Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
«Κάθε πραγματική προσευχή είναι μάχη με τον θάνατο και άρνηση του θανάτου. Και κάθε πραγματική προσευχή είναι μάχη για τη ζωή και κατοχύρωση της ζωής.Ποια είναι η πραγματική προσευχή;Εκείνη που σε κάνει πιο δυνατό από τον θάνατο, με την οποία φέρνεις τη νίκη επάνω στον φόβο και την ανατριχίλα του θανάτου.Όταν σηκώνεσαι από την προσευχή και κοιτάζοντας τον εαυτό σου αισθανθείς τον ίδιο φόβο από τον θάνατο όπως και πριν, τότε να ξέρεις, ότι η προσευχή σου δεν ήταν πραγματική. Ενώ όταν σηκώνεσαι από την προσευχή και κοιτάζοντας τον εαυτό σου αισθανθείς την αδιαφορία για τον θάνατο,τότε να ξέρεις ότι…
Το άψυχο σώμα, κείτεται ενώ πλήθος τριγύρω άτομα περιμένουν την τελετή έναρξης… Η σκάλα έτοιμη να μεταφέρουν επίσημα την ψυχή… Λαμπροφορημένη το πλήθος Αγγέλων, στα λευκά… σαν παρανυφάκια πηγαινοέρχονται για τις ετοιμασίες της τελευταίας στιγμής… όλα στη θέση τους... όλοι στη θέση τους, λευκά-μαύρα για το χαιρετισμό… όλοι έτοιμοι για τη φωτογραφία το φόντο λευκό πάνω δεξιά-αριστερά και μαύρο κάτω και στη μέση οι καμπάνες σήμαναν… τα όργανα άρχισαν τι πανδαισία!...κλικ… αποθανατίστηκε και… η στιγμή… στην όμορφη χρυσή κορνίζα και τα περιστέρια πέταξαν κι αυτά ψηλά συνοδεύοντας την ακολουθία… ανείπωτη χαρά! Ουράνιο το Πέταγμα Προς τον ΚΥΡΙΟ…! Ρένα (Ειρήνη-Ελευθερία) Κωσταντή
- Αντίθετες Εικόνες καθημερινής συμβίωσης! Α. Η κόλαση…«Εγώ, έλεγε, αγαπάω την ανθρωπότητα μα απορώ κι ο ίδιος με τον εαυτό μου: Οσο περισσότερο αγαπώ την ανθρωπότητα γενικά, τόσο λιγότερο αγαπάω τον κάθε άνθρωπο χωριστά. Στις ονειροπολήσεις μου, έλεγε, φτάνω συχνά να λαχταράω μέχρι πάθους να εξυπηρετήσω την ανθρωπότητα και ίσως και στ’ αλήθεια να δεχόμουνα να σταυρωθώ για τους ανθρώπους, αν παρουσιαζόταν ξαφνικά μια τέτοια ανάγκη.Κι όμως, παρόλ’ αυτά, δεν μπορώ ούτε δύο μέρες να ζήσω στο ίδιο δωμάτιο με άλλον άνθρωπο. Αυτό το ξέρω από πείρα. Μόλις βρεθεί κάποιος κοντά μου, νιώθω πως μου πληγώνει την ατομικότητά μου και…
Αν δε μου ‘δινες την ποίηση, Κύριε,δε θα ‘χα τίποτα για να ζήσω.Αυτά τα χωράφια δε θα ’ταν δικά μου.Ενώ τώρα ευτύχησα να ‘χω μηλιές,να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,η έρημός μου λαό,τα περιβόλια μου αηδόνια. Λοιπόν; Πώς σου φαίνονται; Είδεςτα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ’ αμπέλια μου;Είδες τι όμορφα που πέφτει το φωςστις γαλήνιες κοιλάδες μου;Κι έχω ακόμη καιρό!Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει.Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται. Όμως,δεν ξοδεύω τον ήλιό σου άδικα.Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ό,τι μου δίνεις.Γιατί…
Είμαι κι εγώμια μικρή λεπτομέρειαμέσα στην τραγικήιστορία του σύμπαντος.Τα κύτταρά μου διεχώρισασε άπειρα πολλοστημόριαγια να τ' αγαπήσω όλαόσα κινούνται στη γη,όσα στων θαλασσών τα βάθη αναπαύονταικι όσα στ' αχανή μού διαφεύγουν.Μα δε βρέθηκε τίποτεμέσα στ' άπειρα πλάσματαμιαν αχτίδα τού ήλιουνα μου βάλει στο μέτωπο.Χάνομαι τόσο νωρίςστη γλαυκή απεραντοσύνηγιατί δε μ' αγάπησε τίποτε. Νικηφόρος Βρεττάκος
Καὶ τὶς ἀχτίδες σου, ἥλιε, θὰ στὶς ἐπιστρέψω.Στοῦ σύμπαντος τὸν ὀργασμό θὰ ζεσταθῶ,θἄχω ἐξοφλήσει πιὰ στὴ γῆ κάθε μισθό –καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω. Τίποτα λογαριάζω πώς δὲν σοῦ χρωστῶ.Μέσα στὸν τάφο μου τὸ σῶμα θ’ ἀντιστρέψω –καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω,στὴ σκληρὴ πλάκα μου διαθλῶντας σου τὸ φῶς. Νικηφόρος Βρεττάκος
Εκείνους λοιπόν πού χάσκουν στα παρόντα πράγματα και αφοσιώνονται σ΄ αυτά, χωρίς να νοιάζονται καθόλου για τα μέλλοντα, και τρέχουν χωρίς διακοπή στίς σωματικές απολαύσεις, ενώ αφήνουν τίς ψυχές τους να λειώνουν από τήν πείνα και να ταλαιπωρούνται απο μύρια κακά, αυτούς τους παρομοιάζω μέ τόν άνδρα εκείνο πού έφευγε μπροστά από μαινόμενο ρινόκερω επειδή δέν άντεχε το θόρυβο τής βοής και το τρομακτικό μούγκρισμα του, φεύγοντας όμως γρήγορα για να μήν τόν καταβροχθίσει ο ρινόκερος και τρέχοντας με ταχύτητα, έπεσε μέσα σέ ένα μεγάλο βόθρο.Ενώ δε έπεφτε μέσα σ΄ αυτόν, άπλωσε τα χέρια του και πιάστηκε απο ένα φυτό…
(Ο γέρος επίσκοπος Αντιοχείας Ιγνάτιος ο Θεοφόρος οδηγείται στη Ρώμη στο Κολοσσαίο να μαρτυρήσει. Οι Χριστιανοί της Ρώμης μόλις το μαθαίνουν κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν και αυτός τους γράφει αυτή την επιστολή παρακαλώντας τους να μην τον σώσουν...!) «Σας παρακαλώ, μη μου γίνετε εύνοια άκαιρη. Αφήστε με να γίνω τροφή των θηρίων, δια των οποίων θα μπορέσω να κερδίσω το Θεό. Είμαι σιτάρι του Θεού και αλέθομαι με τα δόντια των θηρίων, για να γίνω καθαρός άρτος του Θεού.Καλύτερα να καλοπιάσετε τα θηρία, ώστε να γίνουν τάφος μου και να μην αφήσουν τίποτα από το σώμα μου,…
«Οι περισσότεροι από τους αδελφούς μας, γράφει ο Διονύσιος επίσκοπος Αλεξανδρείας, από υπερβολική αγάπη και φιλαδελφία παραθεωρούσαν τον εαυτό τους και φρόντιζαν ο ένας για τον άλλον, επισκέπτονταν χωρίς προφυλάξεις τους ασθενείς, τους υπηρετούσαν προθυμότατα, τους περιποιούνταν εν Χριστώ, για να πεθάνουν μετά από λίγο μαζί με εκείνους πολύ ευχάριστα, αφού προηγουμένως έπαιρναν από τους άλλους την αρρώστια πάνω τους και με τη θέλησή τους υπέφεραν τους πόνους. Και πολλοί, αφού νοσοκόμησαν και οδήγησαν άλλους στην ανάρρωση, αυτοί πέθαναν, σαν να πήραν το θάνατο από εκείνους πάνω τους... Έτσι οι άριστοι από τους αδελφούς μας με αυτόν τον τρόπο έφυγαν…
«Φίλος μου επιχειρηματίας (διηγείται ο κ. Α.Γ.) έπεσε έξω στην επιχείρησή του. Τον έπνιξαν τα χρέη. Απελπίστηκε! Και ... αυτοκτόνησε! Αυτός λοιπόν ο μακαρίτης (που ποτέ δεν νοιαζόταν για την ψυχή του, παρά μόνο για το χρήμα), εμφανίστηκε σε όνειρο στο φίλο του, πρώην συμμαθητή του γυμνασίου, και του είπε με φωνή κραυγή: «Φίλε μου! Πού σπαταλάς το χρόνο σου; Κοίτα την ψυχή σου!». (αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη, Μετά θάνατον σελ. 106) (Επιστολή στον καφετζή Σ.Μ., που έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στην αυτοκτονία και την επαιτεία)«Γράφεις ότι όλη σου η περιουσία πωλήθηκε σε τρίτους. Όταν βρέθηκες στο δρόμο χωρίς τίποτα και…

custom image (2)

img025