ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

ΔΕΥΤΕΡΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Πρόγραμμα Ακολουθιών - 2η Θεία Λειτουργία

Κάθε ΚΥΡΙΑΚΗ τελείται

στον Άγιο Σώστη

και

ΔΕΥΤΕΡΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

ΣΤΙΣ 10.30 - 11.40 Π.Μ.

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

«…Το συμπέρασμα εκ των αναλογιών τούτων προκύπτει αυτόδηλον. Εάν η μεταξύ πλανητών και γης ομοιότης είναι τόσο στενή, εάν και οι αστέρες εκείνοι διατελούν (βρίσκονται) υφ’ ας και η γη συνθήκας, εάν και εκεί υπάρχουν έτη και μήνες και ημέραι και νύκτες και χειμών και θέρος και ατμόσφαιρα και νέφη και βροχαί και συστήματα ξηράς και συστήματα (δεν είναι απίθανον) θαλάσσης και πάσαι τέλος πάντων αι συνθήκαι, υπό τας οποίας εδώ κάτω συντηρείται και προάγεται η ζωή, πώς είναι δυνατόν να είναι οι όγκοι εκείνοι τα ενδιαιτήματα της νεκρώσεως;

Παρατηρήσατε πόση οικονομία εις τον ιδικόν μας πλανήτη επέδειξεν ο Θεός και πώς ουδέ ο ελάχιστος χώρος υπάρχει ακατοίκητος. Πανταχού η ζωή είναι εγκατεσπαρμένη. Πανταχού η ύλη είναι όχι το φορείο, αλλά ο φορεύς της υπάρξεως. Εις τας ερήμους ενδιαιτάται (ζει) ο λέων. Εις τους πόλους η άρκτος (αρκούδα) και η φώκια. Εις τον πυρίκαυστον ισημερινόν ο πίθηκος και το κολίβριον. Εις την επιφάνειαν του δυσώδους έλους μυριάδες μυριάδων εντόμων. Εις μίαν ψεκάδα ύδατος εκατομμύρια μικροοργανισμών. Και εις αυτά ακόμη τα δηλητήρια και τα ισχυρότατα οξέα η ζωή δεν είναι άγνωστος. Και πώς λοιπόν ο Θείος Νους ο οποίος εδείχθη φειδωλότατος (οικονόμος ως προς το χώρο) ως προς τον πλανήτην μας, υπήρξε άσωτος (σπάταλος ως προς το χώρο) όσον αφορά τους λοιπούς;

Να υποτεθεί άραγε ότι όλοι οι τεράστιοι ούτοι όγκοι, από τους οποίους τινές εκατονταπλάσιοι της γης και χιλιοπλάσιοι, ανηρτήθησαν (κρεμάστηκαν) εκεί επάνω δια να φαιδρύνουν (φωτίσουν) ελάχιστα πως (κάπως) τας μαύρας μας νύκτας με την ασθενεστάτην λάμψιν των; Αλλά διατί μάλλον να μην προστεθή αντί πάντων τούτων, μία περιπλέον (παραπάνω) σελήνη εις την υπάρχουσαν, οπότε και η σπατάλη του υλικού θα απεφεύγετο και ο σκοπός καλλίτερον θα επιτυγχάνετο; Έπειτα προς τι αι σελήναι να προστεθούν ως αναγκαία εξαρτήματά των; Ημείς εμάθομεν εκ των Γραφών ότι η ιδική μας σελήνη εδόθη εις τη γην δια να άρχη (εξουσιάζει) της νυκτός και λαμπρύνει αυτήν με την παρουσίαν της.
Τίνα λόγο υπάρξεως έχουν αι σελήναι του Διός και του Κρόνου και του Ουρανού και του Ποσειδώνος, αφού δεν έχουν να φωτίσουν κανέναν; Αλλά τί λέγω; Εκεί επάνω έχει τις δωμάτια επιπλωμένα, αίθουσας φωταγωγημένας, οικήματα προς κατοικίαν έτοιμα, και ουδείς υπάρχει ο οικών;

Μία τοιαύτη υπόθεσις μου φαίνεται δυσπαράδεκτος, ως διισταμένη (αντιτιθέμενη) προς την ανεξάντλητον του Θεού Σύνεσιν και Τέχνην. Ενώ πολύ λογικότερον και θεοπρεπέστερον ευρίσκω, οσάκις ανυψώνω τα βλέμματα προς τους κόσμους εκείνους, να βαυκαλίζομαι (=ξεγελιέμαι,παραμυθιάζομαι) από την γλυκείαν πίστιν ότι και εκεί επάνω πτερουγίζουν ψυχαί και εκεί επάνω πάλλουν καρδίαι και εκεί επάνω ζουν αδελφοί μου και εκεί επάνω ως από θυσιαστηρίου αναθρώσκουν (ανεβαίνουν) καπνοί και αίνοι υπέρ του Τρισενδόξου Γεχωβά».

(πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καλλινίκου (+ 1940), Θαυμαστός ο Θεός εν τοις έργοις αυτού, σελ. 17-18, έκδοση 1910 με ελαφρά μετάφραση δική μας)

«Παράδεισον εν Εδέμ». Ο τόπος τον οποίο ο Θεός προορίζει για κατοικία του πρώτου ανθρώπου ονομάζεται παράδεισος. Έτσι αποδίδει η μετάφραση των Ο΄ το κοινού γένους εβρ. ον.gan, που σημαίνει κήπος και μάλιστα περιφραγμένος. Ο όρος παράδεισος είναι εξελληνισμένος τύπος της περσικής (αρχαίας Βακτριανής) λέξης pairidaeza, που δηλώνει αρχικά έναν περιφραγμένο χώρο και αργότερα έναν τόπο αναψυχής. Εισάγεται δε στην εβραϊκή με τη μορφή pardes, που απαντά στην Π.Διαθήκη ⁵⁵ και δηλώνει επίσης περιφραγμένο χώρο και ειδικά κήπο (56).

Το βιβλικό κείμενο στον παρόντα στ. 8, όπως και στο 10, παρουσιάζει το χώρο αυτό του παράδεισου ενταγμένο σε μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της γης, που την αποκαλεί Εδέμ ͘ «παράδεισον εν Εδέμ» (gan be ̔edheen, κήπον εν Εδέν). Αλλού όμως τον εμφανίζει ως ανεξάρτητο χώρο, ο οποίος ταυτίζεται με την Εδέμ ̇ «gan ̔edhen» κήπος της Εδέν). Αυτό συμβαίνει μόνο στο ΜΚ (Γεν.2,15.3,23̇͘ ̇24), γιατί οι Ο΄ αντί «κήπος της Εδέν» έχουν «παράδεισος της τρυφής». Η αντικατάσταση του κυρίου ον. Εδέμ από το ουσ. τρυφή στη μετάφραση των Ο΄εξηγείται ασφαλώς από το ομοιόσχημο, ομόηχο και ομόστικτο των δυο λέξεων, οι οποίες εκφέρονται με την ιδία λ. ̔edhen, που σημαίνει τέρψη, ηδονή, ευφροσύνη και τρυφή.

Ετυμολογικά ο όρος Εδέμ συνδέεται με τη σουμεριακή-ακκαδική λ. edinu, η οποία σημαίνει κυρίως πεδιάδα, λειμώνας και χρησιμοποιείται ως γεωγραφικός προσδιορισμός για την πεδινή περιοχή, που εκτείνεται μεταξύ των ποταμών Τίγρητος και Ευφράτου στη Νότια Μεσοποταμία. Η αναφορά σε μια τέτοια περιοχή της Ανατολής, όπου καταλήγει το τόξο της Εύφορης Ημισελήνου, μας μεταφέρει στην εικόνα της όασης στην έρημο, ο οποία δεν φαίνεται ν΄απέχει πολύ από τον παράδεισο, όπως περιγράφεται στο ι. κείμενο.

Πράγματι, οπουδήποτε γίνεται λόγος περί παράδεισου στην Π. Διαθήκη ⁵⁷, εμφανίζει την ιδία εικόνα, την εικόνα δηλ. μιας καλώς γνωστής περιοχής, η οποία διακρίνεται για την περισσή ομορφιά της, τη γονιμότητα και την ευφορία της, το κάλλος και τη μεγαλοπρέπεια των δέντρων της και γενικά για τις ανέσεις της. Η εικόνα αυτή για τον άνθρωπο της Διαθήκης συνδέεται με την όαση, η οποία αποτελεί πηγή ζωής για τον οδοιπόρο της ερήμου. Δεν υπήρχε άλλωστε άλλη καταλληλότερη απεικόνιση του παράδεισου από μίαν όαση, η οποία στη συνείδηση του νομάδα ανατολίτη ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με την επιβίωσή του. Και τούτο διότι, κινούμενος μέσα στις άνυδρες και καυτές αχανείς ερήμους, προσδοκούσε εναγωνίως να συναντήσει μια όαση, η οποία με τη δροσιάτου νερού και τη σκιά των δέντρων της θʾ αναζωογονούσε τον ίδιο και τα ζώα του.

Για το λόγο αυτό οι Ο’ της προσδίδουν τη σημασία της τρυφής, στην οποία αντικατοπτρίζεται η ζωή των απολαύσεων και της μακαριότητας. Έτσι εισηγούνται στον ισραηλίτη την ιδέα του «παραδείσου (κήπου) της τρυφής»⁵⁸, ο οποίος στη σκέψη του ταυτίζεται με τον «παράδεισον του Θεού ή Κυρίου» (gan ʼElohim ή Yahweh)⁵⁹. Και τούτο λόγω της σύνδεσης της Εδέμ με την κατοικία του Θεού, που υπαινίσσεται η μαρτυρία της Γενέσεως ότι οι πρωτόπλαστοι «ήκουσαν της φωνής Κυρίου του Θεού περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν» (3,8).
Παρόλα αυτά το πιθανότερο είναι ότι ο ι. συγγραφέας εδώ περιγράφει το τόπο κατοικίας του πρώτου ανθρώπου έχοντας δεδομένη την ύπαρξή του πάνω στη γη και δεν πρόκειται για μυθολογική ουτοπία (60). Φαίνεται δε να τον εντοπίζει , αορίστως και ασαφώς, κάπου στη Μεσοποταμία, όπως υπαινίσσεται η μνεία των γνωστών ποταμών Τίγριτος και Ευφράτου της περιοχής αυτής (Γεν.2,14).

«Επί της γης» τόν εντοπίζουν επίσης οι πατέρες της Εκκλησιάς. Ο Θεόφιλος Αντιόχειας αναφέρει ότι «ο παράδεισος γη εστί και επί της γης πεφύτευται»⁶¹. Ο ι. Χρυσόστομος θεωρεί ότι η τοποθέτηση ονόματος στο τόπο αυτό αρκεί για αποτρέψει τυχόν σκέψεις περί του «μη είναι εν τη γη τον παράδεισον αλλ’ εν τω ουρανω και μυθολογίας τινάς τοιαύτας ονειροπολείν»⁶². Παρεμφερώς εκφράζεται και ο Επιφάνιος Κύπρου ̇ «πηγή ανέβαινεν εξ Εδέμ ͘ ουκ είπεν ʿκατέβαινενʾ, ινα μη νομίσωμεν εν ουρανω είναι τον παράδεισον»⁶³. Ενώ ο Καισάριος τονίζει σαφώς «ο παράδεισος εμοί αισθητός δοκεί υπάρχειν και επι γης»⁶⁴. Σαφής είναι και η θέση του Μεθοδίου Ολύμπου ͘ «ο παράδεισος… .εκ ταύτης εστί γης προδήλως τόπος εξαίρετος ⁶⁵». Ομοίως και ο Προκόπιος Γαζαίος σημειώνει «ουκουν επι της γης ο παράδεισος» και συνεχίζει ͘ «αν αυτός δεν αποτελεί μέρος του κόσμου», τότε πώς ο Θεός τοποθέτησε εκεί «τον γήινον και πλαστόν άνθρωπον;»⁶⁶. Ανάλογη είναι και η άποψη του Μ. Βασιλείου, όπως εμφαίνεται από έναν ειδικό περί του παραδείσου λόγο του ⁶⁷, στον οποίο κατά τρόπο θαυμαστό και υπέροχο περιγράφει λεπτομερώς το κάλλος και τον πλούσιο φυσικό του διάκοσμο, ο οποίος είναι ανάλογος με το ευγενές θείο δημιούργημα, που πρόκειται να φιλοξενήσει.

Έξαλλου και η φράση «παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς» καθιστά σαφές ότι η Εδέμ ήταν τοποθεσία και όχι σύμβολο. Το ίδιο διακρίνεται και στην περιγραφή του παραδείσου στους στ. 11-14, η όποια τείνει να τον παρουσιάσει ως πραγματικό μέρος -μεγάλης εκτάσεως μάλιστα (68)- και όχι ως συμβολικό ή μυθολογικό υπαινιγμό ⁶⁹. Εκείνο πάντως που εντυπωσιάζει από την περιγραφή αυτή είναι ο ποταμός που πηγάζει από την Εδέμ, ποτίζει τον παράδεισο και διατρέχει εξερχόμενος απ’ αυτόν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει προφανώς ότι η Εδέμ αποτελεί το κέντρο του κόσμου και την πηγή της ζωής των κατοίκων του. Ανάλογο υπαινιγμό συναντούμε και στον Ωριγένη, ο οποίος αναφέρει ότι «ο παράδεισος ή ο κήπος του Κυρίου Εδέμ καλείται ͘και φασίν αυτόν μέσον είναι του κόσμου, ως κόρην οφθαλμού».⁷⁰

Σε σχέση με τη θεολογική σημασία του παραδείσου παρατηρούνται τα εξής: Ο ι. συγγραφέας, αναφερόμενος στον παράδεισο, δεν προτίθεται να παράσχει πληροφορίες για μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή της γης, που τη θεωρούσε ως τόπο κατοικίας του πρώτου ανθρώπου. Σκοπός του είναι να περιγράψει τη ζωή της ευδαιμονίας και της μακαριότητας του ανθρώπου αυτού σ΄έναν εξαίσιο και θαυμαστό τόπο, να δώσει όσο γίνεται πληρέστερα και παραστατικότερα την εικόνα της αρχικής απλότητας, αγνότητας και αθωότητάς του σ΄ ένα ιδανικό περιβάλλον, που θα του εξασφάλιζε την αρμονική σχέση του με το Θεό και την κτίση.

Συνεπώς, οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης της Εδέμ στο γεωγραφικό χάρτη της γης ή ταύτισή της με κάποια συγκεκριμένη περιοχή της είναι μάταια. Διότι εδώ έχουμε ενώπιόν μας έναν άνθρωπο, η ιδεώδης αρχέγονος κατάσταση του οποίου απαιτούσε ένα εξίσου ιδεώδες περιβάλλον για τη διαμονή και εργασία του, μη υποκείμενο ασφαλώς σε συγκεκριμένους τοπικούς περιορισμούς. Το γεγονός πάντως ότι ο παράδεισος εν μέρει μόνον προσδιορίζεται στην ορατή γη –όπως μαρτυρεί η αναφορά των γνωστών ποταμών Τίγρητος και Ευφράτου– και εν μέρει μόνον μένει απροσδιόριστος -όπως δείχνουν τα ονόματα των άγνωστων ποταμών Φισών και Γεών (Γεν.2,11) ,τα οποία δεν αντιστοιχούν στη γεωγραφία καμιάς γνωστής περιόδου- υπαινίσσεται εμμέσως πλην σαφώς ότι ο βιβλικός συγγραφέας οραματίζεται στην επίγεια μορφή του παραδείσου τον ουράνιο πνευματικό παράδεισο. Αυτός έχει ετοιμασθεί για μόνιμη κατοικία του ανθρώπου και δεν μπορεί να ταυτισθεί με κάποιο συγκεκριμένο γήινο τόπο.

Προς επίρρωσιν τούτου ο Θεόφιλος Αντιόχειας αναφέρει ότι «ο παράδεισος μέσος του κόσμου και του ουρανού γεγένηται»⁷¹, όπως ακριβώς και ο άνθρωπος ως διφυής κείται στο μεθόριό τους. Ομοίως και ο Ιω. Δαμασκηνός ⁷², φρονεί ότι, όπως ο άνθρωπος δημιουργήθηκε αισθητός και νοητός συγχρόνως, έτσι και ο παράδεισος , «το ιερώτατον τέμενος», όπως τον αποκαλεί, είναι αισθητός και νοητός συνάμα. Διευκρινίζει δε περαιτέρω ότι ο άνθρωπος διαμένει σωματικά στον αισθητό παράδεισο, αλλά ψυχικά διατρίβει στο νοερό, σ΄έναν «υπέρτερο και περικαλλέστερο τόπο», όπου συνοικεί με το Θεό, δέχεται τη χάρη του και απολαμβάνει τους γλυκείς καρπούς της θέας του. Έτσι επιτυγχάνεται η «θεια μέθεξη», η μετοχή του δηλ. στη ζωή του Θεού, η οποία δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη γεύση των καρπών του δέντρου της ζωής. Συναφώς εκφράζεται και ο Νικήτας Στηθάτος³, ο οποίος ομιλεί «περί νοητού και αοράτου παραδείσου», του πρώτου κειμένου στην Εδέμ και του δευτέρου στο εσωτερικό του ανθρώπου.

Στην Κ. Διαθήκη, ως γνωστόν, ο παράδεισος προσλαμβάνει πνευματική έννοια και χρησιμοποιείται για το συμβολισμό της ουράνιου μακαριότητας. Υπό το πνεύμα αυτό ερμηνεύονται οι λόγοι του εσταυρωμένου Κυρίου προς τον ένα εκ των δυο ληστών ̇ «αμην λέγω σοι , σήμερον μετ΄εμού εση εν τω παραδείσω» (Λουκ.23,43). Στην αρπαγή του απ. Παύλου «έως τρίτου ουρανού», ή άλλως «εις τον παράδεισον» (Β’Κορ.12, 24) ο ουρανός συμπίπτει με τον παράδεισο. Από κοινού δεν εκφράζουν το μέγιστο πνευματικό ύψος στο οποίο μπορεί να φθάση ο άνθρωπος για να προσεγγίσει το Θεό και να μπει μέσα στο κλίμα της αιωνιότητας(74). Είναι η ανώτερη πνευματική κατάσταση, η οποία δεν μπορεί να ταυτισθεί με κάποιο συγκεκριμένο τόπο.

Πνευματική έννοια προσδίδουν στον παράδεισο και οι πατέρες της Εκκλησίας στη θεολογική σκέψη των οποίων, εκτός από συγκεκριμένος τόπος στη γη, ήταν και κατάσταση πνευματική. Η κατάσταση αυτή πριν από την τελική κρίση του Θεού αντικατοπτρίζει την ανάπαυση και πνευματική ανάψυξη των δικαίων.

Ενώ μετά την κρίση του, την ευφροσύνη που νιώθουν από τη θεωρία της θειας δόξας του και τη μετοχή τους σ΄αυτήν. Ηταν αισθητός και νοητός συγχρόνως. «Τον παράδεισον νοουμεν μεν σωματικώς, αλληγορούμεν δε και πνευματικώς», τονίζει ο Μ. Βασίλειος στο ομώνυμο έργο του⁷⁵. Επίσης ο Ιω. Δαμασκηνός υπογραμμίζει»· όπως ο άνθρωπος αισθητός άμα και νοητός δεδημιουργήται, ούτω το τούτου ιερώτατον τέμενος, αισθητόν αμα και νοητόν». Συνδέοντάς τον, κατά το παράδειγμα των Ο’, με την ετυμολογική σημασία της εβρ.λ΄edhen, τον ταυτίζουν ως ενδιαίτημα του πρώτου ανθρώπου όχι μόνο με την τέρψη και την ευχαρίστηση, που του γεννούσε το φυσικό του κάλλος, αλλά και με την κατάσταση της πνευματικής χαράς και εσωτερικής αγαλλίασης που απολάμβανε σ΄αυτόν από τη θεά της δόξας του Θεού.

Γενικά στη διδασκαλία της χριστιανικής Εκκλησίας θεωρείται ως ο τόπος της αιώνιας διαμονής των σεσωσμένων, ως η κατάσταση της αιώνιας μακαριότητας των δικαίων, οι οποίοι κατά τη μέλλουσα κρίση θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού. Ωστόσο ο παράδεισος τόσο ως τόπος όσο και ως περιεχόμενο της μακαριότητας της και ευδαιμονίας, αν και απρόσιτος στον πεπερασμένο νου του ανθρώπου , δεν παύει ν΄ αποτελεί το αντικείμενο της πίστεως και της ελπίδας του.

«Κατά ανατολάς». Η φράση δεν προσδιορίζει κάποιο συγκεκριμένο μέρος στο γεωγραφικό ορίζοντα της αρχαίας Ανατολής. Απλώς δείχνει προς την κατεύθυνση της. Συνεπώς, η Εδέμ και μετ΄αυτης ο παράδεισος βρίσκονται στ’ ανατολικά της χώρας του Ισραήλ, στην ανατολική της πλευρά, και όχι ο παράδεισος στο ανατολικό μέρος της Εδέμ. Η προσοχή πάντως του ι. συγγραφέα επικεντρώνεται όχι στον καθορισμό, γεωγραφικά , της περιοχής του παραδείσου, αλλά στην τοποθέτηση του συμβάντος σε μια απομεμακρυσμένη και άγνωστη τοποθεσία».

(Σταύρου Καλαντζάκη, «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός…» σελ. 367-375 εκδ. Πουρναρά, 2001, τα νούμερα παραπέμπουν στις πηγές που δεν αναγράφονται εδώ. Οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Στην οικογένεια που συχνότατα πήγαινε ο Παππούς (άγιος Νικόλαος Πλανάς), τον χώρο τους εντός της αυλής τον είχε νοικιάσει ένας τσαγκάρης κομουνιστής, εκ των σημαινόντων στελεχών. Το μίσος του προς όλους, και εξαιρετικώς προς τους ιερείς, δεν είχε όρια. Εκεί που εργαζόταν παραληρούσε μονολογώντας, από πού θα αρχίσει με την παρέα του να σφάζουν τους παππάδες.

Και έλεγε:
- «Πρώτα – πρώτα, θα σφάξουμε τους παπάδες της Ζωοδόχου Πηγής».
Και έλεγε συνέχεια και για τους άλλους. Όπως σας είπα αυτός εργαζόταν εντός της αυλής. Ο Παππούς με την καλοσύνη του πήγε κοντά του και του λέει:
- «Καλησπέρα, παιδί μου».
Εκείνος, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του από την δουλειά του, κάτι μουρμούρισε. Το άλλο Σάββατο πήγε πάλι ο Παππούς:
- «Καλησπέρα, Λουκά μου».
Εκείνος του απάντησε «καλησπέρα», και πάλι χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του. Σε τρίτη επίσκεψη, του λέει πάλι ο Παππούς:
- «Καλησπέρα, Λουκά μου, τι κάνεις παιδί μου»;
Εδέησε να πει «καλά, παππού».

Συνέχεια ο Παππούς να τον επισκέπτεται εκεί που δούλευε, ώσπου έσπασε ο πάγος. Σηκώνεται από τη δουλειά του, τού ασπάζεται με σεβασμό το χέρι, και λέει σε μας:
- «Όταν θα σκοτώσουν τους παπάδες, εγώ θα πω για τον παπα-Νικόλα να μην τον σκοτώσουν. Και όχι μόνο θα πω, αλλά θα τον περιφρουρήσω».

Κατόπιν όταν ερχόταν ο Παππούς, έσπευδε αυτός να τον συναντά και να του φιλά το χέρι. Ούτε ήξερε ο Παππούς τις προθέσεις του, ούτε από κομμουνισμό είχε ιδέα, ούτε και την μεταβολή του κατάλαβε -έτσι νομίζουμε εμείς.- Ποιος ξέρει πώς έβλεπε αυτός με το διορατικό της ψυχής του.
Λοιπόν, ο κομμουνιστής αυτός, όσα κηρύγματα και αν άκουγε και όσες συμβουλές να του έλεγαν, τίποτα από αυτά δεν θα μπορούσε να επιδράσει στην πωρωμένη ψυχή του, όσο η αγαθότητα του πολιού αυτού γεροντάκου, με το να τον επισκέπτεται όρθιος κάθε φορά, αδιαφορώντας αν αυτός κατ’ αρχήν τον περιφρονούσε. Με την ευχούλα του Παππούλη μετανόησε. Και όταν σε λίγο καιρό αρρώστησε με μία ασθένεια (παράλυση των κάτω άκρων των ποδιών του) και πέθανε σε ηλικία 30 ετών, εκοιμήθη ως καλός χριστιανός και χωρίς να… σκοτώσει κανέναν.

Αυτήν την επίδραση είχε η φυσιογνωμία του Παππού σε όσους τον γνώριζαν. Και για αυτό δεν είχε εχθρό κανέναν. Μόνο τον σατανά, αλλά και αυτόν τον εκμηδένιζε δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που είχε εγκατασταθεί στην ψυχή του».

(Ο άγιος παπα-Νικόλας Πλανάς, εκδόσεις Αστήρ σελ. 62-63)

Άλλη φορά ο πατήρ Νικόλαος Πλανάς, βάδιζε προς τον ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, δίπλα στη λαχαναγορά. Καθ’ οδόν συνάντησε ένα αμάξι, του οποίου το άλογο είχε πέσει κατά γης ημιθανές, ο δε αμαξηλάτης -άνθρωπος τραχύς- είχε αγριέψει και δέρνοντας αλύπητα το ατυχές ζώο, βλασφημούσε ασύστολα τα θεία.

Ο παπά-Νικόλας πλησίασε τον… αποθηριωμένο άνθρωπο και με το ήπιο και καλλιεργημένο χριστιανικό ύφος του, θέλησε να τον καθησυχάσει λέγοντας:

- «Το ζώο δεν έχει τίποτα και θα γίνει καλά, αλλά μη βλαστημάς, παιδάκι μου, το όνομα του Θεού».
Ο αμαξηλάτης στην κατάσταση του θυμού που βρισκόταν, γύρισε τα «πύρινα» μάτια του προς τον σεβάσμιο και νηφάλιο γέροντα και του είπε:
- «Ωρέ γέρο δεν με ξεφορτώνεσαι και συ, μη σε διαβάσω τώρα και σένα;».
Ο παπά-Νικόλας δεν απογοητεύτηκε, ούτε θεώρησε τον εαυτό του προσβεβλημένο, διότι του έλειπε ο εγωισμός, η μεγάλη ιδέα, το ψυχικό αυτό σαράκι που «κουφώνει» τα σπλάγχνα πολλών εξ ημών των κληρικών, ιδιαίτερα μάλιστα εκείνων, που έμαθαν και «πέντε γράμματα».
Πλησίασε το άλογο, το σταύρωσε, έκανε μία προσευχή, το χάιδεψε, και, αμέσως, το άλογο σηκώθηκε στα πόδια του θαλερώτατο!

Έκτοτε ο αμαξηλάτης μεταβλήθηκε σε έναν καλό χριστιανό, συνδέθηκε στενότατα με τον παπα-Νικόλα, στην διάθεση του οποίου έθεσε το αμάξι του και τον «πηγαινοέφερνε» από το σπίτι του στον Προφήτη Ελισσαίο»

(ο Άγιος παπά-Νικόλας Πλανάς, εκδόσεις Αστήρ, σελ. 103-104)

«Γενηθήτω φως»

Η πρώτη ημέρα του δημιουργικού έργου του Θεού εγκαινιάζεται με τη δημιουργία του φωτός διά του λόγου του. Το φως ήταν φυσικό και απαραίτητο να προηγηθεί των λοιπών δημιουργημάτων, γιατί η ύπαρξη του θα αποτελούσε προυπόθεση γι΄αυτά. Έτσι ολόκληρη η θεία δημιουργία λαμβάνει χώρα στο φως.

Ο απόλυτος έλεγχος του Θεού πάνω στον κόσμο καθίστατε ήδη φανερός από τη λιτή, λακωνική δημιουργική εντολή «γενηθήτω φως». Η προστακτική «γενηθήτω», όπως η έννοια του ρ. γίγνομαι ( είμαι, υπάρχω) δηλώνει, καλεί το φως να λάβει ύπαρξη, ν΄αποκτήσει υπόσταση. Ο Θεός προστάζει, όχι βέβαια χρησιμοποιώντας τη φωνή του, κατά τις ανθρώπινες αναλογίες, αλλά κινούμενος καθαρά από εσωτερική διάθεση και επιθυμία. «Ο Θεός ου δείται φωνής, αρκούσης αυτώ τής βουλήσεως» (102).
Το πρόσταγμα του δεν είναι ο θείος λόγος, που «εκπέμπεται» διά του φωνητικού οργάνου, ερμηνεύουν οι πατέρες, αλλά το θείο θέλημα (103). Το πρόσταγμά του δεν είναι ο θείος λόγος, που «εκπέμπεται» διά του φωνητικού οργάνου, ερμηνεύουν οι πατέρες, αλλά το θείο θέλημα. Το πρόσταγμα αυτό προυποθέτει τη δύναμη του και αντικατοπτρίζει ουσιαστικά το δημιουργικό του έργο «το πρόσταγμα έργον ην» (104).

Με το «γενηθήτω» το φως αποσπάται αυτομάτως από το ανενεργό και σκοτεινό χάος και ενεργοποθείται από το πνεύμα του Θεού, προκειμένου να καταστεί το θεμέλιο ολόκληρης της οργανικής ζωής στον κόσμο. Διαχωρίζεται δηλ. από την πρωταρχική ύλη, εντός της οποίας τα δημιουργήματα δεν είχαν ξεχωριστή ύπαρξη και κάθε στοιχείο ήταν αδιαχώριστο από τα άλλα.

Το φως εμφανίζεται εδώ ως ένα άυλο φαινόμενο, ή ακριβέστερα σαν μια κατάσταση της ύλης, που μπορούσε να υπάρξει αυτοτελώς χωρίς τη φυσική του πηγή, τον ήλιο, ο οποίος θα δημιουργηθεί την Τετάρτη ημέρα. Γεννάται δε ευλόγως το ερώτημα, που η φυσική εμπειρία του ανθρώπου υπαγορεύει πώς εξηγείται αυτό, αφού η αίσθηση του σχετίζεται με την ύπαρξη των ουρανίων σωμάτων ως πηγής, η οποία το εκπέμπει; Ορισμένοι ερμηνευτές υποστηρίζουν ότι στη δημιουργία του «ουρανού και της γης», που προηγήθηκε (1,1), εμπερικλείονται και τα ουράνια σώματα, μεταξύ των οποίων και ο ήλιος ως πηγή του φωτός (105). Άλλοι πάλι διακρίνουν την ύπαρξη του στη λάμψη που εξέπεμπε η βιαία σύγκρουση και τριβή των στοιχείων της ύλης κατά τη διάρκεια της ενεργοποίησης και τακτοποίησής της (106).

Ανάλογο είναι επίσης και το ερώτημα, γιατί το φως δημιουργείται πρώτο μεταξύ των θείων δημιουργημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του αστρικού συστήματος, το οποίο σχετίζεται άμεσα με την ύπαρξη του; Οι απαντήσεις που δίδονται σε αυτό συνοψίζονται στις ακόλουθες τέσσερις :
α: Η δημιουργία του φωτός προηγείται εκείνης των λοιπών δημιουργημάτων, επειδή καθιστά δυνατή τη χρονική διαδοχή εντός της οποίας τοποθετείται ο κόσμος, δηλ. το βασικό κύκλο του χρόνου και της τάξης. Ή, άλλως, με τη δημιουργία του στην αρχή του δημιουργικού έργου του Θεού τίθεται η βάση της χρονικής τάξης πρίν από την δημιουργία του «κοσμοχώρου» (107).
β: Η δημιουργία του φωτός προηγείται, αφ΄ενός μέν γιατί αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για τη ζωή, το οποίο μάλιστα σχετίζεται άμεσα με το χρόνο, και αφ΄ετέρου γιατί συμβολίζει την παρουσία του ιδίου του Θεού στον κόσμο και προοιωνίζει της εμφάνιση της ζωής.
γ: Η δημιουργία του φωτός προηγείται για πρακτικούς λόγους, αφού θ΄αποτελούσε της βάση της τάξης και της εργασίας.
δ: Για τους ανατολικούς λαούς το φως δεν συνδέεται κατ΄ανάγκη με τον ήλιο (108).

Διάφορες απόψεις διατυπώθηκαν εξάλλου και ως πρός την φύση του φωτός, το οποίο περιγράφεται ως υλικό «πλήρες μυστηρίου», ή «υπέρτατο στοιχείο», ή «λεπτότατο των στοιχειωδών δυνάμεων».
Ειδικά ο Γρηγόριος Νύσσης το χαρακτηρίζει ως «πυρός ουσία» και «φωτιστική ή πυρώδη ουσία» (109). Γενικά οι πατέρες της Εκκλησίας, αφορμώμενοι από την αντίληψη τους περί του φωτός ως φυσικού φαινομένου, σαφώς διακρινομένου απο το σκότος – όπως άλλωστε το αντιλαμβάνεται κ η Π.Διαθήκη- εισχωρούν στη μεταφορική και πνευματική του σημασία. Έτσι το αισθητό φώς της δημιουργίας, που εξαφάνισε το σκότος ερμηνεύουν ως το «νοητόν φώς» (110), το οποίο διαλύει το σκότος της πλάνης και ευφραίνει τον κόσμο, δίδοντας σ΄όλα όψη θελκτική και ευχάριστη. Σ΄αυτό διακρίνουν το «αληθινόν φώς» (111), που είναι ο ίδιος ο Θεός και το πνεύμα του «φώς γάρ ων ο Θεός»(112).
Από τα ανωτέρω αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο ι. συγγραφέας με την αναφορά του στο φως δεν εννοεί το συγκεκριμένο φυσικό φως των ουρανίων φωτεινών σωμάτων, περί των οποίων θα κάνει ειδικό λόγο παρακάτω. Εννοεί ένα αυτοτελές αρχικό φως, που διαχέεται και φωτίζει τα πάντα. Είναι δε απαραίτητο για τη ζωή, γι΄αυτό και δημιουργείται πρώτο.

Η σύγχρονη επιστήμη της αστροφυσικής, με βάση τα πορίσματα των ερευνών της για τη δημιουργία του σύμπαντος, αποφαίνεται πράγματι για την ύπαρξη ενός κοσμικού φωτός, που διαχέεται μέσω του νεφελώματος από το οποίο εξελίχθηκε το ηλιακό σύστημα.
Το διάχυτο αυτό φως κατανοείται ως η συνεχής ροή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (ακτινοβολίας), τα οποία πέφτουν πάνω στα αντικείμενα και τα καθιστούν ορατά στον άνθρωπο. Άρα πηγή του δεν είναι ο ήλιος ή κάποιο άλλο φωτεινό σώμα – όπως ο κοινός νούς πίστευε, στηριζόμενος στη φυσική παρατήρηση -, αλλά η ατμόσφαιρα που τα περιβάλλει (113). Και τούτο διότι, όπως υποστηρίζουν οι φυσικοί, τα σώματα αυτά είναι καθαυτά σκοτεινά, ετερόφωτα και όχι αυτόφωτα.
Επομένως, υφίσταται η δυνατότητα ύπαρξης φωτός πρίν από τη δημιουργία του ηλίου, της σελήνης και των αστέρων. Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας κατά τρόπο αξιοθαύμαστο το φαινόμενο, διακρίνει τη φύση του φωτός από το φωτεινό σώμα (114) αιώνες πολλούς πρίν την ανακάλυψη από τον A. Einstein των φωτονίων, τα οποία δημιουργούν την αίσθηση του φωτός και ορίζουν ό,τι ονομάζουμε «φώς» στην επιστήμη της Φυσικής. Άλλωστε όλες οι μορφές της ύλης τότε έμοιαζαν κατά κάποιο τρόπο με το φώς (115).

Εν κατακλείδι αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι η πρόταξη του φωτός από τη θεωρούμενη πηγή του στην τάξη της δημιουργίας δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα επιστημονικής άγνοιας του ι. συγγραφέα. Απλούστατα διότι εκείνο που θέλει να δηλώσει είναι ο Θεός ως παντοδύναμος προκάλεσε το φώς να φωτίσει τον κόσμο από μια πηγή διαφορετική απ΄αυτήν του ηλίου κατά τις πρώτες ημέρες της δημιουργίας (116).
Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Αγία Γραφή αρχίζει (Γεν. 1,5) και τελειώνει (Αποκ.22,5) περιγράφοντας έναν κόσμο, ο οποίος δεν έχασε τη λαμπρότητα του και είναι γεμάτος με θείο φως και όχι με το φως του ηλίου(117). Φυσικά ο τρόπος σκέψης του βιβλικού συγγραφέα είναι διαφορετικός απο τη λογική ενός σύγχρονου φυσικού επιστήμονα, ο οποίος θα κατέτασσε τα δημιουργήματα σύμφωνα με τις αρχές της Φυσικής επιστήμης. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να γίνεται σύγκριση των βιβλικών με τα επιστημονικά δεδομένα, έχοντας υπόψη ότι, όπου τυχόν η βιβλική διήγηση ανταποκρίνεται σ΄αυτά, η ανταπόκριση αυτή είναι εντελώς συμπτωματική, αν και πλήρως επαληθευτική και ενισχυτική της θείας αποκαλύψεως. Και τούτο διότι ο κύριος σκοπός του ι. συγγραφέα είναι να εκθέσει, κινούμενος σε καθαρώς θρησκευτικό έδαφος και όχι επιστημονικό έδαφος, την πίστη του ότι το σύμπαν και ότι υπάρχει σ΄αυτό εκφράζει την επιθυμία του Θεού (118).

Είναι επίσης πολύ πιθανό να ήθελε, με την αποφυγή εξάρτησης του φωτός απο τον ήλιο, να προβεί σε μια ανοικτή διαμαρτυρία εναντίον της λατρείας του ηλίου, η οποία συνηθιζόταν τότε στον ειδωλολατρικό κόσμο. Ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί σχετικώς ότι οι πιστοί έπρεπε να προστατευθούν και να μην ακολουθήσουν την ηλιολατρεία νομίζοντας ότι ο ήλιος αντικαθιστά το Θεό ως αρχηγός της ζωής και ζωοδότης(119). ……..
…… Ένα ερώτημα που απασχολεί τους ερμηνευτές αλλά και απλούς αναγνώστες της Βίβλου αναφορικά με τη δημιουργία των ουρανίων σωμάτων είναι τούτο: Ποιά η σχέση του ηλίου, της σελήνης και των άστρων, ως φωτεινών σωμάτων, με το φως, το οποίο είχε δημιουργηθεί πρίν από αυτά; Ή άλλως, πως ήταν δυνατόν να υπάρχει φως ήδη από την πρώτη ημέρα της Δημιουργίας, ενώ απουσίαζε ο ήλιος, η θεωρούμενη πηγή του, που δημιουργήθηκε μόλις την τέταρτη ημέρα; Την απάντηση δίδει η ίδια η βιβλική διήγηση με τη διάκριση, που κάνει μεταξύ της δημιουργίας των φορέων του φωτός ( των «φωστήρων» ) την τετάρτη ημέρα. Το φως εμφανίζεται κατ’ εντολήν του Θεού αυτοτελώς και εκπέμπεται από μια πηγή διαφορετική απ’ αυτήν του ηλίου. Ο ήλιος – όπως και τα άλλα φωτεινά σώματα- δημιουργείται μετά το φως, για ν’ αποτελέσει απλώς το φορέα του, το όχημα μεταφοράς του στον κόσμο (281).

O M. Bασίλειος κατά τρόπο αρκετά εύγλωττο αποφαίνεται επ’ αυτού· «τότε μεν ( την πρώτη ημέρα) αυτή του φωτός η φύσις παρήχθη· νυν δε (την τέταρτη ημέρα) το ηλιακόν τούτο σώμα είναι τω πρωτογόνω εκείνω φωτί παρεσκεύασται»(282)
Και συνεχίζει, παραπέμποντας στη διαφορά, που υπάρχει ομοίως μεταξύ της φωτιάς και του λύχνου, καθώς η πρώτη έχει τη δύναμη να δίδει φως, ενω ο δεύτερος κατασκευάζεται για να δείχνει το φως σ’ αυτούς που το έχουν ανάγκη (283).
Ανάλογη διάκριση κάνει και ο απ. Παύλος, απευθυνόμενος προς την Εκκλησία των Φιλίππων, μεταξύ των πιστών ανθρώπων, οι οποίοι ξεχωρίζουν μέσα στη διεστραμμένη γενεά και φαίνονται «ως φωστήρες» στον κόσμο (Φιλιπ. 2,15) και του Ιησού, που είναι ο ίδιος το «φως το αληθινόν» (Ιω. 1,9. Α΄Ιω. 2,8)

Ο Προκόπιος Γαζαίος εξηγεί περαιτέρω ότι το πρωτόγονο εκείνο άυλο φως ήταν αρχικά διάχυτο, αλλά στη συνέχεια ο Θεός το συγκέντρωσε και δημιούργησε τα φωτεινά σώματα. Δηλ. όπως ακριβώς έπραξε και με το νερό ενωρίτερα, το οποίο στην αρχή ήταν διασκορπισμένο σ’ όλη την επιφάνεια της γης, κατόπιν όμως το συγκέντρωσε σε ορισμένους χώρους και έτσι προέκυψαν οι θάλασσες, οι λίμνες, οι ποταμοί, οι πηγές κλπ. Προσθέτει μάλιστα ότι το πιο καθαρό και ευκρινές ποσόν του πρωτογόνου φωτός το διοχέτευσε στον ήλιο, ενω το υπόλοιπο το μοίρασε στα υπόλοιπα άστρα (284).

Συναφής είναι και η εξήγηση του Σεβηριανού Γαβάλων, ο οποίος βλέπει την ύπαρξη «ενός μονοειδούς» φωτός την πρώτη ημέρα, το οποίο ο Θεός διαμερίζει ως άλλος «τεχνίτης» και μοιράζει στα φωτεινά σώματα (285).
Είναι άκρως σημαντικό το γεγονός ότι στο σημείο αυτό η κοσμολογική διήγηση της Γενέσεως εναρμονίζεται, σε γενικές βεβαίωςς γραμμές, με τα επιστημονικά δεδομένα τόσο της Αστρονομίας, η οποία διακρίνει τη δημιουργία του φωτός απ΄αυτή των πλανητών, όσο και της Φυσικής, η οποία δέχεται την ύπαρξη του φωτός διά των φωτονίων πρίν απο τη δημιουργία των φωτεινών σωμάτων. (Ειδική αν’αλυση στο στ.3)
«Και είδεν ο Θεός ότι καλόν».

Είναι η γνωστή formula με την οποία ο Θεός επιδοκιμάζει και εγκρίνει το νεο κτίσμα του μετά το πέρας της δημιουργίας του (286).(Περισσότερα σχόλια στους στ.4~8~10)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
102. Προκοπίου Γαζαίου,
103. «Όταν δε φωνήν επί Θεού και ρήμα και πρόσταγμα λέγωμεν, ου διά φωνητικών οργάνων εκπεμπόμενων ψόφον..τον θείον λόγον νοούμεν, αλλά την εν θελήματι ροπήν.» (.Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, Β΄,7, Σ. 45Β)
«Στόμα και λαλιάν του Θεού λέγοντος, το ενδεικτικόν της βουλήσεως» (Ιω. Δαμασκηνού, Διάλογος κατά μανιχαίων, Α΄PG 94,841 πρβλ. Προκοπίου Γαζαίου, αυτόθι)
104. Μ. Βασιλείου, αυτόθι πρβλ. « θείος λόγος ςτσί το του φωτός έργον» (Γρηγορίου Νύσσης, Περί της Εξαημέρου, σ 76 Α).
105. Βλ. H. Sailhamer, “Genesis”, σ. 26. C Westermann, Genesis 1-11. A Commentary, σ. 112
106. Γρηγορίου Νύσσης, ένθ΄ανωτ., σ. 76 Α πρβλ. Ι. Φούντα, Γένεσις, Πειραιεύς 1985, σ. 50
107. C. Westermann, αυτόθι
108. D. E. Gowan, «From Eden to Babel. A. Commentary of the Book of Genesis 1-11» , ITC, Edinburgh 1988, σ.22
109. Ένθ΄ανωτ., σ. 73D και 76C πρβλ. «φωτιστική δύναμις» και «φωτιστικός λόγος» (σ.73D)
110. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, ομιλ 3, σ. 34 πρβλ. Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, Β΄7, σ. 44C
111. Γρηγορίου Νύσσης, ένθ΄ανωτ., σ.81Β. Μ. Βασιλείου, ένθ΄ανωτ., Β΄, 8, σ. 52Β.
112. Προκοπίου Γαζαίου, ένθ΄ανωτ., σ. 61C πρβλ. «έσται σοι Κύριος φως αιώνιον» (Ης. 60,19) «εγώ ειμι το φως του κόσμου» (Ιω. 8,12). Ιω. 1,4. Α’ Τιμ. 6,16 κ.α.
113. C. F. Keil – F. Delitzsch, «The First Book of Moses (Genesis)», σ.49
114. «Τότε μεν γαρ αυτή του φωτός η φύσις παρήχθη, νυν δε το ηλιακόν τούτο σώμα όχημα είναι τω προτογόνω εκείνω φωτί παρεσκεύασται» (Εις την Εξαήμερον, ΣΤ’, 2, Σ. 121 Α)
115. Τα φωτόνια είναι στοιχειώδη ποσά ενέργειας, που εκπέμπονται η απορροφούνται από τα άτομα της ύλης και καλούνται κβάντα φωτός. Αφού υπήρχαν τα φωτόνια, τότε πως δικαιολογείται το σκοτάδι, διερωτάται κανείς; Πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι πράγματι το σύμπαν στην αρχή ήταν αδιαφανές και σκοτεινό. Βαθμιαία όμως διαστελλόταν και μαζί του μεγάλωνε και το μήκος κύματος του πρώτου εκείνου φωτός, το οποίο αρχικά ήταν εκτυφλωτικό και ερχόταν, όπως και σήμερα, από παντού. Βαθμιαία έγινε ερυθρό, αργότερα υπέρυθρο, ώσπου έφυγε εντελώς απο την πτική περιοχή. Γι’ αυτό δεν το βλέπουμε, αλλά το μετρούμε. (E. Kolb – M. Turner, The Early Universe. Frontiers in Physics, Callifornia 1990, σ. 80, Γ. Γούναρη, ένθ’ ανωτ., σ.119-120)
116. V. P. Hamilton, «The Book of Genesis. Chapters 1-17», σ. 121
117. «Ουκ έχουσιν χρείαν φωτός λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Υεός φωτίσει επ’ αυτούς» (Αποκ. 22,5). Ο Καλβίνος, σε σχόλιο του σχετικό με την ύπαρξη του φωτός χωρίς τον ήλιο, σημειώνει ότι ο «Κύρος από την αρχή της δημιουργίας μαρτυρεί ότι κρατεί στα χέρια του το φως, το οποίο μπορεί να μεταδώσει σε μας χωρίς τον ήλιο» (Commentaries on the First of Moses called Genesis, μεταφρ. J. King, τόμ. 2 {Grand Rapids: Eerdmans, ανατ, 1948} 1:76).
118. C. A. Simpson (INTR.-EXEG.), «The Book of Genesis», σ.468, Το φως ως πρώτο δημιούργημα απαντά και σε εξωβιβλικές κοσμολογίες και κυρίως των ινδών, βαβυλωνίων, ελλήνων και φοινίκων. Διαφέρει όμως απο το φως της βιβίκής διήγησης, διότι, ενώ το εξωβιβλικό συνιστά απλώς προυπόθεση της κοσμικής τάξης, το βιβλικό, πέραν αυτού, καθορίζει τα πλαίσια εντός των οποίων λαμβάνει χώρα η εξαήμερη δημιουργία και κατευθύνει την πορεία της τάξης του κόσμου από την αρχή ως το τέλος της (αυτόθι, σ. 469. C. Westermann, ένθ’ ανωτ., σ. 112)
119. Ένθ’ ανωτ,. Ε’,1, σ. 96ΑΒ……………
281 «Πρώτον μέν ο δημιουργός απλούν φως κατεσκεύασεν, ο δη και ημέραν εκάλεσεν, έπειτα τον ήλιον εκ του πυρός και φωτός συγκείμενον» (Ευσταθίου Αντιοχείας, Υπόμνημα εις την Εξαήμερον, PG 18,717 B).
282 Ένθ΄ανωτ., ΣΤ΄,2, σ. 121 Α πρβλ. «τούτο το ηλιακόν φως, όχημα εκείνω τω φωτί τω προτογόνω παρεσκεύασται» (Ευσταθίου Αντιοχείας, αυτόθι).
283 «Ως γαρ άλλο το πυρ και άλλο ο λύχνος. Το μεν την του φωτίζειν δύναμιν έχον, το δε παραφαίνειν τοις δεομένοις πεποιημένον, ούτω και τω καθαροτάτω εείνω και ευκρινεί και αύλω φωτί όχημα νυν οι φωστήρες παρεσκευάσθησαν» (αυτόθι)
284 Εις την Γένεσιν ερμηνεία, σ.88BC
285 «Το φως,εν υπάρχον, μονοειδές, κατατεμών ο τεχνίτης, εμέρισεν εις ήλιον και σελήνην και άστρα» (ένθ’ ανωτ.,σ.449)
286 Πέραν αυτού η φράση εμπεριέχει από μια άποψη και τη σημασία του κλασικού χαρακτηρισμού του «καλού καγαθού» (Κ.Βλάχου, «Η αφετηρία της Γενέσεως. Συνοπτική θεώρησις της κοσμολογίας και ανθρωπολογίας του βιβλίου της Γενέσως», Ββιβλικά Α΄,Αθήναι 1993, σ.68)

(Σταύρου Καλαντζάκη, «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός…», Εκδ. Πουρναρά, σελ. 102-109 & 203-206)

Όταν έρθει αυτή η εποχή, τότε θα αρχίσει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους. Μα όσο μακριά και αν είναι αυτή η εποχή, βρίσκεται καθ΄οδόν και θα έρθει.

Αγαπάτε τους φίλους σας.

Η αγάπη προς τους φίλους είναι ακριβή. Εγώ μιλώ για την αληθινή, θεία αγάπη. Βοήθησε το φίλο σου για το καλό - και ζήτησε τη βοήθειά του για το καλό - μόνον αυτό μπορεί να ονομαστεί πραγματική φιλική αγάπη.

Επιθυμώ το φίλο όχι για να κολακεύει τις αδυναμίες μου και να σκεπάζει και να δικαιολογεί τα λάθη μου αλλά, αντίθετα, να με διορθώνει στο κακό και να με υποστηρίζει στο καλό.

Τέτοια φιλία είναι καθαρτήριο, στο οποίο ο άνθρωπος καθαρίζεται από τις άγριες και χαμηλές συνήθειες και διαθέσεις. Η φιλία είναι πιο απαραίτητη στην ψυχή παρά στο σώμα. Στη θλίψη η σκέψη του φίλου φέρνει ευχάριστη όψη στο πρόσωπο. Στο νεκρικό κρεβάτι η παρουσία του φίλου ομορφαίνει το πρόσωπο του θανάτου. Η φιλία είναι πάντοτε η ζωοδότρα πνοή του αγγέλου που μας παρακολουθεί στη ζωή, που μας σηκώνει όταν πέφτουμε και μας εμπνέει όταν αποδυναμωνόμαστε.

Ανάλογα με το είδος της αγάπης που προσφέρει ένας άνθρωπος στους φίλους του, τέτοιους φίλους θα βρει. Ο καθένας έχει το φίλο που του αξίζει. Ανάλογα με την ποιότητα ή το μέγεθος της θυσίας βρίσκονται οι φίλοι. Θα πρέπει να απαρνηθώ οτιδήποτε ευτελές για να μπορέσω να έχω για φίλο εκείνον που το ύψος της ψυχής του μ΄αρέσει. Και πρέπει να αποβάλω τον εγωισμό αγαπώντας έναν μη εγωιστή φίλο. Και πρέπει να αποβάλω τη θηριωδία αγαπώντας έναν ευγενή φίλο.

Η φιλία είναι σχολείο. Ό,τι είδους είναι η φιλία τέτοιου είδους είναι και το σχολείο. Κάποιον η φιλία τον ανεβάζει στον ουρανό και άλλον τον τραβά στην κόλαση. Φιλίες οι οποίες είναι συνωμοσία ενάντια στο καλό υπάρχουν αρκετές. Τέτοιες φιλίες υπάρχουν πολλές και στο περιβάλλον μας. Φίλοι μπορούν να γίνουν κι εκείνοι που ούτε γνωρίζονται ούτε σέβονται ούτε θυσιάζονται ο ένας για τον άλλον. Φίλοι μπορούν να γίνουν άνθρωποι διαφορετικής ψυχοσύνθεσης για το κέρδος. Φίλοι γίνονται άνθρωποι διαφορετικών αρχών όχι λόγω των αρχών αλλά για τον πλούτο. Λόγω ειδικού καθεστώτος για να πάρουν άδεια εργασίας και λόγω προμηθειών, λόγω πλιάτσικου και κλοπής.

Φίλοι συχνά αποκαλούνται προσωρινά και εκείνοι που στο βάθος της ψυχής τους περιφρονούν ο ένας τον άλλον. Χαμογελούν ο ένας στον άλλον συχνά εκείνοι που με χαμόγελα καταπιέζουν ξεσπάσματα μίσους ο ένας για τον άλλον. Αχ! αυτά τα φιλικά χαμόγελα! Συχνά σημαίνουν αυλαία πάνω από την κόλαση. Φίλοι γίνονται συχνά άνθρωποι λόγω δειλίας, συχνά από φόβο του ενός προς τον άλλον, πολλές φορές από ματαιοδοξία, συχνά λόγω του ότι βαριούνται. Αυτή είναι πρόσκαιρη και συμφεροντολογική φιλία - το μεγαλύτερο ζιζάνιο που μεγαλώνει στη γη και η μεγαλύτερη ντροπή των ανθρώπων.

Είναι λοιπόν περίεργο που οι άνθρωποι δεν αγαπούν τους εχθρούς τους, όταν δεν ξέρουν να αγαπούν ούτε τους φίλους τους; Είναι παράξενο να μην μπορεί να διαβάσει βιβλία το παιδί που δεν έμαθε την αλφάβητο; Πώς μπορεί να αγαπήσει ο άνθρωπος τον απόμακρό του, όταν δεν μπορεί να αγαπήσει τον πλησίον του; Πώς μπορεί ο Σέρβος να αγαπήσει τον Γερμανό, όταν ο Σέρβος δεν έμαθε να αγαπά το Σέρβο; Πώς οι μη γνωρίζοντες τον Θεό Ιάπωνες να αγαπήσουν τους χριστιανούς Ρώσους, όταν οι Ρώσοι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλο; Ποτέ δεν θα υπάρξει αγάπη προς τους εχθρούς, μέχρι να υπάρξει αγάπη ανάμεσα στους φίλους. Και δεν θα υπάρξει αγάπη ανάμεσα σε φίλους, μέχρι να οικοδομηθεί επάνω στη γνώση των άλλων, το σεβασμό και τη θυσία.

Όσο η φιλία θα αποτελεί μόνο υπηρέτρια των κατώτερων στόχων, τόσο θα κυβερνά στον κόσμο το κακό.

Η χριστιανική αγάπη κινείται κυκλικά.

Πρώτα έρχεται η αγάπη προς τον εαυτό μας, κατόπιν η αγάπη προς τους φίλους μας, μετά η αγάπη προς τους εχθρούς μας και, τέλος, η αγάπη προς τον Θεό. Ο Χριστός την αγάπη προς τον εαυτό μας την πήρε για μέτρο της αγάπης μας για τους ανθρώπους και για τον Θεό. "Όπως αγαπάς τον εαυτό σου", λέει ο Χριστός, "να αγαπάς και τον πλησίον". Αν οι άνθρωποι είχαν χριστιανική αγάπη προς τον εαυτό τους, γρήγορα θα είχαν και χριστιανική αγάπη προς τους φίλους τους και προς τους εχθρούς τους.

Αλλά αυτή η βασική αγάπη των ανθρώπων - η αγάπη προς τον εαυτό μας - ακόμα πλειοψηφεί ως ζωώδης, εγωιστική, αδηφάγα, ακάθαρτη, οπότε και κάθε άλλη αγάπη, βασιζόμενη σε τέτοια αγάπη είναι ομοίως τέτοια.

Όμως, θα έρθει μια καλύτερη εποχή, κατά την οποία οι άνθρωποι θα αγαπιούνται περισσότερο με το πνεύμα και την αλήθεια, και λόγω του πνεύματος και της αλήθειας, θα έχουν αληθινή αγάπη τόση όση είναι σήμερα η ψευδής αγάπη.

Θα έρθει εποχή κατά την οποία ο φίλος για τον φίλο θα είναι ιερέας και εξομολόγος, και όχι συνεργάτης στην συγκέντρωση πλούτου και την απόλαυση αυτού του κόσμου.

Θα έρθει εποχή κατά την οποία ο φίλος θα είναι για τον φίλο παρηγορητής και γιατρός, και όχι αποπλανητής και εξολοθρευτής της ψυχής.

Όταν έρθει αυτή η εποχή, τότε θα αρχίσει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους. Μα όσο μακριά και αν είναι αυτή η εποχή, βρίσκεται καθ΄οδόν και θα έρθει.

Η αγάπη με την οποία σήμερα οι άνθρωποι αγαπιούνται οδηγεί στην αυτοκτονία. Αλλά όταν έρθει εκείνη η εποχή θα φέρει μαζί της και την αγάπη η οποία θα καθοδηγεί προς τη ζωή.

Ακόμα δεν ήρθε η εποχή της αγάπης προς τους εχθρούς, αφού ακόμα δεν πληρούμε την εντολή για την αγάπη προς τους φίλους.

Αλλά θα εκπληρωθεί και η μια και η άλλη εντολή, γιατί δεν προέρχονται από τον άνθρωπο αλλά από τον Θεό. Και η θεϊκή εντολή δεν μπορεί να μείνει ανεκπλήρωτη. Δεν μπορώ, εγώ, αδελφοί μου, να σας παρακινήσω με τους αδύναμους λόγους μου, ώστε να εκπληρώσετε τις θεϊκές εντολές περί αγάπης.

Όμως, θα σας κινήσει σε αυτό ο Θεός, ο οποίος κινεί τους ήλιους. Δεν μπορώ να σας δώσω ούτε τη δύναμη για τη γνώση ούτε τη δύναμη για το σεβασμό ούτε τη δύναμη για τη θυσία. Αυτή την δύναμη θα σας τη δώσει Εκείνος που έχει την παντοδυναμία στα χέρια Του και που κινεί τα σύννεφα με τις σκέψεις.

Ο λόγος περί Θεού θα καταστρεφόταν αν εξαρτιόταν από τους λόγους μου και από τις δικές σας συνήθειες. Αλλά ο λόγος περί Θεού, ανεξάρτητα απ' όλους εμάς θα πετύχει και θα νικήσει. Εκείνος του οποίου τα χρόνια δεν έχουν αριθμό και η οντότητά του δεν έχει τέλος δεν μπορεί να αφήσει το επίγειο σπίτι του στις διαθέσεις μας, στα αδύναμα δημιουργήματά του, των οποίων η αρχή και το τέλος σχεδόν συναντιούνται σ΄ένα σημείο και των οποίων η οντότητα είναι μια κουκκίδα. Δεν είναι ο άνθρωπος αλλά ο Θεός φερέγγυος και πιστός εγγυητής της βασιλείας της αγάπης στη γη.

Ο Θεός μας είναι εγγυητής ότι ο ήλιος δε θα σβήσει πριν να δει τα τέκνα Του επί της γης να μοιάζουν στον επουράνιο Πατέρα τους. Κοίτα, σε λίγο καιρό θα σβήσει για μας ο ήλιος: Σκεπασμένοι από το μαύρο πέπλο του θανάτου, θα μείνουμε κρυμμένοι από τον ήλιο. Αλλά γιατί να μη μας δει ο ήλιος, όσο ζούμε, σαν τέκνα που μοιάζουν στον επουράνιο Πατέρα τους; Ας υποσχεθούμε ότι θα δώσουμε τέτοια ευχαρίστηση στον ήλιο και τόσο μεγαλύτερη ευχαρίστηση σ΄εμάς και τους φίλους μας! Ας είναι αρωγός μας σ΄αυτό ο επουράνιος Πατέρας μας, και τώρα και στους αιώνες.

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Αργά βαδίζει ο Χριστός" - Tου Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

(αγίου Κασσιανού)

«Οι Άγιοι παρεκκλίνουν από την αλήθεια όταν πρόκειται για την ωφέλεια της ψυχής, όπως ακριβώς χρησιμοποιεί κανείς και το φυτό ελλέβορο για να θεραπεύσει τις σωματικές ασθένειες».
Πρέπει να κάνουμε χρήση του ψέματος σε ακραίες περιπτώσεις, όπως ακριβώς θα κάναμε και με τον ελλέβορο. Όταν δηλαδή πάρουμε ελλέβορο την ώρα που κινδυνεύουμε απο μια θανατηφόρα αρρώστια, γιατρευόμαστε. Αν όμως πάρουμε αυ΄τη την ουσία σε διαφορετική περίπτωση και όταν δεν διατρέχουμε κανέναν κίνδυνο, αυτή θα προκαλέσει ακαριαίο θάνατο.

Οι άγιοι άνθρωποι που ευαρέστησαν στον Θεό, μεταχειρίσθηκαν σωτήρια το ψέμα, τη στιγμή ακριβώς που κινδύνευσαν να πέσουν στην αμαρτία.. Γι’ αυτό και όχι μόνο δεν κατακρίθηκαν, αλλά και δικαιώθηκαν. Σκεφθείτε τι θα είχε συμβεί, αν αυτοί δεν είχαν κάνει αυτή τη μικρή παρέκκλιη και προτιμούσαν να μείνουν άκαμπτοι στις αρχές τους.

Τέτοια ήταν η περίπτωση της Ραάβ. Η Αγία Γραφή δεν αναφέρει οτι η Ραάβ διέθετε καμιά αρετή, παρά μόνο την αναισχυντία της (Ιης.Ναυή 2, 1-6). Παρόλα αυτά, αντί να προδώσει τους κατασκόπους του Ιησού του Ναυή, τους έκρυψε λέγοντας ένα ψέμα. Γι’ αυτό και μόνο, όμως αξιώθηκε να καταταγεί στο λαό του Θεού, κερδίζοντας μια αιώνια ευλογία.

Αν αυτή, αντίθετα, είχε προτιμήσει να πει την αλήθεια και να σώσει τους συμπολίτες της, τότε σίγουρα δεν θα είχε ξεφύγει και η ίδια, αλλά και οι δικοί της από σίγουρο θάνατο. Δεν θα είχε επιπλέον θέση ανάμεσα στους προγόνους του Κυρίου και δεν θα αναφερόταν το όνομά της ανάμεσα στα ονόματα των Πατριαρχών, ούτε θα αξιωνόταν να φέρει στον κόσμο, μέσω των απογόνων της, τον Σωτήρα Χριστό (Εβρ. 11 , 31: Ιακ. 2,25)
Έχουμε επίσης το παράδειγμα της Δαλιδά. Αυτή πήρε το μέρος των συμπολιτών της και πρόδωσε την αλήθεια για τον σύζηγό της. Εξαιτίας αυτού τη βρήκε αιώνια καταδίκη και δεν άφησε τίποτε άλλο πίσω της, παρά μόνο τη δυσάρεστη ανάμνηση της αμαρτίας της.

Μπορούμε λοιπόν να αποφύγουμε την εμμονή στην αλήθεια, όταν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος. Θα πρέπει όμως, αποφασίζοντας να παρεκκλίνουμε από αυτήν, να αισθανόμαστε συγχρόνως βαθιά στη συνείδηση μας και κάποια ενοχή. Αν εξαιρέσουμε αυτή την περίπτωση της έσχατης ανάγκης, τότε ασφαλώς θα πρέπει πάντοτε να αποφεύγουμε το ψέμα σαν θανατηφόρο δηλητήριο, σαν τον ελλέβορο, ο οποίος είναι σωτήριος, όταν κανείς βρίσκεται κάτω από μια βαριά αρρώστια, αλλά και θανατηφόρος, όταν τον πάρει κάποιος υγιής. Γιατί ο ελλέβερος κτυπά όλα τα ζωτικά όργανα του σώματος καταλυτικά και με καταπληκτική ταχύτητα.

Η αλήθεια του λόγου μου επιβεβαιώνεται από την περίπτωση της Ραάβ και του Πατριάρχη Ιακώβ. Ούτε η Ραάβ θα γλύτωνε το θάνατο, ούτε ο Ιακώβ θα είχε αποκτήσει την ευλογία των πρωτοτόκων μ’ άλλο τρόπο, εκτός απ’ αυτό το τέχνασμα στο οποίο κατέφυγαν. Γιατί ο Θεός δεν εξετάζει και δεν κρίνει μόνο τις πράξεις μας. Αξιολογεί επίσης τη θέληση και τις προθέσεις μας. Κάνουμε, για παράδειγμα, κάτι ή δίνουμε κάποια υπόσχεση που αφορά τον αγιασμό και την αιώνια σωτηρία μας.
Ακόμα και στην περίπτωση που αυτή η ενέργεια ή η υπόσχεση είναι φαινομενικά σκληρή και άδικη, ο Θεός θα αξιολογήσει τα αγαθά αισθήματα που βρίσκονται στο βάθος της καρδιάς μας και θα μας κρίνει, όχι σύμφωνα με τα λόγια μας, αλλά συγχρόνως και τις διαθέσεις αυτού που ενεργεί.

Σύμφωνα λοιπόν με όσα είπαμε παραπάνω, μπορεί, αν συμβεί και παρεκκλίνει κάποιος από την αλήθεια, τελικά να δικαιωθεί. Ενώ, αντίθετα, μπορεί, αν επιμείνει στην «κατά γράμμα» αναφορά των γεγονότων, να πέσει σε βαρύ αμάρτημα.

Κατά τον ίδιο τρόπο ο Πατριάρχης Ιακώβ απέβλεπε προς τον τελικό σκοπό της πράξης του. Γι’ αυτό δεν φοβήθηκε να προσποιηθεί ότι έχει κι αυτός τριχωτό δέρμα, όμοιο με του αδελφού του και να τυλίξει τα χέρια του με δέρμα ζώου, ούτε παράκουσε τη μητέρα του που τον παρότρυνε πρός αυτή την ενέργεια.

Γιατί ο Ιακώβ έβλεπε ότι θα κέρδιζε περισσότερο παίρνοντας την ευλογία, παρά αποφεύγοντας το τέχνασμα. Πίστευε ότι η κηλίδα από την αμαρτία θα καθαριζόταν αμέσως με την έκχυση της πατρικής ευλογίας και, σαν ένα μικρό συννεφάκι θα διαλυόταν ευθύς αμέσως η αμαρτία του από την πνοή του Αγίου Πνεύματος. Έτσι λοιπόν αυτή η επιτηδευμένη υποκρισία θα του επέφερε τελικά μεγαλύτερο κέρδος, από ό,τι θα του πρόσφερε η έμφυτη αγάπη του για την αλήθεια.

(Αγίου Κασσιανού, Συνομιλίες… τόμος Β΄,εκδόσεις Ετοιμασία σελ. 54-56)

ΑΒΒΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΑΓΗ

«Για τα λίγα σπυριά φακής που βρήκε ο Οικονόμος στο δάπεδο του μαγειρίου».

Πέρασε κάποτε από το μαγειρείο ο Οικονόμος που επιτηρούσε τους διακονητές και είδε να είναι πεσμένα κάτω λίγα σπυριά φακής. Ο αδελφός που διακονούσε στο μαγειρείο, πάνω ση βιασύνη του να ετοιμάσει το φαγηρό, δεν πρόσεξε και του έπεσαν απο τα χέρια, καθώς έπλενε τις φακές, αυτά τα λίγα σπυριά.

Ο Οικονόμος το ανέφερε αμέσως στον Γέροντα κι αυτός κανόνισε τον αδελφό με το επιτίμιο της αποχής απο τη λατρευτική Σύναξη της Αδελφότητας. Κι αυτό, γιατί θεώρησε την απώλεια των λίγων σπυριών της φακής, ως κατασπατάληση ιερής περιουσίας. Το λάθος μάλιστα απο αυτή την αμέλεια του δεν συγχωρήθηκε στον αδελφό, παρά μόνο αφού αυτός έβαλε μετάνοια και ζήτησε συγχώρεση από όλη την Αδελφότητα.

Γιατί πράγματι, οι μοναχοί πιστεύουν ότι και οι ίδιοι, αλλά και ό,τι έχουν στη χρήση τους, είναι αφιέρωμα στο Μοναστήρι και ανήκουν στον Χριστό. Γι’ αυτό το λόγο θεωρούν ότι απο τη στιγμή που ένα αντικείμενο δοθεί στο Μοναστήρι, πρέπει πλέον αυτό να χρησιμοποείται με μεγάλο σεβασμό, ως αφιέρωμα και ως κάτι ιερό. Φροντίζουν λοιπόν να διαχειρίζονται τα πάντα με πολλή προσοχή και επιμέλεια, και πιστεύουν ότι θα δώσουν λόγο στον Κύριο, αν δεν χειρισθούν κατάλληλα το κάθε αφιέρωμα.

Κι αυτό μάλιστα μέχρι του σημείου, ώστε δεν τολμούν ούτε κάν να του αλλάξουν θέση ή χρήση. Για παράδειγμα, δεν τολμούν να παραχωρήσουν τη χρήση μιας στάμνας σε έναν κοσμικό άνθρωπο ή να παραπετάξουν και να αχρηστεύσουν ένα μικροαντικείμενο από ένα κελί ή από το χώρο της προσευχής.

(Αγίου Κασσιανού, Συνομιλίες… Εκδ. Ετοιμασία σελ. 366-367)

(γράφει ο Φράνσις Κόλλινς, εξέχων Γενετιστής Επιστήμων)

Επιλογή Ι: Αθεϊσμός και Αγνωστικισμός. Όταν η επιστήμη παραμερίζει την Πίστη

ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ

Ο όρος αγνωστικιστής επινοήθηκε από τον γραφικό Βρετανό Thomas Henry Huxley, γνωστό και σαν το μπουλντόγκ του Δαρβίνου, το 1869. Αυτή είναι η περιγραφή του για το πως κατέληξε να επινοήσει τον όρο:

«Όταν έφθασα σε μια πνευματική ωριμότητα και άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήμουν ένας άθεος, ένας θεϊστής ή ένας πανθεϊστής, ένας υλιστής ή ιδεαλιστής, ένας Χριστιανός ή ελεύθερος στοχαστής, βρήκα ότι όσο πιο πολύ μάθαινα και σκεπτόμουνα, τόσο λιγότερο εύκολη ήταν ή απάντηση, ώσπου τελικά έφθασα στο συμπέρασμα ότι δεν είχα θέση σε καμιά από αυτές τις ομάδες, εκτός της τελευταίας. Το μόνο πράγμα στο οποίο όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι ήταν σύμφωνοι, ήταν το μόνο στο οποίο διέφερα από αυτούς. Ήταν τελείως βέβαιοι ότι είχαν φθάσει σε μια κάποια “γνώση” είχαν λίγο ή πολύ λύσει το πρόβλημα τής ύπαρξής, ενώ εγώ ήμουν απόλυτα βέβαιος ότι δεν είχα, και ήμουν πολύ βέβαιος ότι το πρόβλημα είναι άλυτο. Έτσι σκέφτηκα και επινόησα ότι νόμισα ό,τι είναι ο κατάλληλος τίτλος του “αγνωστικιστή”. Ήρθε στο νου μου σαν ενδεδειγμένο αντιλεκτικό στους “γνωστικούς ” της Εκκλησιαστικής ιστορίας, που ισχυρίζονταν ότι ξέρουν τόσα πολλά για τα πράγματα ακριβώς που σε μένα ήσαν άγνωστα».8

Αγνωστικιστής λοιπόν είναι ένας που θα ΄λεγε απλά ότι η γνώση του Θεού δεν μπορεί να επιτευχθεί. Όπως και για την αθεΐα, υπάρχουν ισχυρές και ασθενείς μορφές αγνωστικισμού, με την ισχυρή μορφή να υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίσει ποτέ το ανθρώπινο γένος, και την ασθενή μορφή να λέει απλώς «όχι τώρα».

Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον ισχυρό αγνωστικισμό και τη μετριοπαθή αθεΐα είναι ασαφείς όπως αποκαλύπτει ένα ανέκδοτο για το Δαρβίνο. Σ΄ ένα δείπνο μαζί με δύο άθεους, το 1881, ο Δαρβίνος ρώτησε τους φιλοξενούμενούς του: «Γιατί ονομάζετε τους εαυτούς σας άθεους;» λέγοντας ότι αυτός προτιμούσε τον όσο του Huxley «αγνωστικιστής». Ένας από αυτούς απάντησε ότι ο αγνωστικιστής δεν είναι παρά ένας επιφυλακτικός άθεος, και ο άθεος είναι μόνο ένας επιθετικός αγνωστικιστής.9

Πολλοί αγνωστικιστές, εντούτοις, δεν είναι τόσο επιθετικοί και παίρνουν τη θέση ότι δεν είναι δυνατόν, τουλάχιστον γι΄αυτούς, να πάρουν αυτήν την εποχή θέση υπέρ ή κατά της ύπαρξης Θεού. Επιφανειακά αυτή είναι μια λογικά υποστηριζόμενη θέση (ενώ η αθεΐα δεν είναι). Ασφαλώς είναι τελείως συμβιβασμένη με τη θεωρία της εξέλιξης και πολλοί Βιολόγοι θα τοποθετούνταν σ΄ αυτό το στρατόπεδο. Αλλά ο αγνωστικισμός επίσης μπορεί να μην είναι παρά μια φυγή.

Για να υποστηριχθεί καλά θα πρέπει να φθάσει κανείς σ΄αυτόν μετά από μια πλήρη εξέταση όλων των ενδείξεων υπέρ ή κατά της ύπαρξης Θεού. Είναι σπάνιο ένας αγνωστικιστής να έχει κάνει την προσπάθεια να το κάνει αυτό (μερικοί που το έκαναν και αυτοί είναι μάλλον ένας αριθμός περιορισμένος, απρόοπτα μεταστράφηκαν σε πίστη στο Θεό). Επιπλέον, ενώ ο αγνωστικισμός είναι μια άνετη συνηθισμένη στάση για πολλούς, από μια πνευματική άποψη δείχνει μια αδυναμία. Θα θαυμάζαμε κάποιον που θα επέμενε ότι η ηλικία του σύμπαντος δεν μπορεί να γίνει γνωστή και που δεν διέθεσε χρόνο για να δει τις αποδείξεις;

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η επιστήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την απόρριψη των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών του κόσμου, που στηρίζονται σε αιώνες ιστορίας, ηθικής φιλοσοφίας και στην ισχυρή ένδειξη που προκύπτει από τον ανθρώπινο αλτρουισμό. Είναι μεγάλη επιστημονική «ύβρις» ο αντίθετος ισχυρισμός και μας αφήνει με μια πρόκληση: αν η ύπαρξη του Θεού είναι πραγματική (όχι απλά παράδοση αλλά πραγματικά αληθινή) και αν ορισμένα συμπεράσματα για το φυσικό κόσμο είναι επίσης αληθινά (όχι ακριβώς της μόδας αλλά αντικειμενικά αληθινά), τότε δεν πρέπει να αντιλέγουν το ένα στο άλλο. Μια πλήρως αρμονική σύνθεση πρέπει να είναι δυνατή.

Παρατηρώντας το σημερινό κόσμο είναι, εντούτοις, δύσκολο να ξεφύγει κανείς από την αίσθηση ότι αυτές οι δύο όψεις της αλήθειας δεν επιζητούν την αρμονία αλλά είναι σε πόλεμο. Αυτό δεν είναι πουθενά πιο φανερό από τις διαμάχες γύρω από τη δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Εδώ είναι που οι μάχες είναι σήμερα πολύ μανιασμένες, εδώ είναι που η έλλειψη κατανόησης κι από τις δύο πλευρές είναι πολύ βαθιά, εδώ είναι που διακυβεύεται πιο πολύ το μέλλον του κόσμου μας, κι εδώ είναι όπου η αρμονία είναι απελπιστικά αναγκαία. Κι έτσι σ΄ αυτό το θέμα θα είναι καλό να στρέψουμε την προσοχή μας στη συνέχεια.

(Francis Collins, Η Γλώσσα του Θεού σελ.149-151, εκδ. Παπαζήση)

(γράφει ο Φράνσις Κόλλινς, εξέχων Γενετιστής Επιστήμων)

Επιλογή Ι: Αθεϊσμός και Αγνωστικισμός. Όταν η επιστήμη παραμερίζει την Πίστη.
Η χρονιά που ήμουν πρωτοετής στο κολλέγιο, το 1968, ήταν γεμάτη από συνταρακτικά γεγονότα. Τα σοβιετικά τανκς είχαν μπει στην Τσεχοσλοβακία, ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε κλιμακωθεί με την επίθεση των Τετ, και ο Ρόμπερτ Κέννεντυ και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ είχαν δολοφονηθεί. Αλλά ακριβώς στο τέλος αυτού του έτους ένα άλλο πιο θετικό γεγονός συνέβη, που συγκίνησε τον κόσμο, και ήταν η εκτόξευση του «Απόλλων 8». Ήταν το πρώτο επανδρωμένο διαστημόπλοιο που θα βρισκόταν σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη. Ο Frank Borman, o James Lovell και ο William Anders ταξίδεψαν στο διάστημα για τρεις ημέρες αυτόν τον Δεκέμβριο, ενώ ο κόσμος κρατούσε την αναπνοή του. Κατόπιν άρχισαν να τριγυρίζουν τη Σελήνη, παίρνοντας τις πρώτες φωτογραφίες της Γης που ανέτειλε πάνω από την επιφάνεια της Σελήνης, που θύμισαν σε όλους εμάς πόσο μικρός και εύθραυστος φαίνεται ο πλανήτης μας από το κατάλληλο σημείο του διαστήματος. Την παραμονή των Χριστουγέννων οι τρεις αστροναύτες μετέδωσαν μια ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή από το θαλαμίσκο τους. Αφού σχολίασαν τις εμπειρίες τους από την ερημιά του σεληνιακού τοπίου, διάβασαν όλοι μαζί στον κόσμο τους πέντε πρώτους στίχους του κεφαλαίου 1 της Γενέσεως. Σαν ένας αγνωστικιστής εξελισσόμενος σε άθεο την εποχή εκείνη, θυμάμαι ακόμη την ξαφνική αίσθηση δέους που με κυρίευσε, όταν αυτές οι αξέχαστες λέξεις «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον Ουρανόν και την Γ ην» έφθασαν στ΄αυτιά μου από 240.000 μίλια μακριά, ειπωμένες από ανθρώπους που ήταν επιστήμονες και μηχανικοί, αλλά για τους οποίους αυτές οι λέξεις είχαν φανερά μεγάλο νόημα.

Αμέσως μετά η γνωστή Αμερικανίδα αθεΐστρια Madalyn Murray O΄Hair μήνυσε τη ΝΑSΑ γιατί επέτρεψε αυτή την ανάγνωση της Βίβλου την παραμονή των Χριστουγέννων. Υποστήριξε ότι αφού οι Αμερικανοί αστροναύτες ήταν ομοσπονδιακοί υπάλληλοι πρέπει να τους απαγορεύεται η δημόσια προσευχή στο διάστημα. Μολονότι τα δικαστήρια τελικά απέρριψαν την αγωγή της, η ΝΑSA αποθάρρυνε τέτοιες αναφορές στην πίστη σε μελλοντικές πτήσεις· Έτσι ο Buzz Aldrin του «Απόλλωνα ΙΙ» κανόνισε να κοινωνήσει στην επιφάνεια της Σελήνης κατά την πρώτη προσσελήνωση, το 1969, αλλά αυτό το γεγονός δεν αναφέρθηκε ποτέ δημόσια.

Μια μαχητική αθεΐστρια να κινητοποιείται δικαστικά ενάντια στην ανάγνωση της Βίβλου από αστροναύτες που τριγύριζαν τη Σελήνη, την παραμονή των Χριστουγέννων. Τι σύμβολο κλιμακούμενης εχθρότητας ανάμεσα σε πιστούς και άπιστους στο σημερινό κόσμο! Κανένας δεν αντέδρασε, το 1844, όταν το πρώτο τηλεγραφικό μήνυμα του Samuel Morse ήταν; «Τι εποίησεν ο Θεός». Κι όμως με αυξανόμενο ρυθμό, τον 21ο αιώνα, εξτρεμιστές και των δύο πλευρών της αντίθεσης επιστήμης/πίστης επιμένουν ότι η άλλη πλευρά πρέπει να φιμωθεί.

Η αθεΐα εξελίχθηκε από τότε που η O΄ Hair ήταν η πιο ορατή συνήγορός της. Σήμερα δεν είναι οι κοσμικοί ακτιβιστές σαν την O΄ Hair που αποτελούν την πρωτοπορία της, είναι οι εξελικτικοί. Μεταξύ των διαφόρων θορυβωδών υποστηρικτών, οι Richard Dawkins και Daniel Denett διακρίνονται σαν εύγλωττοι σοφοί που ξοδεύουν σημαντική ενεργητικότητα για να εξηγήσουν και να διαδώσουν το Δαρβινισμό, ισχυριζόμενοι ότι μια αποδοχή της εξέλιξης στη Βιολογία απαιτεί μια αποδοχή της αθεΐας στη Θεολογία. Σ' ένα αξιοσημείωτο τέχνασμα μάρκετινγκ, αυτοί και οι συνάδελφοί τους στην αθεϊστική κοινότητα επιχείρησαν επίσης να προωθήσουν τον όρο «λαμπερός» αντί για «άθεος» (το υπονοούμενο συμπέρασμα, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι ίσως είναι «σκοτεινοί», ίσως είναι ένας λόγος γιατί ο όρος δεν επικράτησε ακόμη). Ασφαλώς η εχθρότητά τους για την πίστη είναι απροκάλυπτη. Πώς φθάσαμε εδώ

ΑΘΕΪΑ
Μερικοί έχουν ξεχωρίσει την αθεΐα σε «ελαφρές» και «σκληρές» μορφές.
Ασθενής αθεΐα είναι η απουσία πίστης στην ύπαρξη ενός Θεού ή Θεών, ενώ σκληρή αθεΐα είναι η στερεά πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν τέτοιες θεότητες. Στην καθημερινή συζήτηση η σκληρή αθεῖα είναι γενικά η θέση που παίρνει ένας που έχει αυτήν την άποψη, γι΄αυτό θα συζητήσουμε αυτήν την προοπτική εδώ.
Σε άλλο μέρος έχω υποστηρίξει ότι η αναζήτηση για Θεό είναι ένα πλατιά διαδεδομένο χαρακτηριστικό όλου του ανθρώπινου γένους, άσχετα από γεωγραφική περιοχή και σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Στο αξιοσημείωτο βιβλίο του Εξομολογήσεις (ουσιαστικά η πρώτη αυτοβιογραφία στη Δύση), ο Άγιος Αυγουστίνος περιγράφει αυτή τη νοσταλγία στην πρώτη ακριβώς παράγραφο: «Το να Σε δοξάζω είναι η επιθυμία του ανθρώπου, ενός μικρού κομματιού της δημιουργίας Σου. Εσύ παρακινείς τον άνθρωπο να ευχαριστιέται να Σε υμνεί, γιατί μας έφτιασες για Σένα και η ψυχή μας είναι ανήσυχη μέχρι που να βρει ανάπαυση σε Σένα ».1

Αν αυτή η παγκόσμια αναζήτηση Θεού είναι τόσο επιτακτική, τι θα κάνουμε μ΄ αυτές τις ανήσυχες καρδιές που αρνούνται την ύπαρξή του; Σε ποια βάση στηρίζονται να κάνουν τέτοιες διαβεβαιώσεις με τέτοια σιγουριά; Και ποιες είναι οι ιστορικές ρίζες αυτής της άποψης;

Η αθεΐα έπαιξε μικρό ρόλο στην ιστορία μέχρι το 18ο αιώνα οπότε εμφανίστηκε ο Διαφωτισμός και αναπτύχθηκε ο υλισμός. Στο κάτω-κάτω της γραφής ο sir Ισαάκ Νεύτων ήταν ένας σταθερός πιστός στο Θεό που έγραψε και δημοσίευσε περισσότερες εργασίες για την ερμηνεία της Βίβλου παρά για μαθηματικά και φυσική. Μια πιο δυνατή δύναμη που γέννησε την αθεΐα το 18ο αιώνα ήταν ο Διαφωτισμός, μια επανάσταση ενάντια στην καταπιεστική εξουσία της κυβέρνησης και της Εκκλησίας, που εκδηλώθηκε ιδιαίτερα στη Γαλλική Επανάσταση. Και οι δύο, η γαλλική βασιλική οικογένεια και η ηγεσία της Εκκλησίας, φάνηκαν εξίσου σκληροί, εγωκεντρικοί, υποκριτικοί και αναίσθητοι για τις ανάγκες του κοινού ανθρώπου. Ταυτίζοντας την οργανωμένη Εκκλησία με τον ίδιο το Θεό οι επαναστάτες αποφάσισαν ότι ήταν καλύτερα να απορρίψουν και τους δύο.

Πρόσθετη ενίσχυση για την αθεϊστική προοπτική προσφέρθηκε από τα γραπτά του Sigmund Freud, που ισχυρίσθηκε ότι η πίστη στο Θεό είναι απλά μια επιθυμητική νοοτροπία. Αλλά ακόμη δυνατότερη υποστήριξη για την αθεϊστική προοπτική τα τελευταία 150 χρόνια φάνηκε να προκύπτει από τη δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Με σκοπό να διαλύσει το «επιχείρημα σχεδίου» που ήταν ένα δυνατό βέλος στη φαρέτρα του θεϊστή, η εξελικτική θεωρία αρπάχθηκε από τους αθεϊστές σαν ένα δυνατό αντιόπλο κατά της πνευματικότητας.

Κοιτάξτε, για παράδειγμα, τον Eduard O. Wilson, έναν από τους εξέχοντες εξελικτικούς βιολόγους της εποχής μας. Στο βιβλίο του Για τη φύση του ανθρώπου (On Human Nature), ο Wilson με χαρά αναγγέλλει ότι η εξέλιξη θριάμβευσε πάνω στην κάθε είδους μεταφυσική, συμπεραίνοντας:
«Το τελικό αποφασιστικό πέρας που θα απολαύσει η φυσιοκρατία θα προέλθει από την ικανότητά της να εξηγήσει την παραδοσιακή θρησκεία, την κύρια αμφισβήτηση της, σαν ένα ολοκληρωτικά υλικό φαινόμενο. Η Θεολογία δεν είναι πιθανό να επιζήσει σαν ένας ανεξάρτητος πνευματικός κλάδος».2

Μεγάλες κουβέντες!
Ακόμα μεγαλύτερες κουβέντες προήλθαν από τον Richard Dawkins. Σε μια σειρά βιβλίων αρχίζοντας με το Το Εγωιστικό Γονίδιο (The Selfish Gene) και συνεχίζοντας με το Ο Τυφλός Ωρολογοποιός (The Blind Watch-Maker), Ανεβαίνοντας στο Βουνό (Climbing up Mountain) και Ένας Εφημέριος του Διαβόλου (A Devil΄ς Chaplain), περιγράφει με εντυπωσιακές αναλογίες και ρητορικές διακοσμήσεις τις συνέπειες της μεταβολής των ειδών και της φυσικής επιλογής. Βασιζόμενος πάνω σ' αυτή τη δαρβινική θεμελίωση, ο Dawkins κατόπιν επεκτείνει τα συμπεράσματά του για τη θρησκεία με πολύ επιθετικά λόγια: «Είναι της μόδας να χαρακτηρίζουμε ως απειλή από την Αποκάλυψη για την ανθρωπότητα τον ιό του AIDS, τη νόσο των τρελλών αγελάδων και πολλά άλλα, αλλά νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι η πίστη είναι ένα από τα μεγάλα κακά του κόσμου, εφάμιλλο με τον ιό της ευλογιάς αλλά δυσκολότερο να ξεριζωθει›.3

Στο τελευταίο του βιβλίο Ο Θεός του Dawkins" (Dawkins God), ο Μοριακός Βιολόγος και Θεολόγος Alister McGrath καταπιάνεται με αυτά τα θρησκευτικά συμπεράσματα και επισημαίνει τις λογικές πλάνες σ΄ αυτά. Τα επιχειρήματα του Dawkins έρχονται σε τρεις κύριες αποχρώσεις.

Πρώτον, υποστηρίζει ότι η εξέλιξη εξηγεί πλήρως τη βιολογική πολυπλοκότητα και την καταγωγή του ανθρώπινου γένους, κι έτσι δεν υπάρχει πια ανάγκη για Θεό. Μολονότι αυτό το επιχείρημα σωστά απαλλάσσει το Θεό από το να έχει κάνει πολλαπλές πράξεις χωριστής δημιουργίας του κάθε είδους στον πλανήτη, είναι βέβαιο ότι δεν αναιρεί την ιδέα ότι ο Θεός πραγματοποίησε το δημιουργικό του σχέδιο με την εξέλιξη. Το πρώτο επιχείρημα του Dawkins συνεπώς δεν εφαρμόζεται στο Θεό που λάτρευε ο Άγιος Αυγουστίνος ή αυτόν που λατρεύω εγώ. Αλλά ο Dawkins είναι δάσκαλος στο να στήνει έναν ψεύτικο άνθρωπο και κατόπιν να τον ξηλώνει με μεγάλη ευχαρίστηση. Στην πραγματικότητα τέτοιοι επαναλαμβανόμενοι βαρείς χαρακτηρισμοί για την πίστη προδίδουν μια φαρμακερή προσωπική διάθεση μάλλον, παρά μια συνέπεια στα λογικά επιχειρήματα τα οποία ο Dawkins τόσο εκτιμά στο επιστημονικό πεδίο.

Το δεύτερο επιχείρημα από αυτή τη σχολή εξελικτικής αθεΐας του Dawkins είναι ένας άλλος αχυράνθρωπος: ότι η θρησκεία είναι παράλογη. Φαίνεται να έχει δεχθεί τον ορισμό της θρησκείας που αποδίδεται στον απόκρυφο μαθητή του Mark Twain: «Πίστη είναι να πιστεύεις ότι ξέρεις ότι δεν είναι έτσι».4 Ο ορισμός της πίστης από τον Dawkins είναι «τυφλή εμπιστοσύνη με απουσία ενδείξεων ακόμα ενάντια στις ενδείξεις».5 Αυτό οπωσδήποτε δεν περιγράφει την πίστη πολλών πιστών στην ιστορία, ούτε αυτών που γνωρίζω εγώ. Ενώ λογικά επιχειρήματα δεν μπορούν ποτέ να αποδείξουν οριστικά την ύπαρξη του Θεού, σοβαροί στοχαστές από τον Αυγουστίνο και τον Ακινάτη έως τον C.S.Lewis, απέδειξαν ότι μια πίστη σε Θεό είναι έντονα αληθοφανής. Δεν είναι λιγότερο αληθοφανής σήμερα. Η καρικατούρα της πίστης που παρουσιάζει ο Dawkins είναι εύκολη γι΄ αυτόν να της επιτεθεί, αλλά δεν είναι το αληθινό πράγμα.

Η τρίτη αντίρρηση του Dawkins είναι ότι πολύ κακό έχει γίνει στο όνομα της θρησκείας. Δεν υπάρχει αντίρρηση σ΄ αυτή την αλήθεια, μολονότι αναντίρρητα μεγάλες πράξεις φιλανθρωπίας έχουν κινητοποιηθεί από την πίστη. Αλλά οι κακές πράξεις που έγιναν στο όνομα της θρησκείας με κανένα τρόπο δεν ενοχοποιούν την αλήθεια της πίστης. Αντίθετα ενοχοποιούν τη φύση των ανθρωπίνων όντων, αυτών των σκουριασμένων δοχείων στα οποία τοποθετήθηκε το καθαρό νερό αυτής της αλήθειας.

Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ ο Dawkins υποστηρίζει ότι είναι το γονίδιο και ο ακατάπαυστος αγώνας του για επιβίωση που εξηγεί την ύπαρξη όλων των ζωντανών πλασμάτων, υποστηρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε τελικά τόσο πολύ προχωρημένοι ώστε να μπορούμε να επαναστατήσουμε ενάντια στις γενετικές επιταγές. «Μπορούμε ακόμα να συζητήσουμε τρόπους για να καλλιεργήσουμε προσεκτικά και να αναπτύξουμε καθαρά αφιλοκερδή αλτρουισμό, κάτι που δεν έχει θέση στη φύση, κάτι που δεν έχει υπάρξει πριν σε όλη την ιστορία του κόσμου».6

Εδώ είναι ένα παράδοξο: ο Dawkins είναι ένας υποστηρικτής του Ηθικού Νόμου. Από που μπορεί να έχει έλθει αυτή η ορμή για καλά αισθήματα; Αυτό ασφαλώς θα έπρεπε να κινήσει την υποψία του για την «τυφλή αδυσώπητη αδιαφορία», που υποστηρίζει ότι αναφέρεται σε όλη τη φύση, περιλαμβανομένου του ίδιου και της υπόλοιπης ανθρωπότητας, από τη άθεη εξέλιξη. Ποια αθεΐα τότε θα έπρεπε να αποδώσει στον αλτρουισμό;
Το μεγάλο και αναπόφευκτο λάθος του ισχυρισμού του Dawkins ότι η επιστήμη απαιτεί αθεΐα είναι ότι προχωρεί πιο πέρα από τις αποδείξεις. Εάν ο Θεός είναι έξω από τη φύση, τότε η επιστήμη δεν μπορεί ούτε να αποδείξει ούτε να αποκλείσει την ύπαρξή Του. Η ίδια η αθεΐα, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί σαν μια μορφή τυφλής πίστης, αφού υιοθετεί ένα σύστημα που δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βάση την καθαρή λογική.

Ίσως, η πιο γραφική περίληψη αυτής της άποψης προέρχεται από μια απίθανη πηγή: Τον Stephen Jay Gould, που, εκτός από τον Dawkins, είναι πιθανώς ο πιο ευρύτερα διαβασμένος εκπρόσωπος της εξέλιξης στην περασμένη γενιά. Γράφοντας μια, κατά τα άλλα λίγο διαβασμένη βιβλιοκρισία, ο Gould σφυροκόπησε την άποψη του Dawkins:
«Να το πω για όλους τους συναδέλφους μου για εκατομμυριοστή φορά: Η επιστήμη δεν μπορεί με τις νόμιμες μεθόδους της να κρίνει το θέμα της εποπτείας της φύσης από το Θεό. Δεν μπορούμε ούτε να το επιβεβαιώσουμε ούτε να το αρνηθούμε αυτό. Αν κάποιοι από το σινάφι μας (εννοεί και τον Richard Dawkins, αθεϊστή) κάνουν δηλώσεις ότι ο Δαρβινισμός καταργεί το Θεό θα βρω την κ. McInerney (δασκάλα του Gould) να τους δώσει με τη βέργα στα δάχτυλα.

Η επιστήμη μπορεί να δουλέψει μόνο με νατουραλιστικές εξηγήσεις. Δεν μπορεί ούτε να βεβαιώσει ούτε να αρνηθεί άλλου είδους ενεργούντες (όπως ο Θεός) σε άλλες σφαίρες (το βασίλειο της ηθικής, για παράδειγμα). Ξεχάστε τη φιλοσοφία για ένα λεπτό. Η απλή εμπειρία των τελευταίων 100 ετών θα αρκούσε. Ο Δαρβίνος ο ίδιος ήταν αγνωστικιστής (έχοντας χάσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις με τον τραγικό θάνατο της αγαπημένης του κόρης), αλλά η μεγάλη Αμερικανίδα Βοτανολόγος Asa Gray, που ευνοούσε τη φυσική επιλογή και έγραφε ένα βιβλίο με τον τίτλο Darwiniana, ήταν μία αφοσιωμένη Χριστιανή. Προχωρήστε 50 χρόνια μπροστά: ο Charles D. Walcott που ανακάλυψε τα απολιθώματα των Burges Shale ήταν ένας πεπεισμένος δαρβινιστής και εξίσου σταθερός Χριστιανός που πίστευε ότι ο Θεός είχε ορίσει τη φυσική επιλογή για να οικοδομήσει την ιστορία της ζωής σύμφωνα με τα σχέδια και τις προθέσεις Του. Προχωρήστε για άλλα 50 χρόνια στους δύο μεγαλύτερους εξελικτικούς της γενιάς μας: ο G.G. Simpson ήταν ένας ανθρωπιστής αγνωστικιστής, ο Theodosius Dobzhansky είναι ένας πιστός Ρώσος Ορθόδοξος. Ή οι μισοί από τους συναδέλφους μου είναι φοβερά βλάκες ή αλλιώς ο δαρβινισμός είναι πλήρως συμβατός με τις παραδοσιακές θρησκευτικές πίστεις- και εξίσου συμβατός με την αθεΐα».
Έτσι αυτοί που είναι άθεοι πρέπει να βρουν άλλη βάση για να παίρνουν αυτή τη θέση. Η εξέλιξη δεν είναι η κατάλληλη.

(Francis Collins, Η Γλώσσα του Θεού σελ.143-149, εκδ. Παπαζήση)

katafigioti

lifecoaching