


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
«Σε κήρυγμά του ο Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης μάς μίλησε για τη βλασφημία.
Είπε, ότι όταν υπηρετούσε στο στρατό άκουσε έναν να βλαστημά την Παναγία. Πήγε, λοιπόν, και ως στρατιωτικός ιερέας, το ανέφερε στον υπεύθυνο αξιωματικό. Είπε:
- Αυτός βλαστήμησε τη βασίλισσα.
Φωνάζει ο αξιωματικός τον βλάστημο και του λέει:
- Γιατί βλαστήμησες τη βασίλισσα;
- Εγώ, λέει ο φαντάρος, βλαστήμησα τη βασίλισσα, τη Φρειδερίκη;
- Μα αυτό μας λέει ο ιερέας εδώ.
- Δεν βλαστήμησε τη Φρειδερίκη, του εξηγεί ο π. Αυγουστίνος, την Παναγία βλαστήμησε.
- Αι, πες μας έτσι!, είπε ο αξιωματικός και κάθισε στην καρέκλα του…
- Μπράβο σας, λέει οργισμένος ο π. Αυγουστίνος. Μεγάλη η βασίλισσα, μικρή η Παναγία!»
(Ειρήνη Βερούλη, στο περ. Χριστιανική Σπίθα, στο αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Εξομολόγηση,Αθήνα 2012 σελ. 88-89)
Ο κ. Τσολάκης Βασίλειος, Αστυνομικός από την Αριδαία, διηγείται: Κάποιος γνωστός μου είχε πάει στο εξωτερικό. Δυστυχώς εκεί έμπλεξε με Προτεστάντες με αποτέλεσμα να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να γίνει Προτεστάντης.
Μια μέρα με επισκέφτηκε στο γραφείο μου και βλέποντας τη φωτογραφία του π. Παϊσίου μου είπε έντρομος: Αυτόν τον ξέρω. Πριν 10 χρόνια πήγα στο Κελλί του με άλλους δύο. Μόλις φθάσαμε, μόνο εμένα δεν μου επέτρεψε να μπω. Διότι μου είπε ότι είμαι αιρετικός, γιατί δεν πιστεύω στην Παναγία και στους Αγίους
(ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου, σελ. 611)
Οι Προτεστάντες, ως άνθρωποι λογικοκρατούμενοι, απορρίπτουν ορισμένες πτυχές του θεομητορικού δόγματος. Και ενώ δέχονται την παρθενική σύλληψη του Χριστού, περί της οποίας ομιλεί σαφώς η Γραφή, αρνούνται την παρθενική γέννησή του, γιατί μια γέννηση καταστρέφει φυσιολογικά την παρθενία της όποιας μητέρας. Αυτό βέβαια είναι αληθινό στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Κάθε μάνα που γεννά δεν μπορεί να παραμένει παρθένος. Πέρα από τα στεγανά όρια της φύσεως και της λογικής οι άνθρωποι δεν έχουν αίσθηση της μυστηριακής πραγματικότητας, η οποία νικά «φύσεως τάξιν». Κατ’ αυτούς ο τρόπος γεννήσεως του Χριστού δεν έχει μεγάλη σημασία. Δεν προσδίδει μεγάλο αξίωμα στη Μητέρα. Δεν μπορούν να την εντοπίσουν στην υπερφυσική διάσταση του μυστηρίου της. Δεν μπορούν να δουν την καινότητα του τόκου του Υιού του Θεού, που γίνεται η άφθαρτη απαρχή μιας νέας πνευματικής ανακαίνισης και αναγέννησης των ανθρώπων. Μιας αναγέννησης που σπάει τα δεσμά της φθοράς που απορρέουν από την παλαιότητα της φύσεως του Αδάμ. Μένουν ασάλευτα δεμένοι με τη φύση. Η υπερφύση δεν τους ακουμπά.
Πολύ λιγότερο δεν μπορούν να δεχτούν το «αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Κατά τους Προτεστάντες μετά τη γέννηση του Ιησού, η Μαρία ήλθε σε γαμική σχέση με τον Ιωσήφ, από την οποία απέκτησε τέκνα ,τους φερομένους ως αδελφούς του Χριστού⁸⁷. Τις αντιλήψεις τους αυτές, προσπαθούν να τις στηρίξουν στην αγία Γραφή. Έτσι προσάγουν τα χωρία, εις τα οποία μνημονεύονται οι αδελφοί του Κυρίου και το Ματθ.1,25: «ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον». Κακώς όμως, γιατί αδελφοί του Ιησού μπορούν να είναι στενοί συγγενείς του είτε από την πλευρά του Ιωσήφ (φυσικά τέκνα του από πρότερο γάμο) είτε από την πλευρά της Θεοτόκου. Την έννοια του αδελφού σημαίνοντος τον εξάδελφον ή ανεψιό, απαντούμε σε πολλά χωρία της Γραφής:Γεν.12,5. 13,8 .29,15.Η φράση «έως ου (έως ότου)» στην οποία στηρίζουν οι Διαμαρτυρόμενοι τη γνώμη τους, ότι δηλαδή ο Ιωσήφ δεν είχε σαρκική σχέση με τη Μαρία μέχρις ότου γέννησε τον Υιό της και μετά ταύτα ήλθε σε γαμική συνένωση με τη Μαρία, δεν μπορεί αναγκαίως να στηρίξει τις απόψεις τους.
Ο χρονικός προσδιορισμός αναφέρεται σε ένα ορισμένο χρονικό σημείο για το οποίο ενδιαφέρεται ο ομιλών, αφήνοντας τη χρονική συνέχεια ακαθόριστη. Στο Γεν. 8,7 γίνεται λόγος περί του κόρακος που βγήκε από την κιβωτό του Νώε, ο οποίος δεν επέστρεψε σ΄ αυτήν «έως του ξηρανθήναι το ύδωρ». Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο κόραξ γύρισε πίσω μετά την αποξήρανση των υδάτων (βλ.Ψαλμ.122,2). Ομοίως και η λέξη «πρωτότοκος» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην τον πρώτο μεταξύ πολλών αδελφών, αλλά τον πρώτο γεννηθέντα (βλ.Εξοδ.34,19εξ.), άσχετα αν ακολουθούν ή όχι άλλοι αδελφοί.
Άλλωστε δεν θα ήταν σοβαρό να πιστέψουμε, ότι η Θεοτόκος μετά την πείρα της ως Μητέρας του Θεού και την αίγλη του θαύματος στο οποίο τόσο επάξια λειτούργησε, θα είχε σκέψη και επιθυμία να έλθει σε γαμική σχέση με άντρα («Πώς δηλαδή θα καταδεχόταν την συνένωση με άνδρα ενώ γέννησε το Θεό και γνώρισε το θαύμα με την πείρα των σημείων που έχουν ακολουθήσει. Μη βλασφημείς· όχι μόνο δεν είναι γνώρισμα συνετής σκέψης να σκέφτεται τέτοια, πόσο μάλλον και να τα κάνει» Ιωάννης Δαμασκηνός. Χρ. Ανδρούτσου, Δογματική σελ. 173). Ο Ιωσήφ ήταν απλώς «μνήστωρ» (αρραβωνιαστικός της Θεοτόκου) και όχι σύζυγός της.
(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ. 115-117)
Η Παναγία Θεοτόκος όταν γεννούσε τον Υιό της, δεν ένιωσε τις φυσικές ωδίνες του τοκετού που νιώθουν όλες οι άλλες γυναίκες. Αυτό ήταν σύμφωνο με το γενικότερο νόημα του θεομητορικού μυστηρίου της. Εφόσον η σύλληψη του Κυρίου έγινε χωρίς σπορά ανδρική, αυτή δε (η σύλληψη) καθώς και η γέννηση του Χριστού δεν παρέβλαψε την παρθενία της τεκούσης Μητρός, μέσα στο πλέγμα αυτό των απορρήτων θαυμασίων του Θεού εντάσσεται όχι μόνο ο αλόχευτος τόκος, αλλά και η ανώδυνη γέννηση του Υιού της.
Άλλωστε ο επώδυνος τόκος ήταν για την γυναίκα ειδικό τίμημα της παρακοής, σύμφωνα με την κατάρα που έδωσε ο Θεός στην προμήτορα Εύα: «Και τη γυναικί είπε: πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου· εν λύπαις τέξη τέκνα»(Γένεση 3,16). Από το χωρίο συνάγεται, ότι αν δεν αμάρτανε η Εύα, θα γεννούσε χωρίς λύπες και πόνους τα τέκνα της. Η Μαρία εξαιρείται από τον κανόνα αυτόν, διότι ο τόκος της δεν εντάσσεται στη φυσική ροή κάθε άλλης ανθρώπινης γέννησης, σ’ αυτόν δε δεν υπάρχει κανένα ίχνος της μεταπτωτικής φύσεως, που έπεσε στην αμαρτία και το θάνατο.
(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ.121)
Η Άσπιλος Σύλληψις δεν αναφέρεται στον τόκο της Θεοτόκου, όπως εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε κανείς να υπονοήσει, αλλά στη δική της γέννηση από τους γονείς της, τον Ιωακείμ και την Άννα.
Κατά τη διδασκαλία αυτή στη Μαρία, και στην προοπτική της περίοπτης θέσεως που θα είχε στο χριστολογικό μυστήριο, δόθηκε χάρη από το Θεό να γεννηθεί χωρίς να φέρει το προπατορικό αμάρτημα.
Η θεωρία αυτή, που είναι δόγμα πίστεως της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, από ορθόδοξη άποψη είναι εσφαλμένη. Το προπατορικό αμάρτημα είναι κλήρος καθολικός για κάθε άνθρωπο, που έρχεται στον κόσμο δια της φυσικής γεννήσεως και από γονείς ανθρώπους. Η Θεοτόκος Μαρία είχε και αυτή τους γονείς της. Γεννήθηκε όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Δεν συντρέχει λοιπόν κανένας λόγος να εξαιρεθεί από την ιστορική της συνέχεια και συνέπεια. Η Γραφή και η Παράδοση δεν κάνουν λόγο για ένα τέτοιο δίδαγμα. Η Μαρία, ως κοινή θυγάτηρ του Αδάμ, έφερε το προπατορικό αμάρτημα, από το οποίο την απάλλαξε το Πνεύμα το άγιο κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού της.
Στην Ορθοδοξία έχουμε «άφθορον σύλληψιν» του Χριστού και όχι «Άσπιλον Σύλληψιν» της Θεοτόκου.
(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ. 120-121)
Εδώ πρέπει να διαστείλουμε την «απόλυτη» αναμαρτησία από τη «σχετική». Απολύτως αναμάρτητος ήταν μονάχα ο Χριστός, διότι ήταν Θεάνθρωπος. Οποιοδήποτε άλλο πλάσμα δεν μπορεί να έχει την αναμαρτησία αυτή, ούτε και η αγία Θεοτόκος, «η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και η ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Είχε και αυτή τις μικρές της αμαρτίες σύμφωνα με τους λόγους της Γραφής: «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν»(Α΄Ιω. 1,8).
Τις αμαρτίες αυτές τις καθάρισε το Πνεύμα του Θεού, όταν την βάπτισε με τη χάρη του την ημέρα του Ευαγγελισμού της από τον άγγελο του Θεού. Μετά δε την Πεντηκοστή, όταν έλαβε και αυτή -όπως και οι λοιποί μαθητές- (για δεύτερη φορά) το Πνεύμα το άγιο, απονέμουμε στη Θεοτόκο αναμαρτησία «σχετική», ότι δηλαδή η χάρη του Θεού τη διατήρησε καθαρή από κάθε αμαρτία, κι αυτό ως στεφάνωμα της μεγάλης αρετής της και του ρόλου που διαδραμάτισε ως Μητέρα του Λυτρωτή, ως προταρχική υπεράξια συνθήκη της εισόδου του Θεού στον κόσμο και προϋπόθεση της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων.
Στο πλέγμα αυτό της σχετικής αναμαρτησίας της Παρθένου πρέπει να ενταχθούν και να ερμηνευτούν όλα τα εγκώμια και οι τίτλοι που της απονέμει η Εκκλησία, η οποία την αποκαλεί «Πανάμωμον, άχραντον, πανάχραντον, Παναγία» κ.τ.ο.
(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε αρητήματα δογματικά,εκδ. Αποστολική Διακονία 2006 σελ. 123-124)
82. Ήταν αναμάρτητη η Παναγία;
Φυσικά όχι. Αναμάρτητος στην κυριολεξία είναι μόνον ο Θεός που κατοικεί στους ουρανούς, ο πανάγιος Κύριος της δόξης. Ιδέα ή ίχνος αμαρτίας δεν μπορεί να υπάρξει στην πανάσπιλη φύση του. Αν μπορούσε ν’αμαρτήσει, δεν θα ήταν Θεός αληθινός, πανάγαθος, πάνσοφος και παντοδύναμος. Αμαρτία και θεότητα αποτελούν έννοιες αντικρουόμενες. Στη γη δε, αναμάρτητος υπήρξε μόνον ο Κύριος, ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος όχι μόνο δεν αμάρτησε ,αλλ’ ούτε είχε τη δυνατότητα να αμαρτήσει. Αυτό, ως είδαμε, ήταν ακολουθία της μορφώσεως του θεανδρικού προσώπου του. Αν και ελεύθερος ο Χριστός, δεν μπορούσε ωστόσο να πέσει στην αμαρτία, γιατί το θέλημα της ανθρώπινης φύσεώς του, θεωμένο στην υποστατική ένωση, ακολουθούσε σταθερά το θείο του θέλημα. Άλλωστε ο Χριστός δεν είχε θέλημα γνωμικό, δηλαδή θέλημα έξω από το θεανδρικό του μυστήριο (Θεόδωρος Μοψουεστίας, Νεστόριος), που μπορούσε ελεύθερα και αυτοπροαίρετα να αμαρτήσει.
Η Παναγία όμως δεν ήταν αναμάρτητη. Ως γνήσια απόγονος του Αδάμ, είχε στη φύση της τον ρύπο της προγονικής παραβάσεως και τη φθορά της πεσμένης φύσεως. Απ’ αυτά καθαρίστηκε κατά τη στιγμή του Ευαγγελισμού της από τον άγγελο, όταν το Πνεύμα το άγιο επισκίασε τη φωτεινή μήτρα της. Κατόπιν, κατά τη Γραφή, κανείς δεν μπορεί να είναι αναμάρτητος, έστω και αν μια ημέρα είναι η ζωή του επι της γης.(«Τις γαρ καθαρός έσται από ρύπου; Αλλ’ ουσείς. Εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης») Ελαφρά και συγγνωστά αμαρτήματα είχε η Θεοτόκος ως το σημείο του Ευαγγελισμού της . Μετά όμως τη σύλληψη του Υιού του Θεού από το Πνεύμα το Άγιο, η χάρη του θείου Παρακλήτου την εκαθάρισε τόσο βαθιά και της έδωσε τέτοια δύναμη, ώστε να μην πράττει καμιά αμαρτία. Στη δυναμική αυτή είναι τοποθετημένοι και οι Άγιοι, οι οποίοι με τη σταθερή τους προσήλωση στο αγαθό και με τη βοήθεια πάντοτε της χάριτος του Θεού, φθάνουν στα μέτρα της πνευματικής τελειότητας, μένοντας δυσκίνητοι προς την αμαρτία και το κακό. Σε πλήρες μέτρο αυτό έγινε στους αγαθούς αγγέλους.
Η αναμαρτησία της Θεοτόκου δεν ήταν απόλυτη, αλλά σχετική: το πλήρες σημείο ηθικής τελειώσεως στο οποίο μπορούσε να φθάσει πλάσμα ανθρώπινο. Ήταν το απαστράπτον δοχείο της χάριτος ,το όρος το «τετυρωμένον εν Πνεύματι»(από τον Ακάθιστο Ύμνο), το οποίο έλκυσε την αγάπηση του Πλάστη (Ψάλμ 44,11.12), ώστε να λάβει από τα πάναγνα αίματά της την ανθρώπινη φύση του με την οποία έσωσε τον κόσμο από το θάνατο της αμαρτίας. Στη διάσταση της σχετικής αυτής αναμαρτησίας πρέπει να νοηθούν όλες οι επωνυμίες με τις οποίες διακοσμεί η Εκκλησία το άχραντο πρόσωπο της Θεοτόκου: Άσπιλη, αμόλυντη, άχραντη, πανάμωμη κ.τ.τ.
(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε αρητήματα συμβολικά,εκδ. Αποστολική Διακονία 2006 σελ. 117-118)
Η Κυρία Θεοτόκος κατά τον έξω χαρακτήρα και ήθος του σώματος ήτο σεμνή και σεβάσμια κατά πάντα, ολίγα και απαραίτητα λαλούσα, ήτο ογλήγορος εις το υπακούειν και ευπροσήγορος, ετίμα όλους και επροσκύνει, είχε το μέγεθος του σώματος μέσον και σύμμετρον, δεν επαρουσιάζετο εις κάθε άνθρωπον, ήτο μακράν από τόν γέλωτα και έξω από κάθε ταραχήν και θυμόν.
Το χρώμα του θεοδόχου Της σώματος ήτο όμοιο με το χρώμα του σιταριού.
Είχε ξανθάς τάς τρίχας της κεφαλής, είχεν οφθαλμούς πολλά ωραίους, χρωματισμένους με θείαν σεμνότητα, ωραισμένους με κόρας οξείς και όμοιας με τήν ελαίαν και καλλυνομένας με βλεφαρίδας φαιδροπρεπείς.
Είχε τα οφρύδια μαύρα, κυκλικώς σχηματισμένα. Είχε τήν μύτην ομαλήν και ευθείαν.
Τα πανάμωμα χείλη Της ήτον ανθηρά, λάμποντα κοσμίως με ερυθρόν χρώμα και γέμοντα από την των λόγων γλυκύτητα. Είχε το ιεροπρεπές πρόσωπον ολίγον μακρύ, είχε τάς θεοδόχους χείρας Της μακράς και τούς δακτύλους των χειρών μακρούς με λεπτότητα.
Ήτο ανυπερήφανος και είχε ταπείνωσιν υπερβάλλουσαν, εφόρει ρούχα φυσικώς χρωματισμένα, καθώς δηλούται από το άγιον μαφόριον, αυτόχροον υπάρχον.
Και δια να ειπούμεν καθολικώς, η Κυρία Θεοτόκος ήτο κατά τα εξωτερικά μέλη του σώματος γεμάτη τόση θείαν χάριν και σεβασμιότητα, ώστε όπου όστις έβλεπεν Αυτήν, ελάμβανε εις την ψυχήν του κάποιον φόβον και ευλάβειαν και χωρίς να Τήν ηξεύρη προτύτερα, εγνώριζεν από μόνον τόν εξωτερικόν χαρακτήρα Της ότι Αύτη αληθώς εστί Μήτηρ Θεού.
Και ο Αρεοπαγίτης θείος Διονύσιος, από την πολλήν αγάπην που είχε πρός τόν Χριστόν, ακούσας ότι έζη σωματικώς η πανάμωμος Μήτηρ Αυτού, επήγε να Την ιδεί, και λοιπόν βλέπων τήν θείαν θεωρίαν και τήν θαυμάσιαν και βασιλικήν ωραιότητά Της, ίδών δε και τούς Αγγέλους ισταμένους τριγύρω Αυτής και Τήν εδορυφόρουν ως βασίλισσαν, ακούσας δε και τα ουράνια λόγια εκ του αγίου στόματός Της, εξέστη ομολογήσας ότι και μόνος ο σωματικός Αυτής χαρακτήρ και το είδος Της Τήν εμαρτύρουν ως εστί Μήτηρ Θεού κατ' άλήθειαν.
Μεγαλείον και εξαίρετον ήτο εις μόνην τήν Θεοτόκον, διότι θεόθεν ήτο δεδωρημένον, ίνα γεννηθή εν τη Παλαιά Διαθήκη Παιδίον θήλυ κατ' επαγγελίαν, και μάλιστα εκ της στείρας, της θεοπρομήτορος Άννης.
Γνωστόν όμως έστω ότι η Κυρία Θεοτόκος, δια τα μεγαλεία ως Της έδωκεν ό Θεός, εσυνερίζετο τρόπον τινά και εφιλοτιμείτο να αγωνίζεται και Αυτή μετά τήν Ανάληψιν του Υιού Της με προσευχάς, με γονυκλισίας και με κάθε είδος ασκήσεως.
Όθεν λέγεται λόγος ότι, από τάς συχνάς γονυκλισίας, όπου η Θεοτόκος εποίει, εβαθούλωσαν αι πλάκαι, επάνω εις τας οποίας τα γόνατα έκλινεν.
(αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Κήπος χαρίτων,Θεσσαλονίκη 1979 σελ. 203-204, σημ. 1)
Η Χάρη Της
Ο Πατέρας βρήκε τον καθρέφτη
για το πρόσωπο του Υιού Του
στην ομορφιά της Παρθένου.
Άνοιξε το ατλάζι τ’ ουρανού
να μας δείξει την Κεχαριτωμένη
και η χάρη Της θάμπωσε τον ήλιο.
Παρέστη Βασίλισσα εκ δεξιών Του
η θυγατέρα του Βασιλέως
Η Κοίμησή Σου
Βασίλισσά μας, των αγγέλων η Κυρία,
τους εφιάλτες μας η κοίμησή Σου
σε εικόνες μεταβάλλει Παραδείσου.
Τώρα κοιμόμαστε σχεδόν αγγελικά
τις νύχτες μας στη γη με όνειρα γλυκά.
Μεσίτριά μας, στην Εδέμ πραγματικά
αξίωσέ μας να τα ζήσουμε μαζί Σου.
(Ελευθέριος Μάινας, Τα Ποιήματα, εκδ. Ακρίτας σελ. 15, 31)
Θέματα: Παναγία, ποίηση, ομορφιά
Ἀπὸ τὴ χορεία τῶν ρώσων ἁγίων, ξεχωριστὴ ἀγάπη στὴν Παναγία ἔτρεφε ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀλλὰ καὶ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τὸν περιέβαλλε μὲ ἰδιαίτερη εὔνοια, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ πολλές της ἐμφανίσεις σ᾿ αὐτόν.
Τὸ ἀκόλουθο ὅραμα τοῦ ὁσίου εἶναι τὸ πιὸ ἐντυπωσιακό. Τὸ διηγεῖται ἡ μοναχὴ τοῦ Ντιβέγιεβο Εὐπραξία, γιατὶ ἀξιώθηκε κι αὐτὴ νὰ τὸ ἀπολαύσει μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο:
Νωρὶς τὸ πρωὶ τῆς 25ης Μαρτίου 1831 ἀκούστηκε μία δυνατὴ βοὴ καὶ ἀκολούθησε ἕνας ἁρμονικὸς ὕμνος. Ἡ πόρτα τοῦ δωματίου ἄνοιξε μόνη της κι ἁπλώθηκε παντοῦ φῶς κι εὔωδια. Ὁ στάρετς Σεραφεὶμ ἦταν γονατιστὸς μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα. Ἐγὼ ἔτρεμα.
Ξαφνικὰ σηκώνεται καὶ μοῦ λέει:
- Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Νά, ἡ Δέσποινά μας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔρχεται κοντά μας!
Πράγματι, μπροστὰ πήγαιναν δυὸ ἄγγελοι κρατώντας ἀνθισμένα κλαδιά. Ἀκολουθοῦσαν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ ὁ Θεολόγος ἅγιος Ἰωάννης, ἐνῶ πίσω τοὺς ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της ἡ Παναγία μὲ δώδεκα παρθενομάρτυρες.
Ἡ Θεοτόκος, φορώντας ἕνα λαμπρὸ μανδύα κι ἕνα ὑπέροχο στέμμα, μὲ πλησίασε, ἐνῶ ἤμουν πεσμένη κάτω. Μὲ ἄγγιξε καὶ εὐδόκησε νὰ μοῦ πεῖ:
- Σήκω, ἀδελφή, καὶ μὴ φοβᾶσαι. Μαζί μου ἔχουν ἔρθει παρθένες σὰν κι ἐσένα.
Δὲν κατάλαβα πὼς σηκώθηκα. Ἡ βασίλισσα ἐπανέλαβε:
- Μὴ φοβᾶσαι. Ἤρθαμε νὰ σᾶς ἐπισκεφθοῦμε.
Ὁ π. Σεραφείμ, ὄρθιος μπροστὰ στὴν Παναγία, μιλοῦσε μαζί της μὲ πολλὴ οἰκειότητα. Ἡ Θεοτόκος τοῦ εἶπε πολλά. Ἂν καὶ συμμετεῖχα στὸ ὅραμα, δὲν μπόρεσα ν᾿ ἀκούσω τί ἔλεγαν. Ἄκουσα μόνο τὸ ἑξῆς:
- Μὴν ἀφήνεις τὶς παρθένες μου τοῦ Ντιβέγιεβο.
- Ὢ Δέσποινα! Τὶς συγκεντρώνω, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τὶς κατευθύνω μόνος μου.
- Θὰ σὲ βοηθήσω σὲ ὅλα ἐγώ. Θὰ τὶς διδάξεις τὴν ὑπακοή. Ἂν τὴν κρατήσουν, θὰ εἶναι μαζί σου καὶ κοντά μου. Διαφορετικά, θὰ χάσουν τὴ θέση ποὺ τοὺς ἑτοιμάζω ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς ἐδῶ τὶς παρθένες. Οὔτε τέτοια θέση οὔτε τέτοιο στεφάνι θ᾿ ἀπολαύσουν. Ὁποιοσδήποτε τὶς προσβάλει, θὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ μένα. Κι ὅποιος τὶς διακονήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, θὰ βρεῖ ἔλεος ἐνώπιόν Του. Κατόπιν ἡ Παναγία στράφηκε σ᾿ ἐμένα.
- Κοίταξε, μοῦ εἶπε, αὐτὲς τὶς παρθένες καὶ τὰ στεφάνια τους. Μερικὲς ἄφησαν ἐπίγεια βασίλεια καὶ πλούτη γιὰ τὴν οὐράνια Βασιλεία. Ὅλες ἀγάπησαν τὴν ἑκούσια πτωχεία, ἀγάπησαν μόνο τὸν Κύριο, καὶ γι᾿ αὐτὸ βλέπεις πόση δόξα καὶ τιμὴ ἀξιώθηκαν. Ὅπως ὑπέφεραν οἱ ἀρχαῖες μάρτυρες, ἔτσι ὑποφέρουν καὶ οἱ σημερινές. Μόνο ποὺ ἐκεῖνες ὑπέφεραν φανερά, ἐνῶ σήμερα ὑποφέρουν μυστικά, μὲ θλίψη καρδίας. Ὁ μισθός τους ὅμως θὰ εἶναι ὁ ἴδιος.
Γυρίζοντας ὕστερα ἡ Θεοτόκος στὸν Στάρετς, τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ εἶπε:
- Σύντομα, ἀγαπητέ μου, θὰ εἶσαι μαζί μας!
Κατόπιν ὁ ὅσιος ἀντάλλαξε μαζί της χαιρετισμό, καθὼς καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους. Κάποιος ἀπ᾿ ὅλους γύρισε καὶ μοῦ εἶπε:
- Ἀξιώθηκες αὐτὸ τὸ ὅραμα χάρη στὶς προσευχὲς τῶν πατέρων Σεραφείμ, Μάρκου, Ναζαρίου καὶ Παχωμίου.
Ξαφνικὰ ὅλα χάθηκαν. Τὸ ὅραμα, ποὺ εἶχε διαρκέσει λιγότερο ἀπὸ μία ὥρα, τελείωσε. Ἦταν τὸ δωδέκατο ποὺ ἀξιώθηκε ν᾿ ἀπολαύσει ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ στὴν ἐπίγεια ζωή του».
(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας, εκδ. Ιερά μονή Παρακλήτου, σελ 138-140)
Το έτος 1780 ό Πρόχορος ασθένησε βαρειά. Πρήσθηκε όλο του το σώμα, ώστε υπέφερε φρικτούς πόνους και έμεινε ακίνητος επάνω στο σκληρό του κρεβάτι. Ιατρός δεν υπήρχε και κανένα φάρμακο δεν τον βοηθούσε. Κατά τα φαινόμενα έπασχε από υδρωπικία πού κράτησε τρία χρόνια, από τα όποια το ένάμισυ το πέρασε κατάκοιτος. Όλο αυτό το διάστημα δεν βγήκε από το στόμα του ούτε μία λέξι γογγυσμού· ολόκληρος, με την ψυχή και το σώμα, είχε παραδοθή στον Κύριο και προσευχόταν αδιάλειπτα, ποτίζοντας την κοίτη του με τα δάκρυα του.
Όσο ήταν άρρωστος, ό πνευματικός του πατέρας και οδηγός π. Ιωσήφ τον υπηρετούσε σαν κοινός υποτακτικός· ό ηγούμενος π. Παχώμιος δεν απομακρύνθηκε από κοντά του· ό π. Ησαΐας και άλλοι γέροντες και αδελφοί τον φρόντιζαν επίσης πολύ.
Τελικά, φοβούμενος για την ίδια την ζωή τού άρρωστου, ό ηγούμενος π. Παχώμιος πρότεινε αποφασιστικά στον ασθενή να καλέσουν ιατρό, αλλά ό μακάριος ακόμη αποφασιστικότερα αρνήθηκε την ιατρική βοήθεια. «Πατερά άγιε, τού είπε, εγώ αφιερώθηκα στον Κυριών ημών Ιησού Χριστό και την Άχραντη Μητέρα του· και αν ή αγάπη σας εύαρεστήται, έφοδιάστε με το ουράνιο φάρμακο, την θεία Κοινωνία». Ό π. Ιωσήφ κατόπιν τής παρακλήσεως τού άρρωστου και επειδή και ό ίδιος πολύ το επιθυμούσε, έκανε ολονύκτια αγρυπνία και λειτουργία, οπού συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και προσευχήθηκαν για τον πάσχοντα. Μετά την θ. λειτουργία ό Πρόχορος, όπως ήταν κατάκοιτος, εξομολογήθηκε και κοινώνησε των Άχραντων τού Χρίστου Μυστηρίων.
Και να, μετά την θεία Μετάληψη τού εμφανίσθηκε ή Ύπεραγία Θεοτόκος μέσα σε άρρητο φως, συνοδευομένη από τους αγίους αποστόλους Ιωάννη τον Θεολόγο και Πέτρο. Στρέφοντας το θείο πρόσωπο Της προς τον Ιωάννη έδειξε τον Πρόχορο και είπε:
«αυτός είναι από το γένος μας».
Κατόπιν ακούμπησε το δεξί Της χέρι στο κεφάλι τού Προχόρου και αυτοστιγμεί το υγρό, το οποίο είχε γεμίσει το σώμα του, άρχισε να ρέει ποταμηδόν από ένα άνοιγμα πού δημιουργήθηκε στον δεξιό του μηρό. Ό Πρόχορος σύντομα θεραπεύθηκε εντελώς, και μόνον το σημάδι τής πληγής, από τήν οποία έτρεξε τό υγρό, έμεινε στό σώμα του γιά πάντα.
Μετά τό περιστατικό αυτό, στό σημείο οπού είχε εμφανισθεί ή Θεοτόκος κτίσθηκε διώροφος ναός, καί παραπλεύρως, στην θέση οπού υπήρχε τό κελί τού Προχόρου, κτίσθηκε νοσοκομείο.