ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ με σχόλια Αγίων

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕχρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟχρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ!

ΣΤΗΡΙΞΤΕ ΤΟ ΣΥΣΣΙΤΙΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ!  ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΠΤΩΧΟΥΣ…

¨Ρίχνοντας¨ τ’ όποιο χρηματικό ποσό στο Κυτίο στην είσοδο του Ναού… ή/και…
¨Δίνοντάς¨ το, στους υπευθύνους(1) του ΕΦΤ(Ενορ.Φιλόπτ.Ταμείο)
Προσκομίζοντας ΤΡΟΦΙΜΑ στο Συσσίτιο(3) (ή στο Ναό) προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του (ή να διανεμηθούν [σε περίπτωση δυνατότητας] σε όσους τα χρειάζονται)… ή/και…
Αγοράζοντας από καταστήματα τροφίμων ΔΩΡΟΕΠΙΤΑΓΕΣ και προσφέροντας τες στο ΕΦΤ, προκειμένου να δοθούν σ’ όσους τις έχουν ανάγκη… ή/και…
Αναθέτοντας τήν αγορά των ΥΛΙΚΩΝ για το συσσίτιο, στους υπευθύνους(2) του … ή/και…
Αναλαμβάνοντας τα έξοδα (όλου ή μέρους) συγκεκριμένου γεύματος (Όσπρια >200 ευρώ, Μακαρόνια κιμά >230, Κοτόπουλο >330), «Υπέρ Αναπαύσεως» αγαπημένου σας προσώπου, σε συνεννόηση με τους υπευθύνους του (2)… ή/και…
Συμμετέχοντας στους κατά καιρούς περιφερόμενους Δίσκους του Ναού...ή/και
Καταθέτοντας στον Τραπεζικό Λογαριασμό του ΕΦΤ:
Τράπεζα Πειραιώς IBANGR 66 0172 0380 0050 3807 5349 683
και επικοινωνώντας έγκαιρα μαζί μας για την έκδοση της νόμιμης απόδειξης.
(1)Υπεύθυνος ΕΦΤ:π.Ιωάννης (τηλ. Ναού 210 9335 460)
(2)Συσσίτιο:κα Μαντώ (τηλ. Συσσιτίου 210 93 50 151,Τρίτη και Πέμπτη πρωί:8.00 με 12.00)
(3)Θέση Συσσιτίου: Θεόγνιδος 10, στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας, πίσω από το Ιερό τού Ναού).

Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

141. «ήν υποτασσόμενος αυτοίς» (Λουκ. β' 51).

Η Θεοτόκος και ο Ιωσήφ αξιώθηκαν να γνωρίσουν την εκούσια, συνεχή και απόλυτη υποταγή του Ιησού. «Δεν ηξιώθησαν ούτε οι άγγελοι τοιαύτης τιμής, οποίας ηξιώθησαν οι γονείς του Ιησού» (ΥΛ, 121).
Από την πρώτη άνοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα (δωδεκάχρονος) και μέχρι την έξοδο του στη δημόσια δράσι (τριάντα χρόνων) μεσολάβησαν δέκα οχτώ χρόνια. Το βασικό χαρακτηριστικό της ζωής του Χριστού στα χρόνια αυτά ήταν η υποταγή στους γονείς του. Η υποταγή αυτή σαν βασική της εκδήλωσι φαίνεται ότι είχε την προσωπική, καθημερινή εργασία του νέου Ιησού μέσα στο ξυλουργικό εργαστήριο του Ιωσήφ «του τέκτονος» (Ματθ. ιγ' 55). Εκεί πιο πολύ έδειχνε την υποταγή στις οδηγίες του Ιωσήφ πάνω στις συγκεκριμένες περιπτώσεις της εργασίας. Και όταν μέσα στα χρόνια αυτά ο Ιωσήφ πέθανε (ΥΛ, 122), ο Ιησούς εξακολούθησε να υποτάσσεται στην Παναγία μητέρα του.
Ο Ιησούς υποτασσόταν στη Θεοτόκο και η Θεοτόκος υποτασσόταν στον Υιό και Θεό της. Το μάθημα της απόλυτης υποταγής στο θέλημα του Θεού η Θεοτόκος αξιώθηκε να το σπουδάση κοντά στον Ιησού. Η Θεοτόκος παρέδωσε έπειτα το μάθημα αυτό στην Εκκλησία. Έτσι η Εκκλησία έμαθε να «υποτάσσεται στο Χριστό», όπως διδάσκει ο απόστολος ΙΙαύλος (Έφεσ. ε' 24). Η υποταγή του Χριστού στον Θεό Πατέρα δια της Θεοτόκου κληροδοτήθηκε στο σώμα της Εκκλησίας, ώστε ν’ αποτελή το βασικό της χαρακτηριστικό.
Ό,τι μαθαίνομε από τον Ιησού πρέπει να το καταθέτωμε και το παραδίδωμε στην Εκκλησία Του. Πρώτον, διότι η Εκκλησία του Χριστού είναι η πνευματική Τράπεζα, στην οποία κατέθεσαν τα πνευματικά πλούτη και τους θησαυρούς τους, όλοι όσοι συμβίωσαν με τον Ιησούν! Στην ίδια Τράπεζα πρέπει να καταθέτωμε και τα πιο ελάχιστα ψήγματα χρυσού που συλλέγομε καθώς πέφτουν από «την τράπεζαν του Κυρίου ημών» (Ματθ. ιε' 27): εμπειρίες, βιώματα, σκιρτήματα...
Και δεύτερον διότι η Εκκλησία είναι κυρίως Παράδοσις. Παραδίδομε στην Εκκλησία ό,τι ο καθένας μας και όλοι μαζί παραλαμβάνομε από τον Κύριο. Οι Απόστολοι παρέλαβον από τον Κύριο το Ευαγγέλιο και το παρέδωσαν στην Εκκλησία. Οι Άγιοι εβίωσαν τις αρετές του Χριστού και τις μετέδωσαν στην Εκκλησία. Ό,τι είναι του Χριστού και ό,τι προέρχεται απ’ Αυτόν πρέπει να επιστρέφη πάλι στον Ίδιο, όπως Εκείνος μας είπε: «Απόδοτε... τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. κβ' 21). Και καθώς ο απόστολος Παύλος προσθέτει: «Εγώ παρέλαβον από του Κυρίου ό και παρέδωκα υμίν» (Α' Κορ. ια 23).

(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη)

140. «ου συνήκαν το ρήμα ο ελάλησεν αυτοίς» (Λουκ. β' 50).

Η Θεοτόκος και ο Ιωσήφ δεν κατάλαβαν την απάντησι του Ιησού περί του «πατρός του» (στ. 49). «Εις το μυστήριον της θείας υιότητος του Ιησού οι γονείς του εισέδυον βαθμηδόν, εξ όσων δε μεταγενεστέρως εμάνθανον περί του Ιησού, απεκόμιζον την πληροφορίαν ότι η προτέρα αυτών γνώσις περί της μεσσιακής ιδιότητος του Ιησού ήτο ανεπαρκής» (ΥΛ, 121).
Η Θεοτόκος και ο Ιωσήφ είχαν τον Ιησού κοντά τους. Όμως δεν τον γνώριζαν απόλυτα. Ο Ιησούς ήταν γι’ αυτούς μια καθημερινή πηγή νέων αποκαλύψεων. Τον Ιησού τον γνώριζαν συνεχώς από ώρα σε ώρα, από μέρα σε μέρα, από λόγο σε λόγο. Χωρίς να το καταλάβουν είχαν γίνει οι πρώτοι μαθηταί του που μάθαιναν καθημερινά όλο και κάτι καινούργιο για την μορφή του και την αποστολή του. Η Θεοτόκος θα γνωρίση τον Ιησού ύστερα από πολλά χρόνια και κυρίως μετά την Ανάστασι και την Πεντηκοστή μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας.
Για να γνωρίσωμε και κατανοήσωμε τον Κύριο Ιησού χρειάζεται μακροχρόνια μαθητεία κοντά του, συνεχής αναστροφή μαζί του, καθημερινή μελέτη των λόγων του, διαρκής ανάμνησις των πράξεών του. Χωρίς την μαθητεία αυτή, ο Ιησούς θα παραμένη άγνωστος και ακατανόητος. Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, Επίσκοπος Αντιόχειας, λίγο πριν μαρτυρήση στο Αμφιθέατρο της Ρώμης δήλωνε κατηγορηματικά: «νύν άρχομαι μαθητής είναι» (ΒΕΠ, 2,275). Αυτό σημαίνει ότι η προσπάθεια γνωριμίας του Ιησού είναι ισόβιος. Η γνώσις του Ιησού υπερβαίνει τον χρόνο, θα συνεχίζεται και σ’ αυτή ακόμη την άχρονη αιωνιότητα, όπως μας βεβαίωσε ο Ίδιος: «Αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και όν απέστειλας Ιησού Χριστόν» (Ιωαν. ιζ' 3).

(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη)

Η ίδρυση του μυστηρίου της ιερωσύνης από τον Κύριο απέβλεπε να καλύψει μια βαθιά ανάγκη της ζωής και της υπόστασης της Εκκλησίας. Ώς γνωρίζουμε, η Εκκλησία δεν είναι μόνο θείος οργανισμός αλλά και ανθρώπινος, δηλαδή θεανθρώπινος. Τη θεία της πλευρά απαρτίζει ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος ιδρυτής της, και το Πνεύμα το Άγιο αποτελεί τη ζωογόνο πνοή και την αγιαστική της αρχή. Από τη θεία της πλευρά εξεταζόμενη η Εκκλησία αποτελεί καθίδρυμα πνευματικό και αόρατο, προσιτό στον άνθρωπο μόνο δια της πίστεως, ενώ από την ανθρώπινή της πλευρά παρουσιάζεται ως καθίδρυμα ιστορικό και καταστηματικό, του οποίου μέλη είναι άνθρωποι συγκεκριμένοι και ιστορικοί. Στην τελευταία της διάσταση, ως εξωτερικής κοινωνίας ανθρώπων, έχει ανάγκη, όπως και κάθε άλλη ιεραρχημένη κοινωνία ανθρώπων, μιας ειδικής τάξεως μελών της, του ιερατείου, το οποίο με τη δύναμη και την εξουσία που έχει από τον ιδρυτή της να κηρύσσει το λόγο του Θεού, να τελεί τα ιερά μυστήρια, να ποιμαίνει πνευματικά τα μέλη της και να διοικεί το σώμα της. Όλα αυτά επιτυγχάνονται δια του ιερού μυστηρίου της ιεροσύνης. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι το μυστήριο της ιεροσύνης είναι η θεοσύσταση εκείνη τελετή κατά την οποία δι’ ορισμένης ευχής και της επιθέσεως των χειρών του επισκόπου στις κεφαλές των προχειριζομένων κατέρχεται η χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία αναδεικνύει τον υποψήφιο σε ένα από τους τρεις ιερατικούς βαθμούς, το διάκονο, τον πρεσβύτερο και τον επίσκοπο. Η χάρη του Κυρίου, αν και ενιαία, όμως κατά διαφορετικό τρόπο καθιερώνει τους υποψήφιους στον αντίστοιχο ιερατικό τους βαθμό. Άλλη είναι η χάρη του διακόνου, άλλη του πρεσβυτέρου και άλλη του επισκόπου.

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 272-273)

Σύμφωνα με τις βασικές αντιλήψεις τους περί δικαιώσεως και εκκλησιαστικού ιερατείου, οι Διαμαρτυρόμενοι δεν δέχονται την μετάνοια ως μυστήριο, της οποίας απορρίπτουν τα βασικά στοιχεία, την εσωτερική από αγάπη και πίστη συντριβή της ψυχής για τα αμαρτήματά της και την εξώτερη εξομολόγηση στο λειτουργό της Εκκλησίας. Κατ’ αυτούς στο μυστήριο του ιερού βαπτίσματος σφυρηλατείται ακατάλυτος δεσμός μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ώστε οποιαδήποτε αμαρτία μετά το βάπτισμα, μικρή ή μεγάλη, να μην μπορεί να διαλύσει το δεσμό αυτό και να τον αφανίσει. Βεβαίως οι μετά το βάπτισμα αμαρτάνοντες έχουν ανάγκη μετάνοιας· όμως η μετάνοιά τους αυτή, ως επάνοδος στη δια του βαπτίσματος χορηγηθείσα άφεση, δεν αποτελεί ιδιαίτερο μυστήριο, αλλά ζωογόνηση του μυστηρίου του βαπτίσματος.

Την εξομολόγηση απορρίπτουν οι Προτεστάντες σύμφωνα με τη βασική τους αντίληψη να λαμβάνουν άφεση αμαρτιών όχι μέσω της Εκκλησίας της οποίας αρνούνται τον ορατό χαρακτήρα, αλλ΄ απ’ ευθείας από το Θεό. Η εξομολόγηση, που δεν έχει διαταχθεί κατ’ αυτούς από τον Κύριο, είναι το πολύ ανεκτή περισσότερο για λόγους ψυχολογικούς. Ο ποιμένας αναγγέλλει στον εξομολογούμενο την υπόσχεση απλώς του Θεού περί αφέσεως των αμαρτιών, για να μην αποκάμει και απελπισθεί αμφιβάλλοντας αν οι αμαρτίες του είναι συγχωρημένες στον ουρανό. Ότι στο πνεύμα αυτό της εξομολογήσεως της στερούμενης του ιερατικού στοιχείου και κριτηρίου είναι δυνατό να χορηγήσει εν ανάγκη άφεση αμαρτιών και ένας λαϊκός, δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί.

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 272)

Στην παραβολή του σπορέως ο Κύριος Ιησούς εξηγεί: «το χωράφι είναι ο κόσμος, ο καλός σπόρος είναι όσοι ανήκουν στη βασιλεία του Θεού. Τα ζιζάνια είναι όσοι ανήκουν στον πονηρό, ο εχθρός που τα έσπειρε είναι ο διάβολος, ο θερισμός είναι το τέλος του κόσμου και οι θεριστές είναι οι άγγελοι. Όπως λοιπόν μαζεύονται τα ζιζάνια και καίγονται στη φωτιά, έτσι θα γίνει στο τέλος του κόσμου. Θα στείλει ο Υιός του Ανθρώπου τους αγγέλους του και θα μαζέψουν από το χώρο της βασιλείας του όσους προκαλούν την πτώση των άλλων και κάνουν πράγματα αντίθετα με τον νόμο του Θεού, και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς· εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους. Τότε οι ευσεβείς θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του πατερά τους. Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει ας ακούει». (Ματθ. ιγ΄ 38-43).

Προτού όμως έρθει το τέλος του κόσμου, θα έχει έρθει το τέλος πολλών από μας. Τώρα, όταν πέθανε ο φτωχός Λάζαρος, την ψυχή του την μετέφεραν οι άγγελοι στους κόλπους του Αβραάμ· όταν όμως πέθανε ο άσπλαχνος πλούσιος, πήγε στην κόλαση (βλ. Λουκ. ιστ’ 19-23). Γι’ αυτό, άνθρωπε, να θυμάσαι πως για σένα το τέλος του κόσμου θα είναι το τέλος το δικό σου. Στο θάνατό σου θα σε θερίσουν είτε οι άγγελοι, είτε οι πονηροί δαίμονες. Είναι καλό να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στο έλεος του Θεού. Το να εμπιστεύεσαι όμως το Θεό και να εξακολουθείς ν’ αμαρτάνεις χωρίς να μετανοείς, είναι σα να εμπαίζεις το Θεό. Άκου τι λέει ο Σωτήρας μας: «ούτω λέγω υμίν, χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. ιε’ 10).

Αλίμονο σ’ εκείνους που πεθαίνουν στην αμαρτία, χωρίς να μετανοήσουν. Ο μεγάλος απόστολος κάνει μια αυστηρή προειδοποίηση: «ο Θεός ούτε τους αγγέλους δε λυπήθηκε όταν αμάρτησαν, αλλά τους έριξε στα τάρταρα όπου φυλάγονται δέσμιοι στο σκοτάδι περιμένοντας την τελική κρίση. Ούτε τον αρχαίο κόσμο δεν λυπήθηκε, έναν κόσμο που ήταν γεμάτος από ασεβείς, αλλά έφερε τον κατακλυσμό· μονό τον Νώε τον κήρυκα της δικαιοσύνης, τον άφησε να σωθεί με άλλους εφτά. Και καταδίκασε σε καταστροφή τις πόλεις Σόδομα και Γόμορρα και τις έκανε στάχτη· κι αυτό, για να παραδειγματίζονται όσοι στο μέλλον δεν σέβονται το Θεό…» (Β΄ Πέτρ. β΄ 4-6). Πολύ περισσότερο δε θα λυπηθεί εκείνους που είναι χριστιανοί κατ’ όνομα, αλλά στην πραγματικότητα είναι με λόγια και με έργα υπηρέτες του πονηρού. Μπορεί κάποτε να μεταμεληθούν όπως ο Ιούδας, αλλά θα είναι πολύ αργά. «Μέλλει γαρ ο υιός του ανθρώπου έρχεσθαι εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων αυτού, και τότε αποδώσει εκάστω κατά την πράξιν αυτού» (Ματθ. ιστ’26).

Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού

Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα είναι πολύ ένδοξος αλλά και πολύ δραματική. Στην πρώτη έλευσή Του εμφανίστηκε ένα πλήθος αγγέλων στους ποιμένες της Βηθλεέμ. Στη δεύτερη έλευσή Του θα Τον συνοδεύουν όλοι οι άγιοι άγγελοί Του. «Και θα στείλει τους αγγέλους του να σαλπίσουν δυνατά και να συνάξουν τους εκλεκτούς του από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, από το ένα άκρο του κόσμου ως το άλλο». (Ματθ. κδ΄ 31). «Τότε οι ευσεβείς θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του πατέρα τους». (Ματθ. ιγ΄ 43). Οι άγγελοι λοιπόν θα είναι οι θεριστές στο θερισμό του Θεού.

Η μεγαλύτερη ανταμοιβή που υποσχέθηκε ο Χριστός στους εκλεκτούς και τους δίκαιους, εκείνους που έζησαν στη γη σύμφωνα με το ευαγγέλιό Του και υπόφεραν γι’ αυτό, είναι ότι θα γίνουν ισοστάσιοι με τους αγγέλους. Είπε ο ίδιος, απαντώντας στο σοφιστικό λόγο των Σαδδουκαίων: «για όσους όμως αξιωθούν να αναστηθούν από τους νεκρούς και να ζήσουν στον καινούριο κόσμο ούτε θα παντρεύονται ούτε θα παντρεύουν. Κι αυτό, γιατί δεν θα υπάρχει γι’ αυτούς θάνατος· σαν αναστημένοι άνθρωποι που θα είναι, θα είναι ίσοι με τους αγγέλους και παιδιά του Θεού». (Λουκ. κ΄ 35-36).

Όταν διαβάζουμε τα λόγια αυτά νιώθουμε να μας καταλαμβάνει ολόκληρους δέος, φόβος. Πώς μπορούμε να γίνουμε ίσοι με τους αγγέλους; Έχει γραφεί γι’ αυτούς: «Ο Θεός έστη εν συναγωγή Θεών, εν μέσω δε θεούς διακρινεί». Και λίγο παρακάτω: «θεοί έστε και υιοί Υψίστου πάντες». (Ψαλμ. πα’ 1,6).

Εδώ οι άγγελοι καλούνται θεοί όχι επειδή έχουν θεϊκή φύση, αλλά επειδή βρίσκονται σε στενή επαφή με το Θεό. Πώς μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν ίσοι μ’ αυτούς; Να, τι λέει ο ιερός ποιητής για τους αγγέλους:

«Ωραιότητι φαιδρύνεσθε πανάγιοι, άγγελοι του Παντοκράτορος, πλησιάζοντες τη αφράστω, δόξη ακραιφνώς, και πόθω κραυγάζοντες αυτώ· Ευλογητός ει ο Θεός, ο των πατέρων ημών» (Όρθρος, ωδή ζ’ πλ. β’ ήχου).

Πώς λοιπόν εμείς, που βλασφημούμε το Χριστό καθημερινά με τις αμαρτίες μας, θα γίνουμε ισάγγελοι, ίσοι με τους αγγέλους που δοξολογούν συνέχεια το Θεό;

Πρώτ’ απ’ όλα ο Χριστός μίλησε για τους «καταξιωθέντες»· και δεύτερο ότι αυτό θα γίνει με «την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην» (Λουκ. κ’ 35 και Εφ. γ΄ Ί9).

Ας ταπεινωθούμε κι ας ακούσουμε τι μας λέει ο θεατής των ουρανίων μυστηρίων απόστολος: «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Β’ Κορ. β’ 9).

Εδώ είναι το κλειδί του μυστηρίου: εκείνοι που αγαπούν το Θεό, είτε άγγελοι είναι είτε άνθρωποι, για το Θεό είναι ίσοι.

Απ’ αυτήν την άποψη ονομάζουμε τους αγγέλους πρεσβύτερους αδελφούς μας, για να τους τιμήσουμε και να προσευχηθούμε σ’ αυτούς από την κοιλάδα αυτή του κλαύθμωνος:

Άγιοι Αρχάγγελοι και Άγγελοι,
πρεσβεύσατε στο Θεό για μας τους αμαρτωλούς!


(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Πάτερ ημών», Αθήνα 2003, σελ. 117-121)

Η προσευχή και τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους

-Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύχωνται;
-Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους.
Όσοι βρίσκονται στον Αδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά,
για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι
δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από μας βοήθεια.
Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.
Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται
σε δαιμονική κατάσταση καί, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια,
αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τί να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται
από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέρα του.
Έ, τί να το κάνη αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο,
αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν
και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μια ευκαιρία,
τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ’ αυτήν την ζωή,
αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο,
έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την προσευχή του
και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο»
σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμη μπορεί να τους μεταφέρη και σε «δωμάτιο» ή σε «διαμέρισμα».
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε,
έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους.
Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία
που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνη η τελική Κρίση.
Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνατότητα να βοηθηθούν.
Ο Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει,
γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα στον διάβολο να πή: «Πώς τον σώζεις αυτόν,
ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχώμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνη.
Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος
για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή.
Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι.
«Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία», λέει η Γραφή. Στον κόσμο μερικοί βαριούνται
να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουραμπιέδες, κουλουράκια,
για να τα διαβάσουν οι ιερείς.
Και βλέπεις, εκεί στο Αγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβο
και για τους κεκοιμημένους και για τον Αγιο που γιορτάζει, για να έχουν την ευλογία του.
-Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;
-Έμ, όταν μπαίνη κάποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή
για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνη κάτι και γι’ αυτούς ο Θεός.
Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός - θέλω να πώ, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε
ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν - και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή,
Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς
για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί «ν’ αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός
και να τον ελεήση. Έτσι, ό,τι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι’ αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη,
ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.
Έχω υπ όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων.
[...] -Όταν, Γέροντα, πεθάνη κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι’ αυτόν, είναι καλό να κάνουμε
κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;
-Αμα κάνης κομποσχοίνι γι’ αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάη μια αμαξοστοιχία στον προορισμό της
με έναν μόνον επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια
και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθή γι’ αυτούς! Μερικοί κάθε τόσο κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους.
Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό.
Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι’ αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.
-Γέροντα, με απασχολεί μερικές φορές η σωτηρία του πατέρα μου, γιατί δεν είχε καμμιά σχέση με την Εκκλησία.
-Δεν ξέρεις την κρίση του Θεού την τελευταία στιγμή. Πότε σε απασχολεί; κάθε Σάββατο;
-Δεν έχω παρακολουθήσει, αλλά γιατί το Σάββατο;
-Γιατί αυτήν την ημέρα την δικαιούνται οι κεκοιμημένοι.
-Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχωνται γι’ αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων
που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;
-Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχωμαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου,
γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο
για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ.
και στο τέλος λέω «καί υπέρ ών τα ονόματα ουκ εμνημονευθησαν». Αν καμμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους,
παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου.[...] Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να
μνημονευθούν μόνον ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι.


(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", σελ. 274-279)

Το 1982 ο Θ.Α. οδήγησε στο Γέροντα ένα γνωστό του,
ηλικίας σαράντα ετών, επειδή ήταν "μπερδεμένος",
κατά τη συνήθη φράση του Γέροντα, με τον ινδουισμό (με διάφορους γκουρού)
και είχε μεταβεί και στις Ινδίες. Αφού ο Θ.Α. τον συνέστησε
στο Γέροντα Πορφύριο ως φίλο του, χωρίς να αναφέρει το όνομά του
ή άλλο τι, εκτός μόνο ότι ήταν "μπερδεμένος" με τον ινδουισμό
και ήθελε να τον βοηθήσει ο Γέροντας, ο Γέροντας Πορφύριος
τον προσφώνησε με το όνομά του και τον ρώτησε τι κάνουν η γυναίκα του
και τα δύο παιδιά του. Ακριβώς, η αποκάλυψη αυτή του Γέροντος,
τον συγκλόνισε και εξομολογήθηκε με ειλικρίνεια,
επιστρέφοντας πλέον στην Ορθόδοξη πίστη με συνέπεια.
Όταν έφυγαν από το Γέροντα, τότε είπε στον Θ.Α.:
"Πράγματι, είμαι έγγαμος, με δύο παιδιά, αλλά δε σου είχα πει τίποτε.
Μάλιστα είχα εγκαταλείψει τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου,
και ο Γέροντας το γνώριζε!".
[Ί 124]

 

("Ανθολόγιο Συμβουλών", Άγιος Πορφύριος, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σσ. 228-229)

Προτροπή για μετάνοια (Κατά Λουκάν κεφ.13, στιχ. 31-35)
ΥΠΟΜΝΗΜΑ -Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο-

Ερμηνεία πατερική & θεολογική του Ευαγγελίου του Λουκά
Το ερμηνευτικό Υπόμνημα του Π.Ν. Τρεμπέλα μεταφρασμένο στη νεοελληνική γλώσσα

Μετάφραση αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας


Στίχ. 31-35. Απειλές του Ηρώδη. Θρήνος για την Ιερουσαλήμ.
13.31 ᾽Εν αὐτῇ τῇ ημέρα(1) προσῆλθον τινες Φαρισαῖοι(2) λέγοντες αὐτῷ,
῎Εξελθε καὶ πορεύου ἐντεῦθεν(3), ὅτι ῾Ηρῴδης θέλει σε ἀποκτεῖναι(4).
31 Εκείνη την ημέρα πλησίασαν μερικοί Φαρισαίοι και του έλεγαν:
«Απομακρύνσου απ’ αυτή την περιοχή, γιατί ο Ηρώδης θέλει να σε σκοτώσει».
(1) Διαφορετική γραφή: ᾽Εν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ.
(2) Όχι από ειλικρινές ενδιαφέρον για την ασφάλεια της ζωής του, λένε αυτά σε αυτόν οι Φαρισαίοι.
«Επειδή έλιωναν από το φθόνο… επιχειρούν να φοβίσουν τον Κύριο και του φέρνουν ως απειλή τον Ηρώδη» (Θφ).
«Και υποκρινόμενοι εύνοια, τον συμβουλεύουν να βγει και να αναχωρήσει· με πρόφαση μεν, να μην φονευτεί
από τον Ηρώδη, στην πραγματικότητα όμως για να μην δοξάζεται και ελκύει τον όχλο με το να είναι παρών
και να κάνει θαύματα» (Ζ). Η επιθυμία να διαταράξουν το έργο του Ιησού και να δημιουργήσουν πανικό
μεταξύ των ακολούθων του, ώθησε τους Φαρισαίους να ανακοινώσουν την απειλή του Ηρώδη στον Ιησού,
έστω και αν ακόμη δε είχαν την ελπίδα, ότι αυτός φεύγοντας από την περιοχή του Αντίπα
θα μετέβαινε στην Ιουδαία και θα περιερχόταν έτσι στη δικαιοδοσία του συνεδρίου και της ιουδαϊκής ιεραρχίας (p).
Ενδιαφέρονταν παρ’ όλα αυτά οι Φαρισαίοι και για τον τελευταίο αυτόν λόγο να καταφύγει ο Ιησούς στην Ιουδαία,
στην οποία εκτείνονταν τα δικαιώματα του συνεδρίου τους (g).
(3) Ο Κύριος πιθανώς βρισκόταν τώρα στην Περαία. Δεν μπορούμε όμως να είμαστε βέβαιοι για αυτό.
Και οι δύο όμως επαρχίες, η Περαία δηλαδή και η Γαλιλαία, βρίσκονταν στη δικαιοδοσία του Αντίπα (p).
(4) Από την απάντηση την οποία ο Κύριος δίνει στους Φαρισαίους βγαίνει ως συμπέρασμα φανερά, ό
τι η απειλή αυτή δεν ήταν επινόησή τους. Διότι διαφορετικά ο Κύριος θα έλεγχε την ψευδολογία τους
και δεν θα αποκαλούσε τον Ηρώδη αλεπού. Παρόλο που ο τετράρχης αυτός επιθυμούσε να δει τον Ιησού
να επιτελεί κάποιο θαύμα (Λουκ. κγ 8), πιθανότατα όμως τον θεωρούσε επικίνδυνο (p).
Αφενός μεν η από τα κηρύγματα και την παρουσία του Ιησού προκαλούμενη ζύμωση στο λαό ανησυχούσε τον Ηρώδη·
αφετέρου όμως δεν ήθελε στον θάνατο του Βαπτιστή που προηγήθηκε να προσθέσει και άλλον,
και για αυτό ενδιαφερόταν να δει τον Ιησού να αφήνει τα εδάφη της δικαιοδοσίας του (g)

13.32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς, Πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι(1) ταύτῃ, ᾽Ιδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια(2)
αὶ ἰάσεις(3) επιτελώ(4) σήμερον καὶ αὔριον(5), καὶ τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι(6).
32 Εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε να πείτε σ’ αυτήν την αλεπού πως σήμερα κι αύριο θεραπεύω δαιμονισμένους
και γιατρεύω ασθενείς· και την τρίτη μέρα θα φτάσει το έργο μου στο τέλος.
(1) «Παρομοιάζει τον άνθρωπο με την αλεπού· διότι αυτό το ζώο είναι πάντα κάπως πανούργο και δύστροπο» (Κ).
Η αλεπού εξεικονίζει την πανουργία σε όλες τις γλώσσες και μάλιστα στην ελληνική, όπου σχηματίστηκε
και το ρήμα αλωπεκίζω. Είναι σαν να έλεγε στον Ηρώδη: Επειδή δεν τολμάς να δείξεις τα δόντια του λιονταριού,
καταφεύγεις στις πανουργίες της αλεπούς. Κάποιοι από τους νεότερους επέκριναν τον ελάχιστα ευλαβή τρόπο,
με τον οποίο ο Κύριος επέκρινε τον άρχοντα του λαού του! Λησμόνησαν όμως, ότι ο Ηρώδης ήταν δημιούργημα
του Καίσαρα και δεν ήταν νόμιμος κληρονόμος του θρόνου του Δαβίδ. Εάν επίσης οι προφήτες της Π.Δ.
ως εντολοδόχοι του Θεού, έπαιρναν το θάρρος να μιλήσουν στους νόμιμους άρχοντες του λαού με τη γνωστή γλώσσα,
πόσο μάλλον ο Ιησούς, ο οποίος είχε συνείδηση ότι και ως άνθρωπος ήταν ο ίδιος ο Μεσσίας,
ο αληθινός βασιλιάς του Ισραήλ, είχε το δικαίωμα να χαρακτηρίσει την διαγωγή ενός βασιλιά που ήταν παρείσακτος
και παράνομα ανέβηκε στο θρόνο (g).
(2) Δεν προσθέτει «κηρύττω το ευαγγέλιο» διότι αυτό δεν θα κατανοούνταν από τον Ηρώδη.
Από τον ευεργετικό χαρακτήρα των πράξεων αυτών του Ιησού, γινόταν προφανές το αδικαιολόγητο και η κακεντρέχεια
των προθέσεων του Ηρώδη (b).
(3) Η λέξη υπάρχει μόνο εδώ και στο Πραξ. δ 22,30. Προφανώς είναι λέξη ιατρική, που δεν συναντιέται
όμως μαζί με το ρήμα αποτελώ (άλλη γραφή, αντί για επιτελώ) (L).
(4) Υπάρχει και η γραφή αποτελώ. Εφόσον όμως το αποτελώ είναι σπανιότερο από το επιτελώ, πιθανώς το τελευταίο
αυτό αντικατέστησε κατά την αντιγραφή το αποτελώ, το οποίο συναντιέται στα παλαιότερα χειρόγραφα (g)=φέρνω κάτι σε πλήρες τέλος.
(5) «Κάποιοι λένε ότι το «σήμερα και αύριο» το λέει για δύο ημέρες, κατά τις οποίες επρόκειτο εκεί να θαυματουργεί·
ενώ «τρίτη» εννοεί την μετά από αυτές, κατά την οποία λέει ότι θα τελειώσει, δηλαδή θα αρχίσει την πορεία
προς το θάνατο και θα βαδίσει προς τα Ιεροσόλυμα» (Ζ). Πιο σωστή ερμηνεία: «Το σήμερα και αύριο,
έστω και αν φαίνονται ότι δείχνουν μετρημένες ημέρες, φανερώνουν όμως στην πραγματικότητα συντομία καιρού.
Διότι συνηθίζουμε, όταν θέλουμε να δείξουμε τον λίγο καιρό, να λέμε «σήμερα και αύριο»» (Ζ).
(6) «Με το να πει «φθάνω στο τέλος», διαμηνύει τον θάνατό του και ότι πεθαίνει με τη θέλησή του
και ούτε ο Ηρώδης ούτε αυτοί θα μπορούσαν να κάνουν κάτι πριν τον κατάλληλο καιρό» (σχ.).
«Οπωσδήποτε δεν έδειξε αυτό, ότι δηλαδή αναγκαστικά την τρίτη ημέρα θα έφτανε στο τέλος, α
λλά δείχνει ότι ο θάνατός του θα γίνει σύντομα» (Θφ). «Υποδηλώνει ότι δεν θα πεθάνει μετά από πολύ καιρό» (Ζ).
Ή, είμαι στο τέλος τόσο της δράσης μου όσο και της ζωής μου. Ας μην ανησυχεί λοιπόν ο Ηρώδης (g).

Η Αγάπη δεν πηγάζει από τη γη, αλλά από τον ουρανό. Ο όσιος Κασσιανός λέει: «Η Αγάπη είναι χαρακτηριστικό του Θεού και χαρακτηριστικό εκείνων των ανθρώπων που πραγματικά υπηρετούν τον Θεό».

Για να κατανοήσουμε τον Θεό ως Αγάπη, πρέπει να κατανοήσουμε τον Θεό ως Αγία Τριάδα. Στην Τριαδικότητα του Θεού βρίσκεται το κλειδί του μυστηρίου του Θεού ως Αγάπη, κόρη μου. Φύλαγε αυτό το μυστικό διαρκώς στην καρδιά σου και πίστευε στα λόγια του μεγάλου Ισαάκ του Σύριου: «Η Αγάπη είναι πιο γλυκιά και από την ζωή». Και εγώ συμπληρώνω: «πως η Αγάπη είναι πιο δυνατή και από τον θάνατο».

Όταν μιλάμε για την Αγάπη που ενώνει την Αγία Τριάδα, πρέπει διαρκώς να έχουμε στο νου μας, ότι ο Θεός είναι πνεύμα και πως η θεϊκή Αγάπη είναι πνευματική.

(«Διδάγματα για την Χριστιανική αγάπη», Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη)

Μόνο γενική και απώτερη αναλογία έχουν, γιατί και τα δύο αναφέρονται στη μετά θάνατο τύχη των κεκοιμημένων. Στην ουσία όμως διαφέρουν σημαντικά. Κατά την ορθόδοξη πίστη τα μνημόσυνα είναι απλές ευχές της Εκκλησίας προς το Θεό για την ανάπαυση των ψυχών των μελών της που τα απέσπασε ο θάνατος. Οι άνθρωποι που πεθαίνουν δεν κουβαλάνε όλοι μαζί τους την ίδια πνευματική κατάσταση. Άλλοι είναι δίκαιοι, άλλοι μεγάλοι αμαρτωλοί που δεν μετάνιωσαν για τ’ αμαρτήματά τους και άλλοι, μετανοημένοι μεν, χωρίς όμως να αξιοποιήσουν, από αδιαφορία και αμέλεια, τη μετάνοιά τους. Ο θάνατος τους βρήκε με κηλίδες αμαρτίας, οι οποίες τους εμποδίζουν να δουν το πρόσωπο του Θεού. Για τα αμαρτήματα αυτά οι ψυχές οδυνώνται στη μέση κατάσταση, όπου πηγαίνουν μετά θάνατο όλοι οι νεκροί. Υπέρ όλων αυτών η Εκκλησία, σαν στοργική μητέρα, τελεί τα ιερά μνημόσυνα προς ανακούφιση των ψυχών και απαλλαγή τους από την οδύνη και τον πόνο του πνευματικού μαρτυρίου. Των μνημοσύνων έχουν ανάγκη κυρίως η τρίτη τάξη των νεκρών, γιατί τόσο οι δίκαιοι όσο και οι άδικοι δεν χρειάζονται τα ιερά μνημόσυνα, οι μεν πρώτοι γιατί ζουν με γαλήνη και ηρεμία κοντά στο Θεό (στη μέση κατάσταση εννοείται), οι δε άδικοι είναι δυνάμει καταδικασμένοι στην κόλαση. Τα μνημόσυνα δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσευχές οι οποίες παρέχουν όνηση (ωφέλεια) στις ψυχές των νεκρών, χωρίς να γνωρίζουμε τη φύση και την έκταση της ωφέλειας αυτής, την οποία γνωρίζει και ρυθμίζει μόνο ο πανάγαθος Θεός.

Οι αντιλήψεις της Ρωμαϊκής Εκκλησίας είναι αισθητά αντίθετες με τις πιο πάνω εκτεθείσες. Κατ’ αυτήν το καθαρτήριο πυρ (Purgatorium) δεν είναι προσευχή της Εκκλησίας υπέρ των ψυχών των κεκοιμημένων, αλλά τόπος καθάρσεως και ποινών τις οποίες πρέπει να εκτίσει η ψυχή που ευρίσκεται σ’ αυτό, για να ικανοποιηθεί η θεία δικαιοσύνη. Είναι πεδίο στο οποίο εφαρμόζεται από την Εκκλησία η πρακτική των λυσιποίνων αφέσεων (συγχωροχαρτίων), τις οποίες χορηγεί εξουσιαστικά η Εκκλησία (ο Πάπας). Παλαιότερα η χορήγηση των συγχωροχαρτίων γινόταν κατόπιν καταβολής χρημάτων από τους συγγενείς των πεθαμένων, πράγμα που πολύ έβλαψε και διέσυρε την Εκκλησία αυτή στη Δύση. Είναι φανερόν ότι καμία ουσιώδης αναλογία δεν υπάρχει μεταξύ των ορθοδόξων μνημοσύνων και του λατινικού δόγματος περί καθαρτηρίου πυρός. 

(Ανδρέου Θεοδώρου «Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά», εκδόσεις Αποστολική Διακονία, σελ. 270-271)

katafigioti

lifecoaching