Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

“Βασίλισσα των Φράγκωνήταν η Αγ. Κλοτίλδη. Τότε, (450-600 μ.Χ.), οι Φράγκοι ήταν Ορθόδοξοι. Ο σύζυγος της, βασιλιάς Κλοδοβίκος (481-511), ήταν ένα αληθινό αγρίμι, και πνευματικά νεκρός. Και όποτε νευρίαζε, ξεσπούσε στη γυναίκα του με τόσο βάρβαρο τρόπο, που ακόμη και οι αξιωματούχοι του, που τον έτρεμαν, αγανακτούσαν!
Και μια ημέρα τόλμησαν και της το είπαν:
-Δεν κάνεις καλά, που τον ανέχεσαι! Δεν έχεις γνώμη; Δεν έχεις θέλησι; Βασίλισσα είσαι! Μίλα, κακομοίρα! Θα σε φάη το θηρίο! Δεν έχεις γνώμη; Δεν έχεις θέλησι;
Απάντησε εκείνη με απλότητα:
-Προσπαθώ να μην έχω δικό μου θέλημα!

Τη ρώτησαν:
-Και πώς τα καταφέρνεις; Εμείς, δούλοι του, σε τέτοιες βάρβαρες ενέργειες του επαναστατούμε! Εσύ βασίλισσα, τί λες τότε στον εαυτό σου;
Τους απάντησε σταθερά:
-Όταν παντρεύθηκα, το θέλημά μου το άφησα στο σπίτι του πατέρα μου. Και πήρα την απόφασι, θέλημά μου να έχω το θέλημα του συζύγου μου. Ότι κι αν είναι!
-Και πώς τα ξεπερνάς κάτι τέτοια;
-Με τη Χάρι του Θεού.
Και, λοιπόν; Ποιό ήταν το αποτέλεσμα;
Μία φώναξε ο Κλοδοβίκος, δύο φώναξε, δέκα φώναξε, και τα έκανε όλα γυαλιά-καρφιά. Μα μπροστά στην πραότητα, στην ηρεμία και στην υπομονή της γυναίκας του, έσπασε. Και μαλάκωσε. Και πίστεψε. Και έγινε καλός Χριστιανός.
Και από τότε, δεν έκανε ποτέ πιά τίποτε χωρίς τη γνώμη της. Όχι μόνο σε θέματα οικογενειακά, αλλά και στα κρατικά και στα θέματα πολέμου ακόμη!...
Και όλοι βλέποντας την αλλαγή, απορούσαν, και διερωτώντο:
-Πώς άλλαξαν τα πράγματα; Πώς ήλθαν τα άνω κάτω;
Την απάντησι την έδωκε ο Κλοδοβίκος:

-Με κατάκτησε η αγάπη και η υπομονή της γυναίκας μου. Αυτή δεν είναι απλή γυναίκα, είναι αγία.
Και πράγματι ήταν αγία η Κλοτίλδη.
Και όσο κι αν τη θαύμαζε ο σύζυγός της, εκείνη δεν άλλαξε απέναντί του συμπεριφορά. Τον σεβόταν και τον υπάκουε σε όλα. Και ο Κλοδοβίκος αισθανόταν κοντά της πιο πολύ άνδρας και πιο πολύ βασιλιάς από ό,τι τότε που έκανε τις τρέλλες του. Και την αγαπούσε όλο και πιο βαθειά.
Η μνήμη της εορτάζεται στις 3 Ιουνίου (+ 545)” (ΝΜ, 29)

(Στο: Ο Γάμος, αρχιμ Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 89-91)

(Αγίου Γρηγορίου Νύσσης)

Αλλά μερικοί άλλοι χρησιμοποιώντας σαν μέσο την προσευχή αξιώθηκαν να πάρουν αξιώματα και τιμές απόλαυσαν και πλούτη απόκτησαν και θεωρήθηκαν πως ήταν φίλοι του Θεού με την εύνοια αυτή. Πώς, λοιπόν, θα ρωτήσει κάποιος, μας εμποδίζεις να απευθύνουμε στο Θεό τις προσευχές μας για παρόμοια ζητήματα;

Είναι φανερό στον καθένα βέβαια, και κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση στο επιχείρημα, ότι τα πάντα εξαρτώνται από τη θέληση του Θεού και ότι η παρούσα ζωή ρυθμίζεται εκ των «άνω». Όσο για τα παρόμοια αποτελέσματα της προσευχής, που αναφέραμε, εμείς έχουμε μάθει άλλες αιτίες για τις οποίες δίνει ο Θεός σε αυτούς που ζητούν αυτά, οπωσδήποτε όμως όχι ως αγαθά.

Τα δίνει στους πιο επιπόλαιους προκειμένου με αυτά να στερεωθεί η πίστη τους προς τον Θεό.

Έτσι αποκτώντας την εμπειρία ότι ο Θεός ακούει τις προσευχές, σιγά σιγά από τα πιο ταπεινά αιτήματα να ανεβούμε κάποτε σε τέτοιο σημείο που να ζητήσουμε τα ανώτερα και τα δωρήματα εκείνα που ταιριάζουν στο Θεό.

Όπως ακριβώς βλέπουμε να γίνεται και με τα παιδιά μας. Αυτά παραμένουν προσκολλημένα στο μαστό της μάνας και θηλάζουν τόσο μόνο όσο και μέχρι τότε που η φύση τους το απαιτεί.

Όταν όμως το νήπιο μεγαλώσει κάπως κι αποκτήσει κάποια δύναμη για να εκφράζεται, περιφρονεί το μαστό και ζητάει κάτι από εκείνα που φαίνονται ευχάριστα στα μάτια των νηπίων….

Έτσι και ο Θεός δια παιδαγωγεί τον άνθρωπο να προσβλέπει μέσα από όλα σε Εκείνον.

Για αυτό και πολλές φορές δεν παραλείπει να ακούσει και τις πιο ασήμαντες αιτήσεις, μέχρι να προσκαλέσει εκείνον, που έτυχε να λάβει τη χάρη της ευεργεσίας στα μικρά, να επιθυμήσει και τα ανώτερα.

Και συ λοιπόν να έχεις στο νου σου το εξής: Αν ο τάδε με την πρόνοια του Θεού από αφανής που ήταν, έγινε διάσημος και επιφανής, ή απόκτησε κάτι άλλο από όσα επιζητούν οι άνθρωποι κατά την παρούσα ζωή, αξιώματα, ή πλούτο, ή επισημότητα, όλα αυτά είναι για σένα απόδειξη της μεγάλης φιλανθρωπίας του Θεού.

Με το να αποσπάσουν εκείνοι τα παιδικά παιχνίδια, μάθε εσύ να απευθύνεις τα αιτήματα στον Πατέρα για τα μεγαλύτερα και τελειότερα αγαθά.

Γιατί μόνο αυτά είναι που ωφελούν την ψυχή»

(Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Λόγοι εις την Προσευχήν, Αρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη, εκδ, Αποστολική Διακονία, σελ. 69-71)

Ο Charles Lever σημειώνει: “Ο Τσάρλς Άλεν στο βιβλίο του Φωτιές στο Σπίτι διηγείται την ιστορία ενός άνδρα που λέει στη σύζηγό του ένα πρωϊνό ότι εκείνη την ημέρα θα ζητήση αύξησι απ'το αφεντικό του. Ο άνδρας αποφεύγει νευρικά το αφεντικό όλη την ημέρα, αλλά τελικά, λίγο πριν σχολάσουν απ'τη δουλειά, καταφέρνει να συγκεντρώση το κουράγιο του και να ζητήση απ'το αφεντικό του την αύξησι.
Προς μεγάλη του έκπληξι, το αφεντικό συμφωνεί όχι μόνο να του δώση μεγαλύτερη αύξησι απ'αυτή την οποία ζήτησε αλλά και τον επαινεί κιόλας! Όταν ο άνδρας επιστρέφη στο σπίτι εκείνο το απόγευμα εκπλήσσεται και πάλι, γιατί η σύζυγός του έχει ετοιμάσει ένα ρομαντικό γεύμα με κεριά ακριβώς για την περίστασι.
“Αγάπη μου”, λέει χαρούμενος στη γυναίκα του, “πήρα την αύξησι, αλλά βλέπω απ'το τραπέζι ότι εσύ το ήξερες από πριν. Ωραία, λοιπόν, ας το γιορτάσουμε!”. Αγκαλίαζονται και καθώς κάθεται στο τραπέζι παρατηρεί ένα σημείωμα που λέει:
“Συγχαρητήρια αγάπη μου! Το ήξερα ότι θα έπαιρνες την αύξησι. Το δείπνο είναι για να σου δείξω πόσο πολύ σ' αγαπώ”.
Το γεύμα είναι καταπληκτικό. Καθώς η γυναίκα του μαζεύει τα πιάτα για να φέρη το επιδόρπιο, ο άνδρας παρατηρεί να πέφτη στο πάτωμα ένα άλλο σημείωμα...
Το μαζεύει από κάτω και διαβάζει:
“Μη στεναχωριέσαι που δεν πήρες την αύξησι αγάπη μου, αν και την αξίζης. Το δείπνο είναι για να σου δείξω πόσο πολύ σ' αγαπώ”.
Εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνει ότι η σύζυγός του τον αγαπά και τον στηρίζει είτε πάρει την αύξησι είτε όχι. Χάρηκε, βέβαια, με τα καλά νέα αλλά ήταν έτοιμη και να τον παρηγορήση, αν τα νέα δεν ήταν καλά. Επειδή καταλάβαινε ότι η αγάπη παρηγορεί, ο άνδρας την εκτίμησε ακόμα περισσότερο από πριν” (CL, 149)
(στο: Ο Γάμος, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Σταμάτα 2013, σελ.87-88)

Σημειώνει ο Gary Chapman: “Ένας άνδρας είπε κάποτε:
Όταν πέθανε η μητέρα μου, ο προϊστάμενος της γυναίκας μου της είπε ότι μπορούσε να λείψη δύο ώρες για την κηδεία, αλλά μετά έπρεπε να γυρίση στο γραφείο της. Η γυναίκα μου του είπε ότι αισθανόταν πως ο άνδρας της χρειαζόταν την υποστήριξί της εκείνη την μέρα και ότι θα έπρεπε να λείπη ολόκληρη τη μέρα.
Ο προϊστάμενος απάντησε:
- Αν λείψης όλη μέρα, μπορεί και να χάσης τη δουλειά σου.
Η γυναίκα μου είπε:
- Ο άνδρας μου είναι πιο σημαντικός απ'τη δουλειά μου.
Πέρασε όλη τη μέρα μαζί μου. Κατά κάποιο τρόπο εκείνη τη μέρα ένοιωθα περίσσοτερο από ποτέ ότι μ'αγαπούσε. Ποτέ δεν ξέχασα αυτό το οποίο έκανε.
Συμπτωματικά, είπε, δεν έχασε τη δουλειά της. Ο προϊστάμενος της σύντομα έφυγε και της ζητήθηκε ν'αναλάβη το πόστο του. Η γυναίκα αυτή μίλησε στη γλώσσα της αγάπης του συζύγου της και αυτός ποτέ δεν το ξέχασε”
(στο: Ο Γάμος, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ,Σταμάτα 2013, σελ. 84-85)

Γράφει ο John. Polkinghorne 1930-… (Άγγλος Θεωρητικός φυσικός στοιχειωδών σωματιδίων, μέλος Βασιλικής Εταιρείας, καθηγητής Μαθηματικής Φυσικής του Κέμπριτζ 1968-1979, πρόεδρος του Κολεγίου της Βασίλισσας στο Κέμπριτζ από το 1989, χειροτονήθηκε ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας το 1982)
«Το μυστήριο της πολλαπλώς διαστρωματωμένης πραγματικότητας ενός κόσμου που χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από τάξη, ομορφιά και ηθική, παραμένει.
Τι είναι αυτό που συνενώνει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά; Μια πιθανή απάντηση, συνεκτική και ικανοποιητική από διανοητική άποψη -και δεν λέω τίποτα περισσότερο απ’ αυτό- μας παρέχεται από την πίστη στο Θεό.

Η πραγματικότητα είναι πολλαπλώς διαστρωματωμένη επειδή είναι δημιουργία.
Πίσω από την επιστημονική τάξη του σύμπαντος βρίσκεται η Νόηση του Δημιουργού.
Πίσω από την ανθρώπινη εμπειρία της ομορφιάς βρίσκεται η χαρά του Δημιουργού στη δημιουργία.
Πίσω από τις ηθικές μας ενοράσεις βρίσκεται η κρίση της καλής και τέλειας βούλησης του Δημιουργού.
Ουσιαστικά, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη όλων των Ενοποιημένων Θεωριών, η πραγματική Θεωρία του Παντός,
παρέχεται από την πίστη στο Θεό» (Επιστήμη ή Θεός, εκδ. Τραυλός 1997 σελ. 149)

Πολύ πριν τους επιστήμονες όμως ο Απόστολος Παύλος είχε βρει και διακηρύξει όχι την Θεωρία των Πάντων αλλά την Θεολογία των Πάντων!
Στην Επιστολή προς Ρωμαίους,
Ρωμ. 11,36 "ὅτι ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα. αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν" .
(=διότι από αυτόν δημιουργήθηκαν τα πάντα και με την πανσοφία του κυβερνιούνται και προς δόξαν του σαν σε ύψιστο σκοπό αποβλέπουν τα πάντα. Σε Αυτόν ανήκει η δόξα εις τους αιώνες. Αμην)

Στην Επιστολή προς Κολασσαείς,
Κολ. 1,16  "ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι᾿ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται·"
(=Διότι δι' αυτού εκτίσθησαν τα πάντα, όλα όσα υπάρχουν στους ουρανούς και εις την γην, τα ορατά και τα αόρατα· είτε τα αόρατα αυτά είναι οι Θρόνοι είτε είναι αι Κυριότητες είτε είναι αι Εξουσίαι, όλα εν γένει τα τάγματα των αγγέλων δι' αυτού και εις δόξαν αυτού έχουν κτισθή).
Aς μην κουραζονται λοιπόν οι Επιστήμονες...

Η Ενοποιημένη Θεωρία των Πάντων που αναζητούν να βρουν που θα εξηγεί όλες τις δυνάμεις της φύσης και όλα τα Μυστήρια της Επιστήμης δεν είναι άλλη από την Αγία Τριάδα!

Λέει ο παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, άγιος Κληρικός:

«Κατέβαινα από τον άγιο Νικόλαο και συνάντησα μια παλαιοημερολογίτισσα και τη χαιρέτησα. Εκείνη όμως όχι μόνο δεν με χαιρέτησε, αλλά γύρισε πίσω και με μούτζωνε με τα δυο της χέρια… Μετά από καιρό κοιμήθηκε και ερχότανε στον ύπνο μου κάθε βράδυ σε άθλια κατάσταση, σαν ζητιάνα, και με ενοχλούσε και ζητούσε κάτι.

Πήγα στα Τρίκαλα στη Μητρόπολη και τα ανέφερα. Ρώτησα το Δεσπότη τι να κάνω και μου είπε, να πας νύκτα, αφού την ημέρα δεν αφήνουν τα παιδιά της, να κάνεις ένα τρισάγιο στον τάφο της για να συγχωρηθεί η ψυχή της. Αφού έκανα το τρισάγιο, κατόπιν δε με ενόχλησε άλλο»

(βιβλίο: Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, 1975, στο «Αγιολογία», αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 83-84)

Βασισμένη σε αληθινό περιστατικό

Του Σεβ. Μητροπολίτου Χονγκ Κονγκ κ. Νεκταρίου

Ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα…

Ο Ναός του Αγίου Λουκά είχε φορέσει τα γιορτινά του εκείνη την ημέρα. Τρείς νέοι άνδρες, μετά από πολύμηνη κατήχηση, ήταν έτοιμοι για το ιερό Μυστήριο της Βαπτίσεως και την είσοδό τους στην Εκκλησία του Χριστού.
Ξεκίνησα την ακολουθία της κατηχήσεως. Στην πρώτη ευχή του εξορκισμού o ένας από τους νεαρούς άρχισε να βήχει με ένα τρόπο περίεργο. Αρχίζω να διαβάζω την δεύτερη ευχή του εξορκισμού και ο βήχας του νεαρού γίνεται μούγκρισμα. Γονατίζει. Σκύβει το κεφάλι στο έδαφος.

 Ένας από τους πιστούς με πλησιάζει. Mου δείχνει τον νεαρό και προτείνει να σταματήσω την Ακολουθία.
«Κάτι σοβαρό του συμβαίνει», μου λέγει.
Του κάνω νόημα πως δεν θα σταματήσω. Δεν θέλω να του πω ότι γνωρίζω τι συμβαίνει. Δεν θέλω να τους τρομάξω.

Ο νεαρός είχε ασχοληθεί ενεργά με πρακτικές της Νέας Εποχής. Με επικλήσεις πνευμάτων και τέτοια σχετικά. Είχε φθάσει σε επίπεδο να συνδιαλέγεται με τα πνεύματα που επικαλείτο. Κάποια στιγμή, όμως, συνειδητοποίησε πως η επαφή του με αυτά τα πνεύματα του δημιουργούσε σαβαρά πνευματικά και σωματικά προβλήματα. Ένιωθε μέσα στο σώμα του μια σκοτεινή δύναμη να τον κυριεύει και να τον συνθλίβει.
Προσπάθησε να βρει θεραπεία σε φημισμένους ψυχοθεραπευτές. Στη συνέχεια πλησίασε ένα φημισμένο Προτεστάντη Πάστορα. Εκείνος του έκανε κάποιους εξορκισμούς. Η κατάσταση δεν βελτιωνόταν. Και τότε ο Πάστορας του είπε: «Εγώ αυτό μπορώ να σου κάνω. Αν θέλεις κάτι περισσότερο πήγαινε στους Ορθοδόξους».

Δεν είχε ξανακούσει για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ρώτησε για πληροφορίες και μια Κυριακή ήρθε στον ναό του Αγίου Λουκά και παρακολούθησε την Λειτουργία. Για πρώτη φορά ένιωσε κάτι διαφορετικό να συμβαίνει μέσα του. Ένα αίσθημα πρωτόγνωρο. Με πλησίασε. Μου διηγήθηκε την ιστορία του. Και από εκείνη την ημέρα όχι μόνο εντάχθηκε στο πολύμηνο πρόγραμμα κατηχήσεως αλλά ερχόταν ανελλειπώς σε όλες τις ακολουθίες οι οποίες ετελούντο στο Ναό.

Σήμερα ήρθε η ευλογημένη στιγμή γι᾽ αυτόν νά δεχθεί το άγιο βάπτισμα. Και τώρα, την ιερή ώρα των εξορκιστικών προσευχών, αυτός δίνει τον δικό του αγώνα. Κυριολεκτικά παλεύει.
Οι ευχές τελειώνουν. Ήρθε η ώρα της αποτάξεως του Σατανά.
«Αποτάσση τω Σατανά;», ρωτώ.
Οι κατηχούμενοι με την σειρά τους απαντούν. Ο νεαρός, ακόμα γονατιστός, απαντά με σβηστή και τρεμάμενη φωνή: «Ἀποτάσσομαι».

Προχωρώ στις ερωτήσεις της Συντάξεως με το Χριστό. Το ίδιο σκηνικό. Αλλά τώρα, την ώρα που απαγγέλλουν το Σύμβολο της Πίστεως, ο νεαρός σηκώνεται δειλά δειλά. Σταμάτησε να βήχει και να μουγκρίζει. Το πρόσωπό του όμως παραμένει κάτωχρο.

Ἡ Ἀκολουθία της Βαπτίσεως συνεχίσθηκε χωρίς άλλα απρόοπτα. Στο τέλος οι τρείς νεοφώτιστοι κοινώνησαν για πρώτη φορά το Σώμα και το Αίμα του Θεανθρώπου. Οι πιστοί σπεύδουν με χαρά να τους ευχηθούν. Ο νεαρός παραμένει σιωπηλός, κάτωχρος αλλά ήρεμος.

Την επομένη, ο νεοφώτιστος πλέον νεαρός άνδρας ήρθε να με επισκεφθεί στο Γραφείο.
«Θέλω να σας μιλήσω για εχθές», μου λέγει.
«Ευχαρίστως», του απαντώ. «Σε ακούω».

Μου διηγείται τι του συνέβη την ώρα της κατηχήσεως. Άκουγε μέσα του δεκάδες φωνές να ουρλιάζουν. Ένιωσε κάποιες σκοτεινές παρουσίες να παλεύουν. Ένιωσε να πνίγεται. Την ώρα της Σύνταξης έβλεπε τα σκοτεινά πνεύματα να φεύγουν σαν καπνός μέσα από το σώμα του. Οι φωνές και η αίσθηση του πνιγμού σταμάτησαν. Ηρέμησε.

Το βράδυ λίγο πριν κοιμηθεί μια σκοτεινή παρουσία μπήκε στο δωμάτιό του. Το σκοτεινό πνεύμα τον ρώτησε: «Γιατί μας έδιωξες; Γιατί;»
Τον παρακολουθούσα χωρίς να μιλώ. Συνέχισε την διήγηση.
«Έκαμα το σταυρό μου και το σκοτεινό πνεύμα εξαφανίσθηκε. Πάτερ, αλήθεια σας λέγω. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ένιωσα φόβο. Μάλλον το αντίθετο. Ήταν η πρώτη φορά που ἐνιωσα πως το σκοτεινό πνεύμα είχε κυριευθεί από φόβο.»
Δεν μίλησα. Τον σταύρωσα. Τον αγκάλιασα και δακρυσμένος ψέλλισα: «Ευλογητός ο Θεός, ο πάντας ανθρώπους θέλων σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Ἀμήν».

του Φώτη Κόντογλου

Όταν μιλήσεις στους ψευτοχριστιανούς για σκληρή άσκηση στο κορμί και στο πνεύμα για την αγάπη του Χριστού, θυμώνουνε, σε λένε φακίρη, ειδωλολάτρη, βάρβαρο.
Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού, μίλησέ του για τον ασκητισμό. Ο πιστός θα νοιώσει κατάνυξη, ο χλιαρός, δηλαδή ο ψεύτικος, ο άπιστος, θα διαμαρτυρηθεί.

Τί αν λέγει ο Χρι­στός: «Μακάριοι όσοι αφήσανε τα πάντα και μ' ακολουθήσανε», ή «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», και πως «θλίψιν έξετε», και πως «στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν»; Εμείς θέλουμε να είμαστε Χριστιανοί χωρίς Χριστό, δηλ. χωρίς θλίψη πνευματική, χωρίς να σηκώνουμε τον σκληρό σταυρό, αλλά να περπατάμε στον πλατύν δρόμο. Αυτοί οι ψεύτικοι χριστιανοί, σαν τους μιλά κανένας για σκληρή και στερημένη ζωή, για θυσία, για άσκηση, λένε πως αυτά δεν τα θέλει ο Χριστός, και πως αυτά είναι παρακαμώματα.

Μα, ω ανόητε άνθρωπε, στον Χριστιανισμό, τίποτα δεν μπορεί να παραγίνει. Για όλα τα ανθρώπινα πράγματα μπορείς να πεις πως κάτι τι είναι παρακανωμένο, μονάχα για τον Χριστιανισμό δεν υπάρχει παρακάνωμα. Τί παρακάνωμα μπορεί να σηκώσει ακόμα το να αγαπάς αυτόν που σκότωσε τον πατέρα σου, τί παρακάνω­μα μπορείς να κάνεις στο να σε χτυπήσουνε και στο άλλο μάγουλο, τί παρακάνωμα να γίνει ακόμα στο να πεινάς και να διψάς την καταφρόνεση, στο να κάνεις όσα ζητά ο Θεός από εσένα, δηλ. στο ν' αγαπάς τους εχθρούς σου, να γλυκομιλάς αυτόν που σε βρίζει, να μην κρίνεις αυτόν που σε δικάζει, να ταπεινώνεσαι μπροστά στον πιο τιποτένιον άνθρωπο, κι' όταν τα κάνεις όλα αυτά, να λες πως είσαι «αχρείος δούλος»;

Τί παρακάνωμα μπορεί να γίνει ακόμα στο να πιστέψεις πως θα αναστηθούνε τα σώματά μας αθάνατα ως να ανοιγοκλείσει το μάτι, και πως ο κόσμος όλος θ' αλλάξει μονομιάς, και πως θα γίνει άλλος καινούριος κόσμος άφθαρτος; Λοιπόν υπάρχει τίποτα στον Χριστιανισμό που να μπορεί να παρακαμωθεί;

Ο Χριστιανισμός είναι η υπερβολή όλων των υπερβολών, το πιο απίστευτο από όλα τα απίστευτα. Για τούτο η πόρτα που μπαίνει κανένας στην εξωτική χώρα του Χριστού είναι μια μοναχά, η πίστη. Και για την πίστη δεν υπάρχει κανένα παρακάνωμα. Ενώ για την απιστία υπάρχει η πονηρή φρονιμάδα, το μέτριο και ο συμβιβασμός. Γι' αυτό οι τέτοιοι ψευτοχριστιανοί δεν αντέχουνε στη φωτιά της πίστεως και γυρίσανε τον Χριστιανισμό σε κάποιο σύστημα ηθικό, ωφέλιμο για την εγκόσμια ζωή, που γι' αυτό δεν τους χρειάζεται ολότελα ο Χριστός. Γιατί ο άπιστος φοβάται, ενώ όποιος πιστεύει «ως λέων πέποιθε», κατά τον προφήτη.

* Όποιος αγαπά τον Θεό, φλέγεται χωρίς να το δείχνει, χαίρεται χωρίς να γελά, συντρίβεται μέσα στον βυθό του εαυτού του.

* Η αγάπη που μας δίδαξε ο Χριστός είναι άλλο πράγμα από τη λεγόμενη φιλανθρωπία. Για τούτο οι φιλάνθρωποι δεν γεύουνται αυτή την αγάπη του Χριστού, που είναι «νερό που πηδά σε ζωή αιώνια». Οι φιλανθρωπίες που κάνουνε οι σημερινοί άνθρωποι είναι ένα χρέος κοινωνικό. Αυτοί οι φιλάνθρωποι, κι' όποιος είναι πρακτικός άνθρωπος, δεν είναι χριστιανοί.

* Όποιος αγαπά τον Χριστό και το Ευαγγέλιό του, αγαπά το πράγμα που αξίζει να αγαπηθεί πιο πολύ απ' όλα. Μέσα στον Χριστό βρίσκεται ό,τι αξίζει την αγάπη, η ταπείνωση, ο πόνος, η πραότητα, η πνευματική θλίψη κ' η πνευματική χαρά που είναι κ' οι δυο γλυκές όταν γίνονται στ' όνομα του Χριστού.

* «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Να μας αναπαύσεις! Δεν θέλουμε ούτε να το ακούσουμε. Μα εμείς δεν θέλουμε ν' αναπαυθούμε. Εμείς θέλουμε νάμαστε φορτωμένοι, με τα πάθη μας, με τις έχθρες μας, με τους πολέμους, με τις φροντίδες της φιλοδοξίας, της σάρκας, με αίματα λερωμένοι, με πιστόλια, με κανόνια, με μπόμπες. Τί θα γίνουμε χωρίς αυτά, Κύριε ειρηνοποιέ; Πώς θα ζήσουμε έτσι αναπαυμένοι, με τί θα γεμίσουμε τον άδειο τον εαυτό μας, αφού για μας είναι ζωή μονάχα αυτά τα πράγματα. Ειρήνη μας δίνεις, μα η ειρήνη είναι ο θάνατός μας, αφού είναι ο θάνατος των αγαπημένων μας παθών! Αν έλεγες «κ' εγώ θα σας φορτώσω και άλλα τέτοια βάρη, που δεν τα γνωρίζετε, εγώ θα πλουτήσω την ψυχή σας και με άλλα τέτοια πλούτη, που να μη ειρηνέψετε ποτέ», τότε θα ερχόμαστε κοντά σου, θα σε παραδεχόμαστε για Θεό μας.

Εμείς θέλουμε θεούς που να μας φορτώνουνε, εκδικητικούς, σαν τον Άρη, σαν τον Δία, σαν τον Κρόνο, ψεύτες σαν τον Ερμή, σαν τους άλλους. Εμείς θέλουμε να ζούμε την κακία, γιατί αυτή είναι ζωντανή και δυνατή. «Ναι, έρχου, Κύριε!» Κράζει με χαρά ο Ιωάννης στον Ερχόμενο επί Νεφελών στη Δευτέρα Παρουσία. Πρέπει νάσαι άγιος, δίκαιος και μάλιστα νάσαι Ιωάννης, για να χαίρεσαι πως θάρθει ο Χριστός και να τον περιμένεις. Εμείς κράζουμε «μην έλθεις Κύριε». Γιατί είμαστε αμαρτωλοί και έρχεται η οργή του Κυρίου καταπάνω μας. Με την «ατομική μπόμπα» τα συλλογίζουμαι αυτά. Μόλις μαθεύτηκε, φόβος επέπεσε επί πάσαν καρδίαν. Μακάριοι όσοι είναι έτοιμοι σε κάθε στιγμή! Αλλά αλλοίμονο! Ποιος είναι έτοιμος σαν τον Ιωάννην τον αγιώτατο από τους αγίους; Όλοι μας φοβούμαστε μήπως έλθεις ως κλέπτης εν νυκτί (Λουκάς ΚΑ').

* Οι άνθρωποι, αν τους βρίσεις ή λογοφέρεις μαζί τους, ή γράψεις γι' αυτούς κακό, έρχεται ώρα που μπορεί να σου το συγχωρέσουν. (Δεν βαρυέσαι, αδελφέ, ξέχασέ τα!) Κείνο που δεν θα σου συχωρέσουνε ποτέ και για το οποίο θα σε μισήσουνε, είναι να ζεις κατά τέτοιον τρόπο, που να ντρέπουνται εκείνοι για τη δική τους τη ζωή, νάναι η ζωή σου σαν ένας έλεγχος της δικής τους.

* Όποιος απογεύθηκε κατάκαρδα την ειρήνη του Χριστού, δεν βιάζει τον εαυτό του νάναι φτωχός, μα θεληματικά ποθεί τη φτώχεια, και χάνει τη χαρά του σαν αποκτήσει κάτι τι παραπάνω, ας είναι και το πιο τιποτένιο πράγμα. Κι' ό,τι είναι ταπεινό και φτωχικό και καταφρονεμένο, τ' αγαπά κρυφά μέσα στην καρδιά του χωρίς να λέγει τίποτα σε κανέναν, γιατί ο ταπεινός αγαπά τη σιωπή και τη λησμονιά: «Εγγύς ο Θεός της λυπηράς καρδίας».

* Μόλις σκορπίσουνε οι πειρασμοί κι' ανοίξει η πόρτα της ψεύτικης χαράς και της αναπαύσεως, κλείνει η πόρτα της αληθινής ευφροσύνης. Αυτό το νοιώθει καθαρά ο Χριστιανός.

* Προσευχή. Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω.  Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία.

Αξιοπρόσεκτες ευσεβείς σκέψεις του ακαταβλήτου αγωνιστού αειμνήστου
ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965. Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη". 

Από proskynitis.blogspot.gr

Σαφώς τα πτυχία κι οι γνώσεις για έναν θεραπευτή είναι πάρα πολύ σημαντικά εργαλεία, μα εάν δεν έχει κατέβει και ανέβει δεκάδες φορές στην προσωπική του κόλαση, δεν θα μπορέσει ποτέ να νιώσει και να βοηθήσει τις ψυχές των ανθρώπων. Γι αυτό και ο σοφός παππούς Γιούνγκ έλεγε «καλός θεραπευτής είναι ο πληγωμένος θεραπευτής..».

Κατά αναλογία, καλός πνευματικός δεν είναι αυτός που ξέρει τόμους θεολογίας, πατέρων και νομοκανονικών ορισμών, αλλά εκείνος που έπεσε και σηκώθηκε πολλές φορές, που γεύθηκε τον άδη και τον παράδεισο, που πόνεσε, δάκρυσε, γέλασε, ερωτεύθηκε, αγάπησε και αγαπήθηκε, γοητεύτηκε και απογοητεύθηκε, πίστεψε και απίστησε, κέρδισε και έχασε, πέτυχε και απέτυχε, προδόθηκε και εγκαταλείφτηκε, έκλαψε και εξανθρωπίστηκε, προσευχήθηκε και ουρανοστολίστηκε. Εκείνος που ξέρει στις πληγές σου να βλέπει τον Χριστό και στην πονεμένη σου καρδιά τον ουρανό. Πρωτίστως δε πνευματικός είναι εκείνος που δεν διστάζει να πάει στην κόλαση, για να κερδίσεις εσύ τον παράδεισο.....

π.λίβυος

(Ο αγιος Νεομάρτυς Φιλούμενος έμεινε στην αγία γη για 46 έτη διακονώντας την εκεί αδελφότητα του Πατριαρχείου, ως φύλακας αγίων τόπων, αλλά εξαιρέτως αγίων τρόπων. Τελευταίος σταθμός της διακονίας του ήταν το Φρέαρ του Ιακώβ, το οποίον έγινε τόπος του μαρτυρίου του. Στις 16 Νοεμβρίου 1979 μ.Χ. (29 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο), φανατικοί σιωνιστές, που διεκδικούσαν το προσκύνημα ως δικό τους, τον κατέκοψαν την ώρα του εσπερινού, Αγιοταφίτες πατέρες παρέλαβαν το τίμιο του λείψανο έπειτα από πέντε ημέρες και το ενταφίασαν στην αγία γη).

Γράφει ο Ανδρέας Κυριακού: «Όταν επιτέλους, οι Εβραίοι ειδοποίησαν το Πατριαρχείο ότι μπορούσαν να παραλάβουν το νεκρό [τον π. Φιλούμενο], τρεις αρχιμανδρίτες αναχώρησαν για τη Χάιφα. Φτάνοντας στο νοσοκομείο οι δύο απ’ αυτούς εισηγήθηκαν να τυλιχθή το λείψανο σ΄ ένα σεντόνι, διότι  μετά από τόσες μέρες θα είχε πάθη νεκρική ακαμψία. Ο τρίτος, ο κύπριος αγιοταφίτης  π. Σωφρόνιος δεν αποδέχτηκε την εισήγηση και θέλησε να ντύσει κανονικά το λείψανο του Νεομάρτυρος. Εισήλθε στο νεκροτομείο, στάθηκε μπροστά στο λείψανο και ψιθύρισε:

- Πάτερ Φιλούμενε, σύ ήσουν  άνθρωπος  υπακοής. Βοήθησέ με να σε ντύσω.
Τότε ο π. Φιλούμενος άπλωσε το ένα του χέρι και στη συνέχεια το άλλο και τον έντυσε!

Τελειώνοντας ο π. Σωφρόνιος φώναξε τους άλλους:
- Ελάτε να δείτε, άπιστοι, που τον έντυσα.
Όταν τον έφεραν στα Ιεροσόλυμα, η Γαλάτεια [η αδελφή του] δυσκολεύτηκε πολύ να τον αναγνωρίσει παρά τις πολλαπλές ραφές που έγιναν στο πρόσωπό του κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο. Πριν από τη νεκρώσιμη ακολουθία ο π. Σωφρόνιος πήρε το χέρι του πατρός και το ανεβοκατέβασε, δείχνοντας την ευλυγισία του μαρτυρικού σκηνώματος.

Η εξόδιος ακολουθία έλαβε χώρα στο ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 1979.

(Στο βιβλίο: Τα θαυμάσια του Θεού, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ.26-7)

«Τούτο το μακάριο  Γέροντα [:Γαβριήλ] υποπτεύτηκε  κάποιος  κακοποιός, που τότε ήταν πολλοί τέτοιοι λόγω της τουρκοκρατίας, ότι θα είχε  χρήματα και παραμόνευε κάθε νύχτα κρυμμένος στην αυλή, να βγει ο Γέροντας  έξω και να του επιτεθεί  απαιτώντας το θησαυρό. Όπως  διηγήθηκε  μετά ο κακοποιός, παρέμεινε παρακολουθώντας το Γέροντα επί επταήμερο και δεν αντιλήφθηκε καμία του κίνηση, όποτε  απελπισμένος  θέλησε να διαπιστώσει αν πράγματι ο Γέροντας απουσίαζε. Κτύπησε τότε φανερά τη πόρτα της καλύβης. Ο Γέροντας  αμέσως του άνοιξε και τον κάλεσε, ως  συνήθως, να μπη και τον ρωτούσε από πού είναι και τι ζητά. Ο κακοποιός, αφού έριξε μια ερευνητική ματιά, ρώτησε το Γέροντα αν απουσίαζε και  πόσο. Ο Γέροντας  αποκρίθηκε με τη φυσική απλότητά του, ότι ούτε  απουσίασε  ούτε  είχε  τέτοια  συνήθεια  να φεύγει από την καλύβη του. Μένοντας σε απορία ο ξένος τον ρωτά πάλι :

- Ούτε  έξω δεν βγαίνεις, Γέροντα, στην αυλή σου;

- Δυστυχώς συχνά βγαίνω, παιδί μου, γιατί το αναγκαίο είναι έξω από την καλύβη και, παρόλο που κρυώνω το χειμώνα, είμαι  αναγκασμένος να βγαίνω και μάλιστα, λόγω του γήρατός μου συχνά, και του έδειξε,  αφού ήταν αντίκρυ από το ανοικτό μέρος, τον τόπο στον οποίο πήγαινε. Τότε είδε ο κακόβουλος επισκέπτης ότι εκεί  ακριβώς όπου  αυτός  κρυβόταν, δίπλα ήταν το μέρος στο οποίο ο Γέροντας σύχναζε και, όμως, σε όλο το επταήμερο ποτέ δε τον αντιλήφθηκε.

Το γεγονός αυτό εξέπληξε και συνέτριψε  ταυτόχρονα τη σκληρή  καρδιά του ληστού και συγκινημένος ομολόγησε με δάκρυα  στο Γέροντα το σκοπό  και την ιδιότητά του ζητώντας συγχώρεση. Έγινε μετά εκεί μοναχός».

(Πηγή:Πατερικαί Μορφαί Νέας Σκήτης,Ιωσήφ μον. στο «Τα θαυμάσια του Θεού» αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 94-95)

Βιογραφία
Ο Άγιος Αχμέτ (ή Αχμέδ) καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και ασκούσε το επάγγελμα του γραφέα του αρχιλογιστού «δευτεράρη». Κατά το θρήσκευμα στην αρχή ήταν Μουσουλμάνος και Τούρκος στην καταγωγή. Κατά τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο Αχμέτ στό σπίτι του είχε δύο Ορθόδοξες Χριστιανές σκλάβες, Ρωσίδες στην καταγωγή. Τη νέα, την είχε ως «σύζυγο», μία και ήταν άγαμος και την ηλικιωμένη ως υπηρέτρια. Στην τελευταία επέτρεπε να πηγαίνει τις γιορτές στην εκκλησία των Ορθοδόξων. Αυτή, όταν επέστρεφε στό σπίτι έφερνε και στη νέα αντίδωρο και πολλές φορές αγιασμό. Η νέα, χωρίς καμία προφύλαξη από τον Αχμέτ έτρωγε το αντίδωρο και έπινε τον αγιασμό.

Όταν ο Αχμέτ συζητούσε με την «σύζυγό» του, αισθανόταν να βγαίνει από το στόμα της άρρητη ευωδία. Η ευωδία αυτή τον είχε προβληματίσει, γι' αυτό και ζητούσε επιμόνως να μάθει από πού προερχόταν. Αυτή, μη γνωρίζοντας το συμβαινόμενο, του απαντούσε, ότι δεν έτρωγε ποτέ κάτι, που νά είχε κάποια ιδιαίτερη ευωδία. Ο Αχμέτ όμως, με κανένα λόγο δεν μπορούσε να πιστέψει, γι' αυτό και επέμενε να μάθει από που προερχόταν αυτή η παράξενη ευωδία. Η μοσχοβολιά ήταν χαρακτηριστική και η ίδια πάντοτε. Η στενοχώρια του ήταν μεγάλη, γιατί δεν μπορούσε να μάθει τι έτρωγε η «συζυγός» του.

Μια μέρα, που κατάλαβε κι αυτή, ότι η ευωδία οπωσδήποτε προερχόταν από το αντίδωρο που έτρωγε στην Εκκλησία, του εξήγησε καθαρά, λέγοντας: «αυτό που τρώγω και αισθάνεσαι εσύ εύωδία, όταν συζητάμε, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το αντίδωρο που παίρνω στην Εκκλησία των Χριστιανών, όταν τελειώνει η θεία λειτουργία. Το αντίδωρο είναι αγιασμένο ψωμί από το Χριστό, που το μοιράζει ο Πατριάρχης ή οι ιερείς στους πιστούς, όταν τελειώνει το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Πρέπει ακόμη να σου διευκρινίσω, ότι μετά το αντίδωρο - πολλές φορές - πίνω και αγιασμό». Ο Αχμέτ, δεν πίστεψε στα λεγόμενα της και την ρώτησε πως μπορεί να συμβαίνει ένα τέτοιο θαύμα και εκείνη του απάντησε: «Η θρησκεία μας είναι ζωντανή. Για μας τους Χριστιανούς, Θεός μας, είναι ο Χριστός. Είναι ο γιος του Θεού, που κατέβηκε απ' τον ουρανό και έγινε άνθρωπος Για να μας σώσει από την αμαρτία. Όταν ζούσε στη γη έκανε αμέτρητα θαύματα. Το σπουδαιότερο, το οποίο και πρέπει, αν θέλεις να κρατήσεις στο μυαλό σου, είναι ότι, από αγάπη για μας, σταυρώθηκε άδικα από τους Εβραίους και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε. Η Ανάστασή Του είναι το μεγαλύτερο γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας. Σ' εμάς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, με τη δύναμη του Χριστού τα θαύματα συνεχίζονται και σήμερα. Στο Χριστό μας όλα είναι δυνατά. Στο θαύμα, που διαπίστωσες τόσες φορές με το αντίδωρο, έχω να προσθέσω και ένα άλλο πιο απλό και ξεκάθαρο. Το νερό που πίνουμε πολλές φορές στην εκκλησία - θα σου φανεί παράδοξο - είναι αγιασμένο. Δηλαδή δεν αλλοιώνεται, δε βρωμίζει, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Το νερό αυτό, που εμείς το λέμε αγιασμό, απόκτα αυτή την ιδιότητα, μετά από ειδικές ευχές που διαβάζει ο Πατριάρχης ή οι Ιερείς. Μάλιστα, το κρατάμε σε μπουκαλάκια για ευλογία - στα εικονοστάσια των σπιτιών μας και πίνουμε, αφού προετοιμασθούμε κατάλληλα, προς καθαρισμό ψυχών και σωμάτων. Το θαύμα τούτο, αν θέλεις, μπορείς να το δεις και να το ερευνήσεις. Είναι ένα ακόμα ζωντανό θαύμα της πίστεώς μας, κυρίως, για μας τούς απλοϊκούς». Ο Αχμέτ, μόλις άκουσε όλα αυτά, έμεινε κατάπληκτος. «Συμβαίνουν τέτοια πράγματα στη θρησκεία σας; Ειλικρινά, εγώ δεν μπορώ να τα καταλάβω», είπε και απομακρύνθηκε.

Πέρασαν ημέρες και νύχτες αρκετές, χωρίς να παύσει να σκέπτεται, όσα άκουσε από τη Χριστιανή «σύζυγο» του και τελικά αποφάσισε να ερευνήσει το παράδοξο γι' αυτόν γεγονός. Έτσι ντύθηκε με ρούχα χριστιανικά και πήγε στην Εκκλησία του Πατριαρχείου για να παρακολουθήσει πως γίνονταν η Θεία Λειτουργία των Χριστιανών.

Καθώς, λοιπόν, βρισκόταν στο Ναό και παρακολουθούσε τη θεία λειτουργία, με ξεχωριστό θαυμασμό και αναρίθμητες απορίες, είδε, σε μια στιγμή, τον ιερέα, καθώς πήγαινε προς την Ωραία Πύλη, «υπερυψωμένων υπεράνω του δαπέδου της Εκκλησίας και ολόφωτων», τον δε Πατριάρχη να «εκπέμπει» από τα δάκτυλά του, οσάκις ευλογούσε τούς Χριστιανούς, φωτεινές ακτίνες, που έπεφταν επάνω στα κεφάλια τους. Εκείνο όμως, που πραγματικά τον συγκλόνισε, ήταν το ότι, οι ακτίνες φώτιζαν μόνο τα κεφάλια των Χριστιανών και δε φώτιζαν το δικό του κεφάλι. Παρ' ότι αυτό συνέβη δύο - τρεις φορές, το αποτέλεσμα, που με αγωνία και δέος διαπίστωνε, ήταν το ίδιο. Αμέσως, ήλθαν στο μυαλό του, όλα όσα είχε ακούσει από τη «σύζυγό» του περί της πίστεώς της. «Αλήθεια, σκεπτόταν, είχε δίκαιο. Είναι ζωντανή η θρησκεία των Χριστιανών. Τι χαρά είναι αυτή που αισθάνομαι τώρα!». Βγαίνοντας από την εκκλησία, τόσο είχε συγκλονισθεί με όλα τα θαυμαστά που είχε δει, ώστε νόμιζε ότι δεν ήταν ο παλαιός Αχμέτ.

Μετά τα θαύματα αυτά, ο Αχμέτ, συνεπαρμένος - όπως ήταν - δεν ήθελε άλλες αποδείξεις για να πιστέψει στο Χριστό και να απαρνηθεί τη μωαμεθανική θρησκεία. Έτσι, χωρίς κανένα δισταγμό, γεμάτος χαρά, πήγε κρυφά στον ιερέα της περιοχής του και ζήτησε να βαπτισθεί. Ο Ιερέας, αφού είδε την μετάνοιά του και την ακλόνητη πίστη του και απόφαση του να γίνει Χριστιανός, τον κατήχησε και μετά τον βάπτισε εις το όνομα της Αγίας Τριάδος. Μετά τη βάπτισή του έζησε βίο ενάρετο και με ιδιαίτερα χαρά και συγκίνηση κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια και λάμβανε αντίδωρο και αγιασμό. Δυστυχώς, δε διασώθηκε πoιο χριστιανικό όνομα του δόθηκε κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος. Πάντως, μετά την αναγέννησή του, ο νεοφώτιστος, πρώην μωαμεθανός, δοξολογούσε τον Κύριο, διότι τον είλκυσε με τη χάρη του και τον οδήγησε στην ορθή πίστη. Ο νους του, όταν προσευχόταν, μετεωρίζετο και ζούσε, καθαρά και ζωντανά, τα θαύματα που αξιώθηκε να δει, την εύλογη μένη εκείνη ημέρα που εκκλησιάσθηκε, ως αλλόθρησκος και μολυσμένος στον Ιερό Ναό του Πατριαρχείου. Καίτοι μετά το βάπτισμά του έζησε ως πιστός Χριστιανός, έχοντας μυστηριακή ζωή, εν τούτοις μέχρι του μαρτυρίου του παρέμεινε ως κρυπτοχριστιανός. Αυτός ίσως είναι και ο λόγος που δέ διασώθηκε μέχρι σήμερα το Χριστιανικό του όνομα. Αυτό το γνώριζαν ελάχιστοι. Ο Ιερέας, η Χριστιανή σκλάβα του και ενδεχομένως μετρημένοι κληρικοί και Χριστιανοί.

Μια μέρα, οι μεγιστάνες μωαμεθανοί της Κωνσταντινούπολης είχαν συγκέντρωση και βρισκόταν σ' αυτή και ο Αχμέτ. Για να ευρίσκεται δε και ο Αχμέτ σε μια τέτοια συγκέντρωση, πρέπει να δεχθούμε, ότι ο Αχμέτ δεν ήταν ένας τυχαίος Τούρκος μουσουλμάνος. Ήταν μεγιστάνας, πλούσιος. Ήταν εκλεκτό μέλος της κοινωνίας της Κωνσταντινουπόλεως. Τον ρώτησαν λοιπόν, «περί του τι είναι το μεγαλύτερο πράγμα εις τον κόσμον» και τότε, ο Αχμέτ, με δυνατή φωνή είπε: «Μεγαλωτάτη από όλα είναι η πίστη των Χριστιανών».

Η ομολογία του, ότι είναι Χριστιανός, κεραυνοβόλησε τους πρώην ομοθρήσκους του. Χωρίς, πια, κανένα φόβο, άρχισε να ελέγχει το ψεύδος και την πλάνη των μωαμεθανών. Τότε, κατόπιν διαταγής του τοπικού άρχοντα, αφού τον συνέλαβαν, τον βασάνισαν και τον αποκεφάλισαν στις 3 Μάιου του έτους 1682 μ.Χ., στην τοποθεσία που ονομαζόταν Κεαπχανέ - Μπαξέ.

Όταν είχε κοιμηθεί ο Γέροντας Πορφύριος, ήλθε μια κοπέλα απ’ την Αυστραλία για να τον επισκεφτεί. Δεν ήξερε ότι είχε πεθάνει. Όταν ήλθε στο μοναστήρι, είδε ότι έξω δεν υπήρχε κόσμος, βρήκε την πόρτα ανοικτή και ανέβηκε τροχάδην επάνω στο κελλάκι του. Είδε, παραδόξως, το Γέροντα να κάθεται στο κρεβάτι, μίλησε μαζί του αρκετή ώρα, είπε ότι ήθελε να πη, πήρε τις απαντήσεις και, πολύ χαρούμενη, κατέβαινε τη σκάλα .

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε μια αδελφή. Εντωμεταξύ η πόρτα ήταν κλειστή. Της λέει:

- Εσύ πως βρέθηκες μέσα; Πως μπήκες;

Λέει:

- Να. Δεν είχε κόσμο έξω, βρήκα την πόρτα ανοιχτή και ανέβηκα επάνω και μίλησα του Γέροντα. Δεν είχε κανένα. Της λέει:

- Μα πώς; Μίλησες στο Γέροντα;. Λέει - Ναι.

- Μα ο Γέροντας, της λέει, έχει πεθάνει.

- Τι λες;  Αφού ο Γέροντας είναι επάνω! 

Και γυρίζει απότομα πάλι επάνω τροχάδην, να δη το Γέροντα. Ανεβαίνει επάνω, άδειο το κελί, στρωμένο το κρεβατάκι του…. Και τότε  ξέσπασε σε λυγμούς, που αυτή είχε δη το Γέροντα  και μίλησε, ενώ ήδη ο Γέροντας είχε κοιμηθεί.

(βιβλίο: Μαθητεύοντας στο Γέροντα Πορφύριο, Μήλεσι 2011)

«Κάποτε επισκέφτηκε την Πάτμο ένας δημόσιος υπάλληλος. Αφού περάτωσε τις εργασίες του,  επισκέφτηκε τον Ευαγγελισμό προκειμένου να προσφέρει και εκεί τις υπηρεσίες του. Εδώ γνώρισε το Γέροντα Αμφιλόχιο και εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητά του.
Σε κάποια ευκαιρία ζήτησε  να εξομολογηθεί. Μετά την εξομολόγηση, ο Γέροντας τον συμβούλεψε να κάνει ορισμένο επιτίμιο και να κοινωνήσει το επόμενο Πάσχα.
Αυτά έγιναν το Σάββατο βράδυ. Το πρωί της Κυριακής, κατά τη Θεια Λειτουργία, ο αγαπητός  μας  εξομολογούμενος  περιέπεσε σε θλίψη και απελπισία. Ο Γέροντας  με τη διορατικότητά του αντιλήφθηκε την ψυχική του κατάσταση, τον πλησιάζει, τον χαϊδεύει απαλά στην πλάτη και του λέει:
-  Έχεις ευλογία να μεταλάβεις σήμερα.
Πράγμα το οποίο και έγινε. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας αυτός, πλήρης ευγνωμοσύνης και βαθειάς συγκινήσεως, πλησιάζει τον Γέροντα και του λέει:
-  Σ’ ευχαριστώ, Γέροντα, για το δώρο. Σκεπτόμουν να φύγω και να μην επανέλθω πλέον πίσω. Είχα αποφασίσει να θέσω  τέρμα στη ζωή μου. Τώρα είμαι πρόθυμος να κάμω όσα επιτίμια θέλετε.
Έκτοτε έγινε ο πιο πιστός υποτακτικός»
(Ιγνατίου Τριάντη, Ο Γέροντας της Πάτμου Αμφιλόχιος Μακρής, στο «Η Εξομολόγηση» αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 250-251)

Γράφει η Ελένη Κούκου: «Την άλλη μέρα, μετά τη στρατοπέδευση, ο ιερεύς [π. Αχίλλειος, στον πόλεμο του ‘40] προχώρησε μοναχός στο εσωτερικό του πυκνού δάσους. Με κόπο δρασκέλιζε τους θάμνους και τα χαμόδεντρα, για να βαδίζει. Είχε προχωρήσει αρκετά, όταν στάθηκε απότομα έκπληκτος, σαν τον εξερευνητή που ανακαλύπτει ξαφνικά στην έρημο χώρα ανθρώπους: Αρκετοί στρατιώτες φρουρούσαν την αρχή του δάσους απ’ την αντίθετη  πλευρά. Δυνατές κραυγές χαράς και εκπλήξεως βγήκαν απ’ τα στήθη τους κι έτρεξαν όλοι  με πηδήματα, να τον προϋπαντήσουν. Ήταν  120 Αιτωλοακαρνάνες  εύζωνοι  όλοι τους γεροδεμένα  παλληκάρια.

- Παππούλη, απ’ το  Μεσολόγγι έχουμε να δούμε  παπά. Τι χαρά  μας έδωσες μεσ’ τη μοναξιά μας!... έλεγαν.

Κάθισε κοντά τους πάνω στα βρεγμένα χορτάρια και τους μίλησε με λόγια τονωτικά. Όλοι  ζήτησαν να εξομολογηθούν, να κοινωνήσουν.

- Πόλεμος είναι παππούλη. Τώρα ζούμε κι έπειτα από μια ώρα πεθαίνουμε.

Η ώρα, όμως ήταν περασμένη .Δεν μπορούσε να τους εξομολογήσει όλους έναν–έναν.  Έπρεπε να γυρίσει στο σύνταγμά του πριν πέσει το σκοτάδι. Ούτε πάλι ήθελε ν’ αφήσει  κανένα παραπονεμένο. Μπροστά στην ανάγκη συλλογίστηκε ένα άλλο τρόπο: Κάθισαν όλοι  γύρω του. Ο ιερεύς ρωτούσε για ένα αμάρτημα και, όσοι  ήσαν ένοχοι, απαντούσαν καταφατικά. Οι ανένοχοι σιωπούσαν. Μεσ’ στην  ερημιά του πυκνού δάσους, με υπόκρουση το μακρινό βουητό  των κανονιών, ήταν κάτι βαθειά συγκινητικό η δημόσια αυτή εξομολόγηση 120 στρατιωτών, που ποιος ξέρει για πόσους θα ήταν και η τελευταία  της ζωής τους. 

Ακόμη, όμως συγκινητικότερο  ήταν όταν πλησίασαν, έπειτα από σύντομη ακολουθία της Μεταλήψεως, να λάβουν απ΄το χέρι του ιερέως, εκεί κάτω απ’τα δένδρα, σαν τελευταίο εφόδιο, αφού  περίμεναν  το θάνατο, τον Άρτο της  ζωής . Όταν  τέλειωσε η απλή κι απέριττος εκείνη ακολουθία, η τόσο κατανυκτική,ένας αλαλαγμός χαράς  γέμισε την ατμόσφαιρα :

- Παππούλη, μας έσωσες. Παππούλη, σ’ ευχαριστούμε .

Αργότερα  στην τρομερή οπισθοχώρηση, έμαθε ο ιερέας απ’ το λοχία εκείνου του λόχου των ευζώνων, ότι απ’τους 120 μοναχά οι 40 γλύτωσαν απ’ τη θύελλα του πολέμου. Οι άλλοι 80 έμειναν ανάμεσα  εκείνους που δεν θα γυρίσουν ποτέ …. Και ο ιερεύς δάκρυσε  τότε στην ανάμνηση  εκείνων των 120 ευζώνων, που κάποιο αόρατο  χέρι τον οδήγησε  μεσ’ στο έρημο δάσος για να τους  δώσει το τελευταίο εφόδιο για την άλλη ζωή».

(βιβλίο: Ο Πατήρ Αχίλλειος, Θεοδώρου Δημακοπούλου σελ. 65, στο ΄΄Η Εξομολόγηση΄΄ αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 240-242)

(διηγείται ο άγιος Γέρων παπα-Χαράλαμπος Διονυσιάτης…απαντώντας σε ερώτηση αν ωφελούν οι προσευχές μας τους άλλους…)

- Αφού παιδί μου ενδιαφέρεσαι, να σου πω και κάτι για το κομποσχοίνι πιο φοβερό, γύρω από την ζωή του Γέροντά μου (Ιωσήφ). Ο Γέροντάς μου, είχε στον κόσμο μια ξαδέλφη. Αν και η ζωή της δεν ήταν τόσο καλή, ο Γέροντας όμως την αγαπούσε πολύ. Κάποτε τον ειδοποίησαν ότι η ξαδέλφη του πέθανε και μάλιστα όχι καλά. Έκαμνε διάφορους μορφασμούς, θεατρινισμούς∙ μιλούσε άσχημα κ.λπ. και σ’ αυτά τα χάλια πάνω ξεψύχησε. Μόλις το μαθαίνει ο Γέροντας, άρχισε τα κλάματα. Εγώ παραξενεύτηκα· τόση ευαισθησία· να κλαίει τόσον πολύ. Όμως κατάλαβε ο ίδιος τον λογισμό μου και με προλαβαίνει:

- «Εγώ δεν κλαίω παιδί μου που πέθανε αλλά κλαίω γιατί κολάστηκε».

Ωστόσο απ’ εκείνην  την  ημέρα ο Γέροντας δώστου συνέχεια νηστεία και προσευχή για την ξαδέλφη του. Ύστερα από αρκετές ημέρες,  βλέπω τον Γέροντα πολύ χαρούμενο.

- «Τι συμβαίνει Γέροντα;» .

- «Να σου πω παιδί μου. Αφού όλες τις μέρες δεν ησύχασα να προσεύχομαι και να αγρυπνώ με νηστεία και δάκρυα για την ξαδερφούλα μου, σήμερα είδα το εξής ευχάριστο και θαυμαστό όραμα. Ενώ προσευχόμουν βλέπω ζωντανά την ξαδερφούλα μπροστά μου και μου φωνάζει με πολλή αγαλλίαση:

- «Σήμερα είναι η μέρα της σωτηρίας μου. Σήμερα γλύτωσα από την κόλαση. Σήμερα πηγαίνω στον Παράδεισο».

Ξαφνικά την ίδια στιγμή βλέπω τον μακαρίτη τον παπά–Γιώργη μπροστά μου. Αυτός είναι ένας σύγχρονος άγιος. Όταν ήμουν στον κόσμο τον πρόλαβα. Έβαλε στο μυαλό του, ει δυνατόν, να βγάλει όλους τους αμαρτωλούς από την κόλαση. Κάθε μέρα λειτουργούσε  και μνημόνευε χιλιάδες ονόματα. Κατόπιν γυρνούσε τα μνήματα και όλη μέρα διάβαζε τρισάγια και μνημόσυνα στους πεθαμένους. Αφού λοιπόν εν οράματι τον είδα μπροστά μου, τον ακούω και με μεγάλο θαυμασμό μού λέγει:

- «Βρε-βρε ….εγώ μέχρι τώρα νόμιζα ότι οι πεθαμένοι σώζονται μόνο με λειτουργίες και μνημόσυνα. Τώρα όμως είδα και κατάλαβα ότι και με τα κομποσχοίνια σώζονται οι κολασμένοι».

Και ξανά με θαυμασμό:

«Και με τα κομποσκοίνια σώζεται ο κόσμος ….!».

Μ’ αυτό το όραμα  πληροφορήθηκα ότι η ξαδερφούλα μου σώθηκε, αλλά μου δείξε  ο Θεός  και την δύναμιν του κομποσκοινιού ώστε και από την κόλαση να βγάζει ψυχή».

Λέγοντας στον αδελφό  συγκινημένος ο Γέροντας αυτά, του έδωσε την ευλογία  του και του ευχήθηκε:

- «Άντε στην ευχή μου και κοίταξε να βιαστής όσο μπορείς στην υπακοή και στην ευχή, αν θέλεις και τον εαυτό σου και τους άλλους να βοηθήσεις».

(βιβλίο: Παπαχαράλαμπος Διονυσιάτης. Ιωσήφ Μ.Δ. σελ. 157-158)

(ο μετέπειτα άγιος γέρων Χαράλαμπος Διονυσιάτης περιγράφει το γεγονός της νεανικής του ηλικίας, όπου βρέθηκε στη φυλακή το 1941 στο στρατόπεδο έξω από τη Δράμα αιχμάλωτος στα χέρια των κομιτατζήδων και περίμεναν την εκτέλεσή τους μετά την καταδίκη τους εις θάνατον)

«Τότε ήλθα σε μια πολύ μεγάλη περισυλλογή. Σκέφτηκα μέσα μου:

- Αχ, πόσο μάταιη είναι αυτή η ζωή. Ήθελες Χαράλαμπε να παντρευτής για να γίνεις παπάς, να σώσεις τον κόσμο. Λοιπόν σώσε πρώτα τον εαυτό σου. Στην συνέχεια γονάτισα κάτω και με πύρινα δάκρυα φώναξα:

- Άγιε μεγαλομάρτυς Γεώργιε, μεγάλε στρατιώτα του Χριστού, σώσε μας και σου υπόσχομαι να αφιερώσω εξ ολοκλήρου στο Θεό τη ζωή μου.

Μόλις τελειώνω την προσευχή, να και ακούω έναν κρότο από πάνω μας «γκλάκ-γκλάκ»∙ καλπασμός αλόγου.

Στρέφω ψηλά το βλέμμα∙ ένα άλογο κάλπαζε στον αέρα από πάνω μας∙ καβαλάρη όμως δεν είδα. Κατάλαβα όμως:

- Βρε, λέω, ο αη- Γιώργης είναι σίγουρα∙ μόνο που είμαι ανάξιος να δω τον ίδιο. Άς είναι και το άλογο. Σημαίνει μας άκουσε.

Από την άλλη παρέα κανένας δεν είδε τίποτε.

Ωστόσο με υψωμένο το ηθικό παρηγορούσα τους πονεμένους συντρόφους μου:

- Θάρρος παιδιά, θα γλυτώσουμε ο αη-Γιώργης θα μας σώσει.

Θάρρος αλλά τι θάρρος; Η κατάσταση επιδεινώνεται. Αποκορύφωμα η τελευταία απόφαση. Ήδη την έβδομη ημέρα πρωί-πρωί, μπαίνουν μέσα οι δήμιοι να μας αποτελειώσουν. Και όμως δεν προλαβαίνουν να δώσουν τα πρώτα κτυπήματα.

Ανοίγει ξαφνικά διάπλατα η πόρτα της φυλακής.

Ένας γεροδεμένος νέος μπαίνει μέσα με άγριες φωνές:

- Σταματάτε κακούργοι αμέσως∙  ειδ’ άλλως θα σας καθαρίσω όλους. Αφήστε τους αθώους αυτούς ανθρώπους να πάνε σπίτια τους.

Εν ριπή οφθαλμού, άλλαξε το σκηνικό. Χάθηκαν όλοι∙ μαζί τους και ο άγνωστος εκείνος νέος. Το τι έγινε δεν περιγράφεται χαρές, φιλιά, κλάματα, συγκινήσεις.

- Δεν σας το’ λεγα εγώ, τους είπα, θα μας σώσει ο αη –Γιώργης; Αν θέλετε να σας πω και τι του έταξα. Θ’ αφιερωθώ στον Θεό.

Συμπληρώνει ο μικρός Δαμιανός:

- Εγώ έταξα όσο ζώ, το κανδήλι του ακοίμητο να καίει σπίτι μας.

 Και ένας ξάδελφος Βασίλης:

- Και γω έταξα να του αφιερώσω το άλογο μου.

Ωστόσο άλλη απορία: Ποιος ήταν ο άγνωστος ευεργέτης; Ο ένας έλεγε ότι ήταν παλλικάρι , άλλος ότι ήταν μεσήλικας, άλλος έλεγε:

- Φωνή άκουσα, πρόσωπο δεν είδα .

Άλλος την φωνή άκουσε στα ελληνικά: άλλος στα βουλγαρικά….

Παραμένουμε όλοι οι αιχμάλωτοι μ’ αυτές τις εντυπώσεις.  Όμως οι φυλακές κλειδωμένες. Ήδη μερικοί πάλι μεμψιμοιρούν.

- Μήπως….μήπως….

Αρχίζω ξανά να τους ενθαρρύνω:

- Θάρρος, αδέλφια. Τελείωσαν όλα· λίγη υπομονή.

Πράγματι δεν περνάει πολύ ώρα, ξανανοίγουν οι πύλες. Επίσημη ανακοίνωση από το βασιλιά Βόρι.

«Επειδή σήμερα η βασίλισσα γέννησε τον διάδοχό μου, απονέμω χάρη σ’ όλους τους αιχμαλώτους∙ απ αυτήν την στιγμή είσαστε όλοι ελεύθεροι».

Μόλις ανοίγουν οι φυλακές, από την χαρά μας, παρ’ όλην την πείνα και την εξάντληση, σε λίγη ώρα βρεθήκαμε στο σπίτι μας.

Μόνη απορία που έμεινε όμως στους αιχμαλώτους, ποιός ήταν αυτός ο άγνωστος ευεργέτης μας. Άγγελος, Άγιος, άνθρωπος; Όπως και να έχει, γεγονός είναι ότι ήταν σταλμένος από Θεού στην πιο κρίσιμη ώρα. Δηλαδή στο παρά πέντε. Αλλιώς μέχρι να φτανε το βασιλικό μήνυμα θα ήταν πια πολύ αργά. Ήδη θα’ μασταν τελειωμένοι».

(Από το βιβλίο: Παπαχαράλαμπος Διονυσιάτης, Ιωσήφ Μ.Δ. σελ. 44-46)

Κάποτε ένας νέος,  πλουσιωτάτης  οικογένειας  υιός, με πτυχία, με γλώσσες, μου έλεγε το εξής: είχαν ένα υπάλληλο στην επιχείρηση του πατερά του στην οποία  εργαζόταν κι αυτός. Του είπε, λοιπόν, κάποτε ο υπάλληλος ότι θα πάει ένα ταξίδι στην Πάτμο. Κι ο νέος απάντησε:

- Θα έλθω και εγώ στην Πάτμο, γιατί δεν έτυχε να έχω πάει εκεί.

Πήγαν στη Πάτμο. Ο υπάλληλος ήταν πιστός και είχε μια γνωριμία με τον πατέρα Αμφιλόχιο το Μακρή. Πολλοί από σας θα τον έχετε ακούσει. Του είπε, λοιπόν, ότι θα περάσω να δω τον πατέρα  Αμφιλόχιο, όσες  φορές  έρχομαι -κάθε χρόνο  πήγαινε στην Πάτμο- εξομολογούμαι εδώ. Του είπε  ο νεαρός ο άλλος, το αφεντικό του θα λέγαμε, θα έλθω και εγώ μαζί σου.
Και όταν πήγε ο νέος να εξομολογηθεί, αποφάσισε κι αυτός να μπει. Όχι διότι είχε πραγματικά μετανοήσει. Έτσι, δεν ξέρω πως του ήρθε . Φυσικά κάτι  λάλησε μέσα του. Όπως ο ίδιος μου έλεγε
- «σαν μια ατραξιόν του ταξιδιού. Αι, μέσα στα τόσα , τα οποία είδαμε στο ταξίδι, ας πω ότι γνώρισα αυτό το Γέροντα, τον ιερομόναχο το φημισμενο, τον Αμφιλόχιο της Πάτμου».
Μπήκε  μέσα να εξομολογηθεί , και ο γέροντας όταν του είπε μερικά από τα αμαρτήματά του, εντόπισε το ενδιαφέρον του στην κατ’ εξοχήν αμαρτία, την οποία έκανε αυτός  ο νέος. Νέος 25-26 ετών με χρήματα, ωραίος  λεβεντόκορμος, καταλαβαίνετε τι ακριβώς  συνέβαινε. Του λέει, λοιπόν, ο Γέροντας:
- «Παιδί μου, δώσε μια υπόσχεση στο Χριστό ότι θα αποστής από την αμαρτία. Δεν είναι τόσο δύσκολο, όσο  φαίνεται εκ πρώτης όψεως.  Με τη Χάρι του Θεού θα το πετύχεις».
Δεν ξέρω πως ήρθε στα χείλη μου και του είπα ένα ναι. Αλλά την ώρα κατά την οποία  έλεγα αυτό το ναι, μέσα μου κάτι  έλεγε:
για δυο μέρες,  πέντε  μπορεί. Για δέκα ίσως, αλλά μην φανταστείς ότι είναι δυνατό  να ζήσης, για δεκαπέντε μέρες σε εγκράτεια. Μη φαντασθείς ποτέ ότι γίνεται αυτό.
Την ώρα  κατά την οποία έλεγα ναι, ο εαυτός μου μέσα μου έλεγε: «μη  φαντασθείς ότι μπορεί να φτάσεις  15 μέρες».
Τότε που μου το έλεγε ο νέος είχαν περάσει  10 χρόνια, και μου έλεγε:
- «Τι μαγικό ραβδί ακούμπησε πάνω μου  και με μετέβαλε εμένα, το θηλυμανή ίππο, σε άνθρωπο εγκρατείας; Από την ημέρα εκείνη άλλαξε άρδην η ζωή μου».
Και είχε γίνει ένας ασκητής μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ένα σπίτι πλούσιο και αριστοκρατικό.
Λοιπόν,  τότε που το έλεγε, φυσικά του φαινόταν  βουνό. Απ’ την  ώρα  εκείνη κατά την οποία μπήκε ο Χριστός στην κάρδια του άλλαξαν άρδην τα πράγματα. Και είδε ότι με τη δύναμη του Θεού  όλα γίνονται  κατορθωτά. Τα ακατόρθωτα, τα αδύνατα, γίνονται δυνατά. τα ανεπίτευκτα γίνονται επιτευκτά. τα φανταστικά γίνονται πραγματικά.

(Πηγή: Η Εξομολόγηση, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ,Αθήνα 2012 σελ. 105-107)

«Για ποιό λόγο, λέει  κάποιος, δεν γίνονται  τώρα θαύματα; Εδώ, σας παρακαλώ, προσέξτε με ακρίβεια, επειδή από πολλούς το ακούω και διαρκώς και πάντοτε να ερωτάται…

Για ποιο λόγο, τώρα, η χάρις αυτή περιορίσθηκε και απομακρύνθηκε απ΄ τους  ανθρώπους σήμερα; 

Όχι επειδή θέλησε ο Θεός να μας προσβάλη, αλλά επειδή θέλησε να μας τιμήση υπερβολικά. Πώς; θα σου απαντήσω. Οι άνθρωποι τότε  ήταν περισσότερο ανόητοι, διότι μόλις προ ολίγου είχαν απαλλαγή από τα είδωλα και η διάνοια τους ήταν παχυλή και αναίσθητη ακόμη, και όλα τα σωματικά τους φόβιζαν και τους αφήναν με ανοικτό το στόμα, και δεν γνώριζαν ακόμη τίποτε για τα πνευματικά χαρίσματα. Ούτε ήξεραν τι ακριβώς είναι η πνευματική Χάρι και ότι μόνο δια της  πίστεως είναι δυνατόν να την κατανόηση κάποιος. Για το λόγο αυτό γίνονταν (τότε) θαύματα. Επειδή απ΄ τα πνευματικά  χαρίσματα αλλά μεν είναι αόρατα και κατανοούνται μόνο δια της πίστεως, αλλά δε εμφανίζουν και κάποιο αισθητό σημείο για να πείσουν τους άπιστους. Εννοώ το εξής: η άφεσι των αμαρτιών είναι πνευματική υπόθεση, είναι αόρατη δωρεά. Πράγματι το πώς απαλείφονται οι αμαρτίες μας δεν μπορούμε να το δούμε  δια των σωματικών  οφθαλμών. Γιατί, όμως; Διότι η ψυχή είναι εκείνη που καθαίρεται και η ψυχή δεν φαίνεται δια των οφθαλμών του σώματος. Η κάθαρση, λοιπόν των αμαρτημάτων είναι μια πνευματική δωρεά, την όποια δεν μπορούμε να δούμε δια των σωματικών οφθαλμών.
 Η δε γλωσσολαλία είναι μεν και αυτή αποτέλεσμα νοητής ενεργείας του Πνεύματος, προσφέρει, όμως, αισθητό σημείο, το οποίο εύκολα το αντιλαμβάνονται οι άπιστοι. Πράγματι η γλώσσα την οποία ακούμε αποτελεί εκδήλωση και απόδειξη της ενεργείας η οποία  λαμβάνει χωρά μέσα στην ψυχή μας ,της αόρατης εννοώ. Γι΄αυτό και ο Ο

Παύλος λέει: «Στον καθένα δε δίδεται φανερά το χάρισμα του Πνεύματος, προς το συμφέρον» (Α΄Κορ 12,7).

Εγώ, λοιπόν, τώρα δεν έχω ανάγκη θαυμάτων. Γιατί; Διότι και χωρίς να λάβω αποδείξεις από κάποιον, έμαθα να πιστεύω στον Κύριο. Εκείνος που είναι άπιστος, ζητά αποδείξεις, εγώ, όμως, που πιστεύω δεν χρειάζομαι ούτε απόδειξη ούτε  θαύμα, αλλά ακόμη  κι αν δεν μιλήσω ξένη γλώσσα, γνωρίζω ότι καθαρίσθηκα από τις αμαρτίες. Εκείνοι, όμως, τότε δεν πίστευαν πριν λάβουν  αποδείξεις, για αυτό και τους προσφέρονταν  τότε θαύματα, ως εγγύηση της πίστεως στην οποία πίστευαν. Συνεπώς  έδινε ο Θεός τα θαύματα σε αυτούς, όχι σαν σε πιστούς αλλά σαν σε άπιστους για να πιστεύσουν.  Έτσι και ο Παύλος λέει: «Τα θαύματα  γίνονται όχι για τους πιστούς, αλλά για τους άπιστους» (Α΄ Κορ. 14,22).

Βλέπετε ότι ο Θεός έπαυσε να προσφέρει αποδείξεις δια θαυμάτων όχι για να μας προσβάλει , αλλά για να μας τιμήση; Το έκανε αυτό επειδή ήθελε να αποδείξει ότι εμείς  πιστεύουμε χωρίς εχέγγυα και θαύματα. Εκείνοι μεν  αν δεν λάμβαναν  προηγουμένως θαύματα και αποδείξεις δεν θα πίστευαν για τα αόρατα  πράγματα. Εγώ δε και χωρίς αυτά δείχνω όλη τη πιστή μου. Αυτός, λοιπόν, είναι ο λόγος για τον οποίο  δεν γίνονται  σήμερα θαύματα»

Γράφει ο Νικόλαος  Ζουρνατζόγλου: «Ο Γέροντας Πολύκαρπος Ματζάρογλου, μου διηγήθηκε το εξής: Ο Γέροντας  Παΐσιος μια χρονιά, την Κυριακή του Τυφλού, ήταν άρρωστος και δεν είχε κάτι να φάη. Το απόγευμα εκεί που καθόταν  έξω  απ΄το κελί του βλέπει στον ουρανό ένα πουλί, που ερχόταν από πολύ μακρυά  κατ΄ ευθείαν προς το μέρος του. Έσκυψε για να μην τον κτυπήση.
Η πρώτη του σκέψη ήταν μήπως ήταν κάποιο γεράκι, που τον πέρασε για αγρίμι κι επιχείρησε να τον κτυπήση. Το πουλί, όμως έκανε στροφή κι έφυγε. Τότε άκουσε ένα θόρυβο κοντά του, μέσα στα χορτάρια.
Γυρίζει και βλέπει ξαφνιασμένος ένα ψάρι ολοζώντανο, που σπαρταρούσε και έσταζε νερό.
Ο Γέροντας συγκινήθηκε τόσο πολύ με την αγάπη και  πρόνοια του Θεού, ώστε σηκώθηκε, έκανε το σταυρό του κι είπε:  Σ΄΄ευχαριστώ Θεέ μου. Κι έτσι το βράδυ έφαγε το ψάρι που του 'στειλε ο Θεός με το πουλί».

Διηγήθηκε ο γέρων Θεοδόσιος Αγιοπαυλίτης (1901-1987) (της Μονής Αγίου Παύλου Αγίου Όρους): «Ένα βράδυ στο κελλί μου ήρθε ο π. Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης.

-      Πότε ήρθες; του λέω, δεν σε πρόσεξα.

-      Να, το απόγευμα. Θα βγάλεις βιβλίο, έμαθα.

-      Ναι, του απαντώ. Θα βγάλω ένα βιβλίο για τον πνευματισμό. Τότε ο π. Γεράσιμος μου λέει:

-      Τα μέντιουμ από αυτά που λένε 99% είναι αλήθεια, 1% είναι ψέμματα και αυτό το 1 αναιρεί τα 99.

-      Αυτό που λέγεις είναι ωραίο να το γράψω στο βιβλίο, αλλά πού το βρήκες, ρωτώ.

-      Στα Πνευματικά Γυμνάσματα (=βιβλίο αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου), απαντά.

Όταν έφυγε από το κελλί μου, ανοίγω τα Πνευματικά Γυμνάσματα και το βρίσκω αμέσως. Όταν τελείωσα το πρόχειρο γράψιμο και ήμουν έτοιμος να το στείλω για το τυπογραφείο, ο λογισμός μου έλεγε να ψάξω να βρω τη σελίδα όπου ήταν γραμμένο αυτό που μου είχε πει ο π. Γεράσιμος. Ψάχνω τρεις φορές όλο το βιβλίο και δεν το βρίσκω γραμμένο. Σηκώνομαι και πηγαίνω στην Μικρά Αγία Άννα, βρίσκω τον π. Γεράσιμο και του λέω:

-      Όταν ήρθες στο Μοναστήρι μου είπες αυτό και αυτό. Δεν το βρίσκω τώρα στα Πνευματικά Γυμνάσματα. Τι συμβαίνει;

-      Ούτε ήρθα στον Άγιο Παύλο –έχω πολύ καιρό να έλθω-, αλλά και ούτε σου είπα τέτοιο πράγμα.

Έμεινα άναυδος. Απατήθηκα λοιπόν σε τέτοιο βαθμό από τον διάβολο;

Τότε σκέφτηκα ότι, εάν το έγραφα αυτό, θα έκανα μεγάλο κακό, διότι όποιος διάβαζε το βιβλίο θα σκεφτόταν: Εφ’ όσον το 99 είναι αλήθεια, τι με νοιάζει για το 1, θα πάω στα μέντιουμ.

Όταν είχα ετοιμάσει το βιβλίο περί πνευματισμού, το καθαρόγραφα για να το στείλω το πρωί για εκτύπωση. Είχαν μείνει ακόμη 4 σελίδες για να τελειώσω. Ξαφνικά αισθάνομαι δίπλα μου τον διάβολο. Ανατρίχιασα ολόκληρος. Ο λογισμός μού έλεγε να σταματήσω. Όχι, είπα, θα τελειώσω και μετά θα σταματήσω. Χριστέ μου βοήθα με, και συνέχισα να γράφω κλαίγοντας και προσευχόμενος, ενώ έτρεμα από το φόβο μου.

Όταν τελείωσα, ξάπλωσα λίγο. Σε λίγο ακινητοποιήθηκα τελείως από τον διάβολο. Δεν μπορούσα ούτε να φωνάξω. Μόνο το μυαλό μου, η σκέψη μου λειτουργούσε. Τότε θυμήθηκα τον αββά Ισαάκ που λέει: «Μόνο το πνεύμα του Θεού μπορεί να διώξει το πνεύμα του διαβόλου».

Άρχισα τότε να προσεύχομαι θερμώς, οπότε εντός ολίγου έφυγε ο διάβολος και ελευθερώθηκα»

(από το βιβλίο: Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Αγιος Ιωάννης ο πρόδρομος» Μεταμόρφωση Χαλκιδικής, 2011 σελ. 229-230)

Η αμμά (=μητέρα) Δαμιανή, η ησυχάστρια, η μητέρα του αββά Αθηνογένους του επισκόπου των Πετρών, μάς διηγήθηκε και μας είπε.
Ήταν κάποιος ηγούμενος στο άγιο όρος του Σινά, ονομαζόμενος Γεώργιος (έζησε κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ), πολύ μεγάλος και ασκητικός. Σε αυτόν τον αββά Γεώργιο το μέγα Σάββατο, ενώ βρισκόταν στο κελλί του, τού ήρθε μια επιθυμία· ήθελα, λέει, να κάνω την αγία Ανάσταση στην αγία πόλη και να μεταλάβω τα άγια μυστήρια στην αγία Ανάσταση του Χριστού του Θεού μας. Όλη λοιπόν την ημέρα έμεινε ο γέροντας στο κελλί του ασχολούμενος με αυτούς τους λογισμούς και προσευχόμενος· μόλις βράδιασε ήρθε ο μαθητής του, λέγοντας.
- Πάτερ, κέλευσον για τον κανόνα.
Ο γέροντας αποκρίθηκε και του είπε.
- Πήγαινε, και την ώρα της αγίας μεταλήψεως έλα εδώ και έρχομαι.
Έμεινε λοιπόν ο γέροντας στο κελλί του.
Όταν έφτασε η ώρα της αγίας κοινωνίας βρέθηκε ο γέροντας μέσα στο ναό της Αναστάσεως κοντά στον επίσκοπο Πέτρο τον μακάριο και του δίνει την αγία κοινωνία μαζί μ’ όλους τους ιερείς.
Βλέποντάς τον ο πατριάρχης, λέει στον Μηνά, τον συγκέλλο του.
- Πότε ήρθε ο αββάς του Σινά;
Αποκρίθηκε ο σύγκελλος.
- Με την ευχή σας, δέσποτα, δεν τον είδα, παρά τώρα μόνο.
Τότε ο πατριάρχης λέει στον σύγκελλο.
- Πες του να μη φύγει. Γιατί θέλω να γευματίσω μαζί του.
Και ο σύγκελλος πήγε και το είπε στο γέροντα. Και αυτός αποκρίθηκε.
- Ας γίνει το θέλημα του Θεού.
Μόλις λοιπόν έγινε η απόλυση και ο γέροντας προσκύνησε το άγιο μνήμα, βρέθηκε στο κελλί του.
Και να ο μαθητής του χτυπά την πόρτα και τού λέει.
- Πάτερ, κέλευσον, έλα να μεταλάβεις.
Και ο γέροντας πήγε στο ναό μαζί με τον μαθητή του και μετέλαβε τα άγια μυστήρια.
Ο αρχιεπίσκοπος Πέτρος λυπημένος γιατί δεν τον άκουσε, μετά τη γιορτή στέλνει στο γέροντα γράμματα και στον επίσκοπο της Φαράν, τον αββά Φώτιο, και στους πατέρες του Σινά για να του φέρουν τον αββά. Μόλις λοιπόν έφτασε αυτός που μετέφερε τα γράμματα και τα έδωσε, έστειλε στον πατριάρχη τρεις ιερείς, τον αββά Στέφανο τον Καππαδόκη, τον μέγα, τον αββά Ζώσιμο και τον αββά Δουλκήτιο, τον Ρωμαίο. Απολογήθηκε ο γέροντας με γράμμα του, λέγοντας.
- Αγιώτατέ μου δέσποτα, μη θεωρήσεις πως καταφρόνησα την εντολή του αγίου αγγελιοφόρου σου.
Έγραψε και αυτό.
- Για να ξέρει η μακαριότητά σου, πως μετά έξι μήνες και οι δυο μας πρόκειται να συναντήσουμε τον Δεσπότη μας Χριστό και εκεί θα προσκυνήσουμε.
Φεύγοντας οι ιερείς και φτάνοντας εκεί δίνουν τα γράμματα στον πατριάρχη. Έλεγαν τότε.
- Πολλά χρόνια έχει που δεν βγήκε στην Παλαιστίνη ο γέροντας.
Έδειχναν και τα γράμματα του Φαράν που επιβεβαίωναν αυτά, ότι περίπου 70 χρόνια έχει ο γέροντας να φύγει από το άγιο όρος του Σινά.
Ο θείος όμως και πράος Πέτρος είχε μάρτυρες όλους τους επισκόπους, που παρευρίσκονταν εκεί, καθώς και τον κλήρο, που έλεγαν.
- Εμείς είδαμε τον γέροντα και όλοι τον ασπαστήκαμε με το άγιο φίλημα.
Μετά λοιπόν τη συμπλήρωση των έξι μηνών αναπαύτηκαν ο γέροντας και ο πατριάρχης, σύμφωνα με την προφητεία του γέροντα.

(Πνευματικός Λειμών,Ιωάννου Μόσχου,Φιλοκαλία τομος 2, εκδ. ΕΠΕ, σελ. 247-251)

(συνομιλούν ο μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος (Μ.Α.) με τον Κλείτο Ιωαννίδη (Κ.Ι.)

Μ.Α… Ο πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος έκαμε τάμα στον Άγιο Δημήτριο, κάθε χρόνο στις 26 Οκτωβρίου, που είναι η μνήμη του, να πηγαίνει στον Άγιο Δημήτριο και να παρίσταται και να λειτουργεί εκεί στην πανήγυρη του αγίου. Μια χρονιά –περίπου 10 χρόνια από τότε που μας διηγήθηκε το γεγονός- είχε πάρα πολύ μεγάλη κακοκαιρία στην Πάρο και δεν υπήρχαν πλοία. Δεν μπορούσε κανένα πλοίο να αποπλεύσει. Ήταν αδύνατον για τον πατέρα Φιλόθεο να φύγει από το νησί και να πάει στον Πειραιά και μετά στη Θεσσαλονίκη, για να εκπληρώσει το τάμα του και την επιθυμία που είχε για να παρευρεθεί στην πανήγυρη του Αγίου Δημητρίου, στο ναό του. Και παρέμεινε στο Μοναστήρι. Ήταν πάρα πολύ θλιμμένος. Έκαναν τον Εσπερινό κάτω στο καθολικό της μονής τους κι επέστρεψε ο πατήρ Φιλόθεος στο κελλί του λυπημένος, αισθανόμενος, τρόπον τινά μια αδυναμία, γιατί δεν μπορούσε να εκπληρώσει τον λόγο που είχε δώσει στον άγιο. Μόλις πήγε στο κελί του όμως και κάθισε στην καρέκλα του, άρχισε να προσεύχεται και να λέει:
«Άγιε Δημήτριε, δυστυχώς, δεν μπόρεσα να εκπληρώσω αυτό το τάμα, σε παρακαλώ συγχώρεσέ με, βοήθησέ με»,
ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε στο ναό του αγίου Δημητρίου. Από την Πάρο βρέθηκε στο ναό του αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη.
Κ.Ι.: Εν σώματι ή εν πνεύματι;
Μ.Α.: Εν σώματι, κανονικά. Χαιρέτησε όλους τους παρόντες, χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα. Ήξεραν όλοι ότι πήγαινε κάθε χρόνο και δεν απόρησε κανείς. Έλαβε μέρος στον Εσπερινό, έμεινε το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, έλαβε μέρος, την άλλη μέρα, στην τελετουργία, τελείωσαν οι γιορτασμοί και τότε, ο πατήρ Φιλόθεος επέστρεψε πίσω στο μοναστήρι του.
Στο μοναστήρι οι μοναχοί είχαν ανησυχήσει, γιατί η πόρτα του ήταν κλειστή από μέσα και νόμιζαν ότι πέθανε.
Κ.Ι.: Είναι εκπληκτικό, θαυμαστό.
Μ.Α.: Ναι. Μετά, θυμάμαι, όταν τον ρώτησα:
«Πάτερ Φιλόθεε, πώς επιστρέψατε;» - νόμιζα ότι ήρθε πίσω κατά τον ίδιο τρόπο– μού λέει: «Ρε παιδάκι μου, μετά, πήρα το καράβι και επέστρεψα. Την πρώτη φορά με πήρε ο άγιος αεροπορικώς και μετά ήρθα με τα δικά μου μέσα».
Κ.Ι.: Είναι συγκλονιστικό.
Μ.Α.: Ναι, αυτό μου το είπε ο ίδιος. Κι εκτός που μου το είπε ο ίδιος, οι ίδιοι οι πατέρες της μονής μάς το είπαν και ήταν παρόντες αυτοί που έσπασαν την πόρτα του, η οποία ήταν κλειδωμένη από μέσα και δεν βρήκαν τον πατέρα Φιλόθεο.

(Γεροντικό του 20ου αιώνος, Κλείτου Ιωαννίδη, εκδ. Μεταμόρφωση του Σωτήρος, Μήλεσι, σελ. 167-168)

Το 1916-17, γράφει ο π. Γαβριήλ ο Διονυσιάτης, βρισκόταν στο Ορφάνι του Παγγαίου υπεύθυνος σε ένα μετόχι της Μονής του. Στην περιοχή εκείνη στάθμευε τότε μεραρχία του στρατού. Μια ομάδα αξιωματικών, μυημένοι στον πνευματισμό, συνήθιζαν να συγκεντρώνονται τα βράδια γύρω από το τραπέζι, και με τη μεσολάβηση ενός στρατιώτη-μέντιουμ καλούσαν τα πνεύματα του βασιλέως Γεωργίου, του Τρικούπη και άλλων διάσημων νεκρών. Όταν το τραπεζάκι κουνιόταν –σημείο ότι άρχισε η επικοινωνία με το «πνεύμα»- έκαναν ερωτήσεις· και εκ μέρους του «πνεύματος» απαντούσε ο στρατιώτης μέντιουμ.

Έτυχε ένα βράδυ σε μια τέτοια σύναξη να παρευρίσκεται και ο π. Γαβριήλ. Κατάλαβε ότι η όλη προσπάθεια ήταν επίκληση δαιμόνων. Όταν έφυγαν βρήκε την ευκαιρία να επικολλήσει κάτω από το τραπέζι δύο κεριά σε σχήμα Σταυρού. Όταν ξαναπήγαν και προσπάθησαν να επαναλάβουν την επίκληση των «πνευμάτων», δοκίμασαν οδυνηρή έκπληξη. Ενώ καλούσαν ώρα πολλή, το τραπεζάκι δεν κουνιόταν από την θέση του και το «πνεύμα» δεν έκανε την εμφάνισή του. Άρχισαν να ερευνούν παραξενεμένοι μήπως κάποιος κάρφωσε το τραπέζι στο πάτωμα! Και ερευνώντας ανακάλυψαν τον Σταυρό από κερί κάτω από το τραπέζι.
«Το έκανα για να πεισθείτε ότι στην πράξη σας κρύβεται δαιμονική ενέργεια, τους είπε ο π. Γαβριήλ.
Δεν το παραδέχτηκαν. Και άρχισαν να αραδιάζουν διάφορες πνευματιστικές θεωρίες, ότι τάχα το κερί σαν ουσία είναι «δέκτης καλός» και για αυτό συγκεντρώνει το … ρεύμα της επικοινωνίας κλπ.
«Καλά, τους είπε τότε ο π. Γαβριήλ. Αφού φταίει το κερί αφαιρέστε το. Αλλά να μου επιτρέψετε να κάνω κάτι άλλο».
Και αφού άναψε το ένα κερί, σχημάτισε με τον καπνό ένα Σταυρό κάτω από το τραπέζι. Μετά τούς είπε να κάνουν τις επικλήσεις τους. Άρχισαν αυτοί και πάλι να καλούν· αλλά το τραπεζάκι πάλι έμενε ακίνητο· δεν γινόταν τίποτα. Αναγκάστηκαν τότε εκ των πραγμάτων να παραδεχτούν ότι δεν είχαν να κάνουν με επικοινωνία πνευμάτων νεκρών ανθρώπων, αλλά με το Διάβολο!
Με αυτόν δηλ. που «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» αλλά και που η δύναμή του και οι παγίδες του κυριολεκτικά συντρίβονται μπροστά στη δύναμη του Τίμιου Σταυρού. «Φρίττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν»»

(περιοδικό Λυχνία Νικοπόλεως φ. 54,2 στο βιβλίο Εκκλησία και Αποκρυφισμός αρχ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 37-38)

(Αν σε όλα αυτά εμείς οι ορθόδοξοι βάλουμε και τον Θεό τότε όλα αποκτούν μια άλλη δυναμική)

Ο Μάρκ και ο Έιντζελ είναι δύο παθιασμένοι συγγραφείς, χάκερ της ζωής και δημιουργοί του Best Seller «1000 μικρά πράγματα που οι ευτυχισμένοι επιτυχημένοι άνθρωποι κάνουν διαφορετικά».

Η λίστα που ακολουθεί αποτελείται από τα 8 πράγματα που πρέπει να θυμάστε όταν όλα πάνε σας στραβά.

«Κάθομαι στο κρεβάτι του νοσοκομείου περιμένοντας να μου αφαιρέσουν και τα δυο μου στήθη. Αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο νιώθω τυχερή. Μέχρι σήμερα δεν είχα ποτέ κανένα πρόβλημα υγείας. Είμαι μια 69χρονη γυναίκα που νοσηλεύεται στο τελευταίο δωμάτιο του διαδρόμου, λίγο πριν αρχίσει το παιδιατρικό τμήμα του νοσοκομείου. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ωρών έχω παρακολουθήσει δεκάδες ασθενείς με καρκίνο να περνούν από μπροστά μου πάνω σε αναπηρικά καροτσάκια και κρεβάτια με ρόδες. Κανένας από αυτούς τους ασθενείς δεν ήταν πάνω από 17 ετών.»
Αυτή είναι μια καταχώρηση από το ημερολόγιο της γιαγιάς μου, με ημερομηνία 16.9.1977. Το σκάναρα και το κάρφωσα στο πίνακα ανακοινώσεων μου, πριν από περίπου μια δεκαετία. Ακόμη και σήμερα παραμένει εκεί για να μου θυμίζει ότι πάντα, πάντα, μα πάντα υπάρχει κάτι για το οποίο θα πρέπει να νιώθω ευγνωμοσύνη!
Παραμένει επίσης εκεί για να μου υπενθυμίζει ότι, δεν έχει σημασία πόση τύχη ή ατυχία νομίζω ότι έχω. Πρέπει κάθε μέρα να ξυπνάω νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τη ζωή μου, επειδή κάποιος, κάπου αλλού, απεγνωσμένα παλεύει για τη δική του.
Για να πούμε την αλήθεια, η ευτυχία δεν είναι η απουσία προβλημάτων, αλλά η ικανότητα για την αντιμετώπισή τους. Φανταστείτε όλα τα θαυμάσια πράγματα που το μυαλό σας μπορεί να αγκαλιάσει αν δεν ήταν κρυμμένα καλά πίσω από τα προβλήματά σας. Πάντα να βλέπετε τι έχετε, αντί για αυτά που έχετε χάσει.
Επειδή δεν μετράει αυτό που ο κόσμος σας πήρε μακριά αλλά αυτό που σας έχει απομείνει.
Εδώ είναι μερικές υπενθυμίσεις που θα σας βοηθήσουν να πάρετε τη ζωή σας, στα χέρια σας κάθε φορά που νιώθετε ότι όλα γύρω σας καταρρέουν:

# 1. Ο πόνος είναι μέρος της ανάπτυξης.
Μερικές φορές η ζωή κλείνει τις πόρτες, γιατί είναι η ώρα να προχωρήσουμε προς τα εμπρός. Αυτό είναι ένα πολύ καλό πράγμα. Πολλές φορές δεν κάνουμε βήματα μπροστά αν δεν μας αναγκάσουν οι περιστάσεις. Όταν οι καιροί είναι δύσκολοι, υπενθυμίστε στον εαυτό σας ότι κανένας πόνος δεν έρχεται χωρίς σκοπό. Προσπεράστε τη δυσκολία, αλλά μην ξεχνάτε ποτέ τι σας δίδαξε. Το ότι η ζωή χρειάζεται αγώνα δεν σημαίνει ότι δεν θα τα καταφέρετε. Κάθε μεγάλη επιτυχία απαιτεί δύσκολη προσπάθεια. Το καλό πράγμα αργεί. Να έχετε υπομονή και να παραμείνετε αισιόδοξος. Όλα θα γίνουν. Ίσως όχι αμέσως, κάποια στιγμή όμως σίγουρα.
Να θυμάστε ότι υπάρχουν δύο είδη πόνου: Ο πόνος που πονάει και ο πόνος που σας αλλάζει. Όταν αφήσετε τη ζωή να σας κυλίσει αντί να της αντισταθείτε, τότε και τα δύο είδη πόνου θα σας βοηθήσουν να ωριμάσετε.


# 2. Τα πάντα στη ζωή είναι προσωρινά.
Κάθε φορά που βρέχει, κάποτε σταματά και βγάζει ήλιο. Κάθε φορά που θα πληγωθείτε, θα έρθει η στιγμή που θα νιώσετε καλύτερα. Μετά το σκοτάδι υπάρχει πάντα το φως. Αυτό το βλέπουμε κάθε πρωί, αλλά εξακολουθούμε να το ξεχνάμε, επιλέγοντας τη σκέψη ότι το σκοτάδι θα διαρκέσει για πάντα. Δεν διαρκεί. Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα.
Έτσι, αν τα πράγματα σας πάνε καλά τώρα, απολαύστε το. Δεν θα διαρκέσει για πάντα. Αν τα πράγματα σας πάνε άσχημα, μην ανησυχείτε γιατί ούτε αυτό πρόκειται να διαρκέσει για πάντα. Επειδή η ζωή σας δεν είναι εύκολη αυτή τη στιγμή, δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να χαμογελάσετε. Επειδή υπάρχει κάτι που σας προβληματίζει δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να χαμογελάσετε. Κάθε στιγμή που έρχεται, σας δίνει μια νέα αρχή και ένα νέο τέλος. Μπορείτε να βρείτε μια δεύτερη ευκαιρία, το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο. Απλά πρέπει να την αρπάξετε και να κάνετε το καλύτερο που μπορείτε.

# 3. Με το να ανησυχείτε και να διαμαρτύρεστε για τα πάντα δεν αλλάζει κάτι.
Αυτοί που διαμαρτύρονται περισσότερο, πετυχαίνουν τα λιγότερα στη ζωή. Είναι καλύτερο να προσπαθούμε να πετύχουμε κάτι μεγάλο και να αποτύχουμε, παρά να μην προσπαθήσουμε καθόλου και να πετύχουμε. Τίποτα δεν τελείωσε αν αποτύχατε σε μια προσπάθεια σας. Αντίθετα όλα τελειώνουν αν δεν προσπαθήσετε καθόλου και το μόνο που κάνετε είναι να διαμαρτύρεστε ότι όλα σας πάνε στραβά.
Αν πιστεύουμε σε κάτι, συνεχίζουμε να το προσπαθούμε. Μην αφήνετε τις σκιές του παρελθόντος να σας κρύψουν το κατώφλι των μελλοντικών σας στόχων. Μην περνάτε τις μέρες σας γκρινιάζοντας για το χθες. Αναλάβετε δράση αντ “αυτού. Αφήστε ό, τι έχετε μάθει να βελτιώσει το τρόπο που ζείτε. Κάντε μια αλλαγή και ποτέ μην κοιτάξετε πίσω.
Και ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί μακροπρόθεσμα, να θυμάστε ότι η αληθινή ευτυχία αρχίζει μόνο όταν σταματήσετε να διαμαρτύρεστε για τα προβλήματά σας και μόνο όταν αρχίσετε να είστε ευγνώμων για όλα τα προβλήματα που δεν έχετε.

# 4. Τα σημάδια σας είναι τα σύμβολα της δύναμής σας
Μην ντρέπεστε ποτέ για τα σημάδια που σας άφησε η ζωή σας. Μια ουλή σημαίνει ότι το κακό έχει τελειώσει και η πληγή κλείνει. Αυτό σημαίνει ότι νικήσατε τον πόνο, πήρατε το μάθημα, δυναμώσατε και προχωρήσατε μπροστά. Μια ουλή είναι το τατουάζ του θριάμβου για το οποίο πρέπει να νιώθετε υπερήφανοι. Μην αφήνετε τα σημάδια σας να σας κρατήσουν ομήρους. Μην τα αφήνετε να σας οδηγούν να ζείτε μια φοβισμένη ζωή. Δεν μπορείτε να κάνετε τα σημάδια της ζωής σας να εξαφανιστούν, αλλά μπορείτε να αλλάξετε το τρόπο που τα βλέπετε. Μπορείτε να αρχίσετε να βλέπετε τα σημάδια σας ως ένα σημάδι δύναμης και όχι πόνου.
Ο Rumi είπε κάποτε, «Η πληγή είναι το μέρος από όπου μπαίνει το φως στο σώμα.» Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Από τα δεινά έχουν προκύψει οι ισχυρότερες ψυχές. Οι πιο ισχυροί χαρακτήρες σε αυτό το μεγάλο κόσμο έχουν σφυρηλατηθεί με ουλές. Δείτε τα σημάδια σας ως ένα σημάδι του «ΝΑΙ! Το έκανα αυτό! Επέζησα και έχω τα σημάδια που το αποδεικνύουν! Τώρα έχω την ευκαιρία να γίνω ακόμη δυνατότερος. «

# 5. Κάθε μικρός αγώνας είναι ένα βήμα προς τα εμπρός.
Στη ζωή, υπομονή δεν σημαίνει να περιμένεις. Σημαίνει να έχεις την ικανότητα να κρατήσεις μια σωστή στάση, ενώ εργάζεσαι σκληρά για να πετύχεις τα όνειρά σου γνωρίζοντας ότι ο κόπος σου αξίζει τον κόπο. Έτσι, αν έχετε σκοπό να προσπαθήσετε, βρείτε το χρόνο να το πάτε μέχρι τέλους. Βρείτε το χρόνο να ολοκληρώσετε όλη τη διαδρομή. Διαφορετικά, δεν έχει νόημα να ξεκινήσετε καν.
Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα χάσετε για λίγο την σταθερότητα και την άνεση σας. Θα μπορούσε να σημαίνει ότι δεν θα τρώτε όσο τρώγατε και ότι δεν θα κοιμάστε όσο είχατε συνηθίσει να κοιμάστε. Θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα θυσιάσετε τις σχέσεις σας. Ότι θα σας κοροϊδέψουν οι συμμαθητές σας. Ότι θα περάσετε ένα μεγάλο διάστημα μοναξιάς. Η μοναξιά, όμως, είναι το δώρο που καθιστά δυνατά τα σπουδαία πράγματα. Σας δίνει το χώρο που χρειάζεστε. Όλα τα άλλα είναι μια δοκιμασία της αποφασιστικότητας σας, για το πόσο το θέλετε πραγματικά.
Και αν το θέλετε, θα το κάνετε, παρά την αποτυχία και την απόρριψη. Και σε κάθε βήμα θα αισθάνεστε καλύτερα από όσο μπορείτε να φανταστείτε. Θα συνειδητοποιήσετε ότι ο αγώνας δεν βρίσκεται στη διαδρομή, είναι η διαδρομή. Και αξίζει τον κόπο. Έτσι, αν έχετε σκοπό να προσπαθήσετε, περπατήστε όλη τη διαδρομή μέχρι τέλους. Δεν υπάρχει καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο … δεν υπάρχει καλύτερο συναίσθημα από το να γνωρίζεις τι σημαίνει να είσαι ΖΩΝΤΑΝΟΣ.

# 6. Η αρνητικότητα των άλλων ανθρώπων δεν είναι δικό σας πρόβλημα.
Να είστε θετικοί όταν η αρνητικότητα σας περιβάλλει. Να χαμογελάτε όταν οι άλλοι προσπαθούν να σας τραβήξουν κάτω. Είναι ένας εύκολος τρόπος για να διατηρήσετε τον ενθουσιασμό σας και την εστίαση σας. Όταν οι άλλοι σας αντιμετωπίζουν με άσχημο τρόπο, συνεχίστε να είστε ο εαυτός σας. Μην αφήσετε ποτέ την πικρία κάποιου άλλου να αλλάξει αυτό που είστε. Μην παίρνετε αυτά που λένε οι άλλοι προσωπικά, ακόμη και αν είναι προσωπικά. Σπάνια οι άνθρωποι κάνουν πράγματα εξαιτίας σας. Ότι κάνουν, το κάνουν εξαιτίας τους.
Πάνω απ “όλα, μην αλλάξετε ποτέ απλά για να εντυπωσιάσετε κάποιον που λέει ότι δεν είστε αρκετά καλός. Να αλλάξετε επειδή αυτό θα σας κάνει καλύτερο άνθρωπο και θα σας οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να μιλάνε για εσάς, ανεξάρτητα από το τι κάνετε ή πόσο καλά μπορείτε να το κάνετε. Έτσι να ανησυχείτε για τον εαυτό σας, πριν αρχίσετε να ανησυχείτε για το τι σκέφτονται οι άλλοι. Αν πιστεύουμε σε κάτι, δεν πρέπει να φοβόμαστε να αγωνιστούμε για αυτό. Τη μεγάλη δύναμη θα τη βρείτε αν αγνοήσετε όσους υποστηρίζουν ότι δεν μπορείτε να τα καταφέρετε.
Σίγουρα το έχετε ακούσει κάπου: «Η ζωή έρχεται μόνο μία φορά». Αλήθεια είναι. Για αυτό, κάντε ό, τι σας κάνει ευτυχισμένο και να είστε μαζί με όποιον σας κάνει να χαμογελάτε.

# 7. Ότι είναι γραφτό να γίνει, τελικά θα ΓΙΝΕΙ.
Η αληθινή δύναμη έρχεται όταν, ενώ έχετε τόσα πολλά να κλάψετε και να στεναχωρηθείτε, προτιμάτε να χαμογελάσετε και να εκτιμήσετε τη ζωή σας. Υπάρχουν ευλογίες κρυμμένες σε κάθε αγώνα που αντιμετωπίζετε. Θα πρέπει όμως να είστε πρόθυμοι να ανοίξετε τη καρδιά και το μυαλό για να τις δείτε. Δεν μπορείτε να αναγκάσετε τα πράγματα να συμβούν. Μπορείτε όμως να προσπαθήσετε πολύ σοβαρά. Σε κάποιο σημείο ίσως θα πρέπει να αφήσετε να γίνει αυτό που είναι γραφτό να γίνει.
Στο τέλος, το να αγαπήσετε τη ζωή σας σημαίνει να εμπιστευτείτε τη διαίσθησή σας, να παίρνετε ρίσκα, να χάνετε και να βρίσκετε την ευτυχία, να αποκτήσετε όμορφες αναμνήσεις και να μάθετε μέσα από την εμπειρία. Είναι ένα μακρύ ταξίδι. Θα πρέπει να σταματήσετε να ανησυχείτε, να αναρωτιέστε και να αμφιβάλλετε για κάθε βήμα που κάνετε. Να χαμογελάτε, να ζείτε συνειδητά την κάθε στιγμή και να απολαύσετε τη ζωή σας, όπως αυτή ξετυλίγεται. Μπορεί να μην καταλήξετε ακριβώς εκεί που θέλατε να πάτε, αλλά θα φθάσετε τελικά ακριβώς εκεί που πρέπει να πάτε.

# 8. Το καλύτερο πράγμα που μπορείτε να κάνετε είναι να συνεχίσετε.
Μην φοβάστε να προσπαθήσετε ξανά, να αγαπήσετε και πάλι, να ζήσετε και πάλι και να ονειρευτείτε και πάλι. Μην αφήνετε ένα σκληρό μάθημα να σκληρύνει την καρδιά σας. Τα καλύτερα μαθήματα της ζωής συχνά διδάσκονται από τα χειρότερα λάθη και στις χειρότερες συνθήκες. Θα υπάρξουν στιγμές που θα νομίζετε ότι τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα. Ότι έχετε φτάσει στον πάτο του βαρελιού και ότι δεν πρόκειται να ξεφύγετε ποτέ από το αδιέξοδο. Δεν ισχύει. Όταν αισθάνεστε ότι ξεμείνατε από δυνάμεις και ότι είστε έτοιμος να τα παρατήσετε, να θυμάστε ότι μερικές φορές τα πράγματα πρέπει να πάνε πολύ στραβά πριν εξελιχθούν σωστά. Μερικές φορές πρέπει να ζήσετε το χειρότερο, για να φτάσετε στο καλύτερο.
Ναι, η ζωή είναι σκληρή, αλλά εσείς είστε πιο σκληρός. Βρείτε τη δύναμη να γελάτε κάθε μέρα. Βρείτε το θάρρος να αισθανθείτε διαφορετικά, όμορφα. Ανακαλύψτε στη καρδιά σας τον τρόπο να κάνετε τους άλλους να χαμογελούν. Μην εκνευρίζεστε με πράγματα που δεν μπορείτε να αλλάξετε. Ζήστε απλά. Μοιράστε την αγάπη σας απλόχερα. Μιλήστε με ειλικρίνεια. Εργαστείτε επιμελώς. Ακόμη και αν πέσετε, σηκωθείτε και συνεχίστε. Συνεχίστε.
Κάθε πρωί που θα ξυπνάτε, να έχετε στο μυαλό σας αυτή τη λίστα:
«Να σκέφτεσαι θετικά. Να τρως υγιεινά. Να ασκείς το σώμα σου. Να ανησυχείς λιγότερο. Να δουλέψεις σκληρά. Να γελάς συχνά. Να κοιμάσαι καλά. Επανάληψη…»
Αν βρήκατε ενδιαφέρουσες τις συμβουλές των Μάρκ και Έιντζελ, φροντίστε να μοιραστείτε το άρθρο με τους φίλους σας, ώστε να μπορέσουν να τις διαβάσουν και άλλοι!

Πηγή dinfo.gr

- Παρακαλώ, είναι εκεί η κ. Δήμητρα;

- Μάλιστα, η ίδια στο τηλέφωνο.

- Α, χαίρω πολύ. Σας πληροφορώ ότι ο κ. Διευθυντής ενέκρινε την αίτηση της κόρης σας. Περάστε σήμερα από το γραφείο για να πάρετε περισσότερες πληροφορίες.

Η κ. Δήμητρα πέταξε από τη χαρά της. Φώναξε την κόρη της, τη Σοφία, και της είπε το ευχάριστο νέο.

- Ντύσου, κόρη μου, να πάμε στο γραφείο. Μας λυπήθηκε ο Θεός.

Σε λίγο ήταν έτοιμες και ξεκίνησαν. Έφτασαν στο κτίριο και μπήκαν μέσα. Επειδή ο Διευθυντής ήταν απασχολημένος, κάθισαν στην αίθουσα αναμονής. Εκεί ήταν και μια άλλη μητέρα με την κόρη της. Έπιασαν κουβέντα. Με δάκρυα η μητέρα είπε στην κ. Δήμητρα ότι ο άντρας της είναι από διετίας παράλυτος, ότι η ίδια είναι καρδιακή και ότι εκτός από την κόρη της έχει και δύο μικρότερα παιδιά, που έχουν ανάγκη βοηθείας. Έλπιζε, συνέχισε, να πάρει δουλειά η μεγάλη κόρη και να βοηθήσει το σπίτι.

Τώρα την ειδοποίησαν ότι δεν μπορούν, διότι υπάρχουν πολλές κοπέλες. Ήρθε, λοιπόν, να παρακαλέσει τον Διευθυντή να τους λυπηθεί και να προσλάβει την κόρη, διότι αλλιώς θα πεθάνουν από την πείνα.

Η κ. Δήμητρα άκουγε με συγκίνηση τη δραματική ιστορία αυτής της οικογένειας. Δάκρυσε μια στιγμή και, πιάνοντας το χέρι της δύστυχης μάνας, είπε:

- Θάρρος, ο Θεός είναι μεγάλος!

Την ώρα εκείνη άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε ο διευθυντής. Χαιρέτησε την κ. Δήμητρα και της είπε:

- Τα συγχαρητήρια. Η κόρη σας προσλαμβάνεται.

- Σας ευχαριστώ, κ. Διεθυντά, για την καλοσύνη σας, αλλά θέλω να σας παρακαλέσω αντί της κόρης μου να προσλάβετε αυτήν την δύστυχη κοπέλα. Έχω και εγώ ανάγκη βοηθείας, αλλά η οικογένεια αυτή έχει μεγαλύτερη. Σας παρακαλώ, δεχτείτε την παράκλησή μου αυτή.

Ο Διευθυντής έμεινε κατάπληκτος. Τον συγκίνησε η θυσία της κ. Δήμητρας. Ζήτησε περισσότερες πληροφορίες για την άλλη οικογένεια. Σκέφτηκε λίγο και είπε:

- Εντάξει. Θα προσλάβω και τις δύο. Δεν μου το επιτρέπει η συνείδηση να πάρω μόνο τη μία…

Η χαρά των γυναικών ήταν αφάνταστη. Έκλαιγαν από ευτυχία. Οι κοπέλες αγκαλιάστηκαν. Και οι μητέρες δοξολογούσαν το Θεό…

(στο βιβλίο Λαϊκό Λειμωνάριο, επιμέλεια κ. Καρακόλη, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη σελ. 196-197)

Σελίδα 1 από 23

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (98) Αγάπη Θεού (22) αγάπη σε Θεό (5) αγάπη σε Χριστό (22) άγγελοι (1) Αγία Γραφή (19) Άγιο Πνεύμα (4) άγιοι (7) άγιος (35) αγνότητα (2) άγχος (8) αγώνας (25) αγώνας πνευματικός (2) αθεΐα (37) αιρέσεις (29) αλήθεια (7) αμαρτία (18) Ανάσταση (36) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (72) άνθρωπος (12) αντίχριστος (5) αξιώματα (1) απιστία (5) αποκάλυψη (3) απόκρυφα (4) αρετή (21) ασθένεια (2) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (24) Β Παρουσία (2) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (3) βάπτισμα (2) βιβλίο (1) βιοηθική (3) γάμος (18) Γένεση (3) Γεροντικόν (37) γλώσσα (18) γνώση (2) γονείς (12) γυναίκα (2) δάσκαλος (3) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (19) διάβολος (21) διάκριση (17) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) εγωισμός (37) εικόνες (2) εκκλησία (30) Εκκλησιαστική Ιστορία (6) Εκκλησιαστική περιουσία (1) ελεημοσύνη (4) ελευθερία (6) Ελλάδα (6) ελπίδα (9) εξέλιξης θεωρία (7) Εξομολόγηση (36) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επιστήμη (29) εργασία (16) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (4) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (6) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (12) ευχαριστία (2) ζώα (5) ηθική (1) ησυχία (2) θάνατος (43) θάρρος (2) θαύμα (25) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (26) Θεία Λειτουργία (10) θεία Πρόνοια (2) θεολογία (1) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (50) θρησκείες (5) θυμός (17) Ιγνάτιος Θεοφόρος (6) ιεραποστολή (4) ιερέας (23) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Παγκόσμια (3) καρδιά (4) κατάκριση (12) καταναλωτισμός (1) Κοίμησις Θεοτόκου (8) κοινωνία (47) κόλαση (6) Κρίσις Μέλλουσα (1) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (8) λογισμοί (11) λύπη (1) μαγεία (3) μάρτυρες (2) μελέτη (1) μετά θάνατον (21) μετά θάνατον ζωή (10) Μεταμόρφωση (1) Μεταμόρφωσις (3) μετάνοια (30) μητέρα (2) μίσος (1) μνημόσυνα (2) μοναξιά (3) μοναχισμός (1) μόρφωση (1) μουσική (1) Ναός (1) νέοι (1) νεοπαγανισμός (2) νηστεία (2) νους (5) ομορφιά (2) όνειρα (13) Ορθοδοξία (25) πάθη (12) πάθος (1) παιδεία (2) παιδιά (2) παλαιοημερολογίτες (3) Παναγία (20) παράδειγμα (1) Παράδεισος (16) Πάσχα (12) πατρίδα (3) πίστη (79) πλούτος (4) πνευματική ζωή (15) πνευματικός πατέρας (8) πνευματισμός (5) ποίηση (10) πόλεμος (4) πολιτική (1) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (17) Πρόνοια (1) Πρόνοια Θεία (20) προορισμός (5) προσευχή (55) προτεσταντισμός (7) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (7) Σαρακοστή (1) σεβασμός (2) σοφία (5) Σταυρός (10) Σταύρωση (4) συγχώρηση (1) ταπεινοφροσύνη (24) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (1) τύχη (1) υλικά αγαθά (3) υπακοή (2) υπαρξιακά (11) υποκρισία (1) υπομονή (16) φαντάσματα (2) φιλία (3) φιλοσοφία (1) φόβος (7) χαρά (11) χάρις θεία (4) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (12) Χριστός (2) Χριστούγεννα (19) χρόνος (7) ψεύδος (1) ψυχή (34)