E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μάρκος 15,25 ἦν δὲ ὥρα τρίτη(1) καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν.(Ήτο δε η ώρα τρεις από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή εννέα το πρωΐ τότε, που τον εσταύρωσαν).
(1) Μόνος ο Μάρκος καθορίζει την ώρα της σταύρωσης, ως τρίτη δηλαδή 9 π.μ. Πολλές εξηγήσεις προτάθηκαν για συμβιβασμό της ώρας αυτής του Μάρκου με αυτήν που καθορίζει ο Ιωάννης.
«Τι μπορούμε λοιπόν να πούμε; Ότι το «ήταν ώρα τρίτη» δεν πηγαίνει στο «και τον σταύρωσαν», αλλά ανεβαίνει στην αρχή των παθών του Σωτήρα. Ήταν λοιπόν, λέει, ώρα τρίτη, όταν δηλαδή άρχισε να πάσχει από τους στρατιώτες του Πιλάτου… Επομένως η μεν αναφορά της τρίτης ώρας στον Μάρκο φανερώνει την αρχή των δεσποτικών παθημάτων· ενώ η αναφορά της έκτης στον Ιωάννη δείχνει το τέλος τους, το οποίο είναι η σταύρωση» (Ζ).
Αρκετά σοβαρή εκδοχή, όταν μάλιστα συνδυαστεί με το γεγονός, σύμφωνα με το οποίο η τότε μέτρηση των ωρών, πιθανώς με ηλιακά ρολόγια και κλεψύδρες, δεν ήταν ακριβής, και μπορούσαν στην παράδοση και διάφορες ώρες της σταύρωσης να καταγραφούν (δ). Άλλη εκδοχή προβλήθηκε, ότι οι δύο συγγραφείς εδώ ακολουθούν διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού και αρίθμησης του χρόνου. Έτσι ο Ιωάννης είχε υπ’ όψη αρίθμηση των ωρών παρόμοια με τη δική μας και συνεπώς λέγοντας, ότι ο Πιλάτος έβγαλε έξω τον Ιησού γύρω στην έκτη ώρα (Ιω. ιθ 14) εννοούσε την και σε εμάς έκτη πρωινή.
Η εκδοχή αυτή κλονίστηκε κάπως από πρόσφατες έρευνες και ιδιαίτερα από τον Ramsay. Και άλλοι δέχτηκαν σύμφωνα με τον Ιερώνυμο, ότι η ώρα σημειωνόταν στα χειρόγραφα με γράμμα του αλφαβήτου, το οποίο κατά την αντιγραφή αλλοιώθηκε (ο).

Ιωάννης 19,14 ἦν δὲ(1) παρασκευὴ τοῦ πάσχα(2), ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη(3)· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν(4) (Η ημέρα δε εκείνη ήτο παραμονή δια την προπαρασκευήν και προετοιμασίαν του πάσχα. Η ώρα ήτο εξ περίπου από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή μεσημέρι. Και λέγει ο Πιλάτος στους Ιουδαίους· «ιδού, πως κατήντησεν ο βασιλεύς σας»).
(3) Υπάρχουν και οι γραφές: Ώρα δε ην ωσεί έκτη· ώρα ην ωσεί έκτη· ώρα δε ως έκτη. Επιπλέον για συμβιβασμό με το Μάρκου ιε 25, όπου ως ώρα της σταύρωσης καθορίζεται η τρίτη «ο Ευσέβιος Καισαρείας… λέει ότι αυτό είναι αντιγραφικό σφάλμα… αφού το μεν γράμμα γάμμα (το κεφαλαίο Γ) σημαίνει την τρίτη ώρα» (Σβ). «Ο καλλιγράφος αντί για το γράμμα Γάμμα… έγραψε το επίσημο, αυτό που ονομάζουν οι Αλεξανδρινοί Γαβέξ, το οποίο δηλώνει την έκτη ώρα» (αμ), και έτσι το «γράμμα που δηλώνει την τρίτη ώρα, επειδή κυρτώθηκε η απλωμένη σε μήκος ευθεία, μεταβλήθηκε στη σημασία του επισήμου, το οποίο δηλώνει την έκτη ώρα» (Σβ).
Με άλλα λόγια ο αντιγραφέας εξέλαβε το Γ΄(=τρίτη ώρα) που υπήρχε αρχικά αντί για ς΄ (= έκτη ώρα). Αλλά η γραφή έκτη μαρτυρείται αυθεντικότατα.
Κάποιοι από τους νεώτερους (ανάμεσα στους οποίους και οι Tholuck, Wieseler, Keil, Westcott) υπέθεσαν ότι ο ευαγγελιστής αριθμεί εδώ από τα μεσάνυχτα και συνεπώς πρόκειται για τη δική μας έκτη πρωινή. Είναι απίθανο όμως η διαδικασία ενώπιον του Πιλάτου, η παραπομπή του Ιησού στον Ηρώδη η φραγγέλωση και η έκδοση της απόφασης να σημειώθηκαν σε όρθρο βαθύ και σε τόσο σύντομο χρόνο ώστε πριν την ανατολή του ηλίου να έχουν συντελεστεί τα πάντα.
Πιο σωστό είναι ότι διαιρούσαν χονδρικά την ημέρα και τη νύχτα, σε 4 τμήματα, από τρεις ώρες το καθένα, το οποίο εξηγεί, γιατί σχεδόν πάντοτε στην Κ.Δ. γίνεται αναφορά των ωρών τρίτης, έκτης και ενάτης, (Δες Ματθ. κ 1-5) και γιατί οι λέξεις «ωσεί (=περίπου)», «περί» συναντιούνται συχνά στον καθορισμό των ωρών (Ματθ. κζ 46,Λουκ. κγ 44,Ιω. δ 6,Πράξ. ι 3,9). Και εδώ ο Ιωάννης προσθέτει το «ωσεί».
Ενδείκνυται λοιπόν να πάρουμε κάποιο μέσο όρο τόσο για την αφήγηση του Μάρκου, όσο και για αυτήν του Ιωάννου, και τόσο περισσότερο όσο οι απόστολοι δεν είχαν το ρολόι στα χέρια. Και όπως η τρίτη ώρα του Μάρκου, η δική μας ενάτη πρωινή, μπορεί να συμπεριλάβει όλο το χρόνο από την ογδόη μέχρι τη δεκάτη πρωινή, έτσι και η έκτη του Ιωάννη μπορεί να συμπεριλάβει τον χρόνο από την ενδεκάτη μέχρι τη δωδεκάτη μεσημβρινή. Επιπλέον πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη και μια σπουδαία λεπτομέρεια, δηλαδή ότι ο Μάρκος, και κατά δεύτερο λόγο και ο Ματθαίος, προσέδωσαν στη φραγγέλωση την έννοια, την οποία σε παρόμοια περίπτωση είχε, θεωρώντας αυτήν ως την έναρξη της τιμωρίας (g).
Σχετική και η:
«Ο μεν Μάρκος εκθέτει σαφώς και αναμφίβολα την ώρα της απόφασης τού να σταυρωθεί ο Κύριος… Ενώ ο Ιωάννης μιας και είπε ο Μάρκος τον καιρό της απόφασης, αυτός λέει την ώρα, στην οποία σταύρωσε τον Κύριο· διότι πρόσεξε, πόσα έγιναν στο μεταξύ μέχρι αυτήν την ώρα, κατά την οποία ανέβηκε ο Κύριος στο σταυρό. Αφού ελευθέρωσε τον Βαραββά φραγγέλωσε τον Ιησού και τον παρέδωσε οπωσδήποτε στο να σταυρωθεί… όλα αυτά ήταν ικανά να καταναλώσουν το χρόνο από την τρίτη ώρα μέχρι την έκτη… Μαζί όμως με όλα αυτά, πρόσεξε και τον Ιωάννη πώς είπε Ήταν ώρα περίπου έκτη… σαν να διστάζει και να αμφιταλαντεύεται» (Θφ).


(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα στα Ευαγγέλια, μετάφραση πατήρ Νικόλαος Πουλάδας)

Α. Η διήγηση του Ματθαίου (Υπόμνημα Π.Ν Τρεμπέλα)
Ματθ. 27,5 καὶ ῥίψας τὰ ἀργύρια(1) ἐν τῷ ναῷ(2) ἀνεχώρησε, καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο(3) (Και αφού έριψεν τα αργύρια στον ναόν, έφυγε και επήγε και εκρεμάσθη).
(1) «Κατανοήστε (οι φιλάργυροι) τι έπαθε εκείνος· πώς και τα χρήματα έχασε και την αμαρτία διέπραξε· πώς και τη φιλαργυρία δεν απόλαυσε και την ψυχή του έχασε. Διότι τέτοια είναι η τυραννία της φιλαργυρίας. Ούτε το αργύριο χάρηκε, ούτε την παρούσα ζωή, ούτε τη μέλλουσα· αλλά τα έχασε όλα μαζί, και αφού πήρε πονηρή δόξα από αυτούς τους ίδιους, έτσι απαγχονίστηκε» (Χ).
(2) Ναός κυριολεκτικά σημαίνει θυσιαστήριο. Μπορεί όμως να σημαίνει και τα κτίσματα γύρω από το θυσιαστήριο (L). Ήταν λοιπόν ο Ιούδας τότε στο ιερό, μαζί με τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους (b).
(3) «Διότι δεν άντεξε τη συνείδησή του να τον μαστιγώνει» (Χ). Η ίδια φράση χρησιμοποιείται στο Β΄ Βασ. ιζ 23 από τους Ο΄ και για τον Αχιτόφελ (b), τον φίλο προδότη του Δαβίδ. «Το ότι μεν ομολόγησε δημόσια την αμαρτία ενώπιον όλων και το ότι έριξε τα αργύρια είναι δείγματα μεταμέλειας· το ότι όμως απαγχονίστηκε είναι δείγμα απόγνωσης. Διότι αναγνώρισε μεν το κακό και μεταμελήθηκε και το ομολόγησε δημόσια· δεν ζήτησε όμως συγγνώμη από αυτόν που μπορούσε να δώσει αυτήν… Έπρεπε λοιπόν να καταφύγει στον ανεξίκακο· αυτός όμως κατέφυγε μάλλον στο θάνατο για να απαλλαχτεί γρηγορότερα από την αξιοκατάκριτη και επώδυνη ζωή» (Ζ).
«Επειδή δεν άντεχε τους ελέγχους που θα αντιμετώπιζε ύστερα, βγάζει τον εαυτό του από τη ζωή» (Θφ).
«Εσύ όμως πρόσεξε, σε παρακαλώ, ότι η αλήθεια λάμπει από παντού, και με αυτά που οι εχθροί του Χριστού κάνουν και παθαίνουν. Διότι και αυτό το ίδιο το τέλος του προδότη ράβει τα στόματα εκείνων που καταδίκασαν το Χριστό και δεν τους επιτρέπει να έχουν ούτε το παραμικρό ίχνος δικαιολογίας» (Χ).
Ως προς την συμφωνία της αφήγησης του Ματθαίου με τις πληροφορίες στο Πράξεις α 18, σημειώνουμε, ότι ο μεν Ματθαίος αναφέρει το είδος του θανάτου του Ιούδα, ενώ οι Πράξεις τον τρόπο με τον οποίο πέθανε αυτός (ο).

Ματθ. 27,6 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς λαβόντες τὰ ἀργύρια εἶπον· οὐκ ἔξεστι(1) βαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορβανᾶν(2), ἐπεὶ τιμὴ αἵματός(3) ἐστι(4). (Οι δε αρχιερείς επήραν τα αργύρια και είπαν• “δεν επιτρέπεται να τα βάλωμε στο ταμείον του ναού, διότι είναι τιμή αίματος, το οποίον μετ' ολίγον θα χυθή”).
(1) Ο κορβανάς θα βεβηλωνόταν εάν ριχνόταν σε αυτόν δώρο από ακάθαρτη προέλευση σύμφωνα με το Δευτερον. κγ 19 (L). Σωστά κρίνουν. Όφειλαν όμως να προχωρήσουν και παραπέρα και να εξετάσουν εάν η διαγωγή τους στην υπόθεση αυτή δεν ήταν περισσότερο αξιόμεμπτη ενώπιον του δίκαιου και άγιου Θεού. Και εδώ παρουσιάζονταν να διυλίζουν τον κώνωπα και να καταπίνουν την κάμηλο (ο).
(2) Ή «Κορβανάς ήταν το θησαυροφυλάκιο του ναού, το δωροδοχείο. Νομίζω ότι είναι αυτό που λεγόταν γαζοφυλάκιο» (Ζ). Ή είναι Αραμαϊκός τρόπος έκφρασης. Χρησιμοποιείται στο Ιωσήπου Ιουδ. Πόλ. 2,9,4 «τον ιερό θησαυρό, που ονομάζεται κορβανάς»= κατ’ εξοχήν αυτά που προσφέρονταν (a). Μάλλον η πρώτη εκδοχή πιο επιτυχής.
(3) «Πληρωμή φόνου» (Ζ). Αμοιβή για φόνο που έγινε (g).
(4) «Είδες και πάλι εδώ, ότι κατακρίνονται από τη συνείδησή τους; Διότι επειδή γνώριζαν, ότι είχαν αγοράσει τον φόνο, δεν έβαλαν στον κορβανά, αλλά αγόρασαν τον αγρό του κεραμέως για να θάβουν τους ξένους» (Χ).

Ματθ. 27,7 συμβούλιον δὲ λαβόντες(1) ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν(2) τοῦ κεραμέως(3) εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις(4)· (Αφού δε έκαμαν συμβούλιον ηγόρασαν με αυτά τον αγρόν του κεραμιδά, ως τόπον ταφής των ξένων).
(1) «Ούτε κάνουν αυτό έτσι απλά, αλλά αφού έκαναν συμβούλιο, και παντού ενεργούν έτσι, ώστε κανείς να μην είναι αθώος του τολμήματος, αλλά να είναι όλοι υπεύθυνοι» (Χ).
(2) Το άρθρο δηλώνει, ότι ο αγρός ήταν πασίγνωστος ως τέτοιος (b).
(3) Ίσως κάποιος κεραμιδάς χρησιμοποίησε αυτόν για εξαγωγή αργίλλου κατάλληλου για την εργασία του (b). Ή, ιδιοκτήτης του ήταν κάποιος κεραμιδάς (δ).
(4) Των εθνικών; Δεν βλέπει κάποιος όμως γιατί το συνέδριο θα απασχολούνταν με την ταφή των μη Ιουδαίων η οποία αφορούσε μάλλον την ρωμαϊκή εξουσία. Μάλλον πρόκειται για τους μη ντόπιους Ιουδαίους, οι οποίοι πέθαιναν ως ταξιδιώτες διαβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα (L), για τους παρεπιδημούντες στα Ιεροσόλυμα Ιουδαίους και τους προσήλυτους, για τους οποίους απέμενε το συνέδριο να φροντίσει (δ).

Β. Η διήγηση του Λουκά, (Υπόμνημα Π.Ν Τρεμπέλα)

Πράξεις 1,18 οὗτος μὲν οὖν(1) ἐκτήσατο(2) χωρίον(3) ἐκ μισθοῦ τῆς ἀδικίας(4), καὶ πρηνὴς γενόμενος(5) ἐλάκησε(6) μέσος, καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα(7) αὐτοῦ· (Αυτός μεν, λοιπόν, απέκτησε με τα χρήματα της προδοσίας του κάποιο χωράφι. Και όταν εκρεμάσθη, έπεσε πρηνής κάτω στο χώμα, διερράγη στο μέσον του σώματός του και εχύθηκαν έξω όλα τα σπλάγχνα του).
(1) Το μὲν οὖν με ανακολουθία όπως πολύ συχνά (β)
(2) «Το απέκτησε δεν το είπε αναφέροντάς το στον Ιούδα· διότι δεν αγόρασε αυτός το χωράφι, αλλά οι ιερείς, από τα αργύρια που έριξε αυτός στο ναό· επειδή όμως αυτά ήταν μισθός της προδοσίας του Ιούδα, σε εκείνον λογαριάζεται και η κτήση» (Ο). «Διότι αυτός που πλήρωσε το τίμημα, έστω και αν είναι άλλοι αυτοί που αγόρασαν, αυτός λογαριάζεται ως κύριος» (Θφ). Δεν είναι αναγκαίο ο Ιούδας να υπήρξε ο αγοραστής, αρκεί ότι ο αγρός αγοράστηκε με τα χρήματά του (j). Ο αγρός αγοράστηκε ως συνέπεια της προδοσίας και με το χρήμα που κερδήθηκε με την προδοσία αυτή (h). Εκφράζονται όμως τα σχετικά με την αγοραπωλησία αυτή πολύ πετυχημένα για εξευτελισμό και γελοιοποίηση της πρόθεσης του Ιούδα, να πλουτίσει με την προδοσία του που αμείφθηκε. Φαντάστηκε ότι θα εξασφάλιζε στον εαυτό του αγρό, όπως άλλοτε και ο Γιεζεί με το ψεύδος του προς τον Νεεμάν τον Σύρο φαντάστηκε, ότι θα αποκτούσε πολύτιμα δώρα εν αγνοία του κυρίου του (Δ΄Βασ. ε 26). Αλλά όπως ο Γιεζεί κληρονόμησε τότε την λέπρα, έτσι και ο Ιούδας τώρα με τα χρήματα της προδοσίας απέκτησε αγρό, ο οποίος χρησίμευσε ως νεκροταφείο για τους ξένους και όχι για τους εγκατεστημένους στην Ιερουσαλήμ.
(3) Όπως και στα Ματθ. κστ 36, Μάρκ. ιδ 32,Ιω. δ 5,Πράξ. δ 34,ε 3 σημαίνει αγρός, γήπεδο (G).
(4) Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, αντί να πει: από τον άδικο μισθό· Εβραϊκός τρόπος σύνταξης (β). Ή, πιο σωστά, από τον μισθό για την αδικία του, από τον μισθό, τον οποίο έλαβε για την άδικη πράξη της προδοσίας. «Είναι πολλές οι αδικίες, αλλά από αυτήν τίποτα πιο άδικο δεν έγινε ποτέ. Επομένως ήταν αδικία το πράγμα» (Χ).
(5) Έπεσε με το στήθος με το πρόσωπο στραμμένο προς το έδαφος. «Λέγοντας τα ιερά ευαγγέλια ότι χρησιμοποίησε κρεμάλα (Ματθ. κζ 5), δεν έχουν καμία διαφωνία· διότι έγιναν και τα δύο, αφού έσπασε το σχοινί, από το οποίο φτιάχτηκε η κρεμάλα, και έτσι έπεσε με το πρόσωπο στη γη και έπαθε διάρρηξη στο μέσο» (Ο). Η αφήγηση του Ματθαίου και των Πράξεων δεν αντιφάσκουν. Παρουσιάζουν απλώς διαδοχικές καταστάσεις ενός και του ίδιου γεγονότος (j). «Δεν πέθανε στην κρεμάλα ο Ιούδας, αλλά επέζησε πέφτοντας κάτω πριν ακόμη πνιγεί… και αυτό σαφέστερα το εξιστορεί ο Παπίας ο μαθητής του Ιωάννη στο τέταρτο βιβλίο της εξηγήσεως των λόγων του Κυρίου» (Απ). Ο Ματθαίος δεν λέει ότι ο Ιούδας, αφού κρεμάστηκε, δεν έπεσε στο έδαφος και δεν άνοιξε στη μέση· ούτε και ο Λουκάς λέει ότι ο Ιούδας δεν κρέμασε τον εαυτό του πριν πέσει στο έδαφος. Αντιθέτως πρέπει να σημειωθεί, ότι η εξιστόρηση του Λουκά είναι τελείως απότομη και προϋποθέτει κάποια προηγούμενη ιστορία. Από την άποψη αυτή η αφήγηση αυτή αντί να δημιουργεί αντίφαση επιβεβαιώνει την άλλη αφήγηση (h). Σωστά λοιπόν ήδη ο Ευσέβιος (στα σχόλια στον Ματθαίο) συμβίβασε την αφήγηση του Ματθαίου με αυτήν του Λουκά· αφού κόπηκε το σχοινί ο Ιούδας έπεσε στο έδαφος (β).
(6) Από το ρήμα λάσκω=με θόρυβο παθαίνω διάρρηξη (G). Ο Ησύχιος ερμηνεύει το έλακε με το ψόφησε (b). Από τις λέξεις που λέγονται μοναδική φορά. Συναντιέται και στους κλασικούς με την έννοια του τρίζω. Θα μπορούσε να προέρχεται και από τον δωρικό ενεστώτα λακέω (j). Εάν ο σατανάς κυριεύοντας τον οργανισμό ανένοχου παιδιού σπάραξε αυτό και του δημιούργησε τέτοια κατάσταση, ώστε «έγινε σαν νεκρός, ώστε πολλοί να λένε ότι πέθανε» (Μάρκ. θ 26), καθόλου παράδοξο, όταν απέκτησε πλήρη κατοχή του Ιούδα, εάν οδήγησε αυτόν στην αγχόνη και έπειτα ενώ αυτός σπάραζε έριξε αυτόν στο έδαφος και έσχισε την κοιλιά του, για να χυθούν έξω από εκεί τα σπλάγχνα του. Τέτοιο είναι το κατάντημα αυτών που έρχονται σε γνωριμία και σχέση με το Χριστό και τελικά στρέφουν προς αυτόν τα νώτα και προδίδουν αυτόν.
(7) Προηγουμένως αυτός ο ίδιος είχε αποβάλει τα σπλάγχνα της συμπάθειας. Και σύμφωνα με το Ψαλμ. ρη 18 ντύθηκε την κατάρα σαν ρούχο και εισχώρησε στο εσωτερικό του, όπως το νερό που πίνει εισδύει στα έγκατα και εντόσθιά του (b).


(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα στο κατά Ματθαίουν και στις Πράξεις Αποστόλων, μετάφραση πατήρ Νικόλαος Πουλάδας)

«Ουδέν εστιν έξωθεν του ανθρώπου εισπορευόμενον εις αυτόν ο δύναται αυτόν κοινώσαι, αλλά τα εκπορευόμενα εστί τα κοινούντα τον άνθρωπον» (Μρ. 7, 15).

Αυτά τα λόγια του Χριστού οι άνθρωποι που δεν θέλουν να νηστεύουν τα ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Λένε πως δεν υπάρχουν φαγητά ακάθαρτα, γι' αυτό και δεν νηστεύουν. Είναι σωστό αυτό που λένε;
Όχι, καθόλου δεν είναι σωστό. Λέγοντας αυτό η αγία μας Εκκλησία δεν εννοεί ότι υπάρχουν φαγητά που κάνουν τον άνθρωπο ακάθαρτο, ότι υπάρχουν τρόφιμα ακάθαρτα. Τίποτα απ' αυτά που δημιούργησε ο Θεός δεν είναι ακάθαρτο, όλα είναι καθαρά και καλά λίαν», αν τα δεχόμαστε με ευχαρίστηση, και κανένα φαγητό που μπαίνει στο στόμα μας δεν μας κάνει ακάθαρτους, διότι τίποτα που μπαίνει στον άνθρωπο από έξω δεν μπορεί να τον κάνει ακάθαρτο.

Ποια είναι αυτά που μπαίνουν μέσα μας;
Είναι οι επιδράσεις που δεχόμαστε από τους άλλους ανθρώπους. Αν οι άνθρωποι μας βρίζουν, μας προσβάλλουν, μας ταπεινώνουν αυτό δεν μας κάνει ακάθαρτους. Ας τους αφήσουμε να μας βρίζουν, να μας κακολογούν και να μας συκοφαντούν, δεν πρέπει αυτό να μας ενοχλεί και να μας κάνει ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας.

Ποια είναι αυτά που βγαίνουν από μέσα μας;
Πρώτα απ' όλα είναι τα λόγια μας. Αν τα λόγια αυτά είναι άσχημα, αν το στόμα μας, με το οποίο λαμβάνουμε το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού ανοίγει για να λέμε διάφορες βρισιές και αισχρολογίες, αυτό μας κάνει ακάθαρτους. Ο άνθρωπος που βρίζει, τον εαυτό του βρίζει, και αυτός που συκοφαντεί τον πλησίον του, τον εαυτό του συκοφαντεί και φανερώνει μ' αυτό τον τρόπο την ρυπαρότητα και την ακαθαρσία της ψυχής του. Αυτός που βρίζει, μιαίνει τον εαυτό του και όχι εκείνον που βρίζει.
Μας κάνουν ακάθαρτους όλα εκείνα που βγαίνουν από μέσα μας. Και από μέσα μας βγαίνουν όχι μόνο τα λόγια αλλά και οι πράξεις και γενικά όλη η συμπεριφορά μας. Τα λόγια, τα έργα, ακόμα το βλέμμα μας φανερώνουν την κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή μας. Αν τα λόγια μας είναι γεμάτα κακίες και συκοφαντίες, αν τα έργα μας δεν είναι καθαρά και όλη η συμπεριφορά μας δείχνει την κακία, την υπερηφάνεια, τη μεγαλομανία και την τάση να προβάλλουμε τον εαυτό μας, αυτό μας κάνει ακάθαρτους.
Γινόμαστε ακάθαρτοι όταν η ζωή μας μοιάζει με τη ζωή των ανθρώπων, για τους οποίους ο άγιος προφήτης Δαβίδ λέει στον 72ο ψαλμό του: «Διά τούτο εκράτησεν αυτούς η υπερηφανία, περιεβάλοντο αδικίαν και ασέβειαν εαυτών, εξελεύσεται ως εκ στέατος η αδικία αυτών, διήλθον εις διάθεσιν καρδίας· διενοήθησαν και ελάλησαν εν πονηρία, αδικίαν εις το ύψος ελάλησαν· έθεντο εις ουρανόν το στόμα αυτών, και η γλώσσα αυτών διήλθεν επί της γης» (Ψα. 72, 6-9)

Υπάρχουν άνθρωποι που η γλώσσα τους είναι τόσο μεγάλη που σαρώνει την γη. Αν λοιπόν είμαστε σαν τούς ανθρώπους που περιγράφει στον ψαλμό του ο προφήτης Δαβίδ, αν η γλώσσα μας σαρώνει την γη, αν οι πράξεις μας φανερώνουν την υπερηφάνια, την έπαρση και την αναισθησία, αν ο νους μας δεν είναι συγκεντρωμένος και γυρίζει παντού, αν όλους τους ανθρώπους τους ειρωνευόμαστε, τους συκοφαντούμε και τους κουτσομπολεύουμε, τότε κάνουμε τους εαυτούς μας ακάθαρτους.

Οι πράξεις μας αυτές που βγαίνουν από μέσα μας, όχι μόνο από το στόμα μας βγαίνουν, αλλά μέσα από τον ίδιο τον εαυτό μας, από το πνεύμα μας και αποκαλύπτουν στους άλλους ανθρώπους την πνευματική μας υπόσταση. Την ακαθαρσία του πνεύματος μας την βλέπουν οι άνθρωποι. Αυτή μας κάνει ακάθαρτους. Οι άνθρωποι μας βλέπουν μέσα στο θολό φως, μέσα στο σκοτεινό φως της ψυχής μας. Αυτό το σκοτεινό φως μας μιαίνει.

Αντίθετα πρέπει να ζούμε και να ενεργούμε έτσι ώστε να εκπέμπουμε το Φως του Χριστού, την ευωδία του και όχι την κακία, την υπερηφάνεια, την έπαρση, την συκοφαντία, που όλα αυτά είναι ακαθαρσία. Αυτό να θυμόμαστε. Τίποτα απ' αυτά που μπαίνουν μέσα μας από το στόμα μας δεν μπορούν να μας κάνουν ακάθαρτους. Μας κάνουν ακάθαρτους αυτά που βγαίνουν από το στόμα μας και κάνουν φανερό στους άλλους το εσωτερικό μας είναι. Να το θυμάστε, να είστε πράοι και ταπεινοί για να εκχέεται από μέσα σας το Φως και η ευωδία του Χριστού. Αμήν.

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι και Ομιλίες Τόμος Β'
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Μορφωμένος άνθρωπος ο κ. Σταύρος. Με πτυχίο πανεπιστημίου και ξένες γλώσσες και πείρα ζωής. Δυσκολευόταν, όμως, στα πνευματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει και τα πιο απλά πράγματα. Όλα τα εξέταζε και τα πλησίαζε ορθολογιστικά. Είχε αναπτύξει το νου και όχι την καρδιά. Δεν ήταν πρόθυμος να συγχωρήσει εύκολα τους άλλους. Ειδικά αυτούς που έβλεπε κατώτερους και εμπαθείς. Καθόταν τώρα απέναντι από τον Γέροντα Ιάκωβο, έναν ασκητικό ιερομόναχο, με ροζιασμένα χέρια και ένοιωθε σαν μαθητούδι μπροστά στον δάσκαλο. Ερωτήσεις πολλές. Αντιρρήσεις περισσότερες. Αλλά και οι απαντήσεις σοφές και αποκαλυπτικές.

Ρώτησε τον Γέροντα για το σοβαρό (το σοβαρότερο;) θέμα της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων, που δυσκολευόταν να το κατανοήσει:
—Αφού βλέπω καθαρά και ολοφάνερα τον άλλον να αμαρτάνει, πως να τον συγχωρήσω; Δεν έχω δίκιο;
—Όλους μας βλέπει ο Θεός αδιάκοπα και ξέρει καθαρά και ολοφάνερα ότι αμαρτάνουμε. Γιατί μας συγχωρεί και μας ανέχεται και μας περιμένει να μετανοήσουμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών;
—Πάλι δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ μου. Τι πρέπει να κάνουμε; Να πούμε στην αμαρτία μπράβο; Να την επαινέσουμε σιωπώντας;
—Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε την αμαρτία, είπε ο π. Ιάκωβος. Συγχωρούμε τον αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Εάν δεν κάνουμε αυτήν την διάκριση, αυτό το διαχωρισμό μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού, θα βρισκόμαστε πάντοτε σε λάθος δρόμο.

—Τότε, τι πρέπει να κάνουμε; Πώς να αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα;
—Έχεις δει τους σιδεράδες, που μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέρια τους, γιατί θα καούν, εξήγησε ο Γέροντας. Έχουν ειδικές τσιμπίδες και δαγκάνες και έτσι τα πλησιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, που πλησιάζουμε. Να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία και στα πνευματικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συγχωρήσεως των άλλων.

—Μα, πάτερ μου, εγώ έθεσα ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Πώς μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιον, που αμάρτησε φανερά και χωρίς καμία δικαιολογία; Εγώ θέλω να μάθω τι πρέπει να κάνω στην περίπτωση αυτή.

—Το «χωρίς καμιά δικαιολογία» πρέπει να το αφήσουμε στην άκρη, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε, είπε ο π. Ιάκωβος. Μόνον ο Θεός γνωρίζει τα βάθη της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Μόνον Εκείνος ξέρει τι συμβαίνει. Εμείς βλέπουμε απ' έξω. Εκείνος βλέπει το από μέσα. Ας θυμηθούμε και την διδασκαλία του Χριστού για τα ποτήρια, όταν μιλούσε για την υποκρισία των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Απ' έξω φαίνονται καθαρά.
Μέσα, όμως, είναι γεμάτα από βρωμιά και αδικία και αρπαγή. Να το πω και με ένα άλλο παράδειγμα. Όταν πηγαίνουμε στο γιατρό να μας θεραπεύσει, δεν του λέμε εμείς τι να κάνει. Εκείνος ξέρει τη δουλειά του. Εμείς απλώς του λέμε ότι πονάμε και σε ποιο μέρος υποφέρουμε. Τη στιγμή, που λέμε «εγώ θέλω» σταματούμε την διαδικασία της γνώσεως, για το θέμα, που πρέπει να μάθουμε. Η αλήθεια μας δίδεται όταν τη ζητήσουμε ταπεινά, όπως ζητούμε την υγεία μας από τον γιατρό. Δεν μπορούμε να διατάξουμε την αλήθεια, άλλα να την παρακαλέσουμε να μας δοθεί, να μας αποκαλυφθεί. Γιατί ή αλήθεια είναι ο Θεός, που δεν μπορούμε να τον διατάξουμε, άλλα μόνον να τον παρακαλέσουμε και να τον αγαπήσουμε.

—Ναι, πάτερ μου, αλλά τότε τι γίνεται; Αν δεν πω στο γιατρό εγώ τι θέλω πώς θα με εξετάσει και πώς θα με θεραπεύσει;
—Όχι, όχι, όχι, παιδί μου, αυτό είναι λάθος, ξανάπε ο Γέροντας. Ο γιατρός ξέρει τι θέλεις, όταν τον επισκέπτεσαι. Εσύ το μόνο, που μπορείς να πεις είναι ότι πονάς και σε ποιο σημείο νιώθεις τον πόνο σου. Τα υπόλοιπα είναι δική του δουλειά. Γι' αυτό και οι Άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν να προσευχόμαστε σαν τα μικρά παιδιά, που κλαίνε όταν πονούνε. Και δείχνουνε το μέρος όπου πονάνε.

—Πάλι δεν το καταλαβαίνω, πάτερ μου, το νόημα των λόγων, που μου λέτε, απάντησε ο κ. Σταύρος. Δεν πονώ εγώ, αλλά θέλω να ξέρω τι στάση, να κρατήσω σε κάποιον, που αμάρτησε φανερά. Θα τον συγχωρήσω ή όχι;
—Τη συγχώρηση πρέπει να τη δίνουμε σε όλους, όπως κάνει και ο ίδιος ο Θεός. «Βρέχει επί δικαίους και αδίκους», λέγει το Ευαγγέλιον. Διότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι θα έπρεπε να καταδικασθούμε, για τις αμαρτίες μας, λίγες ή πολλές. Για αυτό πρέπει να συγχωρούμε και να ευχόμαστε στον Θεό να συγχωρήσει και τον αμαρτωλό και εμάς, που αμαρτάνουμε και πολύ συχνά δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε ή τι δεν κάνουμε.

Αν, όμως, είμαστε αδύναμοι πνευματικώς και η συμπεριφορά του άλλου μας επηρεάζει αρνητικά, τότε πρέπει να μη τον κατηγορούμε, αλλά να τον αποφεύγουμε και να μην έχουμε μαζί του συναναστροφές και συνέπειες. Και αν είναι αιρετικός τότε να τον αποφεύγουμε τελείως και να μη τον δεχόμαστε. Γιατί η συντροφιά με τους αιρετικούς είναι επικίνδυνη, μπορεί να μας δηλητηριάσει και να μας θανατώσει πνευματικά. Γενικώς για τους αμαρτωλούς πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Μ. Βασιλείου: «Φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί». Δηλαδή ή συντροφιά με τους αμαρτωλούς μπορεί να φθείρει και τους καλούς χαρακτήρες.

—Αυτό το γνωρίζω, συνέχισε ο κ. Σταύρος, που επέμενε στην γνώμη του. Αυτό, που δεν ξέρω είναι το πώς και το γιατί της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων.
—Το πώς μας το είπε ο Χριστός: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε' 5). Χρειάζεται η δική του βοήθεια, είπε ο Γέροντας. Για αυτό και πρέπει να ζητούμε συνεχώς την βοήθειά του. Αν εκείνος δεν βοηθήσει, τίποτε καλό δεν μπορούμε να κάνουμε. Όσον για το «γιατί», αυτό μας το λέγει το Ευαγγέλιο: «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ' 14-15). Να γιατί πρέπει να συγχωρούμε τους άλλους, όσον και αν αμάρτησαν. Από την συγχώρηση, αγαπητέ μου, αρχίζει η αγάπη. Διάβασε το ιγ' Κεφάλαιο της Α' Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους και τότε θα καταλάβεις το γιατί πρέπει να συγχωρούμε.

—Την έχω διαβάσει, πάτερ μου, αλλά πάλι αδυνατώ να κατανοήσω τι θέλετε να πείτε με το πώς και το γιατί...
—Τότε θα σου μιλήσω, φίλτατε, με άλλο παράδειγμα, για να γίνω πιο σαφής, ξανάπε ο π. Ιάκωβος. Άνοιξε την δεξιά σου παλάμη από το μέσα μέρος και τέντωσε την όσον μπορείς.
Ο κ. Σταύρος τέντωσε την παλάμη του δεξιού του χεριού και περίμενε. Τότε ο Γέροντας πήρε το ποτήρι με το νερό, που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και έριξε λίγο πάνω στην παλάμη του επισκέπτη του. Το νερό, καθώς ήταν φυσικό, κύλησε από το χέρι και χύθηκε κάτω και δεν έμεινε στην ανοιχτή παλάμη ούτε σταγόνα.

—Τώρα κάνε κούρμπα την παλάμη σου, είπε ο Γέροντας.
—Τι θα πει κούρμπα, πάτερ μου; Δεν ξέρω την λέξη...
—Κούρμπα στο χωριό μου λένε την καμπύλη, εξήγησε ο π. Ιάκωβος. Κάνε, λοιπόν, την παλάμη σου κυρτή, σαν λακκούβα, όπως παίρνεις το νερό, για να πλυθείς.
Υπάκουσε ο κ. Σταύρος και ο Γέροντας έριξε πάλι στην χούφτα του λίγο νερό από το ποτήρι και έμεινε το νερό στο χέρι του κ. Σταύρου.
—Αυτό είναι, που πρέπει να κάνουμε όταν θέλουμε να μάθουμε μιαν αλήθεια και πιο πολύ όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε κάποιον αμαρτωλό, εξήγησε ο π. Ιάκωβος. Σκύβουμε το κεφάλι της λογικής μας μπροστά στην αλήθεια, ταπεινώνουμε τον εαυτό μας, που νομίζει ότι όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να τα καταλάβει, ομολογούμε την αδυναμία μας και τότε ο Θεός μας δίνει άφθονη την χάρη του και για να καταλάβουμε και για να ενεργήσουμε σωστά. Αυτό κάνουμε και όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε και να πλησιάσουμε τον Χριστό της αγάπης, που συγχωρεί και βοήθα όσους ζητούν ταπεινά την βοήθεια του. Χωρίς ταπείνωση, ούτε τον εαυτόν μας μπορούμε να συγχωρήσουμε και να τον αγαπήσουμε πραγματικά.
Αυτό μας δίδαξε ο Χριστός και με την ζωήν και με τον λόγον του. Και αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν θέλουμε να δούμε «Θεού πρόσωπον». Να ταπεινωθούμε πρώτα μπροστά στον Θεόν, ως αμαρτωλοί που είμαστε και Εκείνος θα μας βοηθήσει να ταπεινωθούμε και μπροστά στους ανθρώπους, να τους συγχωρήσουμε και να καταλάβουμε ότι αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.

Ο κ. Σταύρος φαίνεται ότι κατάλαβε αυτήν τη φορά και έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον Γέροντα, σαν να ζητούσε συγχώρηση για την διανοητική του έπαρση και την ψυχική του αλαζονεία. Γιατί αυτό το νόσημα της έπαρσης και της αλαζονείας τυφλώνει και ξεστρατίζει την ψυχή του ανθρώπου. Τότε ο π. Ιάκωβος, που είδε διακριτικά την μεταστροφή του επισκέπτη του, θέλησε να βάλει, ωσάν περισπωμένη στο ρήμα «αγαπώ» τον επίλογο της κουβέντας τους, είπε:
—Ο Χριστός μας έδωσε τον λεγόμενον «χρυσόν κανόνα» ζωής ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους: «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται» (Ματθ. ζ' 12). Δηλονότι, αν θέλεις να σε συγχωρούν οι άλλοι, συγχώρησε τους άλλους πρώτος εσύ. Αμήν.


Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση.
Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει:
«Έλα, να σου δείξω την κόλαση».
Βρέθηκε τότε σ’ ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στη μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μια πολύ μακριά κουτάλα∙ έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν…
Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει:
«Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο».
Βρέθηκε τότε σ’ ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι όμοιο με το προηγούμενο και στη μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλο. Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;
Γ.Παΐσιος Αγιορείτης

Για πολλούς, αν όχι για τους περισσότερους από τους ορθόδοξους χριστιανούς, η Μεγάλη Σαρακοστή αποτελείται από έναν περιορισμένο αριθμό από τυπικούς κανόνες και διατάξεις όπου κυρίως επικρατεί το αρνητικό στοιχείο, όπως είναι : η αποχή από ορισμένα φαγητά, απαγόρευση της ψυχαγωγίας. Του χορού και ίσως κάθε θεάματος. Σε τέτοιο βαθμό δε είναι η αποξένωσή μας από το πραγματικό πνεύμα της Εκκλησίας ώστε μας είναι σχεδόν αδύνατον να καταλάβουμε ότι υπάρχει “κάτι άλλο” στη Μεγάλη Σαρακοστή κάτι χωρίς το οποίο όλες αυτές οι διατάξεις χάνουν πολύ από το νόημά τους. Αυτό το “κάτι άλλο” μπορούμε θαυμάσια να το περιγράψουμε σαν μια “ατμόσφαιρα” σαν ένα “κλίμα” μέσα στο οποίο μπαίνει κανείς, και πάνω απ΄ όλα σαν μια κατάσταση του νου, της ψυχής και του πνεύματος η οποία για επτά εβδομάδες διαπερνά ολόκληρη τη ζωή μας.

Ας τονίσουμε ακόμα μια φορά ότι ο σκοπός της Μεγάλης Σαρακοστής δεν είναι να μας επιβάλει πιεστικά μερικές τυπικές υποχρεώσεις, αλλά να “μαλακώσει” την καρδιά μας ώστε να μπορεί ν΄ ανοιχτεί στις πραγματικότητες του πνεύματος, ν΄ αποκτήσει την εμπειρία της κρυμμένης “δίψας και πείνας” για επικοινωνία με το Θεό.

Αυτή η «ατμόσφαιρα» της Μεγάλης Σαρακοστής, αυτή η ανεπανάληπτη «κατάσταση του νου» δημιουργείται βασικά με τη λατρεία, με τις ποικίλες εναλλαγές που παρουσιάζονται στη λειτουργική ζωή αυτής της περιόδου. Θεωρούμενες κάθε μια χωριστά αυτές οι εναλλαγές μπορεί να μας φανούν σαν ακατανόητες ρουμπρίκες (τυπικές διατάξεις), σαν επίσημοι κανονισμοί που εξωτερικά φαίνονται προσκολλημένοι στον τύπο αλλά αν τις εξετάσουμε σαν σύνολο μας αποκαλύπτουν και μας μεταδίδουν το πνεύμα της Μεγάλης Σαρακοστής : μας κάνουν να δούμε, να νιώσουμε και να βιώσουμε τη «χαρμολύπη» που είναι το πραγματικό μήνυμα και το δώρο της Μεγάλης Σαρακοστής. Μπορεί κανείς να πει, χωρίς να υπερβάλλει, ότι οι πνευματικοί πατέρες και οι ιεροί υμνογράφοι, που συνέθεσαν τους ύμνους του Τριωδίου και οι οποίοι λίγο λίγο οργάνωσαν τη γενική δομή για όλες τις ακολουθίες της Μεγάλης Σαρακοστής, οι οποίοι στόλισαν τη λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων με μια ειδική ομορφιά που τόσο της ταιριάζει, διαθέτουν μια θαυμαστή κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής. Αυτοί πραγματικά ήξεραν την τέχνη της μετάνοιας και, κάθε χρόνο στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, κάνουν αυτή την τέχνη προσιτή σε όποιον από μας έχει αυτιά για ν΄ ακούει και μάτια για να βλέπει.

Είπαμε ότι η γενική εντύπωση είναι αυτό που λέμε «χαρμολύπη«. Όταν κάποιος, έστω και αν έχει περιορισμένες γνώσεις για τη λατρεία, μπει στην Εκκλησία όσο διαρκούν οι ακολουθίες της Μεγάλης Σαρακοστής, σχεδόν αμέσως – είμαι βέβαιος – θα καταλάβει αυτή την κάπως αντιφατική έκφραση. Από τη μια μεριά, μια κάποια ήρεμη θλίψη διαποτίζει την ακολουθία : τα άμφια είναι σκούρα, οι ακολουθίες διαρκούν περισσότερο απ΄ ό,τι συνήθως και είναι πιο μονότονες, σχεδόν δεν υπάρχει κίνηση. Τα αναγνώσματα και οι ψαλμοί εναλλάσσονται, αλλά παρ΄ όλα αυτά φαίνεται σαν να μην «συμβαίνει» τίποτε: Σε τακτά διαστήματα ο Ιερέας βγαίνει από το ιερό και λέει πάντοτε την ίδια σύντομη ευχή και όλο το εκκλησίασμα συνοδεύει κάθε αίτηση αυτής της προσευχής με μετάνοιες. Έτσι για αρκετή ώρα στεκόμαστε σ΄ αυτή τη μονοτονία, σ΄ αυτή την ήρεμη θλίψη.

Αλλά κατόπιν αρχίζουμε να νιώθουμε ότι ακριβώς αυτή η παράταση και η μονοτονία μας χρειάζεται αν θέλουμε ν΄ αποκτήσουμε εμπειρία από την κρυμμένη, και κατ΄ αρχήν απαρατήρητη «επίδραση» της ακολουθίας. Σιγά σιγά αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ή μάλλον να αισθανόμαστε ότι αυτή η θλίψη στην πραγματικότητα είναι «ευθυμία» ότι μια μυστηριώδης μεταμόρφωση πρόκειται να συμβεί μέσα μας. Είναι σαν να φτάνουμε σ΄ ένα μέρος όπου οι θόρυβοι και οι αναστατώσεις της ζωής του δρόμου και όλων όσων συνήθως γεμίζουν τις μέρες ακόμα και τις νύκτες μας, δεν έχουν δικαίωμα εισόδου, σ΄ ένα μέρος όπου αυτά δεν έχουν καμιά δύναμη. Όλα όσα μας φαίνονται υπερβολικά σημαντικά ώστε να γεμίζουν το μυαλό μας, όλη αυτή η κατάσταση αγωνίας που μας έγινε ουσιαστικά δεύτερη φύση, εξαφανίζονται και αρχίζουμε να νιώθουμε ελεύθεροι, ανάλαφροι και ευτυχισμένοι. Δεν είναι η θορυβώδης και επιφανειακή ευτυχία που πηγαινοέρχεται είκοσι φορές τη μέρα και είναι πολύ εύθραυστη και φευγαλέα, αλλά
είναι η βαθιά ευτυχία που έρχεται όχι από μια συγκεκριμένη και ειδική αιτία αλλά από την ψυχή μας που έχει, σύμφωνα με τα λόγια το Dostoyevsky, «αγγίξει έναν άλλο κόσμο». Και αυτό που άγγιξε είναι καμωμένο από φως, ειρήνη και χαρά, από μια ανέκφραστη εμπιστοσύνη.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί οι ακολουθίες πρέπει να έχουν μεγάλη χρονική διάρκεια και να είναι κάπως μονότονες. Καταλαβαίνουμε ότι. απλούστατα, είναι αδύνατο να περάσουμε από μια συνηθισμένη κατάσταση του νου, καμωμένη σχεδόν αποκλειστικά από αναστατώσεις, συνωστισμό και φροντίδες, και να φτάσουμε σ΄ αυτή τη νέα κατάσταση χωρίς να ηρεμήσουμε και χωρίς να αποκαταστήσουμε μέσα μας ένα βαθμό εσωτερικής σταθερότητας. Να γιατί εκείνοι που βλέπουν τις ακολουθίες της Εκκλησίας μόνο στα πλαίσια των «υποχρεώσεων» και που πάντοτε ρωτούν για το λιγότερο δυνατό («πόσο συχνά πρέπει να πάμε στην Εκκλησία ; Κάθε πότε πρέπει να προσευχόμαστε;») δεν μπορούν ποτέ να καταλάβουν την αληθινή φύση της λατρείας, η οποία έχει σκοπό να μας μεταφέρει σ΄ ένα διαφορετικό κόσμο – στον κόσμο της Παρουσίας του Θεού! – Εκεί όμως μας μεταφέρει σιγά σιγά γιατί η πεσμένη μας φύση έχει χάσει την ικανότητα να μπαίνει στον κόσμο αυτό φυσικά.

Έτσι, όσο βιώνουμε αυτή τη μυστηριώδη ελευθερία, όσο γινόμαστε «ανάλαφροι και ειρηνικοί», η μονοτονία και η θλίψη των ακολουθιών αποκτούν μια καινούργια σημασία, μεταμορφώνονται. Μια εσωτερική ομορφιά τις φωτίζει σαν τη πρωινή ηλιαχτίδα που, ενώ ακόμα στην κοιλάδα είναι σκοτάδι, στις βουνοκορφές αρχίζει να φωτίζει. Αυτό το «φως» και η κρυφή χαρά έρχονται από τα επαναλαμβανόμενα «αλληλούια», από ολόκληρη τη μουσική απόχρωση της λατρείας της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτό που στην αρχή παρουσιάστηκε σαν μονοτονία τώρα αποκαλύπτεται σαν ειρήνη. ό,τι ακουγόταν σαν θλίψη βιώνεται τώρα σαν εντελώς πρώτη κίνηση της ψυχής να ξαναβρεί το χαμένο βάθος της. Γι΄ αυτό και ο πρώτος στίχος του «αλληλούια» διακηρύττει κάθε πρωί στη διάρκεια της Σαρακοστής : «εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε, ο Θεός, διότι φως τα προστάγματά σου επί της γης».
«Χαρμολύπη» λοιπόν είναι η θλίψη για την εξορία μου, για την καταστροφή που έχω κάνει στη ζωή μου. είναι η χαρά για τη παρουσία του Θεού και τη συγνώμη Του, η χαρά για την ξαναγεννημένη επιθυμία για το Θεό, η ειρήνη από την επιστροφή στο σπίτι. Αυτή ακριβώς είναι η ατμόσφαιρα της λατρείας στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Τέτοια είναι η πρώτη και γενική επίδρασή της στην ψυχή μας.


ALEXANDER SCHMEMANN, ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ, εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, ΑΘΗΝΑ 1999, σ. 22 κ.ε

Ήτανε Μεγάλη Σαρακοστή. Μα δε θυμάμαι του πότε... Τρίτοι Χαιρετισμοί. Στο μοναστήρι τους κάναμε αργά τους Χαιρετισμούς. Οι Παρασκευές της Σαρακοστής όπως και να το κάνεις είναι οι πιο χαρούμενες μέρες.

Στη μέση του ναού η εικόνα της Παναγιάς με τα κεριά της και τις κεντημένες ποδιές. Και το᾽χαμε τυπικό κάθε φορά να βγάζουμε κι άλλη Παναγιά στο προσκυνητάρι να ακούσει τους Χαιρετισμούς.
Τη μια το "Άξιον εστί" και μετά την Γλυκοφιλούσα και την Παναγία του Πάθους, εκείνη την εβδομάδα της Σταυροπροσκύνησης. Τούτες οι μικρές αλλαγές ομόρφαιναν τη ζωή.

Το Πάσχα ήταν τότε νωρίς και η Σαρακοστή έπεφτε μεσ᾽ το χειμώνα. Κρύο πολύ. Είχαμε στη λιτή ξυλόσομπα και ο εκκλησιαστικός ο π. Νήφωνας έβαζε κούτσουρα μεγάλα. Ατμόσφαιρα Παπαδιαμαντική. Τώρα τα αναπολώ με γλυκασμό και νοσταλγία.
Τέλειωσε ο κανόνας και ο δεξιός ψάλτης πήρε να λέει αργά το τη Υπερμάχω. Και ο παπάς αργά βγήκε από την ωραία πύλη με το βιβλίο του και το θυμιατό να διαβάσει τους Χαιρετισμούς. Θύμιασε με σέβας έκανε τις μετάνοιες και πήρε τη θέση του μπροστά στο προσκυνητάρι.
Ησυχία...

Ξεκινάει ο εφημέριος τους Χαιρετισμούς... και μέσα στη σιγαλιά της ακολουθίας μια φωνή μιας μικροκαμωμένης γιαγιάς ακουγόταν στο βάθος να επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια!!! Οι πιο θερμοί πήραν νωρίς φωτιά. Σσσσσ!
Η φωνή όμως δεν σταματούσε. Σα να το' βαζε πείσμα μάλιστα να ξεπεράσει τον παπά σε δύναμη. Ακόμα και οι πιο μακρόθυμοι έφτασαν να δυσφορήσουν.
- Μα ποιος μιλά; φώναξε κάποιος. Ο μόνος που δεν μίλησε ήτανε ο παπάς.
Τελειώσανε οι Χαιρετισμοί, ξανά τη Υπερμάχω και μετά το Άσπιλε. Άμα απόλυσε ο παπάς και βγαίναμε από το Καθολικό πήρα παράμερα τη γιαγιά που μας τάραξε με τη φωνή της να τη "συνετίσω".
- Κυρία ξέρετε... τα λόγια του παπά τα διαβάζει μοναχά εκείνος. Πώς να σας το πω... Είναι τα δικά του. 'Εχει άλλους ψαλμούς που τους λέμε όλοι μαζί. Μα η γιαγιά έμοιαζε να μην το καταλαβαίνει και μου είπε... την ευχή σας.
- Λέω, γι' αυτό που έγινε σήμερα. Δεν πρέπει να δημιουργούμε αταξία στην εκκλησία.
Μια νεαρή γυναίκα που τη συνόδευε τη γιαγιά, κάτι της φώναξε δυνατά στο αυτί και το μυστήριο της καλής γιαγιάς λύθηκε. Η γιαγιά κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της και έδειξε λυπημένη...
- Συμπάθαμε αδελφέ μου λέει, μα δεν ακούω καθόλου!!! Τους λέω τους Χαιρετισμούς και ᾽γω αφού δεν μπορώ να τους ακούσω από τον παππούλη. Συμπάθαμε αν σε πίκρανα...
Έμεινα να την κυττώ όμοια μορφή βγαλμένη από συναξάρι.
- Να τους λες γιαγιά, και λέγε και για μένα ένα "Κύριε ελέησον" εμένα που δεν τους ξέρω ούτε από μέσα.

(πηγή: "ορθόδοξα και ελληνικά")

«Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:-Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:-Όντως γράφω για σένα. Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.Το παιδί, περίεργο, κοίταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.-Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!-Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.

Πρώτη ιδιότητα:

Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.

Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβήνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στον δρόμο του δικαίου.

Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.

Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης».

Παρασκευή βραδάκι στο ναΰδριο του Αγίου Φιλίππου… Όλα λιτά… απέριττα! Μόνο ένας πολυέλαιος αναμμένος στην είσοδο του ναού. Ο υπόλοιπος χώρος λουζόταν στο γλυκό φως των καντηλιών. Τα τροπάρια ακούγονταν χαμηλόφωνα, γοργά και χωρίς στόμφο, το ίδιο κι οι εκφωνήσεις του ιερέα – λες κι ήσουν σε κάποιο μικρό αγιορείτικο κελί!

Όλα λιτά και ήσυχα… μήπως και καταφέρουμε να ακούσουμε τη φωνή του Θεού μες τις ψυχές μας… Άμποτε!

Και τότε ξαφνικά ένιωσα πως εκεί βρίσκεται το κλειδί για όλα:
στην τρεμουλιαστή φλόγα του μικρού καντηλιού στην κόγχη του Αγίου Λουκά,
στα ψιχία δίπλα στον Αμνό πάνω στο Δισκάριο, που είμαστε όλοι εμείς, ζώντες και μη, μια μεγάλη αγκαλιά, ο κόσμος όλος,
στο «Κύριε ελέησον» που βγαίνει δειλά από τη δυσκολεμένη ψυχούλα μας σε κάθε κόμπο στο κομποσκοίνι μας,
στο πετραχήλι του παπά, όταν ακουμπάμε τα φορτία και τις αγωνίες μας στον τράχηλό του,
στο Σώμα Του και στο Αίμα Του, εκεί, μονάχα εκεί…

Εκεί μονάχα γαληνεύει η αγριεμένη θάλασσά μου,
εκεί μονάχα βρίσκω τις απαντήσεις στα απανωτά ερωτήματά μου,
εκεί μόνο καταλαβαίνω πώς σκεπάζει τα λάθη και τα ξεστρατήματά μου,
εκεί έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τα είδωλά μου κι εκεί ξαναβρίσκω το μόνο αληθινό πρόσωπό μου,
εκεί με επισκέπτεται πάντα και ζω το απέραντο έλεός Του,
εκεί ελπίζω, αναπνέω, ζω… και προχωρώ!

πηγή:https//strofi.wordpress.com

«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Η παράθεση εν προκειμένω της προσταγής του Θεού σε α΄ πρόσωπο πληθυντικού αριθμού «ποιήσωμεν» αντί του α΄ προσ. ενικού ποιήσω -όπως απαιτεί η συντακτική της εξάρτηση από το ρ. ενικού «είπεν»- ή της προστακτικής ποιησάτω, κατά τα ισχύοντα στις προηγούμενες δημιουργικές πράξεις, απετέλεσε κατά καιρούς αντικείμενο μακράς συζήτησης μεταξύ των βιβλικών ερμηνευτών316. Σύμφωνα με τις ερμηνείες που δόθηκαν και τις οποίες συνοψίζουμε κατωτέρω, η χρήση του πληθ. «ποιήσωμεν» δηλώνει ότι:

α. Ο Θεός προτρέπει τον Εαυτό του να προχωρήσει στη δημιουργία της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως συνηθίζει συχνά να κάνει και ο άνθρωπος στον καθημερινό του λόγο, όταν αυτοπροτρέπεται να προβεί σε μια πράξη χρησιμοποιώντας ομοίως πληθυντικό, όπως λ.χ. «ας αρχίσουμε», «ας περιμένουμε», και εννοεί, «ας αρχίσω», «ας περιμένω». Είναι ο πληθυντικός της προτροπής (plural of exhortation).

β. Ο Θεός συσκέπτεται ή διαλέγεται με τον Εαυτό του, κάνει δηλ. ένα συλλογισμό ή εσωτερικό διάλογο, προκειμένου ν΄αποφασίσει περί του πρακτέου. Είναι ο πληθυντικός της αυτοσύσκεψης ή απλής σύσκεψης317 (plural of self-deliberation ή deliberation).

γ. Ο Θεός απευθύνεται στο ουράνιο συμβούλιό του, δηλ. στις αγγελικές υπάρξεις ή στις δυνάμεις του ουρανού, τις οποίες η Π. Διαθήκη αποκαλεί ενίοτε «υιούς του Θεού», ή γενικά «θεούς» και οι οποίες αποτελούν το αυλικό του περιβάλλον318. Με αυτές επικοινωνεί και συνεννοείται για τη δημιουργία του ανθρώπου. Είναι ο πληθυντικός της συνεννόησης ή επικοινωνίας319 (plural of consultation ή consultation)(Την ερμηνεία αυτή εισηγείται ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς· «κάνει διάλογο ο πατέρας των όλων με τις δυνάμεις του (=αγγέλους)» Περί φυγής και ευρέσεως 69,Περί συγχύσεως των γλωσσών, 169). Η ραββινική εξήγηση320, ότι ο Θεός συμβουλεύεται κάποιον ή κάτι άνευ συγκεκριμένου προσδιορισμού, αντικρούεται, γιατί αντιβαίνει στο πνεύμα της βιβλικής διήγησης, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός μόνος δημιούργησε τον άνθρωπο, και γιατί η έκφραση «ποιήσωμεν άνθρωπον» δεν συνιστά συμβουλή, αλλά προτροπή.

δ. Ο Θεός συσκέπτεται με άλλους θεούς κατά τα μυθολογικά παγανιστικά πρότυπα, όπου η απόφαση περί της δημιουργίας του ανθρώπου λαμβάνεται στη συνέλευση των θεών.

ε. Ο Θεός χρησιμοποιεί, ως άλλος βασιλιάς, τη γλώσσα των μοναρχών της αρχαίας Εγγύς Ανατολής και ιδίως των Περσών, οι οποίοι συνηθίζουν να προσφωνούν εαυτούς στον πληθυντικό και να διατυπώνουν τα βασιλικά τους θεσπίσματα ομοίως σ΄αυτόν321.

στ. Ο Θεός απευθύνεται προφανώς στη γη, που προσφάτως δημιούργησε, επειδή ο άνθρωπος θα προέλθει απ΄αυτήν κατά την υλική του σύσταση.
Προσέτι στη χρήση του πληθ. «ποιήσωμεν» η βιβλική έρευνα αναγνωρίζει μεταξύ άλλων:

ζ. Έναν πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας (plural of majesty), ο οποίος αποτελεί απλό γραμματικό φαινόμενο, που εναρμονίζεται με το όνομα Elohim του Θεού, το οποίο, ως εκ της παραθέσεώς του σε πληθυντικό στην Π. Διαθήκη, χαρακτηρίζεται επίσης πληθυντικός της μεγαλοπρεπείας.

η. Μια ασαφώς διατυπωμένη λεκτική έκφραση, η οποία διαφοροποιεί το θείο από το ανθρώπινο έργο και αποκλείει κάθε σκέψη ή εντύπωση ομοιότητας του Θεού με τους ανθρώπους, που αναπόφευκτά θα δημιουργούσε η αυστηρά υλιστική για την αρχαία εποχή χρήση του α΄ προσ. ενικού ποιήσω.

θ. Ένα φιλολογικό τέχνασμα, που σχεδιάσθηκε για να δώσει έμφαση στη σπουδαιότητα και επισημότητα του γεγονότος που περιγράφεται322.
Σε αντίθεση με τις ανωτέρω ερμηνείες, η αρχαία χριστιανική Εκκλησία ερμηνεύει το «ποιήσωμεν άνθρωπον» εν αναφορά προς την τριαδικότητα του Θεού. Η ερμηνεία της προκύπτει από το γεγονός ότι ο Θεός ομιλεί εκ μέρους του Εαυτού του και με τον Εαυτό του στον πληθυντικό αριθμό όχι χάριν ευπρεπούς προσηγορίας (reverentiae causa), δηλ. προσφωνώντας τον ευγενικά, αλλά αναφερόμενος στην πληρότητα των θείων δυνάμεων, που αυτός κατέχει. Οι δυνάμεις αυτές, που εμπεριέχονται στην απόλυτη ύπαρξη του Θεού, είναι ασφαλώς κάτι περισσότερο από απλές δυνάμεις. είναι υποστάσεις, οι οποίες νοούνται ως ασυγχύτως ενωμένες κατά την ουσία και αυτοτελώς υφιστάμενες κατά τις ενέργειες εντός της Θεότητας. Πρόκειται άλλως πως περί των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, τα οποία αμυδρώς διακρινόμενα στην Π. Διαθήκη θα διαφανούν, με την πρόοδο της θείας Αποκαλύψεως, ευκρινώς στην Κ. Διαθήκη. Επομένως στο «ποιήσωμεν» έχουμε έναν πληθυντικό, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως πληθυντικός της πληρότητας (plural of fullness)323. Η ερμηνεία αυτή δεν απέχει αισθητά από την ερμηνεία του πληθυντικού της αυτοσύσκεψης. Απλώς εδώ γίνεται πιο συγκεκριμένη, καθώς ο διάλογος του Θεού με τον Εαυτό του είναι ουσιαστικά διάλογος με τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγ. Τριάδος και όχι αποκλειστικά με το πρόσωπό του, δίκην ευγενούς προσφώνησης.
Συνεπώς, κατά τους πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, στην έκφραση «ποιήσωμεν άνθρωπον» του στίχου υποφώσκει το δόγμα της Αγίας Τριάδος.

Σ΄αυτή διακρίνουν από κοινού έναν άμεσο υπαινιγμό των θείων προσώπων της. Έτσι με το «ποιήσωμεν» ο Θεός Πατήρ απευθύνεται, κατ΄άλλους μεν, στον Υιό και το Άγιο Πνεύμα324, οπότε και τα τρία πρόσωπα συνεργούν στη δημιουργία του ανθρώπου, κατ΄άλλους δε, μόνο στον Υιό, ο οποίος ως ο «Εαυτού Λόγος» και η «Εαυτού Σοφία», πραγματοποιεί το θέλημα του Πατρός325.

Πρέπει πάντως να διευκρινισθεί ότι η διδασκαλία του δόγματος αυτού ήταν άγνωστη στην Π. Διαθήκη και ξένη προς τη θεολογική της σκέψη. Μόνο δε ως υπαινιγμός μπορεί να εκληφθεί, ο οποίος υπό το φως της Κ. Διαθήκης κατανοείται πλήρως (Γαλ. 4,4)

(Σταύρου Καλαντζάκη, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός… σελ. 235-240, εκδ. Πουρναρά, οι παραπομπές δεν παρατίθενται)

katafigioti

lifecoaching