ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ
Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
π. Νικόλαος
Δευτέρα: 12.15-2 μ. & 7-10 μ.μ.
Τρίτη: 12.15-2 μ. & 8.45 - 10 μ.μ.
Τετάρτη: 8.40 - 10 μ.μ.
Πέμπτη: 12.15-2 μ. & 7-10 μ.μ.
Παρασκευή:12.15 -2 μ.
Σάββατο: 12.15-2.30μ. & 7-9.30 μ.μ.

Κυριακή: 7.30-9 βράδυ
π. Γεώργιος
Τετάρτη απόγευμα & καθημερινές πριν και μετά τις Ιερές Ακολουθίες

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Πρόγραμμα Ακολουθιών - 2η Θεία Λειτουργία

Κάθε ΚΥΡΙΑΚΗ τελείται

στον Άγιο Σώστη

και

ΔΕΥΤΕΡΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

ΣΤΙΣ 10.30 - 11.40 Π.Μ.

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Οι Προτεστάντες, ως άνθρωποι λογικοκρατούμενοι, απορρίπτουν ορισμένες πτυχές του θεομητορικού δόγματος. Και ενώ δέχονται την παρθενική σύλληψη του Χριστού, περί της οποίας ομιλεί σαφώς η Γραφή, αρνούνται την παρθενική γέννησή του, γιατί μια γέννηση καταστρέφει φυσιολογικά την παρθενία της όποιας μητέρας. Αυτό βέβαια είναι αληθινό στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Κάθε μάνα που γεννά δεν μπορεί να παραμένει παρθένος. Πέρα από τα στεγανά όρια της φύσεως και της λογικής οι άνθρωποι δεν έχουν αίσθηση της μυστηριακής πραγματικότητας, η οποία νικά «φύσεως τάξιν». Κατ’ αυτούς ο τρόπος γεννήσεως του Χριστού δεν έχει μεγάλη σημασία. Δεν προσδίδει μεγάλο αξίωμα στη Μητέρα. Δεν μπορούν να την εντοπίσουν στην υπερφυσική διάσταση του μυστηρίου της. Δεν μπορούν να δουν την καινότητα του τόκου του Υιού του Θεού, που γίνεται η άφθαρτη απαρχή μιας νέας πνευματικής ανακαίνισης και αναγέννησης των ανθρώπων. Μιας αναγέννησης που σπάει τα δεσμά της φθοράς που απορρέουν από την παλαιότητα της φύσεως του Αδάμ. Μένουν ασάλευτα δεμένοι με τη φύση. Η υπερφύση δεν τους ακουμπά.

Πολύ λιγότερο δεν μπορούν να δεχτούν το «αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Κατά τους Προτεστάντες μετά τη γέννηση του Ιησού, η Μαρία ήλθε σε γαμική σχέση με τον Ιωσήφ, από την οποία απέκτησε τέκνα ,τους φερομένους ως αδελφούς του Χριστού⁸⁷. Τις αντιλήψεις τους αυτές, προσπαθούν να τις στηρίξουν στην αγία Γραφή. Έτσι προσάγουν τα χωρία, εις τα οποία μνημονεύονται οι αδελφοί του Κυρίου και το Ματθ.1,25: «ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον». Κακώς όμως, γιατί αδελφοί του Ιησού μπορούν να είναι στενοί συγγενείς του είτε από την πλευρά του Ιωσήφ (φυσικά τέκνα του από πρότερο γάμο) είτε από την πλευρά της Θεοτόκου. Την έννοια του αδελφού σημαίνοντος τον εξάδελφον ή ανεψιό, απαντούμε σε πολλά χωρία της Γραφής:Γεν.12,5. 13,8 .29,15.Η φράση «έως ου (έως ότου)» στην οποία στηρίζουν οι Διαμαρτυρόμενοι τη γνώμη τους, ότι δηλαδή ο Ιωσήφ δεν είχε σαρκική σχέση με τη Μαρία μέχρις ότου γέννησε τον Υιό της και μετά ταύτα ήλθε σε γαμική συνένωση με τη Μαρία, δεν μπορεί αναγκαίως να στηρίξει τις απόψεις τους.

Ο χρονικός προσδιορισμός αναφέρεται σε ένα ορισμένο χρονικό σημείο για το οποίο ενδιαφέρεται ο ομιλών, αφήνοντας τη χρονική συνέχεια ακαθόριστη. Στο Γεν. 8,7 γίνεται λόγος περί του κόρακος που βγήκε από την κιβωτό του Νώε, ο οποίος δεν επέστρεψε σ΄ αυτήν «έως του ξηρανθήναι το ύδωρ». Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο κόραξ γύρισε πίσω μετά την αποξήρανση των υδάτων (βλ.Ψαλμ.122,2). Ομοίως και η λέξη «πρωτότοκος» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην τον πρώτο μεταξύ πολλών αδελφών, αλλά τον πρώτο γεννηθέντα (βλ.Εξοδ.34,19εξ.), άσχετα αν ακολουθούν ή όχι άλλοι αδελφοί.
Άλλωστε δεν θα ήταν σοβαρό να πιστέψουμε, ότι η Θεοτόκος μετά την πείρα της ως Μητέρας του Θεού και την αίγλη του θαύματος στο οποίο τόσο επάξια λειτούργησε, θα είχε σκέψη και επιθυμία να έλθει σε γαμική σχέση με άντρα («Πώς δηλαδή θα καταδεχόταν την συνένωση με άνδρα ενώ γέννησε το Θεό και γνώρισε το θαύμα με την πείρα των σημείων που έχουν ακολουθήσει. Μη βλασφημείς· όχι μόνο δεν είναι γνώρισμα συνετής σκέψης να σκέφτεται τέτοια, πόσο μάλλον και να τα κάνει» Ιωάννης Δαμασκηνός. Χρ. Ανδρούτσου, Δογματική σελ. 173). Ο Ιωσήφ ήταν απλώς «μνήστωρ» (αρραβωνιαστικός της Θεοτόκου) και όχι σύζυγός της.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ. 115-117)

Ο κ. Τσολάκης Βασίλειος, Αστυνομικός από την Αριδαία, διηγείται: Κάποιος γνωστός μου είχε πάει στο εξωτερικό. Δυστυχώς εκεί έμπλεξε με Προτεστάντες με αποτέλεσμα να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να γίνει Προτεστάντης.
Μια μέρα με επισκέφτηκε στο γραφείο μου και βλέποντας τη φωτογραφία του π. Παϊσίου μου είπε έντρομος: Αυτόν τον ξέρω. Πριν 10 χρόνια πήγα στο Κελλί του με άλλους δύο. Μόλις φθάσαμε, μόνο εμένα δεν μου επέτρεψε να μπω. Διότι μου είπε ότι είμαι αιρετικός, γιατί δεν πιστεύω στην Παναγία και στους Αγίους

(ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου, σελ. 611)

Η Παναγία Θεοτόκος όταν γεννούσε τον Υιό της, δεν ένιωσε τις φυσικές ωδίνες του τοκετού που νιώθουν όλες οι άλλες γυναίκες. Αυτό ήταν σύμφωνο με το γενικότερο νόημα του θεομητορικού μυστηρίου της. Εφόσον η σύλληψη του Κυρίου έγινε χωρίς σπορά ανδρική, αυτή δε (η σύλληψη) καθώς και η γέννηση του Χριστού δεν παρέβλαψε την παρθενία της τεκούσης Μητρός, μέσα στο πλέγμα αυτό των απορρήτων θαυμασίων του Θεού εντάσσεται όχι μόνο ο αλόχευτος τόκος, αλλά και η ανώδυνη γέννηση του Υιού της.
Άλλωστε ο επώδυνος τόκος ήταν για την γυναίκα ειδικό τίμημα της παρακοής, σύμφωνα με την κατάρα που έδωσε ο Θεός στην προμήτορα Εύα: «Και τη γυναικί είπε: πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου· εν λύπαις τέξη τέκνα»(Γένεση 3,16). Από το χωρίο συνάγεται, ότι αν δεν αμάρτανε η Εύα, θα γεννούσε χωρίς λύπες και πόνους τα τέκνα της. Η Μαρία εξαιρείται από τον κανόνα αυτόν, διότι ο τόκος της δεν εντάσσεται στη φυσική ροή κάθε άλλης ανθρώπινης γέννησης, σ’ αυτόν δε δεν υπάρχει κανένα ίχνος της μεταπτωτικής φύσεως, που έπεσε στην αμαρτία και το θάνατο.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ.121)

Η Άσπιλος Σύλληψις δεν αναφέρεται στον τόκο της Θεοτόκου, όπως εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε κανείς να υπονοήσει, αλλά στη δική της γέννηση από τους γονείς της, τον Ιωακείμ και την Άννα.
Κατά τη διδασκαλία αυτή στη Μαρία, και στην προοπτική της περίοπτης θέσεως που θα είχε στο χριστολογικό μυστήριο, δόθηκε χάρη από το Θεό να γεννηθεί χωρίς να φέρει το προπατορικό αμάρτημα.

Η θεωρία αυτή, που είναι δόγμα πίστεως της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, από ορθόδοξη άποψη είναι εσφαλμένη. Το προπατορικό αμάρτημα είναι κλήρος καθολικός για κάθε άνθρωπο, που έρχεται στον κόσμο δια της φυσικής γεννήσεως και από γονείς ανθρώπους. Η Θεοτόκος Μαρία είχε και αυτή τους γονείς της. Γεννήθηκε όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Δεν συντρέχει λοιπόν κανένας λόγος να εξαιρεθεί από την ιστορική της συνέχεια και συνέπεια. Η Γραφή και η Παράδοση δεν κάνουν λόγο για ένα τέτοιο δίδαγμα. Η Μαρία, ως κοινή θυγάτηρ του Αδάμ, έφερε το προπατορικό αμάρτημα, από το οποίο την απάλλαξε το Πνεύμα το άγιο κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού της.

Στην Ορθοδοξία έχουμε «άφθορον σύλληψιν» του Χριστού και όχι «Άσπιλον Σύλληψιν» της Θεοτόκου.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ. 120-121)

Εδώ πρέπει να διαστείλουμε την «απόλυτη» αναμαρτησία από τη «σχετική». Απολύτως αναμάρτητος ήταν μονάχα ο Χριστός, διότι ήταν Θεάνθρωπος. Οποιοδήποτε άλλο πλάσμα δεν μπορεί να έχει την αναμαρτησία αυτή, ούτε και η αγία Θεοτόκος, «η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και η ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Είχε και αυτή τις μικρές της αμαρτίες σύμφωνα με τους λόγους της Γραφής: «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν»(Α΄Ιω. 1,8).
Τις αμαρτίες αυτές τις καθάρισε το Πνεύμα του Θεού, όταν την βάπτισε με τη χάρη του την ημέρα του Ευαγγελισμού της από τον άγγελο του Θεού. Μετά δε την Πεντηκοστή, όταν έλαβε και αυτή -όπως και οι λοιποί μαθητές- (για δεύτερη φορά) το Πνεύμα το άγιο, απονέμουμε στη Θεοτόκο αναμαρτησία «σχετική», ότι δηλαδή η χάρη του Θεού τη διατήρησε καθαρή από κάθε αμαρτία, κι αυτό ως στεφάνωμα της μεγάλης αρετής της και του ρόλου που διαδραμάτισε ως Μητέρα του Λυτρωτή, ως προταρχική υπεράξια συνθήκη της εισόδου του Θεού στον κόσμο και προϋπόθεση της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων.

Στο πλέγμα αυτό της σχετικής αναμαρτησίας της Παρθένου πρέπει να ενταχθούν και να ερμηνευτούν όλα τα εγκώμια και οι τίτλοι που της απονέμει η Εκκλησία, η οποία την αποκαλεί «Πανάμωμον, άχραντον, πανάχραντον, Παναγία» κ.τ.ο.
(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε αρητήματα δογματικά,εκδ. Αποστολική Διακονία 2006 σελ. 123-124)

82. Ήταν αναμάρτητη η Παναγία;
Φυσικά όχι. Αναμάρτητος στην κυριολεξία είναι μόνον ο Θεός που κατοικεί στους ουρανούς, ο πανάγιος Κύριος της δόξης. Ιδέα ή ίχνος αμαρτίας δεν μπορεί να υπάρξει στην πανάσπιλη φύση του. Αν μπορούσε ν’αμαρτήσει, δεν θα ήταν Θεός αληθινός, πανάγαθος, πάνσοφος και παντοδύναμος. Αμαρτία και θεότητα αποτελούν έννοιες αντικρουόμενες. Στη γη δε, αναμάρτητος υπήρξε μόνον ο Κύριος, ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος όχι μόνο δεν αμάρτησε ,αλλ’ ούτε είχε τη δυνατότητα να αμαρτήσει. Αυτό, ως είδαμε, ήταν ακολουθία της μορφώσεως του θεανδρικού προσώπου του. Αν και ελεύθερος ο Χριστός, δεν μπορούσε ωστόσο να πέσει στην αμαρτία, γιατί το θέλημα της ανθρώπινης φύσεώς του, θεωμένο στην υποστατική ένωση, ακολουθούσε σταθερά το θείο του θέλημα. Άλλωστε ο Χριστός δεν είχε θέλημα γνωμικό, δηλαδή θέλημα έξω από το θεανδρικό του μυστήριο (Θεόδωρος Μοψουεστίας, Νεστόριος), που μπορούσε ελεύθερα και αυτοπροαίρετα να αμαρτήσει.

Η Παναγία όμως δεν ήταν αναμάρτητη. Ως γνήσια απόγονος του Αδάμ, είχε στη φύση της τον ρύπο της προγονικής παραβάσεως και τη φθορά της πεσμένης φύσεως. Απ’ αυτά καθαρίστηκε κατά τη στιγμή του Ευαγγελισμού της από τον άγγελο, όταν το Πνεύμα το άγιο επισκίασε τη φωτεινή μήτρα της. Κατόπιν, κατά τη Γραφή, κανείς δεν μπορεί να είναι αναμάρτητος, έστω και αν μια ημέρα είναι η ζωή του επι της γης.(«Τις γαρ καθαρός έσται από ρύπου; Αλλ’ ουσείς. Εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης») Ελαφρά και συγγνωστά αμαρτήματα είχε η Θεοτόκος ως το σημείο του Ευαγγελισμού της . Μετά όμως τη σύλληψη του Υιού του Θεού από το Πνεύμα το Άγιο, η χάρη του θείου Παρακλήτου την εκαθάρισε τόσο βαθιά και της έδωσε τέτοια δύναμη, ώστε να μην πράττει καμιά αμαρτία. Στη δυναμική αυτή είναι τοποθετημένοι και οι Άγιοι, οι οποίοι με τη σταθερή τους προσήλωση στο αγαθό και με τη βοήθεια πάντοτε της χάριτος του Θεού, φθάνουν στα μέτρα της πνευματικής τελειότητας, μένοντας δυσκίνητοι προς την αμαρτία και το κακό. Σε πλήρες μέτρο αυτό έγινε στους αγαθούς αγγέλους.

Η αναμαρτησία της Θεοτόκου δεν ήταν απόλυτη, αλλά σχετική: το πλήρες σημείο ηθικής τελειώσεως στο οποίο μπορούσε να φθάσει πλάσμα ανθρώπινο. Ήταν το απαστράπτον δοχείο της χάριτος ,το όρος το «τετυρωμένον εν Πνεύματι»(από τον Ακάθιστο Ύμνο), το οποίο έλκυσε την αγάπηση του Πλάστη (Ψάλμ 44,11.12), ώστε να λάβει από τα πάναγνα αίματά της την ανθρώπινη φύση του με την οποία έσωσε τον κόσμο από το θάνατο της αμαρτίας. Στη διάσταση της σχετικής αυτής αναμαρτησίας πρέπει να νοηθούν όλες οι επωνυμίες με τις οποίες διακοσμεί η Εκκλησία το άχραντο πρόσωπο της Θεοτόκου: Άσπιλη, αμόλυντη, άχραντη, πανάμωμη κ.τ.τ.

(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε αρητήματα συμβολικά,εκδ. Αποστολική Διακονία 2006 σελ. 117-118)

Η Κυρία Θεοτόκος κατά τον έξω χαρακτήρα και ήθος του σώματος ήτο σεμνή και σεβάσμια κατά πάντα, ολίγα και απαραίτητα λαλούσα, ήτο ογλήγορος εις το υπακούειν και ευπροσήγορος, ετίμα όλους και επροσκύνει, είχε το μέγεθος του σώματος μέσον και σύμμετρον, δεν επαρουσιάζετο εις κάθε άνθρωπον, ήτο μακράν από τόν γέλωτα και έξω από κάθε ταραχήν και θυμόν.

Το χρώμα του θεοδόχου Της σώματος ήτο όμοιο με το χρώμα του σιταριού.
Είχε ξανθάς τάς τρίχας της κεφαλής, είχεν οφθαλμούς πολλά ωραίους, χρωματισμένους με θείαν σεμνότητα, ωραισμένους με κόρας οξείς και όμοιας με τήν ελαίαν και καλλυνομένας με βλεφαρίδας φαιδροπρεπείς.
Είχε τα οφρύδια μαύρα, κυκλικώς σχηματισμένα. Είχε τήν μύτην ομαλήν και ευθείαν.
Τα πανάμωμα χείλη Της ήτον ανθηρά, λάμποντα κοσμίως με ερυθρόν χρώμα και γέμοντα από την των λόγων γλυκύτητα. Είχε το ιεροπρεπές πρόσωπον ολίγον μακρύ, είχε τάς θεοδόχους χείρας Της μακράς και τούς δακτύλους των χειρών μακρούς με λεπτότητα.
Ήτο ανυπερήφανος και είχε ταπείνωσιν υπερβάλλουσαν, εφόρει ρούχα φυσικώς χρωματισμένα, καθώς δηλούται από το άγιον μαφόριον, αυτόχροον υπάρχον.

Και δια να ειπούμεν καθολικώς, η Κυρία Θεοτόκος ήτο κατά τα εξωτερικά μέλη του σώματος γεμάτη τόση θείαν χάριν και σεβασμιότητα, ώστε όπου όστις έβλεπεν Αυτήν, ελάμβανε εις την ψυχήν του κάποιον φόβον και ευλάβειαν και χωρίς να Τήν ηξεύρη προτύτερα, εγνώριζεν από μόνον τόν εξωτερικόν χαρακτήρα Της ότι Αύτη αληθώς εστί Μήτηρ Θεού.
Και ο Αρεοπαγίτης θείος Διονύσιος, από την πολλήν αγάπην που είχε πρός τόν Χριστόν, ακούσας ότι έζη σωματικώς η πανάμωμος Μήτηρ Αυτού, επήγε να Την ιδεί, και λοιπόν βλέπων τήν θείαν θεωρίαν και τήν θαυμάσιαν και βασιλικήν ωραιότητά Της, ίδών δε και τούς Αγγέλους ισταμένους τριγύρω Αυτής και Τήν εδορυφόρουν ως βασίλισσαν, ακούσας δε και τα ουράνια λόγια εκ του αγίου στόματός Της, εξέστη ομολογήσας ότι και μόνος ο σωματικός Αυτής χαρακτήρ και το είδος Της Τήν εμαρτύρουν ως εστί Μήτηρ Θεού κατ' άλήθειαν.
Μεγαλείον και εξαίρετον ήτο εις μόνην τήν Θεοτόκον, διότι θεόθεν ήτο δεδωρημένον, ίνα γεννηθή εν τη Παλαιά Διαθήκη Παιδίον θήλυ κατ' επαγγελίαν, και μάλιστα εκ της στείρας, της θεοπρομήτορος Άννης.

Γνωστόν όμως έστω ότι η Κυρία Θεοτόκος, δια τα μεγαλεία ως Της έδωκεν ό Θεός, εσυνερίζετο τρόπον τινά και εφιλοτιμείτο να αγωνίζεται και Αυτή μετά τήν Ανάληψιν του Υιού Της με προσευχάς, με γονυκλισίας και με κάθε είδος ασκήσεως.
Όθεν λέγεται λόγος ότι, από τάς συχνάς γονυκλισίας, όπου η Θεοτόκος εποίει, εβαθούλωσαν αι πλάκαι, επάνω εις τας οποίας τα γόνατα έκλινεν.

(αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Κήπος χαρίτων,Θεσσαλονίκη 1979 σελ. 203-204, σημ. 1)

παράγραφοι από το έργο του «Η εν Χριστώ ζωή μου»

135. Να προστρέχετε, αδερφοί μου, στη Μητέρα του Θεού, όταν το σπίτι σας χάνη την ειρήνη του. Η Κυρία Θεοτόκος είναι η πηγή του ελέους και της δυνάμεως. Μπορεί εύκολα να ειρηνεύση τις ανθρώπινες καρδιές. Ως μητέρα του Θεού της Ειρήνης, μεσιτεύει σ' Αυτόν για την ειρήνη όλου του κόσμου και όλων των χριστιανικών σπιτιών. Έχει την ελεητική δύναμι να διώξη με ένα νεύμα της τα πονηρά πνεύματα, αυτά που με ακοίμητο αγώνα προσπαθούν να χωρίζουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν να αλληλομισούνται. Είναι η Γοργοεπήκοος, που απαντά γρήγορα στις παρακλήσεις μας και μας δίνει την ειρήνη και την αγάπη. Αρκεί να την παρακαλούμε με πίστι και αγάπη. Γιατί, αν δεν έχουμε την πίστι και την αγάπη, γινόμαστε ανάξιοι της μεσιτείας της Θεοτόκου. Ας την τιμάμε με βαθύ σεβασμό ως μητέρα του Υψίστου, ως το ανώτερο των ποιημάτων του. Και ας διατηρούμε ταπεινό φρόνημα, αφού και Εκείνη ήταν τόσο ταπεινή εδώ κάτω στη γη και τίποτα δεν της αρέσει όσο η ταπεινοφροσύνη. Το διεκύρηξεη ίδια στην Ωδή της : “Ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω Σωτήρι μου, ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού” ( Λουκ. Α' 47, 48)

195. Αν σε τριγυρίζουν οι νοητοί εχθροί και πέφτης σε πνευματική θλίψι, επικαλέσου ευθύς τη Δέσποινα μας Υπεραγία Θεοτόκο. Είναι η Παντάνασσα, η βασίλισσα που κυριαρχεί πάνω σε όλες τις σκότιες δυνάμεις, όσες μας απειλούν και μπορεί να τις τρέψει σε φυγή. Και αυτό το κάνει από έλεος σ' εμάς, τα τέκνα της.

224. Σεις τα γήϊνα πλάσματα, που σας λείπει η αγνότης, χαρήτε για το γεγονός ότι η Παρθένος Μαρία, η Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, έφθασε στην υψηλότερη κορυφή της ψυχικής και σωματικής αγνότητος. Χαρήτε γι' αυτό και παρακαλείτε την να αξιώση σας και τα τέκνα σας να ζήσετε αγνά σ' αυτόν τον διεφθαρμένο κόσμο, τον γεμάτο από πειρασμούς. Για την απόλυτο αγνότητά της και ταπείνωση της και τις άλλες αρετές της, χάρις στις οποίες αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Θεού, όταν προσφέρουμε την Αναίμακτο Θυσία, λέμε το “Εξαιρέτως” προς χάριν της, στη Θεία Λειτουργία.

438. Αν σου έρχεται αμφιβολία για το κατά πόσον είναι πράγματι αγιασμένη κάθε εικών της Θεοτόκου, μπροστά στη οποία προσεύχεσαι, διώξε ευθύς αυτή την αμφιβολία. Είναι αμφιβολία, που προέρχεται από τον Διάβολο, για να σου ψυχράνη την προσευχή. Η Δέσποινα μας, το Πρωτότυπο αυτής της εικόνος, έχει αγιασθή ήδη απόλυτα πριν από δέκα εννέα αιώνες, αφ' ότου ήταν στα σπλάχνα της μητέρας της, της Αγίας Άννης, κατόπιν κατά τη γέννησί της, ύστερα με τα Εισόδια της στον ναό των Ιεροσολύμων, τέλος δε με την ανείπωτο Σάρκωσι του Υιού της και Θεού. Είναι πάντοτε αγία και, μάλιστα, αγία από κάθε άποψι, γι' αυτό και λέγεται Παναγία. Βρίσκεται παντού και σε κάθε εικόνα της. Η εικών της είναι αγιασμένη από την ίδια. Ατένιζε λοιπόν την εικόνα της με απλότητα καρδιάς, με πίστι φωτεινή και ορθόδοξο. Λέγε στο πονηρό πνεύμα, που θέλει να σε κλονίση: “Όλη η γη είναι αγιασμένη. Η δύναμις του Κυρίου μου και της Πανάγνου Μητρός του, της βασιλίσσης του κόσμου, είναι παντού. Ατενίζω προς Αυτήν, την Πάναγνο Μητέρα του Εμμανουήλ, με τα πνευματικά μου μάτια. Δεν λατρεύω είδωλο. Η εικών είναι καμωμένη απλώς για να βοηθή την αδυναμία μου”.

(Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου, εκδ. Παπαδημητρίου 1996)

παράγραφοι από το έργο του «Η εν Χριστώ ζωή μου»

19. Όταν είναι να προσευχηθείς στην Υπεραγία Θεοτόκο, έχε πριν την ακράδαντο βεβαιότητα, ότι δεν πρόκειται να φύγεις από μπροστά της χωρίς να βρεις έλεος. «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται», ψάλλει η Εκκλησία με πίστη στη Θεομήτορα. Το να έχουμε αυτή τη βεβαιότητα, αυτήν την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη, είναι σωστό και δίκαιο. Είναι άπειρο το έλεος της Μητέρας της Ελεήμονος Θεού. Το έλεός της το μαρτυρεί η Εκκλησία όλων των εποχών και όλων των τόπων. Δεν υπάρχει περίπτωση να αδιαφορήσει για μας η Παναγία.

70 Αποκαλούμε τη Θεοτόκο, όταν της απευθύνουμε την προσευχή μας, άβυσσο του ελέους. Ας προσπαθούμε να της μοιάσουμε, όσο μπορούμε. Πώς; Δείχνοντας σπλαχνική διάθεση σε όσους έχουν ανάγκη του ελέους μας. Ας τους φανερώνουμε αγάπη έμπρακτη και ανεξάντλητη. Ας τους ατενίζουμε μέσα στο φως του Ευαγγελίου. Και, χωρίς άλλο, τότε η Κυρία Θεοτόκος θα αυξήσει το έλεός της πάνω μας.

184. Η Κυρία Θεοτόκος είναι ο ωραιότατος ναός της Αγίας Τριάδος. Είναι, μετά Θεόν, ο θησαυρός όλων των αγαθών, της αγνότητας, της αγιότητας, της αληθινής σοφίας, η πηγή της πνευματικής δυνάμεως.

220. Οι δαίμονες φρίττουν ατενίζοντας το σημείο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Γιατί πάνω στο Σταυρό καθηλώθηκε ο Κύριος και αγίασε αυτό το ξύλο. Πόσο πιο πολύ όμως οι δαίμονες τρέμουν μπροστά στην Υπεραγία Θεοτόκο, ακόμη και μπροστά στο ένδοξο όνομά της! Η Παναγία έχει το φως και τη δόξα του Υιού της. Όπως παραδεχόμαστε ότι ο Υιός της είναι Φως και Αγιότης, έτσι και για Αυτήν πιστεύουμε ότι είναι αιώνιο φως και αιώνια αγιότητα. Αμην.

278. Ο κόσμος είναι ένα σπίτι. Ο Κτίστης και Κύριος αυτού του σπιτιού είναι ο Θεός, ο Πατήρ των πιστών που ζουν σ’ αυτό το σπίτι. Η Οικοδέσποινα, η Μητέρα στο σπίτι, είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Ας συμπεριφερόμαστε στον κόσμο, έχοντας ζωηρό το αίσθημα ότι αυτός ο Πατέρας και αυτή η Μητέρα είναι μπροστά μας. Στην Παναγία, ό ίδιος ο θείος Υιός της είπε σχετικά μ’ εμάς: «Γύναι, ίδε ο υιός σου». Και σ’ εμάς, σχετικά μ’ Αυτήν: «Ιδού η μήτηρ σου» (Ιω. ιθ 26,27). Γιατί, στο πρόσωπο του Αγίου Ιωάννου, του Ευαγγελιστού της αγάπης και Μαθητού του Κυρίου, ειπώθηκε αυτό το «Ιδού…» και για μας. Ναι, πράγματι είναι η Μητέρα μας, που μας οδηγεί, σαν παιδία της, στην αγιότητα.

426. Όταν νοιώθεις τον εαυτό σου ακάθαρτο από την αμαρτία και σαν λεπρό, μην υποκύψεις στη σκέψη ότι δεν πρέπει να πλησιάσεις και να προσευχηθείς στην Παναγία Δέσποινά μας. Τότε ακριβώς είναι ευκαιρία να έλθεις μπροστά στην εικόνα της και να της δεηθείς. Επειδή ακριβώς νοιώθεις τόσο αμαρτωλός, πρέπει να προσευχηθείς στη Χάρη της. Η Παναγία θα είναι μπροστά σου για να σε ελεήσει, να σε καθαρίσει από την πνευματική λέπρα. Θα σε καθαρίσει, όπως και ο Υιός της καθάρισε τους δέκα λεπρούς.
(Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου,εκδ. Παπαδημητρίου 1996)

Η Χάρη Της
Ο Πατέρας βρήκε τον καθρέφτη
για το πρόσωπο του Υιού Του
στην ομορφιά της Παρθένου.

Άνοιξε το ατλάζι τ’ ουρανού
να μας δείξει την Κεχαριτωμένη
και η χάρη Της θάμπωσε τον ήλιο.

Παρέστη Βασίλισσα εκ δεξιών Του
η θυγατέρα του Βασιλέως

Η Κοίμησή Σου
Βασίλισσά μας, των αγγέλων η Κυρία,
τους εφιάλτες μας η κοίμησή Σου
σε εικόνες μεταβάλλει Παραδείσου.
Τώρα κοιμόμαστε σχεδόν αγγελικά
τις νύχτες μας στη γη με όνειρα γλυκά.
Μεσίτριά μας, στην Εδέμ πραγματικά
αξίωσέ μας να τα ζήσουμε μαζί Σου.

(Ελευθέριος Μάινας, Τα Ποιήματα, εκδ. Ακρίτας σελ. 15, 31)

Θέματα: Παναγία, ποίηση, ομορφιά

Στόν ζωγράφο Παῦλο Ι., πού ρωτᾶ πῶς μποροῦμε νά ἀναγνωρίσουμε τήν ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Παναγίας Θεοτόκου.

Μοῦ παρέθεσες μαζί μέ τό γράμμα μία γυναικεία εἰκόνα, πού μέσα στόν λαό διαδίδεται μέ τό ὄνομα τῆς Παναγίας Θεοτόκου.
Ἡ εἰκόνα παρουσιάζει μία νέα, εὔθυμη γυναίκα, μέ ἀφημένα μαλλιά στούς ὤμους, μέ χοντρό πρόσωπο, μέ χείλη δυνατά, μέ παρδαλά φορέματα. Χωρίς παιδί στά χέρια. Καί μόνος κατάλαβες, ὅτι αὐτή δέν εἶναι ἡ ὀρθόδοξη μορφή τῆς Θεομήτορος, ἀλλά ρωτᾶς πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος εὔκολα νάἀναγνωρίσει τήν ὀρθόδοξη μορφή της;
Ὁ πιό γρήγορος τρόπος ἀναγνώρισης τῆς ὀρθόδοξης εἰκόνας τῆς Θεομήτορος εἶναι τά
τρία ἀστέρια: τό ἕνα ἐπάνω ἀπό τό κούτελο, τό δεύτερο στόν δεξιό ὦμο, καί τό τρίτο
στόν ἀριστερό ὦμο. Αὐτά τά τρία ἀστέριασημειώνουν τήν παρθενία τῆς Παρθένου Μαρίας πρίν τή γέννα, κατά τή γέννα καί μετά τή γέννα.
Καί ὕστερα τά χρώματα τῶν ρούχων. Κατά κανόνα τά ροῦχα τῆς Θεομήτορος ζωγραφίζονται σέ τρία κύρια χρώματα: τό χρυσό, τό κόκκινο καί τό γαλάζιο. Τό κάτω φόρεμα εἶναι γαλάζιο, ἐνῶ τό πανωφόρι κόκκινο, καί τά δυό εἶναι ὑφασμένα καί στολισμένα μέ χρυσό. Τό χρυσό χρῶμα σημειώνει τήνἀθανασία, τό κόκκινο τή δόξα καί τό γαλάζιο τά οὐράνια.
Τό πρόσωπο τῆς Παναγίας Θεοτόκου στίς ὀρθόδοξες εἰκόνες ποτέ δέν εἶναι γεμάτο καί στρογγυλό,ἀλλά μακρύ καί λίγο ἀδύνατο. Τά μάτια μεγάλα καί σκεπτόμενα. Μιά ἥσυχη λύπη, ἕτοιμη γιά τόχαμόγελο παρηγοριᾶς· ἡ λύπη λόγω τῶν ἀθλιοτήτων τοῦ κόσμου καί τό χαμόγελο λόγω τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό Παρηγορητή. Ὅμως καί ἡ λύπη καί τό χαμόγελο συγκρατημένα κι ὅλα ὑποταγμένα στό πνεῦμα. Τοῦτο εἶναι τό πρόσωπο τῆς νικήτριας, ἡ ὁποία ἔζησε ὅλες τίς πίκρες τοῦ πόνου καί τοῦ καημοῦ, ὥστε μπορεῖ νά βοηθήσει ἐκείνους πού παλεύουν μέ τόν πόνο καί μέ τόν καημό. Τά μαλλιά της εἶναι πάντα ἐντελῶς κρυμμένα.
Γιά τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ποτέ δέν λέγεται ὅτι εἶναι φυσικά ὄμορφο. Εἶναι τέτοιο ὥστε νά αἴρει κάθε σκέψη περί τοῦ σωματικοῦ. Εἶναι ὑπερφυσικῆς ὀμορφιᾶς, ἡ ὁποία δέν δείχνει ἀλλιῶς παρά μέσω τῆς ἁγιοσύνης. Στρέφει σκέψεις τοῦ θεατῆ στήν ἀνώτερη πνευματική πραγματικότητα καίτό κάλλος τῆς ψυχῆς.
Τό κεφάλι τῆς Θεομήτορος εἶναι ἁπλά σκυμένο πρός τό Θεῖο Βρέφος, τό ὁποῖο ἐκείνη κρατᾶ στόστῆθος της. Τοῦτο τό ἁπλό σκύψιμο σημειώνει τήν ὑποταγή στή θέληση τοῦ Θεοῦ, πού κάποτε ἐκείνη ἐξέφρασε στόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ λέγοντας: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμα σου» (Λουκ. Α΄ : 38). Ἀκόμα σημειώνει τήν ἀναγνώριση ἀπό μέρους Της τοῦ μεγαλείου Ἐκεῖνου πού κρατᾶ στά χέρια Της.
Στίς ὀρθόδοξες εἰκόνες ἡ Θεομήτωρ ἐντελῶς σπάνια ἁγιογραφεῖται χωρίς τό Θεῖο Βρέφος. Καί ὅταν ἁγιογραφεῖται μόνη, ὁ καλλιτέχνης ἁγιογράφος τή φαντάζεται ὡς μητέρα τοῦ πόνου κάτω ἀπό τόν σταυρό, μέτά χέρια σταυρωμένα καί τό κεφάλι γερμένο, καμιά φορά ἀκόμα μέ τά συμβολικά ξίφη κατευθυνόμενα πρόςτήν καρδιά της. Ὅμως ἡ καρδιά ποτέ δέν ἁγιογραφεῖται ἔτσι ὥστε νά φαίνεται.
Ἡ πλέον συχνή εἰκόνα Της ὅμως εἶναι μέ τόν Υἱό στά χέρια Της. Ἐκείνη ἀναγγέλθηκε στόν κόσμο λόγω τοῦ Υἱοῦ. Ἡ ἀποστολή Της στόν κόσμο ἦταν ὁ Υἱός Της. Ὥστε κανένας ποτέ νά μήν βλέπει μέσα Της τή γυναίκα, ἀλλά πάντα καί πάντοτε τήμητέρα. Ἐκείνη παρουσιάζει τήν ἀνώτατη, καθαρότατη καί ἁγιότατη μητρότητα διαχρονικά. Εἶναι ἡ Μητέρατοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶναι καί ἡ δική μας μητέρα, ἡ παρηγορήτρια καί γρήγορη βοηθός.
Ἄς εἶναι καί σέ σένα πάντα παρηγοριά καί βοήθεια.

(Ἀπό τό βιβλίο: “Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται – Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α΄“, Ἐκδόσεις: “Ἐν πλῷ” σελ. 156-158)

katafigioti

lifecoaching