούς όλου του κόσμου την ευκαιρία να ακούσουν τους λόγους του Αγίου Πατρός (=του Πάπα)» (κατά την εγκατάσταση Ραδιοφωνικού σταθμού στο Βατικανό στις 12-2-1931)

- «Όταν ο Μαρκόνι εισήγαγε εις την ραδιοφωνία τα βραχέα κύματα, οι πρώτες φράσεις που εξέπεμψεν ήταν: «Γενηθήτω το θέλημά σου-ρύσαι ημας από του πονηρού».

Καρρέλ Αλέξης, Carrel A, 1873-1944,
(Γάλλος βιολόγος και φυσιολόγος παγκοσμίου φήμης, Νόμπελ 1912, συγγραφέας του «Ο άνθρωπος, αυτός ο άγνωστος»)

- «Οι τεχνικές μέθοδοι συλλαμβάνουν μόνο εκείνο που έχει διαστάσεις και βάρος. Δεν καταλαβαίνουν παρά μόνο τα πράγματα που είναι τοποθετημένα μέσα στο χώρο και τον χρόνο. Είναι ανίκανες να καταμετρήσουν την ματαιότητα, το μίσος, τον έρωτα, την ωραιότητα, την ανάταση της θρησκευτικής ψυχής προς τον Θεό, τις ονειροπολήσεις του σοφού και του καλλιτέχνη»

- «Η αληθινή προσευχή, μακράν του να είναι ξερή απαγγελία τυπικών ευχών, εκδηλώνεται με κάποια διάθεση μυστική, όπου η συνείδησή μας, το εγώ μας, συγχωνεύεται με το Θεό. Η κατάσταση αυτή δεν είναι φύσεως διανοητικής. Και για αυτό παραμένει απρόσιτη και ακατάληπτη στους φιλοσόφους και επιστήμονες. Έτσι και το αίσθημα του ωραίου και της αγάπης δεν κατανοούνται με την αναδίφηση των βιβλίων και με μελέτες θεωρητικές. Οι απλοί άνθρωποι αισθάνονται τον Θεό τόσο φυσικά, όσο και τη θερμότητα του ήλιου ή το άρωμα του άνθους. Αλλά ο Θεός, που είναι τόσο προσιτός στον άνθρωπο, που ξέρει να αγαπά, είναι απρόσιτος σε εκείνον, ο οποίος ξέρει μόνο να κατανοεί».

- «Δια της προσευχής ο άνθρωπος συναντά τον Θεό και ο Θεός ενοικεί εις τον άνθρωπο. Η προσευχή είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του κρατίστου μέρους της οντότητάς μας. Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρούμε την προσευχή σαν μία πράξη, στην οποία επιδίδονται μόνο οι αδύνατοι κατά το πνεύμα, οι πτωχοί και οι άνανδροι. «Είναι ντροπή να προσευχόμαστε», έλεγε ο Νίτσε. Στην πραγματικότητα δεν είναι περισσότερο ντροπή να προσευχόμαστε από το να τρώμε, να πίνουμε, να αναπνέουμε. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη του Θεού, όπως έχει ανάγκη από το νερό και το οξυγόνο»

Sir Arthur Eddington (1882-1944)
(μεγάλος Άγγλος αστροφυσικός)

- «Συμφωνήσαμε να λέμε ότι οι σχέσεις των φυσικών φαινομένων οφείλονται σε ένα άγνωστο σε μας υπόστρωμα. Αλλά γιατί να μην λέμε ότι το σύνολο των αποτελεσμάτων των συναγομένων εκ των μετρήσεων, αναφέρεται σε κάτι που έχει πνευματική φύση και του οποίου εμείς γνωρίζουμε την χαρακτηριστική ιδιότητα του σκέπτεσθαι; Μου φαίνεται ότι κάθε άλλη εξήγηση είναι παράλογη».

- «Απαλλαγείτε από την ιδέα, ότι οι νόμοι της φύσης μπορούν να καταργήσουν τη θρησκεία. Η επιστήμη σήμερα διακηρύττει ότι ο Θεός είναι πραγματικότης. Αλλά με αυτό δεν περιορίζουμε την σημασία της πραγματικότητας στην έννοια, υπό την οποία λέγομεν, ότι τα άτομα της ύλης είναι πραγματικότης. Η περί της πραγματικότητος του Θεού βεβαιότης μας είναι συναίσθηση της αναγκαίας σχέσεως του Θεού προς το σύμπαν».

- «Δεν είναι καθόλου ορθό να υποστηρίξουμε με υποθέσεις την Θρησκεία, απέναντι της Φυσικής, διότι η επιστήμη μπορεί να πλανάται. Τούτο εξηγεί, γιατί εγώ δέχομαι την ουσιώδη αλήθεια της Θρησκείας, επειδή παρέχει εχέγγυα»

- «Εκείνο που μας απομένει πραγματικά να κάνουμε, είναι μία αντίθετη επέκταση προς τα οπίσω, προς το παρελθόν, για να διαισθανθούμε και να φανταστούμε μία αμυδρή εικόνα που μας δίνουν οι τωρινές αντιλήψεις της Φυσικής. Η εξέταση της αρχής του κόσμου μάς παρέχει ανυπέρβλητες δυσκολίες σε περίπτωση που δεν θα συμφωνήσουμε να την θεωρήσουμε ειλικρινά ως υπερφυσική. Και ίσως πρέπει σε αυτό να περιοριστούμε» (The Expanding Universe,1944 p. 126)

J.A Fleming 1849-1945
(διάσημος Άγγλος ηλεκτρολόγος μηχανικός και μεγάλος εφευρέτης)

- «Το να λέμε ότι μόνη της η εξέλιξη παρήγαγε ή κατεύθυνε το σύμπαν προς την σημερινή του κατάσταση, ισοδυναμεί με το να αναγνωρίσουμε στην ύλη δύναμη αυτορρυθμίσεως, να της αποδώσουμε τις ιδιότητες Διάνοιας και να την κάνουμε δημιουργό θεότητα έξω από αυτό που απλώς είναι, δηλαδή έξω από το όνομα μιας λειτουργίας, που παρακολουθούμε, ή ενός γεγονότος. Η βιβλική ιδέα είναι πολύ περισσότερο ικανοποιητική και επαρκής. Σε αυτήν, η πηγή της δυνάμεως, η οποία διεγείρει και παράγει την σκέψη με την επίδραση και του εξωτερικού κόσμου, τοποθετείται σε μία υπέρτατη και ανεξάρτητη Διάνοια, που δεν ταυτίζεται ούτε με τις δικές μας δυνάμεις ούτε με τον εξωτερικό κόσμο υπό πανθεϊστική έννοια»

- «Η βασική αλήθεια της εξ’ αποκαλύψεως θρησκείας, είναι σαν μία ανακοίνωση που έχει γίνει σε μας και λέγεται στη φιλολογία Βίβλος. Θα ήταν αδύνατον να συλλέξουμε μαζί 66 βιβλία (το σύνολο δηλαδή των βιβλίων της Αγίας Γραφής) από μία άλλη κλασική κοσμική φιλοσοφία, που να έχουν τόσο αξιοσημείωτη σχέση, και αυτό αποδεικνύει ότι ο πραγματικός συγγραφέας τους δεν ήταν απλώς ο επί μέρους συγγραφέας, αλλά κάποια Υπέρτατη Λογική ή Διάνοια που οδηγεί τους συγγραφείς αυτούς προς ένα ορισμένο σκοπό»

- «Εν ολίγοις το φυσικό Σύμπαν είναι μάλλον μία Σκέψη παρά ένα Πράγμα· και η Σκέψη προϋποθέτει και απαιτεί Ένα που Σκέπτεται».

σερ Τζαίιμς Τζηνς J. Jeans 1877-1946
(από τους διασημότερους φυσικομαθηματικούς όλων των εποχών)

- «Από την εσωτερική μαρτυρία της αρμονίας της Δημιουργίας του, ο Δημιουργός του Σύμπαντος φαίνεται ότι είναι τέλειος μαθηματικός»

- «… Ο μαθηματικός Kronecker ήταν νομίζω εκείνος που είπε, ότι στην αριθμητική ο Θεός έκανε τους ακέραιους αριθμούς, ενώ ο άνθρωπος όλα τα άλλα· υπό το ίδιο πνεύμα μπορούμε να προσθέσουμε, ότι στη φυσική ο Θεός δημιούργησε τα μαθηματικά και ο άνθρωπος έκανε όλα τα άλλα»

- «Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι η επιστήμη δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα πει τίποτα το οριστικό για τα ζητήματα της ανθρωπίνης υπάρξεως και του ανθρωπίνου προορισμού».

- «Η σύγχρονη επιστήμη μας αναγκάζει να θεωρήσουμε ότι ο Δημιουργός εργάζεται εκτός χρόνου και χώρου, που είναι μέρος της δημιουργίας του, ακριβώς όπως και ο ζωγράφος είναι έξω από τον μουσαμά τον οποίο ζωγραφίζει. Η αντίληψη αυτή είναι σύμφωνη με το συμπέρασμα του Αυγουστίνου. «Όχι εν χρόνω, αλλά μετά του χρόνου (=μαζί με το χρόνο) έπλασε ο Θεός τον κόσμο»

- «Τους φυσικούς Νόμους μπορούμε να τους κατανοήσουμε ως ιδέες ενός παγκοσμίου Πνεύματος. Η ομοιομορφία της Φύσεως αποκαλύπτει την εσωτερική συνέπεια του Πνεύματος τούτου… Το Σύμπαν είναι μία όχι-μηχανική πραγματικότητα. Το Σύμπαν μοιάζει με μια μεγάλη Σκέψη μάλλον παρά με μια μεγάλη μηχανή… Η αισθητή ύλη παρουσιάζεται ως δημιουργία και αποκάλυψη του Πνεύματος. Διαπιστώνουμε, ότι το Σύμπαν εμφανίζει ίχνη μιας σχεδιαζούσης ή ελεγχούσης Δυνάμεως» (In Unerforschtes Gebiet (1986) )

Μαξ Πλάνκ, Max Planck, 1858-1947
(«ο θεμελιωτής της συγχρόνου φυσικής» βραβείο Νόμπελ(1918))

- «Οπουδήποτε και οσοδήποτε βαθειά και αν προσηλώσουμε τα βλέμματά μας, πουθενά δεν βρίσκουμε καμία αντίφαση μεταξύ της θρησκείας και των φυσικών επιστημών· αντίθετα μάλιστα, στα κρισιμότερα ακριβώς σημεία βρίσκουμε πλήρη συμφωνία. Θρησκεία και φυσικές επιστήμες δεν αποκλείουν η μία την άλλη, όπως φοβούνται μερικοί, αλλά συμπληρώνουν και καθορίζουν η μία την άλλη. Την πλέον χειροπιαστή απόδειξη δια το ευσυμβίβαστο θρησκείας και φυσικής μάς δίδει, και κριτικώς ακόμη εξεταζόμενον, το ιστορικό γεγονός, ότι οι μεγαλύτεροι φυσιοδίφες όλων των εποχών, άνδρες όπως ο Κέπλερ, ο Νεύτων, ο Λάιμπνιτς, ήταν εμποτισμένοι από βαθειά θρησκευτική πίστη»

- «Μόνο ένα ιδεώδες Πνεύμα είναι σε θέση να επισκοπεί επάνω σε όλους τους φυσικούς παράγοντες και έχει την ικανότητα να γνωρίζει και να μπορεί να προβλέπει όλα τα φυσικά φαινόμενα. Αυτό το Πνεύμα δεν πρέπει να το ταυτίζουμε με τον εαυτό μας, αλλά οφείλουμε να υποτασσόμαστε σε Αυτό και να πιστεύουμε σε Αυτό. Επιστημονικώς η ύπαρξή του ούτε αποδεικνύεται ούτε απορρίπτεται, αλλά από την παραδοχή της υπάρξεώς του πρακτικώς πηγάζει η πραγματοποίηση αυστηράς ετεραρχίας σε όλα τα γεγονότα του φυσικού και πνευματικού κόσμου. Υπό το φως της παγγνωσίας του σκεπτόμαστε και ενεργούμε εμείς οι άνθρωποι κατά ορισμένους νόμους πάντοτε, που είναι σε Αυτό μόνον γνωστοί. Τούτο δε δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνείδηση της δικής μας ελεύθερης βούλησης»

- «Η θρησκεία μαζί με τις φυσικές επιστήμες διεξάγουν από κοινού αγώνα εναντίον του σκεπτικισμού αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου εναντίον του δογματισμού, εναντίον της απιστίας και της δεισιδαιμονίας. Και το σύνθημα εις αυτόν τον αγώνα τους υπήρξε πάντοτε και θα είναι: Προς τον Θεόν».

«Η νεώτερη Φυσική έχει τώρα σε μεγάλη υπόληψη αυτή την παλαιά αλήθεια: Υπάρχουν πραγματικότητες, που είναι ανεξάρτητες από τις αισθήσεις μας και υπάρχουν προβλήματα και επίμαχα ζητήματα για τα οποία οι πραγματικότητες αυτές έχουν για εμάς αξία πολύ μεγαλύτερη από όση έχει ο πλούσιος θησαυρός ολόκληρου του αισθητού σε μας κόσμου (1932)»

Lecomte Du Nouy 1883-1947
(Διακεκριμένος Γάλλος φυσικοχημικός και βιολόγος)

- «Δυστυχώς πολλοί εκπρόσωποι της επιστήμης που κάνουν επάγγελμα το να περιφρονούν την φιλοσοφία και να υποβιβάζουν τη μεταφυσική, νομίζουν ότι μπορούν να καταργήσουν τα αντικείμενα της μεταφυσικής δείχνοντας ότι αυτά τα αντικείμενα –Θεός, ψυχή κλπ.- δεν έχουν θέση μέσα στο μαθηματικό πρότυπο ενός ζητήματος… Ο άνθρωπος έχει μόνο ορέξεις, ένστικτα, πάθη, περιέργεια. Και όμως ούτε τα μεν ούτε τα δε μπορούν να εξηγήσουν τις μεγάλες πράξεις του ανθρώπου, τια αρετές, τις θυσίες, τους μάρτυρες. Υπάρχει στους μεγαλύτερους θεόπνευστους, στους αγίους, στους προφήτες, των οποίων η επίδραση εξακολουθεί από αιώνων να είναι αισθητή, υπάρχει σε όλους αυτούς ένα στοιχείο που διαφεύγει την αντίληψή μας. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε από την επιστήμη να υψώσει την ηθική στάθμη της ανθρωπότητας»

- «Πρέπει όμως να ενθυμούμεθα ότι αγνοούμε, και ίσως θα αγνοούμε πάντοτε, κάθετί το οποίο έχει σχέση μεταξύ του μυστηριώδους και υποθετικού σύμπαντος»

Edward Milne 1896-1950
(Άγγλος  θεωρητικός αστροφυσικός και μαθηματικός)

- «Ο κόσμος έχει αρχή, αλλά της στιγμής εκείνης δεν μπορούμε να έχουμε εμπειρία. Εκεί εάν θέλουμε, μπορούμε να εξιχνιάσουμε τον δάκτυλο του Θεού στην θεία πράξη της δημιουργίας»

- «Η δική μας προσπάθεια αν και δίνει απάντηση (υποκειμενική) στις ερωτήσεις «πώς», «πού», «πότε», δεν δίνει καμία απάντηση στο «γιατί». Δεν γνωρίζω εάν έχουμε την άδεια να ρωτήσουμε, «γιατί έγινε το σύμπαν;». Αλλά εκείνος που αισθάνεται ότι επιτρέπεται να τίθεται η ερώτηση αυτή, μπορεί νομίμως να απαντήσει στο «γιατί», θέτοντας το όνομα του Θεού. Ο φυσικός και ο κοσμολόγος χρειάζονται το Θεό, για να τον θέσουν ως δημιουργό του κόσμου, ενώ στον βιολόγο ο κόσμος παρουσιάζεται ότι έγινε επί τη βάσει θείου σχεδίου. Για τον άνθρωπο όμως, που είναι πολύ περισσότερο ή βιολόγος ή κοσμολόγος, τον προικισμένο με νου και αθάνατη ψυχή, ο Θεός είναι εκείνος τον οποίο χρειάζεται πάντοτε σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του»
 
- «Δεν μπορούμε να κάνουμε προτάσεις για την κατάσταση που επικρατούσε στην αρχή· στη θεία πράξη της δημιουργίας ο Θεός είναι απαρατήρητος και αμάρτυρος»

A. C Morrison 1888-1951
(ακαδημαϊκός αμερικανός χημικός. Διετέλεσε πρόεδρος της Ακαδημίας των Θετικών Επιστημών της Νέας Υόρκης)

- «Το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως περιέχει την πραγματική ιστορία της Δημιουργίας και η ουσία του δεν μεταβλήθηκε με τις γνώσεις που απέκτησαν οι άνθρωποι από τότε… Οι διαφορές παρουσιάζονται επάνω σε λεπτομέρειες, οι οποίες δεν είναι άξιες λογομαχίας… Μπορεί η επιστήμη να προσάψει κανένα ψεγάδι στη σύντομη αυτή ιστορία της δημιουργίας (όπως εκτίθεται στη Γένεση); Η ιστορία του κόσμου τυπωμένη σε λίγες γραμμές! Το υπόλοιπο είναι λεπτομέρειες. Αντιμετωπίζοντας την απλότητα της αλήθειας την οποία εκθέσαμε, ας μην ερίζουμε πάνω σε λεπτομέρειες σχετικές με την μετάφραση ή την ανθρώπινη παρεμβολή ή με το ερώτημα πώς ο Θεός έκανε το έργο του ή πώς έλαβε αρχή ο χρόνος. Ποιος γνωρίζει; Τα γεγονότα έγιναν δια μέσου των αιώνων και είναι γεγονότα».

- «Υποθέστε ότι παίρνετε 10 δεκάρες και τις σημειώνετε με τους αριθμούς από το 1 έως το 10. Τις ρίχνετε στην τσέπη σας και τις ανακατεύετε για πολύ ώρα. Τώρα δοκιμάστε να τις ανασύρετε κατά συνέχεια από το 1 έως το 10, επαναφέροντας και πάλι κάθε κέρμα στην τσέπη σας. Η πιθανότητα να βγάλετε τον αριθμό 1, είναι 1 στις 10 περιπτώσεις. Η πιθανότης να βγάλετε το 1 και το 2, κατά σειρά, θα ήταν 1 προς 100. Η πιθανότης να βγάλετε το 1,2 και το 3, κατά συνέχεια, θα ήταν μία στις χίλιες. Η πιθανότης να ανασύρετε 1,2,3 και 4, κατά σειρά, θα ήταν μία στις 10.000 και ούτω καθεξής μέχρις ότου η πιθανότης να ανασύρετε από το 1 έως το 10, κατά σειρά, θα έφτανε τον απίστευτο μαθηματικό τύπο 1 επί 10  δισεκατομμύρια!»

R. Millikan 1868-1953
(Διάσημος Αμερικανός φυσικός, βραβείο Νόμπελ 1923)

 - «Υποθέτω ότι η μέλλουσα πρόοδος του ανθρωπίνου γένους θα παρουσιάσει κάποια στενή αναλογία με τη μέλλουσα κυκλοφορία της Βίβλου»

- «Θρησκεία και επιστήμη είναι (…) οι δύο μεγάλες αδελφές, οι οποίες έχουν σύρει και διαρκώς έλκουν το ανθρώπινο γένος προς τα εμπρός και τα επάνω. Και οι δύο είναι αναγκαίως στενώς συνδεδεμένες (…). Οι δύο λέξεις συνείδηση και γνώση συνδέονται με τις λέξεις θρησκεία και επιστήμη» »

Άλμπερτ Αϊνστάιν 1879-1955
στο βιβλίο Εγώ ο Άλμπερτ Αϊνστάιν,Alice Calaprice, σελ. 158 εκδ. Κάτοπτρο όπου και οι ακριβείς πηγές.
Σημείωση: Ο Αϊνστάιν δήλωνε ξεκάθαρα ότι δεν πιστεύει σε προσωπικό Θεό με την έννοια της χριστιανικής πίστης)

- «Όλα είναι καθορισμένα… από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη- όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής»

- «Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας» (οπ.π. σελ. 159)

- «Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας… Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού κόσμου, όπου αποκαλύπτεται μία ευφυΐα τόσο ανώτερη, ώστε, σε σύγκριση με αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρωπίνων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα… Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο με εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών» (οπ.π. σελ. 161)

- «Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή» (οπ.π. σελ. 162)

- «Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου… Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου» (οπ.π. σελ. 162)

- «Η σχετικότητα είναι καθαρά επιστημονικό ζήτημα και δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία» (οπ.π. σελ. 177)

- «Είναι δύσκολο να κρυφοκοιτάξεις τα τραπουλόχαρτα του Θεού. Μα ούτε για μια στιγμή δεν μπορώ να πιστέψω ότι… θα διάλεγε να παίξει ζάρια με τον κόσμο» (οπ.π. σελ. 182)

- «Ένα πράγμα διδάχτηκα στη μακρόχρονη ζωή μου: ολόκληρη η επιστήμη μας, όταν συγκριθεί με την πραγματικότητα, μοιάζει πρωτόγονη και παιδιάστικη- και όμως, είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε» (οπ.π. σελ. 187)

- «Οι φυσικές έννοιες είναι ελεύθερες δημιουργίες του πνεύματος και δεν προκύπτουν, όπως συχνά νομίζεται, αναγκαίως από τις σχέσεις μας με τον έξω κόσμο. Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε την πραγματικότητα μοιάζουμε με κάποιον, που προσπαθεί να καταλάβει τον μηχανισμό ενός κλειστού ρολογιού. Αυτός βλέπει το απέξω: την πλάκα, τους δείχτες που κινούνται, ακούει το τικ-τακ, αλλά στο εσωτερικό του δεν μπορεί να εισέλθει. Εάν έχει κάποια ικανότητα θα επινοήσει, ίσως, κάποιο μηχανισμό, με τον οποίο λειτουργεί το ρολόι, που βλέπει, αλλά ποτέ δεν θα είναι βέβαιος, ότι οι ιδέες του είναι μοναδικές, με τις οποίες εξηγούνται οι παρατηρήσεις του. Διότι ποτέ δεν θα είναι σε θέση να ελέγξει τις ιδέες του με βάση τους πραγματικούς μηχανισμούς» (Αϊνστάιν, L.Infeld,Die Evolution der Physik (1987),40))

- «Ποτέ δεν βρήκα τίποτα στην επιστήμη μου, που να μπορώ να αντιτάξω στη Θρησκεία».

- «Όσο οι νόμοι των Μαθηματικών αναφέρονται στην πραγματικότητα δεν είναι βέβαιοι, και όσο είναι βέβαιοι δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα»

- «Οι σοβαροί διάκονοι της επιστήμης είναι οι μόνοι βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι» (στο Religion and Science p. 40)

G.G Abbot,
(διάσημος Αμερικανός αστροφυσικός και γεωφυσικός)

- «Ολόκληρος ο κόσμος αποτελεί ένα ρολόι εφοδιασμένο με μικρούς τροχούς, με ελατήρια, με δείκτες, που σημειώνουν τις ώρες, και με όλα τα άλλα πολύπλοκα μέρη, τα οποία τόσο καλά γνωρίζουμε. Μολονότι στο ρολόι δεν γίνεται πουθενά αισθητή η παρουσία του ανθρώπου, ούτε σε πολλά μίλια μακριά δεν σημειώνεται η ύπαρξη κάποιας κατοικίας, δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το συμπέρασμα: Η σαφής μαρτυρία του πολυπλόκου μηχανισμού, που αποβλέπει σε έναν ευφυή και μεγαλειώδη σκοπό, απαιτεί δε την προγενεστέρα ύπαρξη μιας Υπέρτατης Διάνοιας, η οποία σκέφτεται, σχεδιάζει και δημιουργεί τον μηχανισμό αυτόν. Το ρολόι δεν θα μπορούσε με άλλο τρόπο να έλθει εις ύπαρξιν χωρίς αυτή την Διάνοια».

- «Την αιώνια ζωή δεν είναι περισσότερο δύσκολο να την παραδεχτούμε, παρ’ ότι αισθανόμαστε για τα μυστήρια που βλέπουμε σε όλα τα γύρω μας πράγματα. Αλήθεια, δεν μπορούμε να το καταλάβουμε αυτό, όπως το κάνουμε για τους αστέρες, αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη (κανένας λόγος) για να αρνηθεί κανείς αυτό. Έστω και αν ακόμη ένας από τους πεθαμένους θα ερχόταν για να μας πει, ότι δεν υπάρχει μία τέτοια πραγματικότητα – η πέραν του τάφου ζωή»

Carl Jung,1875-1961
(Ελβετός ψυχίατρος)
 
- «Το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά συγκρίτως ανώτερον λόγον ανήκει εις τον πνευματικόν, παρά εις τον ιατρόν. Αλλά ο άρρωστος επισκέπτεται τις περισσότερες περιπτώσεις πρώτα τον ιατρόν, διότι νομίζει ότι είναι σωματικά ασθενής και επειδή ορισμένα συμπτώματα νευρώσεως μπορούν τουλάχιστον να κατευναστούν με φάρμακα… Από 30 χρόνια τώρα έχω πελατεία από όλες τις πολιτισμένες χώρες της γης… Από όλους τους ασθενείς μου που δεν υπερέβησαν την μέση ηλικία δηλ. το 35ο έτος, δεν υπάρχει ούτε ένας του οποίου το τελικό πρόβλημα δεν ήταν η θρησκευτική του τακτοποίηση. Ναι, καθένας τελικά πάσχει, διότι έχασε εκείνο που όλες οι ζωντανές θρησκείες όλων των εποχών έδωσαν στους πιστούς τους. Και κανείς δεν θεραπεύτηκε πραγματικά, αν δεν πέτυχε πάλι την θρησκευτική του τακτοποίηση… Είναι επείγουσα ανάγκη να δώσουν τα χέρια ο πνευματικός και ο ψυχίατρος, για να υπερνικήσουν το γιγαντιαίο αυτό πνευματικό πρόβλημα»(1937)

Κόντον Αρθούρος, A. Compton 1892-1962
(Αμερικανός φυσικός βραβείο Νόμπελ 1927)

- «Αξίζει περισσότερο ο άνθρωπος από τα αστέρια και τους γαλαξίες; Το σπουδαίο και το σοβαρό οποιουδήποτε πράγματος εξαρτάται από το ενδιαφέρον του ενός, που κρίνει και αποφασίζει για αυτό. Ρωτήστε μία μητέρα, εάν θα ήθελε να ανταλλάξει το νεογέννητο παιδί της με το λαμπρότερο αστέρι του ουρανού. Επίσης, εάν το παιδί αυτό συνέβαινε να είναι ένας Νεύτων (ο Νεύτων είναι ο πατήρ της Ουρανίου Μηχανικής), αυτό θα άξιζε για τους αστρονόμους περισσότερο από πολλούς γαλαξίες αστέρων. Κατόπιν αυτών, ποιός είναι εκείνος ο οποίος θα πει ότι ο άνθρωπος είναι δημιούργημα που δεν ελκύει το ενδιαφέρον του Θεού; Δεν είναι λογικό να παραδεχτούμε, ότι ο σκεπτόμενος Δημιουργός πρέπει να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σκεπτόμενα δημιουργήματα;»

- «Ο καταπληκτικός κόσμος του ατόμου δείχνει… προς την ιδέα ότι υπάρχει Θεός» (New York Times, 27-3-1931,p. 27)


Lemaitre Georges abbe 1894-1966
(Βέλγος ιερέας κοσμολόγος και αστρονόμος εισηγητής της θεωρίας της μεγάλης έκρηξης)

- «Η θεωρία (της μεγάλης έκρηξης) αφήνει ελεύθερο τον υλιστή να αρνηθεί κάθετί το υπερβατικό… Για τον πιστό αποκλείει αυτή κάθε απόπειρα να την οικειοποιηθεί για τον Θεό, ακριβώς όπως το «κτύπημα δακτύλου» του Laplace ή το «δάκτυλον του Θεού που θέτει εις κίνηση τον αιθέρα» του Jeans. Αυτό συμφωνεί με το του Ησαΐου, ο οποίος λέει ότι « ο Θεός κρύπτεται», κρύπτει τον εαυτό του μέσα εις την έναρξη της δημιουργίας»
 
Duhamel Georges, Ντυαμέλ Γ. 1884-1966
(Διάσημος Γάλλος γιατρός πρόεδρος της ιατρικής Ακαδημίας 1960)
 
- «Όλοι οι άνθρωποι ζητούν στα σκοτεινά το Θεό, την αιώνια ζωή, έστω και αν είναι κυνικοί, σκεπτικιστές, ανάγωγοι, αναίσθητοι»

Φοχτ, Vogt H 1890- 1968
(Γερμανός αστροφυσικός καθηγητής)

- «Τα αστρικά συστήματα και ο κόσμος ολόκληρος έχουν την ιστορία τους. Δεν προήλθαν από την αιωνιότητα, αλλά δημιουργήθηκαν και ακολουθούν μία ορισμένη εξέλιξη… Ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει αφ’ εαυτού. Έχει ανάγκη ενός αιτίου, το οποίο δεν χρειάζεται άλλο αίτιο… Ο σύνδεσμος του ανθρώπου με την υπερφυσική Δύναμη αποτελεί την ουσία της θρησκείας και για αυτό, το χαρακτηριστικότερο διακριτικό σημείο ενός θρησκεύοντος ανθρώπου είναι, ότι πιστεύει εις μία υπερκόσμια Δύναμη, εις έναν παντοδύναμο Θεόν… Φυσική και αληθής Θρησκεία εις ουδεμίαν περίπτωσιν ευρίσκονται εις αντίθεσιν, αλλά συμπληρώνουν η μία την άλλη» »

Gamow G, Γκάμοβ Γεώργιος, 1904-1968
(διάσημος φυσικός-κοσμολόγος)

- «Στο σκοτεινό προγαλαξιακό παρελθόν διαπιστώνουμε μία ανάλαμψη μεταφυσικής προελεύσεως»

Κ. Κιπενχόϋερ, Kiepenheuer 1910-1975
(διάσημος Γερμανός αστρονόμος)

-  «Κάθε αστρονομική εικόνα του κόσμου, όταν αυτή είναι αποτέλεσμα ειλικρινούς πράγματι κόπου και μόχθου, διηγείται υπό μίαν γενική έννοια, τόσο ακριβώς το έργο του Θεού, όπως η ιστορία της Γενέσεως της Αγίας Γραφής, η οποία εγράφη δι ανθρωπίνης χειρός»

Χάϊζενμπεργκ Β, Heisenberg Werner 1901-1975,
(από τους μεγαλύτερους συγχρόνους φυσικούς όλου του κόσμου εισηγητής της «αρχής της αβεβαιότητας». Νόμπελ 1932 για την δημιουργία της Κβαντομηχανικής)

- «Από την εποχή της περίφημης δίκης του Γαλιλαίου διατυπωνόταν συνεχώς η αντίληψη, ότι η επιστημονική αλήθεια που προκύπτει από τις φυσικές επιστήμες, δεν μπορεί να συνδυαστεί με τη θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου. Μολονότι όμως εγώ είμαι πλήρως πεπεισμένος περί του ότι δεν μπορεί να προσβληθεί η αλήθεια, την οποία εις την σφαίρα της διατυπώνει η φυσική επιστήμη, ποτέ εν τούτοις δεν μπόρεσα να απορρίψω την θρησκευτική πίστη, τάχα ως ένα μέρος μιας ξεπερασμένης πεποιθήσεως της ανθρωπότητας, ένα μέρος από το οποίο πρέπει να παραιτηθούμε για το μέλλον. Έτσι, κατά τη διάρκεια της ζωής μου, χρειάστηκε πάντοτε να σκεφτώ περί της σχέσεως των δύο τούτων πνευματικών κόσμων της Πίστεως και της Επιστήμης. Διότι περί της αλήθειας εκείνου, το οποίο οι δύο αυτοί κόσμοι μάς δείχνουν, δεν μπόρεσα ποτέ να αμφιβάλλω…
Ο Θεός, περί του οποίου κάνουμε τώρα λόγο, είναι Θεός της τάξης και δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μόνο ο Θεός προς τον οποίο απευθυνόμαστε στις θλίψεις μας και στον οποίο στηρίζουμε τη ζωή μας. Ή, ίσως μπορούμε να πούμε, ότι η επιστημονική μέθοδος κατευθύνει την προσοχή μας προς το ένα μέρος της θείας δραστηριότητας και για αυτό υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουμε τη μεγάλη συνοχή του όλου, της εικόνας της ολότητας του Σύμπαντος (σε ομιλία του το 1973)»

- «Η πρώτη γεύση από το ποτήρι της Φυσικής ομοιάζει με αθεΐα, αλλά στο βάθος του ποτηριού περιμένει ο Θεός»

Βέρνερ φον Μπράουν 1912-1977
(ο διάσημος κατασκευαστής πυραύλων)

- «Και ο ωραίος αυτός πλανήτης, η Γη, είναι εξίσου μέρος της βασιλείας του Θεού, όπως και οι κενές εκτάσεις γύρω μας, όπως και όλοι οι άλλοι αστέρες και πλανήτες του σύμπαντος. Αυτός ενεφύσησε εις τις καρδιές μας την περιέργεια περί των γύρω μας κόσμων και Αυτός μάς κατέστησε ικανούς να αποκτήσουμε την επιστημονική γνώση και τεχνική ικανότητα προς ικανοποίησιν αυτής. Εάν ο Θεός ήθελε πραγματικά να παραμείνουμε επί της γης, είμαι βέβαιος, ότι θα είχε θέσει έναν ανυπέρβλητο φραγμό και θα είχε αποθαρρύνει όλες μας τις προσπάθειες να τον υπερβούμε. Αλλά δεν υπάρχει απόδειξη περί φραγμού… Εμπιστεύθηκε στον άνθρωπο ολόκληρη την δημιουργία»

- «Πιστεύω ότι η εξερεύνηση του Διαστήματος θα βελτιώσει την ύπαρξη του ανθρώπου επί της γης, ηθικώς και πνευματικώς. Όσο περισσότερα μαθαίνουμε περί της Δημιουργίας, τόσο περισσότερα θα γνωρίζουμε για τον Δημιουργό. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι εμποτισμένο με την δίψα για την τελική αλήθεια και η εξερεύνηση του Διαστήματος αντιπροσωπεύει τον ανθρώπινο νουν, που εργάζεται στο ζενίθ των γνώσεών του. Καθ’ όσον οι γνώσεις μας για τη λειτουργία του απέραντου και μεγαλειώδους Σύμπαντος αυξάνουν, δεν είναι δυνατόν παρά να αυξάνεται και ο σεβασμός μας για τον Δημιουργό του», (συνέντευξη 1967 στην Ελλάδα)

- «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν είναι ανταγωνίστριες, αλλά αδελφές. Και οι δύο εμβαθύνουν στην υψίστη αλήθεια. Η επιστήμη βοηθά στο να αποκαλύψει περισσότερα περί του Δημιουργού δια μέσου της Δημιουργίας του… Όσο περισσότερο εμβαθύνουμε στην έρευνα του Διαστήματος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίστη μας…»

«Οσονδήποτε και αν εργάζεται ο άνθρωπος στον επιστημονικό κόσμο, τίποτα δεν μπορεί να πετύχει άνευ της πίστεως. Εάν η πίστη προώθησε και βοήθησε κάποιον στην ζωή, κυττάξετε εμένα». «Βέβαια έρχονται περίοδοι αμφιβολίας αι αμηχανίας και διερωτώμαι εάν βρίσκομαι στο σωστό δρόμο. Στις περιπτώσει αυτές αντλώ δυνάμεις καθώς ζητώ και παίρνω βοήθεια από το Θεό»

- «Γνωρίζω ότι καμμία επιστημονική εφεύρεση δεν θα φέρει αναγκαστικά μία αλλαγή στη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ένας επιστήμων βλέπει τη σφραγίδα του Θεού παντού όπου και αν κυττάξει»

- «Ο λόγος για τον οποίο πιστεύω στο Θεό, είναι σαφής. Το κάθε τι στον κόσμο είναι κατασκευασμένο με τάξη και οργάνωση και προϋποθέτει έναν κατασκευαστή, ένα σχεδιαστή. Το Σύμπαν περικλείει τόση τάξη, τόση τελειότητα και ακρίβεια, ώστε δεν μπορεί παρά να ναι αποτέλεσμα θεϊκού σχεδίου. Πρέπει να υπάρχει πίσω του σίγουρα, ένας Δημιουργός. Για μένα δεν υπάρχει άλλος δρόμος» (σε ερώτηση της New York Journal American)

Paul Dirac 1902-1984,
(βραβείο Νόμπελ 1933, διάσημος Άγγλος θεωρητικός φυσικός)

- «Αν οι πιθανότητες για την εμφάνιση της ζωής εκ του μηδενός ήταν ελάχιστες, μηδαμινές, τι άλλο μπορεί να είναι παρά μία απόδειξη του ότι έπρεπε να υπάρχει ένας Δημιουργός, που από το τίποτα κατασκεύασε το Σύμπαν; Αν η πιθανότητα για την εμφάνιση της ζωής επί του πλανήτου μας ήταν 1: 10 εις την εκατοστήν, τότε είναι εντελώς απίθανο το ότι θα μπορούσε ποτέ να προκύψει ζωή, χωρίς να υπάρχει Θεός (ομιλία το 1972)»

A. Kastler 1902-1984
(Γάλλος φυσικός βραβείο Νόμπελ, γράφει το 1976 δεν δηλώνει πιστός)

- «Ας υποθέσουμε ότι ανακαλύπτουμε ένα αυτόματο εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου στην αδιόρατη πλευρά της Σελήνης. Τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε; Θα ήταν λογικό να σκεφτούμε, ότι η τύχη έχει μαζέψει τα μόρια με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργήσουν ένα τέτοιο αυτόματο εργοστάσιο; Κανένα πνεύμα δεν θα δεχόταν αυτην την ερμηνεία. Λοιπόν μέσα σε ένα ζωντανό οργανισμό βρίσκουμε ένα σύστημα απείρως πιο πολύπλοκο από ένα αυτόματο εργοστάσιο. Το να θέλουμε να δεχτούμε, ότι η τύχη δημιούργησε αυτόν τον οργανισμό μού φαίνεται παράλογο. Εάν υπάρχει ένα πρόγραμμα, δεν καταλαβαίνω πρόγραμμα χωρίς προγραμματιστή…»

Γκρασσέ Πέτρος, P. Crasse, 1895-1985
(Γάλλος βιολόγος)

- «Το ανθρώπινο Σύμπαν περιέχει πραγματικότητες στις οποίες ο επιστήμων δεν έχει, και μάλλον δεν θα έχει ποτέ, σημεία αμέσου προσπελάσεως… Πιστεύω στο μη επιστητό (σε εκείνο που δεν καταλαβαίνω) σημαίνει ότι αναγνωρίζω την ατέλεια του ανθρώπου, σημαίνει ότι αποδέχομαι με ταπεινωσύνη την ύπαρξή μου, σημαίνει δεν αμαρτάνω από περίσσεια εμπιστοσύνης στα δεδομένα των αισθήσεων και της συνειδήσεως. Σημαίνει ίσως ακόμη, ότι ελπίζω σε έναν κόσμο καλύτερο, που δεν είναι ο δικός μας και όπου το πνεύμα υπάρχει και ενεργεί κατά κυρίαρχο τρόπο»

- «Είμαι αισιόδοξος και πιστεύω ότι ο άνθρωπος θα προχωρήσει καλά. Διότι αλλιώς θα κατασκευάσουμε τέρατα… Είναι εντελώς βέβαιο, ότι αύριο θα παραγάγουμε ανθρώπινα τέρατα… Αυτό είναι εντελώς ανήθικο… Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πειραματίζεται με το ενδεχόμενο της δημιουργίας τεράτων… Αποκλείεται να κάνουμε τον πειραματισμό αυτόν (=εξωτερική βιοχημική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό), δια διαφόρους λόγους. Ο πρώτος εξ’ όλων, που αποκλείει να υποστηρίξω τούτο, είναι ότι είμαι Χριστιανός. Αυτό σημαίνει ότι πιστεύω εις την αξίαν του ανθρώπου και για αυτό δεν πιστεύω στο ανακάτωμα του ανθρώπου» (σε δημόσια συζήτηση στο Παρίσι 1974)

- «Η τύχη είναι το μέτρο της αγνοίας μας!» (διάλεξη στην Αθήνα 1-4-1975)

- «Η ζωή απορρέει από μία οργάνωση, μία ισορροπία… Τάξη σε όλα τα επίπεδα, άτομα, μόρια, μικρομόρια, οργανίδια, όργανα. Αληθινά η ζωή είναι ο θρίαμβος της αρμονίας»
 
Lecomte Henri
(Γάλλος βοτανολόγος μέλος της Παρισινής Ακαδημίας των Επιστημών)

- «Ο ανταγωνισμός μεταξύ επιστήμης και θρησκείας υπάρχει μόνο στο πνεύμα εκείνων, που επιμόνως το θέλουν. Εις την πραγματικότητα η επιστήμη και η θρησκεία εξελίσσονται με τα ίδιά των μέσα εις εδάφη, τα οποία είναι ουσιωδώς διαφορετικά. Το να θέλει κανείς να αντιτάσσει την μία κατά της άλλης, αποδεικνύει απλώς ότι τις παραγνωρίζει»

Τουρνιέ Παύλος, Paul Tournier 1898-1986
(διάσημος Ελβετός γιατρός)

- «Και εμείς οι γιατροί έχουμε δύο χέρια. Το δυνατό χέρι της τεχνικής, του χειρουργού, του καρδιολόγου, που σώζει τη ζωή δια της τεχνικής. Αλλά έχουμε και ένα χέρι αριστερό για να παρηγορούμε τους ανθρώπους στις δοκιμασίες τους. Πάντοτε τείνουμε να φέρουμε σε αντίθεση το ένα χέρι απέναντι στο άλλο. Υπάρχουν άνθρωποι θρησκευόμενοι, που αρνούνται την επιστήμη εν ονόματι της πίστης. Και υπάρχουν άνθρωποι που λατρεύουν την δύναμη της τεχνικής και απορρίπτουν το Θεό εν ονόματι της δυνάμεως. Όλη μου την ζωή την αφιέρωσα στο να ενώσω αυτά που φέρουν σε αντίθεση. Και να δείξω στους πιστούς ότι από τον Θεό έρχεται η τεχνική δύναμη των σοφών ιατρών. Και να δείξω στους ιατρούς, ότι δεν θα ήταν δυνατοί αν ο Θεός δεν τους έδινε τη δύναμη. Έτσι δεν κληθήκαμε να θέσουμε σε αντίθεση το δεξί χέρι απέναντι στο αριστερό, αλλά να τα ενώσουμε. Και όταν ενώσουμε τα δύο χέρια, αυτό είναι το σημείον προσευχής»

- «Γιατί λοιπόν η Βίβλος ομιλεί πάντοτε περί Θεού «ζώντος»; Ακριβώς διότι ο Θεός τον Οποίο μας αποκαλύπτει δεν είναι ο Θεός των φιλοσόφων· είναι έξω χρόνου και τόπου, αρχή όλων των πραγμάτων, η υψίστη έννοια του λογισμού μας. Είναι μία ζώσα προσωπικότης, η οποία επερωτά, η οποία εισέρχεται στον άνθρωπο δια του Αγίου Πνεύματος. Ταυτοχρόνως η Βίβλος μας αποκαλύπτει τι είναι η προσωπικότης, ο άνθρωπος· είναι η ύπαρξη με την οποία ο Θεός ομιλεί, με την οποία ο Θεός με τον τρόπο αυτόν εισέρχεται σε προσωπική σχέση»

Sir Eccles John, Έκλες Ιωάννης,1903-1997
(Νόμπελ νευροψυχοφυσιολογίας)

- «Οι πιθανότητες να έγινε ο κόσμος από μόνος του είναι 400 χιλιάδες τρισεκατομμύρια προς μία».
 
- «Αγωνίστηκα όλη μου τη ζωή να καταλάβω τη φύση της υπάρξεως, τη φύση του ιδίου του εαυτού μου και αυτό είναι η πρώτη μου πραγματικότητα… Δεν πήρα όμως καμία σαφή απάντηση, αλλά το μυστήριο, ο θαυμασμός αυξήθηκε, εάν οι άνθρωποι ήθελαν να πάρουν μία απάντηση του μυστηρίου του εαυτού τους, αυτή θα είναι η απάντηση της θρησκείας (γράφει το 1979)».

- «Εάν κυττάξετε τα περισσότερα σύγχρονα βιβλία που γράφουν περί εξελίξεως δεν θα βρείτε τίποτα περί της σκέψεως και της συνειδήσεως. Οι συγγραφείς τους υποθέτουν ότι όλα αυτά ήλθαν αυτομάτως με την εξέλιξη του εγκεφάλου. Αλλά αυτό δεν είναι απάντηση (γράφει το 1981)»

- «Εγώ ο ίδιος έχω την ζωντανή και ισχυρή πίστη, ότι είναι ανοικτό εμπρός μας το μέλλον. Αυτός, ο όλος κόσμος δεν είναι ακριβώς το πεδίο, στο οποίο τρέχουμε και δεν τρέχουμε χωρίς σκοπό… Ο καθένας μας μπορεί να εργάζεται με πίστη για μερικά αφαντάστως υπερφυσικά ζητήματα. Οφείλουμε να δώσουμε όλα όσα μπορούμε, για να παίξουμε το μέρος μας στο υπέροχο αυτό δράμα. Έπειτα θα περιμένουμε με γαλήνη και χαρά για τις μελλοντικές αποκαλύψεις όλων εκείνων των πραγμάτων και των αγαθών, που επιφυλάσσονται μετά τον θάνατο (γράφει το 1981)»

Sir Fred Hoyle 1915-2001
(διάσημος Άγγλος αστρονόμος, δεν ήταν θρησκευόμενος)

- «Για να αποφύγουμε το ζήτημα της δημιουργίας θα ήταν απαραίτητο να είναι όλη η ύλη του Σύμπαντος άπειρης ηλικίας, πράγμα που δεν μπορεί να συμβαίνει… Το υδρογόνο μετατρέπεται σταθερά σε ήλιο και σε άλλα στοιχεία… Πώς γίνεται, λοιπόν, να αποτελείται το Σύμπαν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από υδρογόνο; Αν η ύλη ήταν άπειρης ηλικίας, αυτό θα ήταν εντελώς αδύνατον. Συνεπώς διαπιστώνουμε ότι, εφόσον το Σύμπαν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί το ζήτημα της δημιουργίας» (στο «Η Φύση του Σύμπαντος»)

- «Μια ερμηνεία των δεδομένων βάσει κοινής λογικής, υποδηλώνει πως κάποια υπέρ-διάνοια έχει παίξει με την φυσική, καθώς και την χημεία και την βιολογία, και πως δεν υφίστανται τυφλές δυνάμεις στην φύση που να είναι αξιόλογες. Οι αριθμοί που προκύπτουν από τον υπολογισμό των δεδομένων, μου φαίνονται τόσο συγκλονιστικοί, ώστε να τοποθετούν αυτό το ενδεχόμενο σχεδόν εκτός έρευνας.» (Hoyle, F. 1982. The Universe: Past and Present Reflections. Annual Review of Astronomy and Astrophysics: 20:16.)

- «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει επιστήμονας, ο οποίος θα ερευνούσε τις ενδείξεις σχετικά με τις συνέπειες που έχουν οι νόμοι της πυρηνικής φυσικής πάνω στη διαμόρφωση του εσωτερικού του αστέρων, και δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι σχεδιάστηκαν εκ προθέσεως. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε τα φαινομενικά τυχαία τεχνάσματά μου αποτελούν μέρος ενός βαθύτερου σχεδίου. Εάν όχι, τότε έχουμε επιστρέψει και πάλι στην αρχή μιας τερατώδους ακολουθίας τυχαίων γεγονότων» (αναφέρεται στο Barrow and Tipler, Principle, σελ. 22)

Gould Stephen Jay, 1941-2002
(διάσημος παλαιοντολόγος βιολόγος, δήλωνε άθεος)
 
- «Να το πω για όλους τους συναδέλφους μου για εκατομμυριοστή φορά: Η επιστήμη δεν μπορεί με τις νόμιμες μεθόδους της να κρίνει το θέμα της εποπτείας της φύσης από το Θεό. Δεν μπορούμε ούτε να το επιβεβαιώσουμε ούτε να το αρνηθούμε αυτό. Αν κάποιοι από το σινάφι μας (εννοεί και τον Richard Dawkins, αθεϊστή)  κάνουν δηλώσεις ότι ο Δαρβινισμός καταργεί το Θεό θα βρω την κ. McInerney (δασκάλα του Gould) να τους δώσει με τη βέργα στα δάχτυλα. Η επιστήμη μπορεί να δουλέψει μόνο με νατουραλιστικές εξηγήσεις. Δεν μπορεί ούτε να βεβαιώσει ούτε να αρνηθεί άλλου είδους ενεργούντες (όπως ο Θεός) σε άλλες σφαίρες (το βασίλειο της ηθικής, για παράδειγμα). Ξεχάστε τη φιλοσοφία για ένα λεπτό. Η απλή εμπειρία των τελευταίων 100 ετών θα αρκούσε. Ο Δαρβίνος ο ίδιος ήταν αγνωστικιστής (έχοντας χάσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις με τον τραγικό θάνατο της αγαπημένης του κόρης), αλλά η μεγάλη Αμερικανίδα Βοτανολόγος Asa Gray, που ευνοούσε τη φυσική επιλογή και έγραφε ένα βιβλίο με τον τίτλο Darwiniana, ήταν μία αφοσιωμένη Χριστιανή. Προχωρήστε 50 χρόνια μπροστά: ο Charles D. Walcott που ανακάλυψε τα απολιθώματα των Burges Shale ήταν ένας πεπεισμένος δαρβινιστής και εξίσου σταθερός Χριστιανός που πίστευε ότι ο Θεός είχε ορίσει τη φυσική επιλογή για να οικοδομήσει την ιστορία της ζωής σύμφωνα με τα σχέδια και τις προθέσεις Του. Προχωρήστε για άλλα 50 χρόνια στους δύο μεγαλύτερους εξελικτικούς της γενιάς μας: ο G.G. Simpson ήταν ένας ανθρωπιστής αγνωστικιστής, ο Theodosius Dobzhansky είναι ένας πιστός Ρώσος Ορθόδοξος. Ή οι μισοί από τους συναδέλφους μου είναι φοβερά βλάκες ή αλλιώς ο δαρβινισμός είναι πλήρως συμβατός με τις παραδοσιακές θρησκευτικές πίστεις- και εξίσου συμβατός με την αθεΐα».
(στο  Η Γλώσσα του Θεού, Francis S. Colins, εκδ. Παπαζήση 2009 σελ. 148 όπου και η παραπομπή)
 
Francis Crick 1916-2004
(Άγγλος βιολόγος βραβείο Νόμπελ 1962, δήλωνε άθεος)
- «Υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη, που κατευθύνει τη ζωή και τη συμπεριφορά των ζωϊκών συστημάτων και που δεν μπορεί να εξηγηθεί με τις επιστημονικές δοξασίες μας»

Peacock Arthur, Πίκοκ Άρθουρ 1924-2006
(βιοχημικός και αγγλικανός ιερέας)

- «από την ύπαρξη του είδους του σύμπαντος που στην πραγματικότητα έχουμε, στο φως των φυσικών επιστημών, [είναι προσήκον] να συναγάγουμε την ύπαρξη ενός Δημιουργού Θεού ως της πιο καλής εξήγησης για πάντα τα υπάρχοντα» (Theory for a Scientific Age… p. 134)

Rοbert Jastrow, 1925-2008
(Αστρονόμος φυσικός κοσμολόγος)

- «Δεν είναι ζήτημα ενός άλλου έτους, μιας άλλης δεκαετίας εργασίας, μιας άλλης μετρήσεως ή μιας άλλης θεωρίας. Αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι η Επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να ανασύρει τον πέπλο του μυστηρίου της δημιουργίας»

- «Για τον επιστήμονα που έχει ζήσει με πίστη στη δύναμη της αιτίας, η ιστορία τελειώνει όπως ένα κακό όνειρο.
Έχει αναρριχηθεί στο όρος της αγνοίας.
Είναι έτοιμος να κατακτήσει την υψηλότερη κορυφή.
Και καθώς σκαρφαλώνει στον τελευταίο βράχο, τον υποδέχεται μια ομάδα θεολόγων, που είναι καθισμένοι εκεί από αιώνες»!
(Robert Jastrow,Cod and the Astronomers, Warner books,April 1980, σ. 105)
 
Weizsaecker C, Βάϊτσζαίκερ Κάρολος, 1920-2015,
(αστροφυσικός)

- «…Αγωνιζόμεθα, διότι έχουμε όλοι αγωνίες και ανησυχίες. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αγωνία. Όταν θα έλθει ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας, θα μας οδηγήσει όλους εις πάσαν την αλήθειαν. Αυτό γίνεται κάθε ημέρα αναμεταξύ μας· μπορεί να γίνεται, αν εμείς ανοίξουμε. Και γίνεται. Στον κόσμο αυτόν θα έχετε αγωνία, αλλά θα παρηγορηθείτε, διότι εγώ νίκησα τον κόσμο. Αυτό είναι γεγονός» (σε ομιλία του σε Ναό το 1974)

- «Η σημερινή επιστήμη, ως επιστήμη, γνωρίζει τι δεν γνωρίζει. Για αυτό η επιστήμη είναι συγκρατημένη και επιφυλακτική ενώπιον γενικών απόψεων αναφερομένων εις την ουσίαν όλων των όντων… Έχουμε ενώπιόν μας μία ύψιστη επιστημονική θέση, κατά την οποία, να το ομολογήσουμε ειλικρινά, επιστήμη σημαίνει επίσης, ό,τι δεν γνωρίζει κανείς. Θέτουμε ερωτήματα, στα οποία πρέπει να παραδεχτούμε, ότι, όπως σήμερα σκεπτόμαστε επιστημονικώς, δεν δυνάμεθα να απαντήσουμε»

- «Για μένα πραγματικά ο Χριστιανισμός δεν είναι μια διδασκαλία περί θεϊσμού, ή κάτι παρόμοιο, αλλά κατά πρώτο και κύριο λόγο είναι η επι του Όρους ομιλία του Κυρίου. Εάν ένας στραφεί προς το κήρυγμα αυτό, ίσως να πει, ότι προσπαθεί να είναι Χριστιανός»

A. Penzias 1933-…
(διάσημος ραδιοαστρονόμος ραδιοφυσικός, Νόμπελ 1978 για την ανακάλυψη της ακτινοβολίας του υποβάθρου, του «απόηχου» της αρχικής «μεγάλης έκρηξης»)

- «Εκείνο που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο, αν συνεχώς διαστέλλεται ή αν αιωνίως θα υφίσταται διαστολές και συστολές, αν με άλλα λόγια το σύμπαν δεν έχει σκοπό, αν έγινε τυχαία, όπως πέφτουν τα ζάρια. Αλλά νομίζω ότι τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας τώρα δείχνουν σαφώς ότι η ύλη του σύμπαντος δεν είναι αρκετή για να υπόκειται αιωνίως σε αναπάλσεις. Το επιχείρημά μου και η θέση μου είναι ότι, από τα ακριβή και καλά δεδομένα που έχουμε, δεν θα ήθελα τίποτα άλλο να πω, παρά ό,τι αναφέρεται στα πέντε βιβλία της Γενέσεως του Μωϋσέως, τους Ψαλμούς και τη Βίβλο στο σύνολό της» (A. Penzias ραδιοαστρονόμος Νόμπελ 1978)

Stephen Hawking

- «Η αρχική κατάσταση του σύμπαντος πρέπει να είχε πράγματι πολύ προσεκτικά επιλεγεί, αν το μοντέλο της θερμής μεγάλης εκρήξεως ήταν σωστό ως την αρχή του χρόνου. Θα ήταν πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς γιατί το σύμπαν έπρεπε να είχε αρχίσει τη ζωή του μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο, εκτός αν το θεωρήσει σαν έργο ενός Θεού, ο οποίος ήθελε να ημιουργήσει όντα σαν κι εμάς»

- «Η επιστήμη, εφ’ όσον η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας είναι ορθή, μπορεί να προβλέψει ότι το Σύμπαν πρέπει να είχε μία αρχή, αλλά δεν μπορεί να προβλέψει πώς το σύμπαν άρχισε. Γι’ αυτό κάποιος θα έπρεπε να επικαλεστεί τον Θεό» (Black Holes… 1994)

- «Πάνω στο ερώτημα· πώς συμβαίνει ώστε εμείς και το σύμπαν να υπάρχουμε; Αν βρούμε την απάντηση στο ερώτημα, αυτό θα είναι ο τελικός θρίαμβος του ανθρωπίνου λογικού. Διότι τότε θα γνωρίσουμε τον νου του Θεού» (A brief History… 1989)

- «Οι φυσικοί νόμοι μπορεί να είχαν θεσπιστεί αρχικά από τον Θεό. Φαίνεται όμως, ότι ο Θεός άφησε το Σύμπαν να αναπτύσσεται σύμφωνα με αυτούς και δεν παρεμβάλλεται πια στην εξέλιξή του. Αλλά πώς επέλεξε την αρχική κατάσταση, το αρχικό σύνολο των χαρακτηριστικών του Σύμπαντος; Ποιες ήταν οι οριακές συνθήκες στην αρχή του χρόνου; Μια πιθανή απάντηση είναι, ότι ο Θεός επέλεξε το αρχικό σύνολο χαρακτηριστικών του Σύμπαντος για κάποιους λόγους, που δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα τους καταλάβουμε ποτέ» (Το χρονικό του χρόνου σελ. 187)

- «Εάν είχε το Σύμπαν κάποια αρχή, θα έπρεπε και να παραδεχτούμε ότι εδημιουργήθη από κάποιον Δημιουργό» (A brief History… 1988)

- «Μία θεωρία υπάρχει μόνο στη σκέψη μας και δεν έχει καμμία άλλη υπόσταση… Συνεπώς, η κάθε θεωρία της Φυσικής είναι προσωρινή, διότι παριστάνει μόνο μία υπόθεση: ουδείς δε μπορεί ποτέ να την αποδείξει»

M. Rees 1942-…
(κοσμολόγος άρθρο του το 1981)

- «Το γεγονός ότι από τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες της δομής του αρχικού Σύμπαντος μπόρεσε να προκύψει τελικά η ζωή, μόνο σαν τύχη η θεία Πρόνοια μπορεί να χαρακτηριστεί»

Paul Davies, 1946-….
(Άγγλος φυσικός)
 
- «Οι αριθμητικές συμπτώσεις, θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν απόδειξη ενός σχεδίου. Ο λεπτός και επακριβής καθορισμός των τιμών των φυσικών σταθερών, που είναι αναγκαίος, ώστε οι ποικίλοι και διάφοροι κλάδοι της φυσικής να μπορούν να συνταιριάζονται με τόση επιτυχία, θα μπορούσε να αποδοθεί στο Θεό»

- «Αν οι νόμοι της Φυσικής καταργούνται στη μαθηματική ανωμαλία, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά εξήγηση με τους όρους αυτών των νόμων. Για τον λόγο αυτό, αν κάποιος επιμένει να αναζητεί την αιτία της Μεγάλης Εκρήξεως, η αιτία αυτή πρέπει να βρίσκεται πέρα από τη Φυσική» (The Mind of God 1993)

- «Η σύγχρονη φυσική και η σύγχρονη κοσμολογία αντέχουν μία βασανιστική υπόθεση: ότι θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε πώς όλες οι φυσικές δομές μέσα στο σύμπαν έχουν έλθει στην ύπαρξη αυτομάτως, σαν ένα αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών. Δεν έχουμε πλέον ανάγκη για έναν Δημιουργό με την παραδοσιακή έννοια. Όμως, αν και η επιστήμη είναι πιθανόν να εξηγήσει τον κόσμο, σε μας μένει ακόμη να εξηγήσουμε την επιστήμη. Οι νόμοι που δίνουν στο σύμπαν τη δυνατότητα να έλθει στην ύπαρξη αυτομάτως παρουσιάζονται να είναι το προϊόν ενός υπερβολικά ευφυούς σχεδίου» (Superforce 1990)

- «Σημαίνουν αυτές οι απόψεις (=για αυτογένεση του Σύμπαντος) ότι η ύπαρξη του Σύμπαντος μπορεί επιστημονικά να «εξηγηθεί», χωρίς να είναι αναγκαίος ένας Θεός;».

- «Μπορούμε να θεωρήσουμε το Σύμπαν σαν ένα κλειστό σύστημα, που έχει την αιτία της υπάρξεώς του μόνο στον εαυτό του;… Πόθεν προέρχονται, όμως, οι Νόμοι, δια των οποίων το Σύμπαν φροντίζει δι’ εαυτό, αλλά και για τη δική του γένεση;» (Der Plan Gottes, ss. 78-79)

- «Πολλοί επιστήμονες, και αυτοί οι εισηγητές της Θεωρίας της Σταθεράς Καταστάσεως (του σύμπαντος), αισθάνονται ότι καταργώντας τη μεγάλη έκρηξη θα είχαν μια για πάντα απορρίψει την ανάγκη κάθε είδους υπερφυσικής ερμηνείας για το σύμπαν. Σε ένα σύμπαν που δεν έχει καμιά αρχή, δεν υπάρχει καμιά ανάγκη για ένα γεγονός δημιουργίας ή για έναν δημιουργό» (The Mind of God 1993,Penguin Books, Λονδίνο 1984, σελ. 56 )

- «Το ίδιο το γεγονός ότι το σύμπαν είναι δημιουργικό και ότι οι νόμοι έχουν επιτρέψει να αναδυθούν πολύπλοκες δομές και να αναπτυχθούν μέχρι το σημείο σχηματισμού συνείδησης- με άλλα λόγια, ότι το σύμπαν έχει οργανώσει την ίδια την αυτεπίγνωσή του- αποτελεί για μένα ισχυρή ένδειξη ότι κάτι συμβαίνει πίσω απ’ όλα αυτά… Μοιάζει σαν κάποιος να έχει ρυθμίσει λεπτομερώς τους αριθμούς της φύσης, προκειμένου να συνθέσει το Σύμπαν… Η εντύπωση (ύπαρξης) σχεδιασμού είναι συντριπτική.» (Davies, P. 1988. The Cosmic Blueprint: New Discoveries in Nature's Creative Ability To Order the Universe. New York: Simon and Schuster, p.203.)

Φρέντκιν Έντουαρντ 1934-…
(ηλεκτρονικός επιστήμων)

- «Το σύμπαν αποτελεί ενσάρκωση προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, που έχει σχεδιαστεί έτσι, ώστε να μπορεί να εξασφαλίσει την απάντηση στο ερώτημα για την ίδια του τη δημιουργία… Τι μπορούμε να πούμε για τον ίδιο τον υπολογιστή; Από τι αποτελείται αυτός; Τι τον ενεργοποιεί; Ποιος, ή τι, τον κινεί; Πώς και γιατί άρχισε να κινείται;… Δεν έχω θρησκευτικές πεποιθήσεις. Δεν ξέρω τι υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει. Μου φαίνεται όμως, πως το συγκεκριμένο σύμπαν, όπου ζούμε, έχει δημιουργηθεί από κάποια διάνοια (1990)»

H. Reeves, Ρήβς 1932-…
(διευθυντής Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Γαλλίας)

- «Βλέπουμε και διαπιστώνουμε στο Σύμπαν να υπάρχει μία αρμονία. Να εξελίσσονται τα γεγονότα του Σύμπαντος και να παρουσιάζονται σαν ένα κομμάτι κλασσικής μουσικής».

- «Δεν πρέπει να ζητάμε πολλά από την επιστήμη. Όταν περιμένουμε πολλά από αυτήν, συχνά είναι απατηλή. Είναι το πρόβλημα του όλου πολιτισμού της Δύσεως από τον 16ο αιώνα, όταν σκεφτεί κανείς πάνω στα ίχνη του Καρτεσίου και του Γαλιλαίου, ότι η επιστήμη θα φέρει την ευτυχία του ανθρώπου. Αυτό το πίστευαν για πολύ χρονικό διάστημα. Όλος ο 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την ιδέα της προόδου. Επιστεύετο ότι η πρόοδος ήταν συνυφασμένη με την επιστήμη. Θα είχαμε τότε το τέλος του σκοταδισμού. Επίστευαν επίσης ότι πέρασε η περίοδος της θρησκείας και ήλθαμε στην περίοδο της επιστήμης… Ότι η επιστήμη ξεπέρασε τη θρησκεία. Καταλάβαμε όμως καλά ότι η επιστήμη δεν αντικατέστησε τίποτα· σήμερα η θρησκεία είναι πιο ζωντανή παρά ποτέ άλλοτε. Εξάλλου η επιστήμη παρουσίασε τόσα πολλά προβλήματα που βρίσκονται προς λύση· παράδειγμα η περίπτωση του πυρήνα του ατόμου (σε συνέντευξη στο περιοδικό Construit 25-8-1982)»

Schopper H. Σόπερ,
(καθηγητής Γενικός Διυθυντής στο CERN στη Γενεύη)

- «Ένας τέτοιος διάλογος θρησκείας και επιστήμης είναι δυνατόν να γίνει σήμερα, διότι διαρκώς και περισσότερο παρουσιάζεται ότι η αντικειμενική πραγματικότητα (όπως την παρουσίασαν ο Γαλιλαίος και ο Νεύτων ως βάση των θετικών επιστημών) δεν αποκλείει καθόλου την υπερβατική πραγματικότητα της πίστεως. Ακόμη περισσότερο. Οι ανακαλύψεις οι σχετικές με τα φαινόμενα των σωματίων της πλοκής της ύλης, οι νόμοι της φύσεως και η τάξις που κυβερνά το υλικό σύμπαν αποκαλύπτουν πολύ περισσότερο μία ερμηνεία του ανωτάτου και υπερβατικού Όντος, παρά εκείνη την οποία μας δίνει η καθαρά υλιστική θεώρηση του κόσμου (1982)»

St. Weinberg, 1933-…
(διάσημος Αμερικανός θεωρητικός φυσικός Νόμπελ 1979)

- «Είναι σχεδόν αναγκαστικό για τους ανθρώπους να πιστεύουμε ότι έχουμε κάποια ειδική σχέση με το σύμπαν, ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι ακριβώς ένα λίγο ή πολύ κωμικό αποτέλεσμα μιας αλυσίδας τυχαίων συμβάντων, που φθάνουν πίσω στα πρώτα τρία λεπτά, αλλά ότι έχουμε κατά κάποιο τρόπο δημιουργηθεί από την αρχή»
 
- «Μερικοί κοσμολόγοι ελκύονται φιλοσοφικά από το πρότυπο του παλλομένου σύμπαντος, ειδικά διότι, όπως και το πρότυπο της σταθεράς καταστάσεως, αποφεύγει με ωραίο τρόπο το πρόβλημα της Γενέσεως» (The first three minutes, σελ. 148, 1984)


Μιχαήλ Παπαγιάννης
(Κοσμήτωρ Αστροφυσικής Πανεπιστημίου Boston)

- «Πόσο ένδοξο τέλος μιας μακράς για τα ανθρώπινα δεδομένα πορείας, που άρχισε σαν μία εκρηγνυόμενη πύρινη σφαίρα φωτονίων και στοιχειωδών σωματιδίων, επειδή όμως ήταν προικισμένη από τον Δημιουργό με τους κατάλληλους θεμελιώδεις νόμους, οδήγησε στη ζωή και είναι προορισμένη να οδηγήσει τελικά στη θέωση των κατοίκων της!»

J. Polkinghorne 1930-…
(Άγγλος Θεωρητικός φυσικός στοιχειωδών σωματιδίων, μέλος Βασιλικής Εταιρείας, καθηγητής Μαθηματικής Φυσικής του Κέμπριτζ 1968-1979, πρόεδρος του Κολεγίου της Βασίλισσας στο Κέμπριτζ από το 1989, χειροτονήθηκε ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας το 1982)

- «Επομένως, πιστεύω πως με την ακριβή ρύθμιση των φυσικών νόμων, η οποία κατέστησε δυνατή την εξέλιξη συνειδητών όντων, λαμβάνουμε από την επιστήμη έναν πολύτιμο, αν και έμμεσο, υπαινιγμό, πως πίσω από την κοσμική ιστορία υπάρχει κάποιο θεϊκό νόημα και κάποιος θεϊκός σκοπός. Κατά τη γνώμη μου, η επιστήμη είναι δυνατή και η κοσμική ιστορία υπήρξε γόνιμη, επειδή το σύμπαν στο οποίο κατοικούμε είναι αποτέλεσμα δημιουργίας. Επί της ουσίας, περί αυτού πρόκειται (Επιστήμη ή Θεός, εκδ. Τραυλός σελ.126,1997)»
 
- «Οι δαρβινικές ιδέες παρέχουν μία γενική εποπτεία της εξελισσόμενης ιστορίας ενός γόνιμου κόσμου, αλλά παραμένει βεβαίως άγνωστο το κατά πόσο θα μας πουν ολόκληρη την ιστορία. Αντί να επαναλάβω αυτές τις υποθέσεις άλλη μια φορά, προτιμώ να στραφώ σε άλλες, πιο διαδεδομένες, επιστημονικές απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες η σύγχρονη επιστήμη δεν είναι καθόλου απρόθυμη να προβεί σε μια μεταφυσική αναγνώριση της ύπαρξης νοήματος και σκοπού πίσω από την συμπαντική ιστορία» (Επιστήμη ή Θεός σελ.109,1997)

- «Το «λογισμικό» της ζωής δεν μπορεί να «τρέξει» σε κανέναν παλαιού τύπου «υπολογιστή» (πιστεύω πως υπάρχει κάτι το ουσιαστικό στην ιδιαίτερή μας ενσάρκωση και απορρίπτω οποιαδήποτε αυστηρή αναλογία με υπολογιστές), ασφαλώς όμως υπάρχει η δυνατότητα ύπαρξης μιας νέας «ύλης», στην οποία μπορούμε να μετενσαρκωθούμε κατά την ανάστασή μας. Από πού θα προέλθει αυτή η «ύλη»; Νομίζω ότι θα είναι η μετασχηματισμένη ύλη του παρόντος κόσμου, την οποία ο Θεός θα διασώσει από τη μοίρα της αποσύνθεσης. Το σύμπαν θα πεθάνει, αλλά επειδή ο Θεός ενδιαφέρεται για αυτό, θα αναστηθεί ακριβώς όπως και εμείς θα αναστηθούμε εκ νεκρών. Ουσιαστικά, οι δύο μοίρες αποτελούν μία. Αυτή η Χριστιανική ελπίδα, όπως εκφράζεται από τον Απόστολο Παύλο, είναι ότι θα υπάρξει μια νέα δημιουργία μαζί με τη λύτρωση της παλαιάς δημιουργίας από την απογοήτευση και τη ματαιότητα (Ρωμαίους η 18-25,Β Κορινθίους ε 17), στην οποία μετέχουμε όλοι» (ο.π. σελ. 135)

- «Τελικά, όσο περισσότερο κατανοούμε το σύμπαν, τόσο πιο άσκοπο αποδεικνύεται (φράση του Steven Weinberg στο The First three Minutes: όσο πιο κατανοητό φαίνεται το σύμπαν, τόσο περισσότερο μοιάζει να στερείται σκοπού) ή μήπως αποκτά ολοένα και περισσότερο τον χαρακτήρα ενός κόσμου πραγματικού, τόσο γεμάτου σημασία για μας που μέσα του αισθανόμαστε σαν στο «σπίτι μας» και όχι μοναχικά πλάσματα που θλίβονται για τον παραλογισμό του; Το ένστικτό μου ως επιστήμονα μου υπαγορεύει να αναζητήσω μια εύλογη κατανόηση και πιστεύω ότι είναι η θρησκευτική μου πίστη εκείνη η οποία με καθιστά ικανό να τη βρω… Η αλήθεια της ανάστασης του Χριστού αποτελεί, για μένα, ένα πραγματικό έσχατο ζήτημα» (ο.π. σελ. 135-136)

- «Το μυστήριο της πολλαπλώς διαστρωματωμένης πραγματικότητας ενός κόσμου που χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από τάξη, ομορφιά και ηθική, παραμένει. Τι είναι αυτό που συνενώνει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά; Μια πιθανή απάντηση, συνεκτική και ικανοποιητική από διανοητική άποψη -και δεν λέω τίποτα περισσότερο απ’ αυτό- μας παρέχεται από την πίστη στο Θεό. Η πραγματικότητα είναι πολλαπλώς διαστρωματωμένη επειδή είναι δημιουργία. Πίσω από την επιστημονική τάξη του σύμπαντος βρίσκεται η Νόηση του Δημιουργού. Πίσω από την ανθρώπινη εμπειρία της ομορφιάς βρίσκεται η χαρά του Δημιουργού στη δημιουργία. Πίσω από τις ηθικές μας ενοράσεις βρίσκεται η κρίση της καλής και τέλειας βούλησης του Δημιουργού.
Ουσιαστικά, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη όλων των Ενοποιημένων Θεωριών, η πραγματική Θεωρία του Παντός, παρέχεται από την πίστη στο Θεό» (ο.π. σελ. 149)

Richard Dawkins,
(βιολόγος αθεϊστής)

- «…Εκείνο που θέλω κυρίως από μια θεωρία της εξέλιξης είναι να εξηγεί το σχηματισμό των πολύπλοκων, καλοσχεδιασμένων μηχανισμών, όπως η καρδιά, τα χέρια, τα μάτια και ο ηχοεντοπισμός. Κανείς, ούτε ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της επιλογής ειδών, δεν πιστεύει ότι αυτή μπορεί να εξυπηρετήσει τον παραπάνω σκοπό» (Ο τυφλός Ωρολογοποιός σελ. 413)

Frank J. Tipler 1947-…
(Φυσικομαθηματικός κοσμολόγος)
- «…Ποτέ δεν φαντάστηκα όταν άρχισα την καριέρα μου ως φυσικός, ότι κάποια μέρα θα έγραφα, ως φυσικός, ότι οι ουρανοί υπάρχουν και ότι ο καθένας από εμάς θα απολάμβανε ζωή μετά το θάνατο. Αλλά εδώ γράφω ό,τι ο νεαρός εαυτός μου θα θεωρούσε ως επιστημονική ανοησία. Εδώ στέκομαι σαν ένας φυσικός, δεν μπορώ να κάμω άλλο». (The Physics of Immorality σελ. 11.)
 
Gunter Ewald 1929-…
(φυσικομαθηματικός Γερμανός)
 
- «Η διαπίστωση του Hawking καταλήγει σε μια ταυτολογία: Το Σύμπαν υπάρχει, διότι υπάρχει. Έτσι όμως ελάχιστα βοηθούμαστε. Το ερώτημα, διατί με τη γένεση των Κβάντων του Κόσμου μας γεννήθηκαν και οι Νόμοι της Φυσικής, της Χημείας και της Βιολογίας, παραμένει αναπάντητο (1998)»

Francis S. Collins, 1950-…
(εξέχων γενετιστής, επικεφαλής του Σχεδίου Ανθρώπινου Γονιδιώματος, στο βιβλίο του «η Γλώσσα του Θεού»)

- «Λοιπόν εδώ είναι το κεντρικό θέμα αυτού του βιβλίου: Σε αυτή τη σύγχρονη ανάπτυξη της κοσμολογίας, της εξέλιξης και του ανθρώπινου γονιδιώματος, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα μιας απόλυτα ικανοποιητικής αρμονίας ανάμεσα στην επιστημονική και τη θρησκευτική αντίληψη για τον κόσμο; Απαντώ με ένα ηχηρό ΝΑΙ. Κατά την αντίληψή μου δεν υπάρχει καμία αντίφαση στο να είναι κανείς γνήσιος επιστήμονας και άνθρωπος που πιστεύει σ’ ένα Θεό, ο οποίος ενδιαφέρεται προσωπικά για τον καθένα μας. Η δικαιοδοσία της επιστήμης είναι να ερευνά την φύση. Του Θεού η δικαιοδοσία βρίσκεται στον πνευματικό κόσμο, ένα βασίλειο που δεν μπορεί να εξερευνηθεί με τα εργαλεία και τη διάλεκτο της επιστήμης. Πρέπει να εξεταστεί με την καρδιά, με το νου και την ψυχή. Και ο νους πρέπει να βρει τρόπο να συμπεριλάβει και τα δύο βασίλεια» (σελ. 20-21)

- «… Σε άλλο μέρος του προκλητικού του βιβλίου (=ο Θεός και οι αστρονόμοι), ο Jastrow γράφει: «Τώρα βλέπουμε πως η αστρονομία οδηγεί σε μια βιβλική άποψη της προέλευσης του κόσμου. Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά τα ουσιώδη στοιχεία της αστρονομικής και βιβλικής περιγραφής της Γενέσεως είναι τα ίδια. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στον άνθρωπο, άρχισαν ξαφνικά και απότομα σε μια ορισμένη στιγμή στο χρόνο, με μια λάμψη φωτός και ενέργειας». Οφείλω να συμφωνήσω. Το Big Bang κραυγάζει για μια θεία εξήγηση. Επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η φύση είχε μια ορισμένη αρχή. Δεν μπορώ να δω πώς η φύση θα μπορούσε να δημιουργήσει τον εαυτό της. Μόνο μια υπερφυσική δύναμη που είναι έξω από το χώρο και το χρόνο μπορεί να το έχει κάνει αυτό» (σελ. 68)

- «… Ένας άλλος διακεκριμένος Φυσικός, ο Freeman Dyson, αφού ανασκοπήσει αυτή τη σειρά των «αριθμητικών τυχαίων συμπτώσεων»  συμπεραίνει: «Όσο πιο πολύ εξετάζω το σύμπαν και τις λεπτομέρειες της αρχιτεκτονικής του, τόσο περισσότερες ενδείξεις βρίσκω ότι το σύμπαν κατά κάποιο τρόπο γνώριζε ότι θα έλθουμε» (σελ. 75)

- «Για μένα ως πιστό, η ανακάλυψη της σειράς του ανθρώπινου γονιδιώματος είχε μία πρόσθετη σημασία. Αυτό το βιβλίο ήταν γραμμένο στη γλώσσα του DNA με την οποία ο Θεός μίλησε στη ζωή για να υπάρξει. Αισθάνθηκα μια επιβλητική αίσθηση δέους αναδιφώντας αυτό το σπουδαιότερο από όλα τα βιολογικά κείμενα» (σελ. 112)

- «Η επιστήμη δεν απειλείται από το Θεό, ενθαρρύνεται. Ο Θεός με κάθε βεβαιότητα δεν απειλείται από την επιστήμη. Αυτός την έκανε δυνατή» (σελ. 201)

Άρης Πατρινός,
(βιολόγος που βοήθησε στην αποκρυπτογράφηση του DNA το 2000)
 
- «Είμαι απλώς ένας από τους πολλούς εργάτες, που κατάφεραν αυτό το εκπληκτικό επίτευγμα. Αισθανθήκαμε όλοι την ώρα εκείνη, ότι βαδίζαμε στα ίχνη του Θεού. Ήταν μια μοναδική στιγμή, γιατί ανοίξαμε το πρώτο αντίτυπο του βιβλίου της ζωής» (στην εφημεριδα Αδέσμευτος Τύπος 29-6-2000 σελ 13)

Gingerich Owen, Όουεν Γκινγκεριχ 1930-…,
(διάσημος αστρονόμος του Χάρβαρντ, συγγραφέας του «Το Σύμπαν του Θεού» 2006)
 
- «Το Σύμπαν δημιουργήθηκε ηθελημένα και με σκοπό και αυτή η πεποίθηση δεν παρεμβαίνει στις υποθέσεις της επιστήμης»

Άρθουρ Λ. Σάβλοφ
(Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, 1981 Βραβείο Νόμπελ Φυσικής)

- «Μου φαίνεται πως, όταν είμαστε αντιμέτωποι με τα θαύματα της ζωής και του σύμπαντος, πρέπει να αναρωτηθούμε «γιατί» και όχι μόνο «πώς». Οι μόνες δυνατές απαντήσεις είναι θρησκευτικές... Εντοπίζω μια ανάγκη για Θεό μέσα στο σύμπαν και μέσα στην ίδια την ζωή μου...»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Οι θεμελιωταί των επιστημών, αρχιμ. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου, εκδ. «Ζωή» 1962
2) Το σύμπαν η ζωή και ο άνθρωπος, Κωτσάκη Δημητρίου, Ομοτίμου Καθηγητού πανεπιστημίου Αθηνών, εκδ. «Ζωή» 1986
3) Η προέλευση της Ζωής και η επιστήμη, του ιδίου
4) Οι πρωτοπόροι της Επιστήμης και η Γένεσις του κόσμου, του ιδίου
5) Η κοσμοθεωρία του Υλισμού, του ιδίου
6) Είμαστε μόνοι στο διάστημα; του ιδίου
7) Το μεγάλο πρόβλημα Θεός και κόσμος, του ιδίου
8) Το αστρονομικό σύμπαν, Δημιουργία ή Τύχη, του ιδίου
9) Πώς βλέπει σήμερα η επιστήμη το Σύμπαν, του ιδίου
10) Η συγκρότηση του Σύμπαντος, του ιδίου
11) Η επιστήμη ομιλεί, εκδ. «Ζωή», 1979
12) Ομιλούν οι σοφοί περί Θεού, εκδ. «Ζωή» 1980
13) Ομιλούν οι σοφοί περί Χριστιανισμού, εκδ. «Ζωή» 1979
14) Ομιλούν οι σοφοί περί Ψυχής, εκδ. «Ζωή» 1982
15) Οι μεγάλοι μπροστά στον πόνο, εκδ. Ζωή 1987
16) Γιατί δεν είμαι άθεος, Γεωργίου Μελέτη, εκδ. «Ζωή» 1994
17) Η Χριστιανική Πίστις εις τον αιώνα της Επιστήμης, Ν.Π. Βασιλειάδη, εκδ. «ο Σωτήρ» 1982
18) Αρχή και τέλος του Κόσμου, Κοσμολογία και Αγία Γραφή, αρχιμ. Αστερίου Χατζηνικολάου, εκδ. «ο Σωτήρ» 2001,
19) Ο άνθρωπος μέσα στο σύμπαν, αρχιμ. Αστερίου Χατζηνικολάου, εκδ. «ο Σωτήρ» 1996
20) Ο Δαρβίνος και η θεωρία της εξελίξεως, Ν.Π. Βασιλειάδη, εκδ. «ο Σωτήρ» 1995
21) Θεός και Θρησκεία στις Φυσικές Επιστήμες, Μέγας Λ. Φαράντος, εκδ. Έννοια,2008
22) Εγώ ο Άλμπερτ ΑϊνστάινAlice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο 1998
23) Η Γλώσσα του Θεού, Francis S. Collins, εκδ. Παπαζήση 2009
24) Η αυταπάτη του Dawkins ;, AlisterMc Grath, εκδ. Ουρανός 2008
25) Πασκάλ Μπλέζ, Σκέψεις, εκδ. Καστανιώτη
26) Επιστήμη ή Θεός, J. Polkinghorne, εκδ. Τραυλός,
27) Ο Γαλιλαίος στη φυλακή, Μύθοι για την επιστήμη και τη θρησκεία, επιμέλεια Ronald L. Numbers, εκδ. Λογείον2011
28) Είναι ο Θεός μαθηματικός; Μάριο Λίβιο, εκδ. Ενάλιος 2014
29) Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, Will Durant τόμος Ζ σελ.
30) Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, Will Durant τόμος Η
31) Ανθολογία της Φιλοσοφίας, Ubaldo Nicola, εκδ. Ενάλιος 2007
32) Η Φιλοσοφία της Αναγεννήσεως και η θεμελίωσις της Νεωτέρας Φυσικής, Λογοθέτου Κ. ΟΕΣΒ, 1955

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν

Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

1. Εἶναι κατάλληλη στιγμή σήμερα ν᾿ ἀναφωνήσουμε ὅλοι ἐμεῖς ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ μακάριος Δαυΐδ.«Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, νά ἐξυμνήσει ὅλες τίς δόξες του;» (Ψαλμ. 105, 2). Νά λοιπόν ἔφθασε ἡ ποθητή γιά μᾶς καί σωτήρια ἑορτή, ἡ ἀναστάσιμη ἡμέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προϋπόθεση τῆς εἰρήνης, ἡ ἀφορμή τῆς συμφιλίωσης, ἡ ἐξαφάνιση τῶν πολέμων, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου, ἡ ἥττα τοῦ διαβόλου. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀναμείχθηκαν μέ τούς ἀγγέλους καί αὐτοί πού ἔχουν σῶμα προσφέρουν τή δοξολογία τους μαζί μέ τίς ἀσώματες δυνάμεις. Σήμερα καταργεῖται ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου, σήμερα λύθηκαν τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐξαφανίσθηκε ἡ νίκη τοῦ ἅδη. Σήμερα εἶναι εὐκαιρία νά ποῦμε τά προφητικά ἐκεῖνα λόγια. «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. 15, 55). Σήμερα ὁ Κύριός μας ὁ Χριστός συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες καί ἐξαφάνισε τόν ἴδιο τό θάνατο.

Καί γιατί λέγω τόν ἴδιο τό θάνατο; Ἄλλαξε τό ὄνομά του, γιατί δέ λέγεται πιά θάνατος, ἀλλά κοίμηση καί ὕπνος. Γιατί πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τή φροντίδα του γιά τόν ἄνθρωπο μέ τή σταύρωσή Του, ἦταν φοβερό καί τό ἴδιο τό ὄνομα τοῦ θανάτου. Γιατί ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ἀφοῦ δημιουργήθηκε, καταδικαζόταν ν᾿ ἀκούει αὐτό, σάν μιά κάποια μεγάλη τιμωρία.«Τήν ἡμέρα πού θά φάγεις, θά πεθάνεις ὁπωσδήποτε» (Γέν. 2, 17). Καί ὁ μακάριος Ἰώβ μ᾿ αὐτό τό ὄνομα τόν ὀνόμασε, λέγοντας.«Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση στόν ἄνθρωπο» (Ἰώβ 3, 23). Καί ὁ προφήτης Δαυΐδ ἔλεγε.«Ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι κακός» (Ψαλμ. 33, 22). Καί ὀνομαζόταν ὄχι μόνο θάνατος ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἀλλά καί ἅδης. Ἄκουσε λοιπόν τόν πατριάρχη Ἰακώβ πού λέγει.«Θά κατεβάσετε τά γηρατειά μου μέ λύπη στόν ἅδη» (Γεν. 42, 38). Ἄκουσε πάλι τόν προφήτη.«Ἄνοιξε πολύ τό στόμα του ὁ ἅδης» (Ἠσ. 5, 14). Καί ἄκουσε πάλι ἄλλον προφήτη πού λέγει.«Θά μέ σώσει ἀπό τόν κατώτατο ἅδη» (Ψαλμ. 85 13). Καί σέ πολλά σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης θά βρεῖς νά ὀνομάζεται θάνατος καί ἅδης ἡ ἀναχώρηση ἀπό τήν παρούσα ζωή. Ἀφ᾿ ὅτου ὅμως ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, προσφέρθηκε θυσία καί ἀναστήθηκε, ἔβγαλε ἀπό τή μέση καί αὐτές τίς ὀνομασίες ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καί ἔφερε καινούρια καί παράξενη συμπεριφορά στή ζωή μας. Γιατί ἀντί γιά θάνατος λέγεται στό ἑξῆς κοίμηση καί ὕπνος ἡ ἀναχώρηση ἀπό τήν παρούσα ζωή.

Καί ἀπό ποῦ εἶναι φανερό αὐτό; Ἄκουσε τόν ἴδιο τό Χριστό πού λέγει.«Ὁ φίλος μας Λάζαρος ἔχει κοιμηθεῖ, ὅμως πηγαίνω νά τόν ξυπνήσω» (Ἰω. 11, 11). Ὅπως λοιπόν εἶναι εὔκολο σ᾿ ἐμᾶς νά ξυπνήσουμε καί νά σηκώσουμε ἐπάνω ἐκεῖνον πού κοιμᾶται, ἔτσι καί στόν Κύριο ὅλων μας εἶναι εὔκολο τό νά ἀναστήσει νεκρό. Καί ἐπειδή ἦταν καινούρια καί παράξενα τά λόγια του, οὔτε οἱ μαθητές τά κατάλαβαν, ὥσπου συγκαταβαίνοντας στήν ἀδυναμία τους τά εἶπε πιό καθαρά. Καί ὁ διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης, ὁ μακάριος Παῦλος, γράφοντας στούς Θεσσαλονικεῖς, λέγει.«Δέ θέλω νά ἔχετε ἄγνοια γιά ἐκείνους πού ἔχουν κοιμηθεῖ, γιά νά μή λυπᾶστε, ὅπως καί οἱ ἄλλοι πού δέν ἔχουν ἐλπίδα» (Α´ Θεσ. 4, 13). Καί ἀλλοῦ πάλι.«Συνεπῶς καί ἐκεῖνοι πού κοιμήθηκαν μέ τήν πίστη στό Χριστό, χάθηκαν» (Α´ Κορ. 15, 18). Καί πάλι.«Ἐμεῖς οἱ ζωντανοί, πού ἀπομείναμε στή ζωή, δέ θά προφθάσουμε ἐκείνους πού κοιμήθηκαν» (Α´ Θεσ. 4, 15). Καί ἀλλοῦ πάλι λέγει.«Γιατί ἄν πιστεύουμε καί ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι πρέπει νά πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός θά φέρει μαζί του ἐκείνους πού κοιμήθηκαν» (Α´ Θεσ. 4, 14).

2. Εἶδες ὅτι παντοῦ ἀπό τότε ὁ θάνατος ὀνομάζεται κοίμηση καί ὕπνος; καί ὅτι ἐκεῖνος πού πρίν εἶχε φοβερό ὄνομα, τώρα γίνεται εὐκαταφρόνητος μετά τήν ἀνάσταση; Εἶδες ὅτι εἶναι λαμπρό τό τρόπαιο τῆς ἀνάστασης; Μέ αὐτήν ἔχουν ἔρθει σ᾿ ἐμᾶς τά ἄπειρα ἀγαθά, μέ αὐτήν διαλύθηκε ἡ ἀπάτη τῶν δαιμόνων, μέ αὐτήν περιγελοῦμε τό θάνατο. Μέ τήν ἀνάσταση περιφρονοῦμε τήν παρούσα ζωή, μέ αὐτήν ἐπιθυμοῦμε σφοδρά τά μέλλοντα ἀγαθά. Μέ αὐτήν, ἐνῶ ἔχουμε σῶμα, δέν ἔχουμε τίποτε λιγότερο ἀπό τίς ἀσώματες δυνάμεις, ἐάν θέλουμε. Σήμερα ἔγινε ἡ λαμπρή μας νίκη. Σήμερα ὁ Κύριός μας, ἀφοῦ ἔστησε τό τρόπαιο τῆς νίκης του ἐναντίον τοῦ θανάτου καί διέλυσε τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, μᾶς χάρισε μέ τήν ἀνάστασή του τό δρόμο γιά τή σωτηρία μας. Ἄς χαιρόμαστε λοιπόν ὅλοι, ἄς χορεύουμε, ἄς εὐφραινόμαστε. Γιατί, ἄν καί ὁ Κύριός μας νίκησε καί ἔστησε τό τρόπαιο, εἶναι δική μας ὅμως ἡ εὐφροσύνη καί ἡ χαρά. Γιατί ὅλα τά ἔκαμε γιά τήν δική μας σωτηρία, καί μέ ἐκεῖνα τά μέσα πού μᾶς πολέμησε ὁ διάβολος, μέ τά ἴδια τόν νίκησε ὁ Χριστός.

Τά ἴδια τά ὅπλα πῆρε ὁ Χριστός, καί μέ αὐτά τόν νίκησε. Καί ἄκουσε μέ ποιό τρόπο. Ἡ παρθένος καί τό ξύλο καί ὁ θάνατος ἦταν τά σύμβολα τῆς ἥττας μας. Καί πράγματι ἡ Εὔα ἦταν παρθένος, ἀφοῦ δέ γνώριζε ἀκόμη ἄνδρα, ὅταν ἐξαπατήθηκε. Ξύλο ἦταν τό δένδρο, θάνατος ἡ τιμωρία στόν Ἀδάμ. Εἶδες πῶς τά σύμβολα τῆς ἥττας μας ἦταν παρθένος καί ξύλο καί θάνατος; Πρόσεχε λοιπόν πῶς αὐτά ἔγιναν πάλι τά σύνεργα τῆς νίκης μας. Στή θέση τῆς Εὔας εἶναι ἡ Μαρία. Στή θέση τοῦ ξύλου γιά τή γνώση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, εἶναι τό ξύλο τοῦ σταυροῦ. Στή θέση τοῦ θανάτου τοῦ Ἀδάμ, εἶναι ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου. Εἶδες ὅτι μ᾿ αὐτά πού μας νίκησε, μέ τά ἴδια νικήθηκε; Κοντά στό δένδρο νίκησε τόν Ἀδάμ ὁ διάβολος. Κοντά στό σταυρό νίκησε τό διάβολο ὁ Χριστός. Καί τό ξύλο ἐκεῖνο ἔστελνε στόν ἅδη, τό ξύλο ὅμως αὐτό, δηλαδή τό ξύλο τοῦ σταυροῦ, ξανάφερε πάλι ἀπό τόν ἅδη καί αὐτούς πού πέθαναν. Καί ἐκεῖνο ἔκρυβε τόν νικημένο σάν αἰχμάλωτο καί γυμνό, αὐτό ὅμως ἔδειχνε σ᾿ ὅλους τόν νικητή γυμνό, καρφωμένο στά ψηλά. Καί ὁ θάνατος τοῦ Ἀδάμ καταδίκαζε καί αὐτούς πού ἔζησαν ὕστερα ἀπό αὐτόν, ὁ θάνατος ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἀνάστησε πραγματικά καί αὐτούς πού ἔζησαν πρίν ἀπό αὐτόν. «Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, νά ἐξυμνήσει ὅλες τίς δόξες του;». Ἀπό θνητοί ἔχουμε γίνει ἀθάνατοι, ἀπό νεκροί ἀναστηθήκαμε, ἀπό νικημένοι γίναμε νικητές.

3. Αὐτά εἶναι τά κατορθώματα τοῦ σταυροῦ, αὐτά ἀποτελοῦν τήν πιό μεγάλη ἀπόδειξη τῆς ἀνάστασης. Σήμερα χορεύουν οἱ ἄγγελοι καί ἀγάλλονται ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, ἐπειδή χαίρονται γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Γιατί, ἄν γίνεται χαρά στόν οὐρανό καί τή γῆ, ὅταν μετανοεῖ ἕνας ἁμαρτωλός, πολύ περισσότερο θά γίνεται γιά τή σωτηρία ὅλης τῆς οἰκουμένης. Σήμερα ἀφοῦ ἐλευθέρωσε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου, τό ξανάφερε στήν προηγούμενη τιμητική του θέση. Ὅταν λοιπόν δῶ ὅτι ἡ ἐκλεκτή προσφορά μας νίκησε τόσο πολύ τό θάνατο, δέ φοβοῦμαι πιά, δέν τρέμω πιά τόν πόλεμο. Οὔτε βλέπω στήν ἀδυναμία μου, ἀλλά προσέχω στήν ἀνέκφραστη δύναμη ἐκείνου πού πρόκειται νά γίνει σύμμαχός μου. Γιατί ἐκεῖνος πού νίκησε τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί τοῦ ἀφαίρεσε ὅλη του τή δύναμη, τί δέ θά κάμνει στό ἑξῆς γιά τό γένος πού εἶναι ὅμοιό του, τή μορφή τοῦ ὁποίου ἀπό τή μεγάλη του φιλανθρωπία θεώρησε ἄξιο νά πάρει, καί μ᾿ αὐτήν νά παλέψει μέ τό διάβολο; Σήμερα παντοῦ στήν οἰκουμένη ἐπικρατεῖ χαρά καί πνευματική εὐφροσύνη. Σήμερα ὅλοι οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἀγάλλονται γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Σκέψου λοιπόν, ἀγαπητέ μου, πόσο μεγάλη εἶναι ἡ χαρά, ἀφοῦ καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἑορτάζουν μαζί μας, γιατί χαίρονται μαζί μας γιά τά δικά μας ἀγαθά. Γιατί ἄν καί εἶναι δική μας ἡ χάρη πού ἔδωσε ὁ Κύριος, εἶναι ὅμως καί δική τους ἡ εὐχαρίστηση. Γι᾿ αὐτό δέν ντρέπονται νά ἑορτάσουν μαζί μας. Καί γιατί λέγω, ὅτι οἱ σύνδουλοί μας δέν ντρέπονται νά ἑορτάσουν μαζί μας; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, πού εἶναι δικός τους καί δικός μας, δέν ντρέπεται νά ἑορτάσει μαζί μας. Καί γιατί εἶπα, δέν ντρέπεται; Αὐτός μάλιστα ἐπιθυμεῖ νά ἑορτάσει μαζί μας. Ἀπό ποῦ εἶναι φανερό αὐτό; Ἄκουσε τόν ἴδιο πού λέγει.«Ἐπιθύμησα πολύ νά φάγω αὐτό τό Πάσχα μαζί σας» (Λουκ. 22, 15). Ἐάν ὅμως ἐπιθύμησε νά φάγει τό Πάσχα, εἶναι φανερό ὅτι ἐπιθυμεῖ καί νά ἑορτάσει μαζί μας. Ὅταν λοιπόν βλέπεις ὅτι ὄχι μόνο οἱ ἄγγελοι καί ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, ἀλλά καί ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων ἑορτάζει μαζί μας, τί σοῦ λείπει πιά γιά νά χαίρεσαι πολύ; Κανένας λοιπόν ἄς μήν εἶναι θλιμμένος σήμερα ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας του, γιατί σήμερα εἶναι ἑορτή πνευματική.

Ἄς μήν ὑπερηφανεύεται κανένας πλούσιος γιά τόν πλοῦτο του, γιατί δέν μπορεῖ νά προσφέρει τίποτε στήν ἑορτή αὐτή ἀπό τά χρήματά του. Στίς ἑορτές βέβαια ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐννοῶ τίς κοσμικές, ὅπου γίνεται μεγάλη ἐπίδειξη καί τῆς ἐξωτερικῆς περιβολῆς καί τῆς πολυτέλειας στά τραπέζια, δικαιολογημένα ἐκεῖ θά εἶναι ὁ φτωχός στενοχωρημένος καί θλιμμένος, καί ὁ πλούσιος χαρούμενος καί εὐχαριστημένος. Γιατί ὅμως; Γιατί ὁ πλούσιος φορᾶ λαμπρά ροῦχα καί προσφέρει πλουσιότερο τραπέζι, ὁ φτωχός ὅμως ἐμποδίζεται ἀπό τή φτώχεια του νά δείξει τήν ἴδια γενναιοδωρία. Ἐδῶ ὅμως δέ συμβαίνει τίποτε τέτοιο, ἀλλά λείπει κάθε τέτοια διάκριση καί ὑπάρχει ἕνα τραπέζι καί γιά τόν πλούσιο καί γιά τό φτωχό, καί γιά τό δοῦλο καί γιά τόν ἐλεύθερο. Καί ἄν εἶσαι πλούσιος, δέν ἔχεις τίποτε περισσότερο ἀπό τό φτωχό. Καί ἄν εἶσαι φτωχός, δέν ἔχεις τίποτε λιγότερο ἀπό τόν πλούσιο, οὔτε θά ἐλαττωθεῖ ἡ πνευματική σου εὐωχία ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειας σου. Γιατί ἡ χάρη εἶναι τοῦ Θεοῦ καί δέν ξεχωρίζει τά πρόσωπα. Καί γιατί λέγω, ὅτι τό ἴδιο τραπέζι βρίσκεται μπροστά στόν πλούσιο καί στό φτωχό; Καί σ᾿ αὐτόν πού ἔχει τό βασιλικό στέμμα καί φορᾶ τή βασιλική πορφύρα, πού ἔχει ἀναλάβει τήν ἐξουσία τῆς οἰκουμένης, καί στό φτωχό πού κάθεται γιά ἐλεημοσύνη, ὑπάρχει τό ἴδιο τραπέζι.
Τέτοια λοιπόν εἶναι τά πνευματικά δῶρα. Δέ διαιροῦν τήν κοινωνία ἀνάλογα μέ τή διάθεση καί τίς σκέψεις τοῦ καθενός. Μέ τό ἴδιο θάρρος καί τήν ἴδια τιμή ὁρμοῦν καί ὁ βασιλιάς καί ὁ φτωχός γιά ν᾿ ἀπολαύσουν καί νά κοινωνήσουν τά θεῖα αὐτά μυστήρια. Καί γιατί λέγω, μέ τήν ἴδια τιμή; Πολλές φορές ὁ φτωχός ἔρχεται μέ περισσότερο θάρρος. Γιατί λοιπόν γίνεται αὐτό; Γιατί τό βασιλιά, πού εἶναι κυκλωμένος ἀπό φροντίδες καί περιστοιχισμένος ἀπό πολλά ζητήματα, σάν νά εἶναι μέσα σέ πέλαγος, ἔτσι ἀπό παντοῦ τόν κτυποῦν τά κύματα συνεχῶς καί τόν καταστρέφουν τά πολλά ἁμαρτήματα. Ὁ φτωχός ὅμως, ἀπαλλαγμένος ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, καί φροντίζοντας μόνο γιά τήν ἀπαραίτητη τροφή του, καί κάμνοντας μιά ἀμέριμνη καί ἥσυχη ζωή, σάν νά κάθεται σέ λιμάνι καί γαλήνη, πλησιάζει μέ πολλή εὐλάβεια τό τραπέζι.

4. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί ἀπό πολλά ἄλλα προέρχονται διάφορες στενοχώριες σ᾿ ἐκείνους πού ἀσχολοῦνται μέ τίς κοσμικές ἑορτές. Γιατί ἐκεῖ πάλι ὁ φτωχός εἶναι στενοχωρημένος καί ὁ πλούσιος χαρούμενος, ὄχι μόνο γιά τό τραπέζι καί τήν πολυτέλεια, ἀλλά καί γιά τά πολυτελή ροῦχα καί τή φανταστική ἐμφάνισή τους. Ἐκεῖνο λοιπόν πού παθαίνουν στό τραπέζι, αὐτό παθαίνουν καί στά ροῦχα. Ὅταν λοιπόν δεῖ τόν πλούσιο ὁ φτωχός νά φορᾶ πολυτελέστερη στολή, τόν κυριεύει μεγάλη λύπη, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του δυστυχισμένο, ξεστομίζει πολλές κατάρες. Ἐδῶ ὅμως καί αὐτή ἡ στενοχώρια ἐξαφανίζεται, γιατί ἕνα εἶναι τό ἔνδυμα τῆς σωτηρίας γιά ὅλους. Καί φωνάζει ὁ Παῦλος λέγοντας: «Ὅσοι βαπτισθήκατε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ντυθήκατε τό Χριστό» (Γαλ. 3, 27).

Ἄς μήν προσβάλλουμε λοιπόν αὐτήν τήν ἑορτή, σᾶς παρακαλῶ, ἀλλά ἄς ἀποκτήσουμε φρόνημα ἄξιο ἐκείνων πού μᾶς δώρησε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἄς μήν παραδοθοῦμε στή μέθη καί στήν πολυφαγία, ἀλλ᾿, ἀφοῦ κατανοήσουμε τή γενναιοδωρία τοῦ Κυρίου μας, καί ὅτι τίμησε τό ἴδιο καί τούς πλούσιους καί τούς φτωχούς καί τούς δούλους καί τούς ἐλεύθερους, καί ἔστειλε σ᾿ ὅλους τήν ἴδια χάρη, ἄς ἀμείψουμε τόν εὐεργέτη γιά τήν ἀγάπη του πού δείχνει σ᾿ ἐμᾶς. Καί ἀμοιβή ἱκανοποιητική εἶναι συμπεριφορά πού ἀρέσει σ᾿ Αὐτόν καί ψυχή νηφάλια καί ἄγρυπνη. Αὐτή ἡ ἑορτή καί πανήγυρη δέ χρειάζεται χρήματα, οὔτε ἔξοδα, ἀλλά διάθεση μόνο καί καθαρή σκέψη. Τίποτε τό ὑλικό δέν μποροῦμε νά ὠφεληθοῦμε ἐδῶ, ἀλλ᾿ ὅλα τά πνευματικά, τήν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τίς εὐχές τῶν πατέρων, τίς εὐλογίες τῶν ἱερέων, τήν κοινωνία τῶν θείων καί ἀπόρρητων μυστηρίων, τήν εἰρήνη καί τήν ὁμόνοια, καί δῶρα πνευματικά καί ἄξια τῆς γενναιοδωρίας ἐκείνου πού τά δωρίζει.
Ἄς ἑορτάσουμε λοιπόν τήν ἑορτή αὐτή κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος. Γιατί ἀναστήθηκε καί ἀνέστησε μαζί του τήν οἰκουμένη. Καί αὐτός βέβαια ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἔσπασε τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἀνέστησε ἀφοῦ διέλυσε τούς σωρούς τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἁμάρτησε ὁ Ἀδάμ καί πέθανε, δέν ἁμάρτησε ὁ Χριστός καί πέθανε. Καινούριο καί παράδοξο πράγμα. Ἐκεῖνος ἁμάρτησε καί πέθανε, αὐτός δέν ἁμάρτησε καί πέθανε. Γιά ποιό λόγο καί γιά ποιό σκοπό; Γιά νά μπορέσει ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε καί πέθανε νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου μέ τή βοήθεια ἐκείνου πού δέν ἁμάρτησε καί πέθανε. Ἔτσι γίνεται πολλές φορές καί σ᾿ ἐκείνους πού ὀφείλουν χρήματα. Ὀφείλει κάποιος χρήματα σέ κάποιον καί δέν μπορεῖ νά τά ἐπιστρέψει, καί γι᾿ αὐτό φυλακίζεται. Κάποιος ἄλλος πού δέν ὀφείλει, ἀλλά πού μπορεῖ νά τά ἐπιστρέψει, ἀφοῦ τά δώσει ἐλευθερώνει τόν ὑπεύθυνο. Ἔτσι ἔγινε καί στόν Ἀδάμ καί στό Χριστό. Χρεωστοῦσε ὁ Ἀδάμ τό θάνατο, καί τόν κρατοῦσε φυλακισμένο ὁ διάβολος. Δέ χρεωστοῦσε ὁ Χριστός, οὔτε τόν κρατοῦσε ὁ διάβολος. Ἦρθε καί κατέθεσε τό θάνατό του γιά χάρη τοῦ φυλακισμένου, μέ σκοπό νά τόν ἐλευθερώσει ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου. Εἶδες τά κατορθώματα τῆς ἀνάστασης; εἶδες τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; εἶδες τό μέγεθος τῆς φροντίδας του;

Ἄς μή γινόμαστε λοιπόν ἀχάριστοι πρός αὐτόν τόν τόσο μεγάλο εὐεργέτη, οὔτε ἐπειδή πέρασε ἡ νηστεία νά γίνουμε πιό ἀδιάφοροι. Ἀλλά τώρα ἄς φροντίζουμε τήν ψυχή μας περισσότερο ἀπό προηγουμένως, γιά νά μή γίνει πιό ἀδύνατη, ἐπειδή παχαίνει τό σῶμα μας, γιά νά μή παραμελοῦμε τήν οἰκοδέσποινα φροντίζοντας τή δούλη. Γιατί ποιό εἶναι τό ὄφειλος, πές μου, νά σκάνουμε ἀπό τήν πολυφαγία καί νά ξεπερνᾶμε τό μέτρο; Αὐτό καί τό σῶμα καταστρέφει καί τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς ζημιώνουμε. Ἀλλά ἄς μᾶς ἱκανοποιοῦν τά λίγα καί τά ἀπαραίτητα, γιά νά ξεπληρώσουμε ἐκεῖνο πού πρέπει καί στήν ψυχή καί στό σῶμα, γιά νά μή σκορπίσουμε ἀμέσως ἐκεῖνα πού συγκεντρώσαμε ἀπό τή νηστεία. Μήπως λοιπόν σᾶς ἐμποδίζω νά ἀπολαμβάνετε τά φαγητά καί νά διασκεδάζετε; Δέν ἐμποδίζω αὐτά, ἀλλά συμβουλεύω νά γίνονται τά ἀπαραίτητα, καί νά σταματήσουμε τήν πολλή διασκέδαση καί νά μή καταστρέφουμε τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας ξεπερνώντας τό μέτρο. Γιατί ἐκεῖνος πού ξεπερνᾶ τά ὅρια τῆς ἀνάγκης δέ θά ἀπολαύσει καμιά εὐχαρίστηση, καί τό γνωρίζουν αὐτό πολύ καλά ἐκεῖνοι πού τό δοκίμασαν, ἀφοῦ προξενοῦν ἀπό αὐτό πολλές ἀρρώστιες στόν ἑαυτό τους καί ὑποφέρουν πολλές στενοχώριες. Ἀλλά τό ὅτι θά ὑπακούσετε στίς παραινέσεις μου, δέν ἀμφιβάλλω, γιατί γνωρίζω πόσο ὑπάκουοι εἶστε.

5. Καί γι᾿ αὐτό ἀφοῦ σταματήσω ἐδῶ τίς παραινέσεις γιά τό ζήτημα αὐτό, θέλω νά μεταφέρω τό λόγο πρός αὐτούς πού ἀξιώθηκαν τή λαμπρή αὐτή νύχτα νά πάρουν τή χάρη τοῦ θείου βαπτίσματος, τά καλά αὐτά φυτά τῆς Ἐκκλησίας, τά πνευματικά ἄνθη, τούς νέους στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ. Προχθές ὁ Κύριος βρισκόταν στό σταυρό, ἀλλά ἀναστήθηκε τώρα. Ἔτσι καί αὐτοί, προχθές τούς κρατοῦσε δούλους ἡ ἁμαρτία, ἀλλά τώρα ἀναστήθηκαν μαζί μέ τό Χριστό. Ἐκεῖνος μέ τό σῶμα του πέθανε καί ἀναστήθηκε, αὐτοί ἦταν μέ τίς ἁμαρτίες τους νεκροί, καί ἀπό τήν ἁμαρτία ἀναστήθηκαν. Ἡ γῆ λοιπόν τήν ἐποχή αὐτή τῆς ἄνοιξης μᾶς προσφέρει τριαντάφυλλα καί μηνεξέδες καί ἄλλα λουλούδια. Τά νερά ὅμως μᾶς παρουσίασαν σήμερα λιβάδι πιό ὄμορφο ἀπό τό τῆς γῆς.

Καί μήν ἀπορήσεις, ἀγαπητέ μου, ἄν βγῆκαν ἀπό τά νερά λιβάδια μέ λουλούδια. Γιατί οὔτε ἡ γῆ ἀπό τήν ἀρχή ἔβγαλε τά εἴδη τῶν φυτῶν γιατί τό ἀπαιτοῦσε ἡ φύση της, ἀλλά γιατί ὑπάκουσε στό πρόσταγμα τοῦ Κυρίου. Καί τά νερά ὅμως τότε ἔβγαλαν ζῶα μέ ζωή, ἐπειδή ἄκουσαν.«Ἄς βγάλουν τά νερά ἑρπετά ζωντανά» (Γεν. 1, 20). Καί ἡ προσταγή πραγματοποιήθηκε, ἡ ἄψυχη οὐσία ἔβγαλε ζωντανά ζῶα. Ἔτσι καί τώρα ἡ ἴδια προσταγή ἔκαμε τά πάντα. Τότε εἶπε.«Ἄς βγάλουν τά νερά ἑρπετά ζωντανά», τώρα ὅμως δέ ἔβγαλαν ἑρπετά, ἀλλά πνευματικά χαρίσματα. Τότε τά νερά ἔβγαλαν ψάρια χωρίς λογικό, τώρα ὅμως μᾶς γέννησαν ψάρια λογικά καί πνευματικά πού τά ψάρεψαν οἱ ἀπόστολοι. Γιατί λέγει. «Ἀκολουθῆστε με καί θά σᾶς κάνω ἱκανούς νά ψαρεύετε ἀνθρώπους» (Ματθ. 4, 19). Εἶναι ἀλήθεια καινούριος αὐτός ὁ τρόπος ψαρέματος. Γιατί αὐτοί πού ψαρεύουν βγάζουν ἀπό τά νερά τά ψάρια, καί ὅσα ψαρέψουν τά νεκρώνουν. Ἐμεῖς ἀντίθετα τούς ρίχνουμε μέσα στά νερά καί παίρνουν ζωή ἐκεῖνοι πού ψαρεύονται.

Ὑπῆρχε κάποτε καί στούς Ἰουδαίους κολυμβήθρα μέ νερό. Ἀλλά μάθε ποιά δύναμη εἶχε, γιά νά γνωρίσεις καλά τή φτώχεια τῶν Ἰουδαίων καί νά μπορέσεις νά ἀντιληφθεῖς τό δικό μας πλοῦτο. «Κατέβαινε ἐκεῖ», λέγει, «ἕνας ἄγγελος καί τάραζε τό νερό, καί ἐκεῖνος πού θά ἔμπαινε πρῶτος ὕστερα ἀπό τό κούνημα τοῦ νεροῦ, θεραπευόταν» (Ἰω. 5, 4). Κατέβηκε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, καί ἀφοῦ ἁγίασε τά νερά θεράπευσε ὅλη τήν οἰκουμένη. Γι᾿ αὐτό ἐκεῖ ἐκεῖνος πού κατέβαινε ὕστερα ἀπό τόν πρῶτο δέ θεραπευόταν πιά, γιατί στούς Ἰουδαίους ἡ χάρη δινόταν στούς ἄρρωστους, σ᾿ ἐκείνους πού σύρονταν στό ἔδαφος. Ἐδῶ ὅμως ὕστερα ἀπό τόν πρῶτο μπαίνει ὁ δεύτερος, ὕστερα ἀπό τό δεύτερο ὁ τρίτος καί ὁ τέταρτος. Καί ἄν ἀκόμη πεῖς πάρα πολλούς, καί ἄν ἀκόμη ὅλη τήν οἰκουμένη βάλεις μέσα σ᾿ αὐτά τά πνευματικά νερά, δέν ξοδεύεται ἡ χάρη, δέν τελειώνει ἡ δωρεά, δέ μολύνονται τά νερά, δέν ἐλαττώνεται ἡ γενναιοδωρία του.

Εἶδες πόσο μεγάλη εἶναι ἡ δωρεά; Ἀκοῦτε αὐτά ἐσεῖς πού σήμερα καί αὐτή τή νύχτα γίνατε πολίτες στήν ἄνω Ἰερουσαλήμ, καί φυλάξτε τα ὅπως ἀξίζει στίς πολλές δωρεές, γιά ν᾿ ἀποσπάσετε πιό ἄφθονη τή χάρη. Γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη γι᾿ αὐτά πού μᾶς ἔδωσε ἤδη προσκαλεῖ τή γενναιοδωρία τοῦ Κυρίου. Δέν ἐπιτρέπεται, ἀγαπητέ, νά ζεῖς ἀδιάφορα στό ἑξῆς, ἀλλά ὅρισε στόν ἑαυτό σου νόμους καί κανόνες, ὥστε νά κάνεις τά πάντα στήν ἐντέλεια καί νά φυλάγεσαι πολύ καί ἀπό ἐκεῖνα πού θεωροῦνται ὅτι εἶναι κακά. Γιατί ὅλη ἡ παρούσα ζωή εἶναι ἀγώνας καί πάλη, καί πρέπει ἐκεῖνοι πού μπαίνουν μιά γιά πάντα στό στάδιο αὐτό τῆς ἀρετῆς νά εἶναι ἐγκρατεῖς σ᾿ ὅλα. «Γιατί καθένας πού ἀγωνίζεται, εἶναι ἐγκρατής σ᾿ ὅλα» (Α´ Κορ. 9, 25). Δέ βλέπεις στούς γυμνικούς ἀγῶνες πῶς φροντίζουν πολύ γιά τόν ἑαυτό τους ἐκεῖνοι πού δέχονται νά παλέψουν μέ ἀνθρώπους, καί μέ πόση ἐγκράτεια κάνουν τήν ἄσκηση τοῦ σώματός τους; Ἔτσι βέβαια καί ἐδῶ πρέπει νά γίνεται. Ἐπειδή ἡ πάλη μας δέν εἶναι μέ ἀνθρώπους, ἀλλά μέ τά πονηρά πνεύματα, καί ἡ ἄσκηση καί ἡ ἐγκράτειά μας ἄς εἶναι πνευματική, ἀφοῦ καί τά ὅπλα μας, πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος, εἶναι πνευματικά.

Ἄς ἔχουν λοιπόν καί τά μάτια περιορισμούς καί κανόνες, ὥστε νά μήν πέφτουν χωρίς σκέψη σ᾿ ὅλα πού συναντοῦν. Καί ἡ γλώσσα ἄς ἔχει φράχτη, ὥστε νά μή τρέχει πρίν ἀπό τό νοῦ. Γι᾿ αὐτό λοιπόν καί τά δόντια καί τά χείλη δημιουργήθηκαν γιά τήν προφύλαξη τῆς γλώσσας, γιά νά μή βγεῖ ποτέ χωρίς σκέψη ἀφοῦ ἀνοίξει τίς πόρτες, ἀλλ᾿ ὅταν τακτοποιήσει καλά τά δικά της, τότε μέ κάθε σεμνότητα νά προχωρήσει καί νά προφέρει τέτοια λόγια, γιά νά ὠφελεῖ ἐκείνους πού ἀκούουν καί νά λέγει ἐκεῖνα πού συντελοῦν στήν οἰκοδομή τῶν ἀκροατῶν. Καί πρέπει νά ἀποφεύγει ἐντελῶς τά ἄπρεπα γέλια, νά ἔχει ἤρεμο καί ἥσυχο βάδισμα νά ἔχει σεμνό ντύσιμο, καί γενικά πρέπει νά ρυθμίζει τά πάντα ἐκεῖνος πού διάλεξε τό στάδιο τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἡ καλή διαγωγή τῶν ἐξωτερικῶν μας μελῶν εἶναι εἰκόνα τῆς κατάστασης πού ἐπικρατεῖ στήν ψυχή μας.

6. Ἑάν φέρουμε ἀπό τήν ἀρχή τούς ἑαυτούς μας σέ τέτοια συνήθεια, βαδίζοντας στό ἑξῆς μέ εὐκολία τό δρόμο μας, θά κατορθώσουμε ὅλη τήν ἀρετή, καί δέ θά χρειασθοῦμε πολύ κόπο καί θά προσελκύσουμε μεγάλη βοήθεια ἀπό τό Θεό. Ἔτσι λοιπόν θά μπορέσουμε καί τά κύματα τῆς παρούσας ζωῆς νά περάσουμε μέ ἀσφάλεια καί, ἀφοῦ ἐξουδετερώσουμε τίς παγίδες τοῦ διαβόλου, νά ἐπιτύχουμε τά αἰώνια ἀγαθά, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, μαζί μέ τόν ὁποῖο στόν Πατέρα καί συγχρόνως στό ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 Αναδημοσίευση από: http://www.imkby.gr

Ανέστη ο Κύριος όντως! Απάντηση στους αρνητές της Ανάστασης

(Από το βιβλίο: Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα σελ. 548-617)

Α) Αι περί της Αναστάσεως ιστορικαί μαρτυρίαι. 

α) Η μαρτυρία του Παύλου.

Η αρχαιοτέρα γραπτή μαρτυρία περί της αναστάσεως του Ιησού Χριστού ευρίσκεται εις τας επιστολάς του Παύλου, αίτινες, ως γνωστόν, εγράφησαν προ των Συνοπτικών ευαγγελίων. Ποιαν σπουδαιότητα ενέχει η μαρτυρία του Παύλου, ανεπτύξαμεν ήδη εν τω Γ' κεφάλαιω. Περιοριζόμεθα δια τούτο να παρατηρήσωμεν ενταύθα ειδικώτερον, ότι η περί αναστάσεως του Χριστού μαρτυρία του Παύλου καθίσταται επί μάλλον αξιόλογος και σοβαρά δια τους κάτωθι λόγους:
1) Διότι παρουσιάζει την αλήθειαν ταύτην της αναστάσεως ως βάσιν του απόστολικού του κηρύγματος και ως στοιχείον αυτού εκ των ων ουκ άνευ. Αρκεί να ρίψωμεν εν βλέμμα επί των πρώτων στίχων του ιε' κεφαλαίου της Α' προς Κορινθίους επιστολής και θα πεισθώμεν ευθύς περί τούτου. Ομιλεί εκεί ο Απόστολος περί του Ευαγγελίου, ο ευηγγελίσατο τοις Κορινθίοις και εν τω οποίω παρέδωκεν αυτοίς εν πρώτοις, «ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς και ότι ετάφη και ότι εγήγερται τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ων οι πλείους μένουσιν έως άρτι, τινές δε και εκοιμήθησαν, έπειτα ώφθη Ιακώβω, είτα τοις απόστόλοις πάσιν· έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί». Ποιαν σπουδαιότητα απέδιδεν εις το σημείον τούτο του απόστολικού κηρύγματος ο θείος Παύλος, απόδεικνύεται ακόμη και εξ’ οόων ευθύς κατωτέρω διατείνεται, εν στίχοις 12-19, όπου, ως ήδη είπομεν, δεν δυσκολεύεται να διακηρύξη, ότι «ει Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών».
2) Διότι εκ της μαρτυρίας του Παύλου απόδεικνύεται σαφέστατα, ότι το γεγονός της αναστάσεως του Χριστού απετέλει την βάσιν του κηρύγματος και των άλλων Απόστόλων. Καθ' όσον, όταν ο Παύλος διακηρύττη, ότι «είτε ούν εγώ, είτε εκείνοι, ούτω κηρύσσομεν και ούτως επιστεύσατε», επάγων μάλιστα τους λόγους αυτούς ως συμπέρασμα των όσων περί του περιεχομένου του Ευαγγελίου του έγραψε προς τους Κορινθίους (ένθα ανωτ. στίχ. 11), δεν καταλείπει την ελαχίστην αμφιβολίαν περί του ότι τόσον το Ευαγγέλιον το κηρυττόμενον υπό του Παύλου, όσον και το Ευαγγέλιον το υπό των λοιπών Απόστόλων κηρυττόμενον, ήτο εν και το αυτό. Τούτο άλλως τε εμφαίνεται και εκ της προς Γαλάτας επιστολής (κεφ. β' 2 και 9), όπου ρητώς αναφέρεται ότι ο Παύλος μετά δεκατέσσαρα έτη από της επιστροφής αυτού εις Χριστόν ανελθών εις Ιεροσόλυμα εξέθεσε το υπ' αυτού κηρυττόμενον Ευαγγέλιον εις τους δοκούντας, τουτέστιν εις τον Ιάκωβον, εις τον Κηφάν και εις τον Ιωάννην, οίτινες δεξιάς έδωκαν αυτώ κοινωνίας, εύροντες κατά παάτα σύμφωνον προς το υπ’ αυτών κηρυττόμενον Ευαγγέλιον και το του Παύλου Ευαγγέλιον.
Αυτός άλλως τε ο Harnack ([1]) ομολογεί «ότι ανήκει εις τα πλέον βέβαια χριστιανικά γεγονότα, ότι ο απόστολος Παύλος δεν υπήρξεν ο πρώτος θέσας επί της πρώτης γραμμής την σπουδαιότητα του θανάτου του Χριστού και την σπουδαιότητα της αναστάσεώς του, αλλά συνηντήθη εν τη ομολογία ταύτη μετά της αρχεγόνου κοινότητος». «Τα γεγονότα αυτά του θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού ο κύκλος των προσωπικών μαθητών του Ιησού και η πρώτη Χριστιανική κοινότης εκράτουν ως θεμελιώδη». «Επί του διπλού δε θεμελίου των λίθων τούτων εστηρίχθη ολόκληρος η Χριστολογία». «Ότι αι δύο αύται βεβαιώσεις («απέθανε δια τας αμαρτίας ημών και ανέστη δια την δικαίωσιν ημών») υπήρξαν δια την αρχέγονον κοινότητα τα ουσιώδη σημεία της πίστεώς της, ουδεις ακόμη εξεδήλωσεν αμφιβολίαν τινά . Αυτός ο Strauss δεν το αμφισβητεί και ο F. C. Baur αναγνωρίζει ότι η αρχαιοτάτη Χριστιανωσύνη ωκοδομήθη επί της ομολογίας τούτων».
3) Διότι η μαρτυρία του Παύλου βασισθειςα επί της συμμαρτυρίας των αυτοπτών της αναστάσεως παρουσιάζεται π α λ α ι ο τ ά τ η, δυναμένη να αναχθή και εις αυτήν την πρώτην πενταετίαν μετά την ανάστασιν του Ιησού. Και Ιδού πώς. Η Α' προς Κορινθίους εγράφη κατά μεν τους ενωρίτερον χρονολογούντας αυτήν τω 53 μ.Χ., κατά δε τους βραδύτερον τω 57, η εν αυτή δε μαρτυρία αναφέρεται εις προηγούμενον κήρυγμα του Παύλου γενόμενον κατά την πρώτην και επίσκεψιν αυτού εις Κόρινθον, σημειωθειςαν περί το 50 μ.Χ. Ούτω φθάνομεν εις είκοσι περίπου έτη μετά το πάθος του Κυρίου. Αλλ' ως δύναται να συναχθή εκ της μαρτυρίας ταύτης, ο Παύλος είχεν επικοινωνήσει προς τους αυτόπτας της αναστάσεως και από του στόματος αυτών έμαθε τα των εμφανίσεων του αναστάντος Ιησού. Η φράσις «ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ών οι πλείους μένουσιν έως άρτι, τινές δε και εκοιμήθησαν», αποδεικνύει σαφώς και αδιαμφισβητήτως ότι ο Παύλος εγνώρισε καλώς τους πεντακοσίους τούτους αυτόπτας, άρα δε και επεκοινώνησε προς αυτούς. Έχομεν λοιπόν πάντα λόγον να πειθώμεθα, ότι μάρτυς, μάλιστα τόσης περιωπής, οποίος υπήρξεν ο Παύλος, βεβαιών, ότι ο αναστάς Κύριος ενεφανίσθη τω Κηφά και τω Ιακώβω, εφρόντισε να εξακριβώση τούτο εξ’ αυτού του στόματος του Κηφά και του Ιακώβου, τους οποίους άλλως τε συνήντησεν, ως βέβαιοι ο ίδιος, τρία μόλις έτη μετά την επιστροφήν αυτού εις Χριστόν, και επέμεινε προς αυτούς η μέρας δεκαπέντε (Γαλατ. α' 18) ([2]). Λαμβανομένου δε υπ' όψει, ότι η επιστροφή του Παύλου, εάν δεν εγένετο εν έτος μετά την σταύρωσιν του Χριστού, ως διατείνεται ο Harnack ([3]), πάντως όμως εγένετο περί το 36 μ. Χ., η πρώτη συνάντησις του Παύλου προς τους κορυφαίους Αποστόλους συνέπεσε το πέμπτον ή το πολύ το όγδοον από της αναστάσεως του Ιησού έτος ([4]). Ούτω η μαρτυρία την οποίαν δίδει ο Παύλος εις την Α' προς Κορινθίους επιστολήν ανάγεται εις χρόνους παλαιοτάτους και μικρόν της αναστάσεως του Κυρίου απέχοντας.
4) Η εις παλαιοτάτους χρόνους αναγωγή της μαρτυρίας του Παύλου επιμαρτυρείται και εκ της φράσεως «τη τρίτη ημέρα», καθώς και εκ της φράσεως «κ α τ ά τ α ς
γ ρ α φ ά ς», ήτις επαναλαμβάνεται εν αυτή δις. Και είναι μεν αληθές, ότι ισχυρίσθησαν τινές των ορθολογιστών, ότι εκ της φράσεως ταύτης εμφαίνεται, ότι η περί αναστάσεως του Χριστού πίστις του Παύλου προεκλήθη δια των Γραφών, αλλ' ο ισχυρισμός ούτος ελέγχεται ασύστατος, όταν ληφθή υπ' όψει, ότι η αυτή φράσις χρησιμοποιείται υπό του Παύλου προκειμένου και περί του θανάτου του Χριστού («απέθανε... κατά τας γραφάς»). Η φράσις αυτή έχει την αρχήν της εις αυτά τα πρώτα κηρύγματα, τα οποία ο Πέτρος απηύθυνε προς τους Ιουδαίους. Καθώς εμφαίνεται και εξ αυτής της κατά την ημέραν της Πεντηκοστής δημηγορίας του κορυφαίου (Πράξ. β' 24-28), ο Πέτρος αντιληφθεις, ποίαν σημασίαν είχον δια τους Ιουδαίους αι από των Γραφών αποδείξεις, ήδη από της πρώτης αυτού δημηγορίας ταύτης εχρησιμοποίησε το είδος τούτο της επιχειρηματολογίας και απέδειξεν, ότι η ανάστασις του Ιησού Χριστού ήτο σύμφωνος προς τας προρρήσεις των Γραφών. Λόγω δε της συχνής χρήσεως της επιχειρηματολογίας ταύτης και εξ’ αιτίας της ιδιαιτέρας ισχύος αυτής δια τους Ιουδαίους κατά την κρατούσαν μεταξύ των κριτικών γνώμην εν αυτώ τω πρώτω συμβόλω της πίστεως, τω ενωρίτατα ([5]) εν τη εκκλησιαστική χρήσει εισαχθέντι, εβεβαιούτο, ότι ο Χριστός ανέστη κατά τας Γραφάς. Και εκ του αρχεγόνου τούτου συμβόλου λαμβάνει τους πρώτους τούτους στίχους της μαρτυρίας αυτού ο Παύλος, ως εμφαίνεται εκ του ότι ουδαμού αλλαχού χρησιμοποιείται υπ' αυτού η φράσις «κατά τας γραφάς». Είναι εξ’ άλλου αξιοσημείωτον, ότι η φράσις «κατά την γραφήν» απαντά παρά τη επιστολή του Ιακώβου (β' 8), εξ ού εμφαίνεται η Ιεροσολυμιτική προέλευσις αυτής. Αλλά και ο όρος «οι δώδεκα» ουδέποτε χρησιμοποιείται υπό του Παύλου, ο οποίος προτιμά μάλλον τον όρον «οι απόστολοι». Ο όρος «οι δώδεκα» είναι ευαγγελικός και ανάγει ημάς εις την Ιεροσολυμιτικήν παράδοσιν. Αλλ' εάν ο Παύλος εις την Α' προς Κορινθίους μαρτυρίαν αυτού παρεισάγη παράθεσιν εξ αποστολικού συμβόλου, διακηρύττοντος, ότι ο Κύριος απέθανε δια τας αμαρτίας ημών κατά τας γραφάς, ότι έταφη, ότι ανέστη τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και ότι ενεφανίσθη εις τον Πέτρον και εις τους δώδεκα, αποδεικνύεται εκ τούτου, ότι η μαρτυρία αυτού στηρίζεται και επί εγγράφου πηγής, απ' αυτών των πρώτων αυτοπτών του Κυρίου και της αναστάσεως αυτού ελκούσης την καταγωγήν της και εισαχθειςης από των πρώτων ετών της θεμελιώσεως της εκκλησίας εις επίσημον χρήσιν καθ' άπασαν την εκκλησίαν.
5) Αλλά και ο τρόπος, καθ' ον παρέχεται υπό των επιστολών του Παύλου η περί της αναστάσεως του Χριστού μαρτυρία, καθιστά αυτήν οξιολογωτάτην. Διότι ο απόστολος θίγει όλως εν παρόδω, και μόνον διότι άγεται εις τούτο υπ’ αυτής της σειράς του λόγου, το μέγα τούτο της αναστάσεως γεγονός. Δεν πειράται ν' αποδείξη τούτο. Ουδέ καν προσπαθεί να επιβεβαιώση αυτό. Από όλας τας επιστολάς αυτού μόνον εις μίαν, εις την Α' προς Κορινθίους, κρίνει άξιον να ομιλήση ιδιαιτέρως περί του γεγονότος αυτού. Πράττει δε τούτο ουχί διότι υπήρχεν ανάγκη να βεβαιωθώσι περισσότερον οι προς ούς έγραφε Χριστιανοί περί της αληθείας ταύτης, αλλά διότι εσκόπει ν' απόδείξη, ότι τόσον αυτός, όσον και οι λοιποί Απόστολοι, εκήρυττον το αυτό Ευαγγέλιον, να επιβεβαιώση δ' εξ άλλου άλλην τινά αλήθειαν, περί ης αμφέβαλλον πως οι Κορίνθιοι, την αλήθειαν της καθολικής αναστάσεως των νεκρών. Εκ τούτων αποδεικνύεται σαφώς, ότι τόσον ο Παύλος, όσον και εκείνοι προς τους οποίους έγραφεν, ήσαν πλήρως πεπεισμένοι περί του ότι όντως ανέστη ο Κύριος ([6]). Και το συμπέρασμα τούτο εδραιούται περισσότερον, εαν ληφθή υπ' όψει, ότι μίαν εκ των επιστολών αυτού, την προς Ρωμαίους, γράφει προς εκκλησίαν, προς την οποίαν δεν είχεν ο ίδιος κηρύξει, άλλην δε, την προς Γαλάτας, απευθύνει προς εκκλησίας, εις ας κατά σμήνη είχον επιδράμει οι ψευδάδελφοι αναστατούντες τους Χριστιανούς και κλονίζοντες αυτούς από της αληθούς πίστεως. Ενώ λοιπόν εις την προς Ρωμαίους επιστολήν, δια πρώτην φοράν επικοινωνών προς τους εν Ρώμη, ευρίσκεται εις την ανάγκην να εκθέση εν πλάτει το Ευαγγέλιον αυτού, και όχι απλώς να διατυπώση, αλλά και να αποδείξη τας θεμελιώδεις αυτού αληθείας, περί της αληθείας της αναστάσεως του Χριστού δεν θεωρεί επάναγκες να ομιλήση ιδιαιτέρως, προφανώς διότι ουδεμία υπήρχε περί αυτής αμφιβολία καθ' όλον τον χριστιανικόν κόσμον. Εις δε την προς Γαλάτας επιστολήν ομιλεί περί τόσων άλλων ζητημάτων και τόσας άλλας αληθείας δια συλλογισμών πυκνών και συμπαγών αποδεικνύει, μόνον δε δια μίαν αλήθειαν δεν ευρίσκεται εις την ανάγκην να αγωνισθή, δια την αλήθειαν της αναστάσεως του Κυρίου. Τουθ' όπερ αποδεικνύει εμφανώς, ότι ουδέ παρ' αυτοίς τοις Ιουδαΐζουσι Χριστιανοίς ημφεσβητείτο το μέγα τούτο γεγονός! Αλλ' εάν τοιαυτή είναι η πεποίθησις των πρώτων Χριστιανών και εάν, όπως ομολογείται υπό πάντων, επί του θανάτου και της αναστάσεως του Ιησού Χριστού εθεμελιώθη η πρώτη εκκλησία και ωκοδομήθη ολόκληρος ο Χριστιανισμός, τα δύο αυτά γεγονότα πρέπει να είναι ιστορικά και βέβαια. Δεν δυνάμεθα σοβαρώς να υποστηρίξωμεν μετά του Sehmiedel ([7]) ότι «είναι αδιαμφισβήτητον, ότι η εκκλησία εθεμελιώθη ουχί αμέσως επί του γεγονότος της αναστάσεως του Ιησού, αλλ' επί της πίστεως εις την ανάστασίν του και αυτή η πίστις, ειργάζετο μετ' ίσης ενεργείας, αδιάφορον αν η ανάστασις ήτο γεγονός πραγματικόν ή ου». Διότι ως ορθώς παρετήρησεν ο εκ των νεωτεριζόντων (modernistes) καθολικών Εδουάρδος Le Roy ([8]) «παν ό,τι είναι καθαρώς απατηλή χίμαιρα, καθαρώς νοσηρά φαντασιοπληξία, άνευ αξίας τινός αληθείας, δύναται αναμφιβόλως να διεγείρη προς στιγμήν την πίστιν. Αλλά τοιαυτή πίστις δεν είναι οικοδομητική ούτε καρποφόρος εξ επόψεως ηθικής· δεν παράγει ουδέν στερεόν· δεν μεταδίδεται πολύ μακράν· δεν επισυνάγει πολλάς ψυχάς εν μια κοινωνία, ζωοποιούση αυτάς· δεν ανθίσταται εις την φθοροποιόν και διαλυτικήν επίδρασιν του χρόνου, εις την δοκιμασίαν της, κυκλοφορίας της εν τη πρακτική χρήσει. Εξοφλείται πάντοτε εις το τέλος του λογαριασμού δι' αποτυχίας, όπου αποκαλύπτεται ο ψευδής χαρακτήρ της». Μόνον περί της αληθείας δύναται να λεχθή, ότι «ουδέν διαρκέστερον αυτής». Και μόνον περί αυτής ισχύει, ότι «παν όπερ εξυπηρετεί αυτήν, διασώζεται ως κεφάλαιον ασθενές, αλλ' ασφαλές. Ουδέν εν τω μικρώ θησαυρώ της απόλλυται. Τουναντίον παν ό,τι ψευδές καταρρέει. Το ψεύδος δεν θεμελιούται, ενώ το μικρόν οικοδόμημα της αληθείας είναι χαλύβδινον και ανυψούται συνεχώς» ([9]).
6) Τέλος κατά τας λεπτομερείας του περιεχομένου της εξεταζομένη η μαρτυρία αυτή παρουσιάζεται επιβεβαιουμένη πλήρως και υπό της αφηγήσεως των ευαγγελιστών. Διότι μαρτυρεί 1) την εμφάνισιν την γενομένην εις τον Πέτρον, την υπό του Λουκά μαρτυρουμένην, τοποθετών μάλιστα αυτήν εν τη αυτή θέσει, εν τη οποία τοποθετεί αυτήν και ο Λουκάς εν τη σειρά των εμφανίσεων. 2) Την εμφάνισιν προς τους δώδεκα, ήτις και κατά τους τρεις εκ των ευαγγελιστών εγένετο κατά την αυτήν της αναστάσεως ημέραν. Πράγματι η εμφάνισις αυτή μαρτυρείται πρώτον μεν υπό του Λουκά (κδ' 36), επιβεβαιούται δε και υπό της αφηγήσεως της εν τω τέλει του κατά Μάρκον Ευαγγελίου και παρουσιάζεται εξ ολοκλήρου η αυτή προς την υπό του Ιωάννου (κ' 19) αναφερομένην. 3) Άλλην τινά εμφάνισιν συντελεσθειςαν εν μέσω ευρυτάτου κύκλου πιστών, των οποίων ο αριθμός υπερέβαινε τους πεντακοσίους και η οποία πιθανώτατα είναι η υπό του Ματθαίου ιστορουμένη ως λαβούσα χώραν εν Γαλιλαία ([10]). 4) Την εις τον Ιάκωβον, περί της οποίας δεν μαρτυρούσιν οι ευαγγελισταί και 5) Άλλην μίαν ακόμη εμφάνισιν έμπροσθεν όλων των Αποστόλων λαβούσαν χώραν, ιστορουμένην και ταύτην υπό των ευαγγελιστών.
Ούτω πάσαι αι υπό του Παύλου αναφερόμεναι εμφανίσεις, πλην μόνης της προς τον Ιάκωβον γενομένης, αναφέρονται και υπό των ευαγγελιστών. Δεν μνημονεύονται δε υπό του Παύλου μόνον αι εις τας μυροφόρους και εις τους προς Εμμαούς πορευομένους εμφανίσεις· τούτο δε διότι ο απόστολος δεν προτίθεται να παραθέση πλήρη κατάλογον των εμφανίσεων ([11]). Τουναντίον πιθανώτατον παρουσιάζεται ότι ποιείται εκλογήν των εγκυροτέρων εκ των εμφανίσεων, και τοιαύται ήσαν η εμφάνισις εις τον Πέτρον, του οποίου το κύρος εν Κορίνθω ήτο ηδραιωμένον (Α' Κορινθ. α' 12), η εις τους δώδεκα, η εις το σύνολον των πρώτων πιστών ήτοι η εις τους πεντακοσίους, των οποίων οι πλειςτοι επέζων, η εις τον Ιάκωβον, του οποίου το κύρος ήτο μέγα παρά τοις εξ’ Ιουδαίων Χριστιανοίς, η εις τους Αποστόλους πάντας, και τέλος η εις αυτόν τον Παύλον. Τας τρεις άλλας, ως φέρουσας ιδιωτικόν χαρακτήρα και μη γενομένας εις αποστόλους, παραλείπει.
Συμπεραίνοντες παρατηρούμεν και πάλιν δι' ολίγων, ότι είναι εξόχως σπουδαία η υπό των επιστολών του Παύλου παρεχομένη περί της αναστάσεως μαρτυρία, μάλιστα δια τους εξής λόγους:
1) Διότι παρουσιάζει το γεγονός της αναστάσεως στοιχείον του αποστολικού κηρύγματος ουσιωδέστατον και θεμελιωδέστατον, αυτήν την βάσιν του κηρύγματος ουχί ενός αλλά πάντων των Αποστόλων·
2) διότι παρουσιάζει το γεγονός της αναστάσεως μαρτυρούμενον υπό των αυτοπτών (Κηφά, Ιακώβου, πεντακοσίων αδελφών) εις εποχήν παλαιοτάτην και μόλις πέντε ή εξ έτη της σταυρώσεως και της αναστάσεως απέχουσαν·
3) διότι είκοσι μόλις έτη μετά τον θάνατον του Χριστού (οπότε συμπίπτει ο χρόνος της συγγραφής των τεσσάρων επιστολών του Παύλου) παρουσιάζει ολόκληρον την εκκλησίαν από της Ρώμης μέχρι των Ιεροσολύμων και από της Αγκύρας μέχρι της Κορίνθου ομολογούσαν εν ένι στόματι και μια καρδία την μεγάλην αλήθειαν της Αναστάσεως.


β) Αι μαρτυρίαι των Ευαγγελίων.

Είναι βεβαίως περιττόν να είπωμεν, ότι δεν θα επανέλθωμεν ενταύθα επί των επιχειρημάτων, άτινα εν τω Γ' κεφαλαίω παρεθέσαμεν και εκ των οποίων απεδείχθη εμφανέστατα η σπουδαιότης και σοβαρότης των Ευαγγελίων ως συγγραφών και πηγών ιστορικών. Ενταύθα θα εξετασθή ειδικώς η περί της αναστάσεως του Χριστού ευαγγελική μαρτυρία δια να αποδειχθή η αφέλεια, η απλότης, η ειλικρίνεια και η καλή πίστις των εξιστορούντων τα κατά την ανάστασιν εξ’ αυτών τούτων των ευαγγελικών κειμένων αναπηδώσα και αποκαλυπτομένη.

1. Αι κατά τα Ευαγγέλια εμφανίσεις. Κατά τους ευαγγελιστάς ο Ιησούς αναστάς ενεφανίσθη:
1) Εις την Μαγδαληνήν Μαρίαν (Μάρκ. ιστ' 9-11 και Ιωαν. κ' 11-18) και
2) Εις τας μυροφόρους γυναίκας (Ματθ. κη' 9-10) κατά την πρωίαν της Κυριακής.
3) Εις τους δύο μαθητάς, τους εις Εμμαούς πορευομένους, κατά το απόγευμα της αυτής ημέρας (Μάρκ. ιστ' 12-13, Λουκ. κδ' 13-15).
4) Εις τον Σίμωνα Πέτρον ολίγω αργότερον (Λουκ.κδ' 34).
5) Εις τους δεκα Αποστόλους απόυσιάζοντος του Θωμά κατά την εσπέραν της αυτής ημέρας (Μάρκ. ιστ' 14, Λουκ. κδ' 36-43, Ιωαν. κ' 19-25).
6) Εις τους ένδεκα παρόντος και του Θωμά μετά οκτώ ημέρας (Ιωαν. κ' 26-29).
7) Εις επτά αποστόλους παρά την λίμνην της Τιβεριάδος (Ιωαν. κα' 1-23).
8) Εις τους ένδεκα εν τω όρει της Γαλιλαίας, «ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς» (Ματθ. κη' 16)·
και 9) Εις τους αποστόλους πάντας εις Βηθανίαν κατά την ημέραν της αναλήψεως (Μαρκ. ιστ' 19-20, Λουκ. κδ' 50, Πραξ. α’ 6-11), την οποίαν τινές εταύτισαν προς την ως άνω εν Γαλιλαία σημειωθειςαν.

2. Πενιχρότης των ευαγγελικών πληροφοριών. Η πρώτη εντύπωσις, την οποίαν προ πάσης αξετάσεως αυτών παρέχουσιν αι μαρτυρίαι αύται, είναι η πτωχεία και πενιχρότης των πληροφοριών, τας οποίας παρέχουσι δυσαναλόγως προς την σοβαρότητα και σπουδαιότητα, η οποία εξ αρχής απεδόθη υπό των Αποστόλων και της πρώτης εκκλησίας εις το γεγονός της αναστάσεως. Το μόνον επεισόδιον, όπερ εκτίθεται μετά τίνος λεπτομερείας, είναι το της εμφανίσεως του αναστάντος Κυρίου εις τους δύο μαθητάς, τους πορευομένους εις τους Εμμαούς. Ιδιαιτέρως αξιοσημείωτον τυγχάνει ότι περί της ενδόξου ζωής, εις την οποίαν μετά την ανάστασιν εισήλθεν ο Κύριος, δεν αφηγούνται οι ευαγγελισταί παρά ελάχιστα τινά και όλως ανεπαρκή. Η φύσις της ζωής ταύτης, η έκτακτος, η νέα, η απηλλαγμένη των κοινών συνθηκών υπό τας οποίας έζησε πρότερον ο Ιησούς, η όλως άγνωστος εις τους μήπω εισελθόντας εις αυτήν και μετασχόντας ταύτης, περί της οποίας δεν είναι εις θέσιν να σχηματίσωσι σαφή ιδέαν οι εισέτι το φθαρτόν σκήνος του σώματος περιβεβλημένοι θνητοί, εξηγεί πλήρως, διατί εις τας περί αναστάσεως παραδόσεις των αυτοπτών, τας περισωθειςας εις τα ευαγγελικά κείμενα, ευρίσκομεν κάτι το ασαφές, το μη επαρκώς πλήρες ([12]). Αντιλαμβάνονται οι Απόστολοι, ότι βλέπουσι και ακούουσι τον διδάσκαλον· πείθονται, ότι είναι αυτός, διότι συλλαμβάνουσι τας χείρας του και τους πόδας του. Αλλά συγχρόνως κατανοούσιν, ότι η ζωή, την οποίαν ήδη ζη ο διδάσκαλος είναι διάφορος της προτέρας. Και βυθίζονται ούτω εις απορίαν, διότι ο Ιησούς είναι και δεν είναι συγχρόνως ο αυτός προς εκείνον, τον οποίον εγνώρισαν και μετά του οποίου συνέζησαν επί τριετίαν ολόκληρον. Τα χαρακτηριστικά ταύτα των ευαγγελικών περί αναστάσεως αφηγήσεων συντρίβουσι κυριολεκτικώς τον ισχυρισμόν του Α. Meyer ([13]), κατά τον οποίον εγένοντο προσθήκαι εις τας περί αναστάσεως πρωταρχικάς παραδόσεις, επί τω σκοπώ όπως ικανοποιηθώσι νεόφυτοι και νεωστί προσηλυτισθέντες εις την πίστιν απλήστως έχοντες προς το υπερφυσικόν, αλλά και η απολογητική τάσις της πρώτης εν Ιεροσολύμοις κοινότητος, αισθανομένης την ανάγκην να παρουσιάση τας προφητείας πληρωθειςας εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού. Εάν ο ισχυρισμός ούτος ήτο ακριβής, γεννάται το ερώτημα, πώς τόσαι προθέσεις, τόσαι ανάγκαι, τόσαι αιτίαι προς επέκτασιν και διαπλάτυνσιν του αρχικού περί αναστάσεως υλικού, αλλά και τόσαι προσθήκαι και παρεμβολαί γενόμεναι εις αυτό κατέληξαν εις τας τόσον ισχνάς, πτωχάς, βραχείας και τον χαρακτήρα αποσπασμάτων φερούσας αφηγήσεις ([14]); Είναι τόσον πτωχαί και βραχείαι αύται, ώστε πέντε γραμμαί, τας οποίας ο Παύλος γράφει σχεδόν ειπείν εν παρόδω εις την Α' προς Κορινθίους επιστολήν του προσθέτουσιν αρκετά εις το σύνολον των εκ των Ευαγγελίων πληροφοριών. Τοσαυτή ευσυνειδησία και ακρίβεια εκδηλούται εκ μέρους των ευαγγελιστών και τόσον πολύ εμμένουσιν ούτοι εις το να καταγράψωσιν εν τοις Ευαγγελίοις αυτών ό,τι αυτοί και μόνοι είτε αμέσως είτε εξ αυθεντικών πληροφοριών αξιοπίστων αυτοπτών αντελήφθησαν.
Ταύτα περί των μαρτυριών των Ευαγγελίων γενικώς.

3. Συμφωνία ανεπιτήδευτος. άαν ήδη μελετήσωμεν μετά προσοχής τας περί της αναστάσεως ευαγγελικάς αφηγήσεις, διακρίνομεν πρωτίστως, ότι αύται ανεπιτηδεύτως συμπίπτουσιν περί ωρισμένον αριθμόν βεβαίων γεγονότων παρουσιάζουσαι αξιοθαύμαστον συμφωνίαν. Τοιαύτα γεγονότα και σημεία των αφηγήσεων θα ηδύναντο να σημειωθώσι τα επόμενα:

Το πρώτον εκ τούτων κατά τον L. de Grandmaison ([15]) τυγχάνει αρνητικόν μεν, αλλ' εξόχως αξιοσημείωτον. Είναι δε τούτο η έλλειψις χρονολογικής ενδείξεως, εμφαινούσης την ώραν, κατά την οποίαν έλαβε χώραν η ανάστασις, καθώς και η έλλειψις πάσης περιγραφής αυτού του γεγονότος της αναστάσεως. Οι ευαγγελισταί περιορίζονται απλώς να μας είπουν ότι την πρωίαν της Κυριακής ο Ιησούς είχεν αναστή. Ποίαν ώραν της νυκτός εσημειώθη η ανάστασις και πώς το νεκρόν του Κυρίου σώμα εζωοποιήθη και εγκατέλιπε τον τάφον, ουδεις των ευαγγελιστών πειράται να ορίση ή να περιγράψη. Επί γεγονότος δε, το οποίον τόσον ζωηρώς θα προσείλκυε το ενδιαφέρον και την προσοχήν των πρώτων Χριστιανών, εάν πράγματι οι αφηγούμενοι αυτό δεν περιωρίζοντο εις ό,τι εξ’ αυτοψίας είχον αντιληφθή και διακριβώσει, ήτο φυσικόν η φαντασία να εκτραπή και να συμπληρώση τα κενά, τα οποία παρουσιάζοντο εν τη εκτυλίξει αυτού. Θα έπρεπεν η φαντασία να επισωρεύση λεπτομερείας καταπλησσούσας εν τη περιγραφή της αναστάσεως συντελούμενης δια τινος ενεργείας βραδείας ή αιφνιδίας, εν μέσω συναθροίσεως αγγέλων η αγίων, θεωμένων την αναζωογόνησιν του αδρανούς και νεκρού σώματος του Ιησού και προσπιπτόντων εις προσκύνησιν αυτού μεθ' ύμνων και δοξολογιών, των οποίων το περιεχόμενον θα εστιχουργείτο υπό της ποιητικής πτήσεως. Πράγματι δε τοιαύτην εκτροπήν, προδίδουσαν καταδήλως την πλαστότητα, παρουσιάζει το απόκρυφον κατά Πέτρον ευαγγέλιον ([16]). Περί της αφηγήσεως του ευαγγελίου τούτου εν αντιθέσει προς την αφήγησιν των κανονικών Ευαγγελίων ομολογεί αυτός ο P. W. Schmiedel, ότι «η ανάστασις του Ιησού, η οποία εις τα κανονικά Ευαγγέλια μετ' επιφυλάξεως αξιοσημείωτου πάντοτε προϋποτίθεται, ότι έλαβεν ήδη χώραν, και ουδέποτε περιγράφεται, εις το ευαγγέλιον του Πέτρου παρουσιάζεται ως λαμβάνουσα χώραν υπό τα όμματα των Ρωμαίων και των Ιουδαίων των φρουρούντων τον τάφον, καθ' ένα δε τρόπον, τον οποίον δεν δύναται τις να χαρακτηρίση παρά αλλόκοτον»([17]).

Δεύτερον χαρακτηριστικόν σημείον, επί του οποίου συμπίπτουσιν αι αφηγήσεις των κανονικών Ευαγγελίων, είναι η κενότης του τάφου, η διαπιστωθειςα την τρίτην από του πάθους ημέραν υπό των επισκεφθεισών τον τάφον λίαν πρωί της μιας σαββάτων μυροφόρων γυναικών, μεταξύ των οποίων διακρίνεται Μαρία η Μαγδαληνή.

Τρίτον σημείον αυτομάτου συμφωνίας των ευαγγελιστών είναι η γέννησις της πίστεως εις την ανάστασιν παρά ταις γυναιξί πρώτον, αίτινες εις μάτην προσπαθούσι να μεταδώσωσι την πίστιν ταύτην και εις τους Αποστόλους. Αυταί πρώται επισκέπτονται τον τάφον. Εις αυτάς πρώτας εμφανίζεται ο αναστάς Κύριος, αφού προηγουμένως αυταί είδον οπτασίαν αγγέλων. Αυταί αναγγέλλουσι την ανάστασιν εις τους μαθητάς, οίτινες απιστούσιν εις ταύτας. Ο ρόλος δε της Μαγδαληνής, η αγγελοφάνεια και η δυσπιστία των μαθητών εξαίρονται παρ' απάσαις ταις πηγαίς της ευαγγελικής ιστορίας.

Τέταρτον χαρακτηριστικόν σημείον συμφωνίας των ευαγγελιστών είναι, ότι ο Ιησούς αναστάς δεν ενεφανίσθη εις ουδένα εκ των εχθρών του, αλλά μόνον εις τους φίλους και μαθητάς αυτού.

Πέμπτον ενεφανίσθη εις τους μαθητάς μετά την εις τας μυροφόρους εμφάνισιν. Και ενεφανίσθη εξ απροόπτου, ουχί εις περιβάλλον παρεσκευασμένον και υποβοηθούν τους αποστόλους, όπως πιστεύσωσιν εις την ανάστασιν. Αι συνθήκαι της εμφανίσεως είναι τοιαύται, ώστε αυτοί αμφιβάλουσι, φοβούνται νομίζοντες ότι η εμφάνισις οφείλεται εις πνεύμα ή φάντασμα τι και μόνον τότε πείθονται, όταν υποβάλλωσιν εις την άμεσον αυτών αφήν το σώμα του Διδασκάλου. Η δυσπιστία των και οι φόβοι των κατανικώνται δια της επιμονής του αναστάντος, ο οποίος δεν εμφανίζεται στιγμιαίως, ίνα ευθύς εξαφανισθή, αλλ' αναστρέφεται, συνομιλεί και συντρώγει μετά των μαθητών.

Έκτον σημείον συμφωνίας τυγχάνει η υπό πάντων των ευαγγελιστών μαρτυρουμένη απότομος μεταβολή των μαθητών, πιστευσάντων ακραδάντως εις την ανάστασιν. Η ψυχολογική αυτή μεταβολή, καθ' ην οι κατεπτοημένοι τέως και καταπεπτωκότες μαθηταί παρουσιάζονται δια μιας θαρραλέοι, απτόητοι, ακατάβλητοι και ανυπέρβλητοι εις ηρωϊσμόν, οφείλεται εις την θριαμβευτικήν πεποίθησιν, την οποίαν εσχημάτισαν περί της αναστάσεως του Διδασκάλου, και η οποία εμπνέει αυτούς καθ' όλην την μετέπειτα δράσιν αυτών, καθιστώσα αυτούς μεν προθύμους εις πάσαν θυσίαν, την δε πορείαν αυτών ακαταπόνητον και νικηφόρον.

4. Διαφοραί  και  κενά . Εν ταις λεπτομερείαις όμως παρουσιάζονται κενά και διαφοραί τινες. Και αι μεν διαφοραί επιβεβαιούσαι την απ' αλλήλων ανεξαρτησίαν των ευαγγελιστών εν ταις αφηγήσεσιν αυτών δεν παρουσιάζονται ασυμβίβαστοι. Τα δε κενά είναι πολλάκις τοιαύτα, ώστε η μία αφήγησις να προϋποθέτη την ετέραν και η μετ' αλλήλων συμπλήρωσις να εξαίρη επί μάλλον το ανεπιτήδευτον της συμφωνίας.
Ούτω, ίνα αρχίσωμεν από το γεγονός της ταφής, ο Ιωσήφ κατά μεν τον Ματθαίον και τον Ιωάννην ήτο απλώς άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, «μαθητής του Ιησού κεκρυμμένος δε δια τον φόβον των Ιουδαίων, κατά τους άλλους δε δύο ευαγγελιστάς ήτο και βουλευτής, μη συγκατατεθειμένος τη βουλή και τη πράξει των Ιουδαίων. Είναι προφανές ότι ουδετέρα των λεπτομερειών τούτων αποκλείει την άλλην. Ο Ιωσήφ ηδύνατο να είναι συγχρόνως και πλούσιος και μαθητής του Ιησού εν τω κρυπτώ και βουλευτής.
Κατά τους συνοπτικούς ο τάφος ήτο λαξευτός εντός βράχου και η ειςοδος αυτού εκαλύπτετο δια λίθου μεγάλου προσκυλιομενου επ' αυτής. Κατά τον Ιωάννην το μνημείον ευρίσκετο εν κήπω και ήτο ανεγηγερμενον μάλλον επί του εδάφους, εξ’ ου και ο λίθος δεν χαρακτηρίζεαι ως απoκεκυλισμένος, ως παρά τοις λοιποίς συνοπτικοίς, αλλ’ ως η ρ μ έ ν ο ς, ο δε Ιωάννης, ο προδραμών τάχιον του Πέτρου εις το μνημείον, παρουσιάζεται ως παρακύπτων, ίνα ίδη το εσωτερικόν του μνημείου. Αμφότεραι εν τούτοις αι αφηγήσεις δύνανται να συμβιβασθώσιν, εφ' όσον και η αφήγησις του Ιωάννου ομιλεί περί του μνημείου ως ευρυχώρου κοιλότητος, εντός της οποίας δεν καταβαίνει αλλ' εισέρχεται ελευθέρως ο Πέτρος πρώτον και μετ' αυτόν ο Ιωάννης.
Περί της φρουράς, η οποία ετέθη εν τω τάφω σιγώσιν οι άλλοι ευαγγελισταί, και μόνον ο Ματθαίος ομιλεί περί αυτής. Αλλ' η σιγή των άλλων ευαγγελιστών δεν αποτελεί απόδειξιν, ότι η φρουρά δεν ετέθη, διότι οι ευαγγελισταί συγγράφοντες δεν προετίθεντο να εκθέσωσι πάντα ανεξαιρέτως τα γεγονότα. Αποδεικνύει μόνον, ότι η υπό μόνου του Ματθαίου αναφερομένη λεπτομέρεια αυτή δεν περιελαμβάνετο και εις την αρχέγονον αποστολικήν κατήχησιν την δια ζώσης παραδιδομένην, ήτις απετέλεσε πηγήν της συνοπτικής αφηγήσεως, και ότι ο Ματθαίος γνωρίζων ταύτην εχρησιμοποίησεν αυτήν ως σύμφωνον προς τον ιδιάζοντα συγγραφικόν σκοπόν του. Ούτε δύναται ν' αποτελέση σοβαράν ένστασιν κατά της εν προκειμένω αξιοπιστίας του Ματθαίου, το ότι δια των ενεργειών των αρχιερέων και Φαρισαίων προς σφράγισιν του τάφου, των σημειωθεισών «τη απαύριον» του θανάτου του Ιησού, «ήτις εστί μετά την παρασκευήν», παρεβιάσθη η αργία της μεγάλης εορτής του Πάσχα και του Σαββάτου. Ως ορθώς παρετηρήθη ([18]), οι Ιουδαίοι άρχοντες και οι Φαρισαίοι ήσαν επιδέξιοι περί το να εξευρίσκωσι περιπτώσεις εξαιρέσεων και παραβιάσεων του νόμου, προκειμένου μάλιστα περί ανάγκης οποία ήτο η απασχολούσα αυτούς. Αβάσιμος τυγχάνει και η ετέρα ένστασις, η στηριχθειςα επί της εκδοχής, ότι οι Φαρισαίοι και οι αρχιερεις δεν θα ηδύναντο να εννοήσωσι τους περί της αναστάσεως αυτού λόγους του Σωτήρος, αφού και αυτοί οι μαθηταί κατά την βεβαίωσιν του Ιωάννου, καθ' ον χρόνον επεσκέπτοντο το κενόν μνημείον, «ουδέπω ήδεισαν την γραφήν, ότι δει αυτόν εκ νεκρών αναστήναι» (Ιωαν.κ' 9). Διότι και εάν έτι υποθέσωμεν, ότι οι μαθηταί δεν είχον εννοήσει την έννοιαν των περί της αναστάσεως αυτού λόγων του Κυρίου, δεν έπεται εκ τούτου ότι και οι εν Ιεροσολύμοις εντριβεις περί τον νόμον, οι θεολόγοι και διανοούμενοι της εποχής εκείνης, παρέμειναν όλως ξένοι προς την έννοιαν αυτών, εφ' όσον και η εικών του Ιωνά, προς την οποίαν ο Χριστός παρωμοίασε την από του πάθους και του θανάτου του απολύτρωσίν του, ήτο αρκούντως σαφής, αλλά και κρατούσαι κατά την εποχήν εκείνην δοξασίαι υπέτρεφον την υπόνοιαν, ότι ήτο δυνατόν ν' αναστή τις εκ νεκρών και να επανέλθη μεταξύ των ζώντων. Τούτο εμφαίνεται εκ των λόγων, τους οποίους κατά τον Μάρκον είπεν Ηρώδης ο Αντύπας περί του Ιησού, όταν ήκουσε περί των θαυμάτων αυτού. Εβεβαίωσε δηλαδή ο Ηρώδης, ότι «Ον εγώ απεκεφάλισα Ιωάννην, ούτος ηγέρθη εκ νεκρών» (Μάρκ. στ' 16).
Ώς προς τα αρώματα, ταύτα κατά την αφήγησιν του Λουκά είχον ήδη ετοιμάσει αι επί το μνήμα ερχόμεναι γυναίκες. Πότε είχον ετοιμάσει ταύτα δεν αναφέρει ο τρίτος ευαγγελιστής, Ομιλεί όμως περί τούτου ο Μάρκος, ύστις καθορίζει τον χρόνον της προετοιμασίας δια της φράσεως «διαγενομένου του σαββάτου», ήτοι η αγορά των αρωμάτων εγένετο την εσπέραν του Σαββάτου. Πώς ήδη αι μυροφόροι αγοράζουσιν αρώματα, ενώ ήδη παρά τον τάφον ευρίσκεται η κουστωδία, εξηγείται πλήρως δια της εκδοχής, ότι τηρήσασαι μετά πάσης ακριβείας την αργίαν του Σαββάτου, παρέμειναν εγκεκλεισμέναι εν τω οίκω αυτών, ως εκ τούτου δε δεν έλαβον γνώσιν περί του ότι ετέθη παρά τον τάφον του Ιησού φρουρά. Η άγνοιά των αυτή ευρίσκεται σύμφωνος πληρέστατα και προς την άλλην απορίαν αυτών, την οποίαν ερχόμεναι εις το μνημείον εκδηλούσι λέγουσαι· «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;» Το ότι δε ο Ματθαίος καθορίζει ως σκοπόν της επισκέψεως ταύτης των μυροφόρων το να θεωρήσωσι τον τάφον, χωρίς να προσθέτη τίποτε περί της προθέσεως αυτών όπως αλείψωσι δια μύρων τον Ιησούν, δεν αποτελεί πραγματικήν διαφωνίαν προς τους άλλους δύο συνοπτικούς. Εκείνοι ομιλούσι και περί προθέσεως μη πραγματοποιηθειςης, αυτός δε περί του γεγονότος, παρατρέχει δε την λεπτομέρειαν της προσκομίσεως και μύρων, η οποία όλως φυσικώς τίθεται εις δευτερεύουσαν μοίραν υπό της αφηγήσεώς του τονιζούσης εξόχως, ότι παρά τον τάφον ήτο εγκατεστημένη κουστωδία, η οποία και εάν έτι δεν ανίστατο ο Ιησούς, δεν θα επέτρεπεν εις τας μυροφόρους να πλησιάσωσι και να πραγματοποιήσωσι την πρόθεσίν των.
Προκειμένου περί της ώρας, καθ' ην αι μυροφόροι έρχονται εις το μνημείον, ο μεν Μάρκος καθορίζει ταύτην δια του λίαν πρωί, ανατείλαντος του ηλίου, οι δε άλλοι τρεις ευαγγελισταί καθορίζουσιν αυτήν δια του σκοτίας έτι ούσης ή όρθρου βαθέος ή οψέ σαββάτων. Ούτω συμφωνούσι μεν πάντες ως προς την ημέραν, παρουσιάζουσιν όμως διαφοράν τινα ως προς την ώραν. Αλλ’ η διαφορά αυτή δεν είναι ασυμβίβαστος. Εξηγείται πλήρως εάν ληφθώσιν υπ' όψει πρώτον μεν, ότι ως φαίνεται πιθανώτατον εκ της όλης αφηγήσεως των ευαγγελιστών αι μυροφόροι ήλθον εις το μνημείον καθ' ομίλους, ήτοι άλλαι μεν, εν αις και η Μαρία η Μαγδαληνή, ήλθον ενωρίτερον, άλλαι δε βραδύτερον πως· δεύτερον δε, ότι και κατά την αφήγησιν του Μάρκου ο ήλιος μόλις θα είχεν ανατείλει, αφού και εν αυτή προστίθεται το «λίαν πρωί», είναι δε γνωστόν, ως παρατηρούσιν οι Jacquier και Bourchany ([19]), ότι εν τη Ιουδαία το λυκαυγές δεν παρατείνεται επί μακρόν, αλλά το μεταξύ του βαθέος όρθρου και της ανατολής του ηλίου παρεμπίπτον διάστημα είναι βραχύτατον.
Ως προς τα ονόματα των μυροφόρων, αίτινες ήλθον εις τον τάφον, πάντες οι ευαγγελισταί συμφωνούσιν, ότι η Μαρία η Μαγδαληνή είναι μεταξύ των γυναικών τούτων. Αλλ' η μεν αφήγησις του Ιωάννου παρουσιάζει αυτήν ερχόμενην μόνην εις τον τάφον, ενώ κατά τας αφηγήσεις των άλλων ευαγγελιστών η Μαγδαληνή φθάνει εις τον τάφον εν συνοδεία μετά των άλλων μυροφόρων. Εν τούτοις αυτή η αφήγησις του Ιωάννου παρέχει σαφεστέραν ένδειξιν περί του ότι η Μαγδαληνή δεν ήλθεν εκεί μόνη. Εις τους λόγους, τους οποίους προς τον Σίμωνα Πέτρον απευθύνει, η Μαρία ομιλεί και εξ’ ονόματος των συντρόφων της. «Ήραν, λέγει, τον Κύριον εκ του μνημείου, και ουκ ο ί δ α μ ε ν πού έθηκαν αυτόν» (Ιωαν. κ' 2). Ενώ ολίγας γραμμάς κατωτέρω η αυτή Μαρία απευθυνόμενη προς τους ερωτήσαντας αυτήν αγγέλους, λέγει, «ότι ήραν τον Κύριόν μου και ουκ οίδα πού έθηκαν αυτόν» (στιχ. 13).
Ως προς την περιγραφήν της αποκυλίσεως του λίθου υπό του αγγέλου, αυτή έλαβε χώραν προ της αφίξεως των μυροφόρων εις το μνημείον. Εάν λοιπόν οι τρεις ευαγγελισταί παραλείπωσι να ομιλήσωσι περί αυτής, δεν δημιουργεί τούτο πραγματικήν αντίφασιν μεταξύ αυτών και του Ματθαίου. Ο Ματθαίος προϋποθέτει λεπτομέρειαν, εξυπηρετούσαν τον σκοπόν της αφηγήσεώς του, η οποία κατά το σημείον τούτο κατέτεινε να αναιρέση την συκοφαντίαν των Ιουδαίων, ότι έλαβε χώραν κλοπή. Οι άλλοι όμως ευαγγελισταί, οι οποίοι ουδένα λόγον ποιούνται περί της συκοφαντίας ταύτης, περιορίζονται απλώς εις το να διαπιστώσωσι τα υπό πάντων μαρτυρούμενα γεγονότα της κενότητος του τάφου και της αγγελοφανείας, ως αντελήφθησαν ταύτα αι πρότερον παντός άλλου επισκεφθειςαι τον τάφον μυροφόροι.
Διαφωνία τις παρουσιάζεται και ως προς τον αριθμόν των αγγέλων. Κατά την αφήγησιν των δύο πρώτων συνοπτικών αι μυροφόροι ευρίσκονται ενώπιον ενός αγγέλου, ενώ κατά τον Λουκάν οι άγγελοι ήσαν δύο, και κατά τον Ιωάννην η Μαγδαληνή κατά μεν την πρώτην επίσκεψιν αυτής δεν είδε άγγελον τινά , κατά δε την δευτέραν μετά την αυτοψίαν του Πέτρου και του Ιωάννου και την αποχώρησιν αυτών είδεν εις το βάθος του μνημείου δύο αγγέλους εν λευκοίς καθεζομένους. Πάσαι εν τούτοις αι αφηγήσεις συμφωνούσι περί του ότι έλαβε χώραν αγγελική οπτασία και περί του ότι ο εις η οι δύο οφθέντες άγγελοι περιεβάλλοντο εσθήτα αστράπτουσαν ή στολήν λευκήν προκαλούσαν το θάμβος. Η περί τον αριθμόν των αγγέλων διαφωνία εξηγείται η εάν εκλάβωμεν μετά του Godet ([20]), ότι έλαβον χώραν δύο αγγελοφάνειαι, μια μεν πρότερον εις τας μυροφόρους υπό ενός αγγέλου, ετέρα δ' έπειτα εις την Μαγδαληνήν, κατά την παρ' Ιωάννη χρονολογικήν σειράν· ή εάν δεχθώμεν, ότι οι περί ενός αγγέλου ομιλούντες ευαγγελισταί περιορίζονται εις τον πρωταγωνιστούντα άγγελον, χωρίς ν’ αποκλείωσι και την κατά τον αυτόν χρόνον παρουσίαν και δευτέρου αγγέλου. Πάντως πρόκειται περί διαφοράς εις τας λεπτομερείας ουχί δε περί αντιφάσεως τινός.
Ετέρα πάλιν διαφορά παρουσιάζεται και ως προς τους λόγους τους απευθυνθέντας εις τας μυροφόρους υπό των αγγέλων. Το ουσιώδες μέρος της αγγελικής αναγγελίας «ηγέρθη, ο υ κ έ σ τ ι ν ώδε» είναι το αυτό παρά πάσι τοις συνοπτικοίς. Αλλ’ ο μεν Λουκάς παρουσιάζει τους αγγέλους βεβαιούντας μόνον την ανάστασιν, χωρίς να προσκαλή δια των μυροφόρων τους μαθητάς, όπως μεταβώσιν εις Γαλιλαίαν, ένθα θα συνήντων τον αναστάντα διδάσκαλον. Κατά τον Μάρκον όμως και τον Ματθαίον διαβιβάζεται και η παραγγελία αυτή εις τους μαθητάς. Τούτο εξηγείται πλήρως εκ του ότι οι δύο ούτοι συνοπτικοί αφηγούνται κυρίως τας εν Γαλιλαία εμφανίσεις, ενώ ο Λουκάς περιορίζεται εις τας εν Ιεροσολύμοις τοιαύτας. Εντεύθεν εκείνοι μεν έχουσιν ιδίους λόγους, δι' ους έπρεπε να αναφέρωσι και τα αγγελικά ταύτα ρήματα, ο Λουκάς δε ηδύνατο ν' αποσιωπήση αυτά.
Αλλά και η υπό του Ιωάννου εξιστορουμένη εμφάνισις του Χριστού εις την Μαγδαληνήν, εάν προσέξωμεν εις τα περιστατικά της, παρουσιάζεται εντελώς διακεκριμένη της εμφανίσεως της ολίγον ύστερον σημειωθειςης ενώπιον ολοκλήρου του κύκλου των Μυροφόρων συμπεριλαμβάνοντος και την Μαγδαληνήν. Η Μαγδαληνή κατάπληκτος επί τω ακούσματι της φωνής του Διδασκάλου, σπεύδει μετά της αυτής και πρότερον οικειότητος, προφέρουσα τον ανθρώπινον τίτλον ραββουνί, να κρατήση τους πόδας του Ιησού, αλλ' εκείνος την απότρέπει. Είναι αυτή η πρώτη εμφάνισις και μας βεβαιοί ρητώς περί τούτου ο Μάρκος. Μετ’ ολίγας όμως στιγμάς επαναφαίνεται ο Ιησούς εις τας μυροφόρους πάσας. Ο Ματθαίος ο αφηγούμενος τα κατά την εμφάνισιν ταύτην δεν παρουσιάζει τας μυροφόρους εκπληττομένας, ουδέ τον Ιησούν εμποδίζοντα αυτάς ίνα κρατήσωσιν αυτού τους πόδας. Εάν λάβωμεν υπ' όψει, ότι αι Μυροφόροι συναντηθειςαι εν τω μεταξύ μετά της Μαγδαληνής έμαθον παρ' αυτής, ότι είδε τον αναστάντα διδάσκαλον, κατανοούμεν πλήρως, πως αυταί δεν εκδηλούσι την τόσην κατάπληξιν, την οποίαν προ ολίγου κατά τον Ιωάννην εξεδήλωσεν η Μαγδαληνή. Επί πλέον διαγινώσκομεν, το διατί ο Ιησούς αφίνει αυτάς να κρατήσωσι τους πόδας αυτού. Διδαχθειςαι αύται από το πάθημα της Μαγδαληνής προσέρχονται προς τον Ιησούν μετά πάσης ευλαβείας, ίνα αποδώσωσιν εις Αυτόν προσκύνησιν λατρείας. Δεν τον πλησιάζουσιν ως πρόσωπον οικείον, αλλ' ως Κύριον και Δεσπότην. Και ο Ιησούς επιτρέπει εις αυτάς τούτο. Ούτω και ενταύθα αι δύο αφηγήσεις, του Ματθαίου και του Ιωάννου, συμπληρούσιν απρομελετήτως αλλήλας και προϋποθέτουσιν η μια την άλλην. Εκάτερος των ευαγγελιστών διέσωσε την απεικόνισιν τμήματος τινός της όλης σκηνής. Παρατιθέμεναι δε αι δύο αύται απεικονίσεις συγκολλώνται φυσικώς προς αλλήλας και συνδέονται αρμονικώς εις θαυμασίαν συμφωνίαν.
Το αυτό παρατηρείται και εν τη αφηγήσει του Λουκά, παρουσιάζοντος τον Πέτρον μόνον τρέχοντα επί το μνημείον (κδ' 12). Διατί σπεύδει να έλθη ο Πέτρος, δεν μας λέγει ο ευαγγελιστής. Αλλ' ο Μάρκος, καίτοι δεν μνημονεύει της εις το μνημείον επισκέψεως ταύτης του Πέτρου, αναφέρει όμως, ότι ο νεανίσκος παρήγγειλεν εις τας μυροφόρους, ίνα το περί συναντήσεως του Ιησού εις την Γαλιλαίαν μήνυμα διαβιβάσωσιν ιδιαιτέρως εις τον Πέτρον («είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω»), τουθ' όπερ πλήρως εξηγεί την σπουδήν ταύτην του Πέτρου. Εάν δε προχωρήσωμεν και στίχους τινάς κατωτέρω εν τη αφηγήσει του Λουκά, εν στίχω 24 («και απήλθον τινες των συν ημίν επί το μνημείον και εύρον ούτω»), θα’ δώμεν, ότι και ο Λουκάς αρκετά εμφανώς υπαινίττεται, ότι τον Πέτρον εις την εις το μνημείον μετάβασιν ηκολούθησε τουλάχιστον και άλλος τις, τουθ’ όπερ συμφωνεί πλήρως προς την αφήγησιν του Ιωάννου, καθ' ην την εις τον τάφον επίσκεψιν εκείνην εποιήσαντο ο τε Πέτρος και ο Ιωάννης ομού.
Αφ' ετέρου μάλιστα εν ταις αφηγήσεσι του Μάρκου και του Λουκά, πάσαι αι εμφανίσεις του αναστάντος Ιησού παρουσιάζονται γενόμεναι εν συνεχεία και κατά την αυτήν ημέραν. Ρίπτοντες όμως εν βλέμμα επί των πρώτων στίχων των Πράξεων, πειθόμεθα εκείθεν πλήρως, ότι ο Λουκάς εγνώριζε καλώς τα μεταξύ των διαφόρων εμφανίσεων του αναστάντος Κυρίου παρεμπεσόντα χρονικά διαστήματα και ότι η εν τοις τελευταίοις στίχοις του Ευαγγελίου του (50-53) ιστορουμένη εμφάνισις και ανάληψις εγένετο τεσσαράκοντα όλας ημέρας μετά την πρώτην τοιαύτην την εν στίχοις 36-49 ιστορουμένην. Μακράν λοιπόν του να μαρτυρή η εν τω Ευαγγελίω του Λουκά αφήγησις άγνοιαν και σύγχυσιν των κατά τας εμφανίσεις συμβάντων, τουναντίον παρουσιάζει αφέλειαν και απλότητα, ήτις μόνον εις τους καλή τη πίστει ομιλούντας δύναται να παρατηρηθή.
Ωσαύτως εν τη περιγραφή των αισθημάτων, τα οποία εδοκίμασαν oι Απόστολοι, όταν το πρώτον εις αυτούς συνηγμένους ενεφανίσθη ο Ιησούς, παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως ελαφρά τις διαφωνία μεταξύ των ευαγγελιστών Ιωάννου και Λουκά. Διότι ο μεν Ιωάννης βέβαιοι, ότι «ε χ ά ρ η σ α ν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον», ο δε Λουκάς παρουσιάζει τούτους πτοηθέντας και εμφόβους γενομένους. Παρατιθεμένων όμως αμφοτέρων των αφηγήσεων τούτων δεν δυσκολευόμεθα να διακρίνωμεν, πως αμφότεραι συμπληρούσιν αλλήλας και περιγράφουσιν από συμφώνου ίδια εκάστη περιστατικά ενός και του αυτού συμβάντος. Ούτως ενώ ο Λουκάς περιορίζεται να μας είπη ότι οι μαθηταί εταράχθησαν και κατελήφθησαν υπό φόβου νομίσαντες ότι εθεώρουν φάντασμα τι, η λεπτομέρεια την οποίαν προσθέτει ο Ιωάννης, ότι ο Ιησούς εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων, μας διεξηγεί πλήρως το διατί οι μαθηταί τοιαύτην κατ' αρχάς εσχημάτισαν αντίληψιν και τοιούτον εδοκίμασαν αίσθημα. Επόμενον λοιπόν ήτο εν τη αρχή να ταραχθώσι. Μετά την πληροφορίαν όμως, ήτις μετεδόθη εις αυτούς, όταν ο Κύριος επέδειξεν εις αυτούς τας χείρας και τους πόδας, επόμενον ήτο να χαρώσιν. Ακριβώς δε ο Ιωάννης τότε σημειοί, ότι εχάρησαν οι μαθηταί, όταν ο Κύριος είχε δείξει προς αυτούς τας χείρας του και την πλευράν του. Ο Λουκάς αναφέρει, ότι ο Κύριος εζήτησε παρά των μαθητών βρώσιμον τι και αυτοί «επέδωκαν αυτώ ιχθύος οπτού μέρος». Τούτο ευρίσκεται εν πλήρει συμφωνία και προς την αφήγησιν του Μάρκου, κατά την οποίαν ο Κύριος εφανερώθη τοις ένδεκα «α ν α κ ε ι μ έ ν ο ι ς», ήτοι καθ' ον χρόνον ευρίσκοντο ανακεκλιμένοι περί τράπεζαν. Αλλά και ο Πέτρος, όταν διαβεβαιοί τον Κορνήλιον, ότι μετά των λοιπών συμμαθητών του συνέφαγον και συνέπιον μετά του Κυρίου μετά το αναστήναι αυτόν εκ νεκρών (Πράξ. ι’ 41), υπαινίττεται και το γεγονός τούτο.
Τέλος ως προς τας εμφανίσεις προεβλήθη ο ισχυρισμός, ότι υπάρχουσι δύο παραδόσεις ευαγγελικαί, εκ των οποίων η μεν μία τοποθετεί τας εμφανίσεις εις την Γαλιλαίαν, η δε άλλη τοποθετεί ταύτας εις τα Ιεροσόλυμα ([21]). Και η μεν πρώτη εκ των παραδόσεων τούτων διερμηνεύεται υπό του Μάρκου (ιδ' 28 και ιστ' 1-8) και του Ματθαίου (κστ' 32 και κη'), απαντώνται δ' ενδείξεις περί αυτής και παρά τω Ιωάννη (κα'), η δ' ετέρα διερμηνεύεται υπό του Λουκά (κδ', Πράξ. α' 1-9) και του Ιωάννου (κ'), χρονολογεί δε τας εμφανίσεις από της τρίτης από του θανάτου του Κυρίου ημέρας μέχρι της τεσσαρακοστής. Και ότι μεν υπάρχουσι δύο παραδόσεις, εκ των οποίων η μία μεν στρέφεται κυρίως περί τας εν Γαλιλαία εμφανίσεις, η άλλη δε περί τας εν Ιεροσολύμοις τοιαύτας, δεν δυσκολευόμεθα να αποδεχθώμεν. Αλλ' ότι αύται αποκλείουσιν αλλήλας αποδεικνύεται ασύστατον ευθύς από της πρώτης εξετάσεως των ευαγγελικών κειμένων. Πράγματι∙ εάν ο Ματθαίος και ο Μάρκος αφηγούνται τας εν Γαλιλαία αφηγήσεις, είναι όμως προφανές, ότι εγνώριζον αμφότεροι, ότι ο Ιησούς ενεφανίσθη το πρώτον εις Ιεροσόλυμα. Και το μεν κατά Μάρκον υπό την σημερινήν αυτού μορφήν συνδυάζει προδήλως τας δύο παραδόσεις, μνημονεύον της τε επισκέψεως των μυροφόρων εις τον τάφον και της εμφανίσεως του Ιησού εις την Μαγδαληνήν κατ' αυτήν την πρώτην της Αναστάσεως ημέραν καθώς και της υπό του Λουκά μαρτυρουμένης εμφανίσεως εις τους δύο μαθητάς, τους εις Εμμαούς πορευομένους και της εις τους ένδεκα. Το δε κατά Ματθαίον, εκτός του ότι ομιλεί περί της εμφανίσεως του Ιησού εις τας Μυροφόρους, υπαινίττεται και άλλην τίνα , κατά την οποίαν ώρισε το όρος της Γαλιλαίας, ένθα έλαβε χώραν η κατά τον Ματθαίον τελευταία εμφάνισις του Ιησού. Αύτη κατά την αφήγησιν του Ματθαίου εγένετο «εις την Γαλιλαίαν, εις το όρος ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς» (Ματθ. κη' 16). Αλλ' ως ορθώς παρετηρήθη υπό του Jacquier ([22]), εις ούδεν χωρίον του Ευαγγελίου του Ματθαίου, ούτε εις εκείνο, καθ' ο κατά την εσπέραν του μυστικού δείπνου είπεν εις τους μαθητάς αυτού «προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν» (Ματθ. κστ' 32), ομιλεί περί του όρους και περί παραγγελίας εις τους μαθητάς όπως μεταβώσιν εις αυτό. Πιθανώς λοιπόν εις τίνα των άλλων εμφανίσεων, περί των οποίων δεν ομιλεί, αλλά προϋποθέτει ο Ματθαίος, να εγένετο ο καθορισμός και η παραγγελία αυτή. Το τέταρτον εξ άλλου Ευαγγέλιον επιμένει μεν επί των εις Ιεροσόλυμα εμφανίσεων, δεν αγνοεί όμως και τας εν Γαλιλαία τοιαύτας, αφού ομιλεί περί της εν τη Τιβεριάδι εμφανίσεως. Παρουσιάζει λοιπόν και τούτο τας δύο παραδόσεις συνδεδυασμένας. Τέλος κατά το τρίτον Ευαγγέλιον, ως τούτο συμπληρούται και ερμηνεύεται υπό των Πράξεων, παρέχεται πλαίσιον ευρύ, εντός του οποίου δύνανται ανέτως να τοποθετηθώσι και αι εν Γαλιλαία εμφανίσεις, αφού ο Κύριος παρουσιάζεται ως «δι' ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενος εις τους μαθητάς και συναλιζόμενος» και συνιστών εις τους Απόστολους, ίνα μη χωρίζωνται από Ιεροσολύμων (Πράξ. α' 3-4), τουθ' όπερ συνυπονοεί, ότι μετά τον θάνατον του Ιησού οι μαθηταί δεν παρέμενον απαρεγκλίτως εις Ιεροσόλυμα, διότι κατά την τελευταίοι ταύτην περίπτωσιν δεν θα ήτο αναγκαίον να τονισθή ιδιαιτέρως εις αυτούς η εις Ιεροσόλυμα παραμονή.
Αι δύο λοιπόν παραδόσεις ου μόνον δεν αποκλείουσιν, αλλά τουναντίον και συμπληρούσιν αλλήλας, εύρηνται δε και συνδεδυασμέναι μετ' αλλήλων.
Δεν πρέπει άλλως τε να λησμονήται, ότι ουδεις των ευαγγελιστών παρέχει πλήρη αφήγησιν περί πασών των εμφανίσεων του αναστάντος διδασκάλου, αλλ' έκαστος αναφέρει εκείνας μόνας, αίτινες εξυπηρετούν τον σκοπόν, δι' ον συνέγραφε το Ευαγγέλιόν του. Ούτω ο Ματθαίος γράφων δια τους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς και δια τους μη πιστούς Ιουδαίους αποδεικνύει μεν την ανάστασιν αναιρών την μεταξύ των Ιουδαίων διαφημισθειςαν περί κλοπής συκοφαντίαν και τονίσας ότι είχε τεθή παρά τον τάφον φρουρά, προτιμά δε ν' αφηγηθή την εν τω όρει της Γαλιλαίας εμφάνισιν του Ιη- σού, διότι κατ' αυτήν εδόθη υπό του Ιησού εις τους Αποστόλους η εντολή ίνα μαθητεύσωσι πάντα τα έθνη. Δεν αποσκοπεί ο Ματθαίος να ομιλήση περί της εμφανίσεως ταύτης καθ' εαυτήν, διότι άλλως δεν θα ωμίλει περί ταύτης ούτω γενικώς μη κατονομάζων μηδέ το όρος όπου εσημειώθη αυτή. Ο Ματθαίος θέλει να επιθέση την αρμόζουσαν σφραγίδα εις το Ευαγγέλιον αυτού, εν τω οποίω ως σκοπόν έθετο να αποδείξη, ότι δια του Μεσσίου Ιησού η βασιλεία του θεού ήλθε και έμελλε να κηρυχθή εις όλα τα έθνη. Εάν δε αναφέρη και την εις τας μυροφόρους εμφάνισιν, πράττει τούτο ίνα επαναληφθή η προς τους Αποστόλους εντολή, όπως μεταβώσιν εις την Γαλιλαίαν.
Ο Μάρκος έγραφε δια τους Ρωμαίους και είχεν ως σκοπόν συγγραφικών ν' αποδείξη ότι ο Ιησούς ήτο υιός του θεού. Η προδηλοτέρα δ' απόδειξις τούτου ήτο η ανάστασις. Εντεύθεν ο Μάρκος σημειοί ιδιαιτέρως, ότι ο θάνατος του Ιησού εβεβαιώθη δια πληροφορίας δοθειςης υπό του κεντυρίωνος, ούτινος η μαρτυρία δια τους Ρωμαίους αναγνώστας θα παρουσιάζετο και ως μάλλον έγκυρος. Επί πλέον ενδιατρίβει υπέρ τους άλλους συνοπτικούς επί της ταφής και επί της διαπιστώσεως υπό των μυροφόρων, ότι ο τάφος ήτο κενός, ίνα επακολουθήση η περί αναστάσεως βεβαίωσις του νεανίσκου.
Ο Λουκάς έγραφε δι' Έλληνας, οι οποίοι δεν επίστευον εις ανάστασιν νεκρών. Δεν αναφέρει δια τούτο τας εις τας γυναίκας εμφανίσεις, διότι παρ' Έλλησι των γυναικών η μαρτυρία δεν ήτο έγκυρος ουδ' ελαμβάνετο υπ' όψει ενώπιον των δικαστηρίων. Επιμένει εις το ότι ο Ιησούς ενεφανίζετο εις τους μαθητάς του επί τεσσαράκοντα ημέρας. Επειδή δε οι δυσπίστως έχοντες προς την ανάστασιν Έλληνες ηδύνατο να υποθέσωσιν, ότι ο εμφανιζόμενος εις τους μαθητάς δεν ήτο ο Ιησούς αλλά φάσμα τι η ψυχή μη φέρουσα σώμα, περιγράφει την εν Ιεροσολύμοις λαβούσαν χώραν εμφάνισιν εις τους ένδεκα, καθ' ην ούτοι και δια της ψαύσεως, αλλά και δια της βρώσεως του τεμαχίου του οπτού ιχθύος επειςθησαν, ότι ο Ιησούς είχε σάρκα και οστά. Δεν αναφέρει δε ουδεμίαν των εν Γαλιλαία εμφανίσεων, διότι το γενικόν σχέδιον είναι ν' αφηγηθή την δράσιν του Κυρίου πρώτον εν Γαλιλαίοι, είτα να παρουσιάση αυτόν εις Ιεροσόλυμα πάσχοντα και ανισταμένον και ακολούθως να εμφανίση το Ευαγγέλιον αυτού από Ιεροσολύμων κομιζόμενον εις τον κόσμον ολόκληρον και εγκαθιστάμενον εν αυτή τη Ρώμη. Ότι εγνώριζε και τας εις Γαλιλαίαν εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου, δυνάμεθα να εικάσωμεν τούτο εκ του ότι ο Λουκάς ήτο μαθητής του Παύλου, ο οποίος κατά κοινήν ομολογίαν εγνώριζε την Γαλιλαϊκήν παράδοσιν. Αλλ' ο Λουκάς, εφ' όσον έφερε τον Ιησούν εις Ιεροσόλυμα, δεν θέλει να επαναφέρη αυτόν εις Γαλιλαίαν. Εντεύθεν και παραλείπει εκ των λόγων, τους οποίους ο άγγελος είπεν εις τας μυροφόρους, το παρά Μάρκω και Ματθαίω μαρτυρούμενον «προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν».
Ο Ιωάννης τέλος γράφει και αυτός προς Έλληνας. Παρουσιάζει δια τούτο την ιστορίαν της αναστάσεως καθ' όλην την εξέλιξιν αυτής. Πρωτίστως παρέχει τα πειστήρια τα πείθοντα, ότι ο Ιησούς απέθανε. Διαπιστοί ο ίδιος το κενόν του τάφου και εν ταις εμφανίσεσιν εκθέτει λεπτομερείας, εκ των οποίων βεβαιούται, ότι το σώμα του αναστάντος Κυρίου ήτο πραγματικόν και δη αυτό τούτο το επί του σταυρού.
Ούτω εσχηματίσθησαν εν ταις ευαγγελικαίς αφηγήσεσι τα διάφορα κενά και ιδιάζουσαι παρ' ενί εκάστω των ευαγγελιστών λεπτομέρειαι και διαφάραι, αι οποίαι δεν καταλήγουσιν εις αντιφάσεις η πραγματικήν ασυμφωνίαν, αλλά παρουσιάζουσι τας αφηγήσεις κεχωρισμένας και ανεξαρτήτους αλλήλων. Δεν έχομεν ενώπιον μας μάρτυρας κατά προμεμελετημένον σχέδιον και προκατηρτισμένην συμφωνίαν ομιλούντας. Έκαστος ομιλεί ανεξαρτήτως των λοιπών, χωρίς να επιζητή, όπως συμφωνήση προς τους συναδέλφους του η όπως μη φανή διαφωνών και αντιλέγων προς αυτούς. Εν άλλαις λέξεσιν οι ευαγγελισταί παρουσιάζουσιν ουχί επιτετηδευμένην τίνα συμφωνίαν, αλλά συμφωνίαν αφελεστάτην και φυσικωτάτην. «Προδήλως, λέγει ο Godet, ουδεις είχε κρατήσει πρωτόκολλον ακριβές περί παντός ό,τι είχε συμβή κατά τας μετά την ανάστασιν ημέρας. Έκαστος ευαγγελιστής ήντλησεν εκ του θησαυρού των κοινών αναμνήσεων ό,τι αυτός εθεώρει σπουδαιότερον, και ανέγραψεν ό,τι ανταπεκρίνετο καλύτερον προς τον σκοπόν του συγγράμματός του. Δεν εσκέφθη ποτέ τας αντιρρήσεις της μεταγενεστέρας κριτικής. Η απλότης είναι θυγάτηρ της καλής πίστεως»([23]).

5. Ο χαρακτήρ των εμφανίσεων του Χριστού. Το φυσικόν και ανεπιτήδευτον, αλλά και αρμονικόν συγχρόνως της συμφωνίας ταύτης καθίσταται έτι μάλλον φανερόν, εάν ηθέλομεν σπουδάσει τον χαρακτήρα των εμφανίσεων του αναστάντος Ιησού. Εις τας πρώτας εμφανίσεις του (εις τας μυροφόρους, εις τους εις Εμμαούς πορευομένους, εις τον Πέτρον, εις τους δέκα) έχει ενώπιόν του ο Χριστός καρδίας συντετριμμένας υπό το κράτος της θλίψεως, αποτεθαρρημένας τελείως, τας οποίας παρηγορεί και ενθαρρύνει. Εις τας ευθύς επομένας (εις τον θωμάν, παρά την Τιβεριάδα, εις τον Ιάκωβον, εν μέρει δε και εν τω όρει της Γαλιλαίας) στηρίζει τους μαθητάς εις τρόπον ώστε να εμμένωσιν αδιάσειστοι εις την πίστιν της αναστάσεως και αναθέτει εις αυτούς την αποστολικήν διακονίαν προσθέτων και έτερον διάσημον μέλος, τον Ιάκωβον, εις την αποστολικήν χορείαν. Τέλος δε εις τας δύο άλλας (εις το όρος της Γαλιλαίας και εις την Βηθανίαν) σκορπίζει τας ευλογίας αυτού εις τους Αποστόλους του και εις ολόκληρον την πρώτην Εκκλησίαν, ήτις ευρίσκεται συνηθροισμένη εκεί, αφίνει εις αυτούς τον τελευταίον χαιρετισμόν και τας τελευταίας παραγγελίας και επαγγελίας αυτού.
Τοιουτοτρόπως εις μεν τας πρώτας εμφανίσεις του ο Ιησούς π α ρ η γ ο ρ ε ί· εις τας ευθύς επομένας στηρίζει εις την πίστιν· εις τας τελευταίας δε προσελκύει τα βλέμματα των μαθητών εις το μέλλον και παρασκευάζει αυτούς εις το μέγα έργον, δια το οποίον τους είχε προορίσει. «Ακριβώς κατ' αυτόν τον τρόπον έπρεπεν ο Χριστός να ομιλήση και να ενεργήση, εάν πραγματικώς ενήργησε και ελάλησεν ως αναστάς», λέγει ο Godet ([24]). Ο δε Gess προσθέτει τα εξής αξιοσημείωτα: «Η πρόοδος αυτή εις τας εμφανίσεις, η τόσον σοφώς κατά βαθμούς χωρήσασα, δεν επιτρέπει να αποδώσωμεν εις τας εμφανίσεις του Ιησού αρχήν καθαρώς υποκειμενικήν. Εάν όλαι αι εμφανίσεις εξιστορούντο υπό ενός ευαγγελιστού, θα ηδύνατο τις να υπόθεση, ότι ο συγγραφεύς ομιλεί συμφώνως προς σχέδιον τόσον καλώς διατεταγμένον. Αφού όμως η βαθμιαία αυτή πρόοδος των εμφανίσεων εξάγεται εκ του συνδυασμού του πρώτου, του τρίτου και του τέταρτου Ευαγγελίου, τοιαύτη τις εξήγησις αποκλείεται» ([25]).
Ικανά ταύτα, ίνα παρουσιάσωσιν εις ημάς τας ευαγγελικάς αφηγήσεις ου μόνον επί της καλής πίστεως στηριζομένας, αλλά και προς αυτήν την πραγματικότητα πλήρως ανταποκρινομένας.

([1]) Das Wassen des Christentums, αγγλ. μεταφ. σελ. 153 και εξής.
([2]) Ο Ε. Reuss (Histoire evangelique… Le Nouveau Testament I, Paris 1876 σελ. 701), περί ου ουδείς θα εδικαιούτο να έπη ότι κρίνει μετά προκαταλήψεως, αναγνωρίζει την τοιαύτην σπουδαιότητα της μαρτυρίας του Παύλου παρατηρών παρά τας εμφανείς ορθολογιστικάς τάσεις αυτού τα εξής: «Και εάν ακόμη ουδέν εκ των ευαγγελίων μας δεν θα είχε δια την αφήγησίν του την εγγύησιν μαρτυρίας αυτού του αμέσου, θα έμενεν η μαρτυρία του Παύλου, ούτινος αι βεβαιώσεις δεν δύνανται να είναι παρά επανάληψις των βεβαιώσεων των προσώπων εκείνων, τα οποία ο Παύλος κατονομάζει εν τη μαρτυρία αυτού. Θα ηδυνάμεθα ν’ αναγνωρίσωμεν, ότι πολλά πράγματα εν τη εξιστορήσει ταύτη είναι δι’ ημάς ακατανόητα· ότι δεν θα επιτύχωμεν ποτέ να μας δοθή εξήγησις περί της φύσεως της υπάρξεως του αναστάντος Ιησού· ότι το λογικόν μας σταματά, οσάκις αποπειράται να εννοήση και να εναρμονίση τα στοιχεία των διαφόρων αφηγήσεων. Παρά ταύτα θ’ απέμενε πάντοτε το αδιαμφισβήτητον γεγονός, ότι η εκκλησία εθεμελιώθη επί του θεμελίου τούτου, ότι είναι λοιπόν, ίνα ούτω είπωμεν, μια ζώσα διαπίστωσις αυτού και κατά αλήθειαν εξήλθεν αυτή εκ του τάφου του Χριστού, μετά του οποίου κατά πάσαν πιθανότητα θα ήτο άλλως τεθαμμένη εκεί δια παντός.
([3]) Παρά Turton μν. έργ. σελ. 370.
([4]) Προβλ. F. H. Chase εν τοις Cambridge Theological Essays, London 1905 σελ. 392.
([5]) Το εν τη Δύσει γνωστόν υπό το όνομα αποστολικόν σύμβολον τοποθετείται υπό των κριτικών μεταξύ του 100-150. Ούτω ο μεν Kattenbusch, συγγραφεύς της αξιοθαύμαστον φιλοπονίαν ελεγχούσης μελέτης Das Apost. Symbolum (Leipzig 1894, 1898) ανάγει αυτό εις το 100, ο δε Harnack (εν άρθρω Apost. Symbol. εν τη Εγκυκλοπ. του Herzog) τοποθετεί τούτο εις το 150. Αμφότεροι οι συγγραφείς ούτοι φρονούσιν, ότι το σύμβολον τούτο εκομίσθη εις την ανατολήν περί το 270 και εξ’ αυτού προήλθον διάφορα ανατολικά σύμβολα, εν οις και το της Νικαίας. Ο Loofs όμως (εν άρθρω αυτού εν Gottingische Gelehrte Anzeigen του 1895) υποστηρίζει, ότι τα της Ανατολής σύμβολα τα ομοιάζοντα προς το λεγόμενον αποστολικόν είναι παράλληλα προελθόντα εκ συμβόλου τινός της Μ. Ασίας. Αξιοσημείωτον τυγχάνει, ότι εις τα σύμβολα ταύτα απαντάται κατά γενικόν κανόνα η φράσις «τη τρίτη ημέρα», εις τα πλείστα δε τούτων ως εις το της Νικαίας και η φράσις «κατά τας Γραφάς». Λεπτομέρεια τοιαύτη ως η εκφραζόμενη δια της φράσεως «τη τρίτη ημέρα» δεν συνέτρεχεν ουδείς λόγος να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί μετά τόσης επιμελείας εις πάντα τα σύμβολα, ούτε πάλιν εξηγείται η στερεότυπος επανάληψις της φράσεως «κατά τα Γραφάς» εις τα πλείστα των συμβόλων, εάν αμφότεραι αι φράσεις αύται δεν είχον αποστολικήν την προέλευσιν και δεν προήρχοντο εκ του αρχεγόνου και παλαιοτάτου συμβόλου.
([6]) Η αξία της μαρτυρίας του Παύλου δεν δύναται να μειωθή, εάν το όλον τούτο τεμάχιον της Α’ προς Κορινθίους προσλαμβάνη χαρακτήρα θεολογικόν. Πλεισταχού ο Παύλος δεν ποιείται διάκρισιν των στοιχείων απολογητικής, στηριζομένης επί ιστορικών τεκμηρίων, και θεολογίας. Όπως δε δεν θα ηδύνατο τις ν’ αμφισβήτηση την μαρτυρίαν του Παύλου περί του θανάτου του Χριστού, επί τω λόγω ότι παρουσιάζεται ο θάνατος ούτος υπό του Παύλου ως απολυτρωτικός, ούτω δεν δύναται να προσβάλη και την περί αναστάσεως μαρτυρίαν, επειδή παρουσιάζει ταύτην ο Παύλος ως εγγύησιν και προοίμιον της αναστάσεως πάντων ημών.
([7]) Resurrection and Ascension Narratives εν Ε. Β. Του T. Cheyne IV στήλη 4086.
([8]) Dogme et Critique, Paris 1907 σελ. 224.
([9]) E. Renan, Histore du people d’ Israel τόμ V. Paris 1891 σελ. 421.
([10]) Εις την εν τω όρει της Γαλιλαίας σημειωθείσαν εμφάνισιν του Ιησού φαίνεται, ότι εκτός των αποστόλων ήσαν και άλλοι παρόντες. Διότι ο Ματθαίος ομιλών περί των αισθημάτων των μαθητών κατά την ώραν της εμφανίσεως λέγει «οι δε εδίστασαν». Ο δισταγμός ούτος εξηγείται φυσικώτατα, εάν ληφθεί ως δεδομένον, ότι ο κύκλος των μαθητών κατά την στιγμήν εκείνην ήτο πολυπληθής. Φυσικόν ήτο οι απώτερον και ουχί εγγύς προς τον εμφανιζόμενον διδάσκαλον ευρισκόμενοι να διστάσωσιν περί του αν ήτο αυτός. Υπερπεντακόσιοι άνθρωποι συνωθούμενοι περί πρόσωπόν τι δεν βλέπουσιν αυτό εξ ίσου πάντες. ‒ Έπειτα το ότι ως τόπος κατάλληλος δια την εμφάνισιν ταύτην εξελέγη το όρος της Γαλιλαίας, συνηγορεί και τούτο υπέρ της παραδοχής, ότι περισσότεροι των ένδεκα ευρίσκοντο εκεί. Εάν επρόκειτο μόνον δια τους ένδεκα, τόπος κατάλληλος δια την εμφάνισιν ηδύνατο να είναι ο στενός χώρος ενός δωματίου. ‒ Εις ταύτα δέον να προστεθή και το γεγονός, ότι εν τη Γαλιλαία, όπου εσημειώθη η εμφάνισις αύτη, πλείστοι υπήρξαν οι απ’ αρχής ενωτισθέντες μετ’ ένθουσιασμού των ρημάτων του διδασκάλου. Εκεί ο Ιησούς είχε πολύ περισσότερους οπαδούς ή όσους εν Ιεροσολύμοις. Δι’ αυτό τούτο παρεσκευάσθη η εμφάνισις αύτη εν τω όρει της Γαλιλαίας, ίνα παρίστανται εν αυτή και πάντες οι εκ Γαλιλαίας πιστοί (Turton μν. εργ. σελ. 371 και Godet, La resurrection de Jesus- Christ σελ. 9).
([11]) Ο Παύλος εν τη Α’ προς Κορινθίους δεν ομιλεί ως ιστορικός. Έγραφεν, ίνα αποδείξη την διδασκαλίαν της καθολικής αναστάσεως και το γεγονός της αναστάσεως του Χριστού αποτελεί εν εκ των επιχειρημάτων του. Την έκθεσιν λοιπόν των κατά την ανάστασιν του Κυρίου συνέστειλεν εις ότι ήτο αναγκαίον και επαρκές δια την απόδειξίν του. Η εν Α’ προς Κορινθίους μαρτυρία του δε είναι ούτω διατετυπωμένη, ώστε δεν αποκλείει την ύπαρξιν και άλλων εμφανίσεων του αναστάντος Κυρίου εκτός των μνημονευομένων υπ’ αυτού. Πράγματι, ως ορθώς παρατηρεί ο F. H. Chase (ενθ’ ανωτ. σελ. 396), το «έπειτα» εν τω χωρίω της Α’ προς Κορινθίους («ώφθη Κηφά, ε ί τ α τοις δώδεκα· έ π ε ι τ α ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ… έ π ε ι τ α ώφθη Ιακώβω…») σημείοι την τάξιν των εμφανίσεων, δεν αποκλείει όμως την ύπαρξιν και άλλων εμφανίσεων κατά τα παρεμπίπτοντα μεταξύ των μνημονευομένων εμφανίσεων διαστήματα. Τούτο αναγνωρίζεται και υπ’ αυτού του Loisy ομολογούντος, ότι ο απόστολος προτίθεται «να δηλώση τας κ υ ρ ί α ς εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού» (Les Evangiles synoptiques II σελ. 738). Ο Παύλος απαριθμεί μόνον τας εμφανίσεις εκείνας, αι οποίαι είχον εκλεγή ειδικώς, ίνα είναι μαρτυρία περί της αναστάσεως, επειδή τούτων θα ηδύνατο υπέρ πάσαν άλλην να γίνη επίκλησις δημοσία. Η εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, η εις τας μυροφόρους και η εις Εμμαούς δεν μνημονεύονται, διότι εκτός του ότι η μαρτυρία των γυναικών εν τω εθνικώ κόσμω δεν ελαμβάνετο σοβαρώς υπ’ όψει, αλλά και οι εις ους εγένοντο αι εμφανίσεις αύται δεν διεκρίνοντο ως αρχηγοί ή γνωστοί κήρυκες εν τη πρώτη χριστιανική γενεά.
([12]) L. de Grandmaison ένθ’ ανωτ. 1488.
([13]) Die Auferstehung Christi, Tühingen 1905 σελ. 14.
([14]) L. de Grandmaison ένθ’ αν.
([15]) DA 1489.
([16]) Ιδού πώς το κατά Πέτρον απόκρυφον ευαγγέλιον αφηγείται τα κατά την ανάστασιν του Ιησού (ε’ 35-45): «Τη δε νυκτί η επέφωσκεν η Κυριακή, φυλασσόντων των στρατιωτών ανά δυο-δυο κατά φρουράν, μεγάλη φωνή εγένετο εν τω ουρανώ και είδον ανοιχθέντας τους ουρανούς και δύο άνδρας κατελθόντας εκείθεν πολύ φέγγος έχοντας και εγγίσαντας τω τάφω. Ο δε λίθος εκείνος ο βεβλημένος επί τη θύρα αφ’ εαυτού κυλισθείς απεχώρησε παρά μέρος και ο τάφος ηνοίγη και αμφότεροι οι νεανίσκοι εισήλθον. Ιδόντες ουν οι στρατιώτσι εκείνοι εξύπνησαν τον κεντυρίωνα και τους πρεσβυτέρους· παρήσαν γαρ και αυτοί φυλάσσοντες. Και εξηγουμένων αυτών α είδον πάλιν ορώσιν εξελθόντας από του τάφου τρεις άνδρας, και τους δύο τον ένα υπορθούντας και σταυρόν ακολουθούντα αυτοίς, και των μεν δύο την κεφαλήν χωρούσαν μέχρι του ουρανού, του δε χειραγωγουμένου υπ’ αυτών υπερβαίνουσαν τους ουρανούς. Και φωνής ήκουον εκ των ουρανών λεγούσης· Εκήρυξαν τοις κοιμωμένοις· και υπακοή ηκούετο από του σταυρού, το Ναι. Συνεσκέπτοντο ουν αλλήλοις εκείνοι απελθείν και εμφανίσαι ταύτα τω Πιλάτω. Και έτι διανοουμένων αυτών φαίνονται πάλιν ανοιχθέντες οι ουρανοί και άνθρωπος τις κατελθών και εισελθών εις το μνήμα. Ταύτα ιδόντες οι περί τον κεντυρίωνα νυκτός έσπευσαν προς Πιλάτον». (Έκδοσις O. von Gebhadt, Leipzig 1893 σελ. 45-46).
([17]) Resurrection… narratives εν Encyclopaidia Biblica του Cheyne et Black τόμ. IV στηλ. 4047.
([18]) Jacquier - Bourchany ένθ’ ανωτ. σελ. 37.
([19]) Ένθ’ ανωτ. σελ. 41 (La resurrection de Jésus - Christ. Les miracles evangeliques, Jacquier- Bourchany, Paris 1911).
([20]) Commentaire sur l’ evangile de sain Jean έκδ. γ’ τόμ. III σελ. 634.
([21]) Εις την οξείαν διάκρισιν των δύο τούτων παραδόσεων προσέφυγον οι αρνηταί της αναστάσεως του Κυρίου, ίνα εξηγήσωσι πιθανοφανέστερον, πως προήλθεν ο περί της αναστάσεως μύθος. Η εν Ιεροσολύμοις ταφή του Κυρίου καθίστα δύσκολον την παραπλάνισην της φαντασίας των μαθητών, εφ’ όσον διέμενον εν τη πόλει ταύτη, διότι ήτο ευέλεγκτος η πλάνη αυτών, ευθύς ως θ’ αντίκρυζον ούτοι τον τάφον του Κυρίου. Ως εκ τούτου υπεστηρίχθη εξ ενός μεν, ότι αι περί ταφής του Κυρίου υπό του Ιωσήφ και Νικοδήμου και περί επισκέψεως του τάφου αυτού υπό των μυροφόρων, καθώς και αι περί κενού τάφου αφηγήσεις των ευαγγελιστών είναι μύθοι, ούτω δ’ εκλαμβάνουσιν αυτάς οι Schmiedel (Encyclop. Biblica εν αρθ. Resurrection… τόμ. IV στήλη 4066 και εξής), Α. Meyer (Die Auferstehung Christi σελ. 117 και εξής) και ο Loisy (Jesus et la tradition evangelique Paris 1910 σελ. 205) εξ’ ετέρου δε, ότι αι εμφανίσεις του Ιησού εσημειώθησαν εν Γαλιλαία μόνον, κατά χρόνον ακαθόριστον μετά τον θάνατον αυτού. Πρώτος ο Πέτρος είδεν ημέραν τινά περί τας πρώτας αυγάς ταύτης τον διδάσκαλόν του, καθ’ ον χρόνον ηλίευεν επί της λίμνης της Τιβεριάδος. Ο Πέτρος, όστις ήτο οπτασιαστής, έσχεν ίσως επανειλημμένας οπτασίας του Ιησού και μετέδωκε την περί αναστάσεως του Ιησού σχηματισθείσαν ούτω πίστιν του και εις τους ένδεκα. Της πρώτης ωθήσεως δοθείσης, η πίστης αύτη ηύξησεν υπ’ αυτής της ανάγκης, την οποίαν ησθάνοντο οι μαθηταί να ενισχυθώσιν εν αυτή. Υποβλεφθέντες δ’ ούτω υπό του Πέτρου και οι ένδεκα επίστευσαν, ότι είδον και αυτοί τον Ιησούν και επανήλθον εις τα Ιεροσόλυμα μετά τινα χρόνον, ίνα αναγγέλωσι την ανάστασιν του Διδασκάλου των. Τοιούτον υπήρξε το πρώτον στάδιον της μορφώσεως της περί αναστάσεως του Ιησού παραδόσεως. Αλλά μετ’ ολίγον υπό την επίδρασιν της πολεμικής προς τους Ιουδαίους, τους αμφισβητούντας την ανάστασιν, αλλά και της φαντασίας του πλήθους των πρώτων χριστιανών ανεπτύχθη διαμορφωθείσης και της Ιεροσολυμιτικής παραδόσεως, η οποία ομιλεί περί ταφής του Ιησού εις ίδιον μνημείον, περί ανευρέσεως του μνημείου τούτου κενού, περί επισκέψεως αυτού υπό των μυροφόρων, περί εμφανίσεως αγγέλων βεβαιούντων, ότι ο Ιησούς ανέστη, περί εμφανίσεως του αναστάντος κατ’ αυτήν την πρώτην ημέραν της αναστάσεως εις τας μυροφόρους και εις τους ένδεκα, περί προσκλήσεως των τελευταίων τούτων υπ’ αυτού, όπως ψαύσωσι τας χείρας του και την πλευράν του κλπ. Πάσαι αύται αι διηγήσεις δημιουργηθείσαι κατά διαφόρους εποχάς προς σκοπούς απολογητικούς είναι κατά τους τοιαύτα διατεινομένους ορδολογιστάς άνευ βάσεως ιστορικής και επενοήθησαν ινα δι’ αυτών στηριχθή επί μάλλον η πίστις εις την ανάστασιν του Ιησού. Αγνοούνται δε και υπό του Παύλου, ο οποίος ούτε τας εμφανίσεις εις τας μυροφόρους γνωρίζει, ούτε περί κενού τάφου και περί φρουράς τεθείσης εν αυτώ ομιλεί, αλλά μόνον περί των εν Γαλιλαία εμφανίσεων εις τον Πέτρον και εις τους λοιπούς αποστόλους και μαθητάς μαρτυρεί. Εις τους ασυστάτους τούτους ισχυρισμούς δίδεται μεν ανωτέρω η απάντησις, θα δοθή δε και κατωτέρω, και μόνον ως προς τον τελευταίον τούτον, τον αφορώντα εις τον Παύλον Ισχυρισμόν, θα ηρκούμεθα να σημειώσωμεν την ομολογίαν του Loisy, καθ’ ην «καίτοι ο Παύλος δεν δεικνύει ούτε τον τόπον ούτε τον χρόνον των εμφανίσεων, παρέχει επαρκώς να εννοήσει τις ότι εγένοντο αύταις εις μέρη διάφορα και κατά ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα, μάλλον ή ήττον άνισα και μεμακρυσμένα» (Les Evangiles synoptiques II σελ. 739). Αλλ’ εάν αι εμφανίσεις του Ιησού εγένοντο και κατά τον Loisy εις διάφορα μέρη, διατί εκ των μερών τούτων θ’ αποκλείσωμεν τα Ιεροσόλυμα; Άλλως τε και ο Παύλος, μολονότι δεν καθορίζει τον τόπον των εμφανίσεων του Ιησού, φαίνεται, ότι δεν αγνοεί και τας εν Ιεροσολύμοις εμφανίσεις. Η εις τον Σίμωνα Πέτρον και τους ένδεκα εμφανίσεις είναι αι αυταί περί των οποίων ομιλεί ο Λουκάς, ενώ η εις τους πεντακοσίους φαίνεται να είναι η εις το όρος της Γαλιλαίας. Ο Παύλος λοιπόν είναι, όπως και ο Ιωάννης, αντιπρόσωπος αμφοτέρων των παραδόσεων.
([22]) Jncquier - Bourchany ένθ ανωτ. σελ. 116.
([23]) Gorlet, Commentaire sur l’ Evangile de Saint Jean 3erne edition t. II p. 655.
([24]) ένθ’ ανωτ.
([25]) Gess, Christi Zeugniss I σελ. 193-194. πρβλ. και Ε. Beuss, Histoire evangelique § 118.

Β) Η αξιοπιστία των μαρτύρων της Αναστάσεως.

Μολονότι δι’ όσων είπομεν αι περί της αναστάσεως μαρτυρίαι παρουσιάζονται ανώτεραι πάσης υπονοίας και αδιάσειστοι εις κύρος ιστορικόν και εις αυθεντίαν γνησιότητος, δεν θεωρούμεν περιττόν να εξετάσωμεν και τας αντιρρήσεις, τας οποίας εκάστοτε προέβαλον οι πολέμιοι του ιστορικού γεγονότος της αναστάσεως, παρέχοντες ούτω την ευκαιρίαν εις τον φίλον· αναγνώστην, ίνα κρίνη μόνος περί του ποία πλάστιγξ κρατεί της αληθείας το άσταθμον βάρος.

Δύο τίνα  ενδέχεται να συμβαίνουν, καθ’ ην περίπτωσιν η μαρτυρία περί της αναστάσεως δεν είναι κατά πάντα αληθής. Οι μάρτυρες της αναστάσεως ή από σκοπού και εκ προ μελέτης λαλούσι το ψεύδος, οπότε δεν είναι παρά ελεεινοί ψεύσται, ανάξιοι όχι μόνον της εμπιστοσύνης μας, αλλά και οιασδήποτε δικαιολογίας ή επιεικείας· ή απεπλανήθησαν και αυτοί, εν χρηστώ δε συνειδότι πλέον λαλούσι περί εκείνου, το οποίον υποκειμενικώς μεν, όσον αφορά εις αυτούς, είναι αληθές, αντικειμενικώς όμως δεν είναι πραγματικόν. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν είναι μεν ανάξιοι της εμπιστοσύνης μας, συγχρόνως όμως δεν παύουσι να είναι άξιοι των συμπαθειών μας, αυτού ακόμη του θαυμασμού μας. Εάν επλανήθησαν, η πολιτεία των όμως υπήρξε πολιτεία ανθρώπων ευσυνειδήτων.

Ας εξετάσωμεν τας υποθέσεις ταύτας και ας ίδωμεν κατά πόσον εκάστη εξ αυτών δύναται να στηριχθή επί βάσεως βεβαίας η έστω και πιθανής.

α) Οι μάρτυρες της Αναστάσεως δεν είναι ψεύσται.

Την πρώτην εκ των ανωτέρω υποθέσεων υιοθέτησαν πρώτοι οι Ιουδαίοι, οίτινες κατά τον Ματθαίον έπεισαν τους εις τον τάφον του Ιησού φρουρήσαντας στρατιώτας να είπωσιν, ότι «οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων» (Ματθ. κη' 13). Εκ των νεωτέρων ο Reimarus (εις τα Wolfenbuetteler Fragmente eines ungenanntenn), μολονότι αναγνωρίζει, ότι η υπό των μαθητών κλοπή του σώματος του Ιησού είναι όλως απίθανος ([1]), εν τούτοις διατείνεται, ότι οι μαθηταί επενόησαν τον μύθον της αναστάσεως δια να αναστηλώσωσι το οικοδόμημα των ελπίδων αυτών, τας οποίας έβλεπον κατερειπουμένας δια του θανάτου του Διδασκάλου των. Κατά τους μετέπειτα χρόνους η υπόθεσις αυτή παρουσιάσθη υπό διαφόρους μορφάς. Ούτω η υπεξαίρεσις του σώματος του Ιησού υπό μεν του Renan απεδόθη εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, υπό δε των Oskar Holtzmann ([2]), Η. Holtzmann ([3]) και W. Heitmuller ([4]) εις τον Ιωσήφ τον από Aριμαθαίας, συγκατατεθέντα μεν όπως προσωρινώς τοποθετηθή εν τω οικογενειακώ του τάφω το σώμα του Ιησού, αλλά μη θελήσαντα εν τέλει να τηρηθή εκεί διαπαντός το πτώμα ενός κατάδικου ή και επιζητήσαντα να ασφαλίση αυτό κατά πάσης βεδηλώσεως, δι’ ο και εφρόντισεν όπως μεταφερθή τούτο εις Αριμαθαίαν· και υπό του Α. Reville ([5]) εις τούς Ιουδαίους ή εις τους ανθρώπους του συνεδρίου επί τω σκοπώ όπως προληφθή να καταστή ο τάφος τόπος προσκυνήματος υπό των μαθητών και άλλων θιασωτών του Ιησού.

Αλλ’ η περί κλοπής ή υπεξαιρέσεως του σώματος θεωρία ουδ' ως αξία συζητήσεως υπόθεσις δύναται να θεωρηθή, ως άλλως τε εμφαίνεται εκ του ότι και αυτοί οι ριζοσπαστικώτεροι των νεωτέρων ορθολογιστών απεκήρυξαν ταύτην ([6]). Θα ηδύνατο εν τούτοις να παρατηρηθή κατά της υποθέσεως ταύτης, ότι:

1) Εμπεριέχει αντίφασιν.

Αφού οι στρατιώται εκοιμώντο, πώς θα ήτο δυνατόν να χρηματίσωσι μάρτυρες αξιόπιστοι, αφού ούτε είδον, ούτε ήκουσαν, ούτε άλλως πως δια των αδρανουσών υπό το κράτος του ύπνου αισθήσεων αυτών αντελήφθησαν, τι συνέβη δια να κενωθή ο τάφος; ([7]).

2) Aπoκηρύττεται από την στάσιν των αρχόντων.

Αληθώς, ούτε η φρουρά του τάφου εισήχθη εις δίκην, μολονότι οι Ρωμαϊκοί νόμοι ετιμώρουν αυστηρώς τους παραμελούντας το καθήκον αυτών φύλακας (Πράξ. ιβ' 19), ούτε κατά των μαθητών εστήθη ποτέ επισήμως κατηγορία τις, ότι διαρρήξαντες τας επί του τάφου σφραγίδας έκλεψαν το σώμα του φρουρούμενου νεκρού.

Το επιχείρημα τούτο προσλαμβάνει ιδιάζουσαν σοβαρότητα κατά της υποθέσεως, ότι η κλοπή διενηργήθη υπό ανθρώπων του συνεδρίου, ως υπεστήριξεν ο Reville. Πράγματι, καθώς παρατηρεί ο V. Rose ([8]), όταν οι Απόστολοι εκήρυττον δημοσία την ανάστασιν, ήτο όλως απίθανον, ότι τα μέλη του συνεδρίου θα εσίγων και δεν θα έσπευδον να διαψεύσωσι τους Απόστολους επιδεικνύοντες το υπό την κατοχήν των πτώμα του Ιησού. «Είναι κατανοητόν, ερωτά ο Rose, ότι έναντι του κηρύγματος τούτου του μοναδικού περί της αναστάσεως ανθρώπου, τον οποίον ηθέλησαν να εξοντώσωσι σταυρούντες αυτόν, οι άρχοντες αυτοί οι μοχθηροί και γεμάτοι από περιφρόνησιν δια τον Ιησούν θα έμενον σιωπηλοί και αδρανείς; Το πειστήριον ήτο εις τας χείρας των· ηδύναντο να καταρρίψωσι δια μιάς μόνης χειρονομίας, δι' ενός λόγου, την νέαν πίστιν, της οποίας αι ραγδαίαι πρόοδοι ανησύχουν αυτούς και αφού εφόνευσαν τον προφήτην να καταρρίψωσιν εις ερείπια το έργον του διαπαντός. Εάν τα μέλη του συνεδρίου εσιώπησαν, εάν δεν αντέταξαν την παταγώδη ταύτην διάψευσιν, έπραξαν τούτο, διότι δεν ήσαν εις θέσιν να παράσχωσιν αυτην» ([9]).

3) Καθίσταται απίθανος ένεκα του δυσκόλου της κλοπής.

Αυτός ο Reimarus ερωτά ([10]), πού θα εύρισκον το θάρρος οι μαθηταί του Ιησού δια να ενεργήσωσι τοιαύτην κλοπήν, μάλιστα κατά τας ημέρας του Πάσχα, καθ’ ας η πόλις και τα πέριξ αυτής κατεπλημμυρούντο από προσκυνητάς ([11]), των οποίων ο αριθμός υπερέβαινε κατά πολύ τα δύο εκατομμύρια; Εν μέσω τοιαύτης ανθρωποπλημμύρας πώς θα καθίστατο δυνατόν να τηρηθή μυστική η μεταφορά ενός νεκρού;

4) Εκρίθη υπό των συγχρόνων ανάξιος προσοχής.

Ο Ματθαίος αναγράφων την συκοφαντικήν μαρτυρίαν των φυλάκων του τάφου προσθέτει, ότι «διεφημίσθη ο λόγος ούτος παρ' Ιουδαίοις μ έ χ ρ ι   τ η ς   σ ή μ ε ρ ο ν» (Ματθ. κη' 15). Τοσούτον διεοπάρη η φήμη αυτή, ώστε μετά τριάκοντα ολόκληρα έτη από του θανάτου του Ιησού, οπότε συνεγράφη το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ο λόγος ούτος εξακολουθεί να διαφημίζεται. Και όμως κατέστη αδύνατον να κατισχύση και να γίνη πιστευτός. Εις αυτά τα Ιεροσόλυμα ολίγας μόλις μετά την σταύρωσιν εβδομάδας θεμελιούται η πρώτη εκκλησία αριθμούσα ολοκλήρους χιλιάδας μελών. Είκοσι δε μόλις έτη ύστερον ο Παύλος γράφει επιστολάς προς εκκλησίας εγκαθιδρυμένας εις αυτά τα επισημότερα κέντρα του τότε γνωστού κόσμου, εις την Κόρινθον και εις την Ρώμην. Εις τας πόλεις αυτάς ήνθει τότε ο αρχαίος πολιτισμός και το περί αναστάσεως κήρυγμα δεν ήτο δυνατόν να γίνη δεκτόν ανεξετάστως. Πάντως θα ευρίσκοντο πλείστοι, οίτινες θα εξήταζον μετ' επιμελείας την μαρτυρίαν του αποστολικού κηρύγματος, ήτις άλλως τε αφεώρα εις γεγονός υπερφυσικόν, ανθρωπίνως αδύνατον, άρα δε και ήκιστα πιθανόν. Και δεν ήτο λοιπόν δυνατόν οι απατεώνες να διαφύγωσι την έρευναν και εξέτασιν ταύτην, και να μη αποκαλυφθώσι δι’ αυτής. Παρά ταύτα εις τα κέντρα αυτά του τότε πεπολιτισμένου κόσμου, οι αποδεχθέντες το περί αναστάσεως κήρυγμα δεν παρουσιάζονται απλώς πολυάριθμοι, αλλά και πεπαιδευμένοι πολλοί εξ αυτών. Προ παντός η προς Ρωμαίους επιστολή δια του βαθέος περιεχομένου αυτής μαρτυρεί περί του ότι οι εν Ρώμη Χριστιανοί υπήρχον ουκ ολίγον ανεπτυγμένοι.

5) Καταρρίπτεται από το άσκοπον του μύθου της Αναστάσεως.

Αληθώς από τον μύθον της Αναστάσεως δεν θα περιέμενον τίποτε να κερδήσουν οι μαθηταί του Ιησού. Ήσαν μια δράξ ανθρώπων τόσον λιποψύχων, ώστε δεν είχον το σθένος να προλάβωσι τον σταυρικόν θάνατον του Διδασκάλου. Πώς λοιπόν τώρα θα επερίμεναν να πείσωσιν ολόκληρον τον κόσμον οι ολίγοι αυτοί περί του ότι ο Διδάσκαλος ανέστη; Προς τί να επιβιβασθώσιν επί μιας τοιαύτης εύθραυστου και απέλπιδος σχεδίας; ([12]).

6) Δεν εξηγεί την ψυχολογικήν μεταβολήν των Αποστολών.

Και ομολογουμένως· πώς οι τέως έμφοβοι  Απόστολοι, οι διασκορπισθέντες επί τη εμφανίσει της σπείρας, οι συγκεκλεισμένοι εν τω οίκω αυτών   δ ι α      τ ο ν

φ ό β ο ν      τ ω ν      Ι ο υ δ α ί ω ν,   πώς δια μιας γίνονται γενναίοι και ατρόμητοι ενώπιον του λυσσώδους εκείνου όχλου των Ιουδαίων; Πώς αψηφούσι πάντα κίνδυνον και είναι έτοιμοι τα πάντα να υπομείνωσι δι' εκείνον, τον οποίον ζώντα ακόμη είχον αρνηθή; Πώς ο Ιάκωβος και ο Ιούδας, οι λεγόμενοι αδελφοί του Κυρίου, καθ’ ον χρόνον έζη ο Ιησούς, αρνούνται να πιστεύσωσιν εις αυτόν (Ιωαν. ζ' 6), τώρα δε, οπότε απέθανε, μεταβάλλονται εις ενθουσιώδεις κήρυκας της πίστεώς του; Αναμφιβόλως εσημειώθη εξαίσιον τι και θαυμάσιον γεγονός, ικανόν να συντελέση την αιφνιδίαν ταύτην και όλως απροσδόκητον μεταβολήν και αλλοίωσιν εις τα αισθήματα και τας ψυχικάς διαθέσεις των μαθητών, και το γεγονός τούτο είναι η ανάστασις του Ιησού.

7) Δεν συμβιβάζεται προς την αυταπάρνησιν τών Αποστόλων.

Ότι οι κήρυκες της αναστάσεως ήσαν εκτεθειμένοι εις πλείστους κινδύνους και εις δεινά και εις διωγμούς, είναι εκτός πάσης αμφισβητήσεως. Ο Παύλος απαριθμεί τα δεινά  ταύτα επανειλημμένως εν ταις επιστολαίς του (Β' Κορινθ. ια' 23-27. Ρωμ. η' 35. Α' Κορινθ. δ' 9-13. Γαλάτ. α' 13 και στ' 17) και διακηρύττει περί εαυτού και των λοιπών συναδέλφων του, ότι θέατρον εγεγόνεισαν τω κόσμω, πάντων περίψημα εως άρτι. Αλλά και αι Πράξεις των Αποστόλων ουχί άπαξ παρουσιάζουσι τους Αποστόλους απειλούμενους και φυλακιζομένους και διωκομένους και κινδυνεύοντας. Πώς θα εξηγείτο η αυταπάρνησις και η αυτοθυσία των Αποστόλων, εάν το κήρυγμα της αναστάσεως ήτο μύθος επινοηθείς υπ’ αυτών; Αυτοθυσίαν και αυταπάρνησιν μόνον δια τας πεποιθήσεις αυτού είναι δυνατόν να επιδείξη τις. Οι μαθηταί έχουσιν απόλυτον πεποίθησιν, ότι ο διδάσκαλος ανέστη. Δεν αμφιβάλλουσι περί αυτού. Είναι ειλικρινείς και ευσυνείδητοι. Διότι άλλως θα ήτο αδύνατον να επιδείξωσι τόσον ηρωισμόν και τόσην αυταπάρνησιν. Ο Baur και ο Strauss, οι διαβόητοι ούτοι αρνηταί της Αναστάσεως, αναγνωρίζουσι τούτο. «Η ιστορία οφείλει να σημειώση, λέγει ο πρώτος, ότι δια την πίστιν των μαθητών η Ανάστασις του Ιησού Χριστού ήτο αλήθεια βέβαια και αδιάσειστος, Εις την πίστιν αυτήν ο Χριστιανισμός εύρε βάσιν στερεάν δι' όλην αυτού την Ιστορικήν εξέλιξιν» ([13]), «Ο ιστορικός οφείλει να αναγνωρίση, λέγει ο δεύτερος, ότι οι μαθηταί επίστευον αδιστάκτως ότι ο Ιησούς ανέστη και τούτο αρκεί τελείως να εξηγήση ό,τι έκαμαν και ειργάσθησαν ως Απόστολοι... Ότι ο απόστολος Παύλος ήκουσεν εκ του στόματος του Πέτρου, του Ιακώβου και άλλων ακόμη, ότι ενεφανίσθη εις αυτούς και ότι όλοι εκείνοι, καθώς και οι πεντακόσιοι αδελφοί υπήρξαν πλήρως πεπεισμένοι, ότι είχον ιδεί ζώντα τον Ιησούν, όστις είχεν αποθάνει, δεν προτιθέμεθα να το αρνηθώμεν» ([14]).

8) Δεν συμβιβάζεται προς την προφανή ειλικρίνειαν και αγιότητα των Αποστόλων.

Τον ευθύν και τίμιον μάρτυρα δεν είναι δύσκολον να διακρίνωμεν από του ανειλικρινούς και δολίου. Η ανθρώπινη ψυχή, ήτις επλάσθη δια την αλήθειαν, κατέχει και ιδιαιτέραν τινά  αίσθησιν, δι' ης ουχί δυσκόλως διακρίνει τον μάρτυρα του ψεύδους από της αληθείας τον κήρυκα. Οι μάρτυρες λοιπόν της αναστάσεως, καθώς και οι κήρυκες του χυδαίου ψεύδους, το οποίον εχάλκευσαν οι γραμματείς και οι Αρχιερείς, εκρίθησαν από τους συγχρόνους. Συνέπεια δε της κρίσεως ταύτης υπήρξε να αναγνωρισθώσιν οι Απόστολοι ως ευθείς, ως ειλικρινείς, ως άγιοι άνδρες.

Φίλε αναγνώστα, δεν είναι δύσκολον και συ να σχηματίσης πεποίθησιν εξ ιδίας αντιλήψεως περί του χαρακτήρος των ανδρών τούτων, οίτινες εχρημάτισαν μάρτυρες της Αναστάσεως. Δεν είναι ανάγκη να ίδης αυτούς. Αρκεί να ανοίξης τα συγγράμματά των· αρκεί να αναγνώσης ολίγας γραμμάς από τας επιστολάς, τας οποίας έγραψαν ο Ιάκωβος, ο Πέτρος, ο Ιωάννης. Την θείαν πνοήν της αρετής των θα αντιληφθής παρευθύς και θα αισθανθής σεαυτόν εισαγόμενον δια της αναγνώσεως ταύτης εις σφαίραν τίνα  ειλικρινείας και αγιότητος, από την οποίαν είναι αποκεκλεισμένη πάσα πανουργία και πας δόλος.

9) Αποκλείεται τελείως υπό της μαρτυρίας του Παύλου.

Η υπόνοια περί δολιότητος των Αποστόλων συντρίβεται κυριολεκτικώς, ευθύς ως ήθελεν αντικρύσει την μεγάλην φυσιογνωμίαν του Παύλου. Ποίος δεν αισθάνεται την υποχρέωσιν να αναγνωρίση την απόλυτον ειλικρίνειαν του μάρτυρος τούτου; Ουδείς απολύτως προηγούμενος δεσμός συνέδεεν αυτόν προς τον Εσταυρωμένον. Τουναντίον δε εν τω ου κατ' επίγνωσιν ζήλω του κατεδίωκε σφοδρώς τους οπαδούς αυτού. Προς τι λοιπόν να μας δολιευθή και ο μάρτυς ούτος; Το να κηρύττη ο Παύλος την ανάστασιν του Χριστού ισοδυναμεί προς το να καταδικάζη όλην την προγενεστέραν διαγωγήν του και προς το να απαρνηθή όλας τας τιμάς και την εν τω Ιουδαισμώ επιρροήν του, τα οποία η παίδευσίς του, η καταγωγή του, η ανατροφή του υπισχνούντο εις αυτόν. Και μόνον λοιπόν η εις Χριστόν επιστροφή ενός τοιούτου μάρτυρος, μόνη η μεταστροφή του Σαύλου εις Παύλον είναι αρκετή απόδειξις της αναστάσεως του Ιησού Χριστού ([15]). Μία τοιαύτη μεταστροφή δεν είναι δυνατόν να εξηγηθή φυσικώς. Αυτός ο πρώτος εισηγητής της φυσικής εξηγήσεως της επιστροφής του Παύλου, όστις δια να στηρίξη την εξήγησίν του ταύτην εζήτησε να παρουσιάση τον Παύλον ως φύσιν επιληπτικήν, ο Baur, εις τα τέλη της ζωής του ανεγνώρισε την πλάνην του και δεν εδυσκολεύθη να προβή εις την εξής ομολογίαν: «Δεν δυνάμεθα να ίδωμεν άλλο τι εν τη επιστροφή του Παύλου παρά εν θαύμα· ουδεμία ανάλυσις διαλεκτική η ψυχολογική δεν δύναται να διαλευκάνη το εσωτερικόν μυστήριον της πράξεως ταύτης» ([16]). Και εάν λοιπόν η επιστροφή του Παύλου αποτελή θαύμα, το θαύμα τούτο δεν δύναται άλλως να εξηγηθή παρά μόνον δια του θαύματος της αναστάσεως.

Τοιουτοτρόπως η πρώτη εκ των δύο υποθέσεων, δια των οποίων θα ηδύνατο να προσβληθή το κύρος της αναστάσεως, απεδείχθη όλως αβάσιμος. Απομένει ήδη η δευτέρα, καθ' ην οι μαθηταί απεπλανήθησαν και εδίδαξαν ως αληθές, εν χρηστώ συνειδότι πάντοτε, εκείνο, το οποίον αντικειμενικώς υπήρξε ψευδές. Η υπόθεσις αυτή διετυπώθη υπό διαφόρους μορφάς, τας οποίας ο φίλος ανογνώστης θα ίδη ευθύς κατωτέρω εκτιθεμένας και κρινομένας.

β) Οι μάρτυρες της αναστάσεως δεν απεπλανήθησαν.

Ι. Ο πραγματικός θάνατος του Ιησου.

Την υπόθεσιν, ότι οι κήρυκες της αναστάσεως υπήρξαν θύματα αθώας τινός πλάνης, υπεστήριξαν εκ των νεωτέρων πρώτοι οι Paulus, Herder, Schleiermacher, Hase ([17]) και άλλοι τινές, oλιγώτερον γνωστοί και διάσημοι. Ισχυρίσθησαν δε ούτοι, ότι ο Χριστός δεν είχεν αποθάνει επί του σταυρού,  αλλά λιποθυμήσας περιήλθεν εις, βαθύν λήθαργον. Και όταν λοιπόν ετέθη εις τον τάφον, η δροσερότης του βράχου και των αρωμάτων η αναληπτική ευωδία επανέφερον αυτόν εις την ζωήν.

Τον ανεκάλεσαν εκ της λιποθυμίας. Και ο Χριστός ενεφανίσθη εις τους μαθητάς την τρίτην από της σταυρώσεως ημέραν, εσχημάτισαν δ' εκείνοι την πεποίθησιν, ότι ο Διδάσκαλος, τον οποίον ενόμιζον νεκρόν, ανέζησε και ανέστη. Και η υπόθεσις αύτη απεκηρύχθη ου μόνον υπό του Keim αποδείξαντος το σαθρόν ταύτης ([18]),  αλλά και υπό πλείστον εκ των ριζοσπαστικωτέρων ορθολογιστών εν οίς και οι Schmiedel ([19]), Α. Meyer ([20]) και Strauss ([21]), του Αλβέρτου Reville χαρακτηρίσαντος ταύτην «πλοκήν φυσικών και ηθικών απιθανοτήτων» ([22]) (un tissu d' invraisemblances materielles et morales). Αποδεικνύεται δ' αύτη αβάσιμος όλως και αστήρικτος δια τους κάτωθι αδιασειςτους αληθώς λόγους:

1) Διότι αναιρείται από την αντίληψιν των πιστοποιησάντων τον θάνατον του Ιησού.

Είναι όλως απίθανον, ότι τόσα πρόσωπα, εχθροί και φίλοι του Ιησού, θα παρεπλανώντο εκλαμβάνοντες την λιποθυμίαν του ως θάνατον. Οι στρατιώται πρωτίστως, οι εντεταλμένοι επί της εκτελέσεως, ασφαλώς ήσαν έμπειροι περί τα τοιαύτα, διότι είχον λάβει μέρος επανειλημμένως εις τοιαύτας θανατικάς εκτελέσεις. Άλλως τε το δια της λόγχης πλήγμα το μετά δεξιότητος αναμφιβόλως διευθυνθέν επί της πλευράς του Ιησού υπό έμπειρου στρατιώτου, ήτο και μόνον ικανόν να επιφέρη τον θάνατον εις τον Ιησούν. Απετέλει τούτο το τελειωτικόν πλήγμα, την ευεργετικήν βολήν όπως θα ελέγομεν σήμερον, το οποίον εδίδετο κατ' επιταγήν του νόμου δια να επιταχύνη τον θάνατον η δια να επιβεβαιώση αυτόν, ακριβώς όπως εδίδετο τούτο και εις τους κατά τας μονομαχίας πίπτοντας ξιφομάχους ([23]).

Αλλ' εκτός των στρατιωτών και ο κεντυρίων, παρ' ου εζήτησε πληροφορίας ο Πιλάτος, και οι παραλαβόντες το σώμα του Ιησού, ίνα θάψωσιν αυτό, και οι αρχιερείς οι ζητήσαντες κουστωδίαν προς φρουράν του τάφου, πάντες ούτοι είναι πεπεισμένοι, ότι ο Ιησούς, μολονότι τόσον συντόμως παρά πάσαν προσδοκίαν, απέθανε πραγματικώς. Η Ιουδαϊκή δε παράδοσις, η διασωθείσα εις το Ταλμούδ, περί ης ωμιλήσαμεν εν τω πρώτω μέρει, δεν εκφράζει την παραμικράν αμφιβολίαν, περί του ότι ο Ιησούς εθανατώθη.

2) Διότι αντιτίθεται εις τα περιστατικά της ταφής.

Το σώμα του Χριστού πριν ή αποτεθή εις τον τάφον ηλείφθη δια μίγματος σμύρνης και αλόης εις μεγάλην μάλιστα ποσότητα («ως λίτρας εκατόν»), ακολούθως δ' ενετυλίχθη δι' οθονίων από κεφαλής μέχρι ποδών. Εάν ο Ιησούς έζη ακόμη, παρατηρεί ορθώς ο Hettinger ([24]) , ο θάνατος θα επήρχετο ωρισμένως εξ ασφυξίας.

3) Διότι προσκρούει εις φυσικάς δυσκολίας.

Ο καθηλούμενος επί του σταυρού, και εάν ακολούθως κατεβιβάζετο εκείθεν ζων, δεν ήτο εύκολον να διαφύγη τον θάνατον. Ο Ιώσηπος ([25]) αναφέρει εν σχέσει προς το ζήτημα τούτο γεγονός λίαν αξιοσημείωτον. Κατά την πολιορκίαν της Ιερουσαλήμ, επανελθών ποτε ο Ιώσηπος εκ περιπολίας, την οποίαν διηύθυνε προς αναγνώρισιν τινά, εζήτησεν από τον Τίτον να επιτρέψη εις αυτόν, όπως περιθάλψη τρεις εκ των συμπολιτών αυτού, οίτινες είχον σταυρωθή, αλλ' έζων ακόμη, καταβιβάζων αυτούς από τους σταυρούς των. Του Τίτου συγκατανεύσαντος, ο  Iώσηπος έσπευσε να παράσχη εις τους από του σταυρού αποσπασθέντας πάσαν ιατρικήν περίθαλψιν, δια της οποίας όμως μετά μακράν και παρατεταμένην θεραπείαν, μόνον ένα κατώρθωσε να σώση, των άλλων δύο υποκυψάντων εις τα τραύματα αυτών. Πώς λοιπόν ο Ιησούς, όστις είχε δοκιμάσει κατά την προηγηθείσαν της σταυρώσεως αυτού νύκτα αγωνίαν φοβερωτάτην, συγκλονίσασαν ολόκληρον τον οργανισμόν του μέχρι σημείου, ώστε ο ιδρώς να ρέη απ' αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος· όστις μετά την φραγγέλωσιν, την επί του σταυρού καθήλωσιν εδέχθη τέλος και το πλήγμα της Ρωμαϊκής λόγχης, πώς εστάθη δυνατόν, χωρίς να τύχη ουδεμιάς περιθάλψεως, εις το βάθος κατάκλειστου τάφου εγκαταλελειμμένος, νήστις επί τρεις ημέρας, να συνέλθη μόνος εκ της λιποθυμίας του και να διαφύγη τον θάνατον; Πώς δε θα είχε την δύναμιν ν' αποκυλίση μόνος τον ογκώδη λίθον του τάφου και να συρθή ακολούθως εκείθεν μέχρι του οίκου, όπου ευρίσκοντο οι μαθηταί; ο Reville αναγνωρίζει τούτο παρατηρών τα εξής: «Φυσικώς δύναται τις να κατατάξη μεταξύ των αδυνάτων πραγμάτων, το ότι άνθρωπος συντετριμμένος ήδη εκ του κόπου, εξηντλημένος από τας κακομεταχειρίσεις, καθηλωμένος επί σταυρού επί πλείστας ώρας, αποσπασθείς εκείθεν, ταφείς και εγκαταλειφθείς εις τάφον κεκλεισμένον, ήτο εις κατάστασιν να εξέλθη εξ αυτού μόνος μετά τριάκοντα εξ ώρας και να κάμη αμέσως τα μικρά και μεγάλα ταξείδια, τα οποία προϋποθέτουσιν αι αφηγήσεις των Ευαγγελίων». Δια τούτο «η εξήγησις η συναγομένη εκ φυσικής επανόδου εις την ζωήν του Ιησού, καταβιβασθέντος από τον σταυρόν πριν ή ο θάνατος επιτελέση το έργον του, είναι ακριβώς η μόνη την οποίαν αντίπαλοι και φίλοι δεν εσκέφθησαν» ([26]).

4) Διότι αντιτίθεται προς το περιστατικό των εμφανίσεων.

Τας εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού χαρακτηρίζει κυρίως η ταχύτης, μεθ' ης ο αναστάς παρουσιάζεται εις τους μαθητάς του και γίνεται κατόπιν αφανής από των οφθαλμών αυτών. Η ταχύτης αύτη είναι ομολογουμένως καταπληκτική, υπερβάλλουσα και την μεγαλυτέραν ευκινησίαν παντός υγιούς και καλώς έχοντος οργανισμού. Και δια να ομιλήσωμεν συγκεκριμένως, ο αναστάς Ιησούς συνοδοιπορεί ανεμποδίστως εις Εμμαούς και διατρέχει δίωρον διάστημα μετά πάσης ελευθερίας. Εν μια στιγμή γίνεται αφανής από τους οφθαλμούς των δύο εκείνων μαθητών, οίτινες ήδη τον ανεγνώρισαν, και ενώ ούτοι σπεύδοντες και τρέχοντες επανέρχονται εις Ιεροσόλυμα δια να αναγγείλωσιν εις τους μαθητάς το χαρμόσυνον συμβάν, πληροφορούνται εκεί, ότι ο διδάσκαλος είχε παρουσιασθή εν τω μεταξύ εις τον Σίμωνα Πέτρον. Ας μας εξηγήσουν ταύτα κατά λόγους φυσικούς. Ας μας είπουν, που εύρε την αντοχήν, ο μόλις προ μικρού από βαθείας ανακύψας λιποθυμίας, ο έχων καθηλκωμένους τους πόδας, να διατρέξη το από Ιερουσαλήμ μέχρις Εμμαούς διάστημα ανεμποδίστως, να επανέλθη δ' ακολούθως εις Ιεροσόλυμα, προς συνάντησιν των μαθητών, ταχύτερον των δύο εκείνων μαθητών;

5) Διότι δεν εξηγεί την εντύπωσιν των Αποστόλων.

Η εντύπωσις, την οποίαν αποκομίζουσιν οι Απόστολοι, όταν είδον τον αναστάντα διδάσκαλον, είναι ότι ο Ιησούς απεδείχθη ο νικητής του θανάτου και του Άδου ο καθαιρέτης. Και διασαλπίζουσι λοιπόν εις τα πέρατα του κόσμου, ότι ο Χριστός, ο αρχηγός της ζωής, ανέστη. Και εγείρεται το ερώτημα· εάν ο Χριστός επανήρχετο φυσικώς εις την ζωήν, θα ήτο δυνατόν άραγε τοιαύτη να είναι η εντύπωσις των μαθητών; οι μαθηταί θα έβλεπον καθηλκωμένον τινά, παλαίοντα μεταξύ ζωής και θανάτου, μη δυνάμενον να περιπατήση, υποφέροντα πολύ από τας προσφάτους ακόμη πληγάς της φραγγελώσεως και της καθηλώσεως, έχοντα ανάγκην περιποιήσεων συντόνων, όπως διατηρηθή εις την ζωήν. Το θέαμα τούτο, το υπό πάσαν έποψιν οικτρόν, μόνον δάκρυα θα προεκάλει, ουδέποτε δε ενθουσιασμόν. Ο Strauss το ομολογεί. «Τι να σκεφθή τις περί του Μεσσίου αυτού του ημιθανοίς, όστις σύρεται έξω του τάφου του άτονος και εξηντλημένος; Τοιούτος τις άνθρωπος θα ήτο δυνατόν να προξενήση εις τους μαθητάς αυτού την εντύπωσιν του νικητού του θανάτου και του τάφου, του αρχηγού της ζωής, εντύπωσιν, ήτις είναι η βάσις όλης της δραστηριότητος, την οποίαν έπειτα ανέπτυξαν εκείνοι; Τοιαύτη φυσική επάνοδος εις την ζωήν δεν θα εχρησίμευεν ή να εξασθενίση την εντύπωσιν, την οποίαν ο Ιησούς είχε προξενήσει εις τους μαθητάς προηγουμένως δια του βίου του και δια του θανάτου του, και δεν θα ηδύνατο ποτέ, να μεταβάλη την λύπην αυτών εις ενθουσιασμόν και τον θαυμασμόν αυτών εις λατρείαν» ([27]).

6) Διότι αντιτίθεται προς την λεπτομέρειαν της εν τω τάφω καταλείψεως των οθονίων.

Περί του ότι καθίστατο αδύνατον εις τον ανακύψαντα εκ της λιποθυμίας και έχοντα καθηλκωμένας τας χείρας να αποσπάση τα εφ' ολοκλήρου του σώματος σφιγκτώς προσκεκολλημένα οθόνια δια του μίγματος της σμύρνης και της αλόης, δεν είναι ανάγκη να είπωμεν τι.  Αλλά και εάν υποθέσωμεν, ότι τούτο κατέστη δυνατόν εις τον συνελθόντα εκ του ληθάργου του Ιησούν, προβάλλεται ετέρα δυσκολία, ήτις δεν αίρεται και εάν ακόμη υποθέσωμεν, ότι τα νεκρικά οθόνια δεν εγκατελείφθησαν εις τον τάφον. Διότι γεννάται αμέσως το ερώτημα: ο Ιησούς πού εύρεν ενδύματα να περιβληθή, όταν εξήλθεν από του τάφου; Ούτως η άλλως τα νεκρικά ενδύματα, και εάν δεν κατελείποντο εις τον τάφον, ήσαν ου μόνον ακατάλληλα,  αλλά και ανεπαρκή δια τον Ιησούν. Παρίσταται λοιπόν ανάγκη αμεσωτάτης προμηθείας ενδυμάτων. Ποίος θα έκαμνε ταύτην; Οι εχθροί του; Αδύνατον. Οι φίλοι του;  Αλλά πώς τότε αυτοί θα εσχημάτισαν εν χρηστώ συνειδότι την πεποίθησιν, ότι ο διδάσκαλος ανέστη; ([28])

7) Διότι δεν συμβιβάζεται προς το ευάριθμον των εμφανίσεων.

Εάν όντως ο Ιησούς επανήλθε φυσικώς εις την ζωήν, γεννάται αμέσως και το ερώτημα: τι εγίνετο και πού διέτριβε κατά τα διαστήματα, τα παρεμπίπτοντα μεταξύ των διαφόρων εμφανίσεων του; Πώς κατώρθωνε να μη τον βλέπη ουδείς, ούτε αυτοί οι μαθηταί Του; Τι δε απέγινε μετά την τεσσαρακοστήν ημέραν, αφ' ης πλέον δεν επαναβλέπουσιν αυτόν οι μαθηταί; Κατά τίνα τρόπον εξηφανίσθη όλως αιφνιδίως, αφήσας τους μαθητάς να πιστεύωσιν, ότι ο Διδάσκαλος ανελήφθη εις τους ουρανούς; Είμεθα ούτω ηναγκασμένοι να παραδεχθώμεν, ότι ο Ιησούς υπέθαλψε την αθώαν πλάνην των μαθητών του και μετήλθε παν μέσον δια να στηρίξη το ψεύδος της αναστάσεως εις τους αποστόλους αυτού. Με άλλας λέξεις ευρισκόμεθα ηναγκασμένοι να καταστήσωμεν τον Ιησούν υπεύθυνον δόλου και απάτης και ανειλικρινούς προς τους μαθητάς συμπεριφοράς.

«Όταν μελετήση τις εκ του σύνεγγυς πως, παρατηρεί και ο Reville, τον χαρακτήρα του Ιησού, όταν δυνηθή να εκτιμήση την ευθύτητά του, την ειλικρίνειάν του, το θάρρος του, θα θεωρήση, έστω και προς στιγμήν επιτετραμμένον να σκεφθή περί του Ιησού, ότι αφήκε τους μαθητάς του να πιστεύωσιν, ότι ανέστη, όταν αυτός εγνώριζεν, ότι δεν συνέβη τοιούτον τι;» ([29]).

ΙΙ. Οι μαθηταί δεν απεπλανήθισαν υπό της φαντασίας.

Την υπόθεσιν περί αποπλανήσεως των μαθητών εζήτησαν, υπό άλλην βεβαίως μορφήν, να υποστηρίξωσιν εκ των αρχαιοτέρων μεν ο Κέλσος (κατά τον Β' αιωνα), εκ των νεωτέρων δε ο Strauss, ο Ewald, ο Hausrath, ο Holsten, ο Pfleiderer, ο Renan και άλλοι τινές. Η θεωρία, την οποίαν υπεστήριξαν ούτοι εν σχέσει προς την ανάστασιν, δύναται να περιληφθή εις τα εξής:

Μετά την σταύρωσιν και την ταφήν του Ιησού Χριστού οι απόστολοι, οίτινες κατ' αρχάς κατεπτοήθησαν και κατήντησαν εις απόγνωσιν, δεν ήργησαν να αναλάβωσι το θάρρος των. Ενεθυμήθησαν τας υποσχέσεις, τας οποίας ο Χριστός έδωκεν εις αυτούς έτι ων εν τη ζωή, περί του ότι θα επανήρχετο να εγκαθιδρύση επί της γης την βασιλείαν αυτού, αναγινώσκοντες δε τας προφητείας εύρον πολλάς εξ αυτών, αίτινες επεβεβαίουν τας υποσχέσεις ταύτας και αίτινες δια τούτο εστήριξαν αυτούς εν τη ελπίδι επικειμένου και προσεγγίζοντος θριάμβου. Τοιουτοτρόπως η πίστις αυτών ανεζωπυρήθη. Ευρίσκοντο τότε εις Ιεροσόλυμα· αλλ’ ο φόβος των Ιουδαίων εξηνάγκασεν αυτούς να φύγωσιν από την πόλιν εκείνην, ήτις ήτο πλήρης κινδύνων τρομερών δι’ αυτούς, και να υπάγωσιν εις την προσφιλή των Γαλιλαίαν, όπου η δια- βίωσις θα ήτο ησυχωτέρα. Εκεί όμως ευρέθησαν εν μέσω τόπων, εκάστη σπιθαμή των οποίων συνεδέετο και προς ανάμνησιν τινα πράξεως ή λόγου του προσφιλούς διδασκάλου. Από της στιγμής αυτής πιστεύουσιν, ότι βλέπουν τον Χριστόν επί της θαλασσίας ακτής, επί των κορυφών των ορέων· φαντάζονται αυτόν παραγγέλλοντα εις τούτους και πάλιν,  όπως κατά τας πρώτας ημέρας της γνωριμίας των, να ρίψωσι το αμφίβληστρον εις την θάλασσαν! Είναι τόσον ζωηρά η αναπαράστασις της εικόνος του Διδασκάλου, ώστε επίστευσαν, ότι έβλεπον τον ίδιον δεδοξασμένον, τοιούτον, οποίον ανέμενον να επανίδωσιν αυτόν, όταν θα επανήρχετο. Κατ' αρχάς αι εμφανίσεις αύται παρεστάθησαν εις αυτούς ως εντελώς εσωτερικαί, ως οπτασίαι τινές όμοιαι προς εκείνας, τας οποίας αναφέρει η Π. Διαθήκη. Συνάγεται δε τούτο εκ του ότι ο Παύλος κατατάσσει τας εις αυτόν εμφανίσεις του Ιησού, τας εις μεταγενεστέρους χρόνους σημειωθείσας, προς τας εμφανίσεις, αίτινες ευθύς μετά την σταύρωσιν και την ταφήν του Ιησού εσημειώθησαν εις τους αποστόλους. Αλλ' αι εμφανίσεις αύται αι προς τον Παύλον, παρατηρεί ο Strauss, υπήρξαν υποκειμενικαί και ο Παύλος ήτο άνθρωπος προδιατεθειμένος εις οπτασίας! τα εσωτερικά εν τούτοις φαινόμενα ταύτα αφηγούμενοι οι μαθηταί κατήντησαν βαθμιαίως να προσδώσωσιν εις αυτά έννοιαν τινά σωματικήν. Μετέβαλον, χωρίς να το εννοήσωσι, τας εσωτερικάς οπτασίας εις εξωτερικάς εμφανίσεις.

Ούτω πως εζήτησαν οι εν Γερμανία ορθολογισταί να εξηγήσωσι το γεγονός της αναστάσεως. Κατά την υπόθεσιν αυτήν ο Πέτρος υπήρξεν ο πρώτος δους ώθησιν εις τας παραισθήσεις ταύτας των μαθητών. Ο Renan όμως επιζητών να είναι περισσότερον σύμφωνος προς τα Ευαγγέλια, τα οποία παρουσιάζουσι τας εμφανίσεις του Ιησού γενομένας σχεδόν όλας εις τα Ιεροσόλυμα, κατ’ άλλον τρόπον εξέθηκε την υπόθεσιν ταύτην. Κατ' αυτόν ουχί ο Πέτρος αλλ' η Μαγδαληνή Μαρία είδε πρώτη τον Διδάσκαλον και παρέσυρεν εις την οδόν των παραισθήσεων την φαντασίαν των μαθητών. Απ' αυτής ο Ιησούς είχεν εκβάλει επτά δαιμόνια. Τις οίδε, μήπως ίχνη της προτέρας νευρικής ασθενείας της εναπελείφθησαν εις αυτήν! Και εν τη νευρική της εξάψει η Μαρία η Μαγδαληνή βλέπει όλως φαντασιωδώς το ίνδαλμα του διδασκάλου και νομίζει παραπλανωμένη, ότι όντως ανέστη ο προσφιλής ραββουνί ([30]).

Αυτή είναι η υπόθεσις, την οποίαν ενεκολπώθησαν μεταγενεστέρως οι σοβαρότεροι του γεγονότος της αναστάσεως πολέμιοι. Αλλά και η υπόθεσις αύτη δεν είναι περισσότερον βάσιμος των προηγουμένως κριθεισών. Ανεξαρτήτως δε των άλλων λόγων, οίτινες θα ηδύναντο να προβληθώσι κατ' αυτής, και τους οποίους θα απαριθμήσωμεν ευθύς κατωτέρω, αύτη υπέρ πάσας τας λοιπάς υποθέσεις συντρίβεται κυριολεκτικώς επί του κενού τάφου. Διότι εάν όντως η φαντασία παρέσυρε τους μαθητάς μέχρι του να νομίζωσιν, ότι έβλεπον και ήκουον ζώντα τον Διδάσκαλον, μία επίσκεψις εις τον περιέχοντα το νεκρόν του σώμα τάφον ήτο ικανή να κατάστηση εις αυτούς αμέσως αισθητήν την αδυσώπητον πραγματικότητα και να διασκεδάση οριστικώς τας πλάνας της φαντασίας των. Οι αρνούμενοι την ανάστασιν ορθολογισταί αντελήφθησαν επαρκώς την σοβαρότητα της παρατηρήσεως ταύτης. Ακριβώς δε δι' αυτό προέκριναν μεν να τοποθετήσωσι τας πρώτας εμφανίσεις του Ιησού μακράν των Ιεροσολύμων, εύρον δ' έπειτα αναγκαίον να αρνηθώσι την ταφήν του Κυρίου. Κατά τον Loisy «Η ταφή του Κυρίου υπό του Ιωσήφ και η ανακάλυψις του κενού τάφου την μεθεπομένην του παθήματος δεν παρέχουσιν ουδεμίαν εγγύησιν αυθεντίας. Έχει δια τούτο το δικαίωμα να εικάση τις, ότι την εσπέραν του πάθους το σώμα του Ιησού απεσπάσθη από τον σταυρόν υπό των στρατιωτών και ερρίφθη εις κοινή  τινα τάφρον, όπου ουδείς θα ηδύνατο να σκεφθή να αναζητήση αυτό» ([31]). Ο Kirsopp Lake εξ άλλου υπεστήριξε την υπόθεσιν, ότι αι μυροφόροι γυναίκες ηπατήθησαν ως προς τον τάφον του Ιησού. «Τα περίχωρα της Ιουδαίας, παρατηρεί ούτος, είναι πλήρη τάφων διηνοιγμένων εις βράχους και δεν θα ήτο εύκολον να διακρίνη τις το εν μνημείον από το άλλο, εάν δεν υπήρχον διακριτικά σημεία επί εκάστου τούτων» ([32]). Ο δε Schmiedel προς βεβαίωσιν του ότι ο τάφος δεν ανευρέθη πράγματι κενός την τρίτην ημέραν επικαλείται την σιγήν μεν του Παύλου περί της ταφής του Ιησού ως απόδειξιν του ότι η ταφή δεν εγένετο, την σιωπήν δε των μυροφόρων («ουδενί ουδέν είπον» Μαρκ. ιστ' 8) εις απόδειξιν του ότι αύται δεν ηδυνήθησαν ν' ανεύρωσι τον πραγματικόν τάφον του Ιησού, και τέλος το ότι αι πρώται εμφανίσεις του αναστάντος εσημειώθησαν εις την Γαλιλαίαν και συνεπώς ήτο αδύνατον να διαπιστωθή η ταυτότης του σώματος λόγω της εν τω μεταξύ επελθούσης σήψεως ([33]). Και περί μεν του ότι αι πρώται εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου δεν εσημειώθησαν εις την Γαλιλαίαν, αλλ’ αι περί εμφανίσεων δύο παραδόσεις (η Ιεροσολυμιτική και η Γαλιλαική) συμπληρούσιν αλλήλας, είπομεν ήδη.

Η ταφή του Κυρίου και ο κενός τάφος.

Περί του ότι δε η ταφή του Ιησού είναι γεγονός μεμαρτυρημένον, όσον ελάχιστα γεγονότα, πείθεται τις, όταν λάβη υπ' όψει ότι και οι τέσσαρες ευαγγελισταί αναφέρουσι τούτο ([34]), ο δε Πέτρος ομιλεί περί αυτού κατ' αυτήν την ημέραν της Πεντηκοστής, κατά τοιούτον δε τρόπον, ώστε οι λόγοι αυτού να δύνανται να χαρακτηρισθώσιν ως πρόκλησις προς τους απιστούντας Ιουδαίους, ίνα ερευνήσωσι τα κατά τον κενόν τάφον. Ο Παύλος δε όχι μόνον αναφέρει τούτο (Α' Κορινθ. ιε' 4)  αλλά και στηρίζει ολόκληρον θεολογικήν θεωρίαν επί της προϋποθέσεως της ταφής του Ιησού (Ρωμ. στ' 4, Κολος. β' 12). Είπομεν δ' ήδη, ότι η περί της ταφής του Κυρίου μαρτυρία εισήχθη ενωρίτατα εις το πρωταρχικόν σύμβολον της πίστεως, ως υπαινίττεται τούτο και η μαρτυρία του Παύλου. Δικαίως δια τούτο ο Ε. von Dobschütz παρετήρησεν, ότι «το ετάφη είναι εν των αρχαιοτέρων σημείων του αποστολικού κηρύγματος, ο Παύλος δε εύρεν ήδη τούτο καθωρισμενον» ([35]). Η υπόθεσις εξ άλλου του Lake, ότι αι μυροφόροι υπέστησαν σύγχυσιν περί τον πραγματικόν τάφον του Ιησού, δεν δύναται να θεωρηθή σοβαρά, και δι’ άλλους μεν λόγους, αλλά και διότι και επί τη υποθέσει, ότι αύται επλανώντο και δεν ανεύρισκον τον πραγματικόν τάφον, ήτο αδύνατον ίνα πλανηθώσιν οι διενεργήσαντες την ταφήν Ιωσήφ και Νικόδημος.  αλλά και ο περί σιγής των μυροφόρων ισχυρισμός του Schmiedel στερείται σοβαρότητας, διότι το χωρίον του Μάρκου «ουδενί ουδέν είπον» αναφέρεται εις τας πρώτας στιγμάς της επισκέψεως του τάφου, ουδαμώς δ' αποκλείει την λύσιν της σιγής, όταν αι μυροφόροι ευρεθείσαι εις oικείον περιβάλλον ανέκτησαν την ψυχραιμίαν αυτών. Τέλος η περί κοινού τάφου υπόθεσις του Loisy ορθώς εχαρακτηρίσθη υπό του Hugueny([36]) ως επινόησις καθαρώς Παρισινή, μη στηριζόμενη επί ουδεμιάς πραγματικής αποδείξεως, αλλ’ αντιλεγομένη υπό πολλών ενδείξεων σοβαρών Ιστορικώς μεμαρτυρημένων. Αληθώς· το όλως απίθανον της υποθέσεως ταύτης αποδεικνύεται εκ του ότι οι σύγχρονοι τότε Ιουδαίοι δεν αντέταξαν αυτήν η άλλην τινά παρομοίαν υπόθεσιν προς διάψευσιν του περί αναστάσεως κηρύγματος,  αλλά διεφήμισαν, ότι οι μαθηταί έκλεψαν το σώμα του Ιησού (Ματθ. κη' 15). Οι μεταγενέστεροι δε Ιουδαίοι κατά τον δωδεκατον αιώνα ([37]) ομιλούσι περί κλοπής του σώματος του Ιησού και περί ταφής αυτού εν τω κήπω υπό ρυάκιόν τι, ούτινος έστρεψαν προηγουμένως το ρεύμα, ίνα επαναφέρωσιν αυτό πάλιν μετά την ταφήν, ώστε να μη δύναται ν’ ανευρεθή ο νέος τάφος, αγνοούσι δ' ολοτελώς την υπόθεσιν του κοινού τάφου. Τούτο δε διότι ο κοινός τάφος δεν ήτο εν χρήσει παρ' Ιουδαίοις. Καθώς εξακολουθεί σημειών ο Hugueny ([38]), το Δευτερονόμιον (κα' 23) παραγγέλλει ρητώς, ίνα το πτώμα του επί ξύλου κρεμασθέντος ταφή προ της νυκτός, χωρίς όμως να λέγη τι και περί του τρόπου της ταφής. Η Μίσχνα όμως καθορίζει ότι «ο τιμωρηθείς δεν θάπτεται εις τον τάφον της οικογενείας του. Το δικαστήριον είχε δύο κοιμητήρια δημόσια, εν δια τους καταδίκους τους αποκεφαλιζομένους ή σταυρουμένους και έτερον δια τους λιθοβολουμένους ή κατακαιομένους. Όταν η σαρξ διελύετο, ελαμβάνοντο τότε τα οστά ίνα ταφώσιν εις το οικογενειακόν μνημείον» ([39]). Υπήρχε λοιπόν ίδιον κοιμητήριον δια τους καταδίκους,  αλλά και τάφοι ιδιαίτεροι δι' ένα έκαστον των καταδίκων, διότι άλλως θα καθίστατο αδύνατος η ανεύρεσις των οστών μετά την διάλυσιν του σώματος. Ο κοινός τάφος, ένθα φύρδην μίγδην ερρίπτοντο πολλά πτώματα, είναι άγνωστος.  αλλά και προς τον Ρωμαικόν νόμον δεν συμφωνεί η περί κοινού τάφου υπόθεσις. Διότι ο Ρωμαικός νόμος ώριζε να δίδεται το πτώμα του εκτελεσθέντος εις οποιονδήποτε θα εζήτει αυτό. Και εάν δε παραθεωρήσωμεν την ευαγγελικήν μαρτυρίαν περί του Ιωσήφ και του Νικοδήμου ως αναλαβόντων να κηδεύσωσι τον Ιησούν, πάντως θα ευρίσκετο άλλος τις να ζητήση από την Ρωμαικήν αρχήν το σώμα του Ιησού. Είναι εντελώς απίθανον, ότι εις την τόσην επί του Πάσχα συρροήν κόσμου, υποδεχθέντος τον Ιησούν κατά την προ πέντε ημερών από του θανάτου του είσοδόν του εις Ιεροσόλυμα μετά τόσου ενθουσιασμού, μεταξύ του οποίου θα υπήρχον και πλείστοι ευεργετηθέντες υπό του Ιησού, δεν θα ευρίσκετο ουδέ εις φίλος, συμπαθών προς τον νεκρόν του και αναλαμβάνων την φροντίδα της ταφής αυτού. Η ταφή λοιπόν του Ιησού είναι γεγονός αδιάσειστον και η ανεύρεσις του τάφου κενού κατά την τρίτην ημέραν μαρτυρείται αυθεντικώς. Η φήμη δε της κλοπής του σώματος του Ιησού αποτελεί μίαν επί πλέον ένδειξιν, ότι ο τάφος ανευρέθη κενός.

Και ταύτα μεν περί της κενότητος του τάφου. Αλλ' η υπόθεσις της υπό της φαντασίας παραπλανήσεως των μαθητών ελέγχεται αβάσιμος και δια τους κάτωθι λόγους:

1) Αντιτίθεται εις την παράδοσιν, ότι ο Ιησούς ανέστη τη τρίτη ημέρα.

Η παράδοσις αύτη είναι αυθεντικώς μεμαρτυρημένη. Αλλ' εάν δεχθώμεν, ότι η πίστις εις την ανάστασιν υπήρξεν αποτέλεσμα παρατεταμένης τινός προσδοκίας και προόδου, η οποία απήτησεν εβδομάδας ολοκλήρους ή και μήνας να απαρτισθή, πρέπει συγχρόνως ν' απορρίψωμεν, ότι ήδη από την πρωίαν της τρίτης ημέρας εσημειώθησαν αι πρώται εμφανίσεις του αναστάντος και μέχρι της εσπέρας της αυτής ημέρας είχεν εδραιωθή ου μόνον παρά ταις μυροφόροις,  αλλά και τοις μαθηταίς η πεποίθησις, ότι ο διδάσκαλος ανέστη.

2) Διαστρέφει την αφήγησιν του Παύλου.

Ο Παύλος ποιείται σαφή διάκρισιν μεταξύ των αποκαλύψεων και οπτασιών, αίτινες κατά το χωρίον Β' Κορινθ. ιβ' 1-5 (πρβλ. και Πραξ. κβ’ 17) εγένοντο εις αυτόν, και της εμφανίσεως του Ιησού Χριστού, της γενομένης προς αυτόν εν τη αρχή της αποστολικής του διακονίας παρά την Δαμασκόν (Α' Κορινθ. θ' 1), και την οποίαν εμφάνισιν ο Απόστολος προφανώς θεωρεί ως εμφάνισιν του αναστάντος εκ νεκρών Χριστού, και ουχί ως πνευματικήν τινα οπτασίαν. Ουδέ πρέπει να λησμονήται, ότι ο Παύλος εν τω χωρίω Α' Κορινθ. ιε' 12-19 παρουσιάζει την εις αυτόν εμφάνισιν του Κυρίου επί της εις Δαμασκόν αγούσης οδού ως της αυτής φύσεως προς τας ευθύς μετά την ανάστασιν εμφανίσεις εις τον Πέτρον και τους αποστόλους, δι' ο και χρησιμοποιεί τον αυτόν όρον    ώ φ θ η    τόσον δι’ αυτήν, όσον και δι' εκείνας. Άλλως τε την εμφάνισιν ταύτην χρησιμοποιεί και ως επιχείρημα, όπως αποδείξη, ότι είναι και αυτός απόστολος ως οι άλλοι, διότι και αυτός είδε τον Κύριον (Α' Κορινθ. θ' 1).  Αλλά το επιχείρημα τούτο θα παρέμενεν άνευ βάσεως, εάν ο Παύλος κατά την εμφάνισιν ταύτην εν τη εις Δαμασκόν οδώ δεν είχεν ίδει πράγματι τον Κύριον. Διότι κατά μόνην την περίπτωσιν ταύτην είδεν ο Παύλος τον Κύριον, πρότερον δε, ότε ο Κύριος έζη επί της γης, πιθανώτατα δεν είχεν ίδει αυτόν,  αλλά και εάν είχεν ίδει αυτόν ως οι πλείστοι των Ιουδαίων, τούτο δεν θ' απετέλει σοβαράν βάσιν επιχειρήματος. Εξ ετέρου προσεκτική ανάγνωσις του χωρίου, ένθα ο απόστολος αφηγείται τας εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού, πείθει, ότι τας εμφανίσεις ταύτας εξεδέχετο οωματικάς, εμφανίσεις του Ιησού μετά του αναστάντος σώματος αυτού. Διότι όταν λέγη, ότι ο Χριστός    α π έ θ α ν ε    και    ε τ ά φ η   και    ε γ ή γ ε ρ τ α ι     και    ώ φ θ η,   προφανώς θέλει να δηλώση, ότι το σώμα του Χριστού ετάφη και ανέστη, και ότι αυτός ο ταφείς Ιησούς ηγέρθη και ενεφανίσθη εις τον Κηφάν κλπ. Εξ άλλου δια να προσάγη ο Παύλος την ανάστασιν του Χριστού ως απόδειξιν της καθολικής των νεκρών αναστάσεως, προφανέστατα αποδεικνύει, ότι τας εμφανίσεις ταύτας του Χριστού δεν εξεδέχετο ως εμφανίσεις πνευματικάς, ως εμφανίσεις του πνεύματος του Ιησού, αλλ' ως εμφανίσεις του αναστάντος σώματος αυτού ([40]). Και είναι μεν αληθές, ότι ο Παύλος χαρακτηρίζει το σώμα του Ιησού Χριστού ως δεδοξασμένον (Φιλιπ. γ' 21), αλλ' όμως είναι προφανές, ως ήδη είπομεν, ότι το δεδοξασμένον σώμα του Κυρίου ήτο κατά τον Παύλον αυτό το σώμα το σταυρωθέν και ταφέν. Καίτοι δε μετεμορφώθη, δεν ήτο άϋλον. Διότι ναι μεν ομιλεί ο Παύλος περί σώματος πνευματικού, το οποίον θα προσλάβωμεν μετά την αναστασίν μας καθ' ομοίωσιν προς το σώμα του αναστάντος Κυρίου (Α' Κορινθ. ιε' 44-49),  αλλά το σώμα τούτο ονομάζει πνευματικόν ουχί διότι τούτο θα είναι άϋλόν τι η αιθέριον,  αλλά διότι θα είναι σώμα ζωοποιούμενον υπό του Πνεύματος. Όπως ακριβώς όταν λέγη ο Παύλος, ότι το σώμα, όπερ φέρομεν ήδη, είναι ψυχικόν, δεν εννοεί προφανώς δι’ αυτού ότι σύγκειται εκ ψυχής, αλλ' ότι ζωοποιείται και εξουσιάζεται υπό της ψυχής, ούτω και δια του όρου πνευματικόν δεν ηθέλησε να σημάνη, ότι το σώμα εκείνο θα είναι αερώδες τι και άϋλον, αλλ’ ότι δεν θα δεσπόζηται υπό φυσικών ενστίκτων και θα είναι τέλειον όργανον του Πνεύματος διατελούν υπό την πλήρη κυριαρχίαν αυτού και χωρούν πάσαν αυτού την ενέργειαν. Εάν δε αλλαχού τονίζη, ότι σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύνανται, και εάν εκλάβωμεν τους όρους τούτους ως μη χρησιμοποιηθέντας υπό την έννοιαν των παραγόντων και οργάνων της αμαρτίας, πάντως δι’ αυτών δηλούται, ότι σώμα διατελούν υπό τους σημερινούς φυσικούς όρους και δεσποζόμενον υπό ενστίκτων φυσικών και υποκείμενον εις την φθοράν και τον θάνατον δεν δύναται να εισέλθη εις την μέλλουσαν βασιλείαν, εάν μη προηγουμενως αφθαρτισθή.

3) Δεν συμβιβάζεται προς την δυσπιστίαν των μαθητών.

Εάν επρόκειτο περί παραπλανήσεως υπό της φαντασίας, πώς θα εξηγείτο τότε η παροιμιώδης δυσπιστία, μετά της οποίας οι μαθηταί αντικρύζουσι το γεγονός της Αναστάσεως; Οι φαντασιοκόποι είναι εύπιστοι και αφίνουν εαυτούς άνευ αντιστάσεως τινός να σύρωνται υπό της νοσηράς των φαντασίας. Οι μάρτυρες όμως της αναστάσεως είναι δύσπιστοι, σκεπτικισταί, ζητούντες μετ' επίμονον έρευναν να πεισθώσι και να πληροφορηθώσιν. Ούτως όταν αι μυροφόροι αναγγέλλωσιν εις αυτούς τα κατά την οπτασίαν του τάφου, «εφάνησαν ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών και ηπίστουν αυταίς» (Λουκ. κδ' 11). Όταν δε μετ' όλίγον ενεφανίσθη και εις αυτούς ο διδάσκαλος, «εδόκουν πνεύμα θεωρείν». Και μόλις όταν εψηλάφησαν αυτόν και όταν τον είδον να συντρώγει εν τη τραπέζη των, επίστευσαν ότι όντως ο διδάσκαλος ανέστη. Την αυτήν δυσπιστίαν δεικνύει έπειτα και ο Θωμάς, μηδαμώς παρασυρόμενος από την ομόφωνον μαρτυρίαν των συμμαθητών του και την σύμφωνον βεβαίωσιν του κύκλου των μυροφόρων.

4) Δεν συμβιβάζεται προς των χαρακτήρα των εμφανίσεων.

Εάν οι Απόστολοι έβλεπον μόνον την εικόνα του Διδασκάλου, θα ηδύνατο τις να υποθέση, ότι υπήρξαν θύματα φαντασιοπληξίας τινός. Εάν διέκρινον μόνον φωτεινήν τινα και αιθερίαν μορφήν αιωρουμένην εις τον αέρα μεταξύ γης και ουρανού, η υπόθεσις του Renan και του Strauss θα είχε βάσιν τινα. Αυτοί όμως ψηλαφώσι το σώμα του Ιησού, βλέπουσιν αυτόν να παρακάθηται εις την τράπεζάν των και να συντρώγη μετ' αυτών, ακούουσιν αυτόν να δίδη διαφόρους παραγγελίας και εντολάς, τω απευθύνουσιν ερωτήσεις και ακούουσι τας απαντήσεις του. Αναπτύσσει εις αυτούς ο Χριστός την έννοιαν των Γραφών· ο Πέτρος εννοεί πολύ καλά την σημασίαν της τριπλής ερωτήσεως «φιλείς με, Πέτρε;», εννοούσιν όλοι την έννοιαν των λόγων του Ιησού περί βαπτίσματος και περί της επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Τοιαύτα γεγονότα και περιστατικά δεν δύνανται να ανήκωσιν εις τους κόσμους της φαντασίας.

5) Δεν ανταποκρίνεται προς τας ψυχικάς διαθέσεις των Αποστολων.

Αι ψυχικαί διαθέσεις, υπό τας οποίας διετέλουν οι Απόστολοι, δεν καθίστων αυτούς κατ' ουδένα λόγον επιδεκτικούς των φαντασιοπληξιών, τας οποίας τοις αποδίδουν. Το έδαφος βέβαια, επί του οποίου η φαντασία παντός φαντασιοκόπου κινείται και πλάττει, είναι οι πόθοι αυτού, αι ελπίδες του, τα σχέδιά του, οι φόβοι του· πάσαι δε αι παραισθήσεις και παρακρούσεις του δεν είναι παρά ενσάρκωσίς τις των φόβων ή των ελπίδων τούτων. Αλλ' οι Απόστολοι προφανώς παν άλλο σκέπτονται και ελπίζουσιν ή να ίδωσι τον Ιησούν ανιστάμενον εκ του τάφου. Δι’ αυτούς ο Ιησούς ήτο πλέον ο Ναζωραίος, εις τον οποίον ματαίως τόσας ελπίδας είχον στηρίξει και δια τον οποίον τόσας θυσίας είχον υποστή άνευ κέρδους τινός. Η εικών εμπόρου τινός ατυχήσαντος εις επιχείρησιν, εν τη οποία κατέθεσε και τον τελευταίον οβολόν επί τη ελπίδι αποκομίσεως κέρδους τεραστίου, το αίσθημα της πικρίας και της απογνώσεως, το οποίον εις την καρδίαν αυτού κυριαρχεί, μόλις θα ήσαν αρκετά να παραστήσωσι την ψυχολοχικήν κατάστασιν, εις ην μετά την σταύρωσιν περιήλθον οι Απόστολοι. Εάν επί τέλους τα Ευαγγέλια μας έλεγον, ότι οι μαθηταί επανείδον τον Διδάσκαλον περιβεβλημένον κοσμικήν δόξαν και καθήμενον επί θρόνου βασιλικού, θα ηδύνατό τις να ισχυρισθή, ότι αι παλαιαί περί Μεσσίου ελπίδες των μαθητών ανέζησαν και έδωκαν τροφήν εις την φαντασίαν των.  Αλλά να τον βλέπωσι αναζώντα ουχί δια να συμβασιλεύση μετ' αυτών,  αλλά δια να καλέση αυτούς εις νέας θυσίας και εις νέους αγώνας αιματηρούς, τούτο εξέρχεται όλως του κύκλου των προσδοκιών και των ελπίδων των μαθητών.

Επί πλέον ορθούται αδυσώπητος η μαρτυρία του Παύλου. Ο νεαρός ούτος Ταρσεύς, όστις έρχεται εις την Δαμασκόν ωθούμενος από το άσπονδον μίσος, όπερ έτρεφε κατά της χριστιανικής εκκλησίας, ηδύνατο να φαντάζηται τας διαφόρους εκκλησίας πλέουσας εις το αίμα· ήτο δυνατόν να ίδη δια της φαντασίας του τον Ιησούν ανασταυρούμενον,  αλλά να φαντασθή αυτόν ομιλούντα εξ ουρανού και καλούντα αυτόν εις το αποστολικόν αξίωμα, τούτο ήτο όλως αδύνατον.

6) Δεν συμβιβάζεται προς την δράσιν των Αποστόλων.

Η φαντασιοπληξία, την οποίαν αποδίδουσιν εις τους Αποστόλους, είναι όλως ασυμβίβαστος προς την μετέπειτα δράσιν των και προς την επιτυχίαν, μεθ' ης έφερον εις πέρας το αποστολικόν αυτών έργον. Η φαντασιοπληξία είναι φαινόμενον παθολογικόν, παραισθήσεις δε και παρακρούσεις πάσχουσιν οι παράφρονες η οι ανισόρροποι.

Θα ήτο άραγε δυνατόν να κατηγορήσωμεν του Παύλου ανισορροπίαν; και θα ήτο δυνατόν εις φαντασιόπληκτος να αναπτύξη την αξιοθαύμαστον δραστηριότητα και φρόνησιν και σύνεσιν, την οποίαν προϋποθέτει η μεγαλεπήβολος δράσις του μεγάλου τούτου των εθνών Αποστόλου; Αλλά και πας όστις ήθελε ρίψει εν βλέμμα εις τας δύο καθολικάς επιστολάς του Πέτρου ή εις τα πρώτα κεφάλαια των Πράξεων, όπου ιστορείται η δράσις του κορυφαίου, δεν θα επείθετο ευθύς, ότι ο υιός του Ιωνά είναι αδύνατον να υπήρξε διάνοια ανισόρροπος και παραπαίουσα; Ή μήπως και οιαδήποτε ανάγνωσις του τετάρτου Ευαγγελίου δεν μας παρουσιάζει τον Ιωάννην διάνοιαν υψήγορον, διαυγή, φωτεινήν, ξένην όλως προς πάσαν φαντασιοπληξίαν;

7) Δεν εξηγεί την εις πολλούς συγχρόνως εμφάνισιν του Ιησού.

Το να υπόκειται πρόσωπον τι εις την φαντασιοπληξίαν, είναι και δυνατόν και εύκολον. Το να ευρίσκεται όμως και δεύτερον πρόσωπον, το οποίον να συμμερίζεται καθ' όλην την γραμμήν, μέχρι και αυτών των ασημάντων λεπτομερειών, τας φαντασιοπληξίας του πρώτου προσώπου, τούτο αποτελεί ψυχολογικόν φαινόμενον εντελώς ανεξήγητον. Θα ήτο τούτο αληθώς μυστηριώδες τι και καταπληκτικόν, όπως μυστηριώδες θα ήτο το να ίδωσι καθ' ύπνους δύο ή και περισσότερα πρόσωπα εν και το αυτό όνειρον, κατά τον αυτόν δε χρόνον και εν τη αυτή στιγμή.

Αλλ' ιδού, ότι αι εμφανίσεις του Ιησού σημειούνται συγχρόνως ενώπιον πολλών, και βλέπει ο εις ό,τι συγχρόνως έβλεπε και ο άλλος, ακούει δε ο έτερος ό,τι κατά τον αυτόν χρόνον ήκουον και πάντες οι λοιποί. Ποίαν λοιπόν σχέσιν δύνανται να έχωσιν αι εμφανίσεις αυταί προς τα φαινόμενα της φαντασιοπληξίας;

8) Δεν συμβιβάζεται προς την δράσιν της πρώτης Εκκλησίας.

Δια να παραδεχθώμεν, ότι ολόκληρος ο χορός των Αποστόλων και των πρώτων μαθητών, πάντες οι υπερπεντακόσιοι εκείνοι πιστοί παρεπλανήθησαν υπό της φαντασίας των, πρέπει συγχρόνως να ομολογήσωμεν, ότι η χριστιανική κοινότης των Ιεροσολύμων υπήρξεν άθροισμα φαντασιοπλήκτων και φαντασιοκόπων! Η ζωή εν τούτοις της πρώτης εκείνης εκκλησίας περιλαμβάνει παν ό,τι υψηλόν και αξιοθαύμαστον. Ουδεμία ανόητος υπερβολή, ουδέν άσκεπτον και παράτολμον διάβημα, ουδεμία εκδήλωσις νευρικής υπερδιεγέρσεως, ούτε κραυγαί ή φωναί υστερικαί ή στεναγμοί και οιμωγαί και λιποθυμίαι, ούτε ενθουσιασμός ακράτητος και άλογος παρατηρείται εις την κοινωνίαν των αγίων εκείνων ανθρώπων. Η αξιοθαύμαστος διαύγεια της κρίσεως, η κινούσα τους Αποστόλους, η αυτή κυριαρχεί και μεταξύ πάντων των μελών της Σιωνίτιδος Εκκλησίας. Η αυτή δραστηριότης, η αυτή γαλήνη και ειρήνη και πνευματική ηρεμία. Και με ποίον δικαίωμα έπειτα την ουρανίαν πολιτείαν των αξιοθαυμάστων εκείνων ανθρώπων θα εχαρακτηρίζομεν ως κοινωνίαν φαντασιοπλήκτων;

9) Δεν εξηγεί το ευάριθμον των εμφανίσεων.

Την δήθεν έξαψιν της φαντασίας των μαθητών, εξ ης προέκυψαν αι οπτασίαι του αναστάντος διδασκάλου, ο Renan χαρακτηρίζει ως παροξυσμόν ισχυρόν. Περί δε των αυτοπτών της αναστάσεως δεν διστάζει να ισχυρισθή, ότι εμεθύσκοντο οι μεν υπό των δε και εξηπάτων αλλήλους δια των φαντασιοπληξιών αυτών. Και δεν δυσκολεύεται να προσθέση, ότι «αι οπτασίαι επολλαπλασιάζοντο αδιακόπως».

Αλλά από τον ισχυρότατον τούτον ψυχικόν παροξυσμόν υπερπεντακοσίων προσώπων, πώς προήλθον τόσον ολίγαι εμφανίσεις του Ιησού; Και το πράγμα καθίσταται επί πλέον ανεξήγητον, εάν λάβωμεν υπ' όψει, ότι την τεσσαρακοστήν ημέραν από της αναστάσεως παύουσιν αποτόμως αι προς τους Αποστόλους εμφανίσεις του Χριστού.  Αλλά πώς; Άπαξ η φαντασία των πρώτων Χριστιανών εισήλθεν εις την οδόν της αποπλανήσεως, κατά τίνα τρόπον θα ήτο δυνατόν αποτόμως και αμέσως να τεθή εκ νέου επί της οδού της ευθυκρισίας; δεν θα ευρίσκετο ουδείς από τους υπερπεντακοσίους εκείνους, του οποίου η φαντασία να εξακολουθή πάσχουσα και μετά την τεσσαρακοστήν ημέραν;

Τοσαύτα και περί της υποθέσεως τον δια της φαντασίας οπτασιών του Ιησού.

([1]) Fragmente σελ. 427 και εξής.
([2]) Eν τω υπ' αυτού κατά το 1901 δημοσιευθέντι βίω του Ιησού.
([3]) Eν τω Hand – Commentar αυτού εις τους συνοπτικούς τω εκδοθέντι τω 1889 και 1901.
([4]) Jesus 1913 σελ. 104.
([5]) Jesus de Nazarclh, Paris 1907  I σελ. 461 και εξής.
([6]) Ούτω το ανόητον αυτής ανεγνώρισαν oι  P. W. Schiniedel (ενθ' ανωτ. Encycl. Biblica τόμ. IV στηλ. 4066-4067), Α. Meyer (Die Auferstehung Christi σελ. 117) και αυτός ο Strauss (Das Leben Jesu für das deutsche Volk bearbeitel, Leipzig 1864). ο Devivier (μν. εργ. σελ. 193) περιλαμβάνει ως έπεται τους λόγους, δι’ ους η υπόθεσις της κλοπής παρουσιάζεται ασύστατος: 1 ) Δεν είχον λόγον οι απόστολοι να προδώσιν εις την κλοπήν. Διότι ή επίστευον εις επικειμένην ανάστασιν του Διδασκάλου, οπότε έδει ν' αναμείνωσι και ουδεμία ανάγκη ήτο να προδώσιν εις κλοπήν· ή δεν επίστευον, οπότε φυσικώτερον ήτο να εγκαταλίπωσιν ολοτελώς την υπόθεσιν και την μνήμην ανθρώπου, προς τον οποίον πλέον δεν είχον την παραμικράν πίστιν· η αμφεταλαντεύοντο, οπότε η κοινή λογική θα τους ωδήγει να περιμείνωσι την έκβασιν και τας συνεπείας αυτής. 2) Τουναντίον οι απόστολοι είχον λόγους ισχυρούς, υποχρεούντας αυτούς να μη προβώσιν εις το εγχείρημα της κλοπής. Ήσαν δ' ούτοι. α) Το ότι εκυκλούντο υπό άσπονδων εχθρών του Ιησού, παρ' ων εν περιπτώσει, ανακαλύψεως θ’ ανέμενον σκληράς τιμωρίας και τον θάνατον αυτόν. Β) Το ότι θα παρημποδίζοντο υπό του φόβου του κρίματος της θείας δικαιοσύνης εφ' όσον θα απετόλμων απάτην ούτω βλάσφημον και ασεβή. γ) Το ότι δεν είχον σοβαράς ελπίδας άνθρωποι αγράμματοι, και άνευ επιρροής να επιτύχωσιν εις σχέδιον ούτω ριψοκίνδυνον και άνοπτον,  κατά το οποίον απατεών τις, σταυρωθείς υπό των συμπατριωτών του, θα επεβάλλετο υπ’ αυτών εις την λατρείας των ανθρώπων ως αληθής Θεός· και δ) Το ότι, εάν ο Ιησούς δεν ανίστατο, φυσικόν ήτο να κινήση μάλλον την αγανάκτησιν των μαθητών, διότι εξηπατήθησαν ούτοι και καταισχυνθέντες εβυθίσθησαν εις την αθλιότητα. 3) Αλλά και εάν οι απόστολοι απεφάσιζαν την κλοπήν, ήτο αδύνατον να αχθή αυτή εις πέρας. Διότι εφ' όσον εφρουρείτο ο τάφος, έπρεπε να χρησιμοποιήσωσιν ή  β ί α ν  κατά των φυλάκων, πράγμα αδύνατον δι’ ανθρώπους δειλούς, εγκαταλείποντας τον διδάσκαλον εν Γεσθημανή, ή   δ ω ρ ο δ ο κ ί α ν,  πράγμα το οποίον ου μόνον απήτει χρήματα, ων εστερούντο οι απόστολοι, αλλά και δεν ήτο και ευχερής, διότι εις  και μόνον εκ των φυλάκων εάν ηρνείτο, η δωροδοκία θα προεδίδετο, ή  α π ά τ η ν,  ήτις καθίστατο αδύνατος, διότι πώς θα επλησίαζον τον τάφον, πώς θα απεκύλιον τον τεράστιον λίθον και πώς θα υπεξήτουν το σώμα αποσπώντες μάλισπα απ’ αυτού τα οθόνια και καταλείποντες ταύτα, χωρίς να γίνωσιν αντιληπτοί;
([7]) «Α! εκοιμώντο, λέγεται, οι φύλακες! Παρατηρεί ο ιερός Αυγουστίνος. Αλλ’ όταν ομιλήτε ούτω, μήπως κοιμάται, το λογικόν σας περισσότερον παρ’ όσον οι φύλακες; Εάν εκοιμώντο, τι είδον; Και εάν δεν είδον τίποτε, τίνος είναι μάρτυρες; Τι είδους μάρτυρες είναι οι μάρτυρες οι κοιμώμενοι! Εις τι περιλαμβάνεται η μαρτυρία των; Ιδού. Είναι ως να έλεγον: Μαρτυρούμεν, ότι οι μαθηταί του Ιησού υπεξήρεσαν το σώμα του˙ και η μαρτυρία μας είναι απολύτως αδιαμφισβήτητος, διότι, όταν το σώμα υπεξηρέθη, εκοιμώμεθα ύπνον τοσούντον βαθύ, ώστε ούτε ηκούσαμε, ούτε είδομεν τίποτε!» (Tract.  In Psalmos παρά Duplessy μν. εργ. σελ. 316).
([8]) Eludes sur les Εvangiles έκδ. 4, Paris 1905 σελ. 311-316.
([9]) Αυτόθ. σελ. 315.
([10]) Ένθ’ ανωτ.
([11]) Ιωσήπου περί Ιουδ. Πολ. II 19.
([12]) Turton, μνημ. εργ. σελ. 388.
([13]) Drei ersteti Jahrhunderlc έκδ. β' σελ. 39.
([14]) Vie nouvelle I σελ. 382-383.
([15]) Hettinger, Apologetique σελ. 508.
([16]) Das Christentum und die Christlievhe Kirche der drei ersten Jahrhunderte έκδ. γ’ σελ. 45.
([17]) Την υπόθεσιν ταύτην ο Paulus ανέπτυξεν εν Das Leben Jesu als Grundlage einer reinen Geschichte des Urchristentums, Heidelberg 1828. Ο Hase δε υπεστήριξε ταύτην εν τω Leben Jesu (εκδοθέντι το πρώτον το 1819 και εις πέμπτην έκδοσιν τω 1865) και εν τη Gesehichte Jesu (Leipzig 1876). Κατά τον παρόντα αιώνα υποστηρίχθη η υπόθεσις αύτη υπό των W. Sand (Le vérite sur la mort de Jesus—Christ, Paris 1902), R. Calluaud (Le  probleme  de la resurrection de Christ, Paris 1909) και των θεοσόφον εν γένει.
([18]) Jesus von Nazara τόμ. IΙΙ σελ. 573-576.
([19]) ένθ΄ανωτ.
([20]) ένθ΄ανωτ.
([21]) Eν Streitsehriften zur Verteidung meiner Schrift über das Leben  Jesu, Tubingen 1837.
([22]) Jésus de Nazareth τόμ. ΙΙ σελ. 455.
([23]) Hettinger, Apologétique σελ. 505.
([24]) ένθ’ ανωτ.
([25]) Ιωσήπου βίος 75.
([26]) ένθ’ ανωτ. τόμ. ΙΙΙ σελ. 455-456.
([27]) Vie nouvelle I σελ. 394-395.
([28]) Turton μν. εργ. σελ. 408.
([29]) A. Reville ένθ’ ανωτ. σελ. 456.
([30]) Renan, Les apotres σελ. 2-5.
([31]) Quelgues lettres sur les questions actuelles, Paris 1908 σελ. 93. Και αλλαχού ο αυτός σημειοί τα εξής: «Δύναται τις να υποθέση, ότι οι στρατιώται κατεβίβασαν το σώμα από του σταυρού προ της εσπέρας και έρριψαν αυτό εν κοινώ τινι λάκκω όπου φύρδην μίγδην ερρίπτοντο τα λείψανα των εκτελουμένων. Ο,τιδήποτε και αν είναι περί τού τελευταίου τούτου σημείου, οι όροι της ενταφιάσεως υπήρξαν τοιούτοι, ώστε μετά τινας ημέρας θά ήτο αδύνατον να αναγνωρισθή το σώμα του Σωτήρος και αν έτι ανεζητείτο» (Les Évangiles Synoptiques, Introduction κεφ. VII σελ. 223).
([32]) The historical evidence for the Resurrection of Jesus Christ, London 1907 σελ. 250.
([33]) ένθ’ ανωτ. (Encyclopaedia Biblica) IV στήλη 4066.
([34]) Ματθ. κζ' 57-61, Μαρκ. ιε' 42-47, Λουκ. κγ' 50-55, Ιωαν. ιθ' 38-42.
([35]) Osten und Plingsten, Leipzig 1903 σελ. 11.
([36]) ένθ’ ανωτ. σελ. 50.
([37]) Εν συλλογή των αντιχριστιανικών Ιουδαϊκών μυθευμάτων των προ του ιγ' αιώνος γνωστών υπό τον τίτλον Toledoth – Jeshu.
([38]) ένθ’ ανωτ. σελ. 51.
([39]) Sanhedrin VI, 4, 9, 10.
([40]) Πρβλ. Turton ένθ' άνωτ. σελ. 395.

ΙΙΙ. Αι εμφανίσεις του Χριστού δεν υπήρξαν φαινόμενα πνευματιστικά.

Πολύ μετριωτέρα της υποθέσεως των Strauss και Rcnan υπήρξεν άλλη τις υπόθεσις, η οποία δεν αποδίδει μεν την περί αναστάσεως πίστιν των Αποστόλων εις την φαντασιοπληξίαν αυτών, δεν αποδέχεται όμως και την εκ νεκρών ανάστασιν του Χριστού. Οι υποστηρίξαντες την υπόθεσιν ταύτην Keini, Schenkel, Schweitzer και Lotze αποδέχονται μεν, ότι όντως και αληθώς έλαβον χώραν εμφανίσεις του Ιησού εις τους μαθητάς, αλλ' ήσαν αύται καθ' ολοκληρίαν πνευματικαί. Δια να ανυψώση το καταπεπτωκός θάρρος των Αποστόλων ο θεός επέτρεψεν, ίνα ο νεκρός μεν τω σώματι, ζων δε τω πνεύματι Ιησούς, εμφανίσθη εις αυτούς δια να πληροφορήση τούτους περί της εν ουρανοίς ενδόξου του ζωής και περί του ευρυτάτου μέλλοντος της Εκκλησίας αυτού. Βεβαίως δε αι τοιαύται εμφανίσεις δεν προϋποθέτουσι το θαύμα της εκ νεκρών αναστάσεως του Ιησού. Αι πνευματικαί αύται εμφανίσεις, κατά τον Keim, υπήρξαν οιονεί τα ουράνια τηλεγραφήματα, τα οποία ο Θεός απηύθυνεν εις  τους Αποστόλους ([1])

Aλλά και η υπόθεσις αύτη ελέγχεται αβάσιμος και ασύστατος:

1) Από το άσκοπον αυτής.

Και εάν αποδεχθώμεν, ότι ο Ιησούς, καίπερ μη αναστάς, έδωκεν ουρανόθεν σημεία ζωής και απέστειλεν ουράνια τινα τηλεγραφήματα προς τους Αποστόλους, πάλιν το θαύμα της υπερφυσικής επικοινωνίας του Ιησού προς τους μαθητάς μετά τον θάνατον και την ταφήν αυτού μένει. Προς τίνα λοιπόν σκοπόν να αρνηθώμεν την ανάστασιν; Εάν την αρνηθώμεν επί τω λόγω, ότι η ανάστασις ενός νεκρού είναι αδύνατος, με ποίον δικαίωμα θα διετεινόμεθα, ότι τα εξ ουρανού τηλεγραφήματα του νεκρού μεν τω σώματι, ζώντος δε τω πνεύματι Ιησού είναι δυνατά;

2) Από την ασυμφωνίαν αυτής προς τα Ευαγγελικά κείμενα.

Διά της νέας ταύτης υποθέσεως ενώ δεν κερδίζομεν τίποτε κατά των αρνουμένων το υπερφυσικόν, εξ άλλου προσκρούομεν εξ ολοκλήρου εις την αφήγησιν των Ευαγγελίων. Και αληθώς· δια της υποθέσεως ταύτης δεν εξηγείται, ούτε πώς αι εμφανίσεις παρουσιάζουσι τον Ιησούν αναστρεφόμενον και συντρώγοντα μετά των Αποστόλων του και ψηλαφώμενον υπ' αυτών, ούτε πώς ευρέθη ο τάφος κενός. Εάν επρόκειτο περί πνευματικής όλως εμφανίσεως του Ιησού, τι λοιπόν απέγινε το σώμα του;

3) Από το περιεχόμενον των ουρανίων τούτων τηλεγραφημάτων.

Εάν παραδεχθώμεν, ότι πρόκειται περί ουρανίων τηλεγραφημάτων, τότε γεννάται το ερώτημα: πώς από το περιεχόμενον των τηλεγραφημάτων τούτων επείσθησαν οι Απόστολοι, ότι ο Διδάσκαλος ανέστη; τα τηλεγραφήματα αυτά θα έπρεπε να μεταδώσωσι πραγματικάς πληροφορίας εις τους Αποστόλους και να μη έχωσι τοιούτο περιεχόμενον, ώστε αυτοί πάντοτε να ειδοποιώνται δι' αυτών, ότι ο διδάσκαλος πράγματι ανέστη. Εφ' όσον δε ο εξ ουρανού επιστέλλων αυτά έβλεπεν, ότι οι Απόστολοι παρενόουν ταύτα, θα έπρεπε να διασαφηνίση το περιεχόμενόν των, να επικοινωνήση προς αυτούς και δια φωνής ακόμη δια να εξαγάγη τούτους της πλάνης. προς τι οι Απόστολοι και δι' αυτών η Εκκλησία, του ουρανού ανεχομένου και υποθάλποντος, να πιστεύσωσιν εις εν ψεύδος; ([2])

Τοσαύτα και περί της υποθέσεως ταύτης, ήτις καταντά να μεταβιβάση την ευθύνην της αποπλανήσεως των Αποστόλων εις αυτόν τον αψευδή Θεόν, τον δια τοιούτων τηλεγραφημάτων προς αυτούς επικοινωνήσαντα.

Γ) Η υπόθεσις των εθνικών επιδράσεων.

Οι οπαδοί του συγκρητισμού εξέλαβον τας περί αναστάσεως του Ιησού Χριστού αφηγήσεις, ως μύθον προελθόντα εξ επιδράσεως και δανείων εκ των ειδωλολατρικών μυστηριακών θρησκειών. Είναι εν τούτοις αξιοσημείωτον, ότι σήμερον η υπόθεσις των αμέσων δανείων εκ των εθνικών θρησκειών θεωρείται γενικώς απαράδεκτος και τούτο διότι είναι πρόδηλος η οξεία αντίθεσις, εις την οποίαν από των πρώτων βημάτων της εμφανίσεως αυτού περιήλθεν ο Χριστιανισμός προς τον ειδωλολατρικόν κόσμον. Δέχονται δια τούτο ότι υπάρχουν έμμεσα, ούτως ειπείν, δάνεια, τα οποία δια του Ιουδαϊκού περιβάλλοντος, ως ενδιαμέσου τινός αγωγού μετεδόθησαν εις τον γεννώμενον Χριστιανισμόν. Και η περί αναστάσεως του Χριστού ιδέα είναι λοιπόν, λέγουν, δυνατόν να εδέχθη – ουδείς κατά τον L. de Grandmaison ([3]) λέγει ότι ωρισμένως και βεβαίως εδέχθη – την επίδρασιν εκ των τότε ευρύτατα διαδεδομένων ανά τον εθνικόν κόσμον ιδεών περί θεών σωτήρων αποθνησκόντων και ανισταμένων. Ο Η. Gunkel ([4]) εκθέτει την υπόθεσιν ταύτην ως εξής: ο Ιησούς δεν είναι ο μόνος ή ο πρώτος των θείων όντων, εις την ανάστασιν του οποίου επίστευσαν οι άνθρωποι. Η πίστις εις τον θάνατον θεών επακολουθούμενον υπό επανόδου τούτων εις την ζωήν, υφίστατο κυρίως μεν εν Αιγύπτω, έπειτα δε και εν Βαβυλώνι, Συρία, και Φοινίκη. Αρχεγόνως επρόκειτο περί φαινομένων φυσικών λαμβανομένων ως στιγμών θείας ζωής. Οι θεοί του ήλιου ή της βλαστήσεως αναγεννώνται την πρωΐαν ή το έαρ. Αναμφιβόλως είναι δύσκολον να υποθέσωμεν, ότι τα σύμβολα και αι ιδέαι αύται έσχον άμεσον επίδρασιν επί των μαθητών του Χριστού. Αλλ' εν τω Ιουδαϊσμώ αυτώ δεν υπήρχεν ίχνος τι ιδεών συγγενών; Βεβαίως ο επίσημος Ιουδαϊσμός της εποχής του Ιησού ηγνόει πάντα ταύτα. Αλλά ποίος θα είπη, ότι η ιδέα αύτη δεν κατέστη δυνατόν να σχηματισθή εις ιδιαιτέρους τινάς κύκλους απομεμακρυσμένους; Τοσούτω δε μάλλον, όσω ο χρόνος, καθ' ον τοποθετείται η ανάστασις του Χριστού, καθιστά την υπόθεσιν πιθανωτέραν. Η ανάστασις του Χριστού λέγεται, ότι έλαβε χώραν την πρωΐαν της Κυριακής του Πάσχα κατά την ανατολήν του ήλιου. Τυχαία είναι η σύμπτωσις αυτή; ο νεκρός θεός εις τας ανατολικάς θρησκείας ανεγεννάτο την πρωΐαν μετά του ηλίου, του οποίου ήτο η προσωποποίησις, και κατά το έαρ.  Ας προχωρήσωμεν έτι πλέον. Ο Χριστός ανέστη την τρίτην ημέραν ή κατά την τρίτην ημέραν. Διατί; οι πρώτοι Χριστιανοί έλεγον: Διότι τούτο είχε προφητευθή. Αλλ' εάν θέλη τις να εξηγήση πόθεν προέρχεται η ιδέα αύτη της τρίτης ημέρας και η σπουδαιότης, η αποδιδομένη εις αυτήν, πρέπει να ανατρέξωμεν εις τας ξένας θρησκείας. Ο αριθμός τρία είναι πράγματι ιερός αριθμός εις πολλάς ανατολικάς θρησκείας. Και εν τη Ιουδαϊκή παραδόσει παίζει εξ ίσου ρόλον τινά... Εν δε τη Ελληνική μυθολογία ο Απόλλων την τετάρτην ημέραν μετά την γέννησίν του μεταβαίνει εις τον Παρνασσόν· και φονεύει τον όφιν Πύθωνα. Εν συνόλω και κατά την Γραφήν τρείς ή τρείς και ήμισυς είναι ο χρόνος του κακού θριαμβεύοντος, του χάους, της κακοποιού δυνάμεως, τον οποίον διαδέχεται η νίκη του αγαθού, του φωτός, της αγαθοποιού δυνάμεως. Ο χειμών, τον οποίον διαδέχεται το έαρ, και η αναγέννησις του ηλίου διαρκεί τρεις μήνας ή τι πλέον. Εκ τούτου συνάγεται λοιπόν εξήγησίς τις του θαυμασίου αριθμού τρία εφαρμοζομένου εις την ανάστασιν του Ιησού και η εξήγησις αύτη είναι, ότι πριν ή ο Ιησούς υπάρξη, υφίστατο εις τα περιβάλλοντα τα Ιουδαϊκοσυγκρητιστικά πίστις εις τον θάνατον και την ανάστασιν του Χριστού ([5]). Και με ολίγας λέξεις ο θάνατος και η ανάστασις του Ιησού Χριστού αποτελούσιν είτε κατά το σύνολον είτε κατά μέγα μέρος μύθον αντιγραφέντα εκ των νεκραναστάσεων των μυστηριακών θεών, αι οποίαι απαντούν εις τας ειδωλολατρικάς μυστηριακάς θρησκείας.

Αλλά και η υπόθεσις αύτη ελέγχεται ασύστατος δια τους κάτωθι λόγους:

1) Εκ της ανεπαρκείας των πηγών της επιδράσεως.

Ομολογείται, ως είπομεν ήδη, ότι η άμεσος εκ των εθνικών θρησκειών επίδρασις είναι απίθανος και τουτ' αυτό αδύνατος. Ομολογείται ωσαύτως ότι και η έμμεσος επίδρασις δεν εγένετο δια του επισήμου Ιουδαϊσμού, αλλ' εξ ιδιαιτέρων τινών κύκλων μεμακρυσμένων. Ο επίσημος Ιουδαϊσμός δηλαδή έμεινεν ανεπηρέαστος και θα επηρεάζετο ο Χριστιανισμός, ο οποίος ευθύς εξ αρχής προς τα ειδωλολατρικά στοιχεία έλαβε θέσιν εχθρικωτέραν και αυτού του Ιουδαϊσμού;

2) Εκ της βεβιασμένης συμφωνίας των αριθμών.

Η Γραφή ομιλεί περί τριών και ημίσεος καιρών. Και υποστηρίζεται, ότι τρεις και ήμισυς καιροί εκπροσωπούσι την χρονικήν περίοδον της κυριαρχίας του κακού. Ποία συμφωνία δύναται πράγματι να υπάρξη μεταξύ τριών και ημίσεος καιρών αφ' ενός και τριών ημερών ουχί πλήρων αφ' ετέρου; Ή, πώς δύναται να ταυτισθή ο αριθμός των τεσσάρων ημερών του Απόλλωνος προς τας τρεις μη πλήρεις ημέρας της ταφής και αναστάσεως του Κυρίου;

3) Εκ της αοριστίας και αισχρότητος των ειδωλολατρικών μύθων.

Περί των σωτήρων των αρχαίων εθνικών μυστηριακών θρησκειών, εάν περιορισθώμεν να συμβουλευθώμεν ένα μόνον συγγραφέα της αρχαιότητος, ενδέχεται να πλανηθώμεν και να νομίσωμεν, ότι αι περί αυτών πληροφορίαι είναι ωρισμέναι και συγκεκριμέναι. Όταν όμως ερωτήσωμεν πλείονας του ενός εκ των αρχαίων συγγραφέων, τότε, καθώς παρατηρεί ο Η. Pinard de la Boullay ([6]), διαπιστούμεν μεταξύ των πληροφοριών των διαφοράς σχεδόν απελπιστικάς. Εάν δε συγκρίνωμεν και εγγράφους μαρτυρίας διαφόρων εποχών, η ασυμφωνία οξύνεται. Όπως εις τα νέφη η πραγματική πνοή του ανέμου προσδίδει διαφόρους μορφάς, Ούτω και εις τας περί των θεών τούτων μυθολογικάς παραδόσεις κρατεί η αυτή αστάθεια και ρευστότης.

Η ιστορία ενός εκάστου των μυθικών τούτων θεών χάνεται εις την αοριστίαν των μύθων. Ο θάνατος δε και η αναβίωσίς του έχουν την πλαστικότητα των συμβόλων και την αισχρότητα των φυσικών μύθων. Υπό τα διάφορα ονόματα των θεών τούτων συμβολίζονται αι αφανείς και ανώνυμοι της φύσεως δυνάμεις, αι στερούμεναι ηθικής τινος αξίας, αι οποίαι καθορίζουσι τας κυρίας φάσεις του δράματος κατά το οποίον εκτυλίσσονται τα παθήματα και ο θρίαμβος του μυστηριακού θεού. Εις τα δράματα ταύτα περιγράφονται περιπέτειαι φανταστικαί, και, εκλαμβανόμενα ταύτα αλληγορικώς, εκφράζουσιν ή την αρχήν του κόσμου ή τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα ή τας μεταβολάς της βλαστήσεως και καρποφορίας της γης.

Πρέπει, όμως, να ληφθή επί πλέον υπ' όψει και τούτο: εις την αρχήν όλων τούτων των μύθων δεν είναι εν μόνον πρόσωπον,  αλλά ζεύγος τι θεού και θεάς, η πρώτη δε θέσις ανήκει εις την γυναίκα και η περί αυτήν υφανθείσα εν τη αρχή απεχθής και μυσαρά ιστορία δεν κατέστη δυνατόν να εξαλειφθή δια των στοιχείων της αλληγορίας, τα οποία μεταγενεστέρως συνυφάνθησαν. Όλως τουναντίον εν τη ιστορία των παθημάτων και της αναστάσεως του Ιησού Χριστού έχομεν το συγκεκριμένον και σαφώς καθωρισμένον, το οποίον παρουσιάζουν μόνον τα αυθεντικά ιστορικά γεγονότα. Έχομεν· ενταύθα αληθή άνθρωπον, πρόσωπον ιστορικόν, εις επακριβώς ωρισμένην εποχήν γεννώμενον και θνήσκον, διωκόμενον υπό των εχθρών του, ιστορικών και τούτων προσώπων, και σταυρούμενον υπό τα όμματα των μαθητών του και υπό την έγκρισιν της Ρωμαϊκής εξουσίας. Τίποτε το αόριστον, το αλληγορικόν, το αναφερόμενον εις συμβολισμόν τινα. Ο Ιησούς Χριστός, πρόσωπον ιστορικόν, είναι Θεός ενανθρωπήσας, ο οποίος αποθνήσκει και ανίσταται δια να οδηγήση τους πιστούς του εις νέαν εσωτερικήν ηθικήν ζωήν και μετά θάνατον εξασφαλίση εις αυτούς την αιώνιον βασιλείαν. Τοιαύτην ιδέαν και τοιούτον απολυτρωτικόν θάνατον και ανάστασιν του Σωτήρος Θεού εις ουδεμίαν των μυστηριακών θρησκειών ανευρίσκομεν. Και αυτό ακόμη το επίθετον Σωτήρ δεν αποτελεί τον χαρακτηρισμόν των μυστηριακών τούτων θεοτήτων και δεν αποδίδεται εις αυτάς προ της εποχής του Χριστιανισμού ([7]). Εις ουδεμίαν δε των μυστηριακών τούτων θρησκειών δυνάμεθα ν’ ανακαλύψωμεν θεόν ενδιαφερόμενον να εξιλεώση την αμαρτωλόν ανθρωπότητα. Η σωτηρία, την οποίαν υπόσχονται αι μυστηριακαί θρησκείαι του ειδωλολατρικού κόσμου, είναι όλως εξωτερική και πρόσκαιρος, αναφερομένη εις τας καταδρομάς της ειμαρμένης, και δεν είναι συνδεδεμένη προς πνευματικήν αναγέννησιν του μύστου, ουδέ προς εσωτερικήν επιστροφήν αυτού.

4) Στηρίζεται επί αναχρονισμού.

Αι μεγάλαι επιστολαί του Παύλου, αι οποίαι αποτελούν τα πρώτα γραπτά μνημεία, εις τα οποία επιβεβαιούται ρητώς το πάθος και η ανάστασις του Ιησού Χριστού και αναπτύσσεται η απολυτρωτική και κοσμοσωτήριος σημασία τούτων, εδημοσιεύθησαν κατ' αυτό το πρώτον ήμισυ του πρώτου χριστιανικού αιώνος.  Αλλά κατά την εποχήν ταύτην όχι μόνον αι λατρείαι των Ινδιών και της Βαβυλώνος ήσαν ελάχιστα γνωσταί εις τον Ελληνορρωμαικόν κόσμον,  αλλά και αυταί αι ανατολικαί λατρείαι του Διονύσου, του Μίθρα, της Ίσιδος και της Κυβέλης, ήσαν ελάχιστα διαδεδομέναι. Η ανά τον εθνικόν κόσμον διάδοσις των θρησκειών τούτων συνετελέσθη μεταγενέστερον. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να δεχθώμεν την επίδρασιν τούτων επί του Χριστιανισμού κατά χρόνον, καθ' ον ουδ' αυτός ακόμη ο εθνικός κόσμος είχεν υποκύψει υπό την επίδρασιν ταύτην; ([8])

5) Εκ της επί μέρους συγκρίσεως του αναστάντος Ιησού, προς τους πάτρωνας των εθνικών θρησκειών.

Απλή αντιπαραβολή μεταξύ των λεπτομερειών του θανάτου και της αναστάσεως του Κυρίου αφ' ενός, και του δράματος των παθημάτων και του θριάμβου ενός εκάστου εκ των πατρώνων των μυστηριακών θρησκειών αφ' ετέρου, πείθει ότι ουδέ σύγκρισις δύναται να χωρήση μεταξύ τούτων και ουδεμία ουδέ πόρρωθεν δύναται να σημειωθή πραγματική αναλογία μεταξύ αυτών.

Ούτως, εξ όλων των θεών των θανόντων, ο Όσιρις είναι ο περισσότερον μαρτυρούμενος, είτε δια την αφθονίαν των εγγράφων πηγών των αφορωσών εις την Αιγυπτιακήν θρησκείαν είτε διότι ο Πλούταρχος αφιέρωσεν ιδίαν πραγματείαν περί αυτού. Ο Όσιρις είναι η προσωποποίησις της βλαστήσεως, της εύφορου φύσεως της Αιγύπτου και του ζωοπαρόχου ύδατος του Νείλου. Αυτός τακτοποιεί το χάος βοηθούμενος υπό της αδελφής άμα και συζύγου αυτού Ίσιδος, αλλ' ο αδελφός αυτού Σήθ ή Τυφών, όστις είναι η προσωποποίησις της καυστικής ερήμου, τον επιβουλεύεται και δι' απάτης κατορθώνει να εγκλείση αυτόν εις κιβώτιον, όπερ ερρίφθη εις τον Νείλον, και να σφετερισθή τον θρόνον αυτού. Ολίγον έπειτα ο Σήθ κατακόπτει εις τεμάχια το πτώμα του Οσίριδος και διασκορπίζει αυτά. Τούτο δε αποτελεί το πάθος του Οσίριδος. Ποίαν σχέσιν δύναται να έχη τούτο προς το πάθος του Κυρίου;

Αλλά και τα επακολουθήσαντα το πάθος του Οσίριδος ουδεμίαν σχέσιν η ομοιότητα παρουσιάζουσι προς τα μετά το πάθος του Κυρίου. Διότι κατά την αιγυπτιακήν μυθολογίαν, η Ίσις, ανευρούσα εις το Δέλτα του Νείλου πάντα τα τεμάχια του πτώματος του Οσίριδος, χάρις εις την μαγικήν αυτής δεξιότητα, δεν επιτυγχάνει μεν παρά τας αποπείρας αυτής όπως ζωοποιήση το ανασυσταθέν πτώμα, ανασυνθέτει όμως αυτό και επιτυγχάνει να γονιμοποιηθή υπ’ αυτού και να γεννήση υιόν αυτού τον Ώρον, όστις έμελλε να εκδικήση τον πατέρα αυτού. Πράγματι ο Ώρος ως πρώτην φροντίδα αυτού εκδηλοί ν' αποδώση τας οφειλομένας επικηδείους τιμάς εις τον νεκρόν του πατρός του, χάρις δε εις την ταρίχευσιν και τας τιμάς ταύτας, ο Όσιρις δύναται να θεοποιηθή και να ζήση νέαν τινα ζωήν εις άλλον κόσμον. Τα μυστήρια ούτω του Οσίριδος εξετυλίσσοντο εις τρία δράματα ή τρεις κυρίας αναπαραστάσεις· τας αναπαραστάσεις του θανάτου, της ταφής και του θριάμβου του Οσίριδος. Περί αναστάσεως όμως του Οσίριδος δεν γίνεται λόγος,  αλλά μόνον περί θεοποιήσεως αυτού. Ο Όσιρις ανίστατο εις το πρόσωπον του υιού αυτού Ώρου ([9]).

Δ ι ό ν υ σ ο ς     ο     Ζ α γ ρ ε ύ ς    είναι ο πάτρων των Ορφικών μυστηρίων. Εγεννήθη εκ του Διός βιάσαντος την θυγατέρα αυτού Περσεφόνην και παρίσταται κερασφόρος. Ο Ζεύς, φοβούμενος τας παγίδας της ζηλοτύπου Ήρας, ενεπιστεύθη την ασφάλειαν του μικρού Διονύσου εις τους εν Κρήτη Κουρήτας. Παρά ταύτα όμως ο μικρός Διόνυσος κατεσπαράχθη υπό των Τιτάνων και κατετεμαχίσθη υπ' αυτών. Και άλλα μεν εκ των τεμαχίων τούτων κατεβροχθίσθησαν υπό των Τιτάνων, άλλα δε ετάφησαν κατά διαταγήν του Διός υπό του Απόλλωνος. Μόνη δε η καρδία του μικρού Διονύσου παρέμεινε πάλλουσα και μετεφέρθη υπό της Αθηνάς εις τον Δία. Και κατά μίαν μεν έκδοσιν κατεβροχθίσθη αύτη υπ' αυτού του Διός, κατ' άλλην δε υπό της Σεμέλης και εδόθη ούτω γέννησις εις δεύτερον Διόνυσον. Ιδού, τί θέλουν να παρουσιάσωσιν ως πάθος και ανάστασιν του Διονύσου, παρατηρεί ο de la Boullaye ([10]). Καταδιωχθείς υπό της δικαίας οργής μιας θεάς ο μικρός ούτος θεός, ο Διόνυσος, αποθνήσκει χωρίς να σκέπτεται τι περί των ανθρώπων, οι οποίοι ακόμη δεν έχουν δημιουργηθή, αναγεννάται δε ως άλλος Διόνυσος εις άλλην προσωπικότητα ([11]).

Ο    Ά δ ω ν ι ς,   θεός Σύρος, προερχόμενος εκ Μεσοποταμίας, όπου υπό το όνομα Θαμμούζ κατείχε σπουδαίαν θέσιν εις το πάνθεον του Σουμερίων, υπήρξε νέος ωραίος αγαπώμενος συγχρόνως υπό τε της Αφροδίτης και της Περσεφόνης. Φονευθείς δε υπό αγριοχοίρου τινός διεκδικείται υπ' αμφοτέρων των θεών, έως ου ο Ζεύς αποφασίζει να διέρχεται ο Άδωνις τέσσαρας μήνας μετά της μιας θεάς και τέσσαρας μετά της ετέρας, τους δε λοιπούς τέσσαρας να διαθέτη κατά την αρέσκειάν του. Κατά τας τελετάς του Θαμμούζ – Αδώνιδος επειδή ούτος καθ' έκαστον έτος έπρεπε ν' αποθάνη καταβαίνων εις τον Άδην και τιθέμενος εις την διάθεσιν της Περσεφόνης, εγίνετο κλαυθμός και κοπετός επί του ερωμένου της Αφροδίτης (της άλλως γνωστής εν Συρία υπό το όνομα Αστάρτη και εν Βαβυλώνι υπό το όνομα Ιστάρ), ήτις ήτο η προσωποποίησις της γενετηρίου δυνάμεως και η οποία καθ' έκαστον έτος μετέβαινεν εις τον Άδην προς αναζήτησιν του ερωμένου αυτής. Κατά την διάρκειαν της απουσίας της Αφροδίτης εγίνοντο θρήνοι επικήδειοι μετά πενθίμων ωδών περί το άγαλμα του θεού. Η όλη τελετή μετά των ηρώων αυτής εξεικόνιζε την φύσιν μετά της βλαστήσεως και γονιμοποιήσεως της γης, η οποία υπό τον καύσωνα του θέρους κάμπτεται και θερίζεται, ίνα ταφή κατά τον χειμώνα ουχί όμως και άνευ ελπίδος τινός επανόδου ([12]).

Ο   Ά τ τ ι ς   και η   Κ υ β έ λ η   είναι θεότητες Φρυγικαί, εκ των οποίων κυρίως η Κυβέλη λατρεύεται, γνωστή από των μέσων του πρώτου μ. Χ. αιώνος μέχρι του τετάρτου ως θεά υπό το όνομα «μεγάλη μήτηρ θεά», ή «η μήτηρ των θεών και των ανθρώπων». Ο Άττις παραμένει και ζη εν τη σκιά της Κυβέλης, αντικείμενον και θύμα άμα της αγάπης της. Υπάρχουσι διάφοροι εκδόσεις του περί Άττεως και Κυβέλης μύθου. Κατά την παρ' Οβιδίου, Ιουλιανού του παραβάτου και Σαλλουστίου προτιμωμένην, ο Άττις, εκτεθείς άμα τη γεννήσει του εις τους καλαμώνας του ποταμού Γάλλου, εσώθη υπό της Κυβέλης, η οποία εράται τούτου και αποσπά απ' αυτού την υπόσχεσιν, ότι δεν θα ηγάπα ποτέ άλλην γυναίκα. Αλλ' ο νεαρός ποιμήν, συναρπαγείς υπό του κάλλους της νύμφης Σαγγαρίας, δείκνυται άπιστος προς την θεάν. Η Κυβέλη όμως ειδοποιηθείσα υπό λέοντος, εν εκρήξει ζηλοτυπίας, συντελεί τον όλεθρον της αντιζήλου και οδηγεί εις παραφροσύνην τον Άττιν, όστις εις τας πρώτας στιγμάς της απελπισίας αυτού ακρωτηριάζει εαυτόν. Η Κυβέλη τότε αναλαμβάνει αυτόν αχώριστον σύντροφόν της. Κατ' άλλους όμως ο Άττις υπέκυψεν υπό το τραύμα αυτού, αλλ' η Κυβέλη επέτυχε να παραμείνη το σώμα του αδιάφθορον παραχωρήσαντος επί πλέον του Διός, ίνα η κόμη του Άττεως εξακολουθή αυξάνουσα, ο δε μικρός δάκτυλός του κιήται πάντοτε.

Πάντως αι παλαιότεραι εκδόσεις του περί Άττεως μύθου δεν ομιλούσι περί θανάτου και αναστάσεως αυτού. Τα χαρακτηριστικά τα παρουσιάζοντα τον Άττιν θνήσκοντα και ανιστάμενον είναι πολύ μεταγενέστεραι προσθήκαι. Τα περί αναστάσεως μάλιστα του Άττεως δεν απαντώσιν εις ουδεμίαν των ειδωλολατρικών εκδόσεων του μύθου,  αλλά μνημονεύονται το πρώτον υπό του Firmicus Maternus εις το μεταξύ του 346 και 350 συγγραφέν έργον αυτού De errore profanarum religionum. Μεταξύ των κυρίων τελετών των μυστηρίων της Κυβέλης, κατά τα οποία εξετυλίσσοντο θεάματα αιματηρά και αυτοακρωτηριασμοί εις τιμήν της θεάς, ήτο και το κριοβόλιον ή το ταυροβόλιον, ούτινος όμως «ουδέν ίχνος απαντάται προ του β' αιώνος μετά Χριστόν» ([13]).

Τέλος ως προς τον Μίθραν θα έπρεπε να σημειωθή, ότι κατά τους περί αυτόν μύθους ο θεός ούτος, όστις είναι η προσωποποίησις του ήλιου, φονεύει τον ταύρον, του οποίου το αίμα γονιμοποιεί την γην και προκαλεί την γέννησιν των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων. Δεν γίνεται όμως ουδείς λόγος περί πάθους η αναστάσεως του Μίθρα. Και μόνον κατά την ερμηνείαν την υπό του Loisy διδομένην ο Μίθρας είναι συγχρόνως ο θύτης και το θύμα, ο θεός ο θύων και ο ταύρος ο θυόμενος ([14]).

Εκ της ανωτέρω συντόμου επισκοπήσεως γίνεται φανερόν ότι ουδεμία αναλογία ή ομοιότης πραγματική υφίσταται μεταξύ του πάθους και της αναστάσεως του Ιησού Χριστού και των εις τας μυστηριακάς θρησκείας του εθνισμού μυθολογουμένων περί των πατρώνων ή των σωτήρων θεών. Τοιαύτη δε είναι η απόστασις η χωρίζουσα τους μύθους τούτους από των περιστατικών της ταφής και αναστάσεως του Κυρίου, ώστε, ως ορθώς παρατηρεί ο de la Boullaye ([15]), ουδ’ αυτός ο Κέλσος εις την κατά του Χριστιανισμού εμπαθή συγγραφήν αυτού δεν έσχε την σκέψιν να παρομοιάση την αναστάσιν του Κυρίου προς τους μύθους τούτους των μυστηριακών θρησκειών, εις τους οποίους συγγραφείς σύγχρονοι προς ημάς διατείνονται, ότι οφείλει την αρχήν αυτής. Ευρίσκει ο Κέλσος ανάλογα προς την ανάστασιν του Κυρίου τους μύθους του Ορφέως, του Ηρακλέους, του Θησέως ([16]), ουχί όμως και τους μύθους, εις τους oποίους ανατρέχουσι σήμερον οι ορθολογισταί.

Συμπέρασμα. Πάσαι λοιπόν αι αντιρρήσεις και υποθέσεις αι διατυπωθείσαι κατά του γεγονότος της αναστάσεως απεδείχθησαν αβάσιμοι και αστήρικτοι. Οι μάρτυρες αυτού κατ' ουδένα λόγον δύνανται να κατηγορηθώσιν επί ανειλικρινεία και δολιότητι, όπως δεν δύναται να υποστηριχθή δι' αυτούς ότι υπήρξαν θύματα αθώας τινός πλάνης ή παρανοήσεως. Τοιουτοτρόπως το γεγονός της αναστάσεως παραμένει απρόσβλητον και αδιάσειστον. Μαρτυρούμενον από ολόκληρον λεγεώνα μαρτύρων, επιβεβαιούμενον από την συμμαρτυρίαν ολοκλήρου της πρώτης χριστιανικής γενεάς, ήτις ήκουσε τους αυτόπτας και αυτηκόους του γεγονότος τούτου και έκρινεν αυτούς, επισφραγισθέν δι’ αυτού του αίματος των μαρτύρων αυτού, αποτελεί γεγονός, όμοιον του οποίου, υπό την έποψιν των ιστορικών μαρτυριών των κατοχυρουσών το κύρος αυτού, δεν έχει να παρουσίαση άλλο η ιστορία. Ποία ήδη τυγχάνει η σημασία του γεγονότος τούτου εννοεί τις, όταν ενθυμηθή, ότι, όταν εκ των Γραμματέων και Φαρισαίων τινές εζήτησαν από τον Ιησούν Χριστόν να δείξη εις αυτούς σημείον, ικανόν να βεβαιώση την θείαν προέλευσιν και αποστολήν Αυτού, ο Κύριος αποκριθείς είπε· «Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί· και σημείον ου δοθήσεται αυτή, ει μη το σημείον Ιωνά του προφήτου» (Ματθ. ιβ' 39). Δεν ανεφέρθη ο Χριστός εις τόσα άλλα σημεία, τα οποία καθημερινώς ενήργει μεταξύ των Ιουδαίων. Σημείον έκτακτον, μοναδικόν, υπεροχώτατον μεταξύ των πολυαρίθμων θαυμάτων του, όσον ουδέν άλλο μαρτυρούν την θείαν προέλευσιν και καταγωγήν αυτού, προεκήρυξε την ανάστασίν Του, την οποίαν εξεικόνισεν η επί τριήμερον παραμονή του Ιωνά εν τη κοιλία του κήτους.

Και αληθώς. Εάν η Γραφή ιστορή και περί άλλων τινών, ότι εγκατέλιπον τον τάφον και επανήλθον εις την ζωήν, νεκρός όμως αναστάς εκ του τάφου δια μόνης της εν εαυτώ εγκρυπτομένης δυνάμεως, νεκρός κατ’ ευθείαν υπό του Θεού αυτού ανακληθείς εις την ζωήν, εις και μόνος υπήρξεν, ο Ιησούς Χριστός. Δεν ανέστη δια προσταγής προφήτου ή άλλου τινός απεσταλμένου του Θεού. Δεν ανέστη δια δεήσεως, την οποίαν προ του τάφου αυτού ανέπεμψε θεοφιλής τις και υπό του Θεού κεχαριτωμένος άνθρωπος. Ανέστη δια της ιδίας δυνάμεως. Ανέστη υπό της αοράτου και πανσθενούς δεξιάς του Πατρός Του. Ακριβώς δε δια τούτο η ανάστασίς Του αύτη αποτελεί την επισημοτέραν μαρτυρίαν περί της θείας προελεύσεως και αποστολής αυτού. Είναι η θεία σφραγίς, την οποίαν αυτή η δεξιά του Υψίστου επέθεσεν, επικυρούσα επισημότατα και των άλλων θαυμάτων του Ιησού τον υπερφυσικόν χαρακτήρα. Αυτός ο Πατήρ μαρτυρεί δι' αυτής περί της θείας φύσεως και της απείρου μεγαλειότητος του Υιού Του. Δι' αυτό δε και ο Απόστολος Παύλος δεν διστάζει να διακηρύξη περί εαυτού και των άλλων Αποστόλων, ότι «ευρισκόμεθα και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού, ότι ήγειρε τον Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται» (Α' Κορ. ιε' 15).

Και δεν μαρτυρείται μόνον η θεότης του Ιησού κατά τρόπον έξοχον, υπ' αυτού του Πατρός μαρτυρουμένη, δια της αναστάσεως. Επιβεβαιούται και η δια του Χριστού απολύτρωσις και σωτηρία των ανθρώπων. Ο Ιησούς αποδεικνύεται δια της αναστάσεώς Του και Σωτήρ και Λυτρωτής του κόσμου. Εάν όσοι προ αυτού ανέστησαν, προς καιρόν μόνον απεσπάσθησαν της κυριαρχίας του θανάτου, μετ' ολίγα δε έτη ο τάφος ανήρπασεν εκ νέου τα θύματά του εκείνα, περί του Ιησού Χριστού όμως δεν δύναται να λεχθή το αυτό. Το πλήγμα, όπερ δια της αναστάσεως αυτού κατήνεγκε κατά του θανάτου, υπήρξε θανάσιμον και η νίκη οριστική. Η δύναμις του Άδου παρέλυσεν ολοσχερώς και απεδείχθη ακαταγώνιστος και ανυπέρβλητος η δύναμις, η ενοίκουσα εν τω ταπεινώ και αδυνάτω σχήματι του Εσταυρωμένου μας, όστις ούτως ανεδείχθη εν ταυτώ καταπαλαιστής του θανάτου ένδοξος και της ανθρωπότητος ο αναμενόμενος Σωτήρ.

Εντεύθεν εξηγείται, διατί η πληροφορία περί του ότι ο Ιησούς ανέστη, μετατρέπει ένα διώκτην αδιάλλακτον της Εκκλησίας του εις κήρυκα ενθουσιώδη της θεότητός του, αποσπά δε από το στόμα ενός δυσπιστούντος μαθητού την αιωνίαν και ακατάλυτον ομολογίαν της πίστεως: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Ό,τι δε εσημειώθη εις τα βάθη της καρδίας των δύο εκείνων Αποστόλων, τούτο ακριβώς επανελήφθη και εξακολουθητικώς επαναλαμβάνεται εις τα βάθη της καρδίας πάντων των πιστών. Το γεγονός της αναστάσεως υπήρξεν η θεμελιώδης αλήθεια της πίστεως, εφ' ης ως επί βράχου αρραγούς και αδιασείστου εθεμελιώθη η την θεότητα του Ιησού λατρεύουσα Εκκλησία, και η πίστις εις την αλήθειαν ταύτην καταλαμβάνουσα μέχρι σήμερον την καρδίαν παντός ανθρώπου, φέρει εις τα χείλη αυτού και την σωτήριον ομολογίαν: ο Κύριός μου και ο Σωτήρ μου.

([1]) Keim, Geschichte Jesu von Nazara III, 605.
([2]) Αι αυταί παρουσιάζονται δυσκολίαι και  εάν παραδεχθώμεν, ότι αι εμφανίσεις του Ιησού αποτελούσιν υλοποίησιν τινα πνευματικήν, καθώς λέγουν οι πνευματισταί, ήτις παρηρμηνεύθη υπό των μαθητών ως σωματική ανάστασις. Εν τοιαύτη περιπτώσει πρέπει να παραδεχθή τις 1) ότι    ψ ε ύ δ ε τ α ι     ο εμφανιζόμενος εις τους μαθητάς διδάσκαλος και ότι το πνεύμα του Ιησού δολιεύεται τους αποστόλους, όταν ζητή να πείση τούτους δια της αφής, ότι φέρει το αυτό σώμα, όπερ και επί του Σταυρού·  2) ότι ψεύδεται και το παρά τον τάφον του Ιησού εμφανισθέν πνεύμα, το διαβεβαιούν τας μυροφόρους, ότι ο Ιησούς «ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε·  ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν»· και 3) πάλιν γεννάται το πρόβλημα του κενού τάφου. Τι έγινε λοιπόν το σώμα του Ιησού, αφού ο Ιησούς πράγματι δεν ανέστη;

Νεωτέρα τις υπόθεσις, την οποίαν υπηνίξατο μεν ο Weizsacker (εν τω συγγράμματι αυτού Das Apostolische Zeitaller σελ. 5), υιοθέτησε δε και υπεστήριξεν ο Martineau (The Seat of Authority in Religion σελ. 363-377), παρουσιάζει τας περι εμφανίσεων αφηγήσεις των Ευαγγελίων ως θρύλον μεταγενέστερον βασισθέντα επί παρεξηγήσεως του κηρύγματος των αποστόλων. Οι Απόστολοι επίστευον απλώς, ότι ο Εσταυρωμένος Ιησούς «ζη ακόμη και αναμένει τον υπό του Πατρός ωρισμένον χρόνον δια να πληρώση τας επαγγελίας»· ζη, ουχί όπως πάντες οι κοινοί θνητοί, οίτινες μετά τον θάνατον αυτών κατέχονται εν τω Άδη,  αλλά ζη μετά των εξαιρετικών εκείνων πνευμάτων, οποία υπήρξαν ο Ενώχ, ο Μωϋσής, ο Ηλίας, εν τω κόσμω των αγγέλων. Η πίστις αύτη ανεπτύχθη παρ' αυτοίς ευθύς ως συνήλθον από την βαθείαν θλίψιν και απόγνωσιν, ήτις κατέλαβεν αυτούς μετά την σταύρωσιν του Ιησού. Ανεπτύχθη δε τοσούτω μάλλον ενωρίτερον, όσω περισσότερον επιβλητική υπήρξεν η προσωπικότης του Ιησού. Ποτέ δεν θα επίστευον, ότι ο θάνατος θα εξήλειφε μίαν τοιαύτην υπέροχον φυσιογνωμίαν. Η πίστις αύτη, ότι ο Ιησούς εξηκολούθει να ζη, εδημιούργησε την πίστιν εις την ανάστασιν του Χριστού. Πράγματι οι πρώτοι μαθηταί είπον, ότι είχον ίδει τον Ιησούν. Διότι μόνον ούτω θα ηδύναντο να μεταδώσουν και εις τους άλλους την πίστιν, ότι ο Ιησούς εξηκολούθει να ζη εν τω ουρανώ. Λέγοντες όμως οι πρώτοι μαθηταί, ότι είδον τον Ιησούν ενόουν ό,τι και ο Παύλος, όστις μετά 25 έτη γράφων διετείνετο, ότι είδε τον Κύριον κατά τον χρόνον της επιστροφής και της αποστολικής κλήσεώς του. Η οπτασία αύτη του Παύλου υπήρξε καθ' ολοκληρίαν πνευματική. Επειδή δε ο Παύλος θεωρεί και τας λοιπάς εις τους Αποστόλους εμφανίσεις του Ιησού ως συγγενείς και όμοιας προς την ιδικήν του, έπεται λοιπόν ότι και αι υπό των λοιπών αποστόλων οπτασίαι του Ιησού υπήρξαν πνευματικαί και όλως υποκειμενικαί. Πώς όμως από τας τοιαύτας πνευματικάς οπτασίας προήλθεν ο θρύλος της πραγματικής εμφανίσεως του Ιησού εις τους αποστόλους; Προήλθεν από την αξίωσιν των εις την πίστιν ελκυομένων Εθνικών ή Ιουδαίων δια κάτι ισχυρότερον των υποκειμενικών οπτασιών εις απόδειξιν, ότι ο Ιησούς έζη ακόμη. Υπό την επίδρασιν της αξιώσεως ταύτης ουχί αυτοί οι απόστολοι, αλλ' οι ακροαταί αυτών μετέβαλον τας πνευμοπικάς οπτασίας εις πραγματικάς, οι απόστολοι δε κατόπιν δεν εφρόντισαν να επανορθώσωσι την παρανόησιν ταύτην (πρβλ. Bruce μν. εργ. σελ. 314).

Αλλ' η νεωτάτη αύτη θεωρία διαστρέφει προφανώς την αφήγησιν του Παύλου. Ότι ο Παύλος λέγων εμφανίσεις του Ιησού μετά την ανάστασιν εννοεί πραγματικάς τοιαύτας, απεδείξαμεν ήδη. Προσθέτομεν δε μόνον ενταύθα, ότι εν εκ των κυριωτέρων επιχειρημάτων, τα οποία οι ψευδάδελφοι προέβαλλον δια να καταρρίψωσι το κύρος του απαστολικού αξιώματος του Παύλου, ήτο, ότι ο Παύλος δεν είχεν ίδει τον Κύριον. Όταν λοιπόν ο Παύλος αναιρών ως ασύστατον τον ισχυρισμόν τούτον των ψευδαδέλφων ηρώτα προκλητικώς «ουχί Ιησούν τον Κύριον εώρακα της δόξης;», δεν ηδύνατο ποτέ να εννοή οπτασίας πνευματικάς, εσωτερικάς, υποκειμενικάς. Εάν δεν είχεν ίδει πραγματικώς τον Ιησούν, το επιχείρημα των ψευδαδέλφων παραμένει αδιάσειστον και απρόσβλητον. – Έπειτα η αφήγησις του Παύλου καθορίζει σαφώς, ότι ο Κύριος ηγέρθη    τ η     τ ρ ί τ η     η μ έ ρ α.   Πολύ ορθώς δε παρατηρεί ο Menegoz, ότι «η μνεία της τρίτης ημέρας δεν θα είχεν ουδεμίαν σημασίαν, εάν ο Παύλος δεν είχεν αποδεχθή την πίστιν της κοινότητος των Ιεροσολύμων, ότι ο Ιησούς τη τρίτη ημέρα εξήλθε ζων εκ του τάφου» (Le peche et la redemption d’ apres Saint Paul σελ. 261).

Δοθέντος, ότι ο Παύλος εννοεί πραγματικάς εμφανίσεις, ανατρέπεται λοιπόν εξ ολοκλήρου η νεωτάτη αύτη θεωρία του Martineau, διότι, καθώς ήδη ανεπτύξαμεν, ο Παύλος αναφέρων ότι ο Ιησούς ώφθη Κηφά και Ιακώβω, ασφαλώς εξ αυτών των ιδίων αυτοπτών επληροφορήθη τούτο. Άλλως τε διαβεβαιών ο Παύλος, ότι το Ευαγγέλιον αυτού ήτο κατά πάντα όμοιον προς το των λοιπών αποστόλων, εννοεί προφανώς, ότι και η ανάστασις του Χριστού, ήτις απετέλει ουσιώδες στοιχείον του Ευαγγελίου του Παύλου, αναμφιβόλως απετέλει την βάσιν του κηρύγματος και των λοιπών αποστόλων. Ούτω δεν καταλείπεται η παραμικρά αμφιβολία, ότι τόσον ο Παύλος, όσον και οι λοιποί απόστολοι, αυτοί και ουχί οι μαθηταί αυτών, εκήρυξαν εξ αρχής και ενωρίτατα την πίστιν εις την πραγματικήν του Ιησού ανάστασιν.

Επι πλέον μόλις είναι ανάγκη και να είπωμεν, ότι η θεωρία αύτη του Martineau επαναφέρει ημάς κατ' ευθείαν εις την περί δόλου θεωρίαν του Reimarus, περί ης εγένετο ήδη λόγος και ήτις σήμερον ουδεμιάς αξιούται προσοχής. Διότι ου μόνον οι πρώτοι μαθηταί, οι εν γνώσει μετατρέψαντες τας υποκειμενικάς οπτασίας εις αντικειμενικάς, και πραγματικάς,  αλλά και οι απόστολοι, οι μη λαβόντες φροντίδα να επανορθώσωσι την παρανόησιν, αποδεικνύονται ένοχοι δόλου. Οσονδήποτε ευσεβή και αν υπήρξαν τα ελατήρια, άτινα ώθησαν τους πρώτους των αποστόλων μαθητάς εις το να τολμήσωσι την παραχάραξιν του αποστολικού κηρύγματος, η απάτη δεν παύει ποτέ να μένη τοιαύτη.

Τοσαύτα και περί της θεωρίας ταύτης, την οποίαν εθεωρήσαμεν αξίαν λόγου τινός, μόνον και μόνον διότι πρόσφατος και νεωτάτη ούσα αποδεικνύει την απορίαν επιχειρημάτων, εις ην καταντώσιν οι την αλήθειαν της αναστάσεως αρνούμενοι.
([3]) Άρθρον εν Α. D' Ales, Dictionnaire apologetique de la foi catholique, τόμ. ΙΙ στήλ. 1504.
([4]) Zum religionsgeschirhtlichen Verstaendnis des Ν. Τ. σελ.76-82.
([5]) Πρβλ. και L. de Grandmaison ένθ' ανωτ.
([6]) Jesus Messie, Paris 1930 σελ. 46.
([7]) L. de Grandmaison, Jesus-Christ τόμ. Σελ. 531.
([8]) Προβλ. Pinard de la Boullaye ένθ’ ανωτ. Σελ. 17.
([9]) Προβλ. Léon. De Drandmaison, Jesus-Christ II σελ. 511 και εξής˙ Pinard de la Boullaye ένθ’ ανωτ. Σελ. 53-54.
([10]) ένθ’ ανωτ. σελ. 53.
([11]) Πλείονα περί των Ορφικών μυστηρίων και του Διονύσου ίδε Π. Τρεμπέλα, Μυστηριακαί Θρησκείαι και Χριστιανισμός, Αθήναι 1932 σελ. 104 και εξής.
([12]) L. de Grandmaison ένθ' ανωτ. σελ. 520 και εξής· Pnard de la Boullaye ένθ' ανωτ. σελ. 53.
([13]) L. Tourtain, Les cultes paiens dans l’ Empire romain τόμ. Ι2 σελ. 88. Περί ταυροβολίου ίδε και Π. Τρεμπέλα ένθ’ ανωτ. σελ. 51 και εξής. Περί των μυστηρίων της Κυβέλη πρβλ. και L. de Grandmaison ένθ’ ανωτ. σελ. 524 και εξής και La Boullaye ένθ’ ανωτ. σελ. 53-54.
([14]) De la Boullaye μν. εργ. σελ. 54, 11, 884.
([15]) ένθ’ ανωτ. σελ. 55.
([16]) Ωριγένους κατά Κέλσου βιβλ. ΙΙ 55 Migne.

(Από το βιβλίο: Απολογητικαί Μελέται τόμος Ε, Παναγιώτη Τρεμπέλα σελ. 548-617)

...................................................

(Από το βιβλίο:Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ.,Στράτου Θεοδοσίου-Μάνου Δανέζη,εκδ. Δίαυλος.)

Η Ανάσταση στη μυθολογία των ανατολικών λαών

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΝΑΣΗΚΩΜΑ, έγερση ή αφύπνιση. Κατά τον Λουκιανό (Περί Ορχήσ. 45)* είναι η επαναφορά (έγερση) του νεκρού, και κατά τον Χριστιανισμό η επάνοδος στη ζωή από τον κόσμο των νεκρών μιας θείας ή ανθρώπινης ύπαρξης.

Μεταφορικά σημαίνει –εκτός από το ξαναζωντάνεμα– και την απελευθέρωση (ανάσταση του έθνους).

Αρχίζοντας από τα πανάρχαια χρόνια μπορούμε να πούμε –σύμφωνα βέβαια με τις σημερινές γνώσεις μας– ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος από τη στιγμή που άρχισε να παρατηρεί τη ζωή πάνω στη Γη κατάλαβε ότι όπως ο ίδιος, έτσι και η υπόλοιπη ζωική και φυτική ζωή εξαρτιόταν από το τρίπτυχο, ζωή–ανάπτυξη–θάνατος. Η επιβίωση του ανθρώπου ήταν συνυφασμένη με τη βλάστηση της γης, αφού τόσο αυτός όσο και πολλά από τα υπόλοιπα ζώα τρέφονταν από τα δώρα της φύσης.

Συνεπώς η ζωή τού πρωτόγονου ανθρώπου εκείνη τη μακρινή εποχή εξαρτιόταν αφ' ενός μεν από τη διαδοχική εναλλαγή των εποχών του έτους, αφ' ετέρου δε από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες. Οι κλιματολογικές εποχές και η εναλλαγή των καιρικών συνθηκών αντιπροσώπευαν τον ίδιο τον κύκλο της ζωής. Ο δριμύς και παγερός χειμώνας αντιπροσώπευε τον θάνατο, ενώ η γλυκιά άνοιξη ήταν η αναγέννηση και η ανάσταση της φύσης. Τον χειμώνα η φύση νέκρωνε, ενώ την άνοιξη ανασταινόταν, σαν μια «ζωντανή» ύπαρξη, που για τον τότε άνθρωπο αντιπροσώπευε το θείον. Εξάλλου είναι πλέον γνωστό, από τις μελέτες των ειδικών επιστημόνων, ότι η θεοποίηση της φύσης ήταν το πρώτο στάδιο ερμηνείας του κόσμου από τους ανθρώπους οποιασδήποτε φυλής σε όλα τα πλάτη του κόσμου. Δηλαδή ο πρωτόγονος άνθρωπος πίστευε ότι έπρεπε να επηρεάζει –με μαγικές επικλήσεις και πράξεις– τη φύση, ώστε ο μυστηριακός κύκλος της ζωής να επαναληφθεί. Άρα, θεός και φύση ταυτίζονταν ή μάλλον θεός και κλιματολογικές εποχές. Συνεπώς, η κυριότερη επιδίωξη του ανθρώπου εστιαζόταν στο γεγονός της ανάστασης του θεού. Γι' αυτόν τον λόγο ο άνθρωπος εκείνης της περιόδου ασκούσε σε ειδική ιεροτελεστία όλες τις πράξεις που απέβλεπαν στον επηρεασμό της φύσης για την αναγέννησή της. Το μυστηριακό τελετουργικό στοιχείο συνυφαινόταν απόλυτα με το υπερβατικό, την ανάσταση του θεού. Ο πρωτόγονος άνθρωπος έχοντας στοιχειωδώς συνειδητοποιήσει τη συνεχή και αναγκαστική διαδοχή των κλιματολογικών εποχών του έτους –απαραίτητη γνώση για την επιβίωσή του– απέδωσε στη διαδοχή του χειμώνα και της άνοιξης σχέση αιτίου και αιτιατού. Πιστεύοντας ότι μέσω της μυστικιστικής ιεροτελεστίας πραγματοποιούσε την ανάσταση του θεού, δεν μπορούσε παρά να συμπεριλάβει ταυτόχρονα και τον θάνατό του ως απαραίτητη προϋπόθεση αυτής καθ' εαυτής της ανάστασής του. Μ' αυτόν τον τρόπο η μαγική ιεροτελεστία εμιμείτο τη γέννηση, τα πάθη, τον θάνατο και την ανάσταση του θεού που τον ταύτιζε, όπως είπαμε, με τη φύση. Δεν ήταν δυνατόν εκείνη τη μακρινή εποχή να συλλάβει ο πρωτόγονος νους του ανθρώπου ιδέες αφηρημένες ενός αιώνιου, πανάγαθου και αόρατου θεού. Γι' αυτόν τον λόγο δημιούργησε την ανάγκη των απτών, ορατών θεών, απαραίτητων για την τέλεση των κατάλληλων ιεροτελεστιών. Άλλωστε η γεωργία και αργότερα το εμπόριο γέννησαν την ιδέα όχι μόνον του ενός θεού, αλλά ουσιαστικά την ιδέα της πολυθεΐας με τη λατρεία των θεών της φύσης, της γεωργίας και του εμπορίου. Έτσι, εμφανίστηκαν τα πρώτα πέτρινα ή ξύλινα είδωλα των θεών και η μαγεία κατέληξε σε θρησκεία, μια πανάρχαια εσωτερική εκδήλωση της ανθρώπινης ψυχής, η οποία σχετίζεται με την επενέργεια ανώτερων δυνάμεων που κατευθύνουν και προστατεύουν τη ζωή στη Γη.

Πιστεύοντας ακράδαντα στη δύναμη και στην αποτελεσματικότητα των μαγικοθρησκευτικών ιεροτελεστιών τους και αναπαραστάσεων, οι πρωτόγονοι άνθρωποι εκλιπαρούσαν τους θεούς μιμούμενοι διάφορες πράξεις, που κάλυπταν τις βασικές ασχολίες της καθημερινής ζωής τους. Έτσι ο τρόπος της σποράς, ο θερισμός, σκηνές του κυνηγιού έγιναν δρώμενα, με αποκορύφωμα τον θάνατο του θεού και την επακόλουθη ανάστασή του. Πολλές φορές κατά τη ρυθμική ιεροτελεστία κάποιος «υπεδύετο» τον ίδιο τον Θεό και απ' αυτό το τελετουργικό δημιουργήθηκε ο λειτουργός ιερέας του.

Ο πρωτόγονος άνθρωπος παρατηρώντας προσεκτικά τον κύκλο ζωής των φυτών, με τον σπόρο, το φύτεμά του στη μητέρα Γη και τη βλάστησή του, ανακάλυψε, με το πέρασμα των αιώνων, τον αντίστοιχο αρχέγονο κύκλο της ζωικής σεξουαλικής αναπαραγωγής. Το σπέρμα –ο σπόρος της ζωής– ριχνόταν από το αρσενικό στη μήτρα του θηλυκού, όπως ο σπόρος που φυτεύεται στη Γη, και από τη μητέρα εδημιουργείτο μια νέα ζωή. Από τον άψυχο σπόρο η γη γεννούσε, όπως ακριβώς οι ζωντανοί οργανισμοί. Συνεπώς η γη ήταν ζωντανή και για να γεννά, έπρεπε να έρχεται σε επαφή με το αρσενικό. Απ' αυτό το γεγονός ο άνθρωπος προσωποποίησε τη Γη με τη θηλυκή μορφή, ενώ ο γονιμοποιός αρσενικός ήταν ο Ουρανός με τη βροχή ή κάποιος ποταμός –όπως ο θεϊκός Νείλος στην Αίγυπτο. Μ' αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα της «ανάστασης» της ζωής βασίστηκε και συνδυάστηκε με τη σεξουαλική αναπαραγωγή. Αφού η μητέρα Γη γεννούσε και το σπέρμα του Ουρανού ήταν η βροχή, τότε οι άνθρωποι –που η ζωή τους εξαρτιόταν από τη βλάστηση– έπρεπε είτε να εξευμενίζουν, είτε να προκαλούν τον θεό Ουρανό να συνευρίσκεται περισσότερες φορές με τη μητέρα Γη για πλουσιότερη παραγωγή.

Στη Θεογονία του Ησίοδου η ευρύστερνη Γαία και ο Ουρανός αποτελούν το πρώτο θεϊκό ζευγάρι, που το ενώνει ο Έρως και στον ερωτικό-κοσμογονικό συμβολισμό ο Ουρανός αγκαλιάζει και γονιμοποιεί τη Γη μέσω της βροχής. Παρουσιάζεται σαν μια δύναμη πανίσχυρη και αναπαραγωγική, που ένωνε και πλήθυνε τους Θεούς και υμνήθηκε από τον μυθικό Ορφέα ως γέννημα του Χάους ή του Ερέβους και του φωτεινού τμήματος της ημέρας. Εξάλλου, αυτό ακριβώς το γεγονός συμβολίζει και η ένωση της Σεμέλης, που προσωποποιεί τη Γη, με τον Δία, τον ουράνιο θεό, ο οποίος γονιμοποιεί την ερωμένη του με τους κεραυνούς, προάγγελους της πολύτιμης βροχής. Με τον ίδιο τρόπο γονιμοποιείται η γήινη Δανάη, αφού ο ουράνιος Δίας μεταμορφώνεται σε χρυσή βροχή. Συμβολικά, ο ουράνιος θεός μέσω των ευεργετικών υδάτων απαλύνει τον ξεραμένο από την ανομβρία κόλπο της γης για την ανάπτυξη της ζωής.

Σημειώνουμε ότι όλες σχεδόν οι λατρείες της Ανατολής είχαν ως υπόβαθρό τους έναν ιδιαίτερο μυστικισμό, που άφηνε ελεύθερο το κτηνώδες στον άνθρωπο. Απ’ αυτό το γεγονός ξεκίνησαν τα ομαδικά όργια στην ύπαιθρο, για να τους βλέπει ο Ουρανός, να ερεθίζεται και να αναζητά τη συντροφιά της Γης. Επίσης διαδομένη είναι η πρακτική –ακόμα και σήμερα στις πρωτόγονες φυλές– να κατασκευάζουν γυναικεία ομοιώματα με υπερτονισμένα τα γεννητικά όργανα και τα στήθη τους, Όταν η ανομβρία συνεχιζόταν, οι φυλές, με επικεφαλής τον μάγο-ιερέα, έβγαζαν τα είδωλα αυτά στην ύπαιθρο για να τα αντικρύσει ο Ουρανός, να ερεθιστεί και να ενωθεί –μέσω της βροχής– με τη Γη. Ακριβώς έτσι, γεννήθηκε, όπως ήδη αναφέραμε, η μιμητική μαγεία, που αποτέλεσε τη βάση του λατρευτικού μέρους σχεδόν όλων των αρχαϊκών πρωτόγονων θρησκειών. Επομένως, οι χονδροειδείς και ακαλαίσθητες –κατά τη σύγχρονη αισθητική μας– γυναικείες παραστάσεις, έργα συνήθως πρωτόγονων πολιτισμών, σήμερα ξέρουμε ότι κατασκευάστηκαν ακριβώς έτσι, για να αποτελέσουν τα «σύνεργα» ερεθισμού του θεού Ουρανού. Η γυναικεία αυτή παράσταση με τα τεράστια στήθη και γλουτούς είναι η φυσική απεικόνιση της Μεγάλης Μητέρας-Γης, οι έρωτες της οποίας συνδέονται με την ετήσια αναγέννηση της φύσης που συμβαίνει την ωραιότερη εποχή του έτους, τη λουλουδιασμένη άνοιξη.

Το κοσμογονικό θέμα του αρχέγονου ζεύγους Ουρανός και Γη, εντοπίζεται σχεδόν σε όλους τους αρχέγονους πολιτισμούς.

Σύμφωνα με τον Ρουμάνο καθηγητή Mircea Eliade, τα απερίγραπτα όργια θα τα συναντήσουμε σε πολλές γιορτές που σχετίζονται με την καλλιέργεια της γης και την εν γένει γονιμότητα της φύσης. Ίσως, μ' αυτά να σχετίζονται οι θυσίες, αφού οι θυσίες, σε όλους τους λαούς, ήταν μια τελετουργική επανάληψη της Δημιουργίας, Ο κοσμογονικός μύθος προϋποθέτει τον τελετουργικό θάνατο ενός ανθρώπινου όντος για την αναγέννηση της εκδηλωμένης στη συγκομιδή δύναμης, που συνεχίζει την επανάληψη της πράξης της Δημιουργίας που έδωσε ζωή στους σπόρους, Η ενεργοποιημένη δύναμη των φυτών αναγεννάται χάρη σε μια αναστολή τον χρόνου και την επιστροφή στην αρχική στιγμή της κοσμογονικής πληρότητας (Μ. Eliade, 1992, σελ. 323).

Πέρα απ' όσα αναφέραμε παραπάνω, οι παραστάσεις αυτών ακριβώς των θεοτήτων συμβολίζουν πανάρχαιες θεότητες της φύσης. Στην Έφεσο, για παράδειγμα, στο Αρτεμίσιο –το περίφημο ιερό της Αρτέμιδος– υπήρχε το άγαλμα της θεάς σαν μια παραλλαγή της φιλήδονης φοινικικής θεάς Αστάρτης. Το ακαλαίσθητο άγαλμα της θεάς με τους αναρίθμητους μαστούς (σύμβολο γονιμότητας) υπενθύμιζε αφ' ενός μεν μια μητρική θεότητα, από περιοχή μητριαρχικού πολιτισμού, αφ' ετέρου δε συμβόλιζε την πανάρχαια θεότητα της μητέρας φύσης και τους δεσμούς της με το ζωικό βασίλειο.

Βέβαια ο Ed. Schure στο βιβλίο του «Οι Μεγάλοι Μύσται» (1926) αναφέρει χαρακτηριστικά: «Οι περιπτύξεις του Ουρανού και της Μητέρας Γης, στη γλώσσα των Μυστηρίων εκφράζουν και τις βροχές των ψυχών ή των πνευματικών μονάδων που έρχονται να γονιμοποιήσουν τους γήινους γόνους, τις οργανωμένες αρχές που δίχως αυτές η ύλη θα έμενε μια αδρανής και διάχυτη μάζα».

Όλες γενικώς οι «φυσικές» θρησκείες της Ανατολής δημιουργήθηκαν από τη ροπή του πρωτόγονου ανθρώπου προς τη δεισιδαιμονία και τη μαγεία και δεν έχουν καμία σχέση με τη θρησκεία της αλήθειας και του φωτός που δίδαξε ο Ιησούς Χριστός. Οι Αρχαίοι Έλληνες, πάλι, μπορεί να πίστευαν με θέρμη στο απολλώνειο φωτεινό στοιχείο, συνδύαζαν όμως ταυτόχρονα και το μυστηριακό-υποχθόνιο διονυσιακό, αφού οι λαμπρές ελληνικές θεότητες δανείστηκαν στοιχεία από τις αντίστοιχες δαιμονικές ασιατικές. Συνεπώς το βακχικό μεθύσι, ουσιαστικό γνώρισμα της διονυσιακής λατρείας καθώς και τα δρώμενα στα Μυστήρια της Δήμητρας οδηγούσαν στην υπέρλογη ορμή προς την αυτοθέωση και στην άρση των ορίων μεταξύ του ανθρώπινου και του θεϊκού. Για τα απόκρυφα διονυσιακά Μυστήρια ο Γιαν Κοττ στην ανάλυσή του για τις «Βάκχες», από το έργο του «Θεοφαγία», αναφέρει: «Ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο η αρχομένη γονιμοποίηση της φύσης και η ετήσια ανανέωσή της σχετίζονται με την επίσκεψη στη γη του γιου τον Θεού, με τον φόνο και την ανάστασή του, είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους και σταθερούς μύθους, που συναντάμε σε πολύ απομακρυσμένους και διαφορετικούς πολιτισμούς, όπως στον μεσογειακό και τον πολυνησιακό, των Μάγια και των κανιβάλων Ουιτότο». Η λατρεία του θεού Διόνυσου που εισέδυσε στην κυρίως Ελλάδα πιθανώς από τη Θράκη τον 8ο π.Χ. αιώνα, σχεδόν αυτόματα συνδυάστηκε και συγχώνευσε προγενέστερες παγανιστικές αγροτικές τελετές γύρω από τον θάνατο και την ανάσταση των γονιμοποιών θεών της φύσης. Πάνω σ' αυτό ακριβώς το θέμα ο Γιαν Κοττ συνεχίζει: «Ο αναστημένος Διόνυσος κατέβηκε στην κόλαση για να απελευθερώσει τη νεκρή του μητέρα Σεμέλη. Ύστερα ανέβηκε στον Όλυμπο κι έγινε δεκτός στον κύκλο των αθανάτων. Η Σεμέλη μεταμορφώθηκε στην Περσεφόνη, που μόλις αρχίζει ο χειμώνας πηγαίνει στον Κάτω Κόσμο και ξαναγυρίζει στον Επάνω, με το τέλος τον χειμώνα για να σμίξει με τον ανοιξιάτικο Διόνυσο».

Ουσιαστικά ο ανθρωπομορφισμός ήταν αδύνατο να ικανοποιήσει τις βαθύτερες ανάγκες της ανθρώπινης ψυχής. Συνεπώς, εκ των πραγμάτων γεννήθηκε η ανάγκη για μύηση. Τα Ορφικά Μυστήρια –με την ιερή γραμματεία τους σε ποιητική μορφή-έφεραν νέα θρησκευτικά στοιχεία για την αθανασία της ψυχής, την ανάταση του ανθρώπου, τη μετενσάρκωση και για την ανταπόδοση των πράξεων. Ύψιστο αίτημα, η απαλλαγή του ανθρώπου από το γήινο-κτηνώδες και η ενίσχυση του ουράνιου-θείου στοιχείου του. Με την επίδραση του Ορφισμού οι θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής ξεκαθαρίζουν για τους μυημένους (καθαρούς). Ο άνθρωπος έχει προσωπική ευθύνη απέναντι στους θεούς, το αγαθό διακρίνεται από το κακό και είναι απαραίτητος ο σεβασμός προς το θείον. Στα Ελευσίνια Μυστήρια οι πιστοί εξαγνίζονταν από τις αμαρτίες τους και έπαιρναν μια γεύση της μετά θάνατον ζωής, ενώ στα Διονυσιακά Μυστήρια οι πιστοί μέσω του θρησκευτικού ενθουσιασμού γνώριζαν την έκσταση και το στοιχείο της απαλλαγής από τα δεσμά της ανθρώπινης φύσης. Σύμφωνα με τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Πρόκλο, νόημα και σκοπός των μυστηρίων είναι η γονιμοποίηση της ψυχής από τον Θεό, ο οποίος γεννά εντός αυτής τον Λόγον, την ελευθερώνει από τη δύναμη της ύλης και έτσι καθιστά δυνατή τη γέννηση του πνεύματος στον μυημένον άνθρωπο.

Παρόμοια προς τα Μυστήρια του Διονύσου ήταν τα Μυστήρια της Ίσιδας και του Όσιρη στην Αίγυπτο, όπως της Κυβέλης και του Άττη στη Μικρά Ασία. Τα θεϊκά αυτά ζευγάρια είναι θεοί της βλάστησης και κύριοι του Κάτω Κόσμου. Επιδίωξη των μυστηρίων τους ήταν η εξασφάλιση αθανασίας και μακαριότητας σε κάποια μελλοντική ζωή. Μεγάλη δύναμη είχαν και τα Μυστήρια του Μίθρα, λόγω της ισχυρής μονοθεϊστικής ροπής τους και του διαρχικού χαρακτήρα των δοξασιών τους. Γι' αυτόν τον λόγο πολλοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες μυήθηκαν σ' αυτά και προσπάθησαν να κάνουν τον Μιθραϊσμό επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Απ' αυτούς ξεχωρίζουν οι φιλόσοφοι Μάρκος Αυρήλιος και Ιουλιανός. Ο Μάρκος Αυρήλιος ήταν ανιψιός του αυτοκράτορα Αδριανού, υιοθετήθηκε από τον διάδοχό του Αντωνίνο τον Ευσεβή, τον οποίον και διαδέχτηκε στον θρόνο το 161 μ.Χ. σε ηλικία 40 ετών. Ελληνομαθής, ελληνολάτρης και στωικός φιλόσοφος, ο Μάρκος Αυρήλιος (161–180 μ.Χ.) έγραψε στα ελληνικά. Το ίδιο και ο Ιουλιανός, ανιψιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που όμως αν και ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία 30 ετών βασίλεψε μόνον για 19 μήνες (361–363 μ.Χ.), αφού έπεσε μαχόμενος στη Μαράγκα της Αρμενίας, Ο Ιουλιανός δεν αρκέστηκε μόνον στη συγγραφή στα ελληνικά, αλλά παράλληλα οραματίστηκε την αναβίωση του Ελληνισμού, που θαύμαζε απεριόριστα. Και οι δύο τους, όπως και άλλοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, θέλησαν να αναβιώσουν τα αρχαία ελληνικά και μιθραϊκά Μυστήρια.

Ο Ρωμαίος σοφιστής, συγγραφέας και ρήτορας Λεύκιος Απουλήιος (Lucius Apuleius, 2ος μ.Χ. αιώνας) περιγράφει την έκσταση στη μύηση των μυστηρίων του Μίθρα, ως εξής:

«Διέβην τάς πύλας τοῦ Ἅδου, διῆλθον τό κατώφλιον τῆς Περσεφόνης, ὠχήθην ἐφ' ὃλων τῶν στοιχείων καί ἐπέστρεψα ἐπί τῆς γῆς. Ἐν μέσῃ νυκτί εἶδον λάμποντα τόν ἣλιον. Προσήγγισα εἰς τούς κάτω καί τούς ἂνω θεούς καί προσηυχήθην εἰς αἀτούς πρόσωπον πρός πρόσωπον».

«Διάβηκα τίς πύλες τοῦ Ἂδη, κατέβηκα τό κατώφλι τῆς Περσεφόνης, πέρασα ἀπ' ὃλες τίς σκιές καί ἐπέστρεψα στην γῆ. Στό μέσον τῆς νύκτας εἶδα τόν ἣλιο νά λάμπη. Πλησίασα τούς θεούς τοῦ Κάτω καί τοῦ Ἐπάνω Κόσμου, ἦλθα κοντά τους πρόσωπο με πρόσωπο καί προσευχήθηκα σ' αὐτούς»


Απ' όσα αναφέραμε παραπάνω, η ιδέα της ταφής και της ανάστασης φαίνεται ότι υπήρχε στη σκέψη του ανθρώπου από τα πανάρχαια χρόνια. Πρόκειται για τον θάνατο και την αναγέννηση του θεού της βλάστησης, μια ιδέα που υπάρχει σε όλες τις μυστηριακές λατρείες της Ανατολής. Μετά τον θάνατο του θεού, ακολουθούσε η γιορτή της ζωής, κατά τη διάρκεια της οποίας εξυμνούσαν την ανάστασή του με οργιαστικές τελετές. Οι αρχαιότεροι μύθοι της ταφής και της ανάστασης βρίσκονται στους θρύλους της Μεσοποταμίας, με έντονα συμβολικά και αλληγορικά στοιχεία. Το μυστήριο του θανάτου και της ανάστασης, βαθιά ριζωμένο στα κατάβαθα της ανθρώπινης φύσης, δημιουργούσε στις αρχαίες λατρείες το υπόβαθρο των κατάλληλων εκφραστικών μέσων, για τα ζεύγη των θεών που το εκπροσωπούσαν. Οι ανατολικές θρησκείες της εποχής, θεοποιούσαν τα φυσικά ένστικτα και τη δημιουργική δύναμη της αναπαραγωγής με τον μυθικό κύκλο, που διαμόρφωνε τον πανάρχαιο κοσμικό μύθο της αιώνιας επιστροφής, του θανάτου και της ανάστασης, συνδεόμενα άμεσα με την αναγέννηση της φύσης. Αυτοί οι θεοί ήταν θεότητες της βλάστησης ή της καρποφορίας και οι Μεσοποτάμιοι τούς θεωρούσαν θεϊκά ζευγάρια. Στον σουμεριακό μύθο το αντίστοιχο ζευγάρι Γης και Ουρανού αποτελούσαν η θεά Ιναννά και ο θεός Ντουμμουζί (Ο γιος της ζωής). Οι Βαβυλώνιοι τούς αντικατέστησαν με τη θεά Ιστάρ και τον Ταμμούξ, οι Φοίνικες με την Αστάρτη και τον Βάαλ, και τέλος οι κάτοικοι της Ουγκαρίτ με τον Βάαλ και την Ανάτ ή τον Βάαλ –που ταυτίζεται με τον Ενλίλ ή Μπελ (Bel)– και τη Μπέλιτ, θεά της γεωργικής γονιμότητας. Αντίστοιχα στη Βίβλο, η σύζυγος του θεού αναφέρεται ως Ασεράχ. Η θηλυκή θεότητα Ασεράχ ή Αστάρτη στις παραστάσεις της με τα γυμνά στήθη συμβολίζει τη θεά της γονιμότητας, τη θηλάζουσα θεά (dea nutrix) σ' έναν συμβολισμό, που ταιριάζει με την πανάρχαια λατρεία της γονιμότητας.

Οι Αιγύπτιοι αντιπαρέθεσαν την Ίσιδα και τον Όσιρη. Οι Χιττίτες αναφέρονταν στον μύθο του Τελεπινού και της Χατέπινους, ενώ στην Ελλάδα ο αντίστοιχος μύθος διασώθηκε μέσα από τον έρωτα της Αφροδίτης με τον Άδωνη και με τα Μυστήρια της Δήμητρας και της Περσεφόνης, όπου η Κόρη κατεβαίνει στον Άδη για να «αναστηθεί» έπειτα. Άλλωστε ο ομηρικός ύμνος στη θεά Δήμητρα εξιστορεί την αρπαγή της Περσεφόνης από τον θεό του Κάτω Κόσμου, Πλούτωνα και τη λύση που έδωσε ο Δίας για να ηρεμήσει τη θεά της γεωργίας, Δήμητρα και να επανέλθει η βλάστηση στη γη. Σ' αυτόν τον μυθολογικό πυρήνα βασίστηκε η λατρεία της θεάς μητέρας Γης (Γη-μήτηρ=Δη-μήτηρ) και της Κόρης στα Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου οι μυημένοι, από τη 15η Βοηδρομιώνα και για εννιά ημέρες, τιμούσαν την επιστροφή της Περσεφόνης από τον Άδη στον Επάνω Κόσμο. Η μετάβαση από τον παγερό χειμώνα στην ανθοστόλιστη άνοιξη συνδέεται από τα πανάρχαια χρόνια με τη Μητέρα θεά, τη θεά της γονιμότητας. Ειδικά στις ελληνικές εκφάνσεις του μύθου, αυτήν ακριβώς την εποχή του έτους η Μεγάλη Μητέρα θεά θρηνεί την κόρη της (Περσεφόνη) ως θεά Δήμητρα, ή τον αδικοχαμένο αγαπημένο της (Άδωνη) ως θεά Αφροδίτη, προσδοκώντας την ανάστασή του, που ουσιαστικά ισοδυναμεί με την ανάσταση της φύσης.

Στον πρωταρχικό σουμεριακό μύθο, η θεά Ιναννά, που ενσαρκώνει τη μητέρα Γη, κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί ο φύλακας Νέτι την απειλεί. Παρεμβαίνει όμως η αδελφή της θεάς η Ερεσκιγκάλ, η θεά του Κάτω Κόσμου, και οι πύλες του ανοίγουν. Η Ιναννά αντικρύζει τους Ανουννάκι –τα πνεύματα του Κάτω Κόσμου– που «στρέφουν τα μάτια του θανάτου» επάνω της και τη νεκρώνουν. Ο καλός θεός Ενκί, ειδοποιημένος από τον τοποτηρητή της Ιναννά, τον Νινσουμπούρ, τρεις ημέρες μετά την εξαφάνισή της, παρεμβαίνει και δημιουργώντας τα παράξενα πλάσματα Κουργκαρρού και Καλατουρρού τα στέλνει στον Κάτω Κόσμο με την τροφή και το νερό της ζωής. Αυτά ραντίζουν το νεκρωμένο σώμα της θεάς εξήντα φορές κατά διαταγή του Ενκί και μ' αυτόν τον τρόπο η θεά αναστήθηκε. Επειδή όμως είναι απαράβατος νόμος του Κάτω Κόσμου να μη φεύγει κανείς από εκεί χωρίς αντικαταστάτη, τη θέση της θεάς στον Κάτω Κόσμο πήρε ο σύντροφός της ο Ντουμμουζί, τον οποίον τελικά ελευθέρωσε ο θεός Ήλιος Ουτού. Ο Ντουμμουζί είναι ο θεός που πεθαίνει και ξαναγεννιέται. Ο μύθος αυτός, στον οποίον το ζευγάρι Ιναννά-Ντουμμουζί αποτελούν την αρχαιότερη μορφή του, φαίνεται πως επέζησε διαμέσου των αιώνων και εμφανίζεται σε όλες τις μυστηριακές θρησκείες της Ανατολής, καθώς και στα Μυστήρια της αρχαίας Ελλάδας.

Στο βαβυλωνιακό πάνθεον το αντίστοιχο ζευγάρι αποτελούσαν n θεά Ιστάρ –η θεότητα σύμβολο της μητέρας Γης– και ο θνητός σύζυγός της, ο Ταμμούζ. Ο θάνατος και η ταφή του είναι ο σπόρος που πέφτει στη γη για να βλαστήσει. Μετά τον θάνατο του Ταμμούζ, η Ιστάρ έκανε απελπισμένες προσπάθειες να τον αναστήσει, επειδή από τη στιγμή του θανάτου του έπεσε ξηρασία και ακαρπία στη Γη. Η Ιστάρ κατεβαίνει τελικά μόνη της στον Κάτω Κόσμο και απειλεί θεούς και δαίμονες ότι αν δεν αναστηθεί ο Ταμμούζ, θα σπάσει τις πύλες του Κάτω Κόσμου και θα ελευθερώσει τους νεκρούς:

Φύλακα των πυλών άνοιξε την πύλη
άνοιξε την πύλη για να περάσω.
Αν δεν ανοίξεις, αν δεν μ' αφήσεις να περάσω
την πύλη θα σπάσω και θα ρίξω κάτω τις αμπάρες·
θα συντρίψω τις κολόνες, θα παραμερίσω τις πόρτες,
και θ' αναστήσω τους νεκρούς που έχουν φύγει απ' τη ζωή
τους ζωντανούς να φάνε,
αφού οι νεκροί είναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς.

Τα πνεύματα του Κάτω Κόσμου την κράτησαν όμως εκεί. Λόγω αυτής της τροπής των πραγμάτων, ο Παπσουκκάλ –ο σύμβουλος των θεών– ζήτησε τη βοήθειά τους για να ελευθερωθεί η Ιστάρ. Οι θεοί κινήθηκαν αστραπιαία, ο θεός Έα έδωσε ζωή στον Ασουσουναμίρ, τον ευνούχο, και τον έστειλε να ζητήσει από την Ερεσκιγκάλ το νερό της ζωής. Η Ερεσκιγκάλ πρόσταξε τον ευνοούμενό της, τον Ναμτάρ, να ραντίσει μ' αυτό την Ιστάρ· μ' αυτόν τον τρόπο η θεά ελευθερώνεται. Ο μεγάλος θεός Ήλιος Ουτού ελευθέρωσε και τον Ταμμούζ μετά από παρέλευση τριών ημερών. Και αυτό ακριβώς το χρονικό διάστημα της παραμονής τού Ταμμούζ στον Κάτω Κόσμο, από τους μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών, συσχετίζεται με την τριήμερη ταφή και ανάσταση του Κυρίου, χωρίς κατ' ουδένα τρόπο να συσχετίζεται ο Ιησούς Χριστός με τον Ταμμούζ. Άλλωστε, ο Ταμμούζ περιοδικά ξαναγυρίζει στον Κάτω Κόσμο. Συνεπώς, η κάθοδος του Ταμμούζ στον Άδη σχετίστηκε με τον θάνατο και την ακαρπία της γης, ενώ η ανάστασή του με την άνθιση της φύσης. Όταν λοιπόν ο μύθος πέρασε στις γειτονικές χώρες, ιδιαίτερη σημασία δόθηκε από τις γυναίκες στον θάνατο του Ταμμούζ και έτσι θρηνούσαν γοερά τον χαμό του.

Κατά τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία οι Ισραηλίτες γνώρισαν τις γιορτές που τελούσαν οι Βαβυλώνιες στις όχθες του Ευφράτη για την ταφή και την ανάσταση του Ταμμούζ (Θαμμούζ). Ο προφήτης Ιεζεκιήλ (Η', 14) αναφέρει ότι στις γιορτές έπαιρναν μέρος και Ισραηλίτισσες, που θρηνούσαν τον αδικοχαμένο Ταμμούζ.

«Καί εἰσήγαγέ με ἐπί τά πρόθυρα τῆς
πύλης οἲκον Κυρίου τῆς βλεπούσης
πρός βορρᾶν, και ἰδού ἐκεῖ γυναῖκες καθήμεναι θρηνοῦσαι τόν Θαμμούζ».
    
«Μέ ὁδήγησε στά πρόθυρα
τῆς πύλης τοῦ οἲκου τοῦ Κυρίου
πού βλέπει στόν βορρᾶ καί vά,
ἐκεῖ, γυναῖκες κάθονται καί
θρηνοῦν τόν Θαμμούζ».

Φαίνεται πως στα χρόνια της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας οι Ιουδαίοι γνώρισαν και δανείστηκαν πολλά στοιχεία από τη βαβυλωνιακή παράδοση, καθώς και από τη θρησκεία των Μάγων –των ιερέων του Ζωροαστρισμού–, όπως την πίστη για μια μελλοντική ανάσταση των νεκρών, που την είχε επακριβώς καθορίσει ο Ζαρατούστρα στην Αβέστα. Σύμφωνα μ' αυτήν την παράδοση, η ψυχή εγκατέλειπε το σώμα τρεις ημέρες μετά τον θάνατο του φθαρτού υλικού σώματος.

Η μόνη διαφορά ανάμεσα στον σουμεριακό και τον βαβυλωνιακό μύθο είναι ότι στον πρώτο η θεά Ιναννά κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο με τη βοήθεια της θεάς Ερεσκιγκάλ, ενώ στον αντίστοιχο βαβυλωνιακό μύθο η θεά Ιστάρ απειλεί ότι θα γκρεμίσει τις πύλες και θα ελευθερώσει τους νεκρούς αν δεν της ανοίξουν. Το τελευταίο γεγονός έκανε πάλι πολλούς μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών να συσχετίσουν τον βαβυλωνιακό μύθο με την κάθοδο του Χριστού στον Κάτω Κόσμο όταν φωνάζει:

Αρατε πύλας οἱ ἂρχοντες ὑμῶν

καί εἰσελεύσεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης.

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον Ρουμάνο ανθρωπολόγο και καθηγητή της Ιστορίας των Θρησκειών στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου Mircea Eliade: «Ο μύθος τον Ταμμούζ όπως οι μύθοι των αντίστοιχων θεών, αποκαλύπτει μια κοσμική ιδιότητα που ξεπερνάει σημαντικά τη ζώνη της φυτικής ζωής· αποκαλύπτει, από τη μια, την ουσιαστική ενότητα ζωή-θάνατος και από την άλλη, τις ελπίδες που ο άνθρωπος δικαιούται να αντλήσει απ' αυτή τη βασική ενότητα όσον αφορά τη μετά θάνατον ζωή του. Από αυτή την άποψη μπορούμε να δούμε το μύθο των δεινών, του θανάτου και της ανάστασης των «θεών» της βλάστησης σαν πρότυπο της ανθρώπινης φύσης· αποκαλύπτει τη «Φύση» πιο αποτελεσματικά και πιο οικεία από ό,τι θα το είχαν κατορθώσει η εμπειριο-ρασιοναλιστική παρατήρηση και εμπειρία. Για να διατηρείται και ν' ανανεώνεται η αποκάλυψη, πρέπει να γιορτάζεται και να επαναλαμβάνεται ο μύθος: η εμφάνιση και εξαφάνιση της βλάστησης εξετασμένες σαν κοσμικά φαινόμενα...» (Πραγματεία πάνω στην Ιστορία των Θρησκειών, 1992, σελ. 396).

Θρήνοι και μοιρολόγια αντίστοιχα προς τη λατρεία του Ταμμούζ απαντώνταν στην Ελλάδα για τον αδικοχαμένο Άδωνη, τον μεγάλο έρωτα της θεάς Αφροδίτης. Το ίδιο συμβαίνει με τον θάνατο του Βάαλ στη μυθολογία της Ουγκαρίτ και με τον Νεργκάλ των Ασσυρίων. Στη Φοινίκη, η ταφή και η ανάσταση περιστρεφόταν γύρω από τον θεό της γονιμότητας Βάαλ. Όταν ο θεός του Κάτω Κόσμου, ο Μοτ αιχμαλώτισε τον Βάαλ, επικράτησε ανομβρία και ξηρασία στη Γη. Τότε οι άλλοι θεοί με επικεφαλής τον Ελ, τον θεό Ήλιο και πατέρα τού Βάαλ αναζήτησαν τον χαμένο θεό και μετά επτά χρόνια τον βρήκαν και τον έφεραν στον Επάνω Κόσμο. Μ' αυτόν τον τρόπο ο κύκλος ζωής-βλάστησης επανήλθε στη Γη. Στο μεταξύ η Άναθ, η αδελφή του Βάαλ σκότωσε τον Μοτ με το σπαθί της, τον έκαψε και σκόρπισε την τέφρα του στους τέσσερις ανέμους. Ο μύθος όμως αναφέρει ότι ο Μοτ επανήλθε στη ζωή και η πάλη ανάμεσα στους δύο θεούς ξανάρχισε, σ' ένα ατέλειωτο αιώνιο παιχνίδι ζωής και θανάτου, ταφής και ανάστασης.

Στη Φρυγία και τη Λυδία το ζευγάρι αποτελούσαν η μητέρα των θεών Κυβέλη και ο πανέμορφος άγριος Άττις. Τον Αττη –που στη Φρυγία και τη Θράκη τον ταύτιζαν με τον Σαβάζιο, ο οποίος με τη σειρά του από τον 4ο αιώνα ταυτίζεται με τον Διόνυσο– κατά την παράδοση τον ξέσκισε ένας αγριόχοιρος, αλλά μετά ακολούθησε η ανάσταση του. Η λατρεία του ήταν οργιαστική και ετελείτο σε δύο φάσεις. Κατά την πρώτη οι πιστοί με θορυβώδεις εκδηλώσεις εξέφραζαν το πένθος τους για τον θάνατο του πανέμορφου θεού, ενώ κατά τη δεύτερη γιόρταζαν με όργια την ανάστασή του. Στο τελετουργικό της λατρείας τού Άττη, μίμοι-ιερουργοί τοποθετούσαν σε φορείο το ξύλινο είδωλο του θεού ύπτιο, ενώ με ρυθμικές κινήσεις και θρήνους εκδήλωναν το πένθος τους για τον θεϊκό νεκρό. Οι ιερείς έπλεναν το άγαλμα του θεού στο ποτάμι και το περιέφεραν πάνω σε μια άμαξα. Ακολουθούσε η μίμηση της ανάστασης και ο ιερέας έχριε με ιερό μύρο τους θρηνώντες. Μ' αυτόν τον τρόπο τις εκδηλώσεις της απελπισίας διαδέχονταν οι γιορτές της χαράς. Ο Άττις ανασταινόταν και έτσι η χαρά και το φως ξαναγύριζαν μαζί με την άνοιξη στη Γη. Η λατρεία της Κυβέλης και του Άττη ήταν οργιαστική και πολλές φορές οι πιστοί τους αυτοευνουχίζονταν. Ο αυτοευνουχισμός προερχόταν από την άγρια έξαψη που μεθούσε εκείνους που συμμετείχαν στους οργιαστικούς εορτασμούς των θεών της βλάστησης. Οι τελετές αυτές, όπως βλέπουμε, αποτελούν επανάληψη μιμοδραματικής αναπαράστασης των πανάρχαιων ταφικών εθίμων. Παράλληλα πολλοί μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών τονίζουν ότι τη μιμοδραματική αυτή τελετουργία τού πάσχοντος, θνήσκοντος και στη συνέχεια αναστάντος θεού την υιοθέτησε –τουλάχιστον ως προς το τελετουργικό της– και ο Χριστιανισμός. Ο εθνομουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας αναφέρει ότι: «Ανέκαθεν η Μητέρα Θεά θρηνεί αυτήν την εποχή τον νεκρό γιο της ή την κόρη της ή τον αγαπημένο της...., περιμένοντας την ανάστασή τους, δηλαδή την ανάσταση της φύσης. Το στοιχείο αυτό το συναντάμε σε διάφορους πολιτισμούς έτσι όπως επιβίωσε μέσα στη χριστιανική θρησκεία και ιδιαίτερα στον θρήνο της Παναγίας: Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα...» (Αγγελικοπούλου, Β., 1998).

Αυτό ήταν επόμενο, αφού οι πιστοί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα διατηρούν και διαιωνίζουν το τελετουργικό της θρησκείας τους, που πέρασε και στη λατρεία του αληθινού Θεού. Μόνο κάτω απ' αυτήν την έννοια η χριστιανική ταφή και ανάσταση έχει ως πρότυπό της την αντίστοιχη ταφή και ανάσταση του Ταμμούζ και των άλλων «θνησκόντων» θεών της Ανατολής, αν και στην ουσία αυτοί ως θεοί της Βλάστησης αναφέρονταν κυρίως στην αναγεννάμενη φύση.

Εξάλλου, όπως αναφέρεται στον Άτλαντα της Παγκόσμιας Ιστορίας (Καθημερινή 1997, σελ. 73): «Οι περισσότερες από τις αρχαίες θρησκείες έσβησαν, αν και ενίοτε επηρέασαν τις θρησκείες που επιβίωσαν, και λατρευτικές πρακτικές διασώζονται σήμερα σε άλλες θρησκείες».

Στην Αίγυπτο, ο αντίστοιχος μύθος συνδέεται με την Ίσιδα και τον Όσιρη. ενώ η γονιμοποιός δύναμη της Γης είναι ο ποταμός Νείλος, αφού η Αίγυπτος ήταν η μοναδική αρχαία χώρα στην οποία τη θέση του αρσενικού Ουρανού κατείχε η θηλυκή θεότητα Νουτ.

Η Ίσιδα ήταν η προσωποποίηση της Γης, ενώ ο αδελφός και σύζυγός της, Όσιρις ήταν η προσωποποίηση του Νείλου, που γονιμοποιούσε τη γη της Αιγύπτου. Ο Ώρος, ο γιος τους, ήταν η προσωποποίηση της βλάστησης. Ο Όσιρις πεθαίνει –δολοφονημένος από τον αδελφό του, τον κακό θεό Σετ. Ο Ώρος, όμως, μεγαλώνει και γίνεται Όσιρις συντηρώντας έτσι τον ατέλειωτο κύκλο ζωής και θανάτου. Στη θεϊκή λατρεία των αρχαίων Αιγυπτίων όλα βρίσκονται σε μια αδιάρρηκτη σχέση και αλληλεξάρτηση και κάτω από την τριπλή θεότητα Ίσις-Όσιρις-Ώρος δεν βρίσκονταν τρεις χωριστές οντότητες, αλλά τρεις όψεις ενός και του αυτού θεού. Οι μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών βλέπουν μιαν αντιστοιχία του Ώρου με τον Ιησού Χριστό και μια αντίστοιχη ταύτιση της Παρθένου Μαρίας με την Ίσιδα, αφού κατά τον H.G. Wells «πλεῖστα ὃσα συνεισέφερε ἡ ἀλεξανδρινή λατρεία εἰς τήν χριστιανικήν σκέψιν καί τό τυπικόν τῆς χριστιανικῆς θρησκείας».

Ομοίως και ο Παναγής Λεκατσάς στο βιβλίο του «Το Θείον Βρέφος» (1996) αναιρεί: «Ἡ εὐνοούμενη παράσταση τῆς Ἲσιδας και Ἰστάρ εἶναι ἡ πιό γνώριμη παράσταση τῆς Βρεφοκρατούσας Θεϊκῆς Μητέρας. Τό ἂμεσο ἀντίστοιχο τῆς Ἲσιδας τῶν Αἰγυπτίων, της Δήμητρας τῶν Ἑλλήνων καί τῆς ἰνδικής Ganga ἢ Θεάς τοῦ Ποταμού, εἶναι ἡ πιό γνώριμη στην Κίνα γυναικεία θεότητα, ἡ Shing Moo ἢ Ἁγία Μητέρα: ἡ φεγγαρική βασίλισσα τῶν Οὐρανών, ἡ γεννήτρια των 33333 πλασμάτων. Τίποτα δέ σάστισε τόσο τούς ἱεραπόστολους σάν πρωτοφτάσανε στήν Κίνα, ὃσο ἡ εἰκόνα τῆς δέσποινας αὐτῆς, ὃπου ἀνακαλύψανε (ἢ νομίσαν πώς ἀνακαλύψανε) τήν πιό ἐκπληκτική ὁμοιότητα μέ τήν Παρθένο Μαρία».

Στους Χετταίους (Χιττίτες) ο θεός που πεθαίνει και ανασταίνεται είναι ο Τελεπινός (Τελίπινους), που αποτελεί ζευγάρι με τη θεά Χατέπινους. Στον λαό αυτόν, όμως, το μυστήριο παρουσιάζει μια σημαντική διαφορά από τους μύθους των γειτονικών λαών. Στο ξύπνημα, στην ανάσταση δηλαδή του θεού, σημαντικό ρόλο παίζει η μέλισσα. Το γεγονός αυτό οδήγησε πολλούς ερευνητές στη σκέψη ότι ίσως το ιερατείο των Χετταίων είχε συλλάβει τον σπουδαίο ρόλο που παίζουν τα έντομο στον κύκλο της ανανέωσης της φύσης.

Ο αντίστοιχος βαβυλωνιακός μύθος στην Ελλάδα, όπως ήδη αναφέραμε, σχετίζεται με τον μεγάλο έρωτα της θεάς Αφροδίτης, τον αδικοχαμένο Άδωνη –φοινικικής καταγωγής. Άλλωστε στην ίδια τη Φοινίκη με την είσοδο του Ήλιου στο θερινό ηλιοστάσιο τιμούσαν τον Άδωνη, αφού ταυτόχρονα άνθιζε το «ρόδο της Δαμασκού», μια ιδιαίτερη ανεμώνη που ήταν αφιερωμένη στη λατρεία του. Αυτή ακριβώς η λατρεία του Άδωνη και της Αφροδίτης αντιστοιχούσε στον ετήσιο κύκλο του θανάτου και της ανάστασης της φύσης με τη βλάστηση και την καρποφορία και φυσικά ανάγεται στους τελετουργικούς τύπους που αναφέρονται στη γονιμότητα.

Ο Άδωνις ήταν ένας νέος με θεϊκή ομορφιά, που όταν τον πρωτοαντίκρυσε η Αφροδίτη θέλησε να τον κρατήσει για πάντα κοντά της. Δυστυχώς όμως ο πανέμορφος νέος βρήκε τραγικό θάνατο κατά το κυνήγι ενός κάπρου. Η παράδοση αναφέρει ότι από το αίμα του Άδωνη φύτρωσαν τα κατακόκκινα τριαντάφυλλα, ενώ από τα δάκρυα της Αφροδίτης, για τον χαμό του αγαπημένου της, οι ανεμώνες ή αντίστοιχα ότι από το αίμα του Άδωνη φύτρωσαν ανεμώνες, όπως είχαν φυτρώσει βιολέτες και ρόδα από το αίμα του Άττη, όταν οι δύο αυτοί νεαροί θεοί ψυχορραγούσαν.

Τα Αδώνια –οι διήμερες γιορτές προς τιμήν του Άδωνη– γιορτάζονταν συνήθως την άνοιξη, όταν η φύση βρισκόταν στο μεγαλείο της, η βλάστηση οργίαζε και τα άνθη –μετά τον άγονο χειμώνα– είχαν καλύψει τη γη.

Την πρώτη ημέρα της γιορτής μαυροφορεμένες γυναίκες στόλιζαν το ξύλινο ομοίωμα του θεού με λουλούδια κλαίγοντας και μοιρολογώντας. Η γιορτή είχε λαϊκό χαρακτήρα και στην περιφορά του ξύλινου ομοιώματος του θεού νεαρές κοπέλες το έραιναν με άνθη, ενώ κατά διαστήματα έψελναν τραγούδια και θρήνους αφιερωμένους στον αδικοχαμένο Άδωνη και στον άτυχο έρωτά του με την Αφροδίτη.

Τότε ακριβώς παρουσιάζονταν και «οι κήποι τον Αδώνιδος». Οι γυναίκες κατά την περιφορά τού πρόωρα χαμένου θεού, μαζί με το κέρινο ομοίωμά του, παρουσίαζαν και φυτά σε μικρές γλάστρες, που είχαν παρασκευαστεί από προηγούμενες ημέρες –μάραθο, στάρι ή κριθάρι– έτσι ώστε να ανθίσουν την ημέρα της περιφοράς του ομοιώματος του θεού. Η πένθιμη αυτή τελετή κατά το Ν.Γ. Πολίτη (1920) αποτελούσε τη συμβολική πράξη της καταστροφής της βλάστησης κατά τον παγερό χειμώνα και της αναγέννησής της κατά την άνοιξη.

Ο Άδωνις έχει την προσωνυμία του «ποιμένα του ουρανού», του «ουράνιου ποιμένα» και ακόμα του «αληθινού Υιού». Όταν κατεβαίνει στον Άδη, ανακηρύσσεται άρχοντας των νεκρών και έτσι παίρνει και την προσωνυμία «ποιμένας της γης». Κατά την ανάστασή του, όταν τερματίζεται η παραμονή του στο βασίλειο των νεκρών και κατευθύνεται στον Επάνω Κόσμο, ανασταίνεται και παίρνει μαζί του και τους νεκρούς.

Τη δεύτερη ημέρα της γιορτής, μετά τον συμβολικό του θάνατο, οι γυναίκες έπλεναν το άγαλμά του, το άλειφαν με αρώματα και το τύλιγαν σ' ένα σκουροπράσινο σάβανο. Στη συνέχεια το έφερναν πίσω με τραγούδια χαράς λέγοντας ότι ο θεός αναστήθηκε.

Σύμφωνα με τους μελετητές της Συγκριτικής Ιστορίας των Θρησκειών, οι αντίστοιχες αναλογίες με τη χριστιανική θρησκεία είναι εντυπωσιακές, αφού, όπως σημειώσαμε, το τελετουργικό των αρχαίων θρησκειών πέρασε στη λατρεία του Θεανθρώπου και όλο αυτό το τελετουργικό θυμίζει τη Μεγάλη Παρασκευή σ' έναν χριστιανικό ναό. Το ξύλινο ομοίωμα του Χριστού έχει αποτεθεί πάνω στον ανθοστολισμένο Επιτάφιο, ενώ ολόγυρα μαυροφορεμένες γυναίκες μοιρολογούν. Κατά την περιφορά του Επιταφίου, οι μυροφόρες ραίνουν τον νεκρό Ιησού με λουλούδια και οι πιστοί ακολουθούν μέσα σε πένθιμη και κατανυκτική ατμόσφαιρα. Όπως βλέπουμε, το αρχαϊκό αυτό τελετουργικό ριζωμένο στη συνείδηση των πιστών από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν επόμενο να διατηρηθεί και να παγιωθεί και στη λατρεία του Σωτήρος Χριστού. Οι μελετητές των αρχαίων θρησκειών υποστηρίζουν ότι το έθιμο της προσφοράς λουλουδιών στους νεκρούς οφείλεται στους Χαναναίους. Τα δε λουλούδια συνδέονται με τη μυστικιστική αντίληψη του θανάτου και της ανάστασης.

Οι ειδικοί μελετητές των Θρησκειών υποστηρίζουν ότι όπως ο Άττις, ο Άδωνις, ο Όσιρις και οι άλλοι θεοί της Ανατολής, έτσι και ο Ιησούς πέθανε και ύστερα αναστήθηκε. Οι ομοιότητες αυτές ισχυρίζονται ότι συνετέλεσαν στο να εξαπλωθεί ο Χριστιανισμός στον μικρασιατικό ελληνικό κόσμο, αφού ο νέος Σωτήρας είχε την ίδια αποστολή, τα ίδια καθήκοντα και τις ίδιες ιδιότητες που είχαν οι θεότητες των μυστηριακών θρησκειών της Ανατολής. Ο H.G. Wells στην Παγκόσμια Ιστορία του γράφει σχετικά ότι: «Δέν πρέπει νά ἐκπληττώμεθα, ἐάν ὁ διστακτικός προσήλυτος καί μαθητής ἐντός ὀλίγου ἐπανῆλθεν εἰς τάς παλαιάς γνωστάς του ἰδέας τοῦ ναοῦ καί τοῦ βωμοῦ, τῆς ἀγρίας θεότητος καί τῶν ἐξιλαστήριων ἱεροτελεστιῶν, τοῦ ἁγιασμένου ἱερέως καί τῆς μαγικῆς εὐλογίας..... Φυσικόν ἦτο, ἐπίσης διά τόν Χριστιανισμόν νά ἐγκολπωθῇ τάς μεθόδους τῶν λαϊκῶν θρησκειῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Οἱ ἱερείς του ἀπεδέχθησαν τά χαρακτηριστικά ἐνδύματα τῶν Αἰγυπτίων ἱερέων... καί ἡ μία ἀπομίμησις ἠκολούθησεν τήν ἂλλην. Ὀλίγον κατ' ὀλίγον ἡ ἀρχική ἐπαναστατική διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἐτάφη ὑπό τόν ὂγκον τῶν ἐξωτερικών δανείων τύπων λατρείας, οἱ ὁποίοι ὁλονέν συνεσσωρεύοντο».

Στο ίδιο κεφάλαιο της Παγκόσμιας Ιστορίας του ο H.G. Wells θεωρεί ότι για ένα απροσδιόριστο χρονικά διάστημα έλαβε χώρα μια σημαντική θεοκρασία μεταξύ των αρχαίων ανατολικών θρησκειών και του Χριστιανισμού. Πιστεύει ότι για να αποφύγει ο Χριστιανισμός το ιουδαϊκό Σάββατο υιοθέτησε τη μιθραϊκή ημέρα του Ήλιου, την οποία ονόμασε Κυριακή, την άφθονη χρήση κεριών στις θρησκευτικές ιερουργίες, την παράδοση της προσκύνησης των ποιμένων και ένα πλήθος άλλων δευτερευουσών τελετουργικών ιεροτελεστιών.

Ομοίως και ο Γ. Κορδάτος, στο βιβλίο του «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός» (Β' τόμος, 1975), αναφέρει: «Ὁ χριστιανισμός ὂχι μόνον πήρε πολλά δάνεια ἀπό τήν ἀρχαία ἐλληνική φιλοσοφία γιά νά μπορέσει νά τά βγάλει πέρα στήν ἰδεολογική του πάλη, μά καί πῆρε καί πολλά λατρευτικά στοιχεία ἀπό τόν ἀρχαῖο κόσμο καί πολλές ἀπό τίς ἑορταστικές του συνήθειες».

Και συνεχίζει γράφοντας: «Οἱ χριστιανοί μιά πού οἱ πιό πολλοί προέρχονταν ἀπό τόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο, ἒφεραν μαζί τους καί τήν τελετουργική διακόσμηση τῶν ναῶν τους καί κυρίως τῶν μυστηριακῶν τελεστηρίων. Ἒτσι οἱ χριστιανικοί ναοί στό ἐσωτερικό τους κράτησαν τό βωμό καί πολλά σύμβολα τοῦ Ὀρφισμοῦ καί τῆς μυστηριακής λατρείας τοῦ Διονύσου. Ἓνα μεγάλο μέρος ἀπό τό τυπικό τῆς παράστασης τῆς ἀρχαίας τραγωδίας –δηλ. τό διονυσιακό τελετουργικό στοιχεῖο της– μεταφέρθηκε καί στους χριστιανικούς ναούς» (σελ. 297).

Ο Παναγής Λεκατσάς στο «Θείον Βρέφος» (1996) υποστηρίζει ότι ουσιαστικά ο θνήσκων θεός, που πεθαίνει στο τέλος της μιας χρονιάς και ξαναγυρίζει στην αρχή της άλλης, είναι ένα είδος αποδιοπομπαίου τράγου. Αυτός παίρνει μαζί του όλα τα κακά, και εξαγοράζει με τον θάνατό του τη σωτηρία του κόσμου από τη συντέλεια, ανανεώνοντάς τον αντίστοιχα με τη γέννησή του, ενώ ταυτόχρονα εγκαινιάζει μια νέα –πιθανώς– ευτυχέστερη περίοδο. Αυτό σημειώνει και ο συγγραφέας Γ. Β. Σιέττος. που γράφει χαρακτηριστικά ότι: «Η ύπαρξη αυτών των αρχαίων μύθων περί βασανισμών, θανάτου και ανάστασης ενός θεού μαρτυρά μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη στο θρησκευτικό αίσθημα των ανθρώπων, ότι δηλ, κάτι δεν πάει καλά στην ηθική τάξη του κόσμου και ότι μόνο η εξαγνιστική θυσία ενός θεϊκού όντoς μπορεί να διορθώσει την κατάσταση· τέλος με τα πάθη και την ανάσταση του Γιου του Θεού ο μύθος βρίσκει την πραγμάτωση και δικαίωσή του» (Χριστιανικά Μυστήρια, 1995, σελ. 91).

Τέλος, ο Δ.Γ. Χιώνης στο βιβλίο του «Η αποκάθαρση του Χριστιανισμού από τα εβραϊκά στοιχεία» (1996) γράφει σχετικά: «Πρέπει να τονιστεί εδώ πως πολλά απ' τα στοιχεία της τελετουργικής λατρείας του Άδωνι, αν όχι βέβαια όλο το πλαίσιο των τελετών, κληρονόμησαν, οι Χριστιανοί, και με τα οποία στοιχεία έντυσαν μάλιστα τα πάθη του Χριστού, όπως μας λέει ο Frajer. Τέλος, αν κρίνουμε, από το έντονο πάθος των νεκρώσιμων για τον Άδωνι θρήνων και κοπετών, θα δούμε, ότι επρόκειτο για συγκλονιστικό θρησκευτικό δράμα, με γλυκειά και χαρμόσυνη απολυτρωτική μέσω της Ανάστασης απόληξη, που την εσωτερική, θεολογική και δογματική πλοκή του μας την κρύψανε, όπως μας αποκρύψανε όλα τα αντίστοιχα θρησκευτικά απόρρητα των Ελευσίνιων Μυστηρίων».

Σχεδόν παρόμοια είναι η αντιμετώπιση του ίδιου θέματος από το Μ.Σ. Μεγαλομμάτη (1996), ο οποίος σχετικά αναφέρει: «Το φανατισμένο άρρωστο πάθος των οπαδών του Άδωνη για τα "Πάθη" του Άδωνη (είδος μεσίτη-σωτήρα-μεσσία), οι νεκρολατρικές και χθόνιες τελετουργίες και περιφορές του Επιτάφιου του Άδωνη, η ετήσια "ανάστασή" του (και οι σχετικές τελετουργίες) ως συμβατή με την άνοιξη και τον κύκλον του έτους, η πίστη στη νίκη του Άδωνη επί του Κάτω Κόσμου, όλα αυτά που κατάγονται από τον βαβυλωνιακό Ντουμουζί και τον Νεργκαλισμό της Κούτχα, ανευρίσκονται αυτούσια μέσα στον Χριστιανισμό».

Για μας το σημαντικό δεν είναι να απορρίψουμε τα πάντα με μια μονοκονδυλιά. Το κυριότερο είναι να δεχτούμε αφ' ενός μεν την ύπαρξη του ενός και μοναδικού Θεού, αφ' ετέρου δε ότι θέματα όπως η «άμωμη σύλληψη», η «ανάσταση», η «ανάληψη» κ.ά. ήταν ήδη γνωστά στις μυστηριακές λατρείες της Ανατολής και της Ελλάδας. Και βέβαια να θεωρήσουμε όλα αυτά ως τα απαραίτητα γεγονότα προπαρασκευής του κόσμου για την έλευση επί της Γης του «Υιού και Λόγου» του Θεού, του μοναδικού Ιησού Χριστού.

Μέσα απ' αυτή τη θέση, μπορούμε να πούμε ότι η χριστιανική θρησκεία, που νίκησε και εξαφάνισε τους μεγάλους θεούς του Ολύμπου και της Ανατολής, σε αρκετές περιπτώσεις αναγκάστηκε να συμβιβαστεί προς τα λαϊκά πατροπαράδοτα έθιμα και τις μεταφυσικές αντιλήψεις του λαού. Αρχικά έδειξε την ανοχή της σε κάποια λαϊκά λατρευτικά έθιμα, ενώ στη συνέχεια ενέταξε κάποια άλλα στο εκκλησιαστικό τυπικό, ειδικότερα από τη στιγμή που πύκνωσαν τις τάξεις της οι Εθνικοί και έκοψε τούς ισχυρούς δεσμούς που την ένωναν με τον Ιουδαϊσμό. Ίσως ορμώμενοι απ' αυτά τα μυστηριακά κατάλοιπα, οι Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά και οι καθολικοί της Νότιας Ευρώπης, βιώνουν δραματικά τον σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού και το μυστήριο της Αναστάσεώς του, λαμπρύνοντας το Πάσχα, ενώ αντίθετα οι Βόρειο-Ευρωπαίοι χριστιανοί κλίνουν προς το μυστήριο της Γέννησης του Κυρίου, τιμώντας με μεγαλοπρέπεια τα Χριστούγεννα.

Τα κατάλοιπα της πανάρχαιας λατρείας του Άδωνη φαίνονται και στους παρακάτω στίχους του αρχαιολάτρη ποιητή μας Άγγελου Σικελιανού, που αναφέρει ότι μέσα στα λουλούδια του Επιτάφιου:

«Τό ὁλόαχνο σμάλτο
τοῦ πεθαμένου του Ἄδωνη ἦταν σάρκα
 πού πόνεσε βαθιά».
Παρόμοια συλλαμβάνει το ίδιο θέμα και ο Κωστής Παλαμάς:
«Στά ἐντάφια λευκά σάβανα
γυρτός ὁ ἐσταυρωμένος
εἶν' ὁλόμορφος Ἄδωνις
ροδοπεριχυμένος».

Αυτά τα πανάρχαια έθιμα επηρέασαν και τον Σεφέρη, που έγραφε στο ημερολόγιο το: «Συχνά, ὃταν πηγαίνω στην Ἀκολουθία της Μεγάλης Παρασκευής, μοῦ είναι, δύσκολο νά προσδιορίσω ἂν ὁ θεός που κηδεύεται εἶναι ὁ Χριστός ἤ ὁ Ἄδωνις».

Όπως εξάλλου αναφέρει ο καθηγητής ΓΚ. Σπυριδάκης (1966): «Εἰς τόν βίον τοῦ λαοῦ τοῦ τε ἑλληνικοῦ καί ἂλλων τῆς Εὐρώπης, παρατηρεῖται ἡ ὓπαρξις θρησκευτικῶν καί λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ της Ἀρχαιότητος, εἰδικώτερον δέ ἀπό τούς ἑλληνορωμαϊκούς καί τούς κατόπιν πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Τότε πολλά στοιχεῖα τῆς λαϊκῆς σήμερον θρησκείας και λατρείας παρελήφθησαν ἀκόμη καί ἀπό τούς Ἀνατολικούς λαούς, τούς Ρωμαίους κ.ἂ., καί τά ὁποῖα ἀργότερον περιεκαλύφθησαν πολλαχοῦ ὑπό χριστιανικῶν. Ταῦτα δέ εἶναι καί τά περισσότερον χαρακτηριστικά εἰς τήν λαϊκήν σήμερον θρησκευτικήν πίστιν, τήν εὑρισκομένην εἰς στενωτέραν συνάφειαν πρός τήν ἐπίσημον θρησκείαν, τήν χριστιανικήν· π.χ. ἑορταστικά ἒθιμα κατά τήν πρώτην τοῦ ἒτους, τά Χριστούγεννα, τά Θεοφάνεια, τό Πάσχα· εἶτα ἡ λαϊκή λατρεία της Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων, ὡς τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τοῦ προφήτου Ἠλία, τοῦ Ἁγ. Γεωργίου κ.ἂ., προσέτι και ἐπῳδαί, εὐχαί κλπ.».

Τα ίδια υποστηρίζει ο R. Jolivet (1955): «Ὁ Χριστιανισμός ἐδανείσθη ἀπό τήν Ἑλληνική παράδοσι τυπικά λατρευτικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἀφομοίωσε ὡς βοηθητικό ὑλικό ἐξωτερικεύσεως, ἀλλά δέν τά προήγαγε σέ πρότυπη μορφή. Ὃπου δέ ἐνεσωμάτωσε στοιχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς σκέψεως, τά διεμόρφωσε σέ ἐσωτερική εὐθυγράμμισι πρός τήν πορεία του κι' ἒτσι περιέσωσε τήν ἱστορική ὑπόληψι καί τήν πνευματική διατήρησι τοῦ Ἑλληνισμοῦ» (Π .Δ. Ηλιάδης, 1960).

Στα Μυστήρια του Διονύσου, στα Ελευσίνια Μυστήρια και στους θρήνους για το χαμό του Άδωνη ή των άλλων «θνησκόντων θεών», κυριαρχούσαν οι άγριες κραυγές πόνου του όχλου και η πομπή του ξύλινου ξόανου του νεκρού θεού με τα ομοιώματα γεννητικών οργάνων περιφέρονταν γύρω από το ιερό των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Όλοι περίμεναν να πέσει η νύχτα για ν' αρχίσουν οι μυστηριακές τελετές, όπου οι μέχρι τότε κλεισμένες στο γυναικωνίτη γυναίκες επιδίδονται σε όργια, αφού ο πανάρχαιος μύθος του θανάτου και της γέννησης με την αναζωογόνηση της βλάστησης, ουσιαστικά ήθελε να εξυψώσει το μυστηριακό και το κτηνώδες της γενετήσιας ορμής.

Οποία διαφορά λοιπόν μεταξύ του Εσταυρωμένου Ιησού και των «θνησκόντων» θεών της Ανατολής! Πόσο ψηλά βρίσκεται ο Θεάνθρωπος και πόσο μεγάλο φαίνεται το μήνυμα και η ιδέα της Ανάστασής του και της τελικής λύτρωσης που τον κάνει να στέκεται στο βάθρο του ως νικητής του χρόνου!

Ο Ιησούς Χριστός υβρίστηκε, ταπεινώθηκε, ραπίστηκε, υπέφερε μόνος χωρίς βοήθεια ή συμπόνια και τέλος σταυρώθηκε για να σώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες τους.

Τι υπέρτατο μεγαλείο!

Ακόμα και στον σταυρό του μαρτυρίου του, ο Εσταυρωμένος θεός της αγάπης προσευχόταν στον επουράνιο Πατέρα του υπέρ των δημίων του, λέγοντας: «πάτερ, ἂφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἲδασι τί ποιοῦσι».

Στη Σταύρωση του Θεανθρώπου, η ανθρώπινη φύση του έφτασε στις πιο απρόσιτες και ανυπέρβλητες κορυφές του θεϊκού μεγαλείου. Ο σταυρικός του θάνατος αποτελεί άλλωστε το αποκορύφωμα της διδασκαλίας του και την υπέρτατη θυσία του για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ουσιαστικά αυτή ακριβώς η σταυρική θυσία ξεχωρίζει τον Ιησού Χριστό από τους θεούς της Ανατολής και τον Χριστιανισμό από τις αντίστοιχες ηλιολατρικές θρησκείες.

Επομένως μ' αυτό το δραματικό στη φύση του γεγονός συντελέστηκε η μεγαλειώδης διαφορά του Εσταυρωμένου Ιησού ως προς τους αρχαίους «θνήσκοντες» θεούς και η πιο σπουδαία στιγμή στις σχέσεις του επουράνιου Πατέρα με τον άνθρωπο. Εξάλλου ο Απόστολος Παύλος παρουσίασε την Ανάσταση του Κυρίου σαν σωτήρια πραγματικότητα, σαν την κορωνίδα του λυτρωτικού του θανάτου.

Αντίθετα με τα παραπάνω, η θλίψη της Αφροδίτης για τον χαμό του αγαπημένου της, όπως και τα κλάματα της Δήμητρας για την αρπαγή της Περσεφόνης, δείχνουν το πένθος για τη νέκρωση της φύσης. Τα δάκρυά τους κατά τους πιστούς αντιστοιχούσαν στη βροχή που ποτίζει τη γη για να δώσει τη νέα βλάστηση. Στον Κάτω Κόσμο, σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, πέρασαν η Περσεφόνη, ο Διόνυσος, ο Ορφέας και ο Άδωνις που όλοι συνέδεσαν το όνομά τους με απόκρυφες εσχατολογικές λατρείες. Οι πιστοί τους ανέμεναν την ανάσταση του θεού, που μέσω αυτής θα περνούσε τον κόσμο από το σκοτάδι στο φως, από τον άγριο χειμώνα στην ήπια άνοιξη, αφού ουσιαστικά μέσα από τα πάθη όλων αυτών των θεοτήτων έπασχε στην πραγματικότητα η θεοποιημένη φύση. Η φύση, η μητέρα Γη, που έτρεφε τα παιδιά της και συνεπώς –κατά τους αρχαίους– έκρυβε όλο εκείνο το μυστήριο της δημιουργικής δύναμης και της συνεχούς αναγέννησής της.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και εστιάζεται ο μεγαλειώδης εορτασμός του Πάσχα από τους Έλληνες και τους άλλους Ορθοδόξους της Ανατολής. Το Πάσχα για την Ελλάδα και την Ανατολή σημαίνει αναγέννηση, πανδαισία χρωμάτων και μεθυστικών αρωμάτων από την ολάνθιστη φύση. Ολόγυρα υπάρχει ένα πανέμορφο σκηνικό που προκαλεί μια έντονη διάθεση εορτασμού. Γι αυτόν τον λόγο όλη η χαρμόσυνη διαδικασία του ελληνικού Πάσχα έρχεται ως φυσικό συμπλήρωμα μιας ψυχικής ανατάσεως. Η άνοιξη, τα έντονα χρώματα, η ανάσταση της φύσης και μαζί τού Σωτήρος Χριστού αναζωογονεί τους πιστούς και τους οδηγεί σ' έναν ανεπανάληπτο εορτασμό.

Σύμφωνα με τον Δ.Γ. Χιώνη: «Ακόμα, κατά τον Ορφέα, η Ανάσταση του νεκρού Θεού σήμαινε την αρχή της ηθικής ζωής που τρεφότανε από τον καρπό του νεκραναστηθέντα σωτήρα. Έτσι, με την αναγεννημένη καρδιά του αναστηθέντος Θεού στον κόσμο, σκορπούσε η αγάπη, η ειρήνη και η καλοκαρδία, μέσα από τα οποία θα ερχότανε επιταχυνόμενη σωτηρία των μυημένων πιστών, γιατί μόνον έτσι η ψυχή του αποθανόντος Μύστη θα ανερχόταν προς το υψηλό ουράνιο στερέωμα και θα παρέμενε πλησίον του Θεού Σωτήρα» (Από τον Ορφέα ως το Χριστό. Εκδ. Άμιλλα, Αθήνα, σελ.79).

Σε όλους αυτούς τους μύθους που αναφέραμε, το αρσενικό, αφού γονιμοποιήσει το θηλυκό –που προσωποποιείται σε θεά υποκαθιστώντας τη μητέρα Γη– προσφέρεται θυσία στο πνεύμα της γονιμότητας. Τελικά, όλο το τελετουργικό της λατρείας των θεών ανήκει στον κύκλο των μαγικών πράξεων και επικλήσεων για την, πρόκληση βροχής, με άμεση συνέπεια την γονιμοποίηση της γης.

Όπως για όλα τα αρχαία Μυστήρια, έτσι και για τα Αδώνια ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Κάποια μαρτυρία υπάρχει από τον Λατίνο πολιτικό και συγγραφέα του 4ου μ.Χ. αιώνα τον Ιούλιο Φίρμικο Ματερνό (Julius Firmicus Maternus), ο οποίος, όταν το 347 μ.Χ. ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, αφιέρωσε το έργο του «Περί των θρησκευτικών πλανών» (De errore profanarum religionum) στους αυτοκράτορες της Δύσης Κώνστα Α' (323–350 μ.Χ.) και της Ανατολής Κωνστάντιο Β' (317–361 μ.Χ.) με σκοπό να τους παροτρύνει να καταργήσουν την ειδωλολατρεία. Στο έργο του αυτό αναφέρει ότι η αναπαράσταση της ταφής και της ανάστασης του Άδωνη κρατούσε μια εβδομάδα και περιελάμβανε τον θάνατο του θεού, τον επιτάφιο θρήνο και την τελετή της ανάστασης. Κατά τη διάρκεια της τελετής μαυροφορεμένες γυναίκες θρηνούσαν γύρω από το ξύλινο ομοίωμα του Άδωνη. Σε μια καθορισμένη στιγμή σταματούσαν οι θρήνοι και τα μοιρολόγια. Ο ιερέας μύρωνε τα χείλη των παρόντων πιστών, ταυτόχρονα ο χώρος του ναού φωτιζόταν και τότε ο ιερέας αναφωνούσε: «Θαρσεῖτε, μύσται τοῦ θεοῦ σεσωσμένοι· ἒσται γάρ ἡμῖν ἐκ πόνων σωτηρία» (Ἒχετε θᾶρρος εὐσεβεῖς πιστοί πού ἒχετε μυηθεῖ στά μυστήρια τοῦ θεοῦ· διότι θά ὑπάρξει γιά ἐσᾶς σωτηρία ἀπό τούς πόνους»).

Τέλος, ακολουθούσαν χαρμόσυνες εκδηλώσεις των πιστών.

Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά όλους αυτούς τους μύθους των αρχαίων λαών της λεκάνης της Μεσογείου, βλέπουμε ότι στο μυστήριο της ταφής και της ανάστασης, το κοινό σημείο είναι ότι εκείνο που πεθαίνει και ανασταίνεται είναι το αρσενικό. Βέβαια ο αρχέγονος σουμεριακός μύθος ομιλεί για τη θεά Ιναννά, που πρώτη κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο, αλλά και σ' αυτόν τον μύθο πάλι ο σπόρος που γονιμοποιεί τη γη είναι αρσενικός, αφού τελικά τη θέση της πήρε ο θεός Ντουμμουζί. Όλοι, λοιπόν, οι μύθοι των λαών της Ανατολής αναφέρονται στους θεούς της γονιμότητας. Συνεπώς η ανάσταση, στην οποία οι λαοί αυτοί πίστευαν συνδεόταν με τη διαρκή ανανέωση της Φύσης, η οποία αλληλοδιαδόχως –με το πέρασμα των εποχών του έτους– αρχικά απονεκρώνεται και στη συνέχεια αναζωογονείται. Η κάθοδος της μητέρας Γης στον Κάτω Κόσμο γίνεται πάντα τον χειμώνα. Για να επανέλθει στον Επάνω Κόσμο, πρέπει να, «ταφεί» ο σπόρος για να δώσει καινούργιο βλαστό. Και ο σπόρος πάντοτε προέρχεται από το αρσενικό. Η κάθοδος του Ντουμμουζί ή του Ταμμούζ και των άλλων θεών στον Κάτω Κόσμο αντιστοιχεί στην περίοδο της σποράς. Τα δάκρυα των πολύπαθων θεών και οι θρήνοι των πιστών γυναικών αντιστοιχούν στη βροχή που ποτίζει τη γη και δίνει τη νέα ζωή, με τα καινούργια βλαστάρια, που «ανασταίνονται» από τον φαινομενικά άψυχο σπόρο. Συνεπώς, γύρω από το φαινόμενο του θανάτου, της «ταφής» του σπόρου, και της βλάστησης, δηλαδή της ανάστασης μιας καινούργιας ζωής, δημιουργήθηκαν τα λεγόμενα «Μυστήρια» κατά τα οποία ενώπιον των μυστών αναπαριστάνονταν οι διάφορες φάσεις της φυσικής λειτουργίας της αναπαραγωγής, ενώ ο λαός συμμεριζόταν τις περιπέτειες του θνήσκοντος θεού και τη χαρά της αναζωογόνησής του. Όταν αργότερα το ιερατείο αποτέλεσε μια πανίσχυρη κλειστή κάστα ανθρώπων, το γεγονός της ταφής και της ανάστασης του γονιμοποιού θεού έγινε μια πολύπλοκη μυσταγωγία, με μυστηριακές λατρείες και ιδιαίτερο τελετουργικό, κτήμα μόνο των ιερέων και των μυημένων, που δημιούργησαν τα λεγόμενα Μυστήρια, στις γιορτές των οποίων ο λαός συμμετείχε χωρίς όμως να πολυκαταλαβαίνει πια το ουσιαστικό περιεχόμενο τους. Ειδικά στα Ελευσίνια Μυστήρια, η Περσεφόνη είναι εκείνη που κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο, δηλαδή το θηλυκό. Ο μύθος αυτός συμβολίζει τη μοναδική περίπτωση κατά την οποίαν ο σπόρος συμβολίζεται με τη θηλυκή θεά. Βέβαια ο ελληνικός κόσμος πίστευε στην ταφή και την ανάσταση ταυ Διόνυσου–Ζαγρέα, που ο μύθος του αποτελούσε κεντρική μυστηριακή λατρεία των Ορφικών. Ο Ζαγρεύς Διόνυσος, τέκνο του Δία και της Περσεφόνης, έλαβε από τον πατέρα του –ήδη από την παιδική του ηλικία– την εντολή να κυριαρχήσει στον κόσμο· γι' αυτόν τον λόγο μισήθηκε από την Ήρα, η οποία με κάθε τρόπο αποζητούσε τον αφανισμό του. Τελικά έβαλε τους Τιτάνες –αντιπάλους του Δία– να τον κυνηγούν. Το θεϊκό παιδί μεταμορφωνόταν σε διάφορα ζώα και κατόρθωνε να διαφεύγει. Κάποτε, όμως, τη στιγμή που είχε μεταμορφωθεί σε ταύρο, οι Τιτάνες τον συνέλαβαν, και αφού τον τεμάχισαν, άρχισαν να βράζουν και να τρώνε τα μέλη του. Ο Δίας παίρνοντας την καρδιά τού γιου του, που του την έφερε η θεά Αθηνά, την κονιορτοποίησε και ράντισε μ' αυτήν τη Σεμέλη, που έτσι έμεινε έγκυος και γέννησε τον Νέο Διόνυσο, σ' αυτόν τον ατέλειωτο κύκλο θανάτου, ανάστασης, γέννησης και ζωής. Ο Δίας, στη συνέχεια, από την τέφρα των κατακεραυνωμένων Τιτάνων δημιούργησε το ανθρώπινο γένος, στο οποίο είναι αναμεμειγμένο το μοχθηρό τιτανικό στοιχείο με το θείο αίμα του Ζαγρέα. Μ' αυτόν τον τρόπο ερμηνεύεται η διάσταση της ανθρώπινης φύσεως και η διαρκής αντιπαράθεση του ανθρώπου προς το καλό και το κακό.

Ο Ζαγρεύς* είναι ο θεός Σωτήρας των Ορφικών και το πάθος του αποτελεί τον πυρήνα των μυστηριακών τελετών τους. Σύμφωνα με τον Δ.Γ. Χιώνη η λατρεία του είναι: η κατ' εξοχήν σωτηριακή θρησκεία, που στηρίζεται στον θνήσκοντα θεό που μέσα από την πολυδύναμη μορφή του Διόνυσου Ζαγρέα θα ταυτιστεί με τον Χριστό. Πάνω σ' αυτό, λέει ο Ιουστίνος: «Ἰησοῦν Χριστόν–Σταυρωθέντα καί ἀποθανόντα καί ἀναστάντα– οὐ παρά τούς παρ' ὑμῖν λεγομένους υἱούς τοῦ Δία καινόν τι φέρομεν».

Αλλά και ο ίδιος είναι υποχρεωμένος να ξαναγυρίσει στη σύγκριση του Ιησού με τον Διόνυσο Ζαγρέα: «υἱόν τοῦ υπέρτατου θεοῦ τόν διασπαραχθέντα καί ἀποθανόντα ἀναστήναι, εἰς οὐρανόν τε ἀνεληλυθέντα ἱστορῶσι καί οἲνον ἐν τοῖς μυστηρίοις αὐτοῦ παραφέρωσιν» («Τόν υἱόν τοῦ ὑπέρτατου θεοῦ πού κατακρεουργήθηκε, ἀπέθανε, ἀναστήθηκε καί ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό ἐξιστορούν καί οἶνον προσφέρουν στίς τελετές του», Από τον Ορφέα ως τον Χριστό, Εκδ. Άμιλλα, Αθήνα, σελ. 71).

Σημειώνουμε ότι ένας θεός, που πάσχει, πεθαίνει, ενώ στη συνέχεια ξαναγεννιέται ανάμεσα στους ανθρώπους και συμμερίζεται τη μοίρα τους, είναι πολύ κοντά τους, με άμεση συνέπεια να κατέχει κυρίαρχο ρόλο στα μυστήριά τους.

Ο αντίστοιχος σουμεριακό-βαβυλωνιακός μύθος συμβολίζεται και στην Ελλάδα από την ταφή και την ανάσταση του Άδωνη, του πανέμορφου θνητού αγαπημένου της θεάς Αφροδίτης.

Εκτός όμως από τον Άδωνη αναλογίες αντίστοιχες υπάρχουν και με τον Μίθρα τον θεό Ήλιο των αρχαίων Περσών, που η λατρεία του ήταν πολύ διαδεδομένη μεταξύ των Ρωμαίων λεγεωνάριων. Ο Μιθραϊσμός, σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Πομπήιος 24), εισήχθη στη Ρώμη, το 67 π.Χ., από πειρατές της Κιλικίας, και ως πολεμικός θεός απέκτησε πλήθος πιστών μεταξύ των στρατιωτών, καθώς και την εύνοια πολλών Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Ο Κόμμοδος, ο Διοκλητιανός, ο Γαλέριος, ο Λικίνιος, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Ιουλιανός κ.ά ήταν οπαδοί του θεού Μίθρα. Ο Μίθρα ήταν ο Sol Invictus, ο Αήττητος Ήλιος, επομένως αήττητος θα ήταν και ο προστάτης του αυτοκράτορας, γι' αυτόν τον λόγο υποστηρίχτηκε από τους εκάστοτε Ρωμαίους αυτοκράτορες και έτσι ο Μιθραϊσμός απέκτησε πολλούς πιστούς.

Η πρώτη ιστορικά επιβεβαιωμένη ένδειξη της λατρείας του στην Ανατολή ανάγεται στον 14ο π.Χ. αιώνα και άντεξε στην πίεση του Χριστιανισμού μέχρι τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Συνεπώς ο θεός αυτός βασίλευσε στις καρδιές των ανθρώπων για 19 ολόκληρους αιώνες. Ο Μίθρα, σύμφωνα με τα ιερά κείμενα, γεννήθηκε σε μια σπηλιά, βοσκοί παραβρέθηκαν στη γέννησή του και Μάγοι –οι ιερείς του Ζωροαστρι–σμού– τον προσκύνησαν, αφού τον θεωρούσαν ενσάρκωση του μεγάλου θεού Αχού–ρα Μάζντα. Κατά την τελετουργία του αντίστοιχου Μυστικού Δείπνου, όπως ανέφερε πρώτος ο R. Ambelain, στο βιβλίο του «Ιησούς ή το θανάσιμο μυστικό των Ναϊτών», (σελ. 220), και αναπαράγεται από τότε στην ελληνική βιβλιογραφία, ο Μίθρα λέγει: «Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου και δεν θα πιεί από το αίμα μου έτσι ώστε να ταυτιστεί μαζί μου και εγώ μαζί του δεν θα λάβει τη σωτηρία» (Martin Vermaseren, «Μίθρα»). Που, όπως λέει, δεν είναι βέβαια διαφορετικό από την αντίστοιχη τελετουργία του Ορφέα, του Διόνυσου ή του Άδωνη, αφού στους Ορφικούς Ύμνους αναφέρεται:

«Αυτός που δεν θα φάει από το σώμα μου και δεν θα πιεί από το αίμα μου, δεν θα ταυτιστεί ποτέ μαζί μου κι εγώ μαζί του και δεν θα λάβει τη σωτηρία της ψυχής του» (Ορφ. Ε', 242–248)*.

Αν, λοιπόν, τα παραπάνω αληθεύουν, η αντιστοιχία είναι καταπληκτική, αφού στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο διαβάζουμε: «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἶμα ἒχει ζωήν αἰώνιον, καί ἐγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῇ ἡμέρα (Ιωάν. ΣΤ', 54).

Τελικά, όταν ο Μίθρα ανεβαίνει στον ουρανό κάθεται δίπλα στον ουράνιο πατέρα του τον Αχούρα Μάζντα και λέει: «όποιος προσεύχεται σε μένα προσεύχεται στον Αχούρα Μάζντα τον Πατέρα μου». Χωρίς αμφιβολία μπορούμε να πούμε ότι μεγάλο μέρος από τα πιστεύω τού Ζωροαστρισμού και του Μιθραϊσμού, όπως οι ιδέες που συνδέονται με την έννοια του θανάτου, του Παραδείσου, της κόλασης ή της τελικής κρίσης βρίσκονται αποτυπωμένες στο τυπικό και των άλλων μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο Χριστιανισμός για να επικρατήσει, έκανε τελικά κάποιες υποχωρήσεις και υιοθέτησε πολλά από τα σύμβολα του Μιθραϊσμού. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν μία πιο ακραία θέση, θεωρώντας ότι οι δύο θρησκείες μάλλον συγχωνεύτηκαν και δεν δανείστηκαν καθόλου στοιχεία η μία από την άλλη, εφ' όσον και οι δυο είχαν κοινή ανατολική προέλευση. Ο Μιθραϊσμός πάντως δεν έσβησε εύκολα, αφού θεμελιώδεις αρχές του υιοθετήθηκαν αρχικά από τους Μανιχαίους και στη συνέχεια από τους Βαλεντιανούς, τους Ουγενότους κ.ά. Πιθανόν η βασική ιδέα του που διασώθηκε μέχρι σήμερα να είναι «το δόγμα της δυαρχίας: ότι το κακό είναι υπαρκτό, όπως και το καλό και ότι η ζωή του ανθρώπου είναι ένας αγώνας ανάμεσα στο καλό και στο κακό» (Γ.Β. Σιέττος, 1985, σελ. 76, Α. Mackey, 1953, τ. 3, σελ. 1312).

Σε κάθε περίπτωση με τον θάνατο, την ταφή και την ανάστασή τους, οι «βλαστικοί» αρχαίοι θεοί συμβολίζουν γενικά τη χειμερία νάρκη του φυτικού βασιλείου και τη θριαμβευτική επάνοδό του στη ζωή μέσα σ' ένα ανοιξιάτικο περιβάλλον.

Ξέχωρα από τους λαούς της Μέσης Ανατολής και τους Έλληνες με τις θρησκευτικές δοξασίες περί ταφής και ανάστασης, άλλες μεγάλες θρησκείες της Εγγύς και Άπω Ανατολής ομιλούν για «μετεμψύχωση» και «μετενσάρκωση». Οι Ουπανισάδες –τα ιερά ινδικά κείμενα– ομιλούν για τη μετενσάρκωση, ενώ ο Βουδισμός αναφέρεται στο «κάρμα», που είναι η κατάσταση στην οποία φτάνουν ολοκληρωμένες οι ψυχές μετά από έναν κύκλο συνεχών μετενσαρκώσεων. Το τελευταίο στάδιο αυτών των μετενσαρκώσεων είναι το Νιρβάνα, η απόλυτη τελειότητα. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι και οι Αιγύπτιοι αναφέρονταν στη μετεμψύχωση, την οποία αντιμετώπιζαν σαν μια κυκλική «κάθαρση» της ψυχής μέχρι την τελείωση του ατόμου.

Όσον αφορά την Παλαιά Διαθήκη, η πίστη στην ανάσταση των νεκρών είναι διάχυτη σε πολλά χωρία της που έμμεσα ή άμεσα αναφέρονται σ' αυτήν. Πάντως στην Παλαιά Διαθήκη, προτυπωτικές της Ανάστασης του Κυρίου, αναφέρονται τρεις μόνον χαρακτηριστικές περιπτώσεις νεκρανάστασης:

α. Του γιου της χήρας της Σαρεπτά στη Σιδώνα, που τον ανάστησε, ύστερα από  θερμή προσευχή, ο προφήτης Ηλίας (Γ' Βασιλειών ΙΖ', 20–24).

β. Του γιου μιας γυναίκας από την πόλη Σουνάμ, της Σουναμίτιδας χήρας, που τον ανάστησε πάλι μετά από θερμή προσευχή ο προφήτης Ελισσαίος (Δ' Βασιλειών Δ', 32–37).

γ. Υπάρχει επίσης η αφήγηση για τη νεκρανάσταση κάποιου άγνωστου άντρα που τον έρριξαν οι συγγενείς του στον τάφο τού προφήτη Ελισσαίου, για να πάρει δύναμη απ' αυτόν και τελικά να αναστηθεί (Δ' Βασιλειών ΙΓ', 21).

Χαρακτηριστικό βέβαια είναι και το χωρίο που αναφέρει ο προφήτης Ησαΐας, μάλλον ποιητικής μορφής, που προαναγγέλλει την ανάσταση των δικαίων κατά την έλευση του Μεσσία: «ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καί ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις...» (Ησαΐας ΚΣΤ', 19).

Επίσης υπάρχει το συμβολικό όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ (ΛΖ', 1–14), που δεν αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός του παρελθόντος, αλλά σε εσχατολογική προσδοκία, όπου τα γυμνά οστά ξαναζωντάνεψαν, αφού γέμισαν με σάρκες και νεύρα, και τελικά θα επέλθη η λύτρωση των συμπατριωτών του, καθώς προσπαθεί να τους ανακουφίσει κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Παράλληλα προφητεύει τη γενική ανάσταση των νεκρών, στην οποία ήδη πίστευαν οι Ιουδαίοι –εκτός από τους Σαδδουκαίους. Ο Ιώβ, όπως φαίνεται από το σχετικό χωρίο (Ιώβ ΙΘ', 26) πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών, η οποία επιβεβαιώνεται κατηγορηματικά –μετά τους Μακκαβαίους (167 π.Χ.)– από τον προφήτη Δανιήλ (IB', 2): «Πολλοί τῶν καθευδό–ντων ἐν γῆς χώματι ἐξεγερθήσονται, οὗτοι εἰς ζωήν αἰώνιον, καί οὗτοι εἰς ὀνειδισμόν καί εἰς αἰσχύνην αἰώνιον» («Πολλοί ἀπ' αὐτούς πού ἐτάφησαν στήν γῆ θά ἐγερθοῦν, ἂλλοι εἰς τήν αἰώνιον ζωήν καί ἂλλοι στην αἰώνια καταφρόνηση καί χλεύη»). Η πίστη αυτή υπάρχει και σε άλλα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, όπως στο Β' Μακκαβαίων (Ζ', 9 και IB', 43–45) και στη Σοφία Σολομώντα (Α', 13. Γ', 7. Δ', 20. Ε', 14 και ΙΣΤ', 13), όπου βέβαια η πίστη αυτή χρησιμοποιείται ως μέσο και κίνητρο για τη μετά θάνατο δικαίωση του κάθε πολεμιστή.

Στο Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ* αναφέρεται ότι η ψυχή παραμένει για τρεις ημέρες γύρω από το σώμα μετά τον θάνατο, προσπαθώντας να ξαναμπεί μέσα σ' αυτό. Απομακρύνεται οριστικά απ' αυτό μόνο μετά από τις τρεις ημέρες, όταν το φθαρτό σώμα αρχίζει να αλλοιώνεται. Αρχικά, στον πρώιμο Ιουδαϊσμό δεν αναγνωριζόταν ούτε αθανασία της ψυχής, ούτε ανάσταση του σώματος. Μετά τον θάνατο, ο νεκρός πήγαινε στον Σεώλ, αντίστοιχο με τον ελληνικό Άδη.

* Καί τήν Τυνδάρεω ἀνάσιασιν καί τήν Διός ἐπί τούτῳ κατ' Ἀσκληπιού ὀργήν.

* Ντουμμουζί, Ταμμούζ, Δαγών, Όσιρις, Άδωνις, Άττις, Σαβάζιος, Τελεπινός, Διόνυσος-Ζαγρεύς κ.ά. είναι τα διάφορα ονόματα που αντιπροσωπεύουν τον αρσενικό θεό, ο οποίος θυσιάζεται για να ακολουθήσει μετέπειτα η ανάσταση του.

* Δεν μπορέσαμε να διασταυρώσουμε αυτήν την πληροφορία και παραπομπή, μολονότι ελέγξαμε τα Ορφικά και τους Ορφικούς Ύμνους (βλέπε βιβλιογραφία). Φαίνεται, όμως, ότι αυτή η αναφορά πρέπει να είναι ψευδεπίγραφη, γιατί στα Σχόλια των Ορφικών (Orphicorum Fragmenta, 243) ανακαλύψαμε την εξής καταγραφή: «Ἁνεγνώσθη βιβλίον πολύστιχον,..., ἅς ὁ συγγραφεύς συμφερομένας πειρᾶται δεικνύειν τῇ τῶν Χριστιανῶν ἀχράντῳ καί ὑπερφυεῖ καί θειοτάτῃ θρησκείᾳ...» (Ἀνεγνώσθη βιβλίον πολύστιχον ... ὃπου ὁ συγγραφεύς προσπαθεῖ νά ἀποδείξει ὃτι ὑπάρχουν θρησκεῖες πού συμφωνοῦν μέ τήν ἀμόλυντο, ὑπερφυεῖ καί θεϊκότατη θρησκεία τῶν χριστιανῶν...), Lob. 1346. Πιθανώς, λοιπόν, να αναφέρθηκε αρχικά από τον Ambelain αυτή η πληροφορία και από τότε αβίαστα αναπαράγεται στην Ελληνική βιβλιογραφία από εκείνους τους συγγραφείς (αντιγραφείς!) που ποτέ δεν ανατρέχουν στην πρωτογενή βιβλιογραφία.

* Το Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ έχει γραφεί στα αραμαϊκά. Είναι μικρότερο σε έκταση από το αντίστοιχο βαβυλωνιακό Ταλμούδ και θεωρείται υποδεέστερό του. Γι' αυτόν τον λόγο δεν άσκησε μεγάλη επίδραση στους Εβραίους. Γενικά, όμως, είναι αξιόλογο έργο γιατί δίνει πολλές πληροφορίες για τη ζωή των Ισραηλιτών στην Παλαιστίνη τους πρώτους πέντε μετά Χριστόν αιώνες.

II ιστορικότητα της Ανάστασης

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΕΛΣΟΣ, Ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, Ο ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, παλαιότερα, ο Ραϊμάρους, ο Στράους, ο Ρενάν και διάφοροι άλλοι ορθολογιστές μελετητές και οπαδοί της αντιρρητικής θεολογίας, πιο πρόσφατα, δεν αναγνωρίζουν καμία αντικειμενική αξία στην Ανάσταση του Ιησού. Τη θεωρούν σαν ένα φαινόμενο καθαρής παραίσθησης!

Πέρα απ' αυτούς, την τελευταία δεκαετία αναφαίνονται εκ μέρους μη ορθοδόξων θεολόγων καινοφανείς διακηρύξεις που αμφισβητούν αυτήν καθ' εαυτή την ιστορικότητα της Ανάστασης του Κυρίου.

Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός βιώνει μυστηριακά –μέσω της λειτουργικής ζωής– την Ανάσταση του Κυρίου, η οποία αποτελεί το ανεπανάληπτο γεγονός της υπέρβασης του θανάτου εκ μέρους του θεανθρώπου. Από τη Σταύρωση του Σωτήρα Χριστού ανέτειλε η Ανάστασή του και απ' αυτήν η σωτηρία των ανθρώπων. Εξάλλου η πίστη στην Ανάσταση του Κυρίου είναι το θεμέλιο του Χριστιανισμού και το κεντρικό σημείο της όλης χριστιανικής διδασκαλίας, αφού η Εκκλησία μας περιλαμβάνοντάς την στο Σύμβολο της Πίστεως, την ανεκήρυξε βασικό δόγμα της θρησκείας μας. Χωρίς τα Πάθη του Ιησού και την Ανάστασή του, που επικυρώνει τη διδασκαλία του, δεν θα υπήρχε η χριστιανική θρησκεία και το έργο του Ιησού θα παρέμενε ανεκπλήρωτο. Η Ανάσταση του Κυρίου υπερκέρασε το επίγειο βασίλειο του Ισραήλ και έδειξε σε όλους την αίγλη της Βασιλείας των Ουρανών.

Αντιθέτως, κύκλοι της αντιρρητικής Δυτικής Θεολογίας αμφισβητούν την ιστορικότητα της Ανάστασης και αποστασιοποιούνται από βασικές θέσεις της Χριστιανοσύνης. Οι ορθολογιστές και υπερκριτικοί, που δεν δέχονται τη δυνατότητα του υπερφυσικού, έστω όπως το οριοθετήσαμε στις αρχές της έρευνάς μας, αντιμάχονται εξ αρχής την Ανάσταση του Χριστού, κλονίζοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια της του Χριστού Εκκλησίας.

Για τους περισσότερους χριστιανούς η Ανάσταση του Κυρίου παραμένει το μεγαλύτερο θαύμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, η απόδειξη της θεότητας του Κυρίου, η κατάργηση του θανάτου και ο θρίαμβος της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι δεν νοείται χριστιανός, ο οποίος να μην δέχεται την Ανάσταση του Κυρίου.

Παρ' όλα αυτά, όμως, οι σκεπτικιστές, οι αντιρρησίες και οι αμφισβητίες του θαύματος της Ανάστασης, τη θεωρούν ως τη «μεγαλύτερη παραίσθηση» των αιώνων. Υποστηρίζουν, χωρίς καμιά απόδειξη και ιστορική τεκμηρίωση, ότι ο Ιησούς μπορεί να λιποθύμησε ή να έπεσε σε βαθύ κώμα ή να έπαθε νεκροφάνεια πάνω στον Σταυρό. Συνήλθε, όμως, στον τάφο Του, δραπέτευσε απ' αυτόν με τη βοήθεια κάποιων μαθητών του και, φυσικά, εμφανίστηκε ολοζώντανος στους υπόλοιπους. Ο λόγος, όμως, φέρνει τον αντίλογο. Επομένως, χωρίς να ξεχνούν την υπερβατικότητα της Ανάστασης του Κυρίου, άλλοι ερευνητές, πιστοί χριστιανοί, διατυπώνουν την άποψη ότι ήταν αδύνατον μετά τη φοβερή μαστίγωση και την, έστω σύντομη, σταύρωση Του να επέζησε ο ταλαιπωρημένος σωματικά Ιησούς. Πώς άλλωστε ο Ρωμαίος κεντηρίων βεβαίωσε τον θάνατο του Ιησού; Και ακόμη πώς θα μπορούσε να δραπευτεύσει ο ημιθανής Ιησούς από τον τάφο του έστω και με τη βοήθεια φίλων του, όταν φύλαγαν τον τάφο του οι στρατιώτες;

Επίσης θεωρούνται αβάσιμες και οι θεωρίες που ανέπτυξαν οι Paulus, Herdez, Hase, ότι ο Ιησούς απλώς έπαθε νεκροφάνεια*, και αφού συνήλθε μέσα στον τάφο του, εφ' όσον δεν είχε πεθάνει, προσποιήθηκε τον αναστάντα.

Συνεπώς ο δόλος στρέφεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, που –όπως τονίζουν οι εγκυρότεροι μελετητές του– δεν ήταν ίδιον του χαρακτήρα Του. Άλλωστε ένας αδύναμος από το μαρτύριο Ιησούς, πώς ήταν δυνατόν –αφού επέζησε από το λόγχισμα του κεντυρίωνα– να ξετυλιχθεί από τα σάβανα, να βρει ρούχα να ντυθεί και τελικά να κυλίσει τον μεγάλο λίθο που έφραζε την είσοδο του μνήματος; Βέβαια όλες αυτές οι απόψεις βασίζονται σε διάφορα απόκρυφα –αμφισβητούμενης αξιοπιστίας και εγκυρότητας– κείμενα που παρουσιάζουν αποσπασματικά στιγμές του βίου του Κυρίου. Για παράδειγμα, το απόκρυφο κείμενο «Βίβλος Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» γράφε χαρακτηριστικά: «Ἐγώ, ὁ Φιλογενής, τότε τούς εἶπα: –Ὑπάρχει ἓνα μνημεῖο στό λαχανόκηπό μου, φέρτε τον ἐκεῖ καί βάλτε τον μέσα, ἐγώ ὁ ἲδιος θά τόν προσέχω. Εἶχα στή σκέψη μου καί στήν καρδιά μου, ὃταν φύγουν οἱ Ἰουδαῖοι καί πᾶνε ὃλοι στά σπίτια τους, νά μπῶ μέσα στόν τάφο τοῦ Κυρίου μου, καί ἀφοῦ τόν μεταφέρω μακριά, νά τόν συνεφέρω μέ διάφορα καρυκεύματα, φάρμακα και μυρωδάτες ἀλοιφές» (Κοπτικό χειρόγραφο No 6804, Ι Βρετανικό Μουσείο).

Σε τέτοια κείμενα αναφέρονται οι αρνητές-σκεπτικιστές Δυτικοί θεολόγοι δημιουργώντας τις όποιες αντιρρητικές υποθέσεις τους για την Ανάσταση του Κυρίου.

Οι αρνητές της Ανάστασης του Ιησού υποστηρίζουν ακόμη, χωρίς τεκμηρίωση, ότι το σώμα του Χριστού μπορεί να έγινε βορά των άγριων σκυλιών ή κάποιοι να το παράχωσαν σε άγνωστη τοποθεσία ή τέλος να το έκλεψαν οι μαθητές του, που μ' αυτόν τον τρόπο θέλησαν να παραπλανήσουν τους υπόλοιπους ανθρώπους, ώστε να πιστέψουν ότι ο Κύριος αναστήθηκε. Ο Reimarus κυρίως, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, θεωρεί ότι οι μαθητές του Χριστού έκλεψαν το σώμα του από τον τάφο λέγοντας ότι αναστήθηκε για να δώσουν ένα θεϊκό υπερφυσικό τόνο στις δοξασίες τους. Ο αντίλογος επικεντρώνεται, όμως, στο γεγονός ότι ο Χριστιανισμός, η θρησκεία που διαδόθηκε και εδραιώθηκε στις καρδιές των πιστών –παρά τους σκληρούς διωγμούς– είναι απίθανο να βασίστηκε σε μια τέτοια απάτη. Εξάλλου όλοι οι Απόστολοι –οι δήθεν υπεύθυνοι της απάτης– βάδισαν ηρωικά προς τον θάνατο χωρίς ποτέ κανείς τους να αποκαλύψει το παραμικρό για κάποιου είδους πλεκτάνη.

Πώς ήταν δυνατόν οι πανικόβλητοι μαθητές του Ιησού μετά τον χαμό τού διδασκάλου τους να βρήκαν τη δύναμη να κλέψουν το σώμα του από τον τάφο;

Πώς ήταν δυνατόν να αψηφήσουν και να αποφύγουν τη ρωμαϊκή φρουρά;

Πώς κατόρθωσαν να κυλίσουν τον μεγάλο λίθο της εισόδου του μνήματος χωρίς να γίνουν αντιληπτοί; Και αν πράγματι το σώμα του Χριστού κλάπηκε γιατί δεν τιμωρήθηκε η φρουρά;

Αυτά είναι βασικά ερωτήματα που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις, γι' αυτόν τον λόγο την εικασία της κλοπής του σώματος του Χριστού από τους μαθητές του απέρριψαν εξ αρχής ως αβάσιμη ακόμη και ορθολογιστές ερευνητές, όπως οι Strauss, Meyer, Schmiedel, Devivier κ.ά.

Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι το σώμα του Κυρίου μπορεί να κλάπηκε, ακόμη και από τους Εβραίους για να σταματήσουν τον Χριστιανισμό πάνω στην άνθισή του. Αυτή η άποψη είναι τελείως απίθανη γιατί οι Εβραίοι αυτό ακριβώς φοβόντουσαν, όπως άλλωστε αναφέρουν οι Ευαγγελιστές, αφού κάλλιστα μπορούσαν να εμφανίσουν τον νεκρό Ιησού αργότερα, όταν άρχισε το κήρυγμα των Αποστόλων για την Ανάσταση του διδασκάλου τους. Οι αρνητές της Ανάστασης του Ιησού Χριστού ισχυρίζονται επιπλέον ότι το σώμα του Κυρίου τοποθετήθηκε επίτηδες σε άλλον τάφο, απ' όπου εύκολα το πήραν οι μαθητές του. Αλλά κι αυτή η εκδοχή δεν στέκει, γιατί ποτέ δεν ακούστηκε τίποτα γι' αυτήν τη δήθεν απάτη.

Ο Γ. Κορδάτος στο βιβλίο του «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός» (Τόμος Α', 1975), υποστηρίζει ότι ο Ιησούς ημιθανής μεταφέρθηκε σε κάποιο κρυφό μέρος από τους ανθρώπους του Ιωσήφ της Αριμαθαίας και του Νικόδημου. Εκεί με διάφορες εντριβές που έκαναν στο σώμα του και με διάφορα διεγερτικά ποτά που του έδωσαν να πιεί, τελικά τον συνέφεραν. Παρέμεινε στο κρησφύγετο του κάμποσες ημέρες για να αναρρώσει και μετά πήγε να δει τους συντρόφους του. Οι Απόστολοι όταν τον είδαν πίστεψαν ότι έγινε θαύμα. Δεν ήταν όμως ασφαλής και έτσι οι συνοδοί του με πολλές προφυλάξεις τον μετέφεραν από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Φαίνεται όμως ότι η υγεία του είχε κλονιστεί σοβαρά. Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με τον Κορδάτο, ο Ιησούς σαράντα ημέρες μετά τη σταύρωσή του, πέθανε, ίσως από κάποια αθεράπευτη μόλυνση, που του δημιούργησαν οι πληγές των χεριών του.

Ίδιες περίπου απόψεις εκφράζει ο Rodney Hoare στο βιβλίο του «The Testimony of the Shroud» (1978). Κατ' αυτόν, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος μετέφεραν τον ημιθανή Ιησού από το μνήμα του στο σπίτι του Νικόδημου. Τον περιποιήθηκαν πολύ και τη Δευτέρα το πρωί ο Ιησούς άρχισε να αναπνέει, αφού επανήλθε στη ζωή μετά από το κώμα στο οποίο είχε περιπέσει κατά τη σταύρωσή του. Ο κεντυρίων, ίσως να είχε δωροδοκηθεί και να κέντησε ελαφρά με τη λόγχη του τον Ιησού, ενώ ταυτόχρονα πιστοποίησε τον θάνατό του, χωρίς αυτός να έχει επέλθει. Όταν ανέλαβε τις δυνάμεις του, του είπαν ότι ξαναγύρισε στη ζωή από τον Άδη, και αυτό πίστευε ο Ιησούς για το υπόλοιπο της ζωής του. Εμφανίστηκε στους μαθητές του, στην οικογένειά του και τέλος «χάθηκε» πάνω στο βουνό ίσως μέσα στην ομίχλη, ή μέσα σ' ένα σύννεφο, για να δώσει κάποιον μυστηριώδη τόνο στην εξαφάνισή του. Κατά τον R. Hoare αυτή ήταν η πιο σωστή πράξη εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Οι αρχές έψαχναν να τον βρουν μετά μάλιστα τις φήμες ότι είχε αναστηθεί. Εάν ήθελε να ζήσει έπρεπε να απομακρυνθεί από την ευρύτερη περιοχή της Ιερουσαλήμ. Ίσως πήγε στην κοινότητα των Εσσαίων στη Νεκρή Θάλασσα, συνδυάζοντας την παρουσία του με την επιστροφή τού «Διδάσκαλου της Δικαιοσύνης» που τόσο πολύ ανέμενε η αδελφότητα. Ίσως πάλι ταξίδεψε στο εξωτερικό, αφού υπάρχει η ακραία θέση ότι επισκέφτηκε μακρινά μέρη, όπως το Πακιστάν ή τη Βόρεια Αμερική! Πιο βολικό βέβαια θα ήταν να είχε πεθάνει λίγο μετά τη σχετική ανάρρωσή του, μη δυνάμενος να ξεπεράσει τα τραύματά του ή απογοητευμένος, όπως λέγει ο R. Hoare, από τον Θεό που υπηρετούσε, ο οποίος τον εγκατέλειψε στον σταυρό του μαρτυρίου του. Ίσως πάλι παντρεύτηκε και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του βίου του στην αφάνεια. Πάντως, κατά τον R. Hoare (1978), Ανάσταση δεν υπήρξε.

Όλα αυτά βέβαια εμπίπτουν στη σφαίρα της φαντασίας του συγγραφέα και στο γενικό πλαίσιο σκέψης των ορθολογιστών υπερκριτικών ερευνητών και συγγραφέων, οι οποίοι με κανένα τρόπο δεν μπορούν να αποδεχτούν το μυστήριο της εκ νεκρών Ανάστασης του Κυρίου και την εκ μέρους του πάταξη του θανάτου.

Επιπλέον, οι αρνητές του θείου λόγου σημειώνουν τις ασάφειες και τις αντιφάσεις των Ευαγγελίων, ως ενδεικτικό στοιχείο της αρνητικής τους θέσης ως προς την Ανάσταση του Χριστού. Ισχυρίζονται ότι τα ελλιπή και σχεδόν αινιγματικά στοιχεία που υπάρχουν για την Ανάσταση του Χριστού δημιουργούν τεράστια προβλήματα στους μελετητές-ιστορικούς, Ο αντίλογος όμως υποστηρίζει ότι αυτές ακριβώς οι ασάφειες είναι το δυνατότερο στοιχείο της αλήθειας. Οι Ευαγγελιστές δεν συνεννοήθηκαν για να παρουσιάσουν μια πλαστή ιστορία, ούτε υπήρχε συνεργασία μεταξύ τους για να παρουσιάσουν κάτι το ομοιόμορφο. Οι αναφορές τους δείχνουν ακόμα την πίστη τους στο μέγα γεγονός της Ανάστασης του Κυρίου, με το να παρουσιάζουν και να παραδέχονται ουσιαστικές λεπτομέρειες, ότι αρχικά δηλαδή δεν επίστευσαν σ' αυτήν ούτε οι μαθητές του και προς στιγμήν παραγνώρισαν τον αναστάντα διδάσκαλο τους. Οι αντιρρησίες επιμένουν ότι όσον αφορά την Ανάσταση του Κυρίου αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρξαν, ούτε κανείς Ευαγγελιστής περιγράφει λεπτομερώς το μέγα γεγονός της Ανάστασης του Ιησού. Επίσης, όλες οι αφηγήσεις και οι αναφορές για τα πρόσωπα που είδαν τον αναστημένο Χριστό, για το μήνυμα που μετέφεραν στους μαθητές του και για τον τόπο, όπου έγιναν οι συναντήσεις διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους. Τι κι αν η Εκκλησία υποστηρίζει ότι τα τέσσερα Ευαγγέλια και οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου είναι οι ιστορικές πηγές της Ανάστασης του Κυρίου; Οι αρνητές υποστηρίζουν ότι ο κενός τάφος ήταν επινόηση του Μάρκου, που –όπως αναφέραμε έγραψε το πρώτο Ευαγγέλιο– και την άποψη αυτή υιοθέτησαν και οι άλλοι Ευαγγελιστές. Όσον αφορά την άποψη του Αποστόλου Παύλου (Α' προς Κορινθίους Επιστολή) όπου σαφώς αναφέρεται ότι ο Ιησούς εμφανίστηκε σε πολλά άτομα, οι αντιρρητικοί θεολόγοι, χωρίς να βγάζουν ψεύτη τον Απόστολο των Εθνών, αναρωτιούνται μεταξύ τους τι ακριβώς είδαν αυτοί οι «αυτόπτες» μάρτυρες. Τι είδους εμπειρία ένιωσαν και πώς αισθάνθηκαν την «υλοποίηση» της Ανάστασης του Ιησού Χριστού;

Πάντως, όσο κι αν η επιστήμη έχει κάνει τεράστιες προόδους και άλματα, δεν μπορούν τα πάντα να εξηγηθούν ορθολογιστικά. Δεν είναι δυνατόν οι υπερφυσικές αλήθειες της πίστεως να ερμηνεύονται με καθαρά λογικές και ενδεικτικά σωστές επιστημονικές προτάσεις. Αυτό είναι αδύνατον και απ' αυτόν τούτον τον ορισμό της Επιστήμης. Πιθανώς πολλά θαύματα των θρησκειών να εξηγούνται σήμερα από τη σύγχρονη Φυσική, παράλληλα, όμως, είναι πιθανόν πολλά θαύματα της σύγχρονης Επιστήμης να βασίζονται στην πανάρχαια λησμονημένη γνώση, τη θαμμένη στα βάθη της μακροχρόνιας υλιστικής περιόδου που διανύει η ανθρωπότητα.

Οι ορθολογιστές πρεσβεύουν ότι πραγματικά μετά την Ανάσταση του Χριστού, οι Απόστολοι σκορπίστηκαν φοβισμένοι και κρύφτηκαν στα σπίτια τους στη Γαλιλαία. Ο καιρός πέρασε, ο φόβος τους καταλάγιασε και εκεί στην ησυχία σκέπτονταν και ξανασκέπτονταν τον αγαπημένο τους διδάσκαλο. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι δεν υπήρχε πια ανάμεσά τους! Οι συνεχείς σκέψεις τους προς Εκείνον, τους δημιούργησαν την ιδέα της Ανάστασής του και στις ιδιαίτερες συνομιλίες τους ανέφεραν τον ξαναζωντανεμένο διδάσκαλο τους. Ο αββάς Loisy αναφέρει ότι εκεί στη Γαλιλαία «το ξύπνημα ή μάλλον το ξεπήδημα της πίστης τους, που προξένησε τα οράματα τους, δημιούργησε την πίστη στην ανάσταση του διδασκάλου τους». Μετά απ' όλα αυτά, όπως αναφέρουν οι ορθολογιστές, οι μαθητές του Ιησού ενίσχυσαν το μυστήριο της Ανάστασης του Κυρίου με τις δήθεν εμφανίσεις του γύρω από τον τάφο του, κατόπιν στην Ιουδαία και τέλος στη Γαλιλαία. Πάνω στο ίδιο πλαίσιο ο H.G. Wells στην Παγκόσμια Ιστορία του αναφέρει: «Ἡ ψυχή τῶν μαθητῶν τον εἶχε βυθισθῇ ἐπί ὀλίγον χρόνον εἰς βαθύτατον σκότος. Κατόπιν ἢρχισε να ψιθυρίζεται μεταξύ των καί νά διαδίδωνται ἱστορίαι μᾶλλον ἀντιφατικαί, ὃτι τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ δέν ὑπῆρχε μέσα εἰς τόν τάφον, εἰς τόν ὁποῖον εἶχε τοποθετηθῇ καί ὃτι πρῶτον ἓνας καί ἒπειτα ἂλλος εἶχον ἲδει τόν Ἰησοῦν ζωντανόν. Εἰς τό τέλος οἱ μαθηταί ἐπαρηγοροῦντο μέ τήν πεποίθησιν, ὃτι εἶχεν ἀναστηθῆ ἐκ νεκρῶν, ὃτι εἶχεν ἐμφανισθή εἰς πολλούς καί ὃτι τόν εἶδαν ν' ἀνεβαίνῃ εἰς τούς οὐρανούς».

Ο Ε. Συρέ (1926) κατ' ουδένα τρόπο δεν αμφισβητεί την Ανάσταση του Ιησού, προσπαθεί όμως να ανακαλύψει το εσωτερικό νόημά της. Αυτός, όπως και πολλοί άλλοι θεοσοφιστές, θεωρεί εξωπραγματική την ιδέα της ανάστασης του υλικού σώματος. Πιστεύει και πρεσβεύει ότι ανάσταση δεν είναι η επάνοδος στη γήινη ζωή του υλικού φθαρτού σώματος, αλλά η αναγέννηση της θεϊκής ψυχής. Και σ' αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται το πνευματικό μεγαλείο της.

Ωστόσο την τελευταία πενταετία του 20ού αιώνα, έχει αναπτυχθεί εκ νέου μια πλούσια και έντονη αντιρρητική θεολογία, που στρέφεται κυρίως εναντίον του μεγάλου γεγονότος της Ανάστασης του Ιησού Χριστού. Φλογερά άρθρα παρουσιάζονται σε εφημερίδες και περιοδικά –γενικά μόνο από καθολικούς και προτεστάντες θεολόγους– και Συνέδρια διοργανώνονται στα πλαίσια της σχετικής με την Ανάσταση του Ιησού Χριστού θεωρητικής διαμάχης. Όλα αυτά μοιάζουν σαν να θέλουν να αποδείξουν ότι τώρα με την είσοδο του 21ου αιώνα, πρέπει να αμφισβητηθεί και –εάν είναι δυνατόν– να αποκλειστεί ο υπερβατικός χαρακτήρας της χριστιανικής θρησκείας, αμφισβητώντας την Ανάσταση, που είναι το κυρίαρχο δόγμα του Χριστιανισμού.

Όπως αναφέρει ο μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδας κ. Χριστόδουλος: «Είναι η γνωστή προσπάθεια, εκλογίκευσης της πίστεως, που αφαιρεί από τις ιερές διηγήσεις κάθε στοιχείο θαυματουργό και θείο. Στην περίπτωση της Αναστάσεως η προσπάθεια προχώρησε πιο βαθιά. Έφθασε στο σημείο να αμφισβητήσει την ιστορικότητά της, πλάθοντας εν ονόματι της επιστήμης, μύθους που αντιστρατεύονταν την ίδια τη λογική» (1996).

Η διδασκαλία του Ιησού, το κήρυγμά του, η αγάπη προς τους ανθρώπους και τον ουράνιο πατέρα του και εν τέλει ο σταυρικός του θάνατος, λίγο πολύ είναι στοιχεία που μπορεί κάποιος να συναντήσει και σε άλλες θρησκείες. Η υπερβατικότητα της Ανάστασής του όμως, με σημασία οντολογική και σωτήρια για τον άνθρωπο, είναι μοναδική και ανυπέρβλητη. Γι' αυτόν τον λόγο εξάλλου αμφισβητήθηκε έντονα από τους αντιπάλους του, αφού με δυσκολία έγινε πιστευτή και απ' αυτούς ακόμη τους μαθητές του. Όταν οι γυναίκες τούς μετέδωσαν την είδηση της Ανάστασης του Κυρίου αμφέβαλαν και έσπευσαν να δουν με τα μάτια τους τον κενό τάφο. Ο δε Απόστολος Θωμάς δεν πίστεψε ούτε τους άλλους Αποστόλους που τον διαβεβαίωσαν για τον αναστάντα Κύριον. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, οι πλανημένοι, αλλά βαθιά φιλοσοφημένοι Γνωστικοί προτιμούσαν να δέχονται τον Ιησού σαν το ανώτερο εκείνο αθάνατο πνεύμα, που με τον γήινο θάνατό του απλώς απαλλάχτηκε από το φθαρτό κέλυφος του.

Βεβαίως η απάντηση της Ορθοδοξίας στους Δυτικούς επιστήμονες που αναπτύσσουν αντιρρητική Θεολογία έχει δοθεί από το θαυμάσιο άρθρο του μακαριότατου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδας κ. Χριστόδουλου, όπου με 29 ερωτήσεις-απαντήσεις για το Θείο Δράμα, δίνει συντριπτικές απαντήσεις στους αμφισβητίες. Επιπλέον υπενθυμίζει ότι τα θέματα αυτά, που ξεπηδούν από την αλλοτριωμένη Δυτική αντιρρητική ετεροδοξία, είναι ανιαρή αναμάσηση ξεπερασμένων θεωριών από την εποχή του Στράους, που προ πολλού έχουν λάβει τις σωστές απαντήσεις και εκ των πραγμάτων έχουν αναιρεθεί (Το Βήμα, 14η Απριλίου 1996).

Μήπως είναι ψέμα, ότι η Ανάσταση του Ιησού ήταν η φλόγα που φώλιασε στη ψυχή των Αποστόλων και τους όπλισε με εκείνη την ανυπέρβλητη δύναμη μέσω της οποίας υπερπήδησαν όλες τις δυσκολίες και μετέφεραν το μήνυμα της διδασκαλίας Του στα πέρατα του κόσμου; Πάνω σ' αυτό το γεγονός ο Γερμανός μαρξιστής φιλόσοφος Ερνστ Μπλοχ έγραφε: «Ο Χριστιανισμός κατάφερε να κυριαρχήσει σβήνοντας το ρωμαϊκό παγανισμό με όπλο του όχι την ηθική του κηρύγματος του Όρους των Ελαιών, αλλά την πεποίθηση ότι ο Ιησούς είχε αναστηθεί εκ νεκρών. Την εποχή όπου οι Συγκλητικοί της Ρώμης παράβγαιναν ποιος θα βάψει με περισσότερο αίμα ταύρου το χιτώνα του –πιστεύοντας ότι αυτό τους προστάτευε από το θάνατο–, ο Χριστιανισμός ως αντίπαλο δόγμα αντιπαράθετε την αιώνια ζωή και όχι την ηθική».

Διάφοροι υλιστές ψυχοερευνητές –η μόδα της εποχής– υποστηρίζουν για τη φύση της Ανάστασης του σώματος του Χριστού ότι φάνηκε να υλοποιείται ή να εξαϋλώνεται κατά βούληση.

Και τι δεν υποστηρίζουν! «Ύλη διαμέσου της ύλης», «τηλεμεταφορά», ένα φαινόμενο που θεωρούν ότι είναι βεβαιωμένο στην εποχή μας, και «αμφιθεσία», δηλαδή εμφανίσεις ενός ανθρώπου σε δύο ή περισσότερους χώρους ταυτοχρόνως, που ισχυρίζονται ότι αναφέρεται ακόμα και στους Βίους των Αγίων της Εκκλησίας μας. Οι οπαδοί της αντιρρητικής Θεολογίας στο γενικότερο πλαίσιο της αναζήτησης του «ιστορικού Ιησού», επικεντρώνονται στην Ανάσταση του Ιησού υποστηρίζοντας ότι ο κενός τάφος, και μετέπειτα αυτή η πίστη των οπαδών του Ιησού στην Ανάστασή του ήταν τα έξυπνα ευρήματα για να εδραιωθεί η διδασκαλία της νέας θρησκείας. Κατά τον K.L. Woodward (1996): «Σύμφωνα με την άποψη των οπαδών της αντιρρητικής θεολογίας, η Ανάσταση απάδει προς το σύγχρονο πνεύμα καθώς δεν συμβιβάζεται με το αρχέγονο ιουδαϊκό κήρυγμα που εκπορεύτηκε από την Ιουδαία». Οι αρνητές θεολόγοι, και όχι μόνον, διοργανώνουν σχετικά Συνέδρια, όπως τον Φεβρουάριο του 1995 στο Όρεγκον (Η.Π.Α.) με τίτλο «Ο Ιησούς το 2000», ενώ και η Καθολική Αρχιεπισκοπή της Νέας Υόρκης διοργάνωσε τον Απρίλιο του 1996 ένα Σεμινάριο με θέμα την «Ανάσταση του Ιησού», αναμένοντας ίσως κάποιες νέες φιλοσοφικές απαντήσεις στο προαιώνιο υπερβατικό γεγονός. Δεκάδες μελέτες έχουν γραφεί που αρνούνται την υλική Ανάσταση του Ιησού –αυτό ακριβώς είναι το γεγονός που αντίκειται στις ορθολογικές δοξασίες τους– και οι αντιρρησίες επιμένουν ότι τώρα ενώπιον του 21ου αιώνα έφτασε ο καιρός να αντικατασταθεί ο δογματικός Ιησούς της πίστης, από τον πραγματικό Ιησού που αποκάλυψε η στυγνή ακαδημαϊκή έρευνα.

Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, ο θεολόγος και ψυχαναλυτής Οϊγκέν Ντρέβερμαν (Eugen Drewermann), βοηθός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Paderbom (Ρηνανία-Βεστφαλία) στη Γερμανία, βασιζόμενος στα δεδομένα της Ψυχολογίας, προσπάθησε να αμφισβητήσει και να απομυθοποιήσει την Ανάσταση του Κυρίου, καταρρίπτοντας ένα προς ένα τα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως. Επιπλέον έδωσε σειρά «πρωτότυπων» διαλέξεων –που τελικά τού στέρησαν τη θέση του στο Πανεπιστήμιο στις οποίες αναφερόταν με τρόπο ορθολογιστικό στα σημαντικότερα συμβάντα του βίου του Ιησού Χριστού. Παραλληλίζοντας δε τους δαίμονες του Ευαγγελίου με τις νευρώσεις, τους φόβους και τις αγωνίες της σύγχρονης κοινωνίας μας, ο Ντρέβερμαν ανέλυσε τα θαύματα του Χριστού, όπως περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη, δίνοντάς τους μια «καινοφανή» διάσταση κάτω από το πρίσμα των δικών του πρωτότυπων απόψεων.

Ο 58χρονος σήμερα, το 2000 μ.Χ., Οϊγκέν Ντρέβερμαν –εκτός από θεολόγος και ψυχαναλυτής– είχε χειροτονηθεί ιερέας της Καθολικής Εκκλησίας. Εξαιτίας, όμως των «προχωρημένων» θέσεών του και των διαφορετικών ερμηνειών που έδινε σε θρησκευτικά θέματα, του απαγορεύτηκε το 1992 από την Αγία Έδρα να ασκεί τα ιερατικά του καθήκοντα. Ο ίδιος έχει αναλάβει σταυροφορία εναντίον του δογματισμού της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας υποστηρίζοντας ότι η Καθολική Εκκλησία δεν μπορεί πλέον να δώσει απαντήσεις στα σύγχρονα ερωτήματα και ουσιαστικά αποτελεί τροχοπέδη στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου. Ισχυρίζεται ότι η Αγία Γραφή πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα την εξέλιξη των ιδεών και την Ψυχολογία, ενώ θεωρεί αδιανόητο η νέα κατήχηση να υποστηρίζει ότι η Μαρία –η μητέρα του Ιησού– ήταν βιολογικά παρθένος. Αυτό μαζί με πλήθος άλλα παραδείγματα θεωρεί ότι αποπροσανατολίζουν τους μαθητές, αφού δεν μπορούν πια να συσχετίσουν αυτά που μαθαίνουν στα Θρησκευτικά με το περιεχόμενο άλλων μαθημάτων, όπως η Ιστορία, η Βιολογία, η Φυσική και η Χημεία.

Ο Οϊγκέν Ντρέβερμαν, βρίσκεται σε συνεχείς προστριβές με την Αγία Έδρα, αφού διατυπώνει την άποψη ότι οι θρησκευτικές αρχές της Ρώμης πρέπει αφ' ενός μεν να αποκτήσουν δημοκρατική διάρθρωση, αφ' ετέρου δε να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις τις οποίες πεισματικά αρνούνται. Επίσης κατηγορεί τη Ρώμη για την «άχρωμη» στάση της στο θέμα της ομοφυλοφυλίας, των αμβλώσεων και του διαζυγίου. Τέλος, θεωρεί ότι αυτήν την περίοδο οι άνθρωποι προετοιμάζονται για μια διαφορετική αντίληψη της θρησκείας· μιας θρησκείας που θα είναι έτοιμη να δώσει απαντήσεις μ' έναν διαφορετικό πλέον τρόπο σε ερωτήματα που έχουν σχέση με τις επιστήμες και τη φύση, με την τεχνολογία και τον ψυχισμό (Συνέντευξη στη «Suddeutsche Zeitung, 1995). Την ίδια περίοδο ο Ντρέβερμαν δήλωσε στην εφημερίδα Φιγκαρό: «έχουμε να κάνουμε με μια Εκκλησία που ζητεί εξουσία και χρήματα εκεί όπου ο Ιησούς ήθελε τη φτώχεια, που δικαιολογεί τη θανατική ποινή όταν ο Ιησούς απαγόρευε στους ανθρώπους να κρίνουν τους ομοίους τους».

Άλλωστε σ' ένα από τα πρόσφατα βιβλία του με τίτλο «Φονική Πρόοδος», συνδυάζει την Οικολογία με την Ψυχολογία του βάθους και επιτίθεται με το γνωστό καυστικό ύφος του εναντίον του ανθρωποκεντρισμού της Δυτικής φιλοσοφίας που, βασισμένη στην Παλαιά Διαθήκη, έκανε τον άνθρωπο το κέντρο του Σύμπαντος σε βάρος όλων των άλλων εμβίων όντων.

Οι σύγχρονοι μαρξιστές μελετητές του Χριστιανισμού, αντίπαλοι γενικά της Ανάστασης του σώματος του Ιησού, πιστεύουν ότι αυτή καθ' εαυτή η Ανάσταση αποτελεί ένα άχρηστο και περιττό φορτίο της χριστιανικής πίστης, που παρασύρει τους πιστούς πέρα από το πραγματικό νόημα του κινήματος του Ιησού, που ουσιαστικά ήταν ένας μεγάλος κοινωνικός μεταρρυθμιστής.

Παρόμοιες είναι και οι θέσεις του γνωστού Γερμανού Καινοδιαθηκολόγου Gerd Ludemann, καθηγητή στο Tübingen (1994). Ο G. Ludemann ορθολογιστικά παρουσιάζει χειροπιαστά «λογικά» –κατά την κρίση του– συμπεράσματα με τα οποία αμφισβητεί την ιστορικότητα της Ανάστασης του Χριστού. Κατά την άποψή του, η Ανάσταση του Κυρίου είναι «κενός λόγος» τον οποίο οφείλει να απορρίψει ο ερευνητής που θέλει να μελετήσει ψυχρά και επιστημονικά τα γεγονότα.

Κανένα δέος μπροστά στο θεϊκό μεγαλείο της Ανάστασης του Θεανθρώπου! Ούτε καν η αυτονόητη διάθεση για χριστιανό και μάλιστα θεολόγο να δεχτεί την εισδοχή του θείου παράγοντα στη φθαρτή ζωή μας. Απλώς ορθολογιστικές σκέψεις και επιστημονικοφανή επιχειρήματα, που πηγάζουν από έναν πεπερασμένο ανθρώπινο νου. Τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν με την Ψυχολογία. Γι' αυτόν τον λόγο σημειώνουμε το γεγονός πως οι νεότεροι ορθολογιστές και υπερκριτικοί θεολόγοι θέλοντας να υποτάξουν στα λογικοφανή επιχειρήματά τους και στις γενικότερες φιλοσοφικές θέσεις τους την πραγματικότητα των ιερών κειμένων, καταλήγουν τελικά να αρνούνται τα πάντα.

Κατά τον Ludemann (1995), ο Ιησούς παρέμεινε στον τάφο του, όπου και έλιωσε το φθαρτό του σώμα. Ο αναστημένος Ιησούς που εμφανίστηκε στον Απόστολο Πέτρο, δεν ήταν παρά ένα όραμα του Αποστόλου, που ήταν επόμενο να «αντικρύσει», εφ' όσον βασανιζόταν από τις τύψεις του, επειδή είχε αρνηθεί τρεις φορές τον διδάσκαλο του. Οι δύο μαθητές τού Κυρίου που τον συνάντησαν στον δρόμο προς τους Εμμαούς και οι συναντήσεις των Αποστόλων με τον διδάσκαλο τους μετά την Ανάσταση του, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Ισχυρίζεται ότι οι μαθητές του δεν είδαν τον Μεσσία– απλώς τον φαντάστηκαν. Αυτό συνέβη, λέει ο Ludemann, λόγω ισχυρής συναισθηματικής φόρτισης, και υποστηρίζει ότι κατά την Ψυχολογία αυτό συμβαίνει σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους που είναι έντονα λυπημένοι, όταν χάσουν κάποιο πολύ αγαπημένο τους πρόσωπο. Συνεπώς, ακόμα και η εμφάνιση του Κυρίου σε πεντακόσιους πιστούς οπαδούς του αποδίδεται από τον Ludemann σε ομαδική παράκρουση. Με την ίδια λογική, όμως, σημειώνουμε εμείς, πρέπει συμπερασματικά να απορρίψει και τα Ευαγγέλια, αφού αυτά ακριβώς εμφανίζουν τον Ιησού να συνομιλεί με τους μαθητές του, να τρώει, να πίνει μαζί τους και να γίνεται ως και αντικείμενο ψηλάφησης ακόμα!

Οι ετερόδοξοι Δυτικοί ορθολογιστές θεολόγοι δεν έχουν συνειδητά αποδεχτεί την Ανάσταση του Ιησού και τους ενοχλεί ιδιαίτερα το υπερβατικό αυτό γεγονός. Ο καθολικός ιερέας Τζέραλντ Ο' Κόλλινς, του Γρηγοριανού Πανεπιστημίου των Ιησουϊτών της Ρώμης, ισχυρίζεται ότι ανάσταση δεν σημαίνει αναβίωση του φθαρτού σώματος: «Πρόκειται για ένα σώμα δοξασμένο που μεταμορφώθηκε με δύναμη θεϊκή, κάτι που κανείς από μας δεν έχει δει». Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, τα Ευαγγέλια, όπως αναφέραμε παραπάνω, άλλοτε παρουσιάζουν τον αναστημένο Ιησού να γευματίζει με τους μαθητές του, άλλοτε να τον αγγίζουν για να δουν τις πληγές του και άλλες φορές αφήνουν αδιόρατα να εννοηθεί ότι το σώμα του Κυρίου δεν είναι πια από ανθρώπινη σάρκα. Όπως αναφέρει ο K.L. Woodward σε σχετικό άρθρο του (1996), ο Στίβεν Ντέιβις από το Κολέγιο Κλάρεμοντ Μακένα της Καλιφόρνια (Η.Π.Α.) πάνω στην άποψη του Ο' Κόλλινς λέει ότι «ένα δοξασμένο σώμα, είναι πάντα σώμα, αφού δεν παύει να αποτελεί υλικό αντικείμενο που το βλέπεις». Άλλοι πάλι θεολόγοι υποστηρίζουν ότι μόνον εκείνοι που είχαν βαθιά πίστη μπόρεσαν να αντικρύσουν τον Ιησού μετά την Ανάστασή του και μέσω θεόπεμπτης ενόρασης.

Κατά τον μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδας κ. Χριστόδουλο (1996): «Ο Χριστός σταυρωθείς επί του Ξύλου δι' άκραν υπακοήν προς το θέλημα του Πατρός, ωδήγησε την ανθρώπινη φύση του σε έναν άκτιστο τρόπο ύπαρξης, που δεν γνωρίζει φθαρτότητα ή φθορά. Το αναστημένο σώμα του Χριστού είναι σώμα πνευματικό (Α' Κορ. ΙΕ', 44), ελευθερωμένο από κάθε φυσική αναγκαιότητα. Είναι αισθητό σώμα, έχει «σάρκα και οστέα», μεταλαμβάνει τροφής, ψηλαφάται, αλλά ταυτοχρόνως μπαίνει στο δωμάτιο «των θυρών κεκλεισμένων», αναλαμβάνεται στον ουρανό, και καθίζει εκ δεξιών του Πατρός. Αυτή η διπλή ιδιότητα σημαίνεται στα Ευαγγέλια με τη χαρακτηριστική φράση: «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» (Μάρκ. ΙΣΤ’ 13). Το σώμα αυτό δεν έχει φθαρτότητα και έχει αθανασία. Έτσι θα είναι και τα δικά μας σώματα κατά την κοινή ανάσταση. «Δεῖ γάρ τό φθαρτόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν και τό θνητόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (Α' Κορ. ΙΕ', 53)».

Ο Άλαν Σήγκαλ, καθηγητής Θεολογίας στο Κολέγιο Μπάρναρντ της Νέας Υόρκης, και Εβραίος ο ίδιος, υποστηρίζει ότι ενώ η εβραϊκή Βίβλος αποφεύγει εν γένει τις αναφορές για μεταθανάτια ζωή, εντούτοις πολλοί νεαροί Εβραίοι που θυσίασαν τη ζωή τους κατά την εθνική εξέγερση των Μακκαβαίων (167 π.Χ.) πίστευαν ότι ο δίκαιος Θεός τους ήταν δυνατόν να τους επαναφέρει στη ζωή. Επομένως ο Σήγκαλ υποστηρίζει ότι ο Ιησούς παρουσιάστηκε στην Παλαιστίνη, μία περίοδο που πολλοί Εβραίοι πίστευαν ότι οι δίκαιοι ήταν δυνατόν να αναστηθούν, χωρίς όμως να εξηγούν πώς ακριβώς θα γινόταν αυτό το υπερκόσμιο και υπερβατικό γεγονός.

Για μας όλη αυτή η τάση αναζήτησης για τον ιστορικό Ιησού και ειδικά για την Ανάστασή του, για την οποία πολλά ειπώθηκαν στο Σεμινάριο της Νέας Υόρκης, έχουν να κάνουν με την ελλιπή και αλλοτριωμένη Δυτική ετεροδοξία. Ερευνάτε τας Γραφάς, θα τους λέγαμε, και ειδικότερα τα ανυπέρβλητα κείμενα των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος Νύσσης κ.ά. δίνουν όλες εκείνες τις απαντήσεις που ζητούν οι σημερινοί οπαδοί της λεγόμενης αντιρρητικής θεολογίας.

Εξάλλου, πέρα από τις «ρηχές» τοποθετήσεις των αμφισβητιών θεολόγων είναι πάντα επίκαιρη η προειδοποίηση του Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογίας κ. Σάββα Αγουρίδη ότι: «ἡ κατ' ἰδίαν μελέτη τῆς Γραφῆς, πνευματικῶς ἒξω ἀπό τό πλαίσιο τό λειτουργικό, συνεπάγεται κινδύνους» (Ερμηνευτική, 1979).

Σύμφωνα δε με τον καθηγητή Γρηγόρη Καλοκαιρινό (1995), η αποδοχή της Ανάστασης του Κυρίου είναι θέμα πίστης: «Σ' αυτό το σημείο, δεν χωράνε φιλοσοφικές αναλύσεις, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και φυσικά δεν υπάρχουν... παραστατικά στοιχεία».

Δεν είναι δυνατόν να προσπαθεί κάποιος και μάλιστα ειδικός θεολόγος να πλησιάσει τα κείμενα της Καινής Διαθήκης απομονώνοντάς τα από το γενικότερο αποκαλυπτικό θείο μήνυμα. Δεν ερμηνεύονται ιερά κείμενα ρηχά και επιφανειακά, εφαρμόζοντας μόνο μια ιστορικο-κριτική ερμηνευτική μέθοδο, που έχει ως πιθανή βάση της τα νεότερα δεδομένα της Ψυχολογίας. Συνεπώς πάνω σ' αυτό το πλαίσιο, τοποθετήσεις όπως του καθηγητή της Θεολογίας G. Ludemann είναι τελείως έξω από τις θέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού δεν μπορούν να συμβιβάσουν το λογικό-φυσικό με το υπέρλογο-υπερφυσικό στοιχείο της θείας αποκάλυψης.

Όσο κι αν υποβοηθούν οι ιστορικές και κριτικές ερμηνείες της Καινής Διαθήκης, αυτή η προσέγγιση των ιερών κειμένων –που αποτελούν αιώνιες μαρτυρίες πίστεως– γίνονται από τους καθηγητές Ε. Drewermann και G. Ludemann με τελείως ακατάλληλο τρόπο. Αν τεθεί υπό αμφισβήτηση το χαρμόσυνο γεγονός της Ανάστασης του Ιησού Χριστού, τότε δυναμιτίζονται τα θεμέλια του Χριστιανισμού. Άλλωστε η ουσία της Ανάστασης του Κυρίου συνάγεται από τη φράση του Απόστολου Παύλου στην Πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή του:

«εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν ἂρα τό κήρυγμα ἡμῶν, κενή δέ καί ή πίστις ὑμῶν... εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν• ἒτι ἐστέ ἐν ταῖς ἁμαρ–τίαις ὑμῶν. ἂρα καί οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο»
(Α 'Κορινθίους ΙΕ', 17–18). 
«ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀναστήθηκε, τότε εἶναι χωρίς νόημα τό κήρυγμα μας, εἶναι καί ἡ πίστις σας χωρίς νόημα.... Ἐάν δέ  ὁ Χριστός δέν ἒχει ἀναστηθεῖ, δέν ἒχει καμία ἀξια ἡ πίστις σας– βρίσκεστε ἀκόμη μέσα στις αμαρτίες σας. Ἂρα καί ἐκεῖνοι πού πέθαναν μέ πίστη στόν Χριστό ἒχουν χαθῆ».

Η Ανάσταση του Χριστού, σύμφωνα με τον σεβασμιότατο μητροπολίτη Κορίνθου κ. Παντελεήμονα (1995), είναι: «το κέντρο τον βιώματος των πιστών στη Βασιλεία τον Χριστού, είναι το κέντρο της παρούσας ζωής και ο στόχος μας της μέλλουσας, στον μελλοντικό αιώνα με το Χριστό, διαβίωσής μας. Για τον ίδιο λόγο και η γιορτή τον Πάσχα για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς είναι το αποκορύφωμα όλων των εορτών και το κέντρο όλον τον εορταστικού ορθόδοξου χριστιανικού έτους, με τις 52 Κυριακές του χρόνου, όπου κάθε Κυριακή είναι ένας πνευματικός εορτασμός και ανάμνησης της Ανάστασης τον Κυρίου».

Ομοίως, ο καθηγητής Χ. Γιανναράς αναφέρει: «Η ορθόδοξη λατρεία δεν ασχολείται με «αποδείξεις» της ανάστασης τον Χριστού. Δεν ζητάει να πείσει κανέναν, να υποβάλει ιδεολογήματα, να ξεκλέψει ψυχολογική συναρπαγή. Είναι μόνο γιορτή. Όποιος θέλει και μπορεί συνεορτάζει, αγγίζει μέσα από τη βεβαιότητα της χαράς την πραγματική της αιτία. Είναι μια άλλη οδός γνώσης, μόνο εμπειρική, καθόλου ιδεολογική.....»(1996).

Είναι αδιαμφισβήτητο, λοιπόν, γεγονός ότι ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία γενικότερα δεν έχουν ανάγκη από επιστημονικές αναλύσεις και ψυχολογικές διερευνήσεις. Εξάλλου υπάρχουν έντονες αντιδράσεις πάνω στις «καταστρεπτικές» για τον Χριστιανισμό ως πίστη, τοποθετήσεις του καθηγητή Gerd Ludemann. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο πραγματοποιήθηκε μια συνάντηση στην Ευαγγελική Ακαδημία της γερμανικής πόλης Pfalz (18–19 Μαρτίου του 1995) μεταξύ Ευαγγελιστών θεολόγων με θέμα την Ανάσταση του Κυρίου ως κεντρικό σημείο της χριστιανικής πίστης.

Δυστυχώς, στη σύγχρονη εποχή μας η αποκοπή πολλών σημερινών «χριστιανών», από τις εκκλησιαστικές ρίζες τους, η αλλοίωση του φρονήματός τους και η εκκοσμίκευση του τρόπου ζωής τους, τους κάνουν να αρνούνται τη θεότητα του Ιησού Χριστού, να υποτιμούν ή ακόμα και να αμφισβητούν την υπερβατικότητα των θαυμάτων του, καθώς και το μέγα γεγονός της Ανάστασής του.

Πέρα από τους χριστιανούς Προτεστάντες καθηγητές, και Εβραίοι μελετητές αμφισβητούν την ιστορικότητα της Ανάστασης. Ο Γκέζα Βερμές (Geza Vermes), καθηγητής Εβραϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, προσπάθησε να αφαιρέσει όλα εκείνα τα στοιχεία που αναδεικνύουν τον μεσσιανικό χαρακτήρα του Ιησού και μιλούν για την Ανάστασή Του από το απόσπασμα του Φλάβιου Ιώσηπου, όπου αναφέρεται: «Την τρίτη ημέρα τους παρουσιάστηκε ξαναζωντανεμένος γιατί οι ιεροί προφήτες είχαν προβλέψει το γεγονός και μυριάδες άλλα θαύματα σχετικά με το άτομό του.....».

Ας δούμε όμως τι λέει ένας επιφανής Ταλμουδιστής, ο ραββίνος Γιάκομπ Νόισνερ, του Πανεπιστημίου Ν. Φλόριντας στην Τάμπα (Η.Π.Α.): «Η θρησκεία αναφέρεται σε παρεμβάσεις τον Θεού επί της Γης και αυτή η πίστη δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ούτε υπόκειται σε επαληθεύσεις των ιστορικών γεγονότων. Αν δικαιούμαστε να απορρίψουμε ως μη ανταποκρινόμενα στην ιστορική αλήθεια τα περισσότερα τμήματα των Ευαγγελίων, τότε τι πρέπει να κάνουμε με το δικό μας πατέρα του Ιουδαϊσμού, το Μωυσή;» (K.L. Woodward, 1996).

Τέλος, στο βιβλίο του «Ο Αληθινός Ιησούς» (The Real Jesus), ο Τίμοθυ Τζόνσον αντιμάχεται όλους εκείνους τους μελετητές που ο καθένας τους δημιουργεί τον δικό του «ανακατεσκευασμένο», όπως λέγει, Ιησού, από τον γλυκύτατο Ναζωραίο της Καινής Διαθήκης. Υποστηρίζει ότι για τον Ιησού Χριστό η ιστορική έρευνα δεν μπορεί να δώσει, μετά τόσες και τόσες έρευνες, τίποτα το ουσιαστικό. Άλλωστε ακόμα και γεγονότα βασισμένα σε ακλόνητα ιστορικά δεδομένα, μπορεί καμιά φορά να μην είναι κι αυτά αληθινά. Θεωρεί ότι ο Ιησούς «με την Ανάστασή του πήρε μια εντελώς καινούργια υπόσταση, μια νέα μορφή παρουσίας, με την οποία απέκτησε κι αυτός τη δύναμη του Θεού για να τη μοιραστεί στη συνέχεια με άλλους» και συνεχίζει λέγοντας ότι «σημαντική διάσταση της Ανάστασης είναι το να γίνει ο πιστός κοινωνός της νέας ζωής του Ιησού μέσω της δύναμης του Αγίου Πνεύματος» (K.L. Woodward, 1996).

Ας δούμε, όμως, πόσο ωραία περιγράφει ο Σπύρος Μελάς τα Πάθη του Κυρίου και την Ανάσταση του, ενώ ταυτόχρονα δίνει και το στίγμα της επιστήμης για το υπερφυσικό αυτό γεγονός, στο πασχαλιάτικο «Ελεύθερο Βήμα» της 19ης Απριλίου του 1925: «Ὁ ἀκάνθινος στέφανος γίνεται ὁλόχρυσο ἀκτινωτό στεφάνι εἰς τό μέτωπόν του, ἡ λόγχη τοῦ μαρτυρίου σημαία ζωῆς, ὁ στεναγμός τοῦ πάθους παιάν θριάμβου, τό αἶμα του ζωογόνος δροσιά. Φῶς νίκης ἀπιστεύτου διαλύει τά σκοτάδια του Ἂδου. Ἐπατήθη ὁ θάνατος. Εἰς μάτην ὁ ορθός λόγος ζητεῖ νά φυλακίσῃ τό ὑπερφυσικόν εἰς τ' ἀσφυκτικά τετραγωνάκια τά ὁποῖα ἡ ἐπιστημονική πειθαρχία χαράσσει ἐπάνω εἰς τό ἀχανές πεδίον της ἐρεύνης. Εἰς μάτην ζητεῖ νά ἐξοστρακίσει τό θαῦμα. Δέν πιστεύω ἐγώ εἰς τά θαύματα, φωνάζει κάπου ἡ Ἡρωδιάς του Ουάιλδ. Εἶδα τόσα πολλά.... Ἡ ἐπιστήμη μοιάζει μέ αὐτήν τήν Ἡρωδιάδα. Βλέπει τόσα πολλά γύρω της. Αὐτός ὁ ἀέναος βιολογικός κύκλος, ὁ διαρκῶς ἐπαναλαμβανόμενος, ἀπό τ' ἂπειρα ὂντα εἰς τήν ἐνόργανον καί ἀνόργανον φῦσιν, από τοῦ μεγαλυτέρου τῶν ἂστρων μέχρι τοῦ ἐλαχίστου τῶν κυττάρων, εἰς ὃλας τάς δυνατάς διαιρέσεις τοῦ χρόνου, ἐντός ἐνός λεπτοῦ ἡ ἐνός αἰῶνος, ἒχει καμμίαν ἐξήγησιν; Ὑπάρχει θαῦμα περισσότερον συγκλονιστικόν, ὑπάρχει θέαμα πλέον ὑπερφυσικόν ἀπό τήν βλάστησιν τῆς νέας χλόης, ἀπό τό χαρμόσυνον κέντημα τῶν μαργαριτῶν, ἀπό τά ἂλικα ποτάμια της παπαρούνας, ἀπό τά τριανταφυλλάκια τῆς βραγιᾶς πού λυγίζουν τούς κλώνους;..... Καί ὑπάρχει θαῦμα μεγαλύτερον ἀπό τήν γλυκυτάτην διάθεσιν πού γεννᾶ εἰς τήν ψυχήν τό θέαμα τῆς ἐρατεινῆς αὐτῆς ἀνανεώσεως, ἀπό τήν ἐκστασιν εἰς τήν ὁποίαν ρίχνει καί τήν πλέον κουρασμένην καρδίαν τό λουλούδισμα τῶν πάντων;»

Το μήνυμα της Ανάστασης μάς προσκαλεί να αποδεχτούμε τη λογική της εκούσιας θυσίας, ως μορφή ζωής, που νικά κάθε είδους θάνατο. Για την Ορθοδοξία δεν υπάρχει η μελαγχολία των Παθών ή της Ταφής, αλλά η χαρά της πίστης για την Ανάσταση.

Εξάλλου οι κατευθυντήριες γραμμές της Ορθοδοξίας, όπως δόθηκαν στην Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη το 1986 στο Σαμπεζύ της Γενεύης, είναι οι ακόλουθες: «Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἐπειδή ζούμεν κάθε ἡμέραν τήν θείαν συγκατάβασιν, μαχόμεθα ἐναντίον κάθε φανατισμού καί μισαλλοδοξίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν. Ἐπειδή, διακηρύσσομεν συνεχῶς τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Θεοῦ καί τήν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὑπερασπιζόμεθα τά ἀνθρώπινα δικαιώματα γιά ὃλους τούς ἀνθρώπους καί ὃλους τούς λαούς. Ἐπειδή βιοῦμεν τήν θείαν δωρεάν τῆς ἐλευθερίας, μέ τό ἀπολυτρωτικό ἒργο τοῦ Χριστοῦ, δυνάμεθα να προβάλωμεν πληρέστερον τήν καθολικήν ἀξίαν της διά κάθε ἂνθρωπον και λαόν».

Για την Ορθοδοξία δεν υπάρχουν συμβιβασμοί. Όπως κατά την ενσάρκωσή Του ο Θεάνθρωπος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση ως πραγματική εγγύηση για τη δυνατότητα της κατά χάριν θεώσεώς της, έτσι και κατά την ιστορική Του έγερση αναστήθηκε ακέραιη η ανθρώπινη φύση ως χειροπιαστή πραγματικότητα θριάμβου κατά του θανάτου (Κ. Νικολακόπουλος, 1995).

Μ' αυτήν την έννοια πολύ ωραία αναφέρει ο θεολόγος-θεατρολόγος Ιωσήφ Βιβιλάκης τις δικές του σκέψεις για την Ανάσταση του Κυρίου: «Ο Χριστός θανατώνει το θάνατο και αναδεικνύεται ως νέος Αδάμ, ως νέος άνθρωπος που ζει σε άμεση σχέση με το Θεό. Έτσι, όπως ο προπάτορας Αδάμ συμπεριλαμβάνει την εκπεσμένη θνητή ανθρώπινη φύση, ο Χριστός γίνεται όντως η ανάσταση και η ζωή, αφθαρτοποιώντας τη θνητή σάρκα..... έτσι η Ανάσταση καθίσταται κλειδί για την κατανόηση του μυστηρίου της θείας οικονομίας» (1995).

Τελικά, το γεγονός της Ανάστασης του Ιησού Χριστού, αποτελεί τη βάση της χριστιανικής πίστης και το περιεχόμενο του ευαγγελικού κηρύγματος. Χωρίς την Ανάσταση η πίστη μας θα ήταν μια δυνατή ιδεολογία, όχι όμως «καινή κτίση». Με την Ανάσταση ο Χριστός σφραγίζει το έργο της απολυτρώσεως που εγκαινιάστηκε με την ενσάρκωση και εκπληρώθηκε με τον Σταυρό. Ο «Πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν» (Κολ. 1,18) εισήλθε πρώτος στον νέον κόσμο, ο οποίος θεμελιώνει την προσδοκία όλων μας για την ανάσταση της έσχατης ημέρας (Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Νικόλαος Πρωτοπαππάς, 1995).

* Είναι φανερό ότι όλα τα προηγούμενα αποτελούν εμπαθή σενάρια, τα οποία αναπτύσσονται αυθαίρετα χωρίς να στηρίζονται σε ιστορικά ή επιστημονικά στοιχεία, ή έστω ενδείξεις. Τέτοιου είδους πρακτικές είναι ανάξιες ανθρώπων που υποτίθεται ότι ερευνούν τον βίο του Ιησού στο όνομα της επιστημονικής δεοντολογίας και αλήθειας.

(Από το βιβλίο:Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. Στράτου Θεοδοσίου-Μάνου Δανέζη, εκδ. Δίαυλος)

Ερμηνεία πατερική & θεολογική των Ευαγγελίων των Παθών
Από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα του Π.Ν. Τρεμπέλα   μεταφρασμένα στη δημοτική γλώσσα

Μετάφραση αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας

Έκδοση Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Άγιος Σώστης)

Σημείωση:

Στη μετάφραση κάποιων χωρίων των Πατέρων της Εκκλησίας χρησιμοποιήσαμε ως βοήθημα και τις Πατερικές Εκδόσεις Ε.Π.Ε.  (Εκδοτικός Οίκος Ελευθερίου Μερετάκη «Το Βυζάντιον»)

Η παρούσα εργασία είναι εντελώς ανεξάρτητη των εκδόσεων
«ο Σωτήρ»

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
 
Α. Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ  κστ 1 – κζ 10
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 452-482 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
 
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                      Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                       Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                 Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός           Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης            DB = Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange. Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer. An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειώνεται με το p.)
W. Allen A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 26
Ματθ. 26,1  Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς πάντας(1) τοὺς λόγους τούτους(2) εἶπεν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ·
Ματθ. 26,1  Και όταν ετελείωσε ο Ιησούς όλους αυτούς τους λόγους, είπε προς τους μαθητάς του•
(Μετάφραση στίχων υπό Ιωάννου Κολιτσάρα εδώ και στο εξής)
(1)   Είχε πει κάθετί που είχε πρόθεση να πει. Και δεν προχώρησε στο Πάθος του ούτε ταχύτερα ούτε αργότερα από το σημείο αυτό (b).
(2)   Με αυτό ο Ματθαίος δηλώνει ότι δεν πρόκειται πλέον να επακολουθήσει κάποιος λόγος του Ιησού από αυτούς που οπωσδήποτε είναι μακρότεροι (p). Η φράση σημαίνει τους λόγους που περιλαμβάνονται στα κεφάλαια κδ και κε (F).
 
Ματθ. 26,2  οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας(1) τὸ πάσχα(2) γίνεται, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου(3) παραδίδοται(4) εἰς τὸ σταυρωθῆναι(5).
Ματθ. 26,2  “γνωρίζετε ότι έπειτα από δύο ημέρας γίνεται η εορτή του πάσχα και ο υιός του ανθρώπου θα παραδοθή δια να σταυρωθή”.
(1)   Ή, η φράση είναι δύσκολη. Υποτίθεται γενικώς, ότι σημαίνει αύριο. Αλλά παρόλο που το «μετά από τρεις ημέρες» φαίνεται ταυτόσημο με το «την τρίτη ημέρα», είναι αμφίβολο εάν κάποιος Ιουδαίος θα χρησιμοποιούσε τη φράση μετὰ δύο ἡμέρας, με την έννοια του αύριο. Είναι δυνατόν το μετὰ δύο ἡμέρας, να χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια όπως και η αντίστοιχη αραμαϊκή έκφραση που σημαίνει «μετά από κάποιο χρόνο» (a). Ή, «αφού το νομικό πάσχα συμπίπτει στις 14 του μήνα, είναι φανερό, ότι αυτό ειπώθηκε στους μαθητές την δωδεκάτη» (Ζ).
(2)   Πάσχα, στα εβραϊκά Πέσαχ δηλαδή διάβαση. Η μεγαλύτερη θρησκευτική γιορτή των Ιουδαίων, που ορίστηκε για ανάμνηση της εξόδου τους από την Αίγυπτο. Δες Εξόδ. ιβ 13,27 κλπ. (F).
(3)   Με τη φράση «ο υιός του ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί» δείχνεται ότι ο Μεσσίας γνώριζε εξ’ ολοκλήρου την επιβουλή και τα ολέθρια σχέδια των εχθρών του και την αναπόφευκτη επιτυχία τους. Δείχνει «ότι όλα τα έπασχε γνωρίζοντας αυτά εκ των προτέρων» (Χ).
(4)   Το παραδίδοται ή υπαινίσσεται την πράξη του προδότη ή αναφέρεται στην παράδοση του Χριστού σύμφωνα με την προορισμένη και προγνωρισμένη απόφαση του Θεού (Πράξ. β 23).
(5)   «Πάλι βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για το πάθος Του, μόλις υπενθύμισε τη βασιλεία και την ανταπόδοση που θα γίνει εκεί και την αιώνια κόλαση· σαν να τους έλεγε· γιατί φοβάστε για τα πρόσκαιρα δεινά, αφού σας περιμένουν τόσα αγαθά;… Δεν είπε όμως ότι μετά από δύο ημέρες παραδίνομαι, αλλά τι είπε; Γνωρίζετε ότι μετά από δύο ημέρες γίνεται το Πάσχα… και τότε πρόσθεσε ότι «θα παραδοθεί για να σταυρωθεί» δείχνοντας ότι αυτό που γίνεται είναι μυστήριο και γιορτή και πανήγυρις, που τελείται για τη σωτηρία της οικουμένης» (Χ).
     
Ματθ. 26,3  τότε συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς(1) καὶ οἱ γραμματεῖς(2) καὶ οἱ πρεσβύτεροι(3) τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν αὐλὴν(4) τοῦ ἀρχιερέως(5) τοῦ λεγομένου(6) Καϊάφα(7),
Ματθ. 26,3  Τότε οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι προεστοί του λαού, που συμμετείχαν στο Μεγάλο Συνέδριον, συγκεντρώθηκαν εις την οικίαν του αρχιερέως, ο οποίος ωνομάζετο Καϊάφας.
(1)   «Και πόσοι ήταν οι αρχιερείς; Διότι ο νόμος θέλει να είναι ένας· αλλά τότε ήταν πολλοί» (Χ). «Κατάργησαν δηλαδή οι Ιουδαίοι το νόμο, και έκαναν ετήσια την αρχιεροσύνη. Επομένως ήταν λογικό, να είναι πολλοί αυτοί που αρχιεράτευσαν από τη μία, και ολοκλήρωσαν από την άλλη το λειτούργημα που τους έλαχε, τους οποίους τώρα ονόμασε ο ευαγγελιστής αρχιερείς» (Ζ).
(2)   «Γραμματείς λέει τους νομοδιδασκάλους» (Ζ).
(3)   «Πρεσβύτερους του λαού λέει τους γέροντες και τους πιο συνετούς» (Ζ). Η όλη φράση αρχιερείς… δηλώνει το συνέδριο ολόκληρο (F).
(4)   Εδώ μάλλον εννοείται το ίδιο το σπίτι, το μέγαρο (g) παρόλο που μόνο για βασιλικά ανάκτορα χρησιμοποιούνταν η λέξη στους κλασσικούς, ενώ στην Κ.Δ. πουθενά αλλού δεν υπάρχει με την έννοια του ανακτόρου (δ).
(5)   Ο αρχιερέας ήταν ο προϊστάμενος του συνεδρίου (F). «Ενώ επιχειρούν παράνομα πράγματα, έρχονται στον αρχιερέα, θέλοντας να πάρουν την εξουσία από εκεί, από όπου θα έπρεπε να εμποδιστούν» (Χ).
(6)   Το κύριο όνομά του ήταν Ιωσήφ (Ιωσήπου Ιουδ. Αρχ. 18,2,2), κοινώς όμως λεγόταν Καϊάφας (δ). Είχε διοριστεί αρχιερέας από τον Ρωμαίο επίτροπο Βαλέριο Gratus, προκάτοχο του Πιλάτου και διατήρησε το αξίωμα για 17 έτη. Καθαιρέθηκε από τον Βιτέλλιο το 789 από κτίσεως Ρώμης, δηλαδή το 37 μ.Χ. (F).
(7)   Όχι Κηφάς, όπως ερμηνεύουν κάποιοι, αλλά αντιστοιχεί σε αραμαϊκή λέξη που σημαίνει καταπίεση, αυτός που υποτάσσει (δ).

Ματθ. 26,4  καὶ συνεβουλεύσαντο ἵνα τὸν Ἰησοῦν δόλῳ(1) κρατήσωσι καὶ ἀποκτείνωσιν.
Ματθ. 26,4  Και κατόπιν συσκέψεως απεφάσισαν ομοφώνως να συλλάβουν με δόλον τον Ιησούν και να τον φονεύσουν.
(1)   «Σύλληψη με δόλο είπε, εννοώντας να τον πιάσουν κρυφά, διότι από την ολοφάνερη σύλληψη φυλαγόντουσαν, λόγω των μαθητών του και αυτών που τον ακολουθούσαν για άλλους λόγους» (Ζ). Συμβούλιο λοιπόν ανάξιο (b).

Ματθ. 26,5  ἔλεγον δέ· μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ(1), ἵνα μὴ θόρυβος γένηται(2) ἐν τῷ λαῷ(3).
Ματθ. 26,5  Είπαν δε μεταξύ των, να μη τον συλλάβουν κατά την εορτήν του πάσχα, δια να μη γίνη θόρυβος και αναταραχή στον λαόν.
(1)   «Έλεγαν όμως· Όχι στη γιορτή, δηλαδή να γίνει η σύλληψη. Επειδή δηλαδή στη γιορτή του Πάσχα συγκεντρώνονταν όλοι από παντού, συνέβαινε να είναι πολλοί γύρω από τον Ιησού» (Ζ). Επιθυμούσαν να αναβάλλουν το πράγμα, έως ότου ο λαός, ο οποίος σε μεγάλο αριθμό είχε συρρεύσει στα Ιεροσόλυμα για το Πάσχα, αναχωρήσει μετά τη γιορτή (b).
(2)   «Παρατήρησε λοιπόν ότι αυτοί φοβούνται, όχι το Θεό, ούτε μήπως η αμαρτία τους γίνει μεγαλύτερη λόγω της γιορτής, αλλά παντού υπολογίζουν τα ανθρώπινα» (Χ). «Εκείνοι μεν λοιπόν έτσι αποφάσισαν πριν τη γιορτή, να τον φονεύσουν μετά τη γιορτή. Αυτός όμως, δείχνοντας ότι πάσχει, όχι όταν ήθελαν αυτοί, αλλά όταν θέλησε αυτός, επέτρεψε σε αυτούς να τον συλλάβουν κατά τον καιρό του Πάσχα, έτσι ώστε, όταν γινόταν το τυπικό Πάσχα, τότε να εκπληρωθεί και το αληθινό Πάσχα» (Θφ).
(3)   «Αλλά παρόλο που αποφάσισαν έτσι, όμως δεν περίμεναν· αλλά αφού βρήκαν τον προδότη, άρπαξαν την ευκαιρία και αφού η λύσσα του φθόνου τους γέμισε με μανία, και το συμφέρον αγνόησαν και στη γιορτή τον φόνευσαν και έδειξαν έτσι την υπερβολή της μανίας εναντίον του» (Ζ).

2) Η χρίση στην Βηθανία (κστ 6-16)
Ματθ. 26,6  Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γενομένου(1) ἐν Βηθανίᾳ(2) ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ(3),
Ματθ. 26,6  Όταν δε ο Ιησούς ήλθε εις την Βηθανίαν, εις την οικίαν Σιμωνος του λεπρού,
(1)   Δεν καθορίζεται ακριβώς ο χρόνος της άφιξης στη Βηθανία ούτε από τον Ματθαίο ούτε από τον Μάρκο. Ο Ιωάννης καθορίζει, ότι το γεγονός έλαβε χώρα έξι ημέρες πριν το Πάσχα (S). Αναφέρουν ο Ματθαίος και ο Μάρκος καθυστερημένα το γεγονός, διότι εξ’ αφορμής αυτού φαίνεται να αποφάσισε ο προδότης να προβεί στο έγκλημά του. Δες στ 8-9 και Ιω. ιβ 4 (F).
(2)   «Αναφέρει τη Βηθανία, για να μάθουμε, ότι έρχεται εκούσια στο πάθος· διότι αυτός που πριν διέφευγε από αυτούς, τώρα που κατ’ εξοχήν φούντωσε ο φθόνος τους, τότε έρχεται κοντά, σε απόσταση δεκαπέντε σταδίων· έτσι και το ότι πριν αναχωρούσε αυτός ήταν λόγω του θείου σχεδίου» (Σχ).
(3)   Το λεπρού δεν σημαίνει ότι και κατά το χρόνο αυτόν ο Σίμων εξακολουθούσε να είναι λεπρός. Ο Ματθαίος ονομάζεται τελώνης και όταν είχε παύσει να συλλέγει τους φόρους και ήταν μαθητής του Χριστού. «Για να τον ξεχωρίσουν από τον Φαρισαίο (Σίμωνα), πρόσθεσαν το διακριτικό από τη λέπρα» (Ζ). Είναι άλλος λοιπόν ο Σίμων αυτός ο λεπρός και άλλος ο Σίμων ο Φαρισαίος στο Λουκά ζ 37. Το Σίμων είναι πάρα πολύ συνηθισμένο όνομα που αποδίδεται τουλάχιστον σε δέκα διαφορετικά πρόσωπα στην Κ.Δ. και σε είκοσι περίπου στον Ιώσηπο (p). Τίποτα το παράδοξο λοιπόν εάν κατά σύμπτωση οι δύο διαφορετικές χρίσεις του Ιησού συνέπεσαν να γίνουν σε σπίτια, των οποίων οι ιδιοκτήτες είχαν το ίδιο όνομα. Ο Σίμων αυτός ο λεπρός πιθανότατα σύζυγος της Μάρθας, της αδελφής του Λαζάρου, ίσως νεκρός ήδη (S).
   
Ματθ. 26,7  προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ(1) ἀλάβαστρον(2) μύρου ἔχουσα βαρυτίμου, καὶ κατέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν(3) αὐτοῦ ἀνακειμένου.
Ματθ. 26,7  προσήλθε εις αυτόν μία γυναίκα με ένα δοχείον από αλάβαστρον γεμάτο από μύρον πολύτιμον και έχυνε αυτό άφθονον εις την κεφαλήν του, καθώς αυτός είχε καθίσει εις την τράπεζαν του φαγητού.
(1)   Σύμφωνα με άλλους «τρεις είναι οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο. Πρώτη μεν αυτή στον Λουκά (Λουκ. ζ 37) η οποία ήταν και αμαρτωλή και το έκανε αυτό στα μέσα του κηρύγματος και στην οικία του Σίμωνα του Φαρισαίου… δεύτερη αυτή στον Ιωάννη (ιβ 3), η αδελφή του Λαζάρου, που είχε βίο σεμνό· και η οποία έφερε το μύρο σαν ευχαριστήριο δώρο για το ότι ο αδελφός της ήλθε πάλι στη ζωή… και τρίτη είναι αυτή για την οποία γράφουν ο Ματθαίος και ο Μάρκος ομοίως» (Ζ).
Σύμφωνα με άλλους «η γυναίκα αυτή, στους μεν τρεις ευαγγελιστές, μου φαίνεται, ότι είναι μία και η αυτή· στον Ιωάννη όμως όχι, αλλά κάποια άλλη θαυμαστή, η αδελφή του Λαζάρου» (Χ). Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή δηλαδή η γυναίκα εδώ ταυτίζεται με την πόρνη του Λουκά ζ 37. Πιο σωστό είναι ότι η γυναίκα αυτή είναι διαφορετική μεν από αυτήν του Λουκά, για τους λόγους που εκθέτει άριστα ο Ζ., ταυτίζεται όμως με αυτήν του Ιωάννου ιβ 1-8 (δ).
(2)   Ο και η αλάβαστρος κατ’ έλλειψη του λίθος, λέγεται κατά πρώτον ένας λίθος γυψώδης και γεμάτος ίνες από αιγυπτιακή πόλη που ονομάζεται Αλάβαστρο, στην οποία κατασκευάζονταν τα αγγεία αυτά από τον λίθο αυτόν που βρισκόταν κοντά σε αυτήν (δ). Δοχείο κατασκευασμένο από αλαβάστρινη πέτρα, στο οποίο φυλάγονταν τα μύρα (g)· «είδος αγγείου στο οποίο έβαζαν μύρα» (Ζ).
(3)   Από το κεφάλι άρχισε η Μαρία, και έπειτα με το περίσσευμα άλειψε τα πόδια όπως ο Ιωάννης αναφέρει στο ιβ 3 (δ).
 
Ματθ. 26,8  ἰδόντες δὲ οἱ μαθηταὶ(1) αὐτοῦ ἠγανάκτησαν(2) λέγοντες· εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη(3);
Ματθ. 26,8  Οι δε μαθηταί, όταν είδαν τούτο, ηγανάκτησαν και έλεγαν• διατί χάνεται ματαίως το πολύτιμον αυτό μύρον;
(1)   Ο ρυπαρός Ιούδας έκανε πρώτα την ένσταση αυτή προς τους άλλους μαθητές από πλεονεξία και οι περισσότεροι από τους μαθητές βρήκαν εύλογη την ένσταση (δ). Από τον Μάρκο μαθαίνουμε ότι κάποιοι μόνο από τους μαθητές αγανάκτησαν (F).
(2)   «Είναι αξιοθαύμαστη η γυναίκα που δεν λυπήθηκε ένα τόσο μεγάλο έξοδο» (Ζ). «Αλλά οι μαθητές, επειδή δεν γνώριζαν τη διάθεσή της, την κατηγορούσαν άκαιρα» (Χ). «Αγανάκτησαν αλλά μεταξύ τους, όπως είπε ο Μάρκος, ο οποίος πρόσθεσε και ότι είπαν, μπορούσε αυτό να πουληθεί πάνω από τριακόσια δηνάρια και ότι «ἐνεβριμῶντο αὐτῇ», δηλαδή την μάλωναν, την κατηγορούσαν για την κατάχρηση» (Ζ).
(3)   «Μάταια ξόδεψε πολύτιμο πράγμα» (Ζ).

Ματθ. 26,9  ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι πολλοῦ καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς(1).
Ματθ. 26,9  Διότι θα ημπορούσε αυτό να πωληθή αντί πολλών χρημάτων και να δοθή το αντίτιμον στους φτωχούς”.
(1)   Ο μεν Ιούδας από φιλαργυρία και από πόθο να κλέψει μέρος του χρήματος, ενώ οι άλλοι μαθητές «παρακινήθηκαν από φιλανθρωπία, επειδή πολλές φορές άκουσαν τον διδάσκαλο να λέει πολλά για την ελεημοσύνη και έδειχναν ήδη μεγάλη φροντίδα για τους φτωχούς και ήξεραν, ότι ο Θεός έλεος θέλει και όχι θυσία» (Ζ). Ελεημοσύνες από τους προσκυνητές κατά την γιορτή αυτή, θα αποτελούσε ευσεβές καθήκον, και υπήρχαν πολλοί φτωχοί και μέσα και γύρω από τα Ιεροσόλυμα (S).

Ματθ. 26,10  γνοὺς(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς(2)· τί κόπους(3) παρέχετε τῇ γυναικί; ἔργον γὰρ καλὸν(4) εἰργάσατο εἰς ἐμέ.
Ματθ. 26,10  Ο Ιησούς όμως αντελήφθη την δυσφορίαν των και τους είπε• διατί στενοχωρείτε την γυναίκα; Διότι αυτή έκαμε εις εμέ ένα καλόν και αξιέπαινον έργον.
(1)   Δεν προϋποθέτει γνώση υπερφυσική, αφού οι μαθητές εκδήλωσαν τη διαφωνία τους με σαφήνεια (L).
(2)   Ο Κύριος «βλέποντας τις σκέψεις της, την αφήνει. Διότι πράγματι ήταν πολλή η ευλάβεια και απερίγραπτη η προθυμία της· για αυτό με πολλή συγκατάβαση επέτρεψε να χυθεί το μύρο και στο κεφάλι του» (Χ). «Ανεχόταν ο Κύριος, όχι επειδή είχε ανάγκη το μύρο, αλλά για να μην εξασθενίσει την πίστη της» (Ζ).
(3)   Παρέχετε ενόχληση (g). «Επειδή οι μαθητές μαλώνοντας τη γυναίκα, την οδηγούσαν στο να μετανιώσει για αυτό που έκανε, τους μαλώνει και αυτός με τη σειρά του, ονομάζοντας «κόπους» την λύπη από τη μεταμέλεια» (Ζ) αλλά και την πικρία από την επιτίμηση.
(4)   Η ευλαβής αφοσίωση στο πρόσωπο του Κυρίου ήταν έργο καλό (S). «Αφού επαίνεσε το έργο της, πρώτον μεν αναιρεί την πρόφαση των μαθητών σχετικά με τους φτωχούς, έπειτα υπεραπολογείται και για το έργο της» (Ζ).

Ματθ. 26,11  τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν(1), ἐμὲ δὲ(2) οὐ πάντοτε ἔχετε.
Ματθ. 26,11  Διότι τους πτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας και ημπορείτε, οπόταν θέλετε να τους βοηθάτε, εμέ όμως δεν θα με έχετε πάντοτε μαζί σας.
(1)   «Για τους φτωχούς έγραψε καθαρότερα ο Μάρκος. Διότι όταν, λέει, θέλετε, μπορείτε να τους ευεργετήσετε» (Ζ).
(2)   Δηλαδή στις συνθήκες της επίγειας ζωής (S). Και συνεπώς οι φίλοι του και οι μαθητές του δεν θα μπορούσαν να εκδηλώσουν την αγάπη τους με τρόπο τόσο αισθητό (F). «Λέγοντας λοιπόν ότι, εμένα όμως δεν θα με έχετε πάντα, έβαλε μέσα τους την υπενθύμιση της μετά από λίγο σφαγής του» (Ζ).

Ματθ. 26,12  βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι(1) με ἐποίησεν(2).
Ματθ. 26,12  Διότι αυτή η γυναίκα, που έχυσε το μύρον τούτο στο σώμα μου, το έκαμε σαν προετοιμασίαν δια τον ενταφιασμόν μου.
(1)   «Αντί να πει· για ενταφιασμό μου, σαν να προφητεύει ακριβώς το θάνατό μου που πλησιάζει» (Ζ). «Προανήγγειλε το πάθος με το να προσφέρει τα αναγκαία για την κηδεία» (Χ). Πρέπει να υπονοήσουμε τη λέξη συμβολικά. Το ενταφιάζω δεν πρέπει να το πάρουμε με την στους Αιγυπτίους έννοια του ταριχεύω, αλλά απλώς με την έννοια προβαίνω στις τελετές της ταφής, μία από τις οποίες ήταν και η χρίση του σώματος μετά το πλύσιμό του (L).
(2)   Μάλλον με την έννοια του αποδείχτηκε ότι το έκανε (δ). Η γυναίκα είχε πρόθεση να εκδηλώσει σεβασμό βαθύ στον Κύριο που ήταν στο τραπέζι και να τιμήσει αυτόν με τρόπο που συνηθιζόταν τότε. Χωρίς όμως να το φαντάζεται, επιτέλεσε πράξη που αναφερόταν στις προετοιμασίες της ταφής. Μετά τη χρίση αυτή και όσα απέμεναν για ταφή του Κυρίου θα ακολουθούσαν σύντομα (L). «Το έκανε αυτό η γυναίκα από κάποια θεία παρακίνηση (έμπνευση), προτυπώνοντας το θάνατό του και την ταφή του σώματος… Δείχνει δηλαδή η γυναίκα, με το να χύσει το μύρο, ότι το σώμα μου θα ενταφιαστεί» (Θφ).

Ματθ. 26,13  ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ(1) τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο(2) ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ(1), λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη(3) εἰς μνημόσυνον(4) αὐτῆς.
Ματθ. 26,13  Σας διαβεβαιώνω δε, ότι οπουδήποτε και αν κυρηχθή το ευαγγέλιον τούτο-και θα κηρυχθή εις όλον τον κόσμον-θα διαλαληθή επίσης και αυτό που έκαμε σήμερον αυτή εις αλησμόνητον ανάμνησίν της”.
(1)   Οπουδήποτε στον κόσμο, σε κάθε μέρος και τόπο, οπότε το ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ είναι επεξήγηση του ὅπου = δηλαδή σε όλο τον κόσμο (δ). «Αυτό και της γυναίκας ήταν παρηγοριά και έπαινος και των μαθητών ενθάρρυνση· της μεν, επειδή θα εξυμνείται σε όλη την οικουμένη, των δε, ότι το κήρυγμα θα περιλάβει όλη την οικουμένη» (Ζ).
(2)   Το οποίο ο Ιησούς κήρυττε (b). Η χαρμόσυνη αγγελία για τον Ιησού Χριστό, τον ιδρυτή της επί γης ουράνιας βασιλείας (g). Ή, το ευαγγέλιο το αφηγούμενο το πάθος μου (F).
(3)   Είναι αξιοσημείωτο, ότι παρά την βεβαίωση, ότι η πράξη της γυναίκας αυτής θα διαλαληθεί σε όλο τον κόσμο, δεν αναφέρεται το όνομά της. Η αποσιώπηση οφείλεται στο ότι η γυναίκα αυτή ζούσε ακόμη, τον χρόνο που ο Ματθαίος και ο Μάρκος συνέγραφαν τα ευαγγέλιά τους, και δεν θα ήθελε να γίνει γνωστό το όνομά της (p).
(4)   Η μνήμη των αγαθών μπορεί να μείνει αμάραντη και όταν ακόμη τα ονόματά τους είναι άγνωστα (b). «Και όντως, όσοι γνωρίζουν το Χριστό, γνωρίζουν και αυτό που έκανε αυτή και μαζί με το ευαγγέλιο κηρύχτηκε το έργο της και διέτρεξε όλη τη γη η μνήμη της» (Ζ). Για μνημόσυνό της = ώστε να διατηρείται η μνήμη της (g). Για τιμητική ανάμνησή της (ο).
 
Ματθ. 26,14  Τότε(1) πορευθεὶς εἷς τῶν δώδεκα(2), ὁ λεγόμενος(3) Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς
Ματθ. 26,14  Τότε ένας από τους δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης, επήγε προς τους αρχιερείς•
(1)   Μη μπορώντας, να ωφεληθεί από το μύρο, ζήτησε από την προδοσία να πάρει μισθό (δ). Η πρόταση του Ιούδα στους αρχιερείς παρουσιάζεται ως συνέπεια του επεισοδίου της χρίσης. Οποιαδήποτε άλλα ελατήρια και αν ώθησαν αυτόν στην προδοσία του, αποτυχημένα σχέδια που εμπνεύστηκαν από φιλαργυρία θα παρουσιάζονταν ως συνδυασμένα με τα ελατήρια αυτά (p).
«Τότε. Πότε; Όταν λέγονταν αυτά· όταν είπε, στον ενταφιασμό μου· και ούτε από αυτό συγκινήθηκε, ούτε ακούγοντας ότι θα κηρυχτεί παντού το ευαγγέλιο φοβήθηκε… Αλλά όταν γυναίκες έδειξαν τέτοια τιμή τότε αυτός εργαζόταν τα έργα του διαβόλου» (Χ).
(2)   «Σαν να έλεγαν ότι ήταν από τον πρώτο κύκλο των μαθητών του, οι οποίοι είχαν εκλεγεί μεταξύ των καλυτέρων, από τον κύκλο στον οποίο ανήκαν ο Πέτρος και ο Ιωάννης. Δεν παραλείπουν να πουν, ότι ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές. Έτσι δεν αποκρύπτουν τίποτα από όσα θεωρούνται αξιοκατάκριτα. Διότι για ένα πράγμα ενδιαφέρονταν, για μόνη την αλήθεια και όχι να συγκαλύψουν αυτά που έγιναν» (Χ).
(3)   = Αυτός που ήταν γνωστός μεταξύ των μαθητών με το όνομα αυτό (δ). «Προσθέτει το επώνυμο από την περιοχή που καταγόταν, διότι υπήρχε και άλλος Ιούδας, αυτός του Ιακώβου» (Ζ).
  
Ματθ. 26,15  εἶπε(1)· τί θέλετέ μοι δοῦναι, καὶ ἐγὼ(2) ὑμῖν παραδώσω αὐτόν(3);
Ματθ. 26,15  είπε· “τι θέλετε να μου δώσετε και εγώ θα σας τον παραδώσω;”.
(1)   Δεν είναι πιθανό το συνέδριο να είχε ήδη επικηρύξει τον Ιησού με προσφορά αποζημίωσης σε εκείνον, ο οποίος θα συντελούσε στον όλεθρό του. Αλλά η εχθρότητά τους προς τον Ιησού ήταν ολοφάνερη και ίσως ο σκοπός τους του να τον συλλάβουν θα είχε γίνει γνωστός ευρύτερα. Για αυτό ο Ιούδας προβαίνει στην πρότασή του (p).
(2)   Και εγώ = εγώ ο οποίος μόνος μπορώ να σας βγάλω από τη δυσκολία (L). «Δες πόσο μεγάλη είναι η κακία του Ιούδα, πώς πηγαίνει αυτοπροαίρετα και το κάνει αυτό χάριν του αργυρίου, και μάλιστα για τόσο αργύριο» (Χ). Η προσφορά του Ιούδα έχει μέσα της χαρακτήρα εκτάκτως κυνικό και που προκαλεί αγανάκτηση (F).
(3)   «Δεν είπε· τον Ιησού ή το Χριστό, αλλά αυτόν· διότι μισούσε λοιπόν το όνομά του» (Ζ).

Ματθ. 26,16  οἱ δὲ ἔστησαν(1) αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια(2). καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν ἵνα αὐτὸν παραδῷ.
Ματθ. 26,16  Εκείνοι δε του εμέτρησαν τριάκοντα αργυρά νομίσματα. Και από τότε ζητούσε ευκαιρία, δια να τον παραδώση.
(1)   Ή, «ζύγισαν» (Ζ). Ζύγισαν επειδή κατά τους παλαιούς χρόνους όταν υπήρχε έλλειψη νομισμάτων συνήθιζαν τα μέταλλα από τα οποία κατασκευάζονταν τα νομίσματα να τα ζυγίζουν και να πληρώνουν ίσο βάρος μετάλλου με αυτό των νομισμάτων που έπρεπε να πληρώσουν (g).
Ή, «λέει έστησαν αντί να πει συμφώνησαν, όρισαν να δώσουν, όχι όπως οι πολλοί νομίζουν ότι ζύγισαν» (Θφ). Μάλλον η πρώτη εκδοχή, διότι το ποσό καταβλήθηκε αμέσως, όπως φαίνεται από την επιστροφή που έγινε.
(2)   Δες Ζαχαρίου ια 12. Τα τριάντα αργύρια ήταν σίκλοι (=στατήρες)=120 δηνάρια (S). Σίκλοι είναι νόμισμα ιουδαϊκό ισότιμο με φράγκα χρυσά 2,83 (F). Τριάντα σίκλοι ή δίδραχμα ήταν η τιμή η καθορισμένη για πληρωμή σε περίπτωση απώλειας δούλου. Εξόδου κα 32 («θα δώσει αργύριο τριάντα δίδραχμα»). Ήταν λοιπόν υπό μία έννοια το τίμημα ενός ανθρώπου. Ο Ιούδας θα ζήτησε περισσότερα, αλλά οι αρχιερείς θα έπεισαν ίσως αυτόν, ότι σύμφωνα με το νόμο έπρεπε στο ποσό αυτό να αρκεστεί (L).
3) Σχετικά με την προετοιμασία του Πάσχα (κστ 17-19)

Ματθ. 26,17  Τῇ δὲ πρώτῃ τῶν ἀζύμων(1) προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ λέγοντες αὐτῷ· ποῦ(2) θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι(3) φαγεῖν τὸ πάσχα;
Ματθ. 26,17  Κατά δε την παραμονήν του πάσχα, η οποία ελέγετο και πρώτη ημέρα του πάσχα, διότι ετοίμαζαν οι Εβραίοι τα άζυμα, ήλθαν οι μαθηταί προς τον Ιησούν λέγοντες• “που θέλεις να σου ετοιμάσωμεν, δια να φάγης το πάσχα;”
(1)   «Πρώτη των αζύμων ονομάζουν την ημέρα πριν το Πάσχα, την δεκάτη τρίτη μεν του μήνα και πέμπτη ημέρα της εβδομάδας… Πρέπει όμως να ξέρουμε ότι, παρόλο που άρχιζαν τα άζυμα στις δεκατέσσερις του μήνα, αλλά όμως τη γιορτή των αζύμων την τελούσαν στις δεκαπέντε. Διότι λέει ο νόμος (Λευϊτ. κγ 6), την δεκάτη πέμπτη ημέρα του μήνα θα είναι γιορτή των αζύμων για τον Κύριο» (Ζ). Πρώτη των αζύμων λέγεται η πρώτη από τις επτά ημέρες των αζύμων (Εξόδου ιβ 15) δηλαδή η 14 του μηνός Νισάν, κατά την οποία η ζύμη έφευγε, αφανιζόταν από τα σπίτια των Ιουδαίων (δ).
Οι Ιουδαίοι διέκριναν το Πάσχα και τα άζυμα, αλλά στην ελληνιστική γλώσσα μπορούσαν να πουν τα άζυμα, όπως και τα διονύσια, για να δηλώσουν ολόκληρη την εορτή. Και η φράση η εορτή των αζύμων που είναι στον Ιώσηπο (Αρχ. 14 ΙΙ,1) έχει την ίδια σημασία με το εορτή του Πάσχα. Η ημέρα αυτή στα μάτια ενός εθνικού ήταν η πρώτη ημέρα της γιορτής, για έναν Ιουδαίο όμως ήταν η παραμονή της γιορτής, διότι η ημέρα της γιορτής άρχιζε για τους Ιουδαίους το απόγευμα της 14 του Νισάν (L).
Το απόγευμα της 14 σφάζονταν οι πασχαλινοί αμνοί στο ναό και το ιουδαϊκό πασχάλιο δείπνο ακολουθούσε κατά το απόγευμα της ίδιας ημέρας, μετά τη δύση του ηλίου (S).
«Διότι το Πάσχα (=ο αμνός) θυσιαζόταν όχι την δεκάτη τρίτη, αλλά την δεκάτη τετάρτη. Διότι λέει ο νόμος. Στον πρώτο μήνα, την δεκάτη τετάρτη ημέρα του μήνα, στο μέσο του απογεύματος θα είναι το πάσχα για τον Κύριο» (Ζ). Η δεκάτη τετάρτη εκκλησιαστικά μεν άρχιζε από τη δύση του ηλίου κατά την 13 ημέρα, κοινώς όμως από την ανατολή του ηλίου της 14. Ο Κύριος το αντίτυπο του νομικού Πάσχα, τον μυστικό δείπνο, ο οποίος είναι το χριστιανικό και αληθινό Πάσχα, το τέλεσε κατά την Πέμπτη 13 του Νισάν (δ), κατά το απόγευμα, από την οποία από τη δύση του ηλίου είχε αρχίσει η 14 του Νισάν δηλαδή η πρώτη των αζύμων.
«Διότι συνηθίζουν από το απόγευμα πάντα να μετρούν την ημέρα».
(2)   «Και από εδώ είναι φανερό ότι δεν είχε σπίτι, δεν είχε κατάλυμα» (Χ).
(3)   Ο Ιησούς κατείχε τη θέση του πατέρα της οικογένειας, και περιβαλλόταν από την οικογένεια των μαθητών του (b).

Ματθ. 26,18  ὁ δὲ εἶπεν· ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν(1) πρὸς τὸν δεῖνα(2) καὶ εἴπατε αὐτῷ· ὁ διδάσκαλος λέγει, ὁ καιρός μου(3) ἐγγύς ἐστι· πρὸς σὲ(4) ποιῶ(5) τὸ πάσχα(6) μετὰ τῶν μαθητῶν μου.
Ματθ. 26,18  Ο δε Ιησούς είπεν• “πηγαίνετε εις την πόλιν προς τον δείνα και πείτε του• ο διδάσκαλος λέγει• Ο καιρός μου δια να τελειώσω το έργον μου πλησιάζει. Εις το σπίτι σου απόψε, παραμονήν του εβραϊκού πάσχα, θα εορτάσω μαζί με τους μαθητές μου το νέον πάσχα”.
(1)   «Πόλη πρέπει να εννοήσουμε τα Ιεροσόλυμα» (Ζ), διότι ήδη ήταν στη Βηθανία (δ).
(2)   Η λέξη αυτή μπήκε αντί για κύριο όνομα (b). «Αποσιώπησε το όνομα του άνδρα, έτσι ώστε να μην μάθει το σπίτι ο Ιούδας και τρέξει στους εχθρούς και τους οδηγήσει σε αυτόν προτού να παραδώσει το μυστικό δείπνο στους μαθητές» (Ζ). Ο Κύριος τήρησε μυστικά τον τόπο και το χρόνο, για να αποφύγει πρόωρη σύλληψη. Ο Ιούδας αγνοούσε πιθανότατα τον τόπο μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία ο Κύριος τον οδήγησε στο υπερώο (p).
(3)   «Καιρό του που πλησιάζει, εννοούμε αυτόν του θανάτου» (Ζ). Από αυτό αποδεικνύεται ακόμη μία φορά, ότι «δεν έρχεται χωρίς τη θέλησή του στο πάθος» (Χ). Ο καιρός μου = ο μυστηριώδης χρόνος, κατά τον οποίο ο προορισμός του επρόκειτο να εκπληρωθεί (L) και τον οποίο είχε προ πολλού προβλέψει και προαναγγείλει (b). Δεν πρέπει να υποθέσουμε, ότι ο κύριος της οικίας κατανόησε την βαθειά σημασία των λέξεων αυτών (ο).
(4)   «Αντί να πει στο σπίτι σου» (Θφ). Ο τόνος είναι εμπιστευτικός και φιλικός (L). Ως προς τον ιδιοκτήτη της οικίας κάποιοι από τους νεώτερους ταυτίζοντας το υπερώο του μυστικού δείπνου με το υπερώο στις Πράξεις (α 13), τείνουν να δεχτούν, ότι η οικία ήταν «της Μαρίας, της μητέρας του Μάρκου» (Πράξ. ιβ 12) και συνεπώς αυτός στον οποίο στάλθηκαν οι μαθητές είναι ο σύζυγος της Μαρίας και πατέρας του Μάρκου. Γιατί όμως η οικία ονομάζεται της Μαρίας και γιατί αποσιωπάται το όνομα του συζύγου ολοτελώς; Υπέρ του ότι πρόκειται για την οικία της Μαρίας συνηγορεί και το επεισόδιο που εξιστορείται στο Μάρκου ιδ 51 σχετικά με το νέο που άφησε το σεντόνι στα χέρια αυτών που επιχείρησαν να τον συλλάβουν, και αρκετοί από τους νεώτερους εικάζουν, ότι ο νέος αυτός ήταν ο Μάρκος (p).
(5)   Έχω απόφαση να κάνω (δ).
(6)   Ο Κύριος γνώριζε, ότι δεν θα μπορούσε να επιτελέσει το Πάσχα, διότι πριν από αυτό θα συλλαμβανόταν και θα σταυρωνόταν. Αλλά έχει πρόθεση να φάει μαζί με τους μαθητές του κάποιο δείπνο αντιπροσωπευτικό του Πάσχα (p), το οποίο θα ήταν αντίτυπο του νομικού Πάσχα.

Ματθ. 26,19  καὶ ἐποίησαν οἱ μαθηταὶ ὡς συνέταξεν(1) αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα(2).
Ματθ. 26,19  Και έκαμαν οι μαθηταί, όπως ο Ιησούς τους είχε οδηγήσει και ετοίμασαν τα κατά το πάσχα.
(1)   «Όπως παρήγγειλε» (Ζ).
(2)   Δηλαδή ετοίμασαν το δωμάτιο για το δείπνο (S). Όχι τον αμνό. Σχεδόν είναι βέβαιο ότι πασχάλιος αμνός δεν υπήρχε. Η σφαγή του έπρεπε να γίνει στο ναό την Παρασκευή το απόγευμα με την παρουσία όλου του ομίλου, των μαθητών και του Διδασκάλου. Δύο μαθητές δεν αρκούσαν σε αυτό και επιπλέον δεν μπορούσε να γίνει αυτό δύο ημέρες πριν το Πάσχα. Και οι δύο μαθητές που στάλθηκαν δεν περίμεναν, ότι το δείπνο θα γινόταν το απόγευμα της Πέμπτης, αλλά ετοίμασαν το δωμάτιο για το απόγευμα της Παρασκευής (p).

Το παχάλιο δείπνο (κστ 20-29)
Ματθ. 26,20 Ὀψίας(1) δὲ γενομένης ἀνέκειτο(2) μετὰ τῶν δώδεκα.
Ματθ. 26,20  Όταν δε ήλθε η εσπέρα, ο Κύριος μαζί με τους δώδεκα εξάπλωσε κοντά στο τραπέζι.
(1)   «Οψία ονόμασε το απόγευμα» (Ζ) της ίδιας ημέρας 13 Νισάν. Κανένας λόγος δεν γίνεται εδώ και στα επόμενα για νομικό Πάσχα (δ). «Από εδώ ισχυρίζονται κάποιοι» πολύ σωστά, «ότι δεν έφαγε τότε το νομικό πάσχα ο Χριστός και φέρνουν αποδείξεις· ότι ήταν τότε 13 του μήνα· έπρεπε όμως στις 14 να φάνε το πάσχα. Και ότι ο μεν νόμος διέταζε να τρώνε όρθιοι το πάσχα· αυτός όμως ήταν γερμένος. Και ότι κάθε άρτος ζυμωτός αφαιρούνταν πριν τη θυσία και καιγόταν τελείως στη φωτιά, ενώ τώρα και άρτος βρίσκεται και διαμοιράζεται. Και ότι επιτρεπόταν μόνο ψητό να φάνε· ενώ εδώ παρατίθεται και ζωμός» (Ζ).
(2)   «Δεν έτρωγαν το Πάσχα. Διότι δεν έτρωγαν με τον τρόπο που γινόταν το Πάσχα, αλλά ήταν ξαπλωμένοι στο δείπνο. Πώς όμως, αν έτρωγαν το Πάσχα, θα το έτρωγαν παράνομα; Διότι δεν έπρεπε να φάνε ξαπλωμένοι» (Αμμώνιος).

Ματθ. 26,21  καὶ ἐσθιόντων(1) αὐτῶν εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν(2) ὅτι εἷς(3) ἐξ ὑμῶν(4) παραδώσει(5) με.
Ματθ. 26,22  Και καθώς έτρωγαν είπε• “σας διαβεβαιώνω, ότι ένας από σας θα με προδώση”.
(1)   Η λέξη υπονοεί, ότι επρόκειτο για συνηθισμένο δείπνο και όχι για το τελετουργικό πασχάλιο δείπνο (S).
(2)   Με βεβαιότητα σας πληροφορώ (δ).
(3)   «Δες πώς φροντίζει τον προδότη. Διότι δεν είπε, ο τάδε θα με προδώσει, αλλά ένας από εσάς, ώστε και πάλι να του δώσει ευκαιρία μετανοίας με το ότι έμεινε άγνωστος. Και προτιμά να τους φοβίσει όλους για να γλυτώσει αυτόν» (Χ).
(4)   «Από εσάς τους δώδεκα, που ήσασταν παντού παρόντες μαζί μου, των οποίων τα πόδια έπλυνα, στους οποίους τόσα πολλά υποσχέθηκα» (Χ).
(5)   «Παράδοση να εννοήσεις την προδοσία. Διότι τον παρέδωσε σε θάνατο και τον πρόδωσε στους εχθρούς» (Ζ).

Ματθ. 26,22  καὶ λυπούμενοι(1) σφόδρα ἤρξαντο λέγειν αὐτῷ ἕκαστος αὐτῶν· μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε(2);
Ματθ. 26,22  Εκείνοι λυπήθηκαν παρά πολύ και ήρχισαν να λέγουν ο καθένας δια τον εαυτόν του• “μήπως είμαι εγώ, Κυριε;”
(1)   Το να τρώει κάποιος ψωμί με κάποιον στους ανατολικούς λαούς τον εξασφάλιζε από κάθε εχθρική πράξη και εκδήλωση (p). Αλλά οι Απόστολοι «πίστευαν πάρα πολύ τον Διδάσκαλο ότι είναι αψευδέστατος» (Ζ) και μολονότι ο Κύριος απευθύνει τον λόγο του αυτόν σε αυτούς που τρώνε μαζί του τον άρτο, δεν εκδηλώνεται η παραμικρή αμφιβολία για την αλήθεια αυτών που βεβαιώνει ο Κύριος. «Λύπη αφόρητη κυρίευσε τότε την αγία εκείνη ομάδα» (Χ).
(2)   «Ο καθένας από αυτούς, ρωτούσε φοβούμενος για τον εαυτό του, αν και δεν αισθάνονταν κάτι τέτοιο για τον εαυτό τους» (Χ), «και φοβήθηκαν ο καθένας, μήπως γίνει τέτοιος (προδότης) έχοντας τυφλωθεί στο νου» (Ζ).

Ματθ. 26,23  ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ὁ ἐμβάψας μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ τρυβλίῳ(1) τὴν χεῖρα(2), οὗτός με παραδώσει.
Ματθ. 26,23  Ο δε Κύριος απεκρίθη• “Εκείνος που βούτηξε μαζί μου το χέρι στον ζωμό του πιάτου, αυτός θα με παραδώση.
(1)   «Τρυβλίο είναι είδος πιάτου» (Ζ). Ήταν πιθανώς ένα πιάτο, στο οποίο όλοι βούταγαν το ψωμί τους και συνεπώς όλοι βούταγαν στο πιάτο μαζί με τον Ιησού (p). Οπότε η φράση αυτός που βούτηξε μαζί μου έχει την ίδια σημασία με τη φράση αυτός που τρώει μαζί μου (a). Είναι όμως δυνατόν, κατά τη στιγμή που ο Κύριος έλεγε τα λόγια αυτά, το χέρι του να συναντήθηκε στο πιάτο με το χέρι του Ιούδα, και έτσι η φράση να έγινε αντιληπτή στον προδότη, όχι όμως και στους άλλους Αποστόλους (p). «Επειδή ήταν αναιδής ο Ιούδας, βούταγε στο ίδιο τρυβλίο, δηλαδή πιατέλα» (Θφ).
(2)   Με το χέρι λαμβανόταν από το κοινό πιάτο η τροφή για να μεταφερθεί στο στόμα σύμφωνα με τον τρόπο λήψης της τροφής που επικρατούσε τότε στην Ανατολή (ο).

Ματθ. 26,24  ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει(1) καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ(2)· οὐαὶ δὲ(3) τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν(4) ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη(5) ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος(6).
Ματθ. 26,24  Ο μεν υιός του ανθρώπου απέρχεται από τη ζωή αυτήν, όπως ακριβώς είναι γραμμένο εις την Αγίαν Γραφήν περί αυτού• αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνον, δια του οποίου ο υιός του ανθρώπου παραδίδεται• προτιμότερο θα ήτο δι' αυτόν να μη είχε γεννηθή ο άνθρωπος εκείνος”.
(1)   Πηγαίνει στον προορισμένο σε αυτόν δρόμο, που οδηγεί προς το θάνατο (a). «Λέγεται αντί για το πορεύεται, μεταβαίνει από την εδώ ζωή» (Ζ). Μαζί με αυτήν την έννοια μπορεί να συνδυάζεται και η απώτερη σκέψη της μετάβασης στη δόξα του Πατέρα μέσω του θανάτου. Πράγματι η λέξη υπάγω έχει μερικές φορές και την έννοια του επιστρέφω ή πηγαίνω σπίτι (Ματθ. ε 24,η 4,13,θ 6,ιγ 44,ιθ 21,κ 14)· και η έννοια αυτή μπορεί καλά να περιληφθεί και εδώ (p).
(2)   «Όπως γράφτηκε στους προφήτες για αυτόν, πώς πρόκειται να πεθάνει» (Ζ). Οι προφητείες και οι τύποι της Π.Δ. φανέρωσαν τις βουλές του Θεού για τον υιό του ανθρώπου και τις βουλές αυτές ο υιός του ανθρώπου θέλει να εκπληρώσει (p).
(3)   Η θεία πρόγνωση της αμαρτίας του προδότη δεν μειώνει την αποστροφή για αυτήν (b). «Όχι διότι είχε προοριστεί, για αυτό παρέδωσε· αλλά διότι παρέδωσε, για αυτό είχε προοριστεί, επειδή ο Θεός προγνώριζε αυτό που οπωσδήποτε θα γινόταν· διότι επρόκειτο όντως να αποβεί τέτοιος (ο Ιούδας) όχι από τη φύση του, αλλά από την ελεύθερη βούλησή του» (Ζ).
«Είναι λοιπόν αυτός άξιος άπειρων τιμωριών, παρόλο που σώθηκε η οικουμένη. Διότι δεν μας έφερε τη σωτηρία η προδοσία του Ιούδα, αλλά η σοφία του Χριστού και η άπειρη ικανότητά του να χρησιμοποιεί τις πονηρίες των άλλων για το δικό μας συμφέρον» (Χ).
«Διότι δεν το έπραξε αυτό με σκοπό να συνεργήσει στη βουλή του Θεού, αλλά το έκανε υπηρετώντας τη δική του κακία» (Θφ). Οι πονηροί άνθρωποι ασυναίσθητα υπηρετούν τη βουλή του Θεού, αλλά αυτό δεν δικαιολογεί την κακία τους. Πράξ. β 23 (ο). Όχι μόνο δεν εξαναγκάστηκε ο Ιούδας να ενεργήσει όπως ενήργησε, αλλά προσφέρθηκαν σε αυτόν πάρα πολλές ευκαιρίες μετανοίας. Μέχρι την τελευταία στιγμή ο Κύριος προσπαθεί να αναχαιτίσει αυτόν.
(4)   «Τον συνέφερε» (Ζ). Η ζωή σε κάθε ανθρώπινο ον είναι θείο δώρο. Είναι δυνατόν όμως να γίνει κατάχρηση της ευλογίας αυτής σε τέτοιο βαθμό ώστε να μετατραπεί αυτή σε κατάρα.
(5)   Είτε μη συλλαμβανόμενος καθόλου στην κοιλιά της μητέρας του είτε πεθαίνοντας πριν ακόμη γεννηθεί (b). «Λέγοντας λοιπόν ότι καλό ήταν αν δεν γεννιόταν ο άνθρωπος εκείνος, δείχνει ότι η ανυπαρξία είναι καλύτερη από την ύπαρξη με αμαρτίες» (Θφ).
«Αλλά θα πει κάποιος· αν ήταν καλό να μη γεννηθεί αυτός, για ποιο λόγο επέτρεψε να έλθει στον κόσμο και αυτός και όλοι οι πονηροί; Πρέπει να κατηγορήσεις τους πονηρούς, οι οποίοι, ενώ ήταν ελεύθεροι να μη γίνουν τέτοιοι, έγιναν πονηροί· εσύ όμως αφήνοντας αυτό, λεπτολογείς και περιεργάζεσαι τα έργα του Θεού, παρόλο που ξέρεις, ότι δεν γίνεται αναγκαστικά κανείς πονηρός» (Χ).
«Και ο Ιούδας λοιπόν, δεν έγινε κακός επειδή γεννήθηκε, αλλά επειδή έδειξε ραθυμία, και έγινε κακός από τη μοχθηρή του γνώμη και την κακή του προαίρεση. Κανέναν λοιπόν ο Θεός δεν αναγκάζει να γίνει καλός, αν δεν είναι με τη θέλησή του καλός· αλλά προτείνει μεν τα σωτήρια και βοηθά αυτόν που επιλέγει αυτά, επιτρέπει όμως να πηγαίνει ο καθένας ως αυτεξούσιος, όπου θέλει» (Ζ).
(6)   «Δες πάλι και μέσα στους ελέγχους την απερίγραπτη πραότητα. Διότι ούτε εδώ δεν μιλά ορμητικά, αλλά μάλλον με συμπάθεια και πάλι συγκαλυμμένα· αν και όχι μόνο η προηγούμενη αναισθησία του, αλλά και η εν συνεχεία αναίδειά του, ήταν άξια μεγάλης αγανάκτησης. Διότι μετά από αυτόν τον έλεγχο λέει· Μήπως είμαι εγώ Κύριε;» (Χ).

Ματθ. 26,25  ἀποκριθεὶς δὲ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν εἶπε· μήτι ἐγώ εἰμι(1), ῥαββί(2); λέγει αὐτῷ(3), σὺ εἶπας(4).
Ματθ. 26,25  Ελαβε δε τον λόγον ο Ιούδας, ο οποίος και τον παρέδωσε, και είπε• “μήπως είμαι εγώ, διδάσκαλε;” Απήντησε εις αυτόν ο Ιησούς• “Συ είπες, ότι είσαι συ”.
(1)   «Ω πόση αναισχυντία! Ρωτά επιχειρώντας να διαφύγει την προσοχή των μαθητών. Διότι από την αρχή μεν δεν ρώτησε, όταν ο Χριστός είπε, ένας από εσάς· διότι νόμιζε ότι ακόμη διαφεύγει της προσοχής του διδασκάλου· όταν όμως ο Κύριος πρόσθεσε και σημάδι, κατάλαβε, ότι είχε αναγνωριστεί. Και αφού λοιπόν ρώτησαν οι άλλοι, ρωτά και αυτός» (Ζ).
(2)   Δεν αναφέρεται στη Γραφή, ότι ο Ιούδας είχε ονομάσει ποτέ μέχρι τώρα τον Κύριο ραββί (b). «Παίρνοντας θάρρος από την επιείκεια του διδασκάλου, ότι οπωσδήποτε δεν θα τον ελέγξει ολοφάνερα, τον ονόμασε ραββί, δηλαδή διδάσκαλο» (Ζ).
(3)   «Αν και μπορούσε να πει· βρωμερέ και αχρείε, βδελυρέ και βέβηλε· αφού τόσο καιρό κυοφορείς το κακό και πήγες στους αρχιερείς και έκανες σατανικά συμβόλαια και συμφώνησες να πάρεις αργύριο και από εμένα έχεις ελεγχθεί και τολμάς ακόμη να ρωτάς; Αλλά τίποτα από αυτά δεν είπε… ορίζοντας σε μας τα όρια και τους κανόνες της ανεξικακίας» (Χ).
(4)   Η απάντηση αποτελεί αόριστη και αμφίβολη επιβεβαίωση, που αφήνει το πράγμα συσκιασμένο. Θα ήταν ακατανόητο εάν ο Χριστός απαντούσε με απλή και σαφή βεβαίωση. Τέτοια βεβαίωση γινομένη ενώπιον όλων των μαθητών θα προκαλούσε έκρηξη μανιώδους οργής εναντίον του Ιούδα και ίσως για κάποιον τουλάχιστον χρόνο θα ματαίωνε τη σχεδιαζόμενη προδοσία. Με την αμφίβολη βεβαίωση στον μεν Ιούδα δίνονταν νύξεις που τον βεβαίωναν ότι η σχεδιαζόμενη προδοσία ήταν γνωστή στο Διδάσκαλο, στους δε μαθητές δημιουργούνταν αβεβαιότητα για το τι σήμαινε η απάντηση και έτσι δινόταν και πάλι η ευκαιρία στον προδότη να συνέλθει και να αναχαιτιστεί, χωρίς συγχρόνως και να εκτεθεί (a).
Είναι εξάλλου δυνατόν να απάντησε ο Ιησούς σε μόνο τον Ιούδα και να μην ακούστηκε το «εσύ το είπες» από τους άλλους, αν λάβουμε υπ όψη, ότι οι ερωτήσεις των μαθητών που απευθύνονταν με θερμότητα και τόνο διαμαρτυρίας δημιουργούσαν κάποιο θόρυβο (L).

Ματθ. 26,26  Ἐσθιόντων(1) δὲ αὐτῶν λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον(2) καὶ εὐχαριστήσας(3) ἔκλασε(4) καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό(5) ἐστι(6) τὸ σῶμά μου(7)·
Ματθ. 26,26  Ενώ δε αυτοί έτρωγαν, επήρε ο Ιησούς τον άρτον και αφού ευχαρίστησε τον έκοψε εις τεμάχια και έδιδε στους μαθητάς και είπε• “λάβετε φάγετε• τούτο είναι το σώμα μου”.
(1)   Από τις αφηγήσεις για τη σύσταση της Ευχαριστίας συμπεραίνουμε, ότι έγινε αυτή απόγευμα και στο μέσο του δείπνου. Την ώρα που έτρωγαν πήρε τον άρτο ο Ιησούς (p). Μετείχε και ο Ιούδας; Τουλάχιστον του σώματος του Χριστού φαίνεται να μετείχε.
«Και όταν ακόμη μετείχε στα μυστήρια, έμενε ο ίδιος. Ο Χριστός όμως δεν τον εμπόδισε, αν και τα γνώριζε όλα· για να μάθεις ότι δεν παραλείπει τίποτα από αυτά που συντελούν στη διόρθωση» (Χ).
«Πρόσθεσε το «την ώρα που έτρωγαν», για να φανερώσει την απανθρωπιά του Ιούδα, ότι στο τραπέζι και στη συμμετοχή στα ίδια φαγητά, όταν, ακόμη και θηρίο να ήταν, θα έπρεπε να γίνει πραότερος, τότε, ούτε και όταν ελεγχόταν δεν κατάλαβε, αλλά παρόλο που γεύτηκε και το σώμα του, δεν μετανιώνει» (Θφ).
(2)   Αυθεντική γραφή χωρίς το άρθρο: «Παίρνοντας άρτο, δηλαδή αυτόν που ήταν δίπλα του ή και άλλον που ήταν και αυτός τοποθετημένος κοντά του επειδή ήταν ο διδάσκαλος» (Ζ). Τον άρτον= τον ένα άρτο. Θεωρήθηκε ο ένας άρτος ότι συμβολίζει την ενότητα του χριστιανικού σώματος παρά τις διαφορές των επί μέρους μελών. Ο ωραίος αυτός συμβολισμός εξαφανίζεται με τη χρησιμοποίηση ξεχωριστών οστιών στην αγία Κοινωνία (p).
(3)   Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα γράφουν ευλογήσας. Τα ρήματα ευλογώ και ευχαριστώ εναλλάσσονται στους ευαγγελιστές εδώ και στη διατροφή του όχλου. Αλλά και τα δύο καταλήγουν στο ίδιο, διότι η ευλογία προς τον μεγαλύτερο είναι ευχαριστία για τις δωρεές από αυτόν (δ). Και τα δύο ρήματα σημαίνουν ευχαριστήρια προσευχή (p). «Και ευχαριστεί διδάσκοντάς μας πώς πρέπει να τελούμε το μυστήριο αυτό και δείχνοντας, ότι δεν έρχεται χωρίς τη θέλησή του στο πάθος» (Χ).
«Και πρέπει να ευχαριστούμε πριν από αυτό το μυστήριο», διότι αυτό τελείται «για ευεργεσία της δικής μας φύσης. Διότι αν η θυσία του τυπικού αμνού χάρισε στους Ιουδαίους και απαλλαγή από την καταστροφή και ελευθερία από τη δουλεία, πολύ περισσότερο η θυσία του αληθινού αμνού στους Χριστιανούς» (Ζ).
(4)   Το κόψιμο του άρτου συμβολικά αναφέρεται στο Πάθος (S). Και από αυτόν τον δρόμο που έγινε η διαμοίραση ονομάστηκε αυτό το μυστήριο της Ευχαριστίας και κλάση του άρτου (δ).
(5)   Δηλαδή αυτός ο κομμένος άρτος, τον οποίο τρώτε όλοι (a). Αυτό σε αντίθεση με τις σκιές της Π.Δ. Αυτό το οποίο σας παραγγέλλω να πάρετε (b). «Δείχνοντας είπε, «αυτό είναι το σώμα μου», και «αυτό είναι το αίμα μου», για να μη νομίσεις ότι αυτά που φαίνονται είναι συμβολικά, αλλά με κάποια ανέκφραστη ενέργεια του Θεού, που μπορεί να κάνει τα πάντα, μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα πραγματικά του Χριστού αυτά που προσφέρθηκαν» (Κ).
(6)   «Δεν είπε· αυτό είναι το σύμβολο του σώματός μου και αυτό του αίματός μου, αλλά αυτό είναι το σώμα μου και το αίμα μου, διδάσκοντάς μας να μην βλέπουμε τη φύση αυτού που έχουμε μπροστά μας, αλλά ότι, με την ευχαριστία που έγινε μεταβάλλονται σε σάρκα και αίμα» (Θεόδωρος Μοψουεστίας).
«Διότι δεν είπε, αυτό είναι αντίτυπο (τύπος), αλλά αυτό είναι το σώμα μου· διότι με κάποια απερίγραπτη ενέργεια μεταβάλλεται, έστω και αν φαίνεται σε μας άρτος. Επειδή δηλαδή είμαστε αδύναμοι και δεν θα δεχόμασταν να τρώμε κρέας ωμό και σάρκα ανθρώπου, για αυτό φαίνεται μεν σε μας άρτος, στην πραγματικότητα όμως είναι σάρκα» (Θφ).
«Δεν προχωρά στο σώμα του Λόγου (δεν πάει να γίνει σώμα) την ώρα που το τρώμε και το πίνουμε, αλλά ευθύς αμέσως μεταβάλλεται στο σώμα του Λόγου, όπως ειπώθηκε από τον Λόγο, «αυτό είναι το σώμα μου»» (Γν).
(7)   «Και πώς δεν θορυβήθηκαν ακούγοντας αυτό; Διότι και στο παρελθόν τους είχε προείπει πολλά και σπουδαία για το θέμα αυτό» (Χ).

Ματθ. 26,27  καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον(1) καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ(2) πάντες(3)·
Ματθ. 26,27  Και αφού επήρε το ποτήριον και ηυχαρίστησε έδωκε αυτό στους μαθητάς και είπε• πίετε από αυτό όλοι,
(1)   Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα το γράφουν χωρίς άρθρο. Το άρθρο και εδώ και πριν (τον άρτο) πιθανώς προστέθηκε για να δηλωθεί ο άρτος της Ευχαριστίας και το ποτήριο (a). Η διανομή κοινού ποτηρίου δεν είναι χαρακτηριστικό του Πάσχα, όπου ο καθένας είχε το δικό του ποτήρι. Ίσως να πάρθηκε από την εβδομαδιαία τελετή του Κιδδούς, όπου κοινό ποτήριο χρησιμοποιούνταν (S).
(2)   Η ξεχωριστή παροχή του Σώματος και του Αίματος παριστάνει τον επικείμενο θάνατο του Κυρίου, στον οποίο το αίμα του χύθηκε από το σώμα του (b).
(3)   Δίνοντας το ένα ποτήριο στον μαθητή που ήταν δίπλα του εφιστά ο Κύριος την προσοχή αυτού και των άλλων μαθητών ώστε να πιει ο καθένας από αυτό τόσο ώστε να απομένει στο ποτήριο για μετάληψη του περιεχομένου από όλους. «Όλοι χωρίς εξαίρεση οι μαθητές μου που εκπροσωπούν την όλη εκκλησία» (δ). Η Γραφή εκφράστηκε έτσι, προβλέποντας την καινοτομία της Ρώμης (b).

Ματθ. 26,28 τοῦτο(1) γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου(2) τὸ τῆς καινῆς(3) διαθήκης(4) τὸ περὶ(5) πολλῶν(6) ἐκχυνόμενον(7) εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν(8).
Ματθ. 26,28 διότι τούτο είναι το αίμα μου, με το οποίον επικυρώνεται η νέα διαθήκη και το οποίον χύνεται δια την συγχώρησιν των αμαρτιών.
(1)   Αυτός ο οίνος (a).
(2)   Το πραγματικό αίμα του Χριστού προβάλλεται ήδη ως παρόν, ακριβώς όπως το αίμα των θυμάτων υπήρχε στο μωσαϊκό ρητό που παρατίθεται στο Εβραίους θ 20. Αυτό το αίμα της Διαθήκης την οποία διέταξε σε σας ο Θεός. Και το ρητό αυτό επαναλαμβάνεται και εδώ (b). «Αυτά είναι το ίδιο το σώμα μου και το ίδιο το αίμα μου. Διότι όπως ακριβώς θέωσε την σάρκα που πήρε, έτσι με τρόπο απόρρητο μεταβάλλει και αυτά ώστε να γίνουν το ίδιο το ζωοποιό σώμα του και το ίδιο το τίμιο αίμα του» (Ζ).
(3)   «Διότι το μεν αίμα του τυπικού αμνού, ήταν της παλαιάς διαθήκης· ενώ το αίμα του αληθινού αμνού, είναι της νέας» (Ζ).
(4)   Το αίμα μου, το οποίο χύνεται για επικύρωση της Νέας Διαθήκης (a). Διαθήκης συνθήκης ή διάθεσης κατά την τελευταία θέληση. Η λέξη με την έννοια της συνθήκης αρμόζει μάλλον στην παλαιά οικονομία, η οποία είχε τη μορφή συνθήκης, ενώ η λέξη με την έννοια, την οποία έχει και σε μας αυτή, αρμόζει στη νέα οικονομία, στην οποία παρέχεται σε μας η πλήρης υιοθεσία (b).
«Αίμα Καινής Διαθήκης το ονομάζει, δηλαδή της υπόσχεσης της επαγγελίας του νόμου του καινούργιου. Αυτό… διαφυλάσσει την συμφωνία της Νέας Διαθήκης. Και όπως ακριβώς η Παλαιά είχε πρόβατα και μοσχάρια, έτσι και αυτή έχει το αίμα το δεσποτικό. Δείχνει όμως και με αυτό, ότι πρόκειται να πεθάνει· γι’ αυτό και θυμάται τη Διαθήκη και υπενθυμίζει την προηγούμενη Διαθήκη· διότι και εκείνη είχε εγκαινιαστεί με αίμα» (Χ).
(5)   «Αντί να πει: για χάρη πολλών» (Ζ).
(6)   «Εκείνο μεν το αίμα χυνόταν μόνο για χάρη των Εβραίων, ενώ αυτό για όλους τους ανθρώπους. Διότι πολλούς ονομάζει εδώ τους πάντες· διότι πράγματι οι πάντες είναι πολλοί. Ή, είπε «πολλών» σε σύγκριση με το έθνος των Εβραίων· διότι είναι περισσότεροι από αυτούς (τους Εβραίους) αυτοί που από όλους (από όλα τα έθνη) ελευθερώνονται και σώζονται, για τους οποίους ο Χριστός πέθανε» (Ζ). Για όλους χύθηκε, αλλά μόνο αυτοί που πιστεύουν αποκομίζουν τις ωφέλειες από αυτό.
(7)   Ήδη το πάθος είχε αρχίσει (F).
(8)   «Διότι εκείνο μεν χυνόταν για την σωτηρία μόνο των πρωτότοκων παιδιών, ενώ αυτό για την άφεση των αμαρτιών όλων των ανθρώπων» (Ζ). Ο Ματθαίος προσθέτοντας το «για άφεση αμαρτιών» δείχνει ότι αντιλήφθηκε τη διαθήκη ως διαθήκη μεταξύ του Θεού και των πολλών και με αυτήν άφεση αμαρτιών εξασφαλιζόταν σε αυτούς· και σφραγίδα της συμφωνημένης αυτής άφεσης ήταν το εκχυνόμενο ήδη αίμα (a), όπως και το «αίμα της Παλαιάς Διαθήκης ήταν σφραγίδα της διαθήκης εκείνης και μαρτυρία και βεβαίωση της συνθήκης του λαού» (Ζ).
 
Ματθ. 26,29  λέγω δὲ ὑμῖν(1) ὅτι οὐ μὴ πίω(2) ἀπ᾿ ἄρτι(3) ἐκ τούτου τοῦ γεννήματος(4) τῆς ἀμπέλου(5) ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ᾿ ὑμῶν(6) καινὸν(7) ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός μου(8).
Ματθ. 26,29  Σας λέγω δε ότι δεν θα ξαναπιώ από το προϊόν αυτό της αμπέλου από την στιγμήν αυτήν και μέχρι της ημέρας εκείνης, όταν εις την ατελείωτον χαράν της βασιλείας του Πατρός μου θα το πίνω μαζί σας νέον.
(1)   Ο λόγος αυτός του Κυρίου συναντιέται σε όλους τους συνοπτικούς με ασήμαντες διαφορές σε κάποιες λέξεις, και εισάγεται και στις τρεις αφηγήσεις με την βεβαίωση «λέω σε εσάς» ή «Αλήθεια λέω σε εσάς» (p). Φαίνεται να είναι ένας πανηγυρικός αποχαιρετισμός. Αλλά αντί της υπόσχεσης για μια μελλοντική επάνοδο, έχουμε τον υπαινιγμό αυτόν για τη μελλοντική χαρά και ευφροσύνη στο μεσσιανικό βασίλειο (a). Η κύρια έννοια του στίχου: Το δείπνο αυτό είναι πρόγευση της τέλειας κοινωνίας, η οποία θα πραγματοποιηθεί στο τραπέζι του Μεσσία (S).
(2)   «Και αυτός λοιπόν ήπιε από αυτό» (Χ). «Αν όμως μετείχε του ποτηρίου, μετάλαβε άρα και από τον άρτο» (Ζ). «Διότι για να μην πουν, ακούγοντας αυτά, τι λοιπόν; Πίνουμε αίμα και τρώμε σάρκα; και θορυβηθούν τότε… πρώτος αυτός έκανε αυτό, εισάγοντας αυτούς χωρίς ταραχή στην κοινωνία των μυστηρίων» (Χ). Ή, θα ήταν παράδοξο και τελείως ασυνήθιστο αυτός που είχε την πρώτη θέση στο πασχάλιο τραπέζι να μην πιει και αυτός από το ποτήρι (p).
(3)   «Από τώρα» (Ζ).
(4)   Αυθεντική γραφή γένημα από το γίνεσθαι.= Αυτό που γίνεται από το αμπέλι.
(5)   Το γέννημα της αμπέλου δεν σημαίνει αναγκαστικά το πασχαλινό κρασί. Κοινή φράση στην Π.Δ. για δήλωση του κρασιού απλώς. (Δες τους Ο΄(μετάφραση των εβδομήντα) στο Ησ. λβ 12, Αββακ. γ 17 και Αριθμ. στ 4).
(6)   Ο Κύριος εκφράζει εδώ την ελπίδα για πλήρη ικανοποίηση και ανάπαυση και κοινή χαρά. Όλα τα αγαθά τα οποία η φράση βασιλεία του Θεού εκφράζει, συμβολίζονται εδώ με δείπνο και κοινή τράπεζα (Ησ. κε 6,Λουκ. ιγ 29,ιδ 15,κβ 30,Αποκ. γ 20,ιθ 9). Εκεί οι μαθητές θα μετέχουν της χαράς του Κυρίου και ο Κύριος της χαράς της δικής τους= «μαζί με εσάς» (p) «όταν θα πίνει αυτό καινούργιο μαζί μας ο Λόγος στη βασιλεία του Πατέρα, αποκαλύπτοντας και διδάσκοντας αυτά που τώρα με μέτριο τρόπο (όχι τόσο καθαρά) έδειξε. Διότι είναι πάντα καινούργιο αυτό που τώρα γνωρίζουμε. Και ποιό είναι το ποτό και η απόλαυση; Για μας μεν το να μάθουμε ενώ για εκείνον το να διδάξει και να ανακοινώσει στους μαθητές του το λόγο. Διότι η διδασκαλία είναι τροφή και για εκείνον ο οποίος τρέφει» (Γ).
(7)   Το ιουδαϊκό Πάσχα αντικαταστάθηκε από το Κυριακό Δείπνο, και αυτό θα αντικατασταθεί στο αιώνιο μέλλον από άλλο ουράνιας φύσης. Η λέξη «νέο» στο χωρίο αυτό προφανώς σημαίνει νέο στη φύση και όχι στην ηλικία (b). Το παν στη βασιλεία εκείνη είναι καινούργιο (Αποκ. γ 12,ε 9,κα 1,5). Θα είναι χαρά δοξασμένη, διαφορετική τελείως από τις χαρές, τις οποίες δοκιμάζουμε εδώ και θα υπερβαίνει κάθε κατανόηση.
«Η πόση του κρασιού δεν εκπληρώνει μόνο ανάγκη αλλά και προσφέρει ποικίλλη ευχαρίστηση στην αίσθηση· μετά όμως από την ανάσταση των νεκρών, αφού θα απομακρυνθεί η φθορά των ανθρωπίνων σωμάτων, και η ίδια η φύση των πραγμάτων θα μεταβληθεί ώστε να είναι νέα, ώστε και αυτή η ευφροσύνη μας θα είναι νέα… αφού ο ίδιος ο Σωτήρας μας Χριστός θα βάζει μέσα στις ψυχές αυτών που τον σέβονται την έμφυτη και δική του ευφροσύνη» (Αμμώνιος).
(8)   «Διότι τότε θα επιτελέσει το Πάσχα τελειότερα και καθαρότερα» (Ζ).
 
Ματθ. 26,30  Καὶ ὑμνήσαντες(1) ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος(2) τῶν ἐλαιῶν.
Ματθ. 26,30  Και αφού έψαλαν ύμνους, εξήλθαν στο όρος των Ελαιών.
(1)   «Ας το ακούσουν όλοι εκείνοι, οι οποίοι αφού φάνε σαν χοίροι κλωτσούν το υλικό τραπέζι και σηκώνονται μεθυσμένοι, ότι πρέπει να ευχαριστούν και να τελειώνουν με ύμνο. Ακούστε επίσης όλοι όσοι δεν περιμένετε την τελευταία ευχή των μυστηρίων· διότι αυτή η ευχή είναι σύμβολο της προσευχής εκείνης. Ευχαρίστησε και ύμνησε και προτού να δώσει στους μαθητές, ώστε και εμείς να ευχαριστούμε. Ευχαρίστησε και ύμνησε και αφού έδωσε, ώστε και εμείς να κάνουμε το ίδιο» (Χ).
Ύμνησαν όχι αναγκαία και απαραίτητα το πασχάλιο αλληλούια, δηλαδή τους Ψαλμούς 115-118, αλλά κάποιον Ψαλμό από εκείνους, οι οποίοι ήταν σε συνήθη χρήση στο ναό (S). Συχνά για τον Κύριο γράφτηκε, ότι προσευχήθηκε πάνω στη γη· ουδέποτε όμως άλλοτε ότι ύμνησε (b).
(2)   «Τον περισσότερο χρόνο διανυκτέρευε έξω στα βουνά· και το έκανε αυτό, από τη μία μεν για να προσεύχεται απερίσπαστα· από την άλλη πάλι και για να κάνει τους μαθητές κοινωνούς λόγων πιο μυστικών. Προτού όμως βγει στο όρος είπε πολλά, από τα οποία άλλα μεν εξιστόρησαν ο Λουκάς και άλλα ο Ιωάννης» (Ζ).

Ματθ. 26,31  τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πάντες ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε(1) ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ, γέγραπται(2) γάρ, πατάξω(3) τὸν ποιμένα, καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης(4)·
Ματθ. 26,31  Τότε λέγει προς αυτούς ο Ιησούς• όλοι σεις κατά την νύκτα αυτήν θα σκανδαλισθήτε και θα κλονισθή η πίστις σας προς εμέ. Διότι έτσι έχει γραφή εις την Παλαιάν Διαθήκην• Με την ιδικήν μου συγκατάθεσιν θα χτυπηθή ο ποιμήν, δηλαδή εγώ, και θα διασκορπισθούν τα πρόβατα του ποιμνίου, δηλαδή σεις.
(1)   «Αντί να πει θα ταρακουνηθείτε στην πίστη σας σε εμένα» (Ζ).
(2)   Στο Ζαχαρίου ιγ 7.
(3)   Και το εβραϊκό κείμενο και οι Ο΄ έχουν προστακτική (a). «Λέγεται ο πατέρας ότι χτύπησε τον υιό, επειδή επέτρεψε να χτυπηθεί αυτός, δηλαδή να φονευτεί. Δηλώνεται λοιπόν και από εδώ, ότι» (Ζ), «σταυρωνόταν με απόφαση του Θεού και από κάθε πλευρά δείχνει ότι ο εαυτός του δεν είναι ξένος με την Παλαιά Διαθήκη, ούτε με το Θεό που κηρύσσεται σε αυτήν και ότι αυτό που γινόταν ήταν θεία οικονομία και ότι όλα τα σχετικά με αυτό τα είχαν προαναγγείλει οι προφήτες φωτισμένοι από ψηλά» (Χ).
(4)   Το «ποίμνης» δεν υπάρχει στο εβραϊκό κείμενο, αλλά μόνο στους Ο΄ σύμφωνα με τον αλεξανδρινό κώδικα. Φαίνεται όμως πιθανότερο, ότι υπήρχε κείμενο των Ο΄ με την προσθήκη αυτή παρά ότι ο αλεξανδρινός κώδικας συμμορφώθηκε με το κείμενο του Ματθαίου (a).

Ματθ. 26,32  μετὰ δὲ(1) τὸ ἐγερθῆναί με προάξω(2) ὑμᾶς(3) εἰς τὴν Γαλιλαίαν.
Ματθ. 26,32  Όταν όμως αναστηθώ, θα σας προϋπαντήσω εις την Γαλιλαία, όπου και θα συναντηθούμε.
(1)   Αντιθετικός σύνδεσμος=τώρα μεν θα διασκορπιστείτε, μετά την ανάστασή μου όμως (δ). «Αφού προείπε τα λυπηρά, προλέγει και τα παρηγορητικά» (Ζ).
(2)   «Αντί να πει: θα σας προλάβω εκεί περιμένοντας» (Ζ). «Θα σας προφθάσω» (Θφ). Θα πάει λοιπόν εκεί πριν από αυτούς.
(3)   Ο διασκορπισμός θα λάβει χώρα βεβαίως, αλλά εξίσου βέβαια θα γίνει και μία νέα συνάντηση.

Ματθ. 26,33  ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί(1), ἐγὼ δὲ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι(2).
Ματθ. 26,33  Ο Πέτρος όμως αποκριθείς του είπε• εάν όλοι θα σκανδαλισθούν δ' όσα θα συμβούν εις σε, εγώ όμως ποτέ δεν θα σκανδαλισθώ.
(1)   «Από πολλή αυθάδεια ο Πέτρος μόνος υπόσχεται ότι δεν θα σκανδαλιστεί» (Θφ). Θα έπρεπε μάλλον να πει: Εάν όλοι δεν σκανδαλιστούν με σένα, εγώ θα σκανδαλιστώ (b). «Έπρεπε πολύ περισσότερο να παρακαλέσει και να πει· Κύριε, βοήθησέ μας» (Ζ). Ο Πέτρος είναι ειλικρινής σε όσα υπόσχεται, υπερτιμά όμως τις δυνάμεις του (F).
(2)   «Τι λες, Πέτρε; Ο προφήτης είπε ότι θα σκορπιστούν τα πρόβατα· ο Χριστός βεβαίωσε αυτό που ειπώθηκε. Και συ λες όχι;… Για αυτό λοιπόν τον αφήνει να πέσει, διδάσκοντάς τον από εδώ σε όλα να πείθεται στο Χριστό και να θεωρεί την απόφαση Αυτού περισσότερο αξιόπιστη από τη δική του συνείδηση. Και οι υπόλοιποι μαθητές όμως δεν ωφελήθηκαν λίγο από την άρνησή του, διότι κατανόησαν την ανθρώπινη αδυναμία και την αλήθεια του Θεού» (Χ).
«Σε τρία λοιπόν μαζί φταίει (ο Πέτρος)· πρώτον, ότι αντιμίλησε και στον προφήτη και στο Χριστό· δεύτερον, ότι έβαλε τον εαυτό του μπροστά από τους άλλους· τρίτον, ότι εμπιστεύτηκε τον εαυτό του μόνο και όχι τη βοήθεια του Θεού. Για αυτό και αφήνεται να πέσει, για να μαζευτεί και να μάθει να μην εμπιστεύεται πάρα πολύ τον εαυτό του. Αυτό όμως που λέει ο Λουκάς, ότι Σίμων, Σίμων, να ο σατανάς ζήτησε εσάς και τα υπόλοιπα, τα είπε σε άλλο χρόνο, πριν να βγει στο όρος των ελαιών» (Ζ).

Ματθ. 26,34  ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι(1) ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ νυκτὶ(2) πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι(3) τρὶς ἀπαρνήσῃ(4) με.
Ματθ. 26,34  Είπε εις αυτόν ο Ιησούς• “σε διαβεβαιώνω, ότι αυτήν την νύκτα, πριν ο πετεινός λαλήση, τρεις φορές θα με έχης αρνηθή”.
(1)   Με έμφαση ο Πέτρος αρνείται ότι θα σκανδαλιστεί, αλλά και η απάντηση του Κυρίου είναι εξίσου έντονη και εμφαντική. Το «σού λέω» μαρτυρείται και από τα τέσσερα ευαγγέλια. Και στον μεν Μάρκο και Ματθαίο προηγείται από αυτό το Αμην μία φορά, ενώ στον Ιωάννη δύο φορές.
(2)   Ήταν λοιπόν τότε νύχτα· και ήταν εκπληκτικότερο η άρνηση να λάβει χώρα σε καιρό νύχτας παρά σε καιρό ημέρας (b).
(3)   Η αλεκτοροφωνία σημείωνε την τρίτη ρωμαϊκή φυλακή της νύχτας δηλαδή από τα μεσάνυχτα μέχρι την τρίτη πρωινή. Συνεπώς η τριπλή άρνηση θα γινόταν πριν το ξημέρωμα (S).
(4)   «Άρνηση λέει το ότι δεν τον ξέρει» (Ζ). Ο Κύριος γνωρίζει εμάς καλύτερα από όσο εμείς γνωρίζουμε τους εαυτούς μας (b).

Ματθ. 26,35  λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος(1)· κἂν(2) δέῃ με σύν σοι ἀποθανεῖν, οὐ μη(3) σε ἀπαρνήσομαι(4). ὁμοίως δὲ καὶ πάντες οἱ μαθηταὶ(5) εἶπον(6).
Ματθ. 26,35  Λέγει εις αυτόν ο Πέτρος• “και αν ακόμη χρειασθή να αποθάνω μαζί σου, δεν θα σε απαρνηθώ”. Και όλοι οι μαθητές τα ίδια και παρόμοια έλεγαν.
(1)   «Όσο διαβεβαιώνει ο Χριστός, τόσο ο Πέτρος ισχυρίζεται αντίθετα· διότι ήταν σφοδρό μέσα του το πάθος της εμπιστοσύνης στον εαυτό του· για αυτό και υφίσταται πολύ άσχημο ναυάγιο, αφού αφέθηκε έρημος από τη βοήθεια του Θεού και αποδείχτηκε ότι είναι αδύναμος» (Ζ).
(2)   Ό,τι ο Μάρκος εκφράζει με το «ἐκ περισσοῦ ἔλεγε μᾶλλον» ο Ματθαίος το περιέλαβε στο «και» το οποίο συνέδεσε με το εάν (p).
(3)   Ο Πέτρος λοιπόν γνωρίζει ότι η άρνηση είναι αμαρτία (b), και για αυτό ξεκάθαρα αποκρούει το ενδεχόμενό της.
(4)   «Έπρεπε να πει, εάν έχω τη δική σου βοήθεια» (Χ). «Από εδώ λοιπόν μαθαίνουμε μεγάλο δόγμα, ότι ούτε η ανθρώπινη προθυμία κατορθώνει κάτι χωρίς τη θεία δύναμη, ούτε η θεία δύναμη φέρνει κέρδος χωρίς την ανθρώπινη προθυμία. Και παραδείγματα και των δύο είναι ο Πέτρος και ο Ιούδας» (Ζ).
«Διότι ο μεν Ιούδας αν και απόλαυσε πολλή βοήθεια τίποτα δεν ωφελήθηκε, επειδή δεν θέλησε, ούτε πρόσφερε και αυτός ό,τι εξαρτιόταν από αυτόν· ενώ αυτός, αν και έδειξε προθυμία, επειδή δεν πήρε καμιά βοήθεια κατέπεσε. Για αυτό παρακαλώ, ούτε να επαναπαύεστε αναθέτοντας τα πάντα στο Θεό, ούτε να καταβάλετε προσπάθεια, νομίζοντας ότι με τους κόπους σας θα κατορθώσετε τα πάντα» (Χ).
(5)   «Μιμήθηκαν και αυτοί τον Πέτρο» (Ζ).
(6)   Του Σωτήρα η πραότητα δεν δίνει απάντηση σε αυτούς (b).

Η αγωνία της Γεθσημανή (κστ 36-46)
Ματθ. 26,36  Τότε(1) ἔρχεται μετ᾿ αὐτῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον(2) λεγόμενον Γεθσημανῆ(3), καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς· καθίσατε αὐτοῦ(4) ἕως οὗ ἀπελθὼν προσεύξωμαι(5) ἐκεῖ(6).
Ματθ. 26,36  Τότε έρχεται μαζί με αυτούς ο Ιησούς εις μίαν περιοχήν, που ελέγετο Γεθσημανή, και λέγει στους μαθητάς• “καθήστε εδώ και περιμένετε, έως ότου υπάγω και προσευχηθώ εκεί”.
(1)   Μετά την προφητεία για τον Πέτρο και τους μαθητές (δ). Ίσως οι ευαγγελιστές δεν είχαν τέτοια πρόθεση, φανερώνουν όμως τραγική ειρωνεία τοποθετώντας την προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή αμέσως μετά την καυχησιόλογη αυτοπεποίθηση του Πέτρου και των συμμαθητών του. Οι Απόστολοι είναι τόσο βέβαιοι για τη δική τους δύναμη, ώστε δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι είναι ενδεχόμενο να πέσουν, και όταν ακόμη προειδοποιούνται για αυτό από το Χριστό. Ο υιός του ανθρώπου όμως δέεται προς τον Πατέρα του, ζητώντας ενίσχυση με την προσευχή για τη δοκιμασία που πλησιάζει (p).
(2)   Εδώ λέγεται μάλλον με την έννοια του αγρού ή κτήματος (g).
(3)   Η λέξη αποδίδεται στην ελληνική με το ελαιοτριβείο. Ετυμολογείται στο εβραϊκό από τις λέξεις γκατ σιέμεν και πήρε φαίνεται το όνομα πιθανώς από το ότι στην αρχή υπήρχε εκεί ελαιοτριβείο (F).
(4)   Στο μέρος αυτό, το οποίο μιλώντας τούς έδειχνε (δ). «Επειδή ήταν συνεχώς μαζί του, για αυτό λέει, μείνετε εδώ» (Χ).
(5)   «Ως άνθρωπος προσευχήθηκε διδάσκοντας τους ανθρώπους στους πειρασμούς να προσεύχονται και να υψώνονται στο Θεό και να επικαλούνται πιο έντονα τη βοήθειά του» (Ζ).
(6)   «Δεν τους πήρε στην προσευχή, αλλά μόνος πηγαίνει στην προσευχή, διδάσκοντας, ότι πρέπει αυτός που πρόκειται να προσευχηθεί θερμά, να προσεύχεται μεμονωμένος» (Ζ). Ή, πιο σωστά, στο στίχο 38 λέει γρηγορεῖτε μετ᾿ ἐμοῦ, αλλά πουθενά δεν λέει, προσεύχεσθε μαζί μου. Οι μαθητές δεν μπορούσαν να συνενωθούν με ισότητα μαζί του σε προσευχή. Αυτός είναι ο Μονογενής Υιός, ο ένας Μεσίτης (b).

Ματθ. 26,37  καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ τοὺς δύο υἱούς Ζεβεδαίου(1) ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν(2).
Ματθ. 26,37  Και αφού επήρε μαζί του τον Πέτρον και τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, ήρχισε να λυπήται και να καταλαμβάνεται από μεγάλην στενοχωρίαν.
(1)   «Γιατί δεν τους παίρνει όλους; Για να μην καταβληθούν. Αλλά παίρνει αυτούς οι οποίοι είχαν γίνει θεατές της δόξας του (στη Μεταμόρφωση)» (Χ). Φαίνεται ότι αισθάνθηκε ήδη την ανάγκη της συντροφιάς και της συμπάθειας των τριών πιο αγαπημένων του μαθητών. Υπήρξαν αυτοί μάρτυρες της δόξας του (Ματθ. ιζ 1,2) και ήδη καλούνται να γίνουν μάρτυρες και της ταπείνωσής του. Παρόλ’ αυτά μάλλον για τους εαυτούς τους παρά για τον εαυτό του τούς κάλεσε μαζί του (p).
(2)   «Ο Μάρκος λέει ότι άρχισε να εκθαμβείται, δηλαδή να δειλιάζει· διότι επέτρεψε στη φύση του (την ανθρώπινη) να πάθει το δικό της. Αδημονώ λοιπόν τώρα θα εννοήσουμε το λυπάμαι πολύ. Την μεν λύπη λοιπόν την φανερώνει δείχνοντας ότι όπως ακριβώς σε όλα είναι Θεός, έτσι και σε όλα είναι άνθρωπος· και είναι φυσικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης να λυπάται για το θάνατο και μάλιστα τον βίαιο και να φοβάται αυτόν» (Ζ). «Διότι και παρά φύσιν μπήκε ο θάνατος και για αυτό η φύση μας αποφεύγει αυτόν» (Θφ).
Και το λυπάμαι και το εκθαμβούμαι  σημαίνουν την παρουσία και το αποτέλεσμα αντικειμένου τρομερού, ενώ το αδημονώ ο Ησύχιος το ερμηνεύει με το θαυμάζω, απορώ, και ο Ευστάθιος λέει ότι αδήμων σημαίνει αυτός που κυριεύτηκε από άδος, από πλεονασμό λύπης (b). Ή, από το α και το δήμος= αυτός που είναι έξω από την πατρίδα και στενοχωρείται. Αδημονώ=στενοχωριέμαι, λυπάμαι πολύ (δ).
«Υπάρχει δειλία φυσική κατά την οποία η ψυχή δεν θέλει να χωριστεί από το σώμα, λόγω της φυσικής συμπάθειας και οικειότητας που από την αρχή τοποθέτησε μέσα της ο δημιουργός. Και υπάρχει δειλία παρά φύσιν, που δημιουργείται από προδοσία των λογισμών και από απιστία… Αυτήν τη δειλία, επειδή είναι παρά φύσιν ο Χριστός δεν την δέχτηκε στον εαυτό του» (Ζ).
Η ανθρώπινη φύση του Κυρίου εγκαταλείφθηκε κατά τον καιρό των παθών από τη θεία, όχι επειδή χωρίστηκε όσον αφορά την υπόσταση, αλλά επειδή με τη θέλησή της απομακρύνθηκε η θεότητα και άφησε την ανθρώπινη φύση μόνη της, για να πάθει και να πεθάνει (δ). 

Ματθ. 26,38  τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς(1)· περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου(2) ἕως θανάτου(3)· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε μετ᾿ ἐμοῦ(4).
Ματθ. 26,38  Τότε λέγει εις αυτούς ο Ιησούς• “πλημμυρισμένη από βαθυτάτην λύπην είναι η ψυχή μου, ώστε κινδυνεύω να αποθάνω από αυτήν. Μείνατε εδώ και αγρυπνήστε μαζί μου”.
(1)   «Φανερότερα αποκαλύπτει την ασθένεια της φύσης ως άνθρωπος» (Ζ).
(2)   Δες Ψαλμ. μα 6,12. Για το «ψυχή μου» δες Ιω. ιβ 27.
(3)   Λιγότερο πιθανή ερμηνεία: τέτοια λύπη, ώστε θα ωθούσε αυτή έναν συνηθισμένο θνητό σε αυτοκτονία (b). Ή «το έως θανάτου λέγεται αντί για το σαν σε θάνατο» (Ζ). Ή, πιο πιθανό, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να νομίζει κάποιος ότι δεν θα αντέξει σε αυτήν, αλλά θα πεθάνει (δ), ώστε σχεδόν πεθαίνω (g).
(4)   «Τους διατάζει να αγρυπνούν μαζί του για παρηγοριά, όπως συνηθίζουμε σε αυτούς που βρίσκονται σε δυσκολίες» (Ζ). Στις μεγάλες δοκιμασίες η απομόνωση ανακουφίζει, παρόλ’ αυτά ζητάμε και φίλοι να βρίσκονται κάπου εκεί κοντά. Ο Ιησούς παραγγέλλει στους μαθητές να αγρυπνούν μαζί του, παρόλο που γνώριζε, ότι δεν θα παρείχαν σε αυτόν κάποια βοήθεια (b). Καλεί αυτούς να αγρυπνήσουν μαζί του και να ακούσουν τις προσευχές του. Ότι προσευχήθηκε μεγαλόφωνα και ίσως με κραυγή ισχυρή, ώστε οι μαθητές να μπορούν να ακούσουν, είναι προφανές. Το χωρίο προς Εβραίους ε 7 ίσως αναφέρεται στην παρούσα περίπτωση (p).

Ματθ. 26,39  καὶ προελθὼν μικρὸν(1) ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ(2) προσευχόμενος καὶ λέγων· πάτερ μου(3), εἰ δυνατόν ἐστι(4), παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον(5) τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ(6).
Ματθ. 26,39  Και αφού προχώρησε ολίγον, έπεσε με το πρόσωπον αυτού καταγής προσευχόμενος και λέγων• “Πατερ μου, αν είναι δυνατόν, ας περάση από εμέ το ποτήριον τούτο. Πλην όμως ας μη γίνη όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις συ”.
(1)   «Ο Λουκάς είπε και το μέτρο της απόστασης, ότι δηλαδή αποσπάστηκε από αυτούς όσο το ρίξιμο μιας πέτρας» (Ζ).
(2)   Όχι μόνο στα γόνατά του, αλλά στο πρόσωπό του, τελείως μπρούμυτα. Η βαθύτατη ταπείνωση (b).
(3)   Ο Ιησούς προσεύχεται ως Υιός (b).
(4)   «Ως άνθρωπος είπε, εάν είναι δυνατόν, αντί να πει αν είναι πιθανόν. Διότι είναι ανθρώπινο το να δειλιάζει. Διότι ως Θεός ήξερε αν ήταν δυνατόν, είτε αδύνατον» (Ζ). «Με το να πει λοιπόν, αν είναι δυνατόν να περάσει, έδειξε την ανθρώπινη φύση του» (Χ). «Όταν έγινε άνθρωπος είχε τη σάρκα που δείλιαζε, χάριν της οποίας συνένωσε το δικό του θέλημα με την ανθρώπινη αδυναμία, έτσι ώστε αφού εξαφανίσει και αυτό, να καταστήσει πάλι τον άνθρωπο θαρραλέο απέναντι στο θάνατο» (Α).
Αν είναι δυνατόν= Εάν μπορούσε αυτό να συμβιβαστεί με τη θεία οικονομία. «Αν είναι δυνατόν, χωρίς να πάθω τον θάνατο, να κατορθώσω τη ζωή για αυτούς που έπεσαν σε αυτόν, αν είναι δυνατόν να πεθάνει ο θάνατος χωρίς να πεθάνω εγώ» (Κ). Εάν είναι δυνατόν από την άποψη της εκπλήρωσης των θείων σχεδίων και σκοπών που αφορούν στην απολύτρωση των ανθρώπων (ο). Η αίτηση λοιπόν γίνεται υπό όρους και δηλώνει πλήρη παράδοση στα χέρια του Πατέρα (F).
(5)   «Ποτήριο λέει αυτό του θανάτου» (Ζ). Το ποτήρι που προσφέρεται από τον Πατέρα και είναι πλήρες μέχρι τα χείλη με το ρόφημα του πάθους (b).
(6)   «Με το να πει όμως, αλλά όχι όπως εγώ θέλω αλλά όπως εσύ, έδειξε το πόσο γεμάτος ήταν από αρετή και φιλοσοφία, διδάσκοντάς μας να ακολουθούμε το Θεό και όταν ακόμη η φύση μας μάς τραβάει στο αντίθετο», «και να προτιμάμε το θέλημα του Θεού από το δικό μας θέλημα ως ωφελιμότερο» (Ζ). Και άλλη εκδήλωση υποταγής και πλήρους αυταπάρνησης (F).
«Το ότι βεβαίως δεν θέλει να το πιει αυτό, δηλαδή να υποστεί με πολλή ευχαρίστηση το πάθος, αποτελεί κατηγορία κατά της ασέβειας εκείνων που τον σταύρωσαν. Γιατί δεν θα μπορούσαν ασφαλώς να πουν, ότι Επειδή προτίμησε να πεθάνει, εμείς γίναμε μάλλον υπηρέτες της θέλησής του. Γιατί θα τους αποδείξει ότι θέλουν να ψεύδονται η επιθυμία του να αποφύγει το ποτήρι» (Κ).

Ματθ. 26,40  καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς(1) καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας(2), καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ(3)· οὕτως(4) οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι(5) μετ᾿ ἐμοῦ(6)!
Ματθ. 26,40  Και έρχεται στους μαθητάς και τους ευρίσκει να κοιμώνται και λέγει στον Πέτρο• “έτσι λοιπόν σεις που προ ολίγου είπατε ότι και την ζωήν σας θα εθυσιάζετε δι' εμέ, δεν ημπορέσατε ούτε μίαν ώρα να αγρυπνήσετε μαζί μου!
(1)   Επιστρέφει ο Κύριος προς τους μαθητές και ο ανθρώπινος πόθος να έχει κάποια συντροφιά στη δύσκολη εκείνη στιγμή εκδηλώνεται φανερά (S).
(2)   Όπως ο Λουκάς λέει κοιμόντουσαν λόγω της μεγάλης λύπης, η οποία είναι πολύ εξαντλητική.
(3)   «Δεν απευθύνεται βεβαίως τυχαία στον Πέτρο κυρίως, αν και οι άλλοι είχαν αποκοιμηθεί· αλλά θίγει αυτόν και εδώ» (Χ), «επειδή ήταν πιο προπετής (=προτρέχω με αυθάδεια), λέγοντας, έτσι υποσχέθηκες;» (Ζ).
(4)   Δεν πρέπει να χωρίσουμε αυτό με ερωτηματικό από το ισχύσατε, όπως χωρίζει ο Ζ., αλλά πρέπει να συνδέσουμε αυτά αναπόσπαστα· οὕτως οὐκ ἰσχύσατε; = Τόσο λίγη δύναμη δεν βρήκατε μέσα σας; (δ). Αποδειχτήκατε τόσο αδύνατοι; (b).
(5)   Αυτομάτως προσευχές θα ξεπηδούσαν, εάν αγρυπνούσαν. Δες τον ακόλουθο στίχο (b).
(6)   «Και το «μαζί μου» όμως δεν το είπε τυχαία, αλλά σαν να έλεγε· Δεν μπόρεσες να αγρυπνήσεις μαζί μου, και θα θυσιάσεις τη ζωή σου για μένα;» (Χ).

Ματθ. 26,41  γρηγορεῖτε(1) καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν(2)· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής(3).
Ματθ. 26,41  Αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, δια να μη περιπέσετε εις πειρασμόν• το μεν πνεύμα είναι πρόθυμον, αλλ' η ανθρωπίνη σαρξ είναι ασθενής.
(1)   Εάν οι μαθητές ενέδιδαν στον ύπνο και παραμελούσαν την προσευχή κατά τη δοκιμασία αυτή, πώς θα περίμεναν να διαφύγουν τον πειρασμό, τον οποίο μετά από λίγο θα αντιμετώπιζαν; (S). Έπρεπε να είναι άγρυπνοι, για να διακρίνουν αμέσως τις εφόδους του εχθρού, και να προσεύχονται, για να τους δοθεί η χάρη, η οποία θα τους εξασφάλιζε τη νίκη (F).
(2)   Το να μην μπουν σε πειρασμό έπρεπε να είναι το αντικείμενο της προσευχής τους (b). «Μην εμπιστεύεστε τον εαυτό σας, ούτε να υπόσχεστε μεγάλα, αλλά να προσέχετε και να προσεύχεστε, να μην μπείτε σε πειρασμό» (Ζ). «Από κοινού λοιπόν σε όλους λέει να προσεύχονται να μην πέσουν σε πειρασμό κόβοντας παντού την αυθάδειά τους και κάνοντάς τους να βρίσκονται σε αγωνία» (Χ).
(3)   «Η μεν ψυχή δείχνει προθυμία και τολμά μπροστά στον κίνδυνο· η σάρκα όμως επειδή είναι ασθενής μαζεύεται από φόβο και δεν έχει δύναμη» (Ζ). «Μολονότι θες να παραβλέψεις το θάνατο, αλλά δεν θα μπορέσεις, μέχρις ότου απλώσει ο Θεός το χέρι του· διότι σε παρασύρει το σαρκικό φρόνημα» (Χ). «Για αυτό πρέπει να μην παίρνουμε πολύ θάρρος βλέποντας την προθυμία της ψυχής, αλλά να έχουμε μετριοφροσύνη βλέποντας την ασθένεια της σάρκας» (Ζ).
Σάρκα= η φτωχή μας φύση όταν την δούμε στην ασθένεια και την αδυναμία της (F). Οι μαθητές είχαν τη διάθεση να υπακούσουν, αλλά έχαναν από την ασθένεια της σάρκας. Δεν τους καλεί να προσευχηθούν για αυτόν. Τους συνιστά να προσευχηθούν για αυτούς την προσευχή, την οποία τους συνέστησε να απευθύνουν: Μη μας βάλεις σε πειρασμό. Αντιμετώπιζε ήδη και αυτός τον πειρασμό και ενδυναμώθηκε πλήρως με την προσευχή. Επιθυμεί και αυτοί να προστατευθούν κατά του επερχομένου πειρασμού με το ίδιο μέσο της προσευχής.

Ματθ. 26,42  πάλιν ἐκ δευτέρου(1) ἀπελθὼν προσηύξατο λέγων(2)· πάτερ μου(3), εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾿ ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ(4) πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου(5).
Ματθ. 26,42  Και πάλιν δευτέραν φορά απήλθε και προσηυχήθη λέγων• “πάτερ μου, εάν δεν είναι δυνατόν να παρέλθη από εμέ αυτό το ποτήριον και οπωσδήποτε πρέπει να το πίω, ας γίνη το θέλημά σου”.
(1)   Είναι πλεονασμός η φράση πάλιν εκ δευτέρου (δ).
(2)   Είναι φανερό από το παράδειγμα αυτό του Κυρίου ότι η παραγγελία του στο Ματθ. στ 7 δεν απαγορεύει την επανάληψη των προσευχών έστω και αν αυτές γίνονται με τις ίδιες λέξεις (p). «Παρατείνει την προσευχή και την διατυπώνει με τα ίδια λόγια, προβάλλοντας σε εμάς ως υπόδειγμα και υπογραμμό τα δικά του. Γιατί πρέπει, νομίζω, να μην λιποψυχούμε, αλλά μάλλον να προσερχόμαστε στο Θεό συχνά, και όταν επαναλαμβάνουμε τα ίδια να μην ντρεπόμαστε, μέχρι που να ικανοποιηθούν τα αιτήματά μας» (Κ).
(3)   Παίρνει ήδη ως δεδομένο, ότι πρέπει να πιει το ποτήρι και πρόθυμα υποτάσσεται στη θεία βουλή (δ).
(4)   Ο μόνος δηλαδή τρόπος του να παρέλθει το ποτήρι είναι να το πιω.
(5)   «Εδώ δείχνει ότι συμφωνεί πλήρως με το θέλημα του Θεού και ότι παντού αυτό πρέπει να ακολουθούμε και αυτό να επιζητούμε» (Χ).

Ματθ. 26,43  καὶ ἐλθὼν εὑρίσκει αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ βεβαρημένοι(1).
Ματθ. 26,43  Και ήλθεν πάλιν προς τους μαθητάς του και τους εύρε να κοιμώνται, διότι τα μάτια των ήσαν βαρειά από την νύστα.
(1)   «Ήταν βαριά όχι από τον ύπνο μόνο, αλλά και από τη λύπη, όπως είπε ο Λουκάς» (Ζ). «Διότι μαζί με το ότι ήταν προχωρημένη η νύχτα, και τα μάτια τους ήταν βαριά από τη λύπη» (Χ).

Ματθ. 26,44  καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς(1) ἀπελθὼν πάλιν προσηύξατο ἐκ τρίτου τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών·
Ματθ. 26,44  Και αφήσας αυτούς επήγε πάλιν και προσευχήθη τρίτην φοράν και είπε τα ίδια λόγια προς τον Πατέρα.
(1)   «Δεν τους έλεγξε, αλλά απομακρύνθηκε λίγο, για να δηλώσει την απερίγραπτη ασθένειά τους, αφού ούτε μετά την επίπληξη μπορούσαν να υπομένουν. Δεν τους ξυπνά όμως για να τους επιπλήξει και πάλι, για να μην τους πληγώσει ενώ είναι ήδη πληγωμένοι» (Χ).

Ματθ. 26,45  τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε(1)! ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα(2) καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν(3).
Ματθ. 26,45  Τότε έρχεται προς τους μαθητάς αυτού και τους λέγει• κοιμάσθε, λοιπόν, και αναπαύεσθε! Ιδού έφθασεν η ώρα και ο υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χέρια αμαρτωλών.
(1)   «Το λέει αυτό για να τους κάνει να ντραπούν και για να τους ελέγξει, επειδή κοιμούνται σε καιρό κινδύνου και ξέχασαν τις πολλές του παραγγελίες να ξαγρυπνούν και να προσεύχονται, σαν να έλεγε· επειδή μέχρι τώρα δεν αγρυπνήσατε, κοιμηθείτε λοιπόν τώρα και αναπαυτείτε, αν μπορείτε» (Ζ).
«Εάν σας αρέσει και σας δίνει τη δυνατότητα ο καιρός, κοιμηθείτε» (Θφ). Μπορούμε όμως την πρόταση να την πάρουμε και ως ερωτηματική, οπότε η επιτίμηση με αυτήν είναι ολοφάνερη. Μπορούμε να πάρουμε τα ρήματα ότι εκφέρονται σε προστακτική πτώση ή και σε οριστική. Δηλαδή: αφού μπορείτε σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές να κοιμάστε, ας κοιμάστε λοιπόν και ας αναπαύεστε. Ή, εξακολουθείτε λοιπόν να κοιμάστε και να αναπαύεστε. Αλλά να ο κίνδυνος κατέφθασε.
(2)   Η οποία συχνά προαναγγέλθηκε. Στο στίχο 18 είχε πει λιγότερο καθορισμένα ο καιρός μου (b). Η προορισμένη και προφητευμένη ώρα έφθασε ήδη· δες ιζ 22 (S).
Η ώρα της σύλληψής μου (δ), ή «η ώρα της προδοσίας» (Ζ). «Δείχνει πάλι ότι αυτό που γινόταν ήταν σχέδιο της οικονομίας του Θεού» (Χ).

Ματθ. 26,46  ἐγείρεσθε ἄγωμεν(1)· ἰδοὺ ἤγγικεν ὁ παραδιδούς με.
Ματθ. 26,46  Σηκωθήτε, πηγαίνομεν• ιδού επλησίασε αυτός, που πρόκειται να με παραδώση.
(1)   «Και από εδώ έδειξε, ότι με τη θέλησή του θα πεθάνει. Διότι αν και ήξερε από πριν ότι έρχονται ο προδότης και όσοι ήταν μαζί του, όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά και ετοιμάζεται να βγει να τους συναντήσει λέγοντας, ας πάμε προς αυτούς» (Ζ). Το ας πάμε λοιπόν, δεν σημαίνει ας φύγουμε τον κίνδυνο, αλλά ας πορευτούμε για να τον αντιμετωπίσουμε.

Η σύλληψη του Μεσσία (κστ 47-56)
Ματθ. 26,47  Καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος(1) ἰδοὺ Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα(2) ἦλθε, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων(3) ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ(4).
Ματθ. 26,47  Και ενώ ακόμη αυτός ωμιλούσε, ιδού ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, ήλθε, και μαζί με αυτόν πολύς όχλος, όλοι ωπλισμένοι με μαχαίρια και ξύλα, σταλμένοι από τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους του λαού.
(1)   Και οι τρεις συνοπτικοί αναφέρουν ότι την ώρα που έλεγε ο Ιησούς στους μαθητές του τα λόγια που αναφέρθηκαν, κατέφθασε ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, οδηγώντας αυτούς που συνέλαβαν τον Ιησού· όπως και οι τρεις συμφωνούν ότι με φίλημα παρέδωσε αυτόν. Τίποτα από όσα λέχθηκαν για τον Ιούδα δεν διέγειρε τόσο πολύ τον αποτροπιασμό της χριστιανοσύνης, όσο το συμβάν του ασυγκίνητα προδοτικού αυτού φιλήματος (p).
(2)   «Λέγεται και αυτό μαζί με τα άλλα σαν γνώρισμα που δηλώνει ότι ήταν από την ομάδα των δώδεκα. Και είναι μεν αυτό κατηγορία του Ιούδα» (Ζ).
«Είπε όμως αυτό ο ευαγγελιστής θαυμάζοντας, ότι, παρόλο που ήταν διαλεγμένος και είχε τοποθετηθεί μαζί με τους πρώτους, όμως παρέδωσε τον εαυτό του στο διάβολο» (Θφ). Οι ευαγγελιστές παρουσιάζονται υπέροχα συγκρατημένοι όσον αφορά τον προδότη. Για αυτούς είναι αρκετό το να μνημονεύσουν, ότι αυτός ήταν από τους δώδεκα. Δες και Μάρκ. ιδ 10,20,43,Λουκ. κβ 3,47,Ιω. στ 71.
(3)   «Το «με μαχαίρια και ξύλα» το λέει στηλιτεύοντας την πονηρία τους, ότι τέτοια ήταν τα σκεύη τους» (Σχ).
(4)   Προηγούνταν ο Ιούδας μαζί με τον όχλο αυτών που στάλθηκαν από το συνέδριο για αυτόν τον λόγο, και ακολουθούσε ο αναφερόμενος από τον Ιωάννη χιλίαρχος μαζί με τη σπείρα, οι οποίοι είχαν εντολή να βοηθήσουν αυτούς, εάν υπήρχε αντίσταση (δ).

Ματθ. 26,48  ὁ δὲ παραδιδοὺς αὐτὸν ἔδωκεν(1) αὐτοῖς σημεῖον λέγων· ὃν ἂν φιλήσω(2), αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτόν(3).
Ματθ. 26,48  Εκείνος δε που θα τον παρέδιδε, ο Ιούδας, είχε δώσει εις αυτούς σημείον λέγων• “εκείνον που θα φιλήσω, αυτός είναι ο Ιησούς• να τον συλλάβετε”.
(1)   Αντί για υπερσυντέλικο. «Δίνει σημάδι ο Ιούδας, διότι και νύχτα ήταν και δεν μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν. Άλλωστε… ίσως πολλοί από τους δούλους του αρχιερέα δεν γνώριζαν καθόλου τον Ιησού» (Θφ).
(2)   «Πω, πω! Πόση πονηρία δέχτηκε η ψυχή του προδότη. Διότι με ποια μάτια έβλεπε τότε τον διδάσκαλο; Με ποιο στόμα τον φιλούσε; Πόσο μολυσμένη σκέψη! Τι σκέφτηκε; Τι τόλμησε να κάνει; Ποιο σύμβολο (γνώρισμα) έδωσε για την προδοσία» (Χ).
«Ίσως να νόμισε ο Ιούδας, ότι μπορούσε να κρυφτεί, δίνοντάς του φίλημα ως δείγμα αγάπης, έχοντας όμως την καρδιά του γεμάτη από ανόσιες σκέψεις» (Κ). Προφανώς δεν υπήρχε πρόθεση να συλληφθούν οι μαθητές. Η σύλληψή τους θα αύξανε τον κίνδυνο του θορύβου και της ταραχής, ενώ αν έλλειπε ο αρχηγός τους αυτοί ήταν ακίνδυνοι. Για αυτό υπήρχε η ανάγκη κάποιου σημαδιού για αυτούς που θα συλλάβουν τον Ιησού, με το οποίο θα διέκριναν αυτόν από την υπόλοιπη συντροφιά (p).
(3)   «Επειδή φοβήθηκε μήπως διαφύγει από τους εχθρούς του, πράγμα το οποίο έκανε πολλές φορές, έδωσε παραγγελία λέγοντας κρατήστε τον και μεταφέρετέ τον με ασφάλεια (Μάρκ. ιδ 44)» (Ζ). Μία επιπλέον ύβρις εκ μέρους του προδότη ήταν το να επιστήσει την προσοχή στο ότι ο Κύριος μπορούσε να διαφύγει τρεπόμενος σε φυγή. Πάντως τα λόγια αυτά αποδεικνύουν πόσο ο Ιούδας ενδιαφερόταν να πετύχει η προδοσία του. Ο Ιησούς είχε εκθέσει αυτόν στο Δείπνο, οι έντεκα είχαν υποπτευθεί από τα λεγόμενα, ότι αυτός κάτι κακό μελετούσε· και ο Ιούδας ήδη είναι στην παράταξη των εχθρών (p).

Ματθ. 26,49  καὶ εὐθέως προσελθὼν τῷ Ἰησοῦ εἶπε· χαῖρε(1), ῥαββί, καὶ κατεφίλησεν(2) αὐτόν.
Ματθ. 26,49  Και αμέσως επλησίασε τον Ιησούν και είπε• “χαίρε, διδάσκαλε”, και με υποκριτικήν εγκαρδιότητα τον εφίλησε πολλές φορές.
(1)   «Λες χαίρε σε αυτόν που παγιδεύτηκε σε θάνατο από εσένα; Δεν ντρέπεσαι ούτε για τον τρόπο της προδοσίας; Αλλά μπορούσε από αυτό να δει, ότι έχοντας μέσα του τον ψεύτη, δηλαδή τον σατανά, και λέγοντας το «χαίρε» ψευδόταν» (Κ).
(2)   Η πρόθεση «κατά» επιτείνει την έννοια του εφίλησε. Τον φίλησε περισσότερες από μία φορές, λες και το φίλημα προερχόταν από αγαθή διάθεση (b). Το φίλημα ήταν συνήθως χαιρετισμός σε ξένο ή διδάσκαλο, τον οποίο υποδέχονταν (S).

Ματθ. 26,50  ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἑταῖρε(1), ἐφ᾿ ᾧ πάρει(2); τότε προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν.
Ματθ. 26,50  Ο δε Ιησούς είπεν εις αυτόν• “φίλε, σκέψου, δια ποίον έργον έχεις έλθει εδώ;” Τότε πλησίασαν οι άλλοι, έβαλαν τα χέρια των επάνω στον Ιησού και τον συνέλαβαν.
(1)   Ο Αμμώνιος λέει ότι το εταίρος δεν ανταποκρίνεται επακριβώς στο φίλος. Και εταίροι είναι αυτοί που για πολύ καιρό συνδέθηκαν σε συναναστροφή και σε επάγγελμα (b). Σύντροφε, μαθητή. Ανταποκρίνεται στο Ραββί, το οποίο είπε ο Ιούδας (F). «Ενώ είχε λάβει τέτοια απόδειξη της δύναμης του Χριστού (ο Ιούδας) και της επιείκειας και της πραότητας και της ημερότητας, έγινε χειρότερος από κάθε θηρίο» (Κ).
(2)   Αυθεντική γραφή εφ’ ο πάρει, που ανταποκρίνεται περισσότερο στην έννοια «κάνε αυτό που έχεις σκοπό και άσε τα προσχήματα. Διότι σκοπός μεν ήταν η προδοσία· ενώ πρόσχημα το φίλημα και ο λόγος» (Ζ). Σύντροφε, κάνε αυτό για το οποίο ήλθες, δηλαδή την προδοσία σου. «Δεν το πράττεις αυτό έχοντας σκοπό την αγάπη, αλλά με πονηρή διάθεση» (Σχ).
Σύμφωνα με την πιθανότερη αυτή εκδοχή, «το ἐφ᾿ ᾧ πάρει δεν πρέπει να το διαβάσουμε ερωτηματικά· διότι ήξερε ο Ιησούς για ποιο λόγο ήλθε» (Ζ). Μπορεί όμως και ερωτηματικά να διαβαστεί η πρόταση = «αντί να πει για ποιό σκοπό ήλθες εδώ; Άραγε ως φίλος; Τότε όμως δεν έπρεπε να έλθεις με μαχαίρια. Αλλά ως εχθρός; Και πώς φιλάς;» (Θφ). Για ποιο σκοπό ήλθες και είσαι εδώ; Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ήλθες; (b). Για να με φιλήσεις ήλθες; Ή, φίλημα μου δίνεις για αυτό που ήλθες να κάνεις; (L). Η τελευταία εκδοχή εάν πάρουμε ερωτηματικά τον λόγο του Κυρίου είναι η πιθανότερη, η του Ζ. όμως είναι η πιο πιθανή από όλες.

Ματθ. 26,51  καὶ ἰδοὺ εἷς(1) τῶν μετὰ Ἰησοῦ ἐκτείνας τὴν χεῖρα(2) ἀπέσπασε τὴν μάχαιραν(3) αὐτοῦ, καὶ πατάξας τὸν δοῦλον(4) τοῦ ἀρχιερέως ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον(5).
Ματθ. 26,51  Και ιδού ένας από εκείνους που ήταν μαζί με τον Ιησούν, άπλωσε το χέρι, τράβηξε το μαχαίρι του, εκτύπησε τον δούλον του αρχιερέως και του έκοψε το αυτί.
(1)   «Ο Ιωάννης δήλωσε και αυτόν που το έκανε λέγοντας· ο Σίμων Πέτρος λοιπόν» (Ζ). Ο Ματθαίος δεν μνημονεύει το όνομα. Ίσως είχε περισσότερους από έναν λόγους να αποσιωπήσει αυτό. Ίσως κίνδυνος απειλούνταν κατά του Πέτρου εκ μέρους των Ιουδαίων που απίστησαν (b). Ο Ιωάννης γράφοντας μετά τον θάνατο του Πέτρου φρόντισε και σε αυτό να συμπληρώσει την παράδοση των ευαγγελίων (δ).
(2)   «Ο Λουκάς έγραψε ότι, βλέποντας αυτοί που ήταν γύρω του αυτό που θα γινόταν, είπαν σε αυτόν· Κύριε, θέλεις να τον χτυπήσουμε με μαχαίρι;… Ενώ οι άλλοι ρωτούσαν ακόμη, ο Πέτρος μη αναμένοντας την απάντηση, επειδή ήταν θερμότατος, έδωσε το χτύπημα…» (Ζ).
(3)   «Διότι είχαν δύο μαχαίρια, όπως είπε ο Λουκάς, που τα πήραν από το δείπνο όπως φαίνεται, τα οποία ήταν μεγάλα, ώστε να τα χρησιμοποιήσουν για άμυνα εναντίον αυτών που επρόκειτο να τους επιτεθούν» (Ζ).
(4)   Ίσως αυτός πρώτος άπλωσε τα χέρια στον Ιησού να τον πιάσει (p).
(5)   Υποκοριστικό του οὖς (=αυτί) όπως και ομμάτιον, οφρύδιον και τα όμοια (δ). «Χτύπησε μεν εναντίον του κεφαλιού, έκοψε όμως το αυτί» (Ζ).

Ματθ. 26,52  τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀπόστρεψόν(1) σου(3) τὴν μάχαιραν(2) εἰς τὸν τόπον(4) αὐτῆς· πάντες γὰρ οἱ λαβόντες(5) μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται(6).
Ματθ. 26,52  Τότε λέγει εις αυτόν ο Ιησούς• βάλε το μαχαίρι σου πίσω εις την θέση του• διότι όσοι επήραν μαχαίρι εναντίον του πλησίον των, θα πεθάνουν με μαχαίρι.
(1)   «Αφού τον μάλωσε δίδαξε να μην χρησιμοποιούν μαχαίρι ούτε χάριν του Θεού» (Ζ).
(2)   «Με το μαχαίρι βεβαίως εμπόδισε κάθε όπλο» (Ζ).
(3)   Το μαχαίρι σ ο υ είναι τελείως ξένο με την υπόθεσή μ ο υ (b).
(4)   Λέξη που εκφράζει έννοια γενική, εδώ όμως σημαίνει τη θήκη του μαχαιριού (L).
(5)   Αυτοί που παίρνουν, όταν ο Θεός δεν δίνει αυτό σε αυτούς (b). Αυτοί που παίρνουν για να το χρησιμοποιήσουν (δ).
(6)   Η χρήση του μαχαιριού δεν συμβιβάζεται με το πνεύμα του ευαγγελίου. Δες Ιω. ιη 36 και Αποκ. ιγ 10 (S). Οι λόγοι αυτοί του Σωτήρα καθορίζοντας γενικό κανόνα αποτελούν συγχρόνως και «προφητεία της καταστροφής των Ιουδαίων που του επιτέθηκαν» (Ζ).

Ματθ. 26,53  ἢ δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν πατέρα μου(1), καὶ παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα(2) λεγεῶνας(3) ἀγγέλων(4);
Ματθ. 26,53  Ή νομίζεις ότι δεν μπορώ εγώ αυτήν την στιγμήν να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να παρατάξη ολογυρά μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνας αγγέλων;
(1)   Ο Κύριος δεν θέλει καμία βοήθεια εναντίον της βίας που ασκείται ήδη σε αυτόν. Μπορούσε να ζητήσει, και ήταν βέβαιος ότι θα την έπαιρνε, ακατανίκητη δύναμη από τον ουρανό. Γνωρίζει όμως, ότι το ποτήρι του παθήματος πρέπει να το πιει και ότι η ώρα για αυτό ήλθε και δεν θα ζητήσει πλέον, ώστε το ποτήρι να φύγει από αυτόν (p). «Διότι δεν ήλθε για να χρησιμοποιήσει ως Θεός την δική του και έμφυτη δύναμη εναντίον αυτών που τον εξύβριζαν σαν μεθυσμένοι, αλλά ήλθε μάλλον για να γίνει σε μας διδάσκαλος της άκρας ανεξικακίας και να γίνει τύπος της ανώτερης από όλες αοργησίας» (Κ).
(2)   Δώδεκα όσος ήταν ο αριθμός των μαθητών. Σε καθέναν από τους Αποστόλους αντιστοιχεί ανά μία λεγεώνα (b).
(3)   «Λεγεώνα είναι τάγμα στρατιωτικό πολυάριθμο» (Ζ), που αποτελείται από έξι χιλιάδες άνδρες (b).
(4)   «Αν ένας άγγελος φόνευσε εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες οπλισμένους» (Χ) και «πολύ σύντομα, παλαιότερα» (Δ΄ Βασιλ. ιθ 35) (Ζ), «χρειάζονταν δώδεκα λεγεώνες για χίλιους ανθρώπους; Καθόλου. Αλλά προσαρμόζει τον λόγο προς τον φόβο και την αδυναμία τους» (Χ).
 
Ματθ. 26,54  πῶς οὖν πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ(1) ὅτι οὕτω δεῖ γενέσθαι(2);
Ματθ. 26,54  Εάν όμως κάτι τέτοιο γίνη, πως θα πραγματοποιηθούν αι Γραφαί, αι οποίαι προλέγουν ότι έτσι πρέπει να συμβούν τα γεγονότα;
(1)   «Αν δεν φονευτώ έτσι, πώς θα εκπληρωθούν οι γραφές οι προφητικές, όσες εξιστορούν σχετικά με το θάνατό μου;» (Ζ). Ή, εάν έτσι κάνω, πώς θα εκπληρωθούν οι Γραφές; (δ). Εάν ζητήσω την αγγελική βοήθεια είναι δυνατόν να επαληθευτούν οι Γραφές; (S). Οι Γραφές είχαν προαναγγείλει (Ψαλμ. κα, Ησ. νγ), ότι με το πάθημα ο Μεσσίας θα κατακτούσε (p).
(2)   «Ότι έτσι πρέπει να πεθάνω» (Ζ). «Όχι όμως επειδή το προφήτευσαν οι Γραφές, για αυτό οι Ιουδαίοι ήταν κακοί, αλλά επειδή επρόκειτο οι Ιουδαίοι να κάνουν αυτά από πονηρή προαίρεση, για αυτό στις Γραφές τοποθετήθηκαν αυτά από το Πνεύμα» (Θφ).

Ματθ. 26,55  Ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τοῖς ὄχλοις(1)· ὡς ἐπὶ λῃστὴν(2) ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με· καθ᾿ ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἐκαθεζόμην διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με(3).
Ματθ. 26,55  Εκείνην την ώρα είπεν ο Ιησούς προς τους όχλους• σαν να ήμουν ληστής, εβγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα να με συλλάβετε• κάθε ημέραν εκαθόμουν κοντά σας διδάσκων στον ναόν και δεν με επιάσατε.
(1)   Το θείο θάρρος του Σωτήρα δείχνεται και από αυτό, ότι μετά τον Πέτρο απευθύνεται και στους όχλους και μαλώνει και αυτούς (δ).
(2)   Σε ληστή έτοιμο να αντισταθεί με τα όπλα στο χέρι (F).
(3)   «Όταν δίδασκα, δεν με πιάσατε· όταν σιώπησα, ήλθατε εναντίον μου. Στο ιερό ήμουν, και κανείς δεν συνέλαβε, τώρα τόσο αργά και μέσα στη νύχτα ήλθατε με μαχαίρια και ξύλα; Τι χρειάζονταν αυτά τα όπλα εναντίον εκείνου που ήταν πάντα μαζί σας; Από αυτά διδάσκει ότι, εάν δεν παραδιδόταν με τη θέλησή του, ούτε τότε θα μπορούσαν να τον πιάσουν» (Χ). «Όπως ακριβώς δηλαδή τότε δεν μπόρεσαν να τον πιάσουν, έτσι ούτε τώρα, αν οπωσδήποτε δεν το ήθελε» (Ζ).

Ματθ. 26,56  τοῦτο δὲ(1) ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ τῶν προφητῶν(2). Τότε οἱ μαθηταὶ πάντες ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον(3).
Ματθ. 26,56  Αλλά αυτό όλο έγινε, δια να εκπληρωθούν όλα όσα έγραψαν οι προφήται. Τότε οι μαθηταί όλοι τον αφήκαν και έφυγαν.
(1)   Ο Ματθαίος συνηθίζει κατεξοχήν τη χρήση της φράσης «αυτό όλο έγινε για να εκπληρωθεί». Ο Μάρκος έχει απλώς «αλλά για να εκπληρωθούν οι γραφές», μοναδική περίπτωση στο Μάρκο, στην οποία ο Κύριος αναφέρεται στην εκπλήρωση των γραφών. Πρόκειται λοιπόν για λόγο, τον οποίο είπε ο ίδιος ο Κύριος, και όχι για εξήγηση, την οποία παρέχει ο ευαγγελιστής (S).
(2)   «Είδες πώς μέχρι την τελευταία ώρα, και την ώρα ακόμη που παραδινόταν, όλα τα έκανε για διόρθωση εκείνων, θεραπεύοντας, προφητεύοντας, απειλώντας (διότι με μαχαίρι, λέει, θα πεθάνουν), δείχνοντας ότι θεληματικά πάσχει (διότι κάθε μέρα ήμουν μαζί σας, λέει, διδάσκοντας), δηλώνοντας την προς τον Πατέρα συμφωνία, Για να εκπληρωθούν οι Γραφές των προφητών» (Χ).
(3)   «Όταν μεν συνελήφθη έμεναν· όταν όμως είπε αυτά προς τους όχλους, έφυγαν. Διότι είδαν λοιπόν, ότι δεν ήταν δυνατόν να διαφύγει, αφού με τη θέλησή του παρέδιδε τον εαυτό του σε αυτούς και έλεγε ότι αυτό γίνεται σύμφωνα με τις Γραφές» (Χ). «Και παρόλο που ο Ιωάννης ακολουθούσε, αλλά δεν ακολουθούσε ως μαθητής αλλά ως γνωστός του αρχιερέα» (Θφ).

Ματθ. 26,57  Οἱ δὲ κρατήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήγαγον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα(1), ὅπου οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι συνήχθησαν(2).
Ματθ. 26,57  Εκείνοι δε αφού έπιασαν τον Ιησού, τον έφεραν στον Καϊάφαν, τον αρχιερέα, όπου οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι συγκεντρώθηκαν.
(1)   Ήδη στο στίχο 3 ο Ματθαίος μόνος από τους συνοπτικούς, παρέχει σε εμάς το όνομα του αρχιερέα και διακρίνει, όπως και οι υπόλοιποι, δύο δίκες ενώπιον του συνεδρίου, μία ανεπίσημη κατά τη νύχτα, που είχε χαρακτήρα προανάκρισης, και άλλη επίσημη κατά την ανατολή της ημέρας. Εδώ περιγράφεται η νυκτερινή συνάντηση, η οποία έγινε στο σπίτι του Καϊάφα, του εν ενεργεία αρχιερέα, μαζί με τον οποίο σε συνεχόμενο διαμέρισμα συζούσε και ο πεθερός του Άννας, ο οποίος, παρόλο που καθαιρέθηκε από τους Ρωμαίους, θεωρούνταν από πολλούς των Ιουδαίων ως ο πραγματικός αρχιερέας (p).
(2)   Το συνήχθησαν δεν σημαίνει ότι ήταν ήδη μαζεμένοι, σαν να ήταν το συνέδριο συναθροισμένο πριν ακόμη ο Ιησούς συλληφθεί (L). Συνεπώς το συνήχθησαν του Ματθαίου δεν είναι ασυμβίβαστο με το συνέρχονται του Μάρκου, με το οποίο ο δεύτερος ευαγγελιστής φανερώνει σαφώς, ότι τα μέλη του συνεδρίου άρχισαν να προσέρχονται κατά τη στιγμή εκείνη.

Ματθ. 26,58  ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει αὐτῷ(1) ἀπὸ μακρόθεν ἕως τῆς αὐλῆς(2) τοῦ ἀρχιερέως, καὶ εἰσελθὼν ἔσω(3) ἐκάθητο μετὰ τῶν ὑπηρετῶν ἰδεῖν τὸ τέλος(4).
Ματθ. 26,58  Ο δε Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά έως την αυλή του αρχιερέως και εισελθών κάθισε μέσα μαζί με τους υπηρέτας, δια να ιδή ποίον τέλος θα είχε αυτή η υπόθεσις.
(1)   «Αυτός και ο Ιωάννης ακολουθούσαν. Αλλά οι μεν τρεις ευαγγελιστές μνημονεύουν σε συμφωνία μόνο τον Πέτρο, επειδή ήταν αναγκαίο, για να δείξουν ότι εκπληρώθηκε η προφητεία του Σωτήρα σχετικά με την άρνησή του» (Ζ). Ο Πέτρος ακολουθούσε και δείχνει αυτό το αγωνιώδες του ενδιαφέρον και την αγάπη υπέρ του διδασκάλου του. Ίσως υπήρχε μέσα του και η ελπίδα, ότι θα παρείχε σε αυτόν κάποια βοήθεια αν δινόταν η ευκαιρία (ο).
(2)   Ο Πέτρος μέχρι στιγμής δείχνει αρκετό θάρρος, όχι μόνο αντιστεκόμενος προς αυτούς που ήλθαν εναντίον του Ιησού κατά την ώρα της σύλληψης, αλλά και μπαίνοντας στο ίδιο το σπίτι του αρχιερέα (p). Και «οι μεν τρεις ευαγγελιστές λένε ότι οι τρεις αρνήσεις του Πέτρου έγιναν στην αυλή του Καϊάφα· ενώ ο Ιωάννης λέει στην αυλή του Άννα του πεθερού του· και δεν είναι αυτό διαφωνία· διότι και οι δύο είχαν ένα σπίτι και μία αυλή, που είχε σε αυτήν δύο ιδιαίτερες κατοικίες» (Ζ).
(3)   Των ευγενών και πλουσίων οι οικοδομές είχαν δύο αυλές, τη μία εξωτερική μεταξύ της εισόδου και της πλατείας, η οποία λεγόταν και προαύλιο, και άλλη εσωτερική που κυκλωνόταν από τα κτίσματα του ανακτόρου (g). Ο Πέτρος φθάνοντας μέχρι την εξωτερική αυλή δεν παρέμεινε εκεί, όπου ήταν αυτοί που συνέλαβαν τον Ιησού, αλλά μπήκε στην εσωτερική αυλή.
(4)   Δηλώνει το ελατήριο της πράξης αυτής του Πέτρου (a). Για να δει την έκβαση (δ). Πίσω από την εσωτερική αυλή, στην οποία βρισκόταν ήδη ο Πέτρος ή σε κάποιο διαμέρισμα στη μία πλευρά της διεξαγόταν η ανάκριση του Ιησού, αλλά τόσο ανοιχτά προς την αυλή ώστε πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν είτε στην αυλή είτε στην αίθουσα του δικαστηρίου μπορούσαν να δουν και να ακούσουν τα λεγόμενα ή ενεργούμενα σε καθέναν από τους δύο αυτούς τόπους. Αυτό εξηγεί πώς ο Ιησούς μπόρεσε να ακούσει την άρνηση του Πέτρου και να ρίξει σε αυτόν ένα βλέμμα μετά την τριπλή του άρνηση σύμφωνα με το Λουκά κβ 61 (ο).

Ματθ. 26,59  Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν(1) κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὅπως θανατώσωσιν αὐτόν,
Ματθ. 26,59  Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και όλα τα μέλη του συνεδρίου, που ήσαν παρόντα, ζητούσαν ψευδομαρτυρία εναντίον του Ιησού, δια να τον καταδικάσουν εις θάνατον.
(1)   «Κατά τη δική τους μεν άποψη μαρτυρία, στην πραγματικότητα όμως ψευδομαρτυρία. Ή και επειδή ήξεραν ότι δεν θα βρουν μαρτυρία εναντίον του άμεμπτου, επομένως ζητούσαν ψευδομαρτυρία… και έγιναν οι ίδιοι και δικαστές και κατήγοροι και προσπαθούσαν να τον καταδικάσουν από μόνοι τους» (Ζ). Με αυτά ο ευαγγελιστής δηλώνει τις διεστραμμένες προθέσεις τους. Χρειάζονταν μαρτυρία, είτε ψευδή είτε αληθινή, η οποία θα δικαιολογούσε την σε θάνατο καταδίκη του (p).

Ματθ. 26,60  καὶ οὐχ εὗρον· (1)καὶ πολλῶν ψευδομαρτύρων προσελθόντων, οὐχ εὗρον(2). ὕστερον δὲ προσελθόντες δύο(3) ψευδομάρτυρες(4)
Ματθ. 26,60  και δεν ευρήκαν. Μολονότι δε πολλοί ψευδομάρτυρες είχαν προσέλθει να καταθέσουν, δεν ευρήκαν καμμίαν αληθοφανή ψευδομαρτυρίαν. Ύστερον δε προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες.
(1)   Γραφή που μαρτυρείται από τα αλεξανδρινά χειρόγραφα και κάποια άλλα: «καὶ οὐχ εὗρον πολλῶν ψευδομαρτύρων προσελθόντων», όπου παραλείπεται το δεύτερο οὐχ εὗρον. Πολλοί προσφέρονταν να μαρτυρήσουν, αλλά όταν εμφανίζονταν μπροστά στο συνέδριο είτε λόγω εξέγερσης της συνείδησής τους είτε διότι εγκαταλείπονταν από τη συνηθισμένη τους πονηρία δεν παρείχαν επαρκή στοιχεία κατηγορίας ή και αντέφασκαν μεταξύ τους. Σε αυτό έχουμε απόδειξη όχι μόνο της τέλειας αθωότητας του Κυρίου, αλλά και της θείας παρέμβασης για προστασία της αθωότητάς του από τη δυσφημία κακών ανθρώπων (ο).
(2)   «Μαρτυρούσαν δηλαδή αντίθετα μεταξύ τους» (Ζ). «Διότι δεν ήταν ίσες οι μαρτυρίες, λέει· τόσο προσποιητό ήταν το δικαστήριο και όλα ήταν γεμάτα με θόρυβο και ταραχή» (Χ).
(3)   «Πολλοί μεν έδωσαν μαρτυρία για αυτήν την υπόθεση, δύο όμως συμφώνησαν» (Ζ). Η σημασία του αριθμού δύο είναι ότι βρέθηκε το ελάχιστο της μαρτυρίας που ζητούσε ο νόμος (σύμφωνα με τα Δευτερον. ιζ 6,ιθ 15, Αριθμών λε 30) (p). Μόνο όμως μετά από πολλά τελικά ήλθαν και αυτοί οι δύο (δ).
(4)   Χαρακτηρίζει αυτούς ως ψευδομάρτυρες, διότι και αυτών η μαρτυρία, όπως θα δούμε, δεν ήταν αληθινή.

Ματθ. 26,61  εἶπον· οὗτος ἔφη, δύναμαι καταλῦσαι(1) τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ(2) καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν(3) οἰκοδομῆσαι(4) αὐτόν.
Ματθ. 26,61  κατέθεσαν• “αυτός είπε• ημπορώ να κρημνίσω τον ναό του Θεού και εις τρεις ημέρας να τον οικοδομήσω πάλιν”.
(1)   «Δεν είπε γκρεμίζω, αλλά γκρεμίστε, ούτε μιλούσε για το ναό τον χειροποίητο, αλλά για το δικό του σώμα. Για αυτό λοιπόν και αυτούς τους ονόμασε ψευδομάρτυρες ο ευαγγελιστής» (Ζ).
(2)   Το «Θεού» προστέθηκε για επιβάρυνση του μεγέθους της βλασφημίας στο ότι μιλά έτσι για το ναό (ο).
(3)   Σε διάστημα τριών ημερών. Ενώ ο Σωτήρας είπε εν τρισί= μετά από τρεις (δ).
(4)   «Και πάλι δεν είπε· θα οικοδομήσω, αλλά θα σηκώσω. Επομένως ήταν φανερά ψευδομάρτυρες αυτοί» (Θφ).
  
Ματθ. 26,62  καὶ ἀναστὰς(1) ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· οὐδὲν ἀποκρίνῃ; Τι(2) οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν;
Ματθ. 26,62  Και εγερθείς ο αρχιερεύς είπεν εις αυτόν• “Τίποτε δεν αποκρίνεσαι; Τι καταθέτουν αυτοί εις βάρος σου;”
(1)   Ο Καϊάφας αισθάνεται, ότι το δικαστήριο δεν κατείχε σοβαρά πειστήρια της κατηγορίας. Για αυτό σηκώνεται όρθιος για πρόκληση μεγαλύτερης εντύπωσης και προσκαλεί επισήμως τον Ιησού να δώσει κάποια απόκριση.
(2)   Χωρισμένη ερώτηση (b). Είναι άτοπη η συγχώνευση των δύο ερωτήσεων σε μία: «Δεν απαντάς τι αυτοί μαρτυρούν εναντίον σου» (δ).

Ματθ. 26,63  ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα(1). καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· ἐξορκίζω(2) σε κατὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος(3) ἵνα ἡμῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστὸς(4) ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(5).
Ματθ. 26,63  Ο δε Ιησούς εσιωπούσε. Και λαβών τον λόγον ο αρχιερεύς είπε εις αυτόν• “σε ορκίζω στον Θεόν τον ζώντα να μας είπης εάν συ είσαι ο Χριστός, ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού”.
(1)   «Διότι ήταν ανώφελη η απολογία, αφού κανείς δεν άκουγε. Διότι αυτό ήταν πρόσχημα μόνο δικαστηρίου· στην πραγματικότητα ήταν έφοδος ληστών, οι οποίοι επιτίθονταν σαν σε κάποιο σπήλαιο και γενικώς στο δρόμο» (Χ). «Βλέποντας λοιπόν και το δικαστήριο παράνομο… και επειδή ήξερε ότι μάταια απαντά σε τέτοιους ανθρώπους, σιωπούσε» (Ζ). «Διότι αυτούς που δεν τους έπειθαν θαύματα, πώς θα τους έπειθαν απολογίες;» (Θφ).
(2)   Αντί για αυτό οι αρχαιότεροι θα έλεγαν εξορκύω (g). Είναι ισοδύναμο με το απλό ορκίζω, βάζω σε όρκο (δ).
(3)   Και ο οποίος τιμωρεί τους επίορκους (δ).
(4)   Ο Καϊάφας θα είχε ακούσει ότι ο λαός συζητούσε με θαυμασμό για τον Ιησού θεωρώντας αυτόν ως τον Μεσσία, και ότι κατά τη θριαμβευτική του είσοδο στα Ιεροσόλυμα τον είχαν επευφημήσει ως τέτοιο. Η ερώτηση λοιπόν του Καϊάφα είναι πολύ φυσική (p).
(5)   «Προσθέτει όμως και το «ο υιός του Θεού», διότι και οι βασιλιάδες και οι προφήτες ονομάζονταν χριστοί, επειδή χρίονταν» (Ζ). Είναι αξιοσημείωτο, ότι στον τίτλο του Μεσσία επισυνάπτει ο αρχιερέας και τον τίτλο ο υιός του Θεού, σαν να ήταν αυτοί συνώνυμοι. Δεν ήταν αυτή η γενική αντίληψη περί Μεσσία μεταξύ των Ιουδαίων. Στους Ψαλμούς του Σολομώντα, όπου ίσως για πρώτη φορά γίνεται η χρήση του τίτλου αυτού για δήλωση του μεγάλου ελευθερωτή, ο Μεσσίας είναι ο υιός του Δαβίδ και όχι ο υιός του Θεού. Είναι ένας δεύτερος Σολομώντας  χωρίς τις αμαρτίες του Σολομώντα. Αλλά στο βιβλίο του Ενώχ (105,2 και 62,14) είναι ο υιός του Θεού. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε, ότι και ο Καϊάφας, όπως και ο Ναθαναήλ (Ιω. α 49) είχε αυτήν την ιδέα για το Μεσσία. Ίσως όμως συνδύασε τους δύο αυτούς τίτλους πονηρά και σκόπιμα. Εάν συλλάμβανε τον Ιησού να ομολογεί ότι ήταν ο Υιός του Θεού, θα ήταν πολύ σοβαρότερο από το εάν ομολογούσε ότι ήταν απλώς ο Μεσσίας (p).
 
Ματθ. 26,64  λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς(1)· σὺ εἶπας(2)· πλὴν(3) λέγω ὑμῖν(4), ἀπ᾿ ἄρτι(5) ὄψεσθε(6) τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον(7) ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως(8) καὶ ἐρχόμενον(9) ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ(10).
Ματθ. 26,64  Λέγει εις αυτόν ο Ιησούς• “το είπες συ, και όπως είπες είναι, ότι είμαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού• πλην όμως σας λέγω τούτο, από τώρα θα δείτε τον υιόν του ανθρώπου να κάθεται, ως Θεάνθρωπος που είναι, εκ δεξιών του παντοδυνάμου Θεού και να έρχεται επάνω εις τας νεφέλας του ουρανού”.
(1)   «Αν και ήξερε, ότι δεν θα γίνει πιστευτός, όμως συμφωνεί, για να μην μπορούν να λένε ύστερα, ότι εάν ομολογούσε αφού τον εξόρκισε, θα πιστεύαμε» (Ζ).
(2)   Με το «ο Χριστός, ο υιός του Θεού», ο Καϊάφας μη όντας σε θέση να εμβαθύνει στο μυστήριο της ενανθρώπησης, θα εννοούσε κάτι πολύ διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ο Κύριος θα σήμαινε με τη φράση αυτή. Ο Κύριος λοιπόν δεν μπορούσε να πει ότι δεν ήταν ο Χριστός, ο υιός του Θεού, όπως εννοούσε αυτόν ο Καϊάφας ο οποίος δεν είχε την πραγματική και αληθινή ιδέα περί Σωτήρος και υιού του Θεού. Από την άλλη όμως δεν μπορούσε και να δώσει πλήρη συγκατάθεση λέγοντας: Ναι είμαι, όπως με φρονείς εσύ. Για αυτό χρησιμοποιεί απάντηση, με την οποία ούτε αρνείται ούτε συμφωνεί πλήρως. «Αντί να πει, το δικό σου στόμα το ομολόγησε λοιπόν» (Κ).
(3)   Παρόλο που δεν πιστεύετε αυτό (b).
(4)   Το «λέω σε εσάς» όπως και το προηγούμενο «εξορκίζω εσένα», είναι ιδιαίτερα εδώ στον Ματθαίο, ο οποίος έτσι προσδίδει ιδιαίτερη έμφαση τόσο στην ερώτηση του αρχιερέα, όσο και στην απόκριση του Ιησού.
(5)   «Αντί να πει, μετά από λίγο» (Ζ). Από αυτή τη στιγμή και εμπρός (b). Από τώρα, όταν λήγει μετά από λίγο η κατάσταση της ταπείνωσής μου (δ).
(6)   «Αυτόν που εσείς φονεύετε» (Ζ). «Θα δείτε, είπε, όχι επειδή μπορούν να τον δουν έτσι, αλλά τα λέει διαμαρτυρόμενος» (Ζ).
(7)   Αυτόν ο οποίος τώρα στέκεται κρινόμενος θα δείτε να κάθεται. «Είναι σύντομος ο καιρός της εναντίον μου επιβουλής. Διότι όχι σε πολύ χρόνο θα γίνω ανώτερος από τους εχθρούς μου» (Ζ).
(8)   Της Δύναμης, δηλαδή του Θεού. Δύναμη φανερώθηκε σαφώς και ευρέως σε όλα τα έργα του Θεού (b).
(9)   Θα με δείτε να κάθομαι και να έρχομαι. Η επιστροφή του για να κρίνει συνδυάζεται με την καθέδρα του στα δεξιά. Στη δόξα του Ιησού αυτό είναι το πρώτο, ότι είναι ο Υιός του Θεού· το ότι θα έλθει για να κρίνει είναι το τελευταίο. Το πρώτο είναι το θεμέλιο του δεύτερου. Το δεύτερο η ενδοξότερη απόδειξη του πρώτου (b). Θα τον δείτε να έρχεται να σας κρίνει από μεν τα έργα του έμμεσα στη μερική κρίση που θα γίνει στην Ιουδαία στα χρόνια του Τίτου, και άμεσα στην καθολική κρίση (δ).
(10)   Ο Κύριος προκλήθηκε ήδη από την ανώτατη θρησκευτική αρχή στο μεγάλο συνέδριο σε διακήρυξη για τον εαυτό του. Και για πρώτη φορά διακηρύσσει ότι εκείνος τον οποίο είχαν πρόθεση να φονεύσουν είναι ο Μεσσίας και ο Υιός του Θεού.

Ματθ. 26,65  τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ(1) λέγων ὅτι ἐβλασφήμησε· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων(2); ἴδε νῦν ἠκούσατε τὴν βλασφημίαν(3) αὐτοῦ.
Ματθ. 26,65  Τότε ο αρχιερεύς έσχισε τα ενδύματά του λέγων ότι ο Χριστός εβλασφήμησε. Τι μας χρειάζονται πλέον οι μάρτυρες; Ιδού όλοι σας ακούσατε την βλασφημίαν του.
(1)   «Το έκανε αυτό, κάνοντας σφοδρότερη την κατηγορία και για να τονίσει αυτό που λέχθηκε με την ενέργειά του» (Χ). «Συνηθίζουν οι Ιουδαίοι όταν δουν ή ακούσουν κάτι κακό και φρικτό, να σχίζουν τα ρούχα τους, το οποίο ακριβώς και τώρα ο αρχιερέας έκανε, επειδή άκουσε δήθεν βλασφημία όχι ανεκτή· ταυτόχρονα όμως και χωρίς τη θέλησή του, με αυτά που έκανε, προφήτευσε, ότι θα σχιστεί (καταργηθεί) η αρχιερωσύνη των Ιουδαίων» (Ζ).
Για τη συνήθεια αυτή των Ιουδαίων δες Δ΄ Βασ. ιη 37, στο Ησ. λζ 1,Ιερεμ. μγ 24 και Ιωήλ β 13. Για το ότι επίσης ο αρχιερέας δεν επιτρεπόταν για προσωπικό του πένθος να σχίζει τα ρούχα του δες Λευϊτ. ι 6, κα 10. Καθένας όμως θα ανέμενε από αυτόν να πράξει αυτό, όταν μια βαριά βλασφημία γινόταν εναντίον του Θεού παρόντος αυτού (δ.,p). Έσχισε τα ρούχα του σαν αυτά να έγιναν πολύ στενά και σφιχτά λόγω της έντασης των αισθημάτων (b). Ιμάτια είναι τα εξωτερικά φορέματα. Αλλά ο Μάρκος διασαφηνίζει ότι ο αρχιερέας έσχισε τους χιτώνες, δηλαδή τα εσωτερικά φορέματα (p).
(2)   Πράγματι δεν είχαν πλέον ανάγκη μαρτύρων. Είχαν ανάγκη όμως ταπεινής, ειλικρινούς και μαθητικής διάθεσης, για να εξετάσουν τις αξιώσεις του Κυρίου για το μεσσιακό αξίωμα υπό το φως των καταπληκτικών θαυμάτων του και της καθαρότητας και πνευματικότητας της διδασκαλίας του (ο).
(3)   «Αφού αύξησε την κατηγορία αυτού που λέχθηκε και ονόμασε αυτό βλασφημία και τον καταδίκασε προκαταβολικά και έγινε ήδη δρόμος και για τους άλλους στο να τον καταδικάσουν, λοιπόν, αφού ήταν φανερό το πλημμέλημα, αναγκάζει και αυτούς να αποφασίσουν» (Ζ).
 
Ματθ. 26,66  τί ὑμῖν δοκεῖ(1); οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· ἔνοχος θανάτου ἐστί(2).
Ματθ. 26,66  Λοιπόν τι γνώμη έχετε; Εκείνοι δε αποκριθέντες όλοι μαζί είπαν• είναι ένοχος να καταδικασθή εις θάνατον.
(1)   «Δεν εκδίδει την απόφαση από μόνος του, αλλά την ζητά από εκείνους, σαν αυταπόδεικτη για ομολογημένα αμαρτήματα και βλασφημία» (Χ), «σχεδόν εξαναγκάστηκαν και εκβιάστηκαν να εκδώσουν την απόφαση» (Κ).
(2)   «Οι ίδιοι κατηγορούν, οι ίδιοι καταδικάζουν, οι ίδιοι αποφασίζουν, όλα έγιναν οι ίδιοι τότε» (Χ). «Αυτό ακριβώς που ήθελαν, αυτό και αποφάσισαν. Από διεφθαρμένη λοιπόν γνώμη, διεφθαρμένη και η απόφαση» (Ζ). Και ο Ιωσήφ μαζί με το Νικόδημο; Είτε η γενική του συνεδρίου κατακραυγή έπνιξε τις ασθενείς αντιρρήσεις και αρνήσεις τους είτε δεν προσήλθαν στη νυχτερινή αυτή συνεδρία και δεν έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Το πρώτο φαίνεται πιθανότερο σύμφωνα με το Λουκά κγ 51 (ο).

Ματθ. 26,67  τότε(1) ἐνέπτυσαν εἰς τὸ πρόσωπον(2) αὐτοῦ καὶ ἐκολάφισαν(3) αὐτόν, οἱ δὲ(4) ἐῤῥάπισαν(3)
Ματθ. 26,67  Τότε έπτυσαν αυτόν στο πρόσωπον και τον εκτύπησαν στον τράχηλον, άλλοι δε τον ερράπισαν
(1)   Σαν να μην ήταν καμία ύβρις άδικη για αυτόν (b).
(2)   «Σε ποιο πρόσωπο ποια ατιμία προξένησαν» (Ζ). «Στο πρόσωπο εκείνο το οποίο η θάλασσα βλέποντάς το, τό σεβάστηκε, το οποίο όταν το αντίκρισε επάνω στο σταυρό ο ήλιος έκρυψε τις ακτίνες του, το πρόσωπο εκείνο έφτυναν και ράπιζαν και χτυπούσαν στο κεφάλι, γεμάτοι με κάθε αφθονία από τη μανία τους» (Χ). Αυτό υπενθυμίζει το Ησαΐου ν 6 «το πρόσωπό μου δεν το απέστρεψα από την αισχύνη των εμπτυσμάτων».
(3)   «Κολαφισμός μεν είναι το χτύπημα στον τράχηλο με ανοιχτή παλάμη, ώστε να κάνει θόρυβο· ενώ ράπισμα είναι το χτύπημα κατά του προσώπου» (Ζ). Ή, κόλαφος στη δωρική= κόνδυλος στην αττική διάλεκτο που δηλώνει τόσο τη γροθιά όσο και το ράπισμα (δ). «Του κατέφεραν τα πιο υβριστικά από όλα τα πλήγματα, κολαφίζοντας, ραπίζοντας και στα χτυπήματα αυτά πρόσθεταν και τον εξευτελισμό των φτυσιμάτων» (Χ).
(4)   Αυτοί που τον έφτυσαν και τον κολάφισαν ήταν μέλη του συνεδρίου πιθανότατα, ενώ αυτοί που τον ραπίζουν τώρα και τον εμπαίζουν και τον διακωμωδούν είναι οι υπηρέτες και οι στρατιώτες, στους οποίους μετά το πέρας της συνεδρίασης του συνεδρίου παραδόθηκε ο Ιησούς.

Ματθ. 26,68  λέγοντες(1)· προφήτευσον(2) ἡμῖν Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε;
Ματθ. 26,68  λέγοντες• προφήτευσε σε μας, Χριστέ, ποιός είναι εκείνος που σε κτύπησε;
(1)   «Επίσης και λόγια ξεστόμιζαν γεμάτα διακωμώδηση, λέγοντας· Προφήτευσε… επειδή προφήτη τον έλεγαν οι πολλοί» (Χ).
(2)   «Τον περιγελούσαν ως ψευδοπροφήτη. Το έκαναν αυτό αφού κάλυψαν με ρούχο το πρόσωπό του ώστε να μην βλέπει, όπως είπαν ο Μάρκος και ο Λουκάς» (Ζ), «έτσι λοιπόν τα έκαναν αυτά» (Χ). Μπορεί όμως αυτό να έγινε και την ώρα που ο Χριστός ήταν ακάλυπτος, οπότε το ερώτημα έμπαινε ως προς το όνομα αυτού που ράπιζε, εφ όσον αυτοί που κακοποιούν ήδη τον Ιησού ήταν πρόσωπα τελείως άγνωστα σε αυτόν (L). Νομίζουν ότι ήδη θριάμβευσαν κατά του θύματός τους. Πόσο όμως απατώνται!
«Αυτοί μεν νόμιζαν ότι είχαν νικήσει, οι ίδιοι όμως προπαντός και ντροπιάστηκαν και ηττήθηκαν και χάθηκαν. Ενώ αυτός που φαινόταν ότι νικιέται, αυτός κατ’ εξοχήν και έλαμψε και νίκησε κατά κράτος» (Κ).

Η άρνηση του Πέτρου (κστ 69-75)

Ματθ. 26,69  Ὁ δὲ Πέτρος ἔξω ἐκάθητο ἐν τῇ αὐλῇ(1)· καὶ προσῆλθεν αὐτῷ μία παιδίσκη(2) λέγουσα· καὶ σὺ ἦσθα(3) μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Γαλιλαίου.
Ματθ. 26,69  Ο δε Πέτρος εκάθητο έξω εις την αυλήν και τον επλησίασε εκεί μία μικρά δούλη, η οποία του είπε• “και συ ήσουν μαζί με τον Ιησού τον Γαλιλαίον”.
(1)   Στην εσωτερική αυλή του ανακτόρου, και έξω από την αίθουσα, όπου είχε συναχθεί το συνέδριο. Η άρνηση του Πέτρου από μεν τον Ματθαίο και τον Μάρκο αναφέρεται μετά το τέλος της δίκης, ενώ από τον Λουκά και τον Ιωάννη πριν από αυτήν. Αναμφίβολα έλαβε χώρα κατά τη διάρκειά της (ο).
(2)   Ο πειρασμός δεν ήταν μεγάλος, εάν αποβλέψουμε σε μόνη εκείνη, η οποία απευθύνει το ερώτημα. Ήταν όμως πολύ μεγαλύτερος, εάν δούμε σε όλους, όσοι ήταν εκεί παρόντες (b).
(3)   =Ως μαθητής και οπαδός (δ).

Ματθ. 26,70  ὁ δὲ ἠρνήσατο(1) ἔμπροσθεν αὐτῶν πάντων(2) λέγων· οὐκ οἶδα τί λέγεις(3).
Ματθ. 26,70  Αυτός δε ηρνήθη εμπρός εις όλους εκείνους λέγων• “δεν ξέρω τι λες”.
(1)   «Τι καινούργια και παράδοξα πράγματα! Όταν μεν είδε να συλλαμβάνεται μόνο ο διδάσκαλος, έβραζε τόσο πολύ, ώστε απέσπασε το μαχαίρι… όταν όμως ήταν περισσότερο φυσικό να αγανακτήσει και να ανάψει και να εξοργιστεί, ακούγοντας τέτοιου είδους κακολογίες, τότε γίνεται αρνητής. Αλλά όμως ο μαθητής, ηττημένος από το φόβο, όχι μόνο δεν δείχνει αγανάκτηση, αλλά και αρνείται και δεν αντέχει την απειλή ενός κοριτσιού ταλαίπωρου και ασήμαντου» (Χ).
Είχε επιδείξει ο Πέτρος θάρρος κατά τη σύλληψη του διδασκάλου του και μετά την επίθεσή του κατά του δούλου του αρχιερέα ήταν πολύ τολμηρό να μπει στο σπίτι του αρχιερέα. Αλλά ήδη δεν ήταν προετοιμασμένος για το είδος του πειρασμού που τον περίμενε (p). «Μια αδύναμη υπηρετριούλα  τον φόβισε, επειδή εγκαταλείφθηκε από τη θεία χάρη» (Ζ).
(2)   Περίπτωση πολύ επιβαρυντική (F). Η απάντηση του Πέτρου, όπως αναφέρεται από τους διάφορους ευαγγελιστές, διαφέρει μεν στον καθέναν από αυτούς στις λέξεις, όχι όμως και στην έννοια, η οποία είναι σε όλους η ίδια (ο).
(3)   =Δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις με τα λόγια σου (δ).

Ματθ. 26,71  ἐξελθόντα δὲ αὐτὸν εἰς τὸν πυλῶνα(1) εἶδεν αὐτὸν ἄλλη(2) καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐκεῖ(3) καὶ οὗτος ἦν μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου.
Ματθ. 26,71  Όταν δε εξήλθε εις την θολωτήν μεγάλην πόρτα της αυλής, τον είδε μία άλλη δούλη και είπεν εις αυτούς• “εκεί και αυτός ήτο μαζί με τον Ιησούν τον Ναζωραίον”.
(1)   «Βγήκε όχι έξω από τον πυλώνα, αλλά στον πυλώνα, δηλαδή στο προαύλιο, όπως είπε ο Μάρκος» (Ζ). Εδώ σημαίνει το μπροστινό μέρος της οικίας, όπου μέσω της πύλης μπαίνει κάποιος σε αυτήν (g). Ο Πέτρος θέλει να αποφύγει αυτούς που είναι στην αυλή και ήλθε στον πυλώνα (δ). Η φυγή από τον πειρασμό, όταν αυτή γίνεται πολύ αργά, συνεπάγεται νέο κίνδυνο (b).
(2)   Ο Μάρκος λέει, ότι η ίδια γυναίκα η θυρωρός η οποία για δεύτερη φορά προκάλεσε τον Πέτρο (p). Άλλη, αλλά συγχρόνως και η πρώτη, η οποία υποκίνησε αυτήν την άλλη, καθώς και κάποιον άνδρα που στεκόταν εκεί δίπλα (b).
(3)   Αυθεντική γραφή που προσαρμόζεται μάλλον με τα συμφραζόμενα «καὶ λέγει τοῖς ἐκεῖ· καὶ οὗτος…».

Ματθ. 26,72  καὶ πάλιν ἠρνήσατο μεθ᾿ ὅρκου(1) ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον(2).
Ματθ. 26,72  Και πάλιν ηρνήθη με όρκον ότι “δεν γνωρίζω τον άνθρωπον”.
(1)   «Όχι μόνο αρνήθηκε αλλά και με όρκο» (Ζ).
(2)   Σαν ο Πέτρος να μην γνώριζε ούτε το όνομα του Ιησού (b).

Ματθ. 26,73  μετὰ μικρὸν δὲ προσελθόντες οἱ ἑστῶτες(1) εἶπον τῷ Πέτρῳ· ἀληθῶς καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ(2)· καὶ γὰρ ἡ λαλιά(3) σου δῆλόν σε ποιεῖ.
Ματθ. 26,73  Έπειτα από ολίγον επλησίασαν τον Πέτρο εκείνοι, που εστέκοντο εις την αυλήν και του είπαν• “χωρίς αμφιβολίαν και συ είσαι ένας από αυτούς, διότι και η προφορά σου σε φανερώνει”.
(1)   Οι υπηρέτες που στέκονταν στα πρόθυρα και άλλοι (δ).
(2)   Ενεστώτας. Ο πειρασμός αυξάνει. Προηγουμένως είπαν στον Πέτρο. Ήσουν. Τώρα είσαι (b).
(3)   Διότι είχαν κάποιο ιδιαίτερο γνώρισμα στην ενδυμασία τους οι Γαλιλαίοι, αλλά και κάποια ιδιώματα στη διάλεκτο» (Ζ). Η λέξη λαλιά μπορεί να σημαίνει και την προφορά, καθώς και τα ιδιώματα της διαλέκτου (L). Οι ιδιωματισμοί της προφοράς των Γαλιλαίων γελοιοποιούνται στο Ταλμούδ (S). Οι Γαλιλαίοι μπέρδευαν τα λαρυγγικά γράμματα και τα πρόφεραν κακώς (δ). Λαλιά εδώ είναι η διάλεκτος, η προφορά των λέξεων, ο τρόπος που προφέρει κάποιος τις λέξεις (g).

Ματθ. 26,74  τότε ἤρξατο καταθεματίζειν(1) καὶ ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον· καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησε(2).
Ματθ. 26,74  Τότε ήρχισε αυτός να καταριέται και να ορκίζεται ότι• “δεν γνωρίζω τον άνθρωπον”. Και αμέσως λάλησε ο πετεινός.
(1)   «Καταθεματίζω είναι το αναθεματίζω» (Ζ). Δεν είναι το κατάθημα επίταση του ανάθεμα όπως ο Οικουμένιος λέει στο Πράξεις κγ 12 («νομίζουμε λοιπόν ότι αυτή η λέξη, το κατάθεμα, λέγεται πολλές φορές για επίταση. Διότι πράγματι αυτό δεν ανατίθεται (=αφιερώνεται) στο διάβολο, αλλά κατατίθεται σε αυτόν αφού υποτάσσεται σε αυτόν και καταδικάζεται μαζί του») αλλά μάλλον είναι σχηματισμός που προήλθε από αποκοπή δημώδη (κατ(αν)άθεμα) (δ)= με τις χειρότερες κατάρες καταριέμαι, βαριά καταριέμαι (g).
Εδώ η έννοια είναι: επικαλούνταν ο Πέτρος πάνω στον εαυτό του κατάρα, εάν η βεβαίωση «την οποία παρείχε, δεν ήταν αληθινή» (a).
(2)   Ο Μάρκος λέει· «για δεύτερη φορά λάλησε ο πετεινός. Και αυτό είναι πάρα πολύ και αληθινό και σύμφωνο. Διότι, επειδή σε κάθε μετακίνηση ο πετεινός συνήθιζε να φωνάζει και τρεις και τέσσερις φορές, θέλοντας ο Μάρκος να δηλώσει ότι η φωνή δεν τον συγκράτησε ούτε τον έκανε να θυμηθεί, λέει αυτό. Επομένως και τα δύο είναι αληθινά. Διότι πριν ακόμη να συμπληρώσει την πρώτη μετακίνηση ο πετεινός, έκανε την τρίτη άρνηση» (Χ). Με άλλα λόγια η δεύτερη φωνή του πετεινού δεν έγινε σε ώρα που απείχε από την πρώτη φωνή, αλλά ήταν φωνή του ίδιου λαλήματος, όπως λέμε κοινώς. Κάθε λάλημα του πετεινού αποτελείται από συνεχείς και επανειλημμένες εκφωνήσεις.

Ματθ. 26,75  καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ῥήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος αὐτῷ ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με· καὶ ἐξελθὼν ἔξω(1) ἔκλαυσε πικρῶς(2).
Ματθ. 26,75  Τότε θυμήθηκε ο Πέτρος τον λόγον του Ιησού, ο όποιος του είχε πη• “πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρεις φορές συ θα με απαρνηθής”. Και εξελθών έξω από την αυλήν έκλαυσε πικρά.
(1)   Δεν «τολμούσε να κλάψει φανερά, για να μην κατηγορηθεί, με τα δάκρυα» (Χ). Και «βγήκε έξω φοβούμενος, μήπως κλαίγοντας συλληφθεί και αυτός» (Ζ).
(2)   «Έκλαψε όχι απλά, αλλά πικρά» (Ζ). Τα δάκρυα είναι πικρά ή γλυκά, ανάλογα με τη συγκίνηση από την οποία προέρχονται (b).
 
Ματθ. 27,1  Πρωΐας(1) δὲ γενομένης συμβούλιον ἔλαβον πάντες(2) οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὥστε θανατῶσαι αὐτόν·
Ματθ. 27,1  Όταν δε έγινε πρωί έκαμαν συμβούλιο όλοι οι πρεσβύτεροι του λαού εναντίον του Ιησού, δια να εύρουν αιτίαν, ώστε να τον θανατώσουν.
(1)   Από πολλές απόψεις η συνεδρίαση της νύχτας μπορεί να θεωρηθεί ως η σπουδαιότερη, διότι σε αυτήν τα πάντα αποφασίστηκαν. Γι αυτό ο Ματθαίος και ο Μάρκος δίνουν σε αυτήν την πρώτη θέση. Η πρωινή όμως συνεδρία ήταν η επίσημη και έγκυρη. Γι αυτό και ο Λουκάς αυτήν και μόνο μνημονεύει (p). Σύμφωνα με τη Μίσνα και την Τοσεφτά (Sanh. IV) οι υποθέσεις που συνεπάγονταν ως ποινή το θάνατο, έπρεπε να εκδικάζονται σε καιρό ημέρας και σε ημέρα έπρεπε να δημοσιεύονται οι αποφάσεις για αυτές (L).
(2)   Η συνεδρία αυτή ήταν πληρέστερη της νυχτερινής διότι σε αυτήν προσήλθαν όλα τα μέλη του συνεδρίου.
(3)   Μάλλον με την έννοια του: με σκοπό να τον θανατώσουν. Ο σκοπός δηλαδή του συμβουλίου αυτού ήταν πώς θα εκτελούνταν η ποινή (δ). «Δες τον διάβολο πώς όλους τους τούς κυρίευσε τέτοιες μέρες πείθοντάς τους να φονεύουν, σε μέρες που έπρεπε να κάνουν θυσίες και προσφορές και αγνότητα και κάθαρση» (Θφ).

Ματθ. 27,2  καὶ δήσαντες(1) αὐτὸν ἀπήγαγον καὶ παρέδωκαν αὐτὸν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι(2).
Ματθ. 27,2  Και αφού τον έδεσαν, τον έσυραν από εκεί και τον παρέδωσαν στον Πόντιον Πιλάτο, τον Ρωμαίο ηγεμόνα.
(1)   Είχε δεθεί στον κήπο και ο Άννας είχε στείλει αυτόν δεμένο στον Καϊάφα (Ιω. ιη 12,24). Αλλά κατά τη διάρκεια όλης αυτής της μακράς ανάκρισης και διαδικασίας είχε λυθεί. Αμέσως όμως μόλις την επομένη εξαγγέλθηκε επίσημα η απόφαση και για επίσπευση της εκτέλεσής της θα στελνόταν στον Πιλάτο, δέθηκε και πάλι (p).
(2)   Ή, επίτροπο της Ρώμης (δ). Ο Πόντιος Πιλάτος είχε διοριστεί επίτροπος της επαρχίας της Ιουδαίας το 26 μ.Χ. και ανακλήθηκε το 36 μ.Χ. (S). Μόνος ο Πιλάτος είχε εξουσία ζωής και θανάτου, αυτό που αλλιώς ονομαζόταν jus gladii (=το δίκαιον του ξίφους) και μόνο εάν αυτός επικύρωνε την απόφαση, θα γινόταν αυτή εκτελεστή.

Ματθ. 27,3  Τότε ἰδὼν Ἰούδας(1) ὁ παραδιδοὺς(2) αὐτὸν ὅτι κατεκρίθη(3), μεταμεληθεὶς(4) ἀπέστρεψε(5) τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς πρεσβυτέροις
Ματθ. 27,3  Τότε ο Ιούδας, ο οποίος τον είχε παραδώσει, όταν είδε ότι ο Ιησούς κατεδικάσθη από το συνέδριον, κατελήφθη από μεταμέλειαν και σαν να ησθάνετο αβάστακτον βάρος δια τα τριάκοντα αργύρια, τα έδωσε πίσω στους αρχιερείς και πρεσβυτέρους
(1)   Ο ευαγγελιστής έχει πρόθεση να γίνει το οικτρό τέλος του Ιούδα μάθημα διδακτικό, συγχρόνως όμως να δειχτεί η εμμονή στο κακό των Ιουδαίων αρχόντων, οι οποίοι τη στιγμή που ο προδότης αναγνωρίζει την αδικία, αυτοί συντελούν αυτήν (L). Κανείς άλλος από τους ευαγγελιστές δεν διηγείται το τραγικό αυτό επεισόδιο (F). Πότε έλαβε χώρα αυτό μόνο με εικασία μπορούμε να ορίσουμε. Δεν είναι πιθανόν, ότι η δίκη και καταδίκη του Κυρίου στο μέγαρο του Καϊάφα να προκάλεσε τις τύψεις του προδότη. Μάλλον όταν οδηγήθηκε μπροστά στον Πιλάτο ο Κύριος και καταδικάστηκε στο να σταυρωθεί, τότε θα αφυπνίστηκε η συνείδηση του ξεπεσμένου μαθητή (ο).
(2)   Η μετοχή του ενεστώτα αντί για ουσιαστικό (δ).
(3)   Ο Ιούδας, ο οποίος ήθελε να δει το τέλος, όπως ο Πέτρος υπό το κράτος τελείως διαφορετικών συναισθημάτων, πείστηκε, όταν είδε τον Ιησού να σύρεται δέσμιος, ότι ο θάνατός του ήταν αναπόφευκτος. Είτε διότι εξ’ αρχής δεν είχε προβλέψει ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν μέχρι τέτοιου σημείου, είτε διότι η θέα του Ιησού κακοποιημένου και οδηγούμενου στο θάνατο συγκίνησε την ψυχή του, μεταμελήθηκε (L).
(4)   «Αργά και με βραδύτητα έγινε αυτοκατάκριτος» (Χ).
«Έπρεπε πριν την προδοσία να μεταμεληθεί. Αλλά τέτοιος είναι ο διάβολος. Πριν μεν την αμαρτία δεν αφήνει να δει το κακό, για να μην γίνει μετάνοια· αφού όμως ολοκληρωθεί η αμαρτία, αφήνει να δει, για να λυπήσει και να οδηγήσει στην απόγνωση» (Ζ).
«Μεταμελήθηκε επειδή το πράγμα κατέληξε διαφορετικό από ό,τι υπολόγιζε» (Θφ). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ευαγγελιστής δεν χρησιμοποιεί το ρήμα μετανόησε το οποίο συνήθως εκφράζει μετάνοια ειλικρινή. Μεταμελήθηκε σημαίνει εδώ επιπόλαιη μεταβολή. Ο Ιούδας αισθάνθηκε απλώς τύψεις συνειδήσεως (F). Η μεταμέλειά του υπήρξε όμοια με αυτήν του Σαούλ και πολλών άλλων, μεταμέλεια για αδικία εν όψει των αμέσων της συνεπειών, όχι όμως και μίσος της αμαρτίας για αυτήν την ίδια, όπως φέρνει η αληθινή μετάνοια (ο).
(5)   Άλλη γραφή: έστρεψεν, το οποίο δεν χρησιμοποιείται αλλού στην Κ.Δ. με ενεργητική έννοια. Δες και Ησ. λη 8 (a).

Ματθ. 27,4  λέγων· ἥμαρτον(1) παραδοὺς αἷμα(2) ἀθῷον(3). οἱ δὲ εἶπον· τί πρὸς ἡμᾶς(4); σὺ ὄψει(5).
Ματθ. 27,4  λέγων• “ημάρτησα, διότι παρέδωσα αίμα αθώον”. Εκείνοι δε είπον• “και τι μας μέλει εμάς; Συ θα δώσης λόγον δι' αυτό”.
(1)   Έτσι και στον άδη και οι κατάκριτοι θα αισθάνονται (b). «Και ο Ιούδας λέγοντας, ότι αμάρτησα παραδίδοντας αίμα αθώο, μαρτύρησε ότι άδικα πεθαίνει, και οι Ιουδαίοι λέγοντας, τι μας νοιάζει εμάς; δικό σου θέμα είναι αυτό, συμφώνησαν με την μαρτυρία αυτού και η αλήθεια από τους εχθρούς ομολογήθηκε» (Ζ).
(2)   Εξυπακούεται: «για να χυθεί» (Ζ). Παρέδωσα για να χυθεί το αίμα.
(3)   Αφού κατά τρόπο οικτρό καλύφθηκε μέσα στο ίδιο του το σκοτάδι δεν αναγνωρίζει πλέον τον Ιησού ως Μεσσία (b).
(4)   Σημείωσε πώς προσπερνούν απαρατήρητα το ζήτημα της αθωότητας του θύματός τους (b). «δεν σταματούν (οι Ιουδαίοι) νωρίτερα, μέχρις ότου ολοκληρώσουν την αμαρτία. Διότι η μεν αμαρτία του Ιούδα ήδη ολοκληρώθηκε, διότι ήταν η προδοσία· εκείνων όμως όχι ακόμη» (Χ).
(5)   Οι ασεβείς, παρόλο που συνεταιρίζονται στην επιτέλεση εγκλημάτων, εγκαταλείπουν τους συντρόφους τους, όταν αυτά συντελεστούν. Οι αγαθοί, παρόλο που δεν παίρνουν μέρος σε εγκλήματα, προσπαθούν μετά το έγκλημα να σ