


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ! ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…
¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBAN: GR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).
135. «ήλθεν εις γήν Ισραήλ» (Ματθ. β΄ 21).
Μετά, τον θάνατο του Ηρώδη και ύστερα από σχετική ειδοποίησι του Αγγέλου, η Αγία Οικογένεια επέστρεψε «εις γήν Ισραήλ».
Το ότι οι μέρες της δοκιμασίας κάποτε τελειώνουν το γνωρίζομε. Εκείνο που δεν γνωρίζομε είναι το πως τελειώνουν.
Μερικές φορές ο Θεός επεμβαίνει άμεσα και αποτρέπει τη δοκιμασία. Άλλες φορές «κολοβώνει» (Ματθ. κδ' 22) τις μέρες της δοκιμασίας μας. Τις περισσότερες όμως φορές φαίνεται ότι ο Θεός αφίνει τα γεγονότα να εξελιχθούν φυσιολογικά...
Παράδειγμα, η φυγή της Αγίας Οικογένειας στην Αίγυπτο.
Θα μπορούσε να μη συμβή η δοκιμασία αυτή, με άμεσο θάνατο του Ηρώδη. Αυτό όμως δεν έγινε. Ο Θεός γνωρίζει το γιατί. Εκείνο που έγινε ήταν το ότι η Αγία Οικογένεια γνώρισε τη δοκιμασία της προσφυγιάς και γύρισε στην Παλαιστίνη υστέρα από τρεις μήνες. Αυτό σημαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωσι εφαρμόσθηκε η δεύτερη τακτική του Θεού. Το ότι δηλαδή ο Θεός «εκολόβωσε τας ημέρας» της δοκιμασίας της Αγίας Οικογένειας.
Στις περιπτώσεις προσωπικής μας δοκιμασίας, εκείνο που πρέπει να ζητούμε από τον Κύριο είναι να «κολοβώνη» τις μέρες της, να συντομεύη τον χρόνο. Σαν αμαρτωλοί άνθρωποι είναι αδύνατο ν’ αποφύγωμε τη δοκιμασία. Αλλά σαν αδύνατα πλάσματα που είμαστε, είναι πάλι αδύνατο ν’ αντέξωμε ολόκληρο το βάρος, το βάθος και τη χρονική διάρκεια της δοκιμασίας μας. Γι’ αυτό, ας καταφεύγωμε σ’ Εκείνον, παρακαλώντας τον να «κολοβώνη» τις μέρες του πόνου για να μη μας συνθλίψη το μακροχρόνιο βάρος του. Διότι ξέρομε, ότι ο Θεός επιτρέπει τη δοκιμασία όχι για την εξουθένωσι, αλλά για την παιδαγωγία του ανθρώπου. Όταν βρισκώμαστε στην «Αίγυπτο» της δοκιμασίας μας, ας ευχόμαστε να γυρίζωμε σύντομα «εις γήν Ισραήλ»...
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη)
… Καταφθάνει με μιά παρέα χίπηδες
Ο Γέροντας μου διηγήθηκε : " Μία φορά με επισκέφθηκε ένας χίπις. Ήταν ντυμένος με κάτι πολύχρωμα, παράξενα ρούχα, φορούσε χαϊμαλιά και κοσμήματα και ζητούσε να με δει. Οι μοναχές ανησύχησαν, ήρθαν και με ρώτησαν και είπα, ας περάσει. Μόλις κάθισε απέναντί μου είδα την ψυχή του. Είχε καλή ψυχή, αλλά πληγωμένη και γι' αυτό επαναστατημένη. Του μίλησα με αγάπη κι εκείνος συγκινήθηκε. Γέροντα, μου λέει, κανείς μέχρι σήμερα δε μου μίλησε έτσι. Είπα το όνομά του κι εκείνος παραξενεύθηκε, πώς το γνώριζα. Ε, του λέω, ο Θεός φανέρωσε και τ' όνομά σου και ότι ταξίδεψε μέχρι την Ινδία και γνώρισες εκεί τους γκουρού και τους ακολούθησες. Απόρησε πιο πολύ. Του είπα κι άλλα πράγματα για τον εαυτό του, κι έφυγε ευχαριστημένος. Την άλλη εβδομάδα, να 'σου και καταφθάνει ο ίδιος με μία παρέα χίπηδες. Ήταν όλοι μαζί στο κελί μου και κάθισαν γύρω μου. Ήταν μαζί τους και μία κοπέλα. Τους συμπάθησα πολύ. Ήταν καλές ψυχές, αλλά πληγωμένες. Δεν τους μίλησα για τον Χριστό, γιατί είδα ότι δεν ήταν έτοιμοι ν' ακούσουν.
Τους μίλησα στη γλώσσα τους, για πράγματα που τους ενδιέφεραν. Όταν τελειώσαμε και σηκώθηκαν να φύγουν, μου είπαν : Γέροντα, θέλουμε μια χάρη : Να μας επιτρέψεις να σου φιλήσουμε τα πόδια. Εγώ ντράπηκα, αλλά τί να κάνω, τους άφησα. Μετά μου έδωσαν δώρο μία κουβέρτα. Θα φωνάξω να τη φέρουν, να τη δεις. Είναι πολύ ωραία. Έπειτα από καιρό με επισκέφθηκε η κοπέλα, η χίπισσα, μόνη της. Την έλεγαν Μαρία. Είδα ότι η Μαρία ήταν πιο προχωρημένη στην ψυχή από τους φίλους της και τις πρωτομίλησα για το Χριστό. Δέχτηκε τα λόγια μου. Ήρθε κι άλλες φορές, έχει πάρει καλό δρόμο. Είπε μάλιστα η Μαρία στους φίλους της : " Βρε παλιόπαιδα, δεν φαντάσθηκα ποτέ, ότι θα γνώριζα το Χριστό, μέσα από μία χίπικη παρέα ".
Μου έκανε εντύπωση στο περιστατικό. Το διορατικό και ποιμαντικό χάρισμα του Γέροντα συνεργάσθηκαν για να ελκύσουν, με την αληθινή αγάπη, τα παραστρατημένα, αλλά αξιοσυμπάθητα αυτά παιδιά, που ίσως κάποιες πιετιστές θα τα αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση. Τα παιδιά αυτά ζήτησαν από το Γέροντα κάτι, που μ' έκανε να ντραπώ για τον εαυτό μου : Να φιλήσουν τα πόδια του • και ήταν η πρώτη τους επίσκεψη. Εγώ τόσα χρόνια πηγαινοερχόμουν και δεν είχα την ταπείνωση να διανοηθώ κάτι τέτοιο. Τα παιδιά, σαν την αμαρτωλή, που Έ
έπλυνε τα πόδια του Χριστού με το μύρο και τα σκουπίσε με τα μαλλιά της, φίλησαν τα πόδια του Γέροντα και του χάρισαν και μιά κουβέρτα. Ο Γέροντας χαιρόταν το δώρο τους σαν παιδί, όχι βέβαια για την υλική αξία του, αλλά για ό,τι πνευματικό συμβόλιζε. Θαύμασα τους απίθανους δρόμους που ακολουθεί η θεία χάρη, για να σώσει ψυχές. Από την ημέρα εκείνη φιλούσα κι εγώ τα πόδια του Γέροντα, όπως ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, χωρίς να τον ερωτώ.
[Γ 102-4]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.322-324)
Τα αρχοντόπουλα του Θεού
Μερικοί άνθρωποι, παρόλο που μετάνοιωσαν για κάποιο σφάλμα τους και ο Θεός τους συγχώρεσε,
οπότε έπαψαν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι, αυτοί δεν ξεχνούν το σφάλμα τους.
Ζητούν επίμονα από τον Θεό να τιμωρηθούν σ’ αυτήν την ζωή για το σφάλμα τους, για να εξοφλήσουν.
Αφού λοιπόν επιμένουν, ο Καλός Θεός εκπληρώνει αυτό το φιλότιμο αίτημά τους,
τους κρατάει όμως τοκισμένη την πληρωμή στο Ουράνιο Ταμιευτήριό Του, στον Παράδεισο.
Αυτοί είναι τα αρχοντόπουλα του Θεού, είναι τα πιο φιλότιμα παιδιά του Θεού.
Στο Λειμωνάριο λ.χ. αναφέρεται το εξής για τον αββά Ποιμένα τον βοσκό:
Μια φορά τον επισκέφθηκε κάποιος και ζήτησε να τον φιλοξενήση στο κελλί του.
Επειδή ο αββάς δεν είχε ιδιαίτερο χώρο για φιλοξενία, τακτοποίησε τον επισκέπτη στο κελλί του
και αυτός πήγε να διανυκτερεύση σε μια σπηλιά. Το πρωί που επέστρεψε, τον ρώτησε ο επισκέπτης:
«Πώς τα πέρασες, αββά; Μήπως κρύωσες;». «Όχι, πέρασα καλά. Μπήκα σε μια σπηλιά
και βρήκα μέσα ένα λιοντάρι να κοιμάται. Ξάπλωσα κι εγώ και ακούμπησα την πλάτη μου στην χαίτη του.
Από τα χνώτα του η σπηλιά ήταν σαν φούρνος και δεν κρύωσα».
«Καλά, δεν φοβήθηκες μήπως σε φάη το λιοντάρι;», τον ρώτησε ο επισκέπτης.
«Όχι, του λέει ο αββάς, αλλά, να ξέρης, εμένα θα με φάνε τα θηρία».
«Πώς το ξέρεις αυτό;». «Εγώ στον κόσμο ήμουν βοσκός, του λέει ο αββάς,
και κάποτε που βοσκούσα το κοπάδι μου οι σκύλοι μου καταξέσχισαν κάποιον περαστικό καί,
ενώ μπορούσα να τον σώσω, αδιαφόρησα. Από τότε ζητάω από τον Θεό συνέχεια να με φάνε τα θηρία.
Πιστεύω να μου κάνη ο Θεός αυτό το χατίρι». Και πράγματι αυτόν τον αββά τον έφαγαν τα θηρία.
Στην άλλη όμως ζωή αυτοί οι άνθρωποι θα είναι στον πιο εκλεκτό τόπο.
-Γέροντα, διάβασα σε σχόλια κάποιου πατερικού βιβλίου ότι ο άνθρωπος, όταν κάνη κάποια αμαρτία,
πρέπει να τιμωρηθή, για να πληρώση για το κακό που έκανε.
-Όχι, δεν είναι έτσι. Ο άνθρωπος, αν μετανοιώση, δεν τιμωρείται• τον ελεεί ο Χριστός.
Χρειάζεται πολλή προσοχή στα σχόλια, γιατί μπορεί ένας σχολιαστής να είναι αρκετά καλός,
αλλά καμμιά φορά να κάνη λανθασμένες ερμηνείες.
Αν κανείς δεν είναι σίγουρος ότι ο σχολιαστής είναι καλός,
καλύτερα ας διαβάση μόνον το κείμενο. Και σ’ εμένα είπε κάποιος ότι τον Προφήτη Ησαΐα τον πριόνισαν,
γιατί έπρεπε να πριονισθή για τις αμαρτίες του κόσμου.
Ενώ ο ίδιος παρακάλεσε τον Θεό να πριονισθή για τις αμαρτίες του κόσμου και ο Θεός υπέκυψε
στην πολλή αγάπη που είχε για τον λαό. Αλλά για κάθε πριονιά ο Θεός θα του δώση και ένα στεφάνι.
Είναι απαραίτητο να ξέρη κανείς μερικά πράγματα, για να καταλάβη κάποια άλλα.
Ο αββάς Ποιμήν, για τον οποίο ανέφερα προηγουμένως, μπορούσε να καταλάβη τον Προφήτη Ησαΐα
- αν και η περίπτωση του ενός διέφερε από του άλλου, γιατί στην περίπτωση
του Προφήτη Ησαΐα υπήρχε η θυσία για τον κόσμο.
-Έχουμε, Γέροντα, και στην εποχή μας τέτοια περιστατικά;
-Ναί, βέβαια. Θυμάμαι κάποιο γεγονός που συνέβη, όταν ήμουν στην Μονή Φιλοθέου.
Κάποιος μοναχός, όταν ήταν στον κόσμο, είχε κάψει έναν Τούρκο στον φούρνο,
επειδή είχε σφάξει τον πατέρα του. Μετά μετανόησε, ήρθε στο Αγιον Όρος, έγινε μοναχός
και είχε βάλει μια καλή σειρά. Μέρα-νύχτα όμως παρακαλούσε τον Θεό να επιτρέψη να καή και ο ίδιος.
Μια φορά έπιασε πυρκαγιά στο Μοναστήρι. Εγώ τότε ήμουν δοχειάρης.
Ετοίμασα δοχεία με νερό και τρέξαμε όλοι και σβήσαμε την φωτιά.
Τελικά αυτόν τον μοναχό τον βρήκαμε καμένο.
Θα μου μείνη αλησμόνητη η σκηνή... Τί είχε γίνει; Αυτός τότε ήταν ογδόντα πέντε χρονών
και τον διακονούσε ένας μοναχός που ήταν εβδομήντα πέντε.
Εκείνη την ημέρα, για να τον ανακουφίση λίγο από τους πόνους των ρευματισμών,
του έτριψε τα πόδια του με πετρέλαιο και τον κουκούλωσε κοντά στο τζάκι.
Πετάχθηκε όμως μια σκανδαλήθρα από τα ξύλα της καστανιάς, πήρε φωτιά, κάηκε εκείνος
και έπιασε φωτιά και όλο το μοναστήρι. Εγώ στενοχωρήθηκα πολύ για το γεγονός•
δεν μπορούσα να ησυχάσω!
Ύστερα μου είπε ο Πνευματικός: «Μη στενοχωριέσαι• αυτός ζητούσε από τον Θεό να καή,
για να εξιλεωθή• αυτό ήταν δώρο Θεού».
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 233-234)
ΥΠΟΜΝΗΜΑ -Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο-
Ερμηνεία πατερική & θεολογική του Ευαγγελίου του Λουκά
Το ερμηνευτικό Υπόμνημα του Π.Ν. Τρεμπέλα μεταφρασμένο στη νεοελληνική γλώσσα
Μετάφραση αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας
13.14 ἀποκριθεὶς(1) δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος(2), ἀγανακτῶν(3) ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ ᾽Ιησοῦς,
ἔλεγεν τῷ ὄχλῳ(4)· ἓξ(5) ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι·
ἐν αὐταῖς οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου(6).
14 Ο αρχισυνάγωγος όμως, αγανακτισμένος που ο Ιησούς έκανε τη θεραπεία το Σάββατο,
γύρισε στο πλήθος και είπε: «Υπάρχουν έξι μέρες που επιτρέπεται να εργάζεται κανείς·
μέσα σ’ αυτές, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε, και όχι το Σάββατο».
(1) Πράγματι όσα ο αρχισυνάγωγος λέει αποτελούν απάντηση στην πράξη του Ιησού (g).
Κανείς δεν απευθύνθηκε σε αυτόν αλλά απαντά σε αυτό που έγινε (p).
(2) «Ο σατανάς που από την αρχή έδεσε τη γυναίκα, λυπημένος από την απελευθέρωσή της,
επειδή ήθελε να την ταλαιπωρήσει περισσότερο, δένει τον αρχισυνάγωγο με τον φθόνο
και με το στόμα του εναντιώνεται με θράσος στο θαύμα» (Θφ).
(3) «Αν και πώς δεν έπρεπε μάλλον να θαυμάσει;… Αφού είσαι αρχισυνάγωγος,
ξέρεις κάπως τις γραφές του Μωϋσή, αρχισυνάγωγε. Είδες τον Μωϋσή να προσεύχεται
σε πολλές περιπτώσεις και να μην έκανε τίποτα απολύτως από δική του δύναμη…
Εδώ όμως δες, σε παρακαλώ, τον… Χριστό που δεν απευθύνει προσευχή, αλλά αναθέτει
το κατόρθωμα του πράγματος στη δική του δύναμη, αφού θεραπεύει με τη φωνή του
και με το άγγιγμα του χεριού του… Έπρεπε λοιπόν από αυτό, να καταλάβεις τη δύναμη του μυστηρίου
σχετικά με αυτόν… και να μην λες τέτοια στους όχλους, ούτε να κατηγορείς τους θεραπευμένους ότι παραβιάζουν το νόμο» (Κ).
(4) Δεν τολμά κατ’ ευθείαν να ελέγξει τον Ιησού, αλλά ό,τι λέει, έμμεσα αναφέρεται στο Χριστό.
Και «μαλώνει τους όχλους, ώστε να δώσει την εντύπωση ότι αγανακτεί για το Σάββατο» (Κ).
(5) Υπεραρκετές (b).
(6) Κατηγορεί εμμέσως το λαό ότι παραβιάζει το Σάββατο, μολονότι στην παρούσα περίπτωση ουδεμία σχέση
είχε ο λαός με τη θεραπεία που συντελέστηκε. Αλλά ούτε η ίδια η θεραπευμένη απηύθυνε κάποιο λόγο στον Ιησού.
Απλώς και μόνο αυτή ανορθώθηκε στη θέση της. Σαν να είχε την αξίωση ο αρχισυνάγωγος
να απαντήσει η γυναίκα στον Κύριο: Όχι Κύριε· είναι Σάββατο σήμερα και δεν πρέπει να σηκωθώ.
Αναβάλλω για αύριο το σήκωμά μου και την δοξολογία του Θεού για αυτό!
Επιπλέον ο αρχισυνάγωγος είναι τόσο σκοτισμένος ώστε την ολοφάνερα υπερφυσική θεραπεία του Κυρίου
θεωρεί ως κάποια εργασία που έγινε με ανθρώπινη ενέργεια και δεν διακρίνεται από τις συνηθισμένες ιατρικές επεμβάσεις (ο).
13.15 ἀπεκρίθη ουν αὐτῷ ὁ κύριος(1) καὶ εἶπεν, ῾Υποκριτά(2), ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ
ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει(3);
15 Ο Κύριος του απάντησε: «Υποκριτή! Ο καθένας σας δε λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του
από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει;
(1) Σκόπιμα αποκαλείται εδώ, ο Κύριος (L). Η ονομασία αυτή δεν είναι συχνή στις ευαγγελικές αφηγήσεις,
αλλά συναντιέται μόνο εκεί, όπου λάμπει η κυριαρχία του. Δες Λουκ. ζ 13,ι 1,ιζ 5 κλπ. (g).
Αξιοσημείωτα τα επόμενα: «Ποιον πρόσταξε ο Θεός να μην δουλεύει το Σάββατο;
Τον εαυτό του μάλλον ή τους ανθρώπους; Αν μεν λοιπόν τον εαυτό του, ας μην κυβερνούνται τα δικά μας το Σάββατο·
ας σταματήσει και η διαδρομή του ηλίου· ας μην πέφτουν βροχές· ας σταθούν οι πηγές των υδάτων
και οι φορές των ανεξάντλητων ποταμών και οι ανάγκες των ανέμων» (Κ).
(2) Αυθεντική γραφή: υποκριταί= «Ονόμασε υποκριτές όσους ήταν με το μέρος του αρχισυνάγωγου
διότι υποκρίνονταν, από τη μία, ότι τιμούν το νόμο του σαββάτου, αλλά ζητούσαν την ικανοποίηση,
από την άλλη, του φθόνου του δικού τους και εμπόδιζαν τη θεραπεία το Σάββατο» (Ζ).
Και ελέγχεται ο αρχισυνάγωγος ως «δούλος του φθόνου» (Κ). Ο Χριστός ο οποίος γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων,
μπορεί να χαρακτηρίζει ως υποκριτές εκείνους τους οποίους δεν θα επιτρεπόταν σε μας να αποκαλέσουμε έτσι.
Διότι εμείς εκτός από το ότι οφείλουμε να κρίνουμε τους άλλους με συμπάθεια, αφού και εμείς είμαστε αμαρτωλοί,
δεν βλέπουμε παρά μόνο την εξωτερική όψη τους, ουδέποτε όμως και για κανένα λόγο και τα βάθη των καρδιών τους.
Ο Χριστός ήταν αναμάρτητος και γνώριζε με κάθε σαφήνεια ότι βρισκόταν μπροστά σε πραγματικό εχθρό
του ευαγγελίου του και της δόξας του Θεού, που κρυβόταν κάτω από το πρόσχημα της ευσέβειας.
(3) Ο Χριστός για να ελέγξει την διεστραμμένη ερμηνεία του νόμου, αναφέρεται σε μία λογική ερμηνεία
που ήταν αναγνωρισμένη από την παράδοση (p). «Δες, σε παρακαλώ, ότι για τον αρχισυνάγωγο,
είναι πιο άτιμος ο άνθρωπος από το κτήνος, εφόσον βεβαίως το βόδι και το γαϊδούρι έχει την αξίωση
να τα φροντίζει το Σάββατο· αλλά την σκυμμένη γυναίκα δεν την θέλει να θεραπευτεί, από φθόνο στο Χριστό» (Κ).
"Με πολλή προσοχή και ευθύνη"
Μου αρέσει να πηγαίνω στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Αλλά διάφοροι φίλοι μου μου λένε ότι ο αληθινός χριστιανός δεν τα έχει ανάγκη
αυτά και ούτε πρέπει να πηγαίνει σε τέτοια μέρη. Τί λέτε εσείς, Γέροντα;
-Να πηγαίνεις, αφού σου αρέσει, δεν είναι κακό.
Σημασία έχει να μην πηγαίνεις με σκοπό να δεις ένα θέαμα,
που θα ικανοποιήσει κάποιες σαρκικές επιθυμίες σου.[Ί 297π.]
* Πριν αγοράσω τηλεόραση, χρόνια τώρα,πήγα να πάρω την ευχή του Παππούλη,
αν έπρεπε να την πάρω, γιατί τα παιδιά μου ήταν μικρά και φοβόμουν για τη
διάπλασή τους. Μου είχε πει τότε: "Να την αγοράσεις, αλλά να αγοράζεις και ένα πρόγραμμά της,
για να βλέπεις τί έργα θα πρέπει να παρακολουθούν, δηλαδή αν είναι κατάλληλα ή ακατάλληλα.
Έτσι, να την πάρεις".[Τζ 170]
"Γιατί, παιδί μου, βλέπεις αισχρές ταινίες;"
Σε έναν άλλο αδερφό του είχε πει μία μέρα: "Γιατί, παιδί μου, κάθεσαι και βλέπεις
από το βίντεο αυτές τις αισχρές ταινίες;
Δεν του αρέσει του Θεού και να μην το ξανακάνεις".[Τζ 119]
(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ.205)
«Οσάκις ενοχλούνταν (ο Συμεών) από ακηδία, απέρχονταν στους τόπους που υπήρχαν μνήματα και καθήμενος επάνω από αυτά ανιστορούσε νοερώς τους κάτω από την γη νεκρούς, και άλλοτε μεν πενθούσε, άλλοτε δε άφηνε θρηνώδεις φωνές με δάκρυα, επιχειρώντας με όλα αυτά και τα παρόμοια να περιμαζεύσει από την καρδιά του το κάλυμμα της αναισθησίας» (τ. 19Α, σ. 51).
«Μόλις (ο Συμεών) τους είδε να θρηνούν για την ορφάνια τους, είπε "τι με θρηνείτε για την αποχώρησή μου; την τετάρτη ινδικτιώνα θα με καλύψετε αποθνήσκοντα, την πέμπτη ινδικτιώνα θα με δείτε πάλι να βγαίνω από τον τάφο και να συζήσω μαζί με σας που με ποθείτε". Αφού είπε αυτά, όταν έφθασε η ορισμένη ημέρα κατά την δωδεκάτη Μαρτίου, ο αοίδιμος μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων του Χριστού, όπως συνήθιζε καθημερινώς, είπε το αμήν και προέτρεψε τους μαθητές του να ψάλλουν τα νεκρώσιμα. Αυτοί μεν έψαλλαν με αναμμένες λαμπάδες και δακρυσμένα μάτια, εκείνος δε σήκωσε τα ιερά χέρια του ψηλά και, αφού προσευχήθηκε λίγο κατά την δύναμι που του είχε απομείνει ακόμη, έπειτα τα σταύρωσε, συμμαζεύθηκε αξιοπρεπώς και είπε με ηρεμία και γαλήνη "στα χέρια σου, Χριστέ βασιλεύ, παραδίδω το πνεύμα μου"» (τ. 19Α, σ. 271).
«Σαν κάλυμμα που τοποθετείται στα μάτια, τέτοιοι είναι οι κοσμικοί λογισμοί και οι βιοτικές ενθυμήσεις στην διάνοια, δηλαδή στον οφθαλμό της ψυχής. Όσον καιρό λοιπόν μείνουν εκεί, δεν θα βλέπουμε· όταν όμως αφαιρεθούν με την μνήμη του θανάτου, τότε θα δούμε καθαρά το αληθινό φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο» (τ. 19Α, σ. 415).
«Όποιος κυοφορεί τον φόβο του θανάτου βδελύσσεται κάθε βρώση και πόση και ωραίο ένδυμα, και δεν τρώγει άρτο, δεν πίνει ύδωρ ηδονικά· προσφέρει δε στο σώμα τα αναγκαία, όσα μόνο αρκούν για την συντήρηση. Απαρνείται κάθε δικό του θέλημα και θα γίνει υπηρέτης σε όλα όσα του παραγγέλλονται με διάκριση» (τ. 19Α, σ. 483).
«Προ του θανάτου πραγματοποιείται θάνατος και προ της αναστάσεως των σωμάτων ανάσταση των ψυχών, με έργο, δύναμι, πείρα και αλήθεια. Διότι, όταν το θνητό φρόνημα εξαφανίζεται από τον αθάνατο νου και η νεκρότης εκδιώκεται από την ζωή, η ψυχή βλέπει πραγματικά τον εαυτό της σαν να αναστήθηκε εκ νεκρών, όπως βλέπουν τους εαυτούς των οι ανιστάμενοι από τον ύπνο, και επιγινώσκει τον Θεό που την ανέστησε· κατανοώντας δε αυτόν και ευχαριστώντας αυτόν, εξίσταται των αισθήσεων και όλου του κόσμου, γεμίζοντας άφραστη ηδονή» (τ. 19Α, σ. 497).
«Σε κάθε στενοχώρια και θλίψη και νομιζόμενη κακοπάθεια έβλεπα τη χαρά και ευφροσύνη να υπερεκβλύζει μέσα μου δια της αποκαλύψεως και παρουσίας του προσώπου του, ώστε να εκπληρώνεται καθαρά μέσα μου το ρητό του Παύλου που λέγει, "η πρόσκαιρη ελαφριά θλίψη γίνεται πρόξενη σε μας βάρους δόξας", και του Δαβίδ που λέγει "με τη θλίψη με επλάτυνες", ώστε από τώρα να μη θεωρώ τίποτε τις επερχόμενες θλίψεις και τους πειρασμούς σε σύγκριση με την όχι μέλλουσα αλλά αμέσως αποκαλυπτόμενη δια του αγίου Πνεύματος δόξα του Ιησού Χριστού. Με τη μετοχή και θέα αυτής της δόξας δεν θεωρούσα τίποτε και τις θανάσιμες ακόμα ασθένειες και κάθε άλλη περισσότερο ανυπόφορη οδύνη που προκαλείται στους ανθρώπους δια των πόνων, λησμονώντας κάθε οδύνη και λύπη του σώματος, τόσο ελαφρό θεωρούσα απ’ αυτό το φορτίο των εντολών του Κυρίου και τόσο χρηστόν τον ζυγό του Κυρίου· και όταν από κάποια αιτία δεν εύρισκα ν’ αποθάνω υπέρ αυτού συντόμως, γέμιζα, πιστεύσατέ με, αφόρητη λύπη» (τ. 19Γ, σ. 133).
«Και εμείς που ομοιωθήκαμε με αυτόν πρωτύτερα ψυχικώς και τότε με αυτόν σωματικώς μαζί και ψυχικώς, δηλαδή θα είμαστε όμοιοι με αυτόν, άνθρωποι στη φύση, θεοί κατά χάρη, καθώς ακριβώς κι’ εκείνος υπήρξε θεός στη φύση, άνθρωπος κατά την αγαθότητα. Εκείνοι που γνωρίζουν ακριβώς το μυστήριο αυτό, πώς να μη ποθήσουν και να μην επιθυμήσουν τον θάνατο, όπως λέγει ο Απόστολος, "όσοι είμαστε σ’ αυτό το σκήνωμα στενάζομε, περιμένοντας την αποκάλυψη της δόξας των υιών του Θεού" (τ. 19Γ, σ. 161).
«Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός, αφού έγινε ανώτερος από όλη την κτίση, δεν θέλει να επιστρέψει και να ασχολείται με τα πράγματα της κτίσεως» (τ. 19Δ, σ. 129).
«Πίστευε ότι παρίσταται (ο Πνευματικός σου) με παρρησία στο Θεό έστω και αν κατέθεσες το σώμα του στον τάφο, και να επικαλείσαι χωρίς δισταγμό την πρεσβεία του, και αυτός θα σε βοηθήσει εδώ και θα σε φυλάξει από όλους τους εχθρούς και θα σε υποδεχτεί όταν θα εκδημήσεις από το σώμα σου και θα σου ετοιμάσει αιώνια μονή» (τ. 19Δ, σ. 231).
«Έτσι ο θάνατός τους γίνεται γι’ αυτούς αρχή της δόξας και, για να σου το πω πιο ευκολονόητα, στο τέλος θα βρούνε την αρχή και στην αρχή το τέλος» (τ. 19Ε, σ. 63, στιχ. 188-190).
«Τη μνήμη να ’χεις πάντα του θανάτου· είναι αυτή που θα σου φέρει την ταπείνωση» (τ. 19ΔΕ, σ. 89, στιχ. 18-19).
«Κι εγώ πάλι ο θνητός και μικρός μέσα στον κόσμο μπορώ και κοιτάζω μέσα μου όλο τον πλάστη του κόσμου και ξέρω ότι δε θα πεθάνω αφού είμαι μέσα στη ζωή κι έχω μέσα μου όλη τη ζωή που αναβλύζει. Είναι μέσα στην καρδιά μου, ενώ βρίσκεται στον ουρανό» (τ. 19Ε, σ. 135, στιχ. 76-80).
«Δε νιώθω εγώ χτυπήματα, κι ούτε φωνές ακούω, δε με φοβίζει ο θάνατος, τον έχω ξεπεράσει. Τι είναι η θλίψη τ’ αγνοώ, κι ας με λυπούν οι πάντες, πίκρα μου γίνονται οι ηδονές, όλα τα πάθη φεύγουν, και βλέπω φως παντότινά τη νύχτα και τη μέρα» (τ. 19Ε, σ. 229, στιχ. 105-109).
«Βλέποντας τον αθάνατο δεσπότη μου και κτίστη με πιάνει ο πόθος της θανής, βέβαιος πως δεν πεθαίνω» (τ. 19ΣΤ, σ. 21, στιχ. 46-47).
«Ψυχή μου, ποιος απόχτησε αυτά τα πλούτη, πες μου, και ποιος στον κόσμο μπόρεσε κάτι τι ν’ αποχτήσει, που ζώντας και πεθαίνοντας μαζί του να το πάρει; Δε θα μπορέσεις πουθενά μήτε έναν να μου δείξεις, παρά μονάχα όσοι ελεούν που τίποτα δεν έχουν, αλλά τα πάντα στων φτωχών τα χέρια τα έχουν δώσει. Αυτοί κατέχουν σίγουρα τα όσα έχουν δοσμένα, από όταν τα παρέδωσαν στα χέρια του Κυρίου, ενώ όλοι οι άλλοι σαν φτωχοί κι από φτωχούς πιο κάτω είναι όσοι έχουν στα σπίτια τους πλούτη πολλά σωριάσει· γυμνοί στον τάφο ρίχνονται όπως τα πτώματα όλα, για τα παρόντα θλιβεροί κι από όσα μέλλουν ξένοι» (τ. 19ΣΤ, σ. 283, στιχ. 36-47).
«Δύο θάνατοι υπάρχουν, του σώματος και της ψυχής. Στην ψυχή του όποιος ενεκρώθη και φθαρτό σώμα, για πες μου, ενωμένο περιφέρει, που γεράζει λίγο λίγο, κι ατονεί και καταρρέει, αν ν’ απαλλαγεί δεν ήταν και να χωριστεί από τούτο η ψυχή, αλλά ενωμένη στον αιώνα μ’ αυτό να ’ναι, πώς χειρότερη από κάθε άλλη τιμωρία του άδη η ζωή αυτή δε θα ήταν;… Ιδού πώς ευεργεσία έγινε η τιμωρία (του θανάτου)· όχι βέβαια τιμωρία αλλά θεία οικονομία, θάνατος ανθρώπων είναι, θάνατος κάθε σκοτούρας, θάνατος κάθε φροντίδας, θάνατος που από κάθε σώζει αρρώστια, κάθε πάθος. Θάνατος οπού αμαρτίες σταματά και αδικίες, θάνατος οπού απαλλάσσει από τα δεινά του βίου όλα και σωστά σε όποιους έζησαν χαρά ατέλειωτη χαρίζει την τρυφή την επουράνια και το φως τ’ ανέσπερο» (τ. 19ΣΤ, σελ. 365-7, στιχ. 256-269 & 286-302).
«Μάθε τον εαυτό σου, πως θνητός και φθαρτός είσαι, λίγο είσαι ζωής στο βίο απομεινάρι και τίποτε απ’ τον κόσμο δε θα ’ρθει μαζί σου λαμπρό ή τερπνό ή ευχάριστο εδώθε προς τα σκηνώματα τα εκεί όταν φεύγεις, παρά μονάχα τα έργα που στη ζωή σου, φαύλα ή καλά που ο ίδιος έχεις πράξει! Και νιώθοντας φθαρτά όλα και θνητά πως είναι άσε τα κάτω, σε καλώ, κι έλα προς τα άνω, σ’ εμένα το Θεό του παντός και το σωτήρα» (τ.19ΣΤ, σ. 425, στιχ. 388-397).
(ΕΠΕ, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)
(Η συλλογή των κειμένων έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Θυμάμαι, και στο Κοινόβιο είχαμε έναν μοναχό που ως λαϊκός ήταν νωματάρχης. Τον είχαν βάλει διαβαστή, γιατί ήταν μορφωμένος. Τόσα χρόνια ήταν στο μοναστήρι και σιχαινόταν. Που να αγγίξη πόμολο! Με το πόδι άνοιγε την πόρτα ή σκουντούσε το μάνταλο με τον αγκώνα και μετά καθάριζε με οινόπνευμα το μανίκι που το ακούμπησε! Ακόμη και την πόρτα της εκκλησίας με το πόδι την άνοιγε. Και επέτρεψε ο Θεός, όταν γέρασε, να σκουληκιάσουν τα πόδια του, ιδίως το ένα με το οποίο άνοιγε τις πόρτες. Ήμουν παρανοσοκόμος, όταν ήρθε για πρώτη φορά στο νοσοκομείο της Μονής με δεμένο το πόδι. Μου είπε ο νοσοκόμος να το λύσω και εκείνος πήγε να φέρη κάτι γάζες. Όταν το άνοιξα, τι να δω! Πω, πω, ήταν γεμάτο σκουλήκια! Πήγαινε στην θάλασσα, του λέω, πλύν' το, να φύγουν τα σκουλήκια, και έλα να κάνουμε αλλαγή. Που είχε φθάσει! Τι τιμωρία! Εγώ τα έχασα. Μου λέει ο νοσοκόμος: Κατάλαβες από τι είναι αυτό; Κατάλαβα, του λέω, επειδή ανοίγει την πόρτα με το πόδι!
- Και σ' αυτήν την κατάσταση, Γέροντα, συνέχιζε να ανοίγη την πόρτα με το πόδι;
- Ναι, με το πόδι! Και είχε γεράσει καλόγερος!
- Δεν το κατάλαβε;
- Δεν ξέρω. Μετά πήγα στην Μονή Στομίου στην Κόνιτσα. Τι θάνατο είχε ποιος ξέρει! Και έβλεπες, εκεί στο Κοινόβιο μερικοί νέοι μοναχοί πήγαιναν και έτρωγαν από το περίσσευμα που άφηναν στα πιάτα τους τα γεροντάκια, για να πάρουν ευλογία! Μάζευαν τα περισσεύματα των κλασμάτων. Ή άλλοι ασπάζονταν το πόμολο, γιατί το ακούμπησαν οι Πατέρες, και αυτός, όταν προσκυνούσε τις εικόνες, μόλις που.... ακουμπούσε το μουστάκι του στην εικόνα. Και το μουστάκι τι θα τραβούσε μετά με το οινόπνευμα!
- Όταν, Γέροντα, κάτι τέτοιο γίνεται σε ιερά πράγματα, δεν είναι ανευλάβεια;
- Μα από ’κει ξεκινάει κανείς και φθάνει πιο πέρα. Έφθασε στο σημείο να μην προσκυνάη, γιατί φοβόταν μήπως εκείνος που προσκύνησε πριν από αυτόν την εικόνα είχε καμμιά αρρώστια!
- Δηλαδή, για να μη σιχαίνεται κανείς, δεν πρέπει να δίνη σημασία;
- Τις σαβούρες που τρώνε οι άνθρωποι δεν τις βλέπουν! Άμα κάνη κανείς τον σταυρό του, είτε φοβία έχει είτε νοσοφοβία, βοηθάει μετά ο Χριστός.
Εκεί στο Καλύβι πόσοι περνάνε που έχουν διάφορες αρρώστιες! Και μερικοί απλοί κάνουν τον σταυρό τους, οι καημένοι, παίρνουν το κύπελλο που έχω εκεί και πίνουν νερό. Οι άλλοι που φοβούνται δεν το αγγίζουν.
Ήρθε πριν από λίγες μέρες κάποιος που είχε πολύ μεγάλη θέση σε κάποια υπηρεσία. Τόσο φοβάται ο καημένος τα μικρόβια, που έχει ασπρίσει τα χέρια του, για να τα καθαρίζη με το οινόπνευμα. Ακόμη και το αυτοκίνητό του το τρίβει με οινόπνευμα! Τον λυπήθηκα! Ξέρεις τι είναι να έχη τέτοια θέση και να κινήται έτσι; του έδωσα λουκούμι, και δεν το πήρε, επειδή το έπιασα. Αλλά και στο κουτί να ήταν, πάλι δεν θα το έπαιρνε, γιατί θα σκεφτόταν ότι και στο κουτί θα το έβαλε κάποιος άλλος με τα χέρια του. Παίρνω το λουκούμι, το τρίβω στα παπούτσια του και το τρώω. Του έκανα κάμποσα τέτοια και τρόμαξα να τον κάνω να ελευθερωθή λίγο από αυτό.
Να, και σήμερα ήρθε εδώ μια κοπέλα που είχε νοσοφοβία. Και όταν μπήκε μέσα δεν πήρε ευχή, γιατί φοβόταν μην κόλληση μικρόβια, και όταν έφυγε, έπειτα από τόσα που της είπα, για να την βοηθήσω, πάλι δεν πήρε ευχή. "Δεν σου φιλώ το χέρι, μου λέει, γιατί φοβάμαι μην κολλήσω μικρόβια!" Τι να πης; Κάνουν έτσι μαύρη την ζωή τους.
(από το βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ - ΛΟΓΟΙ Γ' ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ», σελ. 45-47)
Στο εξωτερικό, στους Ναούς δεν έχουν ούτε χωνευτήρια. Τα νερά της Προσκομιδής πάνε με τα όμβρια. «Μας απαγορεύουν, λένε, να έχουμε χωνευτήρια, επειδή δημιουργούνται μικρόβια». Όλοι οι άνθρωποι έχουν γεμίσει σωματικά και πνευματικά μικρόβια και, αν στάξη λίγο μύρο στο κεφάλι, σου λένε «θα δημιουργηθούν μικρόβια»! Πώς να έρθη η ευλογία του Θεού; Ο δαιμονισμός στον κόσμο από εδώ ξεκινάει. Ευτυχώς υπάρχουν μερικές ευλαβείς γυναίκες, νέες και ηλικιωμένες, και έτσι στηρίζεται ο κόσμος.
(από το βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΊΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ - ΛΟΓΟΙ Β' ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ», σελ. 138-139)
Οι άνθρωποι διαφεντεύουν μόνο τους σκοπούς των πολέμων, αλλά ποτέ την έκβασή τους. Όταν οι άνθρωποι στοιβάζουν αίτια πολέμου, τότε ο Θεός επιτρέπει τον πόλεμο και αποφασίζει για την έκβασή του.
Ούτε ένα σπουργίτι δεν πέφτει στη γη χωρίς το θέλημα του Πατέρα σας, είπε ο Σωτήρας και ακόμα πρόσθεσε έχει μετρημένες και τις τρίχες της κεφαλής σας (Ματθ. Γ, 29). Όταν λοιπόν δεν μπορεί να πέσει ούτε ένα σπουργίτι χωρίς τη θέληση του Θεού, πώς μπορεί τότε να πέσει ένας λαός ή ένας άνθρωπος στον πόλεμο; Κι όταν κι οι τρίχες της κεφαλής μας είναι αριθμημένες, πώς δεν απαρίθμησε ο Θεός όλους τους δημιουργημένους ανθρώπους; Κι ο δημιουργός των ανθρώπων δεν απαριθμεί τους ανθρώπους μόνο για να γνωρίζει τον αριθμό τους, άσχετα με το ποιος και πώς αυτός ο αριθμός θα σμίκρυνε ή θα αύξανε, αλλά η γνώση Του για τον αριθμό όλων των ανθρώπων σημειώνει ταυτόχρονα και την κρίση Του για την πορεία κάθε ανθρώπου.
Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι θα νικήσει εκείνη η πλευρά, που η θέληση του Θεού επέλεξε να της απονεμηθεί η νίκη. Και το σε ποια πλευρά κατά το θέλημα του Θεού θα απονεμηθεί η νίκη, είναι ξεκάθαρο στην Αγία Γραφή του Θεού, σαφές κι από τη μέχρι τώρα αναφορά μας, σαφές κι απ’ όλους τους πολέμους σ’ ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας, μόνον αν αυτοί οι πόλεμοι διαβάζονται υπό το φως της Βίβλου.
Κοντολογίς: η θέληση του Θεού θα απονέμει τη νίκη στην πλευρά εκείνη που διαθέτει την πιο καθαρή και την πιο σταθερή πίστη στο Θεό και η οποία θα τηρεί σοβαρά τις εντολές Του. Ο απομακρυσμένος από το Θεό και τις εντολές Του λαός θα χάσει τον πόλεμο, ακόμα κι αν οι πιθανότητες είναι μηδαμινές. Οι απομακρυσμένοι από το Θεό και τις εντολές Του ηγέτες ενός λαού, δε θα βοηθηθούν ούτε από την εξυπνάδα τους, ούτε από τους υπολογισμούς τους, ούτε από το στρατό, ούτε από τον πολιτισμό, ούτε από τα όπλα, ούτε από τις διπλωματικές σχέσεις, από την ευφράδεια του λόγου τους, ούτε από οποιοδήποτε υλικό αυτού του κόσμου.
Ο λαός όμως που μαζί με τους ηγέτες του είναι με το Χριστό Θεό (μιλάμε ακόμα για τους χριστιανικούς λαούς) θα προστατευτεί από τον πόλεμο ή αν μπει στον πόλεμο θα βγει νικητής εντελώς ανεξάρτητα από τον αριθμό του στρατού του, τον πολιτισμό του και το οπλοστάσιό του…
Γιατί όμως οι λαοί των υπόλοιπων λιγότερο εγωιστικών και πιο φιλειρηνικών πολιτισμών υιοθετούν τον Ευρωαμερικανικό πολιτισμό, αφού τον μισούν και τον χλευάζουν; Για τον ίδιο λόγο, στρατηγέ, που ο Δαυίδ μη έχοντας δικό του σπαθί, τράβηξε το σπαθί του Γολιάθ και τον έσφαξε. Οι λαοί των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών άρχισαν εσπευσμένα να εξοπλίζονται με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό για να μπορέσουν να αμυνθούν από την Ευρώπη και ακόμα – πράγμα που επιθυμούν ειλικρινώς – δοθείσης ευκαιρίας με τα ίδια του τα όπλα να τον αποκεφαλίσουν.
(Στον πόλεμο) δε νικά ο πολιτισμός, αλλά η αλήθεια και το δίκαιο… Η νίκη στο μελλοντικό πόλεμο εξαρτάται και από τη μετάνοια. Εκείνος ο λαός που θα μετανοήσει νωρίτερα, θα διορθωθεί και θα επικαλεστεί το Θεό, αν καν μπει στον πόλεμο κατά την Πρόνοια του Θεού, θα νικήσει.
(από το βιβλίο «Πόλεμος και Βίβλος», του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδόσεις Παρρησία)
«Ο δε Θεός, που δίνει φωλιά στους νεοσσούς των αετών και άρτο στους ανθρώπους για να φάγουν, ρίχνει σαν βροχή τα χρήματα και στον μακάριο τούτον και του ανοίγει τους θησαυρούς των αρχόντων, και όλοι μαζί, συγγενείς, φίλοι, παιδιά, του χορηγούν ικανή ποσότητα χρυσού. Παίρνοντάς την ο μακάριος, άρχισε το έργο της ανοικοδομήσεως του μοναστηριού με την πεποίθηση στον Θεό, στον οποίο προσευχήθηκε και γι’ αυτό» (τ. 19Α, σελ. 225-227).
«(Συμβουλή σε μοναχό)· Εφ΄ όσον δεν αποκτάς τελεία αδιαφορία για τα πράγματα και χρήματα του βίου, μη θελήσης να αναλάβης διαχείριση πραγμάτων, για να μην αιχμαλωτισθείς από αυτά, και αντί να λάβης αμοιβή για την διακονία, υποστείς καταδίκη ως κλέπτης και ιερόσυλος. Εάν δε αναγκασθείς σ’ αυτά από τον προεστώτα (ηγούμενο), να φέρεσαι σαν να χειρίζεσαι φλογισμένο πυρ και, εμποδίζοντας την επίθεση του λογισμού δι’ εξομολογήσεως και μετανοίας, θα διατηρηθείς αβλαβής από την ευχή του προεστώτος» (τ. 19Α, σελ. 445-7).
«Αυτός που έχει αποκτήσει τον ουράνιο πλούτο, δηλαδή την παρουσία και ενοίκηση εκείνου που είπε, “εγώ και ο Πατήρ θα έλθουμε και θα κάνουμε σ’ αυτόν την διαμονή μας”, γνωρίζει ενσυνειδήτως πόση χάρι απήλαυσε, γνωρίζει πόσου και ποιου είδους θησαυρό έχει στα ανάκτορα της καρδιάς του. Διότι διαλεγόμενος με τον Θεό ως φίλος προς φίλο, παρουσιάζεται με θάρρος ενώπιον του κατοικούντος στο απρόσιτο φως» (τ. 19Α, σ. 461).
«Αυτός λοιπόν που δίνει σε όλους από τα υπάρχοντα χρήματά του, δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή γι’ αυτά, αλλά μάλλον είναι και υπόδικος για την μέχρι τότε άδικη αποστέρηση. Επί πλέον είναι και υπεύθυνος γι’ αυτούς που κατά καιρούς έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της πείνας και της δίψας· αυτούς τους ανθρώπους αυτός τότε, ενώ μπορούσε να τους θρέψει, δεν τους έθρεψε, καταχωνιάζοντας όσα ανήκουν στους φτωχούς και αφήνοντάς τους να πεθάνουν βιαίως από το κρύο και την πείνα, και έτσι αποδείχθηκε φονιάς τόσων ανθρώπων που μπορούσε να τους θρέψει» (τ. 19Δ, σ. 49).
«Αυτοί (όσοι είδαν το φως) και στο κορύφωμα της δόξας νιώθουν ταπεινοί και μες στη φτώχεια τους είναι όλοι δόξα. Αυτοί έχουν βασιλεία τη φτωχοζωή τους κι ως φτώχεια τη βασιλεία θεωρούν… Τον ασύλληπτο έχουν πλούτο αποκτήσει και κοπριά όλα του κόσμου λογαριάζουν» (τ. 19Ε, σ. 273, στιχ. 87-90 & 100-101).
«Ψυχή μου, ποιος απόχτησε αυτά τα πλούτη, πες μου, και ποιος στον κόσμο μπόρεσε κάτι τι ν’ αποχτήσει, που ζώντας και πεθαίνοντας μαζί του να το πάρει; Δε θα μπορέσεις πουθενά μήτε έναν να μου δείξεις, παρά μονάχα όσοι ελεούν που τίποτα δεν έχουν, αλλά τα πάντα στων φτωχών τα χέρια τα έχουν δώσει. Αυτοί κατέχουν σίγουρα τα όσα έχουν δοσμένα, από όταν τα παρέδωσαν στα χέρια του Κυρίου, ενώ όλοι οι άλλοι σαν φτωχοί κι από φτωχούς πιο κάτω είναι όσοι έχουν στα σπίτια τους πλούτη πολλά σωριάσει· γυμνοί στον τάφο ρίχνονται όπως τα πτώματα όλα, για τα παρόντα θλιβεροί κι από όσα μέλλουν ξένοι» (τ. 19ΣΤ, σ. 283, στιχ. 36-47).
(ΕΠΕ, ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)
(Η συλλογή των κειμένων έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
414. Ποια είναι η έννοια της θείας χάριτος; Πρόκειται για την αγαθοποιό θεία δύναμι, που δίνεται στον πιστό, τον βαπτισμένο στο όνομα της Αγίας Τριάδος άνθρωπο. Είναι η δύναμις που συγχωρεί, εξαγνίζει, αγιάζει, φωτίζει. Που βοηθεί να κάνουμε το καλό και να αποφεύγουμε το κακό. Που στηρίζει και δίνει θάρρος όταν περνάμε από συμφορές. Που μας αξιώνει να κερδίσουμε τους ουρανίους στεφάνους, τους ετοιμασμένους από τον Θεό για τους εκλεκτούς του.
Σε τι οφείλεται το ότι ο εγωιστής, ο υπερήφανος, ο φθονερός γίνεται από τη μία στιγμή στην άλλη πράος, ταπεινός, απαρνούμενος τον εαυτό του; Στη χάρι του Θεού. Σε τι το ότι ένας άπιστος γίνεται πιστός και εφαρμόζει με ζήλο τις εντολές του Ευαγγελίου; Στη χάρι του Θεού. Σε τι το ότι ένας φιλάργυρος, άδικος, άπληστος, άσπλαχνος απέναντι στον φτωχό γίνεται ελεήμων, δίκαιος, σπλαχνικός; Στη χάρι του Θεού. Σε τι το ότι ένας λαίμαργος και κοιλιόδουλος αλλάζει ξαφνικά και γίνεται εκγρατής, νηστευτής, θέτοντας υψηλούς σκοπούς στη ζωή του; Στη χάρι του Θεού. Σε τι οφείλεται, πάλι, το ότι ένας μνησίκακος και εκδικητικός άνθρωπος γίνεται άκακος, αγαπά τους εχθρούς του και ξεχνά κάθε τι το κακό που του έκαμαν οι άλλοι; Στο ότι τον ανεγέννησε η θεία χάρις. Ήταν ένας άνθρωπος αδιάφορος προς την Εκκλησία, ψυχρός προς τη θεία λατρεία, δυσκίνητος στην προσευχή; Και έρχεται ώρα που αυτός ο άνθρωπος γίνεται φλογερό μέλος της Εκκλησίας, βρίσκει στη λατρεία της ό,τι σέβεται και αγαπά περισσότερο στον κόσμο; Πώς συνέβη αυτή η μεταβολή; Από τη θεία χάρι.
Έτσι εξηγείται γιατί πολλοί είναι ανίκανοι να πιστεύουν, να ζουν χριστιανικά. Δεν ζήτησαν τη χάρι του Θεού. Χωρίς αυτή τη χάρι, κανείς δεν μπορεί να είναι γνήσιος χριστιανός, κανείς δεν μπορεί να κληρονομήση τη βασιλεία των ουρανών. Γι’ αυτό ο Κύριος λέγει: «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ» (Ματθ. στ’ 33)
(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 178-179)